| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Α. Διαμαντόπουλος. | |
| 9 | Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 10 | Λ. Δανόπουλος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | |
| 11 | Ἰω. Λέκας. | Γ. Πεῤῥωτής. | |
| 12 | Στ. Κολιάτσος. | Κ. Δαγρές. | |
| 13 | Α. Λ. Ἀντωνόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. | |
| 14 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 15 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 16 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 17 | Κ. Κοσονάκος | Ἰω. Ἰοπάλης. | |
| 18 | Θ. Τζανετάκης. | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | |
| 19 | Α. Σ. Μήτσας. | Σπυρ. Νοταρᾶς. | |
| 20 | Δ. Τσιτσάρας. | Λ. Μεταξᾶς. | |
| 21 | Π. Μανωλίδης. | Α. Μαντζαβίνος. | |
| 22 | Κ. Λομβάρδος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 23 | Δ. Γαΐτας Φωσιάρδης. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 24 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 25 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 26 | Α. Γκοῦσκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 27 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γερ. Σέρβος. | |
| 28 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Σπ. Βαλαωρίτης. | |
| 29 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 30 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Ταμπακόπουλος | |
| 31 | Θρ. Ζαΐμης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 32 | Π. Κ. Μανέτας. | Δ. Καραλίβανος. | |
| 33 | Ἠλ. Φλέσσας. | Π. Τζαμάλας. | |
| 34 | Ἀθ. Κατριβάνος | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 35 | Ἰω. Πανούσης. | Θ. Κανακάρης. | |
| 36 | Γ. Μαλέας. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 37 | Ν. Παγκράτης. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 38 | Κ. Κοκκινώρης. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 39 | Ν. Καρύδης. | Γ. Λ. Γεωργιάδης. | |
| 40 | Γ. Γουλιμῆς. | Γ. Κούτσης. | |
| 41 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 42 | Περ. Μποῦτος. | Ἰω. Ζαλλώνης. | |
| 43 | Ἰω. Προβελέγγιος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 44 | Κ. Κρίσπης. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 45 | Γρηγ. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 46 | Κίμ. Χριστοδούλου. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 47 | Δ. Σαράβας. | Ν. Πιπίνος. | |
| 48 | Α. Καπετανάκης. | Ἰω. Καλογιάννης. | |
| 49 | Μιχ. Καπετανάκος. | Θ. Γκίκας. | |
| 50 | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 51 | Α. Παπαλέξης. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 52 | Θ. Ῥωμαῖος. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 53 | Ν. Λούβρος. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 54 | Μ. Χαριτάτος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 55 | Α. Μουρίκης. | Κ. Νικόδημος. | |
| 56 | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
1871.02.19
1,908 rows · 15,465 words · 1 table · 138 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35.
Τῆς 19 Φεβρουαρίου 1871.
Παρασκευή.
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη πλήρης, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Α. Διαμαντόπουλος. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Λ. Δανόπουλος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. |
| Ἰω. Λέκας. | Γ. Πεῤῥωτής. |
| Στ. Κολιάτσος. | Κ. Δαγρές. |
| Α. Λ. Ἀντωνόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Κ. Κοσονάκος | Ἰω. Ἰοπάλης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Σπυρ. Νοταρᾶς. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Λ. Μεταξᾶς. |
| Π. Μανωλίδης. | Α. Μαντζαβίνος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Δ. Γαΐτας Φωσιάρδης. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Α. Γκοῦσκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Σπ. Βαλαωρίτης. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Ταμπακόπουλος |
| Θρ. Ζαΐμης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Π. Κ. Μανέτας. | Δ. Καραλίβανος. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Π. Τζαμάλας. |
| Ἀθ. Κατριβάνος | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Ἰω. Πανούσης. | Θ. Κανακάρης. |
| Γ. Μαλέας. | Α. Μισυρλῆς. |
| Ν. Παγκράτης. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ν. Καρύδης. | Γ. Λ. Γεωργιάδης. |
| Γ. Γουλιμῆς. | Γ. Κούτσης. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Περ. Μποῦτος. | Ἰω. Ζαλλώνης. |
| Ἰω. Προβελέγγιος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Κ. Κρίσπης. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Γρηγ. Δημητριάδης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Κίμ. Χριστοδούλου. | Στ. Κοριζῆς. |
| Δ. Σαράβας. | Ν. Πιπίνος. |
| Α. Καπετανάκης. | Ἰω. Καλογιάννης. |
| Μιχ. Καπετανάκος. | Θ. Γκίκας. |
| Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Α. Παπαλέξης. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Θ. Ῥωμαῖος. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Ν. Λούβρος. | Δ. Κριεζώτης. |
| Μ. Χαριτάτος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Α. Μουρίκης. | Κ. Νικόδημος. |
| Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι 1ον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως.
§4ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἡμέρας, ἔχω μικρὰν ἐπερώτησιν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργόν. Γινώσκετε, κύριε πρόεδρε, ὁπόσων κακῶν πρόξενος ἐγένετο ἡμῖν ἡ κατὰ τὴν Στερεὰν ληστεία. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἅπασαι αἱ κυβερνήσεις ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των ὅσον ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἐκλείψῃ ὁ μῶμος αὐτός. Ἐν ἐσχάταις ἡμέραις κατεστράφη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς διεύθυνε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ὁ κύριος Δεληγεώργης, ἡ συμμορία τοῦ Κρικέλα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἷς τῶν ὑπαξιωματικῶν, καθ’ ἃς ἔχω ἐγὼ εἰδήσεις, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ὅσον πολλὰ ὀλίγοι μέχρι τοῦ νῦν. Ἐν τούτοις, ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτός, Πετρουτσόπουλος ὀνόματι, ἀντὶ νὰ ἀμειφθῇ δικαίως, δὲν ἠμείφθη διόλου, ἐνῷ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ ἐκ χωρικῶν, καὶ ἐξ ἑνὸς συναδέλφου τοῦ κυρίου Δυοβουνιώτη, ἄλλοι οἵτινες δὲν ὤφειλον νὰ βραβευθῶσιν, ἐβραβεύθησαν. Κύριε πρόεδρε, ἐμεῖς ἐκάμαμεν ἕνα νόμον ἀληθῶς δρακόντειον κατὰ τῆς ληστείας, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, πόσον ἐζημίωσεν ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἡ ληστεία αὐτή· δὲν πιστεύω ὅμως ὅτι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαῖα πλεονεκτήματα ὁ νόμος αὐτὸς, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια σπουδαία ὥστε νὰ ἀμείβωνται οἱ ἄνθρωποι οἱ προσφέροντες τὴν ζωήν των κατὰ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Διὰ τοῦτο ἤθελον ἐπερωτήσει τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν τὶ γινώσκει περὶ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ Πετρουτσοπούλου, ὅστις οὐ μόνον προσήνεγκεν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ κατόπιν συνέλαβε καὶ ἕνα λῃστήν. Ἂν δὲ ἐγένοντο καὶ ἀδικήματα ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἤθελον προτείνει, ἂν τὸ ἐπιτρέπουν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος μας, νὰ γείνῃ μία ἀναψηλάφισις τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἡ ὀφειλομένη ἀμοιβὴ καὶ τιμωρηθῶσιν μάλιστα παραδειγματικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμείφθησαν παρανόμως. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ γινώσκει περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§5Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θετικῶς καὶ ὡρισμένως δὲν γνωρίζω τίποτε σήμερον νὰ σᾶς εἴπω, διότι δὲν ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὅ,τι ἠξεύρω μόνον εἶναι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἀμοιβῶν διὰ τὸν φόνον τοῦ Κρικέλα ἠγέρθησαν πολλὰ παράπονα, καὶ συνεπείᾳ τούτων ἐπεφορτίσαμεν τὸν κύριον Καραϊσκάκην εὑρισκόμενον ἐκεῖ δι’ ἄλλας ὑποθέσεις νὰ ἐξετάσῃ. Ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ δὲν ἦλθεν ἐνώπιόν μου εἰσέτι διὰ νὰ σᾶς εἴπω τί ἐγένετο ἢ τί μέλλει γενέσθαι. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐπέστησε τὴν προσοχήν του, ἐνδέχεται νὰ ἔλαβον χώραν καὶ καταχρήσεις. Τίποτε ἄλλο δὲν γινώσκω νὰ σᾶς εἴπω σήμερον.
§6ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμείφθησαν ἔμαθον ἐγὼ, καὶ ὄχι ἔμαθον, ἔχω γράμματα εἰς χεῖράς μου τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν σήμερον, ἀποβλέπων εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἠμείφθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες εὑρίσκοντο μακρὰν τοῦ γεγονότος, καὶ οἱ ὁποῖοι κατέχουν θέσεις ὑπαλλήλων.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐξετάζεται. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις νόμου τῶν βουλευτῶν Μίληση, Σέρβου καὶ λοιπῶν, περὶ καταργήσεως τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§8ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. Πῶς εἰσάγεται αὐτὴ ἡ πρότασις;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς.
§10ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἠθέλετε περιμείνει, ἠθέλετε ἀκούσει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τῆς βουλῆς θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὀφείλει νὰ φέρῃ τὴν πρότασίν της, ἄλλως θέλει προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν. — Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου.
«ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Περὶ καταδιώξεως τῆς Λῃστείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Ἐπικήρυξις καὶ ποιναὶ λῃστῶν καὶ συνεργῶν. Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν γίνεται διὰ Βασ. διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικοῦ ἐντάλματος, στηριζομένου ἐπὶ ἐκθέσεως συντεταγμένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς Μοίρας. Ἄρθρον 2. Πλὴν τῶν τεταγμένων κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς λῃστείας ποινῶν, πᾶσα ἕνωσις δύο ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθεισῶν, ἐπάγει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου μὲν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν, τὴν τῶν ἰσοβίων δὲ δεσμῶν κατὰ τῶν συμμοριτῶν. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς, ἂν πρὸ πάσης λῃστρικῆς πράξεως ἀποστῶσι τῆς ἑνώσεως καὶ συνάμα καταγγείλωσιν αὐτήν· ἂν δὲ δὲν καταγγείλωσιν αὐτὴν, τιμωροῦνται διὰ τῆς ποινῆς τῆς ἀποπείρας τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων. Μὲ θάνατον τιμωρεῖται πᾶς λῃστὴς ἐνόπλως ἀνθιστάμενος. Ἄρθρον 3. Ἡ ὑπὸ ληστῶν χάριν ἐκβιάσεως ἁρπαγὴ τιμωρεῖται μὲ θάνατον. Εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ καταδικάζονται λησταὶ ἀπολύσαντες ἑκουσίως ἄνευ λύτρων τὸν ἁρπαγέντα. Ἄρθρον 4. Ὁ λαβὼν γνῶσιν τοῦ τόπου τῆς διατριβῆς λῃστοῦ ἢ λῃστρικῆς συμμορίας, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὸν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἀξιωματικὸν ἢ ὑπαξιωματικὸν, ἢ εἰς τὴν πλησιεστέραν Στρατιωτικὴν, Διοικητικὴν ἢ Δημοτικὴν ἀρχὴν, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν δύο ἕως ἓξ μηνῶν. Ἄρθρον 5. Ὁ ἐν γνώσει καὶ ἄνευ κινδύνου τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ ἢ τῶν συγγενῶν ζωῆς τροφοδοτῶν λῃστὴν, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν. Μὲ δεσμὰ πρόσκαιρα ὁ νοσοῦντα λῃστὴν νοσηλεύων ἢ θεραπεύων. Ἄρθρ. 6. Ὁ ἀναγγέλλων εἰς λῃστὴν ἢ λῃστρικὴν συμμορίαν τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα τῆς ἀρχῆς τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν. Ἄρθρον 7. Ὁ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου καὶ δικαιολογημένης ἀνάγκης ἐρχόμενος εἰς συνέντευξιν μετὰ λῃστοῦ ἢ λῃστρικῆς συμμορίας, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ. Βʹ.
Ποιναὶ καὶ ἀμοιβαὶ τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας. Ἄρθρον 8. Πᾶς δημότης ἡλικίας 20–50 ἐτῶν ὀφείλει, τῇ προσκλήσει τοῦ δημάρχου, νὰ ὑπηρετῇ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπασματάρχου εἰς περιπολίας πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, τρεῖς ἡμέρας κατ’ ἀνώτατον ὅρον καθ’ ἕκαστον μῆνα καὶ ἐντὸς μόνον τοῦ δήμου, εἰς ὃν ἀνήκει, πλὴν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἡ ἐκτίμησις τῶν ὁποίων ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δημάρχου. Ὁ ἀπειθῶν εἰς τὴν πρόσκλησιν τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον 5–50 δρ. Ἐξαιροῦνται τῆς ὑποχρεώσεως οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 36 τοῦ δημοτικοῦ νόμου μνημονευόμενοι. Ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ὑποχρέων καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῆς σειρᾶς τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἀνήκει εἰς τὸν δήμαρχον. Πᾶσα δὲ κατὰ τοῦτο πραχθησομένη ὑπ’ αὐτοῦ ἀδικία τιμωρεῖται πειθαρχικῶς διὰ προστίμου 25–100 δραχμῶν. Ἄρθρον 9. Διοικητικοὶ, δικαστικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἢ ἄλλοι ὑπάλληλοι δημόσιοι ἢ ὑπηρέται, ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἢ καλούμενοι ἁρμοδίως εἰς ἐνέργειαν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτῆς, καὶ ὀλιγωροῦντες περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν. Ἡ καταδίκη συνεπάγει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν καὶ τὴν πρόσκαιρον ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ τρία ἕως ἓξ ἔτη. Ἡ καταδίκη τῶν στρατιωτικῶν συνεπάγει τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως. Αἱ ποιναὶ αὗται καταγινώσκονται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου καὶ ὅταν ἀκόμη οἱ ἀνωτέρω δημόσιοι λειτουργοὶ ἤθελον τιμωρηθῆ πειθαρχικῶς ὑπὸ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Τὰ περὶ στρατιωτικῶν πειθαρχικῶν ποινῶν νενομοθετημένα διατηροῦνται ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει ἐπὶ τῶν ἐν τῇ § άῃ τοῦ παρόντος ἄρθρου παραβάσεων νὰ ὑποβάλλῃ εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπόκειται νὰ διατάξῃ, ἂν ἐγκρίνῃ, περαιτέρω ἀνάκρισιν ὡς καὶ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ κατηγορουμένου στρατιωτικοῦ. Ἄρθρ. 10. Δήμαρχοι, δημαρχεύοντες πάρεδροι, εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ ἀστυνόμοι, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ὁμολογουμένως ὑποκρύπτονται ἢ διαιτῶνται λῃσταὶ, γινώσκοντες τοῦτο καὶ μὴ λαμβάνοντες μετὰ τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας τὰ πρὸς ἔγκαιρον κατάδειξιν καὶ καταδίωξιν αὐτῶν μέτρα, ἀνάλογα πρὸς τὴν ἰδιότητα ἑκάστου καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων καὶ τὰ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν μέσα, τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν πλημμελειοδικῶν μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον δύο μηνῶν καὶ μὲ προσωρινὴν παῦσιν τριῶν μέχρις ἓξ μηνῶν. Ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς διαληφθέντας ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν γινώσκοντες τοὺς ὑποθάλποντας, ὑποκρύπτοντας ἢ τροφοδοτοῦντας λῃστὰς ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ των, δὲν καταγγέλλουσιν αὐτούς. Ἄρθρ. 11. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ὁ δήμαρχος ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ πρὸς καταδίωξιν πρόσφορα μέτρα κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, εἰδοποιῶν ἀμελητὶ καὶ τὴν πλησιεστέραν στρατιωτικὴν καὶ διοικητικὴν ἀρχήν· ἄλλως ὑπόκειται εἰς τὴν ἐν αὐτῷ ὡρισμένην ποινήν. Ἄρθρ. 12. Διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν κατάδειξιν, τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον ἑκάστου λῃστοῦ, ὁρίζεται διὰ τοῦ περὶ ἐπικηρύξεως διατάγματος χρηματικὴ ἀμοιβή. Ὁσάκις ἡ κατάδειξις ἀποβαίνει ἄνευ ἀποτελέσματος, ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποφαίνηται, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ καταδείκτης δικαιοῦται εἰς ἀμοιβήν. Ἄρθρ. 13. Περὶ τῆς ἀμοιβῆς διὰ τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον συντάσσεται ἐντὸς 15 τὸ πολὺ ἡμερῶν πρωτόκολλον ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ἢ Ἐπάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τοῦ Εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας ἢ τῆς ὑπομοιραρχίας καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἀποσπασματάρχου καὶ τοῦ οἰκείου δημάρχου. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ὑποβάλλεται ἀμέσως εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, ὅπερ ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ἑπομένων εἴκοσιν ἡμερῶν. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης, κατατίθεται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἢ ἐπάρχου εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον τοῦ τόπου καὶ χρησιμεύει ὡς μόνον ἀποδεικτικὸν μέσον τῆς ἐγερθησομένης τυχὸν ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου. Πᾶς δόλος τῶν ἀνωτέρω ὑπαλλήλων τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δεινοτέρα τις τοῦ δικαίου παράβασις. Πᾶς δόλος ἐπίσης χορηγεῖ εἰς τὸν ἀδικηθέντα ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως. Πᾶς ὑπάλληλος ἐκ τῶν ἀνωτέρω, δικαιούμενος εἰς ἀμοιβήν, δὲν συμπράττει εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ διαληφθέντος πρωτοκόλλου».
