| 6 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Γ. Δαγρές. | |
| 7 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Φλέσσας. | |
| 8 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Γ. Παπανικολάου. | |
| 9 | Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 10 | Ν. Π. Καίρης. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 11 | Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Πολυλᾶς. | |
| 12 | Ἰω. Λέκας. | Ἰω. Τοπάλης. | |
| 13 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Σ. Α. Νοταρᾶς. | |
| 14 | Π. Πετιμέζης. | Ἀναστ. Δημητριάδης. | |
| 15 | Α. Μαγγίνας. | Α. Μεταξάς. | |
| 16 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 17 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Α. Μαντζαβίνος. | |
| 18 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 19 | Κωνστ. Κοσονάκος. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 20 | Θ. Τζανετάκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 21 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Κ. Πανάρετος. | |
| 22 | Δ. Τσιτσάρας, | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 23 | Κ. Γιολδάσης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 24 | Π. Μανωλίδης. | Φ. 1. Φίλωνος. | |
| 25 | Εὐθ. Γουβέλης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 26 | Κ. Λομβάρδος. | Σπ. Βαλαωρίτης. | |
| 27 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 28 | Σπ. Λεονταράκης. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 29 | Ν. Κατσικαπῆς. | Πλ. Φλέσσας. | |
| 30 | Α. Γκοῦσκος. | Γ. Μαλέας. | |
| 31 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Παγκράτης. | |
| 32 | Α. Κρεστενίτης. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 33 | Δ. Κατσίνας. | Ν. Καρύδης. | |
| 34 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 35 | Σπ. Μαλασπίνας. | Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. | |
| 36 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Περ. Μπούτος. | |
| 37 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 38 | Μ. Παΐζης. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 39 | Θρ. Ζαΐμης. | Κ. Κρίσπης. | |
| 40 | Γ. Παπαδαῖος. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 41 | Γ. Πεῤῥωτής. | Κιμ. Χριστοδούλου. | |
| 42 | Δ. Σαράβας. | Γ. Κούτσης. | |
| 43 | Α. Καπετανάκης. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 44 | Α. Παπαλέξης. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 45 | Π. Κωσταντᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 46 | Θ. Ῥωμαίος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 47 | Ν. Λοῦβρος. | Δ. Χατζίσκος. | |
| 48 | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Δ. Τσιριμώκος. | |
| 49 | Π. Τζαμάλας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 50 | Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 51 | Θ. Κανακάρης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 52 | Α. Μισυρλῆς. | Κ. Πετσάλης. | |
| 53 | Γ. Δελλαπόρτας. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Ἰω. Δεστούνης. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Γ. Α. Γεωργιάδης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.01.27
2,318 rows · 18,771 words · 1 table · 233 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1871.
(Τετάρτη.)
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες οἱ ἑξῆς Κ. Κ. βουλευταί.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Γ. Δαγρές. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Φλέσσας. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Γ. Παπανικολάου. |
| Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Ν. Π. Καίρης. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Πολυλᾶς. |
| Ἰω. Λέκας. | Ἰω. Τοπάλης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Σ. Α. Νοταρᾶς. |
| Π. Πετιμέζης. | Ἀναστ. Δημητριάδης. |
| Α. Μαγγίνας. | Α. Μεταξάς. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Α. Μαντζαβίνος. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Κωνστ. Κοσονάκος. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Κ. Πανάρετος. |
| Δ. Τσιτσάρας, | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Κ. Γιολδάσης. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Π. Μανωλίδης. | Φ. 1. Φίλωνος. |
| Εὐθ. Γουβέλης. | Γερ. Σέρβος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Σπ. Βαλαωρίτης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Α. Σταματόπουλος. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Πλ. Φλέσσας. |
| Α. Γκοῦσκος. | Γ. Μαλέας. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Παγκράτης. |
| Α. Κρεστενίτης. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Δ. Κατσίνας. | Ν. Καρύδης. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Περ. Μπούτος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Μ. Παΐζης. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Κ. Κρίσπης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Α. Ῥοντήρης. |
| Γ. Πεῤῥωτής. | Κιμ. Χριστοδούλου. |
| Δ. Σαράβας. | Γ. Κούτσης. |
| Α. Καπετανάκης. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Α. Παπαλέξης. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Π. Κωσταντᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Θ. Ῥωμαίος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Ν. Λοῦβρος. | Δ. Χατζίσκος. |
| Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | Δ. Τσιριμώκος. |
| Π. Τζαμάλας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Περ. Καλαμογδάρτης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Θ. Κανακάρης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Α. Μισυρλῆς. | Κ. Πετσάλης. |
| Γ. Δελλαπόρτας. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ἰω. Δεστούνης. | Κ. Νικόδημος. |
| Γ. Α. Γεωργιάδης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Δαγρὲς ἐζήτησε τὸν λόγον πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Κ. πρόεδρε, τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν δὲν θ’ ἀναγνωσθῇ;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ προηγουμένως.
§6ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅπως ἀναστείλῃ τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν διοδίων τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Καλάμας εἰς Μεσσήνην.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ, οὔτε ἤξευρα τίποτε.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Παρέστησα, ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἐπὶ τῶν διοδίων τὸ δημόσιον εἶναι πολλὰ, καὶ τὸ πολλοστημόριον αὐτῶν ἀρκεῖ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῆς ὁδοῦ, μολονότι πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἔχει νὰ διορθωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη· παρέστησα δὲ τότε, ὅτι διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς δὲν κατέβαλε τὸ δημόσιον πολλὰ, τὸ πλεῖστον τῆς δαπάνης τὸ κατέβαλον οἱ κάτοικοι· ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1846 ἡ Μεσσηνία ὑπέστη μεγάλας καταστροφὰς ἐκ σεισμοῦ, καὶ διάφοροι ὁμογενεῖς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ διάφοροι φιλέλληνες συνεισέφερον πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ζημιωθέντων ἐκ τούτου, τὰ δημοτικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ἑπομένως εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν ἐψήφισαν καὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι παραιτοῦνται οἱ κάτοικοι οἱ δικαιούμενοι τῶν χρημάτων αὐτῶν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδός. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔγεινε μᾶλλον τῇ συνδρομῇ τῶν κατοίκων. Δυστυχῶς ἡ ὁδὸς αὕτη εἰς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους συμβαίνει πολυομβρία, κατακλύζεται· ἐφέτος δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν κατεκλύσθη ἡ ὁδὸς αὕτη· διότι τὸ ἕλος τῆς Μακαρίας κατέκλυσε πολὺ μέρος τῆς πεδιάδος καὶ τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ τὴν κατέστησεν ἀδιάβατον. Αἱ πολυομβρίαι τρέχ. ἔτους ἐπήνεγκον οὐκ ὀλίγας ζημίας καὶ εἰς τὴν πόλιν Καλαμῶν, αἱ ὁποῖαι ἂν δὲν ὑπερβαίνουν, τοὐλάχιστον πλησιάζουν τὰς 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἐκ τῆς βιαίας ῥοῆς τοῦ παρὰ τῇ πόλει ῥέοντος χειμάρου Δαφνῶνος· καὶ ἐπὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου, ἄλλοτε, τὸ παρελθὸν ἔτος, παρέστησα τὸν κίνδυνον τῆς πόλεως· ἡ κυβέρνησις προεῖδε καὶ ἐνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μίαν δαπάνην, ὅπως γίνῃ δοκιμή τις πρὸς περιορισμὸν τῆς κοίτης τοῦ παραῤῥέοντος χειμάρου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας λαμβάνουν χώραν βροχαὶ πολλαὶ, κατακλύζει ὁλόκληρον τὴν πόλιν. Δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο· καὶ ἐφέτος οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ὑπέστησαν ζημίας σπουδαίας καὶ σημαντικάς. Ἐκ τῶν πολυομβριῶν καὶ ἐκ τῆς κατακλύσεως τῆς πεδιάδος τοῦ ἕλους τῆς Μακαρίας, ὡς εἶπον, ὄχι μόνον ἡ ὁδὸς κατεκλύσθη καὶ κατέστη ἀδιάβατος, ὄχι μόνον ἐσχηματίσθη λίμνη, ἀλλ’ ἐνεκλιματίσθη μία νόσος φοβερὰ ἐν Μεσσηνίᾳ, ἡ ὁποία, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐφέτος σποραδικῶς ἀνεφάνη, ἡ νόσος μηνιγγῖτις. Τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια κατ’ ἔτος σχεδὸν καὶ στερεοτύπως ἐκφράζουν τὴν εὐχὴν ὅπως ληφθῇ ἓν μέτρον περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους αὐτοῦ. Δυστυχῶς οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ πάντων, καὶ βεβαίως πρῶτον περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους· δεύτερον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τ. ἔ. τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρου Δαφνῶνος· εἶμαι βέβαιος, ὅταν ἡ κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ ὄχι μόνον τὰ ἕλη καὶ βάλτους, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι νὰ ἀναλάβουν τὴν ἀποξήρανσίν των καὶ θὰ ἦναι εὐεργέται εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἑκάστοτε τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια ζωηρὰς φωνὰς ὕψωσαν καὶ λέγουν «ἀποξηράνατε καὶ καταστήσατέ τα οὐ μόνον εὐπρόσοδα, ἀλλ’ ἀπαλλάξατέ μας ἀπὸ ἀσθενείας, αἱ ὁποῖαι ἐνεκλιματίσθησαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν·» ὅσοι ὑπηρέτησαν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον δύνανται νὰ ἠξεύρουν τί συμβαίνει κατ’ ἔτος· ἀποκαθίσταται ἀδιάβατος ἡ ὡραία ἐκείνη πεδιὰς καὶ διὰ μονοξύλων συγκοινωνοῦν οἱ κάτοικοι· λοιπὸν παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν αὐτῶν, καὶ δεύτερον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου ἀνάλογον ποσὸν πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Δαφνῶνος, τοῦ παραῤῥέοντος παρὰ τὴν πόλιν Καλαμῶν, καθόσον ἀπειλεῖται ἡ πόλις αὕτη ἀπὸ καταστροφάς. Ἔντρομοι πολλοὶ τῶν κατοίκων μοὶ ἔγραψαν, καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ, διὰ νὰ τὸν ἐνισχύσω ἔτι μᾶλλον, ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ τὸν παρακαλέσω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ καὶ σχετικῶς ὑποβάλω πρότασιν περὶ ὁδοποιΐας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχον ὑποβάλει καὶ δὲν ἐπρόφθασα νὰ τὴν συζητήσω· τὴν ὑποβάλλω μετὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Καλαμῶν καὶ Μεγαλοπόλεως, πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Μεγαλουπόλεως. Εἰξεύρετε ὅτι ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Μεγαλουπόλεως εἶναι ὁδὸς ἁμαξωτή· ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Θουρίας εἶναι ἐπίσης ἁμαξωτὴ, ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ εἶναι ἓν μέρος ἐντελῶς ἀδιάβατον· ἐπὶ 15 ὥρας ὁ κάτοικος Γορτυνίας μεταβαίνων εἰς Καλάμας βασανίζεται εἰς ὅλην τὴν ὁδὸν, καὶ φορτόνει 60 ὀκάδας εἰς τὸν ὦμόν του καὶ χρειάζεται δύω ἡμέρας νὰ ὑπάγῃ καὶ δύω νὰ ἔλθῃ· θὰ πέσῃ δὲ 15 φορὰς τὸ φορτηγόν του εἰς τὸν βόρβορον καὶ θὰ κινδυνεύσῃ νὰ πνιγῇ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ἀξίαν συζητήσεως αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ὅπως εἶναι ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικόν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἔχει, εἰς τίποτε· διότι διαιρεῖται εἰς τρεῖς κατηγορίας, ὡς γνωρίζετε. Καὶ ἂν περιμείνωμεν νὰ συναχθοῦν εἰς κάθε κεφάλαιον τόσα χρήματα, ὥστε νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς, θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ ᾖναι νεκρὰ τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύουν εἰς τίποτε, καὶ θὰ ἐξοδεύωνται δι’ ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ὅπως δυστυχῶς ἔγεινε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ θεωρήσητε τὴν πρότασίν μου αὐτὴν κατεπείγουσαν, καὶ νὰ τὴν παραδεχθῆτε διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἰδοὺ ἡ πρότασις.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ ἐκ Θουρίας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν μέχρι Μεγαλουπόλεως ἄγουσα ἐθνικὴ ὁδὸς, διερχομένη διὰ τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, θέλει κατασκευασθῆ κατὰ προτίμησιν. Τὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς προωρισμένα παρὰ τοῦ Νόμου ὀχήματα τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεγαλοπόλεως καὶ Μεσσήνης θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ. Ἀθήνῃσι, τῇ 27 Ἰανουαρίου 1871.
Κ. Ν. ΔΑΓΡΕΣ, ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ,
ΙΩ. ΦΛΕΣΣΑΣ, ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ.
§9ΙΩ. ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θὰ ὁμιλήσητε; ἐπὶ τούτου;
§11ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πρότασιν σχετικήν.— Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαμῶν ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς ἀφορμὴν νὰ σκεφθῆτε περὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς ἐνδιαφέρει τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους, συντελεῖ δὲ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς εὐημερίας τῶν κατοίκων καὶ τῆς προόδου αὐτῶν. Ἐντεῦθεν λαμβάνω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἐφέτος ἡ Μαντινεία, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν τὴν κατάστασιν τοῦ πεδίου τῆς Μαντινείας. Τὸ πεδίον τοῦτο κατεκλύζετο καὶ πρὶν ἐν μέρει ὑπὸ ὑδάτων, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι προσενεγκόντες τὴν ἀτομικὴν αὑτῶν ἐργασίαν κατόρθωσαν νὰ ἀποξηράνωσι ὁλόκληρον τὴν πεδιάδα, ἐντεῦθεν δὲ ὄχι μόνον αὐτοὶ ν’ ἀνακύψουν ἐκ τῆς δυστυχίας ἡ ὁποία τοὺς κατεβάρυνεν, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον πολὺ νὰ ὠφελήσουν. Δυστυχῶς ἀπὸ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν, εἷς χείμαῤῥος, ὁ τοῦ Καρδαρᾶ λεγόμενος, παρημελήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐφέτος κατεπλημμύρησεν ὁλόκληρον τὸ πεδίον τῆς Μαντινείας, τὸ ὁποῖον εἶναι γονιμώτατον, τὸ ὁποῖον διατρέφει χιλιάδας κατοίκων, καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη κατέστη λίμνη. Οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι στερηθέντες τῆς περιουσίας αὐτῶν δὲν ἔχουν ἤδη πῶς νὰ διαθρέψουν τὰς οἰκογενείας των, καὶ, ἐὰν τὸ κακὸν περιωρίζετο μόνον ἐφέτος, ἴσως ἠδύναντο ν’ ἀνακύψουν διὰ τῆς βοηθείας ἢ τῆς ἀτομικῆς αὑτῶν ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια σύντονος, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ὁλόκληρον τὸ πεδίον Μαντινείας θὰ καταστῇ λίμνη. Οἱ δὲ κάτοικοι πολυπληθέστατοι ὄντες, διότι εἶναι τριῶν δήμων κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι γεωργοῦν τὸ μέρος ἐκεῖνο, θὰ ἦναι πενέστατοι. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς δυστυχίας, ἡ ὁποία ἐνέσκηψεν, ἀπειλοῦνται καὶ ἄλλαι μεγαλείτεραι, ἡ τῆς διηνεκοῦς πλημμύρας καὶ ἡ τῶν νοσημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα θὰ ἀναπτυχθοῦν. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς τὴν Βουλὴν ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν αἴτησίν μου, καὶ παρακαλέσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ὁρίσῃ ποσὸν εἰδικὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ μόνον διὰ τὰ τεχνικὰ ἔργα τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς πρόληψιν τῆς κατακλύσεως, διότι οἱ κάτοικοι εἶναι πρόθυμοι νὰ προσφέρουν ἡμερομίσθια καὶ πλέον τῶν 15 χιλιάδων ὅπως καὶ δι’ ἀναφορῶν ἐπανειλημμένων ἐξέφρασαν.
§12ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· τὸν λόγον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πάλιν ἀντικειμένου;
§14ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου σχετικοῦ. — Κύριοι, ὑποστηρίζω τὰς προτάσεις ἀμφοτέρων τῶν κυρίων προλαλησάντων βουλευτῶν. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ μᾶλλον προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν φθιώτιδα, τὴν Θεσσαλίαν, οὕτως εἰπεῖν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις δίδει ἓν ἑκατομμύριον περίπου κατ’ ἔτος εἰσόδημα εἰς τὸ Κράτος, καὶ τῆς ὁποίας ὁ Σπερχειὸς ποταμὸς κατακλύζει τὰς ὡραίας ἐκείνας καὶ πλουσίας πεδιάδας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ θέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν ἀνάλογον ποσὸν διὰ νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ, καὶ συνάμα νὰ παρουσιάσῃ νόμον ἵνα συνεισφέρωσιν οἱ παραποτάμιοι δῆμοι κατ’ ἔτος ἀνάλογον φόρον διὰ νὰ κατορθωθῇ διὰ τοῦ χρόνου ἓν ἔργον ἀνάλογον τῆς προσδοκωμένης ἐλπίδος ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων καὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως Λαμίας.
§15ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφός μου Κ. Παπαζαφειρόπουλος, καὶ εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος· δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τῳόντι ἀνάγκη εἶναι ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν πάντων τῶν συμπολιτῶν ἀδιαφόρως, ἂν πρόκηται περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐπαρχίας, λέγω, ὅμως, ὅτι, ἐν τῷ καθήκοντι αὐτῷ, ἐνυπάρχει καὶ τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν κατὰ προτίμησιν καὶ εἰς ἱκανοποίησιν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας κατὰ λόγον τῆς μεγαλειτέρας ἢ μικροτέρας ἀνάγκης, καθ’ ὅσον ἡ μία τῆς ἄλλης χρήζει συντονωτέρας μερίμνης, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τὴν ὁποίαν σᾶς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, βουλευτὴς τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, κύριε Ζέγγελη, ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν· δὲν γίνεται συζήτησις σήμερον, δὲν εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§17ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐτελείωσα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὴν συζήτησιν.
§19ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγω τοῦτο, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν· ὡς σᾶς εἶπεν ὁ πρῶτος λαλήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαμῶν, ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα ἀπὸ τοὺς Μύλους μέχρι τῆς Τριπόλεως χρησιμεύει εἰς συγκοινωνίαν τῆς ὅλης Πελοποννήσου· πρὸ μηνῶν, ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν, κατέπεσεν εἴς τινα μέρη καὶ χρήζει ταχείας καὶ συντόνου διορθώσεως.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως.
§21ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δύο λέξεις ἀκόμη. Ἡ ὁδὸς κατέπεσεν εἰς διάφορα μέρη, εἶναι ὁδὸς διακλαδίζουσα τὴν Πελοπόννησον κ’ εἶναι σπουδαιοτάτη. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, ὁ καὶ πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον καὶ πολὺ ὑπολήπτομαι, φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν πολὺ σύντονον.
§22Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος αὐτῶν τῶν προτάσεων· ἔπρεπε τὸ ταμεῖον νὰ ἔχῃ ἑκατομμύρια.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἐγένετο μία πρότασις ἡ ὁποία θὰ βαδίσῃ κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν εἰς τὸ μέλλον τὸν καιρόν μας, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται τὴν ἀνάπτυξιν ἢ τῶν προτάσεων ἢ τῶν ἐπερωτήσεων παρὰ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὡρισμένη ἡμέρα, διότι ἡ ἀνάπτυξις φέρει τὴν συζήτησιν.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὴν κατάστασιν τῶν ἑλῶν ἢ τῶν κατακλυζομένων γαιῶν, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύω τάξεις, διὰ νὰ ἴδωμεν τί πράττομεν καὶ τί ἠμποροῦμεν νὰ πράξωμεν. Ἔχομεν ἕλη, γαίας δηλαδὴ κατακλυζομένας διαρκῶς. Περὶ αὐτῶν ὑπάρχει ἕνας νόμος· πρόκειται ἤδη νὰ σκεφθῶμεν μετὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διακεκριμένως ἀπὸ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς γῆς. Ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ ὡς τὸ ὀρθώτερον, τότε θὰ ζητήσω μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν μίαν διασάφισιν, περὶ τῆς ὁποίας ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν ὁ Κ. Ζαΐμης, διότι εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπάρχει μία ἀσάφεια, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ἀποφανθῇ ὡρισμένως ἂν πρόκηται περὶ λιμνῶν ἢ περὶ ἑλῶν καὶ τελμάτων. Τὴν ἀμφιβολίαν θὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ, αὐτὸς δὲ ὁ νόμος τιθέμενος εἰς ἐνέργειαν εὐκολύνει πάντα, ὁ ὁποῖος θέλει ν’ ἀποξηράνῃ τέλματα ἢ λίμνας. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς κατακλυζομένας ἐνίοτε γαίας, ἑτοιμάζεται εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος θέλει προβλέψει κατὰ τίνα τρόπον τὰ δημόσιον καὶ οἱ παρακείμενοι ἰδιοκτῆται θέλουν συνεισφέρει πρὸς πρόληψιν τῶν κατακλύσεων. Ὡς πρὸς τὴν Σπερχειάδα δὲ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ στελλόμενος δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν εἰς Φθιώτιδα ἐπεφορτίσθη νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ ἴδῃ ποῖαι γαῖαι κατακλύζονται, πόση ἡ ἔκτασις αὐτῶν, καὶ τί πρέπει νὰ συνεισφέρῃ τὸ δημόσιον καὶ τί οἱ κάτοικοι.
§26ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν, διότι δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐφάνη παραδεχόμενος ὁ Κ. πρόεδρος. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἡ συζήτησις εἶπεν. Ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀναπτύξητε ὁποιανδήποτε πρότασιν θέλετε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ παρ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της.
§28ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πολὺ καλά, κατὰ τὸν κανονισμὸν μάλιστα ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀμφισβητεῖται, καὶ οὕτω ἡ πρωτοβουλία τοῦ βουλευτοῦ καταργεῖται.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ὁ εἰσάγων τὴν πρότασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀναπτύξῃ, ἀλλὰ δὲν γίνεται συζήτησις.
§30ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν ἔρχομαι διὰ νὰ ζητήσω δικαίωμα, οὔτε ν’ ἀπασχολήσω τὴν προσοχήν σας καὶ νὰ κάμω ὥστε νὰ χάσητε τὸν πολύτιμον καιρόν σας. Προσεκλήθημεν σήμερον διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τριῶν οὐσιωδεστάτων ἀντικειμένων.
§31ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἰξεύρομεν αὐτό.
