| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Μαντζαβίνος. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 10 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 11 | Ν. Π. Καΐρης. | Ν. Θ. Λειώπουλος. | |
| 12 | Α. Δανόπουλος. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 13 | Ἰω. Λέκας. | Γερ. Σέρβος. | |
| 14 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 16 | Περ. Πετράκης. | Ἀθ. Κατριβάνης. | |
| 17 | Π. Πετιμεζῆς. | Γ. Μαλέας. | |
| 18 | Α. Μαγγίνας. | Ν. Παγκράτης. | |
| 19 | Κ. Πλαπούτας. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 20 | Α. Ἀντωνόπουλος. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 21 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Περ. Μποῦτος. | |
| 22 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἰω. Προβελέγιος. | |
| 23 | Κωνστ. Κοσονάκος. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 24 | Θ. Τζανετάκης. | Κ. Κρίσπης. | |
| 25 | Ν. Κατσικαπῆς. | Ν. Φαρμάκης. | |
| 26 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 27 | Α. Σ. Μήτσας. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 28 | Δ. Τσιτσάρας. | Κίμων Χριστοδούλου. | |
| 29 | Π. Μανωλίδης. | Δ. Σαράβας. | |
| 30 | Κ. Λομβάρδος. | Α. Καπετανάκης. | |
| 31 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Μ. Καπετανάκος. | |
| 32 | Σπ. Λεονταράκης. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | |
| 33 | Α. Γκοῦσκος. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 34 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Λούβρος. | |
| 35 | Λ. Κρεστενίτης. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 36 | Α. Πετραλιᾶς. | Π. Τζαμάλας. | |
| 37 | Σπ. Μαλασπίνας. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 38 | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 39 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 40 | Θρ. Ζαΐμης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. | |
| 41 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 42 | Γ. Παπαδαῖος. | Μ. Παρίσης. | |
| 43 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος, | |
| 44 | Γ. Πεῤῥώτης. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 45 | Κ. Δαγρές. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 46 | Ἰω. Φλέσσας. | Θ. Γκίκας. | |
| 47 | Α. Κοντόσταυλος. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 48 | Γ. Παπανικολάου. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 49 | Ἰω. Μπαλάφας. | Γ. Δυοβουνιώτης. | |
| 50 | Ν. Ἀγγελίδης. | Κ. Ζουλούμης. | |
| 51 | Ἰω. Πολυλᾶς. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 52 | Ἰω. Τοπάλης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Σπυρ. Νοταρᾶς. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Ἀναστ. Δημητριάδης. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Σ. Μονόπωλης. |
1871.01.23
973 rows · 7,270 words · 1 table · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 23 Ἰανουαρίου 1871.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ ἐγένετο ἐν ἀπαρτίᾳ, παρευρεθέντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Μαντζαβίνος. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Ν. Θ. Λειώπουλος. |
| Α. Δανόπουλος. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Ἰω. Λέκας. | Γερ. Σέρβος. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Δ. Ζέγγελης. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Περ. Πετράκης. | Ἀθ. Κατριβάνης. |
| Π. Πετιμεζῆς. | Γ. Μαλέας. |
| Α. Μαγγίνας. | Ν. Παγκράτης. |
| Κ. Πλαπούτας. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Α. Ἀντωνόπουλος. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Περ. Μποῦτος. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἰω. Προβελέγιος. |
| Κωνστ. Κοσονάκος. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Κ. Κρίσπης. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Ν. Φαρμάκης. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Κίμων Χριστοδούλου. |
| Π. Μανωλίδης. | Δ. Σαράβας. |
| Κ. Λομβάρδος. | Α. Καπετανάκης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Μ. Καπετανάκος. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. |
| Α. Γκοῦσκος. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ν. Λούβρος. |
| Λ. Κρεστενίτης. | Λ. Καραλίβανος. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Π. Τζαμάλας. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Α. Μισυρλῆς. |
| Γ. Μ. Βαλλιάνος. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Γ. Α. Γεωργιάδης. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Δ. Χρηστίδης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Μ. Παρίσης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Σ. Σωτηρόπουλος, |
| Γ. Πεῤῥώτης. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Κ. Δαγρές. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Θ. Γκίκας. |
| Α. Κοντόσταυλος. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Γ. Δυοβουνιώτης. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Κ. Ζουλούμης. |
| Ἰω. Πολυλᾶς. | Δ. Κριεζώτης. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Σπυρ. Νοταρᾶς. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Ἀναστ. Δημητριάδης. | Κ. Νικόδημος. |
| Σ. Μονόπωλης. |
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δόξα τῷ Θεῷ, κύριοι, παρόντες εἶναι 98. Νὰ ἀνοιχθοῦν τὰ ἀκροατήρια· (ἀνοίγονται). Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὰ πρακτικά;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι!
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται. Εἰσέρχεται ὁ βουλευτὴς κ. Βαφειαδάκης.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1870 ἐκ δραχμῶν 100,060.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§7ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
§8Κ. ΣΤΕΡΓΙΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ περὶ λῃστείας νομοσχέδιον (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ βέβαια.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι, εἷς ἐπαρχιώτης δημοδιδάσκαλος, ἀξιεπαίνως καταγινόμενος καὶ περὶ τὰ γεωργικὰ, ἐπενόησε τρόπον τινὰ καλλιεργείας τῶν κτημάτων ἁπλούστερον καὶ ἀδαπανώτερον. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλεν εἰς τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀξιεπαίνως καὶ αὐτὴ μεριμνήσασα διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Χρηστίδου, Σωτηροπούλου καὶ Ὀρφανίδου· ὁ τελευταῖος μάλιστα ὑπεσχέθη, ὅτι αὐτὸς οὗτος θέλει θέσει εἰς ἐφαρμογὴν τὴν δοκιμασίαν αὐτήν.
§12ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν εἶδος καλλιεργείας ἢ ἐν γένει;
§13ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει καλλιεργείας τῶν κτημάτων. Ὁ αὐτὸς ἐφεῦρε τρόπον προφυλάξεως τοῦ σταφιδοκαρποῦ ἀπὸ τὰς βροχὰς ἐν τοῖς ἁλωνίοις μὲ τὴν δαπάνην 25 δραχμῶν δι’ ἕκαστον στρέμμα ἁλωνίου. Δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις τοῦ ἀνθρώπου τούτου εὐδοκιμήσωσιν, ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἔσται ἐπίσης ἄξιος τοῦ ἐπαίνου καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης ἀπέναντι τῶν πολιτῶν, ὅσον σχεδὸν καὶ ὁ ἀείμνηστος Μαρὲ ὁ ἐφευρετὴς τῆς θεραπείας τῶν σταφιδαμπέλων, ὅστις δὲν ἠξεύρω ἂν ἐτιμήθη ἔστω καὶ μὲ ἓν παράσημον.
§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ἀπέθανε πῶς νὰ τὸν ἀνταμείψωμεν;
§15ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἀκούσατε τί λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ζητεῖ καμμίαν βοήθειαν, ζητεῖ μόνον νὰ τεθοῦν ὑπὸ δοκιμασίαν αἱ ἐφευρέσεις του, καὶ ἂν ἀποδειχθοῦν πραγματικαὶ, τότε διὰ νόμου νὰ τῷ δοθῇ μικρά τις ἀμοιβή. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ καὶ ὁ καιρὸς τῆς καλλιεργείας κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ δύναται νὰ γείνῃ ἡ δοκιμασία, ἐπείγει, νὰ παρακαλέσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, καθὼς καὶ ἐγὼ τοὺς παρακαλῶ, νὰ φέρουν ἕνα νόμον περὶ προνομίων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε ἐὰν ἀποδειχθῇ πραγματικὴ ἡ ἐφεύρεσις, νὰ διακοινωθῇ τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ κάμουν αὐτοὶ τὴν πρέπουσαν δοκιμασίαν.
§16ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον παράδοξος μοὶ φαίνεται ἡ ἐπαγγελία τοῦ ὑποσχομένου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις;
§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε μίαν πρότασιν περὶ νόμου.
§20ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ κυβέρνησις ἡτοίμασε νόμον περὶ προνομίων καὶ θὰ τὸν φέρῃ τάχιστα.
§21ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν μετακαλέσῃ ἐδώ.