§12ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 13 εἶναι περιττόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν μείνῃ, νομίζω πῶς εἶναι καθαρώτερον.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς μείνῃ. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. «Ἄρθρ. 14. Τὸ περὶ ἀμοιβῆς τοῦ καταδείκτου πρωτόκολλον συντάσσεται ὡσαύτως ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω δημοσίων λειτουργῶν, ἀλλὰ παραλείπεται ἡ μνεία ἐν αὐτῷ τοῦ ὀνόματος τοῦ καταδείκτου. Τὸ δ’ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς ἐκδίδεται καὶ ἐξοφλεῖται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ νομάρχου ἢ ἐπάρχου καὶ παρ’ αὐτοῦ λαμβάνει ὁ καταδείκτης τὴν ἀμοιβήν, ἐκτὸς ἐὰν οὗτος συγκατατεθῇ εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ ὀνόματός του ἢ προστήσῃ ἕτερον ἀνθ’ ἑαυτοῦ, ὅτε μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ καταδείκτου ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ καὶ ἑπομένως τὸ ἔνταλμα ἐκδίδεται κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Ἄρθρ. 15. Ὁ ἀποκαλύψας τὸν καταδείκτην ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς του ὑπάλληλος τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν. Ἄρθ. 16. Ὁ καταδείκτης συμμορίας λῃστρικῆς ἀποκτᾷ δικαίωμα διορισμοῦ ἐπὶ πενταετίαν ἐθνοφύλακος μὲν μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 30, ἐὰν ἐκ τῆς καταδείξεως προῆλθε φόνος ἢ σύλληψις ἑνὸς τοὐλάχιστον λῃστοῦ· ὁδηγοῦ δὲ μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχμῶν 50, ἐὰν προῆλθε φόνος ἢ σύλληψις πλειοτέρων λῃστῶν ἢ ἑνὸς ἀρχιλῃστοῦ. Ἄρθρ. 17. Ἡ ὡρισμένη ἀμοιβὴ διὰ τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον λῃστοῦ δύναται νὰ δοθῇ καὶ ὅταν ὁ λῃστὴς φονευθῇ ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας καὶ ὑπ’ ἀλλοδαπῶν, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ὁ φόνος λάβῃ χώραν ἐντὸς τῶν παρορίων ἐπαρχιῶν αὐτῆς. Ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῆς ταυτότητος τοῦ ληστοῦ καὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀμοιβῆς κανονίζεται διὰ Β. Διατάγματος. Ἄρθρ. 18. Πολίτης ἢ ἐθνοφύλαξ πληγωθεὶς ἐν συμπλοκῇ μετὰ ληστῶν, λαμβάνει παρὰ τοῦ δημοσίου πρὸς ἴασιν καὶ διὰ τὰς ἡμεραργίας του δραχμὰς 200–500· ἀλλ’ ἐὰν κατασταθῇ διαρκῶς ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν μὲν ᾖ ἔγγαμος, σύνταξιν μηνιαίαν δραχμῶν 50 ἐὰν δ’ ἄγαμος, δραχμὰς 30 ἡ σύνταξις αὕτη μεταβαίνει εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ συνταξιούχου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτ. ὑπαλλήλων νόμου· ἂν δὲ ᾖναι ἄγαμος, ἡ σύνταξις μεταβαίνει εἰς τοὺς γονεῖς· ἐν ἐλλείψει δ’ ἀμφοτέρων τῶν γονέων, εἰς τὰς ἀγάμους ἀδελφὰς καὶ τοὺς ἀνηλίκους ἀδελφούς του. Τὰ περὶ συντάξεως ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἄρθρον 19. Ἡ χήρα πολίτου ἢ ἐθνοφύλακος στρατιώτου ἢ ὑπαξιωματικοῦ φονευθέντος ἐν συμπλοκῇ μετὰ ληστῶν, ἢ ἀποθανόντος ἐκ πληγῆς, ἣν ἐν τοιαύτῃ συμπλοκῇ ὑπέστη, ἐφ’ ὅσον διατελεῖ ἐν τῇ χηρείᾳ αὐτῆς λαμβάνει μηνιαίαν σύνταξιν δραχ. 30· τὰ δὲ τέκνα αὐτοῦ λαμβάνουσι, τὰ μὲν ἄῤῥενα μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος, τὰ δὲ θήλεα μέχρι τοῦ γάμου δραχ. 15 ἕκαστον. Τὰ θήλεα προικίζονται προσέτι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ δραχ. 500 ἕκαστον, πληρωτέων μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου. Ἄρθρον 20. Πᾶς καταδείκτης, ἐὰν συνεπείᾳ τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ καταδείξεως ἔλαβε χώραν καταδίωξις, κατόπιν πάθῃ ὑπὸ τῶν ληστῶν, ἐὰν μὲν ὑποστῇ ἁπλῶς τραῦμα, λαμβάνει λόγῳ ἐξόδων τῆς ἰάσεως δραχ. 100 καὶ ἀποζημίωσιν ἡμεραργίας δραχ. 100 μέχρι 300 ἂν δὲ κατασταθῇ ἀνίκανος διὰ βίου πρὸς ἐργασίαν, λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου σύνταξιν, ἐὰν μὲν ᾖ ἔγγαμος, δραχ. 50 κατὰ μῆνα, ἐὰν δὲ ᾖ ἄγαμος, δραχ. 30, καὶ ἐὰν ἀπολέσῃ τὴν ζωήν, σύνταξις ἐκ δραχ. 20 δίδεται εἰς τὴν χήραν αὐτοῦ. Τὰ θήλεα ὀρφανὰ προικίζονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου μὲ δραχ. 500 ἕκαστον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Ἐκτόπισις ὑπόπτων λῃσταπαδοχῆς καὶ εὐθύνη βλαχοποιμένων. Ἄρθρ. 21. Συγγενεῖς ἀνιόντες, σύζυγος, τέκνα, ἀδελφοί, πενθερὸς καὶ πενθερὰ λῃστοῦ ἐπικεκηρυγμένου ἐκτοπίζονται ἀπὸ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος εἰς τὰς Νήσους ἢ τὴν Πελοπόννησον καὶ τ’ ἀνάπαλιν, ἔνθα δύνανται νὰ ἐκλέξωσι τόπον διαμονῆς. Ἡ νῆσος Εὔβοια θεωρεῖται ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος».
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖνε σημειωμένον, ἄλλως πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐδῶ, εἴπομεν ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαί.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σημειωμένον εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§17ΣΑΡΑΒΑΣ. Καλλίτερα νὰ ἔμβῃ μέσα εἰς τὸν νόμον.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν νόμον, κ. πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν θὰ γείνῃ «Συγγενεῖς ἀνιόντες, σύζυγος, τέκνα, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαί».
§21ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν κ. πρόεδρε. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ γείνῃ μία ἐξήγησις διὰ νὰ προλάβωμεν ἐνδεχομένας ἀμφισβητήσεις κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπιβάλλον τὴν ἐκτόπισιν εἰς τοὺς συγγενεῖς ὡρισμένου τινὸς βαθμοῦ τῶν ἐπικεκηρυγμένων, βέβαια δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοῇ παρὰ τοὺς ἐπικεκηρυγμένους κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νόμου· διότι πᾶς νόμος, καὶ προπάντων ὁ ποινικός, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν, εἰμὴ διὰ τὸ μέλλον. Ἐξ ἄλλου ὅμως δὲν εἶναι ἀτοπώτατον οἱ λησταὶ οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐπεκυρήχθησαν νὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν θέσιν εὐεργετικὴν; Διὰ νὰ προλάβωμεν ἑπομένως τὸ ἀτόπημα τοῦτο, καλὸν εἶναι νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς μέχρι τοῦδε ἐπικηρυχθέντας.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν τί ἐσημειώθη τότε εἰς τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκει) «Ἐνταῦθα ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τινὸς, ὅτι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 λέξις «ἀδελφοὶ» δὲν ἐκφράζει σαφῶς, ἂν εἰς τὸ μέτρον τοῦ ἐκτοπισμοῦ περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀδελφαὶ, ἡ βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ λέξις «ἀδελφοὶ» ὑπονοεῖ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς». Ἀγαπᾶτε νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἀδελφαὶ» εἰς τὸν νόμον;
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλλίτερα νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον διὰ νὰ ᾖναι γνωστόν.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ζητεῖτε ὑμεῖς, κ. Σαράβα;
§27ΣΑΡΑΒΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ βουλὴ διὰ τοῦ ὅρου ἐπικεκηρυγμένου ἐννοεῖ ὄχι μόνον τοὺς ἐπικηρυχθησομένους κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἤδη ἐπικηρυχθέντας.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. «Ἄρθρον 22. Ἡ ἐκτόπισις διατάσσεται ὑπὸ τῆς διοικητικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Τριάκοντα δὲ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκτοπίσεως κοινοποιεῖται ἡ διαταγὴ πρὸς τοὺς ἐκτοπιστέους διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος· παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, πραγματοποιεῖται ἡ ἐκτόπισις ἀνυπερθέτως, πλὴν ἂν ἐκλείψῃ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ λόγος τῆς ἐκτοπίσεως. Ὁ ἐκτοπιστέος δύναται ν’ ἀνακόψῃ τὴν διαταγὴν ταύτην, ἧς ἐν τούτοις δέν ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις, ἐνώπιον παντὸς εἰρηνοδίκου, προτείνων ἐν τῇ ἀνακοπῇ τὸν λόγον αὐτῆς καὶ τὰ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτοῦ μέσα· ὁ εἰρηνοδίκης διευθύνει τὴν ἀνακοπὴν ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν ἐκδοῦσαν τὴν διαταγὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις διαβιβάζει αὐτὴν ἀνυπερθέτως πρὸς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα μετὰ τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν. Ὁ εἰσαγγελεὺς ὀφείλει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς ἀνακοπῆς νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας κλήσεις πρὸς τὸν ἀνακόπτοντα καὶ τοὺς προταθέντας τυχὸν παρ’ αὐτοῦ μάρτυρας, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖ ἀνώτερος τῶν τριῶν, καὶ εἰσάγει τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ παρέλευσιν τῶν νομίμων προθεσμιῶν. Τὸ δικαστήριον ἀποφασίζει ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς μετὰ συζήτησιν καθ’ ἣν εἶναι παραδεκτὸν πᾶν μέσον ἀποδείξεως τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀνακόπτοντος. Ἡ ἀπόφασις εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον ὑπόκειται πλὴν τῆς ἀνακοπῆς. Ἄρθρον 23. Ὁ ἐκτοπισθεὶς ἐπανερχόμενος αὐτογνωμόνως ὅθεν ἐξετοπίσθη, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρις ἓξ μηνῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ, μὲ φυλάκισιν ἀπὸ τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἄρθρον 24. Ἀποθανόντος, φονευθέντος, συλληφθέντος, προσελθόντος ἢ προσφυγόντος τοῦ ληστοῦ εἰς ἄλλο Κράτος, ἐπανέρχονται εἰς τὰ ἴδια, δυνάμει ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, οἱ ἐκτοπισθέντες συγγενεῖς αὐτοῦ. Ἐν ἐλλείψει πραγματικῶν ἀποδείξεων περὶ τοῦ θανάτου ἢ τῆς προσφυγῆς τοῦ ληστοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἡ ἐκτίμησις τῶν περὶ τούτων ἐνδείξεων ἀπόκειται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄρθρον 25. Εἰς τοὺς Βλαχοποιμένας καὶ τοὺς πρὸς αὐτοὺς ἐξομοιουμένους σκηνίτας ἐκ τῶν κτηνοτρόφων, ὡς καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν, πλὴν τῶν ἀνωτέρω, μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συμπεριλαμβανομένου, περὶ ὧν βαρεῖαι περὶ λῃσταποδοχῆς ὑπάρχουσιν ὑπόνοιαι, ἐπιβάλλεται ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐπὶ ἓξ μῆνας μέχρις ἑνὸς ἔτους· ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς ποιμένας καὶ ἀγροφύλακας κοινότητός τινος, ἐὰν εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῆς συμβῇ λῃστεία καὶ ὑπάρχωσι βαρεῖαι κατ’ αὐτῶν ὑπόνοιαι συνεργείας. Ἄρθρον 26. Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν, τῇ καταγγελίᾳ συμβουλίου συγκειμένου ἐκ τοῦ νομάρχου ἢ ἐπάρχου προεδρεύοντος, τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ, τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας, ἢ ὑπομοιραρχίας καὶ τοῦ σχετικοῦ δημάρχου, συντασσομένου ἐπὶ τούτῳ πρωτοκόλλου. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται πλὴν τοῦ τῆς ἀνακοπῆς. Ἀποθανόντος, φονευθέντος, συλληφθέντος, προσελθόντος ἢ προσφυγόντος εἰς ἄλλο Κράτος τοῦ λῃστοῦ, ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον ὑπόνοιαι, αἴρεται κατὰ τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 ὁριζόμενον τρόπον ἡ ἐπιβληθεῖσα ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις καί τοι μὴ παρελθόντος τοῦ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου ὁρισθέντος χρόνου. Παρατείνεται δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων καὶ κατὰ τὸν ἀνωτέρω ὁριζόμενον τρόπον. Ἄρθρον 27. Πᾶσαι αἱ ἐντὸς τοῦ δήμου παραθερίζουσαι ἢ παραχειμάζουσαι ποιμενικαὶ ὁμάδες (τζελιγκάτα) εὐθύνονται ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ποιμνίων καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 3000 δραχμῶν εἰς ἀποζημίωσιν παντὸς ὑπὸ λῃστῶν ζημιωθέντος ὁπωσδήποτε. Ἐπὶ τούτῳ εἰς τὸ τέλος τῆς θερινῆς ἢ χειμερινῆς ἑξαμηνίας πρὶν ἀπέλθωσιν ἀπὸ τῶν θερινῶν εἰς τὰς χειμερινὰς νομὰς καὶ τ’ ἀνάπαλιν, ἑκάστη ὁμὰς προσφέρει ἀξιόχρεων ἐγγυητὴν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου, ὑπόχρεων πρὸς ἀπότισιν τῆς ζημίας καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ εὐεργέτημα τῆς διζήσεως. Εἰς τὴν ἀρνηθεῖσαν ἢ μὴ δυνηθεῖσαν νὰ παράσχῃ ἐγγυητὴν ὁμάδα ἀπαγορεύεται ἡ μετάβασις ἀπὸ τῶν θερινῶν εἰς τὰς χειμερινὰς νομὰς καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως καὶ τὸ ἀξιόχρεων αὐτῆς ἀποφασίζονται ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς. Ὡς ἐγγυητὴς γίνεται δεκτὸς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ποιμενικῆς ὁμάδος (τσέλιγκας). Ἀπαλλάττονται τῆς προκειμένης εὐθύνης αἱ λοιπαὶ ὁμάδες, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι μέλη μιᾶς ἢ πλειόνων ἐκ τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὁμάδων συνήργησαν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐπιζήμιον λῃστρικὴν πρᾶξιν, καὶ ἂν μόνον ἐτροφοδότησαν τοὺς διαπράξαντας αὐτὴν λῃστάς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐθύνεται εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος μόνη ἡ ὁμάς, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ μέλη ταῦτα ἀνήκουσιν. Ἄρθρον 28. Δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν σκηνιτῶν βλαχοποιμένων ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἀποκαταστηθῶσιν ἔν τινι χωρίῳ καὶ κατοικίσωσιν αὐτόθι μονίμως καὶ διαρκῶς τὴν οἰκογένειάν των. Ἄρθρον 29. Ἡ Κυβέρνησις θέλει προνοήσει ὑπὲρ τῆς προσωρινῆς συντηρήσεως τῶν ἐκτοπιζομένων, ὡς καὶ τῶν εἰς ἐπιτήρησιν ἀστυνομικὴν ὑποβαλλομένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ.
Ἐκδίκασις τοῦ ἐγκλήματος τῆς Λῃστείας. Ἄρθρον 30. Τοῦ πλημμελήματος τῆς συνεργείας εἰς λῃστείαν, ὡς καὶ τοῦ κακουργήματος τῆς συνεργείας ἢ συναιτιότητος αὐτοῦ, διατάσσεται ὁ χωρισμὸς τῆς δίκης ἀπὸ τοῦ κυρίου ἐγκλήματος διὰ βουλεύματος. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ πλημμέλημα εἰσάγεται εἰς τὸ ἁρμόδιον πλημμελειοδικεῖον. Ἄρθρ. 31. Ἐὰν ἀπὸ τῶν φυλακῶν ἢ τῶν εἱρκτῶν ἀποδράσῃ λῃστὴς καὶ δὲν ὑπάρχῃ δεινοτέρα τις τοῦ δικαίου παράβασις, τιμωρεῖται πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ φύλαξ καὶ ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀρχιφύλαξ μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν καὶ συγχρόνως ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ δὲ ἀξιωματικὸς, εἰς ὃν ἀνήκει ἡ ἄμεσος διοίκησις ἢ ἐπιτήρησις, τίθεται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως. Ἄρθρ. 32. Ἡ καταγινώσκουσα κεφαλικὴν ποινὴν ἀπόφασις ἐκτελεῖται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας αὐτῆς, ἂν δὲν ἀπονεμηθῇ Β. χάρις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Εἰδικαὶ διατάξεις. Ἄρθρ. 33. Ὁ ἐπικηρυχθεὶς λῃστὴς διατελεῖ εἰς κατάστασιν νομίμου ἀπαγορεύσεως, νόμιμος δὲ κηδεμὼν πρὸς διοίκησιν τῆς περιουσίας του εἶναι ὁ οἰκεῖος δήμαρχος. Ἅπασα ἡ περιουσία τοῦ ἐπικηρυχθέντος λῃστοῦ εἶναι ὑπέγγυος εἴς τε τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ζημιωθέντων καὶ τὰς τοῦ δημοσίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τῆς καταδιώξεως. Ἐκκαθαρίζονται δὲ αὗται προσωρινῶς ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν (ἄρθρ. 921 τῆς Πολιτικῆς δικονομίας), ἡ δὲ περὶ τούτου πρᾶξις αὐτοῦ ἀποτελεῖ τίτλον πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης. Αἱ ἐν ἰσχύϊ περὶ καταδιώξεως τῶν πρὸς τὸ δημόσιον καθυστερούντων διατάξεις ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῆς κατασχέσεως καὶ ἐκποιήσεως τῆς περιουσίας τοῦ ἐπικεκηρυγμένου λῃστοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀνωτέρω ἀπαιτήσεων. (Ἡ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ζημιωθέντων καὶ τοῦ δημοσίου καταδίωξις γίνεται μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως).»
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι παρένθεσις· αὐτὸ τὸ μέρος τὸ ἐψήφισεν ἡ βουλὴ, ἀλλὰ κατὰ παραδρομὴν τοῦ ἀντιγραφέως τῶν πρακτικῶν δὲν ἐνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Δὲν εἶναι λοιπὸν προσθήκη.
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. Λοιπὸν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς νὰ ἀφαιρεθοῦν αἱ παρενθέσεις.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιροῦνται. Ἀναγινώσκονται καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. «Ἄρθρον 34. Λησταὶ οὐχὶ ἐπέκεινα τῶν τριῶν, συλλαβόντες καὶ προσαγαγόντες ἀρχιληστὴν ἢ φονεύσαντες αὐτὸν, ἐὰν προσέλθωσιν ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ φόνου εἰς μίαν τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, δημοσίαν ἢ δημοτικὴν, τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν δι’ ὅλας τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ὧν κατέστησαν ἔνοχοι. Τ’ αὐτὰ κρατοῦσι καὶ περὶ παντὸς λῃστοῦ, ὅστις ἤθελε συλλάβει καὶ προσαγάγει ἢ φονεύσει λῃστὴν ἐπικεκηρυγμένον καὶ προσέλθει ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ φόνου εἰς μίαν τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους. Ἡ προκειμένη διάταξις δὲν ἰσχύει ἐπέκεινα τῶν ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, οὐδ’ ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς μετ’ αὐτὴν ἐπιδοθησομένους εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, ὡς καὶ εἰς τοὺς φονεῖς, οἵτινες μετὰ τὸν φόνον κατέστησαν λῃσταὶ. Διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ ἐξαιρῶνται τῆς διατάξεως ταύτης ἀρχιλησταὶ καὶ λῃσταὶ ἐκ τῶν ἐπικεκηρυγμένων. Ἀκροτελεύτιον ἄρθρον. Ἡ πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας τεταγμένη στρατιωτικὴ δύναμις τοποθετηθήσεται εἰς μονίμους στρατιωτικοὺς σταθμούς. Ὁ ἀριθμὸς, ἡ θέσις καὶ ἡ περιφέρεια τῶν σταθμῶν ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος, αἱ δὲ ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑκάστου αὐτῶν ἔνεδραι καὶ λοιπαὶ στρατιωτικαὶ κινήσεις θέλουν ἐνεργεῖσθαι χωρὶς νὰ εἰσέρχωνται οἱ περιπολοῦντες στρατιῶται ἐν τοῖς χωρίοις. Ἡ πρὸς ἐνέγερσιν τῶν οἰκοδομημάτων τῶν νομίμων σταθμῶν, ἢ ἐπισκευὴν καὶ ἐπέκτασιν ὑπαρχόντων κτιρίων ἀπαιτουμένη δαπάνη καταλογισθήσεται ἐπὶ τοῦ Κεφ. 9, ἄρθρ. 1 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1871. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προβιβάσῃ στρατιωτικοὺς κατ’ ἐκλογὴν ἀποδεδειγμένως ἀριστεύσαντας καὶ φονεύσαντας ἢ συλλαβόντας λῃστὴν ἐπικεκηρυγμένον, ὁσάκις χηρεύει θέσις ἐν τῷ στρατῷ. Αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 22 ὁριζόμεναι περὶ ἐκτοπίσεως διατάξεις ἐφαρμόζονται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως· αἱ δὲ περὶ συντάξεως τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 18, 19 καὶ 20 ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τ. ε. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος Νόμου ὁρίζεται εἰς τέσσαρα ἔτη.»
