| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Δ. Τσιτσάρας, | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Κ. Γιολδάσης. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | ΙΙ. Μανωλίδης. | |
| 10 | Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Εύθ. Γουβέλης. | |
| 11 | Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Λομβάρδος. | |
| 12 | Α. Δανόπουλος. | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | |
| 13 | Ἰω. Λέκας. | Σπ. Λεονταράκης. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Α. Γκοῦσκος. | |
| 15 | Π. Πετιμέζης. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | |
| 16 | Α. Μαγγίνας. | Α. Κρεστενίτης. | |
| 17 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Α. Κατσίνας. | |
| 18 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἀναγ. Δημητρίου. | |
| 19 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 20 | Κωνστ. Κοσονάκος. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 21 | Θ. Τζανετάκης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 22 | Ν. Κατσικαπῆς. | Μ. Παΐζης. | |
| 23 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 24 | Γ. Παπαδαῖος. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 25 | Γ. Πεῤῥωτής. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 26 | Γ. Δαγρές. | Κ. Κρίσπης. | |
| 27 | Ἰω. Φλέσσας. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 28 | Γ. Παπανικολάου. | Κιμ. Χριστοδούλου. | |
| 29 | Ἰω. Μπαλάφας. | Δ. Σαράβας. | |
| 30 | Ν. Ἀγγελίδης. | Α. Καπετανάκης. | |
| 31 | Ἰω. Πολυλᾶς. | Α. Παπαλέξης. | |
| 32 | Ἰω. Τοπάλης. | Π. Κωσταντᾶς. | |
| 33 | Σ. Α. Νοταρᾶς. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 34 | Ἀναστ. Δημητριάδης. | Ν. Λούβρος. | |
| 35 | Α. Μεταξᾶς. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 36 | Σ. Μονοπωλης. | Π. Τζαμάλας. | |
| 37 | Α. Μαντζαβίνος. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 38 | Γ. Δρακονταειδής. | Θ. Κανακάρης. | |
| 39 | Δ. Ῥαπτάκης. | Α. Μισυρλής. | |
| 40 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 41 | Κ. Πανάρετος. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 42 | Ν. Βαρβιτζιώτης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. | |
| 43 | Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Κούτσης. | |
| 44 | Φ. Ι. Φίλωνος. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 45 | Γερ. Σέρβος. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 46 | Σπ. Βαλαωρίτης. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 47 | Δ. Σταματόπουλος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 48 | Δ. Τσαμόπουλος. | Δ. Χατζίσκος. | |
| 49 | Ἠλ. Φλέσσας. | Δ. Τσιριμώκος. | |
| 50 | Γ. Μαλέας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 51 | Ν. Παγκράτης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 52 | Κ. Κοκκινώρης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Ν. Καρύδης. | Κ. Πετσάλης. | |
| 54 | Γ. Γουλιμής. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 55 | Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 56 | Περ. Μποῦτος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.01.28
3.067 στίχοι · 24.788 λέξεις · 1 πίνακας · 309 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 28 Ἰανουαρίου 1871.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2 παρὰ ¼ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Δ. Τσιτσάρας, |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Κ. Γιολδάσης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | ΙΙ. Μανωλίδης. |
| Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Εύθ. Γουβέλης. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Λομβάρδος. |
| Α. Δανόπουλος. | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. |
| Ἰω. Λέκας. | Σπ. Λεονταράκης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Α. Γκοῦσκος. |
| Π. Πετιμέζης. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. |
| Α. Μαγγίνας. | Α. Κρεστενίτης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Α. Κατσίνας. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἀναγ. Δημητρίου. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Κωνστ. Κοσονάκος. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Θ. Τζανετάκης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Μ. Παΐζης. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Γ. Πεῤῥωτής. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Γ. Δαγρές. | Κ. Κρίσπης. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Α. Ῥοντήρης. |
| Γ. Παπανικολάου. | Κιμ. Χριστοδούλου. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Δ. Σαράβας. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Α. Καπετανάκης. |
| Ἰω. Πολυλᾶς. | Α. Παπαλέξης. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Π. Κωσταντᾶς. |
| Σ. Α. Νοταρᾶς. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ἀναστ. Δημητριάδης. | Ν. Λούβρος. |
| Α. Μεταξᾶς. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Σ. Μονοπωλης. | Π. Τζαμάλας. |
| Α. Μαντζαβίνος. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Θ. Κανακάρης. |
| Δ. Ῥαπτάκης. | Α. Μισυρλής. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Κ. Πανάρετος. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ν. Βαρβιτζιώτης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. |
| Ν. Θ. Λεώπουλος. | Γ. Κούτσης. |
| Φ. Ι. Φίλωνος. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Γερ. Σέρβος. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Σπ. Βαλαωρίτης. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Δ. Σταματόπουλος. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Δ. Χατζίσκος. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Δ. Τσιριμώκος. |
| Γ. Μαλέας. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Ν. Παγκράτης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ν. Καρύδης. | Κ. Πετσάλης. |
| Γ. Γουλιμής. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδούρος. | Κ. Νικόδημος. |
| Περ. Μποῦτος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ, κύριοι· (ἀναγινώσκονται). Εἶναι παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικὰ, κύριοι; (Εἰσῆλθον οἱ κύριοι Μιχαλόπουλος καὶ Μίλησης.)
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.
§4ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν λέξιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρακτικά. Ὅταν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ χθὲς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· νομίζω ὅτι τώρα εἶνε καιρὸς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι εἰς τὰ πρακτικὰ γίνεται μόνον λόγος νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε ὁ κ. ὑπουργός.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή; νὰ σταλῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου εἰδοποιεῖ, ὅτι τελεῖ μνημόσυνον εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναὸν, ὑπὲρ τῶν ἀοιδίμων εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου αὔριον.
§8ΤΙΝΕΣ. Τὸ σάββατον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, αὔριον εἰς τὰς 29 λέγει.
§10ΤΙΝΕΣ. Κατὰ ποίαν ὥραν;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ὀγδόην. — Ἔχομεν μίαν ἀναφορὰν, κύριοι, διαφόρων πολιτῶν τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν, κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς δικηγόρους. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν εἰς τὴν μίαν ὥραν συνεδρίασιν;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια· εἰς τὰς ὀκτὼ εἶναι τὸ μνημόσυνον· δὲν πιστεύω νὰ διαρκέσῃ ἕως τὴν μίαν μετὰ μεσημβρίαν. Ἀκολουθεῖ, κύριοι, συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§15ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ναύαρχος ἐζήτησε τὸν λόγον· κἄτι τι ἔχει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§17ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, ζητῶ δικαιοσύνην πρὸ τεσσάρων ἐτῶν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὴν λάβω· καὶ ἤδη εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου μου ἦλθον εἰς τὸ βῆμα μὲ συναίσθησιν λυπηροῦ αἰσθήματος νὰ λάβω τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κύριοι, εἰς τὸ 26 ἔτος τῆς ἡλικίας μου, εἰσῆλθον κατὰ τὸ 1821 εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Διήνυσα ὅλον τὸν βίον μου, καὶ ἤδη ἐργάζομαι ἀφιλοκερδῶς πρὸς ἕνα ἱερὸν σκοπόν· καὶ ἀπὸ τα 1868 ἔδωκα ἀναφορὰν νὰ κατατεθῶ εἰς τοὺς ἀποστράτους, καὶ συνταγματικὸς ὑπεύθυνος ὑπουργὸς ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησίν μου, καὶ τὸν λόγον δὲν τὸν ἠξεύρω. Θὰ σᾶς φωτίσω, κύριοι, μὲ μόνα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβητε πλήρη γνῶσιν· ἐὰν ἐγὼ λέγω συκοφαντίας, νὰ τιμωρηθῶ, ἐὰν δὲ ὁ ὑπεύθυνος ὑπουργός, νὰ τιμωρηθῇ· θὰ σᾶς φέρω ἐνώπιόν σας, κύριοι, παραβάσεις νόμων, τοὺς ὁποίους ἔκαμον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοί. Ὑπάρχουσι νόμοι, κύριοι, οἵτινες ἀπαγορεύουν προβιβασμοὺς καὶ διορισμούς, καὶ αὐτοὶ κάμνουν· καὶ ἐφαρμόζουν νόμους μὴ ὑπάρχοντας εἰς ἐμέ. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, κύριοι, ἄρχομαι τῆς ὑποθέσεως, καὶ μόνον ἔγγραφα ἐπίσημα θὰ σᾶς φωτίσουν. Ἤμην, κύριοι, ἔφεδρος, καὶ ἡ τελευταία ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις, κατήργησε τὸν νόμον τῶν ἐφέδρων, καὶ ἐνομοθέτησε διὰ τοὺς πλοιάρχους τοῦ ἀγῶνος νὰ λαμβάνουν τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ὡς ἔφεδροι. Οἱ πλοίαρχοι τοῦ ἀγῶνος Λάζαρος Φόνος καὶ Μιχαὴλ Τσαμαδός, ἔδωκαν τὰς ἀναφορὰς τῆς ὑπηρεσίας των εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν ὑπῆγαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἔλαβον κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον τῶν συντάξεων τὴν σύνταξίν των μὲ ἀνώτερον βαθμόν. Τὴν ὀγδόην Ἰανουαρίου 1868 ἔδωκα τὴν ἀναφορὰν τῆς ὑπηρεσίας μου εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ νὰ καταταχθῶ εἰς τοὺς ἀποστράτους.
ΠΡΟΣ ΤΟ Σ. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ.
Κύριε Ὑπουργέ, Ἐπειδὴ καὶ θέλω νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἀποστρατείαν, ἐγκλείω ὧδε τὰ ἀποσπάσματα τῶν μητρῴων τῶν ὑπηρεσιῶν μου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1821, παρακαλῶ δὲ νὰ διατάξητε νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ περαιτέρω. Ἐν Ἀθήναις τὴν 4 Ἰανουαρίου 1868.
Ὑποσημειοῦμαι εὐσεβάστως ὁ εὐπειθέστατος
Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ.
Ἀνυπομόνως, κύριοι, ἐπερίμενα τὴν μετάθεσίν μου εἰς τοὺς ἀποστράτους· ἀλλ’ αἴφνης καὶ παρ’ ἐλπίδα ἔμαθον ὅτι ἡ αἴτησίς μου ἀπεῤῥίφθη, ὅτι ἡ ναυτικὴ ἐπιτροπή, ἥτις ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν, δὲν ἀνεγνώρισε τὰ δικαιώματά μου. Ἐπροσπάθησα ὅσον ἠδυνάμην νὰ μάθω τὰ διατρέχοντα, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσα. Ὑμεῖς κρίνετε, κύριοι βουλευταί, εἰς ποίαν δεινὴν θέσιν εὑρέθηκα, καὶ ἀγνοοῦσα τί νὰ πράξω. Ἔδωσα ἀναφορὰν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ αἰτήσεως θεραπείας. Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀναφορά μου.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις.
§19ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Δὲν τὴν ἀναγινώσκω, δὲν σᾶς ἐνοχλῶ, πρέπει ὅμως νὰ μάθητε τί συμβαίνει, διότι οἱ προπάτορες ἡμῶν ἔλεγον, ὅτι, ὅταν τὸ ἀδίκημα δὲν θεωρῆται ὅτι γίνεται καθ’ ὅλων, ἡ πολιτεία δὲν κυβερνᾶται καλῶς. Ἀπεφάσισα νὰ ὑπάγω εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοῦ ἔκαμε μίαν διαταγὴν τὴν ὁποίαν παρακατιὼν θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἀπεφάσισα νὰ ὑπάγω εἰς τα δικαστήρια, ἀλλὰ ἐσυλλογίσθην, ὅτι ὁ διώκτης μου ὑπουργὸς εἶναι προσωρινὸς καὶ θὰ παύσῃ μίαν ἡμέραν· διότι δὲν ἤθελον εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου μου νὰ πάρω βαθμὸν διὰ τῶν δικαστηρίων. Διαρκούσης ὅμως τῆς παρελθούσης συνόδου, δὲν ἔκαμα κανένα λόγον εἰς ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤμουν μέλος τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ κατηγορηθῇ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε καὶ ἐγώ. Τὴν 8 Ἰανουαρίου 1868, ἔδωκα μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ κ. Ζαΐμη. Πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Κύριε Πρόεδρε! Ἡ Δευτέρα ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις καταργήσασα τὸν νόμον τῶν ἐφέδρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐνομοθέτησε διὰ τοῦ ΝΕʹ. νόμου διὰ τοῦ Βʹ. ἄρθρου διὰ τοὺς ἐφέδρους τὰ ἑξῆς «Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐφέδρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὅσοι ἐχρημάτισαν πλοίαρχοι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος λαμβάνουσιν ὡς σύνταξιν τὴν μέχρι τοῦδε μισθοδοσίαν των ὡς ἐφέδρων. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις νομοθετήσασα μετὰ ταῦτα τὸν νόμο ϞΑʹ. τῶν συντάξεων ξηρᾶς τε καὶ θαλάσσης, οἱ εἰς ἐφεδρείαν πλοίαρχοι Λάζαρος Φῶνος καὶ Μιχαὴλ Τσαμαδός, λαμβάνοντες κατὰ τὸν ἀνωτέρω νόμον τὸν μισθόν των ὡς σύνταξιν, ἔδωκαν τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐκεῖθεν ἐστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ μετετέθησαν εἰς τοὺς ἀποστράτους μὲ ἀνώτερον βαθμὸν καὶ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. Εὑρισκόμενος κἀγὼ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εἰρημένων πλοιάρχων ὑπέβαλα τα ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ νὰ μετατεθῶ εἰς τοὺς ἀποστράτους, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλε τὰ ἔγγραφά μου εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον μὲ παρατηρήσεις, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι εἰς προβιβασμὸν κτλ. Τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δυνάμει τοῦ ϞΑʹ. νόμου τῶν συντάξεων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν μου, ἀπέῤῥιψε τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ μὲ ἐδικαίωσε κατὰ τὸν νόμον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν μου νὰ μετατεθῶ εἰς τοὺς ἀποστράτους μὲ βαθμὸν ἀνώτερον καὶ μὲ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλε τὴν ἀπόφασίν του εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν (ζητήσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν), ἵνα προκαλέσῃ τὸ Β. Διάταγμα ὅπως ἔπραξε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δύο εἰρημένους πλοιάρχους, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἕνεκα γνωστῶν αἰτιῶν πρὸς ἐμὲ, ἅτινας παραλείπω νὰ ἐκθέσω, ἐτήρησα σιωπὴν, τὴν 10 Ἀπριλίου 1868 ἀπέστειλα πρὸς αὐτὸν αἴτησιν θεραπείας, τὴν δὲ 16 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους μοὶ ἐκοινοποίησε τὴν ἀκόλουθον διαταγήν. Ἀριθ. 4583. Ἐν Ἀθήναις τὴν 16 Ἰουλίου 1868.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ.
Πρὸς τὸν ὑπὸ σύνταξιν διατελοῦντα ὑποναύαρχον κύριον Κωνσταντῖνον Νικόδημον. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν Ναυτικῶν συντάξεων ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν περὶ μεταθέσεως εἰς ἀποστρατείαν αἴτησίν σας ἀπεφάνθη διὰ τῆς ἀπὸ 6 Μαρτίου ε. ε. πράξεώς της, «Ὅτι δὲν δικαιοῦσθε εἰς σύνταξιν μετὰ προβιβασμοῦ, ά, διότι δὲν φέρετε τὸν τελευταῖον βαθμὸν πρὸ δεκαετίας, καὶ βʹ, διότι ἐπροβιβάσθητε εἰς ἐφεδρείαν διατελοῦντες χάριν τῶν παλαιῶν σας πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεων τῶν λοιπῶν συναδέλφων σας πλοιάρχων τοῦ ἀγῶνος μόλις ἐσχάτως προβιβασθέντων. Συμμεριζόμενοι δὲ καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς σᾶς γνωστοποιοῦμεν, ὅτι ἡ αἴτησίς σας δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ,» ἀπόκειται δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐνεργήσητε τὰ περαιτέρω συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ περὶ Ναυτικῶν συντάξεων νόμου τῆς 6 Ἀπριλίου 1853.
Ὁ ὑπουργὸς
(Τ. Σ.) Μ. Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.
Εἰς τὰς κατηγορίας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν στηρίζεται εἶναι παραμόρφωσις τοῦ νόμου, διότι δὲν ὑπάγομαι εἰς τὸν βʹ. § τοῦ 3 ἄρθρου, ἀλλὰ εἰς τὸν ά. §. Ἰδοὺ αὐτός. ά. Ἐὰν ἀποδεδειγμένως συμμετέσχον εἴς τινα γνωστὴν μάχην ἢ πολιορκίαν κατὰ τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἔχωσι τεσσαράκοντα ἐτῶν ὑπηρεσίαν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐτῶν ἐκστρατείας, καὶ βʹ. § Ἐὰν ἔχωσι δέκα ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν» Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν δύο τούτων παραγράφων, κύριε Πρόεδρε, κατανοεῖτε, ὅτι ὡς ἀγωνιστὴς ὑπάγομαι εἰς τὸν πρῶτον, καὶ ἀντὶ γνωστῆς ναυμαχίας ἔχω πολλάς, καὶ ἀντὶ 40 ἐτῶν ὑπηρεσίας ἔχω ὑπὲρ τὰ 50 καὶ τὸν βαθμὸν οὐχὶ ἓν ἔτος ἀλλὰ πολλὰς τὰς δικαιολογημένας ταύτας ὑπηρεσίας λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπέῤῥιψε τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ναυτικῆς ἐπιτροπῆς· ἐὰν δὲ ἐπροβιβάσθην ἐν ἐφεδρείᾳ, ὁ προβιβάσας με ὑπουργὸς, μακαρίτης Ἀθανάσιος Μιαούλης, αὐτὸς ὑπέβαλε καὶ τὸν νόμον τῶν ἐφέδρων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, αὐτὸς λοιπὸν ἐγνώριζε κάλλιον τὸν νόμον, ὅτι δὲν ἀπαγορεύει τοὺς προβιβασμοὺς, παρὰ τὸν τότε ὑπουργὸν Μ. Κ. Κανάρην, καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ προσβάλῃ ὑπουργὸν τεθνεῶτα ἔπειτα ὁ ϞΑʹ. νόμος τῶν συντάξεων δὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάζῃ τοὺς προβιβασθέντας ἀξιωματικοὺς ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπροβιβάσθησαν· διότι ἡ εὐθύνη τῶν προβιβασμῶν ὑπάγεται εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς, ἐὰν ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐθεώρει τὸν προβιβασμόν μου παράνομον, ὤφειλε νὰ ἐνάξῃ τὴν παρανομίαν τοῦ προβιβασμοῦ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ οὕτω ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς παρανομίας ἢ ὄχι ἡ δὲ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν συντάξεων ἐξετάζει μόνον ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἔχωσιν ἢ οὐ τὰ προσόντα τοῦ νόμου καὶ περὶ αὐτῶν καὶ μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ. Εἰς τὴν ἀνωτέρω διαταγὴν, ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συμμερίζονται τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς λέγοντες, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι εἰς σύνταξιν μετὰ προβιβασμοῦ. Ἄρα κατὰ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν δικαιοῦμαι εἰς σύνταξιν καὶ ὄχι εἰς προβιβασμόν, τὴν λογικὴν ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὑμεῖς κρίνετε, Κ. Πρόεδρε. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μὴ δυνάμενος νὰ στηρίξῃ τὴν σφαλερὰν ταύτην γνώμην του εἰς τὸν νόμον νὰ μὲ ἀδικήσῃ, πότε μὲ ὑπάγει εἰς τὸν ϞΑʹ. νόμον τῶν συντάξεων, καὶ πότε μὲ παραπέμπει καὶ μὲ διατάττει (ὡς ὑποχείριόν του) νὰ ἐνεργήσω κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ νόμου τῶν Ναυτικῶν Συντάξεων τῆς 6 Ἀπριλίου 1853 (τῇ ἀληθείᾳ παράδοξος συλλογισμὸς). Ἰδοὺ καὶ τὸ ἄρθρον 6. «Εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας λογίζεται διπλάσιος ὁ χρόνος τῶν κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ γῆν ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ὁ χρόνος τῆς αἰχμαλωσίας, ἐάν αὕτη συνέβη κατὰ πόλεμον καὶ ὁ αἰχμαλωτισθεὶς ἀποδεδειγμένως ἐξεπλήρωσε τὸ τῆς ἀμύνης καθῆκον.» «Ὁ δὲ χρόνος ἐπὶ πλοίων συλυτηρίων, καὶ ὁ τῆς αἰχμαλωσίας εἰς τοιαύτην περίστασιν λογίζεται ἐπηυξημένος κατὰ τὸ ἥμισυ.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου κατάδηλον γίνεται, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν ὑπόθεσίν μου, ἀλλ’ ὡς εἶπον, παρεξήγησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου διὰ νὰ μὲ ἀδικήσῃ, καταφεύγει εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τὸν δὲ νόμον. Ἡ ἐκ προμελέτης καταδίωξις τοῦ τότε ὑπουργοῦ κ. Μ. Κανάρη μὲ ἠνάγκασε νὰ καταφύγω εἰς τὸ δικαστήριον, ἀλλὰ σκεφθεὶς μετὰ ταῦτα ἀπηγόρευσα τὸν δικηγόρον μου νὰ παρουσιασθῇ εἰς αὐτὸ φρονῶν, ὅτι ὁ διώκτης μου ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἰσόβιος, ἀλλὰ θὰ παυθῇ ἡμέραν τινά· εἰς τὸν διάδοχον αὐτοῦ δὲν ἀνέφερα τὴν ἀδικίαν ταύτην, διότι ὡς βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἐμέ, ἤθελε θεωρηθῆ παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅτι μοὶ ἀπενεμήθη ὡς ῥουσφέτι, χάριν τῆς ψήφου μου, καὶ νὰ μεμφθῇ δημοσίως τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐμέ. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τοιαύτας μομφὰς, ὑποβάλω τὴν αἴτησίν μου ταύτην καὶ πέπεισμαι, ὅτι δυνάμει τῶν ὑπηρεσιῶν μου καὶ τοῦ ϞΑʹ. νόμου τῶν συντάξεων θέλει ἱκανοποιηθῶ, ὅπως μεταβῶ εἰς τὴν ἀποστρατείαν μὲ τὸν προβιβασμὸν καὶ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, πρὸς δὲ θέλει μὲ ἱκανοποιήσει καὶ τοὺς μῆνας τῆς μισθοδοσίας καθ’ οὓς καθυστέρησε τὴ ἔκδοσιν τοῦ Β. διατάγματος μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Εἶμαι εὔελπις εἰς τὴν ἐγνωσμένην δικαιοσύνην, κύριε Πρόεδρε καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ αἴτησίς μου αὕτη θέλει ἐκπληρωθῆ. Ὑποσημειοῦμαι μὲ σέβας. Ἐν Ἀθήναις τὴν 8 Ἰανουαρίου 1870. Ὁ εὐπειθέστατος Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ, ὑποναύαρχος. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ διαταγὴ τοῦ προβιβασμοῦ. Νὰ ἴδητε ἂν κατὰ χάριν μὲ ἐπροβίβασαν οἱ τότε ὑπουργοί.
«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν Πρὸς τὸν ἔφεδρον πλοίαρχον Κωνσταντῖνον Νικόδημον. Σᾶς γνωστοποιοῦμεν, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 7 ἱσταμένου προεβιβάσθητε ὑποναύαρχος. Τὴν ὑψηλὴν ταύτην ἀπόφασιν κοινοποιοῦντες ὑμῖν σήμερον, σᾶς συγχαίρομεν διὰ τὸ νέον τοῦτο δεῖγμα τῆς βασιλικῆς πρὸς ὑμᾶς εὔνοιας. Εἰδοποιεῖσθε δὲ ὅτι θέλετε διατελεῖ ἄνευ τόπου διαμονῆς. Τὴν 9ην Ἀπριλίου 1861.
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΘ. Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ.
Βλέπετε ὅτι χάριν τῶν ἐκδουλεύσεών μου δὲν μὲ ἐπροβίβασαν· ἀλλὰ διαστρέφουν τὰ πράγματα «τῶν λοιπῶν συναδέλφων ἐσχάτως προβιβασθέντων». Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ διαστρέφουν τὸν νόμον διὰ νὰ μὲ ἀδικήσουν. Λέγει ὁ ὑπουργὸς «συμμεριζόμενοι καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς γνωστοποιοῦμεν ὅτι ἡ αἴτησίς σας δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ» καὶ διατί δὲν εἶναι ἀποδεκτή; δὲν λέγει τίποτε ὁ συνταγματικὸς ὑπουργός. «Ἀπόκειται δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐνεργήσητε τὰ περαιτέρω συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ 1853 τῆς 6 Ἀπριλίου. Ποία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία κατεδίκασεν ἐμὲ, καὶ συμμερίζεται τὴν γνώμην της ὁ ὑπουργός; Εἶναι, κύριοι, δύω ἀξιωματικοὶ οἰκονομικοὶ, καὶ δύω ἀξιωματικοὶ μάχιμοι ἀθαλάσσωτοι, καὶ μὲ καταδικάζουν, καὶ ὁ ὑπουργὸς συμμερίζεται τὴν γνώμην των. Εἰς τὸ ναυτικὸν, κύριοι, ποῦ ἔχει ὅλον τὸ ἔθνος τὰς ἐλπίδας του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ περιμένει τὴν πρόοδον, ὑπάρχουν ναυτικοὶ ἀθαλάσσωτοι. Ἐὰν ἀνέχεσθε νὰ ὑπάρχουν, εἰς τὸ ναυτικὸν ἀθαλάσσωτοι ναυτικοὶ, αἶσχος εἶναι διὰ τοὺς μαχίμους ναυτικοὺς νὰ ὑπάρχουν ἀθαλάσσωτοι ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ποτὲ δὲν θὰ κάμῃ πρόοδον τὸ ἔθνος, ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἀθαλάσσωτοι ναυτικοὶ· εἰς τὸν ὅμιλον τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μαχίμων, αἶσχος εἶναι νὰ ὑπάρχουν, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τοῦ Σώματος τούτου. Παρακαλῶ, κύριοι, ἀκούσατε σεῖς τὰς κατηγορίας εἰς τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν στηρίζεται εἶναι παραβίασις τοῦ νόμου, διότι ἐγὼ δὲν ὑπάγομαι εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἀλλὰ εἰς τὸ τρίτον ὅπου ἀνωτέρω σᾶς ἀνέγνωσα». Ἐγὼ ὑπάγομαι εἰς τὴν πρώτην §. Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου βλέπετε τὸ δικαίωμά μου.
§20ΡΩΜΑΙΟΣ. Οἱ γραπτοὶ λόγοι ἀπαγορεύονται, κύριε Πρόεδρε.
§21ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἔγγραφα, κύριε· (θόρυβος).
§22ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πολὺ παράδοξον, κύριοι βουλευταί.
§23ΤΙΝΕΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε ναύαρχε, αὐτά εἶναι τὰ ἔγγραφα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποφέρετε, κύριοι, εἶναι ὁ κ. ναύαρχος ἐπὶ τοῦ βήματος.
§25ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι· μετὰ ταῦτα παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ζαήμην καὶ Σαράβαν, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ πολὺ νὰ μὴ θεωρήσουν τοὺς λόγους μου ὡς μωρίαν οὔτε προσωπικὴν προσβολήν. Ἔδωκα τὴν ἀναφοράν μου εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν ἀξιότιμον κύριον Ζαήμην καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὴν ἔστειλεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ζητῶ. Μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν ἐπῆγα εἰς τὸν κ. Ζαήμην καὶ τόν λέγω· κύριε πρωθυπουργὲ, κἄτι χαλκεύεται εἰς ἐκεῖνο τὸ χαλκουργεῖον μοὶ εἶπεν ὁ κ. Ζαήμης· ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ αἴτησίς μου εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου. Μὰ λέγω, κ. πρωθυπουργὲ, τί νόμος εἶναι αὐτὸς; δὲν τὸν γνωρίζω καὶ τὸν εἶπον, κ. πρόεδρε, μὴ κάμητε καμμίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς μου, ἀλλὰ προσκαλέσατε καὶ ἐμὲ εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, καὶ εἶπε μάλιστα νὰ δώσῃ τὴν ἀναφοράν μου εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Σαράβαν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πάρῃ τὴν ἔκθεσίν του, νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ παρὼν νὰ δώσω πληροφορίας διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῶ. Τὴν ἔδωσεν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμπόδισαν πᾶσαν ἄλλην ἐνέργειαν, καὶ δὲν ἔχω κανὲν παράπονον ἐναντίον του. Μετὰ ταῦτα παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη· στενοχωρούμενος καὶ ἐγὼ δὲν ἐγνώριζα τὶ νὰ κάμω, μὲ ἐσυμβούλευσαν πολλοὶ καὶ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον, νὰ ὑπάγω εἰς τὸ δικαστήριον νὰ λάβω τον βαθμόν μου· δὲν ἠθέλησα κατὰ κανένα τρόπον, ἤθελον νὰ ἴδω τὶ τρέχει δι’ ἐμὲ διοικητικῶς. Ἔκαμα μίαν ἄλλην ἀναφορὰν, ἐπῆγα εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην· τοῦ λέγω, κύριε πρωθυπουργὲ, δικαιοσύνην θέλω, εἶσθε νομικὸς, δικαιώσατέ με. Ὁ κύριος Δεληγεώργης εὐχαρίστως ἐδέχθη τὴν ἀναφοράν μου καὶ τὴν ἀνέγνωσεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ τὴν ἔδωσε τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε τὰ ἔγγραφά μου ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτο δὲν τὰ ἔστειλε. Μοὶ εἶπεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· πήγαινε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Οἰκονομίας νὰ ἴδῃς ποῦ εἶναι τὰ ἔγγραφά σου. Ἐπῆγα καὶ τὰ εὗρον εἰς τὸ ἀρχεῖον, τὰ ἐπῆγα εἰς τὸν Κ. Οἰκονομίδην καὶ τοῦ λέγω, κύριε Οἰκονομίδη, ὑπάρχει νόμος νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν μετάθεσίν μου εἰς τοὺς ἀποστράτους; Ἄπαγε, λέγει. Τὸν ἠρώτησα τί ἀπόφασιν ἔκαμε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον περὶ ἐμοῦ; Μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέῤῥιψεν αὐτὴν, καὶ σὲ ἐδικαίωσε καὶ ἔστειλε τὰ ἔγγραφά σου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τοῦτο δὲ τὰ ἔστειλεν ὀπίσω καὶ προσέθεσεν, ὅτι ὑπάρχει νόμος καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν προβιβασμόν μου· τότε ἔμαθα ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ νόμος. Ὁ περὶ προβιβασμοῦ τῶν Ναυτικῶν νόμος λέγει εἰς ἓν ἄρθρον, ὅτι ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἐφέδρων· Τότε ἐφιλολόγησα πολλὰς ἐφημερίδας καὶ ἀνεκάλυψα πολλὰς παραβιάσεις καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὥστε ἔκαμον ἄλλην ἀναφορὰν καὶ τὴν ἔδωσα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Οἰκονομίας, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν νὰ σᾶς δείξω τὰς παρανομίας.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὴν ὑπόθεσίν σας.