§32ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ αἴφνης ὁ εἷς τῶν συναδέλφων μας θέλει νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην τῆς ἐπαρχίας του, ὁ ἕτερος ἄλλην, καὶ ὁ ἄλλος ἄλλην. Ἴσως ὁ Κ. πρόεδρος μᾶς ἀναγνώσῃ καὶ ἀναφοράς, ἴσως γείνουν καὶ ἐπερωτήσεις. Ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀποφασίσητε πρὸς σκόπιμον καὶ τακτικὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν μας μίαν ὡρισμένην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος δι’ αὐτὰ τ’ ἀντικείμενα διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, ἄλλως, αἰωνίως αὐτὰ θὰ γίνωνται, καὶ ἡ σύγχυσις ποτὲ δὲν θὰ ἐκλείψῃ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, κύριε, μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς τ’ ἀποφασισθέντα.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, καὶ, νομίζω, ἐπειδὴ εἶναι σπουδαία, νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν τύπωσίν της. Ἀκροτελεύτιον ἄρθρον. Ἡ πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας τεταγμένη στρατιωτικὴ δύναμις τοποθετηθήσεται εἰς μονίμους στρατιωτικοὺς σταθμούς. Ὁ ἀριθμὸς, ἡ θέσις καὶ ἡ περιφέρεια τῶν σταθμῶν ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος, αἱ δὲ ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑκάστου αὐτῶν ἐνέδραι καὶ λοιπαὶ στρατιωτικαὶ κινήσεις θέλουν ἐνεργεῖσθαι χωρὶς νὰ εἰσέρχωνται οἱ περιπολοῦντες στρατιῶται ἐν τοῖς χωρίοις. Ἡ πρὸς ἀνέγερσιν τῶν οἰκοδομημάτων τῶν μονίμων σταθμῶν, ἢ ἐπισκευὴν καὶ ἐπέκτασιν ὑπαρχόντων κτιρίων ἀπαιτουμένη δαπάνη καταλογισθήσεται ἐπὶ τοῦ Κεφ. 3, ἄρθρ. 1. τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1871.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Προτοῦ δὲν σᾶς εἶχα παρακαλέσει νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσω;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πιστεύω, κύριοι, πῶς δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰς μάτην, διότι τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται νὰ λαλήσω εἶναι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀρκετὰ σπουδαῖον. Πρό τινος διενεμήθη εἰς ὅλους μας μία ἔκθεσις τοῦ πρώην ὑπουργοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Αὐγερινοῦ περὶ κληροδοτημάτων. Ἡ ἔκθεσις αὕτη συνοδεύεται μὲ μίαν ἔκθεσιν ἐπίσης σπουδαίαν ἢ μᾶλλον, σπουδαιοτάτην, συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου. Διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ταύτης ὁ ἀξιότιμος κ. Λεβίδης, ὅστις φαίνεται ὅτι κατέβαλεν ἀτρύτους κόπους, καὶ ὅστις ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι κάτοχος γνώσεων σπουδαίων, κατέδειξεν ὁποῖα καὶ ὁπόσα εἰσὶ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα καὶ τίνι τρόπῳ διαχειρίζονται σήμερον. Ἐπειδὴ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὅλοι ὑμεῖς ἀνεγνώσατε τὰς σπουδαίας ταύτας ἐκθέσεις, δὲν τὰς ἔλαβον μαζί μου σήμερον, διότι θὰ ἔχητε εἰς τὴν μνήμην σας βεβαίως τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Λεβίδης ἔκαμεν ἐν σελίδι 52 τῆς ἐκθέσεως, καὶ δι’ ὧν ἀποδεικνύει ὅτι ποσὸν 6 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων δραχμῶν διαχειρίζεται μέχρι σήμερον κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ. Τίς ἐγνώριζεν ἀπὸ ἡμᾶς μέχρι σήμερον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 6 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων διατίθεται κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπάρχει κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτοῦ; ὁ κ. Λεβίδης προτείνει καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας, τοὐτέστι νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἀναβαίνουν εἰς 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. πρόεδρον, ὅστις βεβαίως εἶναι πρόθυμος εἰς τοῦτο, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἅμα ἐλθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἔσπευσε ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν 200 ἀντίτυπα τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ φανῇ, ὅτι παρέβλεψε τὴν οὐσιωδεστάτην αὐτὴν περίστασιν, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Αὐγερινὸς δὲν παρέλειψε τὸ καθῆκόν του μὴ εἰσαγαγὼν τοιοῦτον νόμον, διότι τὸ ἔργον περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς λαλῶ ἐπεραιώθη ἀκριβῶς περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου, ὥστε δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νόμον τοιοῦτον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§40ΣΑΡΑΒΑΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι δὲν συνέβη νὰ μάθῃ, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν κληροδοτημάτων, καὶ εἰς τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν ἀλλεπαλλήλως εἶχον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ τὴν ὁποίαν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ, χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τοῦ ὑπομνήσω ἐγώ. Εἶναι, κύριοι, ὑπὲρ τὰς 20 ἡμέρας, ὅτε ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸν κανονισμὸν τῆς χρήσεως τῶν κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῇ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, τὸ ὁποῖον διῆλθε τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ κατασταθῇ ὁριστικὸς νόμος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀντέλεξε τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὸν ἀνάλογον καιρὸν νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Εἰ καὶ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν ἦτο σπουδαία, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὀργανικοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ κανονισμοῦ τῆς χρήσεως περιουσίας τὴν ὁποίαν φιλοπάτριδες ὁμογενεῖς ἔχουν ἀφιερώσει εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ γένους, οὐχ ἧττον ἐνέδωκα εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τὸν παρακάλεσα, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων. Παρῆλθον ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνω 20 καὶ ἐπέκεινα ἡμέραι, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, καὶ ἔπρεπε ὁ κ. Κατσικαπῆς νὰ λαλήσῃ περὶ κληροδοτημάτων, ὅπως δοθῇ ἀφορμὴ εἰς ἐμὲ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεώς του.
§41ΠΕΡΙΚΛ. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι, θὰ ἐνόουν τὸ παράπονον τοῦτο, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Σαράβα, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Κατσικαπῆ, ἂν ἡ Βουλὴ, μὴ ἐπασχολουμένη εἰς σπουδαιότερα ἔργα, τὰ ὁποῖα τῇ ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ τῇ ὑποβληθῶσιν, εἶχε καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ὑποτροφιῶν. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἦτο δι’ ἑνὸς νόμου νὰ τεθῶσιν ἐν γένει οἱ κανονισμοὶ οἱ ἀφορῶντες τὰ τῆς ὑποτροφίας, δὲν ἠρνήθην, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτον ἀναγκαῖον, εἶπον τότε καὶ δὲν ἐλησμόνησα τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὡς ὁ κ. Σαράβας παρετήρησεν, ὅτι ἤθελον φέρει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Ἂν δὲν τὸ ἔφερον ἐντὸς τοῦ διαστήματος αὐτοῦ, δὲν τὸ ἔκαμα λείψας ἀπὸ τὴν ὑποσχεσίν μου, ἀλλὰ διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι ἀπησχολημένη εἰς σπουδαιότερα ἀντικείμενα. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν κ. Σαράβαν, ὅτι, ἅμα ἡ Βουλὴ ἐντελῶς διεκπαιρεώσῃ τὰ σπουδαῖα αὑτῆς ἀντικείμενα, θέλω ὑποβάλει τὸν νόμον.
§42ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶπεν, οὔτε ἐγὼ ἐζήτησα νὰ παρουσιασθῇ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς παιδείας νομοσχέδιον· ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ἀναβάλλει νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ περὶ κληροδοτημάτων νομοσχέδιον, καθ’ ἣν στάσιν ἀφέθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, μέχρις οὗ ἐκφρασθῇ ἡ κυβέρνησις ἂν ἐννοῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἢ νὰ ὑποβάλῃ νέον. Δὲν εἶπεν ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον, διότι τοιοῦτον ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ ὑποβεβλημένον.
§43Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Σαράβαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτοῦ καὶ δύναται ἐν τῇ σκέψει της νὰ φέρῃ καθαρῶς νέον. Ἐν τούτοις διαβεβαιῶ τὸν κ. Σαράβαν, ὅτι ἅμα ἡ Βουλὴ μείνῃ ἐλευθέρα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα της θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὑποτροφιῶν. Ἂν ἐπιμένῃ ὁ κύριος Σαράβας νὰ τεθῇ καὶ τὸ ἐδικόν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§44ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καθ’ ἣν ἔμεινε στάσιν μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν. Μένει δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ, ἐὰν ἔχῃ διαφορετικὰς ἰδέας, τὰς ἐπ’ αὐτοῦ προτάσεις της. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀδιαφορῶ περὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῇ τὸ νομοσχέδιον· ἓν πρᾶγμα ἐπιθυμῶ, νὰ τεθῇ τέλος πάντων κημὸς καὶ χαλινὸς εἰς τὴν αὐθαίρετον διαχείρισιν μιᾶς ἱερᾶς περιουσίας.
§45Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη βλάβη ἂν ἐξακολουθήσῃ νέαν σειρὰν ἀπὸ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Εἶμαι ὅλως ἐναντίος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σαράβα, διότι ἐπὶ 6 μῆνας ἠδύνατο πέρυσι νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου. Διατί ἄφησε καὶ δὲν συνεζητήθη;
§47ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου τὸ ἔφερον· ὅστις θέλει νὰ ὁμιλῇ πρέπει νὰ ᾖναι ἀκριβέστερος. Τὸ νομοσχέδιον περὶ πανεπιστημίου καθὼς καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα καταρτισθεῖσαν καὶ ἀνεγνώσθη δίς.
§48Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ ὑμᾶς. Ἡ κυβέρνησις σκέπτεται νὰ φέρῃ νόμον, δὲν τὸν ἔφερε δὲ ἄχρι τοῦδε, διότι ὑπῆρχον ἄλλα ἀντικείμενα σπουδαιότερα συγκριτικῶς ὡς πρὸς αὐτό. Παρατηρῶ ὅμως ἤδη, ὅτι γίνεται χρῆσις ἐκφράσεων ὀλίγην γενικῶν περὶ αὐθαιρέτου χρήσεως· παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής.
§49ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ τῶν πραγμάτων, ὅταν φέρητε τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα περὶ τῶν ὑποτρόφων τῶν διορισθέντων μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου· θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔγεινεν αὐθαίρετος χρῆσις· δὲν συνειθίζω νὰ λέγω τίποτε περὶ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ᾖμαι πεπεισμένος.
§50ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν θὰ κονονίζῃ τὰ τοιαῦτα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος παρατηρῶ, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ κεφαλαίου εἶναι διατεθειμένον ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου, ἴσως δὲ δὲν διετέθη τόσον καλῶς, ὡς θέλει ἰδεῖ ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ὑποτροφιῶν.
§51ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁμολογεῖτε, ὅτι ἔγεινε κακὴ διάθεσις.
§52Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἀπὸ ἐμέ. Ἐγὼ μόνον παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκφρασις «κακὴ χρῆσις, αὐθαίρετος χρῆσις» δὲν εἶναι ὀρθή, διότι αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε ὑπουργοῦ.
§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπιμένω νὰ προκαλέσητε, κύριε πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι θέλω νὰ ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἀδιαφορῶ. Ἐγὼ ἐθεώρησα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο σπουδαιότατον καὶ καθ’ ὑπερβολὴν συμβάλλον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους. Λοιπὸν ἐπιμένω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἣν στάσιν ἔμεινε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν ἑτέραν συζήτησιν, πρὶν συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκκρεμῆ. Κύριε Σαράβα, καὶ ἡ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος κατὰ τὸ 1867, ἐπαρουσίασε τοιοῦτον νομοσχέδιον, μὴ νομίζετε, ὅτι πρῶτοι σεῖς ἐφροντίσατε περὶ τῶν κληροδοτημάτων, καὶ εἰς τὰ 1865 ἡμεῖς ἐφέραμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον· τὸ νομοσχέδιόν σας σεῖς ὡς ὑπουργὸς δὲν τὸ ἐσυζητήσατε, καὶ ἀφοῦ ὡς ὑπουργὸς δὲν ἐπεσπεύσατε, διατί σήμερον τόσον βιάζεσθε; ἔχομεν ἐκκρεμῆ ζητήματα σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὶν συζητήσῃ τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, καὶ πρὶν ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγομεν δὲ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἤμεθα σύμφωνοι καθ’ ὅλα μὲ τὸν κύριον Σαράβαν, θέλει συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποχωρήσῃ. Τοῦτο θέτομεν καὶ ἡμεῖς ἐντὸς τοῦ προγράμματός μας.
§55ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν λέξιν ὡς πρὸς τὸ προσωπικόν. Μοὶ κακοφαίνεται πολύ, ὅτι οἱ κύριοι, ἐνῷ ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀναφέρουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἐννοῶ, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις δυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν κατὰ τὰς κρίσεις, ἀπορῶ ὅμως, ὅταν βλέπω νὰ διαφωνῶμεν ἐπὶ γεγονότων πασιγνώστων· νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ γίνηται ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐλέχθη τόσον ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Καλαμῶν ὡς καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφοῦ εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον, ὠφείλαμεν νὰ τὸ ἐπισπεύσωμεν. Λησμονοῦσιν οἱ κύριοι αὐτοὶ, ὅτι ἅμα ὡς κατηρτίσθη, ἀμέσως εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καθὼς καὶ τῶν κληροδοτημάτων, καὶ παρεκαλέσαμεν τότε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον τὴν γνώμην της, καὶ ἂν θέλητε, προσθέτω, ὅτι τὰ προσκόμματα παρεμβάλλοντο εἰς τὴν μὴ συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῶν μὴ φίλων τῆς Κυβερνήσεως· ἠναγκάσθην ἑπομένως νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ ποίαν ἐπιμέλειαν κατέβαλον, ἀλλὰ δὲν ἤμην, κύριοι, εἰς θέσιν νὰ ἐκβιάσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· πᾶν ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ, τὸ ἔπραξα. Δὲν ἀντιτείνω, κ. πρόεδρε, οὔτε θέλω νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως ἢ οἱουδήποτε ἄλλου νομοσχεδίου κατεπείγοντος. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἂς ᾖναι τελευταῖον.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ὀνόματός μου, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ἀντιτείνω εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σαράβα. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἐπισωρεύωνται ἀδιακόπως νομοσχέδια, εἰσαγόμενα καθεκάστην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῶν ὁποίων ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζομεν τὴν ἔκβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ φέρῃ τις πρότασιν νόμου.
§58ΖΑΪΜΗΣ. Διατί ἐφέρατε σεῖς;
§59ΔΑΓΡΕΣ. Ἔφερα πρότασιν σήμερον, ἀλλὰ δὲν ἐζήτησα νὰ συζητηθῇ. Λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἀπείρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν ἠθικῶς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔρχονται κατόπιν τινὲς καὶ λέγουν εἰσήχθη νομοσχέδιον ἄλλοτε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἶναι ἀπεριόριστον, καθεὶς δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον.
§61ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ συζητήσω ὅσα θέλω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§63ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ συζητήσωμεν πρῶτον τὰ ὑπὸ σκέψιν νομοσχέδια, καὶ ὕστερον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σαράβα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, θὰ ἀλλάξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ προσθέσωμεν ἕτερα ζητήματα πρὶν συζητηθῶσι τὰ παρόντα;
§65ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὰ νομοσχέδια τῆς κυβερνήσεως.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§67ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως καὶ παύσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν, κύριοι, τὸ σύνολον τοῦ περὶ φυτειῶν νομοσχεδίου, θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;
§70ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. (Ἐνταῦθα ἐγένετο δεκτὸν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου αὐτοῦ ψηφοφορίας).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου εἶναι παρατήρησις;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε λοιπὸν δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, κατὰ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ πιστώσεως τῶν 130,000 δραχμῶν διὰ τὴν Ἀμφιτρίτην. (Ἀναγινώσκεται ἡ πίστωσις εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§78ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πρὶν ἀποφανθῶ περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς πιστώσεως, ὀφείλω νὰ ζητήσω μερικὰς πληροφορίας, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἵνα φωτίσω τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον δύναμαι. Κύριε ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὰς πληροφορίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ ἀτμόπλοιον αὐτὸ, καθὼς λέγετε εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τί εἶπεν ἡ ἐπιτροπή;
§79ΠΕΡ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὅτι οἱ λέβητες εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος ἕνεκα τούτου εἴς τε τοὺς ἐπιβάτας καὶ τὸ πλήρωμα.
§80ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Εἴπατε μίαν ἄλλην ἡμέραν, ὅτι τοῦ ἔδωσε ζωὴν ἕως ὀκτὼ χρόνια ἀκόμη.
§81ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ σκάφους ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ διαρκέσῃ 6 ἕως 8 ἔτη, δηλαδὴ τὴν διάρκειαν τῶν νέων λεβήτων.
§82ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Δευτέρα πληροφορία· νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν αὐταὶ αἱ 130,000 θὰ δαπανηθῶσιν ὅλαι εἰς τοὺς λέβητας, ἢ καὶ θὰ γείνῃ ἄλλη χρῆσις.
§83ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ἡ διόρθωσις ἀποβλέπει τὴν διόρθωσιν τῶν λεβήτων καὶ τῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀρχαιοτέρα· ἕνεκα ὅμως τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων ἔκρινα καλὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ γείνῃ μόνον ἡ ἀνανέωσις τῶν λεβήτων, ἡ δὲ μηχανὴ νὰ μείνῃ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Διὰ τὴν δαπάνην τῶν λεβήτων κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀρκεῖ τὸ ποσὸν τῶν 110 χιλιάδων δραχμῶν, μένουν δὲ καὶ εἴκοσι διὰ τὴν τοποθέτησιν, διότι τὸ κατάστρωμα θέλει ἐξαχθῆ, καθὼς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀτμοπλοίου εἰς τὴν Τεργέστην, καὶ τὰ ἔξοδα αὐτὰ συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ ποσόν.
§84ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, ἡ κατασκευὴ αὐτὴ τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς Ἀμφιτρίτης ἐξ ὑπαρχῆς ἐναυπηγήθη ἀδύνατος, δὲν ἐναυπηγήθη στερεὰ, διὰ νὰ χρησιμεύῃ εἴτε ὡς πολεμικὸν, εἴτε ὡς ἐμπορικὸν πλοῖον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήτασε τὸ πλοῖον καὶ τοῦ ἔδωσε ζωὴν σχεδὸν μὲ νέους λέβητας ἓξ ἢ ὀκτὼ χρόνια, φρονῶ μὴ μᾶς ἀκολουθήσῃ ὅ,τι εἰς τὸν ἀτμοδρόμονα «Ἑλλὰς», ὅπου πέρυσι συνεζητούσαμεν τὸν προϋπολογισμόν· δηλαδὴ ἐπειδὴ καὶ εἶπα, ὅτι ἡ κατασκευὴ δὲν εἶναι στερεὰ, ὥστε νὰ ἀπερχώμεθα εἰς ἓν μέρος τῆς Εὐρώπης· εἰς τὴν ἀναβάθραν διὰ νὰ ἐπισκευασθοῦν τὰ ἐλάσματα δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ θὰ μᾶς ἀκολουθήσῃ ὅ,τι εἰς τὸν ἀτμοδρόμονα. Ἀφοῦ ὑπῆγεν εἰς τὴν Τεργέστην καὶ ἐξητάσθη ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐκ τοῦ ναυτικοῦ, ἐφάνη, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διορθωθῇ, διότι τὸ πλοῖον δὲν εἶναι στερεόν.
§85ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κτύπα τὸ κουδοῦνι, διὰ νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε σεῖς ἡσυχίαν· τὶ νὰ κάμω, ἀφοῦ ἀνησυχοῦν.
§87ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω δυνατώτερα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν σταλῇ τὸ ἀτμόπλοιον αὐτὸ εἰς τὴν Τεργέστην νὰ ἐπισκευασθῇ θὰ πάθωμεν, ὅ,τι καὶ διὰ τὸν ἀτμοδρόμονα «ἡ Ἑλλάς.» Τὰ ἐλάσματά του εἶναι πολὺ λεπτὰ, εἶναι ἀδύνατα καὶ κατά τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἡ δύναμις τῆς μηχανῆς εἶναι τόσον δυνατὴ, ὥστε, ἐὰν βάλωσιν εἰς κίνησιν τὴν μηχανὴν αὐτὴν εἰς τὸν διάπλουν κάμνει 13 καὶ 14 μίλια, ἀλλὰ πάντοτε τὴν κρατοῦν νὰ κάμνῃ 9, 10 μίλια, διὰ νὰ μὴ πάθῃ ἐκεῖνο ποῦ δὲν πρέπει νὰ πάθῃ. Γνωρίζω ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐταξείδευσαν μὲ αὐτὸ τὸ πλοῖον, ὅτι συχνὰ κάμνει νερὰ· πάντοτε. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ πλοίου τούτου εἰς τὴν Εὐρώπην θὰ μᾶς φέρῃ τὰ ὅμοια τοῦ ἀτμοδρόμονος «ἡ Ἑλλάς.» Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μερικὰς παρατηρήσεις περὶ τοῦ ἀτμοδρόμονος αὐτοῦ· ὁ ἀτμοδρόμων σήμερον κατεδικάσθη εἰς ἀχρηστίαν. Δὲν εἶδα τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, παραδέχομαι ὅμως, ὅτι κατά τι τὸ πλοῖον εἶναι φθαρμένον. Κατὰ τὰ γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκεν ἡ πεῖρα νὰ γνωρίζω τὰ ἀνάξια πλοῖα, ἐδῶ δὲν τὰ βλέπω· φρονῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ καταδίκη αὐτοῦ τοῦ πλοίου εἰς ἀχρηστίαν μὲ δίδει ὑπονοίας τινὰς, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν· καὶ λέγω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι πρὶν ἀποφασίσῃ τι περὶ τῆς ἀχρηστίας αὐτοῦ τοῦ πλοίου, νὰ διορίσῃ μίαν ἄλλην ἐπιτροπὴν ἀπὸ ναυπηγοὺς ἐμπειρικοὺς, ἀπὸ ἐμποροπλοιάρχους ἐμπειρικοὺς, ἀπὸ ἕνα μηχανικὸν τῶν καταστημάτων τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ πλοῖον λεπτομερέστερον καὶ καταλληλότερον, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ εἶμαι παραβέβαιος, ὅτι τὸ πλοῖον δὲν θὰ τὸ καταδικάσουν εἰς τοιαύτην ἀχρηστίαν, ὅπου τὸ κατεδίκασαν αἱ ἐπιτροπαί. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν Ἀμφιτρίτην· ὅταν ἀπέλθῃ καὶ τεθῇ εἰς τὴν δεξαμενὴν, οἱ τεχνῖται ἐκεῖνοι καὶ οἱ ναυπηγοὶ ἔχουν ἰδιαίτερον συμφέρον, δὲν ἔχουν τὸ συμφέρον τῆς καταλλήλου οἰκονομίας διὰ τὴν ἐπισκευήν· ὅταν τεθῇ εἰς τὴν δεξαμενὴν, ἐκεῖ θὰ μᾶς τὸ παραστήσουν καὶ αὐτὸ ἀναξιώτερον ἀπ’ ὅ,τι εἶναι· δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ φέρωμεν ὀπίσω, διότι τὰ χρήματα θὰ χαθοῦν ἐπὶ ματαίῳ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν θέλω νὰ τὴν καταδικάσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ἀχρηστίαν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ναυτικῶν νὰ λάβῃ πληροφορίας. Αὐτὴ ἡ Ἀμφιτρίτη ἐσύρθη ἄλλοτε εἰς τὴν ἀναβάθραν τοῦ ναυστάθμου· ἐὰν χρειάζωνται ἐλάσματα ἠμποροῦν νὰ τεθοῦν ἐκεῖ καὶ οἱ λέβητες καὶ εἰς τὸν ναύσταθμον ἠμποροῦν νὰ γείνουν καὶ εἰς τὴν Σῦρον. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ στείλωμεν ἐκεῖ, φρονῶ, πρῶτον νὰ δοθοῦν πληροφορίαι ἀπὸ τὰ δύω καταστήματα διὰ τὴν ἀναβάθραν καὶ τοὺς λέβητας, καὶ, ἐὰν θεωρηθῇ ἄξιον ἐπισκευῆς, νὰ ἐπισκευασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἄλλως νὰ ληφθῇ ἓν ἄλλο μέτρον διὰ τὴν διάλυσίν του.