§34ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ φαίνεται, συζητουμένου τοῦ τελευταίου ἄρθρου, ἐζητήθη, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν φονευθέντων εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἡ σύνταξις νὰ ἀρχίσῃ ἀφ’ ὅτου ἔπαυσεν ἡ ἰσχὺς τοῦ προηγουμένου νόμου· τοῦτο νὰ παρατηρήσητε εἰς τὰ πρακτικὰ ἂν σημειοῦται, ἄλλως νὰ σημειωθῇ.
§35ΣΑΡΑΒΑΣ. Τότε μᾶς ὑπεσχέθη ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον.
§36ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις παρά τινος τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ μᾶς φέρῃ κατάλογον ὅλων τῶν παθόντων καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὸν νόμον δι’ αὐτούς· ἡ ἰσχὺς δὲ τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης τρέχοντος.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα παρατήρησις; (Οὐδεὶς παρουσιάζεται). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν σύμβασιν τοῦ Κυρίου Σταυροπούλου, ἕως ὅτου μᾶς τὴν φέρουν, προβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἐκ Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μέχρι Μεγαλοπόλεως. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Ἀναγινώσκεται ὁ νόμος ὡς ἑξῆς). Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ ἐκ Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μέχρι Μεγαλοπόλεως ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς, διερχομένη διὰ τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν. Τὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ τοῦ Νόμου χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεγαλοπόλεως καὶ Μεσσήνης θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ.»
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Σταυροπούλου. Ἄρθρον μόνον. «Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Κ. Κ. Σταυροπούλου ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα σύμβασις ἐξ ἄρθρων 4 καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχὺν ἐπεκτεινομένης τῆς ἐν τῷ αʹ. ἄρθρῳ προθεσμίας τῶν 2 ἐτῶν εἰς 6». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΡΒʹ. νόμου.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Περὶ τῆς ἐπὶ δεκαετίαν ἔτι παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου 1848 ΡΒʹ. Νόμου. Ἄρθρον μοναδικὸν «Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου 1848 ΡΒʹ. νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς βελτίωσιν τοῦ λιμένος Πειραιῶς, παραταθεῖσα διὰ μεταγενεστέρου τοιούτου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1870, παρατείνεται ἐπὶ ἑτέραν δεκαετίαν.»
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν διὰ βʹ. συζήτησιν. Ἔχομεν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὴν σύμβασιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν (Ἀναγινώσκεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§50ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἐσυνείθισα, κύριοι βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀποβλέπω εἰς τὰς ἐπικρίσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθωσιν κατὰ τοῦ δημοσίου ἀνθρώπου ὑπερασπιζομένου αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ἐσυνείθισα ἀπέναντι τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός μου νὰ ἀψηφῶ καὶ τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς μου, πολὺ περισσότερον τὰς ἐπικροτήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἐπέλθωσι κατ’ ἐμοῦ λαμβάνοντος τὴν τόλμην νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἀρχῆς νομοσχεδίου ὅπερ κατά τινας θὰ πληρώσῃ τὰ δημόσια ταμεῖα χρυσοῦ. Ὁμιλοῦντα κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν πρέπει νὰ μὲ ἐξηγήσητε ὅτι ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν χρεῶν τοῦ πολίτου, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ὁμιλοῦντα κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν πρέπει νὰ μὲ ἐκλάβετε, ὅτι θέλω νὰ διαρπάζηται ὁ δημόσιος πλοῦτος ἀπὸ τὸν μὲν ἢ τὸν δὲ, ἢ ἀπὸ τὸν κακῆς πίστεως ὀφειλέτην· ἁπλῶς προτίθεμαι νὰ ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τὸ ἄσυλον τοῦ ἀτόμου, νὰ σώσω δὲ τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ πολιτικοῦ δικαίου, τὰς ὁποίας ὅλαι αἱ κοινωνίαι, ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἐσεβάσθησαν, καὶ ἔρχεται ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ τὰς διαῤῥήξῃ, νὰ τὰς καταστρέψῃ, νὰ τὰς τσολοπατήσῃ καὶ δικαιοῦται τις νὰ εἴπῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πάρα πολὺ ζωηρὰν ἐπιθυμίαν ἔχομεν περὶ τὸ νομοθετεῖν καὶ καινοτομεῖν τοὺς ὑπάρχοντας νόμους· μᾶς κατέλαβε, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον νομοθετική τις μέθη. Σήμερον ἐψηφίσατε τὸ σύνολον νομοσχεδίου δρακοντείου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλατε εἰς πολλὰς τάξεις ἀνθρώπων πολυειδεῖς ποινὰς, τὴν ἐκτόπισιν, τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν, καὶ ἐνῷ τοσαύτας αὐστηρὰς καὶ δρακοντείας διατάξεις καθιερώσατε, σᾶς ἐζητήθη καὶ τί; νὰ καθιερώσητε καὶ μίαν διάταξιν ὑπὲρ τοῦ ἀθώου λαοῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐργάζεται καὶ συντηρεῖ τὸ πᾶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του καὶ δίδει χρήματα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τί σᾶς ἐζητήθη; ἐκεῖνοι οἵτινες ἔρχονται μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας ἐν σώματι καὶ καταλύουν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ καὶ παραβιάζουν τὸ ἄσυλόν του, τὸν κακοποιοῦν καὶ ἐνίοτε τὸν φονεύουν νὰ δικάζωνται μὲ αὐτὸν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια καὶ νὰ τιμωροῦνται μὲ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας· τὸ τοιοῦτον τὸ ἠρνήθητε καὶ οἱ ψηφίσαντες εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν καὶ καθιερώσαντες ὅλως αὐστηρὰς καὶ δρακοντείους διατάξεις καὶ κατὰ τῆς ἐλαχίστης ὑπονοίας. Ἐψηφίσατε ἕτερον νόμον διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωρήσατε τὰς φυτείας καὶ τὰς γαίας εἰς τοὺς κατόχους ἐπὶ ἀντιτίμῳ, ἔχετε δὲ καὶ ἐκεῖ αὐστηρὰς διατάξεις κατὰ τοῦ καθυστεροῦντος καὶ δυστροποῦντος καὶ ἐκεῖ ἐπροτάθη νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἓν τρίτον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς σύστασιν γεωργικῆς τραπέζης, ὅπως ὁ πτωχός, ὁ πένης γεωργός, ὁ γυμνός, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ εὕρῃ δάνειον νὰ ἀποτίσῃ τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη του, δανειζόμενος μὲ ὀλιγώτερον τόκον καὶ μὲ περισσοτέραν εὐκολίαν, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἀπεῤῥίψατε· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν νομοθετεῖ ἡ βουλὴ, ἐμφορουμένη ἀπὸ πνεῦμα πρακτικὸν καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀληθῆ εὐημερίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ὑπείκει εἰς τὴν γνώμην ὀλίγων. Ἔρχεται σήμερον ἕτερος νόμος ἀποβλέπων ὅλας τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, καὶ ἠξεύρετε ποίου λαοῦ; ἐκείνου τοῦ ὁποίου οἱ φόροι τοὺς ὁποίους πληρόνει δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ ἀριθμηθῶσιν· ἐὰν ἀρχίσητε νὰ ἀπαριθμήσητε τοὺς φόρους τούτους θὰ ὑπερβῶσι, δεκάδα, δύω δεκάδας, διότι οὐδεὶς (ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἠμπορῶ ἤδη συλλογιζόμενος νὰ ἀπαριθμήσω τοὺς πληρονομένους φόρους οὐδὲ συλλογίζομαι εἰς πόσους φόρους ὑπόκειται ἡ γεωργικὴ τάξις).
§51Π. ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν ἀφορᾷ ὁ νόμος αὐτὸς αὐτὴν τὴν τάξιν, ἀφορᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουν.
§52ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ Κύριος Καΐρης, ἂν ἤθελε νὰ μὲ ἀκροασθῇ καὶ εἶχε τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὁ κίνδυνος ὁ μέγας εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην ἐπείκειται. Ἐν ὅλῳ ὁ νόμος οὗτος ἀνατρέπει τὸ πλεῖστον τῆς νομοθεσίας, μόνον οἱ κάτοχοι χρηματικῶν κεφαλαίων θὰ εὐχαριστηθοῦν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, διότι οὗτοι μόνον θὰ δύνανται νὰ τοκίζουν τὰ χρήματά των μὲ ὑπερόγκους τόκους· μόνον οἱ τοκογλύφοι, οἱ δυνάμενοι νὰ προκαταβάλλουν χρήματα, θὰ γίνουν ἐργολάβοι κατὰ τὸν νόμον, οὐδεὶς ἕτερος. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς ἦλθε νὰ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὴν νομοθεσίαν ὁλόκληρον, νὰ παραδώσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν διάθεσιν ἑνὸς ἐργολάβου, καὶ λέγων ἐργολάβου ἐννοῶ ὅτι οὗτος θὰ ᾖναι ὡς ἀνωτέρω εἶπον τοκογλύφος· γνωρίζετε δὲ τὰς διαθέσεις καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν τοιούτων. Ὅταν ἦλθεν ὁ νόμος ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ τὸν μελετήσωμεν, καὶ τοῦτο δὲν μᾶς ἐπετράπη, γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ βουλὴ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δι’ ἀποφάσεώς της διέταξε νὰ τὸν ἐπεξεργασθῶσι δύω ἐπιτροπαὶ ἡ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἡ τῆς δικαιοσύνης· ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης διὰ τοῦ προέδρου της σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν τῆς μένει καιρὸς, ὅπως ἐργασθῇ εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ, πρὶν ἢ περαιώσῃ τὰς ὑπ’ ὄψιν της ὑπαρχούσας ἐργασίας· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ μόνη εἰς τὴν προεξεργασίαν· ἦλθε δὲ ἡ βουλὴ καὶ δι’ ἀποφάσεώς της κατόπιν διέταξε τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἄνευ προεξετάσεως, ἄνευ προμελέτης, καὶ πιστεύω, κ. Βουλευταὶ, ὅτι οὐδεὶς ἢ πολλὰ ὀλίγοι ἐπροφθάσατε νὰ μελετήσητε τὸν νόμον αὐτόν· ἀφοῦ δὲ οὕτως ἔχει, πῶς ἔρχονται καὶ ζητοῦν τὴν ψῆφόν μας σήμερον, ὅτε μᾶς λέγουν ὅτι εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις; ἐνῶ κατόπιν, τουτέστιν εἰς τὸ σύνολον, οὐδεμία διόρθωσις ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν κανονισμὸν, καὶ ἂν ψηφισθῶσιν διατάξεις ἀντιστρατευόμεναι καὶ κατὰ τῶν κοινοτέρων ἀρχῶν τοῦ δικαίου τοῦ συνήθους καὶ τῶν ἐθίμων μας δὲν δύνασθε νὰ τὰς τροποποιήσητε, ἀλλ’ ἢ θὰ τὸ ἀποῤῥίψητε ἢ θὰ τὸ παραδεχθῆτε, ὡς ἔχει, καὶ νομίζετε ὅτι δὲν δικαιούμεθα μετὰ περισσοτέρας ἀγανακτήσεως νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ πολεμήσωμεν ἐν ἀρχῇ καὶ καθ’ ὅλου; Ὀλίγα ἄρθρα θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ θὰ ἐννοήσητε ἂν δὲν ἔχω δίκαιον νὰ ὁμιλῶ ὡς ὡμίλησα. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὅλαι αἱ νομοθεσίαι καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ καθεστῶσα κανονίζει τὴν ἀπαίτησιν τοῦ χρέους καὶ ἀπαιτεῖ αὐτὴν ἀφοῦ προηγουμένως εἰδοποιήσῃ τις τὸν ὀφειλέτην, ἐδῶ θὰ ἴδητε πῶς γίνεται ἡ κοινοποίησις εἰς τὸν ὀφειλέτην. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁμιλῶν περὶ ὀφειλετῶν πάντοτε ἐνόησα καὶ πάντοτε ἐννοῶ τοὺς ὀφειλέτας τῆς καλῆς πίστεως, τοὺς ὀφειλέτας τῆς κακῆς πίστεως δύνασθε νὰ ἐξαναγκάσητε δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἀλλ’ ὅταν φέρετε νομοθέτημα καὶ θέτετε εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τῆς τελευταίας κακοηθείας ὅλους τοὺς ὀφειλέτας διὰ τῶν αὐστηροτέρων διατάξεων μὲ τοῦτο τί ἀποδεικνύετε; ὅτι εἰς τὴν κοινωνίαν μας οὐδὲν αἴσθημα καθήκοντος ὑπάρχει, οὐδὲν αἴσθημα φιλοτιμίας, παντοῦ τὸ δέλεαρ τοῦ φόβου ἢ τοῦ συμφέροντος ὄζει ἐν τοῖς νομοθετήμασιν ἡμῶν καὶ δὲν θὰ ἦναι τίς μακρὰν τῆς ἀληθείας ἂν εἴπῃ ὅτι ἡ Νομοθετικὴ καὶ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία συντελεῖ εἰς τὴν ἐξαχρείωσιν καὶ διαφθορὰν τοῦ λαοῦ· καὶ νομίζετε μὲ τοῦτο ὅτι θέλετε κάμει τίποτε; ὄχι, ὀφείλετε νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ ὀφειλετῶν κακῆς πίστεως καὶ ὀφειλετῶν καλῆς. Ἐδῶ πάντες οἱ ὀφειλέται εἰς ἴσην μοῖραν τίθενται. Λοιπὸν περὶ τῆς ἐπιδόσεως ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τοῦ «ὀφειλέτου ἀπουσιάζοντος ἐκ τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς του, ἔχοντος δὲ ἐν αὐτῇ πληρεξούσιον, ἡ πρόσκλησις δύναται νὰ ἐπιδοθῇ, εἰς τοῦτον. Ἀγνώστου δὲ οὔσης τῆς διαμονῆς τοῦ ὀφειλέτου, ἡ ἐπίδοσις γίνεται εἰς τὸν δήμαρχον τῆς τελευταίας κατοικίας αὐτοῦ»· καὶ ὑποθέσατε, κύριοι, ἕνα ὀφειλέτην, ὅστις εὑρίσκεται εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἢ ἀλλοῦ μακρύτερον καὶ ἔχει πληρεξούσιον διὰ τὰς ὑποθέσεις του, ἐξασφαλίζονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ συμφέροντα αὐτοῦ; καὶ νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη ἐγγύησις κοινοποιουμένης τῆς προσκλήσεως διὰ τοῦ δημαρχικοῦ κλητῆρος προσυπογράφοντος καὶ ἑνὸς μάρτυρος ὅστις ἐνδεχόμενον νὰ ἔρχηται ἀπὸ μακρυνὸν μέρος;
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δέκα ἓξ ἐτῶν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ Νόμος.
§54ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ δικαστήρια. Σεῖς δὲ ἀρνεῖσθε αὐτὴν, ὁ νόμος αὐτὸς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἔχει δρακοντείους διατάξεις. Δὲν μὲ ἀπαντᾷς, κύριε ὑπουργέ.....
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω· καὶ δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν δὲν ἐμελετήσατε καλῶς τοὺς νόμους αὐτούς.
§56ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐμελέτησα καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μελετήσω ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν τὴν ὁποίαν καὶ διὰ τοῦ Νόμου ἀνατρέπετε, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἀκινδύνως δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι, ὅτι ἔχω τὴν σοφίαν τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἄνευ μελέτης ἐπανειλημμένης δὲν δύναμαι νὰ κατορθώσω ὥστε νὰ μάθω καὶ συναρμολογήσω τὰς διατάξεις τῶν διαφόρων νόμων μας μὲ τὸν προκείμενον· διότι δὲν ἔχω ἔκτακτον εὐφυΐαν, ὅπως ἄλλοι, εἴμεθα καί τινες ὀλίγον δύσνοες καὶ διὰ τοῦτο ὁ κανονισμὸς προέβλεψε νὰ ὑπάρχουν ἐπιτροπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἀποστέλλονται τὰ νομοσχέδια, συζητοῦνται, μελετῶνται καὶ φέρουσιν μίαν γνώμην αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ κατόπιν ἡμεῖς πάλιν τὰ συζητοῦμεν, τὰ μελετῶμεν καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν μίαν ἰδέαν καὶ μίαν πεποίθησιν. Ἄλλη διάταξις «ἐὰν ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἐπιβάλῃ πρόστιμον ἢ χρηματικὴν ποινὴν δύναται ὁ κατάδικος νὰ συλληφθῇ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ ν’ ἀπαχθῇ εἰς προσωπικὴν κράτησιν πρὸς πληρωμὴν τῆς ποινῆς καὶ τῶν ἐξόδων». Καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ὑπόκηται εἰς ἔφεσιν, ἐπειδὴ δὲν ἀναστέλλεται ἡ καταδίωξις ἀναγκάζεται ὁ πολίτης νὰ πληρώσῃ αὐτὸς, καὶ ἂν ἀθωωθῇ καὶ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του ὀπίσω, ἀδίκως ἐπλήρωσε, πότε θὰ τὰ λάβῃ; μετὰ πέντε, μετὰ δέκα ἔτη ἢ μετὰ ἕνα αἰῶνα. Λοιπὸν καὶ ἐδῶ σφάλλω, κύριε ὑπουργέ; Νομίζω, ὅτι δὲν σφάλλω. Κύριοι· κατεδικάσθην εἰς πρόστιμον 100 δραχμῶν, ἡ ἀπόφασις αὕτη ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν, ἐγὼ ὅμως ἅμα ἀπαγγελθῇ ἡ ἀπόφασις, ὀφείλω νὰ τὰς δώσω, καὶ ὕστερον ἂς τρέχω εἰς τὰ δικαστήρια· ὑποθέσατε, ὅτι τὸ ἀνώτερον δικαστήριον μὲ ἐδικαίωσε, ἠμπορεῖ ὁ ταμίας νὰ μὲ δώσῃ ὀπίσω τὰς 100 δραχ. ἀμέσως; δὲν ἠμπορεῖ· ἑτέρα διάταξις «ἡ χρῆσις τῶν καταναγκαστικῶν μέσων ἐναπόκειται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τοῦ καταδιώκοντος ταμίου ἢ εἰσπράκτορος δυναμένου νὰ ἐφαρμόσῃ εἴτε ὅλα ὁμοῦ, εἴτε ἓν ἕκαστον τούτων, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ»· συμφορὰ καὶ λαχτάρα ὅπου θέλει εὕρει τὸν ὀφειλέτην τὸν ἀδύνατον καὶ τὰ βῴδιά του καὶ τὸ σπῆτί του καὶ ὅ,τι εὕρουν ἠμποροῦν νὰ τὸ πωλήσουν καὶ αὐτὸν νὰ φυλακίσουν, δὲν τοὺς ἀρκεῖ ἓν μέσον νὰ ἐφαρμόσουν ἔστω καὶ δι’ ἐλάχιστα ὀφειλόμενα ποσά. Εἰς τὸν ταμίαν καὶ εἰς τὸν εἰσπράκτορα ἀφίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν μέσων τῆς καταδιώξεως εἴτε κατάσχεσιν, εἴτε προσωπικὴν κράτησιν, εἴτε ὅλα ὁμοῦ νὰ μεταχειρισθῇ «ἡ κατάσχεσις τῶν κινητῶν ἐνεργεῖται κατὰ παραγγελίαν τοῦ ταμίου παρὰ τῶν εἰσπρακτόρων, τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπηρετῶν ἢ παρ’ εἰδικῶν κατασχετῶν, διοριζομένων παρὰ τοῦ ταμίου, καὶ ὁρκιζομένων ἐνώπιον αὐτοῦ». Ἀφοῦ ἀναθέτῃ τὴν κατάσχεσιν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμίου δὲν σοῦ ἐπιτρέπει καὶ ἀνακοπὴν καὶ προσφυγὴν εἰς τὰ δικαστήρια· ἰδοὺ τί λέγει «ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ τῆς κατασχέσεως κινητῶν δὲν εἶναι δεκτὴ ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, εἰμὴ μόνον, ἐὰν ὁ ἀνακόπτων ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ χρέος», καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τὸ χρέος, «ἀλλὰ καὶ τότε δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ διατάξωσι τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως». Τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται ν’ ἀναστείλωσι τὴν ἐκτέλεσιν διὰ χρέος μὴ ὑπάρχον, τουτέστι δὲν δύνανται νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐκποίησιν τοῦ βοὸς, τοῦ ἵππου, κλπ. καὶ ἐὰν δικαιωθῇ ὁ καθ’ οὗ ἐπισπεύδεται ὁ πλειστηριασμὸς ἀπὸ ποῖον θὰ ἀποζημιωθῇ; ἑτέρα διάταξις.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, ἐκτὸς δὲ τούτου ἠμποροῦν νὰ διορθωθοῦν, ἂν ὑπάρχουν τρωτὰ μέρη.