§28ΛΑΠΑΣ. Αὐτὰ ὅλοι τὰ γνωρίζομεν, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις ἠδίκησαν πολλοὺς ἀνθρώπους.
§29ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πρέπει νὰ μάθητε τὰς παρανομίας καὶ νὰ τὰς τιμωρήσητε· νὰ μὴ λέγητε καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι κυβερνώμεθα συνταγματικῶς. Ἐγὼ, κύριοι, προτείνω νὰ ἀκυρωθοῦν οἱ προβιβασμοὶ τῶν δέκα ἐπιτάκτων ἀξιωματικῶν, εἰς δὲ τὸν παρανομήσαντα ὑπουργὸν νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Βουλὴ τὸ 30 ἄρθρον καὶ 81 τοῦ συντάγματος· καὶ προτείνω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἢ στενοχωρεῖσθε ἢ ὄχι δὲν μὲ μέλει· ἐγὼ βουλευτὴς δὲν γίνομαι μίαν ἄλλην φοράν· ἄρθρον 30 τοῦ συντάγματος· «οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος.» «Ἄρθρον 81 μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ κτλ.» Ἀγαπᾷ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἂς τὸ κάμῃ, δὲν ἀγαπᾷ, δὲν μὲ μέλει. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, φρονῶ τὸ Σῶμα τῶν ἐπιτάκτων εἶναι σκάνδαλον καὶ πολυδάπανον εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὑποβάλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ σώματος αὐτοῦ. Ἓν μόνον λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ἐδὼ ἀγορεύουν ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου δύο καὶ τρεῖς ὥρας καὶ τοὺς ἀκοῦτε, καὶ διὰ μίαν καταπίεσιν, ὅπου κάμουν εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν, δὲν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσητε.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, κ. Ναύαρχε, σᾶς ἀκούομεν εὐχαρίστως.
§31ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι ὑπουργοὶ τῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Ναυτικῶν, νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ μετατεθῶ εἰς τοὺς ἀποστράτους κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ὑπουργόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§34ΠΕΡ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Βεβαίως ὅλοι γνωρίζετε πόσον ἐκτιμῶμεν καὶ τὸν ναύαρχον ἀτομικῶς, καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔχει· λυποῦμαι μόνον τοῦτο διὰ τὸν κύριον Ναύαρχον, ὅτι ἐνῷ πολλάκις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἴδω, ποτὲ δὲν μοὶ ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νομίζω ὅτι ἔπρεπε, πρὶν νὰ ὁμιλήσῃ εἰς ἐμὲ περὶ αὐτῆς, καὶ ἂν δὲν ἐπέφερον θεραπείαν τοῦ γενομένου εἰς αὐτὸν ἀδικήματος, τότε νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη ἀπευθύνθη εἰς τὴν Βουλὴν βεβαιῶ αὐτὴν, ὅτι θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν αἴτησίν του, καὶ ἐὰν, ὡς φρονοῦμεν, ᾖναι δικαία, ἂς ᾖναι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐκπληρωθῇ. Ἐνταῦθα εἰσέρχεται ὁ βουλευτὴς Κ. Γ. Γεωργιάδης.
§35ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀλλὰ τὴν ἀναφορὰν μου δὲν τὴν ἔχω· τὴν ἔχει ὁ ὑπουργὸς τῆς Οἰκονομίας.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ γηραιὸς Ναύαρχος ἐπὶ μακρὸν ἀγορεύσας ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀδικήματα δύω εἰδῶν, τὸ μὲν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἔδωσαν παρὰ τὸν νόμον καὶ ἐναντίον τῶν νενομισμένων βαθμοὺς ἀξιωματικῶν εἰς πολιτικούς· τὸ δὲ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν ἠρνήθησαν δικαιώματα εἰς πρόσωπα δικαιούμενα, ὡς ὁ κ. Ναύαρχος. Δυστυχῶς ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἔλαβον τοιαῦτα χώραν, ἀλλὰ δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἄλλοτε, ὅπως ἦλθε τόρα. Ἐπειδὴ ὅμως ἦλθεν, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ παρατρέξῃ καὶ νὰ θεωρήσῃ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ναυάρχου ὡς μὴ λαβοῦσαν χώραν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ ἴδῃ τί τρέχει, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν βαθμοί, πῶς ἠδικήθη ὁ κ. Ναύαρχος, ποία ἡ αἰτία νὰ τοῦ ἀρνηθοῦν ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ναύαρχος αἰσθάνεται, καὶ νομίζει ὅτι ἔχει κατὰ νόμον. Σήμερον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀκούσω, ὅτι κάποτε γίνονται δαπάναι καὶ δίδονται βαθμοὶ παρὰ τὸν νόμον καὶ ἐναντίον αὐτοῦ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, κάποτε.
§38ΔΑΓΡΕΣ. Ἀκριβῶς δὲν γνωρίζω Ἐπεφορτίσαμεν μερικὰ πρόσωπα νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλουν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών των. Εἴπομεν, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ, καὶ πρέπει ἡμεῖς αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν ἐπὶ ἡμέρας ἕνα νόμον ἀφορῶντα χιλιάδας οἰκογενειῶν, καὶ διαπληκτιζόμεθα μὴ τυχὸν ἐκ ταύτης ἢ ἐξ ἐκείνης τῆς διατάξεως ὠφεληθοῦν ποῖοι, κύριοι; οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἀείποτε συνεισφέρουν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, πρέπει νὰ ἐπιβλέπωμεν νὰ μὴ ἔρχωνται οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν νὰ τὰ διαθέτουν κατὰ τὸ δοκοῦν, καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας των. Λοιπὸν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ στενῶς εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς νὰ ἐξετάσουν καὶ ἐπὶ τῶν δύω κατηγοριῶν καὶ νὰ ἀναφέρουν σχετικῶς μὲ τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ναυάρχου, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἀπονεμηθέντων βαθμῶν παρὰ τὸν νόμον καὶ τῆς ἀρνήσεως νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν κύριον Ναύαρχον τὸν βαθμόν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Δαγρέ;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλοῦν τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Προχωροῦμεν λοιπὸν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἐξακολούθησις τῆς χθεσινῆς συζητήσεως. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζέγγελης.
§42ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ σύνολον τοῦ περὶ φυτειῶν νόμου, κύριε πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ.
§43ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, καταθέτω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τρίτου περὶ ἐκτοπίσεως τῶν συγγενῶν τῶν λῃστῶν ἐπὶ τὸ μαλακώτερον, καὶ παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις αὐτῆς.
§44ΛΑΠΑΣ. Ἐπὶ τὸ μαλακώτερον! τότε λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν τὴν ἐδικήν μου θὰ τὴν φέρω ὡς τροπολογίαν. Πῶς;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετέ την.
§46ΛΑΠΑΣ. Ἐννοεῖται, βέβαια.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§49ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὰ, κ. πρόεδρε, αὐτὸ ἐννοεῖται.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, διότι ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν βουλευταὶ νὰ ᾖναι ἐναντίοι, διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι κανεὶς ἐναντίος;
§51ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγνώσατέ το.
§53ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θέλω νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§54ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§55ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν ἐν συνόλῳ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ κύριοι, τί λέγει ὁ κανονισμός· Ἄρθρον 42. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, ὁ πρόεδρος συναρμόζει τὰς παραδεχθείσας τροπολογίας καὶ ὑποτροπολογίας πρὸς τὸ σχέδιον. Τὸ οὕτω συναρμολογηθὲν σχέδιον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς νέας συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως συζήτησιν. Τὸ δὲ μετὰ τὴν τρίτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν συναρμολογηθὲν σχέδιον, τυπούμενον κατὰ τ’ ἀνωτέρω, ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας. Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία νέα πρότασις ἢ ἐξ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ οὐδεμία τροποποίησις δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον ἀποκλειστικὸν τὴν συζήτησιν τοῦ κειμένου. Ἄρθρον 43. Ὁ πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλήν, ἂν θέλῃ νὰ γείνῃ καὶ ἄλλη συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου, ἢ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Νομίζω ὅταν ᾖναι βουλευτὴς ὁ ὁποῖος λέγει «θὰ καταψηφίσω τὸ σύνολον», καὶ ᾖναι ἐναντίος τοῦ συνόλου, ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§57ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§58ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ πρῶτον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἂς ἀναγνωσθῇ. Ἀναγινώσκεται τὸ σύνολον τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ δευτέρου ἄρθρου λέγει «ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἕνα εἰδικὸν πάρεδρον». Αὐτὸ εἶναι λάθος· πρέπει νὰ τεθῇ Δημαρχικὸν πάρεδρον.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἶναι λάθος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀλλαγὴν αὐτήν;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν παράγραφον αἱ λέξεις οἰκεῖον παρεδρεῖον περισσεύουν καὶ ἀνήκουν εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐνόμισα καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔμβῃ ἐδῶ, ἀλλὰ τὸ προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ διαφορετικά, διότι εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἶναι οὕτω γεγραμμένον ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ὑπουργοῦ, παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ διόρθωσις;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφονται λοιπὸν αἱ λέξεις «καὶ οἰκεῖον παρεδρεῖον». Εἰς τὴν δευτέραν γραμμὴν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἰδίου ἄρθρου βλέπετε ἐν παρενθέσει, τὸ «καὶ νοημονεστέρων» διότι κατὰ λάθος τοῦ ἀντιγραφέως δὲν εἶναι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνῃ, ἀλλὰ νὰ λείψῃ ἡ παρένθεσις.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· νὰ σημειωθοῦν αὐτὰ εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικὰ ἀκριβῶς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τοῦτο τὸ ἄρθρον, ἔπειτα ἀπὸ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἐπεφυλάχθη ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ συννενοηθῇ μὲ τοὺς ἀντιτείνοντας διὰ νὰ τὸ φέρωσι τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθὼς πράγματι τὸ ἔφερεν. Βλέπετε εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι αἱ δύω τελευταῖαι παράγραφοι ἐν παρενθέσει. Φαίνεται καθαρῶς, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς, συντάξας τὸ ἄρθρον, δὲν ἐσημείωσεν αὐτοὺς τοὺς παραγράφους ἐν τῷ σχεδίῳ, ἡ Βουλὴ ὅμως ἀπεφάνθη μόνον ἐπὶ τοῦ σχεδίου. Τὸ προεδρεῖον ἦτο ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ εἶναι, ὅτι ἐψηφίσθησαν αὗται αἱ παράγραφοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς τὰ πρακτικά. Διὰ τοῦτο τοὺς ἔχομεν ἐν παρενθέσει.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αἱ παρενθέσεις νὰ λείψουν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· λοιπὸν αἱ παράγραφοι θὰ μείνουν, ἀλλ’ αἱ παρενθέσεις θὰ λείψουν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς εἶπον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 «καὶ οἱ».
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ «καὶ οἱ» τότε θὰ φαίνεται, ὅτι τὸ «δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι» εἶναι ἐπεξήγησις τοῦ «Πάντα τὰ μέλη τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ἐπιτροπῶν» ὥστε πρέπει νὰ μείνῃ καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ παρένθεσις.
§74Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ συμπληρωθῇ μάλιστα· νὰ γραφῇ «καὶ οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι».
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸ παραδέχομαι. Τὸ σύνολον τοῦ νόμου ἐπιδιορθωθὲν ἔχει ὡς ἑξῆς.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τῶν γενομένων ἐμφυτεύσεων ἐπὶ ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν, ἢ εἰς διαλελυμένας μονὰς ἀνηκουσῶν γαιῶν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Περὶ χαρακτηρισμοῦ, διαιρέσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν φυτειῶν. Ἄρθρον 1. Οἱ μέχρι τέλους τοῦ 1870 ἐμφυτεύσαντες, ἀδείᾳ ἢ μὴ τῆς κυβερνήσεως ἢ τῶν πρώην ἰδιοκτητῶν Ὀθωμανῶν, ἐπὶ γαιῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν, ἢ διαλελυμένων μονῶν, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, ἐλαίας, μωρέας, ὀπωροφόρα δένδρα, συκέας ἢ ἀναμὶξ κλήματα ἀμπέλου, σταφιδαμπέλου ὡς καὶ πᾶν εἶδος καρποφόρων δένδρων, ἀναγνωρίζονται ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἐνεστώσης ἀξίας τῆς πεφυτευμένης γῆς. Ἐξαιροῦνται· 1) Αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τρίτους, ἐκτὸς ἂν ἡ παραχώρησις ἀκυρωθῇ δικαστικῶς. 2) Αἱ φυτεῖαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ἢ ἐπισκοπικῶν γαιῶν πολυετῶς ἐκμισθωμένων, ἐν ὅσῳ διαρκεῖ ἡ ἐκμίσθωσις. Ἄρθρ. 2. Αἱ γαῖαι, ἐφ’ ὧν ὑπάρχουσιν αἱ φυτεῖαι, διαιροῦνται εἰς δύο κλάσεις, εἰς ποτιστικὰς καὶ ξερικάς, ἑκάστη δὲ τῶν κλάσεων ὑποδιαιρεῖται εἰς δύο τάξεις, ἀ. καὶ βʹ. Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἕνα δημαρχικὸν πάρεδρον ἢ τὸν ἁρμόδιον εἰδικὸν καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, διαιρεῖ τὴν περιφέρειαν ἑκάστου χωρίου εἰς γενικὰς τοποθεσίας ὄχι πλείονας τῶν ἓξ καὶ περιγράφει ἐν πρωτοκόλλῳ ἀκριβῶς τὰ ὅρια ἑκάστης τοποθεσίας. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο συντάσσεται εἰς διπλοῦν, ἐξ ὧν τὸ μὲν ὑποβάλλεται εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, τὸ δὲ ἕτερον κατατίθεται εἰς τὸ δημαρχεῖον. Ἐπιτροπὴ συγκειμένη ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ ἑνὸς τῶν εὐϋποληπτοτέρων καὶ νοημονεστέρων πολιτῶν, ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐνεργεῖ τὴν ἐκτίμησιν τῶν γαιῶν, προσδιορίζουσα κατὰ χωρίον ἓν μόνον τίμημα διὰ τὰς γαίας ἑκάστης τάξεως· συνάμα δὲ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ πρωτόκολλον τῶν τοποθεσιῶν ἀποφαίνεται εἰς ποίαν τάξιν πρέπει νὰ καταταχθῶσιν αἱ γαῖαι ἑκάστης τοποθεσίας. Πρὸς τοῦτο ἡ ἀνωτέρω ἐπιτροπὴ συντάσσει πρωτόκολλον, ἀντίγραφα τοῦ ὁποίου ἐκτίθενται εἰς τὸ ἁρμόδιον δημαρχεῖον καὶ τὸ οἰκεῖον παρεδρεῖον ἐπὶ δέκα συνεχεῖς ἡμέρας, ἐπιμελείᾳ τοῦ Οἰκονομ. Ἐφόρου. Κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐκτιμήσεως δύναται πᾶς πολίτης νὰ φέρῃ ἐγγράφους ἐνστάσεις, παραδίδων τὴν περὶ τούτου ἀναφοράν του εἰς τὸν δήμαρχον ἢ τὸν Οἰκονομ. Ἔφορον, ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω δεκαημέρου προθεσμίας. Ἄρθρον 3. Γενομένων ἐνστάσεων, ἢ ἂν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κρίνῃ ἀναγκαῖον, γνωμοδοτεῖ ἑτέρα ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ὑφ’ ἑνὸς πρωτοδίκου, ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, τοῦ ταμίου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω δὲ γνωμοδοτήσεων ἀποφαίνεται τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἢ παραδεχόμενον τὴν ἑτέραν τῶν γνωμῶν, ἢ σχηματίζον ἰδίαν ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτῶν. Ἡ κατὰ τὴν γνώμην τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς ἐκτίμησις καθίσταται ὁριστικὴ, ὅταν δὲν γίνωσι κατ’ αὐτῆς ἐνστάσεις καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκτιμήσεως· ἐὰν αἱ γνῶμαι τῶν δύο ἐπιτροπῶν ὦσι σύμφωνοι, ἡ ἐκτίμησις καθίσταται ὁριστική. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκτιμήσεων γνωστοποιοῦνται διὰ δηλοποιήσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δημοσιευομένων διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ πληρωμῆς τοῦ τιμήματος. Ἄρθρον 4. Τὸ τίμημα τῶν παραχωρουμένων φυτειῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρ. 8 προκαταβολῶν ἀποδίδεται εἰς δέκα ὀκτὼ ἐτησίας ἴσας δόσεις, κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας· ἑκάστη δόσις περιέχουσα 4 τοῖς ἑκατὸν χρεώλυτρον καὶ 4 τοῖς ἑκατὸν τόκον ἐπὶ τοῦ τιμήματος, θέλει πληρόνεσθαι τὴν 1 7βρίου ἑκάστου ἔτους διὰ τὰς λοιπὰς φυτείας, διὰ δὲ τὰς ἐλαιοφυτείας τὴν 1 Δεκεμβρίου, ἀρχομένης τῆς πληρωμῆς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς παραχωρήσεως. Οἱ λαβόντες ὅμως τὰ παραχωρητήρια μετὰ τὴν 15 Ἰουνίου πληρόνουσι τὴν πρώτην δόσιν κατὰ τὰς ὁρισθείσας ἐποχὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὑποχρεοῦνται δὲ διὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν πληρωμὴν δικαιώματος ἐπικαρπίας κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἄρθρον 5. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὀφειλομένων δόσεων τὸ δημόσιον ἔχει ἐπὶ τῆς φυτείας δικαίωμα πρώτης ὑποθήκης, ἀποκτωμένης δι’ ἐγγραφῆς εἰς τὸ βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν. Πᾶσα τυχὸν προγενεστέρα ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῆς φυτείας ὡς καὶ πᾶν ἄλλο ἐπ’ αὐτῆς ἀποκτηθὲν πραγματικὸν δικαίωμα ἕπονται τῆς ὑποθήκης τοῦ δημοσίου. Ὅσαι δ’ ἐξ αὐτῶν εἰσὶν ἐγγεγραμμέναι ἐπὶ φυτειῶν γενομένων μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1837 συμφώνως μὲ τὸν ἀπὸ 15/ 27 Ἰανουαρίου 1837 νόμον περὶ φυτειῶν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν λαμβάνουσαι θέσιν μετὰ τὴν ὑποθήκην τοῦ δημοσίου, ἐκτείνονται δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἐφ’ ὅλου τοῦ κτήματος καὶ ἂν τυχὸν εἶχον ἐγγραφῆ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως. Ἄρθρον 6. Ἐὰν ἕνεκα καθυστερήσεως δόσεων γενῇ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος, τὸ δημόσιον λαμβάνει ἐκ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος οὐ μόνον τὰς ληξάσας δόσεις, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἑπομένων πρὸς ὁλοσχερῆ τοῦ τιμήματος ἐξόφλησιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἐκπλειστηρίασμα δὲν ἐπαρκέσῃ πρὸς ἀπότισιν ὅλων τούτων, ὁ ὀφειλέτης ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἄμεσον πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου. Ὁσάκις δὲ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ληξασῶν δόσεων τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐκπλειστηριάσματος εἶναι ἴσον ἀνώτερον τοῦ ὀφειλομένου ἔτι κεφαλαίου, ὁ νέος ἀγοραστὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ κεφάλαιον τῶν μήπω ληξασῶν δόσεων, καὶ νὰ πληρόνῃ αὐτὰς κατὰ τὴν λῆξίν των· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὀφείλει νὰ προσυπογράψῃ τὰς ὁμολογίας τῶν δόσεων τούτων, καὶ ν’ ἀνανεώσῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ κτήματος, ὑποκείμενος διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων νόμου. Τὸ τυχὸν περίσσευμα κατατίθεται ἀμέσως καὶ ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀρχικὸν ὀφειλέτην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως. Ἄρθρον 7. Πᾶς κάτοχος φυτειῶν, θέλων νὰ μετάσχῃ τῶν πλεονεκτημάτων, ἅπερ παρέχει ὁ παρὼν Νόμος, ὀφείλει ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ κτῆμα, ἔγγραφον δήλωσιν διαλαμβάνουσαν· α) Τὸ ὄνομα, τὸ ἐπώνυμον, τὸν δῆμον καὶ τὸν τόπον τῆς κατοικίας του. β) Τὸν δῆμον, τὸ χωρίον καὶ τὴν θέσιν, ἔνθα τὸ κτῆμα κεῖται. γ) Τὰ ὅρια τοῦ κτήματος, τὸ εἶδος τῆς φυτείας, τὴν ἔκτασιν αὐτῆς εἰς Β. στρέμματα καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐμφυτεύσεως· καὶ δ) ἐὰν ᾖναι ποτιστικὴ ἢ ξηρική. Ἄρθρον 8. Ἐν τῇ δηλώσει ὀφείλει νὰ ἐπισυνάψῃ διπλότυπον ἀποδεικτικὸν πληρωμῆς διὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ δηλωθὲν πρὸς ἀπόκτησιν κτῆμα δραχμῶν μὲν 4 διὰ τὰς σταφιδαμπέλους καὶ τὰ συκόδενδρα, δύο δὲ δραχμῶν διὰ τὰς λοιπὰς φυτείας κατὰ στρέμμα. Δήλωσις ἄνευ τοιούτου ἀποδεικτικοῦ πληρωμῆς, θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη. Ἄρθρον 9. Αἱ δηλώσεις συντάσσονται εἰς διπλοῦν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου καὶ ὑπογράφονται ὑπὸ τοῦ δηλοῦντος, καὶ ἂν οὗτος ᾖναι ἀγράμματος, ὑπ’ ἄλλου τῆς ἐκλογῆς του, προσυπογράφονται δὲ ἀπὸ τὸν δήμαρχον τῆς κατοικίας τοῦ δηλοῦντος, ὀφείλοντα νὰ βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος. Ἐκ τῶν δηλώσεων ἡ μία θεωρηθεῖσα παρὰ τοῦ ἐφόρου ἐπιστρέφεται εἰς τὸν κάτοχον, ἡ δ’ ἄλλη μένει παρὰ τῇ ἐφορίᾳ. Αἱ δηλώσεις ἐγγράφονται κατὰ χωρίον εἰς ἐπίτηδες βιβλίον, τὸ ὁποῖον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας κλείεται διὰ πράξεως ὑπογραφομένης ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου· ἀντίγραφον αὐτοῦ ἐκτίθεται ἐν τῷ οἰκείῳ δημαρχείῳ καὶ ἀποσπάσματα εἰς τ’ ἀνήκοντα παρεδρεῖα. Ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ Δημάρχου ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος, ὁ δηλῶν κοινοποιεῖ τὴν δήλωσίν του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει ἐπὶ ἀποδείξει νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν δηλοῦντα ἐντὸς δύω ἡμερῶν προσυπογεγραμμένην τὴν δήλωσίν του. Ἡ τε κοινοποίησις καὶ τὸ ἐπιδοτήριον συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἄρθρον 10. Οἱ μὴ δηλώσαντες ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας τὰς ὑπ’ αὐτῶν κατεχομένας φυτείας, θεωροῦνται παρῃτημένοι τῶν χορηγουμένων ἐκ τοῦ παρόντος νόμου πλεονεκτημάτων. Ἐὰν ἐπὶ μὴ δηλωθείσης φυτείας ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς δύναται νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἐνδιαλαμβανομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 προθεσμίας καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως ἐνεργηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ παραχώρησις. Ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ἡ φυτεία παραχωρεῖται εἰς αὐτὸν, ἀναλαμβάνοντα ἁπάσας τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τοῦ νόμου τούτου ὑποχρεώσεις· ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσι πλείονες τῆς μιᾶς ὑποθῆκαι, οἱ δὲ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ ὑποβάλωσιν ὡς ἀνωτέρω τὰς ἀνηκούσας δηλώσεις, προτιμᾶται ἡ δήλωσις τοῦ ἔχοντος τὴν προτέραν ὑποθήκην. Ἄρθρον 11. Πᾶσα διένεξις περὶ κατοχῆς μεταξὺ δύο ἢ καὶ πλειόνων ἀξιούντων αὐτὴν, λύεται δικαστικῶς· ἐν τούτοις διὰ τὰς ἀμφισβητουμένας παρ’ αὐτῶν φυτείας, τὸ παραχωρητήριον ἐκδίδεται ὑπὲρ ἐκείνου, ὃν ἤθελε κρίνει δικαιούμενον ἐπιτροπὴ συγκροτουμένη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης. Ἂν δικαιωθῇ ἕτερος δικαστικῶς παρὰ τὸν λαβόντα, τὸ παραχωρητήριον ἀκυροῦται, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι μὲν τὴν προκαταβολὴν, δικαιοῦται ὅμως διὰ τὰς πληρωθείσας δόσεις ἀπὸ τὸν δικαστικῶς δικαιωθέντα. Ἡ αὐτὴ ὡς ἀνωτέρω ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ περὶ πάσης διενέξεως ἀφορώσης τὰ ὅρια τοῦ χωρίου. Ἄρθρον 12. Τὸ δημόσιον οὐδόλως εὐθύνεται, ἐὰν δηλωθεῖσα καὶ παραχωρηθεῖσα φυτεία ἐκνικηθῇ ὑπὸ τρίτου, ὁ δὲ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις ὑποχρεοῦται οὐχ ἧττον εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ συμπεφωνημένου τιμήματος. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐθνικὸν ἢ ἐκκλησιαστικὸν φθαρτὸν κτῆμα ἐδηλώθη ἢ παρεχωρήθη ὡς φυτεία, ὁ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις θεωρεῖται ὡς κακῆς πίστεως κάτοχος, καὶ συνάμα ἀπόλλυσιν ὅ,τι ἀπέναντι τοῦ τιμήματος κατέβαλεν. Ἄρθρ. 13. Ὁ ἁρμόδιος οἰκον. ἔφορος, τῇ συμπράξει γεωμέτρου ἢ ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς καταμετρήσεως, ἀφοῦ κατασταθῇ ὁριστικὴ ἡ ἐκτίμησις τῶν φυτειῶν. Διὰ πᾶν τεμάχιον συντάσσεται ἴδιον πρωτόκολλον καταμετρήσεως καὶ ὁροθεσίας, ἐν ᾧ σημειοῦται ἡ τάξις εἰς ἣν ἀνήκει, τὸ εἶδος τῆς φυτείας, τὰ πλευρικὰ μέτρα, τὰ ὅρια, ἡ θέσις καὶ τὸ τοπογραφικὸν σχέδιον. Ἄρθρον 14. Τὸ πρωτόκολλον τῆς καταμετρήσεως μετὰ τῆς δηλώσεως ὑποβάλλεται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκδίδει τὰ παραχωρητήρια καὶ διευθύνει αὐτὰ εἰς τὸν οἰκονομ. ἔφορον, ἀφ’ οὗ θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως δὲν ἐκδοθῶσι τὰ παραχωρητήρια, ἀπαλλάσσονται τῆς ἐπικαρπίας ὅσοι τῶν ἐμφυτευτῶν καταθέσωσι τὴν ἐνιαύσιον δόσιν τοῦ τιμήματος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεώς των. Οἱ κύριοι γραμματίων οἱασδήποτε κατηγορίας, οἱ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου προκαλέσαντες πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν τὴν καταμέτρησιν ἀσκεπῶν γαιῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια, καὶ αἵτινες ἐνεφυτεύθησαν μεταγενεστέρως, ὀφείλουν νὰ γνωστοποιήσωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων ἀξιώσεις των, ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀναβάλλεται ἡ ἔκδοσις τῶν παραχωρητηρίων μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποπερατώσεως τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς. Ἄρθρον 15. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἅμα λάβῃ τὰ παραχωρητήρια, προσκαλεῖ ἐγράφως καὶ ἐπὶ ἀποδείξει ἕνα ἕκαστον τῶν δικαιούχων, ἵνα ὑπογράψῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὴν χρεωστικὴν ὁμολογίαν διὰ τὰς ἐτησίας δόσεις· μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ὁμολογίας μεταγράφει τὰ παραχωρητήρια, ἐγγράφει ὑποθήκην ἐπὶ τῶν παραχωρηθεισῶν φυτειῶν καὶ παραδίδει τὰ παραχωρητήρια εἰς τοὺς δικαιούχους, ἀφοῦ χαρτοσημανθῶσι καὶ πληρωθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, τὰ δικαιώματα τῆς μεταγραφῆς καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης. Ἄρθρον 16. Ἐὰν ὅμως ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης προθεσμίας δὲν ὑπογράψῃ τὴν ὁμολογίαν, ἀπόλλυσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 8 προκαταβολὴν, καὶ θεωρεῖται παρῃτημένος τῶν χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου δικαιωμάτων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν εἰς αὐτοὺς παραχώρησιν κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ.
Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 17. Πᾶσα φυτεία, τῆς ὁποίας ὁ κάτοχος κατέστη ἔκπτωτος κατὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 16 τοῦ παρόντος νόμου, περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου καὶ θεωρουμένη ὡς ἐθνικὸν φθαρτὸν κτῆμα, διατίθεται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ἐὰν κατὰ τὴν καταμέτρησιν τῆς φυτείας εὑρεθῇ πλεόνασμα ἐπὶ τῆς δηλωθείσης ἐκτάσεως, παραχωρεῖται καὶ τοῦτο εἰς τὸν δηλώσαντα, ὅταν δὲν ᾖναι ἀνώτερον τῶν δέκα τοῖς ἑκατόν. Πᾶσα ὑπέρβασις τοῦ ὅρου τούτου περιέρχεται εἰς τὸ δημόσιον καὶ διατίθεται ὡς ἀνωτέρω. Ἄρθρ. 18. Πᾶς ἐκ παραχωρήσεως ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου κατὰ τὸν παρόντα νόμον δύναται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν 18 ἐτῶν νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρ. 19. Τὰ περὶ ὑποθηκῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 10 καὶ 16 τοῦ παρόντος νόμου ὁρισθέντα ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ προσημειώσεων ὑπὲρ τῶν ἐχόντων τοιαύτας. Ἄρθρ. 20. Διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς φυτειῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ 1 ἄρθρου ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀκυρούσης τὴν παραχώρησιν τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἢ ἀπὸ τῆς λήξεως ἢ τῆς διαλύσεως τῆς μισθώσεως. Ἄρθρ. 21. Ὅπου ὑπάρχουσι φυτεῖαι γενόμεναι ἐπὶ γαιῶν μὴ ἀνηκουσῶν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὑποβαλλόμεναι εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας ἔλαττον τοῦ διὰ τῶν ἐτησίων φορολογικῶν νόμων κανονιζομένου, τὸ δημόσιον λαμβάνει ἐκ τοῦ ὁρισθέντος τιμήματος μέρος μόνον ἀνάλογον τῆς εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας. Ἄρθρον 22. Πάντα τὰ μέλη τῶν ἐν τῷ παρόντι Νόμῳ ἐπιτροπῶν καὶ οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς ὁ παρὼν νόμος, ἤθελον δείξει ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν ἢ καὶ ἁπλῆν ῥαθυμίαν, τιμωροῦνται πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ πρόστιμον 100–500 δραχμῶν. Ἄρθρον 23. Εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν δὲν εἶναι δεκτὰ οὐδενὸς εἴδους πιστωτικὰ γραμμάτια τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 24. Καταργοῦνται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἅπασαι αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς αὐτὸν διατάξεις καὶ ῥητῶς ὁ ἀπὸ 15/27 Ἰανουαρίου 1837 Νόμος περὶ φυτειῶν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς τῶν συναδέλφων μας ἀσθενῶν, ὁ Κ. Πετσάλης, ὑποβάλλει παρατηρήσεις τινας δι’ ἐπιστολῆς του, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν, ὡς μὴ δυνάμενος σήμερον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Συνεδρίασιν. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολή του. (Ἀναγινώσκεται μέχρι τῆς λέξεως «σκανδαλῶδες). Κύριε Πρόεδρε! Ἀσθενῶν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θέλει ψηφισθῆ ὁ νόμος περὶ φυτειῶν εἰς τὸ σύνολόν του, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ἐγγράφως τινὰς παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὸ βʹ. ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐξαιρεῖ τῆς διαθέσεως τὰ κτήματα τῶν διαλελυμένων Μονῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχωσι μεμισθωμένα ἕως ὅτου διαρκῇ ἡ μίσθωσις. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, συζητουμένου αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἐζήτησα ἐξήγησιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐννοεῖ νὰ ἐνεργηθῇ ὡς πρὸς τὰ κτήματα αὐτὰ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς μισθώσεως, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου παρεδέξατο, ὅτι αὐτὰ θέλουν διατεθῆ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἐπὶ δημοπρασίας. Ἐζήτησα μάλιστα νὰ γείνῃ μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τῆς δηλώσεως ταύτης. Ἐν τούτοις ἐν τῷ νόμῳ ἤδη, ὅτε ἐκκαθαρίσθη, μετὰ τὰς συζητήσεις, δὲν βλέπω νὰ ἐγένετο ἡ προσθήκη «ληξάσης δὲ τῆς μισθώσεως θέλουν διατεθῆ διὰ δημοπρασίας κατὰ τοὺς κειμένους νόμους». Ἀπεναντίας, ὡς ἔχει σήμερον ὁ νόμος ἄνευ ταύτης τῆς προσθήκης καὶ τὰ κτήματα αὐτὰ θέλει διαθέσει ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς πρώην ἐμφυτευτάς. Τοῦτο ὅμως εἶναι λίαν ἀσύμφορον καὶ σκανδαλῶδες, διότι,.........