§22ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐδῶ εἶναι. Ἡ προκάτοχος κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἤμην μέλος μετ’ ἄλλων δύω, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἀπεκάλυψεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος τὰς ἐφευρέσεις του καὶ ἐγὼ εἶμαι ἤδη κάτοχος αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς κανένα τίποτε, διότι ἔδωσα λόγον τιμῆς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν τινὲς μόνον τῶν ἐφευρέσεων δύνανται νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ ἑτέρου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ κυρίου Ὀρφανίδου, δύνανται ὅλαι νὰ ἐπιτύχωσι. Εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκάμαμεν τὴν ἔκθεσίν μας καὶ εἴπομεν, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον, καλὸν εἶναι νὰ σπεύσῃ ἡ κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὸν γενικὸν νόμον περὶ προνομίων, ὥστε ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἀσφαλιζόμενος διὰ τὸν καρπὸν τῶν ἐφευρέσεών του νὰ δυνηθῇ νὰ τοὺς δημοσιεύσῃ.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ συνερχώμεθα τὴν ὥραν τὴν ὁποίαν ἀπεφασίσαμεν, καὶ ἀπεφασίσαμεν τὴν πρώτην ὥραν, ἤδη εἶναι δύω ὅπου ἀρχίζομεν. Τουλάχιστον νὰ ἀρχίζωμεν τακτικώτερα διὰ νὰ εἰμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν. Παρακαλῶ μὲ ἡσυχίαν καὶ τάξιν, καὶ ὅταν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν τρεῖς ὥρας, αὐταὶ ἰσοδυναμοῦν μὲ δέκα, ἀλλὰ μὲ τάξιν. — Προχωροῦμεν εἰς τὸ 5ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν ὅπου ἐμείναμεν.
§25Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ναυτικῶν). Διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἔγκρισιν πιστώσεως πρὸς διόρθωσιν τῶν λεβήτων τῆς Ἀμφιτρίτης. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἡ πίστωσις αὐτὴ εἶναι λίαν κατεπείγουσα, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ προτιμηθῇ καὶ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§27ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμὰς δὲν ἀξίζει ὅλον τὸ σκάφος. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, κύριε, πρόεδρε.
§28ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ταξείδια τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως χρησιμεύει ἡ Ἀμφιτρίτη. Οἱ λέβητες τοῦ πλοίου τούτου πρὸς καιρὸν φαίνονται ἀκατάλληλοι εἰς πλοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία φέρεται ὑπ’ ὄψιν, παρέχουν κίνδυνον ὁλοκλήρου τοῦ πλοίου καὶ τοῦ πληρώματος. Διὰ τοῦτο στηριζόμενος εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν καὶ ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνουν περὶ τούτου, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν πίστωσιν πρὸς ἀνανέωσιν τῶν λεβήτων τούτων. Ὑπέβαλα πίστωσιν διὰ τὸ κατεπεῖγον, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω, ὄχι μόνον ἀκατάλληλοι πρὸς πλοῦν εἶναι, ἀλλὰ παρέχουν κινδύνους καὶ εἰς τὸ πλήρωμα καὶ εἰς τοὺς ἐπιβαίνοντας· καὶ διὰ τὸ κατεπεῖγον τὸ ὑπέβαλα διὰ πιστώσεως καὶ δὲν τὸ ἔθεσα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἤκουσα μίαν παρατήρησιν, ὅτι τὸ σκάφος εἶναι ἀκατάλληλον καί, ὅτι ἴσως ἡ δαπάνη θὰ ᾖναι περιττή. Περὶ τούτου ἔλαβον τὴν φροντίδα νὰ λάβω τὰς ἀνηκούσας πληροφορίας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσουν τοιαύτας καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§29ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὅπως εἶσαι εἰς θέσιν καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τοῦ Γεωργίου κλπ. Ἁμάξας ἔφεραν.
§30ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἐκθέσεώς της μοὶ εἶπεν ὅτι τὸ σκάφος εἶναι ὑγιὲς ἀρκετὰ ἀκόμη ὥστε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνθέξῃ εἰς πλόας ἐπὶ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἔτη. Ἡ συνήθης δὲ διάρκεια τῶν λεβήτων δὲν ὑπερβαίνει τὰ πέντε ἕως ἓξ ἔτη, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου εἶναι ν’ ἀνανεώσῃ τοὺς λέβητας, εἰς τὸ παρὸν σκάφος τοῦ πλοίου. Ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον ἴσως νὰ γείνῃ ἓν σκάφος νέον καταλληλότερον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τοιαύτην δαπάνην. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι βεβαιωμένον ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων, ὅτι τὸ σκάφος εἶναι ἱκανὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ἓξ ἑπτὰ ἔτη, εἶναι φρονιμώτερον νὰ δαπανήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος 130 χιλιάδας δραχμὰς τὸ πλέον διὰ νὰ ἀνανεώσωμεν τοὺς λέβητας, καὶ μετὰ πέντε ἢ ἓξ ἔτη, ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν, κατασκευάζομεν ἐκ νέου καὶ τὸ σκάφος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν πίστωσιν καὶ κατόπιν, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη, νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§34ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§35ΜΠΟΥΤΟΣ. Μοὶ φαίνεται, κ. πρόεδρε.....
§36ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Παρακαλῶ, ἐγὼ ἤθελα θεωρήσει περιττὸν νὰ ὑπάγῃ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· διότι συνοδεύεται ἀπὸ ὅλας τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον, ἂς ὑπάγῃ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§37ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Λοιπὸν ἤδη ὑπάρχει μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπ’ ἐκεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν τώρα ἐὰν πρόκηται περὶ κατεπειγούσης ὑποθέσεως, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἄνευ τῆς ἐκθέσεως, τότε ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀπόφασίν της. Ποσῶς δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ν’ ἀνακαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς φωτίσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τάξῃ μίαν προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ νὰ τὴν φέρῃ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τότε ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως.
§38ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤ. Κύριε πρόεδρε, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἐδῶ· τὸ ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐγὼ ἠσθένουν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Βουλὴ ἔλαβε τότε τοιαύτην ἀπόφασιν, νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς παρατηρεῖ. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις ὑπέβαλε τότε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐνθυμεῖται, καθὼς καὶ ὁ κ. πρόεδρος, ἐὰν ἔλαβε ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀπόφασιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι ἐγώ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§40ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜ. Δὲν ἔγεινε καμμία συζήτησις τότε· ἁπλῶς ὑπεβλήθησαν.
§41ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ τακτικὸς βεβαίως δρόμος κατὰ τὸν κανονισμὸν ἦν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πᾶν νομοσχέδιον ἀφορῶν μίαν πίστωσιν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ πίστωσις· αὐτὸ βεβαιοῦται ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, δὲν πρόκειται ἄλλο παρὰ ἡ κατασκευὴ νέων λεβήτων εἰς ἓν πλοῖον, τοῦ ὁποίου οἱ λέβητες προχθὲς ἀκόμη ἐκινδύνευσαν νὰ σταματήσουν διότι τρέχουν πανταχόθεν. Ἐνόμισα διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε φέρει καμμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· καὶ δὲν εἶναι διόλου ἀνάγκη νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ ἐὰν τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§42ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ.
§43ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὰ νομοσχέδια, κ. πρόεδρε, εἶναι τύπος ὡρισμένος ἀπὸ τὸν κανονισμὸν καθ’ ὃν εἰσάγονται. Ἀναγνωρίζω τὸ κατεπεῖγον τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγω νὰ συστηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε ἐντὸς δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜ. Κύριε πρόεδρε, καὶ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐξουσίαν, ὅσα νομοσχέδια θεωρήσῃ κατεπείγοντα, νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως αὐτῶν χωρὶς νὰ τὰ παραπέμπῃ.
§45ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ τυπωθοῦν.
§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜ. Εἶναι τυπωμένον τὸ παρὸν καὶ διενεμήθη. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν διενεμήθη, τότε ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι διενεμήθη.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Τὸ γραφεῖον μοῦ λέγει, ὅτι διενεμήθη χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ εἶχα ἰδεῖ.
§48ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον, κ. πρόεδρε, τὸ ἐλάβομεν.
§49ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν διενεμήθη, πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γραφεῖον μοῦ λέγει, ὅτι χθὲς τὸ διένειμεν.
§51ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Πρέπει, τῳόντι, κ. πρόεδρε, ὁ κανονισμὸς νὰ ᾖναι σεβαστὸς, ἀλλ’ ὁσάκις ὑπάρχῃ κατεπεῖγον τὸ ἀντικείμενον, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διευκολύνῃ τὰ τοιαῦτα. Ὁ κ. ὑπουργὸς, ὁ ἁρμόδιος βεβαιοῖ ὅτι τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι δὲν διενεμήθη, νομίζω ὅτι θέλει εἶσθαι συνετώτερον νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ σήμερον, ἀλλὰ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὥστε ν’ ἀναγνωσθῇ κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν.
§52ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚ. ΚΑΙ ΝΑΥΤ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἂς ἀναγνωσθῇ τὴν δευτέραν.
§53ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον προτείνω νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δευτέραν, κ. Ναύαρχε, ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τότε κάμνεται τὰς παρατηρήσεις σας.
§55ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς Ἔπειτα χρεωστοῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας σπουδαῖα πράγματα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δευτέραν θὰ ᾖναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κ. πρόεδρε, ὥρισεν ὡς κατεπεῖγον τὸ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πρῶτον νὰ τελειώσωμεν τοῦτο.
§60ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω.
§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν δευτέραν, κ. πρόεδρε.
§62ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ ληστείας. Εἰσέρχεται ἐν τῇ αἰθούσει ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν εἰμπορεῖ νὰ μετατραπῇ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις «Αον, ἡ ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν γενομένων ἐμφυτεύσεων ἐπὶ ἐθνικῶν κλπ. γαιῶν. Βον, πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας. Γον Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς.» Τώρα, ἐὰν ἡ βουλὴ τὸ ἐπιτρέπῃ, θέλει προστεθῆ ν’ ἀναγνώσωμεν ἐν πρώτῃ ἀναγνώσει τὴν ἐρχομένην δευτέραν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως αὐτῆς.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα τὴν δευτέραν.
§65ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἐγὼ ἐνόμιζα ὅτι εἶχε διανεμηθῆ τὸ νομοσχέδιον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ ἐτελείωσε τώρα· προχωροῦμεν εἰς τὸν 5ον ἄρθρον. — Ἀναγινώσκεται. Ἄρθρον 5. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὀφειλομένων δόσεων τὸ δημόσιον ἔχει ἐπὶ τῆς φυτείας δικαίωμα πρώτης ὑποθήκης, ἀποκτωμένης δι’ ἐγγραφῆς εἰς τὸ βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν. Πᾶσα τυχὸν προγενεστέρα ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῆς φυτείας, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο ἐπ’ αὐτῆς ἀποκτηθὲν πραγματικὸν δικαίωμα, ἕπονται τῆς ὑποθήκης τοῦ δημοσίου. Ὅσαι δ’ ἐξ αὐτῶν εἰσὶν ἐγγεγραμμέναι ἐπὶ φυτειῶν γενομένων μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1837 συμφώνως μὲ τὸν 15|27 Ἰανουαρίου 1837 νόμον περὶ φυτειῶν ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν λαμβάνουσαι θέσιν μετὰ τὴν ὑποθήκην τοῦ δημοσίου ἐκτείνονται δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἐφ’ ὅλου τοῦ κτήματος, καὶ ἂν τυχὸν εἶχον ἐγγραφῆ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τσιτσάρα, ἡ ἑξῆς. Μετὰ τὸ τέλος τῆς διατάξεως ...... νὰ προστεθῇ· «Ἐκτὸς ἂν ὁ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1837 ἀποκτήσας ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς φυτείας προτιμᾷ τὴν διατήρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅτε ἡ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος θεωρεῖται ὡς πρώτη. Ἡ δὲ ὑποθήκη τοῦ δημοσίου περιορίζεται ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος».
Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ.
Εἶναι παρὼν ὁ κ. Τσιτσάρας;
§68ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ μία τοῦ κ. Ῥοντήρη.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπέβαλα, κ. πρόεδρε, καὶ ἐγὼ μίαν πρότασιν καθ’ ἣν ἤθελον αἱ ὑποθῆκαι αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν δυνάμει τοῦ διατάγματος τοῦ 1837 ἐγγεγραμμέναι ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος νὰ διατηρηθοῦν. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσα τινὰς λίαν φιλοδίκους, ὅτι τὴν πρότασιν τὴν ὑπέβαλα διὰ νὰ φυλάξω τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, τὴν ἀποσύρω. Ἡ Τράπεζα οὐδὲ ἕνα ὀβολὸν ἔχει δανεισμένον ἐπὶ τοιούτου κτήματος. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι εἶναι ἀφαίρεσις περιουσίας, ἀπὸ πολίτας οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν καλῇ τῇ πίστει.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ τὴν ἀναδέχεται ἄλλος;
§72ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὴν ἔχει ὁ κ. Τσιτσάρας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ κ. Ῥοντήρη. Εἶναι παρών;
§74ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, καίτοι ἀποσύρων τὴν πρότασίν του, οὐδὲν ἧττον τὴν ὑποστηρίζει, διότι ἐπὶ τέλους εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ ὅτι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα, ἂν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχῃ, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀποκρούων τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐμάθετε, καὶ ὅσοι τυχὸν δὲν τὸ ἐγνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει διάταγμα, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1837, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ φυτεῖαι τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, ὅσαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1837 ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, ἔπρεπε νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο ἴσας μερίδας, καὶ τὸ μὲν ἓν μέρος νὰ λάβωσιν ὡς ἰδιοκτησίαν οἱ ἐμφυτευταὶ, τὸ δὲ ἕτερον νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, διὰ νὰ τὸ ἐκποιήσῃ ἐπὶ δημοπρασίας ὡς ἐθνικὸν φθαρτὸν κτῆμα. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1837, καθὼς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω μίαν ἄλλην ἡμέραν, διελάμβανεν ὅτι πᾶς ὁ ἐμφυτεύσας ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἄμπελον ἢ σταφιδάμπελον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ ὡς ἰδιοκτησίαν, ἐὰν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἀπεκατέστησε πλήρη καὶ τελείαν φυτείαν. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τοῦ διατάγματος ἐκείνου οὐδεμία ἐφαρμογὴ ἐγένετο, διότι οὔτε τὸ δημόσιον ἐφρόντισε νὰ μοιράσῃ τὰς γενομένας φυτείας καὶ νὰ λάβῃ τὰς μερίδας του διὰ νὰ τὰς ἐκποιήσῃ, οὔτε οἱ ἐμφυτευταὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον τὴν διανομὴν διὰ ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ἰδιοκτῆται τοῦ ἡμίσεος. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 24 ὁλόκληρα ἔτη, νομίζω ὅτι σήμερον εἶναι πολὺ δύσκολον, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, νὰ ἐξακριβωθῇ, ποῖαι ἐκ τῶν φυτειῶν ἐγένοντο πρὸ τοῦ 1837, καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἀκόμη ὅτι ἦσαν φυτεῖαι τέλειαι καὶ πλήρεις.
§76ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ὅρος δὲν ἐξεπληρώθη.
§77ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο περιεῖχεν ὅρους καὶ οὐδεὶς ἐφρόντισε νὰ γείνῃ ἐγκαίρως ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ὅρων αὐτοῦ, ἀποβαίνει δὲ σήμερον ἀδύνατος ἡ τοιαύτη ἐξακρίβωσις, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, θέλομεν περιπλέξει τὰ πράγματα καὶ ζημιώσει ἴσως τὸ δημόσιον. Ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, ἐν συνειδήσει φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ζημία θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου εἰς τοὺς λαβόντας ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τοιούτων φυτειῶν, διότι τὸ ἥμισυ πάσης καλῆς φυτείας ἔχει ἀξίαν ἀνωτέραν ἀπὸ τὸ ὅλον τοῦ τιμήματος τῆς γῆς, καὶ ἑπομένως ὅστις εἶχε λάβει πρώτην ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς φυτείας, ἐὰν λάβῃ σήμερον δευτέραν ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος, θέλει εὑρεθῆ μᾶλλον ἐξησφαλισμένος. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἓν στρέμμα καλῆς καὶ ἀποκατεστημένης φυτείας ἔχει ἀξίαν 300 δραχμῶν· ὁ λαβὼν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς φυτείας αὐτῆς ἔχει ἀσφάλειαν ἴσην μὲ 150 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ σύνολον τοῦ κτήματος ἀξίζῃ 300 δραχμάς, ἐκ τῶν 300 δραχμῶν δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ τίμημα τῆς γῆς εἰμὴ μέχρις 100. Ἑπομένως ἐὰν ὁ ἔχων ὑποθήκην πρώτην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος, δηλ. ἐπὶ ἀξίας 150 δραχμῶν, θὰ λάβῃ δευτέραν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος, τὸ ὁποῖον ἀξίζει 300 δραχμὰς, προταχθῇ δὲ ἡ ὑποθήκη τοῦ δημοσίου διὰ δρ. 100, θέλει ἔχει ἀσφάλειαν ἴσην μὲ 200 δραχμάς. Ὥστε δὲν βλάπτεται κανεὶς, ἐὰν τῳόντι πρόκηται περὶ φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πλήρεις καὶ ἀποκατεστημέναι. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω πᾶσαν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§78ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω μίαν ἐξήγησιν ἀναγκαίαν· οἱ δανείσαντες ἐπὶ ὑποθήκῃ ἐπὶ ἰδιοκτήτων ἐν γένει κτημάτων, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ καὶ νὰ σημειωθῇ ὅτι αὐτοὶ δύνανται, ἀσφαλιζομένων ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, ὅτι δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκποιήσουν τὸ κτῆμα.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα ἐξήγησις εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου Δαγρέ, διότι τὰ τοιαῦτα ζητήματα εἶναι τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ πᾶς τις κατ’ αὐτὸ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἐπιμένει εἰς τὴν τροπολογίαν του;
§81ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης εἶναι παρών;
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναδέχεται κανεὶς τὴν τροπολογίαν του;
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κανείς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖται λοιπὸν ἐγκαταλελειμμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 6 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 6. Ἐὰν ἕνεκα καθυστερήσεων δόσεων γείνῃ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος, τὸ δημόσιον λαμβάνει ἐκ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος οὐ μόνον τὰς ληξάσας δόσεις, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἑπομένων πρὸς ὁλοσχερῆ τοῦ τιμήματος ἐξόφλησιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἐκπλειστηρίασμα δὲν ἐπαρκέσῃ πρὸς ἀπότισιν ὅλων τούτων, ὁ ὀφειλέτης ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἄμεσον πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου. Ὁσάκις δὲ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ληξασῶν δόσεων, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐκπλειστηριάσματος εἶναι ἴσον ἢ ἀνώτερον τοῦ ὀφειλομένου ἔτι κεφαλαίου, ὁ νέος ἀγοραστὴς δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ κεφάλαιον τῶν μήπω ληξασῶν δόσεων, καὶ νὰ πληρόνῃ αὐτὰς κατὰ τὴν λῆξίν των· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ προσυπογράψῃ τὰς ὁμολογίας τῶν δόσεων τούτων, καὶ ν’ ἀνανεώσῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ κτήματος, ὑποκείμενος διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων νόμου. Τὸ τυχὸν περίσσευμα κατατίθεται ἀμέσως καὶ ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀρχικὸν ὀφειλέτην. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Τὸ ἄρθρον 6 νὰ τροποποιηθῇ ἐν ἀρχῇ οὕτω· «ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως δύω δόσεων τὸ ἐνυπόθηκον κτῆμα ἐκποιεῖται ἀναγκαστικῶς εἰς τὸ δημόσιον.»
§87ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἰδοὺ ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ τροπολογία μου· ἐγὼ διατελῶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπιθυμίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ δημόσιον· καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι τὰ τοιαῦτα κτήματα θέλουν ἐκποιεῖσθαι ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπὶ δύω συνεχεῖς δόσεις καθυστερήσουν οἱ ὀφειλέται τὴν πληρωμήν, διότι ἀναγκαίως, κύριοι, ἂν ἀφήσωμεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ παράτασις πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου, καὶ ἄλλοτε δύναται νὰ ἐπέλθῃ καταδίωξις ἀδικαιολόγητος πρὸς βλάβην τοῦ ἰδιώτου· ὅταν δὲ δώσωμεν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἀσφαλίζομεν καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸν ὀφειλέτην ἀπαλασσόμενον ἀπὸ μίαν καταδίωξιν συστηματικήν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, οὐχ ἧττον ὁ νομοθετῶν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἐναντίας περιπτώσεις καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δυσκολίαν, ἀφοῦ τὸ πνεῦμά του εἶναι ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ δημόσιον.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμίαν δυσκολίαν δὲν θὰ εἶχον νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μαντινείας, ἂν ἡ πεῖρα δὲν μὲ ἐδίδασκεν, ὅτι τοιαῦται προσθῆκαι πολλάκις γενόμεναι καὶ ἐν ἄλλοις νόμοις δὲν ἔφερον κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ πραγματοποίησις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε διατὶ κατεχώρισας τὸ ἄρθρον αὐτό; τὸ κατεχώρισα οὐχὶ διὰ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δημόσιον νὰ πωλῇ τὸ ἐνυπόθηκον κτῆμα, ὅταν ὁ ὀφειλέτης καθυστερήσῃ, διότι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα χορηγοῦσιν οἱ περὶ καταδιώξεως νόμοι, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι ὅταν συμβῇ ἡ καθυστέρησις καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ δημόσιον νὰ ἐκθέσῃ εἰς πλειστηριασμὸν ἀναγκαστικὸν τὴν φυτείαν, θέλει λαμβάνει ἐκ τοῦ πλειστηριάσματος, καὶ οὐ μόνον τὰς ληξάσας καὶ τὰς καθυστερουμένας δόσεις, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τιμήματος.
§89ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἀποκρούει μὲν τὴν πρότασιν, ἀλλὰ τὴν θεωρεῖ περιττήν· διότι, ὡς λέγει, καὶ εἰς ἄλλα νομοθετήματα ἐτέθησαν ὅμοιαι διατάξεις, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς, δὲν ἐξετελέσθησαν, καὶ τοῦτο θέλει συμβῆ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν· ἐγὼ λέγω ὅμως ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν δύναται νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, καὶ ὅταν ἔχητε τοιαύτην διάταξιν, θὰ ἔχητε καὶ ταύτην τὴν ἐγγύησιν, ἐνῷ πάντοτε ἡ διακριτικὴ ἐξουσία μένει ἀκεραία. Ἄλλως τε δὲ δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον νὰ λέγωμεν, ὅτι τοιαῦται διατάξεις εἶναι χρήσιμοι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν εἰς ἄλλα νομοθετήματα δὲν τὰς παραδεχόμεθα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον καλῶς ἐπρονόησε ὁ Κ. ὑπουργὸς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβῇ καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 18 ἐτῶν, ἀλλ’ ἕκαστος τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον· ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω, ἐπαινῶ μάλιστα τὸν Κ. ὑπουργὸν, διότι φαίνεται ὁ νόμος ἀκριβέστερος διὰ τὸν διατάξεων τούτων. Μένει εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ πρὸ κρείττονα ἀσφάλειαν, νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§90Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λέγει δόσεων ἐνταῦθα, οὐχὶ δόσεως, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἀπαιτοῦνται δύο δόσεις.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννόησα, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ζέγγελη, διότι οἱ ὑπουργοὶ κακῶς ποιοῦντες δὲν ἐφήρμοσαν παρομοίας διατάξεις, καί τοι διαλαμβανομένας εἰς προηγουμένους νόμους, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διακριτικὴ αὕτη ἐξουσία τοῦ ὑπουργοῦ· διότι, ἐὰν, ὅπως ἐννοῇ ὁ Κ. Ζέγγελης, θέσωμεν ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτην διάταξιν καὶ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τὴν ἐκτελῶσιν ἀπαρεγκλίτως, ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ διακινδυνεύωσιν μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§92ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀναστείλῃ.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπέρχονται συνεχεῖς χρόνοι ἀφορίας ἢ ὑποτιμήσεως τῶν προϊόντων κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ τιμὴ τῶν ἀκινήτων κτημάτων καὶ δὲν δύνανται οἱ ἐμφυτευταὶ νὰ πληρώσωσι μίαν ἢ δύο δόσεις· ἂν ὁ ὑπουργὸς ᾖναι ὑπόχρεως νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἀναπλειστηριασμὸν, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα; αἱ μὲν γαῖαι θὰ περιέλθουν ἐπὶ εὐτελεστάτῃ τιμῇ εἰς χεῖρας ἄλλου ἀγοραστοῦ, τὸ δὲ δημόσιον θὰ μείνῃ ἐντελῶς ἐκτεθειμένον, διότι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀσφάλειαν διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τιμήματος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὴν τὴν τοιαύτην διάταξιν, ἥτις, καίτοι ὑπάρχουσα εἰς ἄλλους νόμους, δὲν ἐξετελέσθη· οἱ ὑπουργοὶ προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὁσάκις ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι ἡ καθυστέρησις προέρχεται ἐκ δυστροπίας τοῦ ἀγοραστοῦ, ὁσάκις βλέπουν ὅτι διὰ τῆς ἐκποιήσεως θὰ περιέλθουν εἰς χεῖρας ἄλλου, ὁ δὲ ἀρχικὸς ὀφειλέτης δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα, πολὺ φρονίμως ποιοῦντες, ἀπέφυγαν τὸν ἀναπλειστηριασμόν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι δὲν πρέπει νὰ γράφωνται εἰς τὸν νόμον διατάξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκτελοῦνται, καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα μὴ συνειθίζωμεν εἰς τὴν παραβίασιν τῶν Νόμων, διότι μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων εἶναι καὶ αὕτη, ὅτι δὲν προσέχομεν ὅταν νομοθετῶμεν, καὶ περιλαμβάνομεν εἰς τοὺς νόμους διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ δὲν εἶναι εὔκολος.
§94ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τριπόλεως νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι, οὐχὶ καθὼς θέλει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἀλλ’ δι’ ἀντίστροφόν τινα λόγον. Ὅταν ὡμίλει ὁ συνάδελφός μας, πολλοὶ ἐπλησίασαν τὸν κύριον ὑπουργόν· ἠξεύρετε διὰ τί τὸν ἐπλησίασαν; Εἶπον εἰς αὐτὸν ὅτι ἅμα κατήρτισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 43 ἡ τότε προσκληθεῖσα Συνέλευσις, παρουσιάσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἶπε· «Τὸ ἀνεγνώσατε βεβαίως, ἀλλ’ εἶναι χάρτης ἄγραφος, ποῦ εἶναι ἡ ψυχή του; ποῦ ἔγκειται ἡ δύναμίς του, ἡ ζωή του; — Εἰς τὴν ἀφοσίωσιν, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Αὐτὸ λέγω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, νὰ μὴ γείνῃ ἤδη δεκτὴ ἡ πρότασις, διότι εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου, τὸ ἄρθρον δὲ, ὃ θέλω νὰ τεθῇ εἶναι· «Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἑκάστοτε ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ ἀτομικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτῶν εὐθύνην.»
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ νόμοι ὑπονοοῦσι τοῦτο.
§96ΛΕΚΚΑΣ. Ἰδίως εἰς αὐτὸν θέλω νὰ τεθῇ. Ἐὰν τυχὸν γείνῃ τις ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀδιαφορήσῃ, καὶ διὰ δέκα φίλους του κάμῃ τυχὸν παραχωρήσεις, νὰ ᾖναι ὑλικῶς ὑπεύθυνος. Διὰ τοῦτο λέγω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ μὴ γείνῃ καμμία προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος νὰ προσθέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον· διότι πολὺ φοβοῦμαι μήπως μέγα μέρος τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς περιουσίας εὕρῃ τὴν τύχην τῶν μέχρι τοῦδε καθυστερουμένων παμπόλλων ἑκατομμυρίων.
§97ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ... Οὐδέποτε ἐνόησα, ὅτι ἐν περιπτώσει θεομηνίας, εἴτε ἄλλων γενικῶν δυστυχημάτων, νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὴν διάταξιν αὐτὴν, τοὐλάχιστον τοιοῦτον δικαίωμα πρὸς ἀναστολὴν ἔχει πάντοτε ὁ κ. ὑπουργός. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέμεινον εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐξήγησα ἀπ’ ἀρχῆς. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὰς ὁποίας φαίνεται, ὅτι ἀποκρούει τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ κακὴ ἕξις τοῦ νὰ παραβιάζωνται οἱ νόμοι, ὅπερ δὲν ἐπιθυμῶ, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις λέγω αὐτὰς, δὲν ἐπιμένω.
§98ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου «τὸ τυχὸν περίσσευμα κατατίθεται ἀμέσως καὶ ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀρχικὸν ὀφειλέτην» νὰ προστεθῇ «ἢ τὸν ἐνυπόθηκον δανειστὴν ἐν περιπτώσει ὑποθήκης».
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται αὐτό.
§100ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ συμβολαιογράφου.
§101ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ τί παρατηρῶ· εἷς καλῆς πίστεως γεωργὸς δύναται νὰ ἀποτύχῃ ἐπὶ δύω συνεχῆ ἔτη, καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ, ἐὰν τότε ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ τοῦ πωλήσῃ τὸ κτῆμά του, δὲν θὰ πάρῃ τίποτε. Οὗτος δὲ δύναται τὸν ἑπόμενον χρόνον νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν ζημίαν του καὶ νὰ ἀποδώσῃ ὅ,τι ἔχασεν· ἐναπόκειται λοιπὸν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅταν ἴδῃ καλῆς πίστεως ἐμφυτευτὴν, νὰ μὴ τὸν βιάζῃ πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς βλάβην αὐτοῦ· διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει καλῶς.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης εἶναι ἐδώ;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναδέχεται κανεὶς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη; (οὐδεὶς λοιπὸν ἀνεδέχθη.) Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη τὸ ἄρθρον.
§107ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἑτέραν τροπολογίαν ἀνάλογον· ἁρμόζει εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναπτύξω.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις;
§109ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως. Ἄρθρον 7. Πᾶς κάτοχος φυτειῶν θέλων νὰ μετάσχῃ τῶν πλεονεκτημάτων, ἅπερ παρέχει ὁ παρὼν νόμος, ὀφείλει ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ κτῆμα, ἔγγραφον δήλωσιν διαλαμβάνουσαν. α) Τὸ ὄνομα, τὸ ἐπώνυμον, τὸν δῆμον καὶ τὸν τόπον τῆς κατοικίας του. β) Τὸν δῆμον, τὸ χωρίον καὶ τὴν θέσιν, ἔνθα τὸ κτῆμα κεῖται. γ) Τὰ ὅρια τοῦ κτήματος, τὸ εἶδος τῆς φυτείας, τὴν ἔκτασιν αὐτῆς εἰς Β. στρέμματα καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐμφυτεύσεως· καὶ δ) Ἐὰν ᾖναι ποτιστικὴ ἢ ξηρική.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κοσσονάκου καὶ Καμπεροπούλου ἡ ἑξῆς. «Πᾶς κάτοχος φυτειῶν, θέλων νὰ μετάσχῃ τῶν πλεονεκτημάτων, ἅπερ παρέχει ὁ παρὼν νόμος, ὀφείλει ἐντὸς 6 (ἕξ) μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου νὰ ....» καὶ τὰ λοιπά, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§112ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐπιμένομεν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης δὲν εἶναι ἐδῶ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν του. Δὲν ἀναδέχεται κανείς; οὐδεὶς παρουσιάσθη! Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 8ον· (ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς). «Ἄρθρον 8. Ἐν τῇ δηλώσει ὀφείλει νὰ ἐπισυνάψῃ διπλότυπον ἀποδεικτικὸν πληρωμῆς διὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ δηλωθὲν πρὸς ἀπόκτησιν κτῆμα δραχμῶν μὲν 4 διὰ τὰς σταφιδαμπέλους καὶ τὰ συκόδενδρα, 2 δὲ δραχμῶν διὰ τὰς λοιπὰς φυτείας κατὰ στρέμμα. Δήλωσις ἄνευ τοιούτου ἀποδεικτικοῦ πληρωμῆς θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη.»
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 8ον. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 9ον· (ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς)· Ἄρθρον 9. Αἱ δηλώσεις συντάσσονται εἰς διπλοῦν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου καὶ ὑπογράφονται ὑπὸ τοῦ δηλοῦντος καί, ἂν οὗτος ἦναι ἀγράμματος, ὑπ’ ἄλλου τῆς ἐκλογῆς του, προσυπογράφονται δὲ ἀπὸ τὸν δήμαρχον τῆς κατοικίας τοῦ δηλοῦντος ὀφείλοντα νὰ βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος. Ἐκ τῶν δηλώσεων ἡ μία θεωρηθεῖσα παρὰ τοῦ ἐφόρου ἐπιστρέφεται εἰς τὸν κάτοχον, ἡ δ’ ἄλλη μένει παρὰ τῇ ἐφορίᾳ. Αἱ δηλώσεις ἐγγράφονται κατὰ χωρίον εἰς ἐπίτηδες βιβλίον, τὸ ὁποῖον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας κλείεται διὰ πράξεως ὑπογραφομένης ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀντίγραφον αὐτῶν ἐκτίθεται ἐν τῷ οἰκείῳ δημαρχείῳ καὶ ἀποσπάσματα εἰς τ’ ἀνήκοντα παρεδρεῖα. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἑξῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ δημάρχου, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταυτότητα καὶ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δηλοῦντος, ὁ δηλῶν κοινοποιεῖ τὴν δήλωσίν του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει ἐπὶ ἀποδείξει νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν δηλοῦντα ἐντὸς δύω ἡμερῶν προσυπογεγραμμένην τὴν δήλωσίν του. Ἥ τε κοινοποίησις καὶ τὸ ἐπιδοτήριον συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§118ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν βλάπτει αὐτό.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν βλάπτει, νομίζω ὅμως ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς δὲν ὠφελοῦνται οἱ ἐμφυτευταὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὴν ταυτότητα ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ δηλώσῃ ὁ δήμαρχος, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν τῶν δηλώσεων. Περὶ τῆς δηλώσεως εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι, διότι θέλει γείνει εἰς τὸν οἰκεῖον ἔφορον, καὶ οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει νὰ ἀρνηθῇ οὗτος νὰ παραλάβῃ τὴν δήλωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι δὲν ἐξασφαλίζονται οἱ ἐμφυτευταί, ἂν δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδίδωσι τὴν δήλωσιν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, διότι τὸ μέσον αὐτὸ τίθεται εἰς ἐνέργειαν ὁσάκις ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ γείνῃ ἡ ἐπίδοσις, εἶναι φόβος μὴ τυχὸν ἀρνηθῇ νὰ τὴν παραλάβῃ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ὑπάρχει φόβος· ὁ φόβος συνίσταται εἰς τοῦτο, μήπως ὁ δήμαρχος, ὁ καλούμενος κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ βεβαιώσῃ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἀρνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καλὸν εἶναι νὰ γίνηται τοῦτο ὑπὸ ἑτέρας ἀρχῆς, καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄλλη παρὰ τὸν συμβολαιογράφον, ἢ τὸν εἰρηνοδίκην· δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δήμαρχος ἀρνηθῇ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ ἐμφυτευτοῦ, δύναται νὰ πράττῃ τοῦτο ὁ συμβολαιογράφος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας.
§120ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἰδέα αὕτη συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι εἶναι δυσκολοκατόρθωτος, διότι ἡ περιφέρεια τοῦ εἰρηνοδίκου δὲν περιλαμβάνει ἕναν δῆμον, πρὸς δὲ οὗτος δὲν γνωρίζει τὰ πρόσωπα ὅλα, οὕτω δὲ θὰ ὑποβάλωμεν τὸν πτωχὸν τοῦτον κάτοχον εἰς ἔξοδα· διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς θεραπεύει τὸ κακὸν, καὶ ὅτι ἤθελε προφυλάξει τοὺς ἐμφυτευτὰς ἀπὸ τὸν φατριασμὸν τῶν δημάρχων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀναγκάσῃ τὸν δήμαρχον νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν δήλωσιν, ἐπειδὴ ἂν δὲν τὴν ἐπικυρώσῃ, θὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, τὸ ὁποῖον θὰ συνεπαγάγῃ δι’ αὐτὸν σοβαροτέρας ποινάς.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς, παραδέχομαι τὴν προσθήκην τῆς ἐπιτροπῆς.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε λοιπὸν δεκτόν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 10ον. Ἄρθρον 10. Οἱ μὴ δηλώσαντες ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας τὰς ὑπ’ αὐτῶν κατεχομένας φυτείας, θεωροῦνται παρῃτημένοι τῶν χορηγουμένων ἐκ τοῦ παρόντος νόμου πλεονεκτημάτων.
§125ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν, τὴν δήλωσιν θέλει κάμει πᾶς κάτοχος φυτειῶν ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, κατὰ τὸ ἄρθρον 10ον. Οἱ μὴ δηλώσαντες ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας τὰς ὑπ’ αὐτῶν κατεχομένας φυτείας, θεωροῦνται παρῃτημένοι τῶν χορηγουμένων ἐκ τοῦ παρόντος νόμου πλεονεκτημάτων· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 17ον, πᾶσα φυτεία τῆς ὁποίας ὁ κάτοχος κατέστη ἔκπτωτος κατὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 16 τοῦ παρόντος νόμου, περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἠξεύρετε καὶ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τὴν περίστασιν ταύτην, ὅτι ἐπὶ πολλῶν φυτειῶν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐπὶ τοῦ κτήματος ὑπάρχουν ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι διὰ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ποσὸν τῆς ὅλης ἀξίας τῆς φυτείας ἢ τοῦ ἡμίσεως αὐτῆς. Τότε ὁ ἐμφυτευτὴς ἴσως δὲν ἔχῃ κανὲν συμφέρον νὰ κάμῃ δήλωσιν, εἰς τὸν ἐνυπόθηκον δὲ δανειστὴν δὲν χορηγεῖται καμμία προθεσμία νὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν τὴν κάμει ὁ ἐμφυτευτής. Πρέπει λοιπὸν νὰ χάσῃ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς τὰ δικαιώματά του; Ὅθεν πρέπει νὰ δώσωμεν προθεσμίαν εἰς τὸν ἐνυπόθηκον δανειστὴν νὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν καθίσταται ἔκπτωτος τοῦ προνομίου του ὁ ἐμφυτευτής.
§126ΔΑΓΡΕΣ. Μετὰ τὴν προθεσμίαν;
§127ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μετὰ τὴν προθεσμίαν. Νομίζω ὅτι τοιαύτη τις προσθήκη πρέπει νὰ γείνῃ, διότι ἀφίνομεν τὸν ἐνυπόθηκον δανειστὴν ἄνευ τινὸς δικαιώματος.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας· ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἡμεῖς προχωροῦμεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11, καὶ μένει ἐκκρεμὲς τὸ 10ον.
§130ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι σωστὸν αὐτό.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σωστὴ ἡ παρατήρησις τοῦ Κ. Χρηστίδου, ὅτι ἡ τροπολογία πρέπει νὰ ᾖναι ἕτοιμος, διὰ νὰ τὴν λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐγκρίνει ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ 11ον ἄρθρον;
§132ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§133ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθον 11ον. Πᾶσα διένεξις περὶ κατοχῆς μεταξὺ δύο ἢ καὶ πλειόνων ἀξιούντων αὐτὴν, λύεται δικαστικῶς· ἐν τούτοις διὰ τὰς ἀμφισβητουμένας παρ’ αὐτῶν φυτείας, τὸ παραχωρητήριον ἐκδίδεται ὑπὲρ ἐκείνου, ὃν ἤθελε κρίνει δικαιούμενον ἐπιτροπὴ συγκροτουμένη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης. Ἂν δικαιωθῇ δικαστικῶς ἕτερος παρὰ τὸν λαβόντα τὸ παραχωρητήριον, ἀκυροῦται τοῦτο, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι τὴν προκαταβολὴν καὶ τὰς ληξιπροθέσμους δόσεις. Ἡ αὐτὴ, ὡς ἀνωτέρω, ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὁριστικῶς καὶ περὶ πάσης διενέξεως ἀφορώσης τὰ ὅρια τῶν χωρίων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς.
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11ου, ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης» νὰ τεθῇ «ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας». Ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρ. 11ου ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη· οἱ μὲν ὑπεστήριξαν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, οἱ δὲ ἐπρότειναν νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἀκολούθως. «Ἂν δικαιωθῇ ἕτερος δικαστικῶς παρὰ τὸν λαβόντα, τὸ παραχωρητήριον ἀκυροῦται, ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸ ἀπόλλυσι μὲν τὴν προκαταβολὴν, δικαιοῦται ὅμως διὰ τὰς πληρωθείσας δόσεις ἀπὸ τὸν δικαστικῶς δικαιωθέντα».