§88ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι καὶ τώρα ἠμπορῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη παρατήρησις;
§91ΛΕΚΚΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν, κύριοι, εἶμαι ἐναντίος τῆς παραχωρήσεως τῆς ζητουμένης χρηματικῆς ποσότητος πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου «ἡ Ἀμφιτρίτη» διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς συνέλεξα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ πλοῖον αὐτὸ σχεδὸν εἶναι ἄχρηστον. Ἠκούσατε εὐθὺς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ εἶναι πάντα διαφορετικὸς παρὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ στόλον καὶ πολὺ περισσότερον διὰ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον χρησιμεύει. Τὸ πλοῖον αὐτὸ κατασκευάσθη, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς λαθρέμπορος πρὸς μεταφορὰν βαμβακίων κατὰ τὸν πόλεμον τῆς Ἀμερικῆς. Ἐτελείωσεν ὁ σκοπὸς, ἐνελιμενίσθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν καταδικασμένον ἀπὸ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν οὔτε ἕνα ἐπιβάτην νὰ μὴ δεχθῇ. Πρὸ τόσων ἐτῶν ναυπηγηθὲν πλοῖον, εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, τὸ ἠγοράσαμεν ἡμεῖς οἱ τόσον φρόνιμοι ἢ τόσον πλούσιοι! Τὸ ἐφέραμεν εἰς τὸν τόπον μας, καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί μανθάνω μετὰ λύπης μου; Τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν διὰ νὰ τὸ φέρουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς εἶχεν ἀποχαιρετήσει ἀπὸ τὴν ζωὴν ὁ κόσμος ἐκεῖνος ἐκεῖ. Τοιαύτης καταστάσεως πλοῖον ἐθεωρεῖτο ἡ Ἀμφιτρίτη, πρὶν τὸ ἀγοράσωμεν ἀκόμη. Τὸ ἠγοράσαμεν, τὸ ἔχομεν πέντε, ἓξ ἔτη· ἠξεύρετε ἀκόμη τί μοῦ λέγουν αἱ πληροφορίαι μου; ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι, ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἄδικον, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ ἔχω, ἀλλὰ δυστυχῶς μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχω δίκαιον. Τὸ πλοῖον αὐτὸ διὰ νὰ ταξειδεύῃ πρέπει ὡς ἔγγιστα νὰ ἔχῃ γαληνιαίαν θάλασσαν καὶ οὔριον ἄνεμον. Ἅμα τύχῃ καὶ συμπέσῃ νὰ ᾖναι προσήνεμον ἢ ὑπήνεμον, τὸ κοινῶς λεγόμενον σταβέντο ἢ σουφράνο, καὶ τύχῃ ἡ θάλασσα νὰ ᾖναι ἀγρία καὶ κυματώδης, ἠξεύρετε τί ἠμπορεῖ νὰ πάθῃ; ἢ τὸ κατάστρωμα νὰ καταντήσῃ εἰς τὴν θέσιν τῆς τρόπιδος ἢ νὰ διαῤῥαγῇ· τοιοῦτον λαμπρὸν πλοῖον, εἶναι αὐτό. Δι’ ἓν λοιπὸν τοιοῦτον πλοῖον, διὰ τὸ ὁποῖον πολὺ καλῶς σᾶς εἶπεν ὁ κύρ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ κάλλιστα ποιῶν ἐζήτησε πίστωσιν, ὡς γνωρίζων τὴν μεγάλην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ πλοίου, διότι, ἐὰν, ὃ μοὶ γένοιτο, συμβῇ τοιοῦτον δυστύχημα, τί λόγον θὰ δώσῃ; Λοιπὸν σᾶς λέγει, ὅτι θέλω χρήματα διὰ τοὺς λέβητας, διὰ τὴν ἰδικήν μου τὴν δουλειὰν, ἀλλ’ ἡμεῖς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν διαφορετικά· κάλλιστα, ὡς ὑπηρέτης τῆς πολιτείας, ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν του ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· ἐχάλασαν οἱ λέβητες, τὸ πλοῖον καταστρέφεται καὶ ἐγὼ ἔχω εὐθύνην ἀπέναντι τῆς χρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι ὡρισμένον, ἀλλ’ ἐγώ, ὁ κύριος, σκέπτομαι διαφορετικά, εἰς τοιοῦτον ἄθλιον πλοῖον δὲν σοῦ δίδω 130 000 δραχμὰς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, λέγω, ἀπεφάνθη, ὅτι δύναται εἰς τὸ διάστημα τῆς ζωῆς τῶν λεβήτων νὰ ζήσῃ καὶ αὐτό. Ναὶ, κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι καὶ κάπου ἀλλοῦ ὑπάρχουν εἰδικότητες, αἱ ὁποῖαι, ὅταν τὰς προσκαλέσητε νὰ θεωρήσητε τὴν οἰκίαν σας τὴν ἑτοιμόῤῥοπον ποτὲ δὲν λέγουν ὄχι, ἀλλὰ μάλιστα, νὰ τὴν ἐπισκευάσωμεν· ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν αὐλόθυραν, ἔρχονται εἰς τὴν στέγην, σᾶς κάμουν ὑπολογισμὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὴν δαπάνην εἰς ἣν ἠθέλετε ὑποβληθῆ ἐὰν κατεσκευάζητε νέαν οἰκίαν· σεῖς, ἐὰν ἦσθε ἀπερίσκεπτος, τὸ κάμνετε, καὶ μετ’ ὀλίγα ἔτη οὔτε οἰκίαν ἔχετε, οὔτε τὰ χρήματά σας. Τὸ ἴδιον κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πολὺ περισσότερον, κύριοι, ἐνισχύει τὴν ὑπόνοιάν μου, ἡ σατανικὴ ἰδέα νὰ σταλῇ τὸ πλοῖον εἰς τὴν Εὐρώπην· διατί; Κύριοι, ἐπιστήμονες εἰδικοὶ, πῶς τολμᾶτε νὰ εἴπητε τοῦτο, διὰ νὰ κατασκευάσωμεν νέους λέβητας καὶ σᾶς στείλωμεν εἰς Τεργέστην, καὶ νὰ συμβῇ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ναύαρχος, ἐὰν ὑπάγῃ ἐκεῖ, νὰ μὴ ᾖναι εἰς κατάστασιν τὸ πλοῖον νὰ ἐπανέλθῃ οὔτε μὲ τοὺς νέους λέβητας, καὶ ἴσως μείνῃ εἰς τὸν πέλαγος; Καὶ ἠξεύρετε ποῦ ἔγκειται αὐτὸ τὸ διατί; Νὰ κάμωμεν ταξείδια καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἐπιμίσθια. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν γνώσει ἐργάζονται ἢ, ἐάν δὲν ᾖναι αὐτὴ ἡ γνῶσις, ἔτι χειρότερα, διότι ζητοῦν νὰ μᾶς βιάσουν νὰ δώσωμεν ἄλλας 300,000 δραχμὰς, ἀφοῦ ὑπάγουν εἰς Τεργέστην, καὶ δειχθῇ ἡ κατάστασις τοῦ πλοίου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τῆς παραχωρήσεως αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ· καλλίτερον νὰ τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτὸ τὸ πλοῖον εἰς Πόρον δεμένον, ὁμοῦ μὲ ὅλα τὰ λοιπὰ σαπιοκάραβα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔκαμεν ἡ τύχη νὰ ἔχωμεν. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ὅταν δὲν εὐαρεθῆτε νὰ ἐγκρίνητε τὰς ἰδέας μου καὶ ν’ ἀποῤῥίψητε ἐν ἀρχῇ τὴν ζητουμένην χρηματικὴν δαπάνην, σᾶς ἱκετεύω ἡ ἐργασία νὰ γείνῃ εἰς τὸν Πόρον, ἢ τὴν Σῦρον, διὰ νὰ μείνουν τοὐλάχιστον τὰ χρήματα εἰς τὸν τόπον μας, ὅπου εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς κατασκευαζομένους λέβητας ἀξιολόγους· εἰς τὴν Σῦρον εἶδον προσέτι μηχανὰς, αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν ἐπίδειξιν εἰς τὴν ἔκθεσιν· καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦν τοὺς λέβητας τῆς Ἀμφιτρίτης ν’ ἀνανεώσουν, τοῦτο μοὶ φαίνεται παράδοξον! Δὲν εὑρίσκω ἄλλον λόγον παρὰ τὸν λόγον τῶν ἐπιμισθίων. Διὰ ταῦτα λοιπὸν, ἐὰν δὲν δεχθῆτε τὴν ἀπόῤῥιψιν κατ’ ἀρχὴν, τοὐλάχιστον ὡρισμένως ν’ ἀποφασίσητε ἵνα ἡ ἐργασία γείνῃ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ χρήματα νὰ μείνουν εἰς τὸν τόπον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§93ΥΠΟΥΡΓ. ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι.
§94ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ.
§95ΥΠΟΥΡΓ. ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Εἶπα, ὅτι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐὰν θέλητε καὶ σήμερον.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατὰ δευτέραν συζήτησιν νὰ ἐγερθῶσι.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔγεινε δεκτὸν κατὰ δευτέραν συζήτησιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας· πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει κανεὶς τὸν λόγον; εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις. Νὰ ἐξέλθουν οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια. Εἶναι κατὰ τῆς ἀρχῆς κανείς;
§100ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ γίνεται δεκτὴ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν. «Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν γίνεται διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικοῦ ἐντάλματος, στηριζομένου ἐπὶ ἐκθέσεως συντεταγμένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας.» Ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;
§102ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§103ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις περὶ τοῦ πνεύματος ὑπὸ τοῦ ὁποίου ὁρμωμένη ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὰς τακτοποιήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἔγεινε δεκτή.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ, κ. Σαράβα, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἐπειδὴ πρόκειται τώρα κατὰ πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ ἐπιτροπὴ, δύνασθε καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων νὰ κάμητε παρατηρήσεις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς τὸ γνωρίζετε· ὁ κ. Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§107ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον παρουσίασεν ἡ κυβέρνησις, καὶ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον τελειωτικῶς, εἶναι ὁμολογουμένως νόμος ἐξαιρετικὸς, διότι ἐξαιρετικὸν εἶναι καὶ τὸ κακὸν, εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συντελέσῃ. Τὸ κακὸν τοῦτο, κύριοι, εἶναι παραλυτικὸν τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι ἀναπεπταμένη σημαία ἀνταρσίας κατὰ τῆς νομίμου ἀρχῆς, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ δώσῃ πᾶσαν συνδρομὴν, ὅπως μαζὺ μὲ τὰ λοιπὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ βεβαίως ἡ κυβέρνησις, φθάσῃ εἰς τὸ ποθητὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαλείψεως ἑνὸς κακοῦ, τὸ ὁποῖον παραλύει τὴν δημοσίαν τάξιν· ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν ὅλα ταῦτα, ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει μία κοινωνικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία δεῖται ὅλως ἐξαιρετικῶν θεραπευτικῶν μέσων, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι καὶ τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα ὑπόκεινται εἴς τινας περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὅταν ὑπερβῶσιν, ἢ μαρτυροῦσι μίαν κατάστασιν κοινωνικὴν ὅλως ἀποσυνθετικὴν, ἢ ἀποτυγχάνουσιν ὅλως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν. Προκειμένου περὶ ἐκτάκτων μέτρων, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ἔκτακτα πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογα τῆς ἀνάγκης, καὶ δὲν πρέπει κατὰ δεύτερον λόγον νὰ ἀντίκηνται εἰς δικαιώματα καθιερωμένα ἀπὸ τὸν θεμελιώδη νόμον, καὶ εἰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι, καὶ ἂν δὲν ᾖναι καθιερωμέναι διὰ νόμου, ἀποτελοῦσιν ὅμως τὸ φυσικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του πᾶν νομοθετικὸν σῶμα, ὅταν νομοθετῇ. Διότι, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν παρανομεῖ μόνον, ὅταν ψηφίζῃ ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς μίαν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ θεμελιώδους, παραβιάζει ἐπίσης τὸ καθῆκόν της, ὅταν ψηφίζῃ ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ νεώτερος πολιτισμὸς, ἀδιάφορον ἂν αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν ᾖναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον. Αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τὰς πανδήμως ἀνεγνωρισμένας, ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἀπομακρυνθῇ οὐδεμία νομοθετικὴ ἐξουσία, χωρὶς νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ συμβαδίσῃ μὲ ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τοῦ δικαίου, αὐτὰς τὰς ἀρχὰς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅταν προέβη εἰς τὸ ἔργον της· ἤθελε καὶ ὤφειλεν ἐφ’ ὅσον δὲν προσβάλλονται αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ, νὰ τὸ πράξῃ, ἤθελε νὰ παραδεχθῇ ὅλας τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας διατάξεις, ὅλα τὰ ἔκτακτα ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τοῦ κακοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία μας μαστίζεται, οὐδέποτε ὅμως ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον ἢ οὐδόλως συντελοῦσιν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἢ ἀντίκεινται εἰς τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται πᾶσα νομοθεσία ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ὅταν εἶδεν ὅτι εἰς μίαν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία καθιεροῖ ἓν δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δρακόντειον, ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πλέον ἀπολύτῳ δικτατορίᾳ δὲν ἐτηρήθη, ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πλέον ἀνωμάλῳ καταστάσει ἡ πολιτεία ποτὲ δὲν ἀνέλαβε, τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγγέλλῃ θανατικὰς ποινὰς καθ’ ὡρισμένων προσώπων ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ὅταν εἶδε τὸ τρομερὸν τοῦτο δικαίωμα ἀπολύτως παραδιδόμενον εἰς διάθεσιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ μία ἐγγύησις τοὐλάχιστον πολὺ οὐσιώδης, ἡ ἐγγύησις ὅτι ἔπρεπε νὰ συνυπάρχῃ συνάμα καὶ ἡ γνωμοδότησις μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις, δὲν ἐδύνατο βεβαίως νὰ μὴ προβῇ εἰς μίαν τροποποίησιν. Ἐννοῶ τὸ ἄρθρον πρῶτον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπικήρυξις τῶν ληστῶν, ἥτις ἀπαγγέλλει θανατικὴν ποινὴν, γίνεται συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ἐντάλματος μὲν δικαστικοῦ, ἀλλὰ βασιζομένου εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τοὐτέστι μόνον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι ἅμα τὸ ἔνταλμα στηρίζεται ἀναγκαίως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καταντᾷ ἕνας ἁπλοῦς τύπος, ὅστις εἶναι ἓν ψεῦδος, διότι φαίνεται ὅτι διχοτομεῖ τὴν εὐθύνην τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἐνῷ ἔχει ὁλόκληρον τὴν ἐνέργειαν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἑπομένως ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιήσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐπικήρυξιν, εἰς τὴν ἀπαγγελίαν δηλονότι θανατικῆς ἀποφάσεως ἐναντίον πολίτου, ὅστις ἀκόμη δὲν ἐδικάσθη οὐδὲ κατεδικάσθη. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ εἶδε κατόπιν ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτείνουν τὴν αὐστηρότητα τῶν διατάξεων τοῦ ὑπάρχοντος ποινικοῦ νόμου ἀνωφελῶς, ἀσκόπως....
§108ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἀφίνετε, κ. Σαράβα, νὰ ὁμιλήσητε εἰς τὰ καθέκαστα;
§109ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἂν θέλῃ.
§110ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ὁρίστε.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς) ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, ἐξακολουθήσετε, κ. Σαράβα.
§113ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν εἶδεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπίτασιν εἰς ποινὰς καθιερουμένας ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, ὤφειλε κατὰ τύπον νὰ ἐξετάσῃ ἂν αἱ ποιναὶ αὗται ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της μίαν μεγάλην ἀρχὴν, τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν Γαλλικὴ Συνέλευσις ἀνεκήρυξεν, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ποιναὶ, εἰμὴ ὅταν ᾖναι ἀποδεδειγμένως ἀναγκαῖαι. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι καθιερῶσι ποινὰς μὴ ἐπαρκεῖς· ἀφοῦ ἐξήτασεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, εὗρεν, ὅτι οὐδέποτε ἠγέρθη παράπονον, ὅτι ἡ ληστεία μέχρι τοῦδε δὲν κατεδιώχθη ἀποτελεσματικῶς, διότι αἱ ποιναὶ, τὰς ὁποίας ὁ καθεστὼς ποινικὸς νόμος περιέχει, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Δὲν εἶχε λοιπὸν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ παραδεχθῇ ἐπίτασιν τῆς ποινῆς, ὅταν ἡ ἱστορία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δὲν ἀποδεικνύῃ τὴν ἀναγκαιότητα αὐτῆς, καὶ ἄνευ τῆς ἀνάγκης ταύτης οὐδεμία ἐπίτασις εἶναι ἐπιτετραμμένη νὰ γείνῃ. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὸ πολίτευμα ἀναγνωρίζει μὲν τὴν μεγάλην ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου εἶναι ἀπαραβίαστος, καὶ δὲν περιορίζεται εἰμὴ ὅπως οἱ νόμοι διακελεύουσι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, μὲ τοῦτο δὲν ἕπεται, ὅτι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ οἱουσδήποτε περιορισμοὺς εἰς τὸ ἄτομον, μὴ συμφώνους πρὸς τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Εὗρεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἡ ἐπιτροπὴ μίαν διάταξιν, νὰ τιμωρῆταί τις διὰ τὰ σφάλματα τοῦ ἄλλου, μόνον διότι συνέπεσε νὰ ᾖναί τις συγγενὴς λῃστοῦ, νὰ δύναται νὰ τὸν ἐκτοπίζῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχή· τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὴν σωματικὴν ποινὴν, διότι, ὅταν φυλακίζηταί τις, στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὅταν ἐκτοπίζηται, καταστρέφεται καὶ εἰς τὴν περιουσίαν του. Παρεδέχθη μολοντοῦτο τὸ λίαν αὐτὸ αὐστηρὸν μέτρον, τὸ περιοριστικὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀπαιτήσῃ ἐγγυήσεις τινάς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀφῃρεῖτο τὸ φυσικώτερον δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μὴ καταδικάζηταί τις, χωρὶς ν’ ἀκούηται. Καὶ ἐννοῶ μὲν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου, ν’ ἀπαγορευθῇ τῆς ἀναιρέσεως τὸ ἔνδικον μέσον, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς ἐρήμην δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν αὐστηρόν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ μετριάσωμεν τὴν ἀδικαιολόγητον αὐστηρότητά του καὶ παραδεχθῶμεν τὴν ἀνακοπὴν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ ἑνὸς ἄλλου μέρους τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον διὰ νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὸ ὡς μέσον πρὸς ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας; τὸ μέρος, κύριοι, ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἐπαναφέρομεν τὴν διαδικασίαν τῶν στρατοδικείων· διότι, κύριοι, ὅταν οἱ καθεστῶτες νόμοι ἀπῄτησαν, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν νὰ περιορίζουν ἰσοβίως, νὰ ἀφαιροῦν τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου καὶ τὸν καταστρέφουν εἰς ὅλα του τὰ δικαιώματα, νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀνακριτὴς συλλέγων τὰς ἀποδείξεις καὶ ἐκδίδων τὸ ἔνταλμα, ἓν δικαστικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παραπέμπῃ, ἓν συμβούλιον ἐφετῶν νὰ ἐπιθεωρῇ, εἷς δὲ εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν νὰ κατηγορῇ κοινοποιῶν κατηγορητήριον καὶ μάρτυρας ἐντὸς ὡρισμένων προθεσμιῶν κλπ. δὲν ἔπραξαν τοῦτο ἀσκόπως· ὅλαι αὗται αἱ διατυπώσεις δὲν ἐῤῥίφθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· ὅλαι ἔχουν τὸν τόπον τους καὶ εἶναι ἀναπόσπαστοι ἀπὸ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα. Πέρυσι πολλὰ παράπονα ἐξηγέρθησαν, διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον νὰ ὑπαχθῶσι τὰ ἐγκλήματα τῆς λῃστείας εἰς τὰ ἐφετεῖα. Ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο θαῤῥαλέον· διότι τέλος πάντων καθιεροῦτο μία διαδικασία, ἥτις ἦτο καθιερωμένη διὰ τὴν ἐκδίκασιν καὶ ἄλλων ὁμοειδῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, τὸ παρεισαγόμενον μέτρον εἶναι ὑπερφαλάγγισις τοῦ νόμου, ἢ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, καλπονόθευσις τοῦ νόμου. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ὅταν λέγωμεν ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁρίσωμεν τὰ τακτικὰ δικαστήρια πρὸς ἐκδίκασιν τῶν κακουργημάτων τῆς λῃστείας, ἀλλ’ ἀφαιροῦμεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν, ὑπερφαλαγγίζομεν τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα. Ὁ λῃστὴς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἅμα συλληφθεὶς, εἰσάγεται δι’ ἀπευθείας κλήσεως, εἰς οἷον ἂν ἐγκρίνῃ δικαστήριον κακουργιοδικῶν ὁ εἰσαγγελεὺς, δικάζεται καὶ καταδικάζεται αὐθωρεί. Εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι, ἐνῷ ἀνήκουσιν εἰς μίαν ἐποχὴν βαρβαρότητος, δὲν ἐννοῶ εἰς τί δύνανται νὰ συμβάλλωσι, διότι τὰ χρονικὰ τῶν δικαστηρίων μαρτυροῦν, ὅτι οὐδέποτε παρεπονέθη ἡ κοινωνία διὰ τὴν μὴ αὐστηρότητα τῶν ἐνόρκων, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ληστείας. Θὰ μοὶ ἀντιτάξουν τὴν βραδύτητα· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι παρέχουν ἀρκετὰ μέσα, ὥστε νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν πράξεων τούτων. Εἰς ἀπόδειξιν φέρω τὴν στυγερὰν πρᾶξιν τῶν Ἀρβανιταίων οἱ ὁποῖοι ἐντὸς μηνὸς ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν. Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀφαίρεσιν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι καὶ ἀναπόσπαστοι ἀπὸ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα. Ἐπίσης μίαν ἄλλην διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐπικηρυχθεὶς λῃστὴς δὲν ἔχει πλέον περιουσίαν, καὶ αὕτη μεταβαίνει εἰς τὸ δημόσιον, ἐκποιεῖται, διατίθεται ὑπὲρ τῶν λῃστευθέντων, καὶ κρατεῖ καὶ τὸ δημόσιον τὰ ἔξοδά του· τὴν διάταξιν αὐτήν, ἂν καὶ τὴν χρησιμότητά της ἀνεγνώρισεν ἡ ἐπιτροπή, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραδεχθῇ, διότι ἄντικρυς προσβάλλει μίαν ἀρχὴν τοῦ θεμελιώδους νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύεται. Ἐν ᾧ ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἀφήρεσεν αὐτὰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησε ἢ περιττὰς ἢ μὴ χρησιμευούσας εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου σκοπὸν ἢ ἀντικειμένας εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον δὲν ἐδίστασε νὰ παραδεχθῇ ὅλα τὰ λοιπὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα. Τοιοῦτον χαρακτῆρα φέρουσιν αἱ τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον προέβη εἰς αὐτάς, ἐμφορουμένη ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμφορεῖται σύμπασα ἡ Βουλή, τοῦ νὰ συντελέσῃ νὰ ἐξαλειφθῇ αὐτὸ τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς ληστείας, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν εὑρέθη σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ὅλα τὰ δι’ αὐτοῦ καθιερούμενα μέτρα δύνανται νὰ ᾖναι ἐπιτυχῆ. Ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἐπιφυλάσσομαι νὰ συμπληρώσω τὰς ἤδη ἐκτεθείσας παρατηρήσεις.