§77ΛΑΠΑΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά, κύριε Πρόεδρε; (θόρυβος, διακόπτεται ἡ περαιτέρω ἀνάγνωσις).
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδόθησαν τότε αἱ ἀρκοῦσαι ἐξηγήσεις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§80ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, κύριε πρόεδρε, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει τόσον ἐσπευσμένως ν’ ἀποφασίσῃ· πολλάκις μία συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου εἶναι σπουδαιοτέρα τῶν προλαβουσῶν, διότι ἐπὶ τοῦ συνόλου εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ ἡ Βουλὴ ἀκριβέστερον νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἀντικείμενον καὶ ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος θέλει εἴτε κατ’ ἀρχὴν εἴτε ἐν γένει νὰ πολεμήσῃ διατάξεις τινὰς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσῃ πλέον μελετημένος καὶ πλέον σαφῶς· ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ῥοντήρης ἤδη ὡς βλέπω ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἀκούσῃ· διότι ὅσον σπουδαιότερον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τόσον σπουδαιότερον καὶ ἐμβριθέστερον πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου. Μένει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
§82ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἐγὼ ὡμίλουν δὲν ἔγεινε καμμία παρατήρησις, πρὸς τί ἐρωτᾶτε;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὸ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ῥοντήρης;
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§85ΜΠΑΛΑΦΑΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Προκαλέσατε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, καθαράν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀντικείμενον). Τὸ προεδρεῖον ἀμφιβάλλει. Ἐρωτῶ τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ ἑπομένως νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ γίνῃ συζήτησις.
§87ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπειδὴ θεωρῶ τὸ ζήτημα λίαν σπουδαῖον, ἐπειδὴ τὸ θεωρῶ θίγον τὸ σύνταγμα καὶ τὸ ἐθεώρησα ἀντικείμενον πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου ἵνα ἐξαντλήσω καὶ ὅλα μου τὰ δικαιώματα καὶ ἐκπληρώσω ὅλα μου τὰ καθήκοντα. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, κύριοι, δὲν ἔρχονται νέαι τροπολογίαι, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος· δύναταί τις μόνον νὰ φέρῃ μέμψιν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, ἤτοι καὶ κατὰ τῶν ἐπὶ μέρους ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Διότι ἐγένοντο πεντήκοντα ψηφοφορίαι ἐδῶ, καὶ εἰς ἄλλας μέν τις ἐπλειονοψήφησε, εἰς ἄλλας δ’ ἐμειονοψήφησε. Δι’ ἐκείνας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας ἐμειονοψήφησεν εἷς βουλευτὴς δύναται νὰ καταψηφίσῃ τὸ σύνολον, καίτοι ὑπερεψήφισε τὰς ἄλλας διατάξεις. Τόσον σπουδαίας δύναται νὰ θεωρήσῃ τὰς διατάξεις αὐτὰς, ὥστε νὰ θεωρήσῃ τὴν ζημίαν ἐπ’ αὐτῶν ἀνωτέραν τῆς ὠφελείας τῶν ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταὶ, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ φέρῃ μέμψιν καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν καθ’ ἕκαστα καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ἐγὼ εἶπον πολλὰ περὶ πάντων καὶ ἤδη πρόκειται νὰ τὰ ὑπομνήσω· δὲν θέλω τ’ ἀναπτύξει, ἀλλὰ συγκεφαλαιώσει πρῶτον ποῖα εἶναι τρωτὰ, καὶ διὰ ποίους λόγους τὸ σύνολον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ πλέον. Πρῶτον, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1837. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1837 τὸ ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον ὡς ἰδιοκτησία, τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὸν ἰδιώτην, καὶ σήμερον δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ, οὔτε τὸ τοῦ ἰδιώτου μέρος, οὔτε αὐτοῦ τοῦ δημοσίου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει διάνοια τῆς δωρεᾶς. Δεύτερον, κύριοι, καταψηφίζω τοῦ συνόλου, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον (μοὶ φαίνεται) ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κ. Πετσάλης. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, μοὶ φαίνεται, ἀπεφάσισε τὶ πρέπει νὰ γίνουν τὰ ἐκκλησιαστικὰ φθαρτὰ κτήματα, καὶ εἶναι ἀποφασισμένον νὰ πωλῶνται ἐπὶ δημοπρασίας, ἐν τούτοις διὰ τοῦ παρόντος νόμου τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ὅλα ἢ μέγα μέρος αὐτῶν ἐξαιροῦνται τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ὑπάγονται εἰς τὸν παρόντα.
§88ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§89ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τοιαύτην τὴν διάνοιαν. Ὅσοι, κύριοι, κατεψηφίσαντο τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς νὰ γείνῃ εὐκολώτερον καὶ φυσικώτερον διὰ διανομῆς τῆς ἐμφυτευθείσης γῆς, λαμβάνοντος τοῦ δημοσίου τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον, ἐνόησαν νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον τὴν σημερινὴν τιμὴν τῆς γῆς, ἀλλ’ ἐνόησαν νὰ γείνῃ ἐκτίμησις ἀσφαλὴς, νὰ καθιερωθῇ σύστημα ἐκτιμήσεως σπουδαῖον, δὲν ἐνόησαν ὑπερψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου, νὰ μείνῃ ἡ ἐκτίμησις εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐνδιαφερομένων· ἀλλὰ τί συνέβη; προϊόντες εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων παρεδέχθημεν σύστημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι σύστημα πλημμελὲς τοῦ νὰ κάμνωσιν δηλονότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι αὐτοὶ τὴν ἐκτίμησιν, διότι τῳόντι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἔχουσι τὴν νικῶσαν ψῆφον· ἡ ἐκτίμησις γίνεται ἐφ’ ἅπαξ, ἐὰν δὲ γείνῃ ἔνστασις, ἐπαναλαμβάνεται. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἡ ἐκτίμησις γίνεται ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Σᾶς εἶπα προχθὲς ὅτι τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον θεωρῶ δημοτικὸν ὑπάλληλον, καθὼς καὶ τὸν ἔπαρχον· διότι ἐδὼ δὲν ἔχομεν μὲν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν ἢ τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ ὑπάρχει πλήρης αὐτοδιοίκησις, καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ ἔπαρχος εἶναι δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, δι’ οὓς λόγους πάντες γνωρίζετε. Ἀλλὰ συνέβη ἕτερον μέγα σκάνδαλον· παρεδέχθημεν νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκτιμήσεως ἰδιώτης μὴ ὁρκιζόμενος· εἶναι κανονικὸν αὐτό; ὑπάρχει δημόσιος λειτουργία ἐν τῷ καθ’ ἡμᾶς ὀργανισμῷ ἐξασκουμένη ἄνευ ὁρκίσεως; ἐν τούτοις ἐγένετο πρότασις, ὁ διοριζόμενος ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ἀντιπρόσωπος νὰ ὁρκίζηται, καὶ παραδόξως ἀπεῤῥίφθη. Τώρα, κύριοι, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία τροπολογία. Κατ’ ἔφεσιν, κύριοι, δικάζει εἷς πρωτοδίκης· διὰ τί ὄχι ὁ πρόεδρος; ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου τοῦ τόπου. Καὶ πάλιν βλέπω ἀποκέντρωσιν, καὶ ἐγὼ ἠξεύρετε πόσον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν μάλιστα τὴν θεωρῶ ὀλίγην, διότι εἶμαι καθ’ ἑαυτὸ ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι πολλῷ μεῖζον ἀγαθόν· ἀλλ’ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου δὲν ὑπάρχει λογικὴ οὔτε ἡ αὐτοδιοίκησις, οὔτε ἡ ἀποκέντρωσις· ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναί τι τερατῶδες, ἡ δὲ ἀποκέντρωσις δύναται μὲν νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ πολλὰ ὀλίγη εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ αὐτοδιοίκησις δὲν ὑπάρχει, διότι αἱ πρόσοδοι τοῦ κράτους ἀνήκουσι μόνον εἰς τὸ κράτος, καὶ πρέπει αἱ πρόσοδοι νὰ διαχειρίζωνται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων (διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Ἐδῶ πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκτίμησις ὑπὸ δημοτικῶν ὑπαλλήλων καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἐκτίμησις θὰ μείνῃ ἐλαχίστη· αἱ γαῖαι αὗται τὰς ὁποίας εἶπον ἄλλοτε ὅτι εἶναι 700,000 στρέμ. καὶ τώρα δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι εἶναι ἴσως 2,000,000· αἱ γαῖαι αὗται δὲν εἶναι 15 καὶ 20, ἀλλὰ 500, 700, 1000 δραχμῶν καὶ βάζω περὶ τούτου στοίχημα, ὅτι δὲν θὰ ἐκτιμηθῶσι πλέον τῶν 50 δραχμῶν. Κύριοι, ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἔχῃ μίαν ἐγγύησιν τὸ δημόσιον (θόρυβος) καὶ παραπονοῦμαι καὶ κατὰ τοῦ κανονισμοῦ, διότι, καθὼς εἶπον τότε, ἄνευ συστήματος διασκέψεως προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοθετήματος· λέγω, ἐνόμιζον, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐγγύησις ἡ παρέμβασις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπεκλείσθη· ἐνόμιζον, ὅτι πάντοτε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς ἑαυτὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ νὰ διατάξῃ νέαν ἐκτίμησιν ἢ νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐκ τῶν δύω γνωμῶν ἢ νὰ ὁρίσῃ τρίτην· ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν καὶ ἡ μία τοπικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ ἄλλη μένουσι σύμφωνοι εἰς τὴν ἐκτίμησιν· κατὰ τὴν θεωρίαν δὲ τὴν ἐδικήν μου θὰ ἦναι σύμφωνοι. Κύριοι, ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἐμφυτευταὶ πρόκειται νὰ δώσουν, πρέπει νὰ παρακολουθῇ εἰς βάρος τὸ κτῆμα καὶ νὰ μὴ ἀπαλλάττηται τὸ κτῆμα, ἐὰν δὲν πληρωθῇ τὸ κτῆμα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν αὐτὴ ἡ φυτεία εὑρεθῇ 1000 δραχμὰς εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὑπάρξῃ καὶ ὑποθήκη δευτέρα διὰ 2000 δραχμ. ὁ δεύτερος ἐνυπόθηκος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμα. Τώρα δύναται νὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύω· ἡ τιμὴ νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 1000 δραχμῶν, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ κατωτέρα, ἤτοι 500 δραχμῶν· ὁ τελευταῖος ἐμφυτευτὴς θὰ καταβάλῃ τὰς 500 δραχ. καὶ θὰ ἀπέλθῃ ἔχων τὴν φυτείαν ἐλευθέραν παντὸς βάρους, διότι αἱ ὑποθῆκαι ἐξαλείφονται μετὰ τὸν πλειστηριασμόν· Τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς 500 δραχ. διὰ δὲ τὰς ἄλλας 500 τί θὰ λάβῃ; μηδέν. Ἐγὼ λοιπὸν ὑποστηρίζω ἓν ἄλλο σύστημα. Τὸ τίμημα αὐτὸ πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὸ κτῆμα ὡς βάρος καὶ εἰς χεῖρας τοῦ κατόχου τοῦ ἐμφυτευτοῦ, καὶ εἰς χεῖρας τοῦ κατόχου τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ εἰς χεῖρας παντὸς ἀγοραστοῦ καὶ μετὰ τὸν πλειστηριασμὸν μέχρις ἐξοφλήσεως. Τώρα τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀπολέσωμεν οὐ μόνον τὴν φυτείαν, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐτελὲς τῆς γῆς τίμημα· διότι δύνανται καὶ χρέη νὰ γείνουν καὶ πλειστηριασμοὶ νὰ γείνουν κατὰ συμπαιγνίαν. Κύριοι, κατὰ τὰς ἰδέας μου, βέβαια, ἡ νομοθετικὴ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκόμη συγκεκροτημένη διὰ νὰ λύσῃ ζητήματα ἰδιοκτησίας· τὰ ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου εἶναι δυσχερέστατα καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἐν Βουλῇ ἄνευ προβουλεύματος· ὅπως δήποτε ἐγένετο γνωστὸν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τόσα κενὰ ὁ νόμος, καὶ τόσας ἐλλείψεις, ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἔλλειψις τοῦ νόμου, κύριοι, διὰ τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον καταψηφίζω τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὁλοκλήρου, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι καὶ δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω αὐτὸν τὸν νόμον· καὶ ἂν ἦμαι δικαστὴς θέλω τὸν κηρύξει ἄκυρον. Κύριοι, πολλοὶ νομίζουν, ὅτι τὰ κοινοβούλια εἶναι παντοδύναμα, καὶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις των ἔχουν ἀπόλυτον κράτος. Ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς σχολῆς. Πᾶς νόμος, ἀντιβαίνων εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἄκυρος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Δὲν εἶναι αὕτη ἰδική μου γνώμη· βεβαίως ἡ αὐτὴ γνώμη ἐπικρατεῖ καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐνοήθη τὸ Σύνταγμα ὅπως πρέπει· ἐν Ἀγγλίᾳ γίνεται τι· διότι τὸ κοινοβούλιον ἔχει ἐξουσίαν ἐθνικῆς συνελεύσεως· ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ δικαστήρια τὰ καθήμενα ἐν Οὐεστμίνστερ ἠκύρωσαν πολλάκις νόμους, διότι ἀντέβαινον εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὸν νόμον τῶν νόμων, εἰς τὸ jus naturale κελεύοντα sunt leges legum ὑπάρχουσι καὶ νόμοι τῶν νόμων· ἤτοι νόμοι ἀκυροῦντες τοὺς νόμους· νόμοι μὴ ἐπηρεαζόμενοι ὑπὸ τῶν νόμων. Ὅταν λοιπὸν νόμος τις ἔχῃ τι μὴ ὀρθὸν ἢ παρὰ φύσιν, εἶναι ἄκυρος· ῥητῶς μάλιστα λέγουν οἱ συγγραφεῖς, ὅτι, ἐὰν ὑπάρξῃ νόμος μὴ ἀπαγορεύων τὴν μοιχείαν, ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι μὴ ὤν, ἢ nichtig, καθὼς λέγουν οἱ Γερμανοί. Καὶ ἄλλα παραδείγματα ἠδυνάμην νὰ φέρω, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ περὶ τούτου ζήτημα. Ἐγὼ τώρα ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἶναι ὁ νόμος ἐναντίος τοῦ Συντάγματος, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸν ὑποστηρίζω τὸν νόμον τοῦτον ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῶν πρώτων ὑποθηκῶν. Ἡ ὑποθήκη εἶναι πρᾶγμα....
§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Ῥοντήρη, μίαν στιγμήν· ποῦ προσβάλλει τοὺς νόμους τῶν νόμων;
§91ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὸ λέγω; ἡ ὑποθήκη. Ἡ ὑποθήκη εἶναι δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἡ δὲ ἰδιοκτησία οὐδέποτε ἀφαιρεῖται οὐδὲ ἀλλοιοῦται διὰ νόμου, ἀλλὰ μόνον δι’ ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος. Τώρα τί γίνεται; τοὺς ἔχοντας τὴν πρώτην ὑποθήκην τοὺς κάμνομεν νὰ ἔχωσι δευτέραν ὑποθήκην, καὶ δύναταί τις παραπονούμενος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ψηφίζομεν τοὺς ὄνους ἵππους, ἢ τοὺς ἵππους ὄνους· διότι ἐξαντλεῖται τυχὸν ἐκ τοῦ πρώτου χρέους (τοῦ τιμήματος) ὁλόκληρος ἡ ἀπαίτησις, ὁλόκληρος ἡ ἀξία τοῦ ἀντικειμένου. Τέλος πάντων δὲν θέλω νὰ ἐξετάζω τὰς συνεπείας, τὰ γεγονότα ἔχουσιν οὕτως. Ἔχω πρώτην ὑποθήκην· ποία δύναμις δύναται ἐν τῷ κόσμῳ νὰ τὴν κάμῃ δευτέραν; οὐδεμία· μόνον μία ἐθνικὴ συνέλευσις διὰ πραξικοπήματος δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως καὶ ἀδίκως, ἀλλὰ τότε πάντες πρέπει νὰ κύπτωμεν τὸν αὐχένα ἀπέναντι μιᾶς πράξεως ἐθνικῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ θεωρήσω πρᾶγμα τοιοῦτο ὡς μίαν ἐθνικὴν συμφοράν· ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῶ παρὰ νὰ ὑποκύψω. Ἀλλ’ εἰς ἕνα νόμον δευτερευούσης ἀρχῆς, ὅπως εἶναι τὸ κοινοβούλιον, ἀρχῆς παρεκβαινούσης τοῦ καθήκοντος, οὐχί! λέγω ὅθεν, ὅτι τὰ δικαστήρια ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑποκύψωσιν εἰς τὸν παρόντα νόμον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νῦν νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις, ν’ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ εἰς μίαν ἄλλην σύνοδον ἠμπορεῖ νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου καὶ νὰ ψηφισθῇ. Ἔχω δὲ μίαν γνώμην, κύριοι, καὶ ἀντέχομαι πολὺ αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα πρέπει ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης αὐτοῦ καθαράν, διαφανῆ· καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ γείνῃ μία ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Δοθείσης δὲ ταύτης τῆς εὐκαιρίας....
§92ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν ἦναι 15 ζητοῦντες αὐτὴν, μάλιστα.
§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον πάντες οἱ νόμοι, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφισθοῦν ἐν συνόλῳ, ψηφίζονται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι εἰς τὸ Βέλγιον πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἐδῶ;
§95ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παράδειγμα φέρω, δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ἡ Βουλή· ὑποστηρίζω δὲ τὸ ὀρθὸν τῆς ἀξιώσεώς μου, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ σπουδαῖοι τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι αἱ πιστώσεις, πρέπει νὰ ψηφίζωνται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τοὐλάχιστον ἐν συνόλῳ καὶ κατ’ ἀρχήν. Γνωμοδοτῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν συνόλῳ καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφ’ οὗ συνεζητήσαμεν, κύριοι, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐπὶ τόσας ἡμέρας, ἐπίστευον ὅτι δὲν ἤθελον εὑρεθῆ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ τὸ ὑποστηρίξω ἐκ νέου· μ’ ὅλον τοῦτο, ἀφ’ οὗ μὲ ἀναγκάζει εἰς τοῦτο ὁ κ. Ῥοντήρης θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους συνιστᾷ εἰς ὑμᾶς νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου παμψηφεὶ παρεδέχθητε τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα. Σᾶς εἶπε, κύριοι, κατὰ πρῶτον ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1837· οὐδὲν τούτου ἀληθέστερον. Βεβαίως διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, καταστρέφομεν τὸ διάταγμα τοῦ 1837. Ἀλλὰ τοῦτο ποιοῦντες δὲν προσβάλλομεν οὐδὲν ἰδιωτικὸν δικαίωμα, διότι, ναὶ μὲν ὁ νόμος τοῦ 1837 ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς νὰ λάβουν τὸ ἥμισυ τῶν φυτειῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἐμφυτευτῶν ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δικαίωμά του. Σᾶς εἶπον δὲ καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔθετεν ὅρους τινάς, τοὺς ὁποίους ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκπληρώσωσι διὰ νὰ κατασταθῶσιν ἰδιοκτῆται τοῦ ἡμίσεως· οὐδεὶς δὲ δὲν ἀπέδειξεν ἕως τώρα, ὅτι ἐξεπλήρωσε τοὺς ὅρους αὐτούς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχει κεκτημένον δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1837· ἐλπίζω δὲ ὅτι, δὲν θὰ εὑρεθῇ κᾀνεὶς νὰ παραπονεθῇ, διότι ὁ νέος νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς νὰ γενῶσιν ἰδιοκτῆται τοῦ ὅλου ἐπὶ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τῆς γῆς. Δεύτερον λόγον ἐπέφερεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι, ἐὰν ἐπικυρώσητε τὸν ψηφισθέντα νόμον, πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ φθαρτὰ κτήματα θέλουν παραχωρηθῆ ἐπὶ ἐκτιμήσει ὡς φυτεῖαι, ὅπερ ἀντιβαίνει εἰς τὸν περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν φθαρτῶν κτημάτων νόμον τοῦ 1864, καθ’ ὃν πάντα τὰ φθαρτὰ κτήματα ἐκποιοῦνται ἐπὶ δημοπρασίας. Ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι ἀληθής· διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου παραχωροῦνται μόνον αἱ φυτεῖαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ ἰδιώτας εἴτε ἐπὶ ἐθνικῶν εἴτε ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον λαμβάνει ὡρισμένον δικαίωμα ἐπικαρπίας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ φθαρτὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐμφυτευθῆ ἀπὸ τὰς μονὰς, ταῦτα θέλουν διατεθῆ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐκμισθώσεως διὰ δημοπρασίας. Ἐὰν δὲ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα τρὶς ἕως τώρα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὲν ἀρκοῦν εἰς τὸν κύριον Ῥοντήρην, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν 2 παράγραφον τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐθνικὸν ἢ ἐκκλησιαστικὸν φθαρτὸν κτῆμα δηλωθῇ ἢ παραχωρηθῇ ὡς φυτεία, ὁ πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις θεωρεῖται ὡς κακῆς πίστεως κάτοχος κλπ.
§97ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ θέλω. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1837 ἐθνικὰ φθαρτὰ κτήματα ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν εἶναι καὶ αἱ φυτεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦ 1837, κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀδιαιρέτου καὶ ὑπάγονται εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1837 δὲν κάμνει λόγον περὶ φυτειῶν ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Τώρα τί ἔχετε νὰ εἰπῆτε; εἶσθε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν διασάφισιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα; Ἀκολούθως ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐκάκισε τὸ σύστημα τῆς ἐκτιμήσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ παραχωρήσωμεν τὰς φυτείας ἐπὶ ἐκτιμήσει τῆς ἀξίας τῆς γῆς, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῇ ἄλλο σύστημα ἐκτιμήσεως, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁποῖον εἶναι τὸ σύστημα εἰς τὸ ὁποῖον τὸ δημόσιον δύναται νὰ εὕρῃ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ἀπὸ ὅσας δίδει τὸ νομοσχέδιον. Τίνι τρόπῳ, κύριοι, γίνονται συνήθως αἱ ἐκτιμήσεις, ὅταν ἐπὶ ἑνὸς πράγματος ἐνδιαφέρωνται δύο πρόσωπα καὶ πρόκηται νὰ κανονισθῇ ἡ τιμὴ ἢ ἡ ἀξία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο; ἕκαστον τῶν ἐνδιαφερομένων προσώπων διορίζει ἕνα πραγματογνώμονα, οἱ δύω δὲ πραγματογνώμονες προβαίνουν εἰς τὴν ἐκτίμησιν, καὶ, ἂν συμφωνήσωσι, ἡ ἐκτίμησις εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὰ δύω μέρη, ἐὰν δὲ διαφωνήσωσι, τότε ἀναφέρονται εἰς μίαν ἀρχὴν, εἰς τὸν πρόεδρον συνήθως τοῦ δικαστηρίου, καὶ οὗτος διορίζει ἐπιδιαιτητὴν, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὰ δύο μέρη. Τὸ αὐτὸ κάμνει συνήθως καὶ τὸ δημόσιον· γνωρίζετε, ὅτι ἐκτὸς τῶν φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, ἐγένοντο καὶ οἰκοδομαὶ ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων· τὸ δημόσιον δὲν ἠθέλησεν, ἂν καὶ εἶχε δικαίωμα, νὰ ἐξώσῃ τοὺς οἰκοδομήσαντας καὶ καταστρέψῃ τὰς οἰκοδομάς των, ἀλλὰ προεκάλεσε νόμον, ὅστις ἐπεψηφίσθη μὲ ὅλην τὴν εὐκολίαν ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ σώματα, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ οἰκοδομήσαντες ἐδικαιώθησαν ν’ ἀποκτήσωσι τὸ οἰκόπεδον ἐπὶ ἐκτιμήσει, ἥτις γίνεται μὲ τρόπον ἁπλούστατον· διορίζεται εἷς πραγματογνώμων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, δηλ. ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καὶ εἷς ἄλλος ἀπὸ τὸν οἰκοδομήσαντα, καὶ ἂν συμφωνήσουν οἱ δύο οὗτοι, ἡ ἐκτίμησις εἶναι ὁριστικὴ, ἐὰν δὲ διαφωνήσουν, διορίζεται τρίτος ἀπὸ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐδυνάμην λοιπὸν, ἀκολουθῶν τὸν νόμον τοῦτον, νὰ παραδεχθῶ καὶ ἐπὶ τῶν φυτειῶν τὸ αὐτὸ σύστημα ἐκτιμήσεως· ἀλλ’ ἐγὼ, πρὸς περισσοτέραν ἀσφάλειαν, ἐνόμισα ἀσφαλέστερον νὰ ἀναθέσω τὴν ἐκτίμησιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἵτινες διαχειρίζονται ὅλον τὸν πλοῦτον καὶ ὅλα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν εὐχαριστεῖται. Καὶ διατί; διότι κατὰ τὴν ἰδέαν του καὶ ὁ οἰκονομ. ἔφορος καὶ ὁ ἔπαρχος καὶ ὁ ταμίας εἶναι δημοτικοὶ ὑπάλληλοι· τοὺς χαρακτηρίζει δὲ ὡς τοιούτους, διότι συμβαίνει, λέγει, νὰ διορίζωνται ἐνίοτε κατὰ σύστασιν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον· ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦτο οἱ ἀνωτέρω δημόσιοι ὑπάλληλοι μετασχηματίζωνται εἰς δημοτικοὺς, τότε ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, διότι καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης σας καὶ τῆς συνδρομῆς σας δὲν ἠμποροῦν νὰ μείνουν εἰς τὰς θέσεις των· ποῦ θὰ εὕρωμεν λοιπὸν πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς παρέχουν πλειοτέρας ἐγγυήσεις; Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι σχηματίζων δύω ἐπιτροπὰς, δίδων τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ προσβάλλῃ τὰς πράξεις τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, ἀναμιγνύων εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοσαῦτα πρόσωπα καὶ τόσους δημοσίους ὑπαλλήλους, χορηγῶ εἰς τὸ δημόσιον ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι λυποῦμαι κατὰ πολὺ, διότι ὁ κ. Ῥοντήρη, καίτοι κακίζων τὸ ἰδικόν μου σύστημα, δὲν παρουσίασεν ἄλλο καλλίτερον.
