| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Μαντζαβίνος. | |
| 10 | Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Δρακοντοειδής. | |
| 11 | Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 12 | Α. Δανόπουλος. | Κ. Πανάρετος. | |
| 13 | Ἰω. Λέκκας. | Θ. Θερμογιάννης. | |
| 14 | Δ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 15 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Σαριγιάννης. | |
| 16 | Π. Πετιμέζης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 17 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 18 | Ἰω. Ῥοϊλὸς. | Σπ. Κοπανίτσας. | |
| 19 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 20 | Κ. Κοσονάκος. | Γερ. Σέρβος. | |
| 21 | Ἰω. Σαφάκας. | Σπ. Βαλαωρίτης. | |
| 22 | Ν. Κατσικαπῆς. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 23 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 24 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἀθ. Κατιβάνος. | |
| 25 | Κ. Γιολδάσης. | Γ. Μαλέας. | |
| 26 | Κ. Λομβάρδος. | Ν. Καρύδης. | |
| 27 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 28 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 29 | Α. Πετραλιᾶς | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 30 | Α. Κατσίνας. | Περ. Μποῦτος. | |
| 31 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἰω. Προβελέγγιος. | |
| 32 | Σπ. Μαλασπίνας | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 33 | Γ. Μ. Βαλιάνος | Κ. Κρίσπης. | |
| 34 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ν. Φαρμάκης. | |
| 35 | Ι. Παΐζης. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 36 | Θρ. Ζαΐμης. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 37 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς. | Κιμ. Χριστοδούλου. | |
| 38 | Γ. Παπαδαῖος. | Δ. Σαράβας. | |
| 39 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Μ. Καπετανάκος. | |
| 40 | Γ. Πεῤῥώτης. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. | |
| 41 | Κ. Δαγρές. | Α. Παπαλέξης. | |
| 42 | Ἰω. Φλέσσας. | Π. Κωνσταντᾶς. | |
| 43 | Ἰω. Μπαλάφας. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 44 | Ν. Ἀγγελίδης. | Ν. Λοῦβρος. | |
| 45 | Ἰ. Πολυλᾶς. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 46 | Ἰω. Τοπάλης. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 47 | Α. Νοταρᾶς. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 48 | Ἀν. Δημητριάδης. | Ἐ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 49 | Ἰω. Δεστούνης. | Θ. Γκίκας. | |
| 50 | Γ. Δ. Γεωργιάδης. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 51 | Ἀ. Χρηστίδης. | Γ. Δυοβουνιώτης. | |
| 52 | Ἀ. Βαφιαδάκης. | Κ. Ζουλούμης. | |
| 53 | Μ. Παρίσης. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 54 | Δ. Πονηρόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 55 | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 56 | Κ. Στεργιαλόπουλος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 57 | Στ. Κοριζῆς. |
1871.01.21
1,913 rows · 15,980 words · 1 table · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 21 Ἰανουαρίου 1871.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 1 Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες βουλευταὶ οἱ ἑξῆς·
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Μεταξᾶς. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Α. Μαντζαβίνος. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Γ. Δρακοντοειδής. |
| Μ. Μ. Καΐρης Ὀρφανός. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Α. Δανόπουλος. | Κ. Πανάρετος. |
| Ἰω. Λέκκας. | Θ. Θερμογιάννης. |
| Δ. Καλλιφρονᾶς. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Σαριγιάννης. |
| Π. Πετιμέζης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Ἰω. Ῥοϊλὸς. | Σπ. Κοπανίτσας. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Κ. Κοσονάκος. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἰω. Σαφάκας. | Σπ. Βαλαωρίτης. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Α. Σταματόπουλος. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἀθ. Κατιβάνος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Γ. Μαλέας. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ν. Καρύδης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Α. Πετραλιᾶς | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Α. Κατσίνας. | Περ. Μποῦτος. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἰω. Προβελέγγιος. |
| Σπ. Μαλασπίνας | Ἰω. Ταταράκης. |
| Γ. Μ. Βαλιάνος | Κ. Κρίσπης. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Ν. Φαρμάκης. |
| Ι. Παΐζης. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Κ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς. | Κιμ. Χριστοδούλου. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Δ. Σαράβας. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Μ. Καπετανάκος. |
| Γ. Πεῤῥώτης. | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. |
| Κ. Δαγρές. | Α. Παπαλέξης. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Π. Κωνσταντᾶς. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Ν. Ἀγγελίδης. | Ν. Λοῦβρος. |
| Ἰ. Πολυλᾶς. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Ἰω. Τοπάλης. | Α. Μισυρλῆς. |
| Α. Νοταρᾶς. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Ἐ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Ἰω. Δεστούνης. | Θ. Γκίκας. |
| Γ. Δ. Γεωργιάδης. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Ἀ. Χρηστίδης. | Γ. Δυοβουνιώτης. |
| Ἀ. Βαφιαδάκης. | Κ. Ζουλούμης. |
| Μ. Παρίσης. | Δ. Κριεζώτης. |
| Δ. Πονηρόπουλος. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ἀθ. Γρηγοριάδης. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Κ. Στεργιαλόπουλος. | Κ. Νικόδημος. |
| Στ. Κοριζῆς. |
Ὁ Γουβέλης ἦλθε καὶ ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι παρών.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ, κύριοι· (ἀναγινώσκονται) Εἶναι ἀντίῤῥησις, κύριοι, εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται. Κύριοι, χθὲς τὸ προεδρεῖον ἐκάθισε εἰς τὴν 1 μ. μ. καὶ ἀνεγνώσθη ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀπαρτία, διελύθη ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δημοσιευθῇ ὁ κατάλογος τῶν παρόντων καὶ ἀπόντων, διότι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ λυπηροῦ συμβάντος τοῦ θανάτου τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης Ἰω. Παπατσώνη, καὶ ὅσοι ἔλειψαν, ἔλειψαν διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ συνεδρίασις. Τὸ προεδρεῖον ὅμως ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναβάλῃ τὴν συνεδρίασιν· ἑπομένως ἐρωτῶ, ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχηται νὰ μὴ τυπωθῶσι τὰ ὀνόματα, καὶ ἑπομένως ἡ χθεσινὴ ἡμέρα νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφιερωθεῖσα εἰς τὴν μνήμην τοῦ συναδέλφου ἡμῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα!
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι, κύριοι, δύο ἀναφοραὶ, μία τοῦ κυρίου Λύρη, ζητοῦντος νὰ καταταχθῇ ὡς στενογράφος εἰς τὴν Βουλήν. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον προτάσεως εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ προεδρεῖον δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἀνάγκην.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία ἑτέρα αἴτησις τοῦ κ. Ζώτου, διδασκάλου Ἠπειρώτου ἐπικαλουμένου μίαν πρόνοιαν· νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς παιδείας.
§9ΕΤΕΡΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον, διὰ νὰ κάμῃ μίαν ἐπερώτησιν.
§11ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόμισα, κύριοι, ἀνάξιον τῆς σπουδαιότητος τῆς παρούσης συζητήσεως νὰ ζητήσω δι’ ἐπερωτήσεως πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς τῶν διαδοχικῶν κυβερνήσεων περὶ ζητήματος ἐπίσης σπουδαιοτάτου, ὡς θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν δημοσιότητα, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οἱ πάντες πρέπει νὰ γνωρίζητε τὰς πληροφορίας. Πρόκειται περὶ τῶν Λαυριακῶν, τοὐτέστι περὶ τῶν τριῶν δασικῶν περιφερειῶν ἐκτάσεως 70,000,000 κυβικῶν τόνων ἐδάφους ἐπὶ ἐκτάσεως 14,000,000 στρεμμάτων γῆς. Ἀπευθύνω λοιπὸν ἐπερώτησιν μετὰ παρακλήσεως εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς τριῶν διαδοχικῶν κυβερνήσεων περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ περὶ τοῦ τί ἐνήργησαν ἐπὶ τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης ὑποθέσεως· τί δὲ ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις εἶχεν ἀποσταλῆ καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὰ διάφορα αὐτὰ χώματα ποσόν τι πρὸς ἐκκαμίνευσιν. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὀλίγας τινὰς πληροφορίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὸς τὴν Βουλὴν τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πρὸ μηνὸς περίπου ἔντιμα μέλη τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου μοὶ εἶχον κάμει τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀναθέσουν νὰ εἰσαγάγω ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ πεντακισχιλίων πολιτῶν Ἀθηναίων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Πρὶν λοιπὸν πράξω τοῦτο καὶ εἰσαγάγω τὴν ἐνεργουμένην ἤδη καὶ περὶ τὸ τέλος οὖσαν ἀναφορὰν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθὼς καὶ ἰδίας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συγκρούσεως δικαιωμάτων κεκτημένων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα, κ. Μιχαλόπουλε, ἀναπτύσσετε τὴν ἐπερώτησίν σας ἐκτενέστερον.
§13ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ, τότε παρακαλῶ μόνον νὰ προσδιορίσετε μίαν ἡμέραν.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ζητεῖτε νομίζω, κ. βουλευτὰ, τί ἔγεινε διὰ τὰς σκωρίας ἐκείνας, τοὐτέστι περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου ἐπὶ σκωριῶν, κειμένων εἰς τὰ μέρη αὐτά.
§15ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σκωριῶν, χωμάτων.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς μερικὰ μέρη ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ δημόσιον καὶ ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς, τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθησεν ὁ κ. Χρηστίδης.
§17ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύναμαι νὰ δώσω σήμερον ἢ ἄλλοτε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ σήμερον, ἢ ἄλλην ἡμέραν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ἄλλην ἡμέραν.
§20ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δευτέραν λοιπὸν, παρακαλῶ δὲ τοὺς ὑπουργοὺς, ἕως τὴν δευτέραν νὰ ἦναι ἕτοιμοι, συγχρόνως δὲ νὰ προσαχθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐφετείου.
§21ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ σήμερον ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τοῦτο.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ μᾶς δώσητε μίαν διασάφισιν, κύριε Μιχαλόπουλε, ἐὰν ἐννοῆτε τὰς σκωρίας διὰ τὴν δίκην, ἥτις ἀπεφασίσθη, ἢ ἐννοεῖτε τὰ χώματα τὰ ἀνακαλυφθέντα ἐσχάτως πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὁποίων διωρίσθη ἐπιτροπὴ, ἥτις εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται.
§23ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὰ τὰ τελευταῖα ἐννοῶ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κεχαγιᾶ πρὸς τὴν πρώην κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἔχει τις τὸν λόγον;
§25ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος....
§26ΤΙΝΕΣ. Ὁ ἐπερωτῶν λαμβάνει τὸν λόγον πρῶτος.
§27ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρώτην ἤδη φορὰν, κύριοι, παρουσιάζεται τοιοῦτον ζήτημα ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ πολιτεύματός μας, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ μεθ’ ὅλης τῆς ἀταραξίας καὶ μετριοπαθείας, ἵνα ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως προκύψῃ ἡ ἀλήθεια πρὸς φωτισμὸν καὶ ἡμῶν τῶν πολιτευομένων καὶ τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις μας, ἰδίως δὲ, ἐὰν οἱ λόγοι μας συμφωνοῦσι πρὸς τὰς πράξεις μας· διότι δυστυχῶς παρετηρήθη εἴς τινας τῶν πολιτικῶν, ὅτι ἄλλα κηρύττουσιν, ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ ἄλλα πράττουσιν ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν· ὡς ἂν ἡ ἐξουσία ἦναι ἡ μυθολογουμένη Κίρκη, ἥτις ἠλλοίωνε τοὺς προσερχομένους εἰς αὐτήν. Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι ἡ κρίσις μου περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτικῶν τούτων ἀνδρῶν, δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ κανὲν προσωπικὸν αἴτιον· ἀπεναντίας λυποῦμαι, ὅταν βλέπω ὀλισθήματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, διότι πᾶσα ἔκπτωσις αὐτῶν εἶναι ζημία τοῦ ἔθνους. Ὁ κ. Δεληγεώργης ὁ πρώην πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι πολιτικὸς φίλος μου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μὲ συνδέει μὲ αὐτὸν ἰδιαιτέρα φιλία καὶ σχέσις· ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐφαρμόζων, ὅταν ἔρχηται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὅ,τι πρὸ τόσων ἐτῶν ἐπαγγέλλεται; καὶ τί ἐπαγγέλλεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν, τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον τέλος πάντων πρέπει νὰ κατασταθῇ μία ἀλήθεια· καὶ ἐπερίμενον λέγω νὰ ἴδω ἐφαρμοζόμενα τὰ κηρύγματά του. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι πολλὰ ἐθεωρήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ ὡς προσκόμματα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργείαν τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ συστήματος· ἀνέλαβε τῷ ὄντι τὴν πρωτοβουλίαν ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ σύμβουλος τοῦ νεαροῦ ἡγεμόνος, διότι ἐπηρέαζεν, ὡς ἔλεγε, τοὺς ἀντιπροσώπους χάριν συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας· ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ καταργηθῇ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὡς ξένον νομοθέτημα, καὶ ὡς παρεμβάλλον προσκόμματα εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἐρχόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἴδῃ (τί λέγω νὰ ἴδῃ;) νὰ ψηλαφήσῃ τὴν αὐτοδιοίκησιν, τουτέστι τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ὑπὸ καθαρὰν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, καθαρωτέραν ὅλων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, καὶ τῆς τοῦ κυρίου Βούλγαρη, καὶ τῆς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, καὶ τῆς τοῦ κυρίου Ζαΐμη, τὰς ὁποίας, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, εἶπε πλειστάκις ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰς ἠνέχθη χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Λοιπὸν δὲν ἔχω δίκαιον, δὲν ἔχετε καὶ ὑμεῖς δίκαιον, καὶ πᾶς τις νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην, ὅ,τι ὁ ἴδιος ἐκήρυττε; Πᾶν ἄλλο, κύριοι, ἐπερίμενον παρὰ νὰ ἴδω τὸν κ. Δεληγεώργην πολιτευθέντα ἀντικοινοβουλευτικῶς, καὶ διὰ τοῦτο προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὑποστηρίζων τὸν ἔντιμον βουλευτὴν κ. Δαγρὲν, νὰ ὑποβάλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη δὲν διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν κοινοβουλευτικῶς. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι χωρίζω τὸ σημεῖον τοῦ διορισμοῦ του ἀπὸ τὸ σημεῖον τῆς διαχειρίσεώς του· καὶ τὰ χωρίζω, κύριοι, ἵνα μὴ μὲ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς προσβάλλει τὰ δικαιώματα τοῦ βασιλέως. Ὄχι, κύριοι, ἠθέλατε μὲ ὑποθέσει γελοῖον, ἂν διενοούμην νὰ προσβάλω εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας. Τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ δὲν ἀφοροῦν τὰ πρόσωπα τὰ καθήμενα ἐπὶ τὸν θρόνον, ἀλλὰ ἀφοροῦν αὐτὸ τὸ συμφέρον, κύριοι, τῆς πολιτείας. Οὐδεὶς δὲ φρονεῖ, ὡς πιστεύω, ὅτι τὰ χορηγηθέντα εἰς τὴν Βασιλείαν προνόμια ἐχορηγήθησαν ἐκ χάριτος πρὸς τὰ πρόσωπα ἢ τὰς οἰκογενείας τῶν Βασιλέων· ὄχι, κύριοι, ἐχορηγήθησαν διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ εὐδαιμονία τοῦ τόπου· πῶς λοιπὸν ἠδυνάμεθα κἂν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι εἴτε ἐγὼ, εἴτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα; Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι τοὺς μὲν λόγους τῆς ἐξόδου μου ἐκ τῆς ἐξουσίας δύναμαι νὰ τοὺς ἐκθέσω, εἶναι κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἀλλὰ τοὺς λόγους τῆς εἰσόδου μου δὲν δύναμαι, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἢ ἡ ἐκπροσωποῦσα τὸν Βασιλέα κυβέρνησις τὸ ἐπιτρέψῃ. Κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. Δεληγεώργης ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν κ. Δεληγεώργην νὰ εἴπῃ λόγους, οἵτινες ἐῤῥέθησαν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ αὐτοῦ, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης νομίζῃ ἐν τῇ φρονήσει του, ὅτι δύναται· καὶ τότε θὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ὅταν βλέπῃ, ἀδείᾳ πάντοτε τοῦ Ἡγεμόνος, ὅτι ὠφελεῖ τὴν πολιτείαν καὶ δὲν τὴν βλάπτει. Ἑπομένως, νομίζω, ὑπέθεσεν, ὅτι ἐγὼ ἀπαιτῶ νὰ μάθω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκλήθη καὶ ἀνεδέχθη τὴν ἐξουσίαν· ὄχι, εἶναι ἐλεύθερος, ἢ νὰ τοὺς ἐκθέσῃ ἢ νὰ μὴ τοὺς ἐκθέσῃ. Τί λοιπὸν ἐγὼ προτείνω νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ; ἐὰν, ἀφοῦ ἐδέχθη τὴν ἐξουσίαν, ἐπολιτεύθη κοινοβουλευτικῶς ἢ ὄχι. Βλέπετε, διαφέρει τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο· ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο, ὄχι τὸν κ. Δεληγεώργην, τὸν εὑρισκόμενον εἰς μικροσκοπικὴν μειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ καλέσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς ἀκόμη τοῦ περιβόλου τούτου, ἀρκεῖ ὁ καλούμενος νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ πολίτου Ἕλληνος· ἑπομένως δὲν τὸν κατακρίνω, οὔτε τὸν κατέκρινα, διατὶ νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν· ἦτο δικαίωμά του· ἀλλὰ μετὰ τὴν παραδοχὴν τὸν κατακρίνω, ὅτι δὲν ἐπολιτεύθη κοινοβουλευτικῶς· ἐνῷ ὁ Βασιλεὺς ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐξουσίαν καὶ οὗτος ἐδέχθη τὸ ὑπουργεῖον, ἔπραξεν οὗτος πρὸς συμπλήρωσιν πᾶν ὅ,τι ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ κατασταθῇ ἡ Κυβέρνησίς του κοινοβουλευτική; Τί δὲ θὰ θὰ εἴπῃ, κύριοι, κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις; ἐννοεῖται Κυβέρνησις, ἥτις ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ ὁ κ. Χρηστίδης εἶπε, τί ζητεῖτε κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα; ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας Ἠπειρωτικὰς ἐπικρατείας· μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουν, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν, διότι τὸ σύνταγμα δὲν εἶναι γραπτόν· ἡ Βουλὴ εἶναι ὡς ἄλλη Συνέλευσις, ἑπομένως δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἔχῃ περιορισμόν τινα, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν τὸ Σύνταγμα. Δὲν ὑπάρχει, κ. Χρηστίδη, τῷ ὄντι φρονεῖς, κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον; ἐγὼ λέγω ὑπάρχει καὶ τὸ βλέπω ἐφαρμοζόμενον καθ’ ἑκάστην· πότε ὅμως; παρούσης τῆς Βουλῆς. Πιστεύει ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἀπολαμβάνῃ, παρούσης τῆς Βουλῆς, τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς; βεβαίως ὄχι· καὶ ἀπόδειξις τρανὴ εἶναι ὅτι ἅμα συνεκαλέσθη ἡ Βουλὴ, τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη βλέπον ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης σας, ἀπεχώρησεν. Ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καμμία διάταξις ὁρίζουσα, ὅτι «πᾶν ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς;» Βεβαίως ὄχι· καὶ ἐντούτοις γίνεται. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἔθιμον αὐτό; δὲν καθιερώθη; δύναται ἄλλως πως νὰ γείνῃ εἰς τὴν πρακτικήν; Λοιπὸν καθιερώθη καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ἔθιμον τοῦτο, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἤθελεν εἶσθαι τὸ Σύνταγμα χίμαιρα. Ἐκτὸς ἐὰν φρονῇ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ, «κύριοι, ἢ μοὶ χορηγεῖτε τὴν ἐμπιστοσύνην σας ἢ ὄχι, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως.» Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, κύριοι, πρέπει νὰ καταλήξῃ, ἐὰν πρεσβεύῃ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι δὲν καθιερώθη παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν τοιοῦτον ἔθιμον. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἔθιμον τοῦτο ἰσχύῃ, ἐν ὅσῳ μόνον εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, καὶ ὅταν ἀπουσιάζῃ, δὲν ἰσχύῃ, τότε ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν τρεῖς μῆνας, καὶ Κυβέρνησιν μὴ κοινοβουλευτικὴν ἐννέα μῆνας· οὕτω πως ἐννόησαν οἱ πληρεξούσιοι, ὅταν συνέταττον τὸ πολίτευμά μας; βεβαίως ὄχι. Σᾶς εἶπον λοιπὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἀντικοινοβουλευτικῶς, ὄχι ἀντισυνταγματικῶς· καὶ διαφέρει τοῦτο· διότι τὸ Σύνταγμα τῷ ὄντι δὲν περιέχει διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογή του δὲν δύναται ἄλλως πως νὰ γείνῃ παρ’ ὅταν εἰς τὴν Κυβέρνησιν χορηγῇ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Πῶς γίνονται, κύριοι, αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις; βεβαίως ἡ καθαρωτέρα κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑποδεικνυομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καλεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ δύναται νὰ γείνῃ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον· δύναται ἡ σήμερον εὑρισκομένη μειονοψηφία νὰ μεταβληθῇ εἰς πλειονοψηφίαν· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπῆρχε, τότε ποτὲ αἱ κυβερνήσεις δὲν θὰ ἔπιπτον κοινοβουλευτικῶς. Λοιπὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται ἓν ὑπουργεῖον, μὴ ἔχον μίαν ἡμέραν τὴν πλειονοψηφίαν, μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν, νὰ τὴν ἔχῃ. Ἀλλὰ, ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ὑπάρχει καὶ ἄλλος, νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή· γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπολαύσῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς λέγει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, διότι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν μοὶ χορηγεῖ τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἡ Βουλὴ αὕτη σήμερον δὲν ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ, καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν ἡ Μεγαλειότης σας κρίνῃ καλὸν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου νὰ διαλύσῃ τὴν ὑπάρχουσαν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὁ λόγος, κύριοι, περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μικράν τινα παρέκβασιν· διαλύονται τῷ ὄντι αἱ Βουλαὶ εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη, ἀλλὰ δὲν διαλύονται χάριν προσωπικῶν λόγων, διαλύονται χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας ταύτης, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὴν μητέρα τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν. Ἐνθυμοῦμαι δύω διαλύσεις εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν· μίαν κατὰ τὰ 1852 καὶ μίαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ποία ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1852 ἐν Ἀγγλίᾳ; οὐδεὶς ἄλλος λόγος παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Παρουσιάσθη ἰσχυρὰ μερὶς ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ἥτις ἐπρέσβευεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην. Μερὶς ἀντίθετος, ἡ ἐξουσία, διϊσχυρίζετο, ὅτι οὐχὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἡ ἀντίθετος ἀρχὴ, τουτέστι ἡ προστασία δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὴν ἐπικράτειαν. Ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ὑπερίσχυσεν· ἔχασε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ παρεκατέθεσε τὴν παραίτησίν του, παραστῆσαν συνάμα εἰς τὴν Βασσίλισαν, ὅτι, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, θὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Ἑπομένως συνεβούλευσε τὸ στέμμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, ἐὰν παραδέχηται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ οὐχὶ τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ὑπεστήριζεν. Ἐγένετο ἡ διάλυσις, ἤρχισεν ὁ ἐκλογικὸς ἀγών· παρουσιάζονται δύω πολιτικαὶ μερίδες εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἡ μία ἔλεγεν, ἐὰν μ’ ἐκλέξητε, θὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἡ ἑτέρα ἔλεγεν, ἐὰν δώσητε τὰς ψήφους εἰς ἐμὲ, θὰ ὑποστηρίξω τὸ ἀντίθετον, τουτέστι τὴν προστασίαν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τοιουτοτρόπως ὁ λαὸς ἐκαλεῖτο νὰ ψηφοφορήσῃ ὄχι πρόσωπα, ἀλλ’ ἰδέαν, ἐκεῖνο δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ὅτι ἤθελεν ὠφελήσει τὴν πατρίδα του, καὶ βεβαίως ἰδέαν ἐψηφοφόρει, ἐὰν ἔδιδε τὴν ψῆφόν του εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέσχετο, ὅτι γενόμενος βουλευτὴς θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν προστασίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὁ ἄλλος δίδων τὴν ψῆφόν του εἰς τὸν ὑποψήφιον, ὁ ὁποῖος ὑπέσχετο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ αὐτὸς ἐπίσης ἰδέαν ὑπεστήριζε· λοιπὸν, ἐννοῶ τοιαύτην διάλυσιν. Ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις ζητῇ πράγματα κατὰ τὴν κρίσιν της, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βλάψωσι τὸν τόπον, ἡ δὲ συμπολίτευσις, ἡ Κυβέρνησις, ἀποκρούει τὰ τοιαῦτα, τίς θέλει δικάσει; τὸ ἔθνος· καὶ διὰ τοῦτο γίνεται ἡ διάλυσις, καὶ τότε ὁ λαὸς δὲν ψηφοφορεῖ, ὅπως σᾶς εἶπον, πρόσωπα, ἀλλὰ ψηφοφορεῖ ἰδέαν. Τὸ αὐτὸ, κύριοι, ἔγεινε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν πάλιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅταν ἐγένετο πρότασις περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι· διότι ἐκεῖ εἶναι περιωρισμένον τὸ δικαίωμα, καὶ εἰς τοὺς ἐκλεξίμους καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· πρέπει νὰ ἔχουν ὡρισμένον τίμημα. Παρουσιάσθη ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ εἶπε· προτείνω νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα, τουτέστι νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ τίμημα, καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται βουλευταὶ, καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουν. Ἡ κυβέρνησις ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, φρονοῦσα ὅτι, ἐὰν δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς πολίτας μὴ ἐκτιμῶντας τὴν ψῆφον, δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν τὰ σκέπτωνται, νὰ βουλεύωνται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Βλέπετε ὅτι καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη ἐπεδίωκον τὸ καλὸν τοῦ τόπου μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ μὲν μία ἐφρόνει, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ καλὸν, ἡ δὲ ἄλλη διὰ τοῦ ἑτέρου τρόπου. Τότε, τὸ ἐννοῶ, ἔρχεται ὁ πολίτης νὰ δικάσῃ, δίδων τὴν ψῆφόν του εἴτε εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν μίαν ἰδέαν, εἴτε εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἑτέραν. Εὔχομαι δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτοι λόγοι νὰ ὑπαγορεύουν τὰς διαλύσεις τῶν Βουλῶν· καὶ ἑπομένως οἱ πολιτευόμενοι νὰ μὴ δύνανται νὰ λέγουν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅτι διὰ νὰ δεχθῶ τὴν ἐξουσίαν ἢ διὰ νὰ μείνω εἰς αὐτὴν, ἔχω ἀνάγκην τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τόσῳ δὲ περισσότερον εὔχομαι τοῦτο, καθόσον μόνον οὕτω θὰ καταστήσωμεν ἀλήθειαν πραγματικὴν τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἐξάσκησιν καὶ αὐτῶν τῶν προνομίων τῆς βασιλείας. Ὁ Βασιλεὺς, κατὰ τὸ Σύνταγμά μας, ἐὰν ἔχῃ ἄπειρα δικαιώματα, ἔχει καὶ ἕνα περιορισμὸν, τὸν περιορισμὸν ὅτι οὐδὲν Διάταγμα, οὐδεμία πρᾶξις ἰσχύει ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Βλέπετε, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμά μας αἱ χεῖρες τοῦ Βασιλέως εἰσὶ δεδεμέναι καὶ μόνη ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν τὰς λύει, διὰ νὰ ὑπογράψῃ, ἐννοεῖται, τὸ καλόν· καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς λέγουν ὅτι ἡ συνταγματικὴ Βασιλεία εἶναι ἡ πηγὴ παντὸς καλοῦ· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι θεωρία, εἶναι πρᾶγμα ἐφαρμοζόμενον εἰς τὸν ἰδικόν μας Ἡγεμόνα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, κατὰ τὸ 1867, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὡς ὑπουργός, ἑπομένως ὡς σύμβουλος τοῦ στέμματος, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ ἔλαβον τὸ θάῤῥος ταπεινῶς νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα μας παρατηρήσεις τινάς· εἰς ἀπάντησιν, κύριοι, ἠξεύρετε τί μοὶ εἶπεν; ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τί νὰ κάμω, ἄλλοι μοὶ ὁμιλοῦν δεξιά, ἄλλοι ἀριστερά, ἀλλὰ νὰ ἦσαι βέβαιος, μοὶ προσέθηκεν, ὅτι θὰ πράξω ὄχι κινούμενος ἀπὸ προσωπικόν τινα λόγον, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου μόνον τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Λοιπὸν ἐκεῖνοι εἶναι ὑπεύθυνοι, οἵτινες ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Βασιλέα οἱανδήποτε συμβουλήν· δὲν ἀπαλλάττονται δὲ τῆς εὐθύνης διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἐκ καλῆς προαιρέσεως ἢ προθέσεως συνεβούλευσαν οὕτω· καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν συνεβούλευσαν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ διάλυσις ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἡ πεποίθησίς των ἀπεδείχθη ἐσφαλμένη ἢ πεπλανημένη, αὐτοὶ εὐθύνονται. Ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶπε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐδέχθην, ἑπομένως συνταγματικώτατα, κοινοβουλευτικώτατα διεχειρίσθην τὴν ἐξουσίαν καὶ εἶναι ἄδικος ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει σήμερον νὰ ῥίψῃ, ὅτι δῆθεν διεχειρίσθην ἀντικοινοβουλευτικῶς τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι, κύριοι, λόγος αὐτὸς, ὅστις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάχρησιν, τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν κυβέρνησιν αὐτήν; Αὐτὸς ὁ λόγος ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἀπὸ πάντα πολίτην καλούμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ δεχόμενον· θὰ δικαιολογηθῇ, ὅταν ἀποδείξῃ τοῦτο, ὅτι εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ ἔχει συνάμα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἐνόσῳ δὲν ἀποδείξῃ τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν κοινοβουλευτικῶς. Τί ἔπραξεν ὅμως ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη; Ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐδέχθη· ἀλλὰ συνεπλήρωσε τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταστήσει τὴν κυβέρνησίν του κοινοβουλευτικήν; Ὄχι· διότι οὔτε τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐζήτησεν, οὔτε τὴν διάλυσιν ἡμῶν· μᾶς εἶχε μόνον, ἂς τὸ εἴπω, ὡς ἄλλους ὑποδίκους· διότι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἔλεγεν ὅτι θὰ διαλυθῇ, ἢ δὲν θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἐνῷ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἅμα ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἓν ἐκ τῶν δύο ἔπρεπε νὰ κάμῃ· ἢ, ἐὰν ἐφρόνει ὅτι δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ ζητήσῃ τὸ ταχύτερον νὰ τὴν συγκαλέσῃ, ἢ, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, ἀμέσως, κύριοι, νὰ τὴν διαλύσῃ· διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις, ὅπως σᾶς εἶπον, κοινοβουλευτικὴ, ἔχουσα ἀπέναντί της μίαν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐγνώριζεν ὅτι δὲν τῷ χορηγεῖ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐνῷ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, μόνον ὅταν διαλυθῇ, διότι τότε ἔχει ἀπέναντι τὸ ἔθνος, τοῦ ὁποίου περιμένει τὴν ἐτυμηγορίαν, τουτέστι τοὺς νέους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χορηγήσωσι ἢ νὰ μὴ χορηγήσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην. Ἔπραξε κανὲν ἐκ τῶν δύο; Ὄχι. Οὔτε τὴν διέλυσεν, οὔτε τὴν συνεκάλεσεν. Ἀπεναντίας τὴν ἀνέβαλε, καὶ ἐπὶ τέλους οὔτε ἐνεφανίσθη εἰς αὐτήν· εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς Βουλῆς ἔγειναν ἄφαντοι οἱ ὑπουργοί. Καὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν τὸ βλέπω πρώτην φορὰν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Καὶ εἰς τὰ 1866 συνέπεσεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ τρία ἄλλα μέλη τοῦ ἰδίου ὑπουργείου ἐπὶ 6 μῆνας νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἅμα ἐνεφανίσθη ἡ Βουλή, ἔγειναν ἄφαντοι. Λοιπὸν θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει σχολὴ, ἡ ὁποία πρεσβεύει ὅτι παρούσης τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὰς κυβερνήσεις· ἀπουσιαζούσης δὲ τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κυβερνήσεις μὴ διαφερούσας ἀπὸ τὰς καθαρῶς δεσποτικάς· διότι εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη ἀπαιτεῖται μόνη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ εἰς τὰ συνταγματικὰ, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως καὶ ἡ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· καὶ μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι πολυτέλεια τὸ τοιοῦτον, τὸ νὰ ἔχωμεν δηλαδὴ κοινοβουλευτικὰς κυβερνήσεις. Ὄχι, ὅπως τὰ προνόμια τῆς βασιλείας ἐχορηγήθησαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν βουλευτικῶν σωμάτων ἐχορηγήθησαν χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας. Ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον, κύριοι, τὸ ἐννοεῖτε οἴκοθεν. Ὅταν μία κυβέρνησις ᾖναι κοινοβουλευτικὴ, τουτέστιν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους δύναται πολὺ εὐκολώτερον, πολὺ ἐπιτυχέστερον νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἑπομένως νὰ φέρῃ τὸ καλόν· ἀπεναντίας μία κυβέρνησις ἐφήμερος, ὅπως ᾖναι αἱ σχηματιζόμεναι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, κρατοῦσα τὰ πάντα μεταίωρα, καὶ αὐτὰ τὰ ὄργανά της δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εὐπειθῆ καὶ πρόθυμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της. Μὴ νομίζετε δὲ ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὀλίγον ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔβλαψε τὴν Τράπεζαν.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ μὲ τὴν Τράπεζαν ὅλαι αἱ τάξεις τῆς βιομηχανίας, τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου εἶναι συνδεδεμέναι. Λοιπὸν περαίνων τὸν λόγον μου καὶ περιμένων ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους τοὺς ἐναντίους, διϊσχυρίζομαι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἀντικοινοβουλευτικῶς. Θεωρῶ, κύριοι, ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δεληγεώργης προχθὲς σχεδὸν τὸ ὑπέδειξεν, ὅτι τότε θὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, ὅταν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ. Διὰ τῆς σκοτεινῆς αὐτῆς φράσεως ὁ κ. Δεληγεώργης ἄφησε νὰ ἐννοῆται κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξήγησε καλῶς. Λέγεται, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης θέλων νὰ καταστήσῃ τὴν κυβέρνησίν του κοινοβουλευτικὴν, ἔλαβε τὰ μέτρα του νὰ μὴ κατακριθῇ μίαν ἡμέραν ὡς ἀντικοινοβουλευτικὸς ἀνήρ· ἐζήτησε, λέγουν, δὲν τὸ ἠξεύρω, τὴν διάλυσιν, καὶ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν. Κύριοι, δὲν τὸ πιστεύω τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὁ κ. Δεληγεώργης, φρονῶ, ὅτι εἶναι κατακριτέος διττῶς, ὄχι μόνον διότι ἀντικοινοβουλευτικῶς διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐσεβάσθη τὰ βασιλ. προνόμια. Τὰ βασιλικὰ προνόμια δὲν ὑπόσχονται, δὲν δίδονται ἐκ προκατοβολῆς δὲν προεξοφλοῦνται, ἂς μεταχειρισθῶ λέξιν ἐμπορικήν, ἀλλὰ γίνεται χρῆσις αὐτῶν, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτῇ. Τοῦτο ἂν ᾖναι ἀληθὲς, κύριοι, εἶναι ἔτι χειρότερον διὰ τὸν κ. Δεληγεώργην· ὑποθέτει, ὅτι ὁ ἡγεμὼν, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, θὰ τὴν ἀρνηθῇ· ἀμφέβαλε δηλ. ὅτι ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη διαλύσεως, καὶ τὴν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, ὁ βασιλεὺς ἤθελε παραβλέψει τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, εἶναι ἔτι χειρότερον. Περιμένω ν’ ἀκούσω λοιπὸν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Δεληγεώργης, οὕτω πολιτευθεὶς, φρονεῖ ὅτι ἐγὼ ἔχω ἄδικον, ὅτι δηλαδὴ τὸν ἀδικῶ καταμεμφόμενος αὐτοῦ, ὅτι ἐπολιτεύθη ἀντικοινοβουλευτικῶς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστίδης ἔχει τὸν λόγον.
§31ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Παρνασσίδος, ὅστις μὲ προκαλεῖ νὰ τὸν πληροφορήσω διατὶ διεχειρίσθην τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ 5 σχεδὸν μῆνας ἀντικοινοβουλευτικῶς. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι πολὺ λυποῦμαι ὄχι δι’ ἐμαυτὸν, ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι, ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχῃ τῷ ὄντι κοινοβουλευτικὰς ἰδέας, αἱ ἰδέαι του αὗται ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ζημιωθῶσι καὶ δὲν θὰ ὠφεληθῶσι. Καὶ διὰ νὰ τὸ πιστεύσῃ, τὸν ἐνθυμίζω εὐθὺς ἀμέσως τὸ τὶ εἶπεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, παρουσιαζόμενος σήμερον ὡς ὁ ῥήτωρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος καὶ ὡς ὑπερασπιστὴς αὐτοῦ, ὡς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι τοσοῦτον διαπερασμένος ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ τὰ γενόμενα ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ, πάντων τῶν ἄλλων σιωπώντων, μόνος ἐμφανίζεται, ὑβριστὴς μάλιστα τῶν ἄλλων. Τὸν ἐνθυμίζω, λέγω, τὸ τὶ εἶπεν ἐν ἀρχῇ, ὁποίαν ἀρχὴν ἐσύστησεν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοῦ, ἀρχὴν βεβαίως ἀντικοινοβουλευτικὴν, τὴν ὁποίαν, ὅλα τὰ κόμματα ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι, πρὸς τιμήν των τὸ λέγω, ἀπέκρουσαν πάντοτε, ὅτι δηλ. ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δύναται νὰ σχηματίζῃ ὑπουργεῖα παραλαμβάνων ἔξωθεν καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ κοινοβουλίου τοὺς πρωθυπουργοὺς πρὸς σχηματισμὸν αὐτῶν. Αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Κεχαγιᾶ εἶναι συγκεχυμέναι, διότι ποτὲ βεβαίως δὲν τὰς ἐπρέσβευσε ἐνασχολούμενος εἰς ἄλλην ὕλην· δὲν ἔλαβε ποτὲ ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ οὔτε τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, οὔτε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν. Ὑπάρχει εἷς κυκεὼν εἰς τὴν κεφαλήν του, κυκεὼν σχηματισθεὶς, ἐκ τοῦ ὅτι ἐπεσώρευσεν εἰς αὐτὴν διὰ μιᾶς σήμερον, πρώτην φορὰν, ὁπότε τῷ ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἀπείρους ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε εἰς κατάστασιν εἶναι νὰ χωνεύσῃ, οὔτε εἰς κατάστασιν εἶναι νὰ ἐκθέσῃ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ μεταβάλῃ εἰς κατηγορητήριον.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ πράγματα ἐλᾶτε.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔκαμε κάλλιστα, κύριοι, προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου του νὰ θελήσῃ νὰ καθαρίσῃ τὴν γνώμην σας ἀπὸ πάσης ὑποψίας, ὅτι καταφερόμενος ἐναντίον μου ἐπὶ ἐλλείψει κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς, δηλαδὴ ἐπὶ ἐλλείψει πολιτικοῦ χαρακτῆρος, ἐπὶ ἐλλείψει εἰλικρινείας, ἐπὶ ἐπιορκίᾳ, δὲν τὸ πράττει, διότι ἔχει κανὲν συμφέρον ἐναντίον μου, οὔτε διότι αἰσθάνεται καμμίαν ἀγανάκτησιν. Ἔκαμε κάλλιστα, κύριοι, καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ἐννοεῖτε ἤδη, ἂν καὶ δὲν τὸ ᾐσθάνθητε τότε· διότι ἴδετε κατόπιν πόσον πικρὰ ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσά του. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὑπελάμβανον ὅταν ἦλθον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἐπὶ χρόνον πολὺν μετὰ τοῦτο, καὶ ἐγὼ ὑπελάμβανον τὰς περιποιήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας ὡς περιποιήσεις εἰλικρινεῖς, τὰ συγχαρητήρια, καὶ τὴν προσφορὰν τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν πολλάκις, καὶ τὸν εὐγνωμονῶ, ἠθέλησε νὰ μοὶ προσφέρῃ.
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐθεώρησα, λέγω, κύριοι, ὡς ἔγκρισιν τῆς διαγωγῆς μου, τὴν ἐθεώρησα ὡς συγκατάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κεχαγιᾶ ἐπὶ τῇ ἐλεύσει μου εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπίστευα ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν δυσηρεστήθη ἰδὼν ὅτι, τοῦ Βασιλέως εὑρεθέντος εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ παραιτηθὲν ὑπουργεῖον, προσέφυγεν εἰς ἐμὲ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐκ τῆς μειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου εἰς τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ. Ἀλλ’ ἤδη ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἐπλανήθην. Μ’ ἐκατηγόρησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὅτι ἄλλα λέγω καὶ ἄλλα πράττω, ὅτι πάντοτε ἐπαρουσιάσθην εἰς τὸ κοινὸν ὡς ὑπερασπιστὴς τῶν θεσμῶν, ὅτι πάντοτε ἐζήτησα τὴν αὐτοδιοίκησιν, ὅτι πάντοτε κατεδίωξα πᾶν ὅ,τι προσέβαλλε τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὅτι προσερχόμενος εἰς τὰ πράγματα ἐλησμόνουν ἐμαυτὸν, καθὼς ἐλησμόνησαν ἑαυτοὺς οἱ μυθολογούμενοι τοῦ Ὀδυσσέως ὀπαδοὶ, προσελθόντες δὲν ἠξεύρω εἰς τίνα νῆσον. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, ὅλαι αὗται αἱ προδοσίαι, τὰς ὁποίας μοῦ ἐπισωρεύει, ὅλα ταῦτα εἶναι ἀποκυήματα τῆς κεφαλῆς του καὶ τίποτε ἐν τῷ πραγματικῷ κόσμῳ δὲν ὑπάρχει, οὔτε ὅ,τι ἔπραξα χθὲς, οὔτε ὅ,τι ἔπραξα προχθὲς εἶναι ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν πάντοτε, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ εὑρεθῇ γωνία ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου νὰ κρυβῇ ὁ ἀξιότιμος κύριος Κεχαγιᾶς, ὅταν τοῦ πιστοποιήσω ἐπισήμως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ζητήματος τὴν ἀείποτε γνώμην μου. Δὲν ἠξεύρω ὁποία περίστασις τοῦ παρελθόντος βίου μου ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐπρόκειτο νὰ μοὶ δοθῇ λόγῳ προσωπικῷ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς συζῶν μετ’ ἐμοῦ εἶδεν ὅτι οὐδέποτε ἠξιώθην τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς τιμῆς, ν’ ἀπολαύσω τὴν ἰδιαιτέραν ἐκείνην εὔνοιαν τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία δύναται, ὡς εἰς τὴν ἱστορίαν ἀποδεικνύεται, νὰ φθάσῃ μέχρις παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, χάριν προσωπικῶν συμπαθειῶν. Ἴσως διότι μὲ βλέπω ἐνίοτε ὡς κομήτην ἐρχόμενον καὶ διερχόμενον τῆς ἐξουσίας, ἴσως ἐξάγει ἐκ τούτου τὴν εὔνοιαν ταύτην, ἡ ὁποία, λέγω, ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀπαντᾶται, καὶ φέρει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κεχαγιᾶς σᾶς ἀνέφερε. Ἐλησμόνησε βεβαίως ὄχι μόνον τὸ συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν δίκαιον, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθην, περιστάσεις, αἵτινες ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐξακολουθοῦσι, περιστάσεις τὰς ὁποίας οὐδόλως, ἀναφέρων αὐτὰς, ἐννοῶ ν’ ἀποδώσω εἰς ὡρισμένα πρόσωπα καὶ εἰς ὡρισμένα ὑπουργεῖα, ἀλλὰ περιστάσεις δεινὰς καὶ θλιβερὰς, προελθούσας ἐξ ἀτυχημάτων τοῦ τόπου καὶ ἐκ σφαλμάτων ἡμῶν αὐτῶν. Ὑπέθεσεν ὁ κ· Κεχαγιᾶς ὅτι μόνον διὰ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλα ἔθνη διελύθησαν αἱ Βουλαὶ, δι’ αὐτοὺς καὶ μόνους τοὺς λόγους εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαλύωνται καὶ παρ’ ἡμῖν; καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν, καὶ τοὺς ἄλλους μεγάλους κλάδους τῆς κοινωνικῆς προόδου, οὔτε ἀνεπτύχθησαν, οὔτε ὑπάρχουσιν, οὔτε δύνανται νὰ διαπραγματευθῶσιν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγκλειόμεθα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μένει νεκρὸν γράμμα ἐντὸς τοῦ Συντάγματός μας. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν ἐλέγετε εἰς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἂν συγκατετίθετο νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ μόνον τὸν ὅρον νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν τόπον του ἡ ληστεία, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἤθελε σᾶς εἴπει ναί. Δὲν λέγω μὲ τοῦτο, κύριοι, τὸ τί ἔγεινε, λέγω ὅμως ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι πληγαὶ εἰς ἓν κράτος αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τοιαῦτα μέτρα· καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ ὁποία πάσχει ὑπὸ τοιαύτης καχεξίας εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν, εἶναι ἀντιπατριωτικὸν τὸ νὰ ἰσχυρίζηται ὁ ἀντιπρόσωπος ὅτι δὲν ὑπάρχουν λόγοι, ὥστε εἰς σοβαρὰς περιστάσεις νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Προσεπάθησεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νὰ μὲ καταστήσῃ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ ἀντιδημοτικόν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ματαίως ἐκοπίασε, διότι ἤθελα σᾶς ἀδικήσει πολὺ, καθὼς αὐτὸς, ἐὰν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἀπέδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ τὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ἠθέλατε ἀγανακτεῖ ἐπὶ προσβολῇ προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι ἀντὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, διὰ τὴν ἐλευθέραν καὶ ἁρμονικὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν, ἠθέλατε προτιμήσει τὰ ἰδιαίτερα. Δὲν ζητῶ, κύριοι, τίποτε παρὰ τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ματαίως ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὡπλίσθη μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὲ καταστήσῃ ἐν αὐτῷ ἀντιδημοτικόν. Μὲ εἶπον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι, ἐὰν ἐζήτησα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τὸ ἔπραξα, διότι τὴν ἐθεώρησα πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῆς Κυβερνήσεως ἢ διότι σᾶς κατεφρόνησα. Αἱ διαλύσεις δὲν γίνονται, οὔτε διότι θεωροῦνται αἱ βουλαὶ πρόσκομμα, οὔτε διότι καταφρονοῦται. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἂν μὲ καταφρονῆτε σεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ὑποστηρίζετε ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μὲ καταφρονῆτε, ἐὰν διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους ἄλλους λόγους δὲν μὲ ὑποστηρίζητε, καὶ δὲν θεωρῆτε πρέπον νὰ μὲ ὑποστηρίζητε, δὲν ἔπεται ὅτι μὲ καταφρονεῖται· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅταν ὁ μειοψηφῶν καλῆται εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ὁμολογῇ εἰλικρινῶς εἰς τὸν ἡγεμόνα καὶ εἰς τὸν τόπον, ὅτι δὲν δύναται εὐλόγως πολιτευόμενος ν’ ἀναδεχθῇ αὐτὴν, διότι ἀπαιτοῦνται πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ πρόθυμος, ἡ ἐνθουσιαστικὴ ὑποστήριξις ἐκ μέρους τοῦ κοινοβουλίου, νομίζω ὅτι οὐδένα προσβάλλει, ὅτι οὐδὲν ἔγκλημα πράττει καὶ ὅτι οὐδεμίαν καταφρόνησιν φαίνεται ὅτι δεικνύει ζητῶν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τῳόντι, κύριοι, ἐκλήθην παρὰ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου, τὴν 7ην, καὶ ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἐπρότεινεν νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον, παραιτηθέντος τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, πῶς προσεφέρθην καὶ τίνι τρόπῳ ἐξέλαβον τὴν πρόσκλησιν ταύτην τοῦ Ἡγεμόνος, διότι κατηγοροῦμαι ὅτι ἀντικοινοβουλευτικῶς διεχειρίσθην τὴν ἐξουσίαν, καὶ πρέπει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους νὰ δώσω λόγον περὶ τούτου. Δὲν ἔμαθον, κύριοι, ἀπὸ στόματος τοῦ Βασιλέως ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη. Ὁ Βασιλεὺς ἠθέλησε πραγματικῶς νὰ μοὶ ἐξιστορίσῃ τὴν αἰτίαν τῆς παραιτήσεως, ἀλλ’ ἐγὼ διέκοψα τὸν Βασιλέα εἰπών. Ἐν ἀρχῇ τῆς ὑπουργίας του τὸν κ. Ζαΐμην, κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, τὸν ὑπεστήριξα, μετέπειτα ὅμως τὸν ἀντεπολιτεύθην. Ἤδη εὑρίσκομαι εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἴσως εἶμαι πεπλανημένος εἰς τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ἀλλ’ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐφρόνουν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ αὐτὸ φρόνημα ἔχουν καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἀντιπολιτευόμενοι ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ πρὸ καιροῦ ὑπουργικὴ μεταβολή· ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Βουλῆς ἐπῆλθον περιστάσεις, αἵτινες ἐπὶ μᾶλλον ἐκράτυναν ἐν τῇ συνειδήσει μου τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς ἀντιπολιτεύσεως· φρονῶ περιπλέον ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν τελευταίαν πολιτικὴν μεταβολὴν, ἡ Ἑλλὰς ἀνεδέχθη καὶ ἀπέναντι ἑαυτῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου μεγάλην ἠθικὴν εὐθύνην· φρονῶ ὅτι ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε, ὁ προορισμὸς ὅστις κεῖται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, τὰ ὀλίγα μέσα τὰ ὁποῖα παρεσκευάσαμεν, ἡ ὀπισθοδρόμησις εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν προβαίνομεν, μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἱερὸν καθῆκον μετὰ πλείονος δραστηριότητος, μετὰ πλείονος προθυμίας νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὑποσχέσεών μας καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἐλπίδων μας. Ὑπ’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὅρους παρουσιάσθην εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ἐκλήθην παρ’ αὐτοῦ· ὡς ἀντιπολίτευσις φέρουσα ταύτην τὴν πεποίθησιν. Μετὰ τοῦ Βασιλέως, κύριοι, συνεζητήσαμεν ἓν πολιτικὸν καὶ διοικητικὸν πρόγραμμα καὶ τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Πρὸς τὸν Βασιλέα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ δώσω ὅλην τὴν ἄνεσιν μετὰ τὴν μακρὰν καὶ λεπτομερῆ ἐκείνην συνομιλίαν, ὅλην τὴν ἄνεσιν νὰ σκεφθῇ μόνος περὶ πάντων καὶ ἀπῆλθον· καὶ μόνον, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἐπανέλαβε τὴν ἐπιοῦσαν τὴν ἐντολήν του, τότε μόνον προέβην εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος θέλει θεωρηθῆ παρὰ πάντων ὡς κοινοβουλευτικὸς, διότι εἰς πᾶν πολίτευμα, ἰδίως ὅμως εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν, ἀπαιτεῖται νὰ τίθεται βάσις ἀκράδαντος ἁρμονίας καὶ ὁμοφωνίας μεταξὺ τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος καὶ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ. Προέβημεν, κύριοι, εἰς τὴν διοίκησιν ἐπὶ πέντε σχεδὸν μῆνας. Πλήρης ἁρμονία ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς τὰς δυσκόλους περιστάσεις, εἰς τὰ δύσκολα ζητήματα καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικὰ, εὕρομεν μεγίστην ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους Του, ἐπιθυμοῦντος ἐκ παντὸς τρόπου νὰ συντριβῶσιν αἱ δυσκολίαι. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι συζητήσεις πολλάκις βεβαίως ἐγένοντο καὶ ἐνίοτε παρουσιάσθησαν διάφοροι γνῶμαι, ἀλλ’ ἀείποτε ὁ Βασιλεὺς ἀφῆκε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου. Οὐδεμίαν πρότασίν μας, οὐδὲν μέτρον, οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν, ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας μας, ἀπέῤῥιψέ ποτε. Ἐλπίζω ὅτι καὶ εἰς τοῦτο, κύριοι, εὑρίσκεται τὸ κοινοβουλευτικὸν, καὶ ἤδη μεταβαίνω εἰς τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ζήτημα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος. Πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀπῃτεῖτο ἡ ἐκπλήρωσις ἑνὸς ὅρου τοῦ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· διότι ἐλθόντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἡμῶν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ἐπελθούσας ἐξωτερικὰς περιπετείας, ἐθεώρησεν ὁ Βασιλεὺς ὡς ἀσύμφορον εἰς τὸν τόπον, καὶ ἡμεῖς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐμορφώθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Βασιλέως ὁριστικῶς ἡ πεποίθησις αὕτη, σεβόμενοι Αὐτὸν, σεβόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς, σεβόμενοι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον λατρεύομεν, αὐθωρεὶ ἐδώσαμεν τὰς παραιτήσεις μας καὶ ὑπεχωρήσαμεν εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου. Αὐτὴ, κύριοι, ἡ διαγωγή μας ἀποδεικνύει μίαν ἀρχὴν, καὶ περὶ ταύτην ἐγείρεται ὅλος ὁ ἀγών. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὅτι, αἱ μειοψηφίαι δύνανται νὰ καλῶνται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔθηκεν εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἕνα ὅρον. Τὸν πληροφορῶ ὅτι, ἐὰν, ἀντὶ νὰ συμβουλεύηται ἑαυτὸν καὶ τὰς ἀρχάς του, ἤθελε συμβουλευθῆ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν, ἤθελεν εὕρει ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη ἣν ἡμεῖς ἐθέσαμεν, κεῖται εἰς τὸ ἀκρότατον ὅριον τοῦ κοινοβουλετικοῦ συστήματος, καὶ ὅτι πέραν αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπεται, χωρὶς τὸ πολίτευμα νὰ χάσῃ τὸν χαρακτῆρά του, οὔτε ἓν βῆμα. Τί προτείνει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος; Ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα, λέγει, καὶ εἰς τὸν Βασιλέα νὰ καλέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ δεχθῇ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ διαλύσῃ παρευθὺς τὴν Βουλήν· δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Βασιλέα νὰ κυβερνήσῃ διὰ τῶν ὑπουργῶν του τοὺς ὁποίους ἐξελέξατο ἐκ τῆς μειονοψηφίας οὔτε μίαν ἡμέραν· χρεωστεῖ παρευθὺς νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως καὶ προσκαλέσῃ ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν τοὺς ἐκλογεῖς διὰ νὰ προβῶσιν εἰς ἐκλογὴν τῆς Βουλῆς.
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τοὺς ὑπουργοὺς δὲν ἐπιτρέπω, ὄχι εἰς τὸν Βασιλέα·
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύνασθε, κύριε Κεχαγιᾶ, νὰ κρύπτησθε ὑπὸ δειλίας, ὅσον θέλετε ὄπισθεν τῆς σκιᾶς σας· σκιὰ δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν δὲν ἦσθε σεῖς παρών. Εἶναι παράλογον, καὶ κανεὶς ἐκ τῶν παρευρισκομένων δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ἐννοήσῃ, πῶς ὁ βασιλεὺς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιβάλλεται ἡ μειονοψηφία, διότι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ἁπλόνει ὁ ἴδιος καὶ λαμβάνει ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θέλει νὰ περιβάλῃ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην του, τὸν καλεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἀνέχεται μὴ διαλύοντα αὐθωρεὶ τὴν Βουλὴν, οὐδὲ καλοῦντα αὐτήν.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι εἶναι ὑπεύθυνος πάντοτε.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμπορεῖτε, κύριε Κεχαγιᾶ, νὰ ἔχητε τὰς ἰδέας σας, χωρὶς νὰ ἐγγίσητε καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ἄλλων· δὲν ἐσυνειθίσατε ἀπὸ εὐθύνην. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον νὰ σᾶς καταγγείλω, κανὲν συμφέρον δὲν εὑρίσκω, ἐὰν ἦσθε δυσμενὴς ἢ εὐμενὴς πρὸς τὴν Βασιλείαν· σᾶς εἶδα εὐμενῆ πρὸς τὴν αὐλὴν, σᾶς ἐπολέμησα φανερά, σᾶς ἐπολέμησα ἰσχυρῶς, καθὼς μὲ ἐπολεμήσατε καὶ σεῖς· ἔφερα καὶ φέρω πάντοτε τὴν εὐθύνην τῆς διαγωγῆς μου ἐκείνης, ἀλλὰ σεῖς, ὅσον καὶ ἂν παρουσιάζεσθε ῥήτωρ καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐξαλείψητε τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ βίου σας.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ λάβητε ἀπάντησιν.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀρχή, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος νὰ καθιερώσωμεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἀρχὴ κοινοβουλευτική· δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε ὅμως, δὲν εἶναι αὕτη ἀρχὴ κἂν δημοκρατική, δὲν εἶναι παρὰ μόνον ἀρχὴ ἐπαναστατική. Εἶναι ἀρχὴ κοινοβουλευτική; Ἐφάνη ποτὲ παράδειγμα εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ κράτη, ἔνθα ὁ Βασιλεὺς νὰ μὴ δύναται νὰ παραλάβῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν μειοψηφίαν καὶ νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ διαλύσῃ παρευθὺς τὴν Βουλήν; — Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, κανέν. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ἐν τῇ σπουδῇ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, διέκρινε τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος δὲν καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ τοὺς ὑπουργούς του καὶ τοὺς συμβούλους του ἐκ τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλὰ καθιερώθη, λέγει, ὡς ἔθιμον. Ἐξήτασεν ὅμως τὴν βάσιν τοῦ ἐθίμου; ἐξήτασε πόθεν καθιερώθη τὸ ἔθιμον τοῦτο; Ἐὰν ἐξήταζε τὴν βάσιν, ἐὰν ἐξήταζε τὴν πηγήν, θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν, ἔχων ἐν τῇ κεφαλῇ του τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα. Τῳόντι, κύριοι, ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη θεωρεῖται, εἶναι καὶ ἀναγράφεται ὡς ἡ κορυφὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ κράτους, ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς ὑπουργούς του, καὶ ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Αὐτὰ τὰ δικαιώματα, κύριοι, μετὰ τοῦ ἑτέρου δικαιώματος τοῦ veto συγκεντρούμενα εἰς μίαν ἐστεμμένην κεφαλὴν, ἤθελον ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν τυραννίαν περιβεβλημένην τὸ κῦρος τοῦ νόμου. Ἄλλοι λαοὶ οἵτινες προῆλθον εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν βασιλέων, αὐτοὶ ἐφρόντισαν νὰ εὕρωσι τὰ μέσα, ὥστε νὰ περιορίσωσι τὴν ἀπόλυτον, τὴν τυραννικὴν αὐτὴν ἐξουσίαν· δὲν ἔθηκαν καμμίαν ἀπαγόρευσιν εἴτε διάταξιν ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν βασιλέα τοὺς ὑπουργούς. Ἐκράτησαν ὅμως δι’ ἑαυτοὺς οἱ λαοὶ καὶ ἀπέδωκαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν τοὺς φόρους, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑποτάσσουσι τοιουτοτρόπως τὸν κακῆς πίστεως μονάρχην καὶ ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν ἐντὸς τῆς καλῆς πίστεως διὰ τοῦ φοβεροῦ, τοῦ μεγάλου καὶ τοῦ ἄλλως εὐεργετικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τότε ὁποία ἀνάγκη γεννᾶται εἰς τὸν συνταγματικὸν βασιλέα; ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Διότι ἅμα τὸ κοινοβούλιον διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῆς ἐπιῤῥοῆς τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος ἀρνηθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα τοῦ ζῇν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀποθνήσκει. Λοιπὸν, ἀξιότιμε ἀντιπρόσωπε τῆς Παρνασσίδος, εἶναι ἔμμεσος ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν σχηματισμῶν τῶν ὑπουργείων, δὲν εἶναι ἄμεσος· τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν ὑπουργοὺς εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ βασιλέως· τί λέγετε ὅμως ὑμεῖς; συλλογισθῆτε καλῶς, ὅταν λέγητε ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἔθνους, ὅτι ὁ βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίζῃ ὑπουργοὺς ἐκ τῆς μειονοψηφίας, χωρὶς νὰ καλέσῃ παρευθὺς ἓν νέον κοινοβούλιον διὰ νὰ ἐρωτήσῃ ἂν τοὺς δέχηται. Εἶναι ἔμμεσος αὐτὴ ἡ ἐπιῤῥοή; περὶ ἐμμέσου πλέον ἐπιῤῥοῆς σκέπτεσθε, ἢ θεωρεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ βασιλέως, τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργοὺς, ὑποκείμενον εἰς ταύτην τὴν συμπλήρωσιν; καὶ ὅταν τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἔχητε διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν πρέπει νὰ ἔχητε καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ διαλύσεως· καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Βασιλεὺς παραλαμβάνῃ ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπουργοὺς, ἀναγκαζόμενος νὰ προσφύγῃ εἰς αὐτὴν, χωρὶς νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς αὐτοὺς, δὲν ἀπαιτεῖται εὐθὺς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὴν ἐρωτήσῃ ἐὰν τῆς ἀρέσῃ τὸ ὑπουργεῖον; Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί νὰ συγκαλεσθῇ ἀμέσως, ὅταν ὅλα τὰ ἔργα της τὰ ἐξήντλησεν, ὅταν κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν ἐψήφισε τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Δὲν βλέπω διατί νὰ προσκληθῇ ἡ Βουλὴ, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν ἐγκρίνῃ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ βασιλέως. Ὅταν ζητῆτε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ὑπουργοὺς, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὸν βασιλέα, ὅταν θέλητε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ὑπουργοὺς τῆς μειοψηφίας νὰ διαλύσωσι παρευθὺς τὴν Βουλὴν, ἢ ἂν δὲν πρόκηται νὰ τὴν διαλύσωσιν, ἀλλὰ, καθὼς εἴπετε εἰς τὴν ὁμιλίαν σας, νὰ τὴν δοκιμάσωσιν, ἐν ᾧ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀνάγκη αὐτῆς ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατιθέμενα εἰς τὴν Βουλὴν καθήκοντα, τὶ ἄλλο ἀπαιτεῖτε παρὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ Βασιλέως, τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργούς; Ἴσως, κύριοι, καὶ ἂν δὲν ἦτο τὸ πρᾶγμα τόσῳ εὐκρινὲς, δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ πείσω ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ζητούμενον εἶναι ὅλως ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ὅλως ἀντισυνταγματικὸν, ἐὰν δὲν εἶχον ὅλα τὰ παραδείγματα τῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐθνῶν σύμφωνα καὶ ὑποστηρίζοντα τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐκεῖθεν δανεισθεὶς σᾶς ἔφερα. Εἰς τὰ κράτη ταῦτα δὲν ἀπαντᾶται καθαρῶς ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἐπρέσβευσε τὸ ὑπουργεῖον τὸ κατηγορούμενον σήμερον, ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν. Εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα ἐθεωρήθη ὅτι πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ ὅριον τοῦτο, ἔχομεν στάδιον πρὶν νὰ διατρέξωμεν χωρὶς, νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἄπειρα παραδείγματα ἀπαντῶμεν, ὅπου ὁ βασιλεὺς προσφεύγει εἰς τὴν μειοψηφίαν, σχηματίζει ἐξ αὐτῆς ὑπουργεῖον καὶ δὲν τοὺς δίδει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὺς ὑποχρεόνει νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς, ἐν γνώσει ὅτι εἶναι ἐν μειοψηφίᾳ ἵνα παλαίσουν μετ’ αὐτῆς, νὰ προσπαθήσουν νὰ τὴν συντρίψωσιν, ἂν δυνηθῶσιν, καὶ μόνον ὅταν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, ἄλλοτε μὲν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἀπελύθη, ἄλλοτε δὲ ἡ Βουλὴ διελύθη. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, κύριοι, τὸ παράδειγμα τοῦ Πὶττ, ὡς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου φωνήν τινα ἐντεῦθεν, εἶναι ἄπειρα παραδείγματα, μάλιστα κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, κατὰ τὸν σημερινὸν αἰῶνα, ὁπότε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ τὰ πολιτικὰ κόμματα ὑπέστησαν ταραχήν τινα καὶ ἀνωμαλίαν, σχεδὸν πάντοτε, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, τὰ ὑπουργεῖα διετηρήθησαν εἰς τὰ πράγματα ἐν μειοψηφίᾳ. Ὁ λόρδος Δέρβυς προσεκλήθη εἰς τὰ πράγματα εἰς τὰ 1852, 1858, 1866 καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας περιόδους ἐν μειοψηφίᾳ. Τὸ 1851 προσεκλήθη ὁ Ῥοῦσελ εἰς τὰ πράγματα καὶ ἦτο σχεδὸν σταθερῶς ἐν μειοψηφίᾳ, τὸ 1834 ὁ Πὴλ ἐκ τῆς μειοψηφίας ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα· δὲν εἶχε πλειοψηφίαν, εἰργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς, ἔπειτα τὴν διέλυσε καὶ πάλιν δὲν εἶχε πλειοψηφίαν, καὶ ἔμεινεν ἐπὶ τρεῖς, τέσσαρας μῆνας εἰς τὰ πράγματα ἄνευ πλειοψηφίας. Τὸ πρὸ τοῦ Πὶττ ὑπουργεῖον ἦτο ἐν μειοψηφίᾳ καὶ διετηρεῖτο εἰς τὰ πράγματα, καί τοι ἔχασε τὸν σπουδαιότερον τῶν νόμων, τὸν κανονίζοντα τὰ τῶν γερουσιαστῶν, διὰ ψήφων 269 κατὰ 117. Ὁ Πὶττ ὅταν προσεκλήθη ἀπὸ τὸν Γεώργιον, παρελήφθη ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν καὶ παρέμεινεν ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐξουσίᾳ συνεργαζόμενος μετὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία τῷ ἦτο ἐναντία· ἡ κατ’ αὐτοῦ πλειοψηφία ὑπερέβαινε τὴν μειοψηφίαν κατὰ 160 ψήφους, ἀλλ’ αὐτὸς παρέμεινε. Πέντε ἀποφάσεις ἐξέδωκε τὸ κοινοβούλιον ἐναντίον του καὶ αὐτὸς διετηρεῖτο, καὶ ὁ βασιλεὺς τὸν διετήρει· ἐπολέμησε κατὰ τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, καὶ, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων μέσων, καὶ ἡ ἱστορία τὸ παρασιωπᾷ, μετὰ τρεῖς μῆνας κατώρθωσε νὰ χαλαρώσῃ τὴν πλειοψηφίαν ἐκείνην καὶ ἀπὸ 160 ψήφους νὰ τὴν καταντήσῃ εἰς ὑπεροχὴν μιᾶς μόνον· πρὸς δὲ ἔλαβε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διέλυσε τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τοιαῦτα παραδείγματα δὲν τὰ εὑρίσκω ἀξιομίμητα, τοὐλάχιστον διὰ τὸν τόπον μου. Εἰς τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καὶ κολοσσαῖα ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πολιτευόμενοι, πολὺ ἀνωτέρας τάξεως, ἀφ’ ὅ,τι εἴμεθα ἡμεῖς καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πολὺ μείζονος ἀξίας, ὅπου ἡ διοίκησις ἔχει ἀποκτήσει σταθερὰ θεμέλια ἀκλόνητα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ὑπουργός ποτε ἐρχόμενος εἰς τὰ πράγματα δὲν διανοεῖται νὰ σαλεύσῃ, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἀγὼν γίνεται ἐπὶ τῶν ὑψηλοτέρων μόνον ἰδεῶν, ἴσως εἶναι ἀκίνδυνα· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, οἵτινες εἰς πάντα ταῦτα εἴμεθα κατώτεροι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη διατρέχομεν τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἡλικίας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τοσούτῳ στενὸν κύκλον, ἴσως, ἴσως, κύριοι, εἶναι ἐπικίνδυνα τὰ τοιαῦτα παραδείγματα νὰ ἐφαρμόζωμεν. Ἐπικίνδυνον, νομίζω, κύριοι, τὸ νὰ δύναται ἡ μειοψηφία νὰ ἔρχηται εἰς τὰ πράγματα, καὶ νὰ ῥίπτηται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἵνα παλαίσῃ κατὰ τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ δύο τρεῖς μῆνας, καὶ ἂν δὲν κατορθώσῃ νὰ τὴν συντρίψῃ, τότε μόνον νὰ δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Πιθανὸν ἐφαρμοζόμενα τὰ παραδείγματα ταῦτα καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ μὴ φέρωσιν ἀτοπήματα, χρεωστοῦμεν ὅμως νὰ τὰ φοβώμεθα. Ἀλλ’ εἴμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν ταύτην; ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐπρέσβευσα; εἶναι ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ μειονοψηφία δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, διὰ τοῦτο, μὴ ἐπιτευχθείσης τῆς διαλύσεως, ἀπεσύρθημεν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν πάραυτα, εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἤδη χρεωστῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ τοῦ Πὶττ, ἵνα δικαιολογήσω ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικὴν καὶ συνταγματικὴν τὸ τότε γενόμενον διὰ τῆς ψήφου καὶ γνώμης ἑνὸς γνωστοῦ καὶ διαπρέποντος ἐπὶ ἐλευθέρῳ πνεύματι Ἄγγλου ἱστορικοῦ, τοῦ κ. Μακώλεϋ, ὅστις λέγει· On croyait généralement que la dissolution allait être immédiate: Mais Pitt resolut prudamment de donner au sentiment public le temps d'acquerir de la force. «Γενικῶς ἐθεωρεῖτο ὡς ὁμολογούμενον, ὅτι ἐπέκειτο ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ Πὶττ ἀπεφάσισε σαφῶς νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τὸν καιρὸν, ὅπως ἀποκτήσῃ ἰσχὺν καὶ δύναμιν.» Ὁ Πὶττ ἐγνώριζε, κύριοι, ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ οὐ μόνον τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ τὸν λαόν. Λοιπὸν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἀπήτει νὰ μὴ ἤθελον προσέλθει εἰς τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ διαλύσω τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ κενὸν μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς νέας καὶ στερῆται τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἀναγκαίας εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας. Τοῦτο, κύριοι, ἐνῷ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι δὲν ἀπαντᾶται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ συνεργάζηται μετ’ αὐτῶν, καὶ νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰ κοινοβούλια καὶ νὰ ἀνταγωνίζωνται πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν εἶναι οὔτε δημοκρατικόν. Εἰς τὰς δημοκρατίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει εἷς Πρόεδρος, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν, αὐτὸς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς, ὅπως συμβαίνει ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, ἐν Ἀμερικῇ. Ἐκεῖ ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι βεβαίως χρήσιμον, ὠφέλιμον καὶ ἀναγκαῖον νὰ ἔχωσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κογκρέσου. Ἀλλ’ εἴδομεν πολλάκις προέδρους νὰ μὴ ἔχωσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὔτε παρῃτήθησαν, οὔτε κἂν ἀτοπήματα συνέβησαν. Ἐφρόντισαν καὶ ἐκεῖ, κύριοι, νὰ προβλέψουν τὴν ἄρσιν τῆς δυσκολίας, ὅπως ἐφρόντισαν καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ κράτη διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως. Ἔδωκαν ἐκεῖ ἓν δικαίωμα πολὺ μεγαλείτερον τοῦ τῆς διαλύσεως, τὸ ἀνασταλτικὸν veto, καὶ ὅταν τὸ κοινοβούλιον θέλῃ νὰ ἀντιπολιτευθῇ αὐτὸν καὶ τὸν ὑπουργόν του διὰ νόμου περιορίζοντος τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν του, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ πρόεδρος νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, βιάζων τὸ κοινοβούλιον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον τελειωτικῶς εἶχεν ἀποφασίσει, καὶ δὲν γίνεται ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος, εἰμὴ ὅταν συγκεντρωθῶσι τὰ δύω τρίτα τῶν ψήφων τοῦ κοινοβουλίου. Οὔτε εἰς τὰς δημοκρατίας λοιπὸν, ἔνθα ὑπάρχει πρόεδρος, δὲν ἀπαιτοῦσιν αὐτὴν τὴν αἰωνίαν ὑποστήριξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, οὔτε εἰς τὰς δημοκρατίας ἰσχύει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπλασεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς δι’ ἡμᾶς, ἤτοι ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις οὔτε μίαν στιγμὴν ἄνευ τοῦ κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον νὰ περιβάλλῃ αὐτὴν διὰ τοῦ κύρους του. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀρχὴ καθαρῶς Ἐπαναστατικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν ἡμεῖς. Ὅταν, κύριοι, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, ἐμείναμεν ἄνευ Βασιλέως, ἐδημοκρατούμεθα, ἐδημοκρατούμεθα ἄνευ προέδρου, διὰ μιᾶς Συνελεύσεως παντοκράτορος. Τότε διὰ νὰ γείνῃ τις ὑπουργὸς, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἡμίσεως τῶν παρόντων πληρεξουσίων πλέον ἑνός, καὶ ἂν δὲν εἶχε τοῦτο, οὔτε ἐγίνετο ὑπουργὸς, οὔτε διετηρεῖτο ὑπουργός. Καὶ τί ἄλλο ἀξιοῦσι, τί ἄλλο προκηρύττουσι καὶ θέλουσι νὰ εἰσαγάγουν εἰς τὴν πολιτείαν, ὅταν λέγωσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ λάβῃ ὑπουργὸν ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ χρεωστεῖ νὰ καλέσῃ ἀμέσως ἢ νὰ διαλύσῃ ἀμέσως τὸ κοινοβούλιον, τί ἄλλο λοιπὸν προτείνουσιν, ἢ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἔχει ἀνάγκην ταύτης τῆς συμπληρώσεως; ὅτι ἀπαιτεῖται δηλαδὴ πρὸς συμπλήρωσιν, τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀξιωθῇ ἀμέσως τοῦ ἡμίσεος τῶν ψήφων τοῦ παλαιοῦ κοινοβουλίου ἢ τοῦ νέου. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος· διότι, ἐνῷ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν μίαν κοινοβουλευτικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ἡγεμόνα νὰ σχηματίζῃ ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπουργὸν, ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου τὰς ψήφους τοῦ λαοῦ, ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι τὰ πλέον πεφωτισμένα, τὰ πλέον εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον προκεχωρημένα ἔθνη, ἐπέτρεψαν εἰς τοὺς Βασιλεῖς νὰ λαμβάνωσιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας τοὺς ὑπουργοὺς, χωρὶς νὰ διαλύσωσιν τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ τοὺς διατηρῶσι, καί τοι ἀντικειμένης τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀντιπραττούσης. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἔφερεν εἰς μέσον ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται καὶ ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου νὰ λαμβάνῃ τοὺς ὑπουργούς. Μεταβαίνω ἤδη, κύριοι, εἰς ἄλλο θέμα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος, θέμα προσωπικόν, εἰς τὸ θέμα ὅτι ἄλλα λέγω καὶ ἄλλα πράττω, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὢν φαίνομαι συνταγματικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς καὶ φιλελεύθερος, ἐρχόμενος δὲ εἰς τὰ πράγματα εἶμαι ὅλως τὸ ἐναντίον· ὅτι ὁ πολιτικός μου βίος ἀποδεικνύει ὅτι ὑποστηρίζω τὰ κρυπτὰ ὑπουργεῖα, τὰ λαθραῖα ὑπουργεῖα, τὰ σχηματιζόμενα κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτοῦ. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῶν λόγων του παρέθηκε παραδείγματα· εἶπεν ὅτι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ἔπραξα μετὰ τριῶν ἑτέρων συναδέλφων μου κατὰ τὸ 1866. Ἐδῶ, κύριοι, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νὰ μὴ θεωρήσω τοὺς λόγους του εἰλικρινεῖς. Ἦτο παρών, συνέπραττε, συνειργάζετο μαζί μας. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἱστορίαν τοῦ 1866, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμονήσατε ὅτι κατὰ τὸ 66, μετὰ τὴν πτῶσιν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν μικτῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν συνέπραξα, μετὰ τὴν πτῶσιν καὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ἀχρόου, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν συνέπραξα.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὔτε ἐγώ.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σᾶς ἀπαντῶ, διότι εἶναι πολλοὶ μάρτυρες. Μετὰ τὰ δύω ταῦτα ὑπουργεῖα ὁ Βασιλεὺς προσεκάλεσε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν κ. Βούλγαρην καὶ ἐμέ. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ κοινοβουλίου τότε; ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἀπώλεσε τὴν πλειονοψηφίαν. Ἦλθον ἐγὼ εἰς τὰ πράγματα, ἑνωθέντων δὲ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ κ. Βούλγαρη καὶ ὑπερβάντων με κατὰ 9 ψήφους, ἐγὼ τότε παρῃτήθην παρευθύς. Ἀποδεδειγμένον δὲ εἶναι, καὶ οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἕνωσις δύω ἐκ τῶν τότε τριῶν κομμάτων ἀπετέλει πλήρη πλειονοψηφίαν. Ὅτε ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἐκάλεσε νὰ σχηματίσωμεν ὑπουργεῖον, ἀπεπειράθη νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον καὶ ἐκ τῶν τριῶν μερίδων, τοῦτο ἀπέτυχε καὶ ἔμειναν οἱ δύω εἰς τὰ πράγματα· ἦλθον ἀντικοινοβουλευτικῶς; Διὰ νὰ εἴπητε ὅτι ἦλθον ἀντικοινοβουλευτικῶς, πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε καὶ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μόνος ἀπετέλει τότε πλειονοψηφίαν· ἦλθον λοιπὸν τὸ 66 μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη εἰς τὸ ὑπουργεῖον κοινοβουλευτικῶς, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, προσθέτει ὅτι ἅμα μᾶς εἴδετε, μᾶς ἐφοβήθητε καὶ ἐφύγατε. Δὲν ἐφοβήθημεν τὰ πρόσωπά σας, ἐφοβήθημεν τοὺς νόμους μας, δὲν ἐφοβήθημεν, τοὺς ἐσεβάσθημεν. Ὅταν εἴδομεν εἰς τὸ διάστημα τῶν 6 μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπήρξαμεν εἰς τὰ πράγματα, ὅτι ἡ πλειονοψηφία μας ἠλαττώθη, σεβόμενοι τοὺς νόμους, ὡς ὠφείλαμεν, ἐδώκαμεν τὴν παραίτησίν μας. Καὶ εἶσθε ἀσυγχώρητοι διαστρέφοντες τὰ πλέον βέβαια, τὰ πλέον γνωστά, τὰ περιελθόντα εἰς τὸ κράτος τῆς ἱστορίας γεγονότα, διὰ νὰ ἐπιῤῥίψητε ἕνα μῶμον ἐναντίον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ κατηγορήσητε, καὶ πράττετε τοῦτο δημοσίᾳ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιδειχθῆτε ἔχοντες ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τῶν θεσμῶν της. Πότε, ἀξιότιμε βουλευτὰ Παρνασσίδος, ἐφάνην ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὅτι καταφρονῶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ὅτι ἐπιθυμῶ τὰς κρυφίας καὶ τὰς λαθραίας κυβερνήσεις; Ἦλθον καὶ εἰς τὰ 65 ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· πῶς ἦλθον καὶ ἀνεχώρησα; εἰς τὰ 65, ἡττηθείσης τῆς κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου νῦν πρωθυπουργοῦ, ἐλήφθην ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐσχημάτισα ὑπουργεῖον. Γνωρίζετε κάλλιστα, κύριε Κεχαγιᾶ, ὅτι μὲ ἐνικήσατε τότε ἐν τῇ αὐλῇ καὶ παρῃτήθην παρευθύς· διότι, διὰ νὰ ᾖναι κοινοβουλευτικὸν τὸ ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐσχημάτισεν ἐκ νέου ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν· προσκληθεὶς λοιπὸν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἐσχημάτισα ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν παρεπιοῦσαν ἐπῆλθεν αἰφνιδία ἕνωσις μεταξὺ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ κυρίου Βούλγαρη· δὲν ἐπερίμενα τότε νὰ μοὶ τὸ εἴπωσι· προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔθηκα ἀμέσως ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ μὲ ἐνίκησαν δι’ ἐννέα ψήφων. Εὔχομαι καὶ εἰς τὸν παρελθόντα βίον καὶ εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ἀποδείξητε τοιαύτην ἀφιλοκέρδειαν, προκειμένου περὶ χαρτοφυλακίου, προκειμένου περὶ ἐξουσίας. Ἴσως δὲ ἀκόμη τις φρονῇ ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὅτι ἂν οὐχὶ εἰς τὰ πράγματα, ἤτοι ὅτε ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ὅτε ἀπεσύρθην, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐν τοῖς λόγοις δὲν ἐπρέσβευον τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζομαι σήμερον· καὶ ὅτι ἄλλοτε ἐζήτων νὰ περιορίσω εἰς ἄκρον τοῦ Βασιλέως τὴν ἐξουσίαν, ἔρχομαι δὲ σήμερον καὶ δίδω εἰς αὐτὴν εὐρύτητα, καὶ ὅτι πιθανὸν νὰ ᾖναι κοινοβουλευτικὸν καὶ συνταγματικὸν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον νῦν ἔπραξα, νὰ μὴ ᾖναι ὅμως σύμφωνον μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐκήρυττον. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐσχημάτισε τὸ δεύτερον ὑπουργεῖον μετὰ τὴν πρώτην ἀποτυχίαν, προσῆλθεν εἰς τὸ κοινοβούλιον καὶ ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὸ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τὸν ἐκάλεσε καὶ τοῦ ἀνέθηκε τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐσχημάτισε, καὶ ὅτι ζητεῖ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ του. Ἔλαβον μετὰ τὸν πρωθυπουργὸν παρευθὺς τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι μακρὸς, καὶ ἄν τις διστάζῃ ἀκόμη περὶ τῶν φρονημάτων μου, δὲν θὰ κάμῃ κακὰ νὰ τὸν ἀναγνώσῃ. Ἐγὼ θὰ παραθέσω ἓν μόνον τεμάχιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶπον εἰς τὸν μέγαν ἐκεῖνον πυρετὸν, ὁ ὁποῖος κατεῖχε μίαν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου ἐξελθοῦσαν ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν καὶ μακρὰν μεσοβασιλείαν, ἐγὼ ὅστις εἶχον ἀφορμὰς δυσαρεσκείας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ἐναντίον τοῦ στέμματος, διότι οἱ διαχειριζόμενοι ἐξ ἀνάγκης, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, εἶχον κηρυχθῆ φανερὰ ἐχθροί μου. Ἰδοὺ τὶ ἐφρόνουν καὶ τὶ ἐπισήμως εἶπον. «Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τολμῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι αὕτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ζητῶ κανένα λόγον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ· δὲν νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, τοῦ διορίζειν ὑπουργοὺς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεων καὶ στηριγμάτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι πλῆρες, δύναται νὰ καλέσῃ ὃν αὐτὸς βούληται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον· τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα κανόνα καὶ περιορισμόν· αἱ κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, ἀφοῦ κυβερνήσωσιν, ἀπὸ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἢ ἠμπορεῖ νὰ πέσωσιν αὐθωρεί. Ἡ γνώμη λοιπὸν τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καί ἡ Κυβέρνησίς του εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ τόπου· ἡ Βουλὴ θέλει ἐκτελέσει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἔχουσα βέβαια ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκε, καὶ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, ἐκ μέρους μου, ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, θεωρεῖται ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κοινὸν συμφέρον.»
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ εἴκοσι λεπτά.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, ἄρχεται ἡ συζήτησις, ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§48ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λυποῦμαι, διότι λαμβάνω τὸν λόγον τὴν στιγμὴν ταύτην κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα ἀπὸ τὴν συζήτησιν· οὐχ ἧττον τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία πρώτην ἤδη φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὰς ἑλληνικὰς Βουλάς. Συγχαίρω διὰ τοῦτο τὸν βουλευτὴν Παρνασσίδος κύριον Κεχαγιᾶν, διότι χρώμενος τῷ μεγάλῳ δικαιώματι τῆς ἐπερωτήσεως ἐπροκάλεσε συζήτησιν ὄντως συνταγματικὴν, ἡ ὁποία δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι περιλαμβάνει τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ Συντάγματος, καὶ λέγω τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον εἶναι, κύριοι, ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη. Ὁ κύριος Δεληγεώργης, πρῴην πρωθυπουργὸς καὶ βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἠναγκάσθη, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του, ν’ ἀναδιφήσῃ τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν συνταγματικῶν, δημοκρατικῶν καὶ μοναρχικῶν ἐθνῶν· ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω τὸν κύριον Δεληγεώργην. Ναί, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἦτο ἄγνωστον. Δύω ἦσαν τὰ πολιτεύματα τὰ ὁποῖα διεῖπον τοὺς τότε χρόνους· τὸ ἀπόλυτον μοναρχικὸν ἢ δεσποτικὸν καὶ τὸ δημοκρατικόν. Τὸ συνταγματικὸν εἶναι μία ἀνακάλυψις, ἡ ὁποία ἐγένετο πολὺ ἔπειτα, ἀνακάλυψις τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας. Οἱ ἄνθρωποι οἱ φρόνιμοι καὶ αἱ κοινωνίαι, ὅπως περιορίσωσι τὰ κακὰ τῆς ἀκολασίας καὶ ἀναρχίας, ὅπως περιορίσωσι τὸν δεσποτισμόν, ὁ ὁποῖος δεσμεύει καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐφεύρωσι τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν συνταγματικὸν καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ὀρθῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ «ἡ ἐλευθερία ἐν τῇ τάξει καὶ ἡ τάξις ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ». Ἀλλά, κύριοι, βλέπετε ὅτι διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας ἐχρειάζετο νὰ γείνῃ αὕτη ἡ ἀνακάλυψις. Τὰ δύω πολιτεύματα, τὰ γνωστὰ εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους ἦσαν ἁπλᾶ. Τὸ πολίτευμα ὅμως τὸ ὁποῖον ἦλθε νὰ συμβιβάσῃ τὴν ἐλευθερίαν μὲ τὴν τάξιν καὶ τὴν τάξιν μὲ τὴν ἐλευθερίαν εἶναι σύνθετον καὶ ὡς τοιοῦτον εἶναι μᾶλλον πολύπλοκον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν πολλοὶ νὰ εἴπωσι καὶ νὰ γράψωσι πολλὰ καὶ διάφορα ἀντιθέτως ὁ εἷς πρὸς τὸν ἕτερον. Ἀλλὰ πρέπει, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ πῶς, ἐφαρμοζομένου αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα τοῦτο ἀνεκαλύφθη· ἀπαιτεῖται λοιπὸν πρὸ πάντων, διότι τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι σύνθετον, νὰ ὑπάρχῃ ἡ καλὴ συνεννόησις, ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ἁρμονία μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν αἱ ὁποῖαι τὸ διαχειρίζονται. Δύο ἐξουσίας περιλαμβάνει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὴν ἐκτελεστικὴν ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν νομοθετικὴν ἀφ’ ἑτέρου· καὶ ὅταν ἑκάστη τούτων περιστρέφηται καὶ κινῆται ἐντὸς τῆς διαγεγραμμένης τροχιᾶς αὐτῆς, οὐδείς, κύριοι, φόβος ὑπάρχει, ὅτι κινδυνεύει τὸ πολίτευμα· ὅταν ὅμως εἴτε ἡ νομοθετικὴ εἴτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξέλθῃ τῆς τροχιᾶς της καὶ εἰσπηδήσῃ εἰς τὸ πεδίον τὸ ξένον, ἄρχεται ἡ διατάραξις, ἄρχεται ἡ σύγχυσις καὶ τὰ ἀποτελέσματα μετ’ ὀλίγον θέλω σᾶς εἴπει ὁποῖα εἶναι. Πρωτίστη ἀνάγκη διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν κίνησιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἁρμονία· αὕτη πρέπει νὰ διέπῃ τὴν κίνησιν. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις διαφέρει τῆς δεσποτικῆς κυβερνήσεως κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀπαιτεῖ τὴν συναίνεσιν ἀμφοτέρων τῶν ἐξουσιῶν, ἡ δὲ δευτέρα ἀπαιτεῖ τὴν συναίνεσιν μόνον τῆς μιᾶς, διότι Βουλὴ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει· εἰς τὴν μὲν ἀπαιτεῖται μόνον ἡ ἔγκρισις τοῦ μονάρχου, εἰς τὴν ἄλλην ἀπαιτεῖται μὲν ὁ διορισμὸς παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐγκριθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν, τὸ κοινοβούλιον. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐπίσης νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ὅλα τὰ πολιτεύματα καὶ ὅλαι αἱ ἀρχαὶ ἐφευρέθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐκπληρώσωσι μίαν μεγάλην ἀποστολὴν, ἤτοι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας. Ἑπομένως αἱ προνομίαι καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην τῶν δύω μεγάλων ἐξουσιῶν, ἐδόθησαν μόνον καὶ μόνον, διότι αἱ προνομίαι αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι καθ’ ὡρισμένας περιστάσεις νὰ μεταχειρισθῶσιν πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, καὶ ἐὰν δὲν εἶχον αὐτὸν τὸν σκοπὸν αἱ προνομίαι, ἦσαν ὅλως διόλου περιτταί. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ σύνταγμά μας, ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργοὺς αὑτοῦ· οὐδεὶς ἀρνεῖται ἐπίσης, κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐπεκτείνεται ἐντὸς τοῦ συντάγματος καὶ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ὁ Βασιλεὺς νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τοὺς ὑπουργοὺς αὑτοῦ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς, κύριοι, εἶναι ἀνεύθυνος, ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς, κύριοι, εἶναι πρόσωπον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον κατὰ τοὺς ῥητοὺς ὅρους τοῦ συντάγματος. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακόν· ὅταν λοιπὸν τὸ κακὸν πράττηται, ὅταν παρουσιάζηται ἡ παρανομία, παρὰ τίνων πράττεται; παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ κάμουν τὸ κακὸν, διότι παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἐτέθη τόσον ὑψηλὰ, ὥστε οἱ νόμοι νὰ γράψωσιν ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος, εἶναι ἀδύνατον νὰ προέλθῃ τὸ κακόν. Ἐὰν λοιπὸν κατορθώσωμεν, κύριοι, νὰ σᾶς πείσωμεν, ὅτι ἐν ταῖς συνταγματικαῖς χώραις ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία, ἥτις εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἕπεται ὅτι αἱ δύο αὗται ἐξουσίαι πρέπει νὰ συμπράττωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τότε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κύριος Δεληγεώργης καταπίπτουσιν. Ὑπάρχει τις, κύριοι, ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφισβητῇ, ὅτι πᾶν ὑπουργεῖον ἐρχόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἔρχεται μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους; Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ παράφρων ἄνθρωπος, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ παντὸς ὑπουργείου ἐρχομένου εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἀπεδείξαμεν προηγουμένως ὅτι διὰ νὰ ἔχωμεν πράγματι συνταγματικὸν πολίτευμα, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἑκάστην ἐξουσίαν ἐντὸς τῆς τροχιᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτέθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος καὶ τῶν ἐθίμων· διότι, ὅταν ἐξέλθῃ ἡ μία ἐξουσία τῆς τροχιᾶς της, ὁ μηχανισμὸς τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ, θέλει συντριβῆ, ἡ ἔκρηξις θέλει ἐπέλθει. Δὲν δύνανται λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῶσιν οἱ καλούμενοι, διότι ἐκλήθησαν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ὅτι ὀφείλουν νὰ ὑπακούσουν καὶ νὰ δεχθῶσι τὴν μόρφωσιν ὑπουργείου. Ἕκαστος καλούμενος νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν πραγματικῶς δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας τὸν ὑποβάλλει αὐτὸς ὁ σύνθετος μηχανισμὸς τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἔχῃ ὄχι τῆς μιᾶς μόνον ἐξουσίας τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑτέρας· διότι δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ καταψηφίσῃ τοῦ ὑπάρχοντος ὑπουργείου καὶ δύναται νὰ ὑποδείξῃ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο πρόσωπον, ἐμέ· ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μὲ λάβῃ, δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἀντίστροφον ὄψιν αὐτοῦ· ὁ καλούμενος πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, ὥστε νὰ συμβιβάσῃ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα καὶ δὲν δύναται νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον· δὲν κρύπτονται, κύριοι, ὄπισθεν τῆς σκηνῆς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξηγοῦνται οὕτω πως, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες καλούμενοι λέγουν ὅτι ὤφειλον νὰ δεχθοῦν. Ὁ Βασιλεὺς, κύριοι, ὡς μὴ πράττων τὸ κακὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ κέντρον μιᾶς περιφερείας τοῦ κύκλου· καὶ, καθὼς αὐτὸ ἀπέχει ἀπὸ τῶν διαφόρων μαθηματικῶν σημείων τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν περιφέρειαν ἐπίσης, οὕτω καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπέχει ἐπίσης κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτευομένους καὶ τοὺς ὑπηκόους του. Αὐτὰ εἶναι ἐνδεχόμενον λοιπὸν εἰς τὸν βασιλέα νὰ παρασταθῶσιν ἄλλως πως, παρ’ ὅπως εἶναι εἰς τὴν φύσιν των, εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὁ βασιλεὺς κατὰ πλάνην ἀντὶ νὰ καλέσῃ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει τὸ κοινοβούλιον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, τοὐτέστιν ἡ πλειονοψηφία ἢ τὰ τρία τέταρτα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, νὰ προσκαλέσῃ ἄλλον ἄνθρωπον. Τὶ ὀφείλει αὐτὸς, ἂν ἦναι πραγματικῶς συνταγματικὸς, φιλαλήθης καὶ σεβόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του ἄνθρωπος; ὀφείλει εἰλικρινῶς παρουσιαζόμενος εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, νὰ τοῦ εἴπῃ, σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ περιβάλλετε μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην σας, δὲν εἶμαι ὅμως ὁ κατάλληλος ὅπως διοικήσω τὸν τόπον· ὅταν ἀκόμη δὲν κληθῇ ὁ κατάλληλος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦν αἱ περιστάσεις, ἐγείρεται καὶ μία δυσπιστία μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τὴν δυσπιστίαν αὐτὴν ἔχει πρὸ πάντων καθῆκον μία πολιτεία νὰ τὴν ἐκβάλῃ ἀπὸ τὴν μέσην, ὁσάκις παρουσιάζεται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τῶν μέσων αὐτῶν, ὅστις εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὄχι μόνον ἐνεργεῖ παρὰ τοὺς συνταγματικοὺς νόμους, καὶ οὕτω φέρει ἀκαταστασίαν καὶ ἀταξίαν, ἀλλ’ ἀκόμη γίνεται αἴτιος ὅπως παρεμβληθῇ δυσπιστία, ἥτις δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν δύω ἐξουσιῶν, ἥτις πρὸ πάντων εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν κίνησιν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Τὸ παράδειγμα τοῦ Πὶττ καὶ τ’ ἄλλα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔφερε, δὲν ἔχουν κατ’ ἐμὲ καμμίαν ἐφαρμογὴν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν· καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἐφαρμογὴν διότι ἀνέφερεν ἐποχὰς, καθ’ ἃς αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ τόπου ἠνάγκαζον τὸν βασιλέα νὰ καλέσῃ, εἴτε τὸν Πίττ, εἴτε ἄλλον πολιτικόν. Καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν καὶ φέρωμεν παραδείγματα, πρέπει νὰ τὰ ἀρυώμεθα ἀπὸ ὁμαλὴν κατάστασιν πραγμάτων, καὶ ὄχι ἀνώμαλον, διότι ἡ ἀνώμαλος κατάστασις ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν· γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ βασιλέως Γεωργίου τοῦ τρίτου, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας ὑπέστη τὰς μεγαλειτέρας προσβολὰς, διότι ὅσον φιλόπατρις καὶ φιλόπονος καὶ ἂν ἦτον ὁ Ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ἄλλο τόσον ἦτον διατεθειμένος κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅπως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ. Καὶ βεβαίως ποσάκις οἱ βασιλεῖς, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις, καὶ δὲν δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ὁμαλὴν κίνησιν εἰς τὸν μηχανισμὸν τῆς πολιτείας, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμουν ἀνώμαλα πράγματα; Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τὰ 1865, ὅταν δὲν ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ πλειονοψηφία, ἐπειδὴ καμμία μερὶς δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἔχει ὑπόστασιν, διότι ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσῃ ὁποιονδήποτε ὑπουργὸν, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔδιδεν ἀπὸ τὸν κόλπον της ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς· ἀλλὰ τοῦτο, δὲν δύνανται νὰ τὸ μεταχειρισθῶσιν ὡς γενικὸν κανόνα. Εἶμαι σύμφωνος, κύριοι, πληρέστατα μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν, κύριον Κεχαγιᾶν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Δεληγεώργη εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν, καὶ ὅτι δὲν ἦτον τίποτε ἄλλο παρὰ καθαρῶς προσωπικὴ κυβέρνησις, καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἐξάγω μόνον ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον, τὸ ἐξάγω καὶ ἐκ τοῦ τύπου, τὸν ὁποῖον ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο· ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη ὑπάρχουν κόμματα καί, ὁσάκις πρόκειται ὁ Βασιλεὺς νὰ καλέσῃ, ἀποτείνεται εἰς τὰ κόμματα, ἀλλὰ τὰ κόμματα ταῦτα εἰς πλείστας περιστάσεις δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποτελέσωσι πλειονοψηφίαν, ὅπως κάμωσιν ἰσχυρὰν κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦν αἱ ἀνάγκαι τῆς πολιτείας· τότε τὰ κόμματα δύνανται νὰ κάμωσι τὴν Coalition, ἤτοι τὴν συνένωσιν· δύω ἢ τρία κόμματα σχηματίζουν ὑπουργεῖον ἰσχυρόν, ὥστε ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη παρουσιάζει τοιοῦτον τύπον, ἢ τὸν ἄλλον, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τῆς Coalition; ὄχι, κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ· ἦλθον, ἐρωτῶ, μὲ τὸν πρῶτον τύπον, ἢ ἐσχηματίσθησαν ἀπὸ διάφορα κόμματα; ὄχι· διότι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, δὲν ἀντεπροσώπευον ἄλλην ἰδέαν εἰμὴ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ γείνουν ὑπουργοί. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλετε καὶ ὀφείλομεν τὸ κακὸν νὰ τὸ προλάβωμεν εἰς τὴν γέννησίν του, διότι, ὅταν τὸ κακὸν προχωρήσῃ, ἡ διόρθωσις εἶναι ἐντελῶς ἀνέφικτος. Ἐάν, κύριοι, αἱ βουλαὶ τῆς ἄλλης δυναστείας ἠδύναντο νὰ ἐπικρίνωσι τὰς ἀντισυνταγματικὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν, τὸ κακὸν δὲν ἤθελε προχωρήσει ἕως ἐκεῖ ὅπου ἐπροχώρησε, καὶ δὲν ἤθελε πέσει μία δυναστεία, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκδουλεύσεις εἰς τὸν τόπον, καὶ δὲν ἤθελεν ὑποπέσει ὁ τόπος εἰς τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, τοῦ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν ἀπὸ τὰ 1862 μέχρι σήμερον· καὶ δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην ὅτι, ἐὰν ἠρωτᾶτο ὁ κ. Κεχαγιᾶς, νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ἢ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία, ἤθελε προτιμήσει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία· διότι ἡ Βουλὴ εἰς τίποτε δὲν συντελεῖ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς λῃστείας, καὶ ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς λῃστείας ...
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε, κύριε· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενόν τινὲς ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ ἐξέλαβον τὸ πρᾶγμα οὕτω· λοιπὸν σᾶς ἐξηγῶ τοῦτο· ἀποτανθεὶς πρὸς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν, εἶπον τί ἤθελε προτιμήσει; ἐὰν δὲν ἤθελε προτιμήσει τῆς Βουλῆς τὴν διάλυσιν μὲ τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του.
§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν ἦτο πρόσκομμα ἡ ἐπαρχία μου;
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι ἡ ἐπαρχία σας κατωρθώσαμεν νὰ μὴ ἔχῃ λῃστάς.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι, κύριοι, ἡ λῃστεία, ἡ σημερινὴ, δὲν εἶναι, εἰμὴ ἀποτέλεσμα τῆς ἀταξίας ἥτις πάντοτε ἐπηκολούθησε τὰς ἐπαναστάσεις. Διὰ νὰ προλάβητε τὴν λῃστείαν, πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς νόμους αὐστηρῶς, καὶ διὰ νὰ σᾶς πιστεύσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους αὐστηρῶς, πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν πρῶτον ἐκ τῶν νόμων, ὅστις εἶναι τὸ σύνταγμα· διότι, ὅταν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ὑπάρχῃ πεποίθησις ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι δὲν τηροῦμεν τὸν νόμον, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι θέλουσι σεβασθῇ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θὰ νομοθετήσητε; Μὴ ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ νομοσχέδια καὶ οἱ αὐστηροὶ νόμοι θὰ ἐξαλείψωσι τὴν λῃστείαν· ὅ,τι πρὸ πάντων θὰ ἐξαλείψῃ τὴν λῃστείαν εἶναι ἡ καλὴ πολιτεία ἡμῶν αὐτῶν. Ἂν, λέγω, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἄλλης δυναστείας αἱ βουλαὶ ἐλάμβανον τὴν πρωτοβουλίαν ν’ ἀποδοκιμάσωσι καὶ καταδικάσωσι τοὺς ὑπουργούς, βεβαίως, κύριοι, καὶ ἀναμφιλέκτως, οὔτε αὐτὴ ἡ κατάστασις ἤθελεν εἶσθαι σήμερον, οὔτε ἡ δυναστεία ἤθελε πέσει, οὔτε ὁ κ. Χατζΐσκος ἤθελε μᾶς εἴπει προχθὲς μετὰ στόμφου, ἐσυνόδευσα, κύριοι, τὸν Ὄθωνα εἰς τὰ ξένα. Καὶ εἶναι πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καυχᾶται ὁ κ. Χατζΐσκος, ὡσὰν νὰ ἔλεγεν, ὅτι τὸν ὡδήγησα εἰς τὰ Τέμπη τῆς Θεσσαλίας καὶ ἔφερα τὴν σημαίαν τοῦ Χουσνῆ Πασᾶ; Δὲν ἠξεύρω καὶ τί ἄλλο. Μὴ ἔχητε, κύριοι, τὴν ἰδέαν ὅτι τὰς ἐπαναστάσεις τὰς κινοῦν οἱ ἐπαναστάται. Τὰς ἐπαναστάσεις τὰς κάμνουν ἐκεῖνοι, οἵτινες παριστάνουν τὸ λευκὸν μέλαν καὶ τὸ μέλαν λευκόν. Ὁ μὲν δεσποτισμὸς ἐγεννήθη, κύριοι, ὅπως ἠξεύρετε, ἀπὸ τὰς ὑπερβολὰς τῶν ἄκρων δημοκρατικῶν· ἡ δὲ δημοκρατία ἀπὸ τὰς αὐστηρὰς ποινὰς τοῦ δεσποτισμοῦ. Οἱ πρῶτοι λοιπὸν παραίτιοι δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὰς ἐπαναστάσεις, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες ὠθοῦν τὰ πράγματα μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου γίνεται ἡ ἔκρηξις. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, τὶ ἔγεινεν ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ποῦ ἐῤῥίπτετο ἡ εὐθύνη· πάντοτε εἰς τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως τὴν ἔῤῥιπτον· ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τότε κατερχόμενοι ἐκ τῶν ἀνακτόρων πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἐρωτώμενοι περὶ τῆς α ἢ β ὑποθέσεως ἔλεγον, τί νὰ κάμωμεν; Οὔμχ (δεικνύει διὰ τοῦ δακτύλου του διευθυνομένου πρὸς τ’ ἀνάκτορα). Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, κύριοι· ὁσάκις ἠρωτῶντο, ἔλεγον· (δεικνύει πάλιν διὰ τοῦ δακτύλου του διεύθυνσιν ἔχοντος πρὸς τ’ ἀνάκτορα). Οὔμχ (ἱλαρότης). Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα ἵνα ἴδητε, ὅτι πᾶς τόπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν οἱονδήποτε πολίτευμα, πρέπει τὸ πολίτευμα αὐτὸ αὐστηρῶς νὰ τὸ ἐφαρμόζῃ· τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, κύριοι, τὸ λέγουν δύω σημαντικοὶ Ἕλληνες, τὸ λέγει εἷς Ἕλλην τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, καὶ εἷς τῆς νεωτέρας, καὶ πιστεύσατε ὅτι ἐγὼ ἐπίστευσα τὸν τελευταῖον· θὰ σᾶς εἴπω τί λέγει· ἰδοὺ τὶ λέγει «ἔννοια ποθ’ ἡμῖν ἐγένετο, ὅσαι δημοκρατίαι κατελύθησαν ὑπὸ τῶν ἄλλως πως βουλομένων πολιτεύεσθαι μᾶλλον ἢ ἐν δημοκρατίᾳ· ὅσαι τε μοναρχίαι, ὅσαι τε ὀλιγαρχίαι ἀνῄρηνται ἤδη ὑπὸ δήμων, καὶ ὅσοι τυραννεῖν ἐπιχειρήσαντες, οἱ μὲν αὐτῶν καὶ ταχὺ πάμπαν κατελύθησαν». Καὶ νομίζω ὅτι τὸ εὗρον εἰς μίαν ὁμιλίαν τοῦ φιλελευθέρου γερουσιαστοῦ Χρηστίδου (ἱλαρότης)· ὁ κ. οὗτος μετὰ στόμφου ὁμιλῶν κατὰ τῆς τότε καταστάσεως ἀνέφερε τὸ ῥητὸν τοῦ πολιτικοῦ συγγραφέως Ξενοφῶντος, ὅστις τὸ ἔγραψε πρὸ 2,300 τόσων ἐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται καὶ θέλει ἐφαρμόζεται ἐσαεί. Αὐτὰ ταῦτα λοιπὸν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Χρηστίδου, τοῦ ὁποίου μάλιστα τότε ἤμην καὶ πιστὸς ὀπαδὸς, μὲ ἔπεισαν νὰ κάμω σήμερον τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τὸν κύριον Χρηστίδην, ὅτι, ὅπως βαδίζει, θέλει βλάψει τὴν πλήρη τήρησιν τῆς κινήσεως τοῦ μηχανισμοῦ, καὶ θὰ ἔχωμεν τ’ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι εἰς τοὺς λογικοὺς ἄνδρας ἀνήκει νὰ ἐξετάσωσιν ὅτι, ὅταν ἅπαξ ἀπὸ ἓν πρᾶγμα ἐπῆλθεν κακὸν ἀποτέλεσμα, βεβαίως πρέπει νὰ ῥίψωσι κατὰ μέρος αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι μόνον, κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς πράξεις τῶν πολιτευομένων καὶ αὐτὴν τὴν ἠθικήν των. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, καὶ ἐγὼ ἤμην ἀντιπολιτευόμενος πρὸς τὸν κύριον Χρηστίδην καὶ πέρυσιν καὶ ἐφέτος, ὅτε ὁ κύριος Χρηστίδης ἔκαμεν ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα ἁμαρτήματα κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, διότι ὁ κ. Χρηστίδης ἐν ᾧ ἀπετέλει μέλος τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις διεύθυνε τὰ πράγματα καὶ ἐψηφοφόρησε εἰς πολὺ σπουδαιότερα ζητήματα μετ’ αὐτῆς, τὴν ἐγκατέλειψε μόνον χάριν τοῦ χαρτοφυλακίου, ὡς λέγουσιν. Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτο κοινοβουλευτικόν· ὄχι, κύριοι, παρεβιάσατε ὅλους τοὺς νόμους τοὺς συνταγματικούς, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἠθικοὺς τινές. Μὴ θέλητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, κύριοι, νὰ θέσητε τὴν δυσπιστίαν μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν καὶ φέρητε τὴν ἀνωμαλίαν, διότι αὐτὸ μόνον φέρει τὴν ἀταξίαν καὶ τὴν ληστείαν εἰς πάντα τόπον· διότι θ’ ἀρχίσωμεν πάλιν νὰ κατατάξωμεν τοὺς πολίτας εἰς τάξεις, εἰς λίαν ἀφωσιωμένους, ἀφωσιωμένους, μὴ ἀφωσιωμένους, ἀντιπολιτευομένους καὶ ἀντιβασιλικούς, ὅπως ὑπῆρξε καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἀφωσιωμένος, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀφωσιώσεως οὐδενὸς, δὲν ὑπάρχει φίλος τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην οὐδενὸς φίλου· διότι ὅταν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχει ἰδιαιτέρους τινὰς φίλους, ἕπεται ὅτι ἔχει καὶ ἐχθρούς· καὶ ὁ βασιλεὺς δὲν ἔχει ἐχθρούς. Οἱ λέγοντες ὅτι εἶναι φίλοι του θέλουν, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀνέλθουν εἰς τὸ ὑψηλὸν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον στέκει ὁ βασιλεὺς, θέλουν νὰ τὸν καταβιβάσουν ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν σημεῖον παρακάτω, ὅπως ὀνομασθοῦν φίλοι αὐτοῦ. Εἶπα, κύριοι, ὅτι ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ λειτουργήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἡ ἁρμονία. Ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίζῃ ὑπουργεῖον. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, διότι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ βασιλέως δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν. Ὁ βασιλεὺς εἶναι πρόσωπον ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον· ἐξετάσατε, κύριοι, συνδέσατε τὴν ἔννοιαν, συνδέσατε αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν αὐτῶν τῶν ἄρθρων καὶ δὲν θὰ ἐξαγάγητε ποσῶς ἄλλο συμπέρασμα, παρὰ μόνον τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ ὅν τινα δήποτε θέλει νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ὅστις δήποτε ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἰς τὸν βασιλέα ὅτι τότε μόνον σχηματίζει ὑπουργεῖον, ὅταν ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡμᾶς, ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν βουλὴν, ἄλλως ν’ ἀποσυρθῇ καὶ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν ὀπίσω του ἐρχόμενον τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων, διότι, ὡς εἶπον πάντοτε, ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν καὶ αἱ βασιλεῖαι καὶ αἱ βουλαὶ καὶ τὰ ὑπουργεῖα εἶναι παντοῦ τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐπικρατείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι σοφίσματα, ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι ἐπιχειρήματα, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ κάμουν μόνον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε σήμερον νὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὶ περισσότερον. Καὶ ὑποστηρίζω αὐτὰς τὰς ἰδέας εἰλικρινῶς, καθόσον ἐνθυμηθῆτε ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅταν τὸ πνεῦμα τῆς ὀχλοκρατίας ἤθελε νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ νὰ φέρῃ πραγματικῶς τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν καταστροφὴν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅταν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐθεωρεῖτο ἀντιδημοτικὸς, ὅστις ἤθελεν ὑποστηρίξει τὰς νομίμους προνομίας τῆς Βασιλείας, ὅτι, κύριοι, μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάῤῥους μετὰ τοῦ ὁποίου παρουσιάζομαι καὶ σήμερον, ἀντετάχθην κατὰ τῆς τίγρεως, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς, ἡ ὁποία ἤρχετο νὰ καταξεσχίσῃ τὸ σῶμα τὸ κοινωνικόν· καὶ ἀντετάχθην, κύριοι, ἐκ πεποιθήσεως, μολονότι διεσάλπιζον 30 ἐφημερίδες ἐναντίον μου ὅτι εἶμαι ἀπολυτόφρων, ὅτι θέλω νὰ περιορίσω τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου μου. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, κύριοι, ῥητὴν καὶ ὡρισμένην περίστασιν, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον 14ον τοῦ συντάγματος, ἔκαμον τροπολογίαν καὶ εἶπον ὅτι αἱ ἐφημερίδες ἐξαιρετικῶς πρέπει νὰ κατάσχωνται εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξύβριζον τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν θρησκείαν, καὶ τότε, κύριοι, ὅλος ὁ τύπος καὶ ὅλη ἡ μερὶς ἡ ὁποία ἐκάθητο πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος ἐπετέθη ἐναντίον μου καὶ μὲ ἀπεκάλεσεν ἀπολυτόφρονα. Ὅπως λοιπὸν τότε ἐν πεποιθήσει ἀντετάχθην κατὰ τῶν παρανόμων τάσεων τῶν ἐρχομένων κάτωθεν, οὕτω καὶ σήμερον λέγω, κύριοι, καὶ τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς ἔχετε τὸ καθῆκον, τιμωροῦντες τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντισυνταγματικοὶ, νὰ θέσητε τὴν κοινωνικότητα καὶ τὴν ἁρμονίαν εἰς τὴν κίνησιν τῆς μηχανῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ εἶπόν τινες, εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἓν ὁποιονδήποτε ὑπουργεῖον, καὶ αὐτὸ δύναται νὰ δεχθῇ καὶ, ἂν συμπέσῃ νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, νὰ μὴ ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι θὰ ὑποστηριχθῇ ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, νὰ διαλύσῃ ἀμέσως τὴν Βουλήν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι πάντοτε ἀναχωρῶ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι καὶ τὰ ὑπουργεῖα καὶ αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Βασιλεῖαι ἐδημιουργήθησαν καὶ ἵστανται εἰς τὴν θέσιν του ἕκαστον πρὸς τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἓν μέγιστον καλὸν διὰ τὸν τόπον, τότε πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ἐκτὸς δὲ ἐκείνων γνωρίζομεν καὶ ἄλλας περιστάσεις· ποίας περιστάσεις; τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας μία Βουλὴ πείσμων, μὴ θέλουσα νὰ χορηγήσῃ εἰς ἓν ὑπουργεῖον ὁποιονδήποτε, εἴτε ἀπὸ ἀντιπολίτευσιν, εἴτε ἀπὸ ὁποιανδήποτε ἰδιοτροπίαν, τοὺς ἀναγκαίους νόμους διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἀναγκαίως πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ὑπάρχῃ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ, ὅταν εὑρίσκηται ἕκαστος τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν ἑστίαν του καὶ μακρὰν τῆς πρωτευούσης, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς; Ἐκ τῆς λέξεως ἀκόμη τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐννοεῖτε τοῦτο· διάλυσις τί θὰ εἰπῇ; πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σῶμά τι συγκεκροτημένον, συμπεπηγμένον διὰ νὰ τὸ διαλύσῃς. Ἄλλως πῶς θὰ διαλύσῃς πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχεις ἐνώπιόν σου; δὲν ἔχω, κύριοι, τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ Βουλαὶ πρέπει νὰ διαλύωνται ἀποῦσαι, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀνέφερον αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Ἡ Βουλὴ διὰ νὰ διαλυθῇ ἀπαιτεῖται νὰ συγκροτηθῇ, καὶ ἀφοῦ συγκροτηθῇ καὶ παρουσιασθῶσι τὰ νομοσχέδια μιᾶς ὁποιασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ τὰ ἀντικρούσῃ, τότε γεννᾶται ἀμέσως ὁ εὔλογος λόγος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ λέγω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς, τὸ λέγω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὅλης οἰκονομίας τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· διότι πάντοτε, κύριοι, ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων του πρέπει νὰ ἐπιδοκιμάζηται καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ διάλυσις ἐγένετο δι’ ἕνα σκοπόν, διὰ μίαν ἰδέαν ἀφορῶσαν τὸ καλὸν τοῦ τόπου, καὶ ὄχι ποτὲ διὰ προσωπικοὺς λόγους, διότι τότε θέλετε διὰ τῶν πράξεών σας αὐτῶν νὰ κλονίσητε τὴν πίστιν, νὰ κλονίσητε τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, ἡμεῖς κοινοβουλευτικῶς ἐφέρθημεν, διότι σχηματίσαντες ὑπουργεῖον, εἴχομεν ἀπόφασιν καὶ ἐζητήσαμεν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν μᾶς ἔδωκε τὴν διάλυσιν, διότι ἐξωτερικαὶ περιστάσεις τὸν ἐμπόδισαν ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἴσα, ἴσα ὅ,τι μᾶς εἴπατε, κ. Δεληγεώργη, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἡ ἰδέα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν προαποφασίζεται, παρουσιάζεται καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἀνάγκη. Σήμερον ἡ Βουλὴ π. χ. καταψηφίζει τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Σωτηροπούλου, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν ἀποκατάστασιν πολλῶν χιλιάδων πολιτῶν, καὶ τὰ καταψηφίζει ὄχι διὰ λογικὸν λόγον, ἀλλὰ ἀπὸ πνεῦμα ἀντιλογίας, ἀπὸ πεῖσμα, τότε τὸ ὑπουργεῖον προσέρχεται εἰς τὸν Βασιλέα, λέγει, Μεγαλειότατε, ἠθέλησα νὰ ἐξομαλύνω τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τόσων χιλιάδων πολιτῶν· ἡ Βουλὴ αὐτὴ φατριάζουσα κατεψήφισε τὰ νομοσχέδιά μου, λάβετε τὴν παραίτησίν μου. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, συμβουλεύω τὸ στέμμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἔχει τὸν λόγον της. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ προΐδῃ κανεὶς πότε θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως, διότι τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προδικάσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ ὅλους σας, ὅτι δὲν θέλετε ὑποστηρίξει καλὰ καὶ πατριωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελε παρουσιάσει μία ὁποιαδήποτε κυβέρνησις; τίς ἔχει κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς δικάσῃ, καὶ νὰ σᾶς καταδικάσῃ ἐρήμην; Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὁ λόγος τοῦ κ. Δεληγεώργη ἀναιρεῖται ἀπὸ τὸν ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω. Ἐξωτερικαὶ πολιτικαὶ περιπλοκαὶ παρουσιάσθησαν ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν. Ἴσα, ἴσα τὴν 9ην Ἰουλίου, καθ’ ἣν τὸ ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ὁ κ. Βενεδέτης, ἢ ἄλλος ἀξιωματικός, ἐπέδωκε τὴν διακήρυξιν τοῦ πολέμου εἰς τὸν κ. Βισμάρκ. Ἄγνωστον βεβαίως ἦτο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἀπὸ τότε μέχρι προχθές, ὅτε ἐκάματε χρῆσιν ἄλλης προνομίας τῆς ἀναβολῆς τῆς Βουλῆς, δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἠξεύρητε ὅτι δὲν διαλύεται ἡ Βουλή; καὶ ὅταν ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους λέγετε, διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς ἐξωτερικούς, διὰ ποῖον λόγον νὰ κάμητε χρῆσιν μιᾶς προνομίας ἄλλης, ἡ ὁποία ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν; διότι ἀδύνατον εἶναι νὰ προΐδῃ κανεὶς τί πράγματα δύνανται νὰ ἐπισυμβῶσιν καὶ νὰ ἐπέλθωσιν αἰφνιδίως. Ἡ τελευταία χρῆσις τοῦ προνομίου, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ἀποδεικνύει ῥητὸν σκοπόν· δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω διὰ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ δὲν βλέπω κανένα ἄλλον σκοπόν, βλέπω μόνον ὅτι ἡ χρῆσις τῆς προνομίας αὐτῆς δὲν εἶχε κανένα ἄλλον σπουδαῖον σκοπὸν, παρὰ μόνον τὴν παράτασιν τῆς διαμονῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰς τὰ πράγματα. Δὲν θὰ ἀφήσω ἀκόμη ἀπαρατήρητον τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, τὸ μέρος τοῦ λόγου του, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὡμίλησεν ἐνώπιον μιᾶς ἄλλης Βουλῆς, τῆς Βουλῆς τοῦ 1865. Εἴδετε ῥητῶς τί εἶπεν ἐκεῖ ὁ κ. Δεληγεώργης. Εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κακῶς ἔκαμε νὰ δεχθῇ ἐκ νέου νὰ σχηματίσῃ καὶ νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης.....
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρηκούσατε, ἀναγνώσατέ το.
§54ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ ἔχω.
§55Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοὐναντίον εἶπεν.
§56ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κακῶς ἤκουσα.
§57Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καλῶς εἶπεν.
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλὰ θὰ τὸ εὕρω ἔπειτα καὶ θὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι δὲν τὸ ἠξεύρω. Λοιπὸν, κύριοι, εἴπομεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπουργούς του, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν. Ὅταν ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πράξεων αὐτῶν ἦναι κακόν, ὅταν π. χ. μορφωθῇ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κάμνει μίαν συνθήκην, κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὑποθέσατε, ἡ ὁποία βλάπτει ὁπωσδήποτε τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, ποῖον θὰ καταδικάσητε; Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις ὑπάγονται εἰς ἔλεγχον. Ποτὲ ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ πρέπει ἡμεῖς νὰ συνειθίσωμεν παρουσιαζόμενοι εἰς τὸν Βασιλέα νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν αἰσθανώμεθα ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ καθήσωμεν, ὅπως πρέπει, καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τὰς ἕδρας τοῦ πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ ὑπουργοῦ, τότε νὰ λέγωμεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι, Μεγαλειότατε, ὄχι μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς φανῶμεν χρήσιμοι, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἡ παρουσία μας εἰς τὸ ὑπουργεῖον θέλει ἴσως δυσχεράνει τὰς ὑποθέσεις τῆς ἐπικρατείας. Ὅλοι αὐτοί, κύριοι, οἱ λόγοι, μὲ ἔπεισαν ὅτι ὀφείλω ὅλαις δυνάμεσι νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐπερώτησιν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, διότι τὴν εὑρίσκω πραγματικῶς συνταγματικωτάτην, τὴν εὑρίσκω, κύριοι, συμβιβαστέαν ἐντελῶς μὲ τὸ σύνταγμά μας καὶ μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ἐὰν θέλωμεν νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰ ἐμπρός.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστίδης.
§60ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε, σᾶς παρακαλῶ σιωπήν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχίαν.
§62ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι. Ἀντικοινοβουλευτικῶς ἢ ἀντισυνταγματικῶς εἰσήλθετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ἢ ἀντισυνταγματικῶς διεξήλθετε τὸ στάδιον τῆς διοικήσεώς σας, καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐξήλθετε, λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Κύριοι, παριστάμεθα εἰς μίαν συζήτησιν φέρουσαν τὸν σπουδαιότερον χαρακτῆρα. Δὲν ἀνακρίνεται σήμερον ὑπουργὸς, δὲν ἀνακρίνεται ὑπουργικὴ πρᾶξις, ἀνακρίνεται αὐτὸς ὁ μέγας Χάρτης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς πλέον θεμελιώδεις αὑτοῦ διατάξεις. Διὰ ταῦτα θέλω σᾶς παρακαλέσει μετὰ προσοχῆς νὰ μὲ ἀκούσητε, καὶ ὕστερον ἀπὸ μίαν ὥριμον συζήτησιν νὰ σχηματίσητε τὴν γνώμην σας καὶ νὰ ἐκφράσητε τὴν ἐτυμηγορίαν σας. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, πρῴην πρωθυπουργὸς καὶ φίλος μου Δεληγεώργης, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ εὐκρινῶς ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τοῦτο· εἰς ἐμὲ δὲν μένει εἰμὴ μικρὸν μέρος νὰ συνεισφέρω, διὰ νὰ καταστήσω ἔτι μᾶλλον ἑδραίαν τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σχηματίσητε ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον. Θέλω δὲ περιορισθῆ εἰς μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα, παρερχόμενος πᾶν προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἐῤῥέθη καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος καὶ σήμερον καὶ προχθές. Ἐὰν, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα συμφωνήσωμεν, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα δυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν, καὶ πρέπει νὰ διαφωνῶμεν ἐνίοτε, διότι ἐκ τῆς διαφωνίας προκύπτει ἡ ἀλήθεια. Ἡ διαφωνία ὅμως ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος, εἶναι ἐπανάστασις. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ διδαχθῆτε παρ’ ἐμοῦ· προτήτερα ὁ καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς εἶπε τί ἐστὶ πολίτευμα. Τὸν ἴδιον δρόμον θὰ ἀκολουθήσω, ἀλλὰ εἰς τὰ συμπεράσματα θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀντίθεσιν, καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις θὰ καταδείξω ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ ὄχι ἀπὸ φρενοτροπίαν, ὄχι ἀπὸ συμφέρον. Δύω μεγάλαι ἐξουσίαι τῳόντι καθιερώθησαν διὰ τοῦ τελευταίου Συντάγματος, ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Βουλή· καὶ εἰς τὰς δύο ἐξουσίας διεγράφησαν εὐκρινῶς, σαφῶς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστη δύναται, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πολιτείας πρέπει νὰ διαχειρίζηται, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ κατὰ ἓν ἰῶτα τὰ δικαιώματα, τὰ προνόμια ταῦτα, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ τὰ ἑρμηνεύῃ ἢ νὰ τὰ ἐφαρμόζῃ κατ’ ἔννοιαν. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, οὔτε ἐξηγεῖται, οὔτε ἐφαρμόζεται ἄλλως, παρὰ κατὰ γράμμα, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κανένα νὰ τὸ ἐξηγῇ κατὰ βούλησιν. Ὅπως τὰ καθήκοντα, τὰ προνόμια κατηρτίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀπαραλλάκτως πρέπει νὰ διατηρῶνται, νὰ ἐφαρμόζωνται, καὶ δὲν πρέπει, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε ὁ Βασιλεὺς, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ δυσανασχετῇ, διότι ταῦτα οὕτω κατηρτίσθησαν καὶ ὄχι ἄλλως· δὲν πρέπει νὰ προσπαθοῦν νὰ πλατύνωσι τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας των καὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς των πέραν τῶν διαγεγραμμένων ὁρίων. Εἰς τὰ ὑπερῷα τῆς πολιτείας κάθηται ὁ Βασιλεὺς καὶ παρακάθηται ἡ Βουλὴ, ἀμφότεραι δὲ αἱ ἐξουσίαι ἔχουν ἀρκούσας δυνάμεις, ἀρκοῦντα προνόμια διὰ νὰ πράξωσι τὸ καλὸν, ὅταν θέλωσιν. Ἀλλ’ ὅμως αὗται αἱ ἐξουσίαι εἶναι φύσει πρὸς ἀλλήλας ἀντίζηλοι, ἡ μία τῆς ἄλλης, καὶ ἀρκεῖ μία μικρὰ ἀφορμὴ νὰ γεννήσῃ ὑπονοίας, καὶ αἱ ὑπόνοιαι νὰ φέρουν τὴν σύγκρουσιν, καὶ ἐκ τῆς συγκρούσεως νὰ διαταραχθῇ ἡ καθεστῶσα ἰσοῤῥοπία· τὰ δὲ ἀποτελέσματα τῆς διαταράξεως ταύτης εἶναι γνωστὸν, πόσον ὀλέθρια ἐστάθησαν παντοῦ, ὅπου ἡ κατάστασις αὕτη ἔλαβε χώραν. Ὅλοι γνωρίζετε, κύριοι, πόσον ὀλέθρια εἶναι τὰ δεινὰ ταῦτα ἐξ ὅσων παρ’ ἡμῖν ἔλαβον χώραν ἀρτίως καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐξ ὅσων συμβαίνουσι καὶ συνέβησαν εἰς ἄλλας χώρας, καθ’ ἃ μᾶς τὸ διδάσκει ἡ νέα καὶ ἡ παλαιὰ ἱστορία. Οὐδεὶς βεβαίως ἐλησμόνησε, καὶ εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις μοὶ τὸ ὑπενθύμισεν, οὐδεὶς βεβαίως ἐλησμόνησε τὴν πάλην, ἥτις ἠγέρθη ἐν ἄλλῳ περιβόλῳ καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ δέκα ἓξ ἄνδρας τοῦ τόπου κατὰ τῆς τάσεως ἐκείνης τῆς ἀπελθούσης δυναστείας, ἥτις ἤθελε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἓν τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἐξουσίας, ἢ τὴν συγχώνευσιν τοῦ διαδοχικοῦ καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ στοιχείου. Μεγάλαι προσπάθειαι εἰλικρινῶς κατεβλήθησαν διὰ νὰ μεταπείσωσιν ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ εἰς ἣν ἐπροχώρει. Ἀλλ’ αἱ προσπάθειαί των ἀπέβησαν μάταιαι· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι αὐτὸ τὸ νόσημα τῆς φιλαρχίας, ὅταν ἅπαξ κυριεύσῃ μίαν καρδίαν, καὶ μάλιστα ἀσθενῆ, δυσκόλως, κύριοι, ἰατρεύεται, δυσκόλως ξεριζόνεται. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθον ἐκεῖνα τὰ δυστυχήματα τὰ ὁποῖα ἔφεραν τοσαύτας πληγὰς εἰς τὸ ἔθνος· καὶ ἔπρεπε, δὲν θὰ μὲ ὀνομάσῃ κανεὶς αὐλοκόλακα, καὶ ἔπρεπε νὰ συνέλθωσιν εἰς ἓν ἡ φιλελληνικὴ προαίρεσις τοῦ σεβαστοῦ πατρὸς τοῦ ἀγαπητοῦ ἡμῶν ἡγεμόνος Γεωργίου, αἱ προσπάθειαι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ποθητὴ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, τῆς ὡραίας αὐτῆς κόρης μετὰ τῆς φιλοστόργου μητρός, ἀπὸ τὰς ἀγκάλας τῆς ὁποίας καιροὶ σκληροὶ καὶ κατακτητικοὶ τὴν ἀπέσπασαν· ἔπρεπε προσέτι νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ θέλησις τοῦ εὐγενοῦς γόνου τῆς εὐκλεῶς βασιλευούσης οἰκογενείας, διὰ νὰ κάμῃ τὴν γενναίαν ἀπόφασιν, ὅταν δέκα ἄλλοι ἡγεμονίδαι ἠρνήθησαν, νὰ ἔλθῃ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφ’ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐβυθιζόμεθα, ἀλληλοκτονούμενοι καὶ ἀποσυντιθέμενοι καὶ κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς. Τὰ παρελθόντα ταῦτα δυστυχήματα ἂς μᾶς συνετίσωσι, κύριοι, ἔστωσαν ὡς κανών, ὡς διδάγματα τοῦ μέλλοντος. Ἑκάστη ἐξουσία ἂς καθήσῃ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἔταξε τὸ Σύνταγμα καὶ ἂς ἀρκεσθῇ εἰς ὅσα προνόμια καὶ δικαιώματα τῇ ἀπέδωκεν. Εὐτυχῶς, κύριοι, δὲν παρουσιάζεται οὐδεμία τάσις, οὐδὲν στοιχεῖον συγκεντρωτικὸν τῆς μιᾶς ἐξουσίας πρὸς ζημίαν τῆς ἄλλης. Ἰδίως τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἔχει καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύσῃ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς καθεστώσης δυναστείας· ἂς ὁμολογήσωμεν ....
§63ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, κύριοι.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ θέλετε νὰ καλυφθῆτε ὄπισθεν τῆς βασιλείας· τί εἶναι αὐτὰ ποῦ λέγετε;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλῃ· μὴ τὸν διακόπτετε.
§67ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει βέβαια δίκαιον ὁ κ. Χρηστίδης παραπονούμενος ὅτι, ἀφοῦ σᾶς ἤκουσε μὲ πολλὴν ἡσυχίαν, καὶ ἄνευ διακοπῆς, σεῖς τὸν διακόπτετε.
§69Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· ἔχει δίκαιον. Ἐξακολουθήσατε κ. Χρηστίδη.
§70ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι, ὅταν ἡ δυναστεία αὕτη ἔφθασεν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς πατρίδος μας, ἐδύνατο νὰ ἐγείρῃ ὑπερόγκους ἀξιώσεις, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξεν· ἀφιερώθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, εἰς τὸ πνεῦμα τῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς κατισχύει εἰς τὸν τόπον μας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂς προσέχωμεν πάντες, ὅπως ὄχι μόνον μὴ παρεισφρήσωσι πειρασμοὶ προκαλοῦντες ῥεμβασμούς, ἐπιθυμίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ μὴ ῥίπτωνται εἰς τὸ μέσον σκάνδαλα ἀσκόπως. Κηρύττομαι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὡς προτάσεως σκανδαλώδους, προτάσεως ἀντισυνταγματικῆς. Παρακαλῶ καὶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος καὶ τοὺς ἄλλους βουλευτὰς, ὅσοι θέλουν νὰ μελετήσωσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ ἀναγνώσωσι μετ’ ἐπιστασίας ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ προσέξωσιν εἰς τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ τοῦ οἰκοδομήματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἂς τὸν ὀνομάσω μὲ τὸ ὄνομά του, παρακαλῶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν νὰ ἀναγνώσῃ πρὸ πάντων τὰ ἄρθρα τοῦ συντάγματος, τὰ ἐφεξῆς· τὸ ἄρθρον 27, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνατίθεται εἰς τὸν Βασιλέα· τὸ ἄρθρον 29, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως κηρύττεται ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον.
§71ΤΙΝΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν ὑπεύθυνον;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε, κύριοι.
§73ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰς πράξεις τὰς ἰδικάς σας. Δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ὅπως τὸ λέγετε· ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ὑπουργὸς ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του, εἶναι πρᾶξις ὑπουργική.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ λέγει εἷς ἄλλος· ὁ κ. Χρηστίδης τὸ λέγει ἔτσι· δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐμποδίσῃ κανείς.
§75ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγει ἔτσι· ἀλλὰ τὸ καθιστᾷ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας δὲν κατέστησε τοιοῦτον. Πότε ἔχει τὴν εὐθύνην αὐτός;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ νὰ τῷ εἴπετε νὰ μὴ ὁμιλήσῃ. Ὁρίστε, κύριε Χρηστίδη.
§77ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30, ἐδὼ θὰ συμφωνήσω ἐν μέρει μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται οὔτε προφορικῶς οὔτε ἐγγράφως νὰ διατάξῃ τι· τὸ ἄρθρον 31 κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς· τὸ ἄρθρον 37 κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ συγκαλῇ ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν· τὸ ἄρθρον 38 κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἀναβάλλει τὴν ἔναρξιν ἢ διακόπτει τὴ ἐξακολούθησιν τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας, τὸ ἄρθρον 54 κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διάρκεια τῆς συνόδου δὲν δύναται νὰ ᾖναι οὔτε μακροτέρα τῶν 6 μηνῶν, οὔτε βραχυτέρα τῶν 3, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν κληθῇ προτήτερα, ἔρχεται αὐτοδικαίως τὴν ά. Νοεμβρίου· τὸ ἄρθρον 81, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, κύριοι, ὅλων αὐτῶν τῶν ἄρθρων τί ἐξάγεται, ἢ μᾶλλον τί ὁρίζεται σαφῶς καὶ καθαρῶς; Ὅτι ὁ νομοθέτης, ὅστις περιέβαλε τὸν Βασιλέα μὲ μίαν μεγάλην λειτουργίαν, τὴν λειτουργίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τί τοῦ ἔδωκε; ποῖον προνόμιον τοῦ ἔδωκεν; ἓν, κύριοι· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὅμως τοῦ λέγει νὰ ἐκτελῇ· νὰ λειτουργῇ ἅπασαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἓν μόνον προνόμιον τοῦ ἔδωκε νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργούς. Ἐννοεῖται ἐντεῦθεν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐκτελεσταὶ, οἱ ὑπηρέται οἱ ἀναπόσπαστοι τοῦ βασιλέως· εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπουργῶν οὐδεὶς, οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ δύναται ν’ ἀναμιχθῇ. Τὸ προνόμιον αὐτὸ λοιπὸν εἶναι αὐτοτελὲς, δὲν χρήζει οὐδεμιᾶς ἄλλης ἀρχῆς τῆς συνδρομῆς, τῆς συμπράξεως; Ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε· καὶ τίς κατηγορεῖ τὸν Ἡρακλέα; τίς ἠρνήθη, ὅτι αὐτὰ τὰ προνόμια τοῦ βασιλέως εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα; εἴπομεν μόνον, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ δέχωνται τὴν ἐξουσίαν, εἰμὴ ἀφοῦ λάβουν τὴν συναίνεσιν τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος, τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα, κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὸν στίχον, τὸν ὁποῖον μὲ πολλὴν χάριν ἔγραψεν ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Σοῦτσος, εἷς ἐκ τῶν νεωτέρων ποιητῶν τῆς Ἑλλάδος· «Εἶν’ ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράψῃ». Ἀκέραια, λέγει, ἀλώβητα εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ βασιλέως, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω· Πλατωνίζει ἐνταῦθα ὀλίγον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος, θέλει νὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν τὴν πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος. Ἀλλ’ ἠξεύρετε ποίους ὀνομάζει ἀγεωμετρήτους; τὸν κ. Ἐπαμινώνδραν Δεληγεώργην καὶ ἄλλους πέντε ὁμοίους μὲ αὐτὸν ἄνδρας ὑπηρετήσαντας ἀπὸ πεντηκονταετίας καὶ ἐντεῦθεν, ἄλλοι πολὺ καὶ ἄλλοι ὀλίγον, καὶ λαβόντας μέρος εἰς τὰ συμβούλια τῆς Ἐπικρατείας, καὶ πολιτευσαμένους ἐντίμως καὶ ἐννόμως, καὶ διαχειρισθέντας τὸν δημόσιον πλοῦτον μετὰ φειδοῦς. Τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργοὺς, κύριοι, εἶναι τόσον ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ὥστε ὅταν τινὲς ἐξελθόντες ἐκ τῆς σχολῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπρέσβευσαν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ἐδῶ, ὅτι οἱ βουλευταὶ μόνοι ἔχουν δικαίωμα νὰ γίνωνται ὑπουργοὶ, ἡ συντακτικὴ συνέλευσις τὸ ἀπέκρουσεν.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐψήφισα μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι δύνανται καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§79ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διότι βλέπετε ἐξακολουθῶ ἐγὼ τὴν κανονικὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, αὐτὴ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μάθω τὴν σχολὴν εἰς ἣν ἀνήκει ὁ κ. Κεχαγιᾶς;
§81ΖΑΪΜΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μὴ διακόπτητε.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ σχολὴ ἐκείνη ὑπεστήριζε τὸ ἐναντίον καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη.
§83ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐννοεῖ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θέλει νὰ τὸ εἴπῃ· ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐννοεῖ νὰ ἵσταται ἡ Βουλὴ παραπλεύρως τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς αἰωνίως διὰ νὰ τὴν ἐξελέγχῃ, διὰ νὰ τὴν ἐπιτηρῇ. Αἴ! καὶ ἐγὼ μίαν φορὰν εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ μὲ ἐπολέμησαν, εἰσήγαγον νόμον, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς τῶν φίλων τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ περιώρισε τὴν Βουλὴν νὰ ἐργάζηται ἐπὶ τρεῖς μῆνας τὸ ὀλιγώτερον καὶ ἐπὶ ἓξ τὸ περισσότερον.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐδέχθη καὶ ἡ Συνέλευσις αὐτό.
§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ Νόμος, κ. Κεχαγιᾶ.
§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μαζῆ σου· μὴ τὸ ἀποδίδητε εἰς ἐμέ.
§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ Νόμος, κύριε Κεχαγιᾶ, ἀφοῦ κατέστη Νόμος τοῦ κράτους καὶ Νόμος καλὸς, μετεφυτεύθη ἕτοιμος εἰς τὸ Σύνταγμα. Τί ζητεῖτε λοιπὸν σήμερον; ὁσάκις γίνεται Ὑπουργεῖον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, νὰ μὴ δέχεται τὴν ἀρχὴν, παρὰ ἀφοῦ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ λάβῃ τὴν συναίνεσίν της. Ἔχετε λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν καὶ ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ μοιράσῃ αὐτὸ τὸ προνόμιον τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργούς του;
§88ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τοὺς διορίζῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως ἑνὸς ἄλλου σώματος; Καὶ τότε αὐτὸ τὸ προνόμιον τὶ ἔγεινε, κύριοι; Δείξατέ μοι εἰς ποῖον ὅρον τοῦ Συντάγματος στηρίζεσθε ὡς πρὸς τοῦτο; δείξατέ μοι εἰς τὴν πρακτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἄλλοτε τοιοῦτό τι συνέβη. Ἀλλ’ ὑπάγω μακρύτερα, καὶ δέχομαι νὰ φέρητε, ἐὰν ἔχητε, ξένα παραδείγματα, ἐγὼ ὅμως ἔχω ἐναντία νὰ σᾶς φέρω, ὅταν φέρητε καὶ σεῖς τὰ ἰδικά σας. Καὶ τὶ λοιπὸν θὰ εἴπητε, ἴσως, θέλετε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβεν καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, νὰ καθήσετε ἐννέα μῆνας νὰ διοικήσητε αὐτὸν τὸν τόπον, νὰ διαχειρίζησθε τὸν δημόσιον πλοῦτον, νὰ κάμητε καὶ σεῖς συνθήκας, καὶ ἄλλας σπουδαίας πράξεις, μὴ ἔχοντες ἄλλην κύρωσιν, εἰμὴ ἕνα διορισμὸν τοῦ Βασιλέως; Κύριοι, διὰ τοῦτο σᾶς εἶπα, ὅτι πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς θεμελιώδεις ὅρους τοῦ Συντάγματος, διότι εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα δυνάμεθα νὰ διαφωνήσωμεν, καὶ πρέπει νὰ διαφωνήσωμεν, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, ὄχι ὅμως νὰ διαφωνῶμεν καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ οὔτε τάξις, οὔτε κυβέρνησις. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπε, σεῖς εἶσθε αἴτιοι· ποῖοι; οἱ κακῶς πολιτευόμενοι· διότι σεῖς δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, διότι σεῖς ἀπατᾶτε τὸν Ἡγεμόνα· διατί; διότι δέχεσθε, καὶ δέχεσθε χωρὶς νὰ δώσῃ καὶ τὴν ψῆφόν της ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς δὲν συγχωρεῖ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ συγκαλῆται. Αὐτὸ τὸ ἠθέλησεν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις· ἡμεῖς οὔτε προσθέτομεν, οὔτε ἀφαιροῦμεν. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ διατάραξις τῆς ἰσοῤῥοπίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ μόνον ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ὅσον εἶναι ἐπικίνδυνοι ἐκεῖναι αἱ φιλοδοξίαι, ἄλλο τόσον καὶ περισσότερον αἱ κάτωθεν ἐρχόμεναι. Θέλετε λοιπὸν συνταγματικὴν κυβέρνησιν; κοινοβουλευτικήν; ὅπως τὴν θέλετε; ἂς σταθῶμεν εἰς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἐχάραξεν ὁ νομοθέτης ὁ καταρτίσας τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κίνδυνος, ὄχι λέγω· κανεὶς κίνδυνος δὲν εἶναι. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα, νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργούς του· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ εἴπητε, τί κάμνει; ἐκ τῶν προτέρων δὲν δύναται νὰ ἀποδοκιμάσῃ κανένα· ἡ Βουλὴ ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα, τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ μέχρι τριχὸς τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διαμένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, πρὶν λάβῃ τὴν ἔγκρισίν μου, λέγει ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, καὶ σημειώσατε, ὅταν ἐκλήθημεν ὑπουργοὶ, ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔλειπεν εἰς Γαλαξείδιον, ποῦ νὰ στείλωμεν νὰ τὸν φέρωμεν ἐδῶ, νὰ λάβωμεν τὴν συναίνεσίν του; Θέλετε νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι λέγω ἀλήθειαν;
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἀπεφασίσατε τὴν διάλυσιν, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις δὲν τὸ ἐπέτρεπον.
§91ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ ὑπερασπίζω τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ μὲ ἐπολέμησες. Σᾶς εἶπα, θὰ περιορισθῶ εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, ὄχι διότι τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον λέγεις, εἶναι δύσκολον· εὐκολώτατον εἶναι. Ὅταν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδέχθησαν τὴν ἀνωτέρω ἀρχὴν, ἤτοι ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει μόνος τοὺς ὑπουργούς του, δέχωνται καὶ τὴν ἄλλην ἀρχὴν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὅστις ἀναλαμβάνει τόσην εὐθύνην πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος εἰς τὰς κινήσεις του, ἀρκεῖ νὰ στέκηται εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν αἱ τεταγμέναι ὥραι τοῦ χρόνου, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ συνέρχεται· καὶ βεβαίως ἕνας ὑπουργὸς, ὅστις ἐμποδίζει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ τὴν τεταγμένην ὥραν εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ποῖον κίνδυνον, ἐρωτῶ, τρέχουν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, τῆς ἐλευθερίας, ὅταν σὺ ἐρχόμενος εἰς τεταγμένας ὥρας τοῦ χρόνου, ἀναλαμβάνῃς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς ἐξουσίας, οἱασδήποτε; Ὅταν ὁ βασιλεὺς δύναται νὰ διορίσῃ, καὶ ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιον αὐτοτελὲς, οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τὸν ἄλλον, διότι ἐδέχθη· ἠθέλησα καὶ ἐδέχθην διὰ νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου, ὅπως ἄλλας 17 φοράς. Θέλεις νὰ ἴδῃς, ὅτι τὴν ὑπηρέτησα εἰλικρινῶς; Ἔχεις εἰς χεῖράς σου τὰς πράξεις μου· φέρε τας ἐδῶ· πέντε μῆνες δὲν ἐπέρασαν, ἀπρακτοῦντων ἡμῶν· ἔχομεν πράξεις· αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμά σας· ἐκ τῶν προτέρων ὅμως δὲν δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε τὸν διορισμὸν ἑνὸς ὑπουργοῦ· ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ τὸν κρίνητε. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἥτις μᾶς χωρίζει. Σᾶς εὐχαριστῶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε ὅτι ἐστάθηκα ἄλλοτε κέρβερος τῶν δικαιωμάτων τῆς πολιτείας, τῆς Βουλῆς. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀξίωσίν σας, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ῥίψῃ εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀναρχίας. Ἔχει δικαίωμα αὐτοτελὲς ὁ Βασιλεὺς νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην του, διότι ἀγκαλὰ καὶ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, ὁμολογήσατε ὅτι εἶναι μία ἄλλη εὐθύνη πολιτικὴ, πολὺ μεγαλειτέρα, καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ νομικὴ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ. Τί ὠφελεῖ τὴν Γαλλίαν ἡ εὐθύνη τοῦ Παλικάο; Εἶναι μία ἄλλη εὐθύνη μεγαλειτέρα, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ σήμερον ζητούμενον εἶναι ἀξίωσις ὑπέρογκος, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε περισσότερον. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ διαταράξουν τὴν ἰσοῤῥοπίαν, δηλ. νὰ γείνουν αἴτιοι νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία. Νὰ προσέχωμεν λοιπὸν, ὅπως προσέχωμεν νὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία, καὶ ἐπειδὴ εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει καμμία ἀφορμὴ σήμερον νὰ ὑποπτευώμεθα καμμίαν εἰλικρίνειαν, ἂς σταθῶμεν ἕως ἐδῶ, καὶ ἂς μὴ θέλωμεν νὰ ἀναμοχλεύωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα ζημίαν θὰ φέρουν, ὄχι ὠφέλειαν. Δύναμαι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω πανδήμως ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἂν δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς, εἶναι ἄσκοπος. Πιστεύσατε, ὅτι σᾶς ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, μὴ ἀμφιβάλλητε ὅτι ὅσοι ἐγηράσαμεν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς πατρίδος, φλεγόμεθα ἀπὸ πατριωτισμὸν, ἂν ὄχι καλλίτερον, τοὐλάχιστον ὅμοιον, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ μίαν σειρὰν πολυχρόνιον τῆς διαγωγῆς ἑκάστου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε, ἂν δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐκφρασθῶ ἀκριβέστερον καὶ σαφέστερον.
§92ΛΑΠΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε πρόεδρε, διὰ τὴν αὔριον.
§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον (ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§95ΛΑΠΑΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ὥρα· νὰ ἀναβληθῇ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι τρεῖς ἐγγεγραμμένοι.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τί νὰ χάσωμεν καὶ τὴν αὔριον; ἂς προχωρήσωμεν.
§98Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§99ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι τέσσαρες ἐγγεγραμμένοι· δὲν δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§100ΛΑΠΠΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κ. πρόεδρε, αὔριον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται λοιπὸν ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 20).