§114ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Σαράβας ἐχαρακτήρισε τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὡς αὐθαιρέτους, ὡς ἀδίκους, ὡς ἀστόχους. Τὴν ἀρχὴν ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. σαφέστερον, τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, οὐδόλως προσέβαλεν, οὐδόλως ἠμφισβήτησεν, ἀλλὰ μάλιστα ἐνέκρινεν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο, ὡς φρονῶ, ὑπάρχει ἀντίφασις. (θόρυβος, πολλοὶ ἵστανται ὄρθιοι.)
§115Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡσυχία, διότι δὲν ἀκούομεν.
§116ΤΙΝΕΣ. Πλέον δυνατά, κύριε ὑπουργέ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι, εἰς ἓν μέρος. Εἶναι νόμος ἀρκετὰ σπουδαῖος καὶ πρέπει ν’ ἀκούητε ὅλοι.
§118ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Διότι ἀναγνωρίζων τὸ μέγα τῆς ληστείας κακὸν συνομολογεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως εἰδικοῦ καὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου πρὸς περιστολὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸν ἐξαιρετικὸν αὐτὸν νόμον, δὲν θέλει νὰ τὸν μετρήσῃ μὲ τὸ ἀνάλογον ἐξαιρετικὸν μέτρον, ἀλλὰ μὲ τὸ κανονικὸν μέτρον, μὲ τὸ μέτρον τοῦ κοινοῦ δικαίου· θέλει τὸ ἐξαιρετικόν, ἀλλὰ τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο θέλει νὰ τὸ ὑπαγάγῃ εἰς τοὺς κοινοὺς κανόνας. Μ’ ἄλλας λέξεις δὲν θέλει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει, καὶ ἀνατρέπει ὅ,τι ἐπιζητεῖ. Βεβαίως, κύριοι, ἂν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ κρίνω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ τὸ καταπολεμήσω καὶ ἐγώ, ὡς τὸ κατεπολέμησε καὶ ὁ κ. Σαράβας· ἐγὼ μάλιστα προβαίνω περαιτέρω καὶ λέγω, ὅτι καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ στενοχωρίας καὶ μετὰ δυσκολίας καὶ μετὰ κόπου ὑποστηρίζω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ ἐν αὐτῷ καθιερούμεναι ἀρχαὶ ἐξεγείρουν τὰ αἰσθήματά μου· οὐδὲν ἧττον ὅμως ὑποστηρίζω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸ ὑποστηρίζω, διότι ὀφείλω νὰ τὸ ὑποστηρίξω· καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὑποστηρίξω, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων τὸ ἀπαιτεῖ. Μὲ τὸ μέτρον λοιπὸν τῆς ἀνάγκης πρέπει νὰ κρίνωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ὄχι μὲ τὸ μέτρον τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ὁ λῃστής, κύριοι, ἀνακηρύττεται ἀναφανδὸν ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας, ἀναπετανύει φανερὰ τὴν σημαίαν τοῦ πολέμου καὶ τίθεται ἑπομένως μετ’ αὐτῆς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸν λῃστήν, ὡς κοινὸν πολέμιον, καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἑπομένως κατ’ αὐτοῦ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐν πολέμῳ ἰσχύοντος δικαίου· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ λῃστοῦ καὶ πολεμίου....
§119ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§120ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Εἶναι τόσον ἄπειρος καὶ τόσον ψηλαφητή, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγχώρητον εἰς ἐμέ, ἂν ἤθελον ἐπιχειρήσει νὰ τὴν ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν. Οὐδὲν ἧττον δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ λῃστὴς δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς κοινὸς κακοῦργος· ἡ θέσις τοῦ λῃστοῦ ἔχει τι λίαν ἐξαιρετικόν, μετέχον τοῦ εἰρημένου χαρακτῆρος τοῦ πολεμίου. Τὸ ἐξαιρετικὸν δὲ τοῦτο ἀποδίδει εἰς τὴν λῃστείαν χαρακτῆρα λίαν σοβαρὸν καὶ λίαν ἐπικίνδυνον, ὅστις δικαιολογεῖ πληρέστατα ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον περιέχει κατὰ τῆς λῃστείας. Τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον ποινικὸν δίκαιον, κύριοι, ἐκρίθη ἀπ’ ἀρχῆς καὶ πάντοτε ὡς πρὸς τὴν λῃστείαν, ἀκατάλληλον καὶ ἀνεπαρκές· ἦτο δὲ ἑπόμενον νὰ κριθῇ τοιοῦτον, διότι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ξένης καταγωγῆς καὶ ἑπομένως ἀλλότριον τῶν ἡμετέρων περιστάσεων. Ὁ ξένος νομοθέτης, ὅστις δὲν ἐγνώριζε τὸν Ἕλληνα λῃστήν, εἶχε δίκαιον νὰ τὸν ἐκλάβῃ ὡς κοινὸν κακοῦργον· διότι καὶ ὁ γερμανικὸς νόμος ὡς τοιοῦτον τὸν ἐκλαμβάνει. Περὶ τῆς ἐν Γερμανίᾳ καὶ τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ ὑπαρξάσης ἄλλοτε λῃστείας, ἀναμνήσεις μόνον, καὶ αὗται λίαν ἀσθενῶς καὶ λίαν μεμακρυσμένως σώζονται σήμερον. Οἱ νομοθέται τῶν τόπων τούτων, μὴ γνωρίζοντες παρὰ τὸν κοινὸν λῃστὴν δὲν ἔχουσι παρὰ τοῦτον ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν γαλλικὴν νομοθεσίαν τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν Γαλ. ποινικὸν νόμον, δὲν ὑπάρχει ἡ λῃστεία ὡς ἰδιαίτερον ἔγκλημα. Ἡμεῖς ὅμως, οἵτινες ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τακτικὴν καὶ συστηματικὴν λῃστείαν καὶ γνωρίζομεν τὸν ἐξαιρετικὸν αὑτῆς χαρακτῆρα, ἐννοήσαμεν καὶ ἀνεγνωρίσαμεν πάντοτε τὸ ὁποῖον εἴχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, πρὸς ἀποτελεσματικὴν περιστολὴν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο δέ, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ἡ κοινὴ γνώμη πάντοτε ἐπεζήτησε τοιοῦτον νόμον, ὡς ἐπιμαρτυροῦν αὐτὰ αἱ πράξεις τῶν ἀλλεπαλλήλων κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ καιροὺς ἐπεξειργάσθησαν καὶ ὑπέβαλαν εἰς τὰς βουλὰς εἰδικὰ νομοσχέδια κατὰ τῆς λῃστείας. Εἰς τὴν λοιπὴν Εὐρώπην, κύριοι, εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτάκτων ἀταξιῶν καὶ ἐγκλημάτων, ὁποῖον παρίσταται παρ’ ἡμῖν τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας, ἐγίνετο ἢ καὶ γίνεται που ἀκόμη χρῆσις ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δικαστηρίων, διὰ τῶν ὁποίων εἰσάγεται καὶ ἐφαρμόζεται ἐξαιρετικὴ νομοθεσία, ἥτις βάσιν ἔχουσα τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ταχύτητα, ἐπιφέρει ταχέως τοῦ κακουργήματος τὴν περιστολήν· παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ κ. Σαράβας παρετήρησε, τὰ ἔκτακτα δικαστήρια καὶ τὰς ἐπιτροπὰς τὸ Σύνταγμα τὰ ἀπαγορεύει ἀπολύτως. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ὄχι μόνον ταῦτα ἀπαγορεύει, ἀλλ’ ἀποκλείει ἐπίσης καὶ αὐτὰ τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἀπὸ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς λῃστείας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα, εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐνόρκων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο ἐπίσης μεγάλων καὶ ἐπίσης σπουδαίων δυσκολιῶν· ἀφ’ ἑνὸς μὲν μᾶς ἐλαύνει ἡ ἀνάγκη, ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη πρὸς ἐκρίζωσιν ἢ τοὐλάχιστον περιστολὴν τῆς λῃστείας, ἥτις λυμαίνεται ἐξίσου καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας· ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ Σύνταγμα μᾶς δεσμεύει εἰς τὴν ἐπιχείρισιν τῶν καταλλήλων μέτρων, ὅπως δι’ αὐτῶν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοπουμένου. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ κάμωμεν; Ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τοῦτο· πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ κατορθώσωμεν τὴν δυνατὴν διαλλαγὴν τῶν ἀντιθέτων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐξηγήσαμεν. Καὶ εἰς τοῦτο δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπιτείνοντες τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐγκλήματος, καταδιώκοντες αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν γέννησίν του, εἰς αὐτὴν τὴν πηγήν του, ἥτις εἶναι ἡ συμμορία, καὶ ἀφ’ ἑτέρου συντέμνοντες τὴν διαδικασίαν καὶ ἐπιταχύνοντες τὴν ἐκδίκασιν. Αὗται εἶναι ἐν κεφαλαίοις, κύριοι, αἱ ἀρχαὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ πιστεύω, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν θέλει τὰς παραδεχθῆ, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων τὰς ἐπιβάλλει. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας, νομίζω περιττὸν νὰ τὰς πραγματευθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι εἰς αὐτὰς θὰ ἔλθωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν κατ’ ἰδίαν ἄρθρων.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου;
§122ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε.
§123Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν γένει εἶπε περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀπολείπεται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω πολλά. Θέλω δὲ περιορισθῆ εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ ὡς πρὸς τὴν πρώτην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαρουσίασε. Βεβαίως, κύριοι, ἀναγνωρίζω τοὺς ἀγαθοὺς σκοποὺς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς ἀγαθότητος, λησμονήσασα τὸ ἀντικείμενον καὶ τὰς περιστάσεις περὶ ὧν νομοθετοῦμεν. Ἐπιφυλάττομαι δὲ ἁρμοδίως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σαράβαν καὶ τῷ ἀποδείξω ὅτι ἡ λέξις καλπονόθευσις δὲν ἐφαρμόζεται εἰς ἐκείνους, οἵτινες φέρουν τὰς ἰδέας των εἰς τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς κοινωνίας......
§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν προτέβαλον κανένα· ἐγὼ ἐξέφρασα μίαν ἰδέαν γενικὴν, εἶπον ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ἡ καταγγελία, παρὰ νὰ μὴ ᾖναι ἐσκεμμένη.
§125Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστοῦμαι μὲ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ κυρίου Σαράβα, διότι δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς λογομαχίας, οὐδὲ νὰ συζητήσω τὰς σκέψεις του ὡς πρὸς εἰς ὅ,τι νομίζει ἀντιφάσκον πρὸς τὸν θεσμὸν τῶν ἐνόρκων. Ὁ κ. Σαράβας ἄλλοτε τὴν ἀναρμοδιότητα αὐτὴν τὴν καθιέρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του (θόρυβος), ἑπομένως δὲν ἐπίστευον τοιαύτην αὐστηρότητα πρὸς ὑποστήριξιν δῆθεν ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε κατεδίκασε. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν θέλομεν ὁμιλήσει συζητοῦντες κατὰ σειρὰν τὰς τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, θέλομεν ἐξετάσει τότε, ἂν ἀληθῶς ἀπεμακρύνθημεν τόσον πολὺ τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης καὶ τῶν κειμένων κανόνων καὶ ἀρχῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἴς τινα μέρη ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει δίκαιον, καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς θέλομεν νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον, δὲν θέλω ἀντιταχθῆ εἰς ὅ,τι προτείνετε κατά, ἀλλὰ θέλομεν τὸ παραδεχθῆ, διότι ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν ὅ,τι εἶναι συντελεστικὸν πρὸς τὴν περιστολὴν κακουργήματος, τὸ ὁποῖον κάμνει τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην λοιπὸν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι πρὸ 30 ἐτῶν οἱ λησταὶ ἐπικηρύττονται ἀπὸ μόνον τὸν νομάρχην ἢ τὸ ὑπουργεῖον. Εἶχε τὸ δικαίωμα μόνον ὁ νομάρχης νὰ ἐπικηρύττῃ ὅσους καὶ ὁποίους ἤθελε (θόρυβος), νὰ τοὺς κατατάττῃ εἰς τὴν τάξιν τῶν λῃστῶν, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπικηρύξεως νὰ τοὺς θέτῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου. Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἐξουσία τῆς διοικήσεως μοὶ ἐφάνη μεγίστη, λίαν αὐθαίρετος, λίαν ἐπικίνδυνος· κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, κύριοι, ἐνήργησαν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδὲ ἐμοῦ, οὐδὲ τοῦ κ. Σαράβα, ὅτε ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως......
§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὴ τὸ κάμνητε προσωπικόν.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν τὸ κάμνω προσωπικὸν, οὔτε ἔχω τοιοῦτον σκοπὸν, ὅταν προτάττω ὅτι καὶ ἐγὼ ὑπέπεσα εἰς αὐτὸ τὸ ἀτόπημα, ἂν ᾖναι τοιοῦτον· δὲν προσβάλλω, ἐπαναλαμβάνων τοῦτο καὶ διὰ τὸν κ. Σαράβαν (θόρυβος). Αὐτὴ ἡ ἐξουσία, κύριοι, μοὶ ἐφάνη λίαν ἐπικίνδυνος, καὶ λίαν αὐθαίρετος. Ἂν καὶ πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι ὑπουργοὶ ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λύσουν αὐτὸ τὸ ζήτημα, οὕτω ἤθελον σκεφθῆ. Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω ἐγγυήσεις τινὰς, ἔπρεπε νὰ περιστείλω τὸ αὐθαίρετον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ βαθμοῦ, καθ’ ὃν ὁ ληστὴς νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κακοποιῶν ἐπὶ πολὺ, χωρὶς νὰ δύναται ἡ κοινωνία νὰ τὸν καταδιώξῃ. Εἶπον ὅτι εἶναι κακὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου ἡ τύχη τοῦ πολίτου· εἶναι ὅμως κακὸν ἐπίσης νὰ ἐξέρχηταί τις ληστὴς καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὸν καταδιώξῃ ἡ κοινωνία μεχρισοῦ ἡ ἀνάκρισις ἐξαντλήσῃ τὰς ἀνακρίσεις καὶ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα· ἠξεύρετε ὅτι ἡ ἀνάκρισις πολλάκις βαδίζει βραδέως, καὶ ἠμπορεῖ τις νὰ ληστεύῃ ἐπὶ πολὺ, χωρὶς νὰ καταδιώκηται νομίμως. Λοιπὸν διὰ νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ ἄτοπα, ζητοῦμεν μίαν καταμήνυσιν ἀπὸ τρεῖς ἀρχὰς, ἀπὸ τὸν μοίραρχον, ἀπὸ τὸν νομάρχην καὶ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα. Ὅταν αὐταὶ αἱ τρεῖς ἀρχαὶ πεισθῶσιν, ὅτι ἐξῆλθέ τις εἰς τὸν ληστρικὸν βίον, καὶ ὅταν βεβαιώσουν τὸν ἀνακριτὴν ὅτι ὑπάρχει ὁ δεῖνα ληστὴς, ὅτι ὑπάγεται εἰς ἐπικήρυξιν, εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτὴν δύναταί τις νὰ στηριχθῇ, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἐγγύησις. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθημεν εἰς τοῦτο μόνον, ἀπαιτοῦμεν καὶ τὴν ἔκδοσιν δικαστικοῦ ἐντάλματος κατόπιν ὅλαι αὗται αἱ πράξεις πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἥτις θὰ προκαλέσῃ βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ νὰ ἐπικηρύττηται ὁ ληστής. Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι αἱ πληροφορίαι τῶν τριῶν αὐτῶν ἀρχῶν, αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας θέλει συλλέξει ὁ ἀνακριτὴς, αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ ἔρευναι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου διὰ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὸν βασιλέα, ὅτι εἶναι ἱκανὴ ἐγγύησις διὰ τὸν πολίτην. Οὕτως ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι δίδομεν ἀρκετὰς ἐγγυήσεις καὶ ἀποφεύγομεν τὰς μεγάλας χρονοτριβάς. Ἂν νομίζητε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ᾖναι ὀρθὸν, ἂν ἄλλο τι ᾖναι ὀρθότερον, ἂν ἡ ἀνάκρισις ὀφείλῃ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν τακτικὸν δρόμον της καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐνεργῆται ἡ καταδίωξις καὶ νομίσητε τοῦτο καλλίτερον, παραδεχθῆτέ το· ἀλλὰ αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ἔχει περισσοτέραν ἐγγύησιν, γεννᾷ μόνον ἀναβολήν· ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν δὲν εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον, ἂς παραδεχθῇ ἄλλο. Ἐθέσαμεν, κύριοι, τὴν λέξιν «δικαστικοῦ ἐντάλματος», διότι τὴν λέξιν αὐτὴν τὴν εὑρίσκομεν εἰς τὸ σύνταγμα. Καὶ ἰδοὺ διὰ τί ἐθέσαμεν αὐτὴν καὶ οὐχὶ τὴν λέξιν «ἐντάλματος συλλήψεως»· κατὰ τὴν δικονομίαν μας ἔνταλμα συλλήψεως, ἐκδίδεται κατὰ τῶν παρόντων, ἀλλὰ κατασχετήριον (ὁ ῥήτωρ διαλέγεται μετά τινων βουλευτῶν). Ἂν παραδέχησθε τοῦτο, δὲν ἔχομεν καμμίαν διαφωνίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατασχετήριον ἐκδίδεται, ὅταν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ (διάλογοι) ὁ κατηγορούμενος, ἐθέσαμεν τὴν λέξιν δικαστικὸν ἔνταλμα, δηλαδὴ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν τὸ σύνταγμα καθιερώνει, καὶ νομίζομεν ὅτι τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι ὑπ’ αὐτὴν τὴν λέξιν ἐννοοῦνται ὅλα τὰ εἴδη τῶν δικαστικῶν ἐνταλμάτων. Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τί τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη, ὅπως συνετάχθη, καὶ διὰ τί τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καλλίτερον ἐκείνου τῆς τροπολογίας· δίδει καὶ περισσοτέρας ἐγγυήσεις, συντέμνει τὰς προθεσμίας καὶ συντείνει περισσότερον εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.