§99ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Παρουσίασα· εἶπα ἐκτίμησιν ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας, συμβολαιογράφους καὶ λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους θέλομεν, ὄχι διοικητικούς.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ ταῦτα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἀρκετὰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος· κατὰ τὴν ἰδέαν του ἔπρεπε τὸ τίμημα τῆς γῆς νὰ παρακολουθῇ τὸ κτῆμα καὶ ὄχι νὰ ἐγγράφηται πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ ὑποθήκη. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι τὴν ἰδέαν ταύτην πρώτην ἤδη φορὰν λέγει καὶ δὲν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν παρουσίασεν· ἐκεῖ ἔγραφεν ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσα νὰ παραδεχθῶ. Ἔγραφε δηλ. ὅτι ἐὰν ὁ ἐμφυτευτὴς καθυστερήσῃ δύο δόσεις, ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς πολίτης νὰ καταβάλῃ τὰς δύο αὐτὰς δόσεις, καὶ νὰ γενῇ ἰδιοκτήτης τῆς φυτείας, ὅπερ σημαίνει, ἐὰν ἓν στρέμμα φυτείας ἐκτιμηθῇ δι’ 100 δραχμὰς, ὁ δὲ ἐμφυτευτὴς χρεωθῇ νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος 8 δραχμὰς, πληρωθῶσι δὲ αἱ 16 δόσεις τοῦ τιμήματος, καὶ καθυστερήσωσιν αἱ δύο τελευταῖαι, δηλαδὴ τὸ ἄθροισμα τῶν ὁποίων χρεωστεῖ νὰ συνίσταται εἰς 16 δραχμὰς, θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα ὅστις φθάσει νὰ πληρώσῃ τὰς δύο δόσεις, νὰ πάρῃ τὸ κτῆμα Αὐτὸ, κύριοι, δὲν τὸ εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὴν δικαιοσύνην, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ παραδεχθῶ ὅπως δὲν τὸ παρεδέχθητε καὶ ὑμεῖς. Ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ δημόσιον ὀφείλει, καθὼς τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει, νὰ μεταβιβάσῃ τὴν φυτείαν εἰς τὴν πλήρη κυριότητα τῶν ἐμφυτευτῶν καὶ πρὸς ἀσφάλειάν του νὰ ἐγγράψῃ πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τῶν φυτειῶν αὐτῶν· οὕτω δὲ θέλει εἶσθαι πληρέστατα ἐξησφαλισμένον· ἐὰν δὲ ἐπέλθη καθυστέρησις, καὶ τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὴν ἄλλην περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου ἢ διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως αὐτοῦ, τότε θέλει ἐκθέτει τὴν φυτείαν εἰς πλειστηριασμὸν διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ἀρκούμενον εἰς τὸ νὰ λάβῃ ὅ,τι τῷ ὀφείλεται καὶ ἀφίνον τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐνδέχεται ἡ φυτεία νὰ ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν ὑπὸ ἄλλου ὀφειλέτου, μετὰ τοῦ ὁποίου νὰ ᾖναι συνεννοημένος ὁ ἐμφυτευτὴς, καὶ νὰ πωληθῇ εἰς μηδαμινὴν τιμὴν, ὥστε ἐκ τοῦ πλειστηριάσματος νὰ μὴ δυνηθῇ τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὸ τίμημα τῆς γῆς. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ ὅσα ὑπεστήριξεν περὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς σχετικῶς πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς φυτείας. Ἓν στρέμμα φυτείας κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ῥοντήρη ἔχει ἀξίαν 500 δραχμῶν, καὶ ἐκ τοῦ ἡμίσεως αὐτοῦ πωλουμένου ἐπὶ δημοπρασίας τὸ δημόσιον ἤθελε λάβει πολλαπλασίαν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ὅλου νὰ μὴ δυνηθῇ τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ οὐδὲ αὐτὸ τὸ τίμημα τῆς γῆς; Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, εἶναι καλὸν νὰ μὴ λέγωνται. Ὅταν θέλωμεν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὸ δημόσιον θέλει ζημιωθῆ πολὺ ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἐκτιμήσεως τῆς γῆς, ἰσχυριζόμεθα ὅτι πολλοστημόριον μόνον τῆς φυτείας πλειστηριαζόμενον ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ πλειότερα, ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου εὑρίσκομεν ὅτι οὔτε τὸ ὅλον τῆς φυτείας ἐκτιθέμενον εἰς δημοπρασίαν δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ σᾶς ἀπασχολῶσι μὲ τοιαύτας συζητήσεις καὶ νὰ πιστεύουν ὅτι δύνασθε νὰ ἀλλάξητε πεποίθησιν, ἀφοῦ ἐψηφίσατε τόσον προθύμως τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅλων τούτων τῶν λόγων ὁ κ. Ῥοντήρης εὗρεν εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξιν τοσοῦτον κακὴν, ὥστε ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπιψηφίζει τὸ σύνολον ἀλλὰ διαμαρτύρεται μ’ ὅλας του τὰς δυνάμεις, δηλόνων ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ ποτε δικαστὴς, δὲν θέλει τὴν ἐκτελέσει, καθόσον ἀντιτείνει εἰς τὸ σύνταγμα καὶ καταστρέφει κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ ποία εἶναι ἡ οὐσιώδης αὐτὴ διάταξις; εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν συνεζητήσαμεν, εἶναι ἡ διάταξις ἡ δίδουσα εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ὅλου ἐν γένει τῶν φυτειῶν, χωρὶς νὰ ἐξαιρῇ οὐδὲ τὰς γενομένας μέχρι τοῦ 1837. Δὲν ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι ἤθελεν κάμει τοσοῦτον λόγον ὁ κ. Ῥοντήρης περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀφοῦ διὰ μακρῶν σᾶς ἐξέθηκα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς λόγους δι’ οὓς ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἐπιμείνω, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐνέκρινε τὰς σκέψεις μου· ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ἢ μᾶλλον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1837, δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα, διότι τὸ διάταγμα τοῦ 1837, δὲν διαλαμβάνει ἁπλῶς ὅτι πᾶς ὁ ἐμφυτεύσας ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς γίνεται ἰδιοκτήτης τοῦ ἡμίσεως, ἀλλ’ ἔδιδε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ὅντινα ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι κατέστησε πλήρη καὶ τελείαν φυτείαν· παρῆλθον δὲ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος ἐκείνου 33 ὅλα ἔτη, καὶ οὐδεὶς ἐφρόντισε νὰ συμμορφοθῇ μετ’ αὐτοῦ.
§101ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν προσεκλήθη κανείς.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προσκληθῇ, διότι ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ καὶ ἑπομένως οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμφυτευταὶ δὲν ἔχουν κεκτημένον δικαίωμα· ἂς ᾖναι δὲ βέβαιος ὁ κύριος Ῥοντήρης, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ δικαστὴς ὅστις θέλει νὰ τὴν διαφιλονεικήσῃ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀπαντήσει καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια, διότι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἐπιμένετε, κ. Ῥοντήρη, εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν,
§104ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, μάλιστα. Νομίζω καλὸν νὰ καθιερωθῇ διὰ παντὸς ὅπως τὸ σύνολον ψηφίζηται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουν 15 τὴν ἰδέαν τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως; Ὅσοι ὑποστηρίζουν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται τρεῖς). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι) Παρεδέχθη.
§106ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτά, κύριε Ῥοντήρη, ἀποδεικνύουν ὅτι ὅλον τὸν ἀγῶνα ἀνέλαβες ὄχι ἐκ πεποιθήσεως.... (θόρυβος)
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπεμβῇ κανείς, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἐπικρίνῃ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὸ περὶ λῃστείας. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§108ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπέχω νὰ ἐξετάσω ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι πάντες οἱ ἀγορεύσαντες καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ ἐπίσης ἔντιμος πρωθυπουργὸς εἶπον, καὶ λέγω καὶ ἐγὼ σύμφωνα μὲ αὐτούς, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἐξαιρετικὸς καὶ παροδικός, καὶ ὡς τοιοῦτος βεβαίως, κύριοι, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὑπαγορεύεται δὲ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν θλιβεραὶ περιστάσεις καὶ πρόσφατοι ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς, ὀφείλοντας νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ διὰ συντόνων καὶ μᾶλλον τελεσφόρων μέτρων ἐξαλείψωμεν τὴν ἐπάρατον λῃστείαν, τὰ τέρατα αὐτὰ τῆς κοινωνίας, τὰ ὁποῖα, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου λυμαίνονται τὴν πατρίδα ἡμῶν καὶ μέχρις ὀνείδους προήγαγον αὐτήν. Τὴν ἀνάγκην, κύριοι, ταύτην, ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ, οὐδεμίαν δὲ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ἀμφισβητεῖ. Ἀλλά, κύριοι, πῶς θέλομεν πληρώσει τὴν ἀνάγκην αὐτήν; αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἐπὶ τούτου, κύριοι, λαμβάνων τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὴν γνώμην μου, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὅταν ἀφ’ ἑνὸς μὲν παραδεχθῶμεν πᾶσαν διάταξιν, ἥτις συμβάλλει εἰς τὸν σκοπόν, ὅσον αὐστηρὰ καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου ἀποῤῥίψωμεν καὶ πᾶσαν ἄλλην ὁμοίαν διάταξιν, ἥτις, ἢ δὲν συμβάλλει ποσῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἢ εἶναι περιττή, καὶ κατὰ μείζονα λόγον, ἂν αὕτη ᾖναι ἐπιβλαβής. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, σκεπτόμενοι, νομίζω, ὅτι ἐκπληροῦμεν καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς κυβερνήσεως· διότι, ἂν ἠδυνήθην νὰ δώσω τὴν προσήκουσαν ἔννοιαν εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξέφερε, τοῦτο, κύριοι, ἀναγκαίως ἐννόησα· διότι εἶπε «δὲν ἐννοῶ νὰ ὑπερβῶμεν τὴν ἀνάγκην.» Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ, καὶ ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπέβαλεν αὐτό, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πληροῖ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν. Ἂν οὕτως ἔχῃ, κύριοι, τότε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μετ’ ἴσης ἐμβριθείας καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τῳόντι μετὰ πολλοῦ ζήλου εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ καὶ πᾶσαν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἤθελε φέρει οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν καὶ νὰ δεχθῶμεν ἐκείνην τὴν γνώμην, δηλ. τοῦ νομοσχεδίου ἢ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συμβάλλει εἰς τὴν ἀνάγκην περὶ τῆς ὁποίας ἐνασχολούμεθα. Ἐρχόμενος, κύριοι, νὰ ἐφαρμόσω τὴν ἰδέαν αὐτὴν συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εὑρίσκω, ὅτι καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ποινήν, ἡ ὁποία ἐπάγεται κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συμμορίας, εἶναι ὀρθωτέρα ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς συμμορίτας εἶναι ὀρθοτέρα ἡ γνώμη τοῦ νομοσχεδίου, μὲ μίαν τινὰ προσθήκην ἐπιβαρύνουσαν αὐτούς, τὴν ὁποίαν διὰ τροπολογίας συνιστῶ εἰς τὴν σκέψιν ὑμῶν. Καὶ ἰδού, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προέρχομαι εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας, ἡ ὁποία ἡνώθη διὰ νὰ διαπράξῃ λῃστρικὰς πράξεις, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε καμμίαν τοιαύτην, μόνον ἐν διανοίᾳ διενοήθη νὰ πράξῃ τοιαύτην, δὲν ἔπραξεν ὅμως, ἔστω ὄχι ἐξ ἰδίας προαιρέσεως, ἀλλὰ τυχαίως. Τὸν ἀρχηγόν, λέγω, τῆς τοιαύτης συμμορίας, μόνον διότι εἶναι ἀρχηγὸς τὸν τιμωρεῖ μὲ κεφαλικὴν ποινήν. Ἡ γνώμη, κύριοι, αὕτη εἶναι ὀρθή; Συμβάλλει τοὐλάχιστον εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν; Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ἀνενδοιάστως, ὅτι οὔτε τὸν ἄλλον χαρακτῆρα ἔχει· ἴσως μάλιστα κατὰ τὴν ἐδικήν μου γνώμην καὶ ἐπιβλαβὴς δύναται νὰ ἦναι, καὶ ἰδού, κύριοι, διατί. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ παραδέχεται τὴν κεφαλικὴν ποινήν, ἀλλὰ τὴν ἐπιβάλλει εἰς τὰ δεινότερα κακουργήματα, καὶ πάντοτε, κύριοι, (καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσέξητε), ὅταν τὰ κακουργήματα ταῦτα ἐμφανισθῶσιν δι’ ἐξωτερικῶν πράξεων· Οὐδέποτε, κύριοι, ἐπιβάλλει θανατικὴν ποινὴν δι’ οἱονδήποτε κακούργημα, τὸ ὁποῖον περιορίζεται μέχρι τῆς διανοίας, πλὴν τοῦ ἐγκλήματος τῆς συνωμοσίας. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἔγκλημα τῆς συνωμοσίας δύναταί τις νὰ τὸ ἰσολογήσῃ ὡς τὸ ἰσολόγησε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος κ. πρωθυπουργὸς μὲ τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἐγώ, κύριοι, ἔχω ὅλως διόλου ἐναντίαν γνώμην, μολονότι, ὡς ἐννοήσατε ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐξέθεσα, εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ καὶ τὴν αὐστηροτέραν ποινὴν κατ’ αὐτῶν τῶν τεράτων, ἀρκεῖ νὰ πεισθῶ, ὅτι τοὐλάχιστον συμβάλλει αὐτὴ ἡ ποινὴ εἰς τὴν ἐξόντωσιν αὐτῶν. Ἀλλά, λέγω, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ συνωμότου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ συμμορίας, ἥτις δὲν ἔπραξε καμμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν, οὔτε συμβάλλει ἡ ποινὴ αὕτη εἰς τὸν διωκόμενον σκοπόν.
§109ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ........
§110ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε, καὶ τότε κρίνετε. Ἡ συνωμοσία, κύριοι, εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα· μόνον ἡ σύστασις αὐτῆς ἐμβάλλει εἰς τὸν μεγαλείτερον κίνδυνον τὴν κοινωνίαν καὶ, ἂν ὁ νομοθέτης δὲν σπεύσῃ διὰ τῆς ἐσχάτης ποινῆς νὰ τιμωρήσῃ τὸν συνωμότην ἀμέσως κατὰ τὴν γέννησίν του, ἐνδεχόμενον εἶναι, κύριοι, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς καιρὸν νὰ τὸν τιμωρήσῃ. Ὑποθέσατε συνωμότην ὁ ὁποῖος φέρει εἰς πέρας τὴν συνωμοσίαν τὴν ὁποίαν διενοήθη· ὁ τοιοῦτος ἀνατρέπει τὸ καθεστώς. Ἔχει πλέον τὴν ἰσχὺν ὁ νόμος κατ’ αὐτοῦ, δύναται ἡ πολιτεία ἵνα τὸν τιμωρήσῃ; ἴσως γείνῃ καὶ ἡγήτωρ τῆς νέας πολιτείας, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διέπλασε. Διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης ἔσπευσε, λίαν ὀρθῶς, νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα τοῦτο, καὶ κατὰ τὴν ἁπλῆν αὐτοῦ κατὰ διάνοιαν σύλληψιν. Ποία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ συνωμότου καὶ ἀρχηγοῦ μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, δὲν διέπραξε κανὲν ἔγκλημα, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχει καιρὸν ἡ πολιτεία νὰ τὸν τιμωρήσῃ, ἅμα τὸν συλλάβῃ; Οὐδεμία. Καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἴσως δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὑπάρχει τόση ἀδυναμία εἰς τὴν πολιτείαν, ὥστε νὰ φθάσῃ νὰ ἰσολογίσῃ τὸν κίνδυνον τὸν προερχόμενον ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας τοιαύτης, ὅσον μὲ τὸν κίνδυνον ὅστις ἀπειλεῖ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ ἕνα συνωμότην. Ἀλλὰ, κύριοι, τοὐλάχιστον ἡ τοιαύτη ποινὴ συμβάλλει εἰς τὸν σκοπόν μας; διότι εἶπον, καὶ τὸ ἐπαναλέγω, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἐγὼ καὶ δέχομαι καὶ ἐκ πεποιθήσεως συμβουλεύω καὶ ὑμᾶς νὰ παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον, ἂν πράγματι συμβάλῃ τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ κεφαλικὴ ποινή. Λέγω ὅμως, κύριοι, ὅτι ποσῶς δὲν συμβάλλει, καὶ ἢ ἐπιβλαβὴς εἶναι ἢ περιττή. Καὶ ἰδοὺ διατί. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ζητεῖται ἡ ἐπιβολὴ αὐτὴ τῆς κεφαλικῆς ποινῆς διὰ νὰ ἀπειλήσῃ τὸν ἀρχηγὸν μιᾶς τοιαύτης λῃστρικῆς συμμορίας ν’ ἀποστῇ ἀπὸ τοῦ νὰ γείνῃ τοιοῦτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἴσως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τοῦτο συμβάλλει εἰς τὸν σκοπόν, διότι δύναται νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ ν’ ἀποστῇ. Ἀλλὰ, κύριοι, τοιοῦτον τέρας τῆς κοινωνίας, οἷον εἶναι εἷς ἀρχηγὸς μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας, πιστεύετε ὑμεῖς, ὅτι διὰ τοιαύτης ἀπειλῆς θέλει ἀποστῇ; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ πιστεύω, οὔτε κανὲν παράδειγμα ἐναντίον ἔχω. Ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν δέχομαι ὅτι μία τοιαύτη ἀπειλὴ δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἐπιζητῶ, καὶ ὑμεῖς, πιστεύω, ἐπιζητεῖτε· δὲν ἔχετε, κύριοι, τοιαύτην διάταξιν; ἔχετε πολὺ περισσότερον ἀπειλητικήν· τὴν ἐπικήρυξιν. Τί εἶναι ἐκείνη ἡ ἐπικήρυξις; Ὅταν ἐπικηρυχθῇ εἷς λῃστὴς, ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς πολίτης οἱοσδήποτε, κατὰ μείζονα λόγον ἡ ἀρχὴ, νὰ τὸν φονεύσῃ· καὶ μάλιστα ὁ φονεύων αὐτὸν, ἰδιώτης ἢ ἄλλος, λαμβάνει καὶ λύτρα. Ἂν ὁ λόγος ὅτι διὰ μόνης τῆς ἀπειλῆς δύναται ὁ τοιοῦτος νὰ ἀποστῇ ᾖναι ὀρθὸς, ἡ ἀπειλὴ ὑπάρχει, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν πρώτην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶπον, καὶ τοῦτο ὡς ἐκ περισσοῦ τὸ φέρω. Ἀλλ’ ἴσως, κύριοι, εἴπῃ τις, καὶ εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, χθὲς, ὅτι ἂν θὰ ᾖναι περιττὸν, δὲν πειράζει· ἀφοῦ τὸ παρεδέχθημεν εἰς τὴν ἐπικήρυξιν, διατὶ νὰ μὴ τὸ παραδεχθῶμεν καὶ ἐδῶ; ἐγὼ δὲν συμφωνῶ· διότι εἰς πᾶν ἄλλο ἀντικείμενον τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ νομοθετεῖν, εἶναι ὅλως ἐσφαλμένον. Ὁ νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τίποτε περιττὸν, τίποτε πλέον, διότι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο δύναται νὰ καταστήσῃ ἐπιβλαβῆ τὸν νόμον· ὥστε καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τοῦ περιττοῦ, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν διάταξιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἀποκλίνω νὰ παραδεχθῶ, καὶ παραδέχομαι ὡς πρὸς τοῦτο τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς συμμορίτας, εὑρίσκω πολὺ ὀρθοτέραν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον περιέχει. Κατὰ τὴν γνώμην, κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἄρθρον αὐτὸ θεωρεῖται περιττὸν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ λέγει· ὑπάρχουν αἱ διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου· κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς ὁ ἑνούμενος εἰς μίαν τοιαύτην συμμορίαν, ἂν δὲν διέπραξε κᾀμμίαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ μόνον ἐσταμάτησε μέχρι τῆς ἑνώσεως, τῆς συστάσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς συμμορίας, τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας, δηλαδὴ μὲ ἕνα βαθμὸν κατώτερον ἀπὸ τὸν βαθμὸν τῆς ποινῆς μὲ τὴν ὁποίαν τιμωρεῖται ὁ αὐτουργὸς λέγει ἡ ἐπιτροπή· ὁ ληστὴς ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ κάμῃ μίαν ἁρπαγὴν ἢ μίαν αἰχμαλωσίαν, μὲ ποίαν ποινὴν τιμωρεῖται; μὲ θάνατον! Ποία εἶναι ἡ ποινὴ τῆς ἀποπείρας ἐπὶ τῆς τοιαύτης περιπτώσεως; Ἡ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν. Λοιπὸν περιττὴ εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις. Καὶ τῷ ὄντι, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ συλλογισμὸς εἶναι ὀρθότατος. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ λῃστρικὴ αὕτη συμμορία θεωρηθῇ, ὅτι δὲν διενοήθη, δὲν εἶχεν ἀποφασίσει νὰ διαπράξῃ ὡρισμένην τινὰ πρᾶξιν τοιαύτην ἢ ἀπαγωγήν, ἢ φόνον κτλ, ἀλλὰ ληστείαν ἁπλῆ, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ἀλλὰ μὲ κατωτέραν ποινήν, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ὁ τοιοῦτος συμμορίτης μὲ ποίαν ποινὴν θὰ τιμωρηθῇ; βεβαίως μὲ κατωτέραν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, δηλ. μὲ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, ἀποκλίνω εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ, ὅτι ἕνεκα τοῦ κινδύνου εἰς τὸν ὁποῖον ἐμβάλλει τὴν κοινωνίαν καὶ μόνη ἡ σύστασις μιᾶς συμμορίας, ἡ ποινὴ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, κύριοι, δὲν εἶναι μεγάλη. Καὶ τόσον περισσότερον παραδέχομαι αὐτήν, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ λόγος ὅστις προεκάλεσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό καὶ ἐξηγοῦμαι. Προσερχόμεθα, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ λέγω καὶ ἐγώ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ τὸ εἴπητε καὶ ὑμεῖς, προσερχόμεθα οἱ πάντες συγκινημένοι εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης ἀνάγκης. Δεχόμεθα λοιπόν, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ προήχθη μέχρι τοσούτου εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ὥστε πρέπει νὰ λάβωμεν αὐστηρότατα μέτρα. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν εἶναι αὐστηρὰ ἡ ποινὴ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν καθ’ ἑνὸς τοιούτου συμμορίτου, οὐχὶ ἁπλοῦ λῃστοῦ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀτελὴς κατὰ τοῦτο. Ἐδῶ λέγει «οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς ἂν πρὸ πάσης λῃστρικῆς πράξεως ἀποστῶσι τῆς ἑνώσεως καὶ συνάμα καταγγείλωσιν αὐτήν.» Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον παραδέχεται ὁ κοινὸς ἡμῶν ποινικὸς νόμος, δηλ. τῆς ἐγκαίρου καταγγελίας, ὥστε νὰ δύναται νὰ προληφθῇ πᾶσα ἐγκληματικὴ πρᾶξις· διότι, κατ’ ἄλλον τρόπον, κύριοι, εἶναι ἐλάσσων, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ποινὴ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἰς ὁμοίαν περίστασιν ἐπιβάλλει τὸ ποινικὸν δίκαιον παρ’ ἡμῖν. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω καταλληλότερον τὴν ἰδέαν μου αὐτήν, σᾶς λέγω· κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἂν ὁ τοιοῦτος συμμορίτης ἀποστῇ ἀπὸ τὴν συμμορίαν καὶ καταγγείλῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς συμμορίας, διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπαλλάσσεται πάσης ποινῆς, ἀδιαφόρως ἂν ἡ καταγγελία ἐγένετο ἐγκαίρως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προληφθῇ πᾶσα ἀξιόποινος πρᾶξις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατος ὁ ὅρος αὐτός· διότι ὑποθέσατε μίαν συμμορίαν, ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ ἓξ λῃστάς, καὶ ὁ εἷς τούτων, εἴτε ἐξ ἀσθενείας ἢ πραγματικῆς μεταμελείας, δὲν παρακολουθήσει τοὺς πέντε, οἱ πέντε ἐξακολουθοῦσι καὶ διαπράττωσιν ἐγκληματικὰς πράξεις· ὁ τοιοῦτος ἔρχεται καὶ λέγει εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. «Ἐγὼ ἡνώθην μετ’ ἐκείνης τῆς συμμορίας καὶ εἶχον ἀποφασίσει νὰ διαπράξω ἐγκληματικὰς πράξεις, ἀλλὰ μεταμεληθεὶς ἀφίσταμαι αὐτῆς, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι οἱ λοιποὶ συμμορῖται εἶναι ὁ Παῦλος, ὁ Κώστας καὶ λοιποί.» Λέγει δὲ ταῦτα οὐχὶ ἐγκαίρως καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ κἀνὲν ἀποτέλεσμα συλλαμβάνουσα τοὺς ἑτέρους συμμορίτας, οὗτοι δὲ διαπράττουν ἐγκλήματα· διατί εἰς τὸν τοιοῦτον νὰ δείξωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιείκειαν, ἐνῷ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ἡ καταγγελία πρέπει νὰ ᾖναι ἔγκαιρος; δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω αὐτὴν τὴν προσθήκην. Ἀλλ’ ἔχω καὶ μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν θέλω κάμει ἐπὶ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ ἄρθρου μετὰ μίαν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Ἐν ἀρχῇ λέγει τὸ ἄρθρον αὐτό. «Πλὴν τῶν τεταγμένων κατὰ τοῦ ἐγλήματος τῆς ληστείας ποινῶν.» Τί ἐννοεῖτε, κύριε ὑπουργέ; Ἐννοεῖτε ὅτι, ἂν ὁ λῃστὴς διέπραξε καὶ ἄλλας πράξεις ἐγκληματικὰς εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ἐννοεῖτε, ὅτι πρέπει ἐκτὸς τῆς κυρίας ποινῆς νὰ ὑποστῇ καὶ τὴν ἑτέραν ποινήν; Ἐννοεῖτε νὰ διακρίνητε τὰς ποινάς;
§111ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 109 τοῦ ποιν. νόμου.
§112ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τότε νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις αὐτὴ, ἀφοῦ παραδέχεσθε τὸ ἄρθρον αὐτό· διότι, ἂν ὑποθέτητε ὅτι θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἄλλην περίστασιν τὴν ὁποίαν δὲν προνοεῖ ὁ νόμος, τότε ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ τιμωρῆται ὁ λῃστὴς κατὰ τὸν ἰσχύοντα ποινικὸν νόμον διὰ πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν μὴ προβλεπομένην ἀπὸ τὸν παρόντα νόμον· ἄλλως, ἂν διατηρήσητε τὴν φράσιν αὐτὴν, θὰ γεννήσητε τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐννοεῖτε νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὴν ἕνωσιν τῶν ποινῶν.
§113ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Διὰ τοῦ ὅρου «πλὴν τῶν τεταγμένων ποινῶν» ἠθελήσαμεν νὰ διακρίνωμεν τὴν συμμορίαν, καὶ ἑπομένως, ὅτι αἱ ἄλλαι ἁπλαῖ λῃστεῖαι τιμωροῦνται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.
§114ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, κύριε πρόεδρε.
§115ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι διὰ τῶν λέξεων αὐτῶν ἐννοεῖ νὰ διακριθῇ, ὅτι οἱ μὲν συμμορῖται τιμωροῦνται κατὰ τὸν παρόντα νόμον, πᾶς δὲ ἄλλος κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Τότε καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον κατάλληλος ἡ ἔκφρασις. Ἂν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὁ κύριος ὑπουργὸς, καὶ εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγὼ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρ. καὶ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ νὰ προσδιορισθῇ αὐτὴ ἡ διάνοια, τὴν ὁποίαν ἐξηγεῖ ἤδη ὁ κύριος ὑπουργός.
§116ΤΙΝΕΣ. Γράψετε τὴν τροπολογίαν σας.
§117ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ τροπολογία μου· ἐγὼ λέγω Τροπολογία ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου. Πᾶσα ἕνωσις δύο ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθεισῶν ἐπάγει τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν κατὰ τῶν ἐπικεκηρυγμένων συμμοριτῶν. Ἀπαλάσσεται τῆς ποινῆς ὅστις τούτων πρὸ πάσης λῃστρικῆς πράξεως ἀποστῇ τῆς ἑνώσεως καὶ συνάμα καταγγείλῃ αὐτὴν ἐγκαίρως, ὥστε νὰ δύναται νὰ προληφθῇ πᾶσα ἀξιόποινος πρᾶξις· ἄλλως τιμωρεῖται διὰ τῆς ποινῆς τῆς ἀποπείρας τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων. Ἐν Ἀθήναις τὴν 28 Ἰανουαρίου 1871.
Ὁ βουλευτὴς
ΖΕΓΓΕΛΗΣ.
§118ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ἡ ὁποία λέγει ὅ,τι λέγετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας.
§119ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μάλιστα.
§120ΣΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Διατί τὸ ἐπαναλαμβάνετε λοιπόν;
§121ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις· ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ἕνα νόμον ἐξαιρετικὸν, ὁ δικαστὴς θὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτον εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας ἀναφέρει, καὶ διότι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει τοιαύτη, ἕπεται· ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπίσης καὶ ἡ διάταξις αὕτη· ἐν ἄλλαις λέξεσι θέλω νὰ ᾖναι κατηγορηματικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου καὶ σαφεστέρα· ἀλλὰ, ἐὰν ἐννοῆτε ὅτι ὁ δικαστὴς θ’ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον, τότε μάλιστα. Διαφωνῶ ὅμως καὶ λέγω, ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ εὑρεθῇ εἰς δισταγμὸν, ἂν πρέπῃ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ κοινὸν δίκαιον τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ἢ ἂν θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ παρόντος νόμου.
§122ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος περιέχει γενικὰς διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς ἀφορῶσι τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς ἀπαλλάττεται ὁ ἐγκληματίας ἕνεκα ἐλλείψεως καταλογισμοῦ· μία τῶν περιπτώσεων αὐτῶν εὕρηται ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἐκπεφρασμένη λίαν σαφῶς καὶ εὐκρινῶς, εὐκρινεστέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν· τοὐτέστιν, ὅταν ὁ συμμορίτης ἢ συστασιώτης ἀπόσχῃ τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ ἀναγγείλῃ ἐγκαίρως τοῦτο εἰς τὴν ἀρχήν. Τόρα, νομίζετε, ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς μεταφέρητε ὅλας εἰς τὸ νομοσχέδιον; Γνωρίζει καλὰ ὁ κ. Ζέγγελης, ὅτι αἱ διατάξεις ὅσαι δὲν τροποποιοῦνται, διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ.
§123ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς παρατηρήσεώς σας αὐτῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶμαι συμφωνότατος, σᾶς ἀπήντησα καὶ εἶπον ὅτι, ἐὰν τῳόντι ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ γενικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νόμον, τότε εἶμαι σύμφωνος, καὶ τὸ εἶπον πρὶν ὑμεῖς μὲ προκαλέσητε. Ἀλλὰ ὁπόταν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὑπάρχῃ μέρος εἰδικόν, δηλαδὴ ὑπάρχῃ διάταξις, ἥτις ἐπαυξάνει τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, δὲν περιέχεται δὲ αὕτη ἡ περίπτωσις περὶ ἧς λαλοῦμεν ἐκεῖ, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον νὰ νομίσῃ ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς δευτέρας διατάξεως, τὴν ὁποίαν σήμερον νομοθετοῦμεν, τροποποιοῦνται αἱ γενικαὶ διατάξεις κατ’ αὐτὸ τὸ μέρος; διὰ ν’ ἀποφύγωμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀσάφειαν, φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτὸ καὶ ὁ ὅρος τὸν ὁποῖον προτείνω· ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, σκεφθῆτε καὶ φέρετε τὴν ψῆφόν σας. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ νομοσχεδίου, θέλω εὐκρινῆ τὴν διάταξιν καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ πρᾶγμα. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καὶ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι θέλετε.
§124ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι· ἐγὼ θεωρῶ συμφώνως μὲ τὴν ἐπιτροπήν, τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου ἐντελῶς ματαίαν καὶ περιττήν· διότι, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας πρὶν εἶπεν, ἡ διάταξις αὐτὴ περιέχεται ὁλόκληρος εἰς τὸ ποινικὸν δίκαιον· τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπαυξάνει τὴν ποινὴν παρὰ μόνον εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας καθιεροῦν ἐκείνην τοῦ θανάτου.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς ἔχει τὰ ἰσόβια δεσμά.
§126ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἡ ποινὴ αὕτη εἶναι ἡ ἰδία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται κατὰ τῶν συμμοριτῶν καὶ ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Σᾶς εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ τὴν ἕνωσιν δύο ἢ πλειοτέρων πρὸς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνων πράξεων, ἐὰν τυχὸν αὗται παρελείφθησαν εἴτε ἐκ τύχης εἴτε ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν συμμοριτῶν, ὡς ἀπόπειραν τῆς συμφωνηθείσης πράξεως. Ἄλλο ἄρθρον λέγει, ὅτι εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς ποινῆς λαμβάνεται ὡς βάσις ἡ ποινὴ τῆς μεγαλειτέρας ἐκ τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων. Τώρα συνῆλθον τινὲς σήμερον καὶ ἀπεφάσισαν τὴν διάπραξιν λῃστρικῶν πράξεων· μετὰ δὲ τῶν πράξεων τούτων βεβαίως ὑπάρχει καὶ ἐκείνη τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ ἢ τοῦ φόνου κατὰ τῶν λῃστευομένων· ἔρχεται ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι πρέπει νὰ θανατωθοῦν οἱ λῃσταὶ οἱ ἀκρωτηριάσαντες ἢ φονεύσαντες· ἤδη ἐὰν οἱ συμμορῆται ἀπέσχον τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων ἐναντίον τῆς θελήσεώς των θὰ ὑποστῶσι τὰ ἰσόβια δεσμά. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς συμμορίτας, δὲν ἐνεωτέρισε τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναφέρει τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι εἶναι εὐκρινεῖς καὶ οὐδέποτε ἤγειραν ἀμφιβολίαν.
§127ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη ποτὲ τὸ τοιοῦτον.
§128ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐφηρμόσθη, ὅταν οἱ νόμοι τὸ λέγωσιν; Οὗτος ἐφηρμόσθη πάντοτε, ὅταν δὲν θέλουν τὰ δικαστήρια νὰ τὸν ἐφαρμόσουν, τότε μάλιστα, ἀλλὰ τότε καὶ ὁποιονδήποτε νόμον, καὶ ἂν κάμητε, δὲν θὰ τὸν ἐφαρμόσουν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάλειψιν ἐν γένει τοῦ ἄρθρου, διότι, ὅπως ᾖναι ἐκπεφρασμένον, προσκόμματα καὶ ἀμφισβητήσεις θὰ γεννήσῃ. Ἠκούσατε τὸν κύριον Ῥοντήρην χθές, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἔχει παρὰ τὴν ἐπαύξησιν τῶν ποινῶν, τὸν δὲ κύριον πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἐσκόπουν νὰ εἰσαγάγουν ἓν νέον ἔγκλημα, τὸ ἔγκλημα τῆς ἁπλῆς ἑνώσεως· διότι, ὡς σᾶς εἶπε, θεωρεῖ τὴν πρὸς λῃστείαν ἕνωσιν ἐπίσης ἐπικίνδυνον, ὡς καὶ τὴν συνωμοσίαν· θέλει, ἐν ἄλλαι λέξεσι, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔγκλημα, μόνη ἡ ἀπόφασις, τοῦθ’ ὅπερ μόνον εἰς δύω, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περιστάσεις ὁ νόμος καθιεροῖ, εἰς τὴν συνωμοσίαν καὶ εἰς τὴν παραχάραξιν. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν παραχάραξιν, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι, τότε τὴν τιμωροῦν, ὅταν προέβησαν κἄπως οἱ παραχαράκται εἰς προπαρασκευαστικὰς πράξεις καὶ ἐδήλωσαν τὴν θέλησίν των πρὸς διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος, προμηθευθέντες τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα. Μόνον εἰς τὴν συνωμοσίαν, ἐκεῖ καὶ μόνον τιμωροῦν ἁπλῶς τὴν ἀπόφασιν. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν, ἐὰν τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅπως ἐκτίθεται, τίνα τῶν δύω ἐννοιῶν περιέχει, τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου προέδρου τοῦ ὑπουργείου ἢ τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ῥοντήρη ἀποδιδομένην εἰς αὐτό. Δὲν ἐκτίθεται σαφῶς παντάπασιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἐὰν πρόκηται νὰ τιμωρηθῇ ἁπλῶς ἡ ἕνωσις, ἢ ἂν πρόκηται νὰ τιμωρῆται αὕτη τότε καὶ μόνον, ὅτε οἱ συμμορῖται δὲν προέβησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων, ἐμποδισθέντες εἴτε ἐκ τύχης, εἴτε ἀπὸ ἀνωτέραν δύναμιν... Βλέπετε λοιπὸν, ὅπως τὸ ἄρθρον εἶναι συντεταγμένον, εἶναι ἀσαφές· καὶ δὲν γνωρίζομεν ποίαν πρᾶξιν θὰ τιμωρήσωμεν· ἐὰν τὸ δεύτερον, εἶναι ὅλως περιττὸν, διότι κατ’ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι εὐκρινεστέρα ἡ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἐὰν δὲ τὸ πρῶτον, τότε πρέπει νὰ μᾶς εἴπωσιν αὐτὸ καθαρά· εἶμαι δ’ ὅλως ἀντίθετος τῆς τοιαύτης ἰδέας καὶ ἀποκρούω ὅλαις δυνάμεσι τὴν τιμωρίαν τῆς ἁπλῆς ἑνώσεως, ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου ταύτην, ὅταν ἀκούσω ὑποστηριζομένην τὴν τιμωρίαν τῆς ἁπλῆς ἑνώσεως. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, μόνη ἡ μεταβολὴ τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας, δὲν δικαιοῖ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου· διότι καὶ ἡ ποινὴ εἶναι μεγίστη καὶ συνδυαζομένη πρὸς τὰς ποινὰς, ἃς ὁ ποινικὸς νόμος ἐπιβάλλει εἰς ἄλλας περιστάσεις (ὡς π. χ. ὅταν λῃστὴς ἔνοπλος λῃστεύῃ τινὰ, ὅντινα καὶ αἰκίζει, ἢ τοῦ ὁποίου ἀπειλεῖ τὸ σῶμα, ἢ τὴν ζωὴν, δὲν τιμωρεῖται παρὰ μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ), φαίνεται ἄνισος· πῶς θέλετε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἀπόφασιν νὰ πράξῃ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, χωρὶς νὰ πράξῃ τίποτε, νὰ τὸν τιμωρήσητε μὲ βαρυτέραν ποινήν; Φρονῶ λοιπὸν, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κολιάτζος.
§130ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος πρῶτον ἐναντίος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μίλησης.
§132ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης.
§134ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ σπουδαιοτέρα ἔποψις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἑξῆς, ἐὰν ἡ μεγάλη ποινὴ ᾖναι σκόπιμος.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥοντήρη, σᾶς παρακαλῶ. Διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μιχαλόπουλος πρὸ ὑμῶν.
§136ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τόσον, κύριοι, δικανικὴ λεπτότης μετὰ τῆς ὁποίας κατεγείναμεν εἰς ἓν ἀντικείμενον τοιαύτης φύσεως, μὲ κάμνει νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν Πλάτωνα λέγοντα, ἢ θέλοντα νὰ ἐξαιρέσῃ ἀπὸ τὴν πολιτείαν του τοὺς ποιητὰς καὶ ῥήτορας, τοὐτέστι τοὺς δικανικοὺς, ἤτοι δικηγόρους. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Βουλὴν ἀνεμνήσθην τι τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς «ὡς μὴ ἔχοντες τί ποιοῦμεν, καθήμεθα περὶ Γραικῶν γεροντίων γελοιοτρόπως συζητοῦντες, πότερον, ὑπὸ τῶν παρ’ ἡμῖν ἢ τῶν παρ’ ἐκείνοις νεκροπομπῶν ἐξενεχθεῖεν·» ἤτοι «μὴ ἔχοντες τὶ νὰ πράξωμεν ἕτερον καθήμεθα συζητοῦντες ματαίως περὶ γεροντίων Γραικῶν, ἂν πρέπῃ νὰ τοὺς κηδεύσωσιν ἐδῶ ἐν Ῥώμῃ, ἢ ἐν τῷ τόπῳ των», εἶπεν ὁ Κάτων, ὅταν ἐσυζητεῖτο περὶ τῆς τύχης ὀλίγων αἰχμαλώτων Ἑλλήνων γηρασάντων ἐν αἰχμαλωσίᾳ εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Ῥώμης. Καθήμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν καταλληλοτέρων μέτρων τῆς ἐξοντώσεως τῶν τεράτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀντιστρατεύονται κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, λέγω, ὅτι ἦτο πάντῃ περιττὸν νὰ ἔλθῃ τοιοῦτος νόμος. Λέγω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι περιττὸς, διότι ὄχι ἀνεπάρκεια νόμων, ἀλλ’ ἀνεπάρκεια μέσων, καὶ δυστυχῶς ἔλλειψις θελήσεως εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς κάμνει νὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν δύσκολον θέσιν, ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ πάντοτε. Ἔχομεν νόμους ἀρκετούς. Κατὰ Πλάτωνα, «κακίστη δὲ πόλις ἡ πλείστους ἔχουσα νόμους», ἄλλως τε ἡ πολυνομία εἶναι ἀντινομία. Ἔρχομαι τώρα ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον μὲ τόσην λεπτομέρειαν νομοσχέδιον καὶ λέγω, ὅτι, ἐπειδὴ σκοπὸς τῆς πολιτείας, τῆς κοινωνίας, τῆς κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς κτλ. εἶναι πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κακὸν ὁ τόπος, πρέπει διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ σκοπῶμεν ὅπως ἐκκόψωμεν τὰς ῥίζας, τὴν βάσιν τοῦ κακοῦ. Πῶς, κύριοι; Τιμωροῦντες μόνον τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας; Ὄχι! ὡς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας, ὁ ὁποῖος εἶναι κακοῦργος πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως μετελθὼν τὸ τοῦ κακούργου ἐπάγγελμα, εἰς αὐτὸν οὐδεμίαν ἐντύπωσιν κάμνει καὶ ἡ αὐστηροτέρα τῶν ποινῶν. Τί θέλομεν λοιπόν; Θέλομεν ν’ ἀποκόψωμεν τὴν δύναμιν αὐτοῦ πρὸς τὸ πράττειν τὸ κακὸν, τοὐτέστι τοὺς συμμορίτας· ἐδῶ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ νόμος αὐστηρός· διότι τί θέλει κάμει ὁ ἀρχηγὸς, ἐὰν δὲν ἔχῃ συντρόφους ἀπὸ τοὺς ὁποίους νὰ λαμβάνῃ δύναμιν; Ἐὰν τοῦτο σκεφθῆτε, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἶναι δικαιότατον. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθέ ποτε ἐκ τῆς αὐστηρότητος καὶ ἐκ τῆς ἐπιεικείας τῶν ποινῶν. Ὁ νόμος ὁ παρουσιαζόμενος σήμερον εἶναι μία ἀνάγκη κοινωνικὴ, ἀλλὰ μὴ νομίζητε ὅτι αἱ πολλαὶ λεπτομέρειαι καὶ λεπτολογίαι, αἵτινες γίνονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων, θὰ μᾶς σώσωσιν, ἢ ὁ νόμος ὁ συζητούμενος ἢ ἐφαρμοζόμενος θὰ ᾖναι ἡ καταστροφὴ τῆς ληστείας. Ἔχομεν ἀνάγκην θελήσεως καὶ δυνάμεως τὸ πρῶτον, θελήσεως καὶ δυνάμεως τὸ τελευταῖον. Συζητοῦντες ἐνταῦθα δὲν πρέπει νὰ μεταχειριζώμεθα ὅλα τὰ μέσα τῆς δικανικῆς λεπτολογίας καὶ στρεψοδικίας· διότι ἔχομεν καὶ ἄλλα ἀντικείμενα πολὺ σπουδαῖα· εἶναι δὲ μία ἀνάγκη κοινωνικὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Μὴ ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι ὅσον τέλειον, καὶ ἂν τὸ κάμητε, θὰ καταστραφῇ ἡ ληστεία· ἵνα καταστραφῇ ἡ ληστεία ἀπαιτεῖται θέλησις καὶ δύναμις· ἡ θέλησις ἔγκειται εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ δύναμις εἰς τὸν στρατόν· καὶ λυποῦμαι πολὺ διότι τὸ ζήτημα ἀπεμακρύνθη παρὰ πολὺ ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§137ΤΙΝΕΣ. Ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ὁμιλίας σας δὲν εἴπατε.
§138ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς τιμωρίας τῶν συμμοριτῶν.
§139ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ προλαλήσας ῥήτωρ εἶπε μερικά, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶμαι σύμφωνος· εἶπε δὲ καὶ ἄλλα, πρὸς τὰ ὁποῖα εἶμαι σύμφωνος· τὸ σπουδαιότερον ὅμως ἐξ ὧν εἶπε, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἢ ἀσυμπλήρωτον. Θέλησις, εἶπε, καὶ δύναμις ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας· ἡ μὲν θέλησις εἶναι ἐν τῇ κυβερνήσει, ἡ δὲ δύναμις ἐν τῷ στρατῷ. Ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι ἀπαιτεῖται θέλησις ὄχι μόνον τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ. Πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· μὲ τὴν μεμονωμένην θέλησιν τῆς κυβερνήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν σπουδαῖόν τι· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι πραγματικῶς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ οὐχὶ ἀκαδημιακῶς, εἶμαι σύμφωνος. Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἶναι σκόπιμος, κύριοι; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ ἰδοὺ τί πρεσβεύω. Ἐγὼ πρεσβεύω ὅτι, πᾶς λῃστὴς συλλαμβανόμενος δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὴν κοινωνίαν· καὶ διὰ τοῦτο θέλω τὸν θάνατον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς φυλακῆς καὶ εἶναι ἐκτὸς τῆς κοινωνίας. Τὸ ἀμφισβητῶ, κύριοι, καὶ ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, καὶ σᾶς ἀνέφερα χθὲς πολλῶν λῃστῶν ὀνόματα, οἵτινες κατεδιώχθησαν, συνελήφθησαν, κατεδικάσθησαν, ἐβλήθησαν εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ὅμως κατόπιν ἐξῆλθον αὐτῶν καὶ ἔπραξαν πάλιν χειρότερα τῶν πρώτων κακουργήματα· καὶ λέγων τοῦτο δὲν θέλω νὰ φέρω κατάκρισιν κατ’ οὐδενός· διότι πᾶν ἔθνος ἔχει καὶ τὰς περιπετείας του, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἂς μὴ ἐγίνετο ἡ ἐπανάστασις, ἂς μὴ ἐδίδοντο ἀμνηστεῖαι· αὐτὸ τὸ κακὸν πρέπει ἄλλως νὰ λείψῃ. Ἐκεῖνοι οἱ λῃσταί, τοὺς ὁποίους δηλοῖ ἡ κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς συλλάβῃ, συλληφθέντες πρέπει νὰ μὴ ἐπανίδωσι τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ὅταν ἡ κυβέρνησις δηλῇ τοῦτο, τί δηλοῖ; ὅτι ὁ λῃστὴς εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος, καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ μέσα ἡ κυβέρνησις κατὰ τοιούτου λῃστοῦ. Ἐντεῦθεν ἔρχεται ἡ συμμορία. Οὐχὶ πᾶς λῃστὴς εἶναι τοιοῦτος· ἀλλ’ ὁ συμμορίτης ἰδίως, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συλλάβῃ, οὔτε ἡ κυβέρνησις, οὔτε ὁ στρατός. Τοῦτο ἡ κυβέρνησις δηλοῖ διὰ τῆς ἐπικηρύξεως, ὅπερ σημαίνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ συλλάβῃ μόνη τὸν λῃστὴν αὐτόν, διότι κρύπτεται, φεύγει, ἐξέρχεται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔχει ἀπείρους σχέσεις. Τότε τί πρέπει νὰ κάμῃ ὁ νόμος; Πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ὁ νόμος εἰς τὸν τοιοῦτον λῃστὴν συλλαμβανόμενον τὴν ἐσχάτην ποινήν· διότι ἐπανερχόμενος ἄλλως εἰς τὸν βίον ποτὲ ἔσεται φοβερώτατος. Κύριοι, τὸ σκόπιμον τῆς ἐσχάτης ποινῆς εἶναι προφανές, διότι, ἐὰν πάντες οἱ κατὰ καιροὺς συλληφθέντες λῃσταὶ ἐθανατοῦντο, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεὶς λῃστής, οὔτε ὁ Κίτσος, οὔτε ὁ Λακροκάπης, οὔτε ὁ Κρικέλλας καὶ τόσοι ἄλλοι· καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἴχομεν λῃστείαν καὶ δὲν θὰ ἐνέσκηπτον αἱ συμφοραί, αἵτινες μᾶς συνέβησαν. Ἐξετάζω ἐν ὀλίγοις καὶ τὴν νομικὴν ἢ ἐπιστημονικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος. Ἰσχυρίζομαι, κύριοι, ὅτι ὁ λῃστὴς εἶναι πολέμιος τῆς κοινωνίας· ὁ συμμορίτης δὲν εἶναι λῃστής, δὲν πράττει μόνον μίαν λῃστείαν. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ διάκρισις. Ἡ συμμορία εἶναι διηνεκὴς λῃστεία, συνέχεια διηνεκὴς λῃστρικῶν ἐγκλημάτων· διότι ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ συμμορία, μόνον διότι ὑπάρχει, εἶναι ἔγκλημα κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους.
§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς εἶπε κανεὶς τὸ ἐναντίον;
§141ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον (ἐπιδεικνύει ὁ λέγων τοὺς κώδηκας) ὄχι τοῦ Μίληση, ἡ συμμορία τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ὄχι μὲν κατὰ τὸ γράμμα, ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα. Ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ ποινικὰ δικαστήρια, ὅπως τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἐφαρμόζουσι τὸν ἀστυκὸν νόμον, τουτέστιν, ἐὰν ἐξ ἀναλογίας οἱ ποινικοὶ νόμοι ἐφηρμόζοντο, ἀφεύκτως θὰ ἐφηρμόζετο ὡς ποινὴ κατὰ τῆς συμμορίας, ὁ θάνατος. Ἐὰν, λέγω, τὰ ὅμοια τοῖς ὁμοίοις τέμνεσθαι δεῖ, ὡς ἰσχύει τοῦτο ἐν ταῖς πολιτικαῖς δίκαις. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νόμου ὑπάρχει ὡς ποινὴ τῆς συμμορίας ὁ θάνατος· δὲν ὑπάρχει δὲ ἐν τῷ γράμματι. Δέον δ’ ἤδη νὰ ἑρμηνευθῇ διὰ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου τούτου. Ἐγὼ, κύριοι, θεωρῶ τὸν λῃστὴν πολέμιον τῆς χώρας, καὶ δὲν ἔχω μὲν καιρὸν νὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω, ἀλλὰ σᾶς λέγω κάτι τι. Ὁ ἐχθρὸς εἰσβάλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολιορκεῖ πόλεις· μία λῃστρικὴ συμμορία ἀπὸ τρεῖς μόνον, δύναται νὰ πολιορκήσῃ πόλιν ὁλόκληρον· καὶ ὑπῆρξε, κύριοι, ἐν Μεσολογγίῳ πολιορκία τοιαύτη. Ἐὰν θέλητε, πιστεύσατέ το, ἐὰν δὲν θέλητε, μὴ τὸ πιστεύητε· ὄχι ὅλη ἡ πόλις, ἀλλ’ ὅσοι εἶχον νὰ χάσουν τι, ὅσοι εἶχον ὄνομά τι, ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι ἅπαντες. Λοιπὸν, ὅταν μία παράνομος δύναμις ἐπάγῃ πολιορκίαν, τί διαφέρει ἀπὸ τὸν πολέμιον; Συνταυτίζεται μὲ αὐτὸν καὶ δὲν διαφέρει παντάπασιν. Ὁ πολέμιος κατὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολέμιος κατὰ παντὸς πολίτου Ἕλληνος, καὶ ὅταν Ἕλλην τις ἐμπέσῃ εἰς χεῖρας τῶν πολεμίων, διαχειρίζονται αὐτὸν οἱ πολέμιοι ὡς ἐχθρόν, ἐν ᾧ οὐδεμίαν ἀπ’ αὐτοῦ ἔχουν τυχὸν ἀφορμήν. Τὸ ἔγκλημά του συνίσταται εἰς τὸ ὅτι εἶναι Ἕλλην. Τοῦτο ἀρκεῖ διὰ νὰ ὑποβληθῇ ὁ Ἕλλην εἰς τὸ δίκαιον τοῦ πολέμου ἤτοι εἰς τὸ δίκαιον τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Ὁ λῃστὴς, κύριοι, δὲν ἐξέρχεται λῃστὴς δι’ ἓν ὡρισμένον πρόσωπον κατὰ τοῦ ὁποίου μόνον νὰ καταφέρηται· ἐξέρχεται καθ’ ὅλης τῆς κοινωνίας, καὶ φέρει τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὸν φόνον κατὰ παντὸς πολίτου. Γίνεται ἐχθρὸς δηλαδὴ οὐχὶ ὡρισμένου προσώπου ἐξ ὡρισμένης ἀφορμῆς, ἀλλὰ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον λέγεται ἔθνος. Τιμωρεῖ τὸν ἄνθρωπον, μόνον διότι εἶναι ἄνθρωπος. Τί διαφέρει λοιπὸν ὁ πολέμιος ἀπὸ τὸν λῃστήν; Καὶ δὲν φθάνει τοῦτο μόνον· ὡς ὁ πολέμιος, οὕτω καὶ ἡ συμμορία κηρύττει τὸν πόλεμον· καὶ δηλοῖ φανερῶς τὰ ἑξῆς «ὅν τινα συλλάβω θὰ αἰχμαλωτίσω»· καὶ οὕτω ἐγείρει τακτικὸν, κανονικὸν πόλεμον κατὰ τῆς κοινωνίας αὐτῆς· ὄχι μόνον κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ἐν γένει, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ λέγω ὅτι τοὺς λῃστὰς πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσητε αὐστηρότερον τῶν πολεμίων. Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, μόνον; Ἡ συμμορία ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς πολεμίας εἰσβολῆς· ἐπιβάλλει φόρους· καὶ εἰς τὰ 1868 ἀπὸ λῃστρικήν τινα συμμορίαν ἐπεβλήθη φόρος εἰς τὸ Μπωχῶρι καὶ εἰς Γαλατᾶ καὶ εἰς ἄλλα χωρία, καὶ εἰσεπράχθη. Ὅταν δὲ κατὰ τὸ 1861 ἠγόρευον ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος κατὰ τῆς λῃστείας, εἶχον καὶ ἔγγραφα τὰ τῶν λῃστῶν δόγματα. Ποία ποινὴ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ ᾖναι ἡ ἐσχάτη; Ἐγὼ λέγω ὄχι ὁ θάνατος· εἶναι ὀλίγον. Ἐγὼ, κύριοι, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ψένωνται οἱ λῃσταὶ, ἅμα συλλαμβάνωνται, ἄς με ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος, πᾶσαι αἱ γενεαὶ καὶ ἄς με κατακρίνωσι πᾶσαι. Ἡ ἀγανάκτησίς μου εἶναι ἀνάλογος τῆς φρίκης τῶν ἑκάστοτε κρεουργημένων αἰχμαλώτων. Κύριοι, ὁ λῃστὴς εἶναι κατακτητής· εἶναι δηλαδὴ πλέον ἢ πολέμιος, διότι ἐνῷ ὑμεῖς ἄρχετε ἐν ταῖς πόλεσιν, αὐτοὶ ἄρχουσιν εἰς τὰ ὄρη, εἰς τὰ δάση· καὶ ἐντεῦθεν ἡ σύγκρουσις. Μὴ νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχουν κώδικα αὐτοὶ καὶ θεσμούς. Ἔχουν κώδικα καὶ θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουν καὶ τηροῦν ἀπαραλλάκτους. Πασίγνωστον, κύριοι, εἶναι τὸ ά. ἄρθρον τῆς λῃστείας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἑξῆς «πᾶς αἰχμαλωτιζόμενος μὴ δίδων λύτρα φονεύεται». Καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἐξαίρεσις. Συγγενῆτων καὶ ἂν τύχῃ κατὰ λάθος νὰ συλλάβουν, τὸν φονεύουν οἱ λῃσταὶ, ἐὰν δὲν λάβουν λύτρα. Καὶ τὸν φονεύουν μετὰ θλίψεως μὲν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸν φονεύουν. Ὁ λῃστὴς ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε τὸν δυστυχῆ γραμματέα τῆς νομαρχίας, τὸν Νικολαΐδην, μοὶ ἔλεγέ ποτε ὅτι, μετὰ μεγάλης μὲν λύπης ἐφόνευσα αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω ἀλλέως· δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν φονεύσω διὰ πιστολίου ἢ γιαταγανίου διότι τὸν ἐλυπούμην· ὅθεν τὸν ἔβαλον ἐμπρὸς νὰ βαδίσῃ εἰς ἕνα στενὸν ὅπου δὲν ἠμποροῦσε παρὰ ἕνας ἕνας νὰ περάσῃ, αὑτὸς δὲν ἤξευρεν, ὅτι ἤθελα τὸν φονεύσει. — Ἐγὼ ἤθελα νὰ κάμω τὸν θάνατον ἤπιον, — ἤτοι νὰ μὴ τὸν αἰσθανθῇ· εἶχον ἕνα ῥαβδὶ βαρὺ, αὐτὸς ἦτον ἀδύνατος καχεκτικὸς ἄνθρωπος· καθὼς ἐπήγαινεν ἐμπρὸς τῷ ἔδωσα μίαν ἐδῶ, εἰς τὸ κεφάλι, καὶ ἔπεσε κάτω, ἐκλάτσισε δὶς καὶ ἀπέθανεν. Μὲ λύπην μου, εἶπε, τὸν ἐσκότωσα. Τί νὰ γίνῃ; νόμος εἶναι αὐτὸς τῶν λῃστῶν. Δὲν φθάνει αὐτὸ, ἔχουν ἄλλον νόμον φοβερώτερον· «πᾶς καταγγέλλων λῃστὴν δὲν φονεύεται, κρεουργεῖται». (Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ κρεουργήσωμεν αὐτούς·) καὶ δὲν κρεουργεῖται μόνον αὐτὸς ὁ καταγγέλλων, κρεουργεῖται ἡ γυνὴ αὐτοῦ, τὰ τέκνα αὐτοῦ. Ἐνθυμηθῆτε τὸν δυστυχῆ Μαγγανᾶ τὸν Μεγαρέα. Μόνον διότι οἱ λῃσταὶ ἔλαβον ὑπόνοιαν ὅτι τοὺς κατήγγειλε ἐπῆγαν εἰς τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, συνέλαβον τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ τὴν ἐφόνευσαν· ἔσχισαν τὴν κοιλίαν κόρης δεκαεξαετοῦς, ἐφόνευσαν ἕνα, δύω παῖδας αὐτοῦ, καὶ τελευταῖον ἔπιασαν τὴν γυναῖκά του διὰ νὰ τὴν βασανίσουν περισσότερον, ἀλλ’ αὐτὴ, Κύριος οἶδε πῶς καὶ διὰ τίνων ὑπερφυσικῶν δυνάμεων, ἐκμανεῖσα ἀπέδρασε ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν λῃστῶν ἤδη κρεουργουμένη, ἀποκοπεῖσα μόνον τὴν χεῖρα· καὶ ἤδη σώζεται ἡ δυστυχὴς ἐστερημένη τὸν πῆχυν.
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναὶ ἡ Γώγου Σταμούλη.
§143ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι ἄνθρωποι αὐτοί; ἠμπορεῖ νὰ γίνηται λόγος πῶς θὰ τιμωρηθῶσι τὰ θηρία αὐτά;
§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίς συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτῶν;
§145ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πολλοὶ συνηγοροῦν, ἀλλ’ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων βεβαίως.
§146ΜΙΛΗΣΗΣ. Σκιαμαχεῖτε, καὶ δὲν ἁρμόζει εἰς σπουδαῖον ἄνθρωπον νὰ σκιαμαχῇ.
§147ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πραγματεύεται περὶ λῃστῶν μὴ διαπραξάντων λῃστρικὰς πράξεις.
§148ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Σεῖς θέλετε νὰ εἰσαγάγητε τὸ σύστημα τοῦ Βίρνερ, ἢ ἄλλου τινὸς, ἐνῷ τὸ κράτος ἔχει ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τοῦ Φαϋερβάχ. Σεῖς θέλετε εἰς αὐτὸ τὸ καθ’ ὑμᾶς φοβερὸν σύστημα νὰ κάμητε ἀνακάθαρσιν, ἀναμόχλευσιν, ἀνάμιξιν πάντων τῶν συστημάτων· ἐφθάσατε δὲ μέχρι καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς· καὶ ἐγὼ δὲν θὰ συνηγορήσω ἴσως ἐκθύμως ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ὅλα τὰ ζητήματα θεωρητικῶς ἐξετάζονται ἄλλως πως, ἄνευ προσδιορισμοῦ χρόνου, τόπου καὶ περιστάσεως, ἐν χρόνῳ ὅμως, ἐν τόπῳ καὶ ἐν περιστάσεσιν ἐξεταζόμενα, ἐξετάζονται τὰ ζητήματα μόνον πολιτικῶς· ἤδη ἐξετάζονται ἄλλως πως, ἤτοι ὅπως ἔχουν σήμερον, κύριοι, τὰ πράγματα ἡμῶν. Ἀλλά, μοὶ εἶπον, ἔχομεν τὰς ἀπαραιτήτους ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν λῃστῶν, τῶν συμμοριτῶν ἐν τῷ ψηφιζομένῳ νόμῳ; Ἀπέδειξα, ὅτι ἡ συμμορία εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος ἐχθρός· διότι, ἅμα εἶναι ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν τρεῖς λῃσταὶ, ἡμεῖς εἴμεθα 40 χιλιάδες, καὶ ἐν τούτοις ὅλοι ἡμεῖς οἱ 40 χιλιάδες εἴμεθα αἰχμάλωτοι τῶν τριῶν λῃστῶν! Διότι, ὅταν ὑπάγωμεν νὰ περιπατήσωμεν, δὲν θὰ περιπατήσωμεν ὅλοι μαζί· διότι, ὅταν ὁ εἷς ὑπάγῃ εἰς τὸ ἀμπέλι του, ὁ ἄλλος θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν μῦλόν του, ὁ ἄλλος θὰ ὑπάγῃ διὰ ξύλα, καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸ χωράφι του, καὶ ὅλη ἡ πόλις, ὅλοι ἡμεῖς οἱ 40000 εἴμεθα αἰχμάλωτοι τῶν τριῶν, εἴμεθα εἰς ἀποκλεισμὸν, ὡς ὑπὸ πολεμίων πολιορκούμενοι. Ἀλλά, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον σᾶς λέγει, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μοῦ δώσητε ἐξαιρετικὴν ἐξουσίαν, θέλω νὰ ἔχητε σεῖς αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἔχῃ ὁ Δῆμος τὴν ἐξουσίαν. Ὁ δῆμος, ἤτοι οἱ ἔνορκοι, θέλω ν’ ἀποφασίζῃ, ἐὰν ὁ λῃστὴς δεῖνα ᾖναι συμμορίτης. Μικρὰ δ’ εἶναι καὶ ἡ ἐγγύησις τῶν Νομαρχῶν, συντελούντων εἰς τὴν ἐπικήρυξιν; Εἰς τοιαύτην περίστασιν ὡς τὴν σημερινὴν ἐπιτρέπεται ἡ στρατιωτικὴ δίκη κατ’ ἐμέ. Ἐπειδὴ τὴν ἀπαγορεύει ὅμως τὸ Σύνταγμα, δὲν τὴν ὑποστηρίζω κατὰ τύπους, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούει εἰς τοὺς τύπους, ὑποστηρίζω τὴν στρατιωτικὴν δίκην, τὸν ἀνηλεῆ θάνατον. Τὸ ἄρθρον 526 τοῦ ποινικοῦ νόμου λέγει ῥητῶς ἅμα ἀπαγγελθῇ ἡ στρατιωτικὴ δίκη, ἀπαγγέλλεται ὁ θάνατος ἀνηλεῶς κατὰ παντὸς σχετικοῦ κακούργου· καὶ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης τὴν φοβερὰν αὐτὴν ἐπιμονὴν τῆς ληστείας, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν, ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν. Κύριοι ἐπηγγειλάμην ν’ ἀποδείξω ὅτι, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν ἐξ ἀναλογίας τὸ ποινικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, προκύπτει κατὰ τῶν συμμοριτῶν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἐνόμισα ὅτι θ’ ἀναγκασθῶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ποινὴ τῶν δεσμῶν διὰ βίου ὑπάρχει καθιερωμένη ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη διότι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Παππαζαφειρόπουλος τὸ ἀπέδειξε προηγουμένως, ἂν καὶ δι’ ἀντίθετον σκοπόν· ἀπέδειξεν, ὅτι οἱ συμμορῖται τιμωροῦνται μὲ δεσμὰ διὰ βίου, καὶ ἐὰν δὲν πράξουν οὐδεμίαν πρᾶξιν. Αὐτὸ, εἶναι σωστὸν, διότι ἡ ληστεία ἐν Ἑλλάδι, κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν αἰχμαλωσίαν, ἤτοι τὴν ἐκβίασιν διὰ φόνου· κύριον μέσον ἔχει καὶ ἀπαραίτητον τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων· διότι εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπάρχουν καὶ λησταὶ ἄνευ ὅπλων. Ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχει οὕτως· ὁ γενικὸς χαρακτὴρ, καὶ ὁ μόνιμος χαρακτὴρ τῆς ληστείας, εἰς ἀνώτατον ὅρον ἐννοούμενος, εἶναι χρῆσις τοῦ φόνου πρὸς ἐκβίασιν χρημάτων, ἀλλὰ, τούτου οὕτως ἔχοντος, ἡ συμπεφωνημένη πρᾶξις, τὸ συμπεφωνημένον γένος τῶν πράξεων τῆς ληστείας, ἐπάγεται φόνον, ἡ συμμορία δὲ ἐπάγει ποινὴν τῆς ἀποπείρας, ἄρα δεσμὰ διὰ βίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ κακουργοδικεῖα πολλάκις ἀπαγγέλλουν τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς μόνον, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πάντοτε ζήτημα, διότι καὶ σήμερον ὑποστηρίζουν τινὲς, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Παπαζαφειροπούλου, τοῦ κ. Ῥοντήρη κλπ. δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῶν δεσμῶν διὰ βίου μολονότι ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸν θάνατον καὶ διὰ τοὺς συμμορίτας. Τώρα θ’ ἀποδείξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ θάνατος ἐπιβάλλεται, ὅταν ὁ κίνδυνος ᾖναι μέγας, καὶ ὅταν ὁ κίνδυνος ᾖναι κατὰ πολλῶν, καὶ ὅταν ᾖναι κίνδυνος ζωῆς, καὶ ἂν οὐδεὶς ἀποθάνῃ, καὶ ἂν οὐδεὶς φονευθῇ. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 409 τοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς τὸ περὶ ἐμπρησμοῦ. «Μὲ θάνατον τιμωρεῖταί τις ἕνεκα ἐμπρησμοῦ, ἐὰν ἐκτὸς τῆς ἐκρήξεως τοῦ πυρὸς συνέβησαν ἐνταυτῷ αἱ κατὰ τὸ ἀκόλουθον ἄρθρον ὁριζόμεναι πράξεις ἢ ὅλαι ἢ ἐν μέρει.» Ποῖαι εἶναι αὗται; «Ἐὰν τὸ πῦρ ἐξεῤῥάγη καθ’ ὃν χρόνον συνήθως ὑπνώττουσιν οἱ ἄνθρωποι.» Ἐὰν συμβῇ ἐμπρησμὸς εἰς μίαν οἰκίαν καὶ δὲν πάθῃ κανεὶς τίποτε, ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὴν ὥραν αὐτὴν κοιμῶνται οἱ κάτοικοι, τιμωρεῖται ὁ αὐτουργὸς μὲ θάνατον, διότι ἐκινδύνευσαν οἱ κατοικοῦντες. Μία ληστρικὴ συμμορία θέτουσα εἰς κίνδυνον ὅλον τὸ κράτος δὲν ἐπάγει κίνδυνον μείζονα παρὰ αὐτὸ τὸ πῦρ, ὅπερ θὰ τεθῇ εἰς μίαν οἰκίαν; «Ἐὰν ὁ ἐμπρησμὸς συμβῇ εἰς πόλεις ἢ χωρία καθ’ ὃν καιρὸν τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κατοίκων εὑρίσκηται ἐκτὸς αὐτῶν.» Ἐπάγει τότε θάνατον εἰς τὸν ἐμπρηστήν· ἐνῷ μόνον ζημία ἐπίκειται κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς ζωῆς, ὁ ποινικὸς ἡμῶν κῶδιξ ἐπιβάλλει θάνατον. Ἐὰν τὸ πῦρ ἐβλήθη εἰς κτίρια, ἐὰν τὸ πῦρ ἐβλήθη εἰς τοιούτων συναθροίσεων τόπους, ὅπου πολὺς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἐξετέθη εἰς βλάβην, ἐπιβάλλεται θάνατος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πολλάκις ἐπιβάλλεται θάνατος ἄνευ θανάτου, ἀλλὰ μόνον, διότι προέκυψε κίνδυνος ζωῆς, ἢ ἠδύνατο νὰ προκύψῃ φθορὰ ἰδιοκτησίας. Λοιπὸν αὐστηρότεροι εἴμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὸν Μάουρερ; Νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἐπιεικέστεροι παραδίδοντες εἰς τὸν δήμιον τοιούτους κακούργους μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις· ἐνῷ, ὅταν ἐψηφίζετο αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ Μάουερ, τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων δὲν ἦτον ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι ἐν ἰσχύϊ. Πολλὰ κύριοι ἐλέχθησαν περὶ τῆς τιμωρίας πράξεως θεωρουμένης ὡς διανοίας, ἢ ὑπαρχούσης ἐν τῇ διανοίᾳ. Μὰ πρὸς Θεοῦ! δὲν εἶναι οὕτως. Ἡ συνωμοσία μάλιστα εἶναι ἐν τῇ διανοίᾳ ἐκδηλωθεῖση διὰ τοῦ λόγου, καὶ λαβούσῃ ὑπόστασιν διὰ συμβάσεως· ὥστε καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν στοιχεῖά τινα μέχρις ἀποπείρας. Ἀλλ’ ἡ συμμορία εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἡ συμμορία ὁρμᾶται εἰς πράξεις· γίνεται ἡ σύμβασις πρὸς τὸ κακουργεῖν, ὁπλίζονται οἱ συμμορῖται, ἐξέρχονται καὶ ῥίπτονται εἰς τὴν θήραν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, ἐὰν συνελήφθη μία ἀπόφασις τοιαύτη ἐντὸς μιᾶς οἰκίας ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους νὰ τιμωρηθῶσιν μὲ θάνατον. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ᾖναι ἀδύνατος ἡ σύλληψίς των, δηλαδὴ νὰ μὴ ᾖναι ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διὰ τῆς ἐπικηρύξεως τίποτε ἄλλο δὲν λέγομεν παρὰ διαδήλωσιν ἐπίσημον τῆς κυβερνήσεως, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῶσι, δηλ. ὅτι ἐῤῥίφθησαν ἤδη ἐπὶ τὴν θήραν τοῦ ἀνθρώπου καὶ λυμαίνονται τὸν τόπον· καὶ ἡ σύλληψις αὐτῶν ἀνέφικτος διὰ μόνης τῆς δημοσίας δυνάμεως, καὶ εἶναι ἀναγκαία πάνδημος στρατεία. Ἔχομεν λοιπὸν ὡς στοιχεῖα τὴν συνένωσιν, καὶ τὴν ἔκδοσιν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον· ἔχομεν ὅμως καὶ κάτι τι ἄλλο, διότι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ ἄδικοι πάντοτε πρὸς τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους μας· ἔχομεν τὸν νομάρχην, ἔχομεν τὸν εἰσαγγελέα, τὸν μοίραρχον γνωμοδοτοῦντας πρὸς ἐπικήρυξιν. Εἶναι μικραὶ αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις; Ἀνόητοι ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί; Παλαβοὶ ἄνθρωποι εἶναι αὐτοὶ, νὰ προβοῦν εἰς ἐπικήρυξιν κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεδόθησαν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφέρῃ πράξεις, δὲν θ’ ἀναφέρῃ μόνον τὴν συμμορίαν, θ’ ἀναφέρῃ ὅτι ἐξῆλθεν, ὅτι ἐφάνη ἡ συμμορία αὐτὴ εἰς τὸ δεῖνα μέρος· ὅτι ἦτο ὡπλισμένη καὶ ἐπῆρε ψωμὶ εἰς τὸν δεῖνα Τσέλιγκα· καὶ εἶπε τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἠρώτησε διὰ τὸν Ῥοντήρην, ἐὰν θὰ ὑπάγῃ σήμερον εἰς τὸ χωράφι, ἐὰν θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν μῦλον κτλ. Αὐτὰ θὰ μάθῃ ὁ ἀνακριτὴς καὶ θὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ μόνον ὁ ὑπουργὸς θὰ προκαλέσῃ τὸ Βασιλικὸν διάταγμα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐνόρκων ἄπειροι ἄλλαι ἐγγυήσεις καθιεροῦνται, οὐχὶ βεβαίως ὑπὲρ τῶν ληστῶν, ἀλλὰ πρὸς ἄρσιν πάσης ὑποψίας. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι μεγάλη διαφορὰ εἶναι μεταξὺ πράξεως ληστρικῆς καὶ συμμορίας. Ἡ συμμορία εἶναι διηνεκὴς ληστεία, εἶναι ληστεία κατ’ ἐπάγγελμα. Ἐξέρχονται τρεῖς ἢ τέσσαρες ἄνθρωποι καὶ λέγουν· ἐπαγγελλόμεθα τὸν λῃστήν. Τί ἐπαγγέλλεσαι; τὸ φονεύειν ἀνθρώπους· διατί; διὰ νὰ πλουτίσω. Τί φοβερώτερον πρᾶγμα! πρέπει νὰ ἐννοήσητε καλῶς αὐτὸν τῆς συμμορίας τὸν χαρακτῆρα· διότι ἡ ληστεία ἁπλῶς δὲν εἶναι τίποτε. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτου ἡ ληστεία ἁπλῶς τιμωρεῖται μὲ θάνατον παρὰ τοῖς Γερμανοῖς. Ἀκούσατε τώρα ποῖοι τιμωροῦνται μὲ θάνατον παρὰ τοῖς Γερμανοῖς. Ἄρθρον 364. «Λησταί, οἵτινες εἰς δημόσιον τόπον ἔπραξαν ληστείαν εἴτε μεταχειρισθέντες πρὸς τοῦτο ὅπλον, εἴτε μὴ μεταχειρισθέντες, καταστήσαντες ὅμως ἑαυτοὺς ἀγνώστους διὰ ψευδοπώγωνος καὶ τῶν τοιούτων................. τιμωροῦνται μὲ θάνατον.» Καὶ ποῦ εἶδον οἱ Γερμανοὶ ληστὰς καὶ τί παράπονα ἔχουν κατὰ τῶν ληστῶν; ἀλλ’ ὁ κίνδυνος ὁ ἀπὸ τῆς ληστείας εἶναι μέγας, διότι ὁ λῃστὴς εἶναι ἐκπολιορκητὴς καὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐκπορθητὴς δὲ τῆς τιμῆς! Ὡς πρὸς τοὺς κατ’ ἐπάγγελμα κακούργους τὸ ἰδικόν μας ποινικὸν σύστημα πολλὰ σοφῶς προνοοῦν εἶναι αὐστηρότατον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Π. Νόμου τιμωροῦνται ὡς αὐτουργοὶ, οἱ συντρέχοντές τινα ὡς ἐξ ἐπιτηδεύματος κτλ. οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος λῃσταποδόχοι τιμωροῦνται ὡς λησταὶ διὰ τὰ ἐξ ἐπαγγέλματος μέχρι δεσμῶν διὰ βίου. Ἀλλ’ ἡ συμμορία εἶναι ἐπάγγελμα αὐτουργῶν καὶ οὐχὶ συνεργῶν καὶ τιμωρητέα μὲ θάνατον καὶ οὐχὶ μὲ δεσμὰ διὰ βίου. Περαίνων λοιπὸν τὸν λόγον μου, λέγω ὅτι ληστὴς συλλαμβανόμενος δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχηται πλέον εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος παρὰ ὁ θάνατος· δεύτερον, ὅτι εἶναι δίκαιος ὁ θάνατος κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ σύστημα ἢ τοῦ Verner ἢ ἄλλου τινός. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ παρέκβασις νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι 24 ὅλα διάφορα συστήματα εἶναι τὰ τῶν φιλοσοφούντων περὶ τῆς πρώτης ἀρχῆς τῆς ποινῆς. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἐρευνήσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ συστήματα καὶ νὰ ἐκλέξωμεν· ἡμεῖς ἔχομεν βάσιν τὸ ποινικὸν ἡμῶν σύστημα. Κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν βάσιν, λέγω, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἰς πολλὰ μικρότερα ἐγκλήματα ἐπιβάλλεται. Σᾶς ἀπέδειξα, κύριοι, ὅτι ὁ ληστὴς εἶναι ἐχθρὸς, εἶναι πολέμιος, καὶ σᾶς εἶπον διατί. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπρόσθεσα τὸ σπουδαιότερον, καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ἤδη ἐν δυσὶ λέξεσιν. Ἀπέδειξα, ὅτι ὁ ληστὴς εἶναι πολέμιος καὶ εἶπον εἰς τί συναντῶνται ὅ τε πολέμιος καὶ λῃστὴς· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον σπουδαιότερον σημεῖον συναντήσεως τοῦ πολεμίου μὲ τὸν λῃστήν. Ὡς ὁ ἐχθρὸς εἰσβάλλει ἐκ ξένης χώρας, οὕτω δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν εἰσβάλλει καὶ ὁ λῃστὴς ἐκ τῆς ξένης χώρας· καὶ ἡ ξένη χώρα εἶναι ἀπρόσιτος πρὸς ἡμᾶς, εἶναι χώρα εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀστυνομίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Πῶς δύνασθε νὰ ἦσθε αὐστηροὶ ζητοῦντες εὐθύνην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὴν διοίκησιν; Πῶς δύνασθε νὰ ἐξαντλήσητε ὁλόκληρον τὴν αὐστηρότητά σας κατὰ τῶν ὑπευθύνων ἐστερημένων τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν κυριωτάτων διὰ τὴν λῃστείαν σημείων; Δυστυχῶς ἡ λῃστεία ἔχει τὴν βάσιν, τὸ λημέριον, εἰς τόπον ὅπου ἡ ἡμετέρα διοίκησις δὲν ἔχει καμμίαν ἐνέργειαν, τοῦτο δ’ ἐνῷ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ὑμᾶς βαθμόν τινα αὐστηρότητος κατὰ τῶν ὑπευθύνων, διπλασιάζει τὸ καθῆκον ὑμῶν πρὸς πολλαπλασίασιν τῆς κατὰ τῶν λῃστῶν αὐστηρότητός σας. Ἰσχυρίζομαι ὅτι καὶ εἰς τοῦτο συναντῶνται οἱ λῃσταὶ μὲ τοὺς πολεμίους, ὅτι ὁρμῶνται ἐκ ξένης χώρας. Δὲν ἐννοῶ, βεβαίως, νὰ κατακρίνω μίαν ἄλλην δύναμιν. Καὶ ἐκείνη ἡ δύναμις θέλει τὴν ἐξολόθρευσιν τῆς λῃστείας, ἀλλ’ ἀμέσως δὲν ἐνδιαφέρεται ὅσον ἡμεῖς. Διαφέρει μία ἁπλῆ φιλικὴ συμπάθεια ἀπὸ τὴν θέσιν κράτους τυραννουμένου, βασανιζομένου κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καθὼς ἡμεῖς τώρα τόσα ἔτη ὑπὸ τῶν ἀνθρωπομόρφων αὐτῶν θηρίων. Ἐγώ, κύριοι, ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ θανάτου κατὰ παντὸς συμμορίτου· ἤτοι, οὐχὶ μόνον κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ· καὶ ταύτην τὴν τροπολογίαν φέρω.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολιάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§150ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ὁ λῃστὴς εἶναι πολέμιος τῆς κοινωνίας· τοῦτο οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Ὁ λῃστὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι κἄτι τι περισσότερον, παρὰ πολέμιος· ἐδυσφήμισε παρὰ τοῖς ξένοις τὴν πατρίδα ἡμῶν· διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἦλθεν ὑποστηρίζων τὴν ἐπιείκειαν ὡς πρὸς τοὺς λῃστάς, τοὺς ὄντως ὅμως λῃστάς. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ πρὸ ἐμοῦ καταλαβὼν τὸ βῆμα ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς, δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι τόσον ἐπιτυχές. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ λῃστὴς εἶναι πολέμιος τῆς κοινωνίας. Ναί, κύριε Ῥοντήρη, διὰ τοῦτο τὸν φονεύομεν ἐπικηρυχθέντα, διὰ τοῦτο τὸν φονεύομεν ἀνθιστάμενον. Ἀλλ’ ὅταν συλλάβητε σεῖς τὸν πολέμιον τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἐχθρόν σας, ὅταν πλέον ᾖναι ἀκίνδυνος, τὸν φονεύετε; δὲν πιστεύω νὰ ἰσχύουν σήμερον αὐτὰ τὰ νόμιμα παρὰ τοῖς ἐξευγενισμένοις ἔθνεσι· ὥστε τὸ παράδειγμά σας καθόλου δὲν ἦτον ἐπιτυχές.
§151ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§152ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην ὡς πρὸς τὸ μέρος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐξαιρετικῆς ποινῆς, πρέπει νὰ μάθωμεν τί λέγει ὁ νόμος μας. Ὁ νόμος μας εἶναι δημιούργημα τοῦ Μάουρερ, τοῦ ὁποίου τὰς νομικὰς γνώσεις πάντες ἀναγνωρίζετε· ὁσάκις δὲ ἠθέλησέ τις ἐπὶ τοῦ νόμου νὰ θέση χεῖρα, ἡ χεὶρ αὕτη δυστυχῶς ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ ἔβλαψεν. Ἐνθυμηθῆτε τὸ περὶ ἐκτελέσεως, ἐνθυμηθῆτε ὅτι, εἰς ὅσα ἄρθρα ἠθέλησαν οἱ νομοθέται μας νὰ φέρωσι διόρθωσιν, μᾶλλον βλάβην ἔφεραν καὶ οὐχὶ ὠφέλειαν. Πιστεύω δὲ ὅτι καὶ σήμερον, διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου βλάβην θὰ ἐπιφέρωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἂς ἴδωμεν, καθὼς σᾶς εἶπον, τί λέγει ὁ νόμος, καὶ ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐξαιρετικῆς διατάξεως.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν καταλαμβάνετε; Θ’ ἀναβιβασθῇ ἡ ποινὴ ἀπὸ ἰσόβια δεσμὰ εἰς θάνατον.
§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λῃστὰς δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.
§155ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 66, 68, 69, 70,363 καὶ ἑπόμ. τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου). Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου ἐξάγεται, ὅτι καὶ ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος προβλέπει καὶ τιμωρεῖ τὴν ἕνωσιν πλειόνων τῶν δύω πρὸς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνων λῃστρικῶν πράξεων, καὶ ἔχει ὁρισμοὺς ἀκριβεστέρους περὶ τῆς παραλείψεως τῶν λῃστρικῶν πράξεων. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιτείνει μόνον τὴν ποινὴν ὡς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν, τιμωροῦν αὐτὸν μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ ἂν οὐδεμία λῃστρικὴ πρᾶξις ἐνηργήθη. Ὡς πρὸς τοὺς συμμορίτας συμφωνῶ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ ἐπιταθῇ ἡ ποινή· διότι, ἀφοῦ πάντες παραδεχόμεθα ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῆται μὲ θάνατον πᾶς ὁ ἐνόπλως ἀνθιστάμενος λῃστὴς καὶ πᾶς ὁ ἀπάγων αἰχμάλωτον, ὁ δὲ συμμορίτης ἐν παραλείψει τῆς πράξεως τιμωρεῖται μὲ τὴν ἀμέσως κατωτέραν ποινὴν, αὕτη θὰ τῷ ἐπιβληθῇ διότι ἐν τῇ ἰδέα τῶν λῃστῶν εἶναι βεβαίως νὰ πράξωσιν ἀπαγωγὰς καὶ νὰ ἀντισταθῶσιν. Τὸ ζήτημα ἤδη εἶναι· πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας, καὶ ἂν οὐδεμία πρᾶξις ἐξετελέσθη; Θέλουσι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν νομοθέτην, ὁσάκις θέλει, νὰ ἐπιβάλλῃ οἱανδήποτε ποινήν; Ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία μεταξὺ τῆς ποινῆς καὶ τοῦ ἐγκλήματος, ἵνα αὕτη θεωρηθῇ δικαία· καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις φρονῶν τὸ ἐναντίον. Τώρα θέλετε τὴν πρᾶξιν περὶ ἧς πρόκειται ἀξίαν θανατικῆς ποινῆς; ἠκούσατε τί ἀνέφερε χθὲς ὁ κ. Τσιριμῶκος. Ὑποθέσατε, σᾶς εἶπεν, ὅτι παιδιὰ τινὰ ἐξῆλθον εἰς τὸ βουνόν, συνέλαβον μίαν αἶγα, τὴν ἔσφαξαν, τὴν ἔψησαν, εἶχον δὲ καὶ τὴν ἰδέαν νὰ ἐκτελέσωσι λῃστείαν.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπικεκηρυγμένα.
§157ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν συμβῇ τοιοῦτόν τι, θὰ ἐπιβάλητε τὴν ἐσχάτην ποινὴν εἰς αὐτά; Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔκαμεν ὑπόθεσιν· ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω γεγονότα. Μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ 1862, εἰς ἕνα δῆμον τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς 4 ἢ 5 παιδιὰ, ἠθέλησαν νὰ γίνουν λῃστάδες, ἀλλ’ οὔτε εἶχον τὸ θάῤῥος, οὔτε ἠδύναντο νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς κακουχίας τοῦ λῃστρικοῦ βίου· ἅμα ἐξῆλθον εἰς τὸ βουνόν, εἶδον κατὰ τὴν παροιμίαν, ὅτι εἶναι βαρειὰ ἡ καλογηρική, διότι δὲν δύναται ὁ καθεὶς νὰ γίνηται λῃστής. Ἅμα τὸ ἔμαθεν ἡ ἀρχὴ ἔστειλε 4 ἢ 5 στρατιώτας καὶ τοὺς συνέλαβον, διότι αὐτοὶ ἀμέσως παρεδόθησαν· ὁ ἀποσπασματάρχης δὲ τότε καλῶς ποιῶν τοὺς ἔδωσε 5 ἕως 6 ξυλιαῖς, τοὺς ἐσυμβούλευσε καὶ τοὺς ἀφῆκεν ἐλευθέρους. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς διανοίας. Ὑποθέσατε ὅτι αὐτὰ τὰ παιδιὰ προηγουμένως ἐπήγαινον εἰς τὸν Γιάννην, τὸν Κώνσταν καὶ τοὺς προσεκάλουν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συμμορίαν των πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, ἔπειτα δὲ ἐξήρχοντο εἰς τὸ ὄρος· ἡ ἀρχὴ πληροφορεῖται τὸ τοιοῦτον, τοὺς καταδιώκει, αὐτοὶ ἀναχωροῦν καὶ χάνει τὰ ἴχνη των. Ἐὰν ἦσθε ὑπουργὸς, κ. Κρεστενίτη, ὅστις μοῦ κάμνετε τὰς ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἐμανθάνατε ὅτι τῳόντι ἐξῆλθον εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον 5 ἄνθρωποι, ὅτι αὐτοὶ ἔμεινον ἀγνώστου διαμονῆς, δὲν ἠθέλατε τοὺς ἐπικηρύξει; Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ τὸ ἔπραττον, διότι αὐτοὶ ἐξῆλθον εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, κατεδιώχθησαν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἔχασε τὰ ἴχνη των. Ἀλλά, μοὶ λέγουν, ὅτι διὰ νὰ γείνῃ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν δὲν ἀπαιτεῖται μόνον ἁπλῆ ἕνωσις πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, δὲν ἀπαιτεῖται ἀπόφασις, ἀπαιτεῖται νὰ ἐξετέλεσαν πράξεις τινας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν δὲν ἐξετελέσθη οὐδεμία λῃστρικὴ πρᾶξις, καὶ τότε ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περιττή. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, τίς ἔνορκος θὰ εὑρεθῇ ὁ ὁποῖος νὰ καταδικάσῃ εἰς θάνατον τὸν μὴ πράξαντα λῃστρικήν τινα πρᾶξιν;
§158ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐπικηρύξεως προηγεῖται ἡ ἀνάκρισις.
§159ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ ἀνακριτὴς θὰ ἐξετάσῃ οὐχὶ ἂν ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ὁ ἀνακριτὴς, ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ νομάρχης θὰ ἐξετάσωσιν ἂν ἄνθρωποί τινες ἐξῆλθον ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, τοῦτο ἀρκεῖ νὰ γείνῃ ἐπικήρυξις. Εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε τὴν ἀνωτέραν ποινὴν τὴν τοῦ θανάτου;
§160Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν ἐπικήρυξιν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τίθεται ἀμοιβὴ διὰ τὸν φόνον τοῦ λῃστοῦ. Πῶς τὸ παραδέχεσθε τοῦτο; δὲν εὑρίσκετε, ὅτι τὸ ἓν δικαιολογεῖ τὸ ἄλλο;
§161ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ἐπικήρυξιν τοῦ νομοσχεδίου, παραδέχομαι τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς τὸν ἐνόπλως ἀνθιστάμενον, εἰς τὸν ἀπαγαγόντα, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ παρὰ τοῦ δικαστηρίου εἰς τὸν μηδεμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν ἐνεργήσαντα. Παραδέχομαι τὸ πρῶτον, ὡς ἀνάγκην, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἐξῆλθον παρὰ διὰ νὰ νὰ πράξωσι λῃστρικὰς πράξεις, εἶναι πολέμιοι τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς πάντα νὰ τοὺς φονεύσῃ· ἀλλ’ ὅταν ἡ κοινωνία συλλάβῃ τὸν λῃστὴν, τὸν ἔχῃ εἰς τὰς χεῖράς της, τί κίνδυνον τότε τρέχει ἡ κοινωνία; Τί θὰ συμβῇ κύριοι; Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει μία αὐστηρὰ διάταξις τοῦ νόμου, ὑποθέσατε....... (συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν· θόρυβος).
§162ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, συζητοῦμεν περὶ σπουδαιοτάτο ἀντικειμένου, καὶ ὅμως οὐδεὶς ἀκούει. Ἂν ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ, ἂς ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν ἐννοοῦμεν τίποτε ἐκ τοῦ θορύβου.
§163ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν τὸ ἄρθρον.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, τοῦ νὰ τιμωρῶνται καὶ οἱ συμμορῖται μὲ θάνατον.
§165ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τώρα λοιπὸν ἐκαθαρίσθη τὸ ζήτημα· ἀρκεῖ νὰ εἴπητε ἁπλῶς εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι πᾶς συμμορίτης τιμωρεῖται μὲ θάνατον· δὲν ἠξεύρω ὅλως, ἂν τὸ ὑπουργεῖον παραδέχηται τὴν πρότασιν.
§166Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§167ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Βλέπω, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Μίληση καὶ λοιπῶν κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀντὶ νὰ ἐλαφρύνωσι κατὰ τὸ δίκαιον τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συμμορίας, ἥτις οὐδεμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν ἐνήργησεν, τὴν ἐπιβαρύνουσι· καὶ τοὺς συμμορίτας τοὺς μὴ διαπράξαντας λῃστρικήν τινα πρᾶξιν ἐκθέτουσιν εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ὑποστῶσι καὶ αὐτοὶ θανατικὴν ποινὴν (θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, ἂν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§169ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§170ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα νὰ τελειώσωμεν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε λοιπόν· δύο ἡμέρας ἕνα ἄρθρον; (θόρυβος).
§172ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μέχρι τοῦδε ἔγεινε συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως, τῆς διατετυπωμένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τουτέστιν, ὅτι οἱ μὲν συμμορῖται τιμωροῦνται μὲ δεσμὰ διὰ βίου, ὁ δὲ ἀρχηγὸς μὲ θάνατον. Τώρα ὑποβάλλεται νέα πρότασις καὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀνανεωθῇ. Δὲν ἐννοῶ πῶς εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη, παρεισάγονται λάθρᾳ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται διαῤῥήδην εἰς τὴν πρότασιν τὴν συζητουμένην, καὶ καθιστῶσι ματαίαν τὴν χθεσινὴν συζήτησιν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις (Θόρυβος). Εἶναι συζήτησις, κύριοι, αὐτὴ σοβαροῦ σώματος, ἐπὶ σοβαροῦ ἀντικειμένου; Μὴ χειρότερα!
§173ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε κ. Κολιάτσε.
§174ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καθὼς ἠκούσατε, ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου.
§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα;
§176ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν θέλητε, δὲν ἐγκατελείφθη, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔρχεται σήμερον τροπολογία, ἡ ὁποία τιμωρεῖ μὲ θάνατον πάντα συμμορίτην. Ἂν, κύριοι, εἴχομεν ποινικὸν νόμον ἐπιεικῆ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβάλλει τὸν θάνατον παρὰ ἐξαιρετικῶς, τότε βεβαίως ἤθελον παραδεχθῆ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου ἐγκλήματος, καθὼς τὸ ἐζωγράφησεν ὁ κ. Ῥοντήρης, καὶ τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε καὶ ὅλοι ἀποτροπιαζόμεθα, προκειμένου περὶ τοιούτου, λέγω, μεγάλου ἐγκλήματος, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μέτρα σοβαρὰ, νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν θάνατον. Ἐπιβάλλει σχεδὸν πάντοτε ὁ νόμος, τιμωρεῖ μὲ θάνατον σχεδὸν πάντοτε τὰς συμμορίας, ὁσάκις συμβῇ πρᾶξις τις ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ποιν. νόμου προβλεπομένων. Τὸ νομοσχέδιον προσέθηκε δύο νέας περιστάσεις, τὴν ἀπαγωγὴν καὶ τὴν ἔνοπλον ἀντίστασιν, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο; καὶ πρέπει μόνον καὶ μόνον διότι ἐγένετο ἕνωσίς τινων πρὸς ἐκτέλεσιν ἀορίστων λῃστρικῶν πράξεων, νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσωμεν μὴ ἐκτελέσαντας οὐδεμίαν πρᾶξιν; Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα σπουδαῖοι ἄνδρες ὁ Montesquieu, ὁ Βεκκαρίας καὶ ὁ Berner ἀνέφερον κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν ποινῶν. Θὰ ἀναγνώσω μόνον ἓν τεμάχιον ἐκ τοῦ τελευταίου πρὸς τοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς ἀντιθέτου γνώμης· διότι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς αὐστηρότητος τῆς ποινῆς θὰ ἐκφοβίσωσι τοὺς ῥέποντας εἰς τὴν λῃστείαν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Berner. «Ὁ τῆς ἐκφοβίσεως σκοπὸς ἐστὶν ἰδίως ὑπ’ ὄψιν ληπτέος ὁσάκις πλεονάζει εἶδός τι ἐγκλημάτων· ἀλλὰ καὶ τότε πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν ὑπέρμετρον αὐστηρότητα. Ὁ νομοθέτης, ὅστις εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἀπειλήσῃ ποινὴν σκληροτέραν τῆς ὑπαρχούσης, μάτην καταναλώσει τοὺς τῆς ἐξουσίας κόπους, καθόσον ὁ λαὸς συνοικειοῦται μετὰ τῆς ἰδέας σκληροτέρων ποινῶν, καὶ ἡ πολιτεία ἀναγκασθήσεται, ἴσως ταχέως, νὰ ἀπειλήσῃ ἕνεκα ἄλλων ἐγκλημάτων αὐστηροτέρας ποινάς. Οἱ μὲν δικασταὶ ἀποφεύγουσι διὰ βεβιασμένης ἑρμηνείας τὴν κατάγνωσιν σκληρῶν ποινῶν, ὁ δ’ ἀνώτατος ἄρχων ἀναγκάζεται νὰ ἐπιδαψιλεύῃ συχνὰ χάριτας· ἀμφότεραι δ’ αὗται αἱ συνέπειαι τῶν σκληρῶν ποινῶν ἐλαττοῦσι τὴν τοῦ νόμου ἀξίαν.»
§177ΛΑΠΑΣ. Τί τὰ θέλετε αὐτὰ, ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκτάκτων μέτρων.
§178ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἂν ὁ νόμος ἀποδειχθῇ σκληρὸς, μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ ἐμποδίσητε τοὺς ῥέποντας εἰς τὴν λῃστείαν· διότι ἀφοῦ ὁ νόμος ἐπιβάλῃ θανατικὴν ποινὴν κατὰ τῶν λῃστῶν τῶν ἀπαγαγόντων, κατὰ τῶν ἀνθισταμένων ἐνόπλως, πᾶς ὅστις ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι συλλαμβανόμενος θὰ τιμωρηθῇ μὲ θάνατον, διότι ἐν τῇ σκέψει του ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἀπαγάγῃ, θὰ ἀντισταθῇ. Χθὲς σᾶς εἶπεν, πολὺ εὐλόγως, ὁ Κ. Μίλησης, καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τὸ ἀναφέρουν, ὅτι ἂν ἐπὶ πάσης πράξεως ἐπιβάλλητε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, τότε ὁ λῃστὴς θὰ διαπράττῃ πᾶν κακούργημα, καὶ οὐδέποτε θὰ φαίνεται ἐπιεικὴς εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίστασιν, ἐλπίζων ἐπιείκειαν, ὥστε ἡ ἀπειλὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς βλάβην θὰ ἐπιφέρῃ. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ ἕτερον στάδιον, εἰς τὸ δικαστήριον. Ὑποθέσατε, ὅτι εἶσθε ἔνορκοι καὶ ἔρχεται ἐνώπιόν σας ἄνθρωπος κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἀπόδειξις ὑπάρχει, ὅτι ἔπραξε λῃστρικήν τινα πρᾶξιν. Εἴπατέ μοι πρὸς θεοῦ τίς ἐξ ὑμῶν θέτων τὴν χεῖρά του εἰς τὴν καρδίαν θὰ δώσῃ ψῆφον διὰ τῆς ὁποίας νὰ στείλῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἰς τὴν λαιμητόμον; Πιστεύω κανεὶς· θὰ γείνῃ ὅ,τι συμβαίνει ὁσάκις δικάζεται δολοφόνος· ὁσάκις ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὑπάρχει, τότε ὁ ἔνορκος συνήθως κηρύσσει ἀθῶον τὸν κατηγορούμενον, ἐνᾧ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐγκλημάτων, ὅπου ὑπάρχει στάδιον ἐλεύθερον, δὲν συμβαίνει τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ τὸν καταδικάζει εἰς ἐλάσσονα ποινήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια τῶν ὑπουργῶν, ἐὰν καταδικασθῇ λῃστὴς μηδεμίαν πράξας λῃστρικὴν πρᾶξιν, θὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν Βασιλέα διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς; ἐὰν μοὶ εἴπουν ναὶ, θὰ τοὺς ἐρωτήσω, τὶ γίνονται οἱ λῃσταὶ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς; πόσοι λῃσταὶ δὲν κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον καὶ ὅμως λόγῳ ἐπιεικείας, λόγῳ φιλανθρωπίας, δὲν ἐκτελεῖται ἡ ποινή;
§179ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς δικαιοσύνης.) Τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος βεβαίως δὲν θὰ καταργηθῇ.
§180ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀξιέπαινος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὁμολογῶν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ χάρις, ἀλλ’ ἀπαντῶ, ὅτι πρέπει εἰς τὴν πρᾶξιν νὰ καταργηθῇ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας καὶ τῆς χάριτος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνεθάῤῥυνε τοὺς λῃστάς· (θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν.)
§181ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐδόθη ποτὲ χάρις εἰς λῃστήν;
§182ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ διατὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ κάμῃ ὁ ὑπουργός, του νὰ δώσῃ κατόπιν χάριν δὲν τὸ κάμνομεν ἡμεῖς; Ὁ νόμος πρέπει νὰ ᾖναι δίκαιος, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας περιστάσεις, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς χάριτος δὲν πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ ἐξασκῆται εἰμὴ εἰς ἐκτάκτους καὶ δικαιολογημένας περιστάσεις. Εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ὅτι ἐκουράσθητε, καταλήγω τὸν λόγον μου λέγων, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιττὴ εἰς τὸ ἄρθρον, διότι περὶ αὐτοῦ προβλέπει ὁ ποιν. νόμος, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῆται μὲ θάνατον ὁ ἀρχηγὸς τῆς συμμορίας ἢ ὁ συμμορίτης, καὶ ἐὰν οὐδεμίαν πρᾶξιν ἔπραξεν, εἶμαι ἐναντίος, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ ἐναντία.
§183ΛΑΠΑΣ. Ὑπάρχουν λῃσταὶ ἐπὶ 6 καὶ 7 μῆνας καὶ δὲν ἔπραξαν καμμίαν πρᾶξιν· αὐτοὶ δὲν εἶναι λῃσταί;
§184ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι λῃσταὶ καὶ καταδικάζονται εἰς ἰσόβια δεσμά.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μίλησης ἔχει τὸν λόγον.
§186ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, χθὲς συνεζητοῦμεν.......
§187ΔΑΓΡΕΣ. Συζητήσατε καὶ σήμερον, ἀλλ’ ὄχι μὲ θεωρίας καὶ συγγραφεῖς.
§188ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ θεωρίαι καὶ γνώσεις τῶν συγγραφέων καλὸν εἶναι πάντοτε νὰ συμβουλεύωνται. Κύριοι, χθὲς συνεζητοῦμεν δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας τὴν 1 § τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ῥοντήρης ἔλαβε, μοὶ φαίνεται, τὸν λόγον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε σήμερον. Δὲν ἠξεύρω διατί χθὲς δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ τὸ πράξῃ σήμερον, ὅτε πλέον ἡ συζήτησις ἔφθασεν εἰς τὸ τέρμα της, ὅτε εἴμεθα κουρασμένοι, καὶ ζητεῖται ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐξ ἐφόδου.
§189ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐξ ἰδιοτελείας μάλιστα.
§190ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, κ. Ῥοντήρη, ἂν ὡρμήθητε ἐξ ἰδιοτελείας ἢ ἀγαθῆς πίστεως, λέγω ὅμως, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκάματε σήμερον δὲν εἶναι διόλου τακτικόν. Εἰς τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς σας ὠφείλετε νὰ ὑποβάλητε τὴν τροπολογίαν σας, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς.
§191ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω. Χθὲς ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις.
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ χθεσινὴ ὁμιλία σας περιεστράφη εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, οὐδέν πλέον.
§193ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶπα ὅτι ἐπεκτείνω......
§194ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοιοῦτόν τι δὲν εἴπατε, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν βουλευτῶν. Ἂν προσετέθη ἀκολούθως, ἄλλο ζήτημα.
§195ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τροπολογίαν ῥητὴν δὲν ἔφερον, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά, ὅτι τὸ εἶπον.
§196ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὀφείλει τις νὰ ἐκφέρῃ πάντοτε τὴν γνώμην του ἀνεπιφυλάκτως, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ νόμος, ὃν συζητοῦμεν εἶναι περιττός. Ἐσυνειθίσαμεν, κύριοι, ἐν Ἑλλάδι συνήθειαν ὀλεθρίαν, νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν ἐπὶ τοὺς νόμους τὰ ἐλαττώματα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐλλείψεις αὐτῆς. Τὰ ἐλαττώματα ἡμῶν αὐτῶν φορτόνομεν πάντοτε εἰς βάρος τῶν νόμων, καὶ καθιστῶμεν αὐτοὺς τράγους ἀποδιοπομπαίους, διὰ νὰ ἐλαφρύνωμεν τὴν ἡμετέραν συνείδησιν. Τοῦτ’ αὐτὸ πράττομεν καὶ σήμερον φορτόνοντες εἰς βάρος τοῦ κειμένου ποινικοῦ Νόμου τὴν ὕπαρξιν τῆς ληστείας. Ὄχι, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ληστείας εἶναι καθαρὸν ζήτημα διοικήσεως.
§197ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει τὰς πηγάς της ἡ ληστεία ἐδῶ μόνον· δὲν ἠμπορεῖς διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον νὰ τὴν ἐξαλείψῃς.
§198ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀκούσατέ με μέχρι τέλους.
§199ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον, διατί συζητεῖτε τὰ καθέκαστα;
§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπορεῖτε διὰ τοῦτο, κ. Κεχαγιᾶ; Θέλω νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴ νομοθετήσετε ἀσκόπως βαρείας ποινὰς, μὲ τὰς ὁποίας τίποτε δὲν θὰ κάμητε.
§201ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς καταργήσωμεν τὸν ποινικὸν νόμον.
§202ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰς δικαίας ποινὰς οὐδεὶς ἀποκρούει, ἀλλ’ αἱ ἄδικοι καὶ βαρεῖαι ποιναὶ εἶναι κατακριτέαι, διότι συντελοῦν εἰς τὴν ἐπίτασιν καὶ ὄχι εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ ἐγκλήματος. Λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ ληστεία εἶναι κυρίως ζήτημα διοικήσεως. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε τὴν πηγὴν τοῦ κακοῦ. Τῳόντι, ἀνατρέχοντες εἰς τὴν καταγωγὴν ἑκάστου λῃστοῦ καὶ λῃστάρχου, θὰ εὕρητε συνήθως μίαν καταπίεσιν, καθ’ ἧς οὗτος ἐκδικούμενος, κηρύττει τὸν πόλεμον κατὰ κοινωνίας.
§203ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν.
§204ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι πολὺ σωστὸν τοὐλάχιστον διὰ τὰ 9/10 τῶν λῃστῶν. Οὕτως ἡ διοίκησις πλάττει αὐτὰ τὰ ἄθλια ὄντα διὰ νὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὰ κρεμάσῃ κατόπιν εἰς τὴν λαιμητόμον (θόρυβος), ὄχι ἐκ κακῆς προαιρέσεως· ἄπαγε! δὲν κάμνω τὸ ἄδικον τοῦτο εἰς κᾀνένα τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι διεύθυναν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ μόνον ἐξ ἐλλείψεως προνοίας, ἱκανότητος καὶ προσοχῆς περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, ἐξ ὀλιγωρίας τέλος πάντων. Ἐκτὸς τούτου ἡ ἐπίτασις τῆς ληστείας ἀνεφάνη παρ’ ἡμῖν πάντοτε εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις, καὶ συνεβάδισε πάντοτε παραλλήλως μὲ τὴν παραλυσίαν τῆς διοικήσεως καὶ τὴν ἐξασθένησιν τοῦ κράτους τῶν νόμων. Τίς ἀγνοεῖ τοῦτο; Καὶ ὅμως, κύριοι, σπεύδομεν νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον περιπλέον, νόμον ἐξαιρετικὸν καὶ δρακόντειον, διὰ νὰ ῥίψωμεν στάκτην εἰς τὰ ’μάτια τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἐλαφρώσωμεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀπέναντι αὐτοῦ, διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι κἄτι τι κάμνομεν. Καὶ πιστεύσατε ὅτι, οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἔχομεν τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ νόμος οὗτος θὰ λάβῃ θέσιν μεταξὺ τόσων καὶ τόσων νόμων, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι παραφορτωμένη ἡ πολιτεία, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἐλάχιστον ἀποτέλεσμα, ἂν δὲν ἐπέλθῃ ἡ προσήκουσα διοικητικὴ ἐνέργεια. Νομοθετοῦμεν μετ’ ἐπιδεικτικοῦ ζήλου, ἀλλ’ ὄχι καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ὁ νόμος μας θέλει καταστρέψει τὴν λῃστείαν. Ἀλλ’ ἔστω, κύριοι· θέλετε νὰ κάμητε ἕνα ἰδιαίτερον ποινικὸν νόμον περὶ λῃστείας, μὴ θεωροῦντες ἱκανὰς τὰς κοινὰς ἀρχὰς τοῦ ἰσχύοντος νόμου· φροντίσατε τοὐλάχιστον ὥστε αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ καθιερώσητε ἐν τῷ νέῳ νόμῳ, νὰ ᾖναι λογικαί, καὶ νὰ τείνωσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ φαίνωνται, ὅτι τείνουσι πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε. Ἀλλὰ διὰ τῆς προκειμένης διατάξεως οὐδὲ τοῦτο κἂν ἐπιτυγχάνεται. Πρὸ πάντων ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀντιφατική, εἶναι ἀνεφάρμοστος, εἶναι ἐναντία τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἀναγινώσκω, κύριοι, τὸ κείμενον τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτῆς τὴν προσοχήν σας. «Πλὴν τῶν τεταγμένων κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς λῃστείας ποινῶν»· αὐτὴ ἡ φράσις δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν, ἀλλ’ ἐῤῥίφθη ὡς φράσις κενὴ καὶ ἄσκοπος· ἄλλως παρακαλῶ τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν αὐτὸ τὸ ἄρθρον νὰ μᾶς εἴπουν, ποίαν σημασίαν ἔχουν αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅταν ἡ ἁπλῆ συμμορία τιμωρῆται μὲ θάνατον; «Πᾶσα ἕνωσις δύω ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων, οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθεισῶν, ἐπάγει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν». Ἐδῶ, καθὼς παρατηρεῖτε, πρόκειται περὶ λῃστῶν ἐπικεκηρυγμένων. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ γίνεται ἡ ἐπικήρυξις τῶν λῃστῶν, τὸ ἐψηφίσατε χθές, ἀπεφασίσατε, ὅτι διὰ νὰ ἐπικηρυχθῇ τις λῃστής, ἀπαιτεῖται ἔκθεσις τοῦ νομάρχου, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ μοιράρχου καὶ πρὸς τούτοις ἔνταλμα δικαστικόν· αὐτὰ τὰ δύω ἔγγραφα θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅστις θὰ ἐπικηρύξῃ τοὺς λῃστάς. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος βάσεως θὰ ἐκδοθῇ τὸ δικαστικὸν ἔνταλμα; Κατ’ ἀνάγκην λογικὴν καὶ νομικὴν ὁ ἀνακριτὴς, ὅστις θὰ ἐκδώσῃ τὸ δικαστικὸν ἔνταλμα θὰ ὁρίσῃ μίαν τινὰ ἀξιόποινον πρᾶξιν· ἄρα, διὰ νὰ ἐπικηρυχθῇ τις λῃστὴς, κατ’ ἀνάγκην λογικὴν πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς πρᾶξίν τινα συγκεκριμένην, καὶ ἐν τούτοις περὶ τίνος πρόκειται νῦν ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ.; τὸ ἐδάφιον τοῦτο προνοεῖ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οὐδεμία πρᾶξις ἐπραγματοποιήθη. Πῶς συμβιβάζονται αὐτὰ τὰ δύω πράγματα; Ἐπιθυμῶ οἱ κύριοι συντάκται τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὲ φωτίσωσι περὶ τούτου. Ὅταν οἱ μὲν ἐνιστάμενοι τοῖς λέγωμεν, «ἁπλῆν συμμορίαν, μηδεμίαν πρᾶξιν διαπράξασαν, τὴν τιμωρεῖται μὲ θάνατον, χωρὶς νὰ ἐπιφυλάξητε καὶ μίαν ποινὴν διὰ τὸν Τάκον, ὅταν τοῖς λέγωμεν συνεξομοιοῦτε τὸν Τάκον, μὲ μίαν ἁπλῆν λῃστρικὴν συμμορίαν μήπω ἐγκληματήσασαν, μᾶς ἀπαντοῦν, «λησμονεῖτε, ὅτι πρόκειται περὶ λῃστῶν ἐπικεκηρυγμένων, τοὐτέστι περὶ λῃστῶν, οἵτινες προέβησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πράξεων» ......
§205ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διόλου.
§206ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὴν ἐπικήρυξιν δὲν δύνασθε νὰ κάμητε ἄνευ δικαστικοῦ ἐντάλματος, καὶ δικαστικὸν ἔνταλμα δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ ἄνευ ῥητῆς ἀξιοποίνου πράξεως.
§207ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅταν τις ᾖναι συμμορίτης, ἐπικηρύττεται.
§208ΛΑΠΑΣ. Κύριε Μίληση, ἐγὼ ὁ Λάππας παίρνω ἕνα τουφέκι ἀρματωμένος καὶ πηγαίνω εἰς μίαν ληστρικὴν συμμορίαν καὶ ἑνώνομαι μὲ αὐτοὺς καὶ περνᾷ ἓν ἔτος ὁλόκληρον, καὶ αὐτὴ ἡ συμμορία δὲν κατορθώνει οὔτε χρήματα νὰ πάρῃ, οὔτε αἰχμάλωτον, οὔτε ληστεύει· τί εἶμαι ἐγώ;
§209ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Λάππα, σεῖς, ὅστις θὰ πάρητε τὸ τουφέκι καὶ θὰ ὑπάγετε ἔξω μὲ ληστρικὴν συμμορίαν, ἂν δὲν κατορθώσητε νὰ κάμητε καμμίαν πρᾶξιν, θὰ τιμωρηθῆτε μὲ μίαν ποινὴν κατωτέραν ἀπὸ τὴν ποινὴν τοῦ Τάκου. Δὲν σᾶς φθάνει;
§210ΛΑΠΑΣ. Μοῦ λέγουν μὲ θάνατον.
§211ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον καὶ παράλογον. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ἀσυνέπεια προβαίνει εἰς τό ἔσχατον διὰ τῆς τελευταίας περιόδου τῆς διατάξεως. Ἀκούσατε τὴν περίοδον ταύτην· «οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς, ἂν πρὸ πάσης ληστρικῆς πράξεως ἀποστῶσι τῆς ἑνώσεως καὶ συνάμα καταγγείλωσιν αὐτήν· ἄλλως» δηλαδὴ ἂν δὲν ἀποστῶσι καὶ καταγγείλωσι, μὲ τί τιμωροῦνται; «τιμωροῦνται διὰ τῆς ποινῆς τῆς ἀποπείρας τῶν συμφωνηθεισῶν πράξεων.» Ὥστε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐδαφίου τιμωροῦνται μὲ ποινὴν ὡρισμένην, μὲ ἰσόβια δεσμά, εἰς τὸ τέλος δὲ τιμωροῦνται μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας. Μία καὶ ἡ αὐτὴ πρᾶξις τιμωρεῖται συγχρόνως μὲ δύο διαφόρους ποινάς!
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε.
§213ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς τίποτε; Παρατηρεῖτε ὅτι τὸ ἐδάφιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι φύραμα παραλόγων καὶ ἀντιθέτων ἰδεῶν, ἀληθὴς τραγέλαφος, ἀληθὴς κέντρων νομοθετικός. Καὶ τοιοῦτον τραγέλαφον, τοιοῦτον νομοθετικὸν κέντρωνα ζητοῦν νὰ θέσουν εἰς τὴν ψῆφόν μας, θέλουν νὰ τον παραδεχθῶμεν ἀμελητὶ, χωρίς τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσωμεν τί καθ’ ἑαυτὸν περιλαμβάνει; Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδύνατο νὰ ἀρχῇ νὰ φέρῃ ὅλας τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὰς ἔκαμε κατ’ ἰδίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεώρησεν ἐξαλειπτέον ὅλον τὸ ἐδάφιον, διὰ τοῦτο δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσωτερικῶν τούτων ἐλλείψεων τοῦ ἐδαφίου, ἀλλὰ περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο εἶναι ἐξοβελιστέον ὡς ἄδικον καὶ ἄσκοπον. Τί δὲ νὰ εἴπω, κύριοι, περὶ τῆς προτάσεως καὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ῥοντήρου, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐφαίνετο ὅτι ἤθελε νὰ πίῃ αἷμα.
§214ΤΙΝΕΣ. Αἷμα ἀντὶ αἵματος (θόρυβος).
§215ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἷμα ἀντὶ αἵματος, μάλιστα, ἑκατοντάκις μάλιστα, χιλιάκις μάλιστα· αἷμα καὶ ἀντὶ χρημάτων ἀκόμη. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρεξηγῆτε· θέλομεν δικαιοσύνην, αὐστηρὰν, ἀδυσώπητον, ἀπηνῆ, ἀλλὰ δικαιοσύνην, κύριοι, δικαιοσύνην! Διότι ἡ πολιτεία ἡ ὁποία λησμονεῖ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, εἶναι δύναμις ἀποτρόπαιος. Καὶ δὲν εἶναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι δικαιοσύνη, ὅταν συνεξομοιοῦτε ἁπλῆν συμμορίαν, μηδεμίαν διαπράξασαν ληστρικὴν πρᾶξιν, μὲ τὴν ληστρικὴν συμμορίαν τοῦ Τάκου, μὲ ὅλας τὰς ληστρικὰς ἐκείνας συμμορίας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐμβαμμέναι μὲ αἷμα ἀθῷον, ὅταν ἐξομοιοῦτε τὰ ἄνισα αὐθαιρέτως, χωρὶς λόγον, χωρὶς σκοπὸν, χωρὶς συμφέρον μὲ μόνην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ φονεύητε.
§216ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν μεγαλειτέραν ποινήν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριοι.
§218ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης, ἀναγνοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κανονισμὸν τῶν ληστῶν, ἔκαμε μίαν γενναίαν ἐκδρομὴν κατ’ αὐτῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν εἰς τὴν τὴν καρδίαν μας κατὰ τῶν τεράτων τούτων, ζωγραφίζων μὲ μελανὰ χρώματα τὰς φρικαλεότητας εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἄθλια ταῦτα ὄντα ἐκτρέπονται. Καὶ τίς συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν τεράτων τούτων; Εἰς τίνος καρδίαν ἐγεννήθη ποτὲ αἴσθημα συμπαθείας ὑπὲρ αὐτῶν τῶν αἱμοβόρων θηρίων, τὰ ὁποῖα καὶ τὴν ζωὴν τῶν συμπολιτῶν των ἀφαιροῦσι, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους ἐξέθηκαν ἐσχάτως εἰς τὴν χλεύην, εἰς τὴν περιφρόνησιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης; Τίς ὁμιλεῖ, τίς συμπαθεῖ ὑπὲρ τῶν λῃστῶν, ὑπὲρ τῶν κακούργων; Οὐδεὶς οὔτε ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οὔτε καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρόκειται ὅμως τόρα νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὰς εἰς λῃστάς, οἱ ὁποῖοι προσέβαλον τὴν ζωὴν ἢ τὴν περιουσίαν τῶν συμπολιτῶν μας, ὄχι, ἀλλ’ εἰς ἀνθρώπους ἀποφασίσαντας μὲν νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ σχηματίσαντας συμμορίαν, εὑρισκομένους ὅμως ἀκόμη εἰς τὸ κατώφλοιον τοῦ ἐγκλήματος, εἰς τὰς προπαρασκευαστικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς παντὸς ποινικοῦ νόμου δὲν τιμωροῦνται. Πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον ἁπλῶς τὴν κακοήθη, τὴν ἀποτρόπαιον ἰδέαν νὰ γείνουν λῃσταί, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἔγεινον ἀκόμη, διότι δὲν προσέβαλον ἀκόμη κανὲν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτείας τεθειμένων.
§219Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; ἕως τώρα ἐλέγετε, ὅτι ὁ νόμος τιμωρεῖ τὴν πρᾶξιν, καὶ τώρα λέγεται ὅτι εἶναι περιττός.
§220ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποτὲ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ ἁπλῆ συμμορία δὲν πρέπει διόλου νὰ τιμωρῆται.
§221ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐξαιρετικῶς.
§222ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τοὺς λῃστὰς ἐξαιρετικῶς, βεβαίως.
§223ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ὑπομονὴ, κύριοι, ἂν διὰ τὴν ἁπλῆν συμμορίαν, δηλ. διὰ τὸν σχηματισμὸν ἐπικινδύνου δολίας προαιρέσεως ὠργανισμένης εἰς δύναμιν ἀντίθετον τῆς πολιτείας καὶ πολεμίας αὐτῇ, ὁ ἰσχύων ποινικὸς νόμος ἐσιώπα· ὑπομονὴ, ἂν ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, δὲν ἦτο βαρεῖα αὐστηρὰ, ἀπηνής· θὰ ἤμην τότε σύμφωνος νὰ τιμωρήσωμεν τὴν ἁπλῆν συμμορίαν, ἀφοῦ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας τὸ ἀπαιτεῖ, καὶ ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως τὸ ἐπιβάλλει ὡς ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ ἤδη τὴν ἁπλῆν συμμορίαν, ὡς αὐθύπαρκτον ἔγκλημα, καὶ τὴν τιμωρεῖ ὄχι ἐλαφρῶς, ἀλλὰ μὲ ἕνα μόνον βαθμὸν μικρότερον τῆς ποινῆς τοῦ τετελεσμένου ἐγκλήματος. Κατ’ αὐτὸν ὁ Τάκος θὰ τιμωρηθῇ μὲ τὴν λαιμητόμον, ὁ δὲ σχηματίσας συμμορίαν, ἀλλὰ μηδεμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν διαπράξας, θὰ τιμωρηθῇ μὲ ἰσόβια δεσμά. Ἰδοὺ ὁ νόμος καὶ τὸ δίκαιον. Ἐὰν δὲ σεῖς τιμωρήσητε καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἕτερον μὲ θάνατον, θὰ ἦσθε αὐθαίρετοι καὶ ἄδικοι (Θόρυβος). Θορυβεῖτε, κύριοι, διότι σᾶς λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ ὡς παρατηρῶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν πολλῶν, δέχεσθε τὴν ἀδικίαν μετὰ τόσης ἀδιαφορίας. Τί περίεργος ἐποχή! Δὲν ἠξεύρω ἂν πλανῶμαι, ἀλλ’ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι τοιαύτη ἀδιαφορία πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης εἶναι σύμπτωμα φοβερᾶς ἀσθενείας τῶν ἐθνῶν. Ναὶ, κύριοι! Ὁ κυριώτερος χαρακτὴρ τῆς κοινωνικῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς πολιτικῆς ἐξαχρειώσεως εἶναι ἡ ἀδιαφορία πρὸς τὰς ἱερὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τῆς δικαιοσύνης· διότι μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἡ πολιτεία κυρίαν ἀποστολὴν ἔχει τὴν πραγμάτωσιν τοῦ δικαίου, οἱ δὲ ἄλλοι σκοποὶ αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς δευτερεύοντες. Ὁ πρῶτος λοιπὸν καὶ θεμελιώδης λόγος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐξετάζηται πάντοτε ἕκαστον ζήτημα εἶναι, ἂν τὸ ζητούμενον εἶναι δίκαιον ἢ ὄχι· Εἶπον δὲ χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι προφανῶς αὐθαίρετος καὶ ἄδικος. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι καὶ ἄσκοπος καὶ ἐπιβλαβής· διότι, ὅταν τὴν συμμορίαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκετε ἀκόμη εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν λῃστρικῶν πράξεων, τιμωρῆτε μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, παρορμᾶτε τὰς ἁπλᾶς συμμορίας εἰς διάπραξιν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως βαρύνουσιν ἐπὶ πλέον τὴν θέσιν των. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀδίκου ἐκτιμήσεως καὶ ἐπιμετρήσεως τῶν ποινῶν. Θέλοντες νὰ προφυλαχθῆτε ὑπερμέτρως, ἐμπίπτετε εἰς τὸν κίνδυνον τυφλῶς, εἱμαρμένως. Διὰ τοῦτο σᾶς ἐξορκίζω, κύριοι, νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, νὰ μὴ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτῶν, ἐμπιστευόμενοι εἰς τὸ αὐθαίρετον, διότι τὸ αὐθαίρετον εἶναι ὁ χειρότερος σύμβουλος καὶ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων καὶ τῶν κυβερνήσεων· τὸ αὐθαίρετον κανένα δὲν σκεπάζει, κανένα δὲν προφυλάττει, κανένα δὲν φρουρεῖ, ἀλλὰ πάντας ἐκθέτει καὶ πάντας γυμνοὶ. Ἀντιτάσσουν μετὰ στόμφου τὸν λόγον τῆς κοινῆς σωτηρίας· ἀλλ’ οὐδεὶς, κύριοι, ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι, ἐὰν τιμωρήσωμεν καὶ τοὺς συμμορίτας καὶ τὸν ἀρχηγὸν, τοὺς μηδεμίαν λῃστρικὴν πρᾶξιν διαπράξαντας, μὲ τὴν ποινὴν τοῦ τετελεσμένου ἐγκλήματος, ἡ κοινωνία θὰ σωθῇ· κανεὶς δὲν μᾶς ἀπέδειξε τοῦτο. Ἡ πεῖρα τοὐναντίον ἀποδεικνύει, ὅτι μὲ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, ὁσάκις ἡ διοίκησις κατέβαλε τὴν προσήκουσαν ἐνέργειαν, ἡ λῃστεία ἐξηφανίσθη (θόρυβος). Ἡ λῃστεία, κύριε Τσιτσάρα, ὅστις θορυβεῖτε, δὲν εἶναι σήμερον εἰς χείρονα θέσιν ἢ κατὰ τὸ 1856, ὅτε ὁ περίβλεπτος ἀρχηγὸς τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταπολιτεύσεως, ὁ κύριος Βούλγαρης, ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους· ἐνθυμεῖσθε εἰς ποίαν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν εὑρίσκετο τότε ἡ δημοσία ἀσφάλεια· καὶ ὅμως δι’ ἰσχυρᾶς, διὰ συνετῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, καὶ διὰ τῆς χρήσεως αὐτῶν τῶν κειμένων νόμων, οὓς νῦν θεωροῦμεν ἀνεπαρκεῖς, ἡ λῃστεία τότε ἐξηφανίσθη ἐντελῶς. Καὶ εἰς τὰς μετὰ ταῦτα δὲ κυβερνήσεις ἡ λῃστεία κατεστρέφετο ἢ ἐμετριάζετο ἀναλόγως τῆς ἰσχύος καὶ τῆς συνέσεως τῆς διοικήσεως.
§224ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπῆρχεν, ἀλλὰ δὲν ἦτον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως καὶ τώρα ὁ Ξύστρας ἀκόμη ὑπάρχει. Ἡ λῃστεία κατεστάλη τότε, ἀλλ’ ἀνεφάνη πάλιν, καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς.
§225ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, φαίνεται ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου τίθεται νὰ στειρεύσῃ καὶ αὐτὴν τὴν πηγὴν τῆς λῃστείας. Ἐὰν αὐτὸς ᾖναι ἀληθῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ λῃστεία δὲν θὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς διὰ ποινικῶν νόμων. Ἡ λῃστεία θὰ ἐκλείψῃ, ἡ πηγὴ αὐτῆς θὰ στειρεύσῃ ἐντελῶς, ὅταν καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ὅλοι σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τῆς ἠθικῆς μορφώσεως καὶ τῆς ὑλικῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Οἱ ποινικοὶ νόμοι συντελοῦσιν ἁπλῶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ὑπαρχούσης λῃστείας, εἰς τὴν ἐντελῆ ὅμως ἐξάλειψιν αὐτῆς μόνον μία ἰσχυρὰ καὶ δικαία καὶ συνετὴ διοίκησις δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα· οὐδὲ βλέπω διάταξίν τινα ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, σκοπὸν ἔχουσαν τὴν στείρευσιν τῆς λῃστείας. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας» καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ περὶ τῆς καταδιώξεως καὶ μόνης πραγματεύονται.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐκτοπισμὸν λέγει κατωτέρω.
§227ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ μέτρον τοῦ ἐκτοπισμοῦ εἶναι βάρβαρον καὶ τυραννικὸν, διότι προσβάλλει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀθώους ἀνθρώπους. Ὡς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν κανονικῶν μέτρων τῆς διοικήσεως. Ὅταν ὑπὸ διοίκησιν κανονικὴν καὶ ἔμφρονα ἀνορθωθῇ τὸ κράτος τῶν νόμων, ἐνισχυθῇ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, γεννηθῇ καὶ ἑδραιωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀφοσίωσις τῶν πολιτῶν πρὸς τὰς καθεστώσας ἀρχὰς, ὡς φυσικοὺς καὶ ἐπαρκεῖς φρουροὺς τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου, ἀναπτυχθῇ ἡ ὑλικὴ εὐημερία καὶ τραπῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἐνέργεια ἁπάντων πρὸς τὰ ἀγαθὰ βίου κανονικοῦ καὶ ἡσύχου, τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, θὰ στειρεύσῃ ἐντελῶς ἡ πηγὴ τῆς λῃστείας. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι, ὁσάκις ἐφηρμόσθησαν ὑπὸ διοίκησιν συνετὴν καὶ ἔμφρονα, καὶ τοιαύτην διοίκησιν συνετὴν καὶ ἔμφρονα, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐγκαινίσῃ εἰς τὴν πολιτείαν ὁ εὐγενὴς φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀείποτε συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ καταστρέψουν τὴν λῃστείαν. Προτείνω ἑπομένως, νὰ μείνωμεν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κειμένου ποινικοῦ νόμου, ἀρχὰς συμφώνους μὲ τὸ αὐστηρότατον δίκαιον, ἐπιβάλλοντες τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας εἰς τὴν ἁπλῆν συμμορίαν, τὴν μήπω διαπράξασαν λῃστρικὰς πράξεις, καὶ ἐπιφυλάσσοντες τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς τοὺς λῃστὰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ χεῖρες ἐμολύνθησαν μὲ ἀνθρώπινον αἷμα ἢ μὲ ξένην περιουσίαν. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω.
§228ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε!
§229ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐκτίμησις τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς δὲν μένει πάντοτε εἰς τὸν δικαστήν; Ἡμεῖς δὲν τιμωροῦμεν, ἡμεῖς νομοθετοῦμεν.
§230ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Μιχαλόπουλε, ἡμεῖς νομοθετοῦμεν, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου;
§231ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε! (διάλογοι).
§232Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, πιστεύω ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Μίλησης ἐπείσθη ἀναντιῤῥήτως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἡ εὐγλωτία εἰς οὐδὲν χρησιμεύει, ὅταν δὲν ὑπηρετῇ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ φυσιογνωμία τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῶν εὐγλώττων, ἀλλ’ ὄχι καὶ οὐσιαστικῶν λόγων, ἔπεισαν αὐτὸν ὅτι ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ πράγματα, διότι ἡ ζωηρότης τῆς συζητήσεως καὶ τὸ πάθος τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε τὸν παρέσυρον· ἂν δὲν παρεσύρετο, δὲν ἤθελεν ἐκφέρει μερικὰς ἐκφράσεις ἐκτὸς πάσης ἀληθείας, καὶ ἐξηγοῦμαι. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ ῥίψωμεν στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου προτείναντες τὸν νόμον. Διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας· εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἐφέραμεν τὸν νόμον αὐτὸν, διότι χρησιμεύει, καὶ θέλει χρησιμεύσει οὐ μόνον πρὸς τὴν περιστολὴν καὶ καταστροφὴν τῆς λῃστείας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν πηγῶν, αἱ ὁποῖαι τὴν παράγουσι· καὶ ἂν δὲν εἴχαμεν ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν, δὲν ἠθέλομεν τολμήσει νὰ παρουσιάσωμεν ἐξαιρετικὸν νομοσχέδιον. Καὶ ὁ κύριος Μίλησης μάλιστα εἶχε τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, διότι καὶ αὐτὸς πέρυσι μετ’ ἐμοῦ ἐπεζήτει τοιοῦτον νομοσχέδιον. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἐφέραμεν τὸν νόμον μόνον διὰ νὰ ῥίψωμεν στάκτην εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας, καθὼς δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ συγχωρεῖται εἰς τὸν κ. Μίλησην ἀπὸ ἔλλειψιν πείρας, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ λῃστεία ἔχει πηγὴν μόνον τὴν κακὴν διοίκησιν.
§233ΜΙΛΗΣΗΣ. .... Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι ἡ λῃστεία ἔχει κυρίαν καὶ οὐχὶ μόνην πηγὴν τὴν διοίκησιν.
§234ΑΛ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς, κύριοι, καὶ ἡ κακὴ διοίκησις πολλάκις συνετέλεσεν εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἂν τῷ ὄντι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη αἰτία, διατί μόνον λῃσταὶ εἶναι οἱ βλαχοποιμένες καὶ μερικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἢ κακῶς ἀνατρέφονται, ἢ διεφθαρμένοι, ἢ παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς αἰσχροκερδείας ὑπέπεσαν εἰς τὸ ἔγκλημα αὐτό; διατί νὰ μὴ ἀπαντᾶται τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν εἶναι ἐξαιρετικῶς κακὴ ἡ διοίκησις μιᾶς ἢ δύο ἐπαρχιῶν. Πλανᾶται λοιπὸν ὁ κ. Μίλησης· ἂν ἦτον ἐντὸς τῆς ἀληθείας ἤθελεν ἔχει ἀπόδειξιν ὅτι ἡ διοίκησις ἐφαρμοζομένη παντοῦ τ’ αὐτὰ ἤθελε φέρει ἀποτελέσματα. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος, τὰ 8/10 τοῦ κράτους, εἶναι εὐτυχῶς ἀπηλλαγμένα ἀπὸ τὸ ἔγκλημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον.
§235ΛΑΠΑΣ. Εἶναι κανένας Κρανιδιώτης κλέφτης; Ἐγὼ δὲν ξεύρω κανένα Κρανιδιώτην κλέφτην! (ἱλαρότης).
§236ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν, κ. πρόεδρε;
§237ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα (θόρυβος).
§238ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοῦ ἐν γένει ἐγκλήματος αἰτία παραγωγὸς εἶναι ἡ μὴ προσήκουσα διοίκησις· κατὰ τὸν χαρακτῆρα δ’ ἑκάστου λαοῦ πότε καταφεύγει εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς βίας καὶ πότε εἰς τὸ τοῦ δόλου· ἡ δὲ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν ὑποβοηθεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος τούτου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεννᾷ. Καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἰδική μου γνώμη. Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς αὐτὸ πρεσβεύουν (θόρυβος).
§239ΑΛ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὅταν, κύριε Μίληση, συμβουλεύεσαι τοὺς συγγραφεῖς τοὺς Εὐρωπαίους διὰ τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων καὶ τὰς ἐρήμους τῆς Ἀκαρνανίας ποτὲ δὲν θέλεις εὑρεθῆ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐντὸς τῆς ἀληθείας· πιστεύσατέ το, κύριε Μίληση, διότι ἡ κατάστασις τῆς λῃστείας ἐν Ἑλλάδι, ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, ὅπου ἀναπτύσσεται, δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν δύναμιν τῶν σκέψεων οὐδενὸς τῶν συγγραφέων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀρύεσθε τὰ ἐπιχειρήματά σας· αὐτοὶ ἐκθέτουν θεωρίας ἐπὶ ὁμαλῆς καταστάσεως πραγμάτων, καὶ σήμερον ἔχετε κατάστασιν ἀνώμαλον, ἀντικοινωνικὴν καὶ ὅλως διόλου ἀδιοργάνιστον. Μὴ θέλητε λοιπὸν νὰ ἐφαρμόζητε εἰς τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων θεωρίας, διότι ποτὲ δὲν θὰ φθάσητε εἰς συμπέρασμα λογικὸν καὶ κατάλληλον διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας. — Λοιπὸν νομίζω ὅτι ὁ κύριος Μίλησης εἶχεν ἄδικον μεμφόμενος καὶ ἡμᾶς ἰδίως καὶ τὰς κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ὡς ζητοῦντας νὰ ἐξαπατήσωμεν τὴν κοινωνίαν, ἢ ὡς αἰτίους τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας. Ὡς πρὸς τοῦτο ἀφινόμεθα εἰς τὴν κρίσιν σας· σκεφθῆτε, ἂν ἔχηται ἀληθείας. Διὰ τὸ νομοσχέδιον πολλὰ ὀλίγα θέλω εἴπει, διότι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου Μίληση πολλάκις ἐλέχθησαν καὶ ἀρκούντως ἀνεσκευάσθησαν. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ζωηρότητα καὶ ἐπιμονὴν τοῦ κ. Μίληση, ἂν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπλάττομεν ἡμεῖς ἓν νέον ἔγκλημα, καὶ πράξεις ἀθώας καὶ μὴ ὑποκειμένας εἰς οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ποινικὴν καταδίωξιν ἀνεβιβάζομεν εἰς ἐγκλήματα καὶ ἐζητοῦμεν πρῶτοι τὴν ποινικὴν καταδίωξίν των. Ὁ κ. Μίλησης, κύριοι, μετὰ τὴν εὔγλωττον δημηγορίαν του, ὅτι πλάττομεν ἐγκλήματα ὅπου δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, πλάττομεν καταδίωξιν ἄδικον, ἔσπευσεν νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἐμπεριέχεται τοῦτο εἰς τὸν νόμον τὸν ποινικὸν καὶ τιμωρεῖται. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα προβλεφθὲν ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε σεῖς.
§240ΜΙΛΗΣΗΣ. Βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι περιττὴ ἡ συζητουμένη ἐξαιρετικὴ διάταξις.
§241ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά σας τείνουν διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ὅ,τι πράττομεν, οὔτε χρησιμεύει· ὅτι πλάττομεν νέον ἔγκλημα ὅπερ εἶναι ἤδη κανονισμένον. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης, ἐνῷ ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ νομοθεσία μας προβλέπει αὐτὸ τὸ ἔγκλημα (καὶ ἡμεῖς αὐτὴν ἀκολουθοῦμεν) διαφωνεῖ, διότι ἡμεῖς εἰς τὸν ἀρχηγὸν ἐπιβάλλομεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Εἰς αὐτὸ διαφωνοῦμεν. Λοιπὸν οἱ συμμορῖται, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον εἶναι ἐγκληματίαι· οἱ συμμορῖται, ὡς ἐγκληματίαι, πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, τὸ λέγει καὶ ὁ ποινικὸς νόμος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, λέγετε, μὲ θάνατον ὁ ἀρχηγός, ἡμεῖς δὲ ἐπιβάλλομεν θάνατον, κατ’ αὐτὸ μόνον διαφωνοῦμεν.
§242ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν συνέβη καμμία λῃστρικὴ πρᾶξις....
§243ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε.
§244ΛΑΠΑΣ. .... (θόρυβος).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λάππα, μὴ διακόπτητε.
§246ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ ἐννοεῖτε πόσον δύσκολον μοὶ εἶναι νὰ ἀμφισβητῶ μὲ τὸν νομικὸν καὶ λίαν εὔγλωττον κ. Μίλησην. Ἀντιτάσσω μόνον τὸν ὀρθὸν λόγον, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ὀρθὸς λόγος θὰ κατισχύσῃ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα στηρίζετε εἰς ξένας θεωρίας. Κύριοι, ὅταν παρεδέχθημεν τὸ ά. ἄρθρον (καὶ ὁ κ. Μίλησης παρεδέχθη καὶ ἐψηφοφόρησε τὸ ά. ἄρθρον) ὁ κ. Μίλησης παρεδέχθη, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐπίσης, μίαν κατάστασιν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους δύναται πᾶς τις νὰ συλλάβῃ, (καὶ πληρόνεται μάλιστα ὅστις τοὺς συλλάβῃ,) ἢ τοὺς φονεύσει ἀνθιστάμενος, διότι τὸν ἐπικεκηρυγμένον λῃστὴν δύναται νὰ συλλάβῃ πλανώμενον πᾶς τις καὶ ἀνθιστάμενον νὰ τὸν φονεύσῃ· ἀλλὰ καὶ μὴ ἀνθιστάμενον, νομίζω, δὲν τιμωρεῖται, καὶ ἂν τὸν φονεύσῃ. Λοιπὸν ὁ κ. Μίλησης παρεδέχθη ἤδη, ὅτι εἶναι συγκεχωρημένον τὸν ἐπικεκηρυγμένον λῃστὴν νὰ τὸν φονεύῃ ὁ τυχών.
§247ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν ἀνθιστάμενον!
§248ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὸν μὴ ἀνθιστάμενον (θόρυβος.)
§249ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπικεκηρυγμένος λῃστὴς, κύριοι, δὲν εἶναι μόνος ὁ πράξας λῃστείαν ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποτελῶν μέρος λῃστρικῆς συμμορίας. Ἅμα εἷς λαβὼν τὸ ὅπλον του ἐξέλθῃ τῆς κοινωνίας, ἑνωθῇ μετὰ τῶν κακούργων, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονται τὴν κοινωνίαν καὶ περιτρέχει ἐπιβουλευόμενος τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, αὐτὸς δύναται νὰ ἐπικηρυχθῇ καὶ αὐτὸν δύναται ἕκαστος νὰ φονεύσῃ εἴτε ἀνθιστάμενον εἴτε μή. Λοιπὸν, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ οὕτω χαρακτηρισθεὶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν συνέρχεται μετ’ ἄλλων πέντε καὶ λῃστοπράττει. Τῆς λῃστείας τὸ κακὸν δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὴν ὑλικὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν πράττει· εἶναι βέβαια κακὸν διότι φονεύει ἢ ἀφαιρεῖ τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπειλὴ κατὰ τῆς κοινωνίας θέτει εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν, τὴν ἐλευθερίαν, τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου· δὲν μᾶς λῃστεύει, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἔπραξε κακὸν μέγα, ἐνῷ μᾶς ἀπειλῇ καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν μας. Ὑποθέσατε, ὅτι οἱ τοιοῦτοι λῃσταὶ περιφέρονται πέριξ τῶν Ἀθηνῶν καὶ συλλαμβάνονται μὴ πράξαντες λῃστρικήν τινα πρᾶξιν, ἀλλὰ στερήσαντες ἡμᾶς τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀσφαλείας, διὰ τὸν ὁποῖον μᾶς ἐμπνέουσι τρόμον, αὐτοὶ πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν, ναὶ ἢ ὄχι; Βεβαίως λέγει ὁ κ. Μίλησης· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν διὰ κεφαλικῆς ποινῆς, οὔτε ὁ ἀρχηγός· διότι ἂν αὐτὸς τιμωρηθῇ μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου τί θὰ κάμετε τὸν Τάκον; ἀλλ’ ἐὰν ὁ Τάκος μόνος ᾖναι ἄξιος τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, τί θὰ κάμουν εἰς τοὺς ἄλλους; τότε εἰς αὐτοὺς, τοὺς κατωτέρους δηλαδὴ τοῦ Τάκου λῃστὰς, πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν μικροτέραν ποινήν, ἤτοι νὰ μὴ ἀποκεφαλίσωμεν οὐδένα.
§250ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιβάλετε τότε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου καὶ εἰς τοὺς λῃστοτρόφους. Αἷμα πανταχοῦ. (διάλογοι).
§251ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κάμωμεν, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§253ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τί θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι μόνη κατάστασις ἡ τοῦ λῃστοῦ, ἥτις δικαιολογεῖ κατὰ τὸν νόμον μας τὴν κεφαλικὴν ποινήν· ὁ Τάκος τιμωρεῖται μὲ θάνατον, διότι εἶναι ἡ τελευταία ποινὴ τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἄλλην δὲν ἔχομεν· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ τάξις τοῦ Τάκου μόνη, ἥτις συγχωρεῖ αὐτὴν τὴν ποινὴν, ἐπιβάλλεται κατὰ τὸν νόμον μας καὶ εἰς πολλὰς ἐλαφροτέρας πράξεις καὶ εἰς ἀσημαντοτέρους λῃστάς.
§254ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἰς τὸν ἐμπρησμόν.
§255ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε τετελεσμένην πρᾶξιν.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε!
§257ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, παραθέτω τὸν κίνδυνον, τὰς κακὰς συνεπείας........
§258ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§259ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μιᾶς λῃστρικῆς συμμορίας ἀπειλούσης τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου, πρὸς τὸν κίνδυνον καὶ τὰς κακὰς συνεπείας μιᾶς λῃστρικῆς πράξεως πραχθείσης εἰς δημοσίαν ὁδὸν ἀπὸ ἄνθρωπον μετημφιεσμένον ἐπὶ περιουσίας μιᾶς δραχμῆς, καὶ εὑρίσκω ὅτι ὁ κίνδυνος τῆς πρώτης ληστρικῆς ἐνεργείας εἶναι πολὺ μεγαλείτερος τοῦ τελεσθέντος ἀδικήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δικαίως πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἡ πρώτη πρᾶξις μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου παρὰ ὁ τελέσας ληστείαν μιᾶς δραχμῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται κεφαλικὴ ποινὴ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα τετελεσμένον, δὲν εἶναι ἰσχυρόν. Ὁ κ. Μίλησης ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὡς ἀντιφατικὸν τὸ νομοσχέδιον ἀναγινώσκων τὴν τελευταίαν φράσιν «ἄλλως ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς ἀποπείρας.» Δὲν ἀδικῶ αὐτὸν, ἂν πιστεύσω ὅτι δὲν ἐνόησε τὸ ἄρθρον. Ὁ ἀποσυρθεὶς τῆς ληστρικῆς συμμορίας καὶ μὴ καταγγείλας αὐτὴν τιμωρεῖται αὐστηρότερον, ἐὰν καταγγείλῃ τιμωρεῖται μὲ ἐλαφροτέραν ποινήν. Τὸ ἄλλως λοιπὸν καὶ λοιπὰ, ἀναφέρεται εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἤτοι τὴν μὴ ἀγγελίαν.
§260ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἄλλως ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν προηγουμένην περίοδον· ἔπρεπε νὰ ἦμαι μάντις διὰ νὰ ἐννοήσω ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸ βʹ. μέρος τῆς περιόδου (διάλογοι).
§261ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω σᾶς εἴπει ἐν ὀλίγοις τί ζητοῦμεν διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ μένει εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν σας νὰ ἀποφασίσητε ἂν καλῶς τὸ ζητοῦμεν ἢ ὄχι, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ παραδεχθῆτε τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἢ ἄλλως πως· διότι, κύριοι, αἱ θεωρίαι καὶ αἱ γνῶμαι ξένων συγγραφέων μοὶ φαίνονται ξέναι καὶ περιτταὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἂς ὑποθέσωμεν τρεῖς λῃστὰς ἀποκεκηρυγμένους ἐν συμμορίᾳ, τοὺς συλλαμβάνομεν ὅλους ἢ ἕνα ἐξ αὐτῶν· ὁ σκοπός μας ἦτο καὶ εἶναι αὐτὸς ἢ αὐτὸν τὸν συμμορίτην ἅμα τὸν συλλάβωμεν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἄλλας πράξεις του νὰ τὸν στείλωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀρχηγὸς, νὰ τιμωρηθῇ μὲ θάνατον, καὶ τιμωρηθῇ ἀμέσως· διότι ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ κρατῶνται ἐπὶ πολὺ εἰς τὰς φυλακὰς, ὅσον καὶ αἱ ἀνακρίσεις, ἔχει πολὺ κακὰς συνεπείας, ἢ διότι πολλάκις οἱ λῃσταὶ, εὑρόντες εὐκαιρίαν ἔφυγον, ἢ διότι ἡ τοιαύτη παράτασις ἐγέννησε συμπαθείας, αἵτινες ἀνέβαλον δίκην ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ποινῆς ἢ καὶ ἐμετρίασαν αὐτὴν καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθον πολλὰ ἄτοπα. Ἠθέλομεν λοιπὸν ἐντὸς ὀλίγου ὁ συμμορίτης συλλαμβανόμενος νὰ τιμωρηθῇ ἀμέσως, διὰ νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοινωνία ἀπ’ αὐτὸν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Ἰδοὺ τί ζητοῦμεν· τὴν ἕνωσιν τὴν θεωροῦμεν ὡς ἓν ἔγκλημα αὐθύπαρκτον, ἔγκλημα ἀνθρώπων, οἵτινες εἶναι ἤδη λῃσταὶ, ζητοῦμεν νὰ τιμωρηθῶσι. Κύριοι, τώρα τὸ κατ’ ἐμὲ θαυμάζω πῶς διὰ τοιούτους ἀνθρώπους ἐξηγέρθησαν τοσοῦτον εὐγενῆ καὶ συμπαθητικὰ καὶ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ὥστε....
§262ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ αἰσθήματά μας ἠγέρθησαν μόνον ὑπὲρ τοῦ δικαίου, κ. Πρόεδρε.
§263ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε μετὰ μεγάλης ἀκριβολογίας ζητοῦν νὰ θέσουν σταθμοὺς τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ σταματήσῃ, δι’ ἀνθρώπους, λέγω, τοὺς ὁποίους εἰς τὸ ά. ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, πρὸ μιᾶς ἡμέρας, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ φονεύσῃ καὶ νὰ πληρώνηται μάλιστα διὰ τοῦτο. Καὶ ὅταν τοῦτο παρεδέχθημεν πρὸς τί τόση προσπάθεια χάριν τῆς ἐξαλείψεως τοῦ ἄρθρου; Καὶ ἐνόησα τὸν κ. Σαράβαν, ὅπως ὡμίλησεν, διότι ὁ κ. Σαράβας στηρίξας τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου ἔπραξε τοῦτο, διότι ἠρνεῖτο οὐχὶ ἀπὸ ἐπιμονὴν νὰ διακρίνῃ σταθμοὺς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διέλθῃ ἡ δικαιοσύνη δικάζουσα, ἀλλὰ διότι τὸ ἐθεώρησε περιττὸν τὸ ἄρθρον, ἐπειδὴ προβλέπεται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον.
§264ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§265ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὄχι ὅμως ὡς πρὸς τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβαλλομένην......
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§267ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ποινὴν βεβαίως διαφωνοῦμεν, διότι ἡμεῖς ζητοῦμεν ὥστε ὁ ἀρχηγὸς νὰ τιμωρηθῇ μὲ θάνατον· καὶ νομίζω, κύριοι, (ἀφίνεται δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἀποφασίσῃ), ὅτι ἂν παραδεχθῆτε τὴν διάταξιν, ὅπως ἔχει, δὲν θέλετε πράξει κακόν, οὔτε θὰ καθιερώσητε μίαν αὐστηρότητα ματαίαν, περιττὴν καὶ ἀντιφάσκουσαν πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα διόλου συμπαθεῖς πρὸς τοὺς λῃστάς, πρέπει νὰ ἠξεύρουν ὅτι ἅμα ἐξέλθουν πρὸς σκοπὸν νὰ κακοποιήσουν, πρέπει νὰ θανατωθοῦν, καὶ τὸ δικαστήριον δὲν θέλει πράξει ἄλλως, ἐκτὸς ἂν παρανομήσῃ, διότι ῥητῶς ὁ νόμος ὁρίζει τὴν ποινὴν ἡ ὁποία τοῖς ἐπιβάλλεται. Ἑπομένως οἱ φοβούμενοι ὅτι τὸ δικαστήριον θέλει τοὺς ἀθωώσει διὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ποινῆς ματαίως φοβοῦνται, ἐκτὸς ἂν διεφθάρησαν εἰς τοιοῦτον τρόπον τὰ δικαστήρια, ὥστε νὰ ἀπολύουν τοὺς ἀποδεδειγμένους κακούργους· ἀμφιβολία ὡς ἐκ τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ, διότι τίθενται ὅροι σαφεῖς, ἡ ἐπικήρυξις καὶ ἡ ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς συμμορίας λῃστρικῆς διατριβή.
§268ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν διασάφησιν, κύριε πρόεδρε.
§269ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά· νὰ τελειώσωμεν πλέον, κύριε πρόεδρε.
§270ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε ἐξηγήσεις ἐπὶ μιᾶς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξηγήσατε (θόρυβος). Ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος εἶμαι συμφωνότατος, δέχομαι ὄχι μόνον τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου......
§271ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσωμεν, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, κ. πρόεδρε.
§272ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§273ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν (θόρυβος).
§274ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κ. πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζέγγελη, παρακαλῶ νὰ καθήσητε εἰς τὴν θέσιν σας, δὲν ἔχετε τὸν λόγον· (θόρυβος μέγας).
§276ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἁπλῆν διασάφησιν ζητῶ διὰ νὰ φωτισθῶ·
§277ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὸ ἐπιτρέπητε, κ. πρόεδρε, δὲν ἔχει τὸν λόγον· (Διάλογοι.)
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζέγγελη, δὲν εἶναι τρόπος αὐτός· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, διότι δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Ζητήσατε, ἂν θέλητε, τὸν λόγον καὶ ἔλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ ζητήσητε τὴν πληροφορίαν· ἰδιαιτέρας πληροφορίας δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε διακόπτοντες οὕτω τὴν συζήτησιν·
§279ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Θέλω νὰ φωτισθῶ ἐγώ· καὶ ἀφοῦ ὁ κ. πρόεδρος ἔχει τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ αὐτὴν τὴν διασάφησιν, ἐρωτῶ. Εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι κατὰ τῶν τεράτων τούτων τῆς κοινωνίας (τῶν λῃστῶν) εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω καὶ τὴν αὐστηροτάτην ποινήν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις κατὰ τῶν συμμοριτῶν ἀφ’ ὅσας ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ἀρκεῖ νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἐξόντωσίν των· ἀγορεύοντες ἤδη εἴπατε, ὅτι ἁρμόζει κατ’ αὐτῶν καὶ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει αὐτοῖς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἤδη καὶ ὡς πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως καὶ ὡς ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ἐξ ὧν γνωρίζετε ὡς κυβέρνησις, ὅτι ἡ ποινὴ αὐτὴ συμβάλλει εἰς τὴν ἐξόντωσίν των; Ὑποστηρίζετε, ὡς κυβέρνησις, τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥοντήρη; Φωτίσατέ με εἰς τοῦτο, διότι ἂν τοσαύτη ἦναι ἡ ἀνάγκη καὶ ἂν δι’ αὐτῆς ἐξοντοῦται ἡ λῃστεία, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ παραδεχθῶ καὶ ἐγώ.
§280ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον.
§281ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἔκαμεν, μετὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, καθ’ ὃ δῆθεν δύναταί τις νὰ ἐπικηρυχθῇ ὡς λῃστής, διότι ἡνώθη ἁπλῶς εἰς συμμορίαν πρὸς διάπραξιν λῃστρικῶν πράξεων, ἐπιψηφίζοντες τὸ προκείμενον ἄρθρον, παραδεχόμεθα μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ αἶσχος εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, παραδεχόμεθα μίαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς λαιμητόμου τὴν κεφαλὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς καὶ καθ’ ἣν θὰ φέρωσιν μόνον συνέλαβε καὶ ἀπεφάσισε νὰ πράξῃ λῃστείαν χωρὶς νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν.
§282ΛΑΠΑΣ. Ἂς μὴ ’πάῃ (γέλως).
§283ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε· ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, παρακαλῶ νὰ προστατεύσητε τὸν ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ βήματος.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν προστατεύω.
§285ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν ἐκουράσθησαν, ἀναβάλλομεν.
§286ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§287ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε καὶ πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ἐπεζητούσαμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος καὶ τὸ προβλέπει πραγματικῶς ὅπως εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, τὴν περίπτωσιν δηλαδὴ ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συμμορῖται συνελθόντες καὶ ἀποφασίσαντες νὰ διαπράξωσι λῃστείαν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαπράξωσι τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ἕνεκα ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των αἰτίων· μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ὅμως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν οὗτος ἔγκλημα θεωρεῖ ἀκόμη τὴν ἁπλῆν σύστασιν, τὴν ἁπλῆν ἕνωσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν...
§288ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὴν ἔξοδον.
§289ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν ἐξῆλθον· ἄλλως τε ποῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται ὁ ὅρος οὗτος; Ὅταν πρόκηται νὰ κηρύξητε ἔγκλημα τὴν ἁπλῆν ἕνωσιν καὶ νὰ ψηφίσητε κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τούτου, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἔγκλημα, τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, συλλογισθῆτε, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε περὶ μιᾶς ὑποθέσεως σπουδαιοτάτης καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύδητε· διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.
§290ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§292ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ἀρκετά.
§293ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρότεινα τὴν ἀναβολήν.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί. Θὰ ψηφίσητε περὶ τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§295ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἐννοήσαμεν.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐπαναλαμβάνω τὸ ἴδιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Προχωρεῖ λοιπὸν ἡ συζήτησις; Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§297ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις. Ἔχομεν τρεῖς τροπολογίας, μίαν τοῦ κυρίου Ζέγγελη, μίαν τοῦ κυρίου Ῥοντήρη καὶ μίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀπωτέρα, νομίζω, ὅτι εἶναι τῆς ἐπιτροπῆς.
§299ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ἡ ἐπιτροπή.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ. «Μὲ θάνατον τιμωρεῖται πᾶς λῃστὴς ἐνόπλως ἀνθιστάμενος». Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἤδη ἀναγνωσθὲν..........
§301ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πρώτη παράγραφος ὅλη. Εἰς τὸ ἄλλο εἴμεθα σύμφωνοι.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔχομεν τώρα τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ῥοντήρη καὶ ἐκείνην τοῦ κυρίου Ζέγγελη.
§303ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη. «Πᾶσα ἕνωσις δύω ἢ πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου πράξεως μὴ ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως παραλειφθείσης, ἐπάγει τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν....
§305ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς διασαφηνισθῇ τὸ ὕφος τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ λέξις «ἄλλως» ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν περίοδον.
§306ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ποίαν θεωρεῖτε ὡς ἀπωτέραν γνώμην, τὴν γνώμην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀποκλείει πάσας τὰς περιστάσεις......
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
§308ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Θὰ ἀποδείξω ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥοντήρη ὅτι καὶ πᾶς συμμορίτης τιμωρεῖται μὲ θάνατον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7. μ. μ.