| 581 | Κεφάλ. | 6. | Τάγμα σκαπανέων | 92,000. | |
| 582 | » | 7. | Κλάδοι ὑπηρεσίας. | ||
| 583 | Ἄρθρον | 1. | Μισθοὶ ἀξιωματικῶν | 349,600. | |
| 584 | » | 2. | » ὑπαξιωματικῶν | 66,000. | |
| 585 | Κεφάλ. | 8. | Στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις. | ||
| 586 | Ἄρθρον | 1. | Σχολεῖον Εὐελπίδων | 110,000. | |
| 587 | » | 2. | Δαπάναι διδασκομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ | 10,000. | |
| 588 | » | 3. | Σχολεῖα στρατοῦ | 6,000. |
1869.11.10
4,605 rows · 38,392 words · 1 table · 237 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70.
τῆς 10 Νοεμβρίου 1869.
(Δευτέρα).
(Ὥρα 12 καὶ 25/60 τῆς Μεσημβρίας).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.
§4ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸν λόγον κ. πρόεδρε!
§5Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληστείας.
§6ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθη εἰς τὸ προεδρεῖον τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ἔκθεσιν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ λοιπόν.
§8ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶπον, κύριοι, ἓν γεγονὸς ἰδιαιτέρως πρὸ μικροῦ εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη καὶ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς, ὀφείλω δὲ νὰ τὸ εἴπω καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐρχόμενος πρὸς τὸ βουλευτήριον ἀπήντησα δύω ἀνθρώπους, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν, ἂν τὸ προαύλιον τοῦ βουλευτηρίου εἶναι ἐλεύθερον, ἂν ἡ εἴσοδος τῶν ἀκροατῶν εἰς τὸ θεωρεῖον εἶναι ἐλευθέρα καὶ τοὺς ἀπήντησα ναί. Τοὺς ἀνθρώπους τούτους ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω δὲν τοὺς γνωρίζω διόλου. Μὲ παρηκολούθησαν οἱ δύω αὐτοὶ ἄνθρωποι καὶ ἦλθον μὲ αὐτοὺς μέχρι τῆς θύρας τοῦ προαυλίου, ἐκεῖ ἵστατο εἷς ἀστυνομικὸς κλητὴρ ὅστις εἰς ἐμὲ ηὐδόκησε νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθω, εἰς ἐκείνους δὲ εἶπεν, ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ. Εὗρον ἔξω τοῦ βουλευτηρίου τοὺς ὑπαστυνόμους Πατήχαν καὶ Αἰγινίτην, καὶ τοὺς ἠρώτησα ἂν ἔχουν δώσει διαταγὴν τοιαύτην εἰς τοὺς κλητῆρας νὰ ἐμποδίζωσι τοὺς πολίτας καὶ μοὶ εἶπον ὄχι. Ἐπέστρεψα νὰ τοὺς συνοδεύσω νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ὁ ἀστυνομικὸς κλητὴρ μοὶ ἔδωκε τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν, ὅτι εἶχε διαταγὴν καὶ δὲν ἀφίνει τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Τότε ἐπανῆλθον εἰς τοὺς ἰδίους ὑπαστυνόμους καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Αἰγινίτην, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν εἶχον οὔτε ῥόπαλον, οὔτε ξίφος, ἴσως ἐν τῷ κρυπτῷ νὰ εἶχόν τι, ἐν τούτοις φανερῶς δὲν ἐφαίνοντο τίποτε φέροντες. Πιστεύετε, κύριοι, ὅπως πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ περιστατικὸν τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ λίαν σκανδαλῶδες, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἡ ἀστυνομία θέλει νὰ ἐξασκήσῃ μίαν κηδεμονίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι εἷς τῶν ὑπαστυνόμων ἵστατο εἰς ἓν τῶν θεωρείων τῶν ἀκροατῶν καὶ ἐπεβάλλετο καὶ ἐπετήρει τοὺς ἀκροατὰς, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀπηγορευμένον ἀπὸ τὸν κανονισμόν.
§9ΛΕΚΚΑΣ. Τὸν λόγον κ. πρόεδρε!
§10ΜΠΟΥΤΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπῃ καθαρὰ ἡ Βουλὴ, ἐπιτρέπει ὥστε αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, ἢ ὁ κανονισμὸς αὐτῆς νὰ ποδοπατῆται ἀπὸ μέρους τῆς ἀστυνομίας καὶ ἢ ὄχι. Εἶμαι δὲ πληρέστατα πεπεισμένος, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ κράτους, νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς ἀστυνομίας. Καὶ πιστεύω πρὸς τούτοις, ὅτι ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὰ γεγονότα αὐτὰ θὰ διατάξει, ὥστε ὄχι μόνον οἱ ὑπαστυνόμοι νὰ μὴ ἔρχωνται νὰ ἐπιτηροῦν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες νὰ μὴ κάθηνται εἰς τὰς δύο θύρας τοῦ προαυλίου, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἀστυνομικὸς κλητὴρ νὰ ἔρχηται οὔτε εἰς τὸ θεωρεῖον, οὔτε εἰς τὸ προαύλιον πρὸς σκάνδαλον.
§11ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νὰ μὴ ἔρχεται εἰς τὸ προαύλιον;
§12ΜΠΟΥΤΟΣ. Νὰ ἔρχηται ὡς πολίτης ὅπως ὅλοι οἱ πολίται, τὸ ἐννοῶ, οὐδέποτε ὅμως νὰ κάθηνται εἰς τὴν θύραν καὶ νὰ λέγουν ὅτι δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μὲν νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὸν ἄλλον ὄχι· διότι αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι ἀνάμνησις θλιβερᾶς ἐποχῆς παρελθούσης (θόρυβος).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἡσυχία! ὁ κ. Μποῦτος πραγματικῶς πρὸ ὀλίγου ἦλθε καὶ μοὶ ἀνέφερε τὸ γεγονὸς αὐτὸ· τῷ εἶπον ὅτι εἶμαι εἰς ἄγνοιαν, θὰ ἐξετάσω, καὶ εἶπον νὰ ἡσυχάσῃ καὶ πραγματικῶς ἐξήτασα· κανὲν ἐμπόδιον δὲν γίνεται, ὅστις θέλει νὰ εἰσέλθῃ ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ. Προσέχει κἄποιος κλητὴρ μήπως ἔρχεται κἀνεὶς μὲ ῥόπαλον (θόρυβος). Ἡσυχία, παρακαλῶ· εἶπον ὅτι ἡ εὐκολία τῆς εἰσόδου εἶναι ἀποφασισμένη· ὁ πρόεδρος τοιαύτην διαταγὴν δὲν ἔδωκεν. Ἑπομένως οἱ φόβοι τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ εἶναι ὅλως περιττοί. Ἂν ὑπάρχῃ καμμία προσωπικὴ αἰτία .... (θόρυβος μέγας).
§14ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἀστυνομία τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸ προεδρεῖον (διάλογοι).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λέκας ἔχει τὸν λόγον.
§17ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον! (φιλονεικίαι καὶ θόρυβος μέγας· ὁ πρόεδρος κρούει διαρκῶς τὸν κώδωνα).
§18ΛΕΚΚΑΣ. ...... Πολλὰς ἀσχημίας ἔκαμαν καὶ ἐκεῖνοι οἱ φίλοι σας, οἱ ἄλλοτε φίλοι τοῦ κ. Βούλγαρη ...... (θόρυβος). Ἐγὼ ἀγαπῶ τὰς ἐλευθερίας ἐν τῇ τάξει....
§19ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα, πολὺ περισσότερον εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ νὰ διαψεύσῃ ἓν γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ἀναμφίλεκτον. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι πρέπει νὰ ἔλθῃ μὲ πράγματα νὰ μὲ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ὅ,τι ἀνέφερα. Προκαλῶ πάντα ὅστις θέλει νὰ ἐξέλθῃ ἔξω διὰ νὰ ἰδῇ, ὅτι εἰς τὰς δύω θύρας τοῦ προαυλίου ἵστανται δύω κλητῆρες.
§20Ν. Π. ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, καὶ ἄλλοτε....
§21ΜΠΟΥΤΟΣ. Πρωτοφανὲς εἶναι τοῦτο, καὶ πρωτοφανὲς εἶναι, κ. Καΐρη, ὅτι ὁ κλητὴρ ἐπὶ παρουσίᾳ μου ἐμπόδισε δύο πολίτας.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Εἶχον ῥόπαλα φαίνεται.
§23ΜΠΟΥΤΟΣ. Σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχητε δισταγμοὺς, ἀλλ’ ὄχι ἐνῷ δὲν εἶσθε παρὼν νὰ λέγητε ὅτι εἶχον ῥόπαλα.
§24ΔΑΓΡΕΣ. Ἠμπορεῖ λέγω.
§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶχον, πρέπει νὰ τὸ πιστεύσητε.
§26ΔΑΓΡΕΣ. Μήπως τοὺς ἔψαξες;
§27ΜΠΟΥΤΟΣ. Συχνὰ ἀναβαίνετε τὸ βῆμα· κανεὶς δὲν σᾶς διακόπτει, σᾶς παρακαλῶ καὶ σεῖς νὰ μὴ διακόπτετε. Φαίνεται, κύριοι, ὅτι ὅταν πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, ὀλίγον ἐπρόσεχον τινὲς, καὶ ἂν ἐπρόσεχον, δὲν θὰ μοῦ ἔφερον αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις, ὅτι δὲν ἔκαμα ἔρευναν καὶ ὅτι οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἔκαμον τοιαύτην. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον ὅτι ὁ ὑπαστυνόμος Λιγινάτης εἰς τὸν ὁποῖον εἶπα, ὅτι οἱ κλητῆρες ἐμπόδιζον τοὺς πολίτας, τὴν πρώτην φορὰν μοὶ εἶπεν, ὅτι τοιαύτην διαταγὴν δὲν ἔχει δώσει, καὶ ἔπειτα μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει διαταγὴν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, ἐπειδὴ τινὰς τῶν πολιτῶν τούτων τοὺς ὑποπτεύεται, ὄχι ὅτι ἔφερον ὅπλα ἢ ῥόπαλα. Λοιπὸν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὑποθέσετε, ὅτι ἐνδέχεται νὰ εἶχον ὅπλα ἢ ὅτι ἔκαμον ἔρευναν καὶ τοὺς εὗρον τοιαῦτα;
§28ΤΙΝΕΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρεις; (θόρυβος).
§29ΜΠΟΥΤΟΣ. Λοιπὸν μένει εἰς σᾶς νὰ εἴπετε ὅ,τι ἂν θέλετε, τὰ πράγματα ὅμως δὲν μεταβάλλονται.
§30ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅτι εἶναι εἰς θέσιν ἡ ἀστυνομία νὰ ὑποπτεύεται.
§31ΜΠΟΥΤΟΣ. Καθιερώσατε, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο καὶ δώσατε εἰς τοὺς κλητῆρας τὸ δικαίωμα νὰ λέγουν εἰς τοὺς δεῖνα καὶ δεῖνα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθουν, διότι τοὺς ὑποπτεύονται, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν τοὺς ὑποπτεύονται καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται καὶ ὄχι, κύριοι, εἰς τὸ προαύλιον, ἀλλ’ εἰς τὸ βουλευτήριον αὐτό. Εἶσθε κύριοι νὰ πράξητε τοῦτο, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασίς σας μὴ στηριζομένη εἰς τὸν κανονισμὸν, εἰς τὴν λογικὴν, οὐδὲν πρακτικὸν κῦρος θὰ ἔχῃ, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐκδώσετε ἀπόφασιν τοιαύτην.
§32ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, εἶμαι βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ κατὰ καθῆκον ὀφείλω νὰ ἐρευνῶ τί γίνεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῇ πόλει μου· ἐνδεχόμενον ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐγὼ νὰ ἀπατῶμαι, διότι ὁ Θεὸς μόνος εἶναι ἀναμάρτητος· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀπείρων θετικῶν πληροφοριῶν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀφαιρῶ 50%, ἐγὼ, κύριοι ὑπουργοὶ, ὁ τελευταῖος, ὁ μικρότερος πάντων ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς ἀταξίας, ὁ ὁποῖος κατεφέρθην κατὰ τῆς δημοκοπίας, ὁ ὁποῖος συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι ὅταν παρουσιασθῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου πρὸς ἀπόδοσιν τῆς δεούσης λογοδοσίας, διότι σκοπεύω νὰ δώσω λογοδοσίαν τῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ πράξεών μου, νὰ θέλω νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐλευθέραν, διὰ νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου μὲ ἐπέμψατε ὑπῆγον, τοῦτο ἐνήργησα καὶ τὸ ἐνήργησα πάντοτε ἐλευθέρως· ἂν ἀγαπᾶτε, κύριοι, ψηφίσατέ με πάλιν. Σήμερον ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐνεργήσω ἐλευθέρως, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὸ κράτος στρατοκρατείας καὶ ἀστυνομοκρατίας.
§33ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὡραῖα.
§34ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ (θόρυβος).
§35ΛΕΚΚΑΣ. Ἐλᾶτε κατόπιν νὰ μὲ ἀντικρούσετε. Εἶμαι, κύριοι, ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἵτινες ἀγαποῦν τὴν τάξιν, ἀγαπῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου ἰσχυράν, δυνατήν, ἐπιβάλλουσαν τὴν τάξιν, δυναμένην νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἀταξίαν, ἀλλά, κύριοι, πρὸς τί ἡ τοσαύτη πληθὺς τῶν ἐνόπλων τῆς ἐξουσίας, οἱ κλητῆρες, οἱ χωροφύλακες, οἱ στρατιῶται; τρέχομεν ἆρά γε κίνδυνον τινά; Πιστεύσατέ με εἰλικρινῶς ὁμιλοῦντα πρὸς ὑμᾶς, ἀπὸ πρωΐας εὑρίσκομαι εἰς τὸ βουλευτήριον, καὶ πλέον τῶν 50 συμπολιτῶν μου μοὶ ἔκαμον τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ προλαλήσας βουλευτής.
§36ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§37ΛΕΚΚΑΣ. Διατὶ, κύριοι, τόσος ζῆλος; ἐλᾶτε ἀπ’ ἐδῶ νὰ μὲ ἀντικρούσετε. Προηγουμένως εἷς τῶν βουλευτῶν εἶπε, ὅτι τὸ ἴδιον ἔκαμεν εἷς ὑπάλληλος τῆς ἀστυνομίας ἄλλοτε.
§38ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἡ μερὶς ἐκείνη τὸ ἔκαμε τότε.