§128ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπίτασις τὴν ὁποίαν τὸ ἔγκλημα τῆς ληστείας ἔλαβεν ἐσχάτως, διήγειρεν τὴν ἀπέχθειαν καὶ ὅλων ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους κατ’ αὐτῆς, καὶ παρέστησε δὲ τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως ἐκτάκτων μέτρων διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ πατρὶς νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην. Ἀλλ’ ὅσον μέγα καὶ ἂν ᾖναι τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιτάττει διὰ νὰ λάβωμεν ἔκτακτα μέτρα κατὰ τῆς ληστείας, ἄλλο τόσον ἐπίσης μέγα εἶναι καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει ὁ θεμελιώδης νόμος καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης πρὸς περιφρούρησιν ἐκείνων τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ τιμαλφέστερα εἰς αὐτὸν, τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς. Προκειμένου, κύριοι, νὰ καταδιώξωμεν τὴν ληστείαν, συνησθάνθην κἀγὼ, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, τὴν ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν ἐκεῖνον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ πάθῃ ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία ἢ τὰ δικαιώματα τῶν ἀθώων πολιτῶν. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούω, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀποκρούω δὲ συγχρόνως αὐτὸ οὔτε εἰς τὰ καθέκαστα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν ἐπαύξησιν τῆς τιμωρίας τῶν πράγματι ἐνόχων, ἢ καὶ τὴν πρόληψιν ἀκόμη τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρατρέξω ἐν σιγῇ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θέσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου πάντα πολίτην, κατὰ τοῦ ὁποίου συλλάβῃ ὑπονοίας ὅτι μετέρχεται τὸν ληστήν. Ὁ καταστατικὸς ἢ μᾶλλον ὁ θεμελιώδης νόμος ἡμῶν ὥρισεν, πῶς ὁ πολίτης κρίνεται, πῶς καταδικάζεται, καὶ ἔταξεν πρὸς τοῦτο τὰ τακτικὰ δικαστήρια· τὸ ἔκτακτον ὅμως τῶν περιστάσεων μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστῶμεν τῆς θεμελιώδους ταύτης ἀρχῆς πρὸς ὥραν, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τὴν ἐξάσκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπικήρυξις, κύριοι, τῶν λῃστῶν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόφασις καταδικαστικὴ, καὶ μάλιστα εἰς θάνατον, κατὰ παντὸς, ὅστις ἀπεκηρύχθη, διότι δίδει δικαίωμα εἰς πάντα ὅπως τὸν ἀποκεκηρυγμένον λῃστὴν καταδιώξῃ καὶ φονεύσῃ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπικήρυξις αὕτη ἐξησκεῖτο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλά, ὅπως ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα, σᾶς εἶπεν, ἡ ἐξάσκησις τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἄτοπος εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος· ἐὰν δὲ εἴχομεν ἓν τοιοῦτον σύστημα μέχρι τοῦδε, ἡ περίστασις αὕτη δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτό· δοθείσης δὲ ἀφορμῆς, ὀφείλομεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν πολίτην ἀπὸ πᾶσαν κατάχρησιν. Τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ, λέγει, ὅτι «ἡ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν γίνεται διὰ Β. διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικοῦ ἐντάλματος, στηριζομένου ἐπὶ ἐκθέσεως συντεταγμένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας.» Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ποῦ στηρίζονται αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἢ ποῦ δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπικηρύττουσαί τινα ὡς λῃστήν· εἰς πληροφορίας ἐξωδίκους, εἰς διαβεβαιώσεις οὐδὲν φερούσας ἐχέγγυον τῆς ἀληθείας αὐτῶν, καὶ πολλάκις προερχομένας ἐκ ποταπῶν παθῶν οὕτω δὲ, ἂν ὄχι βεβαίως ἐκ δόλου, τοὐλάχιστον κατὰ πλάνην, ἐπεκηρύχθησαν ἄνθρωποι ὡς μετερχόμενοι τὸν λῃστρικὸν βίον οἱ μηδεμίαν πρὸς τοῦτο δόντες ἀφορμήν. Τὰ τελευταῖα παραδείγματα μᾶς ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἄνθρωποι εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των, ἐντὸς τῆς κοινωνίας, ἀνεκηρύχθησαν ὡς λῃσταὶ· καὶ, ἄν τις χρώμενος τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν, ἐπέφερεν κακώσεις τινὰς κατ’ αὐτῶν, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ τιμωρηθῇ. Παραχωρῶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἀφαιρῶν αὐτὸ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα δηλ. τοῦ νὰ ἐπικηρύττῃ τοὺς λῃστὰς, τοῦ νὰ θέτῃ αὐτοὺς ἐκτὸς τοῦ νόμου, ἀλλὰ θέλω συγχρόνως ὥστε εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ μὴ ᾖναι ἀπόλυτος, ἤτοι νὰ δεσμεύηται τοὐλάχιστον ὑπὸ τῶν ὅρων καὶ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτροπὴ προτείνει. Ἴσως, κύριοι, ἤθελον προβῆ πόῤῥω τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελον ζητήσει, ἀντὶ ἐντάλματος, τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος, τὸ ὁποῖον, στηριζόμενον ἐπὶ ἐξετάσεως μαρτύρων δόντων τὴν διὰ χειραψίας ὑπόσχεσιν, δύναται νὰ παρέχῃ πλείονας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀληθείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φανῶ ὅτι, ἐγὼ καὶ πόῤῥωθεν θέλω νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, περιορίζομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν. Ἓν ἔνταλμα, κύριοι, ἁπλοῦν ἔνταλμα συλλήψεως, τὸ ὁποῖον οὔτε χρόνον πολὺν ἀπαιτεῖ, οὔτε δυσκολίαν δύναται νὰ γεννήσῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἓν ἔνταλμα ἁπλοῦν, ἀλλὰ προερχόμενον ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὄχι ὡς τύπον ἁπλοῦν ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐκδιδόμενον· διότι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον γράφει, τὸ ἔνταλμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ᾖναι, παρὰ ἁπλῆ συνέπεια τῆς αἰτήσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς· ἓν ἔνταλμα ζητῶ, ὅπερ νὰ δύναται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ν’ ἀρνῆται, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ ἐκδίδῃ ἅμα τῇ αἰτήσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ἄνευ ἐρεύνης τινὸς, ὅπως φαίνεται θεσπίζον τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἂν πιεζώμεθα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ἔστω κατ’ ἐλάχιστον, τὸν ἀθῶον πολίτην ἀπὸ ἀδίκου καταδιώξεως, καὶ περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰ καὶ δι’ αὐτῆς δὲν περιφρουρεῖται δεόντως ἡ ἀθῳότης. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ, μολονότι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου δηλοῦται μόνη, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ποινικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύονται καὶ ἐξηγοῦνται στενότατα καὶ κατὰ γράμμα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, λέγω, νὰ παρατηρήσω ὅτι, τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως πρέπει ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναφέρηται, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ πράξεως λῃστρικῆς· διότι ὅπως τὸ νομοσχέδιον λέγει «ἡ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν, γίνεται διὰ Β. διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικοῦ ἐντάλματος, στηριζομένου ἐπὶ ἐκθέσεως συντεταγμένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας,» δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ἐνῷ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι, ὁ ἐπικηρυχθησόμενος λῃστὴς πρέπει νὰ διαπράξῃ πρότερον πρᾶξιν λῃστρικὴν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ στηρίζεται τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως. Πρέπει δὲ τοῦτο νὰ διασαφισθῇ καθότι, ὅπως εἶπον, οἱ ποινικοὶ νόμοι, πρέπει νὰ ᾖναι ἀκριβεῖς, σαφεῖς, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ παρεξηγηθοῦν.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁρίζει τὴν πρᾶξιν.
§130ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον «ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικοῦ ἐντάλματος στηριζομένου ἐπὶ ἐκθέσεως συνδεδεμένης κτλ.» ἴσα, ἴσα αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ποινικῶν νόμων, πρέπει νὰ ᾖναι σαφεῖς.
§131ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς δὲν διέπραξε λῃστείαν, ἀλλ’ ἡνώθη μετ’ ἄλλων νὰ διαπράξῃ, κατὰ τοῦ τοιούτου νὰ μὴ γίνηται ἐπικήρυξις;
§132ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐπικηρυχθῇ χωρὶς νὰ πράξῃ λῃστείαν;
§133ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς ἐσύ.
§134ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Τσιριμώκου, βλέπω ὅτι οὗτος συγχύζει τὴν ἕνωσιν τὴν ἁπλῆν πρὸς διάπραξιν λῃστρικῆς πράξεως μὲ τὸν κεκυρηγμένον λῃστήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνώσεως, θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ τοῦτο θέλω πράξει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἑπομένου ἄρθρου. Περαίνων δὲ λέγω ὅτι, ἵνα ἐπικηρυχθῇ τις ὡς λῃστὴς, πρέπει οὗτος νὰ διέπραξεν ἤδη λῃστείαν, καὶ τὸ ἔνταλμα νὰ στηρίζηται ἐπ’ αὐτῆς· ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα οὐ μόνον ἀντικείμενα εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ γελοῖα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§136ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν, κύριοι, νὰ ἐκτραγῳδήσω τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἡ λῃστεία εἰς τὸν τόπον μας, καὶ τὴν ὠμότητα τῶν θηρίων αὐτῶν· ἄλλοτε ἐξετέλεσα τὴν ὀδυνηρὰν αὐτὴν ἀποστολὴν, τῆς ἰδιαιτέρας ἀτυχοῦς πατρίδος. Ἤδη ἔρχομαι μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον πάνυ εὐφυῶς καὶ ὀρθῶς ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχει ἡ λῃστεία διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ λῃστεία, κύριοι, ἐν ὀλίγοις εἶναι ἀνταρσία, καὶ ὁ λῃστὴς εἶναι ὄχι μόνον κακοῦργος, βλάπτων τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ ἐχθρὸς καὶ πολέμιος τῆς πολιτείας· αἴρει τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ στέμματος, οὐδεμίαν ἀρχὴν, οὐδένα νόμον ἀναγνωρίζει. Πολὺ ὀρθῶς ὁ λῃστὴς δύναται νὰ ἦναι ἐκτὸς τοῦ νόμου ὡς πολέμιος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Καὶ εἰς τὰ πράγματα ἐρχόμενοι εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, πάλιν περιττὸν νομίζω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ μακρῶν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Νὰ φέρω δὲ τὴν γνώμην μου ὅπως ἀνασκευάσω θεωρίας τινὰς περὶ ἐπικηρύξεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου κυρίου Σαράβα καὶ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μαντινείας. Οἱ ἔντιμοι φίλοι μου ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπικήρυξις εἶναι καταδίκη εἰς θάνατον· τὸ εἶπεν ὁ κύριος Σαράβας, τὸ ἐπανέλαβεν σχεδὸν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μαντινείας· ὅτι ἡ ἐπικήρυξις εἶναι πρᾶξίς τις, διὰ τῆς ὁποίας τίθεται ἐκτὸς τοῦ νόμου ὁ πολίτης, εἶναι ἐσφαλμένον καὶ νομικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς· ἡ ἐπικήρυξις δὲν χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς συλλήψεως, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸ δικαίωμα τοῦ φόνου· καὶ ἅμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, βεβαίως ἡ ἐπικήρυξις δὲν εἶναι καταδίκη εἰς θάνατον, δὲν εἶναι μάλιστα οὔτε καταδίκη ἡ σύλληψις. Ἡ ἐπικήρυξις, κύριοι, εἶναι ἁπλοῦν μέσον ἐκτελέσεως πράξεως δικαστικῆς, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει ἀφ’ ἑαυτῆς, οὐχὶ ἀντλοῦσα αὐτὸ ἀφ’ ἡμῶν.
§137ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§138ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, τὸ καθεστὼς παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον εἶναι· νόμος δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐν τούτοις ἴσχυε καὶ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, καὶ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Τί εἶναι ἐπικήρυξις; ἀμοιβὴ πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῆς πράξεως διδομένη ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἅμα ἐκδοθῇ ἡ ἐπικήρυξις, ἔχει συνέπειαν ὅτι ὁ λῃστὴς, καὶ φονεύεται· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ἐπικηρύξεως· ἡ ἐπικήρυξις ἐκδίδεται καὶ ἡ σύλληψις δυνάμει τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος ἐνεργεῖται. Ἀλλὰ ἡ ἐπικήρυξις ἐπηρεάζει τὴν ἔκδοσιν ἐντάλματος· τὴν ἐπικήρυξιν ὅμως ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ στέμμα, ἐξασκοῦν ἰδίαν προνομίαν. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ, ὅπως ἠξεύρει κάλλιστα. Ὁ φόνος, κύριοι, τοῦ λῃστοῦ πῶς γίνεται; γίνεται ἀνθισταμένου, καὶ τοῦτο καθιεροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει «Ὁ ἀνθιστάμενος ἔνοπλος φονεύεται». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, κύριοι, δὲν ἔχει τὶ ἔκτακτον· τὸ ἔκτακτον τὸ ὁποῖον ἔχει, εἶναι παῦσις τῆς ἐκτάκτου ἐξουσίας καὶ ἀντισυνταγματικῆς. Κανονίζομεν τὴν σύλληψιν, κανονίζομεν ἀκόμη τὸν φόνον, κατὰ τὰς ἀρχὰς τὰς καθιερωθείσας διὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας διέπεται τὸ κοινὸν δίκαιον. Ἡ σύλληψις γίνεται διὰ δικαστικοῦ ἐντάλματος· ὁ φόνος γίνεται ἐπὶ ἀντιστάσει. Τώρα εἶναί τις ἀμφισβητῶν τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας, τοῦ φονεύειν τὸν λῃστὴν ἀνθιστάμενον; ὄχι· διότι ἐν τῇ ἀντιστάσει, καὶ τὸ ἄτομον εἶναι ἐν ἀμύνῃ, καὶ ὄχι μόνον ἡ πολιτεία δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁ πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φονεύσῃ τὸν ἀντίπαλόν του εἰς ἄμυναν εὑρισκόμενος, χωρὶς νὰ τιμωρηθῇ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ μεγάλη πρόοδος τῆς ἐλευθερίας, ἡ καθιερωθεῖσα, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἐξασκουμένη ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς ἀποκηρύξεως, ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἰς τὴν ἀποκήρυξιν αὐτὴν ἐτέθησαν τρεῖς ἐγγυήσεις, ὑπὲρ τοῦ πολίτου, 1ον νὰ συντάττηται τὸ πρωτόκολλον ὑπὸ τοῦ νομάρχου, εἰσαγγελέως καὶ τοῦ μοιράρχου, 2ον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ ἡμῖν τὸ δικαστικὸν ἔνταλμα, 3ον τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκδίδῃ τὸ Β. Διάταγμα. Λοιπὸν δὲν δύναταί τις ἐλευθεριάζων νὰ παραπονῆται, καθῆκον μάλιστα ἔχει νὰ ἐπαινέσῃ, ὅτι γίνεται χρῆσις αὐτῶν τῶν μέσων, κατὰ τίνος πολίτου, κύριοι; κατὰ τοῦ λῃστοῦ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἡ ἐπικήρυξις τίθησιν ἐκτὸς τοῦ νόμου· ἐπαναλαμβάνω τοῦτο καὶ προκαλῶ τὴν συζήτησιν. Ἡ ἐπικήρυξις εἶναι δήλωσις ἀμοιβῆς, πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῆς πράξεως. Καὶ σημειώσατε, κύριοι, αὐτὴν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως νὰ κάμῃ· τόσον κανονικὴ εἶναι, καὶ δὲν λείπει ἀπὸ κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, καὶ διὰ περιστάσεις ὄχι παραπλησίας ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, καὶ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, οὐδεμία ἀνάγκη περαιτέρω ἀναπτύξεως. Συμπεραίνων δὲ, λέγω ὅτι, διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δίδονται ἐγγυήσεις, καὶ δὲν εἶναι ἔκτακτα μέτρα, διότι περιορίζομεν τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἡ κυβέρνησις εἶχεν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§140ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον, διαφωνῶ δὲ πρὸς τὰς θεωρείας τὰς ὁποίας τινὲς ἀνέφερον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡμίλησεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος ἐναντίος καὶ κατόπιν λαμβάνω τὸν λόγον.
§141ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂς μὴ χάνωνται, κύριε πρόεδρε, εἰς θεωρίας, οἱ λῃσταὶ ἀποκηρύττονται· αὐταὶ αἱ θεωρίαι εἶναι περιτταί. Ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀξιώσεις, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνθρώπων κοινωνικῶν, ἀλλὰ οἱ λῃσταὶ δίδουν τὰ σημεῖα τῆς ἀποκηρύξεως μόνοι των. Μέχρι τοῦδε, κύριοι, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκηρύχθη ἄνθρωπος κοινωνικὸν διάγων βίον ὡς λῃστής. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καὶ ἐὰν ποτὲ ἐδόθη ἀφορμὴ, ἐκ τῶν προτέρων τὸ παράπονον λέγω, δὲν εἶναι εἰλικρινές. Κατὰ συνέπειαν προσετέθησαν ἤδη νέαι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες μᾶς ἔφεραν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Τὸ ἄρθρον εἶναι λίαν καλῶς συντεταγμένον, καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ εἶναι προδηλοτάτη.
§142ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἐννοεῖτε, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· νομοσχέδιον ὅμοιον ἄλλοτε, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὢν, ὑπέβαλον περιέχον διατάξεις ἐκτάκτους. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε, εἴτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἴτε τὸ κατὰ τὸ 1869 ὑποβληθὲν, εἴτε τὸν κατὰ τὸ 1867 ψηφισθέντα νόμον, ἐὰν θελήσητε, λέγω, νὰ ἐξετάσητε τὰ νομοθετήματα ταῦτα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, τῶν ἀϊδίων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν ἡμετέραν ποινικὴν νομοθεσίαν, βεβαίως θέλετε ἰδεῖ ὅτι ταῦτα εἶναι ἄρνησις πάσης ἀρχῆς τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ, ὅπως κατήντησε σήμερον, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς λῃστείας ἔγινεν ζήτημα κοινωνικὸν, καὶ ἡ κοινωνία ὁλόκληρος, ἀπαιτεῖ μέτρα ἐξαιρετικὰ, μέτρα αὐστηρότατα, μέτρα ἴσως δρακόντεια. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τὰς καθιερωμένας εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη, καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν ποινικὴν νομοθεσίαν. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία τὸ προκαλεῖ. Τούτου οὕτως ἔχοντος, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθιέρωσιν ἀρχῶν συμφώνων μὲ τὸν ποινικὸν νόμον ἡμῶν. Θέλετε ἰδεῖ ἀρχὰς καθιερουμένας ἕνεκα περιστάσεων ἐξαιρετικῶν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου καθιερώνει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπικηρύξεως, ἢ ὅπως μέχρι τοῦδε ἡ νομοθεσία ἐκάλει τὴν ἐπικήρυξιν, τῆς ἀποκηρύξεως· καθιεροῖ ἀρχὴν, ἥτις διέπει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ 1840 καὶ 1841. Τότε, κύριοι, ἐξεδόθησαν κατὰ πρῶτον διατάγματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περὶ ἐπικηρύξεως, τότε εἶχε καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐκτελεστική· καὶ τὰ διατάγματα ταῦτα ἔμεινον ἐν ἰσχύει καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συντάγματος τοῦ 1844, καθὼς καὶ τοῦ 1864. Τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησε νὰ θέσῃ ἐγγυήσεις τινὰς εἰς τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς τὰς χεῖρας ὄχι μόνον τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ παντὸς νομάρχου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ κεντρικὴ ἐξουσία καθὼς καὶ οἱ νομάρχαι ἐξήσκησαν τὸ ἔκτακτον αὐτὸ δικαίωμα, χωρὶς νὰ γεννήσωσι παράπονα κατὰ τῆς ἐνασκήσεως αὐτοῦ· μόνον ἐσχάτως ἠκούσθησαν παράπονά τινα, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ νομῶν τινων, ἢ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἀπεκήρυξεν ἀνθρώπους ὡς ληστὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἐκτελέσει οὐδεμίαν ληστρικὴν πρᾶξιν· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι οὐδὲν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως· ὅμως εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὅτι εἰς διάστημα 30 ἐτῶν ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ καὶ φοβεροῦ μέτρου δὲν ἐγέννησε παράπονα. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ κατά τι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, καὶ ὡς ἐγγύησιν ἔλαβε δικαστικὸν ἔνταλμα, στηριζόμενον ἐπὶ ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικὴ ἐγγύησις, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ ἁρμόδιος δικαστικὸς ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἓν ἔνταλμα συλλήψεως, ὅταν γείνῃ ἔκθεσις ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας. Τὸ νομοσχέδιον φαίνεται ὅτι δὲν δίδει δυνητικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἀνακριτήν.
§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, δυνητικῶς τὸ ἐννοοῦμεν.
§144ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται καὶ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, τὸ ἐννοῶ· ἄλλως, καθὼς εἶναι τὸ νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δίδει τὴν δύναμιν αὐτὴν, ἀλλὰ λέγει ὅτι ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ.
§145ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ, ἐὰν θέλῃ, στηριζόμενος εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν.
§146ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνητικὸν, ἐὰν μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἁρμοδίου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς μοίρας, τότε δὲν ἀνθίσταμαι κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ τεθῇ ἡ ἐξήγησις αὕτη, διότι ἄλλως δὲν φαίνεται καθαρῶς.
§147ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀσάφεια.
§148ΖΑΪΜΗΣ. Μέχρι τοῦδε, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ἤρκει μόνον ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν ἢ προκήρυξις ἑνὸς νομάρχου διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐπικήρυξιν· σήμερον ὅμως τίθενται τρεῖς ἐγγυήσεις· τίθεται πρῶτον ἡ ἐγγύησις τῆς ἐκθέσεως· δεύτερον τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος· καὶ τρίτον Βασιλικ. Διατάγματος. Μέχρι τοῦδε Β. Διατάγματα δὲν ἐξεδίδοντο κατὰ τὴν νομοθεσίαν, παρ’ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ λῃστῶν πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως· σήμερον ὅμως καὶ περὶ παντὸς λῃστοῦ πρέπει νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, ὥστε ὑπάρχει ἐγγύησις καθ’ ἑνὸς δικαιώματος ἐκτάκτου καὶ τρομεροῦ· διότι ἡ ἐπικήρυξις, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπιφέρει τὸν φόνον, καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ῥοντήρης. Ἡ ἐπικήρυξις ἀνοίγει εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ φονεύσῃ τὸν ἐπικηρυττόμενον διὰ Β. διατάγματος λῃστήν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ ὁ ἴδιος ὁ νόμος καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 ἔχοντι οὕτως· «διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν, τὴν σύλληψιν ἢ τὸν φόνον ἑκάστου λῃστοῦ ὁρίζεται διὰ τοῦ περὶ ἐπικηρύξεως διατάγματος χρηματικὴ ἀμοιβὴ καὶ καθεξῆς». Ἐννοεῖται ὅτι ὁ νόμος εἶναι προφανής· ἡ ἐπικήρυξις εἶναι παράδοσις τοῦ ἐπικηρυττομένου εἰς τὴν ἐκδίκησιν τῆς κοινωνίας, ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε πολὺ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ δικαίωμα, καὶ ἠδύνατο βεβαίως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐλάχιστον δικαίωμα, ἐὰν ἦτο καθὼς ὁ κ. Ῥοντήρης τὸ ἐθεώρησεν, καὶ ὄχι, ὡς εἶναι, ἔκτακτον καὶ τρομερὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ νόμος. Τῆς ἐπιτροπῆς ἡ τροπολογία παρέχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις. Ἐὰν ὅμως τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνθίσταται εἰς τὰς ἐγγυήσεις τὰς περισσοτέρας, διότι νομίζει ὅτι ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν ἐγγυήσεις περισσότεραι ὑπὲρ τῶν τεράτων αὐτῶν, βεβαίως θὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σαράβας.