§58ΔΑΓΡΕΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ ἔκτακτος, διότι ἔκτακτον εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἥτις νὰ συναρμολογήσῃ τὰς διαφόρους αὐτοῦ διατάξεις, νὰ συζητήσῃ αὐτό, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τηλεγραφικῶς, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἀντικείμενον, αὐτό, ὅπως εἶπον τινὲς τῶν βουλευτῶν, διότι δυστυχῶς ἀρχίζομεν νὰ συζητῶμεν οὕτω. Ἀφίνω δὲ ὅτι διὰ διαφόρων ἄρθρων μᾶς παραπέμπετε εἰς διάφορα ἄρθρα τῆς Πολ. Δικονομίας τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ οἱ νομομαθεῖς πρέπει νὰ τὰ μελετήσωσι καὶ νὰ τὰ συμβιβάσωσι μὲ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου τὰς προγενεστέρας. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ σπουδαιότερον καὶ τὸ τιμαλφέστερον τοῦ πολίτου δικαίωμα, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν· νομίζω ὅτι εἶναι παράδοξος ἡ διάταξις αὕτη· τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, κύριοι, καὶ αὐτὴ ἡ Βαυαροκρατεία, ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία ἐκείνη, ἡ νομίζουσα ὅτι ὡς κατακτήτρια δικαιοῦται νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1837, ὅταν δὲν ὑπῆρχε σύνταγμα (καὶ ὅτε τὸ ἔθνος ἡμῶν διανοητικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐλευθεριῶν διετέλει εἰς νηπιώδη κατάστασιν) διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθιεροῦται τὸ ἀπαραβίαστον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας τοῦ πολίτου, καὶ αὐτή, λέγω, τὸ ἔθεσεν ὡς τὸ τελευταῖον μέσον τῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὴν ἔκφρασίν του εἶναι εὐγενέστερος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν· δὲν λέγει ἐκεῖνος «ἀπάγεται» ὁ ὀφειλέτης ὡς λῃστής, ἐνῷ ὁ σημερινὸς λέγει «ἀπάγεται»· αὐτὸς ἔδιδε ἄρτον εἰς τὸν κρατούμενον, ὁ σημερινὸς δὲν δίδει· καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἷς ὀφειλέτης ὅστις εἶναι καλῆς πίστεως δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ καὶ τοῦ ἀφῃρέθη ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ψοφήσῃ τῆς πείνης, διότι ἔχει ἓν ἢ δύο στρέμματα γῆς; «ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐνεργεῖται δι’ ἐντάλματος, ἐκδιδομένου παρὰ τοῦ ταμίου». Σᾶς εἶπον τί θέλει κάμει πρῶτον ὁ ταμίας διὰ τὴν εἰδοποίησιν· δι’ ἕκαστον ὀφειλέτην ἐκδίδεται ἔνταλμα, περιέχον τὸ ὄνομα καὶ τὴν κατοικίαν αὐτοῦ καὶ τὴν αἰτίαν, τὸ ποσὸν καὶ τὴν λῆξιν τοῦ χρέους του. Ὁ ταμίας ἐκτελεῖ τὰ ἐντάλματα διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, τῶν εἰδικῶν κατασχετῶν, τῶν τελωνοφυλάκων καὶ τῶν δασοφυλάκων «οἱ ὀφειλέται συλλαμβανόμενοι ἀπάγονται εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς καὶ παραδίδονται εἰς τὸν ἐπιστάτην ἐπὶ ἀποδείξει». Καταλαμβάνετε, κύριοι; τὴν τάξιν τὴν φορολογικὴν, ὑμᾶς αὐτοὺς, κύριοι, τὴν γεωργικὴν τάξιν τὴν ἐξωμοιώταμεν μὲ τοὺς λῃστάς· σᾶς ἀπάγουσι, σᾶς ῥίπτουσιν, ὅπως καὶ τὸν λῃστὴν εἰς τὰς φυλακάς, ἐὰν ἔχετε τὴν ἀτυχίαν νὰ πέσητε εἰς τὴν δυσμένειαν τοῦ ταμία ἢ εἰσπράκτορος μᾶλλον, καὶ περὶ μὲν τῶν λῃστῶν λαμβάνουν πρόνοιαν καὶ τοὺς δίδουν τροφὴν, περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνουν, οὗτοι θεωροῦνται ἀνάξιοι τροφῆς καὶ περιποιήσεως· καὶ εἰς τὸ λεκτικόν των αὐτὸ ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθῶσι τὰς σκληροτέρας ἐκφράσεις καὶ θέλω σᾶς ἀναπτύξει τί ἐστὶ χρέη παρελθόντα, παρόντα καὶ μέλλοντα. Ἀφ’ οὗ τοσαύτην πρόνοιαν ἐλάβατε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀνεπτύξατε Μετερνίχειον πνεῦμα, διότι ὅπως ὁ Μέτερνιχ συνέλεξε, ὡς ἡ μέλισσα, πάντα ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς ἱερᾶς αὐτοῦ συμμαχίας, κατ’ ἐμὲ ὅμως ἐπαράτου, οὕτω καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς ἔφερε τὸν νόμον τῶν ἐθνοϊδιοκτήτων κτημάτων, τὸ περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν πάντοτε φυλάξας εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὰ ὄργανά του πᾶν δικαίωμα, χωρὶς νὰ δώσῃ οὐδὲν εἰς τὸν κάτοχον, καὶ σήμερον μεριμνᾷ διὰ νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους τοῦ δημοσίου, διὰ τῶν ἀπηνεστέρων μέσων, χωρὶς καθόλου νὰ σκεφθῇ διὰ τὸ ἄτομον. Τί λέγει; Ἐσὺ ὅ,τι μοὶ χρεωστεῖς πρέπει νὰ μοὶ τὸ δώσῃς, καὶ ἂν δὲν μοὶ τὸ δώσῃς, ἐκποιῶ τὴν περιουσίαν σου καὶ σὲ ἀπάγω εἰς τὰς φυλακάς. Καὶ ἂν τὸ δημόσιον χρεωστῇ εἰς ἐμὲ οὗτινος ἡ περιουσία ἐκποιεῖται, ἢ προσωπικὴ ἐλευθερία ἀφαιρεῖται, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὸν συμψηφισμόν· τί λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, «πλὴν ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, οὐδεὶς τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου δύναται νὰ ἀντιτάξῃ συμψηφισμὸν ἀπαιτήσεως αὑτοῦ ἀπέναντι χρέους πρὸς τὸ δημόσιον» καὶ ἐὰν αἱ ἀπαιτήσεις ἦναι ἀναμφισβήτητοι δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, δόσατέ μοι τὰς 100 δραχμὰς νὰ σᾶς δώσω τὰς 50, ὄχι, διότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ διότι δὲν δύναται ν’ ἀνασταλῇ δικαστικῶς ἡ ἐκτέλεσις τῆς καταδιώξεως. Προσθέτει καὶ ἄλλο διὰ τὰ δικαστήρια. «Τὰ τακτικὰ δικαστήρια εἰσὶν ἀναρμόδια νὰ ἐπέμβωσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ ἐκτελεστικῆς τινος πράξεως ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐνεργηθείσης πρὸς εἴσπραξιν καθαρῶν ἤτοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους βεβαιουμένων δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου. Τὰ δικαστήρια τότε μόνον δύνανται νὰ ἀκυρώσωσι τὴν διοικητικὴν ἐκτέλεσιν, ὅταν κατ’ αὐτὴν παραληφθῇ ἐντελῶς πρᾶξίς τις ἐκτελέσεως, ἥτις κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ». Καὶ ὅταν, ἐπαναλαμβάνω κ. ὑπουργὲ, ἔχω μίαν ἀπόφασιν, ἢ τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει ἀμφισβήτησιν, δὲν δύναται νὰ συμψηφισθῇ αὐτὴ μὲ τὰ χρέη ἢ τοὐλάχιστον νὰ καταφύγω εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἀπαιτήσω τὸν συμψηφισμὸν καὶ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, ποῦ νὰ καταφύγω, ἐνῷ ἔχω νὰ λαμβάνω ἢ ἀδίκως καταδιώκομαι, εἰς τὰ ὄρη, εἰς τὰ σπήλαια, εἰς τὰ δάση καὶ τοὺς δρυμῶνας; Ἀκούσατε, κύριοι βουλευταί, καὶ μίαν ἄλλην πρωτότυπον καὶ πρωτοφανῆ καὶ πρὸς δόξαν τῆς ἐν ᾗ ψηφίζομεν ἐποχῆς διάταξιν.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετερνίχιον.
§60ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι Ἀβυσσύνιος, δὲν εἶναι Μετερνίχειος αὐτή. Διότι δὲν γνωρίζω νὰ τιμωροῦνται τὰ τέκνα εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ πατρός.
§61ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα.
§62ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ μέτρον αὐτὸ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, ὅταν τὰ ἄλλα δὲν ἐπαρκοῦν, εἶναι ποινὴ, δὲν εἶναι μέσον πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Λοιπὸν τὸ μέσον αὐτὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τὸ ὁποῖον ἴσως εἰς ἄλλα ἔθνη δὲν τὸ μεταχειρίζονται, διότι δὲν ἠξεύρω καλῶς, ἐν Ἑλλάδι ὄχι μόνον τὸ ἐφαρμόζουν κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν τέκνων αὐτοῦ.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν τῇ πατρίδι τοῦ Μετερνὶχ κατηργήθη ἡ προσωπικὴ κράτησις.
§64ΔΑΓΡΕΣ. «Ὅσα ὁ παρὼν νόμος διαλαμβάνει περὶ τῶν ὀφειλετῶν ἐφαρμόζονται πρῶτον, κατὰ τῶν ἐγγυητῶν, καὶ δεύτερον, κατὰ τῶν κληρονόμων τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν, ἐκτὸς ἂν οἱ κληρονόμοι ᾖναι ἐξ ἀπογραφῆς». Λοιπὸν τὰ τέκνα ὑμῶν, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχητε χρέος, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχωσιν ἴσως οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας τοῦ πολίτου, τὴν αὐτὴν στιγμὴν δύναται νὰ ἀπαχθῶσι κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νόμου καὶ ῥιφθῶσιν εἰς τὰς φυλακάς· ἐὰν, κύριοι, ὀλίγον σεβασμὸν εἶχον πρὸς τὸ κοινότερον δίκαιον, ἤθελον σταματήσει ἕως ἐδῶ. Ἀλλ’ ἀκόμη, κ. βουλευταί, θὰ σᾶς δείξω καὶ ἄλλα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐπίσης θέλουν ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησίν σας· παραιτῶ ὅμως αὐτὰ, καὶ ἔρχομαι εἰς ἓν τελευταῖον, διότι ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα. Ἀφίνω ὅτι, σᾶς παραπέμπει εἰς διαφόρους διατάξεις ταῦ ποινικοῦ καὶ πολιτικοῦ νόμου, τοῦ νόμου τοῦ 1837, τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τῆς τραπέζης οἱ ὁποῖοι χρήζουν καιρὸν νὰ μελετηθοῦν. Ἔρχομαι εἰς ἓν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως δι’ ὅλου νέον διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, τὴν δι’ ἐργολαβίας, ὅπως τὴν ὀνομάζει, διὰ τραπεζιτῶν εἴσπραξιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τραπέζας δὲν ἔχομεν, ἂς τὴν ὀνομάσωμεν τοκογλυφικὴν, διότι οἱ τοκογλύφοι θὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον αὐτό· εἴδατε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν ταμίαν καὶ τὸν εἰσπράκτορα δίδει ὁ νόμος αὐτὸς ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ὁ ὑπουργὸς νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν καταναγκαστικῶν μέσων, ἐπιτρέπει δὲ μόνον εἰς τὸν ταμίαν νὰ διατάττῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἄνευ τῆς ἐντολῆς τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Νομίζετε ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον, ὅταν εἰς ἕνα ταμίαν, 4ης τάξεως, ὅστις ἤδη γνωρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ ἐλατήρια τοῦ λαοῦ τὰ ὁποῖα ἐπενεργοῦν καὶ δύνανται νὰ ἐπενεργήσουν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, εἰς αὐτὸν τὸν ταμίαν δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ διατάττῃ καὶ ἐκτελῇ τὴν ἀπόφασιν; καὶ τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι τὴν ἐκτελεῖ διὰ δασοφυλάκων, εἰσπρακτόρων, χωροφυλάκων κλπ. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἕως ἐδῶ ἐστάθη τὸ κακόν; θὰ ἴδητε ὅτι τοὺς ἐργολάβους τοὺς ἔθεσε ὑπεράνω τοῦ ταμίου, καὶ τὸν ταμίαν ὑπεράνω τοῦ νόμου, διότι τὸν κατέστησε κύριον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, τοῦ πολυτιμοτέρου πράγματος τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς τὸν ταμίαν ἔδωσε τὸ δικαίωμα κατασχέσεως κλπ. σᾶς ἀναγινώσκω τὰ ἄρθρα «ἄρθρον 16ον. Ἐάν τὸ χρέος ᾖναι ἀνώτερον τῶν δραχμῶν 100 τὰ πρακτικὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑποβάλλονται παραχρῆμα παρὰ τοῦ ἐνεργήσαντος αὐτὸν εἰς τὸν ταμίαν, ὅστις ὑποχρεοῦται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τό ἀποτέλεσμα, ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ· ἄλλως θεωρεῖται ὁ πλειστηριασμὸς ὡς μὴ ἐγκριθείς. Ὁ πλειστηριασμὸς ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐὰν ὁ ὀφειλέτης τὸ ζητήσῃ ἐντός τῆς αὐτῆς τριημέρου προθεσμίας» ἀλλὰ θὰ ἴδητε ὅτι τὸ καταστρέφετε αὐτό. «Ἄρθρον 17ον πρὸς ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ ἐκδίδεται παρὰ τοῦ ταμίου διακήρυξις, ἥτις κοινοποιεῖται εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ δημοσιεύεται κατὰ τὸ ἄρθρον 13 ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δήμου, ἔνθα ἐγένετο ὁ πρῶτος πλειστηριασμός. Ὁ νέος πλειστηριασμὸς ἐνεργεῖται ἔνθα καὶ ὁ πρῶτος. Δύναται ὅμως τῇ ἐγκρίσει τοῦ ταμίου, ἢ τῇ αἰτήσει τοῦ ὀφειλέτου νὰ ἐνεργηθῇ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ὅπου δύνανται, ἐὰν κριθῇ συμφερώτερον νὰ μεταφερθῶσι καὶ τὰ ὑπὸ κατάσχεσιν ἀντικείμενα. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας τὸν ἐπαναληπτικὸν πλειστηριασμὸν ἐνεργεῖ ὁ συμβολαιογράφος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ταμίου. Ἄρθρον 18 ὁ ταμίας ἐγκρίνει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πλειστηριασμοῦ τούτου, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῶν πρακτικῶν. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκηται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατὰ τὴν κρίσιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ τοῦ ταμία, ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν χιλίων δραχμῶν, αἱ ἀρχαὶ αὗται δύνανται ν’ ἀναβάλλωσι τὴν ἐκποίησιν». Ἠκούσατε, κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γείνω καταληπτός, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀξία τῶν κατασχεθέντων ᾖναι περισσότερον τῶν 1000 δραχμῶν, ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία, νὰ μετατεθῇ ὁ τόπος τῆς ἐκποιήσεως καὶ ὁ ταμίας εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὸ κάμῃ· ἀλλὰ περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τῶν οἰκείων ἀρχῶν, ἔχουν ἀξίαν πλέον τῶν 1000 δραχμῶν, αἱ ἀρχαὶ δύνανται ν’ ἀναβάλουν τὴν ἐκποίησιν. Εἶναι σωστόν, κ. ὑπουργέ; Σᾶς ἐρωτῶ περισσοτέραν πεποίθησιν ἔχετε εἰς τὸν ταμίαν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐργολάβου;
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ εἴπω τοὺς λόγους. Μοῦ κακοφαίνεται ὅμως ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, ἐνδεχόμενον νὰ πλανῶμαι εἴς τινα μέρη, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν, ἅμα μὲ πείσητε.
§66ΔΑΓΡΕΣ. Τώρα δὲν θὰ δεχθῆτε τροπολογίας;
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δεχθῶ, ἅμα μὲ πείσητε ὅτι ἔχετε δίκαιον· ἐξ ὅσων ὅμως εἴπατε ἕως τώρα δὲν μὲ ἐπείσατε, δὲν ἐνόησα τίποτε (ἱλαρότης).