§136Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐκκρεμεῖς δίκας ὑπάρχουν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον;
§137ΔΑΓΡΕΣ. Ἐξ αὐτῆς τῆς σκέψεως ὁρμωμένη ἡ ἐπιτροπὴ ἠλάττωσε τὴν αὐστηρότητα τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ νομοσχέδιον· διότι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν δίκαι καὶ οἱ ἀμφισβητοῦντες δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως, διότι πολλοὶ ἄνθρωποι ἐνόμισαν ὅτι ἔχουν δικαίωμα ἐπὶ μιᾶς φυτείας, διότι τὴν κατέλαβον. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις ὡς τοιαύτη εἶναι ἑπόμενον νὰ μὴ τελειώσῃ γρήγορα, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρέλθουν ἓν καὶ δύω ἔτη, δι’ αὐτὸ εἴπομεν μόνον τὴν προκαταβολὴν νὰ χάσωσι, νὰ μὴ χάσωσι δὲ καὶ τὰς δόσεις. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίστασιν ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης», νὰ τεθῇ «ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας», νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ εἶναι καλλίτερον, διότι αὐτὸς, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του γνωρίζει καλλίτερον.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μὲ ὀλίγην προσοχὴν, διὰ νὰ σᾶς ἐκθέσω μερικὰς παρατηρήσεις, ἀφορώσας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 καὶ τοῦ ἑπομένου 12· διότι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι λίαν οὐσιώδεις, καὶ ἴσως ἕνεκα τῶν διατάξεων τούτων παρημποδίζετο ἕως τώρα ἡ λύσις τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ζητημάτων, τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυτειῶν. Τὸ δημόσιον, καθὼς γνωρίζετε, δὲν ἔχει δυστυχῶς κτηματολόγιον, καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζει τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι εἰς αὐτὸ ἀνήκουν· αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι ὑπάρχουν διεσκορπισμέναι εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, τὸ δημόσιον ἢ ἐκποιεῖ τεμάχια αὐτῆς, ὁσάκις ζητεῖται ἡ ἐκποίησις αὐτῶν, ἢ εἰσπράττει διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν δικαίωμα ἐπικαρπίας ἀπὸ τοὺς κατέχοντας αὐτὴν γεωργοὺς, φόρους, ἐξ ὧν τινὲς ἀρνοῦνται τὴν ἀπόδοσιν καὶ ἐγείρονται ἐκ τούτου δίκαι καὶ περιπλοκαί. Ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης, ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἢ περὶ παραχωρήσεως τῶν φυτειῶν, ἐγεννᾶτο ἡ ἐρώτησις, ποῦ γνωρίζει τὰς ἐθνικὰς γαίας τὸ δημόσιον καὶ πῶς θέλει τὰς ἐξακριβώσει; Δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ παραχωρηθῶσι γαῖαι ἀνήκουσαι εἰς ἰδιώτας καὶ νὰ ἐκτεθῇ τὸ δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις; Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ ὀφείλει νὰ τὴν λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ἕκαστος, σκεπτόμενος περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς ἢ περὶ παραχωρήσεως τῶν φυτειῶν. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, συνέταξε νομοσχέδια περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, καὶ τοῦ ὁποίου τὰς ἐργασίας σᾶς ἀνέφερον πολλάκις μετ’ ἐγκωμίων, τὸ συμβούλιον, λέγω, τῆς ἐπικρατείας ἔλαβεν ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀπεφάσισεν ὅτι τὸ δημόσιον πρὸ πάσης παραχωρήσεως ὤφειλε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἐθνικὴν γῆν, καὶ νὰ μὴ παραχωρήσῃ, εἰμὴ ὅ,τι ἀνῆκεν ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ δημόσιον· δύω περιπτώσεις ἀμφισβητήσεως δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν· ἡ μία περίστασις εἶναι, ὅταν δύο πολῖται ἀμφισβητῶσι μεταξὺ των τὴν κατοχὴν καὶ ἀπαιτῶσι νὰ προτιμηθῇ ἕκαστος εἰς τὴν παραχώρησιν, ἡ δευτέρα, ὅταν παρουσιασθοῦν ἰδιῶται, οἵτινες ἀμφισβητοῦν τὴν κυριότητα τῆς γῆς. Εἰς τὴν πρώτην περίστασιν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει κανὲν συμφέρον, διότι, εἴτε ὁ εἷς, εἴτε ὁ ἄλλος λάβῃ τὴν κατοχὴν, τὸ δημόσιον θέλει λάβει τὸ τίμημα τῆς γῆς· ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἔκρινε πρέπον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου νὰ διευκρινισθῇ εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ κατοχὴ, ἑπομένως ἔθεσε διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιόν του, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁσάκις ἡ κατοχὴ δύο τεμαχίων ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ παρὰ δύω ἢ πλειόνων προσώπων, ἡ ἀμφισβήτησις ἔμελλε νὰ λύεται ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἀπὸ διοικητικὰς ἐπιτροπὰς. Ἑπομένως, ὅστις ἤθελε θεωρηθῆ κάτοχος, εἰς ἐκεῖνον θὰ ἐγίνετο καὶ ἡ παραχώρησις· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐλύετο ἡ ἀμφισβήτησις τῆς κατοχῆς. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν δευτέραν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἰδιῶται ἤθελον προτείνει ἀξιώσεις κυριότητος, τὸ συμβούλιον ἀπῄτει νὰ γείνῃ ἐξακρίβωσις ὅλων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, νὰ δημοσιευθῇ τὸ συνταχθησόμενον κτηματολόγιον, καὶ πᾶς πολίτης, ὅστις ἤθελεν ἔχει ἀξίωσιν ἐπὶ ἐκτάσεώς τινος, ἐμπεριεχομένης ἐντὸς τοῦ δημοσιευθέντος κτηματολογίου, νὰ φέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του ἐντὸς προθεσμίας συντόμου, μετὰ παρέλευσιν τῆς ὁποίας παραγράφεται πᾶσα πραγματικὴ ἀγωγή. Ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας τὸ συμβούλιον ἔθεσε διὰ νὰ γείνῃ ἔναρξις τῶν παραχωρήσεων, εἴτε τῶν φυτειῶν, εἴτε τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ τελειώσουν ὅλαι αἱ δηλώσεις, νὰ γείνουν αἱ καταμετρήσεις, νὰ συνταχθῶσι χωρογραφικὰ σχέδια καὶ πίνακες, νὰ δημοσιευθῶσι καὶ νὰ τεθῶσι προθεσμίαι, διὰ νὰ δυνηθῇ ἕκαστος νὰ φέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἐτροποποιοῦντο οἱ ἀστυκοὶ νόμοι, διότι συνετέμνετο ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς καὶ τὰ λοιπά. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς λίαν οὐσιῶδες, μὲ ἐπησχόλησε πολὺ καὶ τὸ ἐμελέτησα λίαν ἐπισταμένως. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ σύστημα τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας εἶναι τὸ ἀκριβέστερον καὶ τελειότερον, διότι λύει ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἀμφισβητήσεις, καὶ ὁ πολίτης, ὅστις ἤθελε λάβει ἀπὸ τὸ δημόσιον τὸ παραχωρητήριον, ἤθελεν εἶσθαι βέβαιος ὅτι γίνεται τέλειος ἰδιοκτήτης μιᾶς μερίδος ἐθνικῆς γῆς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ καί τοι ἀναγνωρίζων τὸ τέλειον τῶν διατάξεων τούτων, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰς παραδεχθῶ, διότι ἐσκέφθην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε γενικὴ ἡ καταμέτρησις νὰ γείνῃ, οὔτε πίνακες νὰ δημοσιευθῶσιν. Ἕνεκα τούτου σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξα καὶ εἶμαι ἐχθρὸς ὅλων τῶν ἐξαιρέσεων τινῶν διατάξεων, ὁσάκις πρόκειται περὶ κανονισμοῦ ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων. Ἰδοὺ δὲ κατὰ ποῖον τρόπον ἐνόμισα, ὅτι καὶ ἄνευ τούτων δυνάμεθα νὰ προφυλάξωμεν τὸ δημόσιον ἀπὸ πᾶσαν περιπλοκὴν καὶ ζημίαν. Δύο εἰδῶν, καθὼς σᾶς εἶπον, εἶναι αἱ ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ ἐγερθῶσιν ἐκ τῆς παραχωρήσεως ἢ διαθέσεως τῶν γαιῶν, καὶ φυτειῶν, ἡ μία εἶναι ὅταν ἀμφισβητῆται ἡ κατοχὴ μεταξὺ δύο πολιτῶν, καὶ περὶ ταύτης θέλω ὁμιλήσει ἤδη· εἰς τοιαύτην περίστασιν τὸ δημόσιον δὲν χάνει τίποτε, ἐὰν προτιμήσῃ τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον· ἑπομένως τὴν ὁριστικὴν λύσιν τῆς διενέξεως ἀφίνω εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμόδια νὰ ἀποφανθῶσιν, ποῖος εἶναι ὁ κάτοχος τῆς ἀμφισβητουμένης ἐκτάσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ παραχώρησις καὶ ζημιοῦται τὸ δημόσιον τὰς δόσεις τοῦ τιμήματος, τὸ παραχωρητήριον θέλει ἐκδίδεσθαι πρὸς ἐκεῖνον ὑπὲρ οὗ θέλει ἀποφανθῇ μία διοικητικὴ ἐπιτροπή· ἀλλὰ τὸ παραχωρητήριον ὑποχρεώσεις μόνον ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαβόντα, οὐδὲν δὲ χορηγεῖ δικαίωμα διότι, ἐὰν ὁ λαβὼν δὲν εἶναι ὁ νόμιμος κάτοχος, ἐννοεῖται ὅτι ὁ ἕτερος κάτοχος δὲν θέλει τὸν ἀφήσῃ νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ θέλει τὸν ἀναγκάσῃ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι λύεται τὸ ζήτημα, ὅταν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ κατοχῆς μεταξὺ δύω ἐμφυτευτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρουσιάζηται ὁ τυχών, καὶ ζητῇ τὴν παραχώρησιν φυτείας ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, καὶ διὰ νὰ προφυλάξω τοὺς τρίτους καὶ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὲρ προσώπων, ἅτινα δὲν ἔχουν πραγματικῶς δικαίωμα, προσέθηκα εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ὅτι ἐὰν δικαιωθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια ὁ ἕτερος τῶν ἀμφισβητούντων, ὁ λαβὼν τὸ παραχωρητήριον θέλει χάνει ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὄχι μόνον τὴν προκαταβολήν, ἀλλὰ καὶ τὰς ληξιπροθέσμους δόσεις, τὸ δὲ δημόσιον θέλει ἐκδίδει ἕτερον παραχωρητήριον πρὸς τὸν δικαιωθέντα.
§139ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προκαταβολὴ θὰ μένῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου;
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἔρχηται ὁ τυχὼν καὶ δηλόνει φυτείαν τὴν ὁποίαν δὲν κατέχει. — Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμαν νὰ ἐπιμένω καὶ σήμερον εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει. Διότι φρονῶ ὅτι, ὅστις ἀδίκως κάμει δήλωσιν καὶ προκαλεῖ τὴν ἔκδοσιν παραχωρητηρίου, πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς μίαν ποινήν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι μεγάλη καὶ θέλει νὰ τὴν περιορίσῃ εἰς μόνην τὴν ἀπώλειαν τῆς προκαταβολῆς, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς περὶ κυριότητος ἀξιώσεις, ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου.
§141ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν ἐννόησα καλῶς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι καθιεροῦμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἓν εἶδος ἐκτάκτων δικαστηρίων. Νομίζω ὅτι ὁ νόμιμος κάτοχος δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ παραχωρητήριον, ἐγὼ αὐτὸ ἐννοῶ.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ ἐγώ· ἐὰν διά τινα φυτείαν ὑποβληθῇ μία μόνη δήλωσις, τὸ παραχωρητήριον θέλει ἐκδίδοσθαι μετὰ τὴν καταμέτρησιν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὑποβαλόντος τὴν δήλωσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ αὐτὴ φυτεία δηλωθῇ καὶ παρ’ ἄλλου, τὸ δημόσιον θέλει ἐκδώσει τὸ παραχωρητήριον ἐπ’ ὀνόματι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ ἤθελε θεωρήσει δικαιούμενον. Ἀλλὰ τὸ παραχωρητήριον τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα παράγει. Ἐὰν π. χ. πραγματικὸς κάτοχος εἶναι ὁ Α κάμῃ δὲ δήλωσιν καὶ ὁ Β, ὅστις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ μεροληπτοῦσα ἀποφανθῇ ὑπὲρ τούτου καὶ λάβῃ οὗτος τὸ παραχωρητήριον, κατ’ οὐδὲν δύναται οὗτος νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου, διότι ὁ Α θέλει διατηρήσει τὴν κατοχήν του καὶ ὅταν τὸ Δικαστήριον ἀποφασίσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, θέλει ζητήσει ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πρώτου παραχωρητηρίου καὶ τὴν ἔκδοσιν νέου ἐπ’ ὀνόματί του· ὥστε ὁ Β οὐδὲν ὠφελεῖται, ἀλλὰ μάλιστα θέλει χάσει τὴν προκαταβολήν του καὶ τὰς δόσεις.
§143ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγω ὅτι ἀντὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας· ἔχετε ἀντίῤῥησιν, κ. ὑπουργέ;
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§145Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω ἐγώ.
§146ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἓν ἄλλο. Εἴπατε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς θὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἀπὸ τὰ δικαστήρια· τί λέγετε, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ἐξασκῶν τὸ δικαίωμά του νομίμως μετὰ τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς κατοχῆς ὑπὸ ἑτέρου, ὅστις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τοῦ Εἰρηνοδίκου τὴν ἀπόφασιν ἐννοεῖται εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ παραβλέψῃ τὴν ἀπόφασιν;
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ λέγητε ὅτι ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν ὑπάλληλοι, οἵτινες νὰ εἴπουν τὴν νύκτα ἡμέραν.
§148ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἐὰν ἦσθε σύμφωνος νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν τούτοις διὰ τὰς ἀμφισβητουμένας φυτείας τὸ παραχωρητήριον ἐκδίδεται ὑπὲρ τοῦ ἔχοντος τελεσίδικον ἀπόφασιν» διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα κατάχρησις, τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν, νὰ μεταβιβάσῃ τὰ δικαιώματά του· βλέπετε, ὅτι θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα· αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, κύριε Ζέγγελη, δὲν μεταβάλλουν ποσῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων.
§149ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, διῆλθον τοὺς θαλάμους, ἐμέτρησα τοὺς βουλευτὰς καὶ κάμνω τὴν ἔνστασιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· τόσον σοβαρὰ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ διέρχηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§150ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ σημειωθοῦν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλειψαν, διότι ἐδῶ φαίνεται μία ἀπάτη καὶ τὸ ἔκαμαν διὰ νὰ παραλύσουν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§151ΤΙΝΕΣ. Εἶναι μέσα εἰς τὰ δωμάτια.
§152ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν εἶναι, παρετήρησα ὅλα τὰ μέρη.
§153ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, πρὶν ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος προτείνω, ὅσων ἔλειψαν τὰ ὀνόματα τὸ προεδρεῖον νὰ τὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς δήμους αὐτῶν θέλουν νὰ μᾶς παραλύσουν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀπαριθμίσῃ τὰ ὀνόματα ὁ γραμματεὺς, σᾶς παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἐὰν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα δὲν ἔχῃ κατά τινας ἐχθροὺς, ὅλοι σας ὅμως παραδέχεσθε ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει ἐχθρούς· σᾶς παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε ἐὰν αὐτὴ ἡ κατάστασις βοηθῇ ἢ ὄχι τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν. Ἐγὼ σᾶς λέγω αὐτὰ, διὰ νὰ σκεφθῆτε νὰ παύσῃ αὐτὸ ἡ φαινομένη παράλυσις.
§155ΛΕΚΚΑΣ. Πρέπει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ συνεδριάσωμεν καὶ νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον, ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν ἀπουσιαζόντων παύομεν τὰς ἐργασίας.
§156ΔΑΓΡΕΣ. Ὅταν ὅμως ἑκάστοτε παρουσιάζηται ἡ ἔνστασις τῆς μὴ ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδύνατον ὄχι ἐδῶ, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν κόσμον νὰ γίνωνται συνεδριάσεις.
§157ΛΕΚΚΑΣ. Ἢ νὰ ἔλθουν ἢ νὰ μὴν ἔλθουν, ὄχι νὰ λέγῃ τὸ «παρών»· καὶ ἔπειτα νὰ πηγαίνῃ νὰ κυττάζῃ τί γίνεται τὸ ἀμπέλι του.
§158ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γράψητε εἰς τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις βουλευτὰς ὅτι ὀφείλουν νὰ ἔλθουν ἐδῶ διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των, διότι δὲν εἶναι ἀρκετοὶ βουλευταὶ ἐδῶ, λείπουν 50. Τὶ κάμνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνον αὐτὸ θὰ κάμῃ τὸ προεδρεῖον, ἀλλὰ θέλει καὶ δημοσιεύσει τὰ ὀνόματα ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔπαυσεν ἡ συνεδρίασις.
§160ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἴμεθα;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 83 εἴμεθα. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν. Ὥρα 4 παρὰ 20 λεπτά.