§150ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου δύο λέξεις μόνον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε·
§152ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ φαίνεται ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἐκφράσεως νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου· διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ χωρίσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀνακριτοῦ ἐκδιδόντος ἔνταλμα συλλήψεως ἢ κατασχετήριον ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου καὶ τῶν λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι γνωμοδοτοῦν ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐπικηρύξεως. Ἀπῄτησε δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὅπως ὑπάρχουν δύο γνῶμαι ἡ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἡ ἑτέρα γνώμη ἡ τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ ἐκδιδόντος τὸ ἔνταλμα, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον φαίνεται ὅτι ὁ ἀνακριτής, ἅμα ὁ νομάρχης μετὰ τῶν λοιπῶν καταστρώσῃ πρωτόκολλον ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐπικηρυχθῇ τις λῃστής, ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα. Εἶπε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐκδιδόντος τὸ ἔνταλμα, ᾖναι ἀναγκαία, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τῆς κρίσεώς του· ἐὰν δὲν ᾖναι ἀναγκαία, εἶναι περιττή. Τώρα κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι δυνητική, τοὐτέστι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τότε δὲν ἐννοῶ διατί νὰ διατηρήσωμεν μίαν ἔκφρασιν, τὴν τοῦ σχεδίου, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις· διότι ὅταν πρόκηται νὰ ἐκφρασθῇ ὁ νόμος δὲν ἠμποροῦν βεβαίως νὰ ἔχουν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν των τὰ πρακτικά μας. Ἑπομένως νομίζω ὅτι εἶναι καλόν, ἀφοῦ παραδέχεται κατ’ οὐσίαν τὴν τροπολογίαν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τροποποιηθῇ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὥστε νὰ φαίνηται ὅτι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, πρέπει νὰ ᾖναι καθαρῶς διακεκριμένη ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῄρεσε μόνον τὸ στηριζομένου, ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἔκφρασις αὐτή, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἔννοιαν ἤμεθα σύμφωνοι.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς συνίσταται εἰς τὴν λέξιν στηριζομένου.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς τοῦτο· ἡμεῖς μὲν θέλομεν, ὅταν ὁ ἀνακριτὴς νομίζῃ ἀρκετὸν τὸ πρωτόκολλον, νὰ ἐκδίδῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ἔνταλμά του· ὅταν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ ἄλλας πληροφορίας, νὰ ζητήσῃ αὐτὰς· νὰ χρησιμεύσῃ ὅμως αὐτὸ ὡς βάσις.
§155ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀπεδώσαμεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος πρωθυπουργός· θεωρῶ δὲ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τούτου προτιμότερον τοῦ κειμένου τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς περιέχον μείζονας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ ἐπικηρυττομένου, διότι κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς αἱ δύω ἐνέργειαι, ἤτοι ἡ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συγκειμένης ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, τὸν νομάρχην καὶ τὸν μοίραρχον, καὶ ἡ τοῦ ἀνακριτοῦ, βαίνουν παραλλήλως, κεχωρισμένως γινόμεναι, ἐνῷ κατὰ τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως αἱ δύω εἰρημέναι ἐνέργειαι ἔχουσιν ὑπάλληλον ἑνότητα· ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται πρῶτον, συλλέγουσα τὰς περὶ τῶν λῃστῶν πληροφορίας· κατόπιν ἔρχεται ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν ἐκείνην τὴν συμπληροῖ· ὥστε, ὅπως ἔχει τὸ κείμενον εἰς τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως, εἶναι πολὺ προτιμότερον ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Μίαν ἐξήγησιν θεωρῶ ἀκόμη ἀναγκαίαν πρὸς ἄρσιν πάσης τυχὸν ἀμφιβολίας περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἂν καὶ ἦναι ἀληθὲς, καθὼς παρετήρησεν ὁ κύριος Σαράβας, ὅτι εἰς τὸν ὅρον τοῦ «ἐντάλματος συλλήψεως» περιέχεται καὶ τὸ κατασχετήριον, ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν δικονομίαν μας, τὸ κατασχετήριον ἐκδίδεται εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀπὼν καὶ ἀγνοεῖται ὁ τόπος τῆς διαμονῆς του, ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου πάντοτε θέλει εἶσθαι οὗτος ἀπὼν, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐπεκηρύττετο, προκειμένου δὲ περὶ λῃστοῦ, θὰ ὑπάρχῃ ἐνταυτῷ καὶ ἡ προφυλάκισις ἐπιτετραμμένη, τοῦθ’ ὅπερ, ἀπαιτεῖται ἵνα ἐκδοθῇ κατασχετήριον, θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν διασάφισιν, ὅτι διὰ τοῦ ὅρου «δικαστικοῦ ἐντάλματος» ἐννοοῦμεν ἰδίως τὸ κατασχετήριον καὶ τοιοῦτον θὰ ἐκδίδῃ ὁ ἀνακριτής.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐμμένει εἰς τὸ κείμενόν της;
§157ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ εἶναι τὸ αὐτὸ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τῶν ὑπουργῶν, τὸ ἀποσύρει.
§158ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικά.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορήσητε τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς;
§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὰς ἀνωτέρω ἐξηγήσεις ἡ ἰδέα τῆς ἐπιτροπῆς συμπίπτει μετὰ τῆς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ πλέον τῶν δέκα βουλευτῶν, καὶ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν.
§162Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Μὰ, κ. πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§163ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν ἐξηγήσεις ἀρκετὰ σαφεῖς, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὡς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ εἶναι δυνητικὴ ἡ ἐξουσία τοῦ ἀνακριτοῦ. Αὐτὸ ζητεῖ ἡ ἐπιτροπή, λοιπὸν εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τροπολογία.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐννοῶ πολὺ καλὰ νὰ θεωρήσω τὴν διασάφισιν τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς διασάφισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν διασάφισιν ἑνὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρήσω ὡς διασάφισιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐδῶ εἶναι ὑπογεγραμμένα 15 μέλη.
§165ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι 15 ὑπογεγραμμένοι. Εἶναι τροπολογία καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ.
§166ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπε καθαρῶς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι δυνητικὴ δὲν ἐπιμένομεν πλέον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα τὸ λέγετε. Προτήτερα δὲν τὸ εἴπατε. Εἶναι 15 μέλη ὑπογεγραμμένα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀντιπροσωπεύετε τὴν ἐπιτροπήν.
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει εἰσηγητὴν καὶ πρόεδρον· ὅταν λοιπὸν αὐτοὶ συμφωνοῦν μὲ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περιττὸν νὰ γίνηται πλέον ψηφοφορία.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. Πλὴν τῶν τεταγμένων κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ληστείας ποινῶν, πᾶσα ἕνωσις δύο ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθεισῶν, ἐπάγει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου μὲν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν, τὴν τῶν ἰσοβίων δὲ δεσμῶν κατὰ τῶν συμμοριτῶν. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς, ἂν πρὸ πάσης λῃστρικῆς πράξεως ἀποστῶσι τῆς ἑνώσεως καὶ συνάμα καταγγείλωσιν αὐτήν· ἄλλως τιμωροῦνται διὰ τῆς ποινῆς τῆς ἀποπείρας τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων. Μὲ θάνατον τιμωρεῖται πᾶς λῃστὴς ἐνόπλως ἀνθιστάμενος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἄλλο ἄρθρον;
§171ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρεδέχθη διόλου τὴν ά. παράγραφον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παραδέχεται μόνον τὴν βʹ. παράγραφον· «Μὲ θάνατον τιμωρεῖται πᾶς λῃστὴς ἐνόπλως ἀνθιστάμενος.» Ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;
§173ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγώ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§175ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ παρεξηγήθη εἰς τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Μακρὰν οἱασδήποτε σκέψεως ἄλλης, παρὰ μόνον τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος καὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξέφρασε τὴν γνώμην της καὶ εἰργάσθη μετὰ τοσαύτης ὁμοφροσύνης, ἀσχέτως οἱωνδήποτε ἰδεῶν, καὶ οἱωνδήποτε πολιτικῶν φρονημάτων, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ μὲ ἔκαμεν ἀπορίαν νὰ βλέπω παρεξηγούμενον τὸ ἔργον αὐτῆς, καὶ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι εἰς ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ῥίπτουν ἀφορμὰς διχονοιῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος. Ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα προέβησαν αἱ παρεξηγήσεις, ὥστε ὅλας τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς τὰς ἀπέδωσαν εἰς ὑπερβάλλουσαν ἀγαθότητα. Ὀφείλομεν νὰ εὐχαριστήσωμεν διὰ τὴν μεγάλην συγκατάβασίν του τὸν κύριον πρόεδρον ὅτι, δὲν μᾶς εἶπε κἄτι τι βαρύτερον· δὲν εὑρίσκω τῇ ἀληθείᾳ τοὺς λόγους τῶν τοιούτων προκλήσεων καὶ ἐσκεπτόμην ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσω λαμβάνων μέρος εἰς συζήτησιν, ὅπως ἀποφύγω πᾶσαν παρεξήγησιν. Ἐρχόμενος ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι εἰς παρεξηγήσεις, νὰ πιστεύσωσιν ὅτι αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας ἐκφράζομεν, ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα πεποιθήσεων, μακρὰν οἱασδήποτε πλαγίας ἰδέας. Κατὰ τὸ Βον ἄρθρον, ὅταν δύω ἢ τρεῖς ἑνωθῶσι κατὰ συμμορίαν πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς τῆς ἑνώσεως τιμωρεῖται μὲ θάνατον, τροποποιεῖται δηλονότι ἡ ἀντίστοιχος διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλομένης τῆς αὐστηροτάτης τῶν ποινῶν. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, ὅτι ὅταν ἐπροτείναμεν τροπολογίας, ὅταν τὰς ὑποστηρίζωμεν, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι εἰς νόμον, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐξαιρετικόν, πρέπει νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοῦ δικαίου· διότι τοῦτο θὰ εἴπῃ ἐξαιρετικὸς νόμος τὸ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν, τὸ ἐπαναλαμβάνω δευτέραν φορὰν, νὰ ὑπερβῶμεν τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης, καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑπερβῶμεν τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης, δὲν πολεμοῦμεν βεβαίως ἕνα νόμον ἐξαιρετικὸν οὔτε τὸν ὑποβάλλομεν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου· διότι, ὅταν παραδεχώμεθα ἀνάγκην, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ δεύτερον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, ἢ προσβάλλουσι θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Τώρα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξητάσθησαν αἱ διάφοροι διατάξεις καὶ ἐπηνέχθησαν αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Ἡ ἀπάλειψις τοῦ Βου ἄρθρου ὀφείλεται εἰς τὸν πρῶτον λόγον, ὅτι δηλ. εἶναι ὑπὲρ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης. Τὸν Βον ἄρθρον καθιεροῖ μίαν ποινὴν, κύριοι, μοναδικὴν, μίαν ποινὴν, ἡ ὁποία μὲ ὅλην τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι εἰς τὸ ἔγκλημα αὐτὸ, μοὶ ἐμπνέει φρίκην, ὅταν συλλογίζωμαι ὅτι μόνον, διότι εἶχε τις σκοπὸν νὰ ἐκτελέσῃ πρᾶξιν ἀξιόποινον καταδικάζεται εἰς θάνατον, καὶ ἐν ἐποχῇ μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν παντοῦ γίνονται εὐγενεῖς προσπάθειαι, ὅπως ἡ θανατικὴ ποινὴ περιορισθῇ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας περιστάσεις! Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δύναταί τις νὰ παραβλέψῃ, ἐὰν μᾶς ἀπεδείκνυον τοὐλάχιστον τὴν σκοπιμότητα ἢ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ποινῆς.
§176ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§177ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν διατηρῆται ἡ λῃστεία, διατηρεῖται, διότι δὲν ἠξεύρει ὁ ἀρχηγὸς τῆς λῃστρικῆς συμμορίας, ὅτι ἐὰν συλληφθῇ, θὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον; Μὰ πρὸς Θεοῦ! ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναπετανύει τὴν σημαίαν τῆς ἀνταρσίας, κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτὸς θὰ ἀποτραπῇ νὰ γίνῃ λῃστὴς, ἐὰν τὸν ἀπειλήσητε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἕνωσις θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον; Ἀναγκάζεται εἰς πολλὰς περιστάστεις ἡ κοινωνία νὰ τιμωρήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν μὲ αὐστηροτάτην ποινὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀποδεδειγμένη ἀνάγκη, διότι ἅμα δὲν ὑπάρχῃ ἀποδεδειγμένη ἀνάγκη, εἶναι μία ἀνήκουστος βαρβαρότης, καὶ βαρβαρότης ἀνήκουστος εἶναι νὰ καταδικασθῇ τις εἰς κεφαλικὴν ποινὴν μόνον διὰ μίαν ἐγκληματικήν του ἀπόφασιν. Λοιπὸν τὴν ἀνάγκην δὲν τὴν εἴδομεν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιτείνοντες τὴν ποινὴν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς συμμορίας, δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι ἠθέλομεν ἀποτρέψει αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Δὲν τὴν ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, εἶναι μία ἀλήθεια πανθομολογουμένη, ὅτι τὸ ὑπέρμετρον τῶν ποινῶν φέρει εἰς τὴν ἀτιμωρισίαν, καὶ βεβαίως ὅστις ἐσπούδασε τὰ αἰσθήματα, καὶ τὰς ἰδέας, καὶ τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι τὰ κακουργιοδικεῖά μας ἐπείσθη περὶ τούτου. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Ἕλλην ἔνορκος νὰ καταδικάσῃ εἰς θάνατον μόνον καὶ μόνον διότι τινὲς μάρτυρες λέγουν ὅτι ἀνέλαβέ τις τὴν ἀρχηγίαν ἑνώσεως πρὸς λῃστείαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ὠμότητος, τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχει αὐτὴ ἡ ποινὴ ἐπιβαλλομένη εἰς ἔγκλημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετελέσθη ἀκόμη, εἶναι καὶ ἄσκοπος. Προσέτι θὰ ὑποβάλω ἄλλην παρατήρησιν ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ὁποία μοὶ ἔκαμεν πολλὴν ἐντύπωσιν. Εἶπεν ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς λίαν πεπειραμένον ὅτι εἶναι ἀνωφελὴς ἡ ἐπίτασις τῆς ποινῆς, διότι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν δὲν ἐκλέγονται, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν λαμβάνουν τὴν ἀρχηγίαν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν λῃστρικῶν πράξεων. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διακρίνεται, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἐπονείδιστον στάδιον, λαμβάνει τὴν ἀρχηγίαν. Λοιπὸν εἶναι ὅλως μάταιον νὰ θέσωμεν μίαν τοιαύτην διάταξιν εἰς τὸν νόμον, εἰς καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη αὕτη, διότι ἀναντιῤῥήτως ὁ ἀρχηγός, ὕστερον ἀπὸ πολλὰς λῃστρικὰς πράξεις θὰ ἀποδειχθῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ᾖναι ἔνοχος πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας θὰ καταδικάζεται εἰς θάνατον. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ μόνη τροποποίησις τὴν ὁποίαν φέρει αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἰς τὸν ἰσχύοντα ποινικὸν νόμον· αἱ δὲ λοιπαὶ ἐν αὐτῷ ἐκφραζόμεναι ἰδέαι εὑρίσκονται ἐντελέστερον ἐκπεφρασμέναι εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἑνὶ λόγῳ, κύριοι, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει τοῦ τί ὑπάρχει, καὶ νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν τὸ ὑπάρχον δὲν ᾖναι ἐπαρκὲς καὶ πρέπῃ νὰ μεταβληθῇ. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας χωρὶς νὰ διαπράξῃ ἔγκλημα τιμωρεῖται μὲ ἰσόβια δεσμά. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ποινὴ εἶναι ἐπιεικὴς καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐπιτείνωμεν ἀνυψοῦντες αὐτὴν εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον, τοὐτέστι ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται θανατικὴ ποινὴ εἰς πάντα ἀρχηγὸν συμμορίας, πράξατέ το· τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας, καὶ μετ’ ἐμοῦ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸ τῶν ποινῶν εἶναι περιττὸν, ὅταν οὐδένα ἔχῃ σκοπόν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§179ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κυρίως, κύριοι, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν προτήτερα νὰ σᾶς εἴπω τίποτε ἔκτακτον δὲν κεῖται ἐν τῇ ἐπικηρύξει· ἡ ἐπικήρυξις δὲν εἶναι καταδίκη εἰς θάνατον. Τὸ ἔκτακτον εἶναι ἐδῶ, ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικός. Τί δὲ εἶναι αὐτός; εἶναι ἀλλοίωσις τῆς οὐσίας, εἶναι ἐπίτασις τῆς ποινῆς; δηλ. πλάττομεν ἔγκλημα μὴ ἀναγνωριζόμενον ἕως τώρα; Διϊσχυρίζομαι, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς συμμορίας εἶναι ἤδη ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ἡ συμμορία θεωρεῖται κακούργημα ἄνευ πράξεως καὶ τιμωρεῖται ὡς τοιαύτη. Καὶ ἤδη τελευταῖον τὸν λόγον ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοιαύτης συμμορίας τιμωρεῖται μὲ δεσμὰ διὰ βίου ἄνευ πράξεως. Κύριοι, δὲν ταράττομεν τὸ καθεστὼς παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ ὑπουργείου ὡς ἔχει, ἁπλῶς ἐπιτείνομεν τὴν ποινὴν τῶν δεσμῶν διὰ βίου ἢ τῶν προσκαίρων δεσμῶν εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, καὶ ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν, ἂν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἶναι ἀνάλογος κατὰ τοῦ συμμορίτου. Κύριοι, ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν σχεδὸν ἄγνωστος ἡ λῃστεία, εἰς τὴν Γερμανίαν ἔχουσιν ἰδέαν τινὰ, ἀλλὰ, προσθέτω, ὅτι οὐδεμίαν ὁμοιότητα ἔχει ἡ ἐν Γερμανίᾳ λῃστεία μὲ τὴν ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξασκουμένην ἐν Ἑλλάδι λῃστείαν τῆς συμμορίας. Κατὰ τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἡ ποινὴ ἐπιτείνεται ἀναλόγως τῆς μοχθηρίας τοῦ κακούργου, ἀναλόγως τῆς ἐπιμονῆς καὶ τοῦ κινδύνου, καὶ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι θανάτου, ἂν τὸ ἔγκλημα ἐπήγαγε κίνδυνον ζωῆς. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν συμμορίαν λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπισήμως, οὕτως εἰπεῖν, ἐτέθησαν ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, τῆς πολιτείας καὶ τοῦ νόμου, καὶ ἔχουσιν ἤδη προγεγραμμένην τὴν ζωὴν παντὸς πολίτου. Ἐπαναλαμβάνω χιλιάκις, ὅτι ὁ λῃστὴς ἔχει προγεγραμμένην τὴν ζωὴν παντὸς τιμίου πολίτου. Ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας, διότι δὲν εἶναι εἷς ὁ ἐπιτιθέμενος, εἶναι πλέον τῶν τριῶν, εἶναι συμμορία· καὶ ὅταν ᾖναι τρεῖς, εἶναι πλειότεροι τοῦ ἑνὸς, καὶ ὁ διαβάτης εἶναι πάντοτε εἷς. Ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας καὶ εἶναι φανερὸν ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῶν παθημάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ μοχθηρία, καὶ ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡ τόλμη εἶναι ἄπειρος· ὥστε δυνάμεθα νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν ποινὴν εἰς τὸ μέτρον τὸ ἐν Γερμανίᾳ, διότι ἐκεῖ ἡ μοχθηρία, ἡ ἐπιμονὴ, ὁ κίνδυνος εἶναι ἐλάχιστος. Ὁ λῃστὴς ἐκεῖ γίνεται ἄφαντος ἅμα ἐμφανίζεται ἡ ἀστυνομία, ἐδῶ ἀνθίσταται, καὶ ἐὰν ἐμφανισθῇ, οὐδὲ τὴν ὑπολογίζει· ἐκεῖ ὁ λῃστὴς δὲν ἀνθίσταται κατ’ ἐνόπλου στρατοῦ, ἐδῶ ἐνεδρεύει τὸν στρατὸν, φονεύει πολίτας, φονεύει στρατιώτας, φονεύει ἀξιωματικούς. Ἐκεῖ κρύπτεται, ἐδῶ δὲν κρύπτεται, ἀλλ’ ἐμφανίζεται, ἐκεῖ τρέχει εἰς τὰ δάση, εἶναι, ἄγνωστος, ἐδῶ λέγομεν ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα λῃστής. Κύριοι, κατὰ τὸ ἐν Γερμανίᾳ ἰσχύον δίκαιον ἡ χρῆσις ὅπλου εἰς χεῖρας λῃστοῦ δὲν εἶναι στοιχεῖον τῆς λῃστείας, εἶναι ἐξαίρεσις. Ὁ νομοθέτης ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐὰν τύχῃ καὶ κάμῃ χρῆσιν ὅπλου τιμωρεῖται περισσότερον, καὶ λέγων τοῦτο ἐννοεῖ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ τις λῃστὴς καὶ ἄνευ ὅπλου. Διότι τί εἶναι ἡ λῃστεία; ἡ λῃστεία εἶναι ἁπλούστατον πρᾶγμα «ἐπίπτωσις κατὰ προσώπου πρὸς ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας». Οὔτε χρῆσις ὅπλων, οὔτε κίνδυνος ζωῆς· τοῦτο κατὰ τὸ κοινὸν γερμανικὸν καὶ γαλλικὸν δίκαιον. Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ! τοῦτο παρ’ ἡμῖν ἡ λῃστεία; ποῦ εὑρέθη λῃστὴς ἄοπλος νὰ ἐπιπίπτῃ κατ’ ἄλλου νὰ τοῦ ἀφαιρῇ τὴν ἰδιοκτησίαν, ποῦ εὑρέθη μὴ ἀνήκων εἰς συμμορίαν; ποῦ εὑρέθη νὰ μὴ ἐπαγάγῃ κίνδυνον ζωῆς; Ἐν τούτοις κατὰ τὸ κοινὸν θετικὸν δίκαιον δὲν εἶναι οὐσιώδης ὅρος καὶ στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος οὔτε ὁ κίνδυνος, οὔτε ἡ χρῆσις τῶν ὅπλων, ἀλλ’ ἡ ἐπίπτωσις κατὰ προσώπου· εἶναι, λέγω, κατά τε τὸ γερμανικὸν καὶ γαλλικὸν δίκαιον ὅλως διαφορετικὸν πρᾶγμα ἡ λῃστεία καὶ ἡ ἐπιστήμη δέχεται μὲν τὰς γενικὰς ἰδέας, ἀλλὰ κατὰ τὰς εἰδικὰς περιστάσεις ἑκάστου τόπου. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ λῃστὴς τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ἂν ἀνήκῃ εἰς συμμορίαν καὶ διαπράξῃ λῃστείαν εἰς δημοσίαν ὁδόν· ἀλλὰ τί συμβαίνει παρὰ τοῖς ἐνόρκοις; οὐδέποτε σχεδὸν ἠθώωσαν λῃστὴν, πάντοτε ὅμως αὐτὸ τὸ «εἰς δημοσίαν ὁδὸν» ἐξῄρεσαν. Ἐγὼ, ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει λῃστὴς μὴ διαπράξας λῃστείαν εἰς δημοσίαν ὁδόν· ἅμα εἶναι συμμορίτης παρέχει πάντοτε νόμιμον τεκμήριον, ὅπερ δύναται πάντοτε νὰ ἰσχύῃ ὡς νόμος, ὅτι λῃστὴς συμμορίτης, μὴ πράξας λῃστείαν εἰς δημοσίαν ὁδὸν, δὲν ὑπάρχει· ἅμα λείψῃ τοῦτο κατὰ τὸν κείμενον νόμον πρᾶξις ἐπάγουσα τὸν θάνατον δὲν ὑπάρχει. Τί χρειάζεται, ἵνα ἐπαχθῇ ὁ θάνατος; λῃστεία εἰς δημοσίαν ὁδὸν καὶ τοιαύτη εἶναι συνηθέστατον πρᾶγμα· καὶ χρῆσις ὅμως ἐπὶ κινδύνῳ εἶναι συνηθέστατον. Λέγω, ὅτι ἡ συμμορία εἶναι πρᾶξις προσώπου τινος οὐχὶ φυσικοῦ, ἀλλὰ ἠθικοῦ, universitas, κοινωνίας τινος μικρᾶς ἢ μεγάλης ἀντιστρατευομένης κατὰ τῆς κοινωνίας, κατὰ τῆς πολιτείας. Εἶναι δὲ τόσον ἐπικίνδυνος, καθόσον εἶναι πρᾶξις πολλῶν προσώπων συλλήβδην καταρτιζόντων ἑταιρίαν ἐπικίνδυνον, καὶ ἐννοεῖτε εὐκόλως, ὅτι οἱ πολλοὶ εἶναι πλέον ἐπικίνδυνοι τοῦ ἑνός. Ὑποστηρίζω ὅτι ἡ χρῆσις τῶν ὅπλων εἶναι πρᾶγμα συνηθέστατον, καὶ Ἕλλην βουλευτὴς τιθέμενος ὡς στοιχεῖον τῆς πράξεως τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων, δὲν ἤθελε νοηθῆ οὐδαμοῦ· εἶναι βεβαιότατον, ὅτι οὐδέποτε γίνεται τις λῃστὴς ἄνευ χρήσεως τῶν ὅπλων καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν ὑπάρχει λῃστὴς, ὅστις δὲν ἔπραξε πρᾶξιν εἰς δημοσίαν ὁδόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ πείθουν, ὅτι τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ἔχει καλῶς, καὶ δικαιολογεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης διὰ τοὺς πρώτους λόγους τοὺς ὁποίους εἶπον, διὰ τὸν κίνδυνον, διὰ τὴν ἐπιμονὴν, διὰ τὴν μοχθηρίαν, καὶ διότι τὸ πρόσωπον τὸ ἀπειλοῦν δὲν εἶναι ἓν, δὲν εἶναι φυσικὸν πρόσωπον, εἶναι νομικὸν, εἶναι universitas, μὴ ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἑταιρία, καὶ ἑταιρία πάντοτε ἐπικίνδυνος. Ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον παρετήρησαν πολλοὶ, ὅτι πάντες οἱ λῃσταὶ οἱ συλλαμβανόμενοι εἶναι ἔνοχοι θανάτου· ὀλίγοι ὅμως καταδικάζονται εἰς θάνατον, διότι ὁ ἔνορκος ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἐξάγῃ τὸ «εἰς δημοσίαν ὁδὸν»· τοῦτο ἔπεισε τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη νὰ προτάξῃ εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε πέρυσι, τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ νὰ δικάζωνται οἱ λησταὶ ὑπὸ τῶν ἐφετῶν, ὄχι διότι οἱ ἔνορκοι κηρύττουν ἀθώους τοὺς ληστάς, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπάγουν ὁλόκληρον τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου καὶ βεβαιῶ, ὡς δικηγόρος, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο ὑφίσταται, καὶ παραδεχόμενοι τὸν νόμον τοῦτον, θεραπεύομεν τὸ κακόν· διότι ἐκ τῆς συνήθους πείρας γνωρίζομεν, ὅτι οὐδεὶς ληστὴς τιμωρεῖται μὲ θάνατον ὡς ποιησάμενος χρῆσιν ὅπλων, ἀλλ’ ὅταν ἔπραξε ληστείαν εἰς δημοσίαν ὁδόν· ἀλλ’ ὅλαι αἱ ληστεῖαι δὲν διαπράττονται εἰς δημοσίαν ὁδόν; Τὸ ἄρθρον τοῦτο θεραπεύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ζαΐμης ἠθέλησεν ἄλλως πως νὰ θεραπεύσῃ· καὶ τί νομίζετε, ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἀδιάφορον ἡ ποινή; Ὅλοι, κύριοι, οἱ λησταὶ συνελήφθησαν ὑπὸ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἢ ὑπὸ τῶν πολιτῶν κατὰ καιροὺς μέχρι τοῦ 62. Ἐὰν πάντες ἐτιμωροῦντο δικαίως, οὐδεὶς ἀρχιληστὴς θὰ ὑπῆρχε σήμερον· καὶ ἐφιστῶ εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἐλάχισται ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις ἀρχιληστῶν ἀναφανέντων ἐσχάτως. Παρετήρησα ὅτι πάντες οἱ λησταί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἀρχιλησταί, εἶχον συλληφθῆ ὑπὸ τῆς δημοσίας δυνάμεως, πάντες εἶχον καταδικασθῆ, ἀλλὰ δυστυχῶς ὄχι εἰς θάνατον, καὶ ἀπέδρασαν τῶν φυλακῶν, ἢ ἀπελύθησαν καὶ ἔγειναν κατόπιν ζύμη ληστρική. Ὑποστηρίζω καὶ πάλιν, ὅτι, ἐὰν πάντες οἱ συλληφθέντες λησταὶ ἐτιμωροῦντο μὲ θάνατον, οὐδεὶς ληστὴς θὰ ὑπῆρχε, ἀλλ’ ὁ ἔνορκος ἀφῄρει τὸ «εἰς δημοσίαν ὁδὸν». Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, ὀνόματα. Ὁ Κωσταντέλος κατεδικάσθη εἰς τὴν Λαμίαν κατὰ τὸ 52 ἢ 53 εἰς δεσμὰ διὰ βίου, ἢ, μοὶ φαίνεται, κατεδικάσθη εἰς θάνατον καὶ ἔλαβε χάριν, καὶ κατόπιν ἐκ νέου συνελήφθη. Ὁ Λιαροκάπης εἶχε καταδικασθῆ διὰ βίου· ὁ Σπαθιᾶς καὶ αὐτὸς μοὶ φαίνεται ὅτι εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἀπέδρα τῶν φυλακῶν, καὶ ἅμα ἀπέδρα τί ἔπραξεν; ἡ πρώτη του πρᾶξις ἦτο νὰ ἐκδάρῃ ἕνα δυστυχῆ συμπολίτην μου καὶ ὁμήλικά μου, μόνον καὶ μόνον, διότι ἐχρησίμευσεν ὡς μάρτυς. Ὁ Στούπας εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀνόματα, τὰ γνωρίζετε.
§180ΛΑΠΑΣ. Αὐτὰ ὁποῦ λέγεις δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον· αὐτοὶ ἠμνηστεύθησαν ἐπὶ Κωλέττου.
§181ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε Λάππα, ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ εἴπω πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου. Βεβαιῶ τὸ γεγονός, ὅτι λησταὶ συλληφθέντες δὲν ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν ἐσχάτην ποινήν, ἕνεκα, τούτου ἡ κοινωνία ὑπέφερε. Εὑρίσκω λοιπόν, κύριοι, λογικώτατον αὐτὸ τὸ ἄρθρον, καὶ τὸ θεωρῶ βάσιν τοῦ νόμου· εὑρίσκω δικαίαν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, μάλιστα διὰ πάντας τοὺς συμμορίτας· δικαίαν τὴν αὐστηρότητα, ἀξιῶ δέ, ὅτι τὴν ὑπεστήριξα καὶ δι’ ἐπιστημονικὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν παρ’ ἡμῖν περίστασιν. Ἐγὼ ἤθελον ὑπαγάγει καὶ τοὺς συμμορίτας εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Διατί; Διότι εἶπον προτήτερα· ὅτι συμμορίτης δὲν ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ἔπραξε ληστείαν ἔνοπλον εἰς δημοσίαν ὁδόν. Ἀρκοῦμαι ὅμως εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἔχει. Ὑπάρχουσί τινες διστάζοντες, ὅτι ἡ συμμορία εἶναι ἔγκλημα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι ἄρθρον ῥητόν, τὸ ἄρθρον 61 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§182ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὲ ὅσην εὐχαρίστησιν, κ. βουλευταί, ὑπεστήριξα καὶ ἐψήφισα μεθ’ ἡμῶν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς ληστάς, οἵτινες, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀνεπανόρθωτοι, μὲ τόσην ἄλλην θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ δευτέρου ἄρθρου, συντασσόμενος ὅλως μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν θὰ καταφύγω εἰς μακρολογίας, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ᾖμαι πρακτικὸς, καὶ λυποῦμαι διατί διέφυγε τὴν προσοχὴν τόσων κυρίων ἡ σκέψις, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, ὡς ἀποτέλεσμα ἀνάγκης, καὶ ὡς προσωρινὸς, πρέπει νὰ ᾖναι πρακτικὸς καὶ οὐχὶ θεωρητικός. Αἱ θεωρίαι ἐνταῦθα δὲν μᾶς ὠφελοῦν. Θέλω σᾶς κάμει λοιπὸν πρακτικὴν ὁμιλίαν. Λέγω, ὅτι εὑρίσκω λίαν σκολιὰν τὴν διάταξιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου μηδ’ αὐτὸ τὸ γʹ. ἄρθρον τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς βουλῆς παραδεχόμενος. Τί εἶναι ἡ ἕνωσις πρὸς διάπραξιν ληστείας; Εἶναι πρᾶξις τὴν ὁποίαν τρεῖς ἢ πέντε ἄνθρωποι κάμνουσιν εἰς μίαν οἰκίαν ὁμιλοῦντες καὶ σκεπτόμενοι νὰ διαπράξωσι ληστρικὴν πρᾶξιν. Τοῦτο τὸ πρῶτον βῆμα θέλετε νὰ τιμωρήσητε μὲ τὴν ἐσχάτην ποινὴν τοῦ θανάτου; Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι σκληρὸν καὶ θηριῶδες· ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποφασίσητε, νομίζετε, ὅτι θὰ ὠφεληθῆτε πολύ; Ὑποθέσατε ὅτι πέντε παιδιὰ ἡλικίας 10–15 ἐτῶν ἀποφασίζουν νὰ κάμουν ἕνωσιν· τοῦτο ἀρκεῖ κατὰ τὸν κ. Ῥοντήρην νὰ τὰ στείλῃ εἰς θάνατον; Καὶ νομίζετε, ὅτι οἱ ἔνορκοι θὰ τὰ καταδικάσουν, ἀφοῦ δὲν κατεδίκασαν τὸν Κωσταντέλον;
§183ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ τὰ ἀπολύσουν.
§184ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τὸν νόμον τότε τί τὸν κάμνετε; καταγέλαστον; Διατί δὲν ἀφίνετε μόνον τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου, αἵτινες εἶναι αὐστηραί; μήπως δὲν ἔχομεν νόμον, καὶ ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῆς τῆς διατάξεως; πρόκειται ἁπλῶς νὰ τιμωρήσητε τὴν ἕνωσιν, ἔχετε ἀστυνομίαν, ἔχετε ὅλα τὰ ἄλλα εἰς ἁρμονίαν, καὶ λῃστὰς δὲν θὰ ἔχητε. Ἐπικαλοῦμαι πολλοὺς μάρτυρας, ὅτι πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἔχομεν νὰ ἴδωμεν σχηματισμὸν νέων συμμοριῶν, πρὸ 4 ἢ 5 ἐτῶν, διότι ἐπῆλθεν ἡ εὐεργητικὴ διάταξις τοῦ συντάγματος, ἡ ὁποία ἀπηγόρευσε τὴν ἀμνηστείαν· διότι αὐτὴ ἔδωσε τροφὴν εἰς τοὺς λῃστάς, καθὼς καὶ αἱ κατὰ καιροὺς ἐπαναστάσεις, ἀλλὰ προπάντων αἱ ἀμνηστεῖαι. Αὐτά, κύριοι, ἔδωσαν τροφὴν εἰς τὴν λῃστείαν καὶ ὄχι ἡ ἔλλειψις τῶν νόμων, οἵτινες εἰς πολλὰς περιστάσεις τιμωροῦσι περισσότερον αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, καὶ ἡ ποινὴ, κύριοι, πρέπει νὰ ᾖναι προσωπικὴ καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ διαπραχθὲν ἔγκλημα· πῶς λοιπὸν σεῖς, κ. Ῥοντήρη, θέλετε νὰ ἤμεθα θηριώδεις; νὰ ἐπιβάλλητε εἰς πέντε παιδιὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆγαν νὰ κλέψουν μία γίδα τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς, ἄνθρωπος πεπειραμένος, ἀσχολούμενος εἰς τὰ νομικὰ, προτείνετε τοιαύτας ἰδέας· ἐγὼ, κύριοι, κατακρίνω καὶ ἀποκρούω αὐτὴν τὴν διάταξιν, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἔχω ἀνώτερον τὸν ζῆλον τοῦ κ. Ῥοντήρη ἀλλὰ μόνον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἀδιόρθωτοι. Διὰ τοῦτο, κύριοι, κηρύσσομαι κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§185ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, θέλω νὰ ἄρω μίαν παρεξήγησιν· τὸ κατ’ ἐμὲ ἐκφράζω τὴν εὐχαρίστησίν μου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι εἰλικρινῶς καὶ μὲ καλλίστην πρόθεσιν εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ οὗ πρόκειται· ποτὲ τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα ν’ ἀποδώσω εἰς κανένα πλαγίους σκοποὺς, πολὺ περισσότερον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἐβοήθησε καὶ μᾶς συνέδραμε διὰ τῶν παρατηρήσεών της εἰς τὴν καλὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος· ἀλλὰ, κύριοι, κατ’ ἐκφράσεών τινων βαρέων δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀντιταχθῶ· τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι παρεξήγησα τὰς ἰδέας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ἐπαναλέγω, εἰλικρινῶς εἰργάσθη. Κύριοι, ἡ διάταξις ἡ ἐμπεριεχομένη ἐν τῷ βʹ. ἐδαφίῳ ἀπαντᾶται εἰς τὸν νόμον μας, ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου τοῦ λίαν σοβαροῦ, διότι ἀπειλεῖ μεγάλους κινδύνους εἰς τὴν πολιτείαν· διὰ τοῦτο, δι’ αὐτὸ μόνον τὸ ἔγκλημα, καθιεροῖ ὁ νόμος τοιαύτην διάταξιν· πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς συνωμοσίας. Προκειμένου περὶ συνωμοσίας, τιμωρεῖται ἡ συνεννόησις· ἡ ἁπλῆ ἕνωσις, μὲ ποινὰς αὐστηρὰς, χωρὶς ὁ νόμος νὰ ἀπαιτῇ οὔτε ἀρχὴν ἐκτελέσεως, οὔτε καμμίαν πρᾶξιν ἐξωτερικὴν, ὁποίαν ὁ νόμος διὰ τὰ ἄλλα ἐγκλήματα ἀπαιτεῖ· ἐπειδὴ τὸ ἔγκλημα τῆς ληστείας εἶναι ἐπίσης βαρὺ, ὡς καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς συνωμοσίας, ἐνόμισα ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελὲς καὶ ὠφέλιμον, ἂν καὶ κατὰ τῆς ληστείας μετέφερα τὴν ἰδίαν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὴν κατὰ τῆς συνωμοσίας. Ἡ συνωμοσία μόνη δὲν ἀπειλεῖ τὴν βάσιν τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ληστεία· τὰ τελευταῖα δὲ παραδείγματα μᾶς ἀπέδειξαν ὅτι καὶ περισσότερον τῆς συνομωσίας, διὰ τοῦτο καὶ ἡ καρδία μου δὲν ἐμαλακύνθη διόλου, ὅταν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τοὺς κακούργους αὐτοὺς οὔτε ἐδίστασα νὰ ἐπιβάλω ποινὰς τοιαύτας, ὁποίας ἡ διάταξις αὕτη καθιεροῖ. Ἂν ἡ Βουλὴ τὰς βλέπῃ αὐστηρὰς ἢ περιττὰς, τότε ἠμπορεῖ νὰ τὰς ἀπαλείψῃ· τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως τὰς ἐθεώρησα ἀναγκαίας καὶ ὠφελίμους, καὶ εἶναι ὠφέλιμον, κύριοι, τὸ ἔγκλημα τῆς ληστείας νὰ τὸ πολεμήσωμεν αὐστηρότατα, καὶ εἰς τὴν πρώτην σύλληψίν του, εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισίν του, καὶ ὅταν μέχρις ἰδέας ᾖναι· διότι ἡ ἰδέα αὐτὴ ἐξωτερικευομένη ἢ πραγματοποιουμένη ἐπιφέρει τὰ μέγιστα καὶ τὰ χειρότερα κακὰ εἰς τὴν κοινωνίαν. Κύριοι, μὴ λησμονῆτε ὅτι, ἂν ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεώς μας, ἂν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν μας, ἂν ἡ ὑπόληψίς μας ἐν γένει ἂν ἡ ἀξιοπρέπειά μας δὲν ᾖναι, ὁποία ἔπρεπε νὰ ᾖναι, τοῦτο ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὴν ληστείαν· ἂς ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακὸν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος θέλει μεταβληθῆ θαυμασίως. Λοιπὸν, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ἔγκλημα αὐτὸ δὲν ἀπαιτῶ νὰ καθιερώσητε διατάξεις περιττὰς, ἀλλ’ ἀναγκαίας· μὴ ἦσθε διόλου ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ληστάς· ἐστὲ αὐστηρότατοι, διότι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προξενοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι μέγιστον, εἶναι ἀνεξήγητον. Ἂν ὅμως νομίζητε, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι περιττὴ, δὲν ὠφελεῖ, ἀποῤῥίψατε αὐτήν· οὐχὶ ὅμως, διότι εἶναι αὐστηρά· μὴ διστάζητε νὰ ἦσθε αὐστηροὶ μέχρι σκληρότητος κατ’ αὐτῶν τῶν τεράτων, τὰ ὁποῖα καταστρέφουν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος.
§186ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Μίλησης.
§188ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, ἂν καὶ δὲν ἦμαι ὑπογεγραμμένος ἐν τῇ ἐκθέσει· διότι θεωρῶ τὴν διάταξιν τοῦ ά. ἐδαφίου τοῦ 2 ἄρθρου καὶ ἄδικον καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ. Πολλὴ σκέψις δὲν ἀπαιτεῖται διὰ νὰ πεισθῇ τις περὶ τοῦ ἀδίκου. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἔγκλημα τιμωρούμενον ὑπὸ τῆς πολιτείας, συναπαιτοῦνται δύω τινὰ, ἡ δολία προαίρεσις, τοὐτέστιν ἡ ἐν τῷ νῷ σύλληψις καὶ ἀπόφασις τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἡ ἐκτέλεσις, τοὐτέστιν ἡ προσβολὴ ὡρισμένου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς πολιτείας. Αὕτη εἶναι ἡ γενικὴ καὶ ἀναλλοίωτος ἀρχὴ περὶ τοῦ ἀξιοποίνου ἀδικήματος, ἡ διήκουσα δι’ ὅλου τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, κύριοι, ἐγκλήματά τινα τόσον σπουδαῖα, καὶ ἐμβάλλοντα εἰς τοιοῦτον κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν πολιτείαν, ὥστε αὕτη ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα τὸ νὰ τιμωρῇ ἐν αὐτῇ τῇ παρασκευῇ των, καὶ πρὶν ἀκόμη μεταβῇ ἡ δολία προαίρεσις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, τοὐτέστι πρὶν ἐνσαρκωθῇ εἰς ἐξωτερικὴν πρᾶξιν βλαπτικὴν δικαιώματος. Τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὡς ἡ ληστεία, δὲν συλλαμβάνονται οὔτε ἐκτελοῦνται ἀπὸ ἓν μόνον πρόσωπον, ἀλλὰ συλλαμβάνονται καὶ ἐκτελοῦνται ἀπὸ πολλοὺς ὠργανισμένους εἰς δύναμιν ἀντιμέτωπον πρὸς τὴν πολιτείαν. Τότε ὁ νόμος τιμωρεῖ αὐτὴν τὴν συμμορίαν, αὐτὴν τὴν σύλληψιν καὶ παρασκευὴν τοῦ ἐγκλήματος, ὡς αὐθύπαρκτον πρᾶξιν· ὑπάρχουν δὲ σπουδαῖοι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουν ὡς λίαν αὐστηρὰν, τὴν τοιαύτην κατὰ τῆς συστάσεως τῆς συμμορίας ποινὴν καὶ θεωροῦν ἀδικαιολόγητον τὸ σύστημα τῆς Φάερμπαχ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ τε Βαυαρικοῦ καὶ τοῦ ἡμετέρου νόμου. Ὁ Βέρνερ, ὁ Καίστλιν, ὁ Μιττερμάγιερ καὶ ὅλοι οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς ἀναγνωρίζουν μὲν εἰς τὴν πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτρέπῃ διὰ ποινῆς τὸν πρόδηλον κίνδυνον, τὸν ἐκ συμμοριῶν καὶ συστάσεων, ἀλλὰ θεωροῦν οὐχ ἧττον, ὅτι ἡ ποινὴ τῆς ἀποπείρας, ἣν καταγινώσκουσι πολλοὶ νόμοι τῆς Γερμανίας, εἶναι λίαν αὐστηρὰ καὶ ἄδικος. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, τοιαύτη ὑπάρχει ἡ γενικὴ πεποίθησις ὅλων τῶν συγγραφέων, ἐνῷ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ προγράμματός του μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἔθνος προώδευσε, καὶ τῳόντι προδώευσε εἰς τὸν πολιτισμὸν, ἐνῷ ἡ κοινωνία θέλει καὶ ἐπιζητεῖ ἐλάττωσιν τῶν ποινῶν, ἔρχονται νὰ σᾶς ζητοῦν, τί; Νὰ τιμωρήσητε μὲ θάνατον γυμνὴν τὴν δολίαν προαίρεσιν, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι συνελήφθη μεταξὺ πολλῶν προσώπων, ἐνῷ καὶ αὐτὸ τὸ τετελεσμένον ἔγκλημα τῆς λῃστείας δὲν τιμωρεῖται πάντοτε μὲ θάνατον. Βλέπετε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντιστρατεύεται ἄντικρυς εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, καὶ εἶναι ἄδικος καθ’ ἑαυτὴν καὶ αὐθαίρετος. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἦτο διόλου εὐτυχὲς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε, τὸ τῆς συνωμοσίας. Αἱ ποιναὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι κατὰ τῆς συνωμοσίας εἶναι δρακόντειοι, τυραννικαὶ, αὐθαίρετοι, ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καὶ δὲν δύνανται διόλου νὰ χρησιμεύσουν ὡς παράδειγμα ἀπομιμήσεως. Ὅτι δὲ κύριοι, ἡ κοινωνία παρ’ ἡμῖν ἀπεχθαίνεται τὰς ποινὰς ταύτας, ἀπόδειξις ὅτι, ἅμα ἡ ὀκτωβριανὴ ἐπανάστασις ἐθριάμβευσεν ἐνταῦθα, πρῶτον ἔργον αὐτῆς ὑπῆρξε ν’ ἀνακηρύξῃ τὴν κατάργησιν τοῦ θανάτου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου σήμερον ἐπὶ τῆς συνωμοσίας, οὐ μόνον ἐν τῇ συλλήψει, ἀλλ’ οὔτε ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῆς. Ὁ κύριος Σαριγιάννης ἀσθενῶν ἀναχωρεῖ.