§68ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, δὲν ἐνδιατρίβω εἰς τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐργολαβίας εἰσπράξεως διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ καὶ σᾶς κουράζω. Τὰ ἄρθρα 16 ἕως 18 τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τὸν ταμίαν μόνον νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς κατακυρώσεως μιᾶς κατηγορίας πραγμάτων, ἀλλὰ θέλουν καὶ τὸν ὀφειλέτην, εἰς τὸν ὁποῖον δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, καθιστοῦν τὸν ταμίαν ὑπόχρεων νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησίν του· ἐὰν δὲ τὰ πράγματα ἦναι ἀνώτερα τῶν 1000 δραχ. δὲν ἀφίνουν πλέον τὸν ταμίαν καὶ τὸν ὀφειλέτην μόνον, ἀλλὰ θέλουν καὶ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τοῦ 3 παραγράφου τοῦ 66 ἄρθρου δὲν καταστρέφονται τὰ ἄρθρα 16 ἕως 18; Δύσκολον εἶναι ὁ ἐργολάβος ἢ ὁ κατασχετὴς νὰ εὕρῃ ἕνα συμβολαιογράφον νὰ συνεννοηθοῦν νὰ πάρουν τὰ κινητὰ πράγματα τῶν 1000 δραχμῶν νὰ τὰ κατακυρώσουν δι’ 100 καὶ νὰ τὰ ἐγκρίνουν; νομίζετε ὅτι ἐξασφαλίζετε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ὅταν καταστήσητε ἕνα ἄνθρωπον διὰ τοιούτων (δὲν λέγω βεβαίων, ἀλλὰ πολὺ ἐνδεχομένων) καταχρήσεων; καὶ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ὅστις δώσει χρήματα δὲν θὰ ἦνε τόσον εὐσυνείδητος καὶ εἰς τοιοῦτον Ἀριστείδιον τρόπον, ὥστε νὰ φυλάξῃ τὴν συνείδησίν του ἐλευθέραν θυσιάζων τὰ συμφέροντά του; δὲν εἰξεύρετε ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δανείζουν μὲ 20, 30, 40% εἰς πτωχοὺς ἀνθρώπους θέλουν κατασταθῆ τοιουτοτρόπως ἐπίφοβοι; ἐργολάβοι θὰ ᾖναι οἱ κοινότεροι ἄνθρωποι· διότι ἄνθρωπος ἀξίας καὶ συνειδήσεως δὲν θὰ ὑπάγῃ βεβαίως ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἰσχύν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θέλει νὰ τοῦ δώσῃ, τουτέστιν ἐὰν ἐννοῇ νὰ δώσῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἐπειδὴ δὲ εἷς ἐκ τῶν νομικῶν μας εἰς τὸν νόμον περὶ λῃστείας ἐξέφρασε ὡς ἀξίωμα ὅτι πᾶς νόμος ψηφιζόμενος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα αὐτὸ θεωρῶ, σήμερον τοὐλάχιστον, ὡς ἀνάξιον συζητήσεως· καθ’ ὅσον οὐδεὶς ἐχέφρων ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὰ μέχρι σήμερον χρέη ἅτινα συνήφθησαν ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων διατάξεων.
§69ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν δύναμιν διὰ τὰ παλαιὰ καθυστερήματα, τότε ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄδικος.
§70ΔΑΓΡΕΣ. Παλαιὰ καθυστερούμενα, σᾶς λέγει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας, παλαιὰ καθυστερήματα, σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, παλαιὰ καθυστερούμενα σᾶς εἶπον ἄλλοι ἀναβαίνουν ἀπὸ τὰ 1833 εἰς 65, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἑκατομμύρια. Παλαιὰ καθυστερούμενα εἶναι μόνον τὸ πολλοστημόριον ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναφέρουν· διότι μέχρι τοῦ 1860 ἦλθεν εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος κατέστησεν ὅλως ἀμφισβητήσιμα τὰ καθυστερούμενα αὐτὰ, διότι κατ’ αὐτὸν ὀφείλουν νὰ πληρωθοῦν, ἀφοῦ ἐκκαθαρισθῶσιν, εἰς τόσας δόσεις, ὅτι προσκαλοῦνται οἱ ἔχοντες ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῶν χρεῶν των νὰ κάμουν τὰς ἐνστάσεις των, τὰς ὁποίας θέλει δικάζει μία ἔκτακτος ἐπιτροπὴ συγκειμένη παρὰ τοῦ προέδρου, τοῦ νομάρχου καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου. Βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ ὅλον τῶν χρεῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἀμφισβητεῖται καὶ δι’ αὐτὰ τὰ χρέη ἠμπορεῖτε νὰ ἐφαρμόζητε τοῦτον ἢ ἄλλον νόμον; Ὄχι· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σκεφθῶ ὡς τμηματικὸς ἄνθρωπος, σκέπτομαι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὅλης Ἑλλάδος, μὴ μὲ φέρετε εἰς θέσιν νὰ σκεφθῶ ὡς τμηματικὸς καὶ νὰ δικαιολογήσω τὸ τμῆμα κατὰ τοῦ ὁποίου ἐκτοξεύονται πολλὰ βέλη.
§71ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐκτοξεύονται.
§72ΔΑΓΡΕΣ. Ὁμιλῶ πρὸς ἕνα ὁ ὁποῖος εἶπε περὶ ἀμνηστείας.
§73ΚΑΙΡΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ ἀμνηστείας, εἶπον ὅτι κατὰ τὴν γνώμην σας τὰ χρέη αὐτὰ πρέπει νὰ διαγραφῶσι.
§74ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἦλθε τὸ 1862 καὶ βεβαιωθῆτε ὅσοι εὑρέθησαν ἐνοικιασταὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβρ. τοῦ 1862 καὶ δὲν εἶχον ἐξασφαλίσει τοὺς φόρους των, ὅτε ἦλθεν ἡ ἐπανάστασις, οἱ φόροι δὲν εἰσεπράχθησαν, καὶ ἐὰν τὸ δημόσιον ἐπέμεινεν ὕστερον καταδιῶκον τοὺς τοιούτους ὀφειλέτας, δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ταῦτα τοὺς ἀπήλλαξαν, ἀναγνωρίσαντα ὅτι βία ἀνωτέρα ἐμπόδισε τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Δεύτερα καθυστερούμενα ἄλλου εἴδους ἐπήγασαν ἀπὸ τὰ 1867 καὶ ἐντεῦθεν ἐκ μιᾶς αἰτίας νομοθετικῆς, τὴν ὁποίαν προχθὲς σᾶς εἶπον καὶ τὴν ὁποίαν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω σᾶς ἀναπτύξει. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὅτι, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς παραδίδῃ εἰς τὸν ταμίαν διπλότυπα περιβεβλημένα μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, δὲν καταδιώκεται. Ἡ διάταξις αὐτὴ δυστυχῶς καὶ ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἐλαιοδέκατα ἐξώγκωσε τὰ καθυστερήματα, διότι πολλοὶ ἐνοικιασταὶ καταχρηστικῶς ἢ ἀνοήτως συνέταξαν πλεῖστα διπλότυπα καὶ δὲν κατεδιώχθησαν ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἀπηλλάγησαν. Σὺν τούτοις ἔφερεν ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἄλλο κακόν· χάριν αὐτῆς ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὰς δημοπρασίας ἀφερέγγυοι, ὅπερ ὀφείλεται εἰς τὴν ἐλαφρόνοιαν τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ἀπροσέκτως ποσὰ ἀνώτερα τῶν προσδοκωμένων. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι τὸ μυθῶδες ποσὸν τῶν 65 ἑκατομμυρίων ἂν ἐξετασθῇ ἀκριβῶς, δὲν παρέχει μεγάλα ποσὰ ἀπαιτητὰ καὶ δυνάμενα νὰ εἰσπραχθῶσι. Κύριοι, ἐνόουν καὶ ἐννοῶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου καὶ ἂς περιέχῃ ἔτι Δρακοντειοτέρας διατάξεις, ὅταν παρουσιάσητε τὰ χρέη καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητα, ὅταν τὰ χρέη τοῦ πολίτου πρὸς τὸ δημόσιον στηρίζωνται εἰς τίτλους ἀναμφισβητήτους, ὅπως εἶναι εἰς τὰς ἐπικρατείας ἐκείνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐδανείσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πολλὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε νὰ παραβιάσητε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, νὰ ἐκποιήσητε τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πλαστοῦ τίτλου, καὶ τοῦτο δὲν πιστεύω ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, διότι πληθὺν ἐγγράφων καὶ ἀναφορῶν ἔχει, καὶ ὅταν διὰ τοῦ νόμου ἀπαγορεύητε εἰς τὸν πολίτην νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον, ὄχι μόνον διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον αὐτόν; ἐφαρμόσατέ τον καὶ κάμετέ τον, ἐπαναλαμβάνω, ἀκόμη αὐστηρότερον, ὅταν κατορθώσητε τὰ χρέη τοῦ πολίτου νὰ ἦναι καὶ πρὸς ὑμᾶς ἀσφαλῆ καὶ πρὸς ἑαυτόν· ὅταν κατορθώσητε ὁ πολίτης νὰ ἠξεύρῃ ἀπὸ τοῦδε ὅτι θὰ πληρώσῃ μετὰ 2 μετὰ 3 μετὰ 5 ἔτη, ὅταν τὸν φέρητε μὲ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου του, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ παράπονα. Ἀλλ’ ὅταν παραδίδητε τὸν πολίτην εἰς τὴν διάθεσιν ἑνὸς ἐνοικιαστοῦ, ἑνὸς μάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ διπλότυπα, καὶ ὅταν δι’ αὐτὰ δὲν τοῦ ἐπιτρέπητε νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, νομίζω ὅτι ἀπηνεῖς θέλετε εἶσθε, ἐὰν παραδώσητε τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν διάθεσιν τοιούτων ἀνθρώπων. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπεν ὅτι ἑτοιμάζει παρὰ τοὺς μέχρι τοῦδε φορολογικοὺς νόμους ἐπὶ ἄλλων ἀρχῶν βασιζόμενος νέον φορολογικὸν σύστημα, καὶ φέρῃ τοῦτο, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ἦμαι σύμφωνος· ἄλλως τε πιστεύσατε, ὅτι ὄχι αὐτὰς τὰς δύο τάξεις, ἄλλας τόσας ἐὰν κάμητε, οὐδὲν ἀποτέλεσμα θέλετε ἔχει, θέλετε καταστήσει μισητὴν μόνον τὴν ἐξουσίαν. Συνειθίσατε τὸν λαὸν νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τῶν δρακοντείων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐξαχρειώνουν τὸν λαόν. Ἐὰν τὸν νόμον αὐτὸν ἐφαρμόσητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ προκαλέσητε μίαν κρίσιν ἐν τῇ γεωργίᾳ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργός.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κύριοι, παρατηρῶ μὲ λύπην μου ὅτι πολὺ ἀτυχὴς ὑπῆρξα εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν ἀρχίζομεν σήμερον. Τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν μόλις τὸ εἶδον, ἔλαβον τοσαύτην προκατάληψιν ἐναντίον του, ὥστε οὔτε κἂν ἠθέλησαν νὰ τὸ ἀναγνώσουν. Ἐπίστευσαν, χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσουν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ χωρὶς νὰ τὸ παραβάλουν μὲ τοὺς προϋπάρχοντας νόμους, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει νέας διατάξεις λίαν αὐστηρὰς, δρακοντείους, ὡς τὰς ὠνόμασαν, Ἀβυσσινίους, ὡς τὰς εἶπον ἄλλοι, διὰ τῶν ὁποίων οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχομεν εἰμὴ νὰ καταστρέψωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα, νὰ πνίξωμεν τοὺς πολίτας, νὰ μὴ σεβασθῶμεν τίποτε. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι, διότι ἐξ ὅσων ἤκουσα ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Δαγρὲς ἂν καὶ καταγίνηται ὄχι ὀλίγον εἰς τὴν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν, δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ καθόλου τὸν κόπον νὰ παραβάλῃ τὸ νομοσχέδιόν μου μὲ τοὺς προϋπάρχοντας νόμους, διότι ἐὰν ἔπραττε τοῦτο, ἤθελεν ἴδει ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τοὐλάχιστον εἰς τὰ περισσότερα μέρη, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, εἶναι κατὰ πολὺ ἠπιώτερον καὶ μετριώτερον ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, καὶ δι’ αὐτοῦ δίδονται περισσότερα δικαιώματα εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἀφ’ ὅσα ἔχουν διὰ τῶν κειμένων νόμων· ὅτε συνέταξα τὸν νόμον αὐτὸν, δὲν εἶχον μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἠθέλησα συγχρόνως, ὅπου ἦτο δυνατὸν, νὰ προφυλάξω καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ὀφειλετῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα μὲ τόσην αὐστηρότητα κατέκρινεν ὁ κ. Δαγρές. Σᾶς εἶπε πρῶτον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς καθιερώνει τὴν διάταξιν ὅτι ἀγνώστου οὔσης τῆς διαμονῆς τοῦ ὀφειλέτου, ἡ πρόσκλησις θὰ ἐπιδίδηται εἰς τὸν δήμαρχον. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1855 καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον μετεφέρθη εἰς τὸν ὑπάρχοντα. Ὁ κύριος Δαγρὲς σᾶς εἶπεν ὅτι τόσον αὐστηρὸς εἶναι ὁ νόμος, ὥστε ἀφίνει εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τοῦ ταμία τὴν χρῆσιν ὅλων τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1837 διαλαμβάνει «ἐναπόκειται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τοῦ καταδιώκοντος ταμία νὰ κάμῃ χρῆσιν πρῶτον οἱουδήποτε τῶν τεσσάρων μέτρων νομίζει καταλληλότερον». Ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ κύριος Δαγρὲς ν’ ἀναγνώσῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1837 περὶ καταδιώξεως, ἤθελεν ἴδει ὅτι ὁ νόμος κατὰ τοῦτο δὲν περιέχει τίποτε πρωτοφανές. Κατέκρινε μὲ πολλὴν πικρίαν ὁ κ. Δαγρὲς τὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων τίθεται κἄποιος περιορισμὸς εἰς τὴν προσφυγὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσῃ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, ἤθελεν ἴδει ὅτι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐπετρέπετο προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια, κατὰ δὲ τὸν νόμον τοῦτον ἐπιτρέπεται πολλάκις καὶ πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1835 διατάγματος τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν πλήρει ἰσχύϊ· «δὲν δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τὰ βίαια μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται κατ’ αὐτοῦ διὰ καθαρὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου,» ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, προβλέπει περιστάσεις τινας κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ὡμίλησεν ἐπίσης μετὰ πολλῆς πικρίας περὶ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὸν συμψηφισμόν, λέγων ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι νόμιμον, ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι νέα. Τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, λέγει ὅτι χωρὶς ἰδιαιτέραν ἐξήγησιν δὲν γίνεται συμψηφισμὸς δημοσίων δικαιωμάτων μὲ ἀπαιτήσεις πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, τότε θέλετε ἴδει, ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν διάταξιν αὐτὴν καί, ἐὰν δὲν πεισθῆτε, ὅτι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὰ τοιαῦτα ἐνομοθετήθησαν πρὸ τόσου καιροῦ καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μένουν ἐν ἰσχύϊ, εἶσθε κύριοι νὰ τὰ μεταβάλητε, οὐχὶ ὅμως νὰ τὰ κατακρίνητε ἀνεξετάστως ὡς πρωτοφανῆ, ἐνῷ εἶναι καθιερωμένα ἀπὸ 30 καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν.
§77ΔΑΓΡΕΣ. Τότε τί τὰ θέλεις;
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο πράγματα εἶναι τῳόντι νέα, ἐξ ὅσων σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Δαγρές· πρῶτον ὅτι τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐπεκτείνεται καὶ κατὰ τῶν κληρονόμων, ὅταν δὲν εἶναι ἐξ ἀπογραφῆς. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἔκαμε νὰ περιλάβω αὐτὴν τὴν διάταξιν εἶναι οὗτος. Σᾶς τὸν λέγω ἀπὸ τοῦδε, διὰ νὰ κρίνητε καὶ σεῖς κατὰ πόσον εἶχον δίκαιον. Τὸ δημόσιον ἐκποιεῖ τὰς γαίας του καὶ τὰ κτήματά του μὲ μακρὰς προθεσμίας, καὶ εἶναι βέβαιον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ ἀρχικοὶ ὀφειλέται δὲν θὰ ἐπιζήσουν μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως ὅλων τῶν δόσεων, καὶ ὅτι ἓν μέρος τῶν χρεῶν αὐτῶν θὰ κατασταθῇ ληξιπρόθεσμον μετὰ τὸν θάνατόν των, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀγοραζόντων εἶναι ἡλικιωμένοι καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν μέχρι συμπληρώσεως τῶν 25 ἐτῶν· ἀφοῦ δὲ διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ ἀρχικοῦ ὀφειλέτου, καὶ δὲν σᾶς ἀρκοῦν τὰ ἄλλα καταδιωκτικὰ μέσα, διατί νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν καὶ κατὰ τοῦ κληρονόμου; Ἐὰν δὲ οὗτος νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν αὐστηρότητα αὐτήν, δύναται νὰ παραιτήσῃ τὴν κληρονομίαν τοῦ ἀρχικοῦ ὀφειλέτου, καὶ τότε δὲν θέλει καταδιωχθῆ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔκαμε νὰ θέσω τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν εἰς τὸν νόμον. Ἐὰν ἡ βουλή, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα, τὴν θεωρήσῃ αὐστηρὰν ἢ περιττήν, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἐπιμείνω, διότι, καθὼς σᾶς εἶπα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐκ τῆς συζητήσεως ἤθελε προκύψει ὡς ἀναγκαία. Τὸ δεύτερον νέον, ὅπερ ὁ κ. Δαγρὲς κατέκρινε διὰ μακρῶν, εἶναι τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως δι’ ἐργολάβων. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι πράττομεν μεγάλην ἀνακολουθίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐάν, ἀφοῦ παρεδέχθημεν τὸ σύστημα ἐκμισθώσεως κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, δὲν θελήσωμεν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Ἡμεῖς, κύριοι, παρεδίδωμεν εἰς ἰδιώτας τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἐνοικιάζοντες τὰς προσόδους, καὶ εἰς τοὺς ἐργολάβους τούτους τοὺς λεγομένους ἐνοικιαστὰς δίδομεν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων παρεμβάλλουν μυρία ὅσα προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῶν φορολογουμένων, τοὺς καταπιέζουσι, τοὺς ἐπισωρεύουσι καθ’ ἑκάστην μὲ εἰκονικὰ διπλότυπα, τὰ ὁποῖα εἶναι τίτλοι δημόσιοι καὶ ἐκτελοῦνται. Ἐνῷ κάμνομεν τοῦτο, διατί νὰ μὴ θέλωμεν νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον τὴν εἴσπραξιν ἐκκαθαρισμένων ποσῶν, ὅπερ δὲν χορηγεῖ εἰς αὐτὸν ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ ἕκαστον ὀφειλέτην νὰ τῷ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον περιέχει ὁ κατάλογος; Ὅστις πληρώσῃ τοῦτο, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ καθόλου τὸν ἐργολάβον· ὅστις ὅμως δὲν πληρώσῃ, ἐκεῖνος βεβαίως θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς δυστροπίας του· εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον εἶναι πολὺ σύνηθες, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουν καθυστερήματα αὐτὸ τὸ μέτρον ἔχουν εἰς ἐνέργειαν, διότι εἶναι πολὺ φανερὸν, ὅτι ὅταν ὁ ἐργολάβος ἀναλάβῃ διὰ λογαριασμόν του καὶ ὑπ’ εὐθύνην του τὴν εἴσπραξιν, ἔχει συμφέρον ἄμεσον νὰ τὰ εἰσπράξῃ ὅλα, διότι ὅσα δὲν εἰσπράξει εἶναι εἰς βάρος του. Δὲν βλέπω, οὔτε ἐννοῶ ποίου εἴδους καταπίεσιν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ· θὰ περιορισθῇ νὰ ζητήσῃ τὰ δικαιώματά του. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς εἰς τὸν ἐργολάβον ἀποδίδετε μεγάλη ἐξουσίαν. Ποίαν ἄλλην ἐξουσίαν, κύριοι, δίδω, εἰμὴ νὰ ἐνεργῇ κατασχέσεις καὶ νὰ προκαλῇ τὴν προσωπικὴν κράτησιν; Σᾶς ἐρωτῶ, οἱ ἰδιῶται οἱ ἔχοντες ἀνὰ χεῖρας τίτλους ἐκτελεστοὺς δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διατάττουν κατάσχεσιν; βεβαίως. Διὰ τί ἀφοῦ ὁ ἰδιώτης ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ ἄλλον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ ἕνα δικαστικὸν κλητῆρα νὰ ἐνεργῇ κατάσχεσιν, διὰ τί νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὁ ἀναλαμβάνων τὴν εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου; Τέλος πάντων κύριοι, χωρὶς νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλομεν τὸ συζητήσει ἐν ἐκτάσει καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῇ, τότε θέλομεν σκεφθῇ ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ἐπιμείνωμεν. Κύριοι! Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναται μὲ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους νὰ εἰσπράξῃ τὰ δικαιώματά του· βλέπετε ὅτι ἐκτὸς τῶν πολλῶν καθυστερήσεων αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, πᾶσα χρῆσις κλείουσα, ἀφίνει τρία ἕως τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια, καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς καθυστερήσεις ταύτας συντελοῦν πολλὰ αἴτια, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον κατὰ τὴν πεποίθησίν μου συντελεῖ καὶ τὸ σύστημα τῆς καταδιώξεως· διότι, ὡς λέγω καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, οἱ κείμενοι νόμοι δὲν χορηγοῦν εἰς τὸν ταμίαν ὅστις εἶναι ἐπιφορτισμένος τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων ὅλα τὰ μέσα καὶ ὅλην τὴν ἐξουσίαν ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρὸ πάντων ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἰσάξω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ τὴν καταδίωξιν διέπουν πολλοὶ νόμοι, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ 1835, ἠθέλησα νὰ περιλάβω ὅλας τὰς περὶ καταδιώξεως διατάξεις εἰς τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον, νὰ τὰς ἁπλοποιήσω καὶ νὰ τὰς συναρμολογήσω εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ᾖναι καταληπταὶ καὶ εἰς τὰ ὄργανα τῆς καταδιώξεως καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας. Καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅτι τοῦτο ἦτο πολὺ ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ, διότι οἱ περισσότεροι δὲν γνωρίζουν τί περιλαμβάνουν οἱ νόμοι αὐτοὶ, ἀφοῦ τὰς πλειοτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καί τοι περιεχομένας εἰς ἀρχαιοτέρους νόμους, τὰς κατακρίνουν ὡς νέας, ὡς πρωτοφανεῖς, ὡς βανδαλικάς. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι χωρὶς περαιτέρω συζήτησιν ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν ἀρχήν. Ὅταν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, καὶ νὰ ἀκούσω τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν ὅσοι νομίζουν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ διάταξίς τις, ἢ παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν ἢ τοῦ δημοσίου, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι θέλω δεχθῆ πᾶσαν τροπολογίαν ἥτις ἤθελεν θεωρηθῆ ὀρθὴ καὶ ἀναγκαία.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Γουλιμῆς.
§80ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§81ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρεται ὁ κ. Γουλιμῆς;
§82ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὄχι, παραχωρῶ.
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ μᾶς χορηγήσῃ πληροφορίας τινὰς αἱ ὁποῖαι ἤθελον βοηθήσει τὴν βουλὴν διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς συνεπείας τῶν αὐστηροτήτων, ἂν ὑπάρχωσι τῳόντι αὐστηρότητες εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ἐπὶ τίνων θέλουν ἐπιπέσει. Ἠκούσατε πολλὰ κατ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὡς περιέχοντος αὐστηρότατα μέτρα, ὡς ἐπιτείνοντος τὰ μέχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ καταδιωκτικὰ μέτρα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἡ κατακραυγὴ αὕτη ἐγένετο ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ λαοῦ τὸν ὁποῖον δῆθεν αὐτὸς ὁ νόμος ἔρχεται νὰ καταθλίψῃ. Κατὰ ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὸ μέχρι τοῦδε ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται εἰς 65000000, αὐτὸ δὲ τὸ ἔλλειμμα εἶναι ὁ δικαιολογικὸς λόγος αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· διότι ὑπάρχει ἓν κακὸν καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ πρέπει νὰ θεραπευθῇ διὰ νέου μέτρου, ἀφοῦ τὰ ὑπάρχοντα μέτρα μέχρι τοῦδε δὲν ἴσχυσαν νὰ τὸ θεραπεύσωσιν. Ἐπιθυμῶ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν καθυστερούντων τὰ 65000000, ἀπὸ ποίαν τάξιν κυρίως ὀφειλετῶν καθυστεροῦνται, δηλονότι ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τὸν ὁποῖον ὑπερασπιζόμεθα, ἢ ἀπὸ ἄλλην τάξιν ἐπὶ τῆς ὁποίας κυρίως θέλει ἐπιπέσει αὐτὸς ὁ νόμος. (μπράβο). Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ διάκρισις εἶναι σπουδαιοτάτη, κύριοι, διότι, ἂν τὸ μέχρι τοῦδε ἔλλειμμα δὲν ὀφείλεται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον λαὸν, ὡς πιστεύεται, διότι αὐτὸς μ’ ὅλας τὰς καταπιέσεις τὰς ὁποίας ὑφίσταται γνωρίζει τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ τὰς ἐκπληροῖ, τότε ἂν ὑπάρχῃ αὐστηρότης, δὲν θέλει ἐπιπέσει αὕτη ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ μιᾶς τάξεως ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπωφελῆται τῶν δημοσίων, καὶ τότε πολλοὶ οἵτινες εἶναι διατεθειμένοι κατὰ τοῦ νόμου, διότι νομίζουν ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ λαοῦ, θέλουν βεβαίως μεταβάλει γνώμην· ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ ἀπὸ ποίαν τάξιν ὀφείλονται κυρίως αὐτὰ τὰ 65000000, ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἢ ἄλλην ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπωφελῆται τῶν δημοσίων.
§84ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὁ προκάτοχός μου ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Χρηστίδης ἐδημοσίευσεν ἔκθεσίν τινα περὶ τῶν καθυστερούντων ἀπὸ ἀμέσους φόρους κατὰ τὰ 5 ἢ 6 τελευταῖα ἔτη· ὅστις ἔλαβεν τὴν περιέργειαν ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν εἶδεν ὅτι καθυστεροῦνται πολλὰ ἀπὸ τοὺς ἐνοικιάζοντας τὰς δημοσίους προσόδους, ἀλλὰ καθυστεροῦν ὄχι ὀλίγα καὶ οἱ φορολογούμενοι· διότι ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς προκύπτει ὅτι καὶ οἱ φόροι τῶν ἀμπέλων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνοικιάζονται ἀλλ’ εἰσπράττονται ἀπ’ εὐθείας, ἀφίνουν εἴς τινας ἐπαρχίας καθυστερούμενα μέχρι 60% καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀφίνει καθυστερούμενα 30% καὶ ἐπέκεινα, ὁ δὲ τῶν οἰκοδομῶν πολὺ περισσότερον, ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐνοικιασταὶ ἢ οἱ ἄλλοι μεγάλοι ὀφειλέται οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦν εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ φορολογούμενοι οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦν εἰς πολλὰ μέρη τοὺς φόρους των, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κατ’ ἐμὲ τὸ μεγαλείτερον κακὸν, καὶ τούτου τὴν θεραπείαν πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐπιζητήσωμεν. Διότι κατ’ ἐμὲ, ἐνόσῳ δὲν κατορθώσωμεν νὰ συνειθίσωμεν τοὺς φορολογουμένους νὰ πληρώνουν τοὺς φόρους των, καὶ ἐνόσῳ δὲν φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσπράττωνται ἀνελλιπῶς καὶ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ φόροι, δύσκολον εἶναι νὰ μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκλείψωσιν οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ θέλομεν ἔχει ἀπ’ εὐθείας ὀφειλέτας τοὺς φορολογουμένους. Διὰ τοῦτο τὸν νόμον αὐτὸν τὸν θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ διὰ τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους. Λέγων δὲ, ὅτι πρέπει νὰ συνειθίσωμεν τοὺς φορολογουμένους νὰ πληρώνουν, δὲν ἐννοῶ ὅτι θὰ κάμωμεν κακὸν εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν, κακὸν παθαίνει ὅταν χρεωστῇ εἰς τὸ δημόσιον, διότι καταθλίβεται ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς στρατιώτας καὶ πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς κατασχετὰς· θὰ εὐεργετήσητε λοιπὸν τὸν λαὸν, ἐὰν τὸν συνειθίσητε νὰ πληρόνῃ ἑτοίμως τοὺς φόρους του καὶ μὴ ὑποβάλληται εἰς ὅλας τὰς καταπιέσεις εἰς τὰς ὁποίας τοὺς ὑποβάλλει ἡ καθυστέρησις. Διὰ τοῦτο πάντοτε εἶχον τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ νόμοι περὶ καταδιώξεως πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτοι, ὥστε καὶ ἂν θέλῃ τις, νὰ μὴν ἠμπορῇ ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν, καὶ τότε θὰ κατασταθῇ ἀνεξάρτητος ἡ τάξις τῶν φορολογουμένων καὶ τότε θὰ τὴν εὐεργετήσητε· ἂν τοὺς ἀφίνητε νὰ ᾖναι ὀφειλέται, βεβαιωθῆτε ὅτι ἐκλείπει ἀπ’ αὐτοὺς ἡ ἀνεξαρτησία, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν οὔτε προσωπικὴν ἐλευθερίαν, οὔτε συνείδησιν ἐλευθέραν.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐνόησα τὴν ἀναλογίαν. Γνωρίζετε καλλίτερο ἐμοῦ ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν εἰσαγόντων μεγάλην ποσότητα, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ καθυστέρησις ὀλίγον θέλει ἐπηρεάσει τὸ ἔλλειμμα τῶν 65000000. Ἐγὼ ἤθελον νὰ μάθω, ἂν ᾖναι δυνατὸν, κατὰ πόσον εἶναι ἐλλειμματικοὶ οἱ φορολογούμενοι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ ἄλλοι εἰς τὰ 65000000.
§86ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Τότε νὰ σᾶς φέρω μίαν κατάστασιν κατ’ ἄρθρον τῶν καθυστερουμένων, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἴδει (διάλογοι).
§87ΣΑΡΑΒΑΣ. Κατ’ ὄνομα.
§88ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Ὄχι δὰ, δὲν εἶναι δυνατόν.
§89ΣΑΡΑΒΑΣ. Τῶν ὑπὲρ τὰς χιλίας δραχμὰς ὀφειλόντων· τὸ λέγω αὐτὸ, διότι θέλει χρησιμεύσει καὶ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν λέγω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι συντάσσομαι.
§90ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ νὰ τῷ δώσω πληροφορίας ἐπειδὴ ὑπαινίττεται ἐμέ....
§91ΣΑΡΑΒΑΣ. Κανένα δὲν ὑπαινίττομαι καὶ ἂν θέλετε νὰ τὰ παίρνετε ἐπάνω σας, ἐγὼ ἀδιαφορῶ. Ἐπειδὴ ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησα, κύριε ὑπουργὲ, συνδέεται μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ φέρητε κατάλογον τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, τοὐλάχιστον τῶν ὀφειλόντων ὑπὲρ τὰς 1000 δραχμὰς, αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολον.
§92ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Ἀπὸ τοῦ 1833;
§93ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔστω ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν.
§94ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν μικρὰν ἐρώτησιν νὰ σᾶς κάμω, κύριε ὑπουργὲ, ἡ ὁποία εἶναι συναφὴς, ἂν μόνον τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, ἢ ἀπὸ τοῦ 1833 ἀφορᾷ ἡ αὐστηρότης αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§95ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Πρῶτον δὲν γνωρίζω, ἂν ᾖναι αὐστηρὸς ὁ νόμος αὐτός. (Διάλογοι). Εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἐκτὸς τοῦ μέρους τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν εἰς ἐργολάβους, ἐγὼ ἐννοῶ τὸν νόμον ἰσχύοντα δι’ ὅλα τὰ χρέη· δύναμαι ἀκόμη νὰ συναινέσω, ὥστε καὶ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν κατάσχεσιν καὶ ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων ἐὰν θεωρηθῇ ὅλως διόλου νέον καὶ αὐστηρὸν, νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὸ μέλλον· ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουν δύναμιν καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Χρεωστῶ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου κυρίου Σαράβα. Γνωρίζετε, κύριε Σαράβα, ὅτι δὲν κρατεῖται κατάλογος ὀνομαστικὸς τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν οἱ ὑπουργοὶ ἐζήτησαν τοιούτους καταλόγους, ἄλλοτε μὲν διὰ τὴν μίαν χρῆσιν καὶ ἄλλοτε διὰ τὴν ἄλλην. Θὰ ἐρευνήσω καὶ ὅσους εὕρω θὰ τοὺς φέρω· ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν εἶναι πλήρεις.
§96ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§97ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἰς τὰ 1865 ὑπεβλήθη, μοὶ φαίνεται, τοιοῦτος κατάλογος.
§98ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ 1864 ὑπεσχέθη ὁ τότε ὑπουργὸς Κεχαγιᾶς νὰ φέρῃ τοιοῦτον, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔφερε. (διάλογοι).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρές.
§100ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ κυρίου Δαγρὲ νομίζω ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μὲ συγχωρεῖτε. Ὁρίστε.
§102ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου διὰ λόγους τινὰς πολὺ σπουδαίους, οἱ ὁποῖοι ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλουν εὐχαριστήσει οὔτε τοὺς πολιτευομένους, οὔτε τὸν λαὸν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ὁποίου πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων φρονοῦν ὅτι ἐνδιαφέρονται περισσότερον. Ἡμεῖς, κύριοι, πληρόνομεν ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη· νομίζω ὅτι πληρόνομεν τοσούτους φόρους ὅσους εἰς τὸ Βάδεν–Βάδεν τῆς Γερμανίας. (διάλογοι, θόρυβος). Ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν τῶν φόρων αὐτῶν γίνεται καλὴ ἢ κακὴ χρῆσις· οἱ φόροι μας δὲν εἶναι μεγάλοι καὶ δυσανάλογοι, ὅπερ θὰ εἴπῃ ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν εἰσπράττωνται καλῶς ἢ κακῶς καὶ ἄλλο ἂν δὲν πληρόνῃ ὁ πολίτης εὔκολα τὸν φόρον του. Τοῦτο θὰ εἴπῃ κατ’ ἐμὲ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ κολακεύσω εἰσαγόμενος ἐδῶ μέσα, δὲν ἐκπληροῖ τὰς νομικὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τῆς πατρίδος του. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλοτε ὁ ἔντιμος κύριος Ζαΐμης εἶπεν, ἂς ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαόν. Ναὶ εἶπον ἐγὼ ἂς ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαόν· ἀλλ’ ἄλλος τις πολιτευόμενος ἐπίσης ὑψηλὴν θέσιν κατέχων ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ καὶ τὴν σημαίαν αὐτῆς κρατῶν ἀναπεπταμένην εἶπεν, δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ λαὸς ἠθικῆς, ἡμεῖς εἴμεθα ἀνήθικοι. Ἐγὼ ἀρέσκομαι εἰς τὸν μέσον ὅρον, διότι ἠξεύρω ὅτι ἐκ τοῦ λαοῦ κατάγομαι καὶ εἰς τὸν λαὸν θέλω ἐπανέλθει, καὶ ἂν σήμερον εἶμαι πολιτευόμενος, αὔριον θὰ ἦμαι λαός. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως ἀρκετὰ ἔντονον, διότι ὁ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέτυχε. Ἂν δὲ φανῶσί τινες διατάξεις ἐπιβλαβεῖς, τότε εἰς τὰ καθέκαστα θέλομεν ἴδει, τίνες εἶναι οἱ συνᾴδοντες καὶ μὴ μὲ τὸν νόμον αὐτόν.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Οὐδὲ εἰς τὸ Βάδεν–Βάδεν θέλω μεταβῆ, οὐδὲ εἰς τὴν Ἀμερικήν, οὐδὲ εἰς τὴν Ἀβισσυνίαν, οὐδὲ καὶ ἀλλοῦ ποῦ. Θὰ ἀναχωρήσω ἐκ τῆς Πελοποννήσου καὶ θὰ μεταβῶ εἰς τὴν στερεὰν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω μεταβῆ οὔτε εἰς τὴν Ζάκυνθον, τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ, οὔτε εἰς τὴν Τύρινθα, οὐδὲ εἰς τὴν Τύνιδα διὰ νὰ ἐμπορευθῶ ἔρια, μέταξαν καὶ ταμβάκον, εἰς καιρὸν καθ’ ὃν ἄλλοι ἔχυναν τὸ αἷμά των, καὶ προσέφερον ἑαυτοὺς ὁλοκαύτωμα ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ ἔμενον τὰ τέκνα των ὀρφανὰ στερούμενα καὶ τῶν πρώτων μέσων τῆς ὑπάρξεως· τότε ἀπέκτων πλούτη ἄλλοι ἐμπορευόμενοι μακρὰν τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος καὶ εἶχον τὴν εὐτυχίαν τὰ τέκνα των νὰ ἐκπαιδευθῶσι καὶ γείνωσιν κάτοχοι ἐπιστημῶν ζῶντα ἐκ τούτου ἐν ἀνέσει ἵνα λαμβάνωσι θέσεις—(διάλογοι). Σταθῆτε, κύριοι, νὰ μὲ ἐννοήσητε. — Ἀναλόγως τῆς σπουδῆς καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβον αὐτὰ τὰ τέκνα τῶν ὑπὲρ πατρίδος φονευθέντων, εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε ναυτικῶν εἴτε πολιτικῶν, τὰ τέκνα τῶν ἀπολεσάντων τὰς περιουσίας των ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ ἐκπαιδευθῶσιν, ὡς τὰ τῶν πλουτούντων ἡσύχως εἰς ξένα καὶ ἥσυχα μέρη· διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα. Καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ τούτων μετῆλθον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, μὴ εὑρόντα οὐδεμίαν προστασίαν παρὰ τοῖς ἰσχυροῖς, τὸ ὁποῖον κατά τινας θεωρεῖται ἐπάγγελμα λῃστρικὸν καὶ ἐγκληματικόν· ἐθεωρήθησαν ὡς ἐγκληματίαι καὶ ἀνάξιοι τῆς προσοχῆς καὶ προστασίας ἡμῶν οἱ τοιοῦτοι· αὐτοὶ κύριοι, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀνάγκην μετῆλθον τὸ ἐπάγγελα αὐτὸ, εἶναι καλῆς πίστεως ὀφειλέται. Εἰς ὅλην μου τὴν ὁμιλίαν ἐπαναλαμβάνω νὰ διακρίνω τοὺς ὀφειλέτας τῆς καλῆς πίστεως ἀπὸ τοὺς κακῆς· εἰς τοὺς κακῆς πίστεως ὀφείλετε νὰ φανῆτε ἀπηνεῖς. Ἐζητήθη ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὅπως ἀποστομοθῶσιν οἱ δῆθεν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἀγορεύοντες κατὰ τὴν ἔκφρασιν ἑνός τῶν προαγορευσάντων· ἀλλὰ δὲν ἐπρόσεχαν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, πρὶν ζητήσουν τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, διὰ νὰ ἴδουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὴν κατωτέραν τάξιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἐλησμόνησαν ὅ,τι ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐζητήθη ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, νὰ τὸν φέρητε, καὶ νὰ φέρητε τὴν κρίσιν σας ἐπὶ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Ἑλλάδος τῶν καλῆς πίστεως καὶ τῶν κακῆς· διότι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων, τῶν σημαινόντων εἰς τὰς ἐπαρχίας, μετῆλθον τὸ ἐπάγγελα τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰς ὁποίας αἱ πρόσοδοι ἐνοικιάζονται. Καὶ ἂν εἶχον τὴν ἀτυχίαν εἴτε ἐκ περιστάσεων, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας τῶν ὑπαλλήλων εἴτε ἐκ προδοσίας τῶν καθηκόντων των, νὰ ὑποκύψουν εἰς ζημίας καὶ ὀφείλουν ποσόν τι, μὴ δυνάμενοι νὰ τὸ ἀποτίσωσι, νομίζετε ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς ἀποστροφῆς σας; Καὶ νομίζετε ὅτι θὰ θεωρηθοῦν ἐστιγματισμένοι; Καὶ πρὸς εὐχαρίστησίν σας ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀφειλόντων τούτων. (διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τοῦ κ. Σαράβα). Λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἐγὼ θέλω ὑποστηρίξει τὴν ψήφισιν τῶν αὐστηρῶν διατάξεων, ὅταν τὸ χρέος τοῦ πολίτου τὸ καταστήσητε ἀναμφισβήτητον, καὶ δὲν στηρίζηται ἐπὶ ψευδῶν διπλοτύπων καὶ πρωτοκόλλων. Καὶ σᾶς παρακαλῶ εἰς τὴν συνείδησίν σας νὰ μὴ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἑκάστοτε συντάσσονται πλαστὰ πρωτόκολλα, ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ἀναθεωρητὰς τῶν ἀμπέλων, τῶν ἀπαριθμητῶν τῶν ζώων. Ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἓν ἢ δύω τμήματα εἰς αὐτὸν τὸν τόπον πληρόνουν, τοὺς ὁποίους ἐπαρχίαι τινες πληρόνουν καὶ τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ στιγματίσωσι διὰ τὴν καθυστέρησιν. Καὶ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἐπαρχίαι τινὲς ἐγεννήθησαν διὰ νὰ συνεισφέρουν περισσότερον τῶν ἄλλων; Καὶ δὲν ἠξεύρετε ὅτι πληρόνουν 30% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου οἱ καλλιεργοῦντες τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ φυτείας;
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναλόγως τῆς περιουσίας των.
§105ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναλόγως τῆς περιουσίας των, λέγει εἷς τῶν βουλευτῶν καὶ χρηματίσας καὶ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ναὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναλόγως· τότε ἤθελεν εἶσθαι ἀνάλογος συνεισφορὰ ὅταν μοὶ ἐπιβάλλητε φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ σήμερον μοὶ φορολογεῖτε καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καταβάλλω διὰ τὴν καλλιέργειαν. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ἔχετε σύστημα ὅλως διόλου ἀντικείμενον· εἰς μίαν ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους πληρόνουν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τὸν φόρον ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προϊόντος 5% εἰς τὴν αὐτῇ παρακειμένην ἐπαρχίαν ἔχετε νὰ πληρόνουν 10 καὶ 12%. Καὶ νομίζετε ὅτι μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν νὰ σιωπήσωμεν; Νομίζετε ὅτι ὀφείλετε νὰ τὸ παραβλέψητε τὸ περιστατικὸν τοῦτο; Κατὰ τί ἀπέχει ὁ δῆμος Ἀβίας ἀπὸ τῶν Καλαμῶν ὅπου πληρόνουν δι’ ἑκάστην βαρέλαν ἔλαιον 6 δραχ. κατὰ τὴν ἐξαγωγήν; εἰς τί διαφέρει ἀπὸ τὸν δῆμον τὸν παρακείμενον ὅστις εἶναι τῶν Καλαμῶν καὶ ἔχει καὶ σῦκα καὶ μωρέας καὶ πληρόνει κατὰ τὴν ἐξαγωγήν; Καὶ ἔρχεσθε, κύριοι, νὰ μὲ ἐπιτιμᾶτε καὶ νὰ καταντᾶτε προσωπικὰ ζητήματα, ζητήματα ἀποβλέποντα τὴν καθόλου τάξιν τοῦ λαοῦ; Ἔρχεσθε, κύριοι, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν παραβλέπομεν τὰ προσωπικὰ ζητήματα νὰ μᾶς κάμνητε προσωπικὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον; Καὶ ὅταν, κύριοι, ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι τὰ τέκνα ὅλων τῶν ἀγωνιστῶν οὐδεμίαν περίθαλψιν εὗρον διὰ τοὺς ἀγῶνας τῶν πατέρων των καὶ ἐτράπησαν εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ εἴτε ἐκ προδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, ὡς εἶπον, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας ἐζημιώθησαν καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσουν καὶ εἶναι ὀφειλέται, νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι στίγμα δι’ αὐτούς; (θόρυβος).
§106ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν πρόκειται;
§107ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἔλθῃ κατάλογος τῶν ὀφειλόντων, ἀλλὰ νὰ διακριθῇ ποίας κατηγορίας καὶ ποίας ἐποχῆς εἶναι καὶ ἂν ἀπὸ τὰ 1867 μέχρι τοῦδε δὲν κατέφυγον οἱ ἐνοικιασταὶ παραπονούμενοι εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως αὐτῶν διότι ὑπέβαλον σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ ἀνεστάλη ἡ καταδίωξις, καὶ ἂν τὰ ποσὰ αὐτὰ εἶναι εὐκαταφρόνητα, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν νομοθεσίαν. Βάλετε ὅσας διατάξεις θέλετε, ἀλλὰ καθαρίσατε τὰ χρέη τοιουτοτρόπως, ὥστε αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ φορολογούμενος, ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἀναμφισβήτητον τὸ χρέος.
§108ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι πολύ, διότι ἄνθρωποί τινες, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται νὰ διδάξουν ὅλον τὸν κόσμον, δὲν ἐφρόντισαν νὰ διδάξουν τὸν ἑαυτόν των τὰ στοιχειωδέστερα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς πολῖται, ὡς βουλευταί, καὶ ἐν γένει εἰς τὰς παντοίας τοῦ βίου σχέσεις των. Ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν σας, τὴν αὐστηροτέραν κρίσιν σας, ἂν ἡ ὁμιλία τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸ μικροῦ ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν. Παρακαλῶ ἕνα ἐξ ὑμῶν νὰ μὲ εἴπῃ, ἂν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου ἐκείνῃ ἐλέχθη τι τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θεωρῆται ὡς ἀφορῶν τὸν βουλευτὴν Καλαμῶν, ἵνα τοῦ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν κατηγορούμενον, καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ, καὶ οὐ μόνον νὰ ἀπολογηθῇ, ἀλλὰ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἐμοῦ δι’ ἐκφράσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀπαντῶ μετὰ τῆς περιφρονήσεως, τῆς περιφρονήσεως τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιος.
§109ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν μᾶς ὁρίζετε τὰς φράσεις;
§110ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι αἰωνίως μᾶς βασανίζει καθ’ ἡμέραν διὰ τῶν λόγων του, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§111ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ χειροκροτήσεις πρέπει νὰ λείπουν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπρεπέστατον μάλιστα εἶναι νὰ χειροκροτοῦν, ὅταν πρόκηται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων.
§114ΣΑΡΑΒΑΣ. Τί εἶπον, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω; τί εἶπον, τὸ ὁποῖον διηρέθισε τὴν χολὴν τοῦ ἐκ Καλαμῶν βουλευτοῦ, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς κάμῃ τὴν ἀπολογίαν του;
§115ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερον τὸ ὄνομά σας, ἐὰν παίρνετε ἐπάνω σας, ὅτι ὁ πατήρ σας ἐπωλοῦσε ταμβάκον, ἐγὼ δὲν ἀνέφερον ὄνομα.
§116ΣΑΡΑΒΑΣ. Διὰ σιωπῆς περιφρονητικῆς ἀπαντῶ εἰς ἐκφράσεις τόσῳ ποταπάς.
§117ΔΑΓΡΕΣ. Αἱ ἐκφράσεις αὗται, κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί· ἂν ὁμιλῇ ὡς βουλευτής, πρέπει νὰ τὸν ἐπαναφέρηται εἰς τὴν τάξιν.
§118ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὴν βουλὴν, ἂν ἔδωσα ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ οὕτως, ὡς ὡμίλησεν ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς· δυνατὸν, ὅταν λέγωνται ἰδέαι τινὲς, νὰ συμβαίνῃ, τὸ κοινῶς λεγόμενον, ὅστις ἔχει τὴν μυῖαν μυιάζεται· δύνανται νὰ λεχθῶσι γενικαὶ ἰδέαι, εἰς τὰς ὁποίας νὰ νομίσῃ τις ὅτι ἐμπεριέχεται οὐδέποτε ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἐπάνω του καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν ἐθεώρησα ἀξιοκατάκριτον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀνάγεται εἰς τὰς θετικὰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, ἀλλά, κύριοι, πάντοτε ὑπεστήριξα καὶ θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ πολιτεύωνται, πρέπει νὰ ἀποδεικνύουν τὸν σεβασμόν των πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν, διὰ τῆς ἰδίας διαγωγῆς των. Οὐδέποτε ὁ πολιτευόμενος δύναται νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὸ κοινὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει εἶναι τῶν πεποιθήσεών του, ἐὰν δὲν δείξῃ διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι τὰς παρακολουθεῖ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐφαρμογῆς. Πρέπει, εἶπον, νὰ παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, διὰ νὰ φανῇ, ἂν, ὅταν παρουσιαζώμεθα καὶ ὑποστηρίζωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἐφροντίσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὴν πολιτείαν. Ἐζήτησα τὸν κατάλογον, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν φθιώτιδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει πρότασιν περὶ τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλόντων. Ζητῶ δὲ τοῦτο πρὸ πάντων, διότι ἐξηγέρθησαν φωναὶ κατὰ τοῦ τελευταίου κεφαλαίου, τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ παραδώσῃ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν κερδοσκόπων, καὶ ἤθελον νὰ ἴδω, ἂν τὸν λαὸν θὰ παραδώσωμεν ἢ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἓν μέσον ἔχουν πρὸς σχηματισμὸν περιουσίας, τὴν διαρπαγὴν τοῦ δημοσίου πλούτου· οὐδὲν ἀνέφερον δι’ οἱονδήποτε πρόσωπον, οὔτε ὑπαινιγμόν τινα ἔκαμον ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀνάγεται εἰς τὸν βουλευτὴν Καλαμῶν. Μὲ λυπεῖ, κύριοι, ὅταν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντῶ ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ἢ ν’ ἀποκρούω ἀγενεῖς προσωπικότητας. Ἀλλ’ ἡ βουλὴ θέλει μὲ δικαιολογήσει, ἂν εὑρεθεὶς πάντοτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀμυνομένου, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀποφύγω νὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἐγένετο μία ἄδικος ἐπίθεσις ἐναντίον μου. Δὲν θέλω διὰ τοῦτο ν’ ἀναφέρω γνωστὰς ἱστορίας, διότι ἡ συνεδρίασις θὰ ἐλάμβανε ὅλως ἀλλοίαν ὄψιν, εὐτυχῶς ἡ συνείδησις τῆς κοινωνίας ἔχει τάξει ἕκαστον εἰς τὴν οἰκείαν αὐτῷ θέσιν, εὐτυχῶς ὑπάρχει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀρκετὰ ὀρθὴ κρίσις, ὥστε νὰ μὴ παρασύρηται ἀπὸ φωνασκίας. Ἕκαστος ἔχει ἓν παρελθόν, καὶ τὸ παρελθὸν αὐτὸ ὅστις νομίζει ὅτι διὰ συκοφαντιῶν, δι’ ἀνοικείων ἐκφράσεων, ἢ δι’ ἄλλων ὁποιωνδήποτε μέσων μαρτυρούντων φαύλην ἀνατροφήν, δύναται νὰ τὸ διασύρῃ, αὐτὸς παρεγνώρισε τὴν κοινωνίαν. Ἐγὼ ἐπαναπαύσομαι εἰς τὴν περὶ ἐμοῦ κρίσιν τοῦ κοινοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τῆς κοινωνίας, καὶ περιφρονῶ ἐκείνους οἵτινες μετὰ θρασύτητος μοναδικῆς θέλουν ν’ ἀντιστρατεύωνται κατ’ αὐτῆς τῆς κοινῆς γνώμης.
§119ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ὁμιλήσας δὲν ἀνέφερα τὸν κ. Σαράβαν, ἐπειδὴ δὲ ὅσα εἶπον εἰς τὸν λόγον μου τὰ ἐπῆρε ἐπάνω του, καὶ εἶπεν ὅτι ἀπαντᾶ διὰ περιφρονήσεως, καὶ ἐγὼ ἐπειδὴ θεωρῶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Σαράβα ἀντικοινοβουλευτικήν, ἀπαντῶ διὰ τῆς σιωπῆς τῆς περιφρονήσεως.
§120Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐν γένει ὁποιασδήποτε ἰδέας καὶ ἂν ἐκφράσω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν κινοῦμαι ἀπὸ προσωπικὰ συμφέροντα, μήτε ἀμέσως, μήτε ἐμμέσως, διότι οὔτε ἐγὼ εἶμαι ὀφειλέτης, οὔτε συγγενεῖς ἔχω, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἴδητε, ὅταν παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος, οὔτε ἄλλο πνεῦμα μὲ κινεῖ, διότι τὸν πόθον τὸν ὁποῖον εὐτυχῶς εἶδον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, νὰ εἰσπραχθοῦν τὰ ὀφειλόμενα διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀνισότης καὶ ἄνθρωποί τινες νὰ σφετερίζωνται τὸν δημόσιον πλοῦτον, νὰ καταλαμβάνωσι τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ, τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους εἰσπράττει ἡ ἐξουσία δι’ αὐστηρῶν καὶ βιαίων μέσων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀποσποῦν γοερὰς φωνὰς ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ὁ πόθος αὐτὸς, λέγω, ὑπάρχει νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ὀφειλόμενα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι φοβοῦμαι, καὶ πολλοὶ φοβοῦνται ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πάθωσι πτωχοὶ γεωργοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται πρὸς καιρὸν νὰ εὑρεθῶσιν εἰς ἀχρηματίαν προσωρινὴν, ὁ νόμος δι’ αὐτοὺς κύριοι, εἶναι ὅ,τι αὐστηρὸν· εἶναι δρακόντειος καὶ τὸ δρακόντειον αὐτὸ τὸ συγχωρῶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας μεγάλων ποσοτήτων· διὰ τὸν μικρὸν ὅμως γεωργὸν, τὸν πτωχὸν οἰκογενειάρχην εἶναι αὐστηρὸς, καὶ εἰς τὰ καθέκαστα θὰ ὑποβάλω τροπολογίας, καὶ πρέπει νὰ συμβιβάσωμεν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠλλάξαμεν ἰδέας μέ τινας, θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ (θόρυβος), ἡ ὁποία νὰ μᾶς φέρῃ ἐντὸς τὸ πολὺ 5 ἡμερῶν μίαν κατηρτισμένην γνώμην, ἀφοῦ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐν ἰδιαιτέρῳ συμβουλίῳ, καὶ εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν πόθον ἔχουν, καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐργασθῶσι· μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δυσκολεύεται νὰ τὸ δεχθῇ, διότι παρατηρῶ ὅτι πολλοὶ ἔχουν συγκεχυμένας ἰδέας. Ὁ νόμος ἔχει διατάξεις πολλὰς, ληφθείσας ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύει νόμου, ἀλλ’ ἐγὼ πολλὰς τούτων καταδικάζω, καὶ θέλω σᾶς ὁμιλήσει εἰς τὰ καθέκαστα· π. χ. καταδικάζω τὴν διάταξιν ἐκείνην, δι’ ἧς δὲν συγχωρεῖται ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἰς ἕνα πολίτην, ὁ ὁποῖος ἔχει πεποίθησιν ὅτι δύναται νὰ ἀποδείξῃ, θὰ κλείσητε τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης, πῶς δύναται ἕνα κοινοβούλιον εἰς τὸν σημερινὸν πολιτισμὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν πολίτην, δὲν δύνασαι νὰ ἐπικαλεσθῇς τοὺς νόμους· εἶναι πικρὸν, κύριοι νὰ εἴπητε τοιοῦτόν τι ἐνῶ ἐκεῖνος δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπλήρωσε, καὶ γνωρίζω ὡς δικηγόρος πολλὰ τοιαῦτα περιστατικά.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε φαίνεται τὸν νόμον, μολονότι εἶναι 50 ἡμέραι ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη.
§122ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος, κύριοι, εἶναι αὐστηρὸς, καὶ μεθαύριον καὶ ὁ κλητὴρ καὶ ὁ ἀγροφύλαξ καὶ ὁ χωροφύλαξ θὰ πιέζουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ διορίσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, δὲν θὰ χάνωμεν πολὺν καιρὸν, ἡμέρας μόνον, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι τοιαύτην πρότασιν.
§124ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἄλλως τε δὲ ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ κατάλογος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἴδωμεν τίνες ὀφείλουσι· εἰς τοῦτο ἐπιμένω, ἂν συναινῇ καὶ ὁ κ. ὑπουργός.
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συναινῶ.
§126ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς ἐξηγήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐφωτίσθημεν πάντες, διότι ἀπέδειξε καὶ ἐκ τοῦ κώδηκος τῶν νόμων, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες νόμοι, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον αὐστηροὶ ἀπὸ τὸν παρόντα καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν λείπει μὲν ἡ αὐστηρότης τῶν νόμων, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ περισσοτέραν ἰσχὺν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ταμιῶν καὶ τῶν ὀργάνων τῶν ταμειακῶν, τῶν εἰσπρακτόρων, διότι αὐτοὺς θεωρεῖ ἀναγκαίους, ὅπως μὴ συμβαίνῃ αὐτὸ τὸ ὀλέθριον καθυστέρημα· λαμπρὸν θὰ ἦτο ἂν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐβεβαιοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ἥτις ἀποδεικνύει ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἔκθεσιν ἐκτενεστέραν διὰ νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα, βλέπομεν (ἀναγινώσκει ἓν μέρος τῆς ἐκθέσεως), ὅτι μέχρι τοῦ 1864 τὰ καθυστερήματα φθάνουσιν εἰς 56,000,000, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ ἔτη, καθὼς καὶ τὸ 1868 καὶ 1869 μᾶς ἄφιναν 3,500,000, καὶ ἠξεύρετε ἀπὸ πότε; ἀπὸ τὰ 1867, ὅτε τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον μᾶς ἔφερεν ἕνα νόμον τοῦ νὰ μὴ ἐμποδίζωνται εἰς τὰς ἐνεργείας των οἱ ταμίαι καὶ τὰ ὄργανα τῶν ταμιῶν. Ἀλλ’ οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες δὲν εἶναι νομοτελεσταὶ, τὸ σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ποῖοι εἶναι οἱ παρακάτω, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἠξεύρωμεν. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν αὐτοκράτορας τοὺς ταμίας, καὶ τοὺς ἁρπάκτορας (γέλως), τοὺς εἰσπράκτορας ἤθελα νὰ εἴπω, λάθος—καὶ θὰ ἴδητε τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα, ὅτι ἂν τὰ προηγούμενα ἄφινον ἔλλειμμα 2,000,000, ἀφ’ ὅτου ἀφῆκαν τὰ πάντα εἰς τοὺς αὐτοκράτορας ταμίας, ἐγένοντο 3,500,000. Καὶ, κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα παραδείγματα, ἡ συνείδησίς μου τί μὲ διδάσκει; νὰ τοὺς ἔχω ἀκόμη κυριάρχους; μᾶς λέγουν, ἔχομεν καθυστερήματα, ναί, ἔχομεν, ἠξεύρετε ὅμως ποῖοι ἔκαμον αὐτὰ τὰ καθυστερήματα; πρῶτοι οἱ ταμίαι, ὁ Φ.... καθυστέρησε μισὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπλήρωσεν, ἄλλος ταμίας ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Φθιώτιδα 200,000 δραχ. καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἡ ὑπηρεσία ἀφῆκεν ἐλλείμματα, οἱ εἰσπράκτορες· ὁ φορολογούμενος ἐπλήρωσε τὰ χρέη του, καὶ ἐν τούτοις τοῦ ἐκλείσατε τὰ δικαστήρια· ἐπλήρωσε, σᾶς λέγει, τὸν εἰσπράκτορα. Τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζομεν, πλήρωσε πάλιν. Ἐγὼ ὑπολήπτομαι καὶ τὸν ζῆλόν σας καὶ τὰ φῶτά σας, ἀλλὰ τί νὰ κάμω, πρέπει νὰ τὰ εἴπω. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, καὶ τὸ λέγει ὁ νόμος· τὸ λέγει δυστυχῶς. «Ἄρθρ. 23. Ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ τῆς κατασχέσεως κινητῶν δὲν εἶναι δεκτὴ ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, εἰμὴ μόνον, ἐὰν ὁ ἀνακόπτων ἰσχυρίζηται ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ χρέος, διὸ «ἐπισπεύδεται ἡ ἐκτέλεσις, ἢ ὅτε ἐξωφλήθη·» τότε μόνον γίνεται δεκτή. Καταλαμβάνετε ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κλείομεν τὰ δικαστήρια, καὶ κάμνομεν τοῦ Μαρόκου πολιτείαν, καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι αὐτά; Εἶναι ὅλα αὐθαίρετα μέτρα, ἀφοῦ ἅπαξ κλείομεν τὰ δικαστήρια. «Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ διατάξωσι τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως». Διὰ τί κύριοι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται; εἶναι ἄδικα; Καὶ ἄδικα δικαστήρια ἀφίνεται νὰ κρίνουν περὶ τῆς τιμῆς, περὶ τῆς περιουσίας ὅλων τῶν πολιτῶν καὶ διὰ τοῦτο σεῖς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν φοβεῖσθε νὰ ζητήσῃ ὁ πολίτης τὸ δίκαιόν του; Καὶ πῶς δικάζουν ὅλους τοὺς πολίτας; Ὄχι, εἶναι δίκαια καὶ αἱ πράξεις μας ἄδικοι· λοιπὸν τότε, ἐὰν ᾖναι δίκαιαι, φοβεῖσθε τὰς ἀδίκους πράξεις του; Ἐὰν, κύριοι, συμβιβάζωνται αὐτὰ μὲ τὴν συνείδησίν σας, σᾶς συγχαίρω, μὲ τὴν συνείδησίν μου ὅμως δὲν συμβιβάζονται, δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐκ τῶν λεγόντων πολλά, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἡ σιωπὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλάψῃ. Ἀληθῶς δὲν ἐπιζητῶ μήτε ἀπὸ μέρος τοῦ κ. ὑπουργοῦ, μήτε ἀπὸ μέρους ἄλλων νὰ μὲ φωτίσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν μεγάλην δύναμιν, τὴν αὐτοκρατορίαν τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, πάλιν δὲν ἔλλειψαν αἱ καθυστερήσεις, ἀλλ’ ηὔξησαν εἰς τὸ διπλάσιον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. ὑπουργός. «Εἰσεπράχθησαν δὲ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων τὸ 1864 δραχμαί, 1,517,908. Τὸ 1865 1,038,617, 45. Τὸ 1866, 974,904. Τὸ 1867. 999, 644. Τὸ 1868, 721.238, 27. Τὸ 1869, 712,655» Ἔτι ὀλιγώτερα θὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1870. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ νόμος αὐτός.
§127ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οἱ προλαλήσαντες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς ὑποδείξουν ποῦ κεῖται ἡ αὐστηρότης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἢ μᾶλλον αἱ δρακόντειοι διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἐπιτρέψατε εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς ὑποδείξω αὐτάς. Ἡ αὐστηρότης αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἣν μᾶς ἐπιβάλλει ὁ νόμος οὗτος ἵνα πληρώσωμεν· δηλονότι ἐγκαίρως τοὺς φόρους μας καὶ ἵνα πληρώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα ἅτινα κατὰ τοσοῦτον ἐξωγκώθησαν ὥστε μᾶς ἔφεραν εἰς χρεωκοπίαν· ἰδοὺ τὸ ὅλον τῶν σκληρῶν διατάξεων καὶ τῶν ὀχληρῶν συζητήσεων γίνεται ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν πολλάκις ἐπανελάβαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπαιτεῖ ἔργα, πράγματα, καὶ νομοθετήματα οἰκοκύρεια. Τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τὴν κατενοήσαμεν καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί, διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν ἀρχῇ μᾶς εἶπεν ὅτι ἐν πνεύματι ἀδελφικῆς ὁμοφροσύνης, ἐν πνεύματι κοινοῦ συμφέροντος νὰ συμπράξωμεν, νὰ συνεργασθῶμεν καὶ νὰ συζητῶμεν τὰ δάφορα νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο καὶ νόμους ὅπως ἀποκαταστηθῶσιν ἰδιοκτῆται οἱ ἐμφυτευταί ἀμπέλων, σταφιδαμπέλων καὶ δένδρων, ἐκαταρτίσαμεν πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἐπιμελῶν τούτων γαιωπόνων καὶ τοῦ δημοσίου, καὶ νόμους περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ὅπως κατασταθῶσιν καὶ οἱ ἐπιμελεῖς γεωργοὶ ἰδιοκτῆται, καὶ κατόπιν τούτων οἱ ὀκνηροὶ γεωργοὶ καὶ οἱ ἄλλοι δι’ εὐλόγου καὶ δικαίας τιμῆς, καὶ νόμους τέλος πάντων δρακοντείους πρὸς ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. Καὶ νόμος, θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη μετ’ ὀλίγον, νὰ καταρτισθῇ κατ’ ἐκείνων οἵτινες τροφοδοτοῦσι καὶ ὑποκρύπτουσι τοὺς φυγοδίκους ὅπως ἐξαλειφθῇ καὶ τὸ μίασμα τοῦτο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἤδη συζητοῦμεν τὸν νόμον περὶ ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν φόρων καὶ περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερούντων, καὶ βεβαίως ὁ ἐν λόγῳ νόμος πρέπει νὰ γείνῃ ἐπίσης αὐστηρὸς διὰ νὰ ᾖναι καὶ ἀποτελεσματικός, διὰ τοὺς λόγους τούτους κηρύττομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§128ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, μετὰ τὴν συνετὴν παρατήρησιν τοῦ προαγορεύσαντος ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐξηγήσω τοὺς σπουδαίους λόγους οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι συνδεδεμένοι καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν καὶ μὲ τὴν οἰκονομίαν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐκπηγάζει ἀπὸ ἰδέαν πολὺ ὑψηλοτέραν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος. Ὅ,τι μοὶ κακοφαίνεται, κύριοι, καὶ πρὸ πολλοῦ τὸ παρατηρῶ, εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια συζητεῖτε κατὰ τρόπον παράδοξον· πρόκειται περὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ἀκούομεν ἀπ’ ἐδῶ ἐπικλήσεις καὶ παράπονα τοῦ λαοῦ περὶ θρησκείας καὶ ἐλευθερίας καὶ τὰ τοιαῦτα· ἀποδίδουν εἰς τὰ νομοσχέδια σκοποὺς πλαγίους, κακούς, ἐνῷ πρόκειται περὶ γενικῶν συμφερόντων· ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδέαν νὰ πράξῃ τὸ καλὸν καὶ λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἔρχονται οὕτω αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν βοηθοῦν, ἀλλὰ διαστρέφουν τὰ πνεύματα· δὲν πρέπει ὅλα τὰ ἀντικείμενα νὰ τὰ κάμωμεν πολιτικὰ καὶ μάλιστα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θίγουν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ τῆς πολιτείας. Πιστεύω, ὅτι καλὸν εἶναι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς συζητήσεως νὰ ἐκλείψῃ, μὲ προσοχὴν δὲ μεγαλειτέραν καὶ ψυχρὸν αἷμα ἐξετάζοντες τὰ πράγματα καλλίτερα θὰ συζητῶμεν ὅ,τι πρέπει νὰ συζητῶμεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Ἠκούσθη, κύριοι, ἐντεῦθεν πολλάκις ὅτι πρόκειται νὰ καταστραφῇ ὁ λαὸς καὶ ὅτι αἱ ἐλευθερίαι αὐτοῦ κινδυνεύουσι διότι ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὴν ὀφειλήν του· καὶ ἐνθυμήθητε κύριοι, ὅτι λέγονται ταῦτα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε καθιερωθῇ διὰ νομοθετικῆς διατάξεως, ὅτι οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῆται πολίτης, ὀφείλων εἰς τὸ δημόσιον· καὶ ὅμως ἡμεῖς σήμερον τοὺς προπάτορας ἡμῶν, οἵτινες καὶ σοφώτεροι καὶ μᾶλλον φιλοπάτριδες ἦσαν καὶ οἵτινες ἔκαμον τὴν Ἑλλάδα μεγάλην καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων μᾶλλον ἡμεῖς ἔσχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζήσωμεν, αὐτοὶ λέγομεν, ὅτι δὲν ἤξευρον τί ἔπραττον! Ἠξεύρετε, κύριοι, τί χειρότερον τῆς παρούσης καταστάσεως, τῆς παρούσης νομοθεσίας, ἥτις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνεκτικότητος, ἀφίνει τὸν λαὸν εἰς αἰωνίαν ἀθλιότητα, ἥτις εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δυστυχίας τῆς πολιτείας καὶ τοῦ λαοῦ; ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικήν, ἐνόσῳ διατηρεῖται αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν; ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς καὶ ποία δὲ ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ τῶν καθυστερημάτων; ὁ νόμος καὶ οἱ εἰσπράκτορες· ἕνεκα αὐτῶν προέρχονται κατὰ μέγα μέρος τὰ καθυστερήματα καὶ ὁ λαὸς οὕτω ἀπεκατέστη πηγὴ ἐξ ἧς ἀντλοῦσι καὶ εἰσπράκτορες καὶ χωροφύλακες, καὶ κλητῆρες καὶ στρατιῶται, ὑπάλληλοι καὶ πάντες· αὐτὴ εἶναι ἡ χειροτέρα κατάστασις τοῦ λαοῦ. Ἡ ἄλλη, κύριοι, ἰδέα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου καὶ νὰ θέσωμεν τάξιν εἰς τὰ οἰκονομικά μας παραδεχόμενοι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσπράττωμεν τὰ ὀφειλόμενα καὶ νὰ μὴ ἀφίνωμεν καθυστεροῦντα ψευδῆ χρέη τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἀνείσπρακτα ἑπομένως διαγραπτέα· εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου οὕτω γίνεται καὶ μόνον παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ὅ,τι ἤδη ἔχομεν· ἀλλοῦ δὲν ἀφίνουν τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπικερδῶς ἀδιαφοροῦν, ἐν ᾧ ἡμεῖς, τὴν ἀφήσαμεν εἰς τοιούτους ἀνθρώπους, ἑπομένως παρουσιάζονται τοιαῦτα ἄτοπα· ἀλλοῦ τέλος πάντων ἠξεύρουν διάφορα μέσα καὶ δὲν φαίνονται τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν· αὐτὸ, κύριοι, σκοπεύουν αἱ ἐμπεριεχόμεναι διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ αἱ διατάξεις εἶναι ἐπιτυχεῖς; ὑπάρχει ἐν αὐταῖς αὐστηρότης πλέον τοῦ δέοντος; ἔχουν ἀνάγκην τροποποιήσεως καὶ βελτιώσεως; ἡμεῖς δὲν ἐναντιούμεθα ἐκ τῶν προτέρων καὶ εἶσθε μάρτυρες, ὅτι ἐγὼ ἰδίως ἐνδίδω εἰς τὸ πρῶτον· τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, σκοπεύει ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ ἐξαχθῇ ἡ ἀλήθεια· μὴ πιστεύητε δὲ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσητε καὶ ὑμεῖς θὰ ᾖναι τὸ τέλειον ἀλλὰ τὸ καλλίτερον· τέλος πάντων ἡ προσπάθεια ἡμῶν εἶναι νὰ εὕρωμεν τὸ ὀρθώτερον· ἀναμάρτητοι δὲν εἴμεθα, ἐπιθυμῶ ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν σφαλερὰν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐντεῦθεν εἶπον, θὰ βλαφθῇ ὁ λαός· οὔτε σεῖς θέλετε, οὔτε ἡμεῖς ἀνεχόμεθα, καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς ἐκ τοῦ λαοῦ πηγάζομεν, καὶ εἰς αὐτὸν θέλομεν ἐπανέλθει· μὴ ἀναφέρωμεν, κύριοι, πάντοτε τὸν λαὸν ὡς ἐπιχείρημα, ἀλλὰ μόνον πρέπει ἀληθῶς νὰ ἀγαπῶμεν τὸν λαόν· καὶ ἐὰν τὸν ἀγαπῶμεν, πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸν ἐξαγάγωμεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἤδη, καὶ οὐδεὶς δὲν ἀρνεῖται ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ λαοῦ εἶναι ἐλεεινὴ καὶ ἀπελπιστική. Ἐγὼ νομίζω τὰ κακὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς του χειρότερα ἀπὸ τὰ ἐκ τῆς ληστείας κακὰ, διότι κατὰ τῶν ληστῶν τέλος πάντων λαμβάνω μέτρα, λαμβάνω τὸ ὅπλον μου καὶ τοὺς ἀποκρούω, ἀλλὰ τὸν εἰσπράκτορα πῶς νὰ τὸν ἀποκρούσω ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ μὲ πιέζει καὶ ἐπαναλαμβάνει τοῦτο αὔριον καὶ μεθαύριον καὶ αἰωνίως ὡς ὑπηρέτης τοῦ Νόμου, καὶ ὡς ὑπερασπιστὴς τῶν δημοσίων συμφερόντων; Ἐγὼ νομίζω ὅτι σπουδαιότατα πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Λοιπὸν, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι σύμφωνος. Παύοντες τὴν συζήτησιν σήμερον νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχήν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς ἀναβολῆς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σπουδαίως συζητητέον· τὸ νομοσχέδιον πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν ὑπεβλήθη, καὶ ὅστις εἶχε ἐπιθυμίαν νὰ τὸ σπουδάσῃ τὸ ἐσπούδασεν. Ἐὰν μείνῃ 15 ἡμέρας, εἰς τὰ ἴδια θέλομεν εὑρεθῆ, οἱ μὴ σπουδάσαντες, δὲν θὰ σπουδάσουν αὐτό. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν τρεῖς ἡμέρας ἐνώπιόν μας ἔτι, διότι αὔριον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν προσφιλῆ καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ μέγα ἀκροατήριον. Τὴν Κυριακὴν θὰ ἀναπαυθῶμεν, τὴν δευτέραν ἔχομεν οἰκονομικὸν ζήτημα τοῦ Λαυρίου, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν τρίτην ἴσως.
§129ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§130ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Μίλησην διὰ τί νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Ἐγὼ θέλω νὰ ἔλθῃ ἐδὼ ἐνώπιόν σας· ἐν πεποιθήσει εἶμαι κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι σύστημα ὀκνηρίας δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους βουλευτὰς, ἕκαστος ἀφιεροῦται εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀδιαφορεῖ· ἐὰν σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, θέλομεν ἀμελήσει καὶ πάλιν θέλομεν ἀφεθῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς (ἱλαρότης). Ἓν ἄλλο ἂς καθιερώσωμεν, κύριοι, αὐτὸ τὸ δέχομαι. Ἐπειδὴ τῳόντι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον καὶ ἔχει κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὄχι μόνον τὸν σπουδαῖον φορολογικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ἄλλον σκοπὸν σπουδαιότερον, πολιτικὸν, ἠμποροῦμεν νὰ καθιερώσωμεν ἄλλην ἀρχὴν σπουδαίαν. Ἐὰν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀπαντήσωμέν τι δύσκολον, τί ἀκανθῶδες, ἔχον ἀνάγκην σκέψεως, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, νὰ τὸ σπουδάσωμεν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε, δὲν εἶναι καλόν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὀλίγον πρακτικὸς, ὁμολογῶ ὅτι ποτὲ δὲν ἀνέγνωσα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐκτὸς ἐὰν ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος αὐτῆς. Λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ματαιοπονία ὅ,τι ζητεῖτε· ὁ καιρὸς προχωρεῖ, καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὰ ἔργα ὅσα ἔχομεν ἐκκρεμῆ τέλος πάντων, διότι ἔρχονται κατόπιν αἱ ἑορταί, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἐμποδίσουν πολλὰς ἡμέρας.
§131ΔΑΓΡΕΣ. Μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ γείνῃ ἡ λῆξις.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Δαγρὲ, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὡς κυβέρνησις, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς κυβερνήσεως δι’ ὅλον τὸ διάστημα ἕως τὴν τελευταίαν ἡμέραν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μείνητε, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι συμφέρει καὶ εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ παρ’ ἑαυτῇ τὴν βουλὴν, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ φῶτα καὶ δύναμιν δίδουν πρὸς τὴν κυβέρνησιν. (εὖγε)! Πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν ὅτι ἐνίοτε ὑπάρχουν καὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερισχύουν τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου· ἠμπορεῖ μία κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσκόλους περιστάσεις καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην ὥστε ν’ ἀποχωρισθῇ προσωρινῶς ἀπὸ τὴν βουλὴν. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω καὶ σέβομαι τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, ἀλλὰ καμμία κυβέρνησις ἑκουσίως καὶ ἄνευ σπουδαίας ἀνάγκης δὲν ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τὴν βουλήν· καὶ ἐγὼ ἴσως τὸ ἔπραξα, καὶ ἂν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην θὰ τὸ πράξω· ἀλλὰ θὰ τὸ πράξω βεβαιωθῆτε πιεζόμενος ἀπὸ περιστάσεις πολὺ σπουδαίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποφύγω. Λοιπὸν θὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν πολλὰς ἐργασίας, ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν εἰς μάτην· πρέπει νὰ τὸν ἐξοδεύσωμεν εἰς ἔργα.
§133ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν εὐτυχήσῃ τις νὰ ἔχῃ βουλὴν ὁποία ἡ σημερινή.
§134ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπρόσθεσα ὅτι ἡ κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐνίοτε εἰς περιστάσεις δυσκόλους, καὶ τὰς ἐκτιμῶ καὶ τὰς ἀναγνωρίζω· καὶ νομίζω ὅτι πράττει καὶ τότε ἡ κυβέρνησις ἔργον πατριωτικόν· ἐὰν ἐννοῆτε τὸ παρελθὸν ὑμῶν, ἐγὼ δὲν δυσκολεύομαι, διότι, ὅ,τι φρονῶ τὸ ἐκφράζω ἐλευθέρως, δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω ὅτι ἐσυμβούλευσα τὴν λῆξιν, ἑπομένως ἀναλαμβάνω καὶ τὴν εὐθύνην. Εἶχον λόγους ὑπὲρ τῆς βουλῆς, καὶ τῆς κυβερνήσεως νὰ φρονῶ οὕτω.
§135ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ καὶ τὸ ἐσυμβούλευσα, διότι δὲν θέλω ὅ,τι εἶπον ἰδιαιτέρως καὶ νὰ τὸ κρύψω. (εὖγε)!
§137ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἀρχήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.