§39ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν σκέπτομαι ποσῶς τὴν μερίδα ἐκείνην, διότι ἂν αὕτη ἔπραξεν ἀτοπήματα, ἂς τὰ συλλογισθῶσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνηκόντων τότε εἰς αὐτὴν καὶ ἤδη εἰς ἄλλην. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἶμαι ἀθῶος, ἀνήκω μόνον κατὰ τὰς σκέψεις τῆς κεφαλῆς καὶ συνειδήσεώς μου, δὲν εἶμαι ἔνοχος τῶν ὅσων ἔπραξαν τότε ἐκεῖνοι μεθ’ ὑμῶν. Πρώτην φορὰν ἦλθον ἐνταῦθα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ τάξει· διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐξασκήσω τὴν ἐντολήν μου ἀνεξαρτήτως πάσης οἱασδήποτε πιέσεως. Λυποῦμαι βλέπων, κύριοι, τὰ ὑπαλληλίδια νὰ τολμῶσι νὰ νομίζωσι ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι κατ’ ἐμοῦ, πολὺ δὲ περισσότερον κατὰ μιᾶς Βουλῆς. Συλλογισθῆτε, φίλοι μου, τὴν ἰδέαν μου ταύτην, καὶ ἂν τοιουτοτρόπως ἐννοοῦμεν τὰς ἐλευθερίας, ἂς ὑπογράψωμεν ἓν πρωτόκολλον νὰ τὰς καταστρέψωμεν καὶ νὰ μᾶς λείψουν· διότι ἐλευθερίαι, κατ’ ἐμὲ, οὔτε διὰ δημοκοπιῶν, οὔτε διὰ τοῦ τρόμου, ἀλλὰ μόνον διὰ καλῶς ἐννοουμένης ἰσχύος τοῦ νόμου στηρίζονται. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶμαι πληρέστατα πεπεισμένος, δὲν ἔχει ἴσως οὐδεμίαν ἰδέαν τῶν διατρεχόντων, νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν κατ’ ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ζητοῦντες νὰ συστηθῶσι, ἐξοικονομοῦν τὰς ἀνάγκας, εἴτε εἰς τὸ ποδοκροτεῖν, εἴτε εἰς τὸ χειροκροτεῖν. Τελευτῶν λέγω, ὅτι εἶσθε κύριοι νὰ πράξετε ὅ,τι θέλετε, προσθέτω μόνον ὅτι ἡ φρόνησις ἀπῄτει ὅπως τοιαῦται σκηναὶ νὰ μὴ προκαλῶνται ἐν τῷ μέλλοντι.
§40Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δημοσιότης τῶν συζητήσεων, κύριοι, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα θεωρεῖται ὅρος ἀπαραίτητος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἓν κοινοβουλευτικὸν σῶμα νὰ ἐνεργῇ δεόντως· ἀλλ’ ἡ δημοσιότης τῶν συζητήσεων τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων δὲν συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἀπολύτως ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος εἰς πᾶν ἄτομον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ δημοσιότης δὲν ὑπάρχει δικαιωματικῶς, καὶ ὅταν εἷς μόνον βουλευτὴς κάμνῃ τὴν πρότασιν τὸ ἀκροατήριον ἀποπέμπεται· ἡ δημοσιότης εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει εἰς μόνα τὰ ἤθη. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα συνταγματικὰ κράτη, ἐκεῖ εἰσέρχονται οἱ ἀκροαταὶ μὲ εἰσιτήρια.
§41ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§42Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν Ἑλλάδα φαινόμεθα πολὺ ἀνώτεροι εἰς τὰς λέξεις ὅταν πρόκειται περὶ ἐλευθερίας, εἴμεθα δὲ ἀδιάφοροι εἰς τὰς πράγματα. Ἡ ἀστυνομία ἔχει παντοῦ νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα, ἐκτὸς μόνον ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, διότι αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν, δὲν τῆς κωλύεται ὅμως νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της παντοῦ ὅπου τῆς ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, ἀπὸ τὴν ἀγωγὴν τῶν ἀτόμων, ἀπὸ τὴν προπαρασκευὴν ἐγκλημάτων. Ἡ ἀστυνομία λοιπὸν ἐνδέχεται, διότι δὲν ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας, νὰ ἀπηγόρευσεν εἰς δύο ἄτομα, καθὼς ἀνέφερεν ὁ κ. Μποῦτος, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον, διότι εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι ἦσαν ὡπλισμένα, ὅτι ἦταν κακῆς διαγωγῆς, ὅτι ἦσαν ταραξίαι· ἤξευρε δὲ ἡ ἀστυνομία σήμερον, ὅτι ἑτοιμάζονται ἄνθρωποι κρύφα ὡπλισμένοι ἢ μὲ ῥόπαλα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον, καὶ ἡ ἀστυνομία καλῶς ἔπραξε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἴσοδον εἰς τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ὑποψίαν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀφορμὴ νὰ ταραχθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ἓν συμβεβηκὸς τόσον ἁπλοῦν, τόσον λογικόν. Θέλομεν ὅλα νὰ τὰ καταστήσωμεν ζητήματα πολιτικὰ, καὶ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀξίαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ταραχθῇ ὁ κ. Μποῦτος, ἂν δύο πρόσωπα ὑπόπτου διαγωγῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀστυνομία εἶχεν ἐλλόγους ὑποψίας, ὅτι εἰσέρχονται μὲ σκοπὸν νὰ ταράξουν τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν εὐταξίαν, ἀπηγόρευσε νὰ εἰσέλθωσιν. Αὐτὸ δὲν προσβάλλει κανὲν δικαίωμα τῆς Βουλῆς· ἡ κυριαρχία τῆς Βουλῆς μένει ἀκεραία καὶ ἀπαραμείωτος.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἦλθον καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι δι’ ἕνα, δύο, εἶχον ὑποψίας, ὄχι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, ἐκτὸς εἰς τὴν πύλην· ἐδῶ παρατηρήσατε ἂν ᾖναι ἐλευθερία εἰσόδου· γεμάτα τὰ ἀκροατήρια. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ γείνω ἔνοχος μιᾶς τοιαύτης παρεμβάσεως, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι κανεὶς δὲν θέλει παρεμποδισθῆ.
§45Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἔχουν καμμίαν σφραγῖδα διὰ νὰ γνωρίζετε ποῖος εἶναι συμπολιτευόμενος καὶ ποῖος ἀντιπολιτευόμενος; Μὲ κακοφαίνεται νὰ τὸ πιστεύετε αὐτό· διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι........ δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω τί.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι τίποτε, μοὶ λέγει ὁ πρόεδρος, ἐγὼ θὰ ἀφήσω μοὶ λέγει νὰ ἐμποδισθῇ ἡ δημοσιότης, ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου; Μοῦ κόπτει τὸν λόγον, ἐπειδὴ ἀφοῦ ὁ γέρων Χρηστίδης μοῦ λέγει αὐτὰ, μοῦ ἔκοψε τὸν λόγον, δὲν προχωρῶ· ἓν μόνον σχόλιον κάμνω, ὅτι τῷ ὄντι νὰ προσέξῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἀστυνομίας κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, διότι ὅταν μοῦ λέγῃ αὐτὸ, ὀφείλω νὰ τὸ πιστεύσω· ἐφάνη κατά τι σκανδαλισμένος· ἴδομεν τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας εἰς τὰ ἀκροατήρια, δὲν εἶσθε σεῖς ἱκανοὶ νὰ ὑψώσητε τὴν φωνήν σας, ἀλλὰ θὰ ἔχητε τοὺς κλητῆρας ἐδῶ μέσα καὶ ἀκούει αὐτὸ μία Βουλὴ, ὅτι εἶναι μετημφιεσμένοι. Εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ προέδρου καὶ δὲν παρατείνω τὴν συζήτησιν. Ἔρχομαι νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἤθελον κάμει, ἀλλὰ μὲ παρακινεῖ τὸ πρᾶγμα αὐτό. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἀνέγνωσεν ἓν ἔγγραφον τοῦ νομάρχου Ζακύνθου, λίαν εὐάρεστον εἰς ἐμὲ ὡς Ζακύνθιον, διὰ τὴν πλήρη τάξιν τοῦ τόπου. Χθὲς ὅμως λαμβάνω αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ εἴπῃ ἂν ᾖναι ἀληθῆ τὰ γραφόμενα ἐδῶ, καὶ ἂν ᾖναι ἀληθῆ, ὁποῖα μέτρα ἐλήφθησαν (ἀναγινώσκει). Εἶναι πολὺ ὀλέθριον πρᾶγμα καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, βεβαίως θὰ κάμῃ χειρίστην ἐντύπωσιν, εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας λέγω, αἱ ὁποῖαι ἦσαν συνειθισμέναι εἰς τὴν αὐστηρότητα τοῦ στρατοῦ, νὰ βλέπωσι τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις πρέπει νὰ τίθηται ὡς φραγμὸς ὑπὲρ τῆς τάξεως, αὐτὴ νὰ γίνηται τὸ ὄργανον καὶ ἡ αἰτία ἀταξιῶν. Ἀπὸ τοιούτου εἴδους ἐρεθισμοὺς εἰς αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐὰν ἐπαναλαμβάνωνται, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ καταντήσωμεν· ἐνθυμεῖσθε δὲ, πρὸ ἑνὸς ἔτους τὶ συνέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν νῆσον τῆς Ζακύνθου. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς καὶ νὰ περιορισθοῦν οἱ ταράσσοντες τὴν ἡσυχίαν καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ πλήρης τάξις, καὶ νὰ μὴ λέγηται, ὅτι οἱ στρατιῶται ἔδωκαν αἰτίαν εἰς διατάραξιν τῆς τάξεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ταῦτα, νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ καὶ τὶ μέτρα ἔλαβε.
§47Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου κ. Λομβάρδον, διότι τὸ ταχυδρομεῖον τῆς Ἑπτανήσου ἐβράδυνε, καὶ ἐπειδὴ σήμερον ἤμην κακοδιάθετος, ὑπῆγον ἀργὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὥστε δὲν ἔλαβα καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα, ὥστε ἅμα πληροφορηθῶ τὶ συνέβη, θέλω ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν παραταθῇ, θέλω λάβει γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ διαβεβαιώσει τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι, ἐὰν ἔλαβον χώραν αἱ ἀταξίαι ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου παρεπονέθη, ἡ κυβέρνησις θέλει φανῆ αὐστηρὰ καὶ διὰ τῆς αὐστηρότητος αὐτῆς θέλει διατηρηθῆ ἡ τάξις, ἥτις ἐπεκράτει ἐκεῖ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου, τὴν ὁποίαν ἔδειξα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ἡ τάξις ἐκείνη, ἥτις δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν ὁμολογίαν του πρὸ 50 ἐτῶν εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἐὰν ᾖμαι εἰς θέσιν ἐντὸς τῆς ἡμέρας, θέλω ἐξετάσει τὰ ἔγγραφα, καὶ ἡ κυβέρνησις θέλει λάβει αὐστηρότατα μέτρα περὶ τούτου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ λαμβάνωνται εἰς τοιαύτας περιστάσεις.
§48Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι δώδεκα στρατιῶται ὑπῆγον εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον καὶ ἐκτύπησαν τὸν ἀρτοποιόν· ἀλλὰ ἠξεύρετε, ὅτι οἱ στρατιῶται μεταβαίνουν καὶ λαμβάνουν τὸν ἀναγκαῖον ἄρτον, καὶ ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι, οὔτε μὲ ὅπλα ἐξέρχονται, οὔτε ἀταξίαν τοιαύτην δύνανται νὰ κάμουν. Ἡ ἀταξία, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἔγεινεν εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνήθως γίνεται, διότι συνήθως οἱ ἀρτοποιοὶ κατασκευάζουν ἄρτον κακῆς ποιότητος· ὁ δὲ ὑπαξιωματικὸς, ὅστις πηγαίνει νὰ παραλάβῃ τὸν ἄρτον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἐξετάσῃ καὶ ἂν μὴ τὸν εὕρῃ σύμφωνον μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἐννοεῖτε, ὅτι ἕνεκα τούτου γίνεται θόρυβος μεταξύ των. Λοιπὸν ὑπῆγαν οἱ ἄνδρες, δὲν εὗρον καλόν τὸν ἄρτον, ἔγειναν διενέξεις μεταξύ των, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν 12 ἄνδρες νὰ συνέλθωσι καὶ νὰ κάμωσι ταραχὴν, ὅπως τὸ παρέστησεν ὁ κ. Λομβάρδος. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τακτικὸν καὶ συνήθως γίνεται, ὅταν δὲν ᾖναι καλὸς ὁ ἄρτος.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔγινε μία σύγχυσις ἐδῶ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἐξῆλθον ναῦται εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ ἔκαμον ταραχὴν, ἀλλ’ εἶπον ἐγὼ, ὅτι στρατιῶται ἀπὸ τὴν ξηρὰν ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν ταραχὴν καὶ δὲν ἀπηύθυνον τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ναυτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸν τῶν στρατιωτικῶν.
§50ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Εἶμαι καὶ στρατιώτης καὶ ὤφειλον νὰ κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ πολὺ, πολὺ, ἠμποροῦσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, αὐτὸς ἦτον ἁρμόδιος, ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν δὲν ἦτον ἁρμόδιος.
§52Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Καὶ ἐγὼ ἤμην ὑπόχρεος καὶ ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅστις ὡμίλησε πρὸ αὐτοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀκόμη πληροφορίας, φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ὁμίλησα διὰ καράβια ἐνῷ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα διὰ καράβια, ἀλλὰ διὰ στρατιώτας τῆς ξηρᾶς.
§54Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ἴσως ἡ κυβέρνησις λάβῃ τοιαύτας πληροφορίας, ἀμφιβάλλετε, κύριοι, ὅτι θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος;
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐγερθῆ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, δὲν ἤθελον κάμει αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§56Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργ. Ναυτικῶν). Καὶ βουλευτὴς εἶμαι κύριε Λομβάρδε, καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§57ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρεκάλεσα τὸν λόγον. Ἕως ὅτου παρουσιάζονται τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῷ μέσῳ, θὰ τὰ πολεμῶ. Μήπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡμίλησα ἐγὼ πρώτην φοράν; Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀφαιρεῖ καὶ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, παρακαλῶ ὅμως τοὺς συναδέλφους μου ὁψέποτε πρόκειται περὶ στρατοῦ, νὰ λαμβάνωμεν τὴν καλοσύνην νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τί; (θόρυβος).
