Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Α› Sitting 77

1869.11.18

3,041 rows · 25,218 words · 5 tables · 152 turns

Date
1869.11.18
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
Period
Γ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1869)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77.

Τῆς 18 Νοεμβρίου 1869.

(Τρίτη).

Ὥρα 1 μ. μ.

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας.

§2ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πίστωσις τοῦ ταμείου εἶναι Βʹ. ἀνάγνωσις.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, ἄρχεται ἡ συζήτησις·

§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπατε, κ. πρόεδρε, νὰ καταλάβουν τὰς ἕδρας των οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ νὰ καθήσουν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, παρακαλεῖσθε νὰ καθήσητε εἰς τὰς ἕδρας σας.

§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναφορὰ διαφόρων ἐμποροπλοιάρχων Ὕδρας, παραπονουμένων κατὰ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου.

§7ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναφορὰ τῶν ὑποδικηγόρων Ζακύνθου, ἐξαιτουμένων, ὅπως τοῖς παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια νὰ παρίστανται καὶ εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα.

§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σχετικὴ μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ πρότασις.

§10ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶναι νόμος, κ. πρόεδρε.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναφορὰ, κύριοι· λοιπὸν θὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Κύριοι, παρεκάλεσα τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς νὰ ἐπιταχύνωσι τὰς ἐκθέσεις των, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὸν καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ καὶ μάλιστα δι’ ἓν σπουδαῖον νομοσχέδιον, καὶ πολὺ ἀναγκαῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ κληροδοτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν χάριτας εἰς τὸν παρόντα ὑπουργὸν, διότι δὲν τὰ ἤγγισε, διότι περιμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν. Παρεκάλεσα ἰδίως τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, διατὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς ὅλου τοῦ σώματος, καὶ ἔφερε μόνον τὴν ἐδικήν του. Ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τότε δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις.

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ἀξίζει τίποτε, διότι εἶναι ἔκθεσις ἑνὸς ἀτόμου.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρόεδρος αὐτὸς, ἂν θέλουν, ἂς φέρουν καὶ οἱ ἄλλοι, διότι, ἐσυζητήθη τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ;

§14ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύω λέξεις, κ. πρόεδρε, μοὶ συγχωρεῖτε.

§15ΔΑΓΡΕΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ κληροδοτημάτων, ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.

§17ΣΑΡΑΒΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας). Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐξετιμήθη μὲ ὅλην τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα εἰς αὐτὸ, καὶ τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιον. Πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως 200,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι διανέμονται κατὰ τὸ δοκοῦν τοῖς ἑκάστοτε ὑπουργοῖς. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς κανόνας τὴν διαχείρισιν χρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ὁμογενεῖς προσφέρουν εἰς τὸ ἔθνος πρὸς διάδοσιν τῆς παιδείας καὶ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἱερὸν καθῆκον νὰ μὴν ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐννοοῦν νὰ τοῖς δώσουν οἱ φιλοπάτριδες δωρηταί. Λυποῦμαι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πολὺ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξετίμησεν ἀρκούντως τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοθετήματος τούτου, καὶ μολονότι τὴν παρεκάλεσα νὰ ἐπισπεύσῃ, παρῆλθε μέχρι σήμερον εἷς καὶ ἥμισυς μὴν καὶ ἀκόμη δὲν παρουσίασε τὴν ἔκθεσίν της. Τόρα, ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ἡ γνώμη τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἐκθέσεως.

§18ΡΟΥΦΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἄνευ ἐκθέσεως;

§19ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ προσθέσω καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Παντοῦ εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη παρουσιάζεται ἡ πάλη μεταξὺ νομοτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, ζητούσης μιᾶς ἑκάστης νὰ ἀποκλείσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἄλλης. Μὲ ἀπορίαν μου ὅμως βλέπω, ἐνῷ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ζητεῖ ν’ ἀπεκδυθῇ ἓν δικαίωμα, ἡ Βουλὴ δεικνύει τὴν μεγαλειτέραν ἀδιαφορίαν. Ἠδυνάμην, κύριοι, 200,000 δραχ. νὰ τὰς διαθέσω κατὰ τὸ δοκοῦν, δὲν ἐξώδευσα ὅμως λεπτὸν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἅπαξ διὰ παντὸς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν κανονιστικὸν μέτρον· Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο κατεπεῖγον καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον, κ. πρόεδρε, διὰ πρώτην φοράν.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§22ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Τὰς πιστώσεις, κ. πρόεδρε, διότι δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τοὺς καταδίκους κλπ.

§23ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὰς πιστώσεις).

§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πιστώσεων ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὀλίγα, κύριοι βουλευταὶ, θὰ σᾶς εἴπω μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὐδόλως ἀνήρεσαν τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κουμουνδούρου. Μοὶ ἐφάνησαν τῳόντι πολὺ περίεργα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργός. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869 πρόκειται νὰ ᾖναι ἀρκετὰ μεγάλον, διότι, ἐνῷ τὰ ἔξοδα ἦσαν ἀρκετὰ ἐξωγκωμένα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ δὲ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ μὲ πολλὴν ἀφθονίαν, βλέπει, ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα δὲν ἐπήρκεσαν καὶ ζητοῦνται νέαι πιστώσεις, τὰ δὲ ἔσοδα ἐπραγματοποιήθησαν πολὺ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα ὑπελογίσθησαν, ἀνέφερε δὲ ῥητῶς ἐκ τῶν ἐσόδων, τοὺς ἐγγείους φόρους τῆς σταφίδος, τὰ τελωνειακὰ, καὶ ἄλλα τινὰ, ἅτινα παρουσιάζουν σπουδαίαν ἐλάττωσιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς ταῦτα περιωρίσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ἀπὸ τοῦδε, διότι μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ὑπολείπονται δώδεκα μῆνες ἀκόμη καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα· εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶπε, τὰ ἔσοδα νὰ ἔλθουν εἰς ἰσοῤῥοπίαν μὲ τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἔλλειμμα 5, 3 ἢ καὶ ἑνὸς μόνου ἑκατομμυρίου. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι, πολὺ παράδοξον, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ν’ ἀκούσω τὸν πρωθυπουργὸν λαλοῦντα μὲ τοιαύτην ἀδιαφορίαν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἡ χρῆσις τοῦ 1869 δύναται νὰ παρουσιάσῃ. Ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι καὶ ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν μετά τινος θετικότητος τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, θαυμάζω πῶς ἀπεφάσισε νὰ συντάξῃ προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1870, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἔτος τοῦτο. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μένει ἀκόμη πολὺς καιρὸς μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὸν καιρόν· τὰ ἔσοδα πάσης χρήσεως βεβαιοῦνται συνήθως ἐντὸς τοῦ ὁμωνύμου ἔτους αὐτῆς, ὀλίγα δὲ συμβαίνει νὰ μένουν ἀβεβαίωτα καὶ νὰ βεβαιοῦνται κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Διὰ τὸ ἔτος μάλιστα 1869 δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ βεβαίωσις ἀπεπερατώθη ἢ εἶναι ἐγγὺς ν’ ἀποπερατωθῇ, διότι ἔλαια μὲν, τῶν ὁποίων βραδύνει ἡ βεβαίωσις, δὲν ὑπάρχουσι, τὰ δὲ προϊόντα, τῶν ὁποίων οἱ ἔγγειοι φόροι βεβαιοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἐξήχθησαν σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τί τὸ κωλύον νὰ κάμωμεν ἀπὸ τοῦδε τοὺς ὑπολογισμούς μας ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869. Ἀμφιβολίαι ὑπάρχουν ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν, ἐὰν δηλ. θὰ μείνουν πολλὰ ἢ ὀλίγα καθυστεροῦντα, ἀλλὰ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουν καθυστεροῦντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν ἠθέλησε ν’ ἀναιρέσῃ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ἰσχυρισθέντα ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869 θέλει εἶσθαι ἀρκετὰ μεγάλον, δὲν ἔχουσι πολλὴν ἀξίαν. Ὁμιλῶν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπαπειλοῦσιν, εἶπεν, ὅτι εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τοὺς ἀγόνους μῆνας· ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν καὶ εἰς τοῦτο εἶπεν, ὅτι ἀπατᾶται ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, διότι ὁ Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος εἶναι γόνιμοι μῆνες, καὶ δίδουν ἀρκετὰ ἔσοδα, ὥστε νὰ καλύψουν τὰ ἔξοδά των, ν’ ἀφήσουν δὲ καὶ περίσσευμα, Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι συνήθως οὕτω γίνεται, ἐφέτος εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτό· διότι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα, ἐξήχθησαν ἤδη, ὡς σᾶς προεῖπον· ἡ σταφὶς εἶχεν εὐτυχῶς ζήτησιν καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἐπεσπεύσθη, ἀσήμαντοι δὲ ποσότητες μένουν ἀκόμη εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τὰ σῦκα ἐπίσης ἐξήχθησαν· ἔλαια ἐφέτος δὲν ὑπάρχουσιν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀπὸ τοῦδε θέλει ἀρχίσει ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἐμβαίνομεν εἰς τοὺς ἀγόνους μῆνας. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ ἐν γένει, κύριοι, τὰς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεις, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν συνεμορφώθη καθόλου μὲ τοὺς νόμους. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ἔχῃ μία κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ δαπάνας, πρέπει αἱ δαπάναι νὰ περιέχωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οὗτος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς μίαν κυβέρνησιν νὰ κάμνῃ ἔξοδα· ἀλλ’ ἐπειδὴ καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσιν ὅλαι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναφανῶσιν εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους· καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν διά τινας ὑπηρεσίας, νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν, ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπων τὰς περιστάσεις ταύτας....

§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν.

§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπων τὰς περιστάσεις ταύτας ἐπέτρεψε νὰ δίδωνται πιστώσεις. Αἱ πιστώσεις, ὁσάκις ἀναφέρονται εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀπροσδοκήτους περιστάσεις, λαμβάνονται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διαταγμάτων, τὸ αὐτὸ ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται, καὶ ὅταν ἀποβλέπουν δι’ ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς ὡς εἶναι ἡ διατροφὴ τῶν καταδίκων, τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κτλ. ἀλλὰ τόσον διὰ τὴν μίαν περίστασιν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἄλλην ὁ λογιστικὸς νόμος, ἄρθρον 17, ὑποχρεοῖ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ τὰ διατάγματα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς παρουσιάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοῦτο, κύριοι, εἶναι λίαν οὐσιῶδες, λίαν ἀναγκαῖον, διότι ὅταν πρόκειται μία Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ ἑπομένου ἔτους, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἤρκεσαν αἱ δαπάναι τοῦ προηγουμένου καὶ κατὰ πόσον παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη νὰ αὐξηθοῦν· ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ ληφθεῖσαι πιστώσεις; Πολλοῦ γε καὶ δή· παρουσίασε τὸν προϋπολογισμὸν, παρῆλθον ἀρκετοὶ μῆνες, ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, καὶ τότε ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, δὲν ἤρκεσαν τὰ πέρυσι ψηφισθέντα ποσὰ, ἀλλ’ ἐδαπάνησα καὶ πολλὰ ἄλλα· ἀλλὰ διατί νὰ μὴ τὰ γνωρίζῃ ἐγκαίρως ἡ Βουλὴ ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ; ἢ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ κράτους νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν προϋπολογισθέντων ἐδαπανήθησαν ἀκόμη ὁλόκληρα ἑκατομμύρια; Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις παρεβίασε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, μὴ φροντίσασα νὰ ὑποβάλῃ τὰς πιστώσεις εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ 1870. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, εἶναι πλέον ἀναμφισβήτητον, μὲ ὅλα ὅσα εἶπον οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον· διότι τὰ περισσότερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦν, τὰ ἐδαπάνησαν ἢ ἤρχισαν νὰ τὰ δαπανῶσιν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν δαπανῶν, δι’ ἃς ἐπιτρέπεται νὰ χορηγῶνται πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, καὶ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν κυβέρνησιν οὐδεμίαν δαπάνην νὰ ἐπιχειρίσῃ, πρὶν ἐπιψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ πίστωσις· ὅταν π. χ. ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ δαπάνη διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ συνεδρίαζεν, ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ καὶ νὰ ληφθῇ ἡ ἄδεια αὐτῆς καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προχωρήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἔργον. Ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς καταδίκους, μάρτυρας καὶ λοιπὰ, μετὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ καὶ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς ἡ ἀναγκαία πίστωσις καὶ τὸ ἔξοδον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θανατικῶν ποινῶν καὶ τὸ κατεπεῖγον, ἠδύνατο νὰ καθυποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν προεκάλεσε διὰ τὰς δαπάνας ταύτας διατάγματα· διατί; διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τὴν δαπάνην, ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε καὶ δὲν τῇ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὰ Διατάγματα. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν μεγάλην πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν, ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ἐνταῦθα ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ὑπουργὸς, νὰ σᾶς εἴπω τίποτε περισσότερον· ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεφόρτισε νὰ ἐξετάσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ πλοίου, τὸ πλοῖον τοῦτο δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀμέσου ἐπισκευῆς καὶ ἦτο χρήσιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 6 μῆνας· ὥστε οὐδεμία ἀνάγκη κατεπείγουσα ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ, προσέθηκε κατόπιν, διέταξε τὴν ἐπισκευὴν, διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ πλοίου ἔγραψεν ἔκθεσιν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντέχει τὸ πλοῖον. Ἀλλ’ ὅταν τις διορίζῃ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδημόνων ἀνδρῶν διὰ ν’ ἀποφανθοῦν περί τινος πράγματος, καὶ ἔχῃ ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν, εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς μονομερεῖς ἐκθέσεις ἑνὸς μόνου ἀτόμου; εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ κυβερνήτου ἑνὸς πλοίου; πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ εἶχε τόσην ἀνάγκην ἀμέσου ἐπισκευῆς, καὶ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, ἡ κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ τὸ κρατήσῃ προσωρμισμένον εἴς τινα λιμένα, μέχρις οὗ λάβῃ τὴν ἀνήκουσαν πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶχε δὲ καιρὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἀφ’ ἧς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, ἀριθμοῦνται 5 μῆνες. Καὶ ὅμως, ἐνῷ εἶχε καθῆκον ν’ ἀναφέρῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, ἔστειλε τὸ πλοῖον εἰς τὴν Τεργέστην καὶ ἔκαμεν ἔναρξιν τῆς ἐπισκευῆς· διότι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ἔβγαλε τὰ καζάνια καὶ προῆλθεν εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν ναυπηγῶν· εἶναι δὲ ὅλως ἀδιάφορον, ἐὰν δὲν ἐπληρώθη ἡ δαπάνη, διότι ἐὰν ἡ δαπάνη συνεφωνήθη, κατέστη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ δημόσιον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν· μόνη ἡ ἐξαγωγὴ τῶν καζανίων εἶναι ἀρχὴ ἐπισκευῆς καὶ ἀπῄτησε δαπάνην τινὰ, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ νομιμοποιήσεως τῶν πιστώσεων δὲν ἔχουν πολλὴν ὑπόστασιν καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συνεμορφώθη καθόλου μὲ τὸν νόμον. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν προέβη εἰς δαπάνας χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων, δὲν ἔλαβε τὴν ἀνήκουσαν φροντίδα νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τῆς Βουλῆς, ἐγκαίρως καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870.

§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κάμετε πρότασιν.

§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ᾖναι ἀνάγκη, θὰ ἔλθῃ, δὲν θὰ μᾶς συμβουλεύσητε σεῖς.

§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ὡς ἠκούσατε, οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὡμίλησαν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1869, παρατηρήσαντες, ὅτι τὰ ἔξοδα κατήντησαν πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα ἔσονται κατώτερα τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἴς τινας πιστώσεις παρεβίασε τὸν νόμον, καί τινες ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις παρέλειψε τὸν ὀφειλόμενον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμόν. Τὰ θέματα ταῦτα, κύριοι, ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν. Ἄλλως τε, καὶ ἂν ἤξιζον πλειοτέρας ἀναπτύξεως, δὲν παρατηρῶ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ πόθος εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Παραιτῶ διὰ τοῦτο τὰς ἀπόψεις ταύτας· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πιστώσεων αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν οἰκονομίαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων. Ὁρμῶμαι δὲ εἰς τοῦτο ὑπὸ μόνης τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχον πάντοτε καὶ ἔχω περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δυνάμεων τῆς πατρίδος μας καὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων, ὑπὸ τῶν ὁποίων πάσχει καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ εὐημερήσῃ, οὔτε νὰ ἀνδρωθῇ. Διὰ τοῦτο ἀείποτε, κύριοι, καθόλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἀείποτε ἐσύστησα τὴν οἰκονομίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων, διότι οἱ πόροι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολλὰ εὐτελεῖς, ἐν ᾧ αἱ δίκαιαι αὐτῆς ἀπαιτήσεις εἶναι πολλαί. Ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σπουδάσωσι τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι λείπουν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἄπειρα στοιχεῖα, διὰ νὰ μὴν εἴπω τὸ ὅλον, ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ζωὴν τῶν λαῶν ἐκείνων, καὶ μία ἁπλῆ παρατήρησις δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ χωρὶς νὰ παρέχωσιν εἰς αὐτὸν τὰς ὠφελείας, χάριν τῶν ὁποίων εἰς ὅλα τὰ ἔθνη οἱ φόροι προσφέρονται· διότι πάντοτε πάσχει ὁ τόπος ἕνεκα ἐλλείψεως δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ εἰς πολλὰς περιόδους, διὰ νὰ μὴν εἴπω πάντοτε, ἔπαθεν ὑπὸ κακῆς διοικήσεως. Συλλογισθῆτε ὁποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ φορολογουμένου, ὅπως παραλείψω πᾶσαν ἄλλην θεωρίαν. Καθὼς δὲ ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας, τοιουτοτρόπως ἡ κακὴ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς διοικήσεως ἐπενεργοῦσιν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ἔχων λοιπὸν τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ ἔχων προσέτι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι λείπουν τὰ πάντα, ἠσπάσθην πάντοτε μίαν ἰδέαν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ καὶ μόνη τὴν ἐλπίδα ὅπως δυνηθῶμεν διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ χρόνου νὰ ἐξέλθωμεν τῆς κακῆς καταστάσεως, τῆς ὄντως οἰκτρᾶς· ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς οἰκονομίας. Παρατηρῶ ὅμως μὲ λύπην μου, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν προχωρεῖ, καὶ ὅτι τὰ ἔτη διαδεχόμενα τὸ ἓν τὸ ἄλλο, ἀντὶ νὰ δώσωσι δύναμιν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς οἰκονομίας, ἐξ ἐναντίας τὴν ἐξασθενοῦν, διότι ὅσον προβαίνει ὁ χρόνος, τόσον βλέπομεν εἰς τὰ δημόσια πράγματα ἐξόγκωσιν ὅλων τῶν φθοροποιῶν στοιχείων τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις, κύριοι, δύναται νὰ φανῇ εἰς τὸ δημόσιον χρέος, δύναται νὰ φανῇ εἰς τοὺς προϋπολογισμούς· ἡ δὲ μέριμνα τῶν κυβερνήσεων δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν δύο τούτων στοιχείων. Ὅταν δὲ ῥίψητε βλέμμα ἐπ’ αὐτῶν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπον, ὅτι ἐξογκοῦνται καὶ συναυξάνουσι μετὰ τοῦ χρόνου τὰ στοιχεῖα τῆς κακοδαιμονίας, εἶναι ἀληθέστατον. Τὸ δημόσιον χρέος, κύριοι κατὰ τὸ 1862, ἤτοι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἦτο μικρὸν καὶ μηδαμινόν. Ὠφείλοντο εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν 2,300,000· ὠφείλοντο εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν 1,020,000· ὠφείλοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων 575,000· τὸ ὅλον 3,895,000 περίπου ἕως 4,000,000. Τῷ 1866 τὴν 31 Δεκεμβρίου τὸ χρέος ηὐξήθη εἰς 17,900,000· παρατηρῶ δὲ ὅτι εἰς τὸ χρέος τοῦτο περιλαμβάνονται καὶ 4 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια τῆς Ἑπτανήσου· ἂν δὲ ταῦτα ἀφαιρέσωμεν, φθάνομεν εἰς 13½ ἑκατομμύρια, ἤτοι αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν 1863, 1864, 1665 καὶ 1866 κατὰ 9½ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ ἑπόμενον ἔτος τὸ 1867 εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ, τὸ χρέος ηὔξησεν εἰς 30,853,000, ηὔξησε δηλ. κατὰ 13,000,090. Τῷ 1868, κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, τὸ χρέος ηὔξησεν εἰς 40,557,000 δηλαδὴ αὔξησις περίπου 10 ἑκατομμυρίων. Τῷ δὲ 1869, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἰουνίου, τὸ δημόσιον χρέος ἐκ δανείων ἔφθασεν εἰς 59,000,000. Σᾶς ἀνέφερα τοὺς ἀριθμούς, κύριοι, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ λέγῃ, ὅτι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ πνεῦμα κακεντρεχείας γίνονται ὅλαι αὗται αἱ συζητήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ μόνον πῶς νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἁρπάσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀνατρέποντες τὴν ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν, χωρὶς διόλου νὰ προΐσταται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐνεργείας οὐδεμία μέριμνα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ὅτι μόνον ἐξογκώσεις καὶ φαντασιοκοπίαι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Συγχρόνως ἐπεθύμησα νὰ δώσω κἄποιον κῦρος εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἐξέφρασα ἐνταῦθα, συζητουμένων τῶν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅτι κυρίως δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν κυβερνώντων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπροσώπων. Μεταβαίνω ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ ἕτερον στοιχεῖον τῆς διαχειρίσεως· τὸ στοιχεῖον τοῦτο εἶναι οἱ προϋπολογισμοί, οἵτινες, ὡς γνωστόν, περιλαμβάνουσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὸν κοινωνικὸν σκοπόν. Οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἔργον τῶν κυβερνήσεων, αἱ κυβερνήσεις τοὺς συντάσσουν καὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Λέγω τοῦτο διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἰδέαν ἐσφαλμένην, ἥτις ὑπάρχει εἴς τινας, ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις εὐθύνονται διὰ τοὺς προϋπολογισμούς, ὡς δυνάμεναι νὰ μεταῤῥυθμίζωσιν αὐτοὺς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον· ὄχι μόνον αἱ κυβερνήσεις συντάττουσι τοὺς προϋπολογισμούς, ἀλλὰ καὶ μόνον αἱ κυβερνήσεις τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους μεταβάλλουσιν εἰς νόμους καὶ καθιστῶσιν ἀλήθειαν· πρῶτον μέν, διότι αἱ κυβερνήσεις ὑποστηρίζονται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἄλλως οὐδεμίαν στιγμὴν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ δεύτερον διότι ἐφαρμόζουσι τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ ἴδαμεν παραδείγματα μέχρι τοῦδε ἐξογκώσεως τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἢ καὶ ἐλαττώσεως τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ὅπερ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν κυβερνώντων. Ὅταν ἐγένετο, κύριοι, ἡ ἐπανάστασις, ὁ προϋπολογισμὸς μετὰ τῶν πιστώσεων ὅλων τοῦ ἔτους ἐκείνου συνεποσοῦτο εἰς σπουδαῖον ποσόν, ἤτοι 28,000,000. Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1862 παρουσιάζει δαπάνας μόνον 24,000,000. Ἡ ἐπανάστασις, ἤτοι ἡ Συνέλευσις, κατὰ τὸ 1863, ὥρισε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 24,566,000· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς παρουσιάζει 22,011,000. Τὸ 1864 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ 24,491,000, ἠλαττώθη δὲ ὑπ’ αὐτῆς εἰς 22,233,000, ἤτοι ἐπέφερεν ἐλάττωσιν 2,258,000 ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τοῦ 1864 παρουσιάζει ἔξοδα 22,379,000. — Τὸ δὲ 1865 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς διὰ 27,965,000 (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἑπτανήσου), ἠλαττώθη δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς 27,559,000, ἤτοι ἠλαττώθη μόνον κατὰ 406,000, αἰτία δὲ τῆς μικρᾶς ἐλαττώσεως εἶναι, διότι ὁ προϋπολογισμός, ὡς ἐνθυμοῦνται ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Χρηστίδης, μετὰ τῶν ὁποίων ἤμην συνυπουργός, συνεζητήθη τὸν Νοέμβριον τοῦ ἔτους· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τοῦ 1865 παρουσιάζει ἔξοδα 27,848,000. — Τὸ 1866 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς διὰ 29,678,000, ἠλαττώθη δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς 27,192,000, ἤτοι ἠλαττώθη κατὰ 2,485,000· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς παρουσιάζει 29,270,000. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὡς πρὸς τὸ 1866 τὰς συζητήσεις τὰς περισυνὰς καθὼς καὶ τὰς προπερισυνὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος πρέπει ἀκόμη νὰ ἐλαττωθῇ, διότι περιεῖχε δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν. — Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1867 περιλαμβάνει ἔξοδα 38,410,000, ἐξ ὧν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἔκτακτα ἔξοδα 8,200,000, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 30.240,000. — Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ πρόοδος τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1867. Εἶμαι ἤδη ἠναγκασμένος νὰ παραλείψω τὸ 1868, διότι δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν αὐτοῦ, οὔτε μᾶς ἐδόθησαν αἱ ἔκτακτοι αὐτοῦ δαπάναι, ὅπως εὕρωμεν τὰς τακτικάς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 1869. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, τοῦ 1869, ὡς γνωρίζετε, συνετάχθη ὑπὸ ἄλλης κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ ἄλλων βουλευτῶν· ὥστε θὰ ἐξετάσωμεν μόνον τὴν ἐκτέλεσίν του. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1869 ἐψηφίσθη διὰ 34,605,254. Ἀλλὰ τὶ συνέβη, κύριοι, κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του; Νέαι πιστώσεις παρουσιάσθησαν αἱ ἑξῆς: Οἰκονομικῶν 1,000,000. — Ἐξωτερικῶν 237,888. — Δικαιοσύνης 7,000. — Ἐσωτερικῶν 697,000. — Ἐκκλησιαστικῶν 9,000. — Στρατιωτικῶν 727,000. — Ναυτικῶν 450,000. — Τὸ ὅλον προσθήκη εἰς τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν 3,126,000. Δὲν εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ὁποῖος θὰ ᾖναι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1869· ἀλλὰ συνομολογῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλλίας, ὅτι δὲν ἦτο εὐτυχὲς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκε χθές. Διότι, ἂν ἦτο ὀρθὸν, θὰ ἦτο δυστύχημα φοβερὸν, ἂν δὲν δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων πρὶν λήξῃ ἡ χρῆσις· τοῦτο ἀπαιτεῖται μόνον διὰ τὴν ἐντελῆ ἀκρίβειαν, ἀλλὰ διὰ τὸν κατὰ προσέγγισιν ἀπολογισμὸν δὲν ἀπαιτεῖται νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν σφάλλω πολὺ κάμνων τὸν ἑξῆς ὑπολογισμὸν τοῦ 1869: Ὑπελογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 31,605,000, ζητοῦνται πιστώσεις 3,126,000, ἐκπίπτω ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἔξοδον τῆς νομισματοποιίας 1,850,000, ἐκπίπτω ὡσαύτως ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς τὸ τέλος 1,000,000, ἢ ἂν θέλετε ἀκόμη νὰ καταβιβάσητε ἀδιαθέτους πιστώσεις 300 ἢ 400 ἢ 600 χιλιάδας δραχμῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θέλουσι φθάσει τὸ 1869 εἰς 30,000,000. Κατεβίβασα δ’ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1,850,000 διὰ τὸ χαλκονόμισμα, διότι τὰ ἔξοδα διὰ τὸ νόμισμα ἐν γένει ἀργυροῦν καὶ χαλκοῦν εἶναι 2,850,000, καὶ καθ’ ἅ μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ζητηθείσης παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας πρό τινων ἡμερῶν, μόνον ἓν ἑκατομμύριον θέλει πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ 1869, τὰ δὲ λοιπὰ κατόπιν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ πρόοδος τῶν προϋπολογισμῶν. Ἀφοῦ σᾶς ἐξέθεσα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πρόοδος τοῦ ἐκ δανείων δημοσίου χρέους, ἀφοῦ σᾶς ἐξέθεσα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πρόοδος τῶν προϋπολογισμῶν, σᾶς ἐρωτῶ ἑπομένως ἂν ἡ οἰκονομικὴ αὕτη κατάστασις τοῦ πτωχοῦ καὶ μικροῦ τούτου τόπου δὲν δεῖται μεγίστης φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, ἂν δὲν ἔχῃ ἀνάγκην σπουδαίων μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἂν δὲ τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ἐὰν συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι τὴν σήμερον τὰ πάντα ἀναλύονται εἰς χρήματα, καὶ ὅτι ἄνευ χρημάτων τίποτε δὲν δύναται νὰ ἀποκτηθῇ καλὸν, οὔτε ὑλικὸν, οὔτε ἠθικὸν, στοχασθῆτε τότε, ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κατάστασις τῶν ἐλπίδων τοῦ τόπου, καὶ ὁποία εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως, διότι ἀπὸ τὰς χεῖράς μας τοιαύτη κατάστασις ἐξέρχεται! Τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, κύριοι, δὲν πρέπει τίποτε νὰ περιμένετε, ἀπολύτως τίποτε· διότι ὁποῖον εἶναι τὸ καλὸν, ἢ τὶ καλὸν θέλετε νὰ φαντασθῆτε καὶ νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἄνευ χρημάτων δύναται ν’ ἀποκτηθῇ; Κανέν· οὔτε ἀσφάλειαν εἰμπορεῖτε νὰ ἔχετε, οὔτε πρόοδον εἰς τὰ γράμματα εἰμπορεῖτε νὰ ἐλπίσετε, οὔτε πρόοδον ὑλικὴν εἰμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε, οὔτε δύναμιν εἰμπορεῖ τὸ ἔθνος ν’ ἀποκτήσῃ, οὔτε πολιτικὴν εἰμπορεῖ ἐσωτερικὴν ἢ ἐξωτερικὴν νὰ μετέλθῃ, οὐδὲν ἀπολύτως, ἀπολύτως οὐδέν. Εἶχον ἢ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσω, ὅτι μεγίστη εἶναι ἡ εὐθύνη μας. Θέλω ἐξετάσει ἤδη εἰδικώτερον τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως τὴν διαχείρισιν, ἀφοῦ ἐξήτασα τὴν σύμπραξίν της εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἣν ἐποιήσατο τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις παρέλειψε τὰς οἰκονομίας, καὶ ὅτι οὐδεμίαν οἰκονομίαν μέχρι τοῦδε ἔκαμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869, οὔτε ἐπενόησε καμμίαν διὰ τὸ μέλλον ἔτος, τοῦ ὁποίου μᾶς ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμόν. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως καὶ τὴν ἀντίῤῥησιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἀντίῤῥησις ἦτον αὕτη, προταθεῖσα, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Εὐπαιδεύσεως. «Δὲν ἐκάμαμεν οἰκονομίαν, εἶπον, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 ὃν συνέταξεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, ἠλάττωσε τὰς δαπάνας τοῦ 1869 κατὰ 2,000,000· τὶ οἰκονομίαν λοιπὸν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων μας εἶναι κατὰ 2,000,000 κατώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868». Παραλείπω πρὸς τὸ παρὸν πᾶσαν ἄλλην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, καὶ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πλανᾶται ἡ κυβέρνησις καὶ μᾶς ἀδικεῖ, τοιαῦτα προτείνουσα πρὸς δικαιολόγησίν της· θέλω δὲ μόνον σᾶς παραθέσει, κύριοι, τὰς παρεκτροπὰς, τὰς ὑπερβάσεις τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως καὶ τὰς παραμορφώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του. Ἀποχωρίζων ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, θέλω σᾶς δείξει τὰς ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μόνον εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἐστὶν εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν. Ἐπομένως παραλείπω τὰ δάνεια καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐτησίων τόκων, παραλείπω τὰς μεταμορφώσεις, τὰς ὁποίας πάσχουσιν αἱ συντάξεις, παραλείπω τὰ τῆς ὁδοποιΐας κλπ. πᾶσαν τέλος ξένην τῆς καθαρᾶς διοικήσεως πίστωσιν. Εἰς τὴν γενικὴν λοιπὸν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἔχομεν ἕως τώρα τὰς ἑξῆς αὐξήσεις τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869. Ἐξωτερικῶν 237,000. – Δικαιοσύνης 7,000. – Ἐσωτερικῶν 696,000. – Ἐκκλησιαστικῶν 9,000. – Στρατιωτικῶν 727,000. – Ναυτικῶν 450,000. – καὶ Οἰκονομικῶν 101,000. – ὅπερ ἐστὶ 2,200,000 περίπου δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, (συγκριτικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868) ἐματαιώθησαν· διότι 2,200,000 δραχμῶν νέαι πιστώσεις ἕως σήμερον προσετέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἤτοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Οἰκονομίας, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· πᾶσαν ἄλλην δαπάνην τὴν ἀφίνω κατὰ μέρος, κύριοι, μόνον εἰς τὴν διοίκησιν ἐπῆλθον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐξήσεις 2,200,000 δραχμῶν πλέον τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1868. Ἐξετάζω ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις μᾶς ὑπέβαλε τοῦ 1870. Ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεχειρίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἂν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομίας εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων, βεβαίως ἠδύνατο νὰ κάμῃ μεγάλην οἰκονομίαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ· διότι ἔχομεν κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι πολὺ γλισχροτέρους προϋπολογισμοὺς διεχειρίσθησαν, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους ἐφήρμοσαν, καὶ μολαταῦτα ἠδυνήθησαν νὰ φέρουν οὐχὶ εὐκαταφρονήτους οἰκονομίας κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν ἐντελῶς τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία συνέταξε μετὰ μακρὰν ἐτησίαν πεῖραν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν (διότι παραλείπω τὰ λοιπὰ) εἶναι ἀνώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 εἰς τὰ ἑξῆς: Ἐξωτερικῶν 42,256. — Δικαιοσύνης 101,800. — Ἐσωτερικῶν 413,144. — Ἐκκλησιαστικῶν 38,353. — Στρατιωτικῶν 5,793. — Ναυτικῶν 269,059. Τὸ ὅλον λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 σχετικῶς πρὸς τὸν τοῦ 1869, καὶ μόνον διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους, εἶναι 872,405. Δύο ζητήματα θέλω ἐξετάσει, κύριοι, ά) ἂν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωσιν ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ ᾖναι μόνον ὀργανικαὶ καὶ ἑπομένως ἂν αἱ ἄλλαι οἰκονομίαι δὲν ὠφελοῦν, ἀλλὰ βλάπτουν, ὡς εἶπέ τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας χθές· καὶ βʹ) ποῦ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ οἰκονομίας, καὶ πῶς δύναται νὰ κάμῃ οἰκονομίας· διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ τις κανὲν ἄλλο μέσον νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προτείνῃ τίποτε ἄλλο ὑπὲρ ἑαυτῆς, τότε αὐτὸ τὸ ζήτημα τίθησι «δείξατέ μας ποίας οἰκονομίας νὰ κάμωμεν», καὶ ὅσοι δὲν ἐγκύπτουσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ οἰκονομικὰ, εὐκολώτατα πιστεύουσι τοῦτο, ἢ ἐπιθυμοῦσι νὰ τὸ πιστεύωσιν. Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι μόνον ὀργανικαὶ οἰκονομίαι δύνανται νὰ γίνωσιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ ὀργανικὰς οἰκονομίας, ἀλλ’ ἂν δὲν γίνωνται ὀργανικαὶ οἰκονομίαι, αἱ κυβερνήσεις ὀφείλουσι λόγον δι’ αὐτό. Διὰ τί νὰ μὴ κάμνουν ὀργανικὰς οἰκονομίας; διατί ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι δέκα μῆνας εἰς τὰ πράγματα καὶ ἔσχε τὴν τύχην νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ μέλλον ἤτοι τὸ 1870, διατί δὲν ἔκαμεν ὀργανικὰς οἰκονομίας; τίνα δύναται διὰ τοῦτο νὰ αἰτιαθῇ; οὐδένα· οὔτε δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅ,τι ἤκουσα νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δῆθεν δὲν εἶχε καιρὸν, ὅτι εἶχεν ἀσχολίας. Αἱ κυβερνήσεις, κύριοι, ἔρχονται εἰς τὰ πράγματα μὲ ἓν σύστημα, καὶ ἂν θελήσητε τὴν ἰδιότητα ταύτην νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις, εἶναι τότε ἀναξία ἡ Ἑλλὰς συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ κυβερνήσεις ἄνευ συστήματος, εἶναι ἀντίφασις· διότι εἰς τὰς συνταγματικὰς πολιτείας ἡ βασιλεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ τὸν τυχόντα καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὰ πράγματα· ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ τὰς κυβερνήσεις ἐκ τῶν πολιτευομένων. Πᾶς πολιτευόμενος, ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ καταναλίσκῃ ὅλον τὸν χρόνον εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐπίκρισιν τῶν συστημάτων τῶν ἀντιπάλων του, νὰ μορφώνῃ δὲ ἰδέας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ χρόνου ν’ ἀποδεικνύῃ ἐπικρατεστέρας, τυχὼν δὲ τῆς εὐτυχίας ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημά του καὶ μετέπειτα εὐδοκιμήσας ν’ ἀπαιτήσῃ δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸ ἔθνος ἐπευφημίας καὶ εὐλογίας. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ἂν, πλὴν τῶν ὀργανικῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐφρόντισεν ἡ κυβέρνησις νὰ μᾶς φέρῃ, ἂν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι, ἢ ἂν ᾖναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενοι. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι, τὸ τελευταῖον τοῦτο. Μικρὰς ἐποίησεν οἰκονομίας τὸ 1866· τὰς λέγω μικράς, διότι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἐπεχείρησε τὸ ἔργον τῶν οἰκονομιῶν, τὸν παρέλαβε νὰ τὸν ἐκτελέσῃ τὸν Ἰούνιον, καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ληφθέντων οἰκονομικῶν μέτρων ἤρχισε κατὰ τὰ μέσα καὶ τέλη Ἰουλίου· ἑπομένως ὅλον τὸν παρελθόντα χρόνον ἐξετελέσθη ὁ προϋπολογισμὸς ἄνευ τούτων τῶν οἰκονομιῶν· ἵνα μὴ κατακριθῶ δὲ παρ’ οὐδενὸς ὅτι δῆθεν ἐξογκόνω τ’ ἀποτελέσματα, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἡ περὶ τούτου γνώμη των εἶναι ἐγγράφως ἐκτεθειμένη εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867, καθ’ ἣν αἱ οἰκονομίαι (παραλείπω τὰς ἄλλας) αἱ προελθοῦσαι μόνον καὶ μόνον ἀπὸ καταργήσεις θέσεων ἀνέβησαν εἰς 500,000 δραχμῶν. Ἐρωτῶ αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι ἔβλαψαν τὴν διοίκησιν; Ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔτος 1866 εἰς τὰ ἐλλείμματα; ὑπῆρξε τάχα χειρότερον τῶν πρὸ αὐτοῦ ἢ τῶν μετ’ αὐτὸ ἐτῶν; εἶναι εἰς τὰ καθυστερήματα χειρότερον τῶν ἐτῶν τῶν πρὸ αὐτοῦ ἢ τῶν μετ’ αὐτό; ἰδοὺ τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν. Δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν ἀληθὲς, οὔτε τὸ ἕτερον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1866 ὑπολογίζεται εἰς 2,400,000 καὶ δὲν εἶναι κατώτερον τοῦ παρελθόντος· δὲν εἶναι δὲ οὔτε τόσον· καὶ ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου, ὄχι τοὺς ἰδικούς μου ἀριθμοὺς, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τὸν ἔγγειον φόρον τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος ἀφῃρέθη, ἤτοι 600,000 δραχμὰς, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰς καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ἀδίκως ἐπιβληθείσας δικαστικὰς ἀποζημιώσεις δρ. 350,000, ἔτι δὲ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα 450,000, τότε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1866 περιορίζεται μόνον εἰς ἓν ἑκατομμύριον, ἤτοι εἶναι πολὺ κατώτερον τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπολογισμῶν ἁπάντων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ καθυστερήματα παρατηρῶ, ὅτι τὸ 1864 καθυστέρησε δρ. 2,455,000· τὸ 1865 δρ. 2,308,000· τὸ 1866 δρ. 2,677000· τὸ 1867 δρ. 2,908, 000· ἑπομένως τὸ 1866 δὲν ὑπῆρξεν ἀνώτερον τῶν ἄλλων. Παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε, ὅτι ἔκαμα τὴν ἐκδρομὴν αὐτὴν, διότι ἐπηρεάζει τὰς ἀρχάς μου τὸ λεγόμενον, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αἱ μὴ ὀργανικαὶ εἶναι βλαπτικαὶ, καὶ διότι ἐνόσῳ δὲν γίνονται τοιαῦται ὀργανικαὶ οἰκονομίαι, ἀφανιζόμεθα καὶ καταστρεφόμεθα. Θέλω δὲ σᾶς δείξει ἀμέσως, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι μέσα ὅπως γίνωσιν οἰκονομίαι, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπάρχει στάδιον οἰκονομιῶν, ἕπεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι παρὰ μόνον ὀργανικαί. Ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις, κύριοι, εἶναι ἡ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἀριθμῶν μάλιστα, οἵτινες εὕρηνται εἰς τοὺς ἀπολογισμούς. Ἐὰν ἤθελα νὰ συγκρίνω ὁλόκληρον τὴν διαχείρισιν τῶν διαφόρων ἐτῶν, ἤθελε γεννηθῆ συζήτησις πολὺ μακρὰ καὶ ἀτελεύτητος διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ ἔξοδα, ἀνεπίδεκτα μετακινήσεως ὡς τὰ δάνεια, διὰ τοῦτο καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀρχίζω νὰ ἐξετάζω, μένω εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἠκολούθησα καὶ πρίν, ἤτοι ἐξετάζω τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν. Τί παρουσιάζει, κύριοι, ἡ γενικὴ ὑπηρεσία τοῦ 1869; ἔξοδα 18,707,600· προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν πιστώσεων τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας 2,226,000, αἱ πιστώσεις τοῦ 1869 διὰ τὴν καθαρὰν διοίκησιν ἀναβαίνουσιν εἰς 20,933,000. Ἐν τούτοις ἂν ῥίψητε βλέμμα ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῆς πρό τινων ἐτῶν, οὐχὶ πρὸ πολλῶν, ἀλλὰ τοῦ 1866 ἀπὸ τοῦ ὁποίου μᾶς χωρίζουν δύω ἔτη μόνον τὸ 1867 καὶ τὸ 1868, ὁποίαν εὑρίσκομεν διαφοράν; ἡ γενικὴ ὑπηρεσία κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1866 περιέχει 17,330,275· ἀλλ’ ἐντὸς αὐτῶν περιλαμβάνονται ποσὰ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς σύγκρισιν· τοιαύτη εἶναι ἡ ὁδοποιΐα, ἥτις μετὰ τὸ 1866 ἀπέκτησεν ἰδιαίτερον ταμεῖον· εἶναι ἡ ἐπιχορήγησις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῆς Κρήτης· τὸ ὅλον 1,315,000. Ὥστε τὸ κράτος ἐδιοικήθη μὲ 16,000,000. Ποῦ δ’ εὑρισκόμεθα ἤδη; εἰς 21,000,000! Δὲν περιέλαβον δάνεια διὰ νὰ μὴ μοὶ εἴπητε «δὲν τὰ ἐξωγκώσαμεν μόνον ἡμεῖς»· δὲν περιέλαβον συντάξεις, ἵνα μὴ εἴπητε «ὅτι αἱ συντάξεις ἔκτοτε ηὔξησαν»· δὲν περιέλαβον καμμίαν ἔκτακτον δαπάνην, ἵνα μὴ μοῦ εἴπητε «δὲν τὴν ἐπροκαλέσαμεν»· οὐδὲν περιέλαβον ἐξ ὅσων ἐπεσώρευσεν ὁ χρόνος· περιωρίσθην εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἥτις εἰς τὰ 1866 ἀπήτησε 16,000,000, εἰς δὲ τὰ 1869 ἔφθασεν εἰς 21 ἑκατομμύριον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, διότι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἕτεραι πιστώσεις μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου. Πρόκειται, βλέπετε, περὶ διαφορᾶς 5,000,000. τὸ δὲ 1870, κύριοι, κατηρτίσθη τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἡ δαπάνη εἰς 19,577,000, ἤτοι κατὰ 3½ ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῆς τοῦ 1866. Ἀλλ’ ἕως νὰ λήξῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1870 πόσαι νέαι πιστώσεις δὲν θέλουσιν ἔτι μᾶλλον αὐξήσει τὴν διαφοράν; Ἐρωτῶ λοιπὸν ἂν εἰς αὐτὰς τὰς πιστώσεις καὶ τὰς μεγάλας διαφορὰς τῶν δαπανῶν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως δὲν ὑπάρχει τρόπος οἰκονομίας! Ἂν ἐντὸς τῶν 5 καὶ 3½ ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τις οἰκονομία! Μόνον ἐὰν ἤθελαν, κύριοι, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ 1866, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οἰκονομίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ηὐξήθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866 κατὰ 1800 ἄνδρας. Πῶς; ηὐξήθη διὰ τῆς προσθήκης ἀνὰ 30 ἄνδρας εἰς ἕκαστον τῶν ἑξήκοντα λόχων τοῦ πεζικοῦ, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ σχηματισθῶσι νέα τάγματα καὶ χωρὶς νὰ προστεθῇ οὔτε εἷς ἀξιωματικός. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς αὐτὸν τὸν τόπον! δὲν ἠξεύρω διατί, ἐνῷ, ὅταν ἤμεθα ἰδιῶται, πολῖται, ἢ ὅταν ἰδιαιτέρως λαλοῦμεν, πάντοτε ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ κράτος ἔχει διοίκησιν λίαν πολυδάπανον, λίαν πολυτελῆ, μολαταῦτα ὅταν εἴτε ὡς βουλευταί, ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν τὴν γνώμην μας, εἴτε ἀναβαίνομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονοῦμεν ἡμᾶς αὐτούς. Ἐν τούτοις τὸ κακὸν προχωρεῖ καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν βλέπω καμμίαν θεραπείαν· θεωρῶ δὲ πολὺ εὐτυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βλέπουσι θεραπείαν τινὰ καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦτο θὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν των μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν καὶ μὲ πλήρη τὴν πεποίθησίν των, ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον καὶ συνέτρεξαν τὴν πατρίδα. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πίστις ἐξηντλήθη, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν μὲ ἰσοζύγιον, καὶ ὅτι τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μας. Ἄλλως τε ἂν ῥίψητε βλέμμα ἐξεταστικὸν ἐπὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ δανειζώμεθα ἄλλοτε, θέλετε εὕρει, ὅτι ὅσον ὁ χρόνος προβαίνει, τόσον οἱ ὅροι οὗτοι καταντῶσι βαρύτεροι, καί, ἐνῷ ἐπὶ Ὄθωνος διὰ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο δάνειον ἐνομίζετο ὅτι ἐπληρώναμεν πολὺ 5 ἢ 6%, ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὸ 11%, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε δὲν εὑρίσκαμεν χρήματα ἄνευ ὑποθήκης καὶ ἐνεχύρων, τώρα εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν οὔτε μὲ ἐνέχυρα, οὔτε μὲ ὑποθήκας, διότι καὶ τὸ 1868 ἐζήτησε χρήματα καὶ δὲν ἠμπόρεσε καὶ τὸ 1869 ζητεῖ καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ, καίτοι αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἀρκετὰ καλαί. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὴν κατάστασιν τῶν φόρων, οὔτε οἱ φόροι δύνανται νὰ παρέξωσιν ἐλπίδα τινά. Πρῶτον μέν, διότι ἐν Ἑλλάδι συνέβη ν’ αὐξήσωσιν οἱ φόροι διὰ μιᾶς, ὅπερ δὲν συνέβη εἰς ἄλλους τόπους· ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐὰν ὑπολογισθῇ ὁ πληθυσμὸς κατὰ 1,400,000, ηὔξησαν οἱ φόροι κατὰ κεφαλὴν 5 δραχμάς· ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν τῶν φόρων παρατηρῶ, ὅτι ἡ φορολογία μόνον εἰς τὰς πρωτίστας τῶν μεγάλων δυνάμεων εἶναι βαρυτέρα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, συγκριτικῶς δὲ πρὸς τὰς ἄλλας ἐπικρατείας ἡμεῖς φορολογούμεθα βαρύτερον· καὶ ἐνῷ ὅλαι αἱ ἐπικράτειαι οὐ μόνον ἔχουσιν εὐημερίαν, τάξιν, πρόοδον καὶ διαπρέπουσι πολιτικῶς, ἡμεῖς στερούμεθα καὶ αὐτῶν τῶν οὐσιωδεστάτων στοιχείων τῆς ὑπάρξεως, τίποτε δὲν ἔχομεν καὶ τίποτε δὲν κατωρθώσαμεν, μὴ ἀπολαμβάνοντες οὔτε κἂν δημοσίας ἀσφαλείας καὶ διοικήσεως. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁρμώμενος ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι, βλέπετε, εἰς τίνα βαθμὸν ἐξογκώνουσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, ἐνόμισα πρέπον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ βλέπω μὲ λύπην μου ἀπεσβεσμένον, τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας. Ἔλαβον δὲ ἰδίως ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὴν κυβέρνησιν πίστωσιν 250,000 δρ. διὰ τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιίαν, καὶ καθ’ ὃ πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν ζητεῖ ἡ κυβέρνησις τὴν ἄδειαν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ἐν τῇ Τραπέζῃ ἐθνικὰς μετοχάς. Αἱ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐντυπώσεις μὲ παρεκίνησαν νὰ σᾶς ὁμιλήσω σήμερον ὡς σᾶς ὡμίλησα, διότι στοχασθῆτε, κύριοι τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος· αἱ μετοχαὶ τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐκποιηθῶσι καὶ νὰ ἐκποιηθῶσι διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ζήσωμεν.

§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰς τὴν συζήτησιν.

§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναβαίνω κάθε ὥραν εἰς τὸ βῆμα· ἐπειδὴ δὲ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα συζήτησις ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ. Πίστωσις 250,000 δραχ. μέλλουσα νὰ προμηθευθῇ διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν μετοχῶν εἶναι, κύριοι, συμφορά, διότι σήμερον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κάμνομεν Liquidation. Μέχρι τοῦδε προέβημεν εἰς πολλὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφαίνουσι διάλυσιν, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ μετοχαὶ εἶχον θεωρηθῆ μέχρι πρὸ μικροῦ ὡς ἱεραί. Ὁ μακαρίτης Ὄθων εἶχε κατορθώσει διὰ τῶν μετοχῶν τούτων νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς πιστωτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον παρέσχε τοσούτους καρποὺς εἰς τὸν τόπον, καὶ συγχρόνως διὰ τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπεμβαίνῃ σπουδαίως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς τραπέζης, καὶ ἔδειξε διὰ τοῦ ἔργου τούτου πόσον ἐνδιεφέρετο ἡ ἐπικράτεια εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον, πόσον ἐνδιεφέρετο εἰς τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας· ἐνῷ δὲ τότε, καίτοι τὸ κράτος εἶχεν εὐτελεῖς πόρους, μολαταῦτα σημαντικὸν ποσὸν ἔδωκε πρὸς ἀπόκτησιν ἑνὸς ἀγαθοῦ, ἤδη ἐρχόμεθα νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἀγαθὴν ἐκείνην πρᾶξιν καὶ κατὰ συνέπειαν ν’ ἀναιρέσωμεν ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτῆς. Δὲν ἐννοῶ δὲ, κύριοι, πῶς ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν ἀπαίτησίν της ταύτην, ὕστερον ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύει ἡ οἰκονομική της διαχείρισις. Τί νὰ κάμω μᾶς λέγει! ἔχω ἀνάγκην 250,000 δραχ. δὲν δύναμαι νὰ τὰς εὕρω ἄλλως, τὸ μόνον κτῆμα ὅπερ μᾶς ἀπέμεινεν εἶναι αἱ ἐθνικαὶ μετοχαὶ, ζητῶ νὰ τὰς ἐκποιήσω. Τοιαύτη δικαιολόγησις δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ηὔξησε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του, κατὰ 3,000,000· συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 κατὰ 870,000 δραχ. πολυτελέστερον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869· ἐδαπάνησε διὰ τὴν καθαρὰν διοίκησιν 5 ἑκατομμύρια πλειότερον τοῦ 1866 ηὔξησε τοὺς ἐτησίους τόκους τῶν δανείων κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ τέλος ἐδανείσθη 19 ἑκατομμύρια. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ, ὡς σᾶς εἶπον ἄλλοτε, ἡ χρῆσις τοῦ 1868 δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα, διότι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶχε συνομολογήσει τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἤρκεσαν νὰ καλύψωσι τὸ προσωρινὸν ἔλλειμμα· καὶ οὔτε δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ κυβέρνησις, ὅτι τὰ βάρη τοῦ 1869 ἦσαν ἰσχυρὰ καὶ τὴν ἐπίεζον, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ παρέξῃ τίποτε πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, διότι τὸ 1869 δὲν εἶχεν ἐξωτερικοὺς περισπασμοὺς, οὔτε ἐσωτερικοὺς, φρόνιμος δὲ διαχείρισις καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς οἰκονομίας ὁδηγουμένη, ἠδύνατο νὰ κάμῃ μεγάλας οἰκονομίας καὶ νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον θέσιν νὰ ἐπιχειρῇ ὅ,τι οἱ πτωχεύσαντες ὑπέχουσι, τὴν διάλυσιν τῆς περιουσίας των, τὸ λεγόμενον liquidation.

§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Πρέπει νὰ ἀκολουθήσω τάξιν τινὰ ἀποκρινόμενος εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες ἀπηύθυναν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀναιρέσω τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐξετόξευσαν, ἀγορεύσαντες ἐπὶ τῶν πιστώσεων οἱ κύριοι Κουμουνδοῦρος, Δεληγιώργης, Λομβάρδος καὶ Σωτηρόπουλος. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου περιεστράφη ἰδίως εἰς κρίσεις περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πιστώσεων· αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ δὲν εἶχον τὴν γενικὴν ἔννοιαν ἣν ὁ λόγος τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπεζήτησε νὰ δώσῃ εἰς τὰς πιστώσεις ταύτας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἄρξωμαι τοῦ λόγου ἀπὸ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι νομίζω, ὅτι θέλω οὕτως εὐκολύνει καὶ ἐμαυτὸν καὶ ὑμᾶς. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Δεληγεώργη μοὶ ἐφάνη ἐντελῶς ἀφῃρημένη, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤθελε νὰ παραστήσῃ, ὅτι εἶχεν εὔλογον ἀφορμὴν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους κατάστασιν, ἀλλ’ ἀπέληγεν εἰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἐν ᾧ δὲν ἔπρεπε νὰ σκοπῇ τοῦτο, ἐνῷ ἐν ἄλλαις λέξεσι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ θεωρήσῃ ὑπαίτιον τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν. Μοὶ ἐφάνη, εἶπον, ὅτι εἶχεν εὔλογον ἀφορμὴν, διότι τῷ ὄντι, κύριοι, αἱ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν εἶναι εὐάρεστος· ἀλλ’ ὅσον ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδικαιοῦτο νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὸν κόσμον τὸ φρόνημα τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν εἶναι εὐάρεστος, τόσον, τὸ φρόνημα τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρῃ κατάκρισίν τινα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν, ἀφ’ οὗ, ὡς ὑποθέτω, τὸ κοινοβούλιον καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων νομοθετημάτων καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων συζητήσεων καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν μόνον περίστασιν, ἀλλὰ καὶ προγενέστερον, ἐγνώριζεν ἤδη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν εἶναι εὐάρεστος, καὶ πρίν ἢ ἀκούσῃ τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι ὁ χείμαῤῥος τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων μὲ εἶχον ἀφήσει κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου καὶ τῶν συζητήσεων αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ μακρὰν, κύριοι, καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀνεγίνωσκον καὶ ἔβλεπον, ὅτι εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν συσταθῆ ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ κοινοβουλίου πάλη μεταξὺ τριῶν ἐτῶν τοῦ 1866, τοῦ 1867 καὶ τοῦ 1868, τὰ ὁποῖα ἐξεπροσώπευον τρεῖς διαφόρους κυβερνήσεις· τῆς πάλης δὲ ταύτης ἡ ἀφορμὴ δὲν ἦτο παρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους. Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε συμπεριληφθῆ εἰς τὴν πάλην ταύτην καὶ τὸ 1869, καὶ ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ καὶ ἐγὼ σήμερον νὰ μετάσχω αὐτῆς. Λοιπὸν ἡ ἀφορμὴ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι ἐντελῶς εὔλογος. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δίκαιον ν’ ἀπευθύνῃ τὰ βέλη του κατὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἔπραξεν ἀδίκημα αἰτιαθεὶς τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δημόσιον χρέος ἀπὸ τὰ 1863 μέχρι τοῦ 1866 προέβαινεν εἰς αὔξησιν, σᾶς εἶπεν, ὅτι καθέκαστον ἑπόμενον ἔτος ηὔξανεν, καὶ ὅτι τώρα ἀναβαίνει τὸ δημόσιον χρέος εἰς 50,000,000. Δὲν σκοπεύω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας κατὰ πόσον ηὐξήθη τὸ χρέος, καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη. Αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις τοῦ 1862, ἔκτακτοι περιστάσεις τῆς ἐπαναστάσεως, ἔπλασαν νέας ἀνάγκας, προήγαγον νέας δαπάνας, ἐγέννησαν νέαν ἀφορμὴν δαπανῶν, καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ χρέος ἀπὸ τοῦ 1862 ἕως τοῦ 1866 ἤθελεν αὐξάνει· ἀλλὰ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν ἐνέχεται οὔτε δι’ αὐτὸ οὔτε διὰ τὴν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη αὔξησιν τῶν δημοσίων δαπανῶν· διότι τὸ 1869 δὲν ηὔξησαν τὰ χρέη, τὰ χρέη ἐσχημάτισαν πρῶτον αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις τοῦ 1862 καὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ηὔξησαν δὲ τὰ ἔκτακτα συμβάντα τῶν ἐτῶν 1866, 1867 καὶ 1868. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι νέον τι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀκούετε, οὔτε ἐγὼ πρώτην φορὰν ἀκούω, τὸ γνωρίζει ἤδη ὅλος ὁ κόσμος, ὅστις ἀναπολεῖ εἰς τὴν μνήμην του τὰ παρελθόντα αὐτὰ συμβάντα καὶ ὅστις ἐθρήνει τὴν ἀπώλειαν τῆς Κρήτης, ἐθρήνει τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πόθου, ἀλλ’ ἐθρήνει εἰσέτι καὶ τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸ δημόσιον 30,000,000 χρέους. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὰ 30,000,000 παρὰ τὸ πρόστιμον ὅπερ ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν ἕνεκα τῆς δυστυχοῦς ἐκβάσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Ὅταν τις μεταβαίνῃ ἀπὸ ἀνωμάλων καιρῶν εἰς ὁμαλοὺς, δέον νὰ μεταβῇ διὰ καταστάσεώς τινος μεταβατικῆς, μέσου διαστήματος χρονικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνεται μὲ κατηγορίας· κατηγορεῖται, διότι αἰτιῶνται αὐτοῦ διὰ τὸ παρελθὸν, ἐκτοξεύουσι κατ’ αὐτοῦ συνήθως ὅλα τὰ παράπονα τοῦ παρελθόντος· κατηγορεῖται διότι δὲν ἐπραγματοποίησεν ἔτι ὅλας τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὅσοι βαρυθυμήσαντες ἀπὸ τὸ ἀνώμαλον παρελθὸν ἢ ἀποτυχόντες κατ’ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ὁμαλὸν μέλλον. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ἡμᾶς· ῥίπτουσιν εἰς τὴν ῥάχιν ἡμῶν ὅλα τὰ κακὰ ἀποτελέσματα ἀνωμάλου παρελθόντος, ἀφ’ ἑτέρου ζητοῦσι διὰ μιᾶς τὴν πραγματοποίησιν τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ὁμαλὸν μέλλον ὑπόσχεται καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὗται νά πραγματοποιηθῶσι διὰ μιᾶς, ἀνυπομονοῦσι καὶ δυσφοροῦσιν. Ἡμεῖς δύο εὐθύνας, κύριοι, ἔχομεν, τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 καὶ τὴν εὐθύνην τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διαπλάσεως τῆς κατασκευῆς τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐθεραπεύθησαν διὰ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ διαπλάσαντες τὰς ἀνάγκας αὐτάς· ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ τὰς ἀνάγκας ταύτας διαπλάσαντες, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐκτελεσταὶ αὐτῶν, οἱ λαβόντες τὴν φροντίδα τῆς θεραπείας τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος, παρασκευασθεισῶν καὶ καταλειφθεισῶν ἡμῖν ἀναγκῶν· ἑπομένως εἰμποροῦσι νὰ κατακρίνουν ἐκείνους, οἵτινες ἔπλασαν τὰς ἀνάγκας ταύτας, οἵτινες συνωμολόγησαν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Ὅταν αἱ εἰς τὰ παρελθόντα αὐτὰ ἔτη διαπλασθεῖσαι ἀνάγκαι διεπλάσθησαν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐπικρίνοντας καὶ κατηγοροῦντας ἡμᾶς, ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ ἔλθωμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἁπλῶς τὰς ἀνάγκας ταύτας, καὶ ἡ κατάκρισις ἡμῶν εἶναι ἄδικος, καὶ τὴν ἀδικίαν διαπράττουσιν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, εἵτινες ἔμελλον νὰ ὑποστήσωσι τὴν κατάκρισιν, ἐὰν κατακριτὸν ἐκρίνετο τὸ παρελθὸν τοῦτο. Ἀφ’ οὗ ηὔξησαν τὰ δημόσια χρέη, νὰ ἔρχωνται νὰ κατακρίνωσιν ἡμᾶς, οἵτινες ἐξεπληρώσαμεν αὐτὰ τὰ χρέη καὶ ἐθεραπεύσαμεν αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, εἶναί τι μεῖζον τοῦ ἀδίκου. Εἴχομεν ὅλον τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβωμεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων, διότι, ἂν δὲν ἀνελαμβάνομεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ἠθέλαμεν ἐπιῤῥίψει ἐπὶ τοῦ τόπου αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ συμβαδίσωσι μὲ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους προτιθέμεθα. Εἶπον, ὅτι ἔχομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869. Ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης χθὲς ἠγόρευε περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, εἶπον, ὅτι εὗρον ἐγκαίρους τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ὅταν συζητῶνται ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις. Τίς εἶναι ἡ φύσις τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων; Ζητεῖται ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πίστωσις πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀνάγκης τινὸς, διότι ἡ χορηγηθεῖσα πρὸς τοῦτο πίστωσις δὲν ἐπήρκεσεν· ὁ λόγος εἶναι φυσικὸς, δὲν ἐπήρκεσε τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν. Ὅθεν, ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, δέον νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀποδειχθῇ ἡ καλὴ διαχείρισις τῆς ἐξουσίας ἢ ἡ σπατάλη, καὶ τοιαύτη συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἡμεῖς ἠθέλαμεν περιορισθῆ εἰς τοῦτο, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι καλῶς διεχειρίσθημεν τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 πιστώσεις, ὅτι δὲν ἐσπαταλήσαμεν αὐτὰς, καὶ ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ δὲν ἦτο συνέπεια ἐλλείψεως ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀπηυθύνοντο καθ’ ἡμῶν αἱ αἰτιάσεις, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι μεγαλείτερον καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ὅλα. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ 1869, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελε παραπονεθῆ κατ’ ἄλλων καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμῶν· καὶ διατί; θέλω σᾶς εἰπεῖ τὸν λόγον· ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ 1869 δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ὅλα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνεται ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· ἐὰν ἡ μὴ πραγματοποίησις ὅλων τῶν ἐσόδων ἦτο συνέπεια ἐλλείψεώς τινος τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἤθελον ἐννοήσει τὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ ὅταν διὰ τοιαύτην ἔλλειψιν οὐδεὶς δύναται νὰ αἰτιαθῇ αὐτῆς, ἂν τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, κατὰ τί πταίει ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1869, ἥτις δὲν εἶναι ἡ συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869; ἂν τὰ ἔξοδα τοῦ 1869 δὲν ἠδύναντο νὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ 1869, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ αἰτιαθῇ τις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 δὲν ἐκυβέρνα μετὰ τῆς προσηκούσης οἰκονομίας, δὲν ἔκαμνε τῶν πιστώσεων καλὴν χρῆσιν, καὶ περιεσκεμμένην ἢ ἐὰν ἔπλαττε νέας ἀνάγκας· αἱ ζητούμεναι πιστώσεις δὲν παρουσιάζουσιν οὔτε νέων ἀναγκῶν θεραπείαν, οὔτε τὴν μὴ οἰκονομικὴν θεραπείαν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς προέβλεψεν. Ἀλλ’ ἐπιμένουσι, λέγοντες ὅτι θέλει ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869· καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι; ὄχι βέβαια· διότι, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι ἐπλάσθησαν παρ’ ἄλλων καὶ πρὸ ἡμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν συνετελέσαμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, εἴμεθα λοιπὸν ὑπεύθυνοι δι’ αὐτάς; Ὅλα τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, μηδὲ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἐξαιρουμένου, γνωρίζουσιν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, ὡς μὴ τακτικαὶ, δὲν ἐπλάσθησαν ἀπὸ ἡμᾶς, ἂν δ’ ὑπάρχωσιν οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, ἕνεκα τῆς θεραπείας τῶν ἐκτάκτων τούτων ἀναγκῶν, αὗται εἰσὶν ἀποτελέσματα συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα δὲν προεκαλέσαμεν, δὲν ἐνισχύσαμεν, δὲν ἐπλάσαμεν ἡμεῖς, εἰς τὰ ὁποῖα ἑπομένως δὲν εὐθυνόμεθα. Δὲν θέλω νὰ αἰτιαθῶ διὰ τούτων ἐκείνους, οἵτινες ἔπλασαν τὰς ἀνάγκας ταύτας· ἴσως αὐτοὶ δὲν πταίουσιν, ἀλλὰ κατ’ ὀλιγώτερον λόγον δὲν πταίομεν ἡμεῖς, κύριοι. Ἴσως ἤθελον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προχωρήσω ἔτι μᾶλλον καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ ἀντίθετον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869· ἤθελον προσφύγει εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα καὶ ἤθελον σᾶς φέρει καταστάσεις, αἵτινες ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869 ἐκτελοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, οὐ μόνον δὲν ἐσπατάλησεν, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους, ἐφαρμόσασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, μετὰ πάσης οἰκονομίας καὶ μετὰ πάσης φροντίδος. Ἠδυνάμην προσέτι νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρέχει καμμίαν εὔλογον ἀφορμὴν εἰς αἰτίασιν ἡμῶν, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς λεπτομερείας τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ ἡ ἐξέτασις αὕτη συνδέεται μὲ τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων Σωτηροπούλου καὶ Λομβάρδου, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ τὸ πράξω, ὅταν ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἐντίμους τούτους φίλους μου, ἀφοῦ περάνω τὰς ἐπὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἄλλων παρατηρήσεις μου. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870, τοῦ ὁποίου καθήψατο ὁ κ. Δεληγεώργης. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι κακὴ, ἀφοῦ ἔχετε δημόσια χρέη ἐξ ἀνάγκης, ἀφοῦ ἔχετε ἐλλείμματα, πρέπει τέλος πάντων νὰ εἰσέλθητε εἰς οἰκονομίαν, καὶ θεωρῶ ὑμᾶς ὑπευθύνους, διότι δὲν εἰσηγάγετε νέον σύστημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους· καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, διέγραψε δύο ὁδοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ διεφώνησεν ἐν μέρει μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φρονεῖ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι λυσιτελεῖς ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως, ἐὰν δὲν ἐπέλθωσι μεταβολαὶ ὀργανισμῶν, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ὀργανισμῶν τροποποιοῦνται αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας, οὕτως, ὥστε θεραπεύονται ἄνευ μὲν παραλείψεως τινὸς αὐτῶν ἢ βλάβης τινὸς τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν, οὕτω δὲ ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία δημοσίων χρημάτων. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε, μὴ περιμένετε οἰκονομίας διὰ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῆς διοικήσεως. Ὁ κ. Δεληγεώργης ὅμως δὲν συμφωνεῖ πρὸς ταῦτα, διότι ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι τελεσφόρον, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ τῆς διοικήσεως πρὸς ἐπιτυχίαν οἰκονομιῶν εἶναι ὠφέλιμον καὶ ἥκιστα ἐπιβλαβές. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦτο μέλος τῆς κυβερνήσεως, ἥτις ἠκολούθησε τὸ δεύτερον σύστημα, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1866. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβεβηκότων ἀναγομένων εἰς τὴν ἱστορίαν, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐκφέρω κρίσεις περὶ κυβερνήσεων, καὶ ἴσως ὁ χρόνος μέλλει νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ κατὰ τοῦτο· ὡς ἄτομον ὅμως ἔχω φρόνημα ἐναντίον τοῦ φρονήματος τοῦ κ. Δεληγεώργη κατὰ τοῦτο, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸ φρόνημα τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Φρονῶ, ὅτι αἱ περιτομαὶ καὶ οἱ ἀκρωτηριασμοὶ τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν ἐπάγουσι μὲν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν οἰκονομίαν μικροῦ ἀργυρίου· ἐπάγουσιν ὅμως βλάβας ἄλλας, αἵτινες προκαλοῦσιν ἄλλας δαπάνας μεγάλας. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐνῷ ἔχομεν παραδεδεγμένον τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν, ὅτι δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος διὰ τριῶν νομαρχῶν καὶ 10 γραμματέων· δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος, ἐνῷ ἔχομεν παραδεδεγμένον τὸ σύστημα τὸ ἐπαρχιακὸν, μὲ γραμματεῖς ἐπάρχων ἀντὶ ἐπάρχων, διότι ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τοῦτο, ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα.

§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. πρόεδρος;

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἔγεινε κατὰ τὰ 1866 περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἰδοῦμεν.

§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶναι τὸ ἑξῆς· θέλομεν κάμει οἰκονομίαν 120,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ συλλέξωμεν τοὺς κληρούχους, αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ θέλουσιν εἶσθαι ἀραιαὶ, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀνώμαλος, ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων φόρων καθυστεροῦσα, θέλομεν δαπανᾷ εἰς σύστασιν αὐθυπάρκτων λόχων, καὶ ἂν δὲν αὐξηθῶσιν οἱ λῃσταὶ, ἡ ἀταξία θέλει εἶσθαι ὅμως βεβαία. Ἰδοὺ διατὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον μᾶλλον παρὰ μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869 ἐκλήθη κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου εἰς τὰ πράγματα, καὶ εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐν τῇ αἰθούσῃ σήμερον, εἶπεν, ὅτι ἦτον ἔλλειψις πατριωτισμοῦ ἡμῶν νὰ ἐπιμένωμεν ζητοῦντες τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ βασιλεὺς δὲν ἐνέδιδε τότε, καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν. Ἡ κυβέρνησις, λέγω, εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν ἄφινε τὰ πράγματα νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὅπως εἶχον, οὐ μόνον ἠθέλομεν διατρέξει κίνδυνον προφανῆ, νὰ ἀποδοκιμασθῶμεν ὑπὸ τῆς φιλοπολέμου ἐκείνης Βουλῆς, ὡς προσχωρήσαντες εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου τῶν Παρισίων, ἀλλά, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐπεδοκίμαζε τὴν πρᾶξίν μας ἐκείνην, ἠθέλαμεν συντελέσει εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἦτον ἄτοπον νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ κοινοβούλιον, ἐνισχύσαν καὶ ἐπιψηφίσαν τὰς πολεμικὰς παρασκευάς, νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πορείαν ἡμῶν· δὲν ἐπεθύμουν τὸ κοινοβούλιον τῆς πατρίδος μας ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ ἀλλάξῃ γνώμην τοσοῦτον ἀπροκαλύπτως. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ πρώτιστον ἔργον αὐτῆς ἤρχετο ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ φέρωμεν ὀργανισμοὺς νέους τῆς διοικήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν εἰς τοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ἐστηρίξαμεν ἐπ’ αὐτῶν τὸν προϋπολογισμὸν. Ἀλλά, κύριοι, ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω, ὅτι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, εἰς τὰ συνταγματικῶς πολιτευόμενα κράτη, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰς τὰ πράγματα, πρέπει ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας νὰ μελετήσωσι τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, νὰ μορφόνωσι πεποιθήσεις περὶ τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν, καὶ καλούμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχωσιν ἕτοιμον ἓν σύστημα τοιούτων. Βεβαίως τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀναγνωρίζω, καὶ ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκφέρω μίαν παρατήρησιν, διότι ἐὰν ἐκφέρω αὐτὴν, πρέπει νὰ θίξω τὸ παρελθὸν, καὶ θίγων αὐτὸ ἐνδέχεται νὰ παρεξηγηθῶ, δὲν εἶμαι δὲ κεκλημένος νὰ φέρω κρίσεις ἐπὶ τοῦ παρελθόντος· ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἂν καὶ οἱ ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τὸ 1862, κατὰ τὰ 1863, κατὰ τὰ 1864 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐπανειλημμένως, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἔχωσι σύστημα καὶ ὤφειλον νὰ εἰσαγάγωσι νέους ὀργανισμοὺς καὶ βελτιώσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέων ὀργανισμῶν, δὲν ἔπραξαν ὅμως οὐδὲν τοιοῦτον, ἐγὼ ὅμως ἀναγνωρίζω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν εἴχομεν τοιοῦτον σκοπὸν, δὲν εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν διὰ νὰ μελετήσωμεν ἐν τῇ διοικήσει τὰς κρίσεις μας περὶ τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν, τὰς σκέψεις μας περὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς αὐτοὺς μεταβολῶν. Φέρω δ’ ὡς παράδειγμα τὸ ἑξῆς. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἐν τῇ συνειδήσει μου πεισθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τῆς προξενικῆς διατιμήσεως, ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε, ἐνῷ ἤμην ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένος περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον τοιοῦτον, διότι ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω ποῖα ἤθελεν ἔχει ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν διαφόρων τάξεων, τῶν ὁποίων τὰς σχέσεις ἔμελλε νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ νέον σύστημα, ἤθελον δὲ εἶσθαι λίαν ἐπιπόλαιος, ἐὰν, καίτοι μὴ ἔχων, μηδὲ δυνάμενος νὰ παρουσιάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέχρι τοῦδε ὑπάρξαντος συστήματος ὡς καὶ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ νέου συστήματος, ἤθελον προβάλει εἰς ὑμᾶς νομοσχέδιον μεταβάλλον αὐτό. Δὲν εἶχε λοιπὸν καιρὸν ἡ κυβέρνησις νὰ συλλέξῃ ὅλα τὰ ἀποτελέσματα. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, σκοπὸν εἶχον ν’ ἀναιρέσουν ὅσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐῤῥέθησαν ὡς ἐφαρμοσάσης κακῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ὡς μὴ λαβούσης ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870. Διότι ἡ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους γενικὴ παρατήρησις τοῦ κ. Δεληγιώργη δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον. Μοὶ μένει ἤδη ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν, καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν ἐνησχολήθησαν οἱ κύριοι Σωτηρόπουλος καὶ Κουμουνδοῦρος, ἁπλῶς δ’ ἔθιξε καὶ ὁ κ. Δεληγιώργης. Ὁ κύριος Δεληγιώργης παρέστησεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα δὲν ἐφήρμοσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 μετὰ τῆς προσηκούσης οἰκονομίας, ἐξήτασε τὰς πιστώσεις καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ηὔξησαν κατὰ 3,000,000 τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους. Ὅθεν ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἐὰν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὰς πιστώσεις· διότι, ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, βεβαίως τότε ἡ κυβέρνησις ἔσφαλε, διότι παρέλειψε νὰ πράξῃ ὅσα ἔπρεπε νὰ πράξῃ διὰ νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ζητήσῃ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως, ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ ν’ ἀναφανῶσιν αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες διὰ τῶν πιστώσεων τούτων πρόκειται νὰ θεραπευθῶσι, τότε νομίζω, ὅτι ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Δεληγιώργη δὲν ἔχει τόπον. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰς πιστώσεις διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὐτῶν ἐπαρουσιάσθη ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς κυβερνήσεως ἢ ἂν ἡ κυβέρνησις ᾖναι ἀνεύθυνος. Ὁ κ. Δεληγιώργης ἐκατηγόρησε τὴν κυβέρνησιν, διότι ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 237,000 δραχ. Ἀληθῶς ἐζητήθη διὰ τῶν πιστώσεων τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ζητήσῃ αὐτό· διατί; διότι εἴχετε σύμβασιν μὲ τὴν Τουρκίαν καθ’ ἣν ὠφείλετε νὰ πληρώσητε εἰς δύο δόσεις τὸ ἀντίτιμον τῶν κτημάτων τῶν Θηβῶν· ἐπληρώσατε τὴν πρώτην δόσιν 187.200 δραχ. ἀλλ’ ἐπέστη ἡ δευτέρα προθεσμία, ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν ἄλλας 187,000 δραχμάς· τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμωμεν διὰ νὰ προλάβωμεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην; νὰ μὴ πληρώσωμεν; Ἐζητήσαμεν λοιπὸν 237,000 καὶ ἐν πρώτοις ἰδοὺ ποῖαι εἰσὶν αἱ 187,000, ἐζητήσαμεν ὅμως προσέτι 50,000 διατί; 20,500 δραχ. ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὁ προκάτοχός μου ἔξοδα τοῦ ταξειδίου τῶν προξένων πρὸς ἐπάνοδον αὐτῶν ἐνταῦθα κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἀπὸ τὰς θέσεις των· εἴκοσι καὶ τόσας χιλιάδας ἐζήτησα ἐγὼ δι’ ἔξοδα αὐτῶν ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ πρόξενοι εἰς τὰς θέσεις των, ἐπαναληφθεισῶν τῶν σχέσεων. Τί παρέλειψεν ἡ κυβέρνησις καὶ δὲν ἔκαμεν ἢ τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὰς δραχμὰς αὐτάς; Ἐγὼ προσφέρω ἐμαυτὸν νὰ ὑποβληθῶ εἰς πᾶσαν ἐξέλεγξιν διὰ πᾶσαν τυχὸν περὶ ταῦτα ἔλλειψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκατηγόρησεν ὁ κ. Δεληγιώργης, διότι ἡ κυβέρνησις ἐζήτησεν 850,000 δρ. διὰ δάνεια χρεωλυτικά. Ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων εἶχε πραγματοποιηθῆ ἓν μέρος τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, ἐπὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως ἐπραγματοποιήθη τὸ ὑπόλοιπον, λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν 850,000 δραχ. διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον τοῦ πραγματοποιηθέντος ὑπολοίπου δανείου τούτου. Τί ἐδυνάμεθα νὰ κάμωμεν διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὴν πίστωσιν αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ πληρώσωμεν τὰ χρήματα αὐτά; Δὲν ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον; Μήπως εἴμεθα ἡμεῖς οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον, ἢ οἱ πλάσαντες τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐθεραπεύθησαν διὰ τοῦ πραγματοποιηθέντος ὑπολοίπου τοῦ δανείου; μήπως τοῦτο ἐπραγματοποιήθη διὰ νὰ πληρώσωμεν ὑπερβάσεις, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐξήσεις τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐποιήσαμεν; Εἶναι γνωστὸν διατί ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα ταῦτα. Ζητοῦνται διὰ τῶν πιστώσεων ἔξοδα διὰ τὴν διατήρησιν τῶν καταδίκων· πολλὰ φυσικὸν πρᾶγμα. Τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 δὲν ἐπήρκεσαν, τὸ μὲν, διότι ἴσως προεβλέφθησαν ἔξοδα ὀλιγώτερα παρ’ ὅσα ἐχρειάζοντο, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Παρετήρησα πολλάκις γενομένας ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ψευδεῖς οἰκονομίας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ εἰσαγόμενοι προϋπολογισμοὶ οἰκονομικώτεροι ἢ νὰ ἐπιτευχθῇ εἰκονικὸν ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἠλαττώθησαν τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνεπίδεκτα ἐλαττώσεως, διότι ἔκαμον τὴν σκέψιν, ὅτι εἰς τοὺς πρώτους μῆνας ἐπαρκοῦσιν αἱ ἠλαττωμέναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς πιστώσεις, κατόπιν ὅμως συμπληροῦνται χορηγουμένων τῶν ἀναγκαίων ποσῶν δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Ὁσάκις ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ παρελθὸν περὶ οἰκονομιῶν καὶ τὸ κοινοβούλιον ἐζήτει οἰκονομίας, εὐκόλως ἔφερον παραπλησίας οἰκονομίας ἐλαττόνοντες τὰ ἔξοδα τῶν καταδίκων· ἴσως τὸ τοιοῦτον ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὸ 1869 καὶ προεβλέφθησαν ἔξοδα ὀλιγώτερα. Εἶπον τὸ μὲν ἐνδέχεται τοιοῦτόν τι νὰ ᾖναι ἡ αἰτία τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλλὰ δευτέρα αἰτία εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων, ἡ δ’ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων ὄχι πάντοτε, ἀλλ’ εἰς ἐποχὰς, οἷα ἡ παροῦσα, εἶναι βεβαίως ἀπόδειξις τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, διότι αἱ ἐργασίαι τῶν κακουργειοδικείων ἐξαντλοῦσι τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ἐκκρεμοδικία ἄφινον πρότερον πρόχειρα εἰς τὰς ἐγκληματικὰς τάσεις. Ὅσον ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ἐκκρεμοδικία περιορίζονται, γίνονται μικρότεραι, τόσον ἡ διοίκησις εἶναι βελτίων. Ὅθεν ἡ πρόοδος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων ἀποδεικνύει τὴν πρόοδον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων κατ’ οὐσίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παρουσιασθῇ, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ, ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ παρουσιασθῇ, καὶ αἰτία δὲν εἶναι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις διὰ νὰ κατηγορηθῇ αὐτὴ διατί νὰ μὴ προβλέψῃ, ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τύπον ἐκατηγόρησαν τὴν κυβέρνησιν καὶ ἔχουσιν ἄδικον· διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἐκαθυστέρησε κατὰ τύπον ἡ Κυβέρνησις, διότι πρῶτον ἐδαπάνησε 400,000 δραχμὰς διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος πρὸς ἐπισκευὴν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ κοινοβουλίου, δεύτερον, διότι ἐπραγματοποίησε τὰς δαπάνας τοῦ 1868, διὰ τὰς ὁποίας ζητοῦν σήμερον ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Ὀφείλω καὶ ἐπὶ ἑκατέρου τούτων νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πρώτοις ἡ δαπάνη τοῦ ἀτμοδρόμονος, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη κατ’ οὐσίαν δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἀντιτίθεται οὐδὲ κατὰ τύπον εἰς τὸ προσῆκον, οὐδὲ μαρτυρεῖ ἔλλειψιν τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει τις νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν, αὐτὸ τὸ πρόσφατον παρελθὸν, νὰ ἐνθυμηθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦσαν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐργασίαι, νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ὁ ἀτμοδρόμων, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τύπον κατ’ οὐδὲν καθυστέρησεν, ἔπραξε δὲ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, διὰ νὰ προλάβῃ ζημίας μεγαλειτέρας. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐσκόπει νὰ διατάξῃ νὰ καταπλεύσῃ ὁ ἀτμοδρόμων εἰς τὸν Πειραιᾶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ πρόχειρός τις εὐκολία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἄν που διεταράττετο ἡ δημοσία τάξις, ὅπως δύναται νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπαναγάγῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ἦσαν, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιταχύνῃ τὸν πλοῦν τὸν ἀπὸ Κέρκυραν εἰς Πειραιᾶ. Ἡ ἐξήγησις αὕτη τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργείου ἐσκανδάλισε τινὰς ἐκ τῶν συναδέλφων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠπόρησαν πῶς, ἀφοῦ ὁ ἀτμοδρόμων δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθῃ ἀπὸ Κέρκυραν εἰς Πειραιᾶ, πῶς ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ ἀπὸ Κέρκυραν εἰς Τεργέστην; ἄλλοι πάλιν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρεδέχθησαν τοῦτο, εἶπον, πολλὰ καλὰ, ἀλλὰ τὸ κοινοβούλιον ἤρχετο τότε, διατὶ δὲν ἐζητήσατε ἀμέσως τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε τώρα; Ἤμην, κύριοι, εἰς Κέρκυραν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων ἔμεινεν ἐκεῖ, ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη ἐπισκευῆς τινος τῆς Ἀμφιτρίτης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπάρξει ὀπή τις, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγοντο τὰ ὕδατα, καὶ ἦτο ἠναγκασμένος ὁ Κυβερνήτης, ἐφ’ ὅσον ἤμην τοὐλάχιστον εἰς Κέρκυραν, ν’ ἀντλῇ τὰ ὕδατα ἐκ τῆς Ἀμφιτρίτης δι’ ἀτμομηχανῆς διὰ νὰ μὴ καταβυθισθῇ δαπανῶντος τοῦ δημοσίου 25 δραχμὰς τὴν ἡμέραν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχῃ εἰς κίνησιν τὴν μηχανήν· ὁ κυβερνήτης τῆς Ἀμφιτρίτης ἦλθεν εἰς ἐμέ· μοὶ παρέστησε δὲ τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ σταλῇ τὸ πλοῖον εἰς Τεργέστην καὶ ἐπισκευασθῇ. Ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως τὰς παραστάσεις τοῦ κυβερνήτου τῆς Ἀμφιτρίτης κυρίου Μπουρέκα, καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως διέταξε νὰ μεταβῇ ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην διὰ νὰ ἐπισκευασθῇ· ἡ ἐπισκευὴ τῆς Ἀμφιτρίτης εὐτυχῶς ἦτο ἀναξία λόγου. Κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔχομεν δεξαμενὴν ἐν Ἑλλάδι, διότι, ἂν εἴχομεν, ἤθελεν ἐπισκευασθῆ τὸ πλοῖον ἐντὸς 6 ὡρῶν μὲ δαπάνην 700 δραχμῶν. Ἐδέησε ὅμως διὰ τοῦτο νὰ μεταβῇ ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην καὶ νὰ ἐξοδευθοῦν ἴσως 4 ἢ 5 χιλιάδες δραχμῶν. Ἀφοῦ δὲ ἐπρόκειτο ν’ ἀποπλεύσῃ ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην, ὁ δὲ Ἀτμοδρόμων δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν διὰ νὰ καταπλεύσῃ ἀπὸ Κερκύρας εἰς Πειραιᾶ, ἐκρίναμεν πρόσφορον τὴν περίστασιν νὰ σταλῇ συγχρόνως εἰς Τεργέστην καὶ ὁ Ἀτμοδρόμων, ἵνα συνοδεύηται ὑπὸ τῆς Ἀμφιτρίτης καὶ ἐπισκευασθῇ καὶ αὐτός.

§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμισεσηπὸς τὸ ἓν, ἡμισεσηπὸς τὸ ἄλλο, ἀπετέλεσαν ἀμφότερα ἑνωθέντα ἓν σῶον καὶ ἀκέραιον· ἐξαίρετα!

§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοιουτοτρόπως ἐξησφαλίσθη. Δυστυχῶς καὶ τὸ ἓν ἦτο σεσηπὸς καὶ τὸ ἄλλο ἦτο ἐπίσης σεσηπὸς, ἀλλ’ ἰδοὺ διατί. Κανονισμὸς ὑπάρχει πανταχοῦ ἔνθα ὑπάρχει πολεμικὸν ναυτικὸν, κατὰ περίοδον χρόνου ὅλα τὰ πλοῖα κατὰ σειρὰν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπισκευάζονται τὰ πλοῖα, ὥστε ὅλα ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν νὰ ἐπισκευάζωνται καὶ νὰ διατελῇ πάντοτε μέγας ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς κατάστασιν καλήν. Κατὰ δυστυχίαν πρὸ ἐνιαυτῶν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὰς κυβερνήσεις τὰς προκατόχους νὰ ἐπισκευάσουν τὰ πλοῖα, καὶ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, εὕρομεν τρεῖς ἀτμοημιολίας συγχρόνως χρῃζούσας ἀναποφεύκτων ἐπισκευῶν, τὸν ἀτμοδρόμονα σεσηπότα καὶ τὴν Ἀμφιτρίτην μὲ τὸν ἧλον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγετο ὕδωρ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι βέβαιον, καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς μαρτυρίαν τοὺς κ. βουλευτὰς ἐκ Κερκύρας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς Κέρκυραν καὶ ἐνδέχεται μεταξὺ αὐτῶν νὰ ᾖναι καί τινες φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἂν δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἀμφιτρίτη ἦτο εἰς αἰώνιον πῦρ, διότι ἤντλει τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὸ κῆτος, καὶ ὅτι ἔπλευσε μὲ τὸν ἀτμοδρόμονα. Ἂν μέλλητε νὰ κατακρίνητε διατί δὲν ἐπεσκευάσθησαν ἐγκαίρως τὰ πλοῖα, στρέψατε τὴν κατάκρισιν οὐχὶ καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀτμοδρόμονος καὶ δευτέρα εὐκολία. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν δημοσίων χρημάτων ἀπέστειλε διὰ τοῦ ἀτμοδρόμονος εἰς Τεργέστην τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς Πειραιᾶ τὴν Ὄλγαν. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ζητήσετε κατὰ Μάϊον τὴν πίστωσιν; διότι τὸ κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸν Μάϊον καὶ πρῶτον ἔργον εἶχε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· καὶ δεύτερον ἔργον εἶχε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἡ ὁποία ἐφέτος δὲν ἦτο σύνηθες ἔργον, ὅπως κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους· καὶ μετὰ τοῦτο κανεὶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ κρατήσῃ τὴν Βουλὴν περαιτέρω ἐν Ἀθήναις, διότι ἐπέκειντο ἐργασίαι ἀγροτικαὶ αἱ ὁποῖαι ἠνάγκαζον τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ τὸ κοινοβούλιον ἔμελλε νὰ συνέλθῃ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ ἂν ἀφίνομεν μέχρι Σεπτεμβρίου τὰ πράγματα ὡς εἶχον, τῇ ἀληθείᾳ ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐφοβεῖτο μήπως συμβῇ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τί εἶπε.

§38ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πρὸ 15 μηνῶν εἶχον ἐπισκεφθῆ τὸν Ἀτμοδρόμωνα, δύο φορὰς κατέβηκα καὶ τὸν ἐπεσκέφθην καὶ μοὶ εἶπον οἱ ἀξιωματικοί, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ κάμουν ταξείδιον, διότι θέλουν ἀλλαγὴν οἱ λέβητές του καὶ ἐπισκευὴν τὸ σκάφος καὶ κάθαρσιν.

§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ναύαρχος λέγει, ὅτι πρὸ 15 μηνῶν εἶχε καταβῆ εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐπεσκέφθη τὸν Ἀτμοδρόμωνα δὶς καὶ ὁ πλοίαρχος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ πλοῦν ὁ Ἀτμοδρόμων, διότι καὶ οἱ λέβητες καὶ τὸ σκάφος ἔχρῃζον ἐπισκευῆς. Ἀλλὰ πῶς ἐπραγματοποιήσατε, κύριοι, τὰς συμπληρωτικὰς πιστώσεις τοῦ 1868 χωρὶς νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφον τοῦ κοινοβουλίου;—Αἱ συμπληρωτικαὶ πιστώσεις τοῦ 1868 ἀναβαίνουν εἰς 1,320,564· ἐξ αὐτῶν ἡ μὲν ἐκ δραχμῶν 14,500 ἐπληρώθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν μεταφορὰν χρημάτων διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 τοῦ 1867 εἰς Εὐρώπην. Ἡ δὲ τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἐκ δραχμῶν 13,550 δὲν ἐπληρώθη οὔτε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὀφείλεται. Ἡ ἐκ δραχ. 32,000 τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναγομένη εἰς ἀποζημιώσεις μαρτύρων ἐπραγματοποιήθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν δυνάμει τοῦ νόμου. Ἡ ἐκ δραχμῶν 4,167 πρὸς φύλαξιν καὶ συντήρησιν τηλεγραφικῶν γραμμῶν δὲν ἐπληρώθη οὔτε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ὀφείλεται. Ἡ πίστωσις τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν ἐκ δραχ. 370 ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων καὶ 4,400 ἔξοδα μεταθέσεως ταμιακῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐπληρώθη οὔτε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ τὴν παροῦσαν, καὶ ὀφείλεται. Ἡ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 15,000 δι’ εἴσπραξιν δεκάτων καὶ ἐκ δραχμῶν, 3,000 ἔξοδα βεβαιώσεως φόρου ζώων δὲν ἐπληρώθη καὶ ὀφείλεται. Ἡ ἐκ δραχμῶν 20,000 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τελωνείων καταβάλλεται δυνάμει τοῦ νόμου· ἡ ἐκ δραχμῶν 100 ἔξοδα ὑπηρεσίας τυπογραφείου ὀφείλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν ἐκ δραχμῶν 84,000 καὶ ἔξοδα καλλιεργείας ἁλικῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων ἐκ δραχ. 25,000 καταβάλλεται κατὰ τὸν νόμον ἀμέσως· ὥστε δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία παράλειψις τῶν λογιστικῶν διατάξεων, οὐδεμία ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸ κοινοβούλιον, οὐδεμία ἔλλειψις προσοχῆς πρὸς αὐτὸ ἢ ἀθέτησις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κοινοβουλίου ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως. Μοὶ μένουσι δύο παρατηρήσεις, καὶ ἀφοῦ ἀπευθύνω καὶ ταύτας, θέλω καταβῆ τοῦ βήματος. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιίας τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπηύθυνε πρὸ μικροῦ· τὸν παρεκάλεσα νὰ τὴν ἀναβάλῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνέκρινε· μὲ ἀναγκάζει λοιπὸν νὰ κάμω λόγον ὡσαύτως περὶ αὐτῆς τώρα. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 250,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ἔχει κἄποιαν εὔλογον ὕπαρξιν, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν τοῦ δημοσίου εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, διϊσχυρίσθη, ὅτι τοῦτο εἶναι μία liquidation. Μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸ κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε συνεζήτησε καὶ ἐψήφισεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὅ,τι τότε δὲν τῷ ἐγένετο γνωστὸν· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι σᾶς παρέστησαν τότε, ὅτι ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἔλαβε χρήματα ἡ κυβέρνησις καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὸ συμβεβηκὸς αὐτὸ παρέστησαν ὡς σπουδαίαν ἀθέτησιν τοῦ νόμου καὶ προέτειναν μάλιστα μίαν τινὰ ἔκφρασιν τοῦ κοινοβουλίου καθ’ ἡμῶν. Εὐτυχῶς τὸ κοινοβούλιον δὲν συνεμερίσθη τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν, ἂν συνεμερίζετο, ἤθελε πράξει ἀδίκημα ὅμοιον μὲ τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν ἐκεῖνα τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ὑπεστήριζον τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868, ἐψήφισαν ὅμως προχθὲς ἐναντίον μας. Ἀληθῶς τὰ χρήματα τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας δὲν διεθέσαμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ πρώτη ἔλαβεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, δαπανήσασα 220 περίπου χιλιάδας· ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν 70 μόνον χιλιάδας περίπου διὰ νὰ πληρώσωμεν ἐργολαβίας, τὰς ὁποίας διὰ δημοπρασίας ἀνεδέχθησαν ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἰδιῶται· καὶ ἡ προκαταβολὴ ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 290,000 καὶ ὅμως οἱ φίλοι τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἐψήφισαν καθ’ ἡμῶν ὡς ἀθετησάντων τὸν νόμον. Συμβαίνουσιν ἐνίοτε ἀδικήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα λανθάνουσι πολλάκις τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ. Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ καταδείξω τοῦτο διὰ νὰ ἐκφράσω μόνον ἓν παράπονον εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν φίλοι τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868. Ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, καὶ αἱ προκαταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῶν ταμείων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀναβαίνουσιν εἰς 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν· καὶ εἶναι δυνατὸν αἱ προκαταβολαὶ αὗται νὰ ἐξοφληθῶσιν ἂν καταπαύσωσι κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871 ὅλα τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἐντὸς δύο ἐτῶν, καθὼς μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ πάλιν κατὰ τὸ 1870 θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν περίστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν κατὰ τὸ 1869 ἢ πρίν. Καταπαύοντες τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας θέλομεν γίνει αἴτιοι ζημίας· διότι ὅλα τὰ ἀρξάμενα ἔργα τῶν μήπω περαιωθεισῶν ἐθνικῶν ὁδῶν θέλουσι καταστραφῆ, καὶ διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ τὸ δημόσιον ἐξώδευσεν ἕως ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον. Λοιπὸν ἡ δαπάνη αὐτὴ τοῦ 1,000000 θέλει ματαιωθῆ. Λοιπὸν πρέπει νὰ προβλέψῃ ἡ μὲν κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθήσουν τὰ ἔργα αὐτὰ, ἕως ὅτου τοὐλάχιστον περαιωθῶσιν αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ, χωρὶς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ κατὰ δυστυχίαν ὑπέκυψεν. Ὅθεν ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἂν καὶ ἡ προκαταβολὴ, τὴν ὁποίαν τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἔκαμον πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, δύναται νὰ καλυφθῇ ἐντὸς δύω ἐτῶν, μολαταῦτα διὰ νὰ μὴ παύσωσιν ἐντελῶς τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ ἀρξάμενα ἤδη καὶ προκεχωρηκότα ἔργα, ἂς ζητήσωμεν 250,000 δραχμῶν πρὸς ἐπικουρίαν τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς πιστώσεως τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν προσέβαλε τοῦτο, συμφωνεῖ νὰ δοθῶσιν αἱ 250,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ νὰ ἐκποιήσωμεν τὰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης τοῦτο ἐθεώρησεν ἐπιζήμιον, καὶ σᾶς εἶπε διατὶ τὸ ἐθεώρησεν ἐπιζήμιον. Πρῶτον διότι, ὅταν πωλῇ κανεὶς τὰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἐμφαίνει τὸν ἔσχατον βαθμὸν τῆς πενίας, εἶναι τὰ προοίμια μιᾶς ἀποσυνθέσεως· δεύτερον, διότι πωλοῦντες τὰς μετοχὰς τῆς τραπέζης, χάνομεν τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν ἐπὶ τοῦ καταστήματος τῆς τραπέζης καὶ δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀσκήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν μέχρι τοῦδε πρὸς προαγωγὴν καὶ αὐτοῦ καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ σύστασις τῆς ἐθνικῆς τραπέζης προέθετο. Ἐν πρώτοις ὁ κ. Δεληγεώργης λησμονεῖ ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὸ 1868 ἐψήφισε νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πωλήσῃ τὰς μετοχὰς τῆς τραπέζης καὶ τὴν ἄδειαν ἔχομεν ἐδῶ· ἐκάμαμεν δὲ μνείαν τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν τῆς ἐθνικῆς τραπέζης εἰς τὸν νόμον μόνον καὶ μόνον, διότι ὠφείλομεν ζητοῦντες πιστώσεις συμπληρωτικὰς νὰ ἐνδείξωμεν τοὺς πόρους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἠθέλαμεν πορισθῆ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι δυνάμει τῶν πιστώσεων τούτων δαπανηθῆ. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἄδειαν καὶ τὴν ἐζητοῦμεν σήμερον. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Δεληγεώργης παρέστησεν εἶναι ὑπαρκτοί; Θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπαρκτοί· καὶ θέλω διαφωνήσει πάλιν μὲ τὸν κ, Δεληγεώργην, διότι ἠπατήθη, καὶ ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰ προτεινόμενα μέσα, θεωρήσας αὐτὰ ὡς σημεῖον ἀποσυνθέσεως οἰκονομικῆς, διαλύσεως οἰκονομικῆς, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι διορᾷ, καὶ τὴν ὁποίαν διεγίνωσκε καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων συμβεβηκότων ἐν τῇ πολιτείᾳ. Αἱ μετοχαὶ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης εἶναι εἷς τίτλος τοῦ δημοσίου, ἀξίαι ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημόσιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀξίαι, καὶ δύναται κατ’ ἐκλογὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν κατὰ τὰς ἀνάγκας του οἱασδήποτε ἀξίας θέλει. Ἀλλὰ ἐξεταστέον ἂν συμφέρῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης, ἢ ἂν συμφέρῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν μιᾶς ἄλλης ἀξίας. Ἡ ἐκποίησις τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης δὲν εἶναι ὁ τελευταῖος ὀβολός, ὁ ὁποῖος τίθεται εἰς κυκλοφορίαν, καὶ μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὁποίου τὸ πᾶν ἀπόλλυται, ὡς ὁ κ. Δεληγεώργης ὑπέλαβε· τίθεται εἰς χρῆσιν ἡ ἀξία αὕτη, διότι συμφέρει νὰ προτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν ταύτην τῶν ἄλλων ἀξιῶν. Ὁ κ. Δεληγιώργης σᾶς παρέστησεν ὡς ἀποκρουστέαν τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης, διότι ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων ἐκ τῶν γλίσχρων μέσων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως τῆς ἐθνικῆς τραπέζης κατὰ τὸ 1840 διέθετε, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτῷ ὁ δημόσιος προϋπολογισμός, κατώρθωσε νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν 1000 μετοχῶν καὶ τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν.

§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἔλαβεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ λέγω, καί τοι ἦσαν γλίσχρα τὰ μέσα, κατώρθωσε νὰ οἰκονομήσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν.

§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων ἔπραξεν ὡς καλὸς ἡγεμών. Ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε πρώτη νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν πρὸς σύστασιν καταστήματος τόσον κοινωφελοῦς, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ὑπάρχει τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἀκμαίαν τὴν ἐθνικὴν ζωήν· ἐὰν προκειμένης συστάσεως ἐθνικῆς τραπέζης τῆς μόνης καὶ τῆς πρώτης, ἡ ὁποία συνίστατο ἐν τῷ τόπῳ, ἡ κυβέρνησις δὲν ἤρχετο πρώτη νὰ παρακαταθέσῃ τὸν ὀβολόν της, πρώτη νὰ μαρτυρήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἤθελε παραλείψει οὐσιωδέστατον καθῆκον. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ τὸ κοινὸν περισσότερον, ὅπως ἔχῃ εἰς τὴν τράπεζαν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ συντηρῇ τὸ δημόσιον τὰς μετοχὰς ταύτας; ἡ ὕπαρξις τῶν μετοχῶν τοῦ δημοσίου εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα, τὴν ὁποίαν τὸ κοινὸν ἔχει ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης; εὐτυχῶς ἡ ἐθνικὴ τράπεζα εἶναι κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐπαγίωσε τὴν πίστιν του πανταχοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ κοινὸν καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, ἂν τὸ δημόσιον ἔχῃ μετοχὰς ἢ ὄχι εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν διὰ νὰ τὴν ἐμπιστεύεται ἢ ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλο. Ἂν χάσετε τὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, θέλετε στερηθῆ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τώρα ἔχετε διὰ νὰ ἐπηρεάζετε τὸ κατάστημα τοῦτο, καὶ ἑπομένως νὰ συντελῆτε εἰς τὴν συντήρησιν τῆς διοικήσεώς του καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω τῇ ἀληθείᾳ ἂν ἡ κυβέρνησις διὰ τῶν μετοχῶν τούτων ἐπέδρασε ποτὲ εἰς τὴν τράπεζαν. Ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναδράμω εἰς ἀρχαιοτέραν ἱστορίαν, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν πρώτων χρόνων τῆς συστάσεως τοῦ καταστήματος τούτου, ἴσως ἠδυνάμην ν’ ἀρυσθῶ πιθανότητά τινα ὑποστηρίζουσαν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Δεληγιώργη. Ἐὰν ὅμως ἀναδράμω εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν προσφάτων χρόνων τοῦ καταστήματος τούτου, δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ καταστήματος τῆς τραπέζης καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἢ ἂν ἡ τράπεζα ἐπέδρα ἰσχυρῶς καὶ τελεσφόρως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς. Πωλοῦντες λοιπὸν τὰς μετοχὰς πρόκειται νὰ χάσωμεν ὅ,τι εἴχομεν, καὶ ἐρωτῶ ὅλους ὑμᾶς, ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων ὑμῶν διὰ νὰ μοῦ εἰπῆτε τί εἴχομεν διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδρῶμεν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς τραπέζης. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔθιξα, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν, τὰ διάφορα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀγορηταὶ δεξιοὶ ἀπηύθυνον κατὰ τῶν πιστώσεων· ὑποθέτω, ὅτι ἂν δὲν κατώρθωσα νὰ πείσω αὐτοὺς τούτους, ἐξεπλήρωσα ὅμως καθῆκον, ἀνακοινώσας τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἰς τὴν Βουλήν.

§42Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τῳόντι, κύριοι, ἀρκετὰ δύσκολον ν’ ἀπαντήσῃ τις καὶ ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὰ εὐφυᾶ ἐπιχειρήματα τοῦ εὐγλώττου προαγορεύσαντος, διὰ τῶν ὁποίων ὀλίγον ἔλειψε νὰ πείσῃ καὶ ἐμὲ, ὅτι εἶχον ἐντελῶς ἄδικον εἰς ὅσα χθὲς ἰσχυρίσθην, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο ἐντὸς τοῦ δικαίου του. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Δεληγιάννη ἦτο τὸ ἀκόλουθον. Ἐπίστευον, εἶπεν, ὅτι ἠθέλατε ἐξετάσει οὐχὶ τοὺς τύπους τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ὑπεβάλαμεν, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν· κατὰ τί ἐσφάλαμεν, μᾶς εἶπεν, ὑποβαλόντες αὐτὰς τὰς πιστώσεις; καὶ ὁ κύριος Δεληγιάννης ἐξῆλθε θριαμβεύων, διότι ἀληθῶς αἱ πιστώσεις αὗται ἀπέβλεπον ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ προσβληθῶσιν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί προσεβάλαμεν καὶ τί εἴχομεν δικαίωμα νὰ προσβάλωμεν; οὐχὶ τὰς ἀνάγκας, ἀφοῦ ὑφίστανται, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσουν αἱ πιστώσεις αὗται, ἀλλὰ τὴν χρῆσιν, τὴν διοίκησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν γένει. Ναὶ, κύριοι, πολλὰς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐχρεωστεῖτε νὰ θεραπεύσητε, ἀλλ’ ὅταν ἐπροβλέπετε καὶ τὰς προσθέτους ἀνάγκας, διαχειριζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὠφείλετε νὰ ἐνεργῆτε οὐχὶ ὡς μηχανὴ μὴ ἔχουσα διάνοιαν, ἀλλ’ ὡς κυβέρνησις προνοητικὴ φροντίζουσα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὅταν, λέγω, ἐβλέπετε καὶ τὰς προσθέτους αὐτὰς ἀνάγκας, ἔπρεπε νὰ ἐρευνήσητε τὸν προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν ὑπάρχουν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀποκοπῶσιν, ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσητε συνετώτερον τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἤδη ζητεῖτε αὐτάς· πόθεν θέλετε τὰς πληρώσει; διότι περίσσευμα δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε. Ἐξηγοῦμαι. Ὅταν ἐβλέπετε, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐκκρεμεῖς ἤθελον ἀπαιτήσει 21 ἑκατομμύρια ἀκόμη προσθήκας ἐξόδων, ἔπρεπε νὰ ἰδῆτε διαχειριζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν νὰ κάμητε οἰκονομίας. Τοῦτο δὲ εἶπον ἔκτοτε, καὶ ἐπλανήθητε ἂν δὲν τὸ ἐπροσέξατε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ σᾶς ἔλεγον, κακῶς διεχειρίσθητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀντὶ οἰκονομιῶν προσεθέτατε ἔξοδα, καὶ διὰ τοῦτο κακῶς ἐπράξατε λέγοντες, καὶ ἴσως κατὰ τὰ 69 εἴχατε δίκαιον ἐν μέρει, εὕρομεν ἕνα προϋπολογισμὸν ἕτοιμον, συντεταγμένον, ἐχρεωστοῦμεν νὰ τὸν πραγματοποιήσωμεν, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν δίκαιον νὰ παραλείψωμεν τίποτε, καὶ ὠφείλαμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ὅ,τι εὕρομεν γεγραμμένον· ἐνηργήσατε ὡς μηχαναὶ, ἀλλ’ εἶσθε ὅμως κύριοι νὰ κάμετε οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 70. Κατὰ τὸ 70 πλέον ἀπεφασίζετε σεῖς καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 70 παρουσιάζει αὔξησιν 400,000 ἀντὶ οἰκονομίας. Παραπονούμεθα λοιπὸν καθ’ ὑμῶν, ὅτι ὡς κυβέρνησις ὀφείλουσα νὰ προνοήσῃ, ἐνῷ ἔβλεπε τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐνῷ ἔβλεπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα ἦσαν δυσανάλογα πρὸς τὰ ἔσοδα, οὐ μόνον δὲν ἐπρονόησεν, οὐ μόνον δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 69, οὐ μόνον δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀποκόψῃ ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ἀλλά, κύριοι, συνέταξε προϋπολογισμὸν τὸ 70, ὅτε ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ, καὶ ἐπέφερεν ἀντὶ οἰκονομιῶν αὔξησιν ἐξόδων, καὶ οὕτω διὰ τὸ παρελθὸν ὡς μηχανὴ αὐτομάτως ἐνεργοῦσα καὶ ἀρνουμένη τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὰς σκέψεις εἰς ἑαυτὴν, διὰ δὲ τὸ μέλλον ἄνευ προνοίας καὶ ἐνῷ βλέπει τὸ βάραθρον ἐνώπιόν της, δὲν ἔθεσε τὴν χεῖρά της νὰ ἐμποδίσῃ καταφερόμενον, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ὤθησεν. Ἰδοὺ διὰ τί παραπονούμεθα. Διαφωνῶ δὲ, κύριοι, πρὸς τὸν κύριον Δεληγιώργην, καὶ πρὸς τὸν κύριον Χρηστίδην, ὑποστηρίζοντας, ὅτι εἰς τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως δύναται νὰ γίνῃ οἰκονομία ἄνευ βλάβης διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀναγκαίων ὀργάνων, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ἐνεργεῖται συνεπείᾳ ὀργανισμοῦ πλήρους. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ἂν δὲν φέρετε ὀργανικὰς μεταβολὰς, οἰκονομίας διαρκεῖς καὶ ἀληθεῖς, δὲν θέλετε ἐπιτύχει. Ἐντὸς ὅμως τῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχουν καὶ κλάδοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν συνάφειαν, εἰς αὐτοὺς δύνασθε νὰ κάμετε οἰκονομίας, διότι ὁ ἀδιάῤῥηκτος σύνδεσμος δὲν τὰς συνδέει.

§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ναυτικόν.

§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ναυτικόν· ὁ κ. Μπούμπουλης δύναται νὰ σᾶς δώσῃ καλλιτέρας πληροφορίας.

§45ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ ναυτικὸν θέσεις, ὄχι ν’ ἀφαιρεθοῦν.

§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νομίζω, ὄχι νομίζω, εἶναι ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ μεταβολὰς ὀργανικὰς, ἠδύνατο ὅμως ὀρθῶς καὶ ἐπιμελῶς σκεπτομένη νὰ κάμῃ οἰκονομίας οὐσιώδεις καὶ σπουδαίας εἰς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς ἡ ὑπηρεσία νὰ πάθῃ. Ἠπόρησα, κύριοι, ἀκούσας τὸν εὐφυᾶ προαγορεύσαντα, ἀναγνωρίζοντα μὲν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἕκαστον πολιτικὸν νὰ φέρῃ ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ σύστημά του, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη ὅτι αὐτὸς τὸ ἰδικόν του δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν, διότι δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ μεταβάλῃ. Δὲν ἐννοῶ πῶς δύναταί τις νὰ ἔχῃ πλῆρες σύστημα ὀργανισμοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν του, νὰ ἐμποδίζηται δὲ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν μέχρις οὗ σπουδάσῃ τὴν ἱστορίαν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει σύστημα εἰς τὴν κεφαλήν του. —Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς παρεξηγήσεις τῶν λόγων μας ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσωμεν τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐπολεμήσαμεν, ὡς μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ἐλλείψεις, διότι ἡ κυβέρνησις ἐξετέλεσε μηχανικῶς, ὅ,τι εὗρε καθιερωμένον, καὶ διότι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ δὲν ἔκαμεν ἄλλο, παρὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παρελθὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς, παρὰ μόνον τόσον καθ’ ὅσον ἐπρόσθεσε, διότι δὲν εἶχε τὸν ἁρμόδιον καιρόν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1868. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν καταλαμβάνω ποῦ εὑρισκόμεθα, διότι ὅλοι οἱ κανόνες ἀνετράπησαν, ὅλοι οἱ ὅροι, ὅλα τὰ διατεταγμένα παρεβιάσθησαν, καὶ ἐνῷ νομίζομεν, ὅτι βαδίζομεν ἐπὶ δεδομένων τινῶν στηριζομένων εἰς τὸν νόμον, εὑρισκόμεθα ἐξαίφνης ἐκτὸς τοῦ νόμου, διότι τὰ παρουσιαζόμενα παρὰ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἀκολουθοῦσι τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι διαγράφουσιν. Ἔχομεν συνήθως πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς, ἐκτάκτους, δι’ ὀφειλόμενα ἐντὸς χρήσεώς τινος· μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως, ἔχομεν συμπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξετάσαμεν τὰς πιστώσεις, σήμερον ὅμως μανθάνομεν, ὅτι πρόκειται περὶ κλεισμένων χρήσεων, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ἄλλος εἶναι ὁ τύπος τῶν πιστώσεων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, πρέπει νὰ συνοδεύωνται μὲ ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν δικαιούχων, πρὸ πάντων αὐτὸς εἶναι οὐσιώδης τύπος, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος διαγράφει κλπ. Ἐσυζητήσαμεν μέχρι τοῦδε ἄλλως, διότι ἄλλας μᾶς ὑπέβαλον πιστώσεις, σήμερον ὅμως λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ χρήσεων κεκλεισμένων, καὶ πταίουν, ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ κακῶς εἰσήγαγον τὰς πιστώσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλα ἀντ’ ἄλλων λέγουσι. Τὸ περιεργότερον ὅλων ὅμως εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἀτμοδρόμονος. Ἐπ’ αὐτῆς ἐπῆλθον τρεῖς διάφοροι ἐξηγήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ πρῶτον σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων ἐκινδύνευε καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν στείλουν εἰς Τεργέστην τάχιστα, δὲν ἤθελον διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ πλοίου νὰ διακινδυνεύσουν μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ ἐπισύρουν τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν τοῖς ἀπευθύνει, ἐνῷ σήμερον τοὺς κατηγοροῦμεν δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν τοὺς μεμφθῆ, ἐὰν δὲν τὸ ἔπραττον. Μόλις ἐτελείωσεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ὡς ἐὰν ἤθελε νὰ ἐκδικηθῇ αὐτὸν διὰ παρελθόντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἰσχυρίζεται ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ δι’ ἑνὸς ἐπισήμου ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐγὼ διώρισα ἐξ εἰδικῶν, σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι τὸ πλοῖον ἓξ μῆνας ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ, ἐκτὸς ἂν ἀπρόβλεπτοι περιστάσεις ἐπήρχοντο, ἀλλὰ περιστάσεις ἀπρόβλεπτοι δύνανται νὰ καταστρέψουν καὶ νέα πλοῖα· καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ ἀκόμη ἓν χειρότερον· ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀπεστείλαμεν τὸ πλοῖον, ἵνα προλάβωμεν τὸν κίνδυνον, ἀλλ’ οὐδὲν ἔξοδον ἐκάμαμεν, τὸ πλοῖον μένει ἐκεῖ, εἴπατε νὰ τὸ ἐπισκευάσωμεν ἢ νὰ τὸ πωλήσωμεν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀπαντᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ἔστειλα τὸ πλοῖον εἰς τὴν Τεργέστην, δὶς τὸ σύρουν ἔξω, καὶ πρὸς τοῦτο ἐγένοντο ἔξοδα. Ἀφηρέσαμεν τοὺς λέβητας, καὶ ἵνα ἀφαιρέσουν τοὺς λέβητας, πρέπει νὰ καταστρέψωσι τὸ κατάστρωμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο ἐπίσης ἔξοδα. Ἐκεῖ ἤδη ἐξακολουθοῦμεν μισθοῦντες ἀξιωματικούς. Ἑπομένως εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ἔξοδα ἐγένοντο καὶ γίνονται, ἐνῷ τὰ ἠρνήθη ὁ κ. πρωθυπουργός. Βλέπετε, ὅτι διὰ τὸν ἀτμοδρόμονα ἐγένοντο ἔξοδα, παρατρέχω τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ λεβήτων, τὸ πλοῖον ἐσύρθη δὶς, ἐξήχθησαν οἱ λέβητές του ἀπὸ τὸ κῆτος καὶ ἴσως εἶναι εἰς ἐπισκευὴν, ἐγένοντο ἔξοδα. Μετὰ ταῦτα προβαίνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἄλλη ἱστορία Ἡ Ἀμφιτρίτη λέγει ἐκινδύνευεν, ἡ ἀντλία ἀδιακόπως ἐξῆγε τὰ ὕδατα, ἄλλως τε ἐπνίγετο, διότι εἰς τὸ κῆτός της ἠνοίχθη ὀπή· ἵνα σώσωμεν αὐτὴν ἐσπεύσαμεν νὰ σώσωμεν δι’ αὐτῆς καὶ τὸν ἀτμοδρόμωνα, ἵνα ὑπάγῃ σῶος ὁ ἀτμοδρόμων εἰς τὴν Τεργέστην· (θόρυβος). Αὐτὰ, κύριοι δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ἂν τῷ ὄντι ἡ Ἀμφιτρίτη ἔκαμνε καὶ πιστεύω, ὅτι ἔκαμνε νερὰ, ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ εἰς τὸν Πόρον. Ἐκεῖ ἐγὼ εἶδον, ὅτι μετ’ εὐκολίας ἀνασύρονται τὰ πλοῖα ταῦτα· οὕτως ἠθέλαμεν ἐξοδεύσει ὀλιγώτερον, τῶν ὅσων ἐξωδεύσαμεν εἰς τὴν Τεργέστην καὶ δὲν ἤθελε διατρέξει τοὺς κινδύνους τοῦ ταξειδίου μεταξὺ Κερκύρας καὶ Τεργέστης. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ εἰς Τεργέστην διὰ νὰ συνοδεύσῃ τὸν ἀτμοδρόμονα, ὅστις εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν· ἡ Ἀμφιτρίτη ἐκινδύνευε νὰ πνιγῇ ἐντὸς τοῦ λιμένος, ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ λιμένος, ἵνα σωθῇ εἰς μακρυνὸν ταξείδιον καὶ νὰ σώσῃ καὶ τὸν ἀτμοδρόμονα! Δὲν μοὶ φαίνονται αὐτὰ ἐπηγάζοντα ἀπὸ τὴν εὐφυΐαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Τέλος πάντων τὰ πλοῖα αὐτὰ ἀπέστειλαν εἰς Τεργέστην καὶ δὲν περιέμενον ἕνα μῆνα νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλή, ἵνα ζητήσουν τὴν ἄδειαν· ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἦτο μέγας, καὶ ὅμως εἰς Τεργέστην μένει ὁ ἀτμοδρόμων ἓξ μῆνας, καὶ οὔτε κατασκευάζεται, οὔτε διορθοῦται· ἀφοῦ μένει ἤδη εἰς Τεργέστην ἓξ μῆνας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἢ τὴν Κέρκυραν ἕνα μῆνα; κίνδυνος πραγματικὸς δὲν ὑπῆρχεν· ἐὰν περιέμενον ἕως οὗ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἤθελον ἐνεργήσει κατὰ τὸν νόμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ διακρίνηται διὰ τὸν σεβασμόν του πρὸς τοὺς νόμους, ἔπταισαν, ἐνήργησαν κατὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ παρέλειψαν τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ τὸν ἕτερον λόγον τῆς οἰκονομίας, διότι ἐκεῖνος δὲν εἶναι σπουδαῖος. Εἴχομεν, μᾶς λέγουν, ἀνάγκην νὰ μεταφέρωμεν τὴν Ὄλγαν· ἐκερδήσαμεν λοιπὸν ἓν ἔξοδον ἀποστείλαντες τὸ πλήρωμα αὐτῆς διὰ τοῦ ἀτμοδρόμονος· πιστεύω, ὅτι τὸ πλήρωμα θὰ μετεφέρετο πολὺ οἰκονομικώτερον διὰ τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων παρ’ ὅσον ἐξωδεύθη ἤδη, ἄλλως ἐκεῖ μένει ἤδη μέρος τοῦ πληρώματος, μὴ πράττον τίποτε καὶ λαμβάνον διπλασίους μισθοὺς καὶ διπλάσια ἔξοδα τραπέζης.

§47ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προσθέσατε εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἀσφάλιστρα.

§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου δίδομεν καὶ τὸ κακὸν παράδειγμα ἀπρονοησίας ἢ ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, διότι ἓν μόνον πλοῖον ἔχομεν, τὸ ἐστείλαμεν εἰς τὴν Τεργέστην πρὸς κατασκευὴν, τὸ κρατοῦμεν ἐκεῖ ἓξ μῆνας καὶ δὲν ἀποφασίζομεν τίποτε· τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς ἀπρονόητοι· διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται πῶς ἐστείλαμεν τὸ πλοῖον πρὸς κατασκευὴν καὶ τὸ ἀφήσαμεν ἐγκαταλελειμμένον ἐντὸς τοῦ λιμένος καιρὸν τοσοῦτον, ἢ ὅτι δὲν ἔχομεν ἔξοδα. Κύριοι, ὀλίγας παρατηρήσεις ἀκόμη ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τελειώνω· ἐπανειλημμένως καὶ χθὲς ἀκόμη ἔλεγον εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, τὰ οἰκονομικά μας εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν, στενοχωρίαι μέγισται μᾶς ἀπειλοῦσι καὶ συντομώτατα θέλομεν εὑρεθῆ ἄνευ λεπτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον εἰς ταῦτα μᾶς ἀντέταξεν ἄρνησιν, ἐξογκόνετε τὰ πράγματα μᾶς εἶπεν· ἡ κατάστασίς μας βεβαίως δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὅπως παριστᾶτε αὐτήν. Τὸ ταμεῖον δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς τοιαύτας στενοχωρίας, αἱ εἰσπράξεις διὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον θέλουσιν ἀναβῆ εἰς 2½ ἑκατομμύρια κατὰ μῆνα, ἔχομεν τόσα χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἔχομεν τόσα νὰ εἰσπράξωμεν ἄλλοθεν, ὥστε ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι δύσκολος, καὶ ὅταν ἤκουσα αὐτὰ ηὐχαριστήθην, καὶ εὐχαριστήθητε καὶ σεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφάνθητε, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπὶ ὀρθῶν βάσεων στηρίζει τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐνῷ εἴμεθα ἐν μέσῳ τῆς χαρᾶς αὐτῆς, μανθάνομεν σήμερον, ὅτι δὲν ἔχομεν λεπτὰ νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ πωλήσωμεν διὰ τοῦτο μετοχὰς τῆς Τραπέζης· ἐνταῦθα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐξέθεσε μίαν ἐσφαλμένην οἰκονομικὴν θεωρίαν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αἱ μετοχαὶ εἶναι ἀξίαι, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι εἶναι ἀξίαι ἀναλόγως τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξίαι· διότι ἐὰν ἦσαν ἀξίαι ἀπολύτως, ἠδυνάμεθα νὰ ἐκδίδωμεν ὁμολογίας καὶ νὰ ἔχωμεν χρήματα ὅσα θέλομεν.

§49ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι εἶναι ἀξίαι.

§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ὁμιλῶν περὶ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ διαθέσῃ ὁμολογίας τοῦ δανείου, αἵτινες εἰσὶν ἀξίαι, καὶ ὅταν ὡμίλει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ἠγοράσαμεν 3,000,000 ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀξίαι. Αἱ ὁμολογίαι καὶ τὸ χρέος δὲν εἶναι ἀξία, αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης εἶναι ἀξίαι, διότι ἔχουσιν ἀξίαν ἤδη, αἱ δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν κατὰ τοσοῦτον μόνον, καθόσον δύνανται νὰ μᾶς ἐμπιστεύωνται, καὶ ἀπόδειξις ἡ τελευταία ἀπόπειρα περὶ τοῦ δανείου, ὅτι εἰς τὰς ὑποσχέσεις μας οὐδεμίαν ἔδωκαν ἀξίαν καὶ οὕτως οὔτε λεπτὸν εὕρομεν. Πῶς λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε μᾶς παρουσίασεν, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς στενοχωρίαν, ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, πῶς διὰ νὰ ἐξοδεύσῃ 250,000 δραχμὰς διὰ τὸ σπουδαῖον καὶ μέγα τῳόντι ἔργον τῆς συγκοινωνίας ἀναγκάζεται νὰ πωλήσῃ τὰς μόνας ἀξίας τὰς ὁποίας ἔχομεν, τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης; Ὁ κ. ὑπουργὸς παρεπονέθη δικαίως καὶ μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ καὶ ἐγὼ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν προχθὲς κατὰ τοῦ ὑπουργείου διὰ παρανομίας εἰς τὰς ὁποίας ἐνέχεται καὶ τὸ πρώην ὑπουργεῖον, μοὶ ἔδωκε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ καὶ ἐγὼ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου ἄλλοτε ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ σήμερον ὡς συμπολίτευσις, ἀλλ’ αἱ ἀντεγκλήσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται. Λοιπὸν, κύριοι, λέγομεν, ὅτι, ἂν ἡ κατάστασίς μας δὲν ᾖναι ἐλεεινὴ καὶ ἀπελπιστικὴ, ἂν τῳόντι τὸ ταμεῖον ἔχῃ χρήματα, μὴ κάμετε χρῆσιν τῶν ἀξιῶν αὐτῶν, νὰ μὴ τὰς ἐκποιήσητε, διότι εἶναι αἱ μόναι ἀξίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν· ἐκτὸς δὲ τούτου αἱ ἀξίαι αὐταὶ μᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν οὐχὶ πλέον ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς μέτοχοι, ὡς ἄνθρωποι ἔχοντες ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ἡ Τράπεζα εἶναι ἰδιωτικὸν κατάστημα, δικαιοῦται νὰ προτιμᾷ τὰ ἴδιά της συμφέροντα· προστάτης τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ἡ κυβέρνησις κακῶς ἔκαμε μὴ ἀντιπροσωπευομένη αὐτὴ διὰ τῶν μετοχῶν τῶν κληροδοτημάτων, διότι ὁπωσδήποτε καὶ μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν διευθυντῶν τῆς Τραπέζης, ἥτις τῳόντι πολλάκις ὑπεστήριξε τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐθεράπευσε τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ἡ τράπεζα ὅμως εἶναι ἰδιωτικὸν κατάστημα ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συμφέροντος αὐτῆς φροντίζουσα, καὶ ἐν τούτοις τὸ κατάστημα ἔχει ἀποστολὴν νὰ πολλαπλασιάσῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ εὐθηνὰ τὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον· ἡ κυβέρνησις λοιπὸν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ μέγα συμφέρον νὰ σκέπτηται περὶ τοῦ τόπου, καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων, νὰ φροντίζῃ, ὥστε πολλὰ νὰ ἔρχωνται καὶ εὐθηνὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον, διότι τὰ ὀλίγα καὶ ἀκριβὰ ἐμποδίζουσι καὶ ὀπισθοδρομοῦσι πᾶσαν ἐπιχείρησιν, πρέπει νὰ ἔχῃ μετοχὰς εἰς τὴν τράπεζαν καὶ οὐχὶ νὰ τὰς ἀποσύρῃ. Ἴσως πρέπει νὰ τὰς αὐξήσῃ, μάλιστα, οὕτω δύναται ἐνδοτέρω νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὡς μέτοχος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ οὐχὶ ὡς κυβέρνησις νὰ ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ ὅλου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ φροντίσῃ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον· ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ κυβέρνησις, εἰμὴ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ πωλήσῃ τὰς μετοχὰς τὰς ὀλίγας, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὴν τράπεζαν. Ὅταν τῳόντι θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τῆς συγκοινωνίας, πρέπει νὰ οἰκονομήσῃ ἀλλαχόθεν τὰ χρήματα, ἐκτὸς ἂν εἰς τοιαύτην κατηντήσαμεν ἀθλίαν κατάστασιν, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 200,000 δραχμὰς, τότε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ καθαρῶς, καὶ νὰ μὴ μᾶς πλανᾷ καθ’ ἑκάστην, λέγουσα, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι καλή. Τελευτῶν, κύριοι, εὔχομαι καὶ πιστεύω, ὅτι τοιοῦτον σκάνδαλον, ἂν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, δὲν θέλει λάβει χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν μας τοῦ λοιποῦ.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς πιστώσεις.

§52ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 322,464 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868. Ἄρθρον Μοναδικόν. Ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν τριακοσίων εἴκοσι δύο χιλιάδων πεντακοσίων ἑξήκοντα τεσσάρων, ἀριθ. 322,564, καταλογιζομένη εἰς τὰ ἑπόμενα γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὸν προσηρτημένον κατ’ ἄρθρον τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πίνακα.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ΚΕΦ.Αʹ. Χρέος ἐξωτερικὸν δραχ. 14,500
» Γʹ. Συντάξεις » 13,550
» Ζʹ. ὑπουργείον Δικαιοσύνης » 32,000
» Ηʹ. » Ἐσωτερικῶν » 98,534
» ΙΒʹ.» Οἰκονομικῶν » 8,180
» ΙΒʹ.Ἔξοδα διοικήτεως καὶ ἐπιστασίας» 150,300
» ΙΗʹ.Ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοπαίας » 5,500
Τὸ ὅλον δραχ. 322,564

§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§54ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868 ἐκ δραχ. 168,048, 45. Ἄρθρον Μοναδικόν. Κυροῦνται αἱ διὰ τῶν ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου, 5 Μαρτίου καὶ 8 Ἀπριλίου ε. ε. τριῶν Β. Διαταγμάτων χορηγηθεῖσαι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868, ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα ὀκτὼ χιλιάδων τεσσαράκοντα ὀκτὼ καὶ λεπττῶν τεσσαράκοντα πέντε, ἀριθ. 168,048, 45, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον πίνακα εἰς τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰςτὸ ὑπουργεῖοντῶν ἐξωτερικῶν δρ. 4,048,45
» » » τῆς Δικαιοσύνηςδρ. 120,000
» » » τῶν ἐσωτερικῶν δρ. 44,000
Τὸ ὅλον 168,048,15

Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 8βρίου 1869.

§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§56ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Ἄρθρον μοναδικόν. Κυροῦνται αἱ διὰ τῶν ἀπὸ 8 καὶ 14 Ἰανουαρίου, 27 Μαρτίου καὶ 8 Ἀπριλίου ε. ε. Β. Διαταγμάτων χορηγηθεῖσαι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἓξ χιλιάδων διακοσίων ἐννενήκοντα πέντε καὶ λεπτῶν πέντε, ἀριθ. 126,295 05|00, καταλογιζόμεναι, κατὰ τὸν προσηρτημένον πίνακα, εἰς τὰ ἑπόμενα γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1869.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εἰς τὸὑπουργεῖοντῶνἘξωτερικῶν δραχ. 50,060
» » » Ἐσωτερικῶν » 55,000
Εἰς καθυστεροῦντα ἐδαφονόμια» 21,235,05
Τὸ ὅλον δραχ.126,295,05

§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§58ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως Δραχ. 11,050, 50|00 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχ. ἕνδεκα χιλιάδων πεντήκοντα καὶ λεπτῶν πεντήκοντα, ἀριθ. 11,050. 50/00, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφ. 9 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» κατὰ τὸν συνημμένον ὀνομαστικὸν κατάλογον.

§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§60ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 7000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις δραχμῶν ἑπτὰ χιλιάδων, ἀριθ. 7000, καταλογιζομένη ὑπ’ εἰδικὸν κεφάλαιον ἐπιγραφόμενον «ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον».

§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§62ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 1,959,400 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων πεντήκοντα ἐννέα τετρακοσίων ὀγδοήκοντα, ἀριθμὸς 1,659,480, καταλογιζομένη κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον κατ’ ἄρθρον πίνακα εἰς τὰ ἑπόμενα γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κέφ.Βʹ. Χρέος ἐσωτερικόν δραχ 850,000
» Γʹ. Συντάξεις » 1,400
» Ζʹ. Ὑπουργείον Δικαιοσύνης » 7,000
» Ηʹ. Ὑπουργείον Ἐσωτερικῶν » 248,000
» Θʹ. Ὑπουργείον Ἐκκλησιαστικῶν» 2,000
» ΙΑʹ.Ὑπουργείον Ναυτικών » 450,000
» ΙΒʹ.Ὑπουργείον Οἰκονομικῶν » 1,080
» ΙΔʹ.Ἐπιστροφαὶ χρημάτων » 100,000
Έν όλῳ » 1,659,480

§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§64ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 5,544, 28|00 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν πέντε χιλιάδων πεντακοσίων τεσσαράκοντα τεσσάρων καὶ λεπ. εἴκοσι ὀκτὼ, ἀριθ. 5,544 28|00, ὑπὸ τὸ κεφ. 13, ἄρθρ. 1 «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένων ἐνοικίων τῷ Ν. Δελαπόρτᾳ ἐκ τῆς ἐν Ληξουρίῳ οἰκίας του πρὸς δημοσίαν χρῆσιν ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1864 –31 Δεκεμβρίου 1867.

§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πίστωσις. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν δεκαὲξ χιλιάδων, 16,000, καταλογιζομένη ὑπὸ τὰ ἑξῆς κεφάλ. καὶ ἄρθρα.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφ. 7ἄρθρον 3.Ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείου δραχ. 4,000
» 14» 3.Οἰκοδ. Καὶ ἐπισκευαὶ κτιρίων» 12,000
Τὸ ὅλον 16,000

§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§68ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πίστωσις πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. «Ἄρθ. 1. Πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐπιτρέπεται νὰ χορηγηθῶσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δραχ. διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες, ἀριθ. 250,000, προσπορισθησόμεναι ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν παρὰ τῇ ἐθνικῇ τραπέζῃ μετοχῶν τοῦ δημοσίου.»

§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ νὰ ἐρωτήσητε.

§70Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε αὐτὸ, διότι ἓν τοιοῦτον συνέβη καὶ ἄλλοτε, ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς εἶχε πάρει καὶ ἐγὼ τὰ ἐπέστρεψα, διότι ἤρκεσαν.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀγαπᾶτε, κ. Δεληγιώργη;

§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐκποιηθῶσιν αἱ μετοχαὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν.

§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης πρέπῃ νὰ ἐκποιηθῇ ἀνάλογον μέρος τῶν μετοχῶν τῆς ἐθνικῆς τραπέζης.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ.

§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ πρῶτον ἄρθρον).

§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ ἡ περίοδος «προσπορισθησομένων ἐκ....

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1.......

§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον· τὸ ἄρθρον ἔχει μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐκ τοῦ δημοσίου 250,000 δραχμαί· ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν διάταξιν εἶμαι σύμφωνος, διότι ὡμίλησα καὶ κατέκρινα τὴν πρᾶξιν νὰ ληφθῶσι χρήματα ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας· ὥστε φυσικῷ τῷ λόγῳ πολὺ καλὰ ἔκαμεν ὁ κύριος ὑπουργός· δὲν εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς δευτέρας διατάξεως, καὶ ὅταν ἓν ἄρθρον ἔχῃ δύω διατάξεις, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἑκάστη διάταξις αὐτοῦ.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα διάταξις;

§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς δευτέρας διατάξεως.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ δοθοῦν 250,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ δὲν δέχεσθε νὰ δοθοῦν ἀπὸ ἐκποίησιν μετοχῶν τῆς τραπέζης· λοιπὸν ζητεῖτε τὴν ἀπάλειψιν τῆς δευτέρας διατάξεως.

§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει δύω διατάξεις· ὁ κύριος Δεληγιώργης ζητεῖ νὰ τὸ διαιρέσητε καὶ νὰ ζητήσητε εἰς δύω ψηφοφορίας τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἔπειτα θὰ ἐρωτήσητε ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον μέρος τῆς διατάξεως.......

§84ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ......

§86ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.

§88ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ γείνῃ μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§89ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐπιδείξεις.

§90ΤΙΝΕΣ. Ἂς γείνῃ δι’ ἀναστάσεως, ἀνακαλοῦμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπαμεν.

§91ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπίδειξιν θέλουν νὰ μᾶς κάμουν.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. «διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης χρήσεως ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 250,000 καταλογιζομένη ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.»

§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης παρακαλῶ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ κυβέρνησις, προτίθεται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ εἰς κατασκευὴν νέων ὁδῶν, ἢ ἔχει σκοπὸν νὰ τ’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ἀπέναντι τῶν ὅσων ἔλαβε.

§95ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει καθαρῶς, ὅτι χορηγοῦνται πρὸς ἐξακολούθησιν.

§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν.

§97ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1.)

§98ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§99ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν χρόνον ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν ὁ ἀπὸ 10 Ἀπριλίου 1867 Νόμος περὶ νομισματικοῦ συστήματος.

§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.

§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2. Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν χρόνον, ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ὁποίου κηρύσσονται ἐκτὸς κυκλοφορίας καὶ ἀπαράδεκτα εἰς τὰς ληψοδοσίας ἐν γένει τὰ παλαιὰ χάλκινα νομίσματα, ὑποχρεουμένων τῶν κατόχων ν’ ἀνταλλάξωσιν αὐτὰ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα πρὸ τῆς λήξεως τῆς ὁρισθησομένης προθεσμίας.

§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω· μοὶ φαίνεται, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτον, ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι καθόσον εἰσάγονται τὰ νέα νομίσματα, κατὰ τοσοῦτον θὰ γίνεται ἡ ἀφαίρεσις τῶν παλαιῶν, καὶ ὄχι νὰ θέσητε προθεσμίαν.

§104ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ εἰσήχθησαν τὰ νέα εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ποικιλία· ἰδίως εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι πολλῶν εἰδῶν νομίσματα, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ προθεσμία θὰ ᾖναι μακροτέρα τοῦ ἑνὸς ἔτους, ὥστε ὅστις ἔχει τώρα νομίσματα, θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ἀνταλλάξῃ, ἀφοῦ ἤδη ἔχομεν ἀρκετὰ νομίσματα.

§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος θὰ συναχθοῦν ὅλα τὰ νομίσματα.

§106ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μάλιστα, καὶ αὐτὰ θὰ τὰ πωλήσωμεν ὡς χαλκόν, δὲν θὰ τὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν.

§107ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Περὶ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ λαθρεμπορικῶν πράξεων «ἄρθρον 1. Οἱ καταδικασθέντες ὑπὸ τῶν πρώην Ἰονίων ἀστυνομικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν εἰς πρόστιμα καὶ τέλη ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς».

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§109ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον.

§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2. Οἱ ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι διωκόμενοι λόγῳ λαθρεμπορίας, ἢ συναφῶν μὲ αὐτὴν πράξεων, γενομένων πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς τελωνιακῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀπαλλάσσονται πάσης περαιτέρω ποινικῆς καταδιώξεως, δυναμένου τοῦ δημοσίου ν’ ἀπαιτήσῃ διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς τὰς νομίμους ἀποζημιώσεις, ἐὰν αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς αὐτοὺς πράξεις ἀποδειχθῶσι διὰ τῶν νομίμων μέσων ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων πολιτικῶν δικαστηρίων. Ὑπάρχει καὶ ὑποτροπολογία τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ, (τὴν ἀναγινώσκει).

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ.

Οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ πλημμελήμασιν ἢ κακουργήμασι λόγῳ λαθρεμπορίου ἢ συναφῶν μετ’ αὐτῆς πράξεων ἐκτελεσθεισῶν ἐν Ἑπτανήσῳ πρὸ τῆς ἐν αὐτῇ εἰσαγωγῆς τῆς τελωνιακῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας, ἀπαλλάσσονται πάσης ποινικῆς καταδιώξεως· ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς μόνην τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ τέλους, διανεμομένου μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἐπιχωρίου διοικήσως κατὰ τὰς πρὸ τῆς τελωνειακῆς ἀφομοιώσεως ἰσχυούσας ἐν Ἑπτανήσῳ σχετικὰς διατάξεις.

§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμνω μίαν παρατήρησιν· ἀείποτε, κύριοι, βλέπομεν εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας μιᾶς συνόδου κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσεβές, μία τακτικὴ ἀκατανόητος νὰ τελειώσωσι τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἄλλο, παρὰ μία ἀσέβεια πρὸς τὸ σῶμα, καὶ αἱ τοιαῦται βεβαίως ἀποφάσεις ἔχουν αἱ πλεῖσται ἀείποτε καὶ παραλογισμούς. Τώρα βλέπω αὐτὴν τὴν ταχύτητα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τελειώσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγίστην σημασίαν καὶ ἐπιδρῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν νόμων, τοὐλάχιστον νὰ ἀποφασίζωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως γείνῃ συζήτησις· λοιπὸν ἔλθετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τήν τε τροπολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ νομοσχέδιον, δὲν παραβαίνει τοὺς νόμους, νομοθετοῦσα ὅτι ὅλα τὰ συναφῆ ἐγκλήματα τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον; Αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν τροπολογίαν. Λοιπὸν ἂς τὰ σκεφθῶμεν, ἂς τὰ συζητήσωμεν αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω, ἐὰν εἶναι καλὸν ἀπ’ αὐτὴν τὴν Βουλὴν νὰ ἐξέλθουν ἄνευ συζητήσεως καὶ ἄνευ βασάνου τοιαῦτα τερατουργήματα.

§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προταθῇ καὶ ἐπροτάθη κατὰ τῆς συζητουμένης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς Κερκύρας ἐπρότεινεν, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτῆς ἀμνηστεύονται πράξεις ἀξιόποινοι, καὶ κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ ἀξιοποίνους πράξεις. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προέβαλε πρὸ ἡμερῶν, καὶ αὐτὸς εἶναι καὶ σήμερον, ὅστις ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου. Δὲν ἠξεύρω, ποῖον φρόνημα ἔχουσι τὰ ἄλλα μέλη τῆς κυβερνήσεως, ἐγὼ ὅμως ἔχω ἐναντίον φρόνημα τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ πράξεις ἀξιοποίνους. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Συνελεύσεως, τῆς συνταξάσης τὸ ἰσχύον σύνταγμα, στηρίζω δὲ τὸ φρόνημά μου ἐπ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος. Οἱ συντάκται τοῦ συντάγματος τοῦ 1862 εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνταγμα τοῦ 1843, κατὰ τὸ ὁποῖον μεταξὺ τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων κατετάσσετο καὶ τὸ τῆς ἀμνηστείας τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Κατὰ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο ὁ βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίαζεν ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου, νὰ ἀμνηστεύῃ τὰ ἐγκλήματα, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει ἐν γένει εἰς τὸν βασιλέα διὰ πολλοὺς καὶ ἰσχυροὺς λόγους. Ἀλλ’ ὅταν προετάθη ἡ συζήτησις τοῦ συντάγματος τοῦ 1862, ἠγέρθησαν δισταγμοί, καὶ παρεστάθη, ὅτι συνέβησαν πολλὰ κακὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκ τῆς ἀσκήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἡ δὲ συνέλευσις δυσπίστως φερομένη, δὲν συνῄνεσε νὰ ἀναγράψῃ καὶ ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1863 τὸ ἡγεμονικὸν τοῦτο δικαίωμα, εἰμὴ ἐπὶ μόνων τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν εἶναι ἡ ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ συντάγματα ἀνέθηκαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ νόμους καὶ προσδιορίζῃ ποῖαι πράξεις τιμωροῦνται, καὶ ποία ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς ἑκάστην αὐτῶν· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὑποθέτει, ὅτι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἀπαιτεῖ, ἵνα πρᾶξίς τις μείνῃ ἀτιμώρητος, διότι ἐκ τῆς τιμωρίας αὐτῆς ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ βλάβη, πολλῷ μεγαλειτέρα, ἢ ἡ προερχομένη ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν τῆς πράξεως. Αὐτοί εἰσὶν οἱ κατὰ θεωρίαν λόγοι, οἱ προτεινόμενοι ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας τοῦ ἀνατεθειμένου εἰς τὸν ἡγεμόνα, ἀλλ’ ἡ θεωρία τῶν συντακτῶν τοῦ συντάγματος τοῦ 1862 εἶναι, ὅτι ἐπειδὴ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν συνετέλεσεν, εἰμὴ εἰς βλάβην τῆς κοινωνίας, ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, διὰ τοῦτο ἀφῄρεσαν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, τοῦ ἀπονέμειν τὴν ἀμνηστείαν ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων. Ὁ περιορισμὸς ὅμως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας ἐπὶ μόνα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας; ὄχι· ἀφαιροῦσα, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, ἡ Συνέλευσις ἀφῆκεν αὐτὸ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῇ τοὺς νόμους, διότι ἡ ἀμνηστεία δὲν εἶναι εἰμὴ τροποποίησις τῶν διατάξεων, αἵτινες κηρύσσουσι τὴν πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ τιμωροῦσιν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ σύνταγμα τοῦ 1862 ἐσκόπει νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ἀπαγορεύσῃ αὐτῇ δι’ ἑνὸς νόμου νὰ κηρύξῃ, ὅτι διάταξίς τις νόμου ποινικοῦ δὲν ἰσχύει ἐπὶ ὡρισμένης περιστάσεως.

§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.

§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ κ. πρόεδρε.

§116Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἀναιρῶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ εἴπητε τὸ ἐναντίον τυχὸν φρόνημα ὑμῶν· σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ ἔλθετε καὶ εἴπητε αὐτὸ ἐντεῦθεν. Ἡ κυρία βάσις ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ συντάγματος· τὸ ἄρθρον 35 ἐκανόνισε τὰς ἐνεργείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἀναγκαῖα διατάγματα, δὲν δύναται δὲ διὰ διατάγματος νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος ἦτο τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ ἀπονέμειν ἀμνηστείαν, διότι αὕτη ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἕπεται δὲ ὅτι δύναται αὕτη νὰ διαταχθῇ διὰ νόμου. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας, δὲν εἶναι παρὰ τροπολογία τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἐνεργειῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκήρυξε πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον καὶ προσδιώρισε τὴν ποινήν· τὰ δικαστήρια ἐπέβαλον τὴν ποινήν· ἐπῆλθε δὲ Βασιλικὸν διάταγμα χαρίζον, μεταβάλλον ἢ ἐλαττόνον τὴν ποινὴν, τὴν καταδίκην, τὸ διάταγμα τοῦτο μεταβάλλει τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος· ἀλλ’ ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἀμνηστείας, τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, ἡ διαταχθεῖσα διὰ τοῦ συντάγματος ἀποτελεῖ κατάργησιν τοῦ δικαιώματος ἢ εἶναι ἀφαίρεσις μόνον τοῦ δικαιώματος ἀπὸ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ μεταφορὰ αὐτοῦ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀφαίρεσις μόνον τοῦ δικαιώματος ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, διατί; Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι κατάργησις. Ἐὰν ἦτο κατάργησις ἐντελὴς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, ἤθελεν εἶναι περιορισμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὰς ἀξιοποίνους πράξεις καὶ προσδιορίζει τὰς ποινάς, ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις δι’ ὧν προσδιώρισε τὰς ποινάς, ἢ καὶ νὰ θεωρῇ μίαν πρᾶξιν ὡς μὴ γενομένην καὶ νὰ μὴ τὴν καταδιώκῃ. Ἡ ἐντελὴς κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας εἶναι περιορισμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ τεθῇ ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ διάταξις, ῥητῶς διατάσσουσα, ὅτι οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν. Συμπεραίνω λοιπὸν καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν εἶναι νόμιμος· διότι, ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας δὲν ὑπῆρχεν, ἐὰν ἡ ἀμνηστεία κατηργεῖτο, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο τοῦτο ῥητῶς· καὶ διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἤθελεν ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν της, νὰ τροποποιῇ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους.

§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἄλλοι συνάδελφοι θέλουν ἐκπληρώσει ἀκριβέστερον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πάντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τοσαύτην ἔχει σπουδαιότητα διὰ τὴν νομολογίαν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ καθιερώσῃ. Ἀπαντῶ εἰς τὰς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ πρῶτον μὲν κάμνω πρὸς αὐτὸν ταύτην τὴν παρατήρησιν, ὅτι σφάλλει νομίζων, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ κατὰ τὸ σύνταγμα τοῦ 1863 δὲν εἶναι περιωρισμέναι. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον ἐν τῷ συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει πλειότερα δικαιώματα παρὰ ὅσα τὸ σύνταγμα τῇ ἔδωκε. Ἀλλ’ ὅ,τι λέγεται ῥητῶς ἐν τῷ συντάγματι περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐξουσίας τῆς νομοτελεστικῆς τὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς νὰ ῥηθῇ πρέπει νὰ παραδεχθῇ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀληθεύει καὶ περὶ τῆς νομοθετικῆς. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς καταρτισθείσης διὰ τοῦ συντάγματος τοῦ 1863, καὶ ἐνεργούσης κατ’ αὐτὸ, καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ὑπάρχει ἄπειρος διαφορά· σφάλλει δὲ ἀπείρως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἡμῶν εἶναι παντοδύναμος.

§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ ἐνόμισα αὐτό· μὴ μὲ τὸ ἀποδίδετε.

§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν τώρα, ὅτι δὲν ἐνόμισε τοῦτο· ἐν τούτοις οἱ λόγοι του ἀναπαύονται ἐπὶ ταύτης τῆς θεωρίας· διότι ἄλλως ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐξάξῃ τὰ συμπεράσματα δι’ ὧν ὑπεστήριξε τὴν ὑπόθεσιν ὅπως τὴν ὑπεστήριξε. Τὸ σύνταγμα περιέχει διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν δεσμοὺς εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καθὼς καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, καθ’ ὅσον ἐξασκεῖ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι περιωρισμένη, καθὼς εἶναι καὶ ἡ νομοτελεστική· δὲν ἔπεται ἑπομένως ἐκ τοῦ ὅτι τὸ σύνταγμα ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν ἀμνηστείαν διὰ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ὅτι ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἡ ἀμνηστεία, κύριοι, εἶναι ἀναίρεσις τῶν νόμων, ἤτοι εἶναι ἀναίρεσις τῆς πολιτείας, καὶ ἓν τοιοῦτον δικαίωμα ἐὰν δὲν τὸ ἀπένειμε ῥητῶς ἡ συντακτικὴ συνέλευσις εἰς σώματα ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν συνταγματικὴν πολιτείαν, βεβαίως αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔμεινεν εἰς τὴν κυριαρχίαν τὴν ἐθνικὴν καὶ δὲν δύναται καμμία τῶν ἐξουσιῶν νὰ τὸ ἀντιποιηθῇ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναχωρῶν ἀπὸ ταύτην τὴν θεωρίαν πλάττει τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα. Πῶς ἠμπορεῖτε, λέγει, νὰ συμβιβάσητε τὸ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ συντάττῃ ποινικοὺς νόμους μὲ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Δεληγιώργη τοῦ νὰ μὴ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ξηλώνῃ τοὺς νόμους τούτους; Καὶ εἰ μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνατροπῆς νόμου διὰ νέου νόμου, ἤθελον σιωπήσει καὶ οὐδὲ εἶχον τὴν διάθεσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον νὰ εἴπωμεν ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ μεταγενεστέρου νόμου ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐνῷ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὁ φόνος τιμωρεῖται μὲ θάνατον, νὰ εἴπῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νεωτέρου νομοθετήματος, ὄχι, δὲν τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ἀλλὰ τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο πλήρης, ἦτο ἀληθὴς, ἦτο ἀδιάσειστος. Ἡ ἐξουσία τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία δύναται νὰ νομοθετῇ, αὕτη δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν νόμον. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι; πρόκειται τὸ νομοθέτημα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μένῃ πλῆρες, ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐπικρεμάμενον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πάντων τῶν πολιτῶν, ἀπειλοῦν τὴν περιουσίαν των, τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν καὶ τὴν ζωήν των, ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ· ποιοῦμαι ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τοῦ δεῖνος πολίτου; ἑπομένως, ἐνῷ ὑφίσταται νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ φόνος τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποφαίνεται εἰδικῶς, ὅτι ὁ φόνος τοῦ δεῖνος ἀμνηστεύεται, ἡ ἐκδίκησις, τὴν ὁποίαν διὰ νομοθετήματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωκεν εἰς τὴν πολιτείαν νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ ποιήσαντος τὸ κακούργημα, τοῦ φονέως, ἡ ἐκδίκησις, ἡ ἐπανόρθωσις αὕτη ἐπὶ εἰδικῆς τινὸς περιπτώσεως, ἐπὶ τοῦ φόνου εἰδικοῦ ἀτόμου, νὰ καταστραφῇ, αὐτὴ ἡ ἐκδίκησις νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν πολιτείαν, ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτὴν, αὐτὸ ἦναι τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, κύριοι, ἂν οἱ ποινικοὶ νόμοι ἦναι οἱ συντηροῦντες τὴν κοινωνίαν, στοχασθῆτε τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπονέμει εἰς τὸ κοινοβούλιον ὁποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κοινὸν δικαίωμα τοῦ νομοθέτου καὶ πόσον φοβερὸν εἶναι. Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν παντάπασι τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συντάττῃ νόμους ποινικούς· πρέπει δι’ ἄλλου τρόπου ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν ἀμνηστείαν, καὶ τοιοῦτον μέσον δὲν ἔχει κανὲν, διότι πλὴν αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος οὐδὲν ἄλλο ἤκουσα ν’ ἀναφέρῃ. Τὸ νομοθετικὸν σῶμα, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ πῶς τιμωρεῖται μία ἀξιόποινος πρᾶξις, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεπεράτωσε τὸν νόμον, οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔχει πλέον νὰ κανονίσῃ τὴν ἐκτέλεσίν του. Τὰ δικαστήρια περιλαμβάνουσι τὸν νόμον, καὶ τὰ δικαστήρια ἀποφαίνονται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ· ἡ δὲ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικήν. Ἀπαιτεῖται ἑπομένως εἷς νόμος εἰδικὸς, προερχόμενος ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ὁ ὁποῖος νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν τὴν σχέσιν μεταξὺ δικαστικῆς ἐξουσίας, νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμά μας ὑπάρχει μεταξὺ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς ἡ δικαστικὴ, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς μὲν, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς δὲ, ἀπαιτεῖται νὰ ἔλθῃ συντακτικὴ συνέλευσις, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ, ἔχει μολοντοῦτο τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἡ δεῖνα ἐξουσία καὶ νὰ σταματᾷ τὰς ἀποφάσεις ταύτας, ν’ ἀνατρέπῃ, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσίν των, ἢ ν’ ἀνατρέπῃ τ’ ἀποτελέσματά των. Ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν; Τὸ εἶπεν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις; Ἐψήφισε μίαν τινὰ ἐξαίρεσιν κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἄλλην ἢ τὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων; Ἓν ἔργον ἔχομεν μόνον τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως, ἓν μόνον προῆλθεν ἐκ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἔχομεν τὸ Σύνταγμα· ἐὰν δὲ ἡ συντακτικὴ συνέλευσις δὲν ἀπένειμε ῥητῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς καμμίαν τῶν ἐξουσιῶν, πῶς πλάττετε σεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὸ ἀποδίδετε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Ὁ Βασιλεὺς, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἴδιος νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ, διατί δίδετε τὴν ἑρμηνείαν ταύτην; καὶ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προσήκει πάντοτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἔρχεσθ’ νὰ τὸ ἀνταποδώσητε εἰς τὴν νομοθετικήν; ὅταν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι ἀποστερεῖ, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποδίδῃ ἀμνηστείαν εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, δὲν ἠννόει νὰ δυσπιστήσῃ πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος διεδέχθην κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία εἶχε γεννήσει δυσκολίας· ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς συνελεύσεως δὲν ἀναγνωρίζω ἄλλο τίποτε παρὰ τοῦτο· ἡ συνέλευσις ἡ συντακτικὴ ἀνεγνώρισεν, ὅτι καμμία ἀφορμὴ, καμμία αἰτία εὔλογος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογήσῃ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τὴν ἀμνηστείαν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ πραγματικὸς καὶ ὁ ἀληθὴς διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὴν συντακτικὴν συνέλευσιν κατηργήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἐσκέφθη, καὶ δὲν εὕρισκε κανένα λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀμνηστείαν τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων· διότι τί εἶναι ἡ ἀμνηστεία, κύριοι; σκοπεῖ νὰ ἐμποδίσῃ ἓν πολὺ μεγαλείτερον κακὸν προσγινόμενον εἰς τὴν πολιτείαν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀπὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης διὰ τῶν ποινῶν ἠθέλησε νὰ ἐπανορθώσῃ. Αἱ τοιαῦται περιστάσεις δὲν παρουσιάζονται εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Εἷς πολιτικὸς λόγος δύναται νὰ προκαλέσῃ μίαν στάσιν καὶ τὴν στάσιν ἐκείνην νὰ παρακολουθήσουν διάφοροι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ὁ πολιτικὸς λόγος δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ, καὶ δύναται νὰ ἐξαπλώσῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του μέχρι πράξεων κοινῶν ἐγκλημάτων, καὶ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἀνεγνώρισεν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ συνέλευσις καμμίαν ἀνάγκην τοιαύτην, καὶ διὰ τοῦτο κατήργησεν ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν ἀμνηστείαν εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Ἡ συνέλευσις εἶπεν, ὅστις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς πολιτικὸς λόγος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῆς πολιτικῆς του ἰδέας, ἐκ τοῦ ἀναβρασμοῦ τῶν πολιτικῶν παθῶν, πράττει ἓν ἔγκλημα θὰ τιμωρηθῇ, θὰ τιμωρηθῇ πάντοτε. Οὔτε ἐνόμισεν ἡ συνέλευσις, ὅτι ἀφίνει κανὲν κενὸν, ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος· ἡ συνέλευσις ἐσυλλογίσθη, ἐὰν τέλος πάντων ἡ ἐπιείκεια ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν, τὸ μὲν ἔγκλημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, πρέπει νὰ δικασθῇ, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην αὐτῆς τὴν δύναμιν καὶ ὅλην της τὴν δικαιοδοσίαν· ἔρχεται δὲ μετέπειτα ὁ ἀνώτατος Ἄρχων, καὶ ἐὰν ἴδῃ τὴν ποινὴν αὐστηρὰν, ἐὰν ἴδῃ τὰς συνεπείας τῆς καταδίκης προκαλούσας ἀδικίαν τινὰ, ἂς ἔλθῃ διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος νὰ ἐλαφρώσῃ, νὰ ματαιώσῃ τὴν ποινὴν, ἢ καὶ νὰ τὴν καταργήσῃ ὁλοτελῶς. Δὲν ἔδωκεν ὅμως τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, τοῦ ἀναστέλλειν τοὺς νόμους ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων. Διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι ἀνάγκη τῳόντι νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι πολλάκις καὶ τὸ νὰ γίνῃ ἀνάκρισις, καὶ τὸ νὰ συλληφθῶσι, καὶ φυλακισθῶσιν οἱ εἰς πολιτικὸν ἔγκλημα ὑποπεσόντες, καὶ τὸ νὰ δικασθῶσιν, αὐτὰ ἴσα, ἴσα ἀποτελοῦσι τὸν κίνδυνον τῆς τάξεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει· τὸ ἔγκλημα δύναται ν’ ἀνακριθῇ, τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, ἡ ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ὁ Βασιλεὺς ἔπειτα δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἐὰν βλέπῃ, ὅτι ὑπάρχει λόγος. Οὕτω πως κατήρτισεν ἡ συνέλευσις τὸ Σύνταγμα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔλυσε τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀμνηστείαν καὶ τὴν χάριν. Ἑπομένως δὲν δύναμαι διόλου νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἴτε ἐνόμισεν, ὅτι εἰς συντακτικὴν συνέλευσιν μετεμορφώθη τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καὶ ἑπομένως ἔχει ἐξουσίαν ἀνεπίδεκτον καταστολῆς καὶ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, εἴτε ἐπίστευσεν, ὅτι καθὼς τὸ νομοθετικὸν σῶμα δύναται νὰ κατασκευάζῃ νόμους, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐπὶ εἰδικῶν περιστάσεων. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν αἱ γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον γίνει δεκταὶ ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου κοινοβουλίου, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει μίαν πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίως στοιχεῖα ὑποστηρίζοντα τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν πρόοδον. Ἄλλος εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ ἄλλο εἶναι τὸ νομοθετικὸν σῶμα, τὸ νομοθετικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀνανεοῦται κατὰ περιόδους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνέρχονται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἵστανται τόσον ὑψηλὰ, ὅσον ἵσταται ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι αἰώνιος. Θὰ εἶναι δὲ λίαν ἐπικίνδυνον, ἐὰν εἰς τοιοῦτον νομοθετικὸν σῶμα ἠθέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ ἑκάστοτε εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἡ πλειοψηφία αὐτοῦ ν’ ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι νὰ τιμωρῶνται, οἱ μὲν ἄλλοι φονεῖς νὰ καρατομῶνται, ἀλλ’ ὁ δεῖνα φονεὺς καὶ ὁ δεῖνα δολοφόνος νὰ ἐξέλθωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐλεύθεροι.

§120ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάτος.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης.

§122Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠθέλησεν, ἀναιρῶν ὅσα σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν συνεχῶς συμβαίνει αὐτῷ, ὅταν ταράττηται, νὰ ἀκολουθῇ. Φυσικώτατον πρᾶγμα εἶναι, κύριοι, νὰ διαφωνῶσιν οἱ ἄνθρωποι, φυσικώτατον εἶναι νὰ ἔχωσι διαφόρους γνώμας, ἀλλὰ δὲν εἶναι φυσικώτατον νὰ ὑποθέτωσιν, ὅτι ἐλέχθησαν γνῶμαι, ἢ ὅτι οἱ πρὸς αὐτοὺς ἀντιδοξοῦντες διενοήθησαν φρονήματα, γνώμας, λέγω, καὶ φρονήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέχθησαν· ἑπομένως δὲ νὰ ἔρχωνται νὰ πολεμῶσι τὰς ὑποτιθεμένας ταύτας γνώμας. Εἶναι δὲ πολλὰ ὀλίγον φυσικὸν καὶ πολλὰ ὀλίγον ἐπιτετραμμένον συζητοῦντες νὰ ὑποθέτωσιν, ὅτι οἱ ἀντιφρονοῦντες στεροῦνται τῶν ἁπλουστέρων γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, καὶ μάλιστα τῶν θεμελιωδῶν. Ἠξεύρω, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ἀρκετὰ ἐπιεικὴς νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν δύναμιν νὰ ἐννοῶ τὰ ὅρια τῆς συντακτικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐδίσταζε περὶ τούτου, ἴσως ἤθελε μὲ ἀναγκάσει, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι γνωρίζει τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Τὸ νομοθετικὸν σῶμα δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία, τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἶναι μόνη ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἡ Βουλὴ, ἥτις ἀσκεῖ αὐτὴν μετὰ τοῦ βασιλέως. Ὁ κ. Δεληγιώργης εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ τὸ σύνταγμα ῥητῶς δὲν προσδιορίζει ὡς ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ ἀμνηστεύειν, ἕπεται ὅτι ἡ ἀμνηστεία δὲν ἔγκειται πλέον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἤθελεν ἔχει δίκαιον, ἂν ἔλεγε τοῦτο διὰ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα ῥητῶς ἀπονέμει εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει μόνον δικαιώματα καὶ καθήκοντα ὅσα τὸ σύνταγμα μόνα καὶ ῥητῶς ἀπονέμει, ἔχει δικαιώματα καὶ καθήκοντα ὅλα ὅσα ἔγκεινται εἰς τὴν φύσιν τῆς ἐξουσίας της, τὴν νομοθετικήν· ἑπομένως δύναται νὰ νομοθετῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἢ ῥητῶς ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τοῦ συντάγματος, ἢ τὰ ὁποῖα ῥητῶς τὸ σύνταγμα δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτήν. Τὸ σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος περιέχει διατάξεις καθαρῶς συντακτικὰς, ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν καθαρῶν συντακτικῶν διατάξεων περιέχει καὶ διατάξεις νομοθετικάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν συντακτικῶν διατάξεων, βεβαίως δὲν ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ, νὰ μεταβάλῃ τὰς συντακτικὰς ταύτας διατάξεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἐν τῷ συντάγματι, οὐδέποτε ἤθελον ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθησαν ἐν τῷ συντάγματι. Ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων περιπτώσεων;

§123ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.

§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ λέγει ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.

§125ΤΙΝΕΣ. Προχωρήσατε· μὴ δίδετε ἀπάντησιν.

§126Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἠθέλατε ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ μόνον ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ῥητῶς τὸ σύνταγμα ἐμνημόνευσεν, ἐννοεῖται, ὅτι θέλετε σταματήσει ὄχι μόνον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν. Καὶ ὅμως ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἔρχονται ν’ ἀμφισβητήσουν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος. Ἐννοῶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους πολλάκις παρακολουθεῖ ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης σώματος πολυμελοῦς καὶ πολιτικοῦ, ὁποῖον εἶναι τὸ κοινοβούλιον, ἀλλὰ τάχα οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀναγκάσωσιν ὑμᾶς, νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν της. Καὶ ἐνταῦθα οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουσιν, εἶναι ὀλιγώτεροι ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους θέλετε ἀπαντᾷ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλατε ἐπιχειρίσει νομοθετοῦντες μετὰ τοῦ βασιλέως. Οἱ συμβουλεύοντες ὑμᾶς, κύριοι, νὰ ἑρμηνεύσητε οὕτω πως τὸ σύνταγμα, σᾶς συμβουλεύουσι νὰ σταματήσητε τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ τὴν σταματήσητε εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐν τῷ συντάγματι περιέχονται, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε οὐδὲν ἄλλο· σᾶς συμβουλεύουσι δηλονότι νὰ σταματήσητε τὴν πρόοδον, τὴν ζωὴν τοῦ τόπου, καὶ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι πράττουσί τι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀντικείμενα ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν, καὶ ἀποδίδουσιν αὐτὰ εἰς τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς μόνην τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι οὔτε εὔλογον, οὔτε ὠφέλιμον, νὰ ἐξυπνᾷ τις καὶ νὰ ἐγείρῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσῃ. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, ὅταν κατεστάθησαν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἐν τῇ πολιτείᾳ, ὑπνώττει· καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς προόδου τοῦ τόπου εἶναι ὁ παρατεταμμένος ὕπνος τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους. Ἤθελεν εἶσθαι ἴσως μάταιον νὰ παραπονεθῶ ἀκόμη δι’ ἄλλο τι κατὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐλησμόνησεν, ὅ,τι ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι ἀνακοινόνω δι’ ὅσων εἶπον μόνον τὸ ἐμὸν φρόνημα, οὔτε γνωρίζω τί φρονοῦσιν οἱ συνάδελφοί μου· καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτήσω εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ βήματος τούτου τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ φέρω φρόνημα ἐπὶ τῆς ἐννοίας διατάξεως τοῦ συντάγματος, καὶ μολονότι ῥητῶς ἐδήλωσα τοῦτο, μόλον τοῦτο ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐδίστασε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπορίαν του, πῶς, καί τοι ὑπουργός, δίδω τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ σύνταγμα· ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν εἶμαι μόνον ὑπουργός, ἀλλ’ εἶμαι καὶ βουλευτής, ὀφείλων νὰ ἐκφέρω τὸ φρόνημά μου, ὅταν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας διατάξεως τοῦ συντάγματος. Ἴσως ἡ λήθη του αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτόν, διὰ νὰ δώσῃ ἄλλον τινὰ πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ φρονήματός μου. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀφοῦ οὐδὲ κυβερνητικὸν ζήτημα πρόκειται, οὐδὲ περὶ φρονήματος τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἔχει.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάτος.

§128ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μίλησης.

§130ΜΙΛΗΣΗΣ. Παράδοξόν τι, κύριοι, καὶ παράχορδον παρουσιάζει ὁμολογουμένως ἡ προκειμένη συζήτησις· διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ προνομίων οὐσιωδῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, βασιλικῶν, ἡ ἀντιπολίτευσις μάχεται ὑπὲρ τῆς τηρήσεως αὐτῶν, ἀπέναντι ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐγκαταλιμπάνει......

§131ΖΑΪΜΗΣ. Ποίων ἡγεμονικῶν προνομίων; Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν ἀμνηστείαν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων τίς τὸ ἀμφισβητεῖ; Ἐδὼ πρόκειται περὶ ἀμνηστείας τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων. Διὰ νὰ κάμετε ἕνα λόγον, τὸ ἐλάβετε αὐτὸ ὡς ἐπιχείρημα. (θόρυβος).

§132ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦν καὶ κραυγάζουν, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅστις τόσον κοινοβουλευτικῶς μὲ διακόπτει, ἂν εὐαρεστηθοῦν νὰ μὲ ἀκούσουν μέχρι τέλους, καὶ θελήσουν νὰ πεισθοῦν, θὰ συνομολογήσουν μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία εἶναι προνόμια οὐσιωδῶς βασιλικὰ, καὶ ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐξουσίαν τοῦ κράτους εἶναι ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀνήκωσιν. Ἂν δὲ τοῦτο ἀποδειχθῇ, δικαιοῦμαι, μοὶ φαίνεται νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀποκρούοντες καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀντιποίησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡμεῖς προμαχοῦμεν ὑπὲρ τῶν βασιλικῶν προνομίων ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν κεκλημένοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐξάγεται καταφανῶς, ὅτι διὰ μὲν τοῦ 1 ἄρθρου αὐτοῦ ὁρίζεται ἄφεσις ποινῆς, διὰ δὲ τοῦ 2 διατάσσεται ἀναστολὴ τῆς δικαιοσύνης· τουτέστιν ἐν μὲν τῷ 1 ἄρθρῳ δίδεται χάρις εἰς καταδικασθέντας, ἐν δὲ τῷ 2 δίδεται ἀμνηστεία εἰς ὑποδίκους. Τοῦτο εἶναι φανερὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, καὶ οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸ ἀπέκρυψε προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1 ἄρθρου, οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὸ ἀποκρύπτει σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2. Πρόκειται λοιπὸν ἀνενδοιάστως, ἀναντιῤῥήτως, ν’ ἀπονείμωμεν διὰ νόμου χάριν ἅμα καὶ ἀμνηστείαν. Ἀλλ’ ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία εἰς ποίαν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ κράτους ἀνήκουσι κατὰ τὸ σύνταγμα; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα καθαρῶς τεθειμένον. Προχθὲς ὁ κ. Πετσάλης ἠγωνίσθη, κύριοι, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ χάρις δύναται νὰ ἐνασκηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ, μολονότι τὸ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἐκ τῶν λόγων του οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, εἰμὴ τὸ ἁπλοϊκὸν τοῦτο καὶ ἰδιόῤῥυθμον ἐπιχείρημα, ὅτι τίποτε δὲν πειράζει νὰ ἐνασκήσῃ τὴν χάριν καὶ ἡ Βουλή. Τίποτε βέβαια ἐκτὸς τῆς λογικῆς καὶ τοῦ συντάγματος! Σήμερον δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐπιτηδειότερος παλαιστὴς τοῦ συναδέλφου του, ἐξηντλήθη συνδυάζων καὶ ἑρμηνεύων σωρείαν τινὰ ἄρθρων τοῦ συντάγματος, καὶ ἵδρωσεν ἀγωνιζόμενος νὰ ἐξαγάγῃ ἐντεῦθεν τὸ βεβιασμένον συμπέρασμα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων δὲν κατηργήθη, ὡς ἐφρόνει μέχρι τοῦδε ὅλος ὁ κόσμος, ὑπὸ τῆς τελευταίας Συνελεύσεως, ὄχι· ἀλλ’ ὑφίσταται καὶ νῦν πλῆρες, ἀκέραιον, καὶ ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι ὄρεξιν δὲν ἔχω, οὔτε τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πετσάλη ν’ ἀνασκευάσω, οὔτε τὸν κ. Δεληγιάννην ν’ ἀκολουθήσω εἰς τοὺς λεπτοὺς καὶ ἐπιτηδείους συνδυασμοὺς τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ συντάγματος· θὰ τραπῶ ἄλλην ὁδόν. Θὰ προσβάλω καὶ τώρα τὴν θεωρίαν ταύτην κατὰ μέτωπον, ὅπως τὸ ἔπραξα ἄλλοτε ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· διότι τὴν θεωρῶ ἀνατρέπουσαν αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι μία τῶν βάσεων τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἷς τῶν διακριτικῶν ὅρων πάσης ἐλευθέρας πολιτείας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐνασκήσῃ εἴτε τὴν χάριν, εἴτε τὴν ἀμνηστείαν, ποῦ μένει, παρακαλῶ, ἢ ποίαν ἔννοιαν ἔχει πλέον ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ τοῦ συντάγματος; Δὲν ἐπέρχεται προδήλως σύγχυσις μεταξὺ τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Δὲν ἐπεμβαίνει ἀποτόμως ἡ τελευταία εἰς τὰ καθήκοντα, εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς πρώτης; Βεβαίως· διότι διὰ μὲν τῆς χάριτος καταστρέφονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπαγγελθείσης ἤδη ποινῆς, διὰ δὲ τῆς ἀμνηστείας ἀναστέλλεται, σταματᾷ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἀμφοτέρας λοιπὸν τὰς περιστάσεις συγχέονται αἱ δύω αὗται ἀνεξάρτητοι ἐξουσίαι, καὶ ἡ μία ὑποδουλώνει τὴν ἄλλην. Εἶναι τοῦτο ἢ ὄχι φανερὰ ἀνατροπὴ τῶν βάσεων αὐτῶν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Ἴσως μοὶ ἀντιτάξουν, ὅτι ἡ αὐτὴ σύγχυσις ἐπέρχεται μεταξὺ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δικαστικῆς, καὶ ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ ἀμνηστείας. Ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι διόλου σπουδαία· διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι μόνον ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ συνάμα καὶ μέτοχος τῆς νομοθετικῆς καὶ ἀνωτάτη κορωνὶς τῆς δικαστικῆς. Ὡς τοιοῦτος δὲ διακρίνεται ἀπὸ ἑκάστης τῶν τριῶν τούτων ἐξουσιῶν, καὶ ἔχει ἰδίαν τινὰ ἀποστολὴν πολὺ σοβαρὰν ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ. Ποία ἡ ἀποστολὴ αὕτη; Θὰ σᾶς ἐκθέσω αὐτὴν μὲ δύω λέξεις. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, κύριοι, εἶναι πολιτικὸς μηχανισμὸς σύνθετος καὶ πολύπλοκος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἄλλων μὲν ἐπέσυρε τὸν θαυμασμόν, ἄλλων δὲ τὴν περιφρόνησιν. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τοῦ πολιτικοῦ τούτου μηχανισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐξεύρωμεν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ, διότι ζῶμεν ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατ’ αὐτὸ νὰ ῥυθμίσωμεν καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν. Ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι αἱ καθεστηκυῖαι πολιτικαὶ ἀρχαὶ λειτουργοῦσιν ἀνεξαρτήτως ἐντὸς ἰδιαιτέρου ἑκάστη κύκλου, ὡς ἰδιαίτερος μηχανισμός, ἅπασαι δὲ ὁμοῦ συλλειτουργοῦσι καὶ συνεφάπτονται ἐναρμονίως πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν, ὅστις εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ αὐθαιρέτου καὶ αὐτοβούλου καὶ ἡ ἐπικράτησις ἐν τῇ πολιτείᾳ μόνον τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Ὑπεράνω τῶν πολιτικῶν τούτων ἐξουσιῶν ἵσταται ὁ συνταγματικὸς Βασιλεύς, ὡς ὑπέρτατος ἐπόπτης καὶ μετριαστὴς modérateur, ἐπιτηρῶν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, μετριάζων τὸ τυχὸν ὑπερβάλλον ἢ τὴν ἐκτροπὴν ἑκάστης καὶ ἐπαναφέρων μεταξὺ αὐτῶν τὴν ἁρμονίαν, ὁσάκις δι’ οἱονδήποτε λόγον παραβλαφθῇ αὕτη ἢ χαλάσῃ. Ἰδοὺ ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, ἀποστολὴ ὁμολογουμένως ὑψηλή, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀκροσφαλὴς, ἀπαιτοῦσα καὶ διάνοιαν εὐρεῖαν καὶ πεφωτισμένην καὶ ἀρετὰς σπανίας καὶ ἐκτάκτους. Τοιαύτην ἀποστολὴν ἔχων ὁ Βασιλεὺς, εἶναι περιβεβλημένος ὑπὸ τοῦ συντάγματος καὶ μὲ τὰ ἀναγκαῖα δικαιώματα πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς, καὶ ταῦτα καλοῦνται ἡγεμονικὰ προνόμια. Οὕτως ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἂν αὕτη δι’ αὐτοβούλου ἐνεργείας παραβλάπτῃ προσωρινῶς τὴν γενικὴν ἁρμονίαν ἢ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας. Δύναται προσέτι καὶ νὰ διαλύσῃ αὐτὴν, καὶ νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν αὐτόβουλον αὑτῆς ἐνέργειαν. Ἡ χρῆσις δὲ, κύριοι, τῶν προνομίων τούτων οὐδόλως θεωρεῖται οὔτε ὡς σύγχυσις ἐξουσιῶν, οὔτε ὡς ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα τῆς νομοθετικῆς. Ἐπίσης ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται ἐνεργοῦσα νὰ παραβλάψῃ γενικὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας, ἢ ἐνεργήσασα ἤδη παρεξέβη τῶν ἐπιεικῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης, ὁ Βασιλεὺς μετριάζει καὶ ταύτης τὸ ὑπερβάλλον καὶ τὴν αὐστηρὰν ἐνέργειαν, εἴτε ἀναιρῶν ἢ μετριάζων διὰ τῆς χάριτος τὴν ἀπαγγελθεῖσαν ἤδη ποινὴν, εἴτε σταματῶν διὰ τῆς ἀμνηστείας τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία, ὅπως καὶ ἡ διακοπὴ καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι δικαιώματα οὐσιωδῶς βασιλικὰ, οὔτε δύνανται νὰ ἐξασκηθῶσιν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ὑπ’ ἄλλης τινὸς ἐξουσίας οἱασδήποτε. Δὲν εἶναι δὲ διόλου ἰσχυρὸν τὸ ἐναντίον παράδειγμα τοῦ κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας, διότι τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον δὲν ἔχει μόνον νομοθετικὴν, ἀλλὰ καὶ συντακτικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἑπομένως παντοδύναμον, ἔχον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς πάντα καὶ νὰ πράττῃ τὰ πάντα, ἐκτὸς μόνον, καθὼς λέγουν οἱ Ἄγγλοι, νὰ μεταβάλῃ τὸν ἄνδρα εἰς γυναῖκα. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ συντακτικὴ ἐξουσία, διατυπωθεῖσα ἅπαξ διὰ παντὸς εἰς Σύνταγμα ὁριστικὸν καὶ ἀμετάβλητον, ἀργεῖ καὶ ἠρεμεῖ, ὡς καὶ παρ’ ἅπασι τοῖς συνταγματικοῖς ἔθνεσι τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. Παρακαλῶ ὅμως, κύριοι, νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Λέγων βασιλικὰ δικαιώματα ἢ βασιλικὰ προνόμια, οὐδόλως ἐννοῶ ν’ ἀποκλείσω ἐπ’ αὐτῶν πάντα οἱονδήποτε ἔλεγχον, ὡς ἠξίωσάν τινες ἐσχάτως παρ’ ἡμῖν· διότι ἐξουσία ἀνεξέλεγκτος οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, ἢ ἀπολυτισμὸς, οὐσιωδῶς ἀντικείμενος εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ εἰς κανὲν μέρος τὸ αὐθαίρετον καὶ ἀπόλυτον. Ὅσον ὑψηλὰ, ὅσον σεμνὰ εἶναι τὰ προνόμια ταῦτα, τοσοῦτον ἡ χρῆσις αὐτῶν πρέπει νὰ συνοδεύηται πάντοτε ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου, διὰ νὰ γίνεται μετὰ μεγίστης περισκέψεως καὶ εὐλαβείας, καὶ νὰ ἐμπνέηται πάντοτε ὑπὸ μεγάλων καὶ πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτου, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐφημέρων ὑπαγορεύσεων τυφλοῦ καὶ ἀλόγου φατριασμοῦ. Τὴν εὐθύνην δὲ τῆς προσηκούσης χρήσεως τῶν βασιλικῶν τούτων προνομίων, ἴσως καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων τῆς καθαρᾶς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπέχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ προσυπογράφει τὰ περὶ αὐτῶν σχετικὰ διατάγματα. Οὕτως ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι συγκιρνῶνται καὶ συμμετριάζονται ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, καὶ οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται ἐν τῇ πολιτείᾳ τὸ ἀπόλυτον καὶ αὐθαίρετον. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς θεωρία περὶ τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστείας, καὶ τὴν θεωρίαν ταύτην καθιέρωσε καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Εἶναι λοιπὸν πρόδηλον, ὅτι ἡ τελευταία συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ περιορίσασα τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἐπὶ μόνον τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, δὲν ἐνόησε διόλου ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, ὄχι· ἀλλ’ ἠθέλησεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ καταργήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν χρῆσιν τῆς ἀμνηστείας. Οὐδὲν πλέον. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι ἐσκέφθη καὶ ἔπραξεν· ἡ περὶ τούτου γνώμη μου εἶναι γνωστὴ, διότι ἐπολέμησα τὸν περιορισμὸν τοῦτον ἐν τῇ Συνελεύσει· ἰσχυρίζομαι ὅμως καὶ βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο καὶ οὐχὶ ἄλλο ἐνόησεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη· διατί; διότι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξιοθρήνητον κατάχρησιν, ἥτις ἐπὶ τῆς προκατόχου δυναστείας εἶχε γίνει τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, ἠθέλησε νὰ θέσῃ φραγμὸν ἐν τῷ μέλλοντι, μὴ ἐπιτρέπουσα πλέον τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων. Ἰδοὺ τί ἀληθῶς ἐνόησε καὶ ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις. Ἡ ἐναντία δὲ, κύριοι, ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ζητοῦν σήμερον νὰ δώσουν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐναντία θεωρία, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἐγκαινιάσουν, εἶναι προδήλως σφαλερὰ καὶ λίαν ἐπικίνδυνος. Πρὸ πάντων ἡ καινοφανὴς αὕτη θεωρία δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν· διότι, ἂν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις ἐνόει ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀμνηστείαν τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, τί τὴν ἐμπόδιζε, παρακαλῶ, ν’ ἀναγράψῃ ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο; Καὶ ὅμως οὐδαμοῦ φαίνεται καθιερωμένον τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀποδίδει ἀμφότερα τὰ δικαιώματα τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστείας εἰς τὸν Βασιλέα, περιορίζεται δὲ μόνον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀμνηστεία δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Πῶς δύναται, ἐρωτῶ, νὰ ἐξαχθῇ ἐντεῦθεν λογικῶς, ὅτι ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἐδόθη εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάληπτον. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι τοιαῦτα δικαιώματα ῥητῶς πάντοτε καθιεροῦνται εἰς τὰ Συντάγματα, καὶ δὲν ἐξάγονται διὰ βεβιασμένων ἐπιχειρημάτων καὶ διὰ συμπερασμάτων, Tirès par les cheveux, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι. Ἔπειτα, κύριοι, ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν....

§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· τὸ εἶπον δύω φοράς.

§134ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ μοὶ κάμνετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ προνομίων, θεωρουμένων κοινῶς βασιλικῶν, εἶσθε ἐνταῦθα πρὸ πάντων ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως.

§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως βασιλικῶν προνομίων· δὲν σπουδαιολογεῖτε.

§136ΜΙΛΗΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ σπουδαιολογῶ, θεωρῶν βασιλικὰ προνόμια τὴν χάριν καὶ τὴν ἀμνηστείαν· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπερασπίσθην τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ σεῖς εἶσθε τότε σύμφωνος, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη· ἔκτοτε ἐγὼ μὲν ἔμεινα στάσιμος, σεῖς δὲ προωδεύσατε.—Ἡ θεωρία, λέγω, κύριοι, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων ἀντιμάχεται ἄντικρυς πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ τελευταία Συνέλευσις, περιορίσασα τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων· εἶναι τῳόντι φανερὸν, ὅτι διὰ τῆς μετατοπίσεως τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, αἱ καταχρήσεις, ἀντὶ νὰ περισταλῶσιν, ἤθελον μάλιστα ἐπεκταθῆ εἰς βαθμὸν σκανδαλώδη. Ἄλλως δὲ ἡ χρῆσις αὐτοῦ, ἐπερχομένη τῇ προτάσει παντὸς βουλευτοῦ καὶ μετὰ δημοσίαν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, ἤθελεν ἐκθέσει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς ἐξουσίας. Τίς δὲν βλέπει τῳόντι, ὅτι τὸ σεμνὸν τοῦτο δικαίωμα, οὕτω καταβιβαζόμενον καὶ διαχειριζόμενον, ἤθελε καταντήσει ὄργανον ἱκανοποιήσεως ἐφημέρων καὶ ποταπῶν συμφερόντων ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἥτις θὰ ἔχῃ ἑκάστοτε τὴν ὑπεροχὴν ἐν τῇ Βουλῇ; Τίς δὲν αἰσθάνεται, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν πάσης προτάσεως περὶ ἀπονομῆς ἀμνηστείας εἰς κοινὸν ἐγκληματίαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀπολέσει τὸ ἀξίωμα αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ καὶ ἡ ἠθικὴ δύναμις τῆς πολιτείας ἐν γένει ἤθελεν ἐντελῶς χαλαρωθῆ; Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὴν ἐναντίαν θεωρίαν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας διχοτομεῖται εἰς δύω, ὅπως διχοτομεῖται καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ εἰς ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐνασκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ δὲ τῶν ἰδιωτικῶν ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι πρωτοφανὲς, εἶναι τερατῶδες, καὶ διὰ νὰ κύψωμεν ἀπέναντι τοιούτου παραλογισμοῦ, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εἴχομεν ἀπέναντί μας ῥητὴν, ἀναντίῤῥητον διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὄχι ἑρμηνείαν βεβιασμένην, ἑρμηνείαν ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἄλλως δὲ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν παρουσιάζονται συνήθως μόνα, ἀλλ’ ἐνσαρκοῦνται εἰς ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, εἰς φόνους, εἰς ἐμπρησμοὺς, εἰς ἀναιρέσεις, εἰς δῃώσεις κτλ. Πῶς θέλει γίνει λοιπὸν, κύριοι, ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, ὥστε ἐκεῖνα μὲν ν’ ἀμνηστεύσῃ ὁ Βασιλεὺς, ταῦτα δὲ ἡ Βουλή; Ἐπὶ τέλους, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ᾖναι παροῦσα, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ δοθῇ ἀμνηστεία, τί πρέπει νὰ γίνῃ; πρέπει νὰ συγκληθῇ ἐκτάκτως, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο; πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν τακτικήν της σύνοδον; ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἂν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιδέχωνται ἀναβολὴν, τί ποιητέον τότε; Βλέπετε, κύριοι, εἰς ποῖα ἀτοπήματα περιπίπτομεν, ἅμα ὡς ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Πιστεύσατέ μοι δὲ, διότι ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, πιστεύσατέ μοι, ὅτι μόνον ἐν Ἑλλάδι δύνανται νὰ γεννηθῶσι παρόμοια ζητήματα. Ἡ ἐπιστήμη τοῦ δημοσίου δικαίου ἔχει καὶ αὕτη τὰ ἀξιώματά της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως συνειθίζει νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ τίθενται εἰς σπουδαίαν ἀμφισβήτησιν ὑπὸ σπουδαίων ἀνθρώπων, εἶναι ἀξίωμα κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία εἶναι οὐσιωδῶς προνόμια τοῦ Βασιλέως, μόνον δὲ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἠδύναντο νὰ ἀμφισβητηθῶσι, καὶ τοῦτο διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πρότυπον Βασίλειον κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα.

§137ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προνόμια εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν.

§138ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔστω, βασιλικὰ δικαιώματα· ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη τὰ οὐσιωδῶς βασιλικὰ δικαιώματα ὀνομάζει βασιλικὰ προνόμια· Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι εἴτε βασιλικὰ προνόμια, εἴτε βασιλικὰ δικαιώματα τὰ ὀνομάσετε, ταῦτα, ὡς καὶ ὅλα τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν τὰ δικαιώματα, ἀποῤῥέουν κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἐκ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας· διότι ἐν κεφαλίδι τοῦ περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας μέρους τοῦ συντάγματος εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ γενικὴ καὶ θεμελιώδης διάταξις, καθ’ ἣν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι τοῦ κράτους πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους.

§139Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοσοῦτον παρωξύνθη, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ καταπολεμῇ συστηματικῶς οὐ μόνον τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα νομίμως εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ σύνταγμα, καὶ νὰ φέρῃ θεωρίας ἀνατρεπτικὰς πάσης συνταγματικῆς θεωρίας, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προέβη, ὥστε νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι τερατουργήματα ὅσα γίνονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαίως ἡ λέξις ἀναφέρεται εἰς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Ἄτοπον εἶναι ὁ εἷς νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἰδέα του εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ εἰς τὸν κόσμον, καὶ ὅτι ἂν ἄλλος ἀντιδοξῇ, αὐτὸς λέγεται τερατουργός· νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ἐκτὸς τῆς συζητήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ἐκτὸς τῆς ἐθιμοταξίας. Πολὺ μᾶλλον θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοὺς λόγους μου, ὅταν ἀκούσῃ ἀναπτυσσόμενον τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον αὐτῆς· διότι μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν ἕνας κυκεὼν ἰδεῶν, οὐδὲ ἀκόμη τὸ θέμα ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ ἔποψιν. Ὅταν ἐπρόκειτο τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπε· τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἔχει καλῶς, τὸ δεύτερον εἶναι κακὸν, λοιπὸν τερατουργὸς καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος· ἔρχεται ὁ βουλευτὴς Κρανείων κύριος Μεταξᾶς καὶ λέγει ὄχι, τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι κακὸν, τὸ δεύτερον εἶναι καλὸν, τερατουργὸς καὶ αὐτὸς, ἔρχεται ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ σεβαστός μοι φίλος κύριος Δεληγεώργης καὶ ἀποδοκιμάζει καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, λοιπὸν τερατούργημα καὶ αὐτὸς εἰσάγει ἐντὸς τῆς Βουλῆς· δὲν πρέπει, νομίζω, οὕτω νὰ ἐκφραζώμεθα ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν ἄλλων· ὅταν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκεῖνο ἢ τοῦτο εἶναι τερατούργημα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Κωνσταντᾶς ἐπρότεινε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀφορᾷ δὲ νόμον μεταβατικὸν, καὶ ἂν ἤθελον προσέξει εἰς αὐτὸ οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες, βεβαίως δὲν ἤθελον περιπέσει εἰς τὴν πλάνην· καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ δύναμιν μεταβατικὴν, διότι ἀναφέρεται εἰς ἐποχὴν, ἐπίσης μεταβατικὴν, καὶ τοῦτο τὸ ἐλησμόνησαν οἱ προαγορεύσαντες. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ἀμνηστεύονται τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἀχαϊοήλιδος, ἢ τῆς Εὐβοίας· ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀναφέρεται εἰς τὴν μεταβατικὴν ἐποχὴν τῆς προστασίας καὶ τῆς μεταβάσεως τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα· βεβαίως ἐνταῦθα θὰ εἰπῆτε, ὅτι κἄτι τι τρέχει, κἄτι σημαίνει· κατηργήθη μία νομοθεσία, ἦλθεν ἑτέρα, ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ἀνωμαλία τις, καὶ τὰς ἀνωμαλίας πρέπει διὰ νόμου νὰ θεραπεύσωμεν. Ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ ὑποθέτῃ ὡς ἀληθῆ τὰ λεγόμενα, δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν· ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀμνηστείας, ἢ περὶ χάριτος. Πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἀπὸ τὴν κατάργησιν μιᾶς νομοθεσίας καὶ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν μιᾶς ἄλλης· λοιπὸν ὑπάρχει ἀνάγκη θεραπείας ἢ δὲν ὑπάρχει; Προχωρῶ καὶ περαιτέρω. Τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀπέχουν πόῤῥω ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν οἱ λέγοντες τοῦτο. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικὸν, οὐδὲ πολιτειακὸν, εἶναι καθόλου τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, δὲν εἶναι δὲ οὐδὲ ζήτημα συνταγματικὸν, ὡς ἐνόμισάν τινες, ὅτι ἐπικαλούμενοι τὸ σύνταγμα ἠδύναντο νὰ φθάσουν εἰς τὸν σκοπόν των καὶ νὰ παραβλέψουν τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως. Ἤδη, ὅτε γίνεται ἡ συζήτησις αὕτη, ἐπεψηφίσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου· ἠδύναντο δὲ ν’ ἀντιτείνουν τὸ λεγόμενον τῶν Ἑπτανησίων, τὸ ἀπροχώρητον τῆς συζητήσεως· σεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐπεκυρώσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς προτάσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὡς νομίζετε, ὅτι χαρίζονται τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου, σεῖς ἔρχεσθε τώρα λέγοντες, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ λαθρεμπορίου ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τίποτε· ἀλλ’ ἢ ἔπρεπε κατ’ ἀρχὴν νὰ πολεμήσητε τὸ νομοσχέδιον ἢ ἅμα παρεδέχθητε καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ δεύτερον εἶναι συνέπεια καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀντιτείνετε εἰς αὐτὸ, διότι ἄλλως θ’ ἀντιφάσκητε πρὸς ὑμᾶς αὐτούς· καὶ ἤδη τὰ πράγματα καὶ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέρατε, θέλω ἀμέσως καταθραύσει. Ἐγένετο λόγος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει δύο ἀρχὰς, τὴν ἀρχὴν τὴν περὶ χάριτος καὶ τὴν περὶ ἀμνηστείας. Καὶ τῳόντι ἅμα ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, κύριος Κουμουνδοῦρος, τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἶπε, τοῦτο ἀποβλέπει ἀμνηστείαν· θέλω λοιπὸν νὰ μάθω, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἀμέσως εἶπον ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους εἶπεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Δεληγεώργης. Ἄ! ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος λέγει ταῦτα, διότι σκοπεύει νὰ τὰ μεταχειρισθῇ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι διὰ τοὺς σκοπούς του. Ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶπεν, ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ καταντήσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, τὸ ζήτημά μας εἶναι ἂν αὐτὸ τὸ ἄρθρ. περιέχῃ τὴν περὶ ἀμνηστείας ἀρχὴν, καὶ ἂν ἡ περὶ ἀμνηστείας ἀρχὴ ἐμπεριέχεται ἐντὸς τοῦ συντάγματος ὡς ἀποδιδομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Εἶναι δύο πράγματα ὅλως διακεκριμένα, καὶ ὁπωσδήποτε ἂν ᾖναι δὲν πταίει οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία. Ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, δὲν δύναται π. χ. ἓν ὑπουργεῖον νὰ βάλῃ τοὺς φίλους του νὰ κάμουν κακουργήματα ὑποσχόμενον εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλει τοὺς ἀμνηστεύσει; ἂς ἴδωμεν, εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἀποδιδόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ὄχι; Φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι. Ἡ Βουλὴ νομοθετικῶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ καὶ δὲν εἶναι ἰδική μου ἰδέα, μὴ νομίσητε, ὅτι θέλω νὰ κάμω κατάχρησιν ἢ πνεύματος ἢ εὐφυΐας ἢ ἐπινοίας, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν εἶναι συνταγματικὸν, τροποποιούμενον ὅμως κατὰ τοὺς ὅρους αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει· ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον 35, τὸ ἀποδίδον τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ συγχρόνως τοῦ ἀμνηστεύειν μόνον τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, εἶχε ἢ δὲν εἶχεν ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ ἔστω καὶ ὅλα τὰ ἐγκλήματα; τὸ εἶχε· διότι εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ὁ Βασιλεὺς καὶ ἄνευ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἄρθρου 35 ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ πᾶν εἶδος ἀδικήματος. Εἰς τὸ συνταγματικὸν κράτος οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ ἂν κάμουν κακὴν χρῆσιν εἶναι ὑπεύθυνοι αὐτοὶ, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐνεργῇ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν του. Σᾶς φέρω δὲ ἂν θέλετε καὶ συγγραφεῖς, καὶ ὅστις θέλει, ἂς ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ δωμάτιόν μου νὰ τῷ δείξω τὰ τελευταῖα συγγράμματα, ἐνῷ σεῖς δὲν ἔχετε νὰ φέρετε, οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι δὲν ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν......

§140ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, ναὶ ἢ ὄχι;

§141ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας. Τώρα ἐδῶ εἰς τὰ μέρη μας εἶναι τροποποιημένον. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα εἰς μόνον τὸν Βασιλέα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ οἴκοθεν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν του, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἕτερα ἀδικήματα, εἶπεν ὁ προλαλήσας ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, κύριος Μίλησης, λοιπὸν διχοτομεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας· ὁ Βασιλεὺς διὰ τῶν ὑπουργῶν νὰ δύναται ν’ ἀμνηστεύσῃ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀμνηστεύσῃ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Μάλιστα, δὲν τὸ διχοτομοῦμεν ἡμεῖς, τὸ διχοτομεῖ ὁ θεμέλιος νόμος, αὐτὸς διχοτομεῖ τὴν θεωρίαν σας, κύριε Μίληση, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλετε τὴν θεωρίαν σας εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τὴν Α. Μεγαλειότητα· ὅπως ἔχει ὁ νόμος πρέπει νὰ τὸν θέσητε· καὶ ἂν ἐτριχοτομεῖτο, καὶ ἂν ἐπολυτομεῖτο τὸ δικαίωμα, οὕτως ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι οὕτω τὸ θέλει ὁ θεμελιώδης νόμος τοῦ κράτους. Τοῦτο λέγω, ἵνα ἀποδείξω λογικῶς πόσον ἄτοπος ἦτο ἡ θεωρία σας καὶ ἡ ἔκφρασίς σας. Πλὴν δὲν εἶναι φόβος διχοτομήσεως, ὄχι· εἶναι ἀκέραιον τὸ δικαίωμα αὐτὸ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ὁ Βασιλεύς· ἡ Βουλὴ ἄνευ τοῦ Βασιλέως δὲν δύναται ν’ ἀμνηστεύσῃ, ὥστε ὁμοῦ ἡ Βουλὴ μετὰ τοῦ Βασιλέως......

§142ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἄλλη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἄλλη ἡ ἐκτελεστική. Τὶ κάθησθε καὶ λέγετε; Αὐτὰ μόνον ἐν Ἑλλάδι δύνανται νὰ λεχθοῦν ἄνευ ἀσβέστου γέλωτος.

§143ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τώρα σᾶς ἐθέρισε (γέλως).

§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Τέλος πάντων προεκαλέσατε τὸν γέλωτα, ὅστις μόνον ἔρχεται πολὺ ἀργά.

§145Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐπίσης δὲν ἔχει ὁ βασιλεὺς τὸ δικαίωμα αὐτὸ μόνος του, ἀλλὰ μετὰ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη. Εὐτυχῶς διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων θεωριῶν, καὶ ἐδὼ εἶναι τὸ ἀντικείμενον, ὅσα εἶπον τὰ εἶπον προοιμιωδῶς, καὶ τὰ εἶπον διὰ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὀρθὴν συνταγματικὴν θεωρίαν. Ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις γνωρίζετε πόθεν προῆλθε; προῆλθεν, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κωσταντᾶς, προῆλθεν ἐκ τῆς ἀπειρίας τῶν τεχνικῶν ὅρων, μὲ τοὺς ὁποίους ἐξέφρασε τὸ νομοσχέδιόν του· διότι τῷ ὄντι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄπειρος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ αὐτὸ ἐπλάνησε τοὺς ἀντικρούοντας τὸ νομοσχέδιον, λέγον ὅτι οἱ καταδικαζόμενοι ἀπαλλάσσονται τῆς καταδιώξεως. Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, δὲν ὀφείλει κατ’ ἐμὲ ὁ βουλευτὴς Κερκύρας νὰ εἴπῃ καταδίωξιν, δὲν ὑπάρχει καταδίωξις, ὑπάρχει τετελεσμένον, ὑπάρχει ἀνωμαλία, ἀλλ’ ὄχι καταδίωξις, ἑπομένως λέγω πάλιν προοιμιωδῶς, δὲν ἐπικαλούμεθα τὴν Βουλὴν νὰ ἀμνηστεύσῃ· οὐδεὶς λόγος περὶ ἀμνηστείας. Ὅταν πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμνηστείας, ὅλαι αἱ συζητήσεις, αἵτινες ἔγιναν καὶ δύνανται νὰ γένωσιν εἶναι μάταιαι καὶ φροῦδαι (ἱλαρότης). Ὁ Ἰόνιος ποινικὸς νόμος, κύριοι, φιλανθρώπως κατ’ ἐμὲ προενόησε τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἀμνηστεύσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν ποινὴν, ἥτις εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀδικημάτων ἐπὶ μιᾶς ἀξιοποίνου πράξεως ἐτέθη, προεῖδε τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἁρμοστὴς δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ποινὴν τὴν προηγουμένην, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος φιλανθρώπως· ὅ,τι προέβλεπεν ὁ νόμος τοῦτο καὶ ἐγένετο. Πρὸ τῆς ἑνώσεως εἰς τὰ 1864 διάφοροι ἔμποροι προαισθανόμενοι τὴν κατάστασιν τῆς Κερκύρας τὴν οἰκονομολογικὴν, εἴτε καὶ οἴκοθεν, ἔκαμον λαθρεμπόρια, τὸ παραδέχομαι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπραξαν, ἔπραξαν λαθρεμπόρια, διότι βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸ θέμα ὅπως ἐτέθη. Ἀμέσως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔκαμεν ἀνακρίσεις, ἐπελήφθη τοῦ ἀντικειμένου, καὶ τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα, διότι πρὸ τῆς ἰσχύος τῆς Ἑλλ. νομοθεσίας, ἴσχυον οἱ νόμοι καὶ οἱ τελωνιακοὶ καὶ οἱ ἄλλοι τῆς Ἑπτανήσου. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι ἐντὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπάρχει καὶ θεωρεῖται ὡς κακούργημα ἡ λαθρεμπορία· παρεπέμφθησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ δικασθῶσιν εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχον πολλὰς ἐγγυήσεις οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον δικασθῆ, παρὰ οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν Ἑλλ. δικαστηρίων· ὅταν παρεπέμφθησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικείων τὸν Φεβρουάριον νομίζω τοῦ 1865 ἴσχυεν ὁ τελωνιακὸς νόμος εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ὁ τελωνιακὸς νόμος δὲν ἔχει, ὅτι ἡ λαθρεμπορία εἶναι κακούργημα, καὶ τὸ ἠξεύρουν δὰ καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ, ὅτι ἡ λαθρεμπορία δὲν εἶναι εἰμὴ μία συνεννόησις, οὕτως εἰπεῖν, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ λαθρεμπόρου· ἡ Κυβέρνησις λέγει, κάμε τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἂν σὲ συλλάβω ἐπ’ αὐτοφώρῳ θὰ πληρώσῃς τὸ δεκαπλάσιον, τὸ ὀκταπλάσιον· καὶ ἐὰν κάμῃ τοῦτο καὶ τὸν συλλάβουν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πληρόνει τὸ ὀκταπλάσιον καὶ εἶναι φίλος καὶ μὲ τὴν ἐξουσίαν καὶ μὲ ὅλους· (ἱλαρότης). Ἀλλὰ τὶ γίνεται ἐν Ἑπτανήσῳ; δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα· μία ἐκ τῶν αὐστηροτέρων ποινῶν τοῦ ποινικοῦ κώδηκος εἶναι ἡ κατὰ τῆς λαθρεμπορίας εἱρκτὴ καὶ δεσμὰ, τίποτε ὀλιγώτερον· δημοσιευθέντος τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ, κατηργήθη τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, ναὶ ἢ ὄχι; ὥστε μὴ δώσητε σημασίαν εἰς τὸν νόμον, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει.

§146ΜΕΤΑΞΑΣ. Μετὰ τὸν νόμον τῆς ἀφομοιώσεως ἐξεδόθη ἓν διάταγμα κανονικὸν διὰ τὰ δικαστήρια ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ῥούφου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐγκλήματα, τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως, ταῦτα παραπέμπονται εἰς......

§147ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅσα ἦσαν ἐκκρεμῆ. — Ἀκούσατε ὅμως τὶ συνέβη, καὶ πῶς ὁ Ἄρειος Πάγος περιέπλεξε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Δεληγιώργης δὲν ἀπέβλεψε πολὺ καλὰ εἰς τὴν ἀπόφασιν· διότι τότε ἐδικάζοντο οἱ λαθρέμποροι ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικείων καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς εἶδεν, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἕνας νόμος, ὅστις δὲν θεωρεῖ ἔγκλημα τὴν λαθρεμπορίαν καὶ ἐπρότεινεν εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, καὶ αὐτὸ παρεδέχθη, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν ἦτον ἀξιόποινος, ἐξηλείφθη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐγκλημάτων.

§148ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§149Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ κακουργιοδικεῖον εἶπε, δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις· εἰπὸν δὲ, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ἀξιόποινος, ἐδίκασεν ἢ δὲν ἐδίκασεν; ἐδίκασε τὴν οὐσίαν ἢ ὄχι; καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι δὲν ἐδίκασε τὴν οὐσίαν, διότι εἶπεν, ὅτι εἶμαι ἀναρμόδιον νὰ δικάσω, διότι τοῦτο εἰπὸν, οὐδὲν ἧττον ἐδίκασε, διότι εἶπε, δὲν εἶμαι ἁρμόδιον, διότι δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινος πρᾶξις· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει ἀποτελέσματα, δι’ αὐτὰ προσέλθετε εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια καὶ ζητήσατε τὴν ἀποζημίωσιν. Ὥστε ἡ ἀπόφασις ἦτον ὀρθὴ καὶ συνταγματικὴ καὶ νόμιμος. Ὅταν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις ἐδίκασε, τὴν οὐσίαν, ὅταν εἶπε, κηρύττομαι ἀναρμόδιον, δὲν ἤθελε νὰ δικάσῃ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, διότι εἶπεν, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ πρωτοδικείου. Ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τῆς Δικαιοσύνης περιέπλεξαν τὸ πρᾶγμα. Τὶ πράττει λοιπὸν ὁ ἀνακριτής; παραπέμπει αὐτοὺς εἰς τὸν τελώνην Κερκύρας, αὐτὰ εἶναι τὰ ἄτοπα, τὰ παράδοξα, τὰ τερατουργήματα, καὶ καταδικάζονται ν’ ἀποτίσουν τὸ ὀκταπλοῦν· ἀλλὰ λαθρεμπορία ἐπ’ αὐτοφώρῳ δὲν εἶναι· καὶ αὐτὸς ἐφήρμοσε νόμον μὲ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἄλλη ἀθλιότης, ἄλλη παρανομία, ἄλλο παρατράγωδον. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκπλαγέντες εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ τελώνου, ἔκαμον ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τελώνου καὶ παραπέμπει καὶ αὐτὸς τὴν ὑπόθεσιν πάλιν εἰς τὰ Ἰονικὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ τί κάμνει· ἀλλὰ πάλιν ὁ εἰσαγγελεὺς Κερκύρας ὑποβάλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ζητεῖ κανονισμὸν ἁρμοδιότητος· τί κάμνει ὁ Ἄρειος Πάγος; ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὰ χαρτιὰ, δὲν ἀπέβλεψεν οὔτε εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν δικαστηρίων, οὔτε εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δικαστηρίων, οὔτε εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ τύπου αὐτῶν, ἀλλ’ ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο εἰς τὸ γραφεῖόν του ν’ ἀποφανθῇ, εἶπεν αὐτά· καὶ ἐγὼ ἀναδέχομαι ὑπ’ εὐθύνην μου, ὅτι χειροτέρα ἀπόφασις εἰς τὸν κόσμον ἀπ’ αὐτὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐξεδόθη. Τοιουτοτρόπως ἔρχεται ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις, ἐὰν παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἄλλα δικαστήρια εἰς ἄλλας περιστάσεις· καὶ ἐνῷ λέγει, ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔλυσεν ὁ εἰσαγγελεὺς, ἀναφέρει τὸ ἄρθρον τῆς ποινικῆς δικονομίας περὶ ἁρμοδιότητος. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν δύο συγκρούσεις ἁρμοδιότητος, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαλαμβάνει καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία καὶ ἡ πολιτικὴ δικονομία· ἐδῶ συγκρούονται ἔστω, δὲ ὅτι δὲν συγκρούονται, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον, ποῖα τὰ συγκρουόμενα; τὰ ποινικὰ μὲ τὰ πολιτικά· ἔστω· διατί σὺ ἐπικαλεῖσαι τὴν διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἥτις δὲν παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τοὺς κατηγορουμένους, καὶ ὄχι τῆς πολιτικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες οἱ ἐναγόμενοι διὰ ν’ ἀποφασισθῇ τοῦτο; ποῦ φθάνει ὁ Ἄρειος Πάγος μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις; καὶ τῳόντι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξεδόθη καὶ εἶναι ἡ ἀδικωτέρα ἀπόφασις τοῦ κόσμου. Ποῖον ἄρθρον ἐπικαλεῖται ὁ Ἄρειος Πάγος; τῆς ποινικῆς δικονομίας· ὄχι, λέγω, τῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῇ· ἀλλ’ ἔστω, ἐφήρμοσε τὴν ποινικήν· ἀλλ’ ἐφήρμοσε καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τῆς ποινικῆς; τὸ ἀναφέρει καὶ δὲν τὸ ἐκτελεῖ, τὸ ἀναφέρει καὶ δὲν τὸ ἐσεβάσθη. «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ 46 ἄρθρον τῆς ποινικῆς δικονομίας (τὸ ἀναγινώσκει)». Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐσκέφθη ἐπάνω εἰς τὰ χαρτιὰ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐὰν ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια, δηλ. ἐδίκασε κατὰ γράμμα, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα «μεταξὺ, λέγει, πολλῶν ἐπίσης ἁρμοδίων»· μὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἁρμόδια καὶ τὰ δύο; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἁρμόδιον τὸ ποινικὸν δικαστήριον τῆς Κερκύρας καὶ ἁρμόδιος ἡ τελωνιακὴ ἀρχή; ἀλλὰ διὰ νὰ διορθωθῇ τοῦτο λέγει, ὅτι δὲν εἶναι σύγκρουσις, δὲν ζητοῦν νὰ λάβουν τοὺς κατηγορουμένους· ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ τοὺς ζητῇ καὶ ὁ ἄλλος εἶναι ἀρνητικὴ σύγκρουσις· ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ οὕτως ἡ ὑπόθεσις, ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἴτε ἀπὸ τὰ ποινικὰ, εἴτε ἀπὸ τὰ πολιτικὰ, ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ τελεσιδίκως ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως αἴρεται ἡ σύγκρουσις τῆς ἁρμοδιότητος. Ὄχι· ἐὰν αὐτοὶ λέγουν, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, διότι δὲν ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν ὁ τελωνιακὸς νόμος, νὰ ἔλθῃ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ εἴπῃ, πρέπει νὰ τοὺς παραπέμψω εἰς τὰ δικαστήρια. Αὐτὴ ἦτο ἡ περίφημος ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν, ὡς φαίνεται, δὲν ἐμελέτησε βεβαίως ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Δεληγεώργης, καὶ τρόπον τινὰ ἐτάραξε τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, μὴ τυχὸν ἐπέμβῃ εἰς πράγματα δεδικασμένα ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὄχι, κύριοι, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐδίκασεν, ἐὰν ἐδίκασεν εἰς τὸν ἀέρα ἐδίκασε μὴ ὑπαρχούσης ἰδέας, ἄτοπα πράγματα, ἐδίκασεν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, ἐδίκασεν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δεδικασμένον, εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ κακουργοδικείου Κερκύρας, ἡ ὁποία εἶπε δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις, καὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν ἐγὼ κηρύττομαι ἀναρμόδιον. Ἀλλ’ εἶναι ἁρμόδιος ὁ τελωνιακὸς νόμος, ὁ τελώνης Κερκύρας; Ὄχι, λέγω· καὶ μετ’ ἐμοῦ ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ λέγει. Εἶναι ἀδύνατον ὁ τελωνιακὸς ὀργανισμὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ· εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ἀναγνωρίζεται ὑπὸ πάντων, καὶ ἐπὶ τέλους ἔχομεν τὸ κῦρος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Τί ἕπεται, τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ λογικὴν σειρὰν καὶ συνέπειαν, ἐὰν ἀφίναμεν τὰ πράγματα μόνα των εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τί πρέπει ν’ ἀποφανθοῦν; Ἰδοὺ κατὰ τὴν γνώμην μου τί πρέπει, τί ἔπρεπε ν’ ἀποφασισθῇ, καὶ εἶναι πολὺ φυσικὴ συνέπεια, διότι, ἐὰν ἐκτελεσθῇ ἡ γνώμη μου, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οὔτε ποινικῶς εἶναι ὑπεύθυνοι, οὔτε πολιτικῶς, δηλ. ὅλα εἶναι ἐξηλειμμένα, καὶ πολιτικὴ ἀγωγὴ καὶ ποινικὴ ἀγωγὴ, καὶ ἑπομένως θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον καὶ εἶναι πολὺ αὐστηρὸν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ σεῖς δὲν θέλετε νὰ δεχθῆτε, ἀλλὰ νὰ φέρετε ἀντιῤῥήσεις, ἐνῷ πρόκειται νὰ δώσωμεν χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον μὲ τὴν θυσίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ δὲ πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι καὶ πολιτικῶς ὑπόλογοι. Ἂν, κύριοι, ἔκαμαν τὸ κακούργημα τῆς λαθρεμπορίας ἠμνηστεύθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἐπελθοῦσα ἡ νέα νομοθεσία τοὺς εἶπεν, ἀφερὶμ ὅ,τι ἐκάματε, ἐκάματε, ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μὴ κάμετε, διότι δὲν σᾶς τιμωρῶ μὲ εἱρκτὴν καὶ μὲ δεσμά, ἀλλὰ σᾶς τιμωρῶ εἰς τὸ βαλάντιον, πολιτικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ τελωνιακὸς νόμος, διότι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν, λοιπὸν τί θὰ γίνῃ τότε, ἀφοῦ δὲν καταδιώκονται καὶ πολιτικῶς καὶ ποινικῶς; Αὐτὴ εἶναι ἡ νόμιμος συνέπεια τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, μήπως εἶναι τὸ πρῶτον παράδειγμα; ὄχι, ἡ τοκογλυφία, σᾶς παρακαλῶ, ἦτο ἔγκλημα φοβερὸν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἦτον ἔγκλημα, ὑποθέσατε ὅτι ὁ νέος νόμος ὁ Ἑλληνικὸς εὕρισκεν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑπτανήσου ἐκκρεμεῖς κατηγορίας, καὶ ὄχι μόνον κατηγορίας, καταδίκας ἐναντίον τοκογλύφων, τί νομίζετε; ἐπερχομένη ἡ νομοθεσία τί ἤθελε φέρει ὡς ἀποτέλεσμα; τὴν παῦσιν τοῦ καταδίκου ἢ τὴν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων, λέγω ψεῦδος ἢ ὄχι; τὸ ἔπραξεν ἡ Βουλὴ πολλάκις καὶ φέρω εἰς ἀπόδειξιν ἓν ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε χθὲς, σεῖς εἶσθε διάδοχοι τῶν τοῦτο πραξάντων· καὶ προσωπικὴ κράτησις ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς πολλὰς πολιτικὰς πράξεις, ἐπροσωποκρατοῦντο οἱ πολῖται δι’ ἓν μικρὸν χρέος, δι’ ἀποδόσεις ἐδαφονομίου, δι’ ἀποδόσεις μεριδίου, μισθωμάτων καὶ ἄλλων τοιούτων, ἐπῆλθεν ὁ νόμος, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρέπει νὰ καυχᾶται, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καυχᾶται, ὅτι μὲ τὸν νόμον τῆς ἀφομοιώσεως κατήργησε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ἐξακοντιζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου ἐναντίον αὐτῶν τῶν πολιτικῶν πράξεων, καὶ διέταξεν ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν τὴν ἀπὸ τῶν φυλακῶν ἐλευθέρωσιν ἢ ἀπαλλαγὴν ὅλων τῶν προσωπικῶς κρατουμένων. Δὲν ἔχει οὕτω; δὲν ἔπραξε καλόν; δὲν εἶναι νόμιμον; δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου; ἀμνηστεία εἶναι ἐδῶ; ἀμνηστεύει ὁ νόμος, ἀμνηστεύει ἡ λογικὴ, ἀμνηστεύει ἡ ἠθικὴ. Τὸ μὴ ἀξιόποινον τῶν πράξεων ἀμνηστεύει τὴν πρᾶξιν, οὔτε καταδίκη εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, οὔτε καταδίωξις καὶ ἂν ἤθελεν ἐπέλθει καταδίκη, βεβαίως δὲν ἤθελε τοὺς εὕρετε εἰς τὴν φυλακὴν, ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐλευθερώσετε. Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος μεταβατικὸς, στηριζόμενος εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ὅλης τῆς νομοθεσίας τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὰ προηγούμενα, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τόσας ἀμφισβητήσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ λέξις, ὅτι παύει ἡ καταδίωξις, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παύει ἡ καταδίωξις, ὅλα κατηργήθησαν, ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως, ὅτε ἐπῆλθον αἱ ἀνωμαλίαι, καὶ αὐτὰς τὰς ἀνωμαλίας θέλει νὰ θεραπεύσῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὸν μεταβατικὸν τοῦτον νόμον.

§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐννοεῖται πῶς ὁ κύριος ἰακωβάτος εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ πολλὰ λόγια δὲν μᾶς εἶπε τίποτε, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ λαθρεμπορίου πρόκειται καὶ περὶ συναφῶν ἐγκλημάτων, περὶ ἀπιστίας, περὶ πλαστογραφίας καὶ περὶ αὐτῶν πρόκειται νὰ τὰ λύσωμεν, καὶ νομίζω πῶς δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ τὰ λύσωμεν.

§151ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 10 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77.
2Τῆς 18 Νοεμβρίου 1869.
3(Τρίτη).
4Ὥρα 1 μ. μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας.
9§2ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πίστωσις τοῦ
10ταμείου εἶναι Βʹ. ἀνάγνωσις.
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, ἄρχεται ἡ συζήτησις·
12§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπατε, κ. πρόεδρε, νὰ καταλάβουν τὰς ἕδρας
13των οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ νὰ καθήσουν.
14§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, παρακαλεῖσθε νὰ καθήσητε εἰς τὰς
15ἕδρας σας.
16§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναφορὰ διαφόρων ἐμποροπλοιάρχων Ὕδρας,
17παραπονουμένων κατὰ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων
18τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου.
19§7ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
20§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναφορὰ τῶν ὑποδικηγόρων Ζακύνθου, ἐξαι-
21τουμένων, ὅπως τοῖς παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια νὰ παρίστανται καὶ
22εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα.
23§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σχετικὴ μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ πρότασις.
24§10ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶναι νόμος, κ. πρόεδρε.
25§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναφορὰ, κύριοι· λοιπὸν θὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτὴ
26εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
27Κύριοι, παρεκάλεσα τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς νὰ ἐπιταχύ-
28νωσι τὰς ἐκθέσεις των, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὸν καιρὸν νὰ
29τὰς μελετήσῃ καὶ μάλιστα δι’ ἓν σπουδαῖον νομοσχέδιον, καὶ
30πολὺ ἀναγκαῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ κληροδοτήματα, διὰ τὰ
31ὁποῖα πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν χάριτας εἰς τὸν παρόντα ὑπουρ-
32γὸν, διότι δὲν τὰ ἤγγισε, διότι περιμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς
33Βουλῆς νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν. Παρεκάλεσα ἰδίως τὸν πρό-
34εδρον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, διατὶ δὲν ἠδυ-
35νήθη νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς ὅλου τοῦ σώματος, καὶ ἔφερε μό-
36νον τὴν ἐδικήν του. Ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχε-
37δίου τούτου, τότε δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις.
38§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ἀξίζει τίποτε, διότι
39εἶναι ἔκθεσις ἑνὸς ἀτόμου.
40§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρόεδρος αὐτὸς, ἂν θέλουν, ἂς φέρουν καὶ
41οἱ ἄλλοι, διότι, ἐσυζητήθη τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπι-
42τροπήν.
43Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ;
44§14ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύω λέξεις, κ. πρόεδρε, μοὶ συγχωρεῖτε.
45§15ΔΑΓΡΕΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
46§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ κληροδοτημάτων, ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει νὰ
47ὁμιλήσῃ.
48§17ΣΑΡΑΒΑΣ (Ὑπουργὸς παιδείας). Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ
49κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς
50τὴν Βουλὴν, λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐξετιμήθη μὲ ὅλην τὴν σπου-
51δαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα εἰς αὐτὸ, καὶ τῆς ὁποίας εἶναι
52ἄξιον. Πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως 200,000 δραχμῶν,
53αἱ ὁποῖαι διανέμονται κατὰ τὸ δοκοῦν τοῖς ἑκάστοτε ὑπουρ-
54γοῖς. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ
55ὑποβάλω εἰς κανόνας τὴν διαχείρισιν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
56οἱ ὁμογενεῖς προσφέρουν εἰς τὸ ἔθνος πρὸς διάδοσιν τῆς παιδείας
57καὶ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἱερὸν καθῆκον νὰ μὴν ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ
58τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐννοοῦν νὰ τοῖς δώσουν οἱ φιλοπά-
59τριδες δωρηταί. Λυποῦμαι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πολὺ, διότι ἡ
60ἐπιτροπὴ δὲν ἐξετίμησεν ἀρκούντως τὴν σπουδαιότητα τοῦ νο-
61μοθετήματος τούτου, καὶ μολονότι τὴν παρεκάλεσα νὰ ἐπι-
62σπεύσῃ, παρῆλθε μέχρι σήμερον εἷς καὶ ἥμισυς μὴν καὶ ἀκόμη
63δὲν παρουσίασε τὴν ἔκθεσίν της. Τόρα, ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ
64νὰ τυπωθῇ ἡ γνώμη τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ
65αὐτὴν νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἐκθέσεως.
66§18ΡΟΥΦΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον
67αὐτὸ ἄνευ ἐκθέσεως;
68§19ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ προσθέσω καὶ αὐ-
69τὴν τὴν παρατήρησιν. Παντοῦ εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη πα-
70ρουσιάζεται ἡ πάλη μεταξὺ νομοτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς
71ἐξουσίας, ζητούσης μιᾶς ἑκάστης νὰ ἀποκλείσῃ τὰ δικαιώματα
72τῆς ἄλλης. Μὲ ἀπορίαν μου ὅμως βλέπω, ἐνῷ ἡ νομοτελεστικὴ
73ἐξουσία ζητεῖ ν’ ἀπεκδυθῇ ἓν δικαίωμα, ἡ Βουλὴ δεικνύει τὴν με-
74γαλειτέραν ἀδιαφορίαν. Ἠδυνάμην, κύριοι, 200,000 δραχ. νὰ
75τὰς διαθέσω κατὰ τὸ δοκοῦν, δὲν ἐξώδευσα ὅμως λεπτὸν, διότι
76ἐνόμιζον, ὅτι ἅπαξ διὰ παντὸς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν κανονιστι-
77κὸν μέτρον· Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο κατε-
78πεῖγον καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
79§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον, κ. πρόεδρε, διὰ
80πρώτην φοράν.
81§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
82§22ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Τὰς πιστώσεις, κ. πρόεδρε, διότι δὲν ἔ-
83χομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τοὺς καταδίκους κλπ.
84§23ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὰς πιστώσεις).
85§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πιστώσεων ἔχω νὰ
86εἴπω ὀλίγας λέξεις.
87Ὀλίγα, κύριοι βουλευταὶ, θὰ σᾶς εἴπω μόνον καὶ μόνον διὰ
88ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὐδόλως ἀνή-
89ρεσαν τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κουμουνδού-
90ρου. Μοὶ ἐφάνησαν τῳόντι πολὺ περίεργα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ
91ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργός. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος
92σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869 πρόκειται νὰ ᾖναι
93ἀρκετὰ μεγάλον, διότι, ἐνῷ τὰ ἔξοδα ἦσαν ἀρκετὰ ἐξωγκωμένα
94εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ δὲ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ μὲ
95πολλὴν ἀφθονίαν, βλέπει, ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα δὲν ἐπήρκεσαν καὶ
96ζητοῦνται νέαι πιστώσεις, τὰ δὲ ἔσοδα ἐπραγματοποιήθη-
97σαν πολὺ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα ὑπελογίσθησαν, ἀνέφερε δὲ ῥη-
98τῶς ἐκ τῶν ἐσόδων, τοὺς ἐγγείους φόρους τῆς σταφίδος,
99τὰ τελωνειακὰ, καὶ ἄλλα τινὰ, ἅτινα παρουσιάζουν σπουδαίαν
100ἐλάττωσιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς ταῦτα περιωρίσθη
101νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ἀπὸ τοῦδε, διότι μέ-
102χρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ὑπολείπονται δώδεκα μῆνες ἀκόμη
103καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πραγμα-
104τικὸν ἀποτέλεσμα· εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶπε, τὰ ἔσοδα νὰ ἔλ-
105θουν εἰς ἰσοῤῥοπίαν μὲ τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ παρουσια-
106σθῇ καὶ ἔλλειμμα 5, 3 ἢ καὶ ἑνὸς μόνου ἑκατομμυρίου. Μοὶ
107ἐφάνη, κύριοι, πολὺ παράδοξον, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος
108τοῦ ἔτους ν’ ἀκούσω τὸν πρωθυπουργὸν λαλοῦντα μὲ τοιαύτην
109ἀδιαφορίαν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἡ χρῆσις τοῦ
1101869 δύναται νὰ παρουσιάσῃ. Ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς φρο-
111νῇ, ὅτι καὶ ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, δὲν δυνά-
112μεθα νὰ ὑπολογίσωμεν μετά τινος θετικότητος τὰ ἔσοδα αὐτοῦ,
113θαυμάζω πῶς ἀπεφάσισε νὰ συντάξῃ προϋπολογισμὸν διὰ τὸ
1141870, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἔτος τοῦτο. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ
115πρᾶγμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μένει ἀκόμη πολὺς καιρὸς μέχρι
116τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν
117ἀπὸ τὸν καιρόν· τὰ ἔσοδα πάσης χρήσεως βεβαιοῦνται συνήθως
118ἐντὸς τοῦ ὁμωνύμου ἔτους αὐτῆς, ὀλίγα δὲ συμβαίνει νὰ μέ-
119νουν ἀβεβαίωτα καὶ νὰ βεβαιοῦνται κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
120Διὰ τὸ ἔτος μάλιστα 1869 δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ βε-
121βαίωσις ἀπεπερατώθη ἢ εἶναι ἐγγὺς ν’ ἀποπερατωθῇ, διότι ἔ-
122λαια μὲν, τῶν ὁποίων βραδύνει ἡ βεβαίωσις, δὲν ὑπάρχουσι,
123τὰ δὲ προϊόντα, τῶν ὁποίων οἱ ἔγγειοι φόροι βεβαιοῦνται εἰς
124τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἐξήχθησαν σχεδὸν καθ’ ὁλο-
125κληρίαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τί τὸ κωλύον νὰ κάμωμεν ἀπὸ
126τοῦδε τοὺς ὑπολογισμούς μας ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869.
127Ἀμφιβολίαι ὑπάρχουν ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν, ἐὰν δηλ. θὰ μεί-
128νουν πολλὰ ἢ ὀλίγα καθυστεροῦντα, ἀλλὰ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα
129ἀνέφερεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν
130ἀφίνουν καθυστεροῦντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ ἐπιχειρή-
131ματα τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν ἠθέλησε ν’ ἀναιρέσῃ τὸν
132κύριον Κουμουνδοῦρον, ἰσχυρισθέντα ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1869
133θέλει εἶσθαι ἀρκετὰ μεγάλον, δὲν ἔχουσι πολλὴν ἀξίαν.
134Ὁμιλῶν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι
135μᾶς ἐπαπειλοῦσιν, εἶπεν, ὅτι εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τοὺς ἀγόνους
136μῆνας· ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν καὶ εἰς τοῦτο εἶπεν, ὅτι
137ἀπατᾶται ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, διότι ὁ Νοέμβριος καὶ Δε-
138κέμβριος εἶναι γόνιμοι μῆνες, καὶ δίδουν ἀρκετὰ ἔσοδα, ὥστε
139νὰ καλύψουν τὰ ἔξοδά των, ν’ ἀφήσουν δὲ καὶ περίσσευμα,
140Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι συνήθως οὕτω γίνεται, ἐφέτος εἴμεθα
141πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτό· διότι τὰ προϊόντα, τὰ
142ὁποῖα φορολογοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα, ἐξήχθησαν ἤδη, ὡς σᾶς
143προεῖπον· ἡ σταφὶς εἶχεν εὐτυχῶς ζήτησιν καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἐπε-
144σπεύσθη, ἀσήμαντοι δὲ ποσότητες μένουν ἀκόμη εἰς τὴν Ἑπτά-
145νησον. Τὰ σῦκα ἐπίσης ἐξήχθησαν· ἔλαια ἐφέτος δὲν ὑπάρ-
146χουσιν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀπὸ
147τοῦδε θέλει ἀρχίσει ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἐμ-
148βαίνομεν εἰς τοὺς ἀγόνους μῆνας.
149Καθόσον δὲ ἀφορᾷ ἐν γένει, κύριοι, τὰς ὑπὸ συζήτησιν πι-
150στώσεις, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κυρίου
151Κουμουνδούρου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν συνεμορφώ-
152θη καθόλου μὲ τοὺς νόμους. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ἔχῃ
153μία κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ δαπάνας, πρέπει αἱ δα-
154πάναι νὰ περιέχωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οὗτος δίδει
155τὸ δικαίωμα εἰς μίαν κυβέρνησιν νὰ κάμνῃ ἔξοδα· ἀλλ’ ἐπειδὴ
156καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προ-
157βλεφθῶσιν ὅλαι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται
158νὰ ἀναφανῶσιν εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους· καὶ ἐπειδὴ συμ-
159βαίνει τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν διά τινας ὑπηρε-
160σίας, νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν, ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπων τὰς
161περιστάσεις ταύτας....
162§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν.
163§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπων τὰς πε-
164ριστάσεις ταύτας ἐπέτρεψε νὰ δίδωνται πιστώσεις. Αἱ πιστώ-
165σεις, ὁσάκις ἀναφέρονται εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀπροσδοκήτους πε-
166ριστάσεις, λαμβάνονται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Δια-
167ταγμάτων, τὸ αὐτὸ ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται, καὶ ὅταν ἀποβλέ-
168πουν δι’ ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς ὡς
169εἶναι ἡ διατροφὴ τῶν καταδίκων, τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς δη-
170μοσίας ἀσφαλείας κτλ. ἀλλὰ τόσον διὰ τὴν μίαν περίστασιν,
171ὅσον καὶ διὰ τὴν ἄλλην ὁ λογιστικὸς νόμος, ἄρθρον 17, ὑπο-
172χρεοῖ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ τὰ διατάγματα ταῦτα εἰς
173τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς παρουσιάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
174τοῦτο, κύριοι, εἶναι λίαν οὐσιῶδες, λίαν ἀναγκαῖον, διότι ὅταν
175πρόκειται μία Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ ἑπομένου ἔτους,
176πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἤρκεσαν αἱ δαπάναι τοῦ προηγουμένου
177καὶ κατὰ πόσον παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη νὰ αὐξηθοῦν· ἀλλὰ, σᾶς
178ἐρωτῶ, ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς
179τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ ληφθεῖσαι πιστώσεις;
180Πολλοῦ γε καὶ δή· παρουσίασε τὸν προϋπολογισμὸν, παρῆλθον
181ἀρκετοὶ μῆνες, ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, καὶ
182τότε ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, δὲν ἤρκεσαν τὰ πέρυσι ψηφισθέντα
183ποσὰ, ἀλλ’ ἐδαπάνησα καὶ πολλὰ ἄλλα· ἀλλὰ διατί νὰ μὴ τὰ
184γνωρίζῃ ἐγκαίρως ἡ Βουλὴ ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ; ἢ νομίζετε, ὅτι
185εἶναι ἀδιάφορον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως
186τοῦ κράτους νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν προϋπολογισθέντων
187ἐδαπανήθησαν ἀκόμη ὁλόκληρα ἑκατομμύρια; Λοιπὸν ἡ κυβέρ-
188νησις παρεβίασε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, μὴ φρον-
189τίσασα νὰ ὑποβάλῃ τὰς πιστώσεις εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ὑ-
190ποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ 1870.
191Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, εἶναι
192πλέον ἀναμφισβήτητον, μὲ ὅλα ὅσα εἶπον οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι δὲν
193συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον· διότι τὰ περισσότερα τῶν πο-
194σῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦν, τὰ ἐδαπάνησαν ἢ ἤρχισαν νὰ τὰ
195δαπανῶσιν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν δαπανῶν, δι’ ἃς ἐπι-
196τρέπεται νὰ χορηγῶνται πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, καὶ ὁ
197νόμος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν κυβέρνησιν οὐδεμίαν δαπάνην νὰ
198ἐπιχειρίσῃ, πρὶν ἐπιψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ πίστωσις· ὅταν
199π. χ. ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ δαπάνη διὰ τὴν ἀποξήρανσιν
200ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καὶ συνεδρίαζεν,
201ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ καὶ νὰ ληφθῇ ἡ ἄδεια αὐτῆς καὶ
202μετὰ ταῦτα νὰ προχωρήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἔργον.
203Ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς καταδίκους, μάρ-
204τυρας καὶ λοιπὰ, μετὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ
205καὶ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς ἡ ἀναγκαία πίστωσις καὶ τὸ
206ἔξοδον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θανατικῶν ποινῶν καὶ τὸ κα-
207τεπεῖγον, ἠδύνατο νὰ καθυποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ὅτι οὕ-
208τως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν προε-
209κάλεσε διὰ τὰς δαπάνας ταύτας διατάγματα· διατί; διότι
210καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τὴν δαπάνην,
211ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε καὶ δὲν τῇ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ προκα-
212λέσῃ Βασιλικὰ Διατάγματα. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν μεγάλην
213πίστωσιν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος, νομίζω, ὅτι
214εἶναι περιττὸν, ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ἐνταῦθα
215ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ὑπουργὸς, νὰ σᾶς εἴπω τίποτε πε-
216ρισσότερον· ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν
217εἰδικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεφόρτισε νὰ ἐξετάσωσι τὴν
218κατάστασιν τοῦ πλοίου, τὸ πλοῖον τοῦτο δὲν εἶχεν ἀνάγκην
219ἀμέσου ἐπισκευῆς καὶ ἦτο χρήσιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 6
220μῆνας· ὥστε οὐδεμία ἀνάγκη κατεπείγουσα ὑπῆρχεν.
221Ἀλλὰ, προσέθηκε κατόπιν, διέταξε τὴν ἐπισκευὴν, διότι ὁ
222διευθυντὴς τοῦ πλοίου ἔγραψεν ἔκθεσιν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντέχει
223τὸ πλοῖον. Ἀλλ’ ὅταν τις διορίζῃ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδημόνων ἀν-
224δρῶν διὰ ν’ ἀποφανθοῦν περί τινος πράγματος, καὶ ἔχῃ ἀνὰ
225χεῖρας τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν, εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ δίδῃ
226προσοχὴν εἰς μονομερεῖς ἐκθέσεις ἑνὸς μόνου ἀτόμου; εἰς τὰς
227ἐκθέσεις τοῦ κυβερνήτου ἑνὸς πλοίου; πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει
228ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ εἶχε τόσην ἀνάγκην ἀμέσου ἐπισκευῆς, καὶ δὲν
229ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, ἡ κυ-
230βέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ τὸ κρατήσῃ προσωρμισμένον εἴς τινα
231λιμένα, μέχρις οὗ λάβῃ τὴν ἀνήκουσαν πίστωσιν ἀπὸ τὴν
232Βουλὴν, εἶχε δὲ καιρὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἀφ’ ἧς συνῆλθεν
233ἡ Βουλὴ, ἀριθμοῦνται 5 μῆνες. Καὶ ὅμως, ἐνῷ εἶχε καθῆκον
234ν’ ἀναφέρῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβῃ τὰς ἀναγ-
235καίας πιστώσεις, ἔστειλε τὸ πλοῖον εἰς τὴν Τεργέστην καὶ
236ἔκαμεν ἔναρξιν τῆς ἐπισκευῆς· διότι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς
237τῶν ναυτικῶν, ἔβγαλε τὰ καζάνια καὶ προῆλθεν εἰς συμφωνίας
238μετὰ τῶν ναυπηγῶν· εἶναι δὲ ὅλως ἀδιάφορον, ἐὰν δὲν ἐπλη-
239ρώθη ἡ δαπάνη, διότι ἐὰν ἡ δαπάνη συνεφωνήθη, κατέστη ὑπο-
240χρεωτικὴ διὰ τὸ δημόσιον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶ-
241μεν· μόνη ἡ ἐξαγωγὴ τῶν καζανίων εἶναι ἀρχὴ ἐπισκευῆς καὶ
242ἀπῄτησε δαπάνην τινὰ, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἠμποροῦσε νὰ
243κάμῃ ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς.
244Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ
245βήματος τούτου περὶ νομιμοποιήσεως τῶν πιστώσεων δὲν
246ἔχουν πολλὴν ὑπόστασιν καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκει-
247μένου δὲν συνεμορφώθη καθόλου μὲ τὸν νόμον. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν
248προέβη εἰς δαπάνας χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς,
249ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο
250κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ Β. Διαταγ-
251μάτων, δὲν ἔλαβε τὴν ἀνήκουσαν φροντίδα νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς
252τὴν ἀνάκρισιν τῆς Βουλῆς, ἐγκαίρως καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως
253τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870.
254§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κάμετε πρότασιν.
255§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ᾖναι ἀνάγκη, θὰ ἔλθῃ, δὲν θὰ
256μᾶς συμβουλεύσητε σεῖς.
257§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ὡς ἠκούσατε, οἱ ἀξιότιμοι προλα-
258λήσαντες ὡμίλησαν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1869, παρατη-
259ρήσαντες, ὅτι τὰ ἔξοδα κατήντησαν πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπο-
260λογισθέντων, καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα ἔσονται κατώτερα τῶν προβλέ-
261ψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι ἡ κυβέρνησις
262εἴς τινας πιστώσεις παρεβίασε τὸν νόμον, καί τινες ἰσχυρίσθη-
263σαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις παρέλειψε τὸν ὀφειλόμενον κατὰ τοὺς κει-
264μένους νόμους πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμόν.
265Τὰ θέματα ταῦτα, κύριοι, ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν. Ἄλλως τε,
266καὶ ἂν ἤξιζον πλειοτέρας ἀναπτύξεως, δὲν παρατηρῶ νὰ ὑπάρχῃ
267αὐτὸς ὁ πόθος εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Πα-
268ραιτῶ διὰ τοῦτο τὰς ἀπόψεις ταύτας· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέτασιν
269τῶν πιστώσεων αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσω εἰς τὴν κυ-
270βέρνησιν τὴν οἰκονομίαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισ-
271μῶν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων.
272Ὁρμῶμαι δὲ εἰς τοῦτο ὑπὸ μόνης τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν
273εἶχον πάντοτε καὶ ἔχω περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δυνάμεων
274τῆς πατρίδος μας καὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων, ὑπὸ τῶν ὁποίων
275πάσχει καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ εὐημερήσῃ, οὔτε
276νὰ ἀνδρωθῇ. Διὰ τοῦτο ἀείποτε, κύριοι, καθόλον τὸ διάστημα,
277καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ κοινοβου-
278λίῳ, ἀείποτε ἐσύστησα τὴν οἰκονομίαν περὶ τὴν διαχείρισιν
279τῶν δημοσίων, διότι οἱ πόροι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολλὰ εὐτε-
280λεῖς, ἐν ᾧ αἱ δίκαιαι αὐτῆς ἀπαιτήσεις εἶναι πολλαί. Ὅσοι ἔλα-
281βον ἀφορμὴν νὰ σπουδάσωσι τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων ἐπι-
282κρατειῶν εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι λείπουν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἄπειρα
283στοιχεῖα, διὰ νὰ μὴν εἴπω τὸ ὅλον, ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν
284ζωὴν τῶν λαῶν ἐκείνων, καὶ μία ἁπλῆ παρατήρησις δύναται νὰ
285τὸ ἀποδείξῃ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους κατα-
286βάλλονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ χωρὶς νὰ παρέχωσιν εἰς αὐτὸν τὰς ὠ-
287φελείας, χάριν τῶν ὁποίων εἰς ὅλα τὰ ἔθνη οἱ φόροι προσφέρον-
288ται· διότι πάντοτε πάσχει ὁ τόπος ἕνεκα ἐλλείψεως δημοσίας
289ἀσφαλείας, καὶ εἰς πολλὰς περιόδους, διὰ νὰ μὴν εἴπω πάντοτε,
290ἔπαθεν ὑπὸ κακῆς διοικήσεως. Συλλογισθῆτε ὁποῖα εἶναι τ’ ἀπο-
291τελέσματα ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ φορολογουμένου, ὅπως παρα-
292λείψω πᾶσαν ἄλλην θεωρίαν. Καθὼς δὲ ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὰ ἀ-
293γαθὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας, τοιουτοτρόπως ἡ κακὴ κα-
294τάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς διοικήσεως ἐπενερ-
295γοῦσιν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς.
296Ἔχων λοιπὸν τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου,
297καὶ ἔχων προσέτι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι λείπουν τὰ πάντα,
298ἠσπάσθην πάντοτε μίαν ἰδέαν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ καὶ μόνη τὴν
299ἐλπίδα ὅπως δυνηθῶμεν διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ χρόνου
300νὰ ἐξέλθωμεν τῆς κακῆς καταστάσεως, τῆς ὄντως οἰκτρᾶς·
301ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς οἰκονομίας. Παρατηρῶ ὅμως μὲ
302λύπην μου, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν προχωρεῖ, καὶ ὅτι τὰ ἔτη δια-
303δεχόμενα τὸ ἓν τὸ ἄλλο, ἀντὶ νὰ δώσωσι δύναμιν εἰς τὴν ἰ-
304δέαν ταύτην τῆς οἰκονομίας, ἐξ ἐναντίας τὴν ἐξασθενοῦν, διότι
305ὅσον προβαίνει ὁ χρόνος, τόσον βλέπομεν εἰς τὰ δημόσια πράγ-
306ματα ἐξόγκωσιν ὅλων τῶν φθοροποιῶν στοιχείων τῆς δημοσίας
307οἰκονομίας.
308Ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις, κύριοι, δύναται νὰ φανῇ εἰς τὸ
309δημόσιον χρέος, δύναται νὰ φανῇ εἰς τοὺς προϋπολογισμούς· ἡ
310δὲ μέριμνα τῶν κυβερνήσεων δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐ-
311ρεύνης τῶν δύο τούτων στοιχείων. Ὅταν δὲ ῥίψητε βλέμμα
312ἐπ’ αὐτῶν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπον, ὅτι
313ἐξογκοῦνται καὶ συναυξάνουσι μετὰ τοῦ χρόνου τὰ στοιχεῖα
314τῆς κακοδαιμονίας, εἶναι ἀληθέστατον.
315Τὸ δημόσιον χρέος, κύριοι κατὰ τὸ 1862, ἤτοι κατὰ τὴν
316ἐπανάστασιν, ἦτο μικρὸν καὶ μηδαμινόν. Ὠφείλοντο εἰς τὴν ἐ-
317θνικὴν τράπεζαν 2,300,000· ὠφείλοντο εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν
318ἑταιρίαν 1,020,000· ὠφείλοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων
319575,000· τὸ ὅλον 3,895,000 περίπου ἕως 4,000,000. Τῷ
3201866 τὴν 31 Δεκεμβρίου τὸ χρέος ηὐξήθη εἰς 17,900,000·
321παρατηρῶ δὲ ὅτι εἰς τὸ χρέος τοῦτο περιλαμβάνονται καὶ 4
322καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια τῆς Ἑπτανήσου· ἂν δὲ ταῦτα ἀφαι-
323ρέσωμεν, φθάνομεν εἰς 13½ ἑκατομμύρια, ἤτοι αὔξησις τοῦ
324δημοσίου χρέους εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν 1863, 1864, 1665
325καὶ 1866 κατὰ 9½ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ ἑπό-
326μενον ἔτος τὸ 1867 εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ, τὸ χρέος ηὔξησεν εἰς
32730,853,000, ηὔξησε δηλ. κατὰ 13,000,090. Τῷ 1868, κατὰ
328τὸ τέλος τοῦ ἔτους, τὸ χρέος ηὔξησεν εἰς 40,557,000 δηλαδὴ
329αὔξησις περίπου 10 ἑκατομμυρίων. Τῷ δὲ 1869, κατὰ τὴν ἔκ-
330θεσιν τοῦ Ἰουνίου, τὸ δημόσιον χρέος ἐκ δανείων ἔφθασεν εἰς
33159,000,000.
332Σᾶς ἀνέφερα τοὺς ἀριθμούς, κύριοι, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ
333δικαίωμα εἰς κανένα νὰ λέγῃ, ὅτι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύ-
334σεως, ἀπὸ πνεῦμα κακεντρεχείας γίνονται ὅλαι αὗται αἱ συζη-
335τήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἄλ-
336λος παρὰ μόνον πῶς νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἁρπάσωμεν τὴν ἐξου-
337σίαν, ἀνατρέποντες τὴν ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν, χωρὶς διόλου
338νὰ προΐσταται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς ὅλας αὐ-
339τὰς τὰς ἐνεργείας οὐδεμία μέριμνα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
340τόπου, καὶ ὅτι μόνον ἐξογκώσεις καὶ φαντασιοκοπίαι εἶναι οἱ
341λόγοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Συγχρόνως ἐπεθύμησα νὰ δώσω
342κἄποιον κῦρος εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἐξέ-
343φρασα ἐνταῦθα, συζητουμένων τῶν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφα-
344λείας, ὅτι κυρίως δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν κυβερ-
345νώντων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπροσώπων.
346Μεταβαίνω ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ ἕτερον στοιχεῖον τῆς διαχει-
347ρίσεως· τὸ στοιχεῖον τοῦτο εἶναι οἱ προϋπολογισμοί, οἵτινες, ὡς
348γνωστόν, περιλαμβάνουσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δαπανᾷ τὸ Κρά-
349τος διὰ τὸν κοινωνικὸν σκοπόν. Οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἔργον
350τῶν κυβερνήσεων, αἱ κυβερνήσεις τοὺς συντάσσουν καὶ φέρουσι
351τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Λέγω τοῦτο διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν
352ἰδέαν ἐσφαλμένην, ἥτις ὑπάρχει εἴς τινας, ὅτι αἱ ἀντιπο-
353λιτεύσεις εὐθύνονται διὰ τοὺς προϋπολογισμούς, ὡς δυνάμε-
354ναι νὰ μεταῤῥυθμίζωσιν αὐτοὺς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Τοῦτο εἶναι
355ἐσφαλμένον· ὄχι μόνον αἱ κυβερνήσεις συντάττουσι τοὺς προϋ-
356πολογισμούς, ἀλλὰ καὶ μόνον αἱ κυβερνήσεις τοὺς προϋπολογι-
357σμοὺς τούτους μεταβάλλουσιν εἰς νόμους καὶ καθιστῶσιν ἀλή-
358θειαν· πρῶτον μέν, διότι αἱ κυβερνήσεις ὑποστηρίζονται ὑπὸ τῆς
359πλειονοψηφίας, ἄλλως οὐδεμίαν στιγμὴν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν
360εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ δεύτερον διότι ἐφαρμόζουσι τοὺς προϋπο-
361λογισμούς, καὶ ἴδαμεν παραδείγματα μέχρι τοῦδε ἐξογκώσεως
362τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἢ καὶ ἐλαττώσεως
363τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ὅπερ ἀποφασίζει
364περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν κυβερνώντων.
365Ὅταν ἐγένετο, κύριοι, ἡ ἐπανάστασις, ὁ προϋπολογισμὸς
366μετὰ τῶν πιστώσεων ὅλων τοῦ ἔτους ἐκείνου συνεποσοῦτο
367εἰς σπουδαῖον ποσόν, ἤτοι 28,000,000. Ἀλλ’ ὁ ἀπολογι-
368σμὸς τοῦ 1862 παρουσιάζει δαπάνας μόνον 24,000,000.
369Ἡ ἐπανάστασις, ἤτοι ἡ Συνέλευσις, κατὰ τὸ 1863, ὥρισε τὸν
370προϋπολογισμὸν εἰς 24,566,000· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς πα-
371ρουσιάζει 22,011,000. Τὸ 1864 εἰσήχθη ὁ προϋπολογι-
372σμὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ 24,491,000, ἠλαττώθη δὲ ὑπ’
373αὐτῆς εἰς 22,233,000, ἤτοι ἐπέφερεν ἐλάττωσιν 2,258,000
374ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τοῦ 1864 παρουσιάζει ἔξοδα 22,379,000.
375— Τὸ δὲ 1865 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς διὰ 27,965,000
376(συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἑπτανήσου), ἠλαττώθη δὲ παρὰ
377τῆς Βουλῆς εἰς 27,559,000, ἤτοι ἠλαττώθη μόνον κατὰ
378406,000, αἰτία δὲ τῆς μικρᾶς ἐλαττώσεως εἶναι, διότι ὁ προ-
379ϋπολογισμός, ὡς ἐνθυμοῦνται ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Χρηστίδης,
380μετὰ τῶν ὁποίων ἤμην συνυπουργός, συνεζητήθη τὸν Νοέμ-
381βριον τοῦ ἔτους· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τοῦ 1865 παρουσιάζει
382ἔξοδα 27,848,000. — Τὸ 1866 εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς
383διὰ 29,678,000, ἠλαττώθη δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς 27,192,
384000, ἤτοι ἠλαττώθη κατὰ 2,485,000· ὁ δὲ ἀπολογισμὸς πα-
385ρουσιάζει 29,270,000. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὡς πρὸς τὸ 1866 τὰς
386συζητήσεις τὰς περισυνὰς καθὼς καὶ τὰς προπερισυνὰς, κατὰ
387τὰς ὁποίας ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος πρέπει ἀκόμη νὰ ἐλαττωθῇ,
388διότι περιεῖχε δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν. —
389Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1867 περιλαμβάνει ἔξοδα 38,410,000,
390ἐξ ὧν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἔκτακτα ἔξοδα 8,200,000, καὶ
391τοιουτοτρόπως τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς
39230.240,000. — Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ πρόοδος τῶν προϋπολο-
393γισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1867. Εἶμαι ἤδη ἠναγκα-
394σμένος νὰ παραλείψω τὸ 1868, διότι δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολο-
395γισμὸν αὐτοῦ, οὔτε μᾶς ἐδόθησαν αἱ ἔκτακτοι αὐτοῦ δαπάναι,
396ὅπως εὕρωμεν τὰς τακτικάς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 1869.
397Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, τοῦ 1869, ὡς γνωρίζετε, συνε-
398τάχθη ὑπὸ ἄλλης κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ ἄλλων βου-
399λευτῶν· ὥστε θὰ ἐξετάσωμεν μόνον τὴν ἐκτέλεσίν του. Ὁ προϋ-
400πολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1869 ἐψηφίσθη διὰ 34,605,254.
401Ἀλλὰ τὶ συνέβη, κύριοι, κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του; Νέαι πι-
402στώσεις παρουσιάσθησαν αἱ ἑξῆς: Οἰκονομικῶν 1,000,000. —
403Ἐξωτερικῶν 237,888. — Δικαιοσύνης 7,000. — Ἐσωτερικῶν
404697,000. — Ἐκκλησιαστικῶν 9,000. — Στρατιωτικῶν 727,
405000. — Ναυτικῶν 450,000. — Τὸ ὅλον προσθήκη εἰς τὸν
406ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν 3,126,000.
407Δὲν εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, διὰ νὰ γνωρίζωμεν
408ὁποῖος θὰ ᾖναι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1869· ἀλλὰ συνομολογῶ
409μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλλίας, ὅτι δὲν ἦτο εὐτυχὲς
410τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκε
411χθές. Διότι, ἂν ἦτο ὀρθὸν, θὰ ἦτο δυστύχημα φοβερὸν, ἂν δὲν
412δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν
413τῶν ἐξόδων πρὶν λήξῃ ἡ χρῆσις· τοῦτο ἀπαιτεῖται μόνον διὰ
414τὴν ἐντελῆ ἀκρίβειαν, ἀλλὰ διὰ τὸν κατὰ προσέγγισιν ἀπολο-
415γισμὸν δὲν ἀπαιτεῖται νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον τοῦ
416χρόνου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν σφάλλω πολὺ κάμνων τὸν ἑξῆς ὑπο-
417λογισμὸν τοῦ 1869: Ὑπελογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 31,605,000,
418ζητοῦνται πιστώσεις 3,126,000, ἐκπίπτω ἐκ τοῦ προϋπολο-
419γισμοῦ τὸ ἔξοδον τῆς νομισματοποιίας 1,850,000, ἐκπίπτω
420ὡσαύτως ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς τὸ τέλος 1,000,000, ἢ ἂν
421θέλετε ἀκόμη νὰ καταβιβάσητε ἀδιαθέτους πιστώσεις 300 ἢ
422400 ἢ 600 χιλιάδας δραχμῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θέλουσι
423φθάσει τὸ 1869 εἰς 30,000,000. Κατεβίβασα δ’ ἐκ τοῦ προϋ-
424πολογισμοῦ 1,850,000 διὰ τὸ χαλκονόμισμα, διότι τὰ ἔξοδα
425διὰ τὸ νόμισμα ἐν γένει ἀργυροῦν καὶ χαλκοῦν εἶναι 2,850,
426000, καὶ καθ’ ἅ μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν
427Οἰκονομικῶν, ζητηθείσης παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας πρό τινων
428ἡμερῶν, μόνον ἓν ἑκατομμύριον θέλει πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ 1869,
429τὰ δὲ λοιπὰ κατόπιν.
430Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ πρόοδος τῶν προϋπολογισμῶν. Ἀφοῦ
431σᾶς ἐξέθεσα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πρόοδος τοῦ ἐκ δανείων δημοσίου
432χρέους, ἀφοῦ σᾶς ἐξέθεσα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πρόοδος τῶν προϋ-
433πολογισμῶν, σᾶς ἐρωτῶ ἑπομένως ἂν ἡ οἰκονομικὴ αὕτη κα-
434τάστασις τοῦ πτωχοῦ καὶ μικροῦ τούτου τόπου δὲν δεῖται με-
435γίστης φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, ἂν δὲν ἔχῃ ἀνάγκην σπουδαίων
436μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἂν δὲ τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς,
437ἐὰν συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι τὴν σήμερον τὰ πάντα ἀναλύον-
438ται εἰς χρήματα, καὶ ὅτι ἄνευ χρημάτων τίποτε δὲν δύναται
439νὰ ἀποκτηθῇ καλὸν, οὔτε ὑλικὸν, οὔτε ἠθικὸν, στοχασθῆτε τότε,
440ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κατάστασις τῶν ἐλπίδων τοῦ τόπου,
441καὶ ὁποία εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς κυ-
442βερνήσεως, διότι ἀπὸ τὰς χεῖράς μας τοιαύτη κατάστασις ἐ-
443ξέρχεται! Τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, κύ-
444ριοι, δὲν πρέπει τίποτε νὰ περιμένετε, ἀπολύτως τίποτε· διότι
445ὁποῖον εἶναι τὸ καλὸν, ἢ τὶ καλὸν θέλετε νὰ φαντασθῆτε καὶ
446νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἄνευ χρημάτων δύναται ν’ ἀποκτηθῇ; Κανέν·
447οὔτε ἀσφάλειαν εἰμπορεῖτε νὰ ἔχετε, οὔτε πρόοδον εἰς τὰ γράμ-
448ματα εἰμπορεῖτε νὰ ἐλπίσετε, οὔτε πρόοδον ὑλικὴν εἰμπορεῖτε
449νὰ φαντασθῆτε, οὔτε δύναμιν εἰμπορεῖ τὸ ἔθνος ν’ ἀποκτήσῃ,
450οὔτε πολιτικὴν εἰμπορεῖ ἐσωτερικὴν ἢ ἐξωτερικὴν νὰ μετέλθῃ,
451οὐδὲν ἀπολύτως, ἀπολύτως οὐδέν. Εἶχον ἢ δὲν εἶχον τὸ δικαί-
452ωμα νὰ παραστήσω, ὅτι μεγίστη εἶναι ἡ εὐθύνη μας.
453Θέλω ἐξετάσει ἤδη εἰδικώτερον τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως
454τὴν διαχείρισιν, ἀφοῦ ἐξήτασα τὴν σύμπραξίν της εἰς τὴν αὔξη-
455σιν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἣν ἐποιήσατο τοῦ
456προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869.
457Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις
458παρέλειψε τὰς οἰκονομίας, καὶ ὅτι οὐδεμίαν οἰκονομίαν μέχρι
459τοῦδε ἔκαμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869,
460οὔτε ἐπενόησε καμμίαν διὰ τὸ μέλλον ἔτος, τοῦ ὁποίου μᾶς ὑπέ-
461βαλε τὸν προϋπολογισμόν. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως καὶ τὴν ἀντίῤῥη-
462σιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἀντίῤῥησις ἦτον αὕτη, προταθεῖσα,
463ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Εὐ-
464παιδεύσεως. «Δὲν ἐκάμαμεν οἰκονομίαν, εἶπον, διότι ὁ προϋ-
465πολογισμὸς τοῦ 1869 ὃν συνέταξεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις,
466ἠλάττωσε τὰς δαπάνας τοῦ 1869 κατὰ 2,000,000· τὶ οἰκονο-
467μίαν λοιπὸν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ὁ προϋπολογι-
468σμὸς τῶν προκατόχων μας εἶναι κατὰ 2,000,000 κατώτερος
469τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868». Παραλείπω πρὸς τὸ παρὸν
470πᾶσαν ἄλλην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, καὶ κάμνω
471τὴν παρατήρησιν, ὅτι πλανᾶται ἡ κυβέρνησις καὶ μᾶς ἀδικεῖ,
472τοιαῦτα προτείνουσα πρὸς δικαιολόγησίν της· θέλω δὲ μόνον
473σᾶς παραθέσει, κύριοι, τὰς παρεκτροπὰς, τὰς ὑπερβάσεις τῆς ση-
474μερινῆς κυβερνήσεως καὶ τὰς παραμορφώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη
475ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του.
476Ἀποχωρίζων ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ
477ἀπὸ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, θέλω σᾶς δείξει
478τὰς ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μόνον εἰς τὴν γενικὴν ὑπη-
479ρεσίαν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἐστὶν εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν.
480Ἐπομένως παραλείπω τὰ δάνεια καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐτησίων
481τόκων, παραλείπω τὰς μεταμορφώσεις, τὰς ὁποίας πάσχουσιν
482αἱ συντάξεις, παραλείπω τὰ τῆς ὁδοποιΐας κλπ. πᾶσαν τέλος
483ξένην τῆς καθαρᾶς διοικήσεως πίστωσιν. Εἰς τὴν γενικὴν λοι-
484πὸν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἔχομεν ἕως τώρα τὰς ἑξῆς αὐξή-
485σεις τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
4861869. Ἐξωτερικῶν 237,000. – Δικαιοσύνης 7,000. –
487Ἐσωτερικῶν 696,000. – Ἐκκλησιαστικῶν 9,000. – Στρα-
488τιωτικῶν 727,000. – Ναυτικῶν 450,000. – καὶ Οἰ-
489κονομικῶν 101,000. – ὅπερ ἐστὶ 2,200,000 περίπου
490δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες ἐ-
491πῆλθον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, (συγκριτικῶς πρὸς
492τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868) ἐματαιώθησαν· διότι 2,200,
493000 δραχμῶν νέαι πιστώσεις ἕως σήμερον προσετέθησαν εἰς
494τὴν Γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ εἰς τὴν διοίκη-
495σιν τοῦ Κράτους, ἤτοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Οἰ-
496κονομίας, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
497εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῶν
498Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· πᾶσαν ἄλλην δαπάνην τὴν ἀφί-
499νω κατὰ μέρος, κύριοι, μόνον εἰς τὴν διοίκησιν ἐπῆλθον κατὰ
500τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐξήσεις 2,200,000 δραχ-
501μῶν πλέον τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τοῦ
5021868.
503Ἐξετάζω ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις
504μᾶς ὑπέβαλε τοῦ 1870. Ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεχειρίσθη
505καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἂν ᾐσθάνετο
506τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομίας εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων,
507βεβαίως ἠδύνατο νὰ κάμῃ μεγάλην οἰκονομίαν εἰς τὴν ἐκτέ-
508λεσιν αὐτοῦ· διότι ἔχομεν κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι πολὺ γλισχρο-
509τέρους προϋπολογισμοὺς διεχειρίσθησαν, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον
510χρονικὸν διάστημα τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους ἐφήρμοσαν,
511καὶ μολαταῦτα ἠδυνήθησαν νὰ φέρουν οὐχὶ εὐκαταφρονήτους
512οἰκονομίας κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ
513ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν ἐντελῶς τῆς κυβερνήσεως, τὸ
514ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία συνέταξε μετὰ μακρὰν ἐτησίαν πεῖραν.
515Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ὑπηρε-
516σίαν (διότι παραλείπω τὰ λοιπὰ) εἶναι ἀνώτερος τοῦ προϋπο-
517λογισμοῦ τοῦ 1869 εἰς τὰ ἑξῆς: Ἐξωτερικῶν 42,256. —
518Δικαιοσύνης 101,800. — Ἐσωτερικῶν 413,144. — Ἐκκλησια-
519στικῶν 38,353. — Στρατιωτικῶν 5,793. — Ναυτικῶν 269,
520059. Τὸ ὅλον λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
5211870 σχετικῶς πρὸς τὸν τοῦ 1869, καὶ μόνον διὰ τὴν γενικὴν
522ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους, εἶναι 872,405.
523Δύο ζητήματα θέλω ἐξετάσει, κύριοι, ά) ἂν αἱ οἰκονομίαι,
524αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωσιν ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ ᾖναι μόνον
525ὀργανικαὶ καὶ ἑπομένως ἂν αἱ ἄλλαι οἰκονομίαι δὲν ὠφελοῦν,
526ἀλλὰ βλάπτουν, ὡς εἶπέ τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας
527χθές· καὶ βʹ) ποῦ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ οἰκονομίας,
528καὶ πῶς δύναται νὰ κάμῃ οἰκονομίας· διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ τις
529κανὲν ἄλλο μέσον νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν ἡ
530Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προτείνῃ τίποτε ἄλλο ὑπὲρ ἑαυτῆς,
531τότε αὐτὸ τὸ ζήτημα τίθησι «δείξατέ μας ποίας οἰκονομίας
532νὰ κάμωμεν», καὶ ὅσοι δὲν ἐγκύπτουσιν εἰς τοὺς προϋπολογι-
533σμοὺς καὶ τὰ οἰκονομικὰ, εὐκολώτατα πιστεύουσι τοῦτο, ἢ ἐπι-
534θυμοῦσι νὰ τὸ πιστεύωσιν.
535Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι μόνον ὀργανι-
536καὶ οἰκονομίαι δύνανται νὰ γίνωσιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον,
537ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ ὀργανικὰς
538οἰκονομίας, ἀλλ’ ἂν δὲν γίνωνται ὀργανικαὶ οἰκονομίαι, αἱ κυ-
539βερνήσεις ὀφείλουσι λόγον δι’ αὐτό. Διὰ τί νὰ μὴ κάμνουν ὀρ-
540γανικὰς οἰκονομίας; διατί ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι
541δέκα μῆνας εἰς τὰ πράγματα καὶ ἔσχε τὴν τύχην νὰ προπα-
542ρασκευάσῃ τὸ μέλλον ἤτοι τὸ 1870, διατί δὲν ἔκαμεν ὀργα-
543νικὰς οἰκονομίας; τίνα δύναται διὰ τοῦτο νὰ αἰτιαθῇ; οὐδένα·
544οὔτε δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅ,τι ἤκουσα νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δῆθεν
545δὲν εἶχε καιρὸν, ὅτι εἶχεν ἀσχολίας. Αἱ κυβερνήσεις, κύριοι,
546ἔρχονται εἰς τὰ πράγματα μὲ ἓν σύστημα, καὶ ἂν θελήσητε τὴν
547ἰδιότητα ταύτην νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις, εἶναι τότε
548ἀναξία ἡ Ἑλλὰς συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Συνταγματικὸν
549πολίτευμα καὶ κυβερνήσεις ἄνευ συστήματος, εἶναι ἀντίφασις·
550διότι εἰς τὰς συνταγματικὰς πολιτείας ἡ βασιλεία δὲν ἔχει τὸ
551δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ τὸν τυχόντα καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὰ
552πράγματα· ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ τὰς κυβερνήσεις ἐκ τῶν
553πολιτευομένων. Πᾶς πολιτευόμενος, ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐ-
554ξουσίας, πρέπει νὰ καταναλίσκῃ ὅλον τὸν χρόνον εἰς τὴν μελέ-
555την τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐπίκρισιν
556τῶν συστημάτων τῶν ἀντιπάλων του, νὰ μορφώνῃ δὲ ἰδέας
557καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ χρόνου ν’ ἀποδεικνύῃ ἐπικρα-
558τεστέρας, τυχὼν δὲ τῆς εὐτυχίας ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ὀ-
559φείλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημά του καὶ μετέπειτα εὐδοκιμή-
560σας ν’ ἀπαιτήσῃ δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸ ἔθνος ἐπευφημίας καὶ
561εὐλογίας.
562Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ἂν, πλὴν τῶν ὀργανικῶν οἰκονομιῶν,
563τὰς ὁποίας δὲν ἐφρόντισεν ἡ κυβέρνησις νὰ μᾶς φέρῃ, ἂν ὑπάρ-
564χωσι καὶ ἄλλαι, ἢ ἂν ᾖναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι
565ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενοι.
566Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι, τὸ τελευταῖον τοῦτο. Μικρὰς ἐποίησεν
567οἰκονομίας τὸ 1866· τὰς λέγω μικράς, διότι τὸν προϋπολογι-
568σμὸν τοῦ 1866 ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἐπεχείρησε τὸ ἔργον τῶν
569οἰκονομιῶν, τὸν παρέλαβε νὰ τὸν ἐκτελέσῃ τὸν Ἰούνιον, καὶ ἡ
570ἐκτέλεσις τῶν ληφθέντων οἰκονομικῶν μέτρων ἤρχισε κατὰ τὰ
571μέσα καὶ τέλη Ἰουλίου· ἑπομένως ὅλον τὸν παρελθόντα χρόνον
572ἐξετελέσθη ὁ προϋπολογισμὸς ἄνευ τούτων τῶν οἰκονομιῶν· ἵνα
573μὴ κατακριθῶ δὲ παρ’ οὐδενὸς ὅτι δῆθεν ἐξογκόνω τ’ ἀποτελέ-
574σματα, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διε-
575δέχθησαν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἡ περὶ τούτου γνώμη των
576εἶναι ἐγγράφως ἐκτεθειμένη εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
577τοῦ 1867, καθ’ ἣν αἱ οἰκονομίαι (παραλείπω τὰς ἄλλας) αἱ
578προελθοῦσαι μόνον καὶ μόνον ἀπὸ καταργήσεις θέσεων ἀνέβησαν
579εἰς 500,000 δραχμῶν. Ἐρωτῶ αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι ἔβλαψαν
580τὴν διοίκησιν; Ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔτος 1866 εἰς τὰ ἐλλείμ-
581ματα; ὑπῆρξε τάχα χειρότερον τῶν πρὸ αὐτοῦ ἢ τῶν μετ’ αὐτὸ
582ἐτῶν; εἶναι εἰς τὰ καθυστερήματα χειρότερον τῶν ἐτῶν τῶν
583πρὸ αὐτοῦ ἢ τῶν μετ’ αὐτό; ἰδοὺ τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν δυνάμεθα
584νὰ κρίνωμεν. Δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν ἀληθὲς, οὔτε τὸ ἕτερον. Τὸ
585ἔλλειμμα τοῦ 1866 ὑπολογίζεται εἰς 2,400,000 καὶ δὲν εἶναι
586κατώτερον τοῦ παρελθόντος· δὲν εἶναι δὲ οὔτε τόσον· καὶ ἐν-
587ταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπού-
588λου, ὄχι τοὺς ἰδικούς μου ἀριθμοὺς, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν προσ-
589θέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τὸν ἔγγειον φόρον τῆς Ἑπτανήσου, ὁ
590ὁποῖος ἀφῃρέθη, ἤτοι 600,000 δραχμὰς, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ
591τὰ ἔξοδα τὰς καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ἀδίκως ἐπιβληθείσας δικα-
592στικὰς ἀποζημιώσεις δρ. 350,000, ἔτι δὲ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα
593450,000, τότε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1866 περιορίζεται μόνον εἰς
594ἓν ἑκατομμύριον, ἤτοι εἶναι πολὺ κατώτερον τῶν ἐλλειμμά-
595των τῶν ἀπολογισμῶν ἁπάντων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ καθυστερήματα
596παρατηρῶ, ὅτι τὸ 1864 καθυστέρησε δρ. 2,455,000· τὸ 1865
597δρ. 2,308,000· τὸ 1866 δρ. 2,677000· τὸ 1867 δρ. 2,908,
598000· ἑπομένως τὸ 1866 δὲν ὑπῆρξεν ἀνώτερον τῶν ἄλλων.
599Παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε, ὅτι ἔκαμα τὴν ἐκδρομὴν
600αὐτὴν, διότι ἐπηρεάζει τὰς ἀρχάς μου τὸ λεγόμενον, ὅτι αἱ
601οἰκονομίαι αἱ μὴ ὀργανικαὶ εἶναι βλαπτικαὶ, καὶ διότι ἐνόσῳ
602δὲν γίνονται τοιαῦται ὀργανικαὶ οἰκονομίαι, ἀφανιζόμεθα καὶ
603καταστρεφόμεθα. Θέλω δὲ σᾶς δείξει ἀμέσως, κύριοι, ὅτι ὑπάρ-
604χουσι μέσα ὅπως γίνωσιν οἰκονομίαι, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπάρ-
605χει στάδιον οἰκονομιῶν, ἕπεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν
606δύνανται νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι παρὰ μόνον ὀργανικαί.
607Ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις, κύριοι, εἶναι ἡ ἐκ τῆς συγκρίσεως
608τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἀριθμῶν μάλιστα, οἵτινες εὕρηνται εἰς τοὺς
609ἀπολογισμούς. Ἐὰν ἤθελα νὰ συγκρίνω ὁλόκληρον τὴν διαχεί-
610ρισιν τῶν διαφόρων ἐτῶν, ἤθελε γεννηθῆ συζήτησις πολὺ μα-
611κρὰ καὶ ἀτελεύτητος διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ
612ἔξοδα, ἀνεπίδεκτα μετακινήσεως ὡς τὰ δάνεια, διὰ τοῦτο καὶ
613εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀρχίζω νὰ ἐξετάζω, μένω εἰς
614τὴν ἀρχὴν, ἣν ἠκολούθησα καὶ πρίν, ἤτοι ἐξετάζω τὴν γενικὴν
615ὑπηρεσίαν. Τί παρουσιάζει, κύριοι, ἡ γενικὴ ὑπηρεσία τοῦ
6161869; ἔξοδα 18,707,600· προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν πι-
617στώσεων τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας 2,226,000, αἱ πιστώσεις τοῦ
6181869 διὰ τὴν καθαρὰν διοίκησιν ἀναβαίνουσιν εἰς 20,933,000.
619Ἐν τούτοις ἂν ῥίψητε βλέμμα ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς γενικῆς
620ὑπηρεσίας τῆς πρό τινων ἐτῶν, οὐχὶ πρὸ πολλῶν, ἀλλὰ τοῦ
6211866 ἀπὸ τοῦ ὁποίου μᾶς χωρίζουν δύω ἔτη μόνον τὸ 1867 καὶ
622τὸ 1868, ὁποίαν εὑρίσκομεν διαφοράν; ἡ γενικὴ ὑπηρεσία κατὰ
623τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1866 περιέχει 17,330,275· ἀλλ’ ἐντὸς
624αὐτῶν περιλαμβάνονται ποσὰ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς σύγκρισιν·
625τοιαύτη εἶναι ἡ ὁδοποιΐα, ἥτις μετὰ τὸ 1866 ἀπέκτησεν ἰδιαί-
626τερον ταμεῖον· εἶναι ἡ ἐπιχορήγησις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας διὰ
627τὸν αὐτὸν λόγον, εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῆς Κρήτης· τὸ ὅλον
6281,315,000. Ὥστε τὸ κράτος ἐδιοικήθη μὲ 16,000,000. Ποῦ
629δ’ εὑρισκόμεθα ἤδη; εἰς 21,000,000! Δὲν περιέλαβον δάνεια
630διὰ νὰ μὴ μοὶ εἴπητε «δὲν τὰ ἐξωγκώσαμεν μόνον ἡμεῖς»· δὲν
631περιέλαβον συντάξεις, ἵνα μὴ εἴπητε «ὅτι αἱ συντάξεις ἔκτοτε
632ηὔξησαν»· δὲν περιέλαβον καμμίαν ἔκτακτον δαπάνην, ἵνα μὴ
633μοῦ εἴπητε «δὲν τὴν ἐπροκαλέσαμεν»· οὐδὲν περιέλαβον ἐξ ὅσων
634ἐπεσώρευσεν ὁ χρόνος· περιωρίσθην εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν τοῦ
635Κράτους, ἥτις εἰς τὰ 1866 ἀπήτησε 16,000,000, εἰς δὲ τὰ
6361869 ἔφθασεν εἰς 21 ἑκατομμύριον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς,
637διότι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἕτεραι πιστώσεις μέχρι τῆς
63831 Ὀκτωβρίου. Πρόκειται, βλέπετε, περὶ διαφορᾶς 5,000,000.
639τὸ δὲ 1870, κύριοι, κατηρτίσθη τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἡ δα-
640πάνη εἰς 19,577,000, ἤτοι κατὰ 3½ ἑκατομμύρια ἀνώτερα
641τῆς τοῦ 1866. Ἀλλ’ ἕως νὰ λήξῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1870 πόσαι
642νέαι πιστώσεις δὲν θέλουσιν ἔτι μᾶλλον αὐξήσει τὴν διαφοράν;
643Ἐρωτῶ λοιπὸν ἂν εἰς αὐτὰς τὰς πιστώσεις καὶ τὰς μεγάλας
644διαφορὰς τῶν δαπανῶν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως δὲν ὑπάρχει τρό-
645πος οἰκονομίας! Ἂν ἐντὸς τῶν 5 καὶ 3½ ἑκατομμυρίων δὲν
646εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τις οἰκονομία! Μόνον ἐὰν ἤθελαν, κύ-
647ριοι, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ 1866,
648ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οἰκονομίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ὁ ἀξιότι-
649μος ὑπουργὸς γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο
650ηὐξήθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ
6511866 κατὰ 1800 ἄνδρας. Πῶς; ηὐξήθη διὰ τῆς προσθήκης
652ἀνὰ 30 ἄνδρας εἰς ἕκαστον τῶν ἑξήκοντα λόχων τοῦ πεζικοῦ,
653χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ σχηματισθῶσι νέα τάγματα
654καὶ χωρὶς νὰ προστεθῇ οὔτε εἷς ἀξιωματικός. Ἀλλά, κύριοι,
655δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς αὐτὸν τὸν τόπον! δὲν ἠξεύρω
656διατί, ἐνῷ, ὅταν ἤμεθα ἰδιῶται, πολῖται, ἢ ὅταν ἰδιαιτέρως
657λαλοῦμεν, πάντοτε ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ κράτος ἔχει διοίκη-
658σιν λίαν πολυδάπανον, λίαν πολυτελῆ, μολαταῦτα ὅταν εἴτε
659ὡς βουλευταί, ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν τὴν γνώμην μας,
660εἴτε ἀναβαίνομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονοῦμεν ἡμᾶς αὐτούς.
661Ἐν τούτοις τὸ κακὸν προχωρεῖ καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν βλέπω
662καμμίαν θεραπείαν· θεωρῶ δὲ πολὺ εὐτυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
663βλέπουσι θεραπείαν τινὰ καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦτο θὰ ἀπέλθωσιν
664εἰς τὴν ἐπαρχίαν των μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν καὶ μὲ πλήρη τὴν
665πεποίθησίν των, ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον καὶ συνέτρεξαν τὴν
666πατρίδα. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πίστις ἐξην-
667τλήθη, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν μὲ ἰσο-
668ζύγιον, καὶ ὅτι τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν ὑπεράνω τῶν δυνά-
669μεών μας. Ἄλλως τε ἂν ῥίψητε βλέμμα ἐξεταστικὸν ἐπὶ τῶν
670ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ δανειζώμεθα ἄλλοτε, θέ-
671λετε εὕρει, ὅτι ὅσον ὁ χρόνος προβαίνει, τόσον οἱ ὅροι οὗτοι
672καταντῶσι βαρύτεροι, καί, ἐνῷ ἐπὶ Ὄθωνος διὰ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο
673δάνειον ἐνομίζετο ὅτι ἐπληρώναμεν πολὺ 5 ἢ 6%, ἐφθάσα-
674μεν ἤδη εἰς τὸ 11%, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε δὲν εὑρίσκαμεν
675χρήματα ἄνευ ὑποθήκης καὶ ἐνεχύρων, τώρα εἶναι ἀδύνατον
676νὰ εὕρωμεν οὔτε μὲ ἐνέχυρα, οὔτε μὲ ὑποθήκας, διότι καὶ τὸ
6771868 ἐζήτησε χρήματα καὶ δὲν ἠμπόρεσε καὶ τὸ 1869 ζητεῖ
678καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ, καίτοι αἱ ἐγγυήσεις εἶναι
679ἀρκετὰ καλαί.
680Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὴν κατάστασιν τῶν φόρων,
681οὔτε οἱ φόροι δύνανται νὰ παρέξωσιν ἐλπίδα τινά. Πρῶτον μέν,
682διότι ἐν Ἑλλάδι συνέβη ν’ αὐξήσωσιν οἱ φόροι διὰ μιᾶς, ὅπερ
683δὲν συνέβη εἰς ἄλλους τόπους· ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐὰν ὑπολογισθῇ
684ὁ πληθυσμὸς κατὰ 1,400,000, ηὔξησαν οἱ φόροι κατὰ κεφαλὴν
6855 δραχμάς· ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν τῶν φόρων παρατηρῶ, ὅτι ἡ
686φορολογία μόνον εἰς τὰς πρωτίστας τῶν μεγάλων δυνάμεων εἶναι
687βαρυτέρα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, συγκριτικῶς δὲ πρὸς τὰς ἄλλας
688ἐπικρατείας ἡμεῖς φορολογούμεθα βαρύτερον· καὶ ἐνῷ ὅλαι αἱ
689ἐπικράτειαι οὐ μόνον ἔχουσιν εὐημερίαν, τάξιν, πρόοδον καὶ
690διαπρέπουσι πολιτικῶς, ἡμεῖς στερούμεθα καὶ αὐτῶν τῶν οὐ-
691σιωδεστάτων στοιχείων τῆς ὑπάρξεως, τίποτε δὲν ἔχομεν καὶ
692τίποτε δὲν κατωρθώσαμεν, μὴ ἀπολαμβάνοντες οὔτε κἂν δη-
693μοσίας ἀσφαλείας καὶ διοικήσεως.
694Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁρμώμενος ἐκ
695τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι, βλέπετε, εἰς τίνα βαθμὸν ἐξογκώνουσι
696τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, ἐνόμισα πρέπον νὰ συστήσω
697εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν τὸ πνεῦμα, ὅπερ βλέπω μὲ
698λύπην μου ἀπεσβεσμένον, τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας. Ἔλαβον
699δὲ ἰδίως ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς
700τὴν κυβέρνησιν πίστωσιν 250,000 δρ. διὰ τὴν ἐθνικὴν ὁδο-
701ποιίαν, καὶ καθ’ ὃ πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν ζητεῖ ἡ κυβέρνησις τὴν
702ἄδειαν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ἐν τῇ Τραπέζῃ ἐθνικὰς μετοχάς. Αἱ
703τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐντυπώσεις μὲ παρεκίνησαν νὰ σᾶς
704ὁμιλήσω σήμερον ὡς σᾶς ὡμίλησα, διότι στοχασθῆτε, κύριοι
705τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος· αἱ μετοχαὶ τὰς ὁποίας ἔχει ἡ
706Ἑλλὰς εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐκποιηθῶσι καὶ νὰ ἐκποιηθῶσι διὰ
707νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ζήσωμεν.
708§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰς τὴν συζήτησιν.
709§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐπι-
710θυμῶ νὰ ἀναβαίνω κάθε ὥραν εἰς τὸ βῆμα· ἐπειδὴ δὲ πι-
711στεύω, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα συζήτησις ὡς πρὸς τὸ νο-
712μοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ. Πίστωσις
713250,000 δραχ. μέλλουσα νὰ προμηθευθῇ διὰ τῆς ἐκποιήσεως
714τῶν ἐθνικῶν μετοχῶν εἶναι, κύριοι, συμφορά, διότι σήμε-
715ρον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κάμνομεν Liquidation. Μέχρι
716τοῦδε προέβημεν εἰς πολλὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφαίνουσι
717διάλυσιν, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ μετοχαὶ εἶχον θεωρηθῆ μέχρι πρὸ μι-
718κροῦ ὡς ἱεραί. Ὁ μακαρίτης Ὄθων εἶχε κατορθώσει διὰ τῶν
719μετοχῶν τούτων νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς πιστωτι-
720κοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον παρέσχε τοσούτους καρποὺς εἰς
721τὸν τόπον, καὶ συγχρόνως διὰ τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης ἔδωκε
722τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπεμβαίνῃ σπουδαίως εἰς
723τὴν διοίκησιν τῆς τραπέζης, καὶ ἔδειξε διὰ τοῦ ἔργου τούτου
724πόσον ἐνδιεφέρετο ἡ ἐπικράτεια εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον, πόσον
725ἐνδιεφέρετο εἰς τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας· ἐνῷ δὲ τότε, καίτοι
726τὸ κράτος εἶχεν εὐτελεῖς πόρους, μολαταῦτα σημαντικὸν πο-
727σὸν ἔδωκε πρὸς ἀπόκτησιν ἑνὸς ἀγαθοῦ, ἤδη ἐρχόμεθα νὰ κατα-
728στρέψωμεν τὴν ἀγαθὴν ἐκείνην πρᾶξιν καὶ κατὰ συνέπειαν
729ν’ ἀναιρέσωμεν ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτῆς. Δὲν ἐννοῶ δὲ,
730κύριοι, πῶς ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν ἀ-
731παίτησίν της ταύτην, ὕστερον ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα
732ἀποδεικνύει ἡ οἰκονομική της διαχείρισις. Τί νὰ κάμω μᾶς
733λέγει! ἔχω ἀνάγκην 250,000 δραχ. δὲν δύναμαι νὰ τὰς εὕρω
734ἄλλως, τὸ μόνον κτῆμα ὅπερ μᾶς ἀπέμεινεν εἶναι αἱ ἐθνικαὶ
735μετοχαὶ, ζητῶ νὰ τὰς ἐκποιήσω. Τοιαύτη δικαιολόγησις δὲν
736ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ηὔξησε τὸν προϋπολογι-
737σμὸν τοῦ 1869, κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του, κατὰ 3,000,000·
738συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 κατὰ 870,000 δραχ.
739πολυτελέστερον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869· ἐδαπάνησε διὰ
740τὴν καθαρὰν διοίκησιν 5 ἑκατομμύρια πλειότερον τοῦ 1866
741ηὔξησε τοὺς ἐτησίους τόκους τῶν δανείων κατὰ ἓν ἑκατομμύριον
742καὶ τέλος ἐδανείσθη 19 ἑκατομμύρια. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ, ὡς σᾶς
743εἶπον ἄλλοτε, ἡ χρῆσις τοῦ 1868 δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα, διότι
744τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶχε συνομολογήσει τὸ προκάτοχον ὑπουρ-
745γεῖον, ἤρκεσαν νὰ καλύψωσι τὸ προσωρινὸν ἔλλειμμα· καὶ οὔτε
746δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ κυβέρνησις, ὅτι τὰ βάρη τοῦ 1869
747ἦσαν ἰσχυρὰ καὶ τὴν ἐπίεζον, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ παρέξῃ τί-
748ποτε πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, διότι τὸ 1869 δὲν εἶ-
749χεν ἐξωτερικοὺς περισπασμοὺς, οὔτε ἐσωτερικοὺς, φρόνιμος δὲ
750διαχείρισις καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς οἰκονομίας ὁδηγουμένη,
751ἠδύνατο νὰ κάμῃ μεγάλας οἰκονομίας καὶ νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς
752τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον θέσιν νὰ ἐπιχειρῇ ὅ,τι οἱ πτω-
753χεύσαντες ὑπέχουσι, τὴν διάλυσιν τῆς περιουσίας των, τὸ λε-
754γόμενον liquidation.
755§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Πρέπει νὰ ἀκο-
756λουθήσω τάξιν τινὰ ἀποκρινόμενος εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς
757ὁποίας οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες ἀπηύθυναν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ
758ἀναιρέσω τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐξε-
759τόξευσαν, ἀγορεύσαντες ἐπὶ τῶν πιστώσεων οἱ κύριοι Κουμουν-
760δοῦρος, Δεληγιώργης, Λομβάρδος καὶ Σωτηρόπουλος.
761Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου περιεστράφη ἰδίως εἰς
762κρίσεις περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πιστώσεων· αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ
763δὲν εἶχον τὴν γενικὴν ἔννοιαν ἣν ὁ λόγος τοῦ κ. Δεληγεώργη
764ἐπεζήτησε νὰ δώσῃ εἰς τὰς πιστώσεις ταύτας. Πρέπει λοιπὸν
765νὰ ἄρξωμαι τοῦ λόγου ἀπὸ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Δελη-
766γεώργη, διότι νομίζω, ὅτι θέλω οὕτως εὐκολύνει καὶ ἐμαυ-
767τὸν καὶ ὑμᾶς. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Δεληγεώργη μοὶ ἐφάνη
768ἐντελῶς ἀφῃρημένη, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤθελε νὰ παραστήσῃ, ὅτι
769εἶχεν εὔλογον ἀφορμὴν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους κατάστα-
770σιν, ἀλλ’ ἀπέληγεν εἰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνή-
771σεως, ἐν ᾧ δὲν ἔπρεπε νὰ σκοπῇ τοῦτο, ἐνῷ ἐν ἄλλαις λέξεσι
772δὲν εἶχε δίκαιον νὰ θεωρήσῃ ὑπαίτιον τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς
773καταστάσεως τοῦ κράτους τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν. Μοὶ ἐφά-
774νη, εἶπον, ὅτι εἶχεν εὔλογον ἀφορμὴν, διότι τῷ ὄντι, κύριοι, αἱ
775οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν εἶναι εὐάρεστος· ἀλλ’
776ὅσον ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδικαιοῦτο νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς
777τὸν κόσμον τὸ φρόνημα τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις
778τοῦ κράτους δὲν εἶναι εὐάρεστος, τόσον, τὸ φρόνημα τοῦτο δὲν
779ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρῃ κατάκρισίν τινα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνη-
780σιν, ἀφ’ οὗ, ὡς ὑποθέτω, τὸ κοινοβούλιον καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων
781νομοθετημάτων καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων συζητήσεων καὶ οὐχὶ
782κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν μόνον περίστασιν, ἀλλὰ καὶ προγενέστερον,
783ἐγνώριζεν ἤδη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν
784εἶναι εὐάρεστος, καὶ πρίν ἢ ἀκούσῃ τὸν κ. Δεληγεώργην.
785Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ἡ φορὰ τῶν πραγμά-
786των καὶ ὄχι ὁ χείμαῤῥος τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων μὲ εἶχον
787ἀφήσει κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου καὶ τῶν συ-
788ζητήσεων αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ μακρὰν, κύριοι, καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδα-
789πῆς ἀνεγίνωσκον καὶ ἔβλεπον, ὅτι εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν συ-
790σταθῆ ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ κοινοβουλίου πάλη μεταξὺ τριῶν
791ἐτῶν τοῦ 1866, τοῦ 1867 καὶ τοῦ 1868, τὰ ὁποῖα ἐξεπρο-
792σώπευον τρεῖς διαφόρους κυβερνήσεις· τῆς πάλης δὲ ταύτης ἡ
793ἀφορμὴ δὲν ἦτο παρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους.
794Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε συμπεριληφθῆ εἰς τὴν πά-
795λην ταύτην καὶ τὸ 1869, καὶ ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ καὶ ἐγὼ
796σήμερον νὰ μετάσχω αὐτῆς.
797Λοιπὸν ἡ ἀφορμὴ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι
798ἐντελῶς εὔλογος. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δίκαιον ν’ ἀπευθύνῃ τὰ βέλη
799του κατὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει,
800ὅτι ἔπραξεν ἀδίκημα αἰτιαθεὶς τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως.
801Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δημόσιον χρέος ἀπὸ τὰ 1863 μέχρι τοῦ 1866
802προέβαινεν εἰς αὔξησιν, σᾶς εἶπεν, ὅτι καθέκαστον ἑπόμενον
803ἔτος ηὔξανεν, καὶ ὅτι τώρα ἀναβαίνει τὸ δημόσιον χρέος εἰς
80450,000,000. Δὲν σκοπεύω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας
805κατὰ πόσον ηὐξήθη τὸ χρέος, καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη.
806Αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις τοῦ 1862, ἔκτακτοι περιστάσεις τῆς
807ἐπαναστάσεως, ἔπλασαν νέας ἀνάγκας, προήγαγον νέας δαπάνας,
808ἐγέννησαν νέαν ἀφορμὴν δαπανῶν, καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο ν’ ἀμφι-
809βάλλῃ, ὅτι τὸ χρέος ἀπὸ τοῦ 1862 ἕως τοῦ 1866 ἤθελεν αὐ-
810ξάνει· ἀλλὰ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν ἐνέχεται οὔτε δι’ αὐτὸ
811οὔτε διὰ τὴν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη αὔξησιν τῶν δημοσίων δα-
812πανῶν· διότι τὸ 1869 δὲν ηὔξησαν τὰ χρέη, τὰ χρέη ἐσχημά-
813τισαν πρῶτον αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις τοῦ 1862 καὶ τῶν ἑπο-
814μένων ἐτῶν, ηὔξησαν δὲ τὰ ἔκτακτα συμβάντα τῶν ἐτῶν 1866,
8151867 καὶ 1868. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι νέον τι, τὸ ὁποῖον πρώτην
816φορὰν ἀκούετε, οὔτε ἐγὼ πρώτην φορὰν ἀκούω, τὸ γνωρίζει ἤδη
817ὅλος ὁ κόσμος, ὅστις ἀναπολεῖ εἰς τὴν μνήμην του τὰ παρελ-
818θόντα αὐτὰ συμβάντα καὶ ὅστις ἐθρήνει τὴν ἀπώλειαν τῆς Κρή-
819της, ἐθρήνει τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πόθου, ἀλλ’ ἐ-
820θρήνει εἰσέτι καὶ τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸ δημόσιον 30,000,000
821χρέους. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὰ 30,000,000 παρὰ τὸ πρόστιμον
822ὅπερ ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν ἕνεκα τῆς δυστυχοῦς ἐκβάσεως
823αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Ὅταν τις μεταβαίνῃ ἀπὸ ἀνωμάλων και-
824ρῶν εἰς ὁμαλοὺς, δέον νὰ μεταβῇ διὰ καταστάσεώς τινος μετα-
825βατικῆς, μέσου διαστήματος χρονικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνεται
826μὲ κατηγορίας· κατηγορεῖται, διότι αἰτιῶνται αὐτοῦ διὰ τὸ πα-
827ρελθὸν, ἐκτοξεύουσι κατ’ αὐτοῦ συνήθως ὅλα τὰ παράπονα τοῦ
828παρελθόντος· κατηγορεῖται διότι δὲν ἐπραγματοποίησεν ἔτι ὅλας
829τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὅσοι βαρυθυμήσαντες ἀπὸ τὸ
830ἀνώμαλον παρελθὸν ἢ ἀποτυχόντες κατ’ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσι νὰ εἰ-
831σέλθωσιν εἰς ὁμαλὸν μέλλον. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ἡμᾶς· ῥίπτου-
832σιν εἰς τὴν ῥάχιν ἡμῶν ὅλα τὰ κακὰ ἀποτελέσματα ἀνωμάλου
833παρελθόντος, ἀφ’ ἑτέρου ζητοῦσι διὰ μιᾶς τὴν πραγματοποίη-
834σιν τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ὁμαλὸν μέλλον ὑπόσχεται
835καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὗται νά πραγματοποιηθῶσι διὰ
836μιᾶς, ἀνυπομονοῦσι καὶ δυσφοροῦσιν. Ἡμεῖς δύο εὐθύνας, κύριοι,
837ἔχομεν, τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
8381869 καὶ τὴν εὐθύνην τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
8391870. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διαπλά-
840σεως τῆς κατασκευῆς τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐθεραπεύθησαν διὰ
841τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ διαπλάσαν-
842τες τὰς ἀνάγκας αὐτάς· ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ τὰς ἀνάγκας
843ταύτας διαπλάσαντες, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐκτελεσταὶ αὐτῶν, οἱ λα-
844βόντες τὴν φροντίδα τῆς θεραπείας τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος,
845παρασκευασθεισῶν καὶ καταλειφθεισῶν ἡμῖν ἀναγκῶν· ἑπομένως
846εἰμποροῦσι νὰ κατακρίνουν ἐκείνους, οἵτινες ἔπλασαν τὰς ἀ-
847νάγκας ταύτας, οἵτινες συνωμολόγησαν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας.
848Ὅταν αἱ εἰς τὰ παρελθόντα αὐτὰ ἔτη διαπλασθεῖσαι ἀνάγκαι
849διεπλάσθησαν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐπικρίνοντας καὶ κατηγο-
850ροῦντας ἡμᾶς, ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ ἔλθωμεν
851νὰ θεραπεύσωμεν ἁπλῶς τὰς ἀνάγκας ταύτας, καὶ ἡ κατάκρισις
852ἡμῶν εἶναι ἄδικος, καὶ τὴν ἀδικίαν διαπράττουσιν αὐτοὶ ἐκεῖ-
853νοι, εἵτινες ἔμελλον νὰ ὑποστήσωσι τὴν κατάκρισιν, ἐὰν κατα-
854κριτὸν ἐκρίνετο τὸ παρελθὸν τοῦτο. Ἀφ’ οὗ ηὔξησαν τὰ δημό-
855σια χρέη, νὰ ἔρχωνται νὰ κατακρίνωσιν ἡμᾶς, οἵτινες ἐξεπλη-
856ρώσαμεν αὐτὰ τὰ χρέη καὶ ἐθεραπεύσαμεν αὐτὰς τὰς ἀνάγκας,
857εἶναί τι μεῖζον τοῦ ἀδίκου. Εἴχομεν ὅλον τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλά-
858βωμεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων,
859διότι, ἂν δὲν ἀνελαμβάνομεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ἠθέλαμεν ἐπιῤ-
860ῥίψει ἐπὶ τοῦ τόπου αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ συμ-
861βαδίσωσι μὲ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους προτιθέμεθα.
862Εἶπον, ὅτι ἔχομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋ-
863πολογισμοῦ τοῦ 1869. Ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσή-
864νης χθὲς ἠγόρευε περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, εἶπον, ὅτι εὗρον
865ἐγκαίρους τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίω-
866μα νὰ φέρῃ ὅταν συζητῶνται ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις. Τίς εἶναι
867ἡ φύσις τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων; Ζητεῖται ἀπὸ τὸ
868Κοινοβούλιον, ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πίστωσις πρὸς ἐκ-
869πλήρωσιν ἀνάγκης τινὸς, διότι ἡ χορηγηθεῖσα πρὸς τοῦτο πί-
870στωσις δὲν ἐπήρκεσεν· ὁ λόγος εἶναι φυσικὸς, δὲν ἐπήρκεσε τὸ προ-
871ϋπολογισθὲν ποσόν. Ὅθεν, ὅταν γίνηται λόγος περὶ τῶν ἀνα-
872πληρωτικῶν πιστώσεων, δέον νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀποδειχθῇ ἡ καλὴ
873διαχείρισις τῆς ἐξουσίας ἢ ἡ σπατάλη, καὶ τοιαύτη συζήτησις
874γίνεται ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἡμεῖς ἠθέλαμεν
875περιορισθῆ εἰς τοῦτο, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι καλῶς διεχειρίσθημεν
876τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 πιστώσεις, ὅτι δὲν ἐσπα-
877ταλήσαμεν αὐτὰς, καὶ ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ δὲν ἦτο συνέπεια
878ἐλλείψεως ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀπηυθύνοντο καθ’ ἡμῶν αἱ αἰτιάσεις,
879ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ
880ἔλλειμμα εἶναι μεγαλείτερον καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἐπραγματο-
881ποιήθησαν ὅλα. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς μὴ πραγματο-
882ποιήσεως ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ 1869, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Κου-
883μουνδοῦρος ἤθελε παραπονεθῆ κατ’ ἄλλων καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμῶν·
884καὶ διατί; θέλω σᾶς εἰπεῖ τὸν λόγον· ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ 1869
885δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ὅλα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνεται ἡ
886ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· ἐὰν ἡ μὴ πραγματοποίησις ὅλων τῶν
887ἐσόδων ἦτο συνέπεια ἐλλείψεώς τινος τῆς ἐνεστώσης κυβερνή-
888σεως, ἤθελον ἐννοήσει τὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ ὅταν διὰ τοιαύτην
889ἔλλειψιν οὐδεὶς δύναται νὰ αἰτιαθῇ αὐτῆς, ἂν τὰ ἔσοδα προϋ-
890πελογίσθησαν ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, κατὰ τί πταίει ἡ
891Κυβέρνησις τοῦ 1869, ἥτις δὲν εἶναι ἡ συντάξασα τὸν προϋ-
892πολογισμὸν τοῦ 1869; ἂν τὰ ἔξοδα τοῦ 1869 δὲν ἠδύναντο
893νὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ 1869, τότε μόνον ἠδύνατο
894νὰ αἰτιαθῇ τις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
895προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 δὲν ἐκυβέρνα μετὰ τῆς προσηκούσης
896οἰκονομίας, δὲν ἔκαμνε τῶν πιστώσεων καλὴν χρῆσιν, καὶ πε-
897ριεσκεμμένην ἢ ἐὰν ἔπλαττε νέας ἀνάγκας· αἱ ζητούμεναι πι-
898στώσεις δὲν παρουσιάζουσιν οὔτε νέων ἀναγκῶν θεραπείαν, οὔτε
899τὴν μὴ οἰκονομικὴν θεραπείαν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν, τὰς
900ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς προέβλεψεν. Ἀλλ’ ἐπιμένουσι, λέγοντες
901ὅτι θέλει ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869·
902καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι; ὄχι βέβαια· διότι, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι
903ἐπλάσθησαν παρ’ ἄλλων καὶ πρὸ ἡμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν συνετε-
904λέσαμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, εἴμεθα λοι-
905πὸν ὑπεύθυνοι δι’ αὐτάς; Ὅλα τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, μηδὲ
906τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἐξαιρουμένου, γνωρίζουσιν, ὅτι ὅλαι
907αἱ ἀνάγκαι, ὡς μὴ τακτικαὶ, δὲν ἐπλάσθησαν ἀπὸ ἡμᾶς, ἂν δ’
908ὑπάρχωσιν οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, ἕνεκα τῆς θεραπείας τῶν
909ἐκτάκτων τούτων ἀναγκῶν, αὗται εἰσὶν ἀποτελέσματα συμβε-
910βηκότων, τὰ ὁποῖα δὲν προεκαλέσαμεν, δὲν ἐνισχύσαμεν, δὲν
911ἐπλάσαμεν ἡμεῖς, εἰς τὰ ὁποῖα ἑπομένως δὲν εὐθυνόμεθα. Δὲν
912θέλω νὰ αἰτιαθῶ διὰ τούτων ἐκείνους, οἵτινες ἔπλασαν
913τὰς ἀνάγκας ταύτας· ἴσως αὐτοὶ δὲν πταίουσιν, ἀλλὰ κατ’ ὀλι-
914γώτερον λόγον δὲν πταίομεν ἡμεῖς, κύριοι. Ἴσως ἤθελον εἶμαι
915εἰς θέσιν νὰ προχωρήσω ἔτι μᾶλλον καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ
916ἀντίθετον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διὰ
917τὴν χρῆσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869· ἤθελον προσφύγει
918εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα καὶ ἤθελον σᾶς φέρει καταστάσεις, αἵτινες
919ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869 ἐκτελοῦσα τὸν
920προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, οὐ μόνον δὲν ἐσπατάλησεν, ἀλλὰ
921προέβη εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους, ἐφαρμό-
922σασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, μετὰ πάσης οἰκονομίας
923καὶ μετὰ πάσης φροντίδος. Ἠδυνάμην προσέτι νὰ σᾶς ἀποδείξω,
924ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρέχει καμμίαν εὔ-
925λογον ἀφορμὴν εἰς αἰτίασιν ἡμῶν, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν
926τῆς λεπτομερείας τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ ἡ ἐξέτασις αὕτη συν-
927δέεται μὲ τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων Σωτηροπούλου καὶ Λομ-
928βάρδου, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ τὸ πράξω, ὅταν ἀπαντήσω εἰς
929τοὺς ἐντίμους τούτους φίλους μου, ἀφοῦ περάνω τὰς ἐπὶ τῶν ἀ-
930γορεύσεων τῶν ἄλλων παρατηρήσεις μου.
931Ὀφείλω, κύριοι, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολο-
932γισμοῦ τοῦ 1870, τοῦ ὁποίου καθήψατο ὁ κ. Δεληγεώργης. Ὁ
933κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
934κράτους εἶναι κακὴ, ἀφοῦ ἔχετε δημόσια χρέη ἐξ ἀνάγκης, ἀφοῦ
935ἔχετε ἐλλείμματα, πρέπει τέλος πάντων νὰ εἰσέλθητε εἰς οἰκονο-
936μίαν, καὶ θεωρῶ ὑμᾶς ὑπευθύνους, διότι δὲν εἰσηγάγετε νέον σύ-
937στημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τὴν κα-
938τάστασιν τοῦ κράτους· καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ-
939τον, διέγραψε δύο ὁδοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε φθάσει εἰς τὸ
940ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ διεφώνησεν ἐν μέρει μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦ-
941ρον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φρονεῖ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευ-
942χθῶσιν οἰκονομίαι λυσιτελεῖς ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως, ἐὰν
943δὲν ἐπέλθωσι μεταβολαὶ ὀργανισμῶν, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς
944τῶν ὀργανισμῶν τροποποιοῦνται αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας, οὕτως,
945ὥστε θεραπεύονται ἄνευ μὲν παραλείψεως τινὸς αὐτῶν ἢ βλά-
946βης τινὸς τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν, οὕτω
947δὲ ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία δημοσίων χρημάτων. Ὁ κ. Κουμουν-
948δοῦρος σᾶς εἶπε, μὴ περιμένετε οἰκονομίας διὰ τοῦ ἀκρωτηρι-
949ασμοῦ τῆς διοικήσεως. Ὁ κ. Δεληγεώργης ὅμως δὲν συμφωνεῖ
950πρὸς ταῦτα, διότι ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι τὸ πρῶτον σύστημα
951εἶναι τελεσφόρον, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦ ἀκρωτη-
952ριασμοῦ τῆς διοικήσεως πρὸς ἐπιτυχίαν οἰκονομιῶν εἶναι ὠφέλι-
953μον καὶ ἥκιστα ἐπιβλαβές. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦτο μέλος τῆς
954κυβερνήσεως, ἥτις ἠκολούθησε τὸ δεύτερον σύστημα, κατὰ
955τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1866. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
956συμβεβηκότων ἀναγομένων εἰς τὴν ἱστορίαν, δὲν προτίθεμαι
957νὰ ἐκφέρω κρίσεις περὶ κυβερνήσεων, καὶ ἴσως ὁ χρόνος μέλ-
958λει νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ κατὰ τοῦτο· ὡς ἄτομον ὅμως ἔχω
959φρόνημα ἐναντίον τοῦ φρονήματος τοῦ κ. Δεληγεώργη κατὰ
960τοῦτο, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸ φρόνημα τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
961Φρονῶ, ὅτι αἱ περιτομαὶ καὶ οἱ ἀκρωτηριασμοὶ τῶν ὑπαρχόν-
962των ὀργανισμῶν ἐπάγουσι μὲν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν οἰκονομίαν
963μικροῦ ἀργυρίου· ἐπάγουσιν ὅμως βλάβας ἄλλας, αἵτινες προκα-
964λοῦσιν ἄλλας δαπάνας μεγάλας. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐνῷ ἔχομεν
965παραδεδεγμένον τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν, ὅτι δύναται
966νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος διὰ τριῶν νομαρχῶν καὶ 10 γραμμα-
967τέων· δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος, ἐνῷ ἔχο-
968μεν παραδεδεγμένον τὸ σύστημα τὸ ἐπαρχιακὸν, μὲ γραμμα-
969τεῖς ἐπάρχων ἀντὶ ἐπάρχων, διότι ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τοῦτο,
970ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα.
971§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. πρόεδρος;
972§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἔγεινε κατὰ τὰ 1866 περὶ αὐτοῦ δὲν πρό-
973κειται τώρα νὰ ἰδοῦμεν.
974§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶναι τὸ ἑξῆς· θέ-
975λομεν κάμει οἰκονομίαν 120,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν
976δυνηθῆ νὰ συλλέξωμεν τοὺς κληρούχους, αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ
977θέλουσιν εἶσθαι ἀραιαὶ, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀνώμαλος, ἡ εἴσ-
978πραξις τῶν δημοσίων φόρων καθυστεροῦσα, θέλομεν δαπανᾷ
979εἰς σύστασιν αὐθυπάρκτων λόχων, καὶ ἂν δὲν αὐξηθῶσιν οἱ λῃ-
980σταὶ, ἡ ἀταξία θέλει εἶσθαι ὅμως βεβαία. Ἰδοὺ διατὶ συμφωνῶ
981μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον μᾶλλον παρὰ μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην.
982Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869 ἐκλήθη κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου εἰς
983τὰ πράγματα, καὶ εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν διά-
984λυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, ὀφείλω νὰ εἴπω
985ὀλίγας λέξεις, διότι εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν κατὰ τὴν πα-
986ρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐν τῇ αἰθούσῃ
987σήμερον, εἶπεν, ὅτι ἦτον ἔλλειψις πατριωτισμοῦ ἡμῶν νὰ ἐπι-
988μένωμεν ζητοῦντες τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ βασιλεὺς
989δὲν ἐνέδιδε τότε, καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν. Ἡ κυβέρ-
990νησις, λέγω, εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν
991τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν ἄφινε τὰ πράγματα νὰ ἐξακολουθήσωσιν
992ὅπως εἶχον, οὐ μόνον ἠθέλομεν διατρέξει κίνδυνον προφανῆ, νὰ
993ἀποδοκιμασθῶμεν ὑπὸ τῆς φιλοπολέμου ἐκείνης Βουλῆς, ὡς προσ-
994χωρήσαντες εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου τῶν Παρισίων, ἀλλά,
995ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐπεδοκίμαζε τὴν πρᾶξίν μας ἐκείνην, ἠθέ-
996λαμεν συντελέσει εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πο-
997λιτεύματος. Ἦτον ἄτοπον νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ κοινοβούλιον, ἐ-
998νισχύσαν καὶ ἐπιψηφίσαν τὰς πολεμικὰς παρασκευάς, νὰ ἐπιδο-
999κιμάσῃ τὴν πορείαν ἡμῶν· δὲν ἐπεθύμουν τὸ κοινοβούλιον τῆς
1000πατρίδος μας ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ ἀλλάξῃ γνώμην τοσοῦτον ἀ-
1001προκαλύπτως. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ
1002πράξῃ τοῦτο, καὶ πρώτιστον ἔργον αὐτῆς ἤρχετο ἡ σύνταξις
1003τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ φέρωμεν ὀργανισμοὺς
1004νέους τῆς διοικήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν εἰς τοὺς ὀργα-
1005νισμούς, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ἐστη-
1006ρίξαμεν ἐπ’ αὐτῶν τὸν προϋπολογισμὸν.
1007Ἀλλά, κύριοι, ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁ-
1008ποίαν ἀναγνωρίζω, ὅτι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα,
1009εἰς τὰ συνταγματικῶς πολιτευόμενα κράτη, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁ-
1010ποῖοι καλοῦνται εἰς τὰ πράγματα, πρέπει ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκτὸς
1011τῆς ἐξουσίας νὰ μελετήσωσι τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρε-
1012σίας, νὰ μορφόνωσι πεποιθήσεις περὶ τῶν ὑπαρχόντων ὀργα-
1013νισμῶν, καὶ καλούμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔχωσιν ἕτοιμον ἓν
1014σύστημα τοιούτων. Βεβαίως τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀναγνω-
1015ρίζω, καὶ ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκφέρω μίαν παρατήρησιν, διότι
1016ἐὰν ἐκφέρω αὐτὴν, πρέπει νὰ θίξω τὸ παρελθὸν, καὶ θίγων αὐτὸ
1017ἐνδέχεται νὰ παρεξηγηθῶ, δὲν εἶμαι δὲ κεκλημένος νὰ φέρω κρί-
1018σεις ἐπὶ τοῦ παρελθόντος· ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ παρατηρήσω,
1019ὅτι ἂν καὶ οἱ ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τὸ 1862,
1020κατὰ τὰ 1863, κατὰ τὰ 1864 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη
1021ἐπανειλημμένως, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἔχωσι σύστημα καὶ
1022ὤφειλον νὰ εἰσαγάγωσι νέους ὀργανισμοὺς καὶ βελτιώσωσι
1023τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέων ὀρ-
1024γανισμῶν, δὲν ἔπραξαν ὅμως οὐδὲν τοιοῦτον, ἐγὼ ὅμως ἀ-
1025ναγνωρίζω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίπτω-
1026σιν εἴχομεν τοιοῦτον σκοπὸν, δὲν εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον
1027καιρὸν διὰ νὰ μελετήσωμεν ἐν τῇ διοικήσει τὰς κρίσεις μας περὶ
1028τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν, τὰς σκέψεις μας περὶ τῶν ἐπενε-
1029κτέων εἰς αὐτοὺς μεταβολῶν. Φέρω δ’ ὡς παράδειγμα τὸ ἑξῆς.
1030Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἐν τῇ
1031συνειδήσει μου πεισθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τῆς
1032προξενικῆς διατιμήσεως, ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε,
1033ἐνῷ ἤμην ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένος περὶ τῆς ἀνάγκης ταύ-
1034της, νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον τοιοῦτον, διότι ἔπρεπε νὰ ἐξε-
1035τάσω ποῖα ἤθελεν ἔχει ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν διαφόρων τάξεων,
1036τῶν ὁποίων τὰς σχέσεις ἔμελλε νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ νέον σύστημα,
1037ἤθελον δὲ εἶσθαι λίαν ἐπιπόλαιος, ἐὰν, καίτοι μὴ ἔχων, μηδὲ
1038δυνάμενος νὰ παρουσιάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέχρι τοῦδε
1039ὑπάρξαντος συστήματος ὡς καὶ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ
1040νέου συστήματος, ἤθελον προβάλει εἰς ὑμᾶς νομοσχέδιον μετα-
1041βάλλον αὐτό. Δὲν εἶχε λοιπὸν καιρὸν ἡ κυβέρνησις νὰ συλλέξῃ
1042ὅλα τὰ ἀποτελέσματα.
1043Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέ-
1044σω, σκοπὸν εἶχον ν’ ἀναιρέσουν ὅσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως
1045ἐῤῥέθησαν ὡς ἐφαρμοσάσης κακῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
10461869, ὡς μὴ λαβούσης ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονο-
1047μικὴν τοῦ κράτους κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
10481870. Διότι ἡ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους
1049γενικὴ παρατήρησις τοῦ κ. Δεληγιώργη δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ
1050προκείμενον.
1051Μοὶ μένει ἤδη ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν, καὶ εἰς τὴν
1052ἐξέτασιν αὐτὴν ἐνησχολήθησαν οἱ κύριοι Σωτηρόπουλος καὶ
1053Κουμουνδοῦρος, ἁπλῶς δ’ ἔθιξε καὶ ὁ κ. Δεληγιώργης. Ὁ κύριος
1054Δεληγιώργης παρέστησεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα
1055δὲν ἐφήρμοσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 μετὰ τῆς προση-
1056κούσης οἰκονομίας, ἐξήτασε τὰς πιστώσεις καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι
1057ηὔξησαν κατὰ 3,000,000 τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους. Ὅθεν ἂς ἐξε-
1058τάσωμεν ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μὴ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ
1059Κράτους διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἐὰν ἠδύνατο ἡ
1060κυβέρνησις νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὰς πιστώ-
1061σεις· διότι, ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, βεβαίως τότε ἡ κυβέρνησις
1062ἔσφαλε, διότι παρέλειψε νὰ πράξῃ ὅσα ἔπρεπε νὰ πράξῃ διὰ
1063νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ζητήσῃ ἀναπληρωτικὰς
1064πιστώσεις· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως, ἐὰν δὲν
1065ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ ν’ ἀναφανῶσιν αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες διὰ
1066τῶν πιστώσεων τούτων πρόκειται νὰ θεραπευθῶσι, τότε νομί-
1067ζω, ὅτι ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Δεληγιώργη δὲν ἔχει τόπον. Ἂς ἐξε-
1068τάσωμεν τὰς πιστώσεις διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὐτῶν
1069ἐπαρουσιάσθη ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς κυβερνήσεως ἢ ἂν
1070ἡ κυβέρνησις ᾖναι ἀνεύθυνος. Ὁ κ. Δεληγιώργης ἐκατηγόρησε
1071τὴν κυβέρνησιν, διότι ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
1072237,000 δραχ. Ἀληθῶς ἐζητήθη διὰ τῶν πιστώσεων τὸ ποσὸν
1073τοῦτο, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ζητήσῃ αὐτό· διατί; διότι
1074εἴχετε σύμβασιν μὲ τὴν Τουρκίαν καθ’ ἣν ὠφείλετε νὰ πληρώ-
1075σητε εἰς δύο δόσεις τὸ ἀντίτιμον τῶν κτημάτων τῶν Θηβῶν·
1076ἐπληρώσατε τὴν πρώτην δόσιν 187.200 δραχ. ἀλλ’ ἐπέστη ἡ
1077δευτέρα προθεσμία, ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν ἄλλας 187,000
1078δραχμάς· τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμωμεν διὰ νὰ προλάβωμεν
1079αὐτὴν τὴν ἀνάγκην; νὰ μὴ πληρώσωμεν;
1080Ἐζητήσαμεν λοιπὸν 237,000 καὶ ἐν πρώτοις ἰδοὺ ποῖαι εἰ-
1081σὶν αἱ 187,000, ἐζητήσαμεν ὅμως προσέτι 50,000 διατί;
108220,500 δραχ. ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὁ προκάτοχός μου ἔξοδα
1083τοῦ ταξειδίου τῶν προξένων πρὸς ἐπάνοδον αὐτῶν ἐνταῦθα κατὰ
1084τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἀπὸ τὰς θέσεις των· εἴκοσι καὶ
1085τόσας χιλιάδας ἐζήτησα ἐγὼ δι’ ἔξοδα αὐτῶν ὅπως ἐπανέλθω-
1086σιν οἱ πρόξενοι εἰς τὰς θέσεις των, ἐπαναληφθεισῶν τῶν σχέ-
1087σεων. Τί παρέλειψεν ἡ κυβέρνησις καὶ δὲν ἔκαμεν ἢ τί ἔπρεπε
1088νὰ κάμῃ διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὰς δραχ-
1089μὰς αὐτάς; Ἐγὼ προσφέρω ἐμαυτὸν νὰ ὑποβληθῶ εἰς πᾶσαν
1090ἐξέλεγξιν διὰ πᾶσαν τυχὸν περὶ ταῦτα ἔλλειψιν τῆς Κυβερνή-
1091σεως. Ἐκατηγόρησεν ὁ κ. Δεληγιώργης, διότι ἡ κυβέρνησις ἐζή-
1092τησεν 850,000 δρ. διὰ δάνεια χρεωλυτικά. Ἐπὶ τῶν παρελ-
1093θουσῶν κυβερνήσεων εἶχε πραγματοποιηθῆ ἓν μέρος τοῦ δανείου
1094τῶν 28,000,000, ἐπὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως ἐπραγματο-
1095ποιήθη τὸ ὑπόλοιπον, λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν 850,000
1096δραχ. διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον τοῦ
1097πραγματοποιηθέντος ὑπολοίπου δανείου τούτου. Τί ἐδυνάμεθα
1098νὰ κάμωμεν διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω-
1099μεν τὴν πίστωσιν αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ πληρώσωμεν τὰ χρήματα
1100αὐτά; Δὲν ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον; Μήπως
1101εἴμεθα ἡμεῖς οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον, ἢ οἱ πλάσαντες
1102τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐθεραπεύθησαν διὰ τοῦ πραγματοποιηθέν-
1103τος ὑπολοίπου τοῦ δανείου; μήπως τοῦτο ἐπραγματοποιήθη διὰ
1104νὰ πληρώσωμεν ὑπερβάσεις, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐξήσεις τὰς
1105ὁποίας ἡμεῖς ἐποιήσαμεν; Εἶναι γνωστὸν διατί ἐδαπανήθησαν
1106τὰ χρήματα ταῦτα. Ζητοῦνται διὰ τῶν πιστώσεων ἔξοδα διὰ
1107τὴν διατήρησιν τῶν καταδίκων· πολλὰ φυσικὸν πρᾶγμα. Τὰ
1108ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869
1109δὲν ἐπήρκεσαν, τὸ μὲν, διότι ἴσως προεβλέφθησαν ἔξοδα ὀ-
1110λιγώτερα παρ’ ὅσα ἐχρειάζοντο, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
1111κάμω μίαν παρατήρησιν. Παρετήρησα πολλάκις γενομένας ἐν
1112τοῖς προϋπολογισμοῖς ψευδεῖς οἰκονομίας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ
1113νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ εἰσαγόμενοι προϋπολογι-
1114σμοὶ οἰκονομικώτεροι ἢ νὰ ἐπιτευχθῇ εἰκονικὸν ἰσοζύγιον τῶν
1115ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἠλαττώθησαν τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα πολλάκις
1116κατὰ τὸ παρελθὸν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνεπίδεκτα ἐλαττώσεως, διότι
1117ἔκαμον τὴν σκέψιν, ὅτι εἰς τοὺς πρώτους μῆνας ἐπαρκοῦσιν αἱ
1118ἠλαττωμέναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς πιστώσεις, κατόπιν ὅμως
1119συμπληροῦνται χορηγουμένων τῶν ἀναγκαίων ποσῶν δι’ ἀνα-
1120πληρωτικῶν πιστώσεων. Ὁσάκις ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ παρελ-
1121θὸν περὶ οἰκονομιῶν καὶ τὸ κοινοβούλιον ἐζήτει οἰκονομίας,
1122εὐκόλως ἔφερον παραπλησίας οἰκονομίας ἐλαττόνοντες τὰ ἔξοδα
1123τῶν καταδίκων· ἴσως τὸ τοιοῦτον ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὸ
11241869 καὶ προεβλέφθησαν ἔξοδα ὀλιγώτερα. Εἶπον τὸ μὲν ἐνδέ-
1125χεται τοιοῦτόν τι νὰ ᾖναι ἡ αἰτία τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλλὰ
1126δευτέρα αἰτία εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων, ἡ
1127δ’ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων ὄχι πάντοτε, ἀλλ’ εἰς
1128ἐποχὰς, οἷα ἡ παροῦσα, εἶναι βεβαίως ἀπόδειξις τῆς βελτιώσεως
1129τῆς διοικήσεως, διότι αἱ ἐργασίαι τῶν κακουργειοδικείων ἐξαν-
1130τλοῦσι τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ἐκκρε-
1131μοδικία ἄφινον πρότερον πρόχειρα εἰς τὰς ἐγκληματικὰς τάσεις.
1132Ὅσον ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ἐκκρεμοδικία περιορίζονται, γίνονται
1133μικρότεραι, τόσον ἡ διοίκησις εἶναι βελτίων. Ὅθεν ἡ πρόοδος
1134τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων ἀποδεικνύει τὴν πρόοδον τῆς ἀπο-
1135νομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν
1136πιστώσεων κατ’ οὐσίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παρουσιασθῇ,
1137ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ, ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ παρουσιασθῇ, καὶ
1138αἰτία δὲν εἶναι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις διὰ νὰ κατηγορηθῇ αὐτὴ
1139διατί νὰ μὴ προβλέψῃ, ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν
1140ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
1141Ἀλλὰ καὶ κατὰ τύπον ἐκατηγόρησαν τὴν κυβέρνησιν καὶ
1142ἔχουσιν ἄδικον· διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἐκαθυστέρησε κατὰ τύ-
1143πον ἡ Κυβέρνησις, διότι πρῶτον ἐδαπάνησε 400,000 δραχ-
1144μὰς διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος πρὸς ἐπισκευὴν ἄνευ
1145τῆς ἀδείας τοῦ κοινοβουλίου, δεύτερον, διότι ἐπραγματοποίησε
1146τὰς δαπάνας τοῦ 1868, διὰ τὰς ὁποίας ζητοῦν σήμερον ἀνα-
1147πληρωτικὴν πίστωσιν. Ὀφείλω καὶ ἐπὶ ἑκατέρου τούτων νὰ
1148εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν
1149πρώτοις ἡ δαπάνη τοῦ ἀτμοδρόμονος, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη
1150κατ’ οὐσίαν δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, μοὶ
1151φαίνεται, ὅτι δὲν ἀντιτίθεται οὐδὲ κατὰ τύπον εἰς τὸ προσῆ-
1152κον, οὐδὲ μαρτυρεῖ ἔλλειψιν τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει τις νὰ
1153ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν, αὐτὸ τὸ πρόσφατον παρελθὸν, νὰ ἐν-
1154θυμηθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦσαν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐργα-
1155σίαι, νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ὁ ἀτμοδρόμων, διὰ
1156νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τύπον κατ’ οὐδὲν καθυ-
1157στέρησεν, ἔπραξε δὲ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, διὰ νὰ προλάβῃ
1158ζημίας μεγαλειτέρας. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβου-
1159λίου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐσκόπει νὰ διατάξῃ νὰ καταπλεύσῃ ὁ ἀτ-
1160μοδρόμων εἰς τὸν Πειραιᾶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτι-
1161κῶν ἐκλογῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ πρόχειρός τις εὐκολία εἰς τὴν
1162Κυβέρνησιν, ἄν που διεταράττετο ἡ δημοσία τάξις, ὅπως δύ-
1163ναται νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπαναγάγῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι αἱ πληροφορίαι,
1164τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ἦσαν, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων δὲν ἦτο εἰς κατά-
1165στασιν νὰ ἐπιταχύνῃ τὸν πλοῦν τὸν ἀπὸ Κέρκυραν εἰς Πειραιᾶ.
1166Ἡ ἐξήγησις αὕτη τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργείου ἐσκανδάλισε
1167τινὰς ἐκ τῶν συναδέλφων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠπόρησαν πῶς,
1168ἀφοῦ ὁ ἀτμοδρόμων δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθῃ ἀπὸ Κέρ-
1169κυραν εἰς Πειραιᾶ, πῶς ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ ἀπὸ Κέρ-
1170κυραν εἰς Τεργέστην; ἄλλοι πάλιν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πα-
1171ρεδέχθησαν τοῦτο, εἶπον, πολλὰ καλὰ, ἀλλὰ τὸ κοινοβούλιον
1172ἤρχετο τότε, διατὶ δὲν ἐζητήσατε ἀμέσως τὴν ψήφισιν τῆς πι-
1173στώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε τώρα; Ἤμην, κύριοι, εἰς Κέρκυ-
1174ραν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐνθυμοῦ-
1175μαι δὲ, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων ἔμεινεν ἐκεῖ, ἀλλὰ κατὰ τὸν
1176χρόνον ἐκεῖνον ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη ἐπισκευῆς τινος τῆς Ἀμ-
1177φιτρίτης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπάρξει ὀπή τις, διὰ τῆς ὁποίας
1178εἰσήγοντο τὰ ὕδατα, καὶ ἦτο ἠναγκασμένος ὁ Κυβερνήτης, ἐφ’
1179ὅσον ἤμην τοὐλάχιστον εἰς Κέρκυραν, ν’ ἀντλῇ τὰ ὕδατα ἐκ
1180τῆς Ἀμφιτρίτης δι’ ἀτμομηχανῆς διὰ νὰ μὴ καταβυθισθῇ δα-
1181πανῶντος τοῦ δημοσίου 25 δραχμὰς τὴν ἡμέραν μόνον καὶ μό-
1182νον διὰ νὰ ἔχῃ εἰς κίνησιν τὴν μηχανήν· ὁ κυβερνήτης τῆς
1183Ἀμφιτρίτης ἦλθεν εἰς ἐμέ· μοὶ παρέστησε δὲ τὴν ἀναπόφευκτον
1184ἀνάγκην νὰ σταλῇ τὸ πλοῖον εἰς Τεργέστην καὶ ἐπισκευα-
1185σθῇ. Ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως τὰς πα-
1186ραστάσεις τοῦ κυβερνήτου τῆς Ἀμφιτρίτης κυρίου Μπουρέκα, καὶ
1187ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως διέταξε νὰ μεταβῇ ἡ Ἀμφι-
1188τρίτη εἰς Τεργέστην διὰ νὰ ἐπισκευασθῇ· ἡ ἐπισκευὴ τῆς Ἀμ-
1189φιτρίτης εὐτυχῶς ἦτο ἀναξία λόγου. Κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔχο-
1190μεν δεξαμενὴν ἐν Ἑλλάδι, διότι, ἂν εἴχομεν, ἤθελεν ἐπισκευα-
1191σθῆ τὸ πλοῖον ἐντὸς 6 ὡρῶν μὲ δαπάνην 700 δραχμῶν. Ἐδέησε
1192ὅμως διὰ τοῦτο νὰ μεταβῇ ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην καὶ νὰ
1193ἐξοδευθοῦν ἴσως 4 ἢ 5 χιλιάδες δραχμῶν. Ἀφοῦ δὲ ἐπρόκειτο
1194ν’ ἀποπλεύσῃ ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην, ὁ δὲ Ἀτμοδρόμων
1195δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν διὰ νὰ καταπλεύσῃ ἀπὸ Κερκύρας εἰς
1196Πειραιᾶ, ἐκρίναμεν πρόσφορον τὴν περίστασιν νὰ σταλῇ συγχρό-
1197νως εἰς Τεργέστην καὶ ὁ Ἀτμοδρόμων, ἵνα συνοδεύηται ὑπὸ τῆς
1198Ἀμφιτρίτης καὶ ἐπισκευασθῇ καὶ αὐτός.
1199§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμισεσηπὸς τὸ ἓν, ἡμισεσηπὸς τὸ ἄλλο, ἀπε-
1200τέλεσαν ἀμφότερα ἑνωθέντα ἓν σῶον καὶ ἀκέραιον· ἐξαίρετα!
1201§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοιουτοτρόπως ἐξησφαλίσθη. Δυστυχῶς καὶ
1202τὸ ἓν ἦτο σεσηπὸς καὶ τὸ ἄλλο ἦτο ἐπίσης σεσηπὸς, ἀλλ’ ἰδοὺ
1203διατί. Κανονισμὸς ὑπάρχει πανταχοῦ ἔνθα ὑπάρχει πολεμικὸν
1204ναυτικὸν, κατὰ περίοδον χρόνου ὅλα τὰ πλοῖα κατὰ σειρὰν νὰ
1205εἰσέρχωνται εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπισκευάζονται τὰ
1206πλοῖα, ὥστε ὅλα ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν νὰ ἐπισκευάζωνται
1207καὶ νὰ διατελῇ πάντοτε μέγας ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς κατάστασιν
1208καλήν. Κατὰ δυστυχίαν πρὸ ἐνιαυτῶν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρε-
1209σίας δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὰς κυβερνήσεις τὰς προκατόχους νὰ
1210ἐπισκευάσουν τὰ πλοῖα, καὶ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα,
1211εὕρομεν τρεῖς ἀτμοημιολίας συγχρόνως χρῃζούσας ἀναποφεύ-
1212κτων ἐπισκευῶν, τὸν ἀτμοδρόμονα σεσηπότα καὶ τὴν Ἀμφι-
1213τρίτην μὲ τὸν ἧλον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγετο ὕδωρ.
1214Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι βέβαιον, καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς μαρτυ-
1215ρίαν τοὺς κ. βουλευτὰς ἐκ Κερκύρας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς
1216Κέρκυραν καὶ ἐνδέχεται μεταξὺ αὐτῶν νὰ ᾖναι καί τινες φίλοι
1217τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἂν δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν
1218ἐκείνην ἡ Ἀμφιτρίτη ἦτο εἰς αἰώνιον πῦρ, διότι ἤντλει τὸ ὕδωρ
1219ἀπὸ τὸ κῆτος, καὶ ὅτι ἔπλευσε μὲ τὸν ἀτμοδρόμονα. Ἂν μέλ-
1220λητε νὰ κατακρίνητε διατί δὲν ἐπεσκευάσθησαν ἐγκαίρως τὰ
1221πλοῖα, στρέψατε τὴν κατάκρισιν οὐχὶ καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ
1222τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἀποστολῆς
1223τοῦ ἀτμοδρόμονος καὶ δευτέρα εὐκολία. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1224τικῶν εἶπεν, ὅτι διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν δημοσίων χρημάτων
1225ἀπέστειλε διὰ τοῦ ἀτμοδρόμονος εἰς Τεργέστην τὸ πλήρωμα,
1226τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς Πειραιᾶ τὴν Ὄλγαν.
1227Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ζητήσετε κατὰ Μάϊον τὴν πίστωσιν;
1228διότι τὸ κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸν Μάϊον καὶ
1229πρῶτον ἔργον εἶχε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· καὶ δεύ-
1230τερον ἔργον εἶχε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς
1231τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἡ ὁποία ἐφέτος δὲν ἦτο σύνηθες ἔρ-
1232γον, ὅπως κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους· καὶ μετὰ τοῦτο
1233κανεὶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ κρατήσῃ
1234τὴν Βουλὴν περαιτέρω ἐν Ἀθήναις, διότι ἐπέκειντο ἐργασίαι
1235ἀγροτικαὶ αἱ ὁποῖαι ἠνάγκαζον τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀπέλθουν
1236εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ τὸ κοινοβούλιον ἔμελλε νὰ συνέλθῃ
1237τὸν Σεπτέμβριον, καὶ ἂν ἀφίνομεν μέχρι Σεπτεμβρίου τὰ
1238πράγματα ὡς εἶχον, τῇ ἀληθείᾳ ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1239ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐφοβεῖτο μήπως συμβῇ, δὲν
1240ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τί εἶπε.
1241§38ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πρὸ 15 μηνῶν εἶχον ἐπισκεφθῆ τὸν Ἀτμο-
1242δρόμωνα, δύο φορὰς κατέβηκα καὶ τὸν ἐπεσκέφθην καὶ μοὶ εἶ-
1243πον οἱ ἀξιωματικοί, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ κάμουν ταξείδιον,
1244διότι θέλουν ἀλλαγὴν οἱ λέβητές του καὶ ἐπισκευὴν τὸ σκάφος
1245καὶ κάθαρσιν.
1246§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ναύαρχος λέγει, ὅτι πρὸ 15 μηνῶν
1247εἶχε καταβῆ εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐπεσκέφθη τὸν Ἀτμοδρόμωνα δὶς
1248καὶ ὁ πλοίαρχος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο εἰς κα-
1249τάστασιν νὰ κάμῃ πλοῦν ὁ Ἀτμοδρόμων, διότι καὶ οἱ λέβητες
1250καὶ τὸ σκάφος ἔχρῃζον ἐπισκευῆς.
1251Ἀλλὰ πῶς ἐπραγματοποιήσατε, κύριοι, τὰς συμπληρωτικὰς
1252πιστώσεις τοῦ 1868 χωρὶς νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφον τοῦ κοι-
1253νοβουλίου;—Αἱ συμπληρωτικαὶ πιστώσεις τοῦ 1868 ἀναβαί-
1254νουν εἰς 1,320,564· ἐξ αὐτῶν ἡ μὲν ἐκ δραχμῶν 14,500
1255ἐπληρώθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ
1256συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν μεταφορὰν χρη-
1257μάτων διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ τοῦ δανείου τῶν
125860,000,000 τοῦ 1867 εἰς Εὐρώπην. Ἡ δὲ τῶν πολιτικῶν
1259συντάξεων ἐκ δραχμῶν 13,550 δὲν ἐπληρώθη οὔτε ἀπὸ τὴν
1260προκάτοχον κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὀφείλεται. Ἡ ἐκ
1261δραχ. 32,000 τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναγομένη εἰς
1262ἀποζημιώσεις μαρτύρων ἐπραγματοποιήθη ἀπὸ τὴν προκάτο-
1263χον κυβέρνησιν δυνάμει τοῦ νόμου. Ἡ ἐκ δραχμῶν 4,167 πρὸς
1264φύλαξιν καὶ συντήρησιν τηλεγραφικῶν γραμμῶν δὲν ἐπληρώθη
1265οὔτε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ὀφεί-
1266λεται. Ἡ πίστωσις τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν ἐκ δραχ.
1267370 ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων καὶ 4,400 ἔξοδα μεταθέσεως ταμι-
1268ακῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐπληρώθη οὔτε ἀπὸ τὴν προκάτοχον
1269κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ τὴν παροῦσαν, καὶ ὀφείλεται. Ἡ πίστωσις
1270ἐκ δραχμῶν 15,000 δι’ εἴσπραξιν δεκάτων καὶ ἐκ δραχμῶν,
12713,000 ἔξοδα βεβαιώσεως φόρου ζώων δὲν ἐπληρώθη καὶ ὀφεί-
1272λεται. Ἡ ἐκ δραχμῶν 20,000 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τελωνείων
1273καταβάλλεται δυνάμει τοῦ νόμου· ἡ ἐκ δραχμῶν 100 ἔξοδα
1274ὑπηρεσίας τυπογραφείου ὀφείλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἔξοδα ἐξο-
1275ρύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν ἐκ δραχμῶν 84,000 καὶ
1276ἔξοδα καλλιεργείας ἁλικῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων ἐκ δραχ.
127725,000 καταβάλλεται κατὰ τὸν νόμον ἀμέσως· ὥστε δὲν ὑπῆρ-
1278ξεν οὐδεμία παράλειψις τῶν λογιστικῶν διατάξεων, οὐδεμία
1279ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸ κοινοβούλιον, οὐδεμία ἔλλειψις προ-
1280σοχῆς πρὸς αὐτὸ ἢ ἀθέτησις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κοινοβουλίου
1281ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως.
1282Μοὶ μένουσι δύο παρατηρήσεις, καὶ ἀφοῦ ἀπευθύνω καὶ ταύ-
1283τας, θέλω καταβῆ τοῦ βήματος. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ἐπὶ τοῦ νο-
1284μοσχεδίου περὶ ὁδοποιίας τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
1285λογγίου ἀπηύθυνε πρὸ μικροῦ· τὸν παρεκάλεσα νὰ τὴν ἀναβά-
1286λῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνέκρι-
1287νε· μὲ ἀναγκάζει λοιπὸν νὰ κάμω λόγον ὡσαύτως περὶ αὐτῆς
1288τώρα. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ πίστωσις
1289τῶν 250,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ἔχει κἄποιαν
1290εὔλογον ὕπαρξιν, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐκποίη-
1291σιν τῶν μετοχῶν τοῦ δημοσίου εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, διϊσ-
1292χυρίσθη, ὅτι τοῦτο εἶναι μία liquidation. Μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ
1293τῆς παρατηρήσεως ταύτης τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογ-
1294γίου νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸ κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε
1295συνεζήτησε καὶ ἐψήφισεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταμείου τῆς
1296ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὅ,τι τότε δὲν τῷ ἐγένετο γνωστὸν· ἐνθυ-
1297μεῖσθε, ὅτι σᾶς παρέστησαν τότε, ὅτι ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς ἐ-
1298παρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἔλαβε χρήματα ἡ κυβέρνη-
1299σις καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὸ
1300συμβεβηκὸς αὐτὸ παρέστησαν ὡς σπουδαίαν ἀθέτησιν τοῦ νό-
1301μου καὶ προέτειναν μάλιστα μίαν τινὰ ἔκφρασιν τοῦ κοινοβου-
1302λίου καθ’ ἡμῶν. Εὐτυχῶς τὸ κοινοβούλιον δὲν συνεμερίσθη τὴν
1303γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν, ἂν συνεμερίζετο, ἤθελε πράξει ἀδί-
1304κημα ὅμοιον μὲ τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν ἐκεῖνα
1305τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ὑπεστήριζον τὸ ὑ-
1306πουργεῖον τοῦ 1868, ἐψήφισαν ὅμως προχθὲς ἐναντίον μας.
1307Ἀληθῶς τὰ χρήματα τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτι-
1308κῆς ὁδοποιΐας δὲν διεθέσαμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας,
1309ἀλλὰ πρώτη ἔλαβεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, δαπανήσασα
1310220 περίπου χιλιάδας· ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν 70 μόνον χιλιάδας
1311περίπου διὰ νὰ πληρώσωμεν ἐργολαβίας, τὰς ὁποίας διὰ δημο-
1312πρασίας ἀνεδέχθησαν ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἰδιῶται·
1313καὶ ἡ προκαταβολὴ ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 290,000 καὶ ὅμως οἱ
1314φίλοι τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἐψήφισαν καθ’ ἡμῶν ὡς ἀθε-
1315τησάντων τὸν νόμον. Συμβαίνουσιν ἐνίοτε ἀδικήματα τοιαῦτα,
1316τὰ ὁποῖα λανθάνουσι πολλάκις τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ. Ἤμην
1317ἠναγκασμένος νὰ καταδείξω τοῦτο διὰ νὰ ἐκφράσω μόνον ἓν
1318παράπονον εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν φίλοι τῆς κυ-
1319βερνήσεως τοῦ 1868. Ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
1320σᾶς εἶπον, καὶ αἱ προκαταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῶν τα-
1321μείων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τοῦ
1322ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀναβαίνουσιν εἰς 300 περίπου
1323χιλιάδας δραχμῶν· καὶ εἶναι δυνατὸν αἱ προκαταβολαὶ αὗται
1324νὰ ἐξοφληθῶσιν ἂν καταπαύσωσι κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871 ὅλα
1325τὰ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἐντὸς δύο ἐτῶν, καθὼς μὲ ἐβε-
1326βαίωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ πάλιν κατὰ τὸ
13271870 θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν περίστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέ-
1328θημεν κατὰ τὸ 1869 ἢ πρίν. Καταπαύοντες τὰ ἔργα τῆς ἐθνι-
1329κῆς ὁδοποιΐας θέλομεν γίνει αἴτιοι ζημίας· διότι ὅλα τὰ ἀρξά-
1330μενα ἔργα τῶν μήπω περαιωθεισῶν ἐθνικῶν ὁδῶν θέλουσι κα-
1331ταστραφῆ, καὶ διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ τὸ δημόσιον ἐξώδευσεν ἕως ἓν
1332καὶ πλέον ἑκατομμύριον. Λοιπὸν ἡ δαπάνη αὐτὴ τοῦ 1,000000
1333θέλει ματαιωθῆ. Λοιπὸν πρέπει νὰ προβλέψῃ ἡ μὲν κυβέρνησις νὰ
1334ἐξακολουθήσουν τὰ ἔργα αὐτὰ, ἕως ὅτου τοὐλάχιστον περαιω-
1335θῶσιν αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ, χωρὶς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν κα-
1336τηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ κατὰ δυστυχίαν ὑπέκυψεν.
1337Ὅθεν ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἂν καὶ ἡ προκαταβολὴ, τὴν
1338ὁποίαν τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἔ-
1339καμον πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, δύναται νὰ καλυφθῇ
1340ἐντὸς δύω ἐτῶν, μολαταῦτα διὰ νὰ μὴ παύσωσιν ἐντελῶς τὰ
1341ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ ἀρ-
1342ξάμενα ἤδη καὶ προκεχωρηκότα ἔργα, ἂς ζητήσωμεν 250,000
1343δραχμῶν πρὸς ἐπικουρίαν τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐκ
1344τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς πιστώσεως
1345τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν.
1346Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν προσέβαλε τοῦτο, συμφωνεῖ νὰ
1347δοθῶσιν αἱ 250,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ νὰ ἐκποιήσωμεν τὰς με-
1348τοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης τοῦτο ἐθεώρησεν ἐπιζήμιον, καὶ
1349σᾶς εἶπε διατὶ τὸ ἐθεώρησεν ἐπιζήμιον. Πρῶτον διότι, ὅταν πω-
1350λῇ κανεὶς τὰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἐμφαίνει τὸν ἔ-
1351σχατον βαθμὸν τῆς πενίας, εἶναι τὰ προοίμια μιᾶς ἀποσυνθέ-
1352σεως· δεύτερον, διότι πωλοῦντες τὰς μετοχὰς τῆς τραπέζης,
1353χάνομεν τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν ἐπὶ τοῦ καταστή-
1354ματος τῆς τραπέζης καὶ δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀσκήσωμεν ἐπ’
1355αὐτοῦ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν μέχρι τοῦδε πρὸς
1356προαγωγὴν καὶ αὐτοῦ καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ,
1357τὸν ὁποῖον ἡ σύστασις τῆς ἐθνικῆς τραπέζης προέθετο.
1358Ἐν πρώτοις ὁ κ. Δεληγεώργης λησμονεῖ ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὡς
1359μέλος τοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὸ 1868 ἐψήφισε νόμον διὰ τοῦ
1360ὁποίου ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ
1361πωλήσῃ τὰς μετοχὰς τῆς τραπέζης καὶ τὴν ἄδειαν ἔχομεν ἐδῶ·
1362ἐκάμαμεν δὲ μνείαν τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν τῆς ἐθνικῆς
1363τραπέζης εἰς τὸν νόμον μόνον καὶ μόνον, διότι ὠφείλομεν ζη-
1364τοῦντες πιστώσεις συμπληρωτικὰς νὰ ἐνδείξωμεν τοὺς πόρους,
1365ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἠθέλαμεν πορισθῆ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέ-
1366λουσι δυνάμει τῶν πιστώσεων τούτων δαπανηθῆ.
1367Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἄδειαν καὶ τὴν ἐζη-
1368τοῦμεν σήμερον. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους
1369ὁ κ. Δεληγεώργης παρέστησεν εἶναι ὑπαρκτοί; Θέλω σᾶς ἀπο-
1370δείξει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπαρκτοί· καὶ θέλω διαφωνήσει πάλιν μὲ
1371τὸν κ, Δεληγεώργην, διότι ἠπατήθη, καὶ ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως
1372τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰ προτεινόμενα μέσα, θεωρήσας αὐτὰ
1373ὡς σημεῖον ἀποσυνθέσεως οἰκονομικῆς, διαλύσεως οἰκονομικῆς,
1374τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι διορᾷ, καὶ τὴν ὁποίαν διεγίνωσκε καὶ
1375ἐκ πολλῶν ἄλλων συμβεβηκότων ἐν τῇ πολιτείᾳ. Αἱ μετοχαὶ
1376τῆς ἐθνικῆς τραπέζης εἶναι εἷς τίτλος τοῦ δημοσίου, ἀξίαι ἀνή-
1377κουσαι εἰς τὸ δημόσιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσι καὶ πολλαὶ ἄλ-
1378λαι ἀξίαι, καὶ δύναται κατ’ ἐκλογὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν κατὰ τὰς
1379ἀνάγκας του οἱασδήποτε ἀξίας θέλει. Ἀλλὰ ἐξεταστέον ἂν
1380συμφέρῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης,
1381ἢ ἂν συμφέρῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν μιᾶς ἄλλης ἀξίας. Ἡ ἐκποίησις τῶν
1382μετοχῶν τῆς τραπέζης δὲν εἶναι ὁ τελευταῖος ὀβολός, ὁ ὁποῖος
1383τίθεται εἰς κυκλοφορίαν, καὶ μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὁποίου τὸ
1384πᾶν ἀπόλλυται, ὡς ὁ κ. Δεληγεώργης ὑπέλαβε· τίθεται εἰς
1385χρῆσιν ἡ ἀξία αὕτη, διότι συμφέρει νὰ προτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν
1386ταύτην τῶν ἄλλων ἀξιῶν.
1387Ὁ κ. Δεληγιώργης σᾶς παρέστησεν ὡς ἀποκρουστέαν τὴν
1388ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης, διότι ὁ ἀείμνηστος βα-
1389σιλεὺς Ὄθων ἐκ τῶν γλίσχρων μέσων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐποχὴν
1390τῆς συστάσεως τῆς ἐθνικῆς τραπέζης κατὰ τὸ 1840 διέθετε,
1391τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτῷ ὁ δημόσιος προϋπολογισμός, κατώρ-
1392θωσε νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν 1000 μετοχῶν καὶ τὰ
1393ἔδωκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν.
1394§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἔλαβεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1395ἀλλὰ λέγω, καί τοι ἦσαν γλίσχρα τὰ μέσα, κατώρθωσε νὰ οἰ-
1396κονομήσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν.
1397§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων ἔπραξεν ὡς
1398καλὸς ἡγεμών. Ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε πρώτη νὰ ἔλθῃ εἰς συν-
1399δρομὴν πρὸς σύστασιν καταστήματος τόσον κοινωφελοῦς, τὸ ὁ-
1400ποῖον δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ὑπάρχει τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον
1401παριστᾷ ἀκμαίαν τὴν ἐθνικὴν ζωήν· ἐὰν προκειμένης συστάσεως
1402ἐθνικῆς τραπέζης τῆς μόνης καὶ τῆς πρώτης, ἡ ὁποία συνίστατο
1403ἐν τῷ τόπῳ, ἡ κυβέρνησις δὲν ἤρχετο πρώτη νὰ παρακαταθέσῃ
1404τὸν ὀβολόν της, πρώτη νὰ μαρτυρήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της,
1405ἤθελε παραλείψει οὐσιωδέστατον καθῆκον. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ἀ-
1406νάγκη νὰ ἐνισχυθῇ τὸ κοινὸν περισσότερον, ὅπως ἔχῃ εἰς τὴν
1407τράπεζαν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ
1408συντηρῇ τὸ δημόσιον τὰς μετοχὰς ταύτας; ἡ ὕπαρξις τῶν με-
1409τοχῶν τοῦ δημοσίου εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα, τὴν ὁποίαν τὸ κοι-
1410νὸν ἔχει ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης; εὐτυχῶς ἡ ἐθνικὴ τράπεζα
1411εἶναι κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐπαγίωσε τὴν πίστιν του παντα-
1412χοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ κοινὸν καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς δὲν
1413ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, ἂν τὸ δημόσιον ἔχῃ μετοχὰς ἢ ὄχι εἰς
1414τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν διὰ νὰ τὴν ἐμπιστεύεται ἢ ὄχι.
1415Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλο. Ἂν χά-
1416σετε τὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν,
1417θέλετε στερηθῆ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τώρα ἔχετε διὰ νὰ ἐπηρεά-
1418ζετε τὸ κατάστημα τοῦτο, καὶ ἑπομένως νὰ συντελῆτε εἰς τὴν
1419συντήρησιν τῆς διοικήσεώς του καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ.
1420Δὲν ἠξεύρω τῇ ἀληθείᾳ ἂν ἡ κυβέρνησις διὰ τῶν μετοχῶν τού-
1421των ἐπέδρασε ποτὲ εἰς τὴν τράπεζαν. Ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνα-
1422δράμω εἰς ἀρχαιοτέραν ἱστορίαν, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν πρώτων
1423χρόνων τῆς συστάσεως τοῦ καταστήματος τούτου, ἴσως ἠδυνά-
1424μην ν’ ἀρυσθῶ πιθανότητά τινα ὑποστηρίζουσαν τὸν ἰσχυρισμὸν
1425τοῦ κ. Δεληγιώργη. Ἐὰν ὅμως ἀναδράμω εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν
1426προσφάτων χρόνων τοῦ καταστήματος τούτου, δὲν ἠξεύρω ἂν
1427ἡ κυβέρνησις ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ καταστήματος τῆς τραπέζης
1428καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἢ ἂν ἡ τράπεζα ἐπέδρα ἰσχυρῶς
1429καὶ τελεσφόρως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς. Πωλοῦντες λοιπὸν τὰς με-
1430τοχὰς πρόκειται νὰ χάσωμεν ὅ,τι εἴχομεν, καὶ ἐρωτῶ ὅλους
1431ὑμᾶς, ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων ὑμῶν διὰ νὰ μοῦ
1432εἰπῆτε τί εἴχομεν διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδρῶμεν ἐπὶ τῆς διοική-
1433σεως τῆς τραπέζης.
1434Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔθιξα, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν, τὰ
1435διάφορα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀγορηταὶ δεξιοὶ ἀπηύθυνον
1436κατὰ τῶν πιστώσεων· ὑποθέτω, ὅτι ἂν δὲν κατώρθωσα νὰ
1437πείσω αὐτοὺς τούτους, ἐξεπλήρωσα ὅμως καθῆκον, ἀνακοινώσας
1438τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἰς τὴν Βουλήν.
1439§42Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τῳόντι, κύριοι, ἀρκετὰ δύ-
1440σκολον ν’ ἀπαντήσῃ τις καὶ ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὰ εὐφυᾶ ἐπι-
1441χειρήματα τοῦ εὐγλώττου προαγορεύσαντος, διὰ τῶν ὁποίων
1442ὀλίγον ἔλειψε νὰ πείσῃ καὶ ἐμὲ, ὅτι εἶχον ἐντελῶς ἄδικον εἰς
1443ὅσα χθὲς ἰσχυρίσθην, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο ἐντὸς τοῦ δι-
1444καίου του.
1445Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Δεληγιάννη ἦτο τὸ ἀκό-
1446λουθον. Ἐπίστευον, εἶπεν, ὅτι ἠθέλατε ἐξετάσει οὐχὶ τοὺς τύ-
1447πους τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ὑπεβάλαμεν, ἀλλὰ τὴν οὐ-
1448σίαν· κατὰ τί ἐσφάλαμεν, μᾶς εἶπεν, ὑποβαλόντες αὐτὰς τὰς
1449πιστώσεις; καὶ ὁ κύριος Δεληγιάννης ἐξῆλθε θριαμβεύων, διότι
1450ἀληθῶς αἱ πιστώσεις αὗται ἀπέβλεπον ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι πρέ-
1451πει νὰ ἱκανοποιηθῶσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ
1452προσβληθῶσιν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί προσεβάλαμεν καὶ τί εἴχομεν
1453δικαίωμα νὰ προσβάλωμεν; οὐχὶ τὰς ἀνάγκας, ἀφοῦ ὑφίστανται,
1454τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσουν αἱ πιστώσεις αὗται, ἀλλὰ
1455τὴν χρῆσιν, τὴν διοίκησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν γένει. Ναὶ,
1456κύριοι, πολλὰς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐχρεωστεῖτε νὰ θεραπεύ-
1457σητε, ἀλλ’ ὅταν ἐπροβλέπετε καὶ τὰς προσθέτους ἀνάγκας,
1458διαχειριζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὠφείλετε νὰ ἐνεργῆτε
1459οὐχὶ ὡς μηχανὴ μὴ ἔχουσα διάνοιαν, ἀλλ’ ὡς κυβέρνησις προ-
1460νοητικὴ φροντίζουσα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὅταν,
1461λέγω, ἐβλέπετε καὶ τὰς προσθέτους αὐτὰς ἀνάγκας, ἔπρεπε νὰ
1462ἐρευνήσητε τὸν προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν ὑπάρχουν ἔξοδα, τὰ ὁ-
1463ποῖα ἠδύναντο ν’ ἀποκοπῶσιν, ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσητε συνετώτερον
1464τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἤδη ζητεῖτε αὐτάς· πόθεν θέλετε τὰς
1465πληρώσει; διότι περίσσευμα δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε. Ἐξη-
1466γοῦμαι. Ὅταν ἐβλέπετε, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐκ-
1467κρεμεῖς ἤθελον ἀπαιτήσει 21 ἑκατομμύρια ἀκόμη προσθήκας ἐ-
1468ξόδων, ἔπρεπε νὰ ἰδῆτε διαχειριζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν
1469νὰ κάμητε οἰκονομίας. Τοῦτο δὲ εἶπον ἔκτοτε, καὶ ἐπλανήθητε
1470ἂν δὲν τὸ ἐπροσέξατε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογι-
1471σμοῦ σᾶς ἔλεγον, κακῶς διεχειρίσθητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ
1472ἀντὶ οἰκονομιῶν προσεθέτατε ἔξοδα, καὶ διὰ τοῦτο κακῶς ἐ-
1473πράξατε λέγοντες, καὶ ἴσως κατὰ τὰ 69 εἴχατε δίκαιον ἐν μέρει,
1474εὕρομεν ἕνα προϋπολογισμὸν ἕτοιμον, συντεταγμένον, ἐχρεωστοῦ-
1475μεν νὰ τὸν πραγματοποιήσωμεν, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν
1476δίκαιον νὰ παραλείψωμεν τίποτε, καὶ ὠφείλαμεν νὰ πραγματο-
1477ποιήσωμεν ὅ,τι εὕρομεν γεγραμμένον· ἐνηργήσατε ὡς μηχαναὶ,
1478ἀλλ’ εἶσθε ὅμως κύριοι νὰ κάμετε οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολο-
1479γισμὸν τοῦ 70. Κατὰ τὸ 70 πλέον ἀπεφασίζετε σεῖς καὶ ὅμως
1480ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 70 παρουσιάζει αὔξησιν 400,000 ἀντὶ
1481οἰκονομίας.
1482Παραπονούμεθα λοιπὸν καθ’ ὑμῶν, ὅτι ὡς κυβέρνησις ὀφεί-
1483λουσα νὰ προνοήσῃ, ἐνῷ ἔβλεπε τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατά-
1484στασιν, ἐνῷ ἔβλεπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα ἦσαν δυσανάλογα πρὸς τὰ
1485ἔσοδα, οὐ μόνον δὲν ἐπρονόησεν, οὐ μόνον δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν
1486ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 69, οὐ μόνον δὲν ἐφρόντισε
1487ν’ ἀποκόψῃ ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ἀλλά, κύριοι, συνέταξε προϋπο-
1488λογισμὸν τὸ 70, ὅτε ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ, καὶ ἐπέφερεν ἀντὶ
1489οἰκονομιῶν αὔξησιν ἐξόδων, καὶ οὕτω διὰ τὸ παρελθὸν ὡς μη-
1490χανὴ αὐτομάτως ἐνεργοῦσα καὶ ἀρνουμένη τὴν πρωτοβουλίαν
1491καὶ τὰς σκέψεις εἰς ἑαυτὴν, διὰ δὲ τὸ μέλλον ἄνευ προνοίας
1492καὶ ἐνῷ βλέπει τὸ βάραθρον ἐνώπιόν της, δὲν ἔθεσε τὴν χεῖρά
1493της νὰ ἐμποδίσῃ καταφερόμενον, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ὤθησεν. Ἰδοὺ
1494διὰ τί παραπονούμεθα.
1495Διαφωνῶ δὲ, κύριοι, πρὸς τὸν κύριον Δεληγιώργην, καὶ πρὸς
1496τὸν κύριον Χρηστίδην, ὑποστηρίζοντας, ὅτι εἰς τοὺς κλάδους
1497τῆς διοικήσεως δύναται νὰ γίνῃ οἰκονομία ἄνευ βλάβης διὰ τῆς
1498ἀφαιρέσεως ἀναγκαίων ὀργάνων, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ἐνεργεῖται συ-
1499νεπείᾳ ὀργανισμοῦ πλήρους.
1500Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ἂν δὲν φέρετε ὀργανικὰς μεταβολὰς,
1501οἰκονομίας διαρκεῖς καὶ ἀληθεῖς, δὲν θέλετε ἐπιτύχει. Ἐντὸς
1502ὅμως τῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχουν καὶ κλάδοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν
1503καμμίαν συνάφειαν, εἰς αὐτοὺς δύνασθε νὰ κάμετε οἰκονομίας,
1504διότι ὁ ἀδιάῤῥηκτος σύνδεσμος δὲν τὰς συνδέει.
1505§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ναυτικόν.
1506§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ναυτικόν· ὁ κ. Μπούμπου-
1507λης δύναται νὰ σᾶς δώσῃ καλλιτέρας πληροφορίας.
1508§45ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ ναυτικὸν θέσεις, ὄχι
1509ν’ ἀφαιρεθοῦν.
1510§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νομίζω, ὄχι νομίζω,
1511εἶναι ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο
1512νὰ κάμῃ μεταβολὰς ὀργανικὰς, ἠδύνατο ὅμως ὀρθῶς καὶ ἐπιμε-
1513λῶς σκεπτομένη νὰ κάμῃ οἰκονομίας οὐσιώδεις καὶ σπουδαίας
1514εἰς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς ἡ ὑπηρεσία νὰ πάθῃ.
1515Ἠπόρησα, κύριοι, ἀκούσας τὸν εὐφυᾶ προαγορεύσαντα, ἀνα-
1516γνωρίζοντα μὲν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἕκαστον πολιτικὸν νὰ
1517φέρῃ ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ σύστημά του, ἀλλ’ ἰσχυ-
1518ρίσθη ὅτι αὐτὸς τὸ ἰδικόν του δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ βάλῃ εἰς ἐ-
1519νέργειαν, διότι δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ συστήματος, τὸ
1520ὁποῖον ἤθελε νὰ μεταβάλῃ.
1521Δὲν ἐννοῶ πῶς δύναταί τις νὰ ἔχῃ πλῆρες σύστημα ὀργα-
1522νισμοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν του, νὰ ἐμποδίζηται δὲ
1523εἰς τὴν ἐφαρμογὴν μέχρις οὗ σπουδάσῃ τὴν ἱστορίαν. Τοῦτο ση-
1524μαίνει, ὅτι δὲν ἔχει σύστημα εἰς τὴν κεφαλήν του. —Ταῦτα εἶ-
1525χον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς παρεξηγήσεις τῶν λόγων μας ἐκ μέ-
1526ρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσω-
1527μεν τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐπολεμήσαμεν, ὡς μὴ δυνά-
1528μενοι ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ἐλλείψεις,
1529διότι ἡ κυβέρνησις ἐξετέλεσε μηχανικῶς, ὅ,τι εὗρε καθιερωμένον,
1530καὶ διότι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ δὲν ἔκα-
1531μεν ἄλλο, παρὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παρελθὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς μετα-
1532βολῆς, παρὰ μόνον τόσον καθ’ ὅσον ἐπρόσθεσε, διότι δὲν εἶχε τὸν
1533ἁρμόδιον καιρόν.
1534Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1868. Ὁμο-
1535λογῶ, ὅτι δὲν καταλαμβάνω ποῦ εὑρισκόμεθα, διότι ὅλοι οἱ
1536κανόνες ἀνετράπησαν, ὅλοι οἱ ὅροι, ὅλα τὰ διατεταγμένα παρε-
1537βιάσθησαν, καὶ ἐνῷ νομίζομεν, ὅτι βαδίζομεν ἐπὶ δεδομένων τι-
1538νῶν στηριζομένων εἰς τὸν νόμον, εὑρισκόμεθα ἐξαίφνης ἐκτὸς τοῦ
1539νόμου, διότι τὰ παρουσιαζόμενα παρὰ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἀκο-
1540λουθοῦσι τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι διαγράφουσιν. Ἔχο-
1541μεν συνήθως πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς, ἐκτάκτους, δι’ ὀφει-
1542λόμενα ἐντὸς χρήσεώς τινος· μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως,
1543ἔχομεν συμπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἀπολο-
1544γισμοῦ· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξετάσαμεν τὰς πιστώσεις, σή-
1545μερον ὅμως μανθάνομεν, ὅτι πρόκειται περὶ κλεισμένων χρή-
1546σεων, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ἄλλος εἶναι ὁ τύπος τῶν πιστώ-
1547σεων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, πρέπει νὰ συνοδεύωνται μὲ
1548ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν δικαιούχων, πρὸ πάντων αὐτὸς
1549εἶναι οὐσιώδης τύπος, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος διαγράφει κλπ. Ἐσυ-
1550ζητήσαμεν μέχρι τοῦδε ἄλλως, διότι ἄλλας μᾶς ὑπέβαλον
1551πιστώσεις, σήμερον ὅμως λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ χρήσεων
1552κεκλεισμένων, καὶ πταίουν, ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ κακῶς εἰσήγα-
1553γον τὰς πιστώσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλα ἀντ’ ἄλλων
1554λέγουσι.
1555Τὸ περιεργότερον ὅλων ὅμως εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἀτμοδρό-
1556μονος. Ἐπ’ αὐτῆς ἐπῆλθον τρεῖς διάφοροι ἐξηγήσεις ἀπὸ τοῦ βή-
1557ματος τούτου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ πρῶτον σᾶς εἶπεν, ὅτι
1558ὁ ἀτμοδρόμων ἐκινδύνευε καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν στείλουν εἰς
1559Τεργέστην τάχιστα, δὲν ἤθελον διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ πλοίου
1560νὰ διακινδυνεύσουν μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ ἐ-
1561πισύρουν τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν τοῖς ἀπευθύνει, ἐνῷ
1562σήμερον τοὺς κατηγοροῦμεν δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν τοὺς
1563μεμφθῆ, ἐὰν δὲν τὸ ἔπραττον. Μόλις ἐτελείωσεν ὁ κ. πρόεδρος
1564τοῦ ὑπουργείου καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ὡς ἐὰν ἤθελε
1565νὰ ἐκδικηθῇ αὐτὸν διὰ παρελθόντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἰσχυρίζε-
1566ται ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουρ-
1567γοῦ, καὶ δι’ ἑνὸς ἐπισήμου ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐγὼ διώ-
1568ρισα ἐξ εἰδικῶν, σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι τὸ πλοῖον ἓξ μῆνας ἠδύ-
1569νατο νὰ ὑπηρετήσῃ, ἐκτὸς ἂν ἀπρόβλεπτοι περιστάσεις ἐπήρχοντο,
1570ἀλλὰ περιστάσεις ἀπρόβλεπτοι δύνανται νὰ καταστρέψουν καὶ
1571νέα πλοῖα· καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ ἀκόμη ἓν χει-
1572ρότερον· ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀπεστείλαμεν τὸ πλοῖον, ἵνα
1573προλάβωμεν τὸν κίνδυνον, ἀλλ’ οὐδὲν ἔξοδον ἐκάμαμεν, τὸ πλοῖον
1574μένει ἐκεῖ, εἴπατε νὰ τὸ ἐπισκευάσωμεν ἢ νὰ τὸ πωλήσωμεν. Δὲν
1575εἶναι ἀληθὲς, ἀπαντᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, ἔστειλα τὸ
1576πλοῖον εἰς τὴν Τεργέστην, δὶς τὸ σύρουν ἔξω, καὶ πρὸς τοῦτο
1577ἐγένοντο ἔξοδα. Ἀφηρέσαμεν τοὺς λέβητας, καὶ ἵνα ἀφαιρέσουν
1578τοὺς λέβητας, πρέπει νὰ καταστρέψωσι τὸ κατάστρωμα, καὶ διὰ
1579τοῦτο ἐγένοντο ἐπίσης ἔξοδα. Ἐκεῖ ἤδη ἐξακολουθοῦμεν μισθοῦν-
1580τες ἀξιωματικούς. Ἑπομένως εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγει ὁ κ. ὑ-
1581πουργὸς τῶν ναυτικῶν, ἔξοδα ἐγένοντο καὶ γίνονται, ἐνῷ τὰ ἠρ-
1582νήθη ὁ κ. πρωθυπουργός. Βλέπετε, ὅτι διὰ τὸν ἀτμοδρόμονα ἐ-
1583γένοντο ἔξοδα, παρατρέχω τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1584περὶ λεβήτων, τὸ πλοῖον ἐσύρθη δὶς, ἐξήχθησαν οἱ λέβητές του
1585ἀπὸ τὸ κῆτος καὶ ἴσως εἶναι εἰς ἐπισκευὴν, ἐγένοντο ἔξοδα. Μετὰ
1586ταῦτα προβαίνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἄλλη ἱστορία
1587Ἡ Ἀμφιτρίτη λέγει ἐκινδύνευεν, ἡ ἀντλία ἀδιακόπως ἐξῆγε
1588τὰ ὕδατα, ἄλλως τε ἐπνίγετο, διότι εἰς τὸ κῆτός της ἠνοίχθη
1589ὀπή· ἵνα σώσωμεν αὐτὴν ἐσπεύσαμεν νὰ σώσωμεν δι’ αὐτῆς καὶ
1590τὸν ἀτμοδρόμωνα, ἵνα ὑπάγῃ σῶος ὁ ἀτμοδρόμων εἰς τὴν Τερ-
1591γέστην· (θόρυβος). Αὐτὰ, κύριοι δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ἂν τῷ ὄντι
1592ἡ Ἀμφιτρίτη ἔκαμνε καὶ πιστεύω, ὅτι ἔκαμνε νερὰ, ἠδύνατο νὰ
1593διορθωθῇ εἰς τὸν Πόρον. Ἐκεῖ ἐγὼ εἶδον, ὅτι μετ’ εὐκολίας ἀνασύ-
1594ρονται τὰ πλοῖα ταῦτα· οὕτως ἠθέλαμεν ἐξοδεύσει ὀλιγώτερον,
1595τῶν ὅσων ἐξωδεύσαμεν εἰς τὴν Τεργέστην καὶ δὲν ἤθελε δια-
1596τρέξει τοὺς κινδύνους τοῦ ταξειδίου μεταξὺ Κερκύρας καὶ Τερ-
1597γέστης. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ εἰς Τεργέστην διὰ νὰ συνοδεύσῃ
1598τὸν ἀτμοδρόμονα, ὅστις εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν·
1599ἡ Ἀμφιτρίτη ἐκινδύνευε νὰ πνιγῇ ἐντὸς τοῦ λιμένος, ἐξῆλθεν ἀπὸ
1600τοῦ λιμένος, ἵνα σωθῇ εἰς μακρυνὸν ταξείδιον καὶ νὰ σώσῃ καὶ
1601τὸν ἀτμοδρόμονα! Δὲν μοὶ φαίνονται αὐτὰ ἐπηγάζοντα ἀπὸ τὴν
1602εὐφυΐαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν.
1603Τέλος πάντων τὰ πλοῖα αὐτὰ ἀπέστειλαν εἰς Τεργέστην καὶ
1604δὲν περιέμενον ἕνα μῆνα νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλή, ἵνα ζητήσουν τὴν ἄ-
1605δειαν· ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἦτο μέγας, καὶ ὅμως εἰς
1606Τεργέστην μένει ὁ ἀτμοδρόμων ἓξ μῆνας, καὶ οὔτε κατασκευά-
1607ζεται, οὔτε διορθοῦται· ἀφοῦ μένει ἤδη εἰς Τεργέστην ἓξ μῆνας,
1608δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἢ τὴν Κέρκυραν
1609ἕνα μῆνα; κίνδυνος πραγματικὸς δὲν ὑπῆρχεν· ἐὰν περιέμενον
1610ἕως οὗ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἤθελον ἐνεργήσει κατὰ τὸν νό-
1611μον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν
1612καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ διακρίνηται διὰ τὸν
1613σεβασμόν του πρὸς τοὺς νόμους, ἔπταισαν, ἐνήργησαν κα-
1614τὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ παρέλειψαν τὸν σεβα-
1615σμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ
1616τὸν ἕτερον λόγον τῆς οἰκονομίας, διότι ἐκεῖνος δὲν εἶναι σπου-
1617δαῖος. Εἴχομεν, μᾶς λέγουν, ἀνάγκην νὰ μεταφέρωμεν τὴν Ὄλ-
1618γαν· ἐκερδήσαμεν λοιπὸν ἓν ἔξοδον ἀποστείλαντες τὸ πλήρωμα
1619αὐτῆς διὰ τοῦ ἀτμοδρόμονος· πιστεύω, ὅτι τὸ πλήρωμα θὰ
1620μετεφέρετο πολὺ οἰκονομικώτερον διὰ τῶν ἐμπορικῶν ἀτμο-
1621πλοίων παρ’ ὅσον ἐξωδεύθη ἤδη, ἄλλως ἐκεῖ μένει ἤδη μέρος
1622τοῦ πληρώματος, μὴ πράττον τίποτε καὶ λαμβάνον διπλασίους
1623μισθοὺς καὶ διπλάσια ἔξοδα τραπέζης.
1624§47ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προσθέσατε εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἀσφά-
1625λιστρα.
1626§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου δίδομεν καὶ τὸ κακὸν
1627παράδειγμα ἀπρονοησίας ἢ ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομι-
1628κῶν μας, διότι ἓν μόνον πλοῖον ἔχομεν, τὸ ἐστείλαμεν εἰς τὴν
1629Τεργέστην πρὸς κατασκευὴν, τὸ κρατοῦμεν ἐκεῖ ἓξ μῆνας καὶ
1630δὲν ἀποφασίζομεν τίποτε· τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς
1631ἀπρονόητοι· διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται πῶς ἐστείλαμεν τὸ
1632πλοῖον πρὸς κατασκευὴν καὶ τὸ ἀφήσαμεν ἐγκαταλελειμμένον
1633ἐντὸς τοῦ λιμένος καιρὸν τοσοῦτον, ἢ ὅτι δὲν ἔχομεν ἔξοδα.
1634Κύριοι, ὀλίγας παρατηρήσεις ἀκόμη ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων
1635τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τελειώνω· ἐπανειλημμένως καὶ χθὲς
1636ἀκόμη ἔλεγον εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, τὰ οἰκονομικά μας
1637εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν, στενοχωρίαι μέγισται μᾶς ἀ-
1638πειλοῦσι καὶ συντομώτατα θέλομεν εὑρεθῆ ἄνευ λεπτοῦ.
1639Τὸ ὑπουργεῖον εἰς ταῦτα μᾶς ἀντέταξεν ἄρνησιν, ἐξογκόνετε τὰ
1640πράγματα μᾶς εἶπεν· ἡ κατάστασίς μας βεβαίως δὲν εἶναι ἀν-
1641θηρὰ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὅπως παριστᾶτε αὐτήν. Τὸ ταμεῖον
1642δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς τοιαύτας στενοχωρίας, αἱ εἰσπράξεις διὰ
1643τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον θέλουσιν ἀναβῆ εἰς 2½
1644ἑκατομμύρια κατὰ μῆνα, ἔχομεν τόσα χρήματα εἰς τὴν Τράπε-
1645ζαν, ἔχομεν τόσα νὰ εἰσπράξωμεν ἄλλοθεν, ὥστε ἡ κατάστασίς
1646μας δὲν εἶναι δύσκολος, καὶ ὅταν ἤκουσα αὐτὰ ηὐχαριστήθην,
1647καὶ εὐχαριστήθητε καὶ σεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφάνθητε, ὅτι ἡ
1648κυβέρνησις ἐπὶ ὀρθῶν βάσεων στηρίζει τὸν προϋπολογισμόν.
1649Ἀλλ’ ἐνῷ εἴμεθα ἐν μέσῳ τῆς χαρᾶς αὐτῆς, μανθάνομεν σήμε-
1650ρον, ὅτι δὲν ἔχομεν λεπτὰ νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν,
1651καὶ ὅτι πρέπει νὰ πωλήσωμεν διὰ τοῦτο μετοχὰς τῆς Τραπέζης·
1652ἐνταῦθα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐξέθεσε μίαν ἐσφαλμέ-
1653νην οἰκονομικὴν θεωρίαν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αἱ μετοχαὶ εἶναι
1654ἀξίαι, ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι εἶναι ἀξίαι ἀναλόγως τῆς πίστεως
1655τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξίαι· διότι ἐὰν
1656ἦσαν ἀξίαι ἀπολύτως, ἠδυνάμεθα νὰ ἐκδίδωμεν ὁμολογίας καὶ
1657νὰ ἔχωμεν χρήματα ὅσα θέλομεν.
1658§49ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι εἶναι
1659ἀξίαι.
1660§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κ. ὑπουρ-
1661γὸς ὁμιλῶν περὶ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων εἶπεν, ὅτι
1662πρόκειται νὰ διαθέσῃ ὁμολογίας τοῦ δανείου, αἵτινες εἰσὶν ἀξίαι,
1663καὶ ὅταν ὡμίλει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ἠγοράσαμεν
16643,000,000 ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀξίαι. Αἱ ὁμο-
1665λογίαι καὶ τὸ χρέος δὲν εἶναι ἀξία, αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης
1666εἶναι ἀξίαι, διότι ἔχουσιν ἀξίαν ἤδη, αἱ δὲ τῆς Κυβερνήσεως
1667ἔχουν κατὰ τοσοῦτον μόνον, καθόσον δύνανται νὰ μᾶς ἐμπιστεύ-
1668ωνται, καὶ ἀπόδειξις ἡ τελευταία ἀπόπειρα περὶ τοῦ δανείου,
1669ὅτι εἰς τὰς ὑποσχέσεις μας οὐδεμίαν ἔδωκαν ἀξίαν καὶ οὕτως
1670οὔτε λεπτὸν εὕρομεν. Πῶς λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον, ἀφοῦ μέχρι
1671τοῦδε μᾶς παρουσίασεν, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς στενοχωρίαν,
1672ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, πῶς διὰ νὰ ἐξο-
1673δεύσῃ 250,000 δραχμὰς διὰ τὸ σπουδαῖον καὶ μέγα τῳόντι
1674ἔργον τῆς συγκοινωνίας ἀναγκάζεται νὰ πωλήσῃ τὰς μόνας ἀξίας
1675τὰς ὁποίας ἔχομεν, τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης; Ὁ κ. ὑπουργὸς
1676παρεπονέθη δικαίως καὶ μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ
1677καὶ ἐγὼ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν προχθὲς κατὰ
1678τοῦ ὑπουργείου διὰ παρανομίας εἰς τὰς ὁποίας ἐνέχεται καὶ τὸ
1679πρώην ὑπουργεῖον, μοὶ ἔδωκε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ παραπο-
1680νεθῶ καὶ ἐγὼ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς
1681ἐκλογῆς Οἰτύλου ἄλλοτε ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ σήμερον
1682ὡς συμπολίτευσις, ἀλλ’ αἱ ἀντεγκλήσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ
1683ἐπαναλαμβάνωνται.
1684Λοιπὸν, κύριοι, λέγομεν, ὅτι, ἂν ἡ κατάστασίς μας δὲν ᾖναι
1685ἐλεεινὴ καὶ ἀπελπιστικὴ, ἂν τῳόντι τὸ ταμεῖον ἔχῃ χρήματα,
1686μὴ κάμετε χρῆσιν τῶν ἀξιῶν αὐτῶν, νὰ μὴ τὰς ἐκποιήσητε,
1687διότι εἶναι αἱ μόναι ἀξίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν· ἐκτὸς δὲ τούτου
1688αἱ ἀξίαι αὐταὶ μᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
1689Τράπεζαν οὐχὶ πλέον ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς μέτοχοι, ὡς ἄν-
1690θρωποι ἔχοντες ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ἡ Τράπεζα εἶναι ἰδιωτι-
1691κὸν κατάστημα, δικαιοῦται νὰ προτιμᾷ τὰ ἴδιά της συμφέ-
1692ροντα· προστάτης τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ἡ κυβέρνησις κακῶς
1693ἔκαμε μὴ ἀντιπροσωπευομένη αὐτὴ διὰ τῶν μετοχῶν τῶν
1694κληροδοτημάτων, διότι ὁπωσδήποτε καὶ μὲ ὅλον τὸν πα-
1695τριωτισμὸν καὶ τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν διευθυντῶν τῆς Τρα-
1696πέζης, ἥτις τῳόντι πολλάκις ὑπεστήριξε τὴν κυβέρνησιν καὶ
1697ἐθεράπευσε τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ἡ τράπεζα ὅμως
1698εἶναι ἰδιωτικὸν κατάστημα ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συμφέροντος αὐτῆς
1699φροντίζουσα, καὶ ἐν τούτοις τὸ κατάστημα ἔχει ἀποστολὴν νὰ
1700πολλαπλασιάσῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ εὐθηνὰ τὰ κεφάλαια εἰς τὸν
1701τόπον· ἡ κυβέρνησις λοιπὸν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ μέγα συμφέρον νὰ
1702σκέπτηται περὶ τοῦ τόπου, καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν γενικῶν
1703συμφερόντων, νὰ φροντίζῃ, ὥστε πολλὰ νὰ ἔρχωνται καὶ
1704εὐθηνὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον, διότι τὰ ὀλίγα καὶ ἀκριβὰ
1705ἐμποδίζουσι καὶ ὀπισθοδρομοῦσι πᾶσαν ἐπιχείρησιν, πρέπει
1706νὰ ἔχῃ μετοχὰς εἰς τὴν τράπεζαν καὶ οὐχὶ νὰ τὰς ἀποσύρῃ.
1707Ἴσως πρέπει νὰ τὰς αὐξήσῃ, μάλιστα, οὕτω δύναται ἐνδοτέρω
1708νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὡς μέτοχος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ οὐχὶ ὡς κυ-
1709βέρνησις νὰ ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ
1710νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ ὅλου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ
1711φροντίσῃ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον· ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι δὲν
1712πρέπει ἡ κυβέρνησις, εἰμὴ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ πωλήσῃ τὰς
1713μετοχὰς τὰς ὀλίγας, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὴν τράπεζαν. Ὅταν
1714τῳόντι θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τῆς συγκοινωνίας, πρέπει
1715νὰ οἰκονομήσῃ ἀλλαχόθεν τὰ χρήματα, ἐκτὸς ἂν εἰς τοιαύτην
1716κατηντήσαμεν ἀθλίαν κατάστασιν, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχω-
1717μεν 200,000 δραχμὰς, τότε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μᾶς τὸ
1718εἴπῃ καθαρῶς, καὶ νὰ μὴ μᾶς πλανᾷ καθ’ ἑκάστην, λέγουσα, ὅτι
1719ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι καλή.
1720Τελευτῶν, κύριοι, εὔχομαι καὶ πιστεύω, ὅτι τοιοῦτον σκάν-
1721δαλον, ἂν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, δὲν θέλει λάβει χώραν
1722κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν μας τοῦ λοιποῦ.
1723§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς πιστώσεις.
1724§52ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1725Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 322,464
1726ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868.
1727Ἄρθρον Μοναδικόν.
1728Ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις
1729δραχμῶν τριακοσίων εἴκοσι δύο χιλιάδων πεντακοσίων ἑξήκοντα
1730τεσσάρων, ἀριθ. 322,564, καταλογιζομένη εἰς τὰ ἑπόμενα γε-
1731νικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὸν προσηρτη-
1732μένον κατ’ ἄρθρον τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πίνακα.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1733ΚΕΦ.Αʹ. Χρέος ἐξωτερικὸν δραχ. 14,500
1734» Γʹ. Συντάξεις » 13,550
1735» Ζʹ. ὑπουργείον Δικαιοσύνης » 32,000
1736» Ηʹ. » Ἐσωτερικῶν » 98,534
1737» ΙΒʹ.» Οἰκονομικῶν » 8,180
1738» ΙΒʹ.Ἔξοδα διοικήτεως καὶ ἐπιστασίας» 150,300
1739» ΙΗʹ.Ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοπαίας » 5,500
1740 Τὸ ὅλον δραχ. 322,564
1741§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1742§54ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1743Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων χορηγηθεισῶν
1744διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1868
1745ἐκ δραχ. 168,048, 45.
1746Ἄρθρον Μοναδικόν.
1747Κυροῦνται αἱ διὰ τῶν ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου, 5 Μαρτίου καὶ
17488 Ἀπριλίου ε. ε. τριῶν Β. Διαταγμάτων χορηγηθεῖσαι ἐν ἀπου-
1749σίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἐπὶ τῆς χρήσεως
17501868, ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα ὀκτὼ χιλιάδων τεσσαρά-
1751κοντα ὀκτὼ καὶ λεπττῶν τεσσαράκοντα πέντε, ἀριθ. 168,048,
175245, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον πίνακα εἰς
1753τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1754Εἰςτὸ ὑπουργεῖοντῶν ἐξωτερικῶν δρ. 4,048,45
1755» » » τῆς Δικαιοσύνηςδρ. 120,000
1756» » » τῶν ἐσωτερικῶν δρ. 44,000
1757 Τὸ ὅλον 168,048,15
1758Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 8βρίου 1869.
1759§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1760§56ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1761Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων, χορηγηθεισῶν διὰ
1762Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1763Ἄρθρον μοναδικόν.
1764Κυροῦνται αἱ διὰ τῶν ἀπὸ 8 καὶ 14 Ἰανουαρίου, 27 Μαρ-
1765τίου καὶ 8 Ἀπριλίου ε. ε. Β. Διαταγμάτων χορηγηθεῖσαι ἐν ἀ-
1766πουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν εἴ-
1767κοσιν ἓξ χιλιάδων διακοσίων ἐννενήκοντα πέντε καὶ λεπτῶν
1768πέντε, ἀριθ. 126,295 05|00, καταλογιζόμεναι, κατὰ τὸν προ-
1769σηρτημένον πίνακα, εἰς τὰ ἑπόμενα γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋ-
1770πολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1869.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1771Εἰς τὸὑπουργεῖοντῶνἘξωτερικῶν δραχ. 50,060
1772» » » Ἐσωτερικῶν » 55,000
1773 Εἰς καθυστεροῦντα ἐδαφονόμια» 21,235,05
1774 Τὸ ὅλον δραχ.126,295,05
1775§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1776§58ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1777Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως Δραχ. 11,050,
177850|00 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1779Ἄρθρον μοναδικόν.
1780Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1781Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πί-
1782στωσις δραχ. ἕνδεκα χιλιάδων πεντήκοντα καὶ λεπτῶν πεν-
1783τήκοντα, ἀριθ. 11,050. 50/00, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφ.
17849 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» κατὰ τὸν συνημμένον ὀνο-
1785μαστικὸν κατάλογον.
1786§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1787§60ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1788Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 7000
1789ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1790Ἄρθρον μοναδικόν.
1791Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1792κῶν καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου τῆς χρήσεως
17931869 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις δραχμῶν ἑπτὰ χιλιάδων,
1794ἀριθ. 7000, καταλογιζομένη ὑπ’ εἰδικὸν κεφάλαιον ἐπιγραφό-
1795μενον «ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον».
1796§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1797§62ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1798Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν
17991,959,400 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1800Ἄρθρον μοναδικόν.
1801Ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστω-
1802σις ἐκ δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων πεντήκοντα ἐν-
1803νέα τετρακοσίων ὀγδοήκοντα, ἀριθμὸς 1,659,480, καταλογι-
1804ζομένη κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον κατ’ ἄρθρον πίνακα εἰς τὰ
1805ἑπόμενα γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1806Κέφ.Βʹ. Χρέος ἐσωτερικόν δραχ 850,000
1807» Γʹ. Συντάξεις » 1,400
1808» Ζʹ. Ὑπουργείον Δικαιοσύνης » 7,000
1809» Ηʹ. Ὑπουργείον Ἐσωτερικῶν » 248,000
1810» Θʹ. Ὑπουργείον Ἐκκλησιαστικῶν» 2,000
1811» ΙΑʹ.Ὑπουργείον Ναυτικών » 450,000
1812» ΙΒʹ.Ὑπουργείον Οἰκονομικῶν » 1,080
1813» ΙΔʹ.Ἐπιστροφαὶ χρημάτων » 100,000
1814 Έν όλῳ » 1,659,480
1815§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1816§64ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1817Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 5,544, 28|00
1818ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1819Ἄρθρον μοναδικόν.
1820Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1821Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πί-
1822στωσις ἐκ δραχμῶν πέντε χιλιάδων πεντακοσίων τεσσαράκοντα
1823τεσσάρων καὶ λεπ. εἴκοσι ὀκτὼ, ἀριθ. 5,544 28|00, ὑπὸ τὸ
1824κεφ. 13, ἄρθρ. 1 «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» πρὸς πληρωμὴν
1825ὀφειλομένων ἐνοικίων τῷ Ν. Δελαπόρτᾳ ἐκ τῆς ἐν Ληξουρίῳ
1826οἰκίας του πρὸς δημοσίαν χρῆσιν ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1864
1827–31 Δεκεμβρίου 1867.
1828§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1829§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πίστωσις.
1830Ἄρθρον μοναδικόν.
1831Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
1832ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1869 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πί-
1833στωσις δραχμῶν δεκαὲξ χιλιάδων, 16,000, καταλογιζομένη
1834ὑπὸ τὰ ἑξῆς κεφάλ. καὶ ἄρθρα.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1835Κεφ. 7ἄρθρον 3.Ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείου δραχ. 4,000
1836» 14» 3.Οἰκοδ. Καὶ ἐπισκευαὶ κτιρίων» 12,000
1837 Τὸ ὅλον 16,000
1838§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1839§68ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πίστωσις πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων
1840τῆς ὁδοποιΐας. «Ἄρθ. 1. Πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ
1841ἔργων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐπιτρέπεται νὰ χορηγηθῶσιν ἐκ
1842τοῦ δημοσίου ταμείου δραχ. διακόσιαι πεντήκοντα χιλιά-
1843δες, ἀριθ. 250,000, προσπορισθησόμεναι ἐκ τῆς ἐκποιήσεως
1844ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν παρὰ τῇ ἐθνικῇ τραπέζῃ μετοχῶν
1845τοῦ δημοσίου.»
1846§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐὰν
1847δέχεται τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ὡς
1848πρὸς τὰ λοιπὰ, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ νὰ ἐρωτήσητε.
1849§70Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι
1850τίποτε αὐτὸ, διότι ἓν τοιοῦτον συνέβη καὶ ἄλλοτε, ὁ προκά-
1851τοχος ὑπουργὸς εἶχε πάρει καὶ ἐγὼ τὰ ἐπέστρεψα, διότι ἤρ-
1852κεσαν.
1853§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀγαπᾶτε, κ. Δεληγιώργη;
1854§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐκποιηθῶσιν αἱ
1855μετοχαὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν.
1856§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης πρέπῃ
1857νὰ ἐκποιηθῇ ἀνάλογον μέρος τῶν μετοχῶν τῆς ἐθνικῆς τρα-
1858πέζης.
1859§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ.
1860§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ πρῶτον ἄρθρον).
1861§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ ἡ περίοδος «προσπορισθησομένων ἐκ....
1862§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1.......
1863§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον· τὸ ἄρθρον ἔχει
1864μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐκ τοῦ
1865δημοσίου 250,000 δραχμαί· ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν διάταξιν εἶ-
1866μαι σύμφωνος, διότι ὡμίλησα καὶ κατέκρινα τὴν πρᾶξιν νὰ
1867ληφθῶσι χρήματα ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας· ὥστε φυσικῷ
1868τῷ λόγῳ πολὺ καλὰ ἔκαμεν ὁ κύριος ὑπουργός· δὲν εἶμαι ὅμως
1869ὑπὲρ τῆς δευτέρας διατάξεως, καὶ ὅταν ἓν ἄρθρον ἔχῃ δύω δια-
1870τάξεις, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἑκάστη διάταξις αὐτοῦ.
1871§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα διάταξις;
1872§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς δευτέρας
1873διατάξεως.
1874§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ δοθοῦν 250,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ δὲν
1875δέχεσθε νὰ δοθοῦν ἀπὸ ἐκποίησιν μετοχῶν τῆς τραπέζης· λοιπὸν
1876ζητεῖτε τὴν ἀπάλειψιν τῆς δευτέρας διατάξεως.
1877§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει δύω διατάξεις· ὁ κύριος
1878Δεληγιώργης ζητεῖ νὰ τὸ διαιρέσητε καὶ νὰ ζητήσητε εἰς δύω
1879ψηφοφορίας τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἔπειτα θὰ ἐρωτήσητε ὡς
1880πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου.
1881§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον μέρος τῆς δια-
1882τάξεως.......
1883§84ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1884§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρό-
1885τασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ......
1886§86ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1887§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς
1888διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
1889λέγουσιν ὄχι.
1890§88ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ γείνῃ μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1891§89ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐπιδείξεις.
1892§90ΤΙΝΕΣ. Ἂς γείνῃ δι’ ἀναστάσεως, ἀνακαλοῦμεν ἐκεῖνα τὰ ὁ-
1893ποῖα εἴπαμεν.
1894§91ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπίδειξιν θέλουν νὰ μᾶς κάμουν.
1895§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν δευτέραν διάταξιν
1896τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ
1897Βουλὴ παρεδέχθη.
1898§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. «διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην
1899χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ἐνε-
1900στώσης χρήσεως ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 250,000 καταλο-
1901γιζομένη ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ ταμείου
1902τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.»
1903§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς πιστώσεως
1904ταύτης παρακαλῶ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὰ χρήματα, τὰ
1905ὁποῖα ζητεῖ ἡ κυβέρνησις, προτίθεται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ εἰς
1906κατασκευὴν νέων ὁδῶν, ἢ ἔχει σκοπὸν νὰ τ’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ
1907ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ἀπέναντι τῶν ὅσων ἔλαβε.
1908§95ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει καθαρῶς, ὅτι χο-
1909ρηγοῦνται πρὸς ἐξακολούθησιν.
1910§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν.
1911§97ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1.)
1912§98ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1913§99ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νο-
1914μισματικοῦ συστήματος ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκει).
1915Ἄρθρον 1.
1916Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ
1917διὰ Β. Διατάγματος τὸν χρόνον ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐμβαίνει εἰς
1918ἐνέργειαν ὁ ἀπὸ 10 Ἀπριλίου 1867 Νόμος περὶ νομισματικοῦ
1919συστήματος.
1920§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1921§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
1922§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει).
1923Ἄρθρον 2.
1924Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν νὰ ὁρίσῃ διὰ
1925Β. Διατάγματος τὸν χρόνον, ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ὁποίου
1926κηρύσσονται ἐκτὸς κυκλοφορίας καὶ ἀπαράδεκτα εἰς τὰς ληψο-
1927δοσίας ἐν γένει τὰ παλαιὰ χάλκινα νομίσματα, ὑποχρεουμένων
1928τῶν κατόχων ν’ ἀνταλλάξωσιν αὐτὰ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα
1929πρὸ τῆς λήξεως τῆς ὁρισθησομένης προθεσμίας.
1930§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω· μοὶ φαίνεται,
1931ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτον, ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι καθόσον εἰσάγονται
1932τὰ νέα νομίσματα, κατὰ τοσοῦτον θὰ γίνεται ἡ ἀφαίρεσις τῶν
1933παλαιῶν, καὶ ὄχι νὰ θέσητε προθεσμίαν.
1934§104ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ εἰσήχθησαν τὰ
1935νέα εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ποικιλία· ἰδίως εἰς τὴν Ἑπτά-
1936νησον εἶναι πολλῶν εἰδῶν νομίσματα, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ
1937προθεσμία θὰ ᾖναι μακροτέρα τοῦ ἑνὸς ἔτους, ὥστε ὅστις ἔχει
1938τώρα νομίσματα, θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ἀνταλλάξῃ, ἀφοῦ ἤδη ἔχο-
1939μεν ἀρκετὰ νομίσματα.
1940§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονι-
1941κοῦ διαστήματος θὰ συναχθοῦν ὅλα τὰ νομίσματα.
1942§106ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μάλιστα, καὶ αὐτὰ θὰ τὰ πωλήσωμεν ὡς χαλ-
1943κόν, δὲν θὰ τὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν.
1944§107ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Περὶ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ λαθρεμπορικῶν
1945πράξεων «ἄρθρον 1. Οἱ καταδικασθέντες ὑπὸ τῶν πρώην Ἰονίων
1946ἀστυνομικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν εἰς πρόστιμα καὶ τέλη ἀ-
1947παλλάσσονται τῆς ποινῆς».
1948§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
1949§109ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1950§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον.
1951§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει).
1952Ἄρθρον 2.
1953Οἱ ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι διωκόμενοι λόγῳ λα-
1954θρεμπορίας, ἢ συναφῶν μὲ αὐτὴν πράξεων, γενομένων πρὸ τῆς
1955εἰσαγωγῆς τῆς τελωνιακῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτα-
1956νήσῳ, ἀπαλλάσσονται πάσης περαιτέρω ποινικῆς καταδιώξεως,
1957δυναμένου τοῦ δημοσίου ν’ ἀπαιτήσῃ διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς
1958τὰς νομίμους ἀποζημιώσεις, ἐὰν αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς αὐτοὺς
1959πράξεις ἀποδειχθῶσι διὰ τῶν νομίμων μέσων ἐνώπιον τῶν ἁρ-
1960μοδίων πολιτικῶν δικαστηρίων.
1961Ὑπάρχει καὶ ὑποτροπολογία τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ, (τὴν ἀνα-
1962γινώσκει).
1963ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ.
1964Οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ πλημμελήμασιν ἢ κακουργήμασι λόγῳ
1965λαθρεμπορίου ἢ συναφῶν μετ’ αὐτῆς πράξεων ἐκτελεσθεισῶν ἐν
1966Ἑπτανήσῳ πρὸ τῆς ἐν αὐτῇ εἰσαγωγῆς τῆς τελωνιακῆς καὶ
1967ποινικῆς νομοθεσίας, ἀπαλλάσσονται πάσης ποινικῆς καταδιώ-
1968ξεως· ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς μόνην τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ τέ-
1969λους, διανεμομένου μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἐπιχωρίου
1970διοικήσως κατὰ τὰς πρὸ τῆς τελωνειακῆς ἀφομοιώσεως ἰσχυ-
1971ούσας ἐν Ἑπτανήσῳ σχετικὰς διατάξεις.
1972§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμνω μίαν παρατήρησιν· ἀείποτε, κύριοι,
1973βλέπομεν εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας μιᾶς συνόδου κἄτι τι, τὸ
1974ὁποῖον εἶναι ἀσεβές, μία τακτικὴ ἀκατανόητος νὰ τελειώσωσι
1975τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἄλλο, παρὰ μία ἀσέβεια
1976πρὸς τὸ σῶμα, καὶ αἱ τοιαῦται βεβαίως ἀποφάσεις ἔχουν αἱ
1977πλεῖσται ἀείποτε καὶ παραλογισμούς. Τώρα βλέπω αὐτὴν τὴν
1978ταχύτητα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τελειώσωμεν αὐτὸν τὸν νό-
1979μον καὶ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγίστην σημασίαν καὶ
1980ἐπιδρῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν νόμων, τοὐλάχιστον νὰ ἀποφασίζωμεν,
1981ἀφοῦ προηγουμένως γείνῃ συζήτησις· λοιπὸν ἔλθετε ν’ ἀποδεί-
1982ξητε, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τήν τε τροπολογίαν τοῦ ὑ-
1983πουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ νομοσχέδιον, δὲν παραβαίνει
1984τοὺς νόμους, νομοθετοῦσα ὅτι ὅλα τὰ συναφῆ ἐγκλήματα
1985τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον; Αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν τροπο-
1986λογίαν. Λοιπὸν ἂς τὰ σκεφθῶμεν, ἂς τὰ συζητήσωμεν αὐτὰ,
1987ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω, ἐὰν εἶναι καλὸν ἀπ’ αὐτὴν τὴν Βουλὴν
1988νὰ ἐξέλθουν ἄνευ συζητήσεως καὶ ἄνευ βασάνου τοιαῦτα τερα-
1989τουργήματα.
1990§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠδύ-
1991νατο νὰ προταθῇ καὶ ἐπροτάθη κατὰ τῆς συζητουμένης διατάξεως
1992τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς Κερκύρας ἐπρότεινεν, εἶ-
1993ναι, ὅτι δι’ αὐτῆς ἀμνηστεύονται πράξεις ἀξιόποινοι, καὶ κατὰ τὸ
1994πολίτευμα ἡμῶν, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ ἀξιο-
1995ποίνους πράξεις. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ βου-
1996λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προέβαλε πρὸ ἡμερῶν, καὶ αὐτὸς εἶναι
1997καὶ σήμερον, ὅστις ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὴν
1998διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου. Δὲν ἠξεύρω, ποῖον φρόνημα ἔχουσι
1999τὰ ἄλλα μέλη τῆς κυβερνήσεως, ἐγὼ ὅμως ἔχω ἐναντίον φρό-
2000νημα τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ νομοθε-
2001τικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ πράξεις ἀξιο-
2002ποίνους.
2003Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Συνελεύσεως, τῆς συνταξάσης τὸ
2004ἰσχύον σύνταγμα, στηρίζω δὲ τὸ φρόνημά μου ἐπ’ αὐτῶν τῶν
2005διατάξεων τοῦ συντάγματος. Οἱ συντάκται τοῦ συντάγματος τοῦ
20061862 εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνταγμα τοῦ 1843, κατὰ τὸ ὁποῖον
2007μεταξὺ τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων κατετάσσετο καὶ τὸ τῆς
2008ἀμνηστείας τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Κατὰ τὸ σύνταγμα ἐ-
2009κεῖνο ὁ βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁ-
2010ποίας ἐπαρουσίαζεν ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου, νὰ ἀμνηστεύῃ τὰ
2011ἐγκλήματα, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει ἐν γένει εἰς τὸν βα-
2012σιλέα διὰ πολλοὺς καὶ ἰσχυροὺς λόγους. Ἀλλ’ ὅταν προετάθη
2013ἡ συζήτησις τοῦ συντάγματος τοῦ 1862, ἠγέρθησαν δισταγμοί,
2014καὶ παρεστάθη, ὅτι συνέβησαν πολλὰ κακὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκ
2015τῆς ἀσκήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἡ δὲ
2016συνέλευσις δυσπίστως φερομένη, δὲν συνῄνεσε νὰ ἀναγράψῃ καὶ
2017ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1863 τὸ ἡγεμονικὸν τοῦτο δικαίωμα,
2018εἰμὴ ἐπὶ μόνων τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ
2019ἀμνηστεύειν εἶναι ἡ ἀναίρεσις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὅλα
2020τὰ συντάγματα ἀνέθηκαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ νομο-
2021θετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ νόμους καὶ προσ-
2022διορίζῃ ποῖαι πράξεις τιμωροῦνται, καὶ ποία ποινὴ ἐπιβάλλε-
2023ται εἰς ἑκάστην αὐτῶν· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, τὸ ὁποῖον
2024ἀνετέθη εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὑποθέτει, ὅτι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ πα-
2025ρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ συμφέρον
2026τῆς κοινωνίας ἀπαιτεῖ, ἵνα πρᾶξίς τις μείνῃ ἀτιμώρητος, διότι
2027ἐκ τῆς τιμωρίας αὐτῆς ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ βλάβη, πολλῷ
2028μεγαλειτέρα, ἢ ἡ προερχομένη ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν τῆς πρά-
2029ξεως. Αὐτοί εἰσὶν οἱ κατὰ θεωρίαν λόγοι, οἱ προτεινόμενοι ὑπὲρ
2030τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας τοῦ ἀνατεθειμένου εἰς τὸν ἡ-
2031γεμόνα, ἀλλ’ ἡ θεωρία τῶν συντακτῶν τοῦ συντάγματος τοῦ
20321862 εἶναι, ὅτι ἐπειδὴ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν συνετέλεσεν, εἰμὴ
2033εἰς βλάβην τῆς κοινωνίας, ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀ-
2034μνηστείας, διὰ τοῦτο ἀφῄρεσαν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα,
2035τοῦ ἀπονέμειν τὴν ἀμνηστείαν ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων.
2036Ὁ περιορισμὸς ὅμως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας ἐπὶ
2037μόνα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι κατάργησις τοῦ δικαιώμα-
2038τος τῆς ἀμνηστείας; ὄχι· ἀφαιροῦσα, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ
2039ἀμνηστεύειν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, ἡ Συνέ-
2040λευσις ἀφῆκεν αὐτὸ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἥτις ἔχει τὸ δι-
2041καίωμα νὰ τροποποιῇ τοὺς νόμους, διότι ἡ ἀμνηστεία δὲν εἶναι
2042εἰμὴ τροποποίησις τῶν διατάξεων, αἵτινες κηρύσσουσι τὴν πρᾶ-
2043ξιν ἀξιόποινον καὶ τιμωροῦσιν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑ-
2044ποτεθῇ, ὅτι τὸ σύνταγμα τοῦ 1862 ἐσκόπει νὰ περιορίσῃ τὸ
2045δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ἀπαγορεύσῃ αὐτῇ δι’ ἑνὸς
2046νόμου νὰ κηρύξῃ, ὅτι διάταξίς τις νόμου ποινικοῦ δὲν ἰσχύει
2047ἐπὶ ὡρισμένης περιστάσεως.
2048§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
2049§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ κ. πρόεδρε.
2050§116Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἀναιρῶ τὸ δικαί-
2051ωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ εἴπητε τὸ ἐναντίον τυχὸν φρόνημα
2052ὑμῶν· σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ ἔλθετε καὶ εἴπητε αὐτὸ ἐντεῦθεν.
2053Ἡ κυρία βάσις ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ συντάγματος· τὸ
2054ἄρθρον 35 ἐκανόνισε τὰς ἐνεργείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
2055Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ
2056νόμου ἀναγκαῖα διατάγματα, δὲν δύναται δὲ διὰ διατάγματος
2057νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ
2058τούτου κανόνος ἦτο τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ ἀπονέμειν
2059ἀμνηστείαν, διότι αὕτη ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων,
2060ἕπεται δὲ ὅτι δύναται αὕτη νὰ διαταχθῇ διὰ νόμου.
2061Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας, δὲν εἶναι παρὰ τροπολογία
2062τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἐνεργειῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
2063Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκήρυξε πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον καὶ προσ-
2064διώρισε τὴν ποινήν· τὰ δικαστήρια ἐπέβαλον τὴν ποινήν· ἐπῆλ-
2065θε δὲ Βασιλικὸν διάταγμα χαρίζον, μεταβάλλον ἢ ἐλαττόνον
2066τὴν ποινὴν, τὴν καταδίκην, τὸ διάταγμα τοῦτο μεταβάλλει
2067τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Τὸ δικαίωμα
2068τοῦτο τὸ σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι τὸ δικαί-
2069ωμα τῆς χάριτος· ἀλλ’ ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἀμνηστείας, τῶν κοι-
2070νῶν ἐγκλημάτων, ἡ διαταχθεῖσα διὰ τοῦ συντάγματος ἀποτε-
2071λεῖ κατάργησιν τοῦ δικαιώματος ἢ εἶναι ἀφαίρεσις μόνον τοῦ
2072δικαιώματος ἀπὸ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ μεταφορὰ αὐτοῦ εἰς τὴν
2073νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀφαίρεσις μόνον τοῦ
2074δικαιώματος ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, διατί; Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν
2075νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι κατάργησις. Ἐὰν ἦτο κατάργησις ἐντελὴς
2076τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, ἤθελεν εἶναι περιορισμὸς τῆς
2077νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία προσδιο-
2078ρίζει τὰς ἀξιοποίνους πράξεις καὶ προσδιορίζει τὰς ποινάς, ἔχει
2079πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις δι’ ὧν προσ-
2080διώρισε τὰς ποινάς, ἢ καὶ νὰ θεωρῇ μίαν πρᾶξιν ὡς μὴ γενο-
2081μένην καὶ νὰ μὴ τὴν καταδιώκῃ. Ἡ ἐντελὴς κατάργησις τοῦ
2082δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας εἶναι περιορισμὸς τῆς νομοθετι-
2083κῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἔπρεπε νὰ τεθῇ ῥητῶς ἐν
2084τῷ Συντάγματι, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ διάταξις, ῥητῶς δια-
2085τάσσουσα, ὅτι οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν.
2086Συμπεραίνω λοιπὸν καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ
2087κ. Δεληγεώργη δὲν εἶναι νόμιμος· διότι, ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς
2088ἀμνηστείας δὲν ὑπῆρχεν, ἐὰν ἡ ἀμνηστεία κατηργεῖτο, ἔπρεπε
2089νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τῆς ὁποίας
2090διετάσσετο τοῦτο ῥητῶς· καὶ διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν
2091ἤθελεν ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν της,
2092νὰ τροποποιῇ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους.
2093§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι, διότι ἐλ-
2094πίζω, ὅτι ἄλλοι συνάδελφοι θέλουν ἐκπληρώσει ἀκριβέστερον τὸ
2095καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πάντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁ-
2096ποῖον τοσαύτην ἔχει σπουδαιότητα διὰ τὴν νομολογίαν,
2097οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ καθιερώσῃ. Ἀπαντῶ εἰς
2098τὰς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ πρῶ-
2099τον μὲν κάμνω πρὸς αὐτὸν ταύτην τὴν παρατήρησιν, ὅτι σφάλ-
2100λει νομίζων, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ
2101κατὰ τὸ σύνταγμα τοῦ 1863 δὲν εἶναι περιωρισμέναι. Καὶ
2102ὡς πρὸς μὲν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον
2103ἐν τῷ συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ νομοτελε-
2104στικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει πλειότερα δικαιώματα παρὰ ὅσα τὸ
2105σύνταγμα τῇ ἔδωκε. Ἀλλ’ ὅ,τι λέγεται ῥητῶς ἐν τῷ συν-
2106τάγματι περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐξουσίας τῆς νομοτελεστικῆς
2107τὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς νὰ ῥηθῇ πρέπει νὰ παραδεχθῇ ὁ ἀξιότιμος
2108ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀληθεύει καὶ περὶ τῆς νομοθε-
2109τικῆς. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ πα-
2110ραδεχθῇ, ὅτι μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς καταρτισθεί-
2111σης διὰ τοῦ συντάγματος τοῦ 1863, καὶ ἐνεργούσης κατ’ αὐτὸ,
2112καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ὑπάρχει ἄπειρος διαφορά· σφάλλει
2113δὲ ἀπείρως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἡ
2114νομοθετικὴ ἐξουσία ἡμῶν εἶναι παντοδύναμος.
2115§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ ἐνόμισα αὐτό· μὴ μὲ τὸ ἀποδίδετε.
2116§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν
2117τώρα, ὅτι δὲν ἐνόμισε τοῦτο· ἐν τούτοις οἱ λόγοι του ἀνα-
2118παύονται ἐπὶ ταύτης τῆς θεωρίας· διότι ἄλλως ἦτον ἀδύνατον
2119νὰ ἐξάξῃ τὰ συμπεράσματα δι’ ὧν ὑπεστήριξε τὴν ὑπόθεσιν
2120ὅπως τὴν ὑπεστήριξε. Τὸ σύνταγμα περιέχει διατάξεις, τὰς
2121ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ, διατά-
2122ξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν δεσμοὺς εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα,
2123καθὼς καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, καθ’ ὅσον ἐξασκεῖ νομοθετικὴν ἐ-
2124ξουσίαν. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἢ μᾶλ-
2125λον εἰπεῖν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι περιωρισμένη, καθὼς εἶ-
2126ναι καὶ ἡ νομοτελεστική· δὲν ἔπεται ἑπομένως ἐκ τοῦ ὅτι τὸ
2127σύνταγμα ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν
2128ἀμνηστείαν διὰ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ὅτι ἀναμφισβητήτως τὸ
2129δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἡ ἀμνηστεία,
2130κύριοι, εἶναι ἀναίρεσις τῶν νόμων, ἤτοι εἶναι ἀναίρεσις τῆς
2131πολιτείας, καὶ ἓν τοιοῦτον δικαίωμα ἐὰν δὲν τὸ ἀπένειμε ῥη-
2132τῶς ἡ συντακτικὴ συνέλευσις εἰς σώματα ἐκ τῶν ἀποτελούντων
2133τὴν συνταγματικὴν πολιτείαν, βεβαίως αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔ-
2134μεινεν εἰς τὴν κυριαρχίαν τὴν ἐθνικὴν καὶ δὲν δύναται καμμία
2135τῶν ἐξουσιῶν νὰ τὸ ἀντιποιηθῇ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2136τερικῶν ἀναχωρῶν ἀπὸ ταύτην τὴν θεωρίαν πλάττει τὸ ἑξῆς
2137ἐπιχείρημα. Πῶς ἠμπορεῖτε, λέγει, νὰ συμβιβάσητε τὸ ὅτι ἡ
2138νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ συντάττῃ ποινικοὺς νόμους μὲ
2139τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Δεληγιώργη τοῦ νὰ μὴ δίδῃ τὸ δικαίωμα
2140εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ξηλώνῃ τοὺς νόμους τούτους;
2141Καὶ εἰ μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνατροπῆς νόμου διὰ νέου νόμου, ἤ-
2142θελον σιωπήσει καὶ οὐδὲ εἶχον τὴν διάθεσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς
2143τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ ἂς ἐνθυμηθῇ,
2144ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον νὰ
2145εἴπωμεν ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ μετα-
2146γενεστέρου νόμου ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐνῷ κατὰ τοὺς κειμένους νό-
2147μους ὁ φόνος τιμωρεῖται μὲ θάνατον, νὰ εἴπῃ ἡ νομοθετικὴ
2148ἐξουσία διὰ νεωτέρου νομοθετήματος, ὄχι, δὲν τιμωρεῖται μὲ
2149θάνατον, ἀλλὰ τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν; Δὲν πρόκειται περὶ
2150τούτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ὑ-
2151πουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο πλήρης, ἦτο ἀληθὴς, ἦτο ἀδιά-
2152σειστος. Ἡ ἐξουσία τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία δύναται νὰ νομο-
2153θετῇ, αὕτη δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν νόμον.
2154Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι; πρόκειται τὸ νομοθέτημα
2155τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μένῃ πλῆρες, ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐπι-
2156κρεμάμενον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πάντων τῶν πολιτῶν, ἀπειλοῦν
2157τὴν περιουσίαν των, τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν καὶ τὴν
2158ζωήν των, ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ
2159λέγῃ· ποιοῦμαι ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τοῦ δεῖνος πολίτου; ἑπομένως, ἐνῷ
2160ὑφίσταται νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ φόνος τιμωρεῖται μὲ
2161θάνατον, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποφαίνεται εἰδικῶς, ὅτι ὁ
2162φόνος τοῦ δεῖνος ἀμνηστεύεται, ἡ ἐκδίκησις, τὴν ὁποίαν διὰ νο-
2163μοθετήματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωκεν εἰς τὴν πολιτείαν νὰ
2164ζητήσῃ διὰ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ ποιήσαντος τὸ κακούργημα,
2165τοῦ φονέως, ἡ ἐκδίκησις, ἡ ἐπανόρθωσις αὕτη ἐπὶ εἰδικῆς τινὸς
2166περιπτώσεως, ἐπὶ τοῦ φόνου εἰδικοῦ ἀτόμου, νὰ καταστραφῇ,
2167αὐτὴ ἡ ἐκδίκησις νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν πολιτείαν, ν’ ἀφαιρεθῇ
2168ἀπ’ αὐτὴν, αὐτὸ ἦναι τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, κύριοι, ἂν οἱ ποι-
2169νικοὶ νόμοι ἦναι οἱ συντηροῦντες τὴν κοινωνίαν, στοχασθῆτε
2170τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2171τερικῶν ἀπονέμει εἰς τὸ κοινοβούλιον ὁποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς
2172τὸ κοινὸν δικαίωμα τοῦ νομοθέτου καὶ πόσον φοβερὸν εἶναι.
2173Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν παντάπασι τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν
2174Ἐξωτερικῶν, τὸ ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
2175συντάττῃ νόμους ποινικούς· πρέπει δι’ ἄλλου τρόπου ν’ ἀποδείξῃ,
2176ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν ἀμνη-
2177στείαν, καὶ τοιοῦτον μέσον δὲν ἔχει κανὲν, διότι πλὴν αὐτοῦ
2178τοῦ ἐπιχειρήματος οὐδὲν ἄλλο ἤκουσα ν’ ἀναφέρῃ.
2179Τὸ νομοθετικὸν σῶμα, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ
2180πῶς τιμωρεῖται μία ἀξιόποινος πρᾶξις, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς
2181κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεπεράτωσε τὸν νόμον, οὐδεμίαν ἐξουσίαν
2182ἔχει πλέον νὰ κανονίσῃ τὴν ἐκτέλεσίν του. Τὰ δικαστήρια πε-
2183ριλαμβάνουσι τὸν νόμον, καὶ τὰ δικαστήρια ἀποφαίνονται περὶ
2184τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ· ἡ δὲ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς
2185ἀνεξάρτητος καὶ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἐκτελε-
2186στικήν. Ἀπαιτεῖται ἑπομένως εἷς νόμος εἰδικὸς, προερχόμενος
2187ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ὁ ὁποῖος νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν τὴν
2188σχέσιν μεταξὺ δικαστικῆς ἐξουσίας, νομοτελεστικῆς ἐξουσίας
2189καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας.
2190Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμά μας ὑπάρχει με-
2191ταξὺ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς ἡ δικα-
2192στικὴ, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς μὲν, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς δὲ, ἀ-
2193παιτεῖται νὰ ἔλθῃ συντακτικὴ συνέλευσις, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ, ἔχει
2194μολοντοῦτο τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν
2195δικαστηρίων ἡ δεῖνα ἐξουσία καὶ νὰ σταματᾷ τὰς ἀποφάσεις
2196ταύτας, ν’ ἀνατρέπῃ, νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσίν των, ἢ ν’ ἀνα-
2197τρέπῃ τ’ ἀποτελέσματά των. Ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ἀξιότιμε
2198ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν; Τὸ εἶπεν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις;
2199Ἐψήφισε μίαν τινὰ ἐξαίρεσιν κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικα-
2200στικῆς ἐξουσίας ἄλλην ἢ τὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων;
2201Ἓν ἔργον ἔχομεν μόνον τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως, ἓν μό-
2202νον προῆλθεν ἐκ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἔχομεν τὸ Σύνταγμα·
2203ἐὰν δὲ ἡ συντακτικὴ συνέλευσις δὲν ἀπένειμε ῥητῶς τὸ δικαί-
2204ωμα τοῦτο εἰς καμμίαν τῶν ἐξουσιῶν, πῶς πλάττετε σεῖς τὸ
2205δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὸ ἀποδίδετε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν;
2206Ὁ Βασιλεὺς, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε, ἔχει τὸ δικαίωμα
2207ὁ ἴδιος νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ, διατί δίδετε τὴν ἑρμηνείαν ταύτην;
2208καὶ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προσήκει πάντοτε εἰς τὴν ἐκτελε-
2209στικὴν ἐξουσίαν, ἔρχεσθ’ νὰ τὸ ἀνταποδώσητε εἰς τὴν νομοθε-
2210τικήν; ὅταν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι ἀποστερεῖ,
2211ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποδίδῃ ἀμνη-
2212στείαν εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, δὲν ἠννόει νὰ δυσπιστήσῃ πρὸς
2213ἐμὲ, ὁ ὁποῖος διεδέχθην κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία εἶχε
2214γεννήσει δυσκολίας· ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι
2215ἐγὼ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς συνελεύσεως δὲν ἀναγνωρίζω
2216ἄλλο τίποτε παρὰ τοῦτο· ἡ συνέλευσις ἡ συντακτικὴ ἀνεγνώ-
2217ρισεν, ὅτι καμμία ἀφορμὴ, καμμία αἰτία εὔλογος δὲν δύναται
2218νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογήσῃ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων
2219τὴν ἀμνηστείαν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ πραγματικὸς καὶ ὁ
2220ἀληθὴς διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὴν συντακτικὴν συνέλευσιν κατηρ-
2221γήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο.
2222Ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἐσκέφθη, καὶ δὲν εὕρισκε κανένα λόγον,
2223ὁ ὁποῖος νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀμνηστείαν τῶν κοινῶν ἐγκλημά-
2224των· διότι τί εἶναι ἡ ἀμνηστεία, κύριοι; σκοπεῖ νὰ ἐμποδίσῃ
2225ἓν πολὺ μεγαλείτερον κακὸν προσγινόμενον εἰς τὴν πολιτείαν
2226ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀπὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον
2227ὁ νομοθέτης διὰ τῶν ποινῶν ἠθέλησε νὰ ἐπανορθώσῃ. Αἱ τοιαῦ-
2228ται περιστάσεις δὲν παρουσιάζονται εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν πολι-
2229τικῶν ἐγκλημάτων. Εἷς πολιτικὸς λόγος δύναται νὰ προκαλέσῃ
2230μίαν στάσιν καὶ τὴν στάσιν ἐκείνην νὰ παρακολουθήσουν διά-
2231φοροι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
2232ποινικοῦ νόμου. Ὁ πολιτικὸς λόγος δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ, καὶ
2233δύναται νὰ ἐξαπλώσῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του μέχρι πράξεων κοινῶν
2234ἐγκλημάτων, καὶ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, αὐτὴν τὴν ἀνάγκην,
2235ἀνεγνώρισεν ἡ συντακτικὴ συνέλευσις. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγ-
2236κλημάτων δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ συνέλευσις καμμίαν ἀνάγκην τοι-
2237αύτην, καὶ διὰ τοῦτο κατήργησεν ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ
2238ἀπονέμειν ἀμνηστείαν εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Ἡ συνέλευσις
2239εἶπεν, ὅστις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς πολιτικὸς λόγος, χωρὶς
2240νὰ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῆς πολιτικῆς του ἰδέας, ἐκ
2241τοῦ ἀναβρασμοῦ τῶν πολιτικῶν παθῶν, πράττει ἓν ἔγκλημα
2242θὰ τιμωρηθῇ, θὰ τιμωρηθῇ πάντοτε. Οὔτε ἐνόμισεν ἡ συνέλευ-
2243σις, ὅτι ἀφίνει κανὲν κενὸν, ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ
2244δικαίωμα τῆς χάριτος· ἡ συνέλευσις ἐσυλλογίσθη, ἐὰν τέλος πάν-
2245των ἡ ἐπιείκεια ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν, τὸ μὲν
2246ἔγκλημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, πρέπει νὰ δικασθῇ, ἡ δικαστικὴ
2247ἐξουσία πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην αὐτῆς τὴν δύναμιν καὶ ὅλην
2248της τὴν δικαιοδοσίαν· ἔρχεται δὲ μετέπειτα ὁ ἀνώτατος Ἄρχων,
2249καὶ ἐὰν ἴδῃ τὴν ποινὴν αὐστηρὰν, ἐὰν ἴδῃ τὰς συνεπείας τῆς κα-
2250ταδίκης προκαλούσας ἀδικίαν τινὰ, ἂς ἔλθῃ διὰ τοῦ δικαιώματος
2251τῆς χάριτος νὰ ἐλαφρώσῃ, νὰ ματαιώσῃ τὴν ποινὴν, ἢ καὶ νὰ
2252τὴν καταργήσῃ ὁλοτελῶς. Δὲν ἔδωκεν ὅμως τὸ δικαίωμα οὔτε
2253εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν,
2254τοῦ ἀναστέλλειν τοὺς νόμους ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων.
2255Διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι ἀνάγκη τῳόντι νὰ ὑπάρχῃ
2256αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι πολλάκις καὶ τὸ νὰ γίνῃ ἀνάκρισις,
2257καὶ τὸ νὰ συλληφθῶσι, καὶ φυλακισθῶσιν οἱ εἰς πολιτικὸν ἔγ-
2258κλημα ὑποπεσόντες, καὶ τὸ νὰ δικασθῶσιν, αὐτὰ ἴσα, ἴσα ἀπο-
2259τελοῦσι τὸν κίνδυνον τῆς τάξεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλη-
2260μάτων οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει· τὸ ἔγκλημα δύναται ν’ ἀνακριθῇ,
2261τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, ἡ
2262ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ὁ Βασιλεὺς ἔπειτα δύναται νὰ ἐξα-
2263σκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἐὰν βλέπῃ, ὅτι ὑπάρχει λόγος.
2264Οὕτω πως κατήρτισεν ἡ συνέλευσις τὸ Σύνταγμα καὶ κατ’
2265αὐτὸν τὸν τρόπον ἔλυσε τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀμνη-
2266στείαν καὶ τὴν χάριν. Ἑπομένως δὲν δύναμαι διόλου νὰ παρα-
2267δεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ
2268ὁποῖος εἴτε ἐνόμισεν, ὅτι εἰς συντακτικὴν συνέλευσιν μετεμορ-
2269φώθη τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καὶ ἑπομένως ἔχει ἐξουσίαν ἀνε-
2270πίδεκτον καταστολῆς καὶ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, εἴτε ἐπί-
2271στευσεν, ὅτι καθὼς τὸ νομοθετικὸν σῶμα δύναται νὰ κατα-
2272σκευάζῃ νόμους, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ διατάσσῃ
2273τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐπὶ εἰδικῶν περιστάσεων.
2274Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν αἱ γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ
2275τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον γίνει δεκταὶ ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου κοινο-
2276βουλίου, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει μίαν πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ
2277βεβαίως στοιχεῖα ὑποστηρίζοντα τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν πρόο-
2278δον. Ἄλλος εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ ἄλλο εἶναι τὸ νομοθετικὸν
2279σῶμα, τὸ νομοθετικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀνανεοῦται κατὰ περιό-
2280δους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνέρχονται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν
2281ἵστανται τόσον ὑψηλὰ, ὅσον ἵσταται ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι
2282αἰώνιος. Θὰ εἶναι δὲ λίαν ἐπικίνδυνον, ἐὰν εἰς τοιοῦτον νομο-
2283θετικὸν σῶμα ἠθέλομεν δώσει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ ἑκά-
2284στοτε εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἡ πλειοψηφία αὐτοῦ ν’
2285ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι νὰ τιμωρῶνται, οἱ μὲν ἄλλοι
2286φονεῖς νὰ καρατομῶνται, ἀλλ’ ὁ δεῖνα φονεὺς καὶ ὁ δεῖνα δο-
2287λοφόνος νὰ ἐξέλθωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐλεύθεροι.
2288§120ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάτος.
2289§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης.
2290§122Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι ἠναγκα-
2291σμένος νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
2292ἐκ Μεσολογγίου ἠθέλησεν, ἀναιρῶν ὅσα σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, νὰ
2293ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν συνεχῶς συμβαίνει
2294αὐτῷ, ὅταν ταράττηται, νὰ ἀκολουθῇ. Φυσικώτατον πρᾶγμα
2295εἶναι, κύριοι, νὰ διαφωνῶσιν οἱ ἄνθρωποι, φυσικώτατον εἶναι νὰ
2296ἔχωσι διαφόρους γνώμας, ἀλλὰ δὲν εἶναι φυσικώτατον νὰ ὑπο-
2297θέτωσιν, ὅτι ἐλέχθησαν γνῶμαι, ἢ ὅτι οἱ πρὸς αὐτοὺς ἀντιδο-
2298ξοῦντες διενοήθησαν φρονήματα, γνώμας, λέγω, καὶ φρονήματα,
2299τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέχθησαν· ἑπομένως δὲ νὰ ἔρχωνται νὰ πολεμῶσι
2300τὰς ὑποτιθεμένας ταύτας γνώμας. Εἶναι δὲ πολλὰ ὀλίγον φυ-
2301σικὸν καὶ πολλὰ ὀλίγον ἐπιτετραμμένον συζητοῦντες νὰ ὑπο-
2302θέτωσιν, ὅτι οἱ ἀντιφρονοῦντες στεροῦνται τῶν ἁπλουστέρων
2303γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι
2304τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, καὶ μάλιστα τῶν θεμελιωδῶν. Ἠξεύρω,
2305ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ἀρκετὰ ἐπιεικὴς νὰ μοὶ
2306ἀποδώσῃ τὴν δύναμιν νὰ ἐννοῶ τὰ ὅρια τῆς συντακτικῆς ἀρχῆς
2307καὶ τῆς νομοθετικῆς· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐδίσταζε
2308περὶ τούτου, ἴσως ἤθελε μὲ ἀναγκάσει, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι δι-
2309στάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι γνωρίζει τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει
2310μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
2311Τὸ νομοθετικὸν σῶμα δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία, τὸ νομοθε-
2312τικὸν σῶμα εἶναι μόνη ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶ-
2313ναι ἡ Βουλὴ, ἥτις ἀσκεῖ αὐτὴν μετὰ τοῦ βασιλέως. Ὁ κ. Δεληγι-
2314ώργης εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ τὸ σύνταγμα ῥητῶς δὲν προσδιορίζει ὡς
2315ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ ἀμνηστεύειν, ἕπεται ὅτι
2316ἡ ἀμνηστεία δὲν ἔγκειται πλέον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἤθε-
2317λεν ἔχει δίκαιον, ἂν ἔλεγε τοῦτο διὰ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξου-
2318σίαν. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιώματα
2319καὶ καθήκοντα ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα ῥη-
2320τῶς ἀπονέμει εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει
2321μόνον δικαιώματα καὶ καθήκοντα ὅσα τὸ σύνταγμα μόνα καὶ
2322ῥητῶς ἀπονέμει, ἔχει δικαιώματα καὶ καθήκοντα ὅλα ὅσα ἔγ-
2323κεινται εἰς τὴν φύσιν τῆς ἐξουσίας της, τὴν νομοθετικήν· ἑπομέ-
2324νως δύναται νὰ νομοθετῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα
2325ἢ ῥητῶς ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τοῦ συντάγματος, ἢ τὰ ὁποῖα ῥητῶς
2326τὸ σύνταγμα δὲν ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτήν. Τὸ σύνταγμα τῆς Ἑλλά-
2327δος περιέχει διατάξεις καθαρῶς συντακτικὰς, ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν
2328καθαρῶν συντακτικῶν διατάξεων περιέχει καὶ διατάξεις νομο-
2329θετικάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν συντακτικῶν διατάξεων, βε-
2330βαίως δὲν ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δι-
2331καίωμα νὰ ἀναιρέσῃ, νὰ μεταβάλῃ τὰς συντακτικὰς ταύτας δι-
2332ατάξεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, αἱ ὁ-
2333ποῖαι εἰσήχθησαν ἐν τῷ συντάγματι, οὐδέποτε ἤθελον ἰσχυρισθῆ,
2334ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς, ἀφοῦ ἅπαξ
2335ἐτέθησαν ἐν τῷ συντάγματι. Ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς
2336τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ ἐφ’ ὅλων
2337τῶν ἄλλων περιπτώσεων;
2338§123ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.
2339§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ λέγει ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, ἡ δι-
2340άκρισις τῶν ἐξουσιῶν.
2341§125ΤΙΝΕΣ. Προχωρήσατε· μὴ δίδετε ἀπάντησιν.
2342§126Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἠθέλατε ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν νομο-
2343θετικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ μόνον ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ
2344ὁποῖα ῥητῶς τὸ σύνταγμα ἐμνημόνευσεν, ἐννοεῖται, ὅτι θέλετε στα-
2345ματήσει ὄχι μόνον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρό-
2346οδον καὶ τὸν πολιτισμόν. Καὶ ὅμως ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ
2347τοῦ πολιτισμοῦ, ἔρχονται ν’ ἀμφισβητήσουν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
2348οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν διατά-
2349ξεων τοῦ συντάγματος. Ἐννοῶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους πολ-
2350λάκις παρακολουθεῖ ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης σώματος πολυμελοῦς
2351καὶ πολιτικοῦ, ὁποῖον εἶναι τὸ κοινοβούλιον, ἀλλὰ τάχα οἱ κίν-
2352δυνοι αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀναγκάσωσιν ὑμᾶς, νὰ μὴ ἀναγνω-
2353ρίσητε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγ-
2354κειται εἰς τὴν φύσιν της. Καὶ ἐνταῦθα οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους
2355παρουσιάζουσιν, εἶναι ὀλιγώτεροι ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοὺς ἄλλους,
2356τοὺς ὁποίους θέλετε ἀπαντᾷ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἠ-
2357θέλατε ἐπιχειρίσει νομοθετοῦντες μετὰ τοῦ βασιλέως. Οἱ
2358συμβουλεύοντες ὑμᾶς, κύριοι, νὰ ἑρμηνεύσητε οὕτω πως τὸ
2359σύνταγμα, σᾶς συμβουλεύουσι νὰ σταματήσητε τὴν ἐνέρ-
2360γειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ τὴν σταματήσητε εἰς τὰ
2361σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐν τῷ συντάγματι περιέχονται,
2362καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε οὐδὲν ἄλλο· σᾶς συμβουλεύουσι δηλονότι
2363νὰ σταματήσητε τὴν πρόοδον, τὴν ζωὴν τοῦ τόπου, καὶ κατ’
2364ἐμὲ νομίζω, ὅτι πράττουσί τι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὸν,
2365διότι ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀντικείμενα
2366ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν, καὶ ἀποδίδουσιν αὐτὰ εἰς τὴν συντακτι-
2367κὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς μόνην τὴν κυριαρχίαν τοῦ
2368ἔθνους, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι οὔτε εὔλογον, οὔτε ὠφέλιμον, νὰ
2369ἐξυπνᾷ τις καὶ νὰ ἐγείρῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ὅταν πρόκειται νὰ
2370νομοθετήσῃ. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, ὅταν κατεστάθησαν ὅλαι
2371αἱ ἐξουσίαι ἐν τῇ πολιτείᾳ, ὑπνώττει· καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς προ-
2372όδου τοῦ τόπου εἶναι ὁ παρατεταμμένος ὕπνος τῆς συντακτι-
2373κῆς ἐξουσίας, τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους.
2374Ἤθελεν εἶσθαι ἴσως μάταιον νὰ παραπονεθῶ ἀκόμη δι’ ἄλλο
2375τι κατὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐλησμόνησεν,
2376ὅ,τι ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι ἀνακοινόνω δι’ ὅσων
2377εἶπον μόνον τὸ ἐμὸν φρόνημα, οὔτε γνωρίζω τί φρονοῦσιν οἱ
2378συνάδελφοί μου· καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτήσω εἰς τὰς βαθ-
2379μίδας τοῦ βήματος τούτου τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν
2380ἐπρόκειτο νὰ φέρω φρόνημα ἐπὶ τῆς ἐννοίας διατάξεως τοῦ συν-
2381τάγματος, καὶ μολονότι ῥητῶς ἐδήλωσα τοῦτο, μόλον τοῦτο ὁ
2382κ. Δεληγεώργης δὲν ἐδίστασε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπορίαν του, πῶς,
2383καί τοι ὑπουργός, δίδω τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ σύνταγμα·
2384ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν εἶμαι μόνον ὑπουργός, ἀλλ’ εἶμαι καὶ
2385βουλευτής, ὀφείλων νὰ ἐκφέρω τὸ φρόνημά μου, ὅταν πρόκειται
2386περὶ ἑρμηνείας διατάξεως τοῦ συντάγματος. Ἴσως ἡ λήθη του
2387αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτόν, διὰ νὰ δώσῃ ἄλλον
2388τινὰ πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ φρονήματός
2389μου. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ
2390πραγματοποιηθῇ, ἀφοῦ οὐδὲ κυβερνητικὸν ζήτημα πρόκειται,
2391οὐδὲ περὶ φρονήματος τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἔχει.
2392§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάτος.
2393§128ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα.
2394§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μίλησης.
2395§130ΜΙΛΗΣΗΣ. Παράδοξόν τι, κύριοι, καὶ παράχορδον παρουσιά-
2396ζει ὁμολογουμένως ἡ προκειμένη συζήτησις· διότι, ἐνῷ πρόκει-
2397ται περὶ προνομίων οὐσιωδῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, βασιλικῶν,
2398ἡ ἀντιπολίτευσις μάχεται ὑπὲρ τῆς τηρήσεως αὐτῶν, ἀπέναντι
2399ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐγκαταλιμπάνει......
2400§131ΖΑΪΜΗΣ. Ποίων ἡγεμονικῶν προνομίων; Τὸ δικαίωμα τοῦ
2401Βασιλέως διὰ τὴν ἀμνηστείαν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων τίς
2402τὸ ἀμφισβητεῖ; Ἐδὼ πρόκειται περὶ ἀμνηστείας τῶν κοινῶν
2403ἐγκλημάτων. Διὰ νὰ κάμετε ἕνα λόγον, τὸ ἐλάβετε αὐτὸ ὡς
2404ἐπιχείρημα. (θόρυβος).
2405§132ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦν καὶ κραυγάζουν,
2406καὶ ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅστις τόσον κοινοβουλευτικῶς μὲ δια-
2407κόπτει, ἂν εὐαρεστηθοῦν νὰ μὲ ἀκούσουν μέχρι τέλους, καὶ θε-
2408λήσουν νὰ πεισθοῦν, θὰ συνομολογήσουν μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ χάρις
2409καὶ ἡ ἀμνηστεία εἶναι προνόμια οὐσιωδῶς βασιλικὰ, καὶ ὅτι εἰς
2410οὐδεμίαν ἄλλην ἐξουσίαν τοῦ κράτους εἶναι ποτὲ δυνατὸν
2411ν’ ἀνήκωσιν. Ἂν δὲ τοῦτο ἀποδειχθῇ, δικαιοῦμαι, μοὶ φαίνεται
2412νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀποκρούοντες καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀντι-
2413ποίησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
2414σίας, ἡμεῖς προμαχοῦμεν ὑπὲρ τῶν βασιλικῶν προνομίων ἐναν-
2415τίον ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν κεκλημένοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ
2416πράξωσι τοῦτο.
2417Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
2418σχεδίου ἐξάγεται καταφανῶς, ὅτι διὰ μὲν τοῦ 1 ἄρθρου αὐτοῦ
2419ὁρίζεται ἄφεσις ποινῆς, διὰ δὲ τοῦ 2 διατάσσεται ἀναστολὴ
2420τῆς δικαιοσύνης· τουτέστιν ἐν μὲν τῷ 1 ἄρθρῳ δίδεται χάρις
2421εἰς καταδικασθέντας, ἐν δὲ τῷ 2 δίδεται ἀμνηστεία εἰς ὑπο-
2422δίκους. Τοῦτο εἶναι φανερὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, καὶ οὔτε ὁ
2423ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τὸ ἀπέκρυψε προχθὲς κατὰ τὴν συζή-
2424τησιν τοῦ 1 ἄρθρου, οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὸ ἀπο-
2425κρύπτει σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2. Πρόκειται λοιπὸν
2426ἀνενδοιάστως, ἀναντιῤῥήτως, ν’ ἀπονείμωμεν διὰ νόμου χάριν
2427ἅμα καὶ ἀμνηστείαν. Ἀλλ’ ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία εἰς ποίαν
2428τῶν ἐξουσιῶν τοῦ κράτους ἀνήκουσι κατὰ τὸ σύνταγμα; Ἰδοὺ
2429τὸ ζήτημα καθαρῶς τεθειμένον.
2430Προχθὲς ὁ κ. Πετσάλης ἠγωνίσθη, κύριοι, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι
2431ἡ χάρις δύναται νὰ ἐνασκηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
2432σίας, ἀλλὰ, μολονότι τὸ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ὁμολογῶ
2433ὅμως ὅτι ἐκ τῶν λόγων του οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω,
2434εἰμὴ τὸ ἁπλοϊκὸν τοῦτο καὶ ἰδιόῤῥυθμον ἐπιχείρημα, ὅτι τίποτε
2435δὲν πειράζει νὰ ἐνασκήσῃ τὴν χάριν καὶ ἡ Βουλή. Τίποτε βέ-
2436βαια ἐκτὸς τῆς λογικῆς καὶ τοῦ συντάγματος! Σήμερον δὲ ὁ
2437κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐπιτηδειότερος παλαιστὴς τοῦ
2438συναδέλφου του, ἐξηντλήθη συνδυάζων καὶ ἑρμηνεύων σωρείαν
2439τινὰ ἄρθρων τοῦ συντάγματος, καὶ ἵδρωσεν ἀγωνιζόμενος νὰ
2440ἐξαγάγῃ ἐντεῦθεν τὸ βεβιασμένον συμπέρασμα, ὅτι τὸ δικαίωμα
2441τῆς ἀμνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων δὲν κατηργήθη, ὡς
2442ἐφρόνει μέχρι τοῦδε ὅλος ὁ κόσμος, ὑπὸ τῆς τελευταίας Συνε-
2443λεύσεως, ὄχι· ἀλλ’ ὑφίσταται καὶ νῦν πλῆρες, ἀκέραιον, καὶ
2444ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐννοεῖται, κύριοι,
2445ὅτι ὄρεξιν δὲν ἔχω, οὔτε τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο ἐπιχείρημα τοῦ κ.
2446Πετσάλη ν’ ἀνασκευάσω, οὔτε τὸν κ. Δεληγιάννην ν’ ἀκολου-
2447θήσω εἰς τοὺς λεπτοὺς καὶ ἐπιτηδείους συνδυασμοὺς τῶν δια-
2448φόρων ἄρθρων τοῦ συντάγματος· θὰ τραπῶ ἄλλην ὁδόν. Θὰ
2449προσβάλω καὶ τώρα τὴν θεωρίαν ταύτην κατὰ μέτωπον, ὅπως
2450τὸ ἔπραξα ἄλλοτε ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· διότι τὴν θεωρῶ ἀνα-
2451τρέπουσαν αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος·
2452Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι μία τῶν
2453βάσεων τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἷς τῶν διακριτικῶν
2454ὅρων πάσης ἐλευθέρας πολιτείας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως
2455τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐνα-
2456σκήσῃ εἴτε τὴν χάριν, εἴτε τὴν ἀμνηστείαν, ποῦ μένει, παρα-
2457καλῶ, ἢ ποίαν ἔννοιαν ἔχει πλέον ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ
2458τοῦ συντάγματος; Δὲν ἐπέρχεται προδήλως σύγχυσις μεταξὺ
2459τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Δὲν ἐπεμβαίνει
2460ἀποτόμως ἡ τελευταία εἰς τὰ καθήκοντα, εἰς τὴν λειτουργίαν
2461τῆς πρώτης; Βεβαίως· διότι διὰ μὲν τῆς χάριτος καταστρέ-
2462φονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπαγγελθείσης ἤδη ποινῆς, διὰ
2463δὲ τῆς ἀμνηστείας ἀναστέλλεται, σταματᾷ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ
2464τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἀμφοτέρας λοιπὸν τὰς περιστάσεις συγ-
2465χέονται αἱ δύω αὗται ἀνεξάρτητοι ἐξουσίαι, καὶ ἡ μία ὑπο-
2466δουλώνει τὴν ἄλλην. Εἶναι τοῦτο ἢ ὄχι φανερὰ ἀνατροπὴ τῶν
2467βάσεων αὐτῶν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος;
2468Ἴσως μοὶ ἀντιτάξουν, ὅτι ἡ αὐτὴ σύγχυσις ἐπέρχεται μεταξὺ
2469τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δικαστικῆς, καὶ ὅταν ὁ
2470Βασιλεὺς ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ ἀμνηστείας.
2471Ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι διόλου σπουδαία·
2472διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι μόνον ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς
2473ἐξουσίας, ἀλλὰ συνάμα καὶ μέτοχος τῆς νομοθετικῆς καὶ ἀνω-
2474τάτη κορωνὶς τῆς δικαστικῆς. Ὡς τοιοῦτος δὲ διακρίνεται ἀπὸ
2475ἑκάστης τῶν τριῶν τούτων ἐξουσιῶν, καὶ ἔχει ἰδίαν τινὰ ἀπο-
2476στολὴν πολὺ σοβαρὰν ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ. Ποία ἡ
2477ἀποστολὴ αὕτη; Θὰ σᾶς ἐκθέσω αὐτὴν μὲ δύω λέξεις.
2478Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, κύριοι, εἶναι πολιτικὸς μηχα-
2479νισμὸς σύνθετος καὶ πολύπλοκος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἄλλων μὲν
2480ἐπέσυρε τὸν θαυμασμόν, ἄλλων δὲ τὴν περιφρόνησιν. Δὲν πρό-
2481κειται τώρα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τοῦ πολιτι-
2482κοῦ τούτου μηχανισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐξεύρωμεν τὸ πνεῦμα
2483καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ, διότι ζῶμεν ὑπὸ συνταγματικὸν πο-
2484λίτευμα, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατ’ αὐτὸ νὰ ῥυθμίσωμεν
2485καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν. Ἐν τῷ συνταγματικῷ
2486πολιτεύματι αἱ καθεστηκυῖαι πολιτικαὶ ἀρχαὶ λειτουργοῦσιν
2487ἀνεξαρτήτως ἐντὸς ἰδιαιτέρου ἑκάστη κύκλου, ὡς ἰδιαίτερος μη-
2488χανισμός, ἅπασαι δὲ ὁμοῦ συλλειτουργοῦσι καὶ συνεφάπτονται
2489ἐναρμονίως πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν, ὅστις εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς
2490τοῦ αὐθαιρέτου καὶ αὐτοβούλου καὶ ἡ ἐπικράτησις ἐν τῇ πολι-
2491τείᾳ μόνον τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Ὑπεράνω τῶν πολι-
2492τικῶν τούτων ἐξουσιῶν ἵσταται ὁ συνταγματικὸς Βασιλεύς, ὡς
2493ὑπέρτατος ἐπόπτης καὶ μετριαστὴς modérateur, ἐπιτηρῶν τὴν
2494λειτουργίαν αὐτῶν, μετριάζων τὸ τυχὸν ὑπερβάλλον ἢ τὴν ἐκ-
2495τροπὴν ἑκάστης καὶ ἐπαναφέρων μεταξὺ αὐτῶν τὴν ἁρμονίαν,
2496ὁσάκις δι’ οἱονδήποτε λόγον παραβλαφθῇ αὕτη ἢ χαλάσῃ. Ἰδοὺ
2497ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύ-
2498ματι, ἀποστολὴ ὁμολογουμένως ὑψηλή, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀκρο-
2499σφαλὴς, ἀπαιτοῦσα καὶ διάνοιαν εὐρεῖαν καὶ πεφωτισμένην καὶ
2500ἀρετὰς σπανίας καὶ ἐκτάκτους.
2501Τοιαύτην ἀποστολὴν ἔχων ὁ Βασιλεὺς, εἶναι περιβεβλημένος
2502ὑπὸ τοῦ συντάγματος καὶ μὲ τὰ ἀναγκαῖα δικαιώματα πρὸς
2503ἐκπλήρωσιν αὐτῆς, καὶ ταῦτα καλοῦνται ἡγεμονικὰ προνόμια.
2504Οὕτως ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς
2505Βουλῆς, ἂν αὕτη δι’ αὐτοβούλου ἐνεργείας παραβλάπτῃ προσω-
2506ρινῶς τὴν γενικὴν ἁρμονίαν ἢ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς πολι-
2507τείας. Δύναται προσέτι καὶ νὰ διαλύσῃ αὐτὴν, καὶ νὰ κάμῃ
2508ἔκκλησιν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ εἰς
2509τὴν αὐτόβουλον αὑτῆς ἐνέργειαν. Ἡ χρῆσις δὲ, κύριοι, τῶν προ-
2510νομίων τούτων οὐδόλως θεωρεῖται οὔτε ὡς σύγχυσις ἐξουσιῶν,
2511οὔτε ὡς ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα
2512τῆς νομοθετικῆς. Ἐπίσης ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται ἐνερ-
2513γοῦσα νὰ παραβλάψῃ γενικὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας, ἢ ἐνερ-
2514γήσασα ἤδη παρεξέβη τῶν ἐπιεικῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης, ὁ
2515Βασιλεὺς μετριάζει καὶ ταύτης τὸ ὑπερβάλλον καὶ τὴν αὐστη-
2516ρὰν ἐνέργειαν, εἴτε ἀναιρῶν ἢ μετριάζων διὰ τῆς χάριτος τὴν
2517ἀπαγγελθεῖσαν ἤδη ποινὴν, εἴτε σταματῶν διὰ τῆς ἀμνηστείας
2518τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων.
2519Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία, ὅπως καὶ ἡ
2520διακοπὴ καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι δικαιώματα οὐσιω-
2521δῶς βασιλικὰ, οὔτε δύνανται νὰ ἐξασκηθῶσιν ἐν συνταγματικῷ
2522πολιτεύματι ὑπ’ ἄλλης τινὸς ἐξουσίας οἱασδήποτε. Δὲν εἶναι δὲ
2523διόλου ἰσχυρὸν τὸ ἐναντίον παράδειγμα τοῦ κοινοβουλίου τῆς
2524Ἀγγλίας, διότι τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον δὲν ἔχει μόνον νομο-
2525θετικὴν, ἀλλὰ καὶ συντακτικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἑπομένως παν-
2526τοδύναμον, ἔχον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς πάντα καὶ νὰ
2527πράττῃ τὰ πάντα, ἐκτὸς μόνον, καθὼς λέγουν οἱ Ἄγγλοι, νὰ
2528μεταβάλῃ τὸν ἄνδρα εἰς γυναῖκα. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ συντα-
2529κτικὴ ἐξουσία, διατυπωθεῖσα ἅπαξ διὰ παντὸς εἰς Σύνταγμα
2530ὁριστικὸν καὶ ἀμετάβλητον, ἀργεῖ καὶ ἠρεμεῖ, ὡς καὶ παρ’ ἅπα-
2531σι τοῖς συνταγματικοῖς ἔθνεσι τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. Πα-
2532ρακαλῶ ὅμως, κύριοι, νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Λέγων βασιλικὰ δι-
2533καιώματα ἢ βασιλικὰ προνόμια, οὐδόλως ἐννοῶ ν’ ἀποκλείσω
2534ἐπ’ αὐτῶν πάντα οἱονδήποτε ἔλεγχον, ὡς ἠξίωσάν τινες ἐσχά-
2535τως παρ’ ἡμῖν· διότι ἐξουσία ἀνεξέλεγκτος οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, ἢ
2536ἀπολυτισμὸς, οὐσιωδῶς ἀντικείμενος εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγ-
2537ματος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ εἰς κανὲν μέ-
2538ρος τὸ αὐθαίρετον καὶ ἀπόλυτον. Ὅσον ὑψηλὰ, ὅσον σεμνὰ εἶναι
2539τὰ προνόμια ταῦτα, τοσοῦτον ἡ χρῆσις αὐτῶν πρέπει νὰ συνο-
2540δεύηται πάντοτε ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου, διὰ νὰ γίνεται μετὰ μεγίστης
2541περισκέψεως καὶ εὐλαβείας, καὶ νὰ ἐμπνέηται πάντοτε ὑπὸ
2542μεγάλων καὶ πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτου, καὶ οὐχὶ
2543ὑπὸ τῶν ἐφημέρων ὑπαγορεύσεων τυφλοῦ καὶ ἀλόγου φατρια-
2544σμοῦ. Τὴν εὐθύνην δὲ τῆς προσηκούσης χρήσεως τῶν βασιλικῶν
2545τούτων προνομίων, ἴσως καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων τῆς κα-
2546θαρᾶς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπέχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὁλό-
2547κληρον τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ προσυπογράφει τὰ περὶ
2548αὐτῶν σχετικὰ διατάγματα. Οὕτως ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι συγ-
2549κιρνῶνται καὶ συμμετριάζονται ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύ-
2550ματι, καὶ οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται ἐν τῇ πολιτείᾳ τὸ ἀπόλυτον
2551καὶ αὐθαίρετον.
2552Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς θεωρία περὶ τῆς χάριτος καὶ
2553τῆς ἀμνηστείας, καὶ τὴν θεωρίαν ταύτην καθιέρωσε καὶ τὸ ἡμέ-
2554τερον Σύνταγμα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ
2555σχετικοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Εἶναι λοιπὸν πρόδηλον, ὅτι ἡ τελευ-
2556ταία συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ περιορίσασα τὸ δικαίωμα τῆς
2557ἀμνηστείας ἐπὶ μόνον τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, δὲν ἐνόησε
2558διόλου ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐνάσκησιν
2559αὐτῆς ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, ὄχι· ἀλλ’ ἠθέλησεν ἁ-
2560πλῶς καὶ μόνον νὰ καταργήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν χρῆσιν τῆς ἀμνη-
2561στείας. Οὐδὲν πλέον. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι ἐσκέφθη καὶ
2562ἔπραξεν· ἡ περὶ τούτου γνώμη μου εἶναι γνωστὴ, διότι ἐπολέ-
2563μησα τὸν περιορισμὸν τοῦτον ἐν τῇ Συνελεύσει· ἰσχυρίζομαι ὅ-
2564μως καὶ βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο καὶ οὐχὶ ἄλλο ἐνόησεν ἡ Συνέλευ-
2565σις ἐκείνη· διατί; διότι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξιοθρήνητον κα-
2566τάχρησιν, ἥτις ἐπὶ τῆς προκατόχου δυναστείας εἶχε γίνει τοῦ
2567δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, ἠθέλησε νὰ θέσῃ φραγμὸν ἐν τῷ
2568μέλλοντι, μὴ ἐπιτρέπουσα πλέον τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἰδιωτι-
2569κῶν ἐγκλημάτων. Ἰδοὺ τί ἀληθῶς ἐνόησε καὶ ἀπεφάσισεν ἡ
2570Συνέλευσις.
2571Ἡ ἐναντία δὲ, κύριοι, ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ζητοῦν σήμερον
2572νὰ δώσουν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐναντία θεωρία, τὴν ὁποίαν ζη-
2573τοῦν νὰ ἐγκαινιάσουν, εἶναι προδήλως σφαλερὰ καὶ λίαν ἐπι-
2574κίνδυνος. Πρὸ πάντων ἡ καινοφανὴς αὕτη θεωρία δὲν ἔχει καμ-
2575μίαν βάσιν· διότι, ἂν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις ἐνόει ν’ ἀναθέσῃ
2576εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀμνηστείαν τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων,
2577τί τὴν ἐμπόδιζε, παρακαλῶ, ν’ ἀναγράψῃ ῥητῶς ἐν τῷ Συν-
2578τάγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο; Καὶ ὅμως οὐδαμοῦ φαίνεται κα-
2579θιερωμένον τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
2580Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀποδίδει ἀμφότερα τὰ
2581δικαιώματα τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστείας εἰς τὸν Βασιλέα,
2582περιορίζεται δὲ μόνον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀμνηστεία δὲν δύναται
2583νὰ ἐνασκηθῇ εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Πῶς
2584δύναται, ἐρωτῶ, νὰ ἐξαχθῇ ἐντεῦθεν λογικῶς, ὅτι ἐπὶ τῶν ἰδιω-
2585τικῶν ἐγκλημάτων τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἐδόθη εἰς τὴν
2586νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλη-
2587πτον. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι τοιαῦτα δικαιώματα ῥητῶς
2588πάντοτε καθιεροῦνται εἰς τὰ Συντάγματα, καὶ δὲν ἐξάγονται
2589διὰ βεβιασμένων ἐπιχειρημάτων καὶ διὰ συμπερασμάτων, Tirès
2590par les cheveux, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι.
2591Ἔπειτα, κύριοι, ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
2592τερικῶν....
2593§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοῦ βουλευ-
2594τοῦ ἐκ Γόρτυνος· τὸ εἶπον δύω φοράς.
2595§134ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ μοὶ κάμνετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν,
2596σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ. Ὅταν δὲ
2597πρόκειται περὶ προνομίων, θεωρουμένων κοινῶς βασιλικῶν, εἶσθε
2598ἐνταῦθα πρὸ πάντων ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως.
2599§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως βασιλικῶν
2600προνομίων· δὲν σπουδαιολογεῖτε.
2601§136ΜΙΛΗΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ σπουδαιολογῶ, θεωρῶν βασιλι-
2602κὰ προνόμια τὴν χάριν καὶ τὴν ἀμνηστείαν· τὸ βέβαιον ὅμως
2603εἶναι, ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπερασπίσθην τὴν αὐτὴν γνώμην
2604καὶ σεῖς εἶσθε τότε σύμφωνος, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη· ἔκ-
2605τοτε ἐγὼ μὲν ἔμεινα στάσιμος, σεῖς δὲ προωδεύσατε.—Ἡ θεω-
2606ρία, λέγω, κύριοι, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀ-
2607μνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων ἀντιμάχεται ἄντικρυς
2608πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ τελευταία Συνέλευσις,
2609περιορίσασα τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου μόνον ἐπὶ τῶν
2610πολιτικῶν ἐγκλημάτων· εἶναι τῳόντι φανερὸν, ὅτι διὰ τῆς με-
2611τατοπίσεως τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
2612σίαν, αἱ καταχρήσεις, ἀντὶ νὰ περισταλῶσιν, ἤθελον μάλιστα ἐπεκ-
2613ταθῆ εἰς βαθμὸν σκανδαλώδη. Ἄλλως δὲ ἡ χρῆσις αὐτοῦ, ἐπερχο-
2614μένη τῇ προτάσει παντὸς βουλευτοῦ καὶ μετὰ δημοσίαν συζήτησιν
2615ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, ἤθελεν ἐκθέσει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἠθι-
2616κὴν ἀξίαν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς ἐξουσίας. Τίς δὲν βλέπει τῳόντι,
2617ὅτι τὸ σεμνὸν τοῦτο δικαίωμα, οὕτω καταβιβαζόμενον καὶ δια-
2618χειριζόμενον, ἤθελε καταντήσει ὄργανον ἱκανοποιήσεως ἐφημέρων
2619καὶ ποταπῶν συμφερόντων ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς μερίδος,
2620ἥτις θὰ ἔχῃ ἑκάστοτε τὴν ὑπεροχὴν ἐν τῇ Βουλῇ; Τίς δὲν αἰ-
2621σθάνεται, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν πάσης προτάσεως περὶ ἀ-
2622πονομῆς ἀμνηστείας εἰς κοινὸν ἐγκληματίαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθε-
2623λεν ἀπολέσει τὸ ἀξίωμα αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ καὶ ἡ ἠθικὴ
2624δύναμις τῆς πολιτείας ἐν γένει ἤθελεν ἐντελῶς χαλαρωθῆ;
2625Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὴν ἐναντίαν θεωρίαν, τὸ δικαίωμα τῆς
2626ἀμνηστείας διχοτομεῖται εἰς δύω, ὅπως διχοτομεῖται καὶ ὁ κ.
2627Δηλιγιάννης εἰς βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ εἰς ὑπουργὸν τῶν
2628ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐνασκεῖ-
2629ται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ δὲ τῶν ἰδιωτικῶν ἐνασκεῖται ὑπὸ
2630τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι πρωτοφανὲς, εἶναι τερα-
2631τῶδες, καὶ διὰ νὰ κύψωμεν ἀπέναντι τοιούτου παραλογισμοῦ,
2632ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εἴχομεν ἀπέναντί μας ῥητὴν, ἀναντίῤ-
2633ῥητον διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὄχι ἑρμηνείαν βεβιασμέ-
2634νην, ἑρμηνείαν ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τοῦ
2635δημοσίου δικαίου. Ἄλλως δὲ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν πα-
2636ρουσιάζονται συνήθως μόνα, ἀλλ’ ἐνσαρκοῦνται εἰς ἰδιωτικὰ ἐγ-
2637κλήματα, εἰς φόνους, εἰς ἐμπρησμοὺς, εἰς ἀναιρέσεις, εἰς δῃώσεις
2638κτλ. Πῶς θέλει γίνει λοιπὸν, κύριοι, ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν
2639πολιτικῶν καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, ὥστε ἐκεῖνα μὲν
2640ν’ ἀμνηστεύσῃ ὁ Βασιλεὺς, ταῦτα δὲ ἡ Βουλή; Ἐπὶ τέλους, ἂν
2641ἡ Βουλὴ δὲν ᾖναι παροῦσα, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ δο-
2642θῇ ἀμνηστεία, τί πρέπει νὰ γίνῃ; πρέπει νὰ συγκληθῇ ἐκτάκ-
2643τως, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο; πρέπει νὰ περιμεί-
2644νωμεν τὴν τακτικήν της σύνοδον; ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἀνάγκη κατε-
2645πείγουσα, ἂν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιδέχωνται ἀναβολὴν, τί
2646ποιητέον τότε;
2647Βλέπετε, κύριοι, εἰς ποῖα ἀτοπήματα περιπίπτομεν, ἅμα ὡς
2648ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Πιστεύσατέ μοι δὲ, διότι
2649ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, πιστεύσατέ μοι, ὅτι μόνον ἐν Ἑλλάδι δύναν-
2650ται νὰ γεννηθῶσι παρόμοια ζητήματα. Ἡ ἐπιστήμη τοῦ δη-
2651μοσίου δικαίου ἔχει καὶ αὕτη τὰ ἀξιώματά της, τὰ ὁποῖα δὲν
2652εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως συνειθίζει νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς
2653τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ τίθενται εἰς σπουδαίαν ἀμφισβήτησιν ὑπὸ
2654σπουδαίων ἀνθρώπων, εἶναι ἀξίωμα κοινῶς παραδεδεγμένον,
2655ὅτι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία εἶναι οὐσιωδῶς προνόμια τοῦ Βα-
2656σιλέως, μόνον δὲ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἠδύναντο νὰ ἀμφισβη-
2657τηθῶσι, καὶ τοῦτο διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
2658εἶναι πρότυπον Βασίλειον κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα.
2659§137ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προνόμια εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν.
2660§138ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔστω, βασιλικὰ δικαιώματα· ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη
2661τὰ οὐσιωδῶς βασιλικὰ δικαιώματα ὀνομάζει βασιλικὰ προνό-
2662μια· Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι εἴτε βασιλικὰ προνόμια, εἴτε βασιλικὰ
2663δικαιώματα τὰ ὀνομάσετε, ταῦτα, ὡς καὶ ὅλα τῶν λοιπῶν
2664ἐξουσιῶν τὰ δικαιώματα, ἀποῤῥέουν κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύντα-
2665γμα, ἐκ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας· διότι ἐν κεφαλίδι τοῦ περὶ
2666συντάξεως τῆς πολιτείας μέρους τοῦ συντάγματος εἶναι ἀνα-
2667γεγραμμένη ἡ γενικὴ καὶ θεμελιώδης διάταξις, καθ’ ἣν ἅπασαι
2668αἱ ἐξουσίαι τοῦ κράτους πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους.
2669§139Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοσοῦτον παρωξύνθη,
2670ὥστε ἀπεφάσισε νὰ καταπολεμῇ συστηματικῶς οὐ μόνον τὰ
2671ἀντικείμενα, ἅτινα νομίμως εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ
2672καὶ αὐτὸ τὸ σύνταγμα, καὶ νὰ φέρῃ θεωρίας ἀνατρεπτικὰς πά-
2673σης συνταγματικῆς θεωρίας, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προέβη, ὥστε νὰ
2674λέγῃ, ὅτι εἶναι τερατουργήματα ὅσα γίνονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς,
2675καὶ βεβαίως ἡ λέξις ἀναφέρεται εἰς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον.
2676Ἄτοπον εἶναι ὁ εἷς νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἰδέα του εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ
2677εἰς τὸν κόσμον, καὶ ὅτι ἂν ἄλλος ἀντιδοξῇ, αὐτὸς λέγεται τε-
2678ρατουργός· νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ἐκτὸς τῆς συζητήσεως
2679τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ἐκτὸς τῆς ἐθιμοταξίας. Πολὺ μᾶλλον
2680θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοὺς λόγους μου, ὅταν ἀκούσῃ ἀναπτυσ-
2681σόμενον τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον αὐτῆς· διότι μέχρι τοῦδε ὑπῆρ-
2682ξεν ἕνας κυκεὼν ἰδεῶν, οὐδὲ ἀκόμη τὸ θέμα ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἀ-
2683ληθῆ αὑτοῦ ἔποψιν. Ὅταν ἐπρόκειτο τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα
2684νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσ-
2685σήνης κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπε· τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ
2686νομοσχεδίου ἔχει καλῶς, τὸ δεύτερον εἶναι κακὸν, λοιπὸν τερα-
2687τουργὸς καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος· ἔρχεται ὁ βουλευτὴς Κρα-
2688νείων κύριος Μεταξᾶς καὶ λέγει ὄχι, τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ
2689τοῦ νομοσχεδίου εἶναι κακὸν, τὸ δεύτερον εἶναι καλὸν, τερα-
2690τουργὸς καὶ αὐτὸς, ἔρχεται ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ σε-
2691βαστός μοι φίλος κύριος Δεληγεώργης καὶ ἀποδοκιμάζει καὶ τὸ
2692ἓν καὶ τὸ ἄλλο, λοιπὸν τερατούργημα καὶ αὐτὸς εἰσάγει ἐντὸς
2693τῆς Βουλῆς· δὲν πρέπει, νομίζω, οὕτω νὰ ἐκφραζώμεθα ἐναντίον
2694τῆς γνώμης τῶν ἄλλων· ὅταν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις εἰς τὴν Βου-
2695λὴν καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ,
2696ὅτι ἐκεῖνο ἢ τοῦτο εἶναι τερατούργημα.
2697Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν
2698αὐτήν. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κύριος Κωνσταντᾶς ἐπρότεινε τὸ
2699νομοσχέδιον τοῦτο· ἀφορᾷ δὲ νόμον μεταβατικὸν, καὶ ἂν ἤθε-
2700λον προσέξει εἰς αὐτὸ οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες, βεβαίως δὲν
2701ἤθελον περιπέσει εἰς τὴν πλάνην· καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ δύναμιν
2702μεταβατικὴν, διότι ἀναφέρεται εἰς ἐποχὴν, ἐπίσης μεταβατικὴν,
2703καὶ τοῦτο τὸ ἐλησμόνησαν οἱ προαγορεύσαντες. Δὲν πρόκειται
2704σήμερον νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ἀμνηστεύονται
2705τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἀχαϊοήλι-
2706δος, ἢ τῆς Εὐβοίας· ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀναφέρεται εἰς
2707τὴν μεταβατικὴν ἐποχὴν τῆς προστασίας καὶ τῆς μεταβάσεως
2708τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα· βεβαίως ἐνταῦθα θὰ εἰπῆτε,
2709ὅτι κἄτι τι τρέχει, κἄτι σημαίνει· κατηργήθη μία νομοθεσία,
2710ἦλθεν ἑτέρα, ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ἀνωμαλία τις, καὶ τὰς ἀ-
2711νωμαλίας πρέπει διὰ νόμου νὰ θεραπεύσωμεν. Ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ
2712ὑποθέτῃ ὡς ἀληθῆ τὰ λεγόμενα, δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν· ἐδῶ
2713πρόκειται περὶ ἀμνηστείας, ἢ περὶ χάριτος. Πρέπει νὰ θεραπεύ-
2714σωμεν τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἀπὸ τὴν κατάργη-
2715σιν μιᾶς νομοθεσίας καὶ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν μιᾶς ἄλλης· λοιπὸν
2716ὑπάρχει ἀνάγκη θεραπείας ἢ δὲν ὑπάρχει; Προχωρῶ καὶ περαι-
2717τέρω.
2718Τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι ζήτημα
2719πολιτικὸν, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀπέχουν πόῤῥω ἀπὸ τὴν
2720ἀλήθειαν οἱ λέγοντες τοῦτο. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτι-
2721κὸν, οὐδὲ πολιτειακὸν, εἶναι καθόλου τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, δὲν
2722εἶναι δὲ οὐδὲ ζήτημα συνταγματικὸν, ὡς ἐνόμισάν τινες, ὅτι
2723ἐπικαλούμενοι τὸ σύνταγμα ἠδύναντο νὰ φθάσουν εἰς τὸν σκο-
2724πόν των καὶ νὰ παραβλέψουν τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως.
2725Ἤδη, ὅτε γίνεται ἡ συζήτησις αὕτη, ἐπεψηφίσθη τὸ πρῶτον
2726ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου· ἠδύναντο δὲ ν’ ἀντιτείνουν τὸ λεγό-
2727μενον τῶν Ἑπτανησίων, τὸ ἀπροχώρητον τῆς συζητήσεως· σεῖς
2728ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐπεκυρώσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς προτάσεως
2729τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὡς νομίζετε, ὅτι χαρίζονται
2730τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου, σεῖς ἔρχεσθε τώρα λέγοντες, ὅτι ἐπὶ
2731τοῦ ἀντικειμένου τοῦ λαθρεμπορίου ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
2732κάμῃ τίποτε· ἀλλ’ ἢ ἔπρεπε κατ’ ἀρχὴν νὰ πολεμήσητε τὸ νομο-
2733σχέδιον ἢ ἅμα παρεδέχθητε καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον,
2734τὸ δεύτερον εἶναι συνέπεια καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀντιτείνετε εἰς
2735αὐτὸ, διότι ἄλλως θ’ ἀντιφάσκητε πρὸς ὑμᾶς αὐτούς· καὶ ἤδη
2736τὰ πράγματα καὶ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέρατε, θέλω
2737ἀμέσως καταθραύσει.
2738Ἐγένετο λόγος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει δύο ἀρχὰς,
2739τὴν ἀρχὴν τὴν περὶ χάριτος καὶ τὴν περὶ ἀμνηστείας. Καὶ
2740τῳόντι ἅμα ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, κύριος
2741Κουμουνδοῦρος, τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἶπε, τοῦτο
2742ἀποβλέπει ἀμνηστείαν· θέλω λοιπὸν νὰ μάθω, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ
2743δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἀμέσως εἶπον ἐγὼ
2744ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους εἶπεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου
2745κύριος Δεληγεώργης. Ἄ! ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος λέγει ταῦτα,
2746διότι σκοπεύει νὰ τὰ μεταχειρισθῇ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι διὰ
2747τοὺς σκοπούς του. Ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶπεν, ἂν καθιερωθῇ ἡ
2748ἀρχὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, δὲν ἠξεύρω
2749πῶς θὰ καταντήσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, τὸ
2750ζήτημά μας εἶναι ἂν αὐτὸ τὸ ἄρθρ. περιέχῃ τὴν περὶ ἀμνηστείας
2751ἀρχὴν, καὶ ἂν ἡ περὶ ἀμνηστείας ἀρχὴ ἐμπεριέχεται ἐντὸς τοῦ
2752συντάγματος ὡς ἀποδιδομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Εἶναι
2753δύο πράγματα ὅλως διακεκριμένα, καὶ ὁπωσδήποτε ἂν ᾖναι
2754δὲν πταίει οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία. Ἂν ἡ
2755Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, δὲν δύναται π. χ.
2756ἓν ὑπουργεῖον νὰ βάλῃ τοὺς φίλους του νὰ κάμουν κακουργή-
2757ματα ὑποσχόμενον εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλει τοὺς ἀμνηστεύσει; ἂς
2758ἴδωμεν, εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνη-
2759στείας ἀποδιδόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ὄχι; Φρονῶ, κύριοι, ὅτι
2760εἶναι. Ἡ Βουλὴ νομοθετικῶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ
2761καὶ δὲν εἶναι ἰδική μου ἰδέα, μὴ νομίσητε, ὅτι θέλω νὰ
2762κάμω κατάχρησιν ἢ πνεύματος ἢ εὐφυΐας ἢ ἐπινοίας, τὸ δι-
2763καίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν εἶναι συνταγματικὸν, τροποποιού-
2764μενον ὅμως κατὰ τοὺς ὅρους αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
2765μᾶς διέπει· ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἐν τῷ Συντάγματι
2766τὸ ἄρθρον 35, τὸ ἀποδίδον τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἰς τὸν
2767Βασιλέα, καὶ συγχρόνως τοῦ ἀμνηστεύειν μόνον τὰ πολιτικὰ
2768ἐγκλήματα, εἶχε ἢ δὲν εἶχεν ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα ν’ ἀ-
2769μνηστεύσῃ ἔστω καὶ ὅλα τὰ ἐγκλήματα; τὸ εἶχε· διότι
2770εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ὁ Βασιλεὺς καὶ ἄνευ τοῦ δευ-
2771τέρου μέρους τοῦ ἄρθρου 35 ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ
2772πᾶν εἶδος ἀδικήματος. Εἰς τὸ συνταγματικὸν κράτος οἱ ὑπουρ-
2773γοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ ἂν κάμουν κακὴν χρῆσιν εἶναι ὑπεύ-
2774θυνοι αὐτοὶ, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐνεργῇ
2775διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν του. Σᾶς φέρω δὲ ἂν θέλετε
2776καὶ συγγραφεῖς, καὶ ὅστις θέλει, ἂς ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ δωμά-
2777τιόν μου νὰ τῷ δείξω τὰ τελευταῖα συγγράμματα, ἐνῷ σεῖς
2778δὲν ἔχετε νὰ φέρετε, οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἔστω,
2779ὅτι δὲν ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν......
2780§140ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δι-
2781καίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν, ναὶ ἢ ὄχι;
2782§141ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ
2783κράτη ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας. Τώρα ἐδῶ εἰς τὰ
2784μέρη μας εἶναι τροποποιημένον.
2785Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἔδωκε τὸ
2786δικαίωμα τοῦ ἀμνηστεύειν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα εἰς μόνον
2787τὸν Βασιλέα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἐνερ-
2788γήσῃ οἴκοθεν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν
2789του, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἕτερα ἀδικήματα, εἶπεν ὁ προλαλήσας
2790ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, κύριος Μίλησης, λοιπὸν διχοτο-
2791μεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας· ὁ Βασιλεὺς διὰ τῶν ὑπουρ-
2792γῶν νὰ δύναται ν’ ἀμνηστεύσῃ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα,
2793καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀμνηστεύσῃ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα.
2794Μάλιστα, δὲν τὸ διχοτομοῦμεν ἡμεῖς, τὸ διχοτομεῖ ὁ θεμέλιος
2795νόμος, αὐτὸς διχοτομεῖ τὴν θεωρίαν σας, κύριε Μίληση, δὲν
2796δύνασθε νὰ ἐπιβάλετε τὴν θεωρίαν σας εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τὴν
2797Α. Μεγαλειότητα· ὅπως ἔχει ὁ νόμος πρέπει νὰ τὸν θέσητε· καὶ
2798ἂν ἐτριχοτομεῖτο, καὶ ἂν ἐπολυτομεῖτο τὸ δικαίωμα, οὕτως
2799ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι οὕτω τὸ θέλει ὁ θεμελιώδης νόμος
2800τοῦ κράτους. Τοῦτο λέγω, ἵνα ἀποδείξω λογικῶς πόσον ἄτοπος
2801ἦτο ἡ θεωρία σας καὶ ἡ ἔκφρασίς σας. Πλὴν δὲν εἶναι φόβος
2802διχοτομήσεως, ὄχι· εἶναι ἀκέραιον τὸ δικαίωμα αὐτὸ, καὶ τὸ
2803δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ὁ Βασιλεύς· ἡ Βουλὴ ἄνευ τοῦ Βασι-
2804λέως δὲν δύναται ν’ ἀμνηστεύσῃ, ὥστε ὁμοῦ ἡ Βουλὴ μετὰ τοῦ
2805Βασιλέως......
2806§142ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἄλλη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἄλλη ἡ ἐκτελε-
2807στική. Τὶ κάθησθε καὶ λέγετε; Αὐτὰ μόνον ἐν Ἑλλάδι δύναν-
2808ται νὰ λεχθοῦν ἄνευ ἀσβέστου γέλωτος.
2809§143ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τώρα σᾶς ἐθέρισε (γέλως).
2810§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Τέλος πάντων προεκαλέσατε τὸν γέλωτα, ὅστις
2811μόνον ἔρχεται πολὺ ἀργά.
2812§145Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐπίσης δὲν ἔχει ὁ βασιλεὺς τὸ δικαίωμα
2813αὐτὸ μόνος του, ἀλλὰ μετὰ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον
2814παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κρά-
2815τη. Εὐτυχῶς διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἔ-
2816χομεν ἀνάγκην τοιούτων θεωριῶν, καὶ ἐδὼ εἶναι τὸ ἀντικείμε-
2817νον, ὅσα εἶπον τὰ εἶπον προοιμιωδῶς, καὶ τὰ εἶπον διὰ νὰ φέρω
2818ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὀρθὴν συνταγματικὴν θεωρίαν.
2819Ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις γνωρίζετε πόθεν προῆλθε; προ-
2820ῆλθεν, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύ-
2821ρας κ. Κωσταντᾶς, προῆλθεν ἐκ τῆς ἀπειρίας τῶν τεχνικῶν
2822ὅρων, μὲ τοὺς ὁποίους ἐξέφρασε τὸ νομοσχέδιόν του· διότι τῷ
2823ὄντι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄπειρος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ
2824αὐτὸ ἐπλάνησε τοὺς ἀντικρούοντας τὸ νομοσχέδιον, λέγον ὅτι
2825οἱ καταδικαζόμενοι ἀπαλλάσσονται τῆς καταδιώξεως. Δὲν ἔχει
2826οὕτω τὸ πρᾶγμα, δὲν ὀφείλει κατ’ ἐμὲ ὁ βουλευτὴς Κερκύρας νὰ
2827εἴπῃ καταδίωξιν, δὲν ὑπάρχει καταδίωξις, ὑπάρχει τετελεσμέ-
2828νον, ὑπάρχει ἀνωμαλία, ἀλλ’ ὄχι καταδίωξις, ἑπομένως λέγω
2829πάλιν προοιμιωδῶς, δὲν ἐπικαλούμεθα τὴν Βουλὴν νὰ ἀμνηστεύσῃ·
2830οὐδεὶς λόγος περὶ ἀμνηστείας. Ὅταν πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν
2831πρόκειται περὶ ἀμνηστείας, ὅλαι αἱ συζητήσεις, αἵτινες ἔγιναν
2832καὶ δύνανται νὰ γένωσιν εἶναι μάταιαι καὶ φροῦδαι (ἱλαρότης).
2833Ὁ Ἰόνιος ποινικὸς νόμος, κύριοι, φιλανθρώπως κατ’ ἐμὲ προενόησε
2834τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἀμνηστεύσῃ καὶ νὰ
2835μεταβάλῃ τὴν ποινὴν, ἥτις εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀδικημάτων
2836ἐπὶ μιᾶς ἀξιοποίνου πράξεως ἐτέθη, προεῖδε τὴν περίπτωσιν, καθ’
2837ἣν ὁ ἁρμοστὴς δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ποινὴν τὴν προηγου-
2838μένην, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος φιλανθρώπως· ὅ,τι προέβλεπεν
2839ὁ νόμος τοῦτο καὶ ἐγένετο.
2840Πρὸ τῆς ἑνώσεως εἰς τὰ 1864 διάφοροι ἔμποροι προαι-
2841σθανόμενοι τὴν κατάστασιν τῆς Κερκύρας τὴν οἰκονομολο-
2842γικὴν, εἴτε καὶ οἴκοθεν, ἔκαμον λαθρεμπόρια, τὸ παραδέ-
2843χομαι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπραξαν, ἔπραξαν λαθρεμπό-
2844ρια, διότι βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸ θέμα ὅπως ἐτέθη.
2845Ἀμέσως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔκαμεν ἀνακρίσεις, ἐπελήφθη τοῦ ἀν-
2846τικειμένου, καὶ τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα, διότι
2847πρὸ τῆς ἰσχύος τῆς Ἑλλ. νομοθεσίας, ἴσχυον οἱ νόμοι καὶ οἱ τε-
2848λωνιακοὶ καὶ οἱ ἄλλοι τῆς Ἑπτανήσου. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι
2849ἐντὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπάρχει καὶ θεωρεῖται ὡς κακούργημα
2850ἡ λαθρεμπορία· παρεπέμφθησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ δικασθῶσιν
2851εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχον πολλὰς ἐγγυή-
2852σεις οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα
2853ἤθελον δικασθῆ, παρὰ οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν Ἑλλ. δι-
2854καστηρίων· ὅταν παρεπέμφθησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐνώπιον τῶν
2855κακουργιοδικείων τὸν Φεβρουάριον νομίζω τοῦ 1865 ἴσχυεν ὁ
2856τελωνιακὸς νόμος εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ὁ τελωνιακὸς νόμος δὲν
2857ἔχει, ὅτι ἡ λαθρεμπορία εἶναι κακούργημα, καὶ τὸ ἠξεύρουν δὰ
2858καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ, ὅτι ἡ λαθρεμπορία δὲν εἶναι εἰμὴ μία συνεν-
2859νόησις, οὕτως εἰπεῖν, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ λαθρεμ-
2860πόρου· ἡ Κυβέρνησις λέγει, κάμε τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ ὑπὸ
2861τὸν ὅρον, ὅτι ἂν σὲ συλλάβω ἐπ’ αὐτοφώρῳ θὰ πληρώσῃς τὸ
2862δεκαπλάσιον, τὸ ὀκταπλάσιον· καὶ ἐὰν κάμῃ τοῦτο καὶ τὸν συλ-
2863λάβουν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πληρόνει τὸ ὀκταπλάσιον καὶ εἶναι φί-
2864λος καὶ μὲ τὴν ἐξουσίαν καὶ μὲ ὅλους· (ἱλαρότης). Ἀλλὰ τὶ γί-
2865νεται ἐν Ἑπτανήσῳ; δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα· μία ἐκ τῶν
2866αὐστηροτέρων ποινῶν τοῦ ποινικοῦ κώδηκος εἶναι ἡ κατὰ τῆς
2867λαθρεμπορίας εἱρκτὴ καὶ δεσμὰ, τίποτε ὀλιγώτερον· δημοσιευ-
2868θέντος τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ,
2869κατηργήθη τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας, ναὶ ἢ ὄχι; ὥστε μὴ
2870δώσητε σημασίαν εἰς τὸν νόμον, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει.
2871§146ΜΕΤΑΞΑΣ. Μετὰ τὸν νόμον τῆς ἀφομοιώσεως ἐξεδόθη ἓν
2872διάταγμα κανονικὸν διὰ τὰ δικαστήρια ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ῥού-
2873φου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐγκλήματα, τὰ
2874κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως, ταῦτα
2875παραπέμπονται εἰς......
2876§147ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅσα ἦσαν ἐκκρεμῆ. — Ἀκούσατε ὅμως τὶ συ-
2877νέβη, καὶ πῶς ὁ Ἄρειος Πάγος περιέπλεξε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ
2878λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Δεληγιώργης δὲν ἀπέβλεψε πολὺ καλὰ εἰς
2879τὴν ἀπόφασιν· διότι τότε ἐδικάζοντο οἱ λαθρέμποροι ἐνώπιον
2880τῶν κακουργιοδικείων καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς εἶδεν, ὅτι ἐδημοσιεύθη
2881ἕνας νόμος, ὅστις δὲν θεωρεῖ ἔγκλημα τὴν λαθρεμπορίαν καὶ
2882ἐπρότεινεν εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, καὶ αὐτὸ παρεδέχθη, ὅτι ἡ
2883πρᾶξις δὲν ἦτον ἀξιόποινος, ἐξηλείφθη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν
2884ἐγκλημάτων.
2885§148ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
2886§149Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ κακουργιοδικεῖον εἶπε, δὲν εἶναι ἀξιό-
2887ποινος ἡ πρᾶξις· εἰπὸν δὲ, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ἀξιόποινος,
2888ἐδίκασεν ἢ δὲν ἐδίκασεν; ἐδίκασε τὴν οὐσίαν ἢ ὄχι; καὶ μὴ
2889νομίσητε, ὅτι δὲν ἐδίκασε τὴν οὐσίαν, διότι εἶπεν, ὅτι εἶμαι ἀ-
2890ναρμόδιον νὰ δικάσω, διότι τοῦτο εἰπὸν, οὐδὲν ἧττον ἐδίκασε,
2891διότι εἶπε, δὲν εἶμαι ἁρμόδιον, διότι δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινος
2892πρᾶξις· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει ἀποτελέσματα, δι’ αὐτὰ
2893προσέλθετε εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια καὶ ζητήσατε τὴν ἀπο-
2894ζημίωσιν. Ὥστε ἡ ἀπόφασις ἦτον ὀρθὴ καὶ συνταγματικὴ καὶ
2895νόμιμος. Ὅταν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις ἐδίκασε,
2896τὴν οὐσίαν, ὅταν εἶπε, κηρύττομαι ἀναρμόδιον, δὲν ἤθελε νὰ
2897δικάσῃ τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, διότι εἶπεν, εἶναι τῆς ἁρ-
2898μοδιότητος τοῦ πρωτοδικείου. Ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ
2899ἀνώτατον συμβούλιον τῆς Δικαιοσύνης περιέπλεξαν τὸ πρᾶγμα.
2900Τὶ πράττει λοιπὸν ὁ ἀνακριτής; παραπέμπει αὐτοὺς εἰς τὸν
2901τελώνην Κερκύρας, αὐτὰ εἶναι τὰ ἄτοπα, τὰ παράδοξα, τὰ
2902τερατουργήματα, καὶ καταδικάζονται ν’ ἀποτίσουν τὸ ὀκτα-
2903πλοῦν· ἀλλὰ λαθρεμπορία ἐπ’ αὐτοφώρῳ δὲν εἶναι· καὶ
2904αὐτὸς ἐφήρμοσε νόμον μὲ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἄλλη
2905ἀθλιότης, ἄλλη παρανομία, ἄλλο παρατράγωδον. Οἱ ἄνθρω-
2906ποι αὐτοὶ ἐκπλαγέντες εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ τελώ-
2907νου, ἔκαμον ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
2908καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τε-
2909λώνου καὶ παραπέμπει καὶ αὐτὸς τὴν ὑπόθεσιν πάλιν εἰς τὰ
2910Ἰονικὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ τί κάμνει· ἀλλὰ πάλιν ὁ
2911εἰσαγγελεὺς Κερκύρας ὑποβάλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον
2912Πάγον καὶ ζητεῖ κανονισμὸν ἁρμοδιότητος· τί κάμνει ὁ Ἄρειος
2913Πάγος; ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὰ χαρτιὰ, δὲν ἀπέβλεψεν οὔτε
2914εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν δικαστηρίων, οὔτε εἰς τὴν κατάργησιν
2915τῶν δικαστηρίων, οὔτε εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ τύπου αὐτῶν,
2916ἀλλ’ ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο εἰς τὸ γραφεῖόν του ν’ ἀποφανθῇ, εἶπεν
2917αὐτά· καὶ ἐγὼ ἀναδέχομαι ὑπ’ εὐθύνην μου, ὅτι χειροτέρα
2918ἀπόφασις εἰς τὸν κόσμον ἀπ’ αὐτὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐξε-
2919δόθη. Τοιουτοτρόπως ἔρχεται ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος χω-
2920ρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις, ἐὰν παρα-
2921πέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἄλλα δικαστήρια εἰς ἄλλας περιστάσεις·
2922καὶ ἐνῷ λέγει, ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔλυσεν ὁ εἰσαγ-
2923γελεὺς, ἀναφέρει τὸ ἄρθρον τῆς ποινικῆς δικονομίας περὶ ἁρμο-
2924διότητος. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν δύο συγκρούσεις ἁρμοδιό-
2925τητος, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαλαμβάνει καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία
2926καὶ ἡ πολιτικὴ δικονομία· ἐδῶ συγκρούονται ἔστω, δὲ ὅτι δὲν
2927συγκρούονται, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἂν
2928ὑπῆρχον, ποῖα τὰ συγκρουόμενα; τὰ ποινικὰ μὲ τὰ πολιτικά·
2929ἔστω· διατί σὺ ἐπικαλεῖσαι τὴν διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονο-
2930μίας, ἥτις δὲν παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τοὺς κατηγορουμένους,
2931καὶ ὄχι τῆς πολιτικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ᾖναι πα-
2932ρόντες οἱ ἐναγόμενοι διὰ ν’ ἀποφασισθῇ τοῦτο; ποῦ φθάνει ὁ
2933Ἄρειος Πάγος μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις; καὶ τῳόντι ἡ ἀπόφασις
2934αὕτη ἐξεδόθη καὶ εἶναι ἡ ἀδικωτέρα ἀπόφασις τοῦ κόσμου.
2935Ποῖον ἄρθρον ἐπικαλεῖται ὁ Ἄρειος Πάγος; τῆς ποινικῆς δι-
2936κονομίας· ὄχι, λέγω, τῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῇ· ἀλλ’
2937ἔστω, ἐφήρμοσε τὴν ποινικήν· ἀλλ’ ἐφήρμοσε καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ
2938τῆς ποινικῆς; τὸ ἀναφέρει καὶ δὲν τὸ ἐκτελεῖ, τὸ ἀναφέρει καὶ
2939δὲν τὸ ἐσεβάσθη. «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ 46 ἄρθρον τῆς ποινικῆς δι-
2940κονομίας (τὸ ἀναγινώσκει)». Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Ἄρειος
2941Πάγος ἐσκέφθη ἐπάνω εἰς τὰ χαρτιὰ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
2942ἐὰν ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια, δηλ. ἐδίκασε κατὰ γράμμα, δὲν
2943ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα «μεταξὺ, λέγει, πολλῶν ἐπίσης ἁρ-
2944μοδίων»· μὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἁρμόδια καὶ τὰ δύο; πῶς
2945εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἁρμόδιον τὸ ποινικὸν δικαστήριον τῆς
2946Κερκύρας καὶ ἁρμόδιος ἡ τελωνιακὴ ἀρχή; ἀλλὰ διὰ νὰ διορ-
2947θωθῇ τοῦτο λέγει, ὅτι δὲν εἶναι σύγκρουσις, δὲν ζητοῦν νὰ λά-
2948βουν τοὺς κατηγορουμένους· ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ τοὺς ζητῇ καὶ ὁ
2949ἄλλος εἶναι ἀρνητικὴ σύγκρουσις· ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ τε-
2950λειώσῃ οὕτως ἡ ὑπόθεσις, ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἴτε ἀπὸ τὰ ποινι-
2951κὰ, εἴτε ἀπὸ τὰ πολιτικὰ, ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ τελεσιδίκως ν’
2952ἀποφασίσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως αἴρεται ἡ σύγκρουσις τῆς ἁρμο-
2953διότητος. Ὄχι· ἐὰν αὐτοὶ λέγουν, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ,
2954διότι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, διότι δὲν ἔχει
2955ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν ὁ τελωνιακὸς νόμος, νὰ ἔλθῃ ὁ Ἄρειος
2956Πάγος νὰ εἴπῃ, πρέπει νὰ τοὺς παραπέμψω εἰς τὰ δικαστήρια.
2957Αὐτὴ ἦτο ἡ περίφημος ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁ-
2958ποίαν, ὡς φαίνεται, δὲν ἐμελέτησε βεβαίως ὁ σεβαστός μοι
2959φίλος κ. Δεληγεώργης, καὶ τρόπον τινὰ ἐτάραξε τὴν συνείδησιν
2960τῆς Βουλῆς, μὴ τυχὸν ἐπέμβῃ εἰς πράγματα δεδικασμένα ὑπὸ
2961τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὄχι, κύριοι, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐδίκασεν,
2962ἐὰν ἐδίκασεν εἰς τὸν ἀέρα ἐδίκασε μὴ ὑπαρχούσης ἰδέας, ἄτοπα
2963πράγματα, ἐδίκασεν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, ἐδίκασεν ἐν ἀπουσίᾳ
2964τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δεδικασμένον,
2965εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ κακουργοδικείου Κερκύρας, ἡ ὁποία εἶπε
2966δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις, καὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀποζη-
2967μίωσιν ἐγὼ κηρύττομαι ἀναρμόδιον. Ἀλλ’ εἶναι ἁρμόδιος ὁ τε-
2968λωνιακὸς νόμος, ὁ τελώνης Κερκύρας; Ὄχι, λέγω· καὶ μετ’
2969ἐμοῦ ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ λέγει. Εἶναι ἀδύνατον ὁ τελωνιακὸς ὀρ-
2970γανισμὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο ὑπὸ
2971τὸ κράτος αὐτοῦ· εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ἀναγνω-
2972ρίζεται ὑπὸ πάντων, καὶ ἐπὶ τέλους ἔχομεν τὸ κῦρος τοῦ ὑ-
2973πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος ὡς
2974ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Τί ἕπεται, τί ἔπρεπε
2975νὰ γίνῃ κατὰ λογικὴν σειρὰν καὶ συνέπειαν, ἐὰν ἀφίναμεν τὰ
2976πράγματα μόνα των εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τί πρέπει ν’
2977ἀποφανθοῦν; Ἰδοὺ κατὰ τὴν γνώμην μου τί πρέπει, τί ἔπρεπε
2978ν’ ἀποφασισθῇ, καὶ εἶναι πολὺ φυσικὴ συνέπεια, διότι, ἐὰν ἐκτε-
2979λεσθῇ ἡ γνώμη μου, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οὔτε ποινικῶς εἶναι
2980ὑπεύθυνοι, οὔτε πολιτικῶς, δηλ. ὅλα εἶναι ἐξηλειμμένα, καὶ πολι-
2981τικὴ ἀγωγὴ καὶ ποινικὴ ἀγωγὴ, καὶ ἑπομένως θὰ ζημιωθῇ τὸ
2982δημόσιον καὶ εἶναι πολὺ αὐστηρὸν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ
2983τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
2984μικῶν κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ σεῖς δὲν θέλετε νὰ δε-
2985χθῆτε, ἀλλὰ νὰ φέρετε ἀντιῤῥήσεις, ἐνῷ πρόκειται νὰ δώσωμεν
2986χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον μὲ τὴν θυσίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
2987Ἰδοὺ δὲ πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι καὶ πολιτικῶς ὑ-
2988πόλογοι. Ἂν, κύριοι, ἔκαμαν τὸ κακούργημα τῆς λαθρεμπο-
2989ρίας ἠμνηστεύθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἐπελθοῦσα ἡ νέα νομο-
2990θεσία τοὺς εἶπεν, ἀφερὶμ ὅ,τι ἐκάματε, ἐκάματε, ἀπὸ τοῦδε καὶ
2991εἰς τὸ ἑξῆς μὴ κάμετε, διότι δὲν σᾶς τιμωρῶ μὲ εἱρκτὴν καὶ
2992μὲ δεσμά, ἀλλὰ σᾶς τιμωρῶ εἰς τὸ βαλάντιον, πολιτικῶς δὲν
2993εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ τελωνιακὸς νόμος, διότι δὲν ἔχει
2994ὀπισθενεργὸν δύναμιν, λοιπὸν τί θὰ γίνῃ τότε, ἀφοῦ δὲν κατα-
2995διώκονται καὶ πολιτικῶς καὶ ποινικῶς; Αὐτὴ εἶναι ἡ νόμιμος
2996συνέπεια τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, μήπως εἶναι τὸ
2997πρῶτον παράδειγμα; ὄχι, ἡ τοκογλυφία, σᾶς παρακαλῶ, ἦτο ἔγ-
2998κλημα φοβερὸν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἦτον ἔγκλημα, ὑπο-
2999θέσατε ὅτι ὁ νέος νόμος ὁ Ἑλληνικὸς εὕρισκεν ἐνώπιον τῶν ποι-
3000νικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑπτανήσου ἐκκρεμεῖς κατηγορίας, καὶ ὄχι
3001μόνον κατηγορίας, καταδίκας ἐναντίον τοκογλύφων, τί νομί-
3002ζετε; ἐπερχομένη ἡ νομοθεσία τί ἤθελε φέρει ὡς ἀποτέλεσμα;
3003τὴν παῦσιν τοῦ καταδίκου ἢ τὴν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων,
3004λέγω ψεῦδος ἢ ὄχι; τὸ ἔπραξεν ἡ Βουλὴ πολλάκις καὶ φέρω
3005εἰς ἀπόδειξιν ἓν ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε χθὲς,
3006σεῖς εἶσθε διάδοχοι τῶν τοῦτο πραξάντων· καὶ προσωπικὴ
3007κράτησις ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς πολλὰς
3008πολιτικὰς πράξεις, ἐπροσωποκρατοῦντο οἱ πολῖται δι’ ἓν μικρὸν
3009χρέος, δι’ ἀποδόσεις ἐδαφονομίου, δι’ ἀποδόσεις μεριδίου, μι-
3010σθωμάτων καὶ ἄλλων τοιούτων, ἐπῆλθεν ὁ νόμος, ὁ κ. Κου-
3011μουνδοῦρος πρέπει νὰ καυχᾶται, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καυ-
3012χᾶται, ὅτι μὲ τὸν νόμον τῆς ἀφομοιώσεως κατήργησε τὴν προ-
3013σωπικὴν κράτησιν, τὴν ἐξακοντιζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου ἐναν-
3014τίον αὐτῶν τῶν πολιτικῶν πράξεων, καὶ διέταξεν ὡς ὑπουργὸς
3015τῶν ἐσωτερικῶν τὴν ἀπὸ τῶν φυλακῶν ἐλευθέρωσιν ἢ ἀπαλλα-
3016γὴν ὅλων τῶν προσωπικῶς κρατουμένων. Δὲν ἔχει οὕτω; δὲν
3017ἔπραξε καλόν; δὲν εἶναι νόμιμον; δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρ-
3018χῶν τοῦ δικαίου; ἀμνηστεία εἶναι ἐδῶ; ἀμνηστεύει ὁ νόμος,
3019ἀμνηστεύει ἡ λογικὴ, ἀμνηστεύει ἡ ἠθικὴ. Τὸ μὴ ἀξιόποι-
3020νον τῶν πράξεων ἀμνηστεύει τὴν πρᾶξιν, οὔτε καταδίκη εἶναι
3021δυνατὸν νὰ γίνῃ, οὔτε καταδίωξις καὶ ἂν ἤθελεν ἐπέλθει κατα-
3022δίκη, βεβαίως δὲν ἤθελε τοὺς εὕρετε εἰς τὴν φυλακὴν, ἔπρεπε
3023νὰ τοὺς ἐλευθερώσετε.
3024Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος μεταβα-
3025τικὸς, στηριζόμενος εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ὅλης τῆς
3026νομοθεσίας τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὰ προηγούμενα, ἐκεῖνο δὲ τὸ
3027ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τόσας ἀμφισβητήσεις ἐντὸς τῆς Βου-
3028λῆς εἶναι ἡ λέξις, ὅτι παύει ἡ καταδίωξις, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀλη-
3029θὲς, ὅτι παύει ἡ καταδίωξις, ὅλα κατηργήθησαν, ἐνθυμηθῆτε
3030ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως, ὅτε ἐπῆλθον αἱ
3031ἀνωμαλίαι, καὶ αὐτὰς τὰς ἀνωμαλίας θέλει νὰ θεραπεύσῃ ἡ
3032Βουλὴ μὲ τὸν μεταβατικὸν τοῦτον νόμον.
3033§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐννοεῖται πῶς ὁ κύριος
3034ἰακωβάτος εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ πολλὰ λόγια δὲν μᾶς εἶπε τίποτε,
3035διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ λαθρεμπορίου πρόκειται καὶ
3036περὶ συναφῶν ἐγκλημάτων, περὶ ἀπιστίας, περὶ πλαστογρα-
3037φίας καὶ περὶ αὐτῶν πρόκειται νὰ τὰ λύσωμεν, καὶ νομίζω πῶς
3038δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ τὰ λύσωμεν.
3039§151ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
3040§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3041Ὥρα 6 καὶ 10 μ. μ.