§189ΛΑΠΑΣ. Ἄλλο τὸ ἓν, κύριε Μίληση, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο, ἐδῶ πρόκειται περὶ λῃστείας καὶ καμμιὰ φορὰ δὲν ἐβγῆκες ἀπ’ ἐδῶ νὰ κάμῃς κανὲν ταξείδι εἰς τὴν Λαμίαν.
§190ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λῃστείας.
§191ΛΑΠΑΣ. Σεῖς οἱ νομικοὶ ἐδῶ.....
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§193ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρόκειται περὶ λῃστείας, κύριε Λάππα· τὸ καταλαμβάνω, ἀλλ’ ἂν ἠθέλατε......
§194ΛΑΠΑΣ. Μάλιστα αὐτὸ θέλω.
§195ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν μὲ ἐκάμνατε, λέγω, τὴν χάριν νὰ μὲ ἐννοήσητε......
§196ΛΑΠΑΣ. Μάλιστα.
§197ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ συλλήψεως τῆς λῃστείας, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν σᾶς λέγομεν ν’ ἀφίσητε τὴν συμμορίαν ἀτιμώρητον, ὄχι, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν τιμωρήσητε καὶ μὲ θάνατον.
§198ΛΑΠΑΣ. Αὐτὸ πλέον διαφέρει.
§199ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τότε, κύριε Μίληση, διαγράφετε τὴν ποινὴν ὅλως διόλου.
§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ κατὰ τῆς ἁπλῆς συμμορίας ποινὴ ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§201ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον τοῦ ποιν. νόμου.
§202ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν ποινικὸν νόμον· εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι προσέτι ἄσκοπος ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς ὅπως τοὐλάχιστον εἶναι διατετυπωμένη. Ἐπεθύμουν τῳόντι νὰ μοὶ εἴπωσιν οἱ συνηγοροῦντες τόσον εὐθύμως ὑπὲρ τῆς ἀμέτρου αὐστηρότητος τῶν ποινῶν, εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου, εἰς ποίαν ἐποχὴν αἱ ὑπερμέτρως αὐστηραὶ ποιναὶ κατέστειλαν τὸ ἔγκλημα; Ἡ πολιτεία ἐπιβάλλουσα τὴν δὲν πρέπει νὰ φανῇ ποτὲ ποινὴ, ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ ἐν τῇ πράξει ταύτῃ πρὸ πάντων τὴν δικαιοσύνην. Οὐδέποτε δι’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ χωρίζηται ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης ἡ πολιτεία, διότι τότε ἐκπίπτει εἰς ἁπλῆν δύναμιν τοῦ ἰσχυροτέρου, εἰς ἀντιπρόσωπον τυφλῆς φυσικῆς βίας· καὶ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτεία, ἀδικοπραγοῦσα ἐν τῇ ἐπιβολῇ καὶ τῇ ἐκτελέσει τῶν ποινῶν, ἐξασθενεῖ παρὰ τῷ λαῷ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ προκαλεῖ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν κακουργημάτων, καὶ ἐνῷ ἐξ ἑνὸς ἐπιβάλλει ἀδίκως τὰς αὐστηροτάτας ποινὰς, ἐνῷ κόπτει κεφαλὰς, ἐξ ἄλλου τὸ ἔγκλημα ἐπιτείνεται ἀεννάως. Ἡ ποινὴ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀποβάλλῃ τὸν ἠθικόν της χαρακτῆρα· καὶ τὸν ἀποβάλλει, κύριοι, οὐσιωδῶς, ὅταν δὲν ἀντιστοιχῇ ἀκριβῶς πρὸς τὸ ἔγκλημα, ὅταν ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας δὲν ᾖναι ὁ ἐξιλασμὸς τοῦ δικαίου, ἡ ἐπανόρθωσις αὐτοῦ, ἀλλ’ ᾖναι ἁπλῆ κατάχρησις τῆς ὑλικῆς βίας, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ πολιτεία εἶναι ἰσχυροτέρα τοῦ ἀτόμου, καὶ τῇ συμφέρει νὰ τὸ πράξῃ. Ἐπιτείνοντες τὰς ποινὰς, φονεύοντες ἀδίκως καὶ ἀδιακρίτως, πνίγοντες, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πολιτείαν εἰς τὸ αἷμα, δὲν τὴν σώζομεν ἀπὸ τὸ ἔγκλημα· διότι ἐκ τοῦ αἵματος αὐτοῦ, οὕτω χυνομένου, προκύπτει θρασύτερον τὸ ἔγκλημα, μεταβαλλόμενον εἰς πολυκέφαλον Ὕδραν, τῆς ὁποίας ἐνῷ κόπτεται μία κεφαλὴ, ἀναφύονται τρεῖς. Πρέπει λοιπὸν, ἂν θέλωμεν νὰ καταστρέψωμεν τῳόντι τὴν λῃστείαν, νὰ ἐπιβάλωμεν δικαίας ποινὰς, νὰ μὴ ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, νὰ καταστείλωμεν μὲν τὸ ὑπάρχον κακὸν διὰ τῆς χρήσεως ἀναλόγου βίας, νὰ προφυλάξωμεν δὲ τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν ἐξακολούθησιν τοιούτου στυγεροῦ ἐγκλήματος. Σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τέλους, κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν τὴν ἁπλῆν σύλληψιν τοῦ ἐγκλήματος τιμωρήσητε μὲ θάνατον, μὲ τίνα μεγαλειτέραν ποινὴν θέλετε τιμωρήσει μίαν σειρὰν ὅλην κακουργημάτων;
§203ΤΙΝΕΣ. Μὲ θάνατον.
§204ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ποῖον συμφέρον, σᾶς παρακαλῶ, ποῖον συμφέρον θὰ ἔχῃ τότε ὁ λῄσταρχος νὰ σταματήσῃ, νὰ μὴ διαπράξῃ καμμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν, νὰ μὴ κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς κοινωνίας, ὅταν, εἴτε σταματήσῃ, εἴτε προχωρήσῃ, ἡ κοινωνία τοῦ κόπτῃ τὴν κεφαλήν. Ἐὰν τὸν τιμωρήσητε μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας, μὲ δεσμὰ, ὅπως ὁ ποινικὸς νόμος ὁρίζει, τὸ ἐννοῶ· δὲν ἀφίνετε μὲν τὴν συμμορίαν ἀτιμώρητον, ἀλλ’ ἔχετε καὶ μεγαλειτέραν ποινὴν νὰ ἐπιβάλητε εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μετὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἐγκλήματος, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς συμμορίας, ἀπήγαγεν, ἐφόνευσεν, ἔκαυσεν, ἔθυσε καὶ ἀπώλεσε, διέπραξε τέλος πάντων ὁλόκληρον σειρὰν κακουργημάτων. Τοῦτο εἶναι καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον, καὶ τοῦτο τὸ χάνετε. Βλέπετε, κύριοι, εἰς ποῖα ἀτοπήματα καταντῶμεν, ἅμα ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου· θέλοντες νὰ προφυλάξωμεν ἑαυτοὺς διὰ τῆς αὐθαιρεσίας ἀπὸ ἑνὸς κινδύνου ὑποπίπτομεν εἰς χειρότερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου κηρύττει ἀθώους, δηλ. μὴ τιμωρητέους τοὺς συμμορίτας, τοὺς ἀποχωροῦντας ἀπὸ τῆς συμμορίας, χωρὶς νὰ διαπράξωσι λῃστρικήν τινα πρᾶξιν, ἀλλὰ διὰ τὸν λῄσταρχον οὐδὲν ἀναφέρει. Ὁ λῄσταρχος δύναται οὐχ ἧττον νὰ σχηματίσῃ συμμορίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του, διότι δὲν ἔχει νὰ χάσῃ περισσότερον, ἀφ’ ὅ,τι κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς συμμορίας ἔχει χαμένον, τὴν κεφαλήν του. Ἀκούω, κύριοι, ἐπαναλαμβανόμενον μετὰ κόρου, ὅτι ἡ λῃστεία εἶναι ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας, ὅτι ἡ λῃστεία κηρύττει τὸν πόλεμον κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως. Καὶ ποῖον ἔγκλημα δὲν εἶναι ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας; ποῖον δὲν κηρύττει τὸν πόλεμον κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως; Νομίζετε ὅτι ὁ φόνος, ἡ ἀναίρεσις, ἡ κλοπή, κτλ. δὲν προσβάλλουν ἀμέσως τὴν δημοσίαν τάξιν; Ἂν τὸ ἔγκλημα καθόλου δὲν ἔπραττε τοῦτο, ἡ πολιτεία δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ καμμίαν ποινήν, ἀλλὰ θὰ ἄφινε τοῦτο εἰς τὸν παθόντα ἰδιώτην. Τοῦτο ὅμως θὰ ἦτο ἄτοπον προδήλως καὶ παράλογον. Πᾶν ἔγκλημα λοιπὸν προσβάλλει τὴν δημοσίαν τάξιν ἀμέσως· τῆς δὲ ληστείας τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι προσβάλλει αὐτὴν ἀμεσώτερον, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐπικινδυνώτερον· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἔγκλημα τοῦτο ποινὴ τόσον βαρεῖα, τιμωροῦσα τὴν ἁπλῆν ἕνωσιν πρὸς διάπραξιν αὐτοῦ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ προσθέσω τι περισσότερον εἰς ὅσα ἤδη εἶπον· παρακαλῶ μόνον τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἀ. ἐδαφίου τοῦ 2 ἄρθρου, καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ φανῇ ἄνευ ἀνάγκης αὐστηροτέρα τοῦ δέοντος, διότι, οὕτω πράττουσα, ὄχι μόνον θὰ παραβιάσῃ ἱερὰς τοῦ δικαίου ἀρχάς, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτείαν διόλου δὲν θὰ ἐξασφαλίσῃ, ἢ μᾶλλον θὰ τὴν ἐκθέσῃ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὡς δύναμιν αὐθαιρέτως καὶ ἀσκόπως ἐνεργοῦσαν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζέγγελης.
§206ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον, κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχομεν πλέον καιρόν.
§207ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ προχωρήσωμεν· νὰ τελειώσῃ τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ παράγραφος.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαλύω· παρακαλῶ, κύριοι, καθίστε.
§209ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, εἶναι σπουδαία παράλειψις καθήκοντος. Ἓν ἄρθρον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταθῆτε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσωμεν. Μοῦ παρετήρησαν πολλοὶ πῶς αὔριον δὲν θὰ ἔλθουν.
§211ΤΙΝΕΣ. Ἰδοὺ τώρα ἔμειναν, ἂς ἐξακολουθήσωμεν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν, κύριοι. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§213ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω....
§214ΛΑΠΑΣ. Κύριε Ῥοντήρη, παρακαλοῦμεν σύντομα.
§215ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κατέγειναν πολλοὶ νὰ εἴπουν, ὅτι ἡ συμμορία εἶναι ἔγκλημα τῆς διανοίας πρὸ πάντων μὴ λαβὸν ἐξωτερικὴν ὑπόστασιν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐδὼ ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπικήρυξιν, ἡ δὲ ἐπικήρυξις τί ἀπαιτεῖ; ἓν δικαστικὸν ἔνταλμα. Τί ὑποθέτει μετὰ ταῦτα; ὑποθέτει συμμορίας ὑπαρχούσας εἰς τὰ δάση, ἐνεδρευούσας εἰς τὰς ὁδούς, αἰχμαλωτιζούσας, θετούσας εἰς κίνδυνον δήμους, ἐπαρχίας ὁλοκλήρους, νομοὺς ὁλοκλήρους. Ἡ συμμορία, ὡς ἔχει ἐδὼ, ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, δὲν εἶναι ἁπλῶς σύλληψις ἰδέας, εἶναι ἄνθρωποι πολλοὶ ἐπιδοθέντες ἤδη εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον (διάλογοι θορυδώδεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν). Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐγγύησις τῆς ἐπικηρύξεως. Κύριοι, ὁ κ. Μίλησης εἶπε νὰ ἀναφέρω παράδειγμα ποῦ τὸ ἔγκλημα εἰσήχθη ἕνεκα τῆς ἐλαφρότητος τῶν ποινῶν ἢ ποῦ ἐξηλείφθη ἕνεκα τῆς αὐστηρότητος τῶν ποινῶν; Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, κύριοι, ὅτι ἡ ληστεία, μόνον διότι ἐτιμωρήθη ἐλαφρῶς ἕως τώρα, δὲν ἐξηλείφθη· διὰ ποῖον λόγον; εἶναι γνωστὸν ὅτι λῃσταὶ πολλοὶ ἔπραξαν λῃστρικὰς πράξεις καὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν, καὶ, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν, ἔλαβεν ἀνάπτυξιν ἡ λῃστεία· προτήτερα μάλιστα σᾶς ἀνέφερον παραδείγματα. (θόρυβος) Σᾶς ἀνέφερον ῥητὰ ὀνόματα ἀρχιλῃστῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι λῃσταὶ διότι δὲν ἐτιμωρήθησαν, καὶ ἐὰν ἐτιμωροῦντο δὲν ὑπῆρχον. Τί πλειότερα παραδείγματα νὰ σᾶς φέρω; Σᾶς ἀνέφερα καὶ τὸν Κωνσταντέλον καὶ τόσους ἄλλους· διὰ νὰ μὴ τιμωρηθῶσι μὲ θάνατον αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἐγένοντο ἡ μάστιξ τοῦ τόπου. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέφερεν ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ποινὴ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν συνωμοσίαν, ἡ δὲ συνωμοσία εἶναι ἔγκλημα ἐν τῇ διανοίᾳ εἰσέτι (διάλογοι θορυβώδεις). Ἀλλὰ τί θέλετε; Ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἐκλήμα καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ οἱ λόγοι τῆς διαφορᾶς δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πολιτείαν νὰ ἐπιτείνῃ τὴν αὐστηρότητα ὡς πρὸς τὴν λῃστείαν. Οἱ συνωμόται, κύριοι, εἶναι κρύφιοι δὲν φαίνονται ποῖοι εἶναι. Οἱ συνωμόται τιμωροῦνται μὲν, διότι διενοήθησαν ἓν ἔγκλημα, καὶ δεύτερον διότι ἀνεκοίνωσαν πρὸς ἀλλήλους τὰς ἰδέας των, καὶ ἀνεδέχθησαν τὴν ἐκτέλεσιν, διότι ἤλλαξαν λόγους, καὶ τιμωροῦνται μὲ τὴν ἐσχάτην ποινὴν, διότι τὸν ἔσχατον διενοήθησαν κίνδυνον κατὰ τῆς πολιτείας καὶ τῶν καθεστώτων. Ὁ λῃστὴς ὅμως κηρύττεται φανερὰ ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας· ἡ συμμορία ἐκτίθεται, ἐξέρχεται εἰς τὰ βουνὰ, καὶ κηρύττει τὸν πόλεμον φανερώτατα. Τὸ ἐλατήριον τοῦ ἐγκλήματος τοῦ συνωμότου εἶναι πολλάκις εὐγενὲς, τὸ δὲ ἐλατήριον τοῦ λῃστοῦ εἶναι πάντοτε κακουργία· οὐδέποτε ἐγένετο λῃστὴς ἐξ εὐγενοῦς ἐλατηρίου. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν κατὰ τῆς συνωμοσίας ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, εἶναι δικαιότερον χιλιάκις νὰ ἐπιβάλληται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἰς τὴν συμμορίαν τοῦ λῃστοῦ. Κύριοι, εἶναι μεγάλη διαφορὰ τοῦ μεταξὺ ἀκούειν, ὅτι ἐγένετο λῃστεία, τοῦ παθεῖν λῃστείαν, καὶ τοῦ ἰδεῖν. Ἐντεῦθεν ὑπάρχει διαφορὰ ζέσεως κατὰ τοῦ ἐγκλήματος· ὅλοι μισοῦμεν τὴν λῃστείαν, ἀλλ’ ὑπάρχει κάποια διαφορὰ μίσους ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως εἶδον τοὺς συμπολίτας των κρεουργηθέντας. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κυρίου Μίληση εἴμεθα εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ καταργήσωμεν ὅλην τὴν ποινὴν τῆς συμμορίας· τοῦτο εἶναι θεωρία τοῦ δικαίου, δὲν δύναται ὅμως οὕτω νὰ ἐπιστηριχθῇ δίκαιον (διάλογοι θορυβώδεις). Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἤλθομεν νὰ διδάξωμεν, ἤλθομεν πολῖται πρακτικοὶ νὰ θεραπεύσωμεν μίαν μάστιγα τοῦ τόπου μας καὶ πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰ κτήματά μας, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἡ ὁποία τόσον δεινῶς ἔπαθεν ἐξ αὐτῶν τῶν κακούργων, καὶ αὐτὴ ἡ ἀκριβολογία τῆς συμμορίας νομίζω ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἐδύνατο νὰ ᾖναι κάπως δικαιολογημένη, ἀλλὰ σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἐγὼ, κύριοι, σήμερον νομίζω ὅτι πρέπει πάντες οἱ συμμορῖται νὰ καταδικάζωνται εἰς θάνατον, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον προτήτερα, ὅτι ὁ συμμορίτης ἤδη ἔπραξε πρᾶξιν ἐπάγουσαν τὴν θανατικὴν ποινὴν κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν· διὰ τί; χρειάζεται ἐπικήρυξις, καὶ ἐπικήρυξις δὲν γίνεται ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τοῦ μοιράρχου, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπόστασιν μία συμμορία λυμαινομένη. Ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους μας ἀσυνειδήτους. Δὲν πιστεύω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς σπουδαῖον ἐπιχείρημα τὸ παράδειγμα, ὅτι ἠμποροῦν παῖδές τινες νὰ ἔλθουν εἰς σύστασιν συμμορίας· ἀλλ’ ἂν γείνῃ τοῦτο, δὲν θὰ ᾖναι ἀνόητος ὁ νομάρχης νὰ ἐκδώσῃ ἐπικήρυξιν κατὰ τούτων; Κύριοι βουλευταὶ, ἐφ’ ὅσον ἔχετε ἐγγύησιν τοὺς ἐνόρκους, πρέπει νὰ ἦσθε ἀνηλεεῖς καὶ ἀδυσώπητοι, ἂν ἐνδιαφέρησθε, ὅπως εἶμαι βέβαιος, περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου καὶ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς τιμῆς αὐτοῦ (διάλογοι).
§216ΔΑΓΡΕΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ.
§217ΛΑΠΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγήσητε, καὶ πρὶν κηρυχθῇ ὡς ἔνοχος τότε ὑπόκειται εἰς τὴν ποινήν;
§218ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι· μετά. (θόρυβος).
§219ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε.... (διάλογοι).
§220ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ....
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λάππα, ἡσυχάσατε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§222ΛΑΠΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν ζητῶ, κ. πρόεδρε. Ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἄλλοι λέγουν, ἅμα κηρυχθῇ ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἀπὸ τὸν μοίραρχον, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα κτλ. τότε ὑπόκειται εἰς τὴν ποινήν· δὲν εἶναι οὕτω;
§223ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§224ΡΟΝΤΗΡΗΣ. (ἀναγινώσκει) «Πλὴν τῶν τεταγμένων κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ληστείας ποινῶν, πᾶσα ἕνωσις δύω ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθεισῶν, ἐπάγει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου μὲν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν», ὥστε, κ. Λάππα, τὸ λέγει ῥητῶς (θόρυβος).
§225ΛΑΠΑΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ ἐξηγηθῇ!
§226ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε. Μίαν ἐξήγησιν ζητῶ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, μίαν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Λάππας, οἱ εἰς τὸ βʹ. ἄρθρον λῃσταὶ εἶναι ἐκ τῶν ἐπικεκηρυγμένων ἢ οὔ; ἂν τὸ πρῶτον, νομίζω ὅτι εἶναι μάταιαι αἱ συζητήσεις αὐταὶ δι’ ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδώσατε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐπικηρύξουν, καὶ εἴπατε ὅτι ἐπικήρυξις θὰ εἰπῇ ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον νὰ τοὺς φονεύσῃ ἢ ἀνθισταμένους ἢ καὶ φεύγοντας, καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἂν οἱ συμμορῖται ἀπαρτίζουν τὴν συμμορίαν ἐκ τῶν ἐπικεκηρυγμένων, δίδω μετὰ πάσης προθυμίας τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς.
§227ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν!
§228ΔΑΓΡΕΣ. Τότε εἶμαι σύμφωνος (διάλογοι).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαζαφειρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§230ΠΟΛΛΟΙ (Ἐγειρόμενοι ὅπως ἀναχωρήσωσιν). Αὔριον! αὔριον!
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον· ἀλλ’ αὔριον παρακαλῶ νὰ συνέλθωμεν ἐνωρίς, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς παρούσης συζητήσεως.
§232ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 15|60 Μ. Μ.