§59ΛΕΚΚΑΣ. Μὴ ἔτσι, δὲν τελειόνομεν, τί συζήτησις εἶναι αὐτή; εἶναι συζήτησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνηται εἰς κοινοβούλιον; —λοιπὸν ὁσάκις πρόκειται περὶ στρατοῦ σᾶς ἱκετεύω ν’ ἀπευθύνητε τὴν ἐρώτησιν ἐν περιλήψει, διότι δυνατὸν διὰ τῶν ὁμιλιῶν μας διὰ τῶν παρεξηγήσεών μας νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ὄχι τόσον ἀνθηρὰν πειθαρχίαν, ἥτις κατέχει τὸν στρατόν. Μαθήματα ὁλόκληρα ὁλοκλήρων ἐτῶν διὰ σκοπὸν ἄλλοτε ἁρμόδιον καὶ ἴσως ἀναγκαῖον, συνέτειναν εἰς τὴν διατάραξιν τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ καιροὶ ἤδη παρῆλθον, σᾶς ἱκετεύω, ὁσάκις πρόκειται περὶ στρατοῦ, νὰ μὴ τὸν ἀναμιγνύωμεν. Γίνεται ἀταξία, κ. ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης; νὰ λέγωμεν τί ἔκαμεν ὁ φρούραρχός σας, τί ἔκαμεν ὁ εἰσαγγελεύς σας, νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸ στάδιον τοῦ στρατοῦ, ποτὲ ὅμως νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι δύναται νὰ ἀτακτῇ, νὰ παραβαίνῃ τοὺς ὅρους τῆς πειθαρχίας μήποτε πλέον λυπηρὰ ἐμπερδεύσωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὰ τῆς πολιτείας, εἰς τὰ τῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰ τῶν Βουλῶν· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔγεινε τίποτε ὑπὸ τοῦ στρατοῦ.
§60ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον, ὅτι δὲν ἔγινε.
§61ΛΕΚΚΑΣ. Ἐὰν ἔγινε, νὰ τιμωρηθῇ ὁ φρούραρχος, ὅστις ὀφείλει νὰ τηρῇ τὴν τάξιν. Καθ’ ἑκάστην, κύριοι, ἀναφέρετε τὸν στρατὸν καὶ πάλιν τὸν στρατὸν, πταίει ὁ στρατός; ὄχι πταίουσιν οἱ διευθύνοντες τὸν στρατόν· ἐὰν ἔχῃ ἐλαττώματα ὁ στρατὸς πταίουν οἱ διοικοῦντες αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου βαθμολόγου. Ἡ ζύμη αὐτὴ πρέπει νὰ ὑπείκῃ καὶ οὐχὶ νὰ βουλεύηται, νὰ συζητῇ καὶ ν’ ἀτακτῇ. Τοῦτο εἶναι ἐθνικὴ ἀτιμία, εἶναι σημεῖον ἐθνικῆς καταπτώσεως.
§62Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Οὐδὲν ἐλέχθη, σήμερον, κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ στρατοῦ καὶ οὐδὲν δυνάμενον νὰ θίξῃ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Ἀπαντῶ πρῶτον εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου κύριον Λέκαν καὶ τὸν λέγω, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ὡς πρὸς τὴν πειθαρχίαν σήμερον εἶναι καλλίστη, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν γνωρίζω στρατὸν δυνάμενον νὰ πειθαρχήσῃ τόσον πολὺ ὅσον τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ὑπῆρξα, κύριοι, ἄλλοτε ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν κ. Κανάρην εἰς ὑπουργεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ εὕρομεν τὸν στρατὸν τότε ἕνεκα τῆς μεσοβασιλείας, τὸν εὕρομεν, κύριοι εἰς παντελῆ παραλυσίαν, εἰς παντελῆ κατάλυσιν τῆς πειθαρχίας του· καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ ὁ στρατὸς οὗτος ἐπειθάρχησε καὶ διὰ τοσαύτης εὐκολίας, ὥστε ἀμφίβολον εἶναι ἂν ᾖναι δυνατὸν ὁ καλλίτερος στρατὸς τῆς Εὐρώπης μετὰ τοσαύτης εὐκολίας νὰ πειθαρχήσῃ· τοῦτο, κύριοι, κάμνει τιμὴν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, οὐδὲν ἐλέχθη κατὰ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, οὐδὲν θίγον τὸν στρατὸν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ τῆς Ζακύνθου κ. Λομβάρδου· ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἀνέφερε μόνον ἀταξίας τινάς, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν, καὶ ἀταξίας αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ὄχι μόνον εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν καὶ εἰς τὸν Ἀγγλικόν. Ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ὕβρισε τὸν στρατὸν, ἐζήτησε πληροφορίας ἂν ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς καὶ σᾶς ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ἂν ἔλαβε χώραν· τὸν διεβεβαίωσα δὲ ὅτι, ἐὰν ἔλαβε πραγματικῶς χώραν αὐτὴ ἡ ἀταξία, θὰ φανῶ αὐστηρότατος καί, κύριοι, αὐστηρότατος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, διότι πᾶσα ἀταξία καὶ ἡ μικροτέρα πρέπει νὰ τιμωρῆται. Νομίζω, ὅτι πᾶσα ἄλλη συζήτησις εἶναι περιττή.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κατετέθη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἔκθεσις διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ περὶ τῆς ληστείας νόμου.
§64Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ σταλῇ καὶ τυπωθῇ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λίαν ἐκτεταμένη, καὶ ἂν ἐπιχειρήσωμεν νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν.
§66ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἔγινε λόγος, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωσθῇ, νὰ τυπωθῇ.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί νὰ μὴν ἀναγνωσθῇ;
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον. — Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δόσατέ μου τὴν ἔκθεσιν, ἐγὼ θὰ τὴν διαβάσω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τὴν θέλετε, λάβετέ την, κ. Λομβάρδε.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§73ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι εὐανάγνωστα τὰ γράμματα, κ. Λομβάρδε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὴν ἔκθεσιν, κ. Λομβάρδε, ἀφοῦ τὸ θέλετε. (Δίδει αὐτὴν εἰς τὸν κ. Λομβάρδον). — Οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Κεφαλληνίας Μεταξᾶς, Καβαλιεράτος καὶ Μαντζαβῖνος ὑπέβαλον εἰς τὸ γραφεῖον σχέδιον νόμου, συγκείμενον ἀπὸ 2, 3 ἄρθρα· λοιπὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§75ΤΙΝΕΣ. Περὶ.......;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ λοιμοκαθαρτηρίου.
§77ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διατρέξῃ τὸν δρόμον κατὰ τὸν κανονισμόν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ. — Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται τὸ νομοσχέδιον περὶ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσωμεν καὶ αὐτὸ σήμερον.
§81ΠΟΛΥΛΑΣ. Τοῦ νομοσχεδίου περὶ λαθρεμπορίων δὲν ἔγινεν ἡ τρίτη ἀνάγνωσις.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα, κύριοι, εἰς τὸ κεφάλαιον 7ον Κλάδου ὑπηρεσίας.
§83ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. (θόρυβος καὶ διάλογοι μεταξὺ Λέκα καὶ Π. Φλέσα). Λοιπὸν, κύριοι, πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε περὶ τῆς τύχης, περὶ τῆς ὑπάρξεως μικροῦ σώματος, τοῦ σώματος τῶν Σκαπανέων. Τὸ σῶμα τῶν Σκαπανέων παρακολουθεῖ κατὰ τὴν γενικὴν τακτικὴν τῶν ἐθνῶν μίαν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα σώματα, λαμβανομένης ὡς μονάδος τοῦ πεζικοῦ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ σῶμα τῶν σκαπανέων παρ’ ἅπασι τοῖς ἔθνεσι τοῖς τακτικοῖς ἔχει ὡρισμένον ἀριθμὸν συγκρινόμενον μὲ τὴν μονάδα τοῦ πεζικοῦ. Ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὅτε ἦλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ βασιλέως Ὄθωνος, ἐσυστήθη τάγμα πλῆρες ἐξ λόχων, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ἐκ τῶν διαφόρων δ’ οἰκονομιῶν κατήντησεν ἀπὸ ἐλαττώσεως εἰς ἐλάττωσιν νὰ ἐξαφανισθῇ ἐντελῶς. Δὲν ὑπάρχει ἔθνος τακτικὸν εἰς τὸν κόσμον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάλογον ἀριθμὸν σκαπανέων, ἤτοι ἐὰν τὸ πεζικὸν λογισθῇ εἰς ἓν, τὸ ⅙–⅒ αὐτοῦ εἶναι τὸ ἱππικὸν, τὸ 1/18–1/20 τὸ πυροβολικὸν, καὶ 1/38– 1/40 οἱ σκαπανεῖς, δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ὁ ἀνάλογος ἀριθμὸς διὰ τοὺς σκαπανεῖς, δηλ. ἐπειδὴ τὸ πεζικὸν ἐν Ἑλλάδι ἔχει 78 λόχους ἀναγκαίως, ἀπαιτοῦνται ἐν πολέμῳ ἀναλόγως αὐτοῦ δύο λόχοι σκαπανέων, τὸ τεσσαρακοστὸν τοὐτέστι τοῦ πεζικοῦ· εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται τοῦτο· ἀλλ’ ἀπεναντίας ἡ ἀναλογία πρέπει νὰ ἀνέλθῃ τὸ εἰκοστόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῶν οἰκοδομῶν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν, καθὼς καὶ εἰς τὰς πόλεις διὰ τὴν πρόληψιν τοῦ καταστρεπτικοῦ ἐχθροῦ τοῦ πυρὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τότε κυβέρνησις ἐσύστησε κατ’ ἀρχὰς ἕνα λόχον, τὸν ὁποῖον ἐκάλεσε σκαπανεῖς πυροσβέστας. Κατόπιν ἡ πραγματικὴ ἀνάγκη τοῦ σώματος τούτου ἔφερε τὴν κυβέρνησιν εἰς θέσιν ν’ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν αὐτὴν εἰς δύο λόχους. Τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον βαίνει καθ’ ἑκάστην πρὸς τὰ πρόσω, καὶ ἐννοεῖ, ὅτι ἐὰν μὴ ἐπέλθῃ βελτίωσις κατὰ τὴν φραγγικὴν τάξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρθοδρομήσῃ, ἐσκέφθη ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀδικίαν ταύτην· ἔχει στρατὸν πεζικὸν, ἔχει στρατὸν ἱππικὸν, ἔχει στρατὸν πυροβολιστῶν, πρέπει ἀναντιῤῥήτως νὰ ἔχῃ καὶ σκαπανεῖς. Μετεσχημάτισε τὸ σῶμα τῶν πυροσβεστῶν εἰς τάγμα τῶν σκαπανέων, τὸ πρῶτον εἰς ἡμίταγμα δύο λόχων, κατόπιν εἰς τάγμα τῶν σκαπανέων ἐκ τριῶν λόχων, καὶ κατόπιν, ὅταν παρετηρήθη, ὅτι ἡ ὕπαρξίς του ὠφελεῖ καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν πρόοδον τῶν πόλεων ἐκ πέντε λόχων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὅλα ταῦτα ἦσαν λόγοι πτερόεντες καὶ οἱ δυστυχεῖς οἱ σκαπανεῖς δὲν εἶναι παρὰ δύο μόνον λόχοι. Τὸ μικρὸν, κύριοι, ἀλλὰ ἱκανὸν τοῦτο σῶμα χρῄζει τῆς εὐμενείας σας καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τῆς μερίμνης σας ὑπὲρ αὐτοῦ. Οἱ ἐθελονταὶ Ἕλληνες, οἱ ἀντικαταστάται ἕλληνες, καταταττόμενοι εἰς τὸν στρατὸν καταστρέφονται πολλοὶ, διότι τεχνῖται ὄντες δὲν κάμνουν χρῆσιν τῶν ἔργων των καὶ μεταβαίνοντες κατὰ τὸ τέλος τῆς θητείας των εἰς τὰς ἑστίας των μένουν ἀργοὶ ἄνθρωποι περιμένοντες ἀπὸ θέσεις καὶ ὑπαλληλίας. Διὰ τοῦ τάγματος τῶν σκαπανέων δύνασθε ὄχι μόνον νὰ διατηρήσητε, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξήσητε τὰς τεχνικὰς γνώσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των νὰ γίνωσιν ὠφέλιμοι καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας των· ὁ σκαπανεὺς ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας διαρκῶς ἐργάζεται, ὁλονὲν φρουρεῖ, πάντοτε γυμνάζεται· ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀξιέπαινος, ἰδίως ὅμως, κύριοι, ἡ ζωὴ τοῦ σώματος τούτου τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ ζητήσω τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ εὐμένειάν σας, ἐγείρονται τὴν πρωΐαν, ἔχουν ἐξασκήσεις γυμναστικὰς, κατόπιν ἔρχονται αἱ ἀσκήσεις τῆς ἀθλητικῆς, κατόπιν τὰ τεχνικά των ἔργα, τὰ ξυλουργικὰ ἢ σιδηρουργικά, μ. μ. τὰ γυμνάσια τὰ πυροσβεστικὰ ἢ τὰ γυμνάσια τοῦ πεζικοῦ μέχρι τῶν γυμνασίων τοῦ οὐλαμοῦ καὶ τοῦ τάγματος· ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τῆς φρουρᾶς τοῦ στρατῶνος, ὁσάκις λαμβάνει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία, ὁ σκαπανεὺς φρουρεῖ εἰς διάφορα μέρη καθὼς καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν λέγει οὔτε δὲν εἰξεύρω, οὔτε δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω, χρῄζει βεβαίως τῆς ἰδιαιτέρας εὐμενείας σας· τοῦτο πράττει ὁ σκαπανεὺς ἐν τῇ πόλει· ἐν δὲ τῷ στρατοπέδῳ ἔχει νὰ κατασκευάσῃ τρίωρον ὁδὸν, νὰ κατασκευάσῃ γεφύρας ξυλίνους, ἐκτελεῖ πάντα τὰ τεχνικὰ ἔργα τοῦ στρατοπέδου, καὶ ἀφοῦ ὅλα τὰ τελειώσῃ, μεταβαίνει εἰς τὸ δεξιὸν τοῦ ὅλου στρατοῦ καὶ λαμβάνει μέρος εἰς τὰ γυμνάσια τοῦ τάγματος καὶ χρησιμεύει εἰς μάχην ὡς τὸν στρατιώτην τοῦ πεζικοῦ· ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν σκηνήν του ἠξεύρετε τί κάμνει; τραγῳδεῖ, πηδάει, χορεύει καὶ τότε μόνον ἡσυχάζει, ὅταν ἡ σάλπιγξ τοῦ σιωπητηρίου τὸν εἰδοποιήσῃ, ὅτι ποινὴ ἐπίκειται ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἡσυχάσῃ· τότε ἀναπαύεται, διότι ἂν τοῦ ἐπετρέπετο, ποτὲ δὲν ἀνεπαύετο, ἡ τάσις του εἶναι τοιαύτη. Τοιοῦτον λοιπὸν σῶμα δὲν χρῄζει τῆς ἰδιαιτέρας σας εὐμενείας; Ἄλλο ἀντικείμενον, κύριοι, ἡ μεγάλη ἀνάγκη τῆς προλήψεως πυρκαϊῶν, τῶν ὁποίων τὰ δυστυχῆ ἀποτελέσματα οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῶν Πατρῶν πρὸ ὀλίγου ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν, οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι Φθιώτιδος ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν μίαν ἀπὸ τὰς ὡραιοτέρας οἰκίας τῆς Φθιώτιδος ἀξίας 100,000 δραχμῶν ἐν ὀλίγαις στιγμαῖς, ὅτι ἐγένετο ὁλοκαύτωμα, παρανάλωμα τοῦ πυρός. Διὰ τοῦ μικροῦ αὐτοῦ σώματος ὅλα αὐτὰ τὰ δυστυχήματα προλαμβάνονται. Ἐὰν εἰς τὴν πόλιν τῆς Σύρου ὅπου ὑπάρχει ἓν κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν ἑκατομμύρια· ἐὰν ὑπάρχουν ἐκεῖ ὀλίγοι πυροσβέσται, δὲν προλαμβάνουν ἓν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ; Εἶναι δίκαιον λοιπὸν, ὅτι διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ σῶμα εἰς κατάστασιν, ὥστε νὰ συντρέχῃ εἰς τὰ δυστυχήματα αὐτὰ καὶ νὰ δύναται παντοῦ νὰ συντρέχῃ, εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσητε αὐτὸ κατὰ δύο λόχους. Ἔχετε, κύριε ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν τὸν βλέπω ἐδῶ, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλοσύνην νὰ ἔλθῃ ἐὰν θέλῃ.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐδῶ ὁ κύριος πρωθυπουργός.
§85ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχετε εἰς τὴν Σύρον ἀποθήκας διαμετακομίσεως ὅπου ὑπάρχουν 20,000,000 δραχ. διατρέχοντα κίνδυνον πυρκαϊᾶς· δέκα σκαπανεῖς ὅταν ἔχητε εἰς Σύρον, προλαμβάνετε τὸ κακόν. Ἰδοὺ, κύριοι, οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ παρεκίνησαν νὰ σᾶς παρακαλέσω ὑπὲρ μιᾶς μικρᾶς δαπάνης, διότι, κύριοι, σημειώσατε ὅτι ἡ δαπάνη ὑφίσταται, ὑπάρχει ἀντισυνταγματάρχης ὁ διοικητὴς καὶ ὁ ὑποδιοικητὴς λοχαγὸς καὶ ὅλοι οἱ ὑποδεέστεροι οἱ ἰατροὶ κτλ. Ἐγὼ σᾶς συνιστῶ νὰ αὐξήσετε μὲ δύο λόχους τὸ σῶμα αὐτὸ τὸ πολύτιμον· διὰ τῆς προσθήκης ταύτης δὲν θὰ ἔχετε παρὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔχετε σήμερον καὶ δὲν θὰ προσθέσητε παρὰ τὸ μικρὸν ἔξοδον τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως δύω λόχων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς νὰ μένῃ εἰς Κέρκυραν καὶ ἐκεῖθεν νὰ δίδῃ ἀποσπάσματα εἰς τὴν Στερεὰν, ὁ ἄλλος εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὴν Τρίπολιν, φθάνει νὰ ᾖναι ἓν σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία νὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ. Αὐτὸ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω περὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ, εἶσθε δὲ κύριοι ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε ἀναλογιζόμενοι τὴν ὠφέλειαν αὐτοῦ καὶ ἐγὼ θὰ ὑπακούσω εἰς τὴν πατριωτικὴν φωνήν σας.
§86ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσουν δύω λόχοι.
§87ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἠξεύρω αὐτὸ, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ γλίσχρα μέσα μας ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο· σεῖς, ὅστις ἔχετε τόσην καλὴν διάθεσιν καὶ πάντες ἴσως οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μας, ὅταν θέλετε λάβετε πρόνοιαν περὶ τοῦ σώματος τούτου.
§88ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνουν πέντε.
§89ΛΕΚΚΑΣ. Καλὸν ἦτο νὰ γίνουν καὶ ἕξ, ἀλλὰ τρέμω νὰ τὸ προτείνω καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὸ ὀλίγον, φοβούμενος μὴ χάσω καὶ αὐτὸ μὲ τὸ πολύ.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν σύστασιν τῆς τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ παρετήρησα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἡμίταγμα τῶν σκαπανέων· μήπως εἶναι σημειωμένον εἰς τὸ πεζικὸν ἢ ἔγινε παράλειψις;
§91Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ. Τὸ ἡμίταγμα τῶν σκαπανέων ἔχει καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας· ὁσάκις ἡ ὑπηρεσία τὸ καλεῖ, δίδει καὶ φρουράν. Ἀξιέπαινον θεωρῶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Λέκα· ὁ κ. Λέκας ὑπηρέτησε τὸ σῶμα τῶν Σκαπανέων καὶ κατὰ καθῆκον γνωρίζει κάλλιστα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ· ἀλλ’ ἐνασχολεῖται, κύριοι, μία ἐπιτροπὴ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τούτῳ θὰ συμπεριληφθῶσιν ὅλα τὰ σώματα. Ἐλπίζω αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν νὰ τὸν φέρω ἐντὸς ὀλίγου καὶ νὰ γίνῃ νόμος, νὰ μὴ μεταβάλλεται καθ’ ἡμέραν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ἂν δὲν ἑτοιμασθῇ ὁ ὀργανισμὸς τώρα, θὰ τὸν φέρῃ ὁ διάδοχός μου καὶ ἐκεῖ θὰ συμπεριληφθοῦν ὅλα ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Λέκας.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι προτίθεται νὰ διοργανίσῃ τὰ διάφορα σώματα διὰ νόμου, θεωρῶ περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, διότι περὶ αὐτοῦ κυρίως τοῦ ἀντικειμένου ἐσκόπευον νὰ κάμω λόγον. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
| Κεφάλ. | 6. | Τάγμα σκαπανέων | 92,000. |
| » | 7. | Κλάδοι ὑπηρεσίας. | |
| Ἄρθρον | 1. | Μισθοὶ ἀξιωματικῶν | 349,600. |
| » | 2. | » ὑπαξιωματικῶν | 66,000. |
| Κεφάλ. | 8. | Στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις. | |
| Ἄρθρον | 1. | Σχολεῖον Εὐελπίδων | 110,000. |
| » | 2. | Δαπάναι διδασκομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ | 10,000. |
| » | 3. | Σχολεῖα στρατοῦ | 6,000. |
§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κεφάλαιον 9. Χωροφυλακὴ 1,132,000.»
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον. — Πρῶτον, κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε νὰ προτάξω ὀλίγας λέξεις κατὰ τῆς ἐπανειλημμένης δυσφορίας, τὴν ὁποίαν παρατηρῶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς διὰ τὰς παρατάσεις τῶν συζητήσεων. Κύριοι, τὸ δικαίωμα ἑκάστου ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ νὰ ψηφοφορῇ καὶ νὰ λαλῇ ὅπως θέλει, εἶναι ἴσον, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ψηφοφορῇ, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ἕκαστος. Καὶ ἂν ἐκ μέρους βουλευτοῦ προέρχεται ἡ πίεσις αὕτη, μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι μία ἀδικία λίαν παράτολμος· ἂν ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας προέρχεται, εἶναι μία πίεσις ἄδικος. Νομίζω ὅτι τὸ ἄτοπον αὐτὸ θέλει παύσει κατὰ τοσοῦτον καθ’ ὅσον νομίζω ὅτι, ὅ,τι καλλίτερον γίνεται εἶναι ἡ ἐκτεταμένη συζήτησις, καὶ εἴδατε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐναντίου προχθές. Ἡ ἐκτεταμένη συζήτησις ὑποχρεοῖ ἕκαστον ἡμῶν νὰ ἐκφέρῃ ὅ,τι καλλίτερον καὶ ὀρθότερον, τοῦτο εἶναι χαλινὸς ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειάν μας εἰς τὸ μέλλον, καὶ τοσοῦτον εἶναι σπουδαῖον, τοσοῦτον εἶναι οὐσιῶδες, καθ’ ὅσον ἐνθυμεῖσθε προχθὲς διὰ μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπαν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπε τὸ παρελθὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι τὸν εὗρον εἰς ἀντίφασιν, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἁρματηλάτης ἐπέπεσε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι τὸν ἀπέτεινον τὴν παρατήρησιν. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον τόσον, ὅσον ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης ἀνέλαβε καταστρεπτικὸν πόλεμον. Εἶναι ἀναγκαῖον προσέτι, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διδάσκωμεν ἀπ’ ἐδῶ ὅ,τι καλὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ λαὸς εἶναι ἄνω ἡμῶν, ὁ λαὸς καὶ ἡ κοινὴ γνώμη κανονίζει καὶ τὰς πλειοψηφίας καὶ τὰς μειοψηφίας, ὅταν δὲν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινῆς γνώμης καὶ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν ἐλευθέρως καὶ ἐν ἐκτάσει. Τὸ Συνταγματικὸν σύστημα δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας καὶ ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἥτις γίνεται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα περὶ χωροφυλακῆς, ὄχι μόνον, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ αὐτουργὸς τῆς καταστάσεως εἰς ἣν ὑπάρχει ἤδη καὶ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω, ὅτι ἡ μεταβολὴ, ἥτις προτείνεται, εἶναι λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ χωροφυλακὴ, κύριοι, καθὼς ἠξεύρετε, εἶναι ἡ ὑλικὴ δύναμις ἡ ἐπιφορτισμένη τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους ἐν τῇ κοινωνίᾳ· καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐφαρμόζει τὸν νόμον, διὰ τοῦτο εἶναι εἰς ἀδιάλειπτον καὶ συνεχῆ συνάφειαν μὲ τοὺς πολίτας. Τοῦτο, κύριοι, κατὰ πρῶτον λέγω, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ χωροφυλακὴ συντρέχει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ δικαιώματα καὶ συμφέροντα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, τινὲς προσβάλλονται, τοῦτο ἀρκεῖ, ὥστε νὰ προμηθεύσῃ ἐχθροὺς καὶ ἀντιπαθείας. Ἐκτὸς τούτου, ἡ χωροφυλακὴ παντοῦ καὶ πάντοτε ὑπάρχει ἀποκλειστικῶς παθητικὸν ὄργανον τῆς ἐξουσίας· δεύτερος οὗτος λόγος, ὥστε νὰ ᾖναι ἀντιπαθὴς πρὸς τὰ φιλελεύθερα πνεύματα. Ἰδοὺ ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ χωροφυλακὴ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, διὰ τοῦτο ἐπολεμήθη ἢ κατεδιώχθη. Τὸ δημόσιον πνεῦμα ὑπῆρχε κατ’ αὐτῆς καὶ γενικὴ κατακραυγὴ τὴν κατεδίωκε, καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ κυβέρνησις, ἡ ἐπιφορτισθεῖσα νὰ διευθύνῃ τὴν μεταβολὴν, δὲν ἤργησε νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην καὶ χρησιμότητά της, ἑπομένως ἡ ἰδία ἔσπευσεν ἀποκλειστικῶς νὰ συμπληρώσῃ τὴν χωροφυλακὴν, τῆς ὁποίας αἱ τάξεις εἶχον ἀραιωθῇ. Ἡ χωροφυλακὴ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἰδίαν κυβέρνησιν τῆς μεταβολῆς ἐθεωρήθη ἀπολύτως χρήσιμος, ὡς ἀναγκαῖον ὄργανον πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν κυβερνητικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων· ἀπὸ τὴν ἰδίαν αὐτὴν κυβέρνησιν ἐπροστατεύθη. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, τὰ πράγματα τότε ἐγένοντο κατεσπευσμένως, ἀνάγκη κατεπείγουσα ἔδειξεν, ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνάγκην, στρατὸν ἀρκετὸν δὲν εἴχομεν, καὶ πολίτας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταχειρισθῶμεν, διότι εἴχομεν ἀνάγκην ἀνδρῶν, φερόντων ἐπίσημον χαρακτῆρα, τὸν τύπον τῆς ἐξουσίας· ἠναγκάσθησαν λοιπὸν νὰ συμπληρώσουν τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὴν συνεπλήρωσαν ὄχι καλῶς, διότι εἰσῆλθον στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ δυστυχίαν ἔβλαψαν τὸ σῶμα αὐτό· τοῦτο ὅμως προῆλθε, διότι κατεσπευσμένως ἐνηργήθη ἡ συμπλήρωσις. Ἰδοὺ ὁ δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ χωροφυλακὴ ἀντὶ νὰ κερδίσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἔχασε, ἔσχεν ἐν ἑαυτῇ τὰ νέα κακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τὴν ἔβλαπτον· οὕτως ἔζησε, κύριοι, ἡ χωροφυλακὴ μέχρι τοῦ 1865. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ λῃστεία κατεμάστιζε καὶ πάλιν τὸν τόπον· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ τακτικὴ καὶ ὁμαλὴ συμπλήρωσις τοῦ στρατοῦ δὲν ἦτο δυνατή· ἐπίσης ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας ἐνηργεῖτο κατὰ πλεῖστον ἀπὸ ἐνόπλους ἐθνοφύλακας. Ἤμην, κύριοι, καὶ εἶμαι ἐναντίος τοῦ συστήματος τοῦ τοιούτου εἴδους ἐθνοφυλάκων, ἐθνοφυλάκων ἐνόπλων, δηλ. στιφῶν ἐκλεγομένων κατ’ ἀρέσκειαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἐπιφορτισμένων τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν, ὅταν αὐτοὶ ἔχουν ῥοπὰς καὶ συμφέροντα μεγαλείτερα ἰδίως πρὸς ἀταξίαν. Πιθανὸν μέχρι τέλους νὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀνάγκην, πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας κατὰ τὰ μεθόρια, νὰ παραδεχθῇ ἓν σύστημα ἐπαρχιακοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ἓν εἶδος ἀποικιῶν στρατιωτικῶν, καὶ πιστεύω, κύριοι, ὅτι τοιοῦτόν τι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται τώρα νὰ παρουσιάσω, εἴτε νὰ ἐξετάσω, θέλει ἀναδειχθῆ ὠφέλιμον, ἀναγκαῖον καὶ συντελεστικόν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν, ἦτον ἀκατάλληλον· ὅθεν ἡ πρώτη ἰδέα μου, κύριοι, ἦτο ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ ἐθνοφυλακὴ αὐτή. Ἀλλ’ ἀπομακρύνων τοὺς ἐνόπλους αὐτοὺς ἐθνοφύλακας, μ’ ἔμενεν ἓν κενὸν ἀσυμπλήρωτον, ὁ στρατὸς ἦτον ἀδύνατον νὰ συμπληρωθῇ, ἡ στρατολογία ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθῇ τακτικῶς, ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσω ἀντ’ αὐτῆς ἄλλο σῶμα, δίδον ἐγγυήσεις πρὸς τάξιν, πειθαρχίαν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ καθῆκον· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ χωροφυλακὴ, ὡς εἶχε, δὲν παρουσίαζεν αὐτὰ τὰ συστατικά. Ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι, διὰ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ, καὶ διὰ νὰ διορθωθῇ, δὲν ἐνόμισα τότε καταλληλότερον μέσον παρὰ ν’ αὐξήσω τὸν μισθόν· τοιουτοτρόπως ἤλπισα νὰ ἑλκύσω εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ ὅσον τὸ δυνατὸν καλλιτέρους ἄνδρας, ἤλπιζα νὰ ἑλκύσω τοὺς καλλιτέρους ἐξυπηρετήσαντας εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐκλεκτοὺς πολίτας· οὕτω δὲ ν’ ἀναβιβάσω τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον, ὅταν φθάσῃ ἡ χωροφυλακὴ, δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ὠφελίμως τὴν πατρίδα. Κύριοι, εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔμεινα πολὺ, μετ’ ἐμὲ δὲν ἠξεύρω τὶ ἔγεινεν, ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως δὲν ἐξηκολούθησεν, ἑπομένως ἡ κατάστασις αὐτῆς ἴσως δὲν ἐβελτιώθη, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ κλάδοι κατέπεσαν· ἠκολούθησε τὴν ἰδίαν πορείαν τὴν ὁποίαν καὶ τὰ ἄλλα σώματα. Ἀλλὰ καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ χωροφυλακὴ, ἥτις ἔκτοτε κατήντησε τὸ ἀντικείμενον τῆς καταδιώξεως, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε τὸ πάθος καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιακὰ δὲν παρῄτησαν στιγμὴν νὰ ἡσυχάσῃ, ἡ ὁποία ἀλλεπαλλήλως ὑπέκειτο εἰς μεταθέσεις καὶ ἐκτοπίσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως τὴν ἀπεθάῤῥυνον καὶ τὴν ὑπεχρέωσαν καὶ αὐτὴν ἀντὶ νὰ μένῃ τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ νόμου νὰ γείνῃ τὸ ὄργανον τῶν ἐπιτοπίων συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν, διότι αὐτὰ ἐκανόνιζον τὴν τύχην της, μ’ ὅλα ταῦτα, πιστεύω, ὅτι οὐχὶ χειρότερον ἐξετέλει τὰ καθήκοντά της παρ’ ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, προκειμένου νὰ κρίνητε περὶ ἀρχῆς τινος, περὶ ἐξουσίας τινὸς, ἐνθυμηθῆτε τὴν κατάστασίν της, τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκεται, συλλογισθῆτε, ἂν ᾖναι δυνατὸν μία ἐξουσία, ἡ ὁποία τὴν ὕπαρξίν της, τὴν προαγωγὴν τῆς τὴν θέσιν της, δὲν εὑρίσκει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντιπάθειαν ἢ τὴν συμπάθειαν τῶν ἀτόμων, εἰς τὴν καλὴν ἢ κακὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ πρὸς τὰ ἐπιτόπια συμφέροντα, ὑποθέσατε ἂν ἠμπορῇ ν’ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν προορισμόν της. Λέγων τοῦτο, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιβαρύνω οὔτε τὴν παροῦσαν, οὔτε τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν, ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως, καὶ οὔτε ἡ χωροφυλακὴ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ὄργανον τῶν ἰδιαιτέρων ἐκδικήσεων ἢ συμπαθειῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ χωροφυλακὴ ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἰδίαν τύχην καὶ ὀπισθοδρόμησιν, ὅπως καὶ ἄλλα σώματα ὑπέκυψαν. Τώρα ἐρωτῶ, τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σήμερον προτείνεται, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις παραδέχεται, πρόκειται νὰ χειροτερεύσῃ ἢ βελτιώσῃ τὸ σῶμα τοῦτο; Καὶ ἂν τὸ πρῶτον, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ τὸ προτείνετε καὶ διατὶ ἀδικοῦμεν ἓν σῶμα; ἀφοῦ τὸ ἐχειροτερεύσαμεν, προτιμότερον εἶναι νὰ βελτιώσωμεν τὸ σῶμα αὐτὸ, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἐξοδεύωμεν χειροτερεύοντες τὴν κατάστασίν του· καὶ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργείου θέλει ἀπολήξει εἰς τὸ νὰ χειροτερεύσῃ τὴν κατάστασιν τῆς χωροφυλακῆς. Κύριοι, ἀπὸ τὰ 1865 μέχρι τῆς σήμερον κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, ἡ χωροφυλακὴ ἠλαττώθη κατὰ 800, μετὰ δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πραγματοποιηθεῖσαν, θέλουν μείνει εἰς τὰ ὅπλα 1500 περίπου. Ἐρωτῶ 1500 χωροφύλακες ἀρκοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ ἐὰν 1500 δὲν ἀρκοῦσι, δὲν βλάπτετε νὰ τοὺς κρατῆτε; ἡ χωροφυλακὴ ἔχει κυρίως ἀποστολὴν ν’ ἀνορθῇ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν ἀπαλλάττουσα τὸν Στρατὸν καὶ τὰ ἄλλα σώματα τοῦ ν’ ἀναμιγνύωνται, διότι ἡ ἀνάμιξις αὐτὴ ἔβλαψε τὴν πειθαρχίαν καὶ κατέστρεψε τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, καὶ κατὰ τὰ 1865 εἷς τῶν λόγων, ὅστις μᾶς προέτρεψε ν’ αὐξήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν, ἦτο καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάμιξις τῶν στρατιωτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν καθημερινὴν, εἰς τὰς εἰσπράξεις, εἰς τὰς καταδιώξεις· τοὺς ἀπέσπασαν ἀπὸ τὸ κύριον καθῆκόν των, τοὺς μετέδωκαν τὰς ἀντιπαθείας καὶ συμπαθείας τῶν ἀνθρώπων, μὲ τοὺς ὁποίους εὑρίσκονται εἰς συνάφειαν, καὶ κατέστρεψαν ὁλοτελῶς τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας· διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἔχομεν στρατὸν μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῶν ὑπηρετῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ κατὰ τοσοῦτον χειρότερον, καθ’ ὅσον οἱ μὲν χωροφύλακες κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν ἢ νὰ ληφθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τάξεως ἀνθρώπων δωσάντων ἀπόδειξιν καλῆς καὶ τιμίας διαγωγῆς, ἢ ἐκ στρατιωτῶν ἐξυπηρετησάντων καὶ φερόντων ἀποδείξεις τιμίας καὶ χρηστῆς διαγωγῆς· ἐννοῶ, ὅτι τοιοῦτοι ἄνθρωποι ἀναδεχόμενοι ὑπηρεσίαν, ὁποίαν ἡ χωροφυλακὴ, ἠδύναντο καὶ μὲ τοὺς περισπασμοὺς ἢ μὲ τὰς ἀνωμαλίας τῶν περιστάσεων νὰ συντελέσωσι, διότι εἶναι ἄνθρωποι προητοιμασμένοι· ἀλλ’ ἐὰν ἀντὶ τοιούτων, ἀντικαταστήσωμεν ἁπλοῦς νεοσυλλέκτους, τοὺς ὁποίους λαμβάνετε ἀπὸ τοὺς ἀγρούς των, ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των, νὰ τοὺς ἐπιφορτίσητε ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ὅλως διόλου ἀπείρους καὶ ἀπροπαρασκεύους· πιστεύω, ὅτι τοιαῦτα ὄργανα δύνανται νὰ ἦναι ἐπιβλαβέστερα καὶ ἐπικινδυνωδέστερα καὶ νὰ ἐπιφέρουν ἐπανερχόμενοι ἀπὸ τὸν στρατὸν ἕξεις καὶ ἐλαττώματα· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ πάντων θέλουσα νὰ ἔχῃ στρατὸν ὁποῖον εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, πρέπει ὅλως διόλου νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἐπιφορτισμένη νὰ ἐκτελῇ, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν πρέπει νὰ ἐκτελῇ ἓν ἰδιαίτερον σῶμα· διὰ τὸ καλὸν λοιπὸν τοῦ στρατοῦ τότε ἐσκέφθημεν, ὅπως καὶ τώρα· ἐὰν ἐλαττώσητε τὴν χωροφυλακὴν, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· θέλετε τὴν βοηθεῖ μὲ στρατιώτας ἐκ τῶν ἄλλων σωμάτων, οὕτω θέλετε βλάψει τὸν στρατὸν, καθὼς θέλετε βλάψει ἀκόμη καὶ τὴν χωροφυλακήν. Καλῶς δὲν ἐννοῶ τί σημαίνει νὰ ἔχετε χωροφυλακὴν μισὴν καὶ νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰ χρέη της, νὰ ἦναι δὲ ἀναμεμιγμένη μὲ ἄλλα σώματα. Ὅθεν ἡ ἐλάττωσις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν εἶναι τακτική· ἂν νομίζετε, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν προορισμόν της, καταργήσατέ την καὶ εἴπατε, τὸ σῶμα αὐτὸ δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ, δὲν μ’ ἀρκεῖ. Πρὸς δὲ νομίζω, ὅτι ἀδικεῖτε τὴν χωροφυλακὴν θέλοντες νὰ ἐλαττώσητε τὸν μισθὸν, τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε μέχρι τοῦδε, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι μεγάλη· κατὰ τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ὁ χωροφύλαξ ἐπιλοχίας ἀπὸ τὸν ἐπιλοχίαν πυροβολιστὴν λαμβάνει διαφορὰν μισθοῦ 5 δραχμὰς νομίζω· ἀπὸ τὸν δεκανέα 9 δραχμάς· ἡ διαφορὰ τῆς ἀποδοχῆς μεταξὺ χωροφυλάκων καὶ ἱππέων εἶναι μικροτέρα. Τώρα, θέλω ἐξετάσει ἐν ὀλίγοις, ἐὰν αὐτὴ ἡ διαφορὰ εἶναι ἄδικος καὶ ἐὰν δὲν πρέπει νὰ τὴν διατηρήσωμεν. Πρῶτον, κύριοι, ὁ στρατιώτης βεβαίως ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα του δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ νὰ πλουτίσῃ· εἰς τὸν στρατιώτην ἡ πατρὶς χρεωστεῖ νὰ δώσῃ ἐνόσῳ ὑπηρετεῖ ὅ,τι τῷ ἀρκεῖ διὰ νὰ ζήσῃ καὶ ἐνδυθῇ· ἡ πεῖρα ἔχει βεβαιωμένον ἕως τώρα, καὶ ὅστις διαφωνεῖ τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅτι 31 δραχμαὶ καὶ τόσα, αὐταὶ ἀρκοῦν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πεζοῦ στρατιώτου. Ἀλλὰ διατί ἀρκοῦν εἰς τὸν πεζὸν 30 δραχμαί; διότι οἱ στρατιῶται συσσιτοῦν, ὅταν συσσιτοῦν πολλοὶ δὲν ἐξοδεύουν πολλὰ, διότι ὁ στρατιώτης μένει εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἑπομένως οἰκονομεῖ τὰ ἐνδύματά του περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τρέχει ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ καὶ περιφέρεται εἰς ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν· διότι τέλος πάντων ὁ στρατιώτης ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως, τὸ ὁποῖον τοῦ δίδει μίαν σπουδαίαν ὠφέλειαν· ὁ στρατιώτης διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἔχει μίαν ἀμοιβὴν σπουδαίαν, διὰ τῆς διαμονῆς ἐν τῷ στρατῷ οἰκονομεῖ καὶ τὴν τροφὴν καὶ τὰ ἐνδύματά του. Ὁ χωροφύλαξ στερεῖται ὅλων, πρῶτον δὲν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ, δεύτερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ συσσιτήσῃ, διότι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ περιέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ διαμονὴν ἑδραίαν, περιφερόμενος βλάπτει περισσότερον τὰ ἐνδύματά του, ἕνεκα τούτου δίκαιον εἶναι νὰ τῷ δώσωμεν περισσότερον μισθὸν, ἵνα οἰκονομῇ καὶ τὴν τροφὴν καὶ τὰ ἐνδύματά του, καὶ ἂν καὶ πρὸ 4 ἐτῶν ἔλαβον χώραν καταχρήσεις, πρέπει νὰ παύσουν· ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὸν μισθὸν λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐξερχόμενος τρέφεται καταχρηστικῶς ἀπὸ τοὺς πολίτας, νομιμοποιοῦμεν οὕτω πλαγίως πως τὰς καταχρήσεις καὶ καθιεροῦμεν νομοθετικῶς τὸ δικαίωμα τῆς καταχρήσεως, διότι βεβαίως πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς καταχρήσεως εἰς ἕνα δημόσιον ὑπηρέτην ἀρνούμενοι εἰς αὐτὸν τὰ ἀναγκαῖα μέσα τῆς ὑπάρξεώς του. Καὶ ὅλοι σας εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζετε, ἂν τῳόντι ᾖναι δυνατὸν μὲ τόσον ὀλίγον μισθὸν νὰ ζήσῃ τις, ἂν μισθὸς τόσον ὀλίγος ἠμπορεῖ νὰ ἀρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας του· οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει δυνηθῆ νὰ εὕρῃ ἕνα ἄνθρωπον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του οἱονδήποτε νὰ πληρόνῃ εἰς αὐτὸν τόσον μισθόν· ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν εἶναι κακὴ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, εἶναι ἄδικος καὶ προσβλητικὴ ἀναντιῤῥήτως, διότι τὸ σῶμα αὐτὸ ἀπὸ 3 ἤδη ἔτη ἐξακολουθεῖ λαμβάνον τὸν μισθὸν αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ὅλαι αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις καὶ Βουλαὶ ἐνέκριναν καὶ ἄφησαν ἀνέπαφον· θέλετε νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν ἤδη; Καὶ διατί μόνον ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν αὔξησιν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν; δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο θέλει προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν των καὶ μαράνει τὸν ζῆλόν των; ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι οὕτω διὰ τῆς ἐλαττώσεως δηλαδὴ αὐτῆς, θὰ ἀπομακρύνετε ὅλως διόλου τοὺς καλοὺς στρατιώτας καὶ χωροφύλακας καὶ θὰ ἀφήσετε εἰς τὴν χωροφυλακὴν τοὺς ἀχρήστους, τοὺς ἀνικάνους, τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ζῶσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ παρὰ διὰ τοιούτου εὐτελοῦς μισθοῦ· θέλομεν βλάψει καὶ οὕτω. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε τὸν ἀριθμὸν νὰ ἐλαττώσετε, οὔτε τὴν μισθοδοσίαν. Ἂν ὅμως ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι πλέον ἄχρηστος, ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς τίποτε, τότε εἴπετέ το καὶ τὴν καταργοῦμεν, θέλομεν νὰ συστήσωμεν ἓν σῶμα χρησιμώτερον, ὠφελιμώτερον, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὴν χωροφυλακὴν κολοβωμένην εἰς τοιοῦτον μάλιστα βαθμὸν καὶ κακῶς μισθοδοτουμένην, δὲν εἶναι ὀρθόν. Γνωρίζω, κύριοι, τὰς ἀντιπαθείας καὶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τοῦ σώματος τούτου· πιστεύω ὅμως ὅτι διὰ νὰ ἐκτιμήσετε τὴν ἀξίαν τοῦ σώματος τούτου, τὸ ὁποῖον χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ κυβέρνησις τὸ εὗρε πάντοτε πρόθυμον καὶ ὑπηρετικὸν, διὰ νὰ ἐκτιμήσετε τὴν ἀξίαν τοῦ σώματος τούτου, χρεωστεῖτε νὰ τὸ ἐξετάσετε ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσετε καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ. Πῶς θέλετε εἷς ὑπομοίραρχος νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ἀφοῦ, ὅπως ἠξεύρω ἀπὸ τοῦ 1865, 90 ἔλαβε μεταθέσεις; ....
§95ΤΙΝΕΣ. Καὶ 500 διαταγάς.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Καὶ τὰς ἔλαβεν ὄχι κυρίως, διότι παρεβίασε τὰ καθήκοντά του ἢ διότι δὲν ἐξετέλεσε τὸ χρέος του, καὶ διότι δὲν ἦτο πρόθυμος εἰς τὴν διαταγὴν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι δὲν εὐηρέστησεν ἄτομα, καὶ θέλετε ἀπὸ τοιαύτην χωροφυλακὴν ὑπηρεσίαν; Κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἱστορία μας ἡ μικρὰ δίδει πολλὰ παραδείγματα, ὅτι τὸ σῶμα αὐτὸ ἐξετέλεσε καλῶς τὰ καθήκοντά του καὶ ὅταν κατεδίωκε τὴν ληστείαν καὶ ὅταν ἐξεπλήρου τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν· βεβαίως καὶ ἀπ’ αὐτὸ δὲν ἔλειψαν αἱ παρεκτροπαί, ἀλλ’ ἐν γένει καὶ κατὰ γενικὸν κανόνα ὑπηρέτησε καλῶς καὶ προθύμως, καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν τάξιν. Ἑπομένως, κύριοι, ἐὰν δὲν ἀποφασίσετε νὰ τὴν καταργήσετε καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν μὲ τί πρέπει νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν· ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται νὰ τὴν καταργήσετε, πρέπει νὰ τὴν διοικήσετε, πρέπει νὰ φροντίσετε νὰ ἀνορθώσητε αὐτὸ τὸ σῶμα, πρέπει· ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὐτό· πρέπει νὰ τὸ ἀπαλλάξετε ἀπὸ τὰς πολιτικὰς καταπιέσεις, πρέπει νὰ δώσετε τοῦ νὰ ζῇ, πρέπει νὰ τὸ καθαρίσετε ἀπὸ τὰ κακὰ στοιχεῖα, νὰ τὸ διοικήσετε, νὰ τὸ διοργανίσετε. Τοιουτοτρόπως θέλετε ἔχει βεβαίως ἓν σῶμα ὠφελιμώτατον καὶ χρησιμώτατον, τοιουτοτρόπως θέλετε κατορθώσει μέχρι τινὸς νὰ ἀπαλλάξετε τὸν στρατὸν τὸν τακτικὸν ἀπὸ τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐπιφορτισμένος καὶ ἡ ὁποία σπουδαίως καὶ κυρίως τὸν βλάπτει, διότι τὸν κατακερματίζει, καὶ οὕτω ἐνσπείρει εἰς αὐτὸν σπέρματα ἀπειθείας καὶ τὰ κακὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε παρατηροῦμεν ἀναφαινόμενα. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ὁποίου σήμερον λαλῶ, δὲν θέλει εἶσθαι ἐναντίον, διότι ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπιμένων εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιμένει, θέλει βλάψει οὐσιωδῶς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν τόπον. Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἀξία προστασίας τῆς κυβερνήσεως· ὅταν ἡ κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ τὴν βελτιώσῃ, ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἓν σῶμα ἐπιδεκτικὸν βελτιώσεως.
§97Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι, κατὰ τὸ 1833, ὅταν κατὰ πρῶτον συνεστήθη τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἔτυχον τότε νὰ ἦμαι διευθυντὴς τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐστάλην παρὰ τῷ τότε διορισθέντι ἀρχηγῷ διὰ νὰ ὀργανώσω τὸ σῶμα· ἔσχον τὴν τιμὴν τὸν πρῶτον χωροφύλακα νὰ κατατάξω καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματάρχης τώρα· ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐπίσης τὸν ὀργανισμόν, ὅστις ὑπάρχει τὴν σήμερον, νύκτα καὶ ἡμέραν εἰργάσθην διὰ νὰ τὸν μεταφράσω καὶ τὸν δώσω εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὡς ὁδηγόν. Μεταξὺ τοῦ 1850 καὶ 1853, δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ ποίαν ἐποχήν, ἤμην γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, καὶ καταργηθέντος τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἀνετέθη εἰς ἐμὲ ἡ διεύθυνσις τοῦ σώματος, ὥστε τὰ προηγούμενα ταῦτα μὲ κάμνουν νὰ ἔχω μεγάλην συμπάθειαν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο. Ὁ προαγορεύσας ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος δύο τινὰ εἶπε· δὲν ἠμπορῶ νὰ συμπαρακολουθήσω ὅλην τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας του, ἀλλὰ τὰ δύο ἀντικείμενα εἶναι τὰ ἑξῆς, τὸ ἓν ἡ ἐλάττωσις τοῦ σώματος καὶ τὸ ἄλλο ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπιμισθίου. Εἰς προγενεστέρους προϋπολογισμοὺς ἐτίθετο πάντοτε εἰς μίαν γωνίαν κρύφα διὰ κενὰς θέσεις· αὐτὸ τὸ διὰ κενὰς θέσεις εἶναι, διότι ἀπό τινος καιροῦ παρετηρήθη, ὅτι δὲν κατατάσσονται χωροφύλακες. Γνωρίζετε κάλλιστα ὡς πρὸς τοῦτο τὸν κανονισμόν, ὅτι πρέπει νὰ φέρουν ἐξαιρετικὴν διαγωγήν· διὰ τοῦτο ἀφηρέθη τὸ 12% διὰ νὰ ᾖναι ὡρισμένος ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Ἐὰν πρόκηται, λέγω, περὶ αὐξήσεως, ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω τίποτε, διότι πᾶσα αὔξησις στρατοῦ εἶναι συμφέρουσα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι αὐξάνει τὸ ἔξοδον· ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι ἐλάμβανον ἄλλοτε τὸ ἐπιμίσθιον, ὑπῆρξεν ἄλλοτε μέγας λόγος. Οἱ χωροφύλακες ἄλλοτε ὄχι μόνον ὑπήγοντο εἰς ὅλα τὰ ἀντικείμενα τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἶχον καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· ἤδη ὁ στρατὸς τῆς γραμμῆς εἶναι διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ ἐν μέρει ὁ στρατὸς τῆς γραμμῆς χρησιμεύει ὡς ἐπικουρία παρὰ τῇ χωροφυλακῇ· ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν ἐπήρκει εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας· διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869 ὑπῆρχε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφηρημένον, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 ἀφῃρέθη. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅταν μίαν φορὰν δοθῇ ἐπιμίσθιον, εἶναι δύσκολον ν’ ἀφαιρεθῇ· νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ νὰ δοθῇ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι κάμνει δραχμὰς 93,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ἀντικείμενα. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπεν, εἶναι μικρὸν πρᾶγμα αὐτό· εἶναι 1795 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 186· ἐὰν προστεθοῦν οἱ 186 εἶναι σχεδὸν 2,000. Μένουν 1264 ἀλλὰ προστιθεμένων τῶν 326 ἐνωμοταρχῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν γίνονται 1795.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ 1865 ἦσαν 201 ἐνωμοτίαι πεζῶν καὶ 15 ἐνωμοτίαι ἱππέων· ἀφῃρέθησαν 52 ἐνωμοτίαι πεζῶν καὶ 5 ἐφίππων, προσετέθησαν δὲ καὶ 180 στρατιῶται, ἑπομένως δὲν μένουν παρὰ 1400 τόσοι.
§99ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νὰ ἔχῃς στρατιώτας εἰς τὸ χαρτὶ καὶ νὰ μὴ τοὺς ἔχῃς πραγματικοὺς, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τοῦτο· 15 ἐνωμοτίαι ὑπάρχουν εἶπαν, καὶ δὲν ὑπάρχουν οὔτε 10· τώρα ὑπάρχουν 10 καὶ δὲν εἶναι οὔτε 5 συμπεπληρωμέναι. Τί ὠφελεῖ νὰ τοὺς γράψωμεν;
§100ΛΕΚΚΑΣ. Ἡ διὰ τοὺς Σκαπανεῖς ὁμιλία μου μὲ φέρει εἰς τὴν στενὴν θέσιν νὰ εὑρεθῶ κατόπιν πολὺ δεινοῦ πολιτικοῦ καθηγητοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἑνὸς κυρίου ὑπουργοῦ καὶ ἐννοεῖτε τὴν δεινότητα τῆς θέσεώς μου. Ἀλλὰ καθὼς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁ στρατιώτης προβαίνει, ἔστω καὶ μὲ τὴν καταστροφήν του. Πρόκειται περὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, πιστεύω, ὅτι πᾶσα ἰδέα ἐξ ἐκείνων τῶν ἔξω διαδιδομένων, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ, αὐτοὶ εἶναι σταυρωτίδες κτλ. οὔτε κἂν πρέπει ἐν τῷ νῷ νὰ μᾶς διέρχηται. Ἡ χωροφυλακὴ, κύριοι, εἶναι τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ξένη τότε βασιλεία, ἀλλὰ φρονίμη, θέλουσα νὰ εἰσάξῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἐτόλμησε νὰ πιέσῃ ἀκόμη καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπλασαν τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δικαίως ἀγανακτοῦντες, διότι ἐνῷ πᾶσαι αἱ συνελεύσεις τὰ πάντα τοῖς ὑπεσχέθησαν, ἐπὶ τέλους εἰς τὰς ἀγυιὰς ῥακενδύτας τοὺς ἔῤῥιψαν. Καὶ οἱ μὲν φρόνιμοι αὐτῶν ἔκλαιον καὶ ἐθρήνουν τὴν ἀθλιότητά των, ὁ δὲ στρατὸς εἰς τὰ ὄρη καὶ τὴν ληστείαν καὶ τὴν ἀνταρσίαν ἐδόθη. Ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ἓν σῶμα, ἀφοῦ τὰ βαυαρικὰ τάγματα πολεμοῦντα εἰς τὴν Μάνην ἐζωγροῦντο καὶ ἕκαστος στρατιώτης ἐπωλεῖτο ἀντὶ διδράχμου· ἐδέησε κατ’ ἀρχὰς νὰ συστηθῇ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ νὰ τὴν ἀκολουθήσουν κατόπιν τὰ εὔανδρα τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς ἵνα ἐπέλθῃ ἡ τάξις. Αὐτὴ φρονῶ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μας, ἡ χωροφυλακὴ τότε ἦτο λαμπρά· ἠξεύρετε διατί; κάλλιον ἐμοῦ τὸ ἠξεύρετε· διότι ἁπλοῖ λοχαγοὶ ἦσαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤδη εἶναι καὶ ὑπῆρξαν στρατηγοὶ καὶ δικαίως, καὶ μόνον διὰ τὰς ὑπηρεσίας ὑπὲρ τῆς πατρίδος των, ὁ Ν. Πετιμεζᾶς καὶ Α. Μαυρομιχάλης· ἁπλοῖ χωροφύλακες ἦσαν ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, οἵτινες εἰς τὰ μητρῷα μὲ βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ ἐφέροντο βαθμολογημένοι. Ἡ χωροφυλακὴ ἐπ’ ἐσχάτων, λέγουν, δὲν εἶναι εἰς τὸ σημεῖόν της, καὶ τίς ὁ πταίων; βεβαίως οὐχὶ οὗτος ὁ γέρων ὑπουργὸς, οὐχὶ ἡ παροῦσα κυβέρνησις, οἱ πάντες πταίομεν, κύριοι, καὶ αὐτοὶ, καὶ ἡμεῖς, καὶ ὅλαι αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις. Ὅταν πρόκειται περὶ στρατοῦ, σᾶς ὑπεσχέθην νὰ σᾶς εἴπω γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν λέγω. Ὅσον καλὸν καὶ ἂν ᾖναι ἓν σῶμα, ὅσον θέλει νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, ὅταν ἔρχηται ἕνας καὶ εἰσάγῃ εἰς αὐτὸ μὲ τὴν ἰδέαν δῆθεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει στρατιώτας, ἐναντίον τῶν κανονισμῶν, δὲν ἠξεύρω πόσα περιτρίμματα τῆς κοινωνίας, τὸ σῶμα αὐτὸ τί σᾶς πταίει; τότε ὅταν αὐτὸ ἐπολέμησε μὲ σᾶς καὶ ἐννοῶ σᾶς, διότι ἐγὼ εἶμαι μικρὸς, σεῖς εἶσθε πλειονοψηφία, ἐναντίον τῶν θελήσεών σας, ἐναντίον τῶν θελήσεών μας, τῶν ἐπιθυμιῶν σας, ἕνας ἕκαστος καθ’ ἑκάστην μετεχειρίσθη αὐτὸ κατὰ τὸ δοκοῦν διὰ τὰ πολιτικά του συμφέροντα καὶ τὸ ἐφέραμεν εἰς ὃ εὑρίσκεται σημεῖον; πταίει αὐτὸ τὸ σῶμα διὰ τὴν κατάστασίν του ταύτην; Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι κατέταξεν ἄλλοτε ἕνα χωροφύλακα, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτὸς εἶναι ἤδη ἀντισυνταγματάρχης. Τοῦτο δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς, ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι ἐπίσης ἐν τῷ σώματι αὐτῷ ὑπάρχει εἷς ἀντισυνταγματάρχης, ὁ ὁποῖος ἦτον ἀνθυπολοχαγὸς ἢ ὑπολοχαγὸς, δὲν ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ τοῦ φρουρίου τῶν Ἀθηνῶν εἶναι κάτι τι πλέον τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, διότι οἱ βαθμοὶ τοῦ πολέμου εἶναι εὐχάριστοι βαθμοί, καὶ διότι ἐν τῇ Ἑλλάδι θέλομεν τὰ πράγματα, ἂν καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, θὰ τὸ εἴπω. Ὁ ὑπάρχων αὐτὸς ἀξιωματικός, ὅταν ἡμεῖς ὡς μαθηταὶ ἐσπουδάζαμεν, εἶναι ἤδη ἀντισυνταγματάρχης μόνον καὶ οὐδὲν ἕτερον, καὶ καλεῖται Γενοβέλης. Ἕνας βαθμὸς εἰς ὀλίγους ὑπομοιράρχους νομίζετε, ὅτι πράγματι ἀντήμειψε τὰς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος τούτου; ὄχι, κύριοι. Ἐὰν ζητήσωμεν μὲ τὸν διαβήτην τῆς δικαιοσύνης νὰ μετρήσωμεν ἑνὸς ἑκάστου τὰ δικαιώματα, τὸ μόνον σῶμα ἐν τῇ πατρίδι μας τὸ δόσαν ὑπηρεσίας πολλὰς καὶ μεγάλας εἶναι ἡ χωροφυλακή. Κύριοι, μετ’ ἄλγους ἤκουσα τὴν ἀπόφασίν σας κατὰ τοῦ σώματος τῶν Σκαπανέων στηριζομένην, ἐπὶ λογικῆς αἰτίας, τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, κατῆλθον τῆς ἕδρας ταύτης περίλυπος, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀντείπω. Ἐν ὀλίγαις λέξεσιν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του εἶπεν, ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ ἀνωμάλως ἔχουσι καὶ θὰ φέρῃ ῥητὴν τακτοποίησιν αὐτοῦ, νέον διοργανισμόν. Σύμφημι, εἶπον καὶ ἐσιώπησα· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, μὲ τὴν ἰδίαν λογικὴν διὰ τί νὰ μὴ ἐκφρασθῶμεν ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς; Ἐὰν, κ. ὑπουργὲ, τὰ τοῦ στρατοῦ ἀνωμάλως ἔχωσι, διατί νὰ μὴν ἀφίσωμεν τὸν δυστυχῆ χωροφύλακα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρέθη, ἀφοῦ ἐντὸς ὀλίγου θὰ τακτοποιηθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ; ἐκεῖ δὲν ἐννοῶ ὅπου πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν λογικὴν τῆς ἐπιμονῆς, καὶ ν’ ἀδιαφορῶμεν, ὅταν πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν τὸ ὑπάρχον. Εἶχον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μικρά τινα δικαιώματα ὡς ὑποφέροντες νυχθημερὸν μὲ τοὺς εἰσπράκτορας, μὲ τοὺς λῃστὰς, μὲ τὰς ἀγγαρίας, μὲ τὰς συνοδείας, μὲ τὰς ἐκτελέσεις τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, μὲ τὰ πάντα· ἐκ προκαταβολῆς, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διοργανίσωμεν τὸν στρατὸν, νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν, θέλομεν σήμερον τὴν τοῦ ἄρτου σας μερίδα νὰ σᾶς ἀποκόψωμεν, δὲν τὸ βλέπω δίκαιον· καὶ ὡς σᾶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος κ. Κουμουνδοῦρος κάλλιστα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι· αὐτοὶ, κύριοι, στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαταστάσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλος ὁ στρατὸς, αὐτοὶ στεροῦνται τῆς συνθήκης, ἂν θέλετε, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των, τοῦ νὰ μὴ ἔχουν συσσίτια. Πῶς θέλετε λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐπὶ τοσοῦτον ν’ ἀδικήσητε; δι’ ὅλα ταῦτα σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὑπάρχοντα, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, ἐν πολλῇ δ’ ἀνάγκῃ καὶ ἐν τῇ τελευταίᾳ σκέψει ἡμῶν, ὅτι τὰ οἰκονομικά μας εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀθλιεστέραν κατάστασιν, τοὐλάχιστον ἂς μὴ ἐγγίξωμεν τὴν δύναμιν καὶ ἂς τοὺς δώσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ ἐπιμισθίου των.
§101ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Κἄτι τι εἴπατε διὰ τὴν ἐπαρχίαν μας, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴπατε διὰ τοὺς Κραββαρίταις.
§102ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα, σᾶς εὐχαριστῶ, μάλιστα· ὄχι ἐπὶ κακοῦ, σᾶς ἐκτιμῶ, κύριοι, σᾶς λέγω εἰλικρινῶς· ἰδοὺ τί τρέχει. Ἡ χωροφυλακὴ εἶχεν ἀνάγκην ἀνδρῶν· εἰς τοὺς διέποντας τὰ κοινὰ δὲν ἠξεύρω πότε, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν, δὲν ἤρεσκε νὰ ἐφαρμόσουν τὸν κανονισμὸν τοῦ σώματος αὐτοῦ· ὁ χωροφύλαξ διὰ νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν του πρέπει νὰ ᾖναι λοχίας, ἠδύνατο διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ᾖναι δεκανεὺς τῶν ἄλλων σωμάτων μὲ ἀρίστην διαγωγήν· αὐτὸ ἔλεγεν ὁ Γαλλικὸς, αὐτὸ παρεδέχθη καὶ ὁ ἰδικός μας κανονισμός. Δὲν ἤρεσκε τοῖς ἰσχυροῖς· λοιπὸν ἔστειλαν ὅπου εὕρισκον ἀνθρώπους ἔχοντας ἀνάγκην ὑπηρεσίας καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐγὼ νὰ τολμήσω νὰ προσβάλω ποτὲ ἐπαρχίαν; Ἄπαγε, ποτὲ, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἠξεύρω τί διέπραξεν ἡ ἐπαρχία τῶν Κραββάρων, εἶπον μόνον ὅτι οἱ ἰσχυροὶ ὅπου εὕρισκον ἀνθρώπους ἔχοντας ἀνάγκην τοῦ λουφὲ, χωρὶς νὰ ἐξετάσουν οὐδὲν προσὸν, τοὺς παρέλαβον ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρχον. Τελευτῶν σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν μὲν ἀριθμὸν νὰ μὴν ἐλαττώσητε, τὴν δὲ ἀντιμισθίαν ἐν ἀπολύτῳ μόνον ἀνάγκῃ νὰ τοῖς ἀποδώσωμεν κατὰ τὸ ἥμισυ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δαγρές.
§104ΔΑΓΡΕΣ. Ἤθελον φέρει παρατηρήσεις τινὰς, κ. πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ τὸ νομίζω ἄσκοπον, διότι βλέπω, ὅτι θὰ ᾖμαι μειονοψηφῶν· ἤθελον παρατηρήσει, κ. πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἤθελον συστήσει εἰς αὐτὴν νὰ μὴ παραδεχθῇ μίαν ἐξαίρεσιν δι’ ἓν σῶμα τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζω καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὴν χρησιμότητα, ὡς καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς καταλληλοτέρας ἀκόμη μορφώσεώς του· δὲν ἤθελον ὅμως νὰ καθιερωθῇ μία ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἔχει βάρη ἀρκετὰ, συγχρόνως ἔχει καὶ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἠμπόρεσεν οὐδεμία κυβέρνησις, οὐδεμία ἐξουσία, οὐδεμία δύναμις, οὐδεμία θέλησις νὰ περιστείλῃ· ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὸ ὅλον Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα· ἀλλ’ ἂν εἰς ὅλα τὰ σώματα, εἴτε καὶ εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν καταχρασταὶ τινὲς, περὶ τούτων ἐννοῶ. Τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ ἐξέρχονται τῆς νομίμου δικαιοδοσίας, καὶ ὅμως αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, δὲν ἠμπόρεσε καμμία ἐξουσία, ἐπαναλαμβάνω, νὰ περιστείλῃ. Ἐὰν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις, ἡ Βουλὴ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς φορολογουμένους, τὸν λαὸν ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῶν χωροφυλάκων, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς ἀντιμισθίας. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη ὁ ὀργανικὸς νόμος τῆς χωροφυλακῆς, ἐξεδόθησαν καὶ οἱ νόμοι περὶ ὀργανισμοῦ ὅλων τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν Σωμάτων. Ὁ νομοθέτης ὁ ἐκδόσας τοὺς νόμους αὐτοὺς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Σωμάτων καὶ ἀναλόγως αὐτῶν προσδιώρισε τὴν δαπάνην. Ἦλθε μάλιστα ἐποχὴ, κύριοι, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐποχὴ, ἡ ὁποία τῷ ὄντι, ὅπως ὁ πρῶτος ἀγορεύσας εἶπε, (καὶ ἂς μοι συγχωρηθῇ νὰ μὴν ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἀγορεύσαντος, καθόσον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τί ὑπεστήριξε,) ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἐκλόνισε τὰς βάσεις ὅλων των κλάδων, ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, ἑπομένως καὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὅτε τὸ τότε ὑπουργεῖον εὑρεθὲν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἠναγκάσθη νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐνόμισεν ὅτι τὸ ἐνισχύει διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀντιμισθίας. Ἡ προθυμία τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης τοῦ ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ ἔδωκε χώραν εἰς καταχρήσεις καὶ κατετάχθησαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἴσως πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσιν. Ἡ χωροφυλακὴ ἀντὶ νὰ ἐκπληρώσῃ ζωηρότερον καὶ ἀκριβέστερον τὴν ἀποστολήν της ἐχαλαρώθη, ὥστε ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, οὔτε τοῦ ἀριθμοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὴν αὔξησιν. Ἓν πρᾶγμα γνωρίζω, καὶ τὸ γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ πλεῖστοι ὅσοι προτιμοῦν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἂν δὲν τοῖς παρεῖχε συμφέροντα, δὲν ἠξεύρω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ προτιμῶντες νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἁπλοῖ χωροφύλακες, παρὰ νὰ μείνωσιν ὑπαξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δικαία, δὲν εἶναι συμφέρουσα ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης αὐτῆς εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσκολίας, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἀκόμη, διότι μὲ λύπην μου ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι βλέπω ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἀείποτε παρεδέχθη αὔξησιν δαπανῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιζητήσῃ ἐλάττωσιν. Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἡ Βουλὴ τὴν εὐθύνην αὐτήν· ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ν’ αὐξάνῃ τὰς δαπάνας, ἀλλὰ νὰ τὰς ἐξελέγχῃ, καὶ μόνον ὅταν τὰς εὑρίσκῃ πολλὰς καὶ ἀναγκαίας, νὰ τὰς παραδέχεται. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Σ. Κομιάτσος. Τότε δύναται νὰ συστήσῃ τὴν αὔξησιν μιᾶς δαπάνης, ὅταν ἦναι ἀναντίῤῥητος ἡ ἀνάγκη· ὅταν ὅμως ὑπάρχουν δυσκολίαι, καὶ τὸ λέγω ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐχὶ διότι δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ ἀναγκαία ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐξεναντίας καὶ κατάλληλος εἶναι καὶ ὑπηρεσίας μεγάλας ἔχει καὶ κόπους μεγάλους. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τὴν χωροφυλὴν δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀφαιρέσητε ὠφέλειαν καὶ καταχρήσεις προερχομένας μ’ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠθέλατε λάβει. Τὰ ὀφέλη λοιπὸν αὐτὰ εἶναι ἱκανά, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τοὺς κόπους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χωροφυλάκων.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς.
§106ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον, δὲν ἤθελον τὸν λάβει, ἐὰν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον δὲν ἔβλεπον μεγίστην σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀνεγνωρίσατε, ἢ ἀναγνωρίζετε ἤδη, ἢ ὡμολογήσατε, ἢ ὁμολογεῖτε ἤδη. Διὰ τῆς προκειμένης ἐλαττώσεως, καὶ τοῦ σώματος, καὶ τῆς ἐπιχορηγήσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι καταστρέφεται καὶ ἡ τελευταία ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἐξασφάλισίν των, καὶ μὴ θαυμάσητε διὰ τοῦτο. Ἐάν, κύριοι, σμικρύνητε τὴν χωροφυλακὴν, ἐὰν ἐλαττώσητε τὴν ἀντιμισθίαν αὐτῆς καὶ ἂν ἀναγκάσητε πολλοὺς ἄνδρας ἀνήκοντας ἤδη εἰς τὴν χωροφυλακὴν ν’ ἀποσυρθοῦν, σημειώσατε, ὅτι δὲν σᾶς μένει ἴχνος τάξεως εἰς τὰς ἐπαρχίας. Δὲν θέλω ποσῶς νὰ προσβάλω τὸν τακτικὸν στρατὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι οὐδόλως εἶναι χρήσιμος ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας ὁ τακτικὸς στρατὸς, ἐὰν δὲν παρακολουθῆται ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν ἢ ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς χωροφυλακῆς.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχία, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§108ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι οἱ κ. κ. βουλευταὶ προκειμένου περὶ ἀντικειμένου ἔχοντος μεγίστην συνάφειαν μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῶν ἐπαρχιῶν, θὰ ἐπιστήσουν περισσοτέραν προσοχήν. Εἶσθε κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἰδίως σεῖς οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς στερεᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἠξεύρετε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὴν μεγάλην χρησιμότητα τῆς χωροφυλακῆς, ἑπομένως δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὐτῆς συνεπάγει τὴν ἔλλειψιν καὶ τῆς τελευταίας ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Δὲν θέλω ποσῶς νὰ παρεξηγηθῶ, ἠξεύρω τὶ συμβαίνει μεταξὺ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς, ἀλλὰ λέγω μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὁ τακτικὸς στρατὸς, μὲ ὅλον τὸν καλὸν ὀργανισμὸν μὲ τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ σχηματίζηται ὁ τακτικὸς στρατὸς, προηγούμενά τινά, ἡ ἱστορία αὐτὴ τῆς χωροφυλακῆς συνεπάγει, ὥστε ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἐξασκῇ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; τῇ συνδρομῇ τῆς χωροφυλακῆς εἰσπράττονται οἱ δημόσιοι φόροι, διότι αὐτὴ παρακολουθεῖ τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, διότι αὐτὴ ἐκτελεῖ τὴν σύλληψιν τῶν δημοσίων ὀφειλετῶν. (θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε ἄλλως νὰ διακόψωμεν.
§110ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτοὶ λέγω, συνοδεύουν τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, αὐτοί, εὑρίσκονται εἰς κίνησιν διὰ τὴν σύλληψιν φυγοδίκων, αὐτοὶ τέλος πάντων ἐργάζονται καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ ἐργάζονται ἀποτελεσματικῶς, διότι ἡ ἐργασία των εἶναι τρόπον τινὰ ἀστυνομικὴ, καὶ τοιαύτη ἐργασία κυρίως συμβάλλει εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν τῆς λῃστείας καταδίωξιν, τοῦτο τοὐλάχιστον μᾶς ἐδίδαξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κύριοι, ἂς ὁμολογήσωμεν μίαν λυπηρὰν ἀλήθειαν.
§111ΛΑΠΑΣ. Μὰ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπέλθῃ τάξις.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§113ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν ἔμεινέ τι μετὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν θέσιν του, ἢ σχεδὸν εἰς τὴν θέσιν του, ἔμεινε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτὸ εἵπετο νὰ τεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι ἐνόμισεν ὡς καθῆκόν του ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον, τοῦ νὰ ᾖναι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ποσῶς δὲν προσβάλλει τὸ σῶμα, ἀπεναντίας τὸ συνιστᾷ εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅτι ἐν τῷ σώματι αὐτῷ ἔλαβον χώραν καταχρήσεις. Ἐγὼ λέγω τοὐναντίον· πιθανὸν ὁ ἀξιότιμος φίλος κ. Δαγρὲς, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἦλθε ἐδῶ διὰ νὰ συκοφαντήσῃ τὸ σῶμα, πιθανὸν νὰ ἔλαβεν ἀφορμὰς ἐξαιρετικὰς ἀπὸ κανὲν πρόσωπον, ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἀποτελεῖ κανόνα. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως, ἐὰν ᾖναι σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνουν χώραν καταχρήσεις, καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ ὁποίου δὲν γίνονται καταχρήσεις καὶ καταπιέσεις εἰς τὸν κόσμον, εἶναι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους ἦτο ἀγγελικὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι τίμιον, εἶναι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους ἐξήσκει πολλὴν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ κἄποιαν τοιαύτην ἐπιῤῥοήν. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ παρουσία εἰς ὁποιονδήποτε μέρος τοῦ Κράτους ἑνὸς χωροφύλακος ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν παρουσίαν 10 στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην εὐχαρίστως εἶδον, ὅτι ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπρότεινε ἕνα τινὰ συμβιβασμὸν, νὰ δοθῇ εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ τὸ ἥμισυ τῆς ἐπιχορηγήσεως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς ὡμολόγησε τὴν χρησιμότητα ἐπὶ τοῦ βήματος τοῦ σώματος, καὶ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα περιβάλλεται, καὶ τὰ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τὰ ὁποῖα κέκτηται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καθήμενος ἐντὸς τοῦ γραφείου του καὶ περιστοιχιζόμενος ἀπὸ πᾶν ἄλλο, ἢ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν τῆς χρησιμότητος τοῦ σώματος τούτου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐντελῶς ἀνεπηρέαστον ἰδέαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος μου κ. Σοῦτσος νὰ τῷ εἴπω τοῦτο, τὸ ὁποῖον πιστεύω ἀργότερον θέλει καταλάβει. Ἔπρεπεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν νὰ σκεφθῇ περί τινος οἰκονομίας, περί τινος ἐλαττώσεως, ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ φαινομενικήν τινα ἐλάττωσιν καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίᾳ, ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, διότι δὲν ἐπροστατεύετο ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὑπὸ ἰσχυρῶν. Ἀλλὰ σεῖς, κύριοι βουλευταί, σεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μαστίζονται ἀπὸ τὴν λῃστείαν, πῶς νὰ ἐπιτρέψετε ὥστε τὸ σῶμα αὐτὸ νὰ ἐλαττωθῇ, νὰ παραλύσῃ καὶ νὰ ἐκλείψῃ, ἐπαναλαμβάνω τρίτην φοράν, ἡ τελευταία ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς τάξεως· νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ πράξετε, καὶ οὐχὶ διὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν λόγον, ὅτι σεῖς, ὁσάκις θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν ἑαυτόν σας, μόνον τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ζητεῖτε πρὸς ἐξασφάλισίν σας. Δὲν ἠξεύρω τὶς ἀπὸ ἡμᾶς εὑρισκόμενος εἰς τὰς ἐπαρχίας, προκειμένου νὰ μεταβῇ ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον, συνωδεύθη ὑπὸ στρατιωτῶν καὶ οὐχὶ ὑπὸ χωροφυλακῆς ὑπὸ τοῦ φόβου τῶν λῃστῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν τελευταῖον λόγον, τὸν ἀφορῶντα τὴν ὕπαρξίν μας, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ παραδεχθῶμεν, ὥστε νὰ παραλύσῃ τὸ σῶμα αὐτὸ; καὶ βεβαίως θὰ παραλύσῃ, ἅμα παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐπιχορήγησις ἡ διδομένη μέχρι τοῦδε. Εἰς τὸ σῶμα πολλοὶ τῶν ἱκανωτέρων ἀνδρῶν καὶ χρησιμωτέρων εὑρίσκονται εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν ν’ ἀποσυρθοῦν, καὶ δὲν θὰ ἔχετε σῶμα χωροφυλακῆς παρὰ ἕνα σκελετὸν τοῦ σώματος τούτου.
§114ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, τοῦ ἀφορῶντος τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ σῶμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέθηκε κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δὲν εἶναι νομίζω ἄσκοπον, ἀλλ’ ἀναγκαῖον νὰ διαλάβωμεν ἐν ὀλίγοις περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἠγόρευσα πάντοτε, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων τοῦ ἀντιπροσώπου εἶναι τὸ νὰ μεριμνᾷ καὶ φροντίζῃ περὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἡ δημόσιος καὶ ἀτομικὴ ἀσφάλεια εἶναι ἡ πρώτη τῶν ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας βασίζεται ἡ κοινωνία. Ὁ ἄνθρωπος φύσει κοινωνικὸς δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς κοινωνίαν, δὲν δύναται ν’ ἀπαρτίσῃ κοινωνίαν ἄνευ παγιώσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἤθελεν ἐπιλείψει με ὁ χρόνος, διηγούμενον περὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ τί ἐστὶ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ πόσα ἀγαθὰ παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἂν σήμερον ἠρχόμην ν’ ἀναφέρω τ’ ἀγαθὰ ταῦτα, ἠθέλατε μοὶ εἴπει διατὶ ἐπαινεῖς τὸν Ἡρακλέα, ἐνῷ οὐδεὶς ψέγει αὐτὸν; διατὶ μᾶς λαλεῖς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἐνῷ ὅλη ἡ κοινωνία τὴν παραδέχεται καὶ τὴν ὑποστηρίζει; Ἡ λῃστεία, κύριοι, ἐν Ἑλλάδι ἔχει τὰ σπέρματα τῆς γενέσεώς της εἰς τὴν παράδοσιν, καὶ τὴν τροφήν της εἰς τὴν κατάστασιν τῆς μεθορίου γραμμῆς καὶ εἰς τὰ ἀντίθετα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ὅμορον κράτος, τοὐτέστι τὸ συμφέρον νὰ διαταράσσεται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ὑπὸ τῶν ληστῶν. Ἡ ληστεία αὐξάνει ὁσάκις ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ ἐπαναστάσεις συμβαίνουν. Οἱ ῥιψοκίνδυνοι ἄνθρωποι, ὅταν ἀποτύχουν εἰς τὰς ἐπαναστάσεις δὲν καταθέτουν τὰ ὅπλα εἰς τὸν ναὸν τῆς εἰρήνης, ὡς οἱ Ῥωμαῖοι εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἰανοῦ, ἀλλ’ ἐπιδίδονται εὐχερῶς καὶ εὐχαρίστως εἰς τὴν ληστείαν. Εἰς τὰ 1856, ὅτε ἀπέτυχεν ἡ ἐπανάστασις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ διελύθησαν τὰ ἄτακτα τῆς ὁροφυλακῆς τάγματα, ἡ ληστεία ἔφθασεν εἰς τὸν κολοφῶνά της· ὁ Νταβέλης καὶ ὁ Καλαμπαλίκης διέπραξαν ληστείας ἐπὶ τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἀγούσης λεωφόρου, αἰχμαλωτίσαντες λοχαγὸν Γάλλον ἐκ τῶν στρατευμάτων τῆς κατοχῆς· ἀλλὰ τὴν ἀτίθασσον, τὴν ἰσχυρὰν ταύτην ληστείαν, εὑρέθη κυβέρνησις νὰ τὴν καταβάλῃ, ἡ δὲ κυβέρνησις αὕτη ἦτον ἡ τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἡ ὁποία διὰ συνετῶν καὶ καταλλήλων μέτρων κατέστρεψε καὶ τὴν ἐξώντωσεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ ἐπανέλθῃ παρὰ μικρὸν μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὀκτωβρίου· δικαίως δὲ διὰ τοῦτο ὁ κύριος Βούλγαρης δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὁ νέος Πομπήϊος τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τοῦ 1867 ἡ ληστεία πάλιν ἤρχισε νὰ ὑψώνῃ θρασεῖαν κεφαλήν. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἰς τὰ 1868 ἐνόμισεν, ὅτι ἐν μέσῳ τῶν ταραχῶν καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἐσωτερικῶν περισπασμῶν, καὶ ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων ᾐσθάνετο, ὅτι εἶχε καὶ ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ληστείας. Καὶ τῳόντι εἰς τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο διάστημα δὲν ὤκνησε νὰ ἐργασθῇ κατὰ τῆς ληστείας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα τῆς ἐντόνου ἐργασίας του ἦτο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἡμίσεως τῶν ληστῶν· ἀφῆκε δὲ οὕτω τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν τόπον ἀπηλλαγμένον ἀπὸ πάσης ληστρικῆς ἐπιδρομῆς. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Ζαΐμη διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη, καὶ ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς πολὺ καλλιτέρας περιστάσεις, οὐ μόνον δὲν ἠλάττωσε τὴν ληστείαν, ἀλλ’ αὕτη ἐδιπλασιάσθη κατὰ δυστυχίαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τούτου, αἱ δὲ πράξεις αἱ ληστρικαὶ ηὔξησαν ἀκατασχέτως. Καλὸν εἶναι νὰ συγκρίνωμεν αὐτὰς τὰς δύο ἐποχάς, ἵνα φωτισθῆτε καλλίτερον. Ὅταν ἦλθεν ὁ κύριος Βούλγαρης εἰς τὰ πράγματα, εὗρεν 232 ληστάς· εὗρε 23 συμμορίας ληστρικάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον 200 ληστὰς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα καὶ 32 εἰς τὴν δυτικήν. Κατὰ δὲ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα ἐζωγρήθησαν καὶ ἐφονεύθησαν ὑπὸ μὲν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως 49, ὑπὸ δὲ τῆς Ὀθωμανικῆς 51, ὥστε κατεστράφη τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν ληστῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἡ χαρακτηρίζουσα τὰς δύο ἐποχάς· ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη κατέστησε τοὺς ληστὰς ἀνικάνους νὰ ἐπιχειρήσωσιν ἐπιδρομὰς καὶ νὰ ἐνεργήσωσι ληστοπραξίας, κατέστησε τὴν συγκοινωνίαν ἐλευθέραν. Κύριοι, τὸ καθῆκον τῆς διοικήσεως εἶναι νὰ προλαμβάνῃ τὰ κακά, τῆς δὲ δικαιοσύνης νὰ ἐξελέγχῃ, ν’ ἀνευρίσκῃ καὶ τιμωρῇ τὰ γενόμενα ἐγκλήματα· τὸ ποινικὸν δίκαιον εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Ἂν κατορθώσῃ ἓν ἔθνος νὰ ἔχῃ τοιαύτην διοίκησιν, ἡ ὁποία νὰ προλαμβάνῃ τὰ κακά, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἠμπορούσαμεν νὰ μετατρέψωμεν τὸ τοῦ Ἀγησιλάου «οὐδὲν ἀνδρείας χρῄζομεν, ἂν πάντες ὦμεν δίκαιοι», εἰς τὸ οὐδὲν ποινικοῦ δικαίου χρῄζομεν, ἐὰν ἔχωμεν ἱκανὴν διοίκησιν. Εἰς ὅλα τὰ μέρη, κύριοι, ὑπάρχουν κακοὶ καὶ φαῦλοι, ἀλλ’ αἱ διοικήσεις φροντίζουν, ὥστε νὰ καταστήσουν αὐτοὺς ἀνικάνους τοῦ πράττειν τὸ κακόν· εἰς ὅλα τὰ κράτη ὑπάρχουν κακοὶ ἄνθρωποι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν φημιζομένην Ἀγγλίαν ἀριθμοῦνται 60,000 κακοῦργοι, ἀλλ’ ἡ ἄγρυπνος ἀστυνομία τρέχουσα εἰς τὰ ἴχνη, ἰχνηλατοῦσα τοὺς κακοὺς, προλαμβάνει τὰ ἐγκλήματα· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ καύχημα τῆς ἱκανῆς καὶ πεφωτισμένης κυβερνήσεως. Αἱ πεφωτισμέναι διοικήσεις ἐπιδιώκουσι μετὰ συντόνου ζήλου τὰ προληπτικὰ μέτρα, ὅπως οἱ σοφοὶ ἰατροὶ καταγίνονται νὰ καταστήσωσι τὴν θεραπευτικὴν ὡς ἁπλοῦν συμπλήρωμα τῆς ὑγιεινῆς, διότι ἄχρηστος καθίσταται ἡ πρώτη, ἐὰν διὰ τῶν παραδειγμάτων τῆς δευτέρας ἀφαιρεθῶσιν ἢ ἐξουδετερωθῶσι τὰ νοσογόνα αἴτια. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπε, κύριοι, ἐφονεύσαμεν 60 λῃστὰς καὶ ἐνηργήσαμεν περισσότερον κατὰ τῆς ληστείας παρ’ ὅσον σεῖς. Καὶ ἂν βεβαιωθῇ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη ἐφόνευσε πλείονας ληστὰς δὲν σημαίνει τοῦτο πολύ, διότι ὁ σκοπὸς τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἡ ἐξόντωσις τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, νὰ καταστήσῃ ἀνικάνους τούτους νὰ πράξωσι τὸ κακόν· καὶ ὅμως θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ὀλιγώτερος· κατὰ τε τοὺς ἀριθμοὺς φαίνεται κατωτέρα ἡ παροῦσα κυβέρνησις καί κατὰ τὰς πράξεις· ἂς φέρωμεν ἓν παράδειγμα διὰ νὰ καταστήσωμεν καταφανεστέραν τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἂν κυβέρνησίς τις ἔχῃ ἀπέναντί της 100 λῃστὰς καὶ ἐφόνευσε 10, κατέστησε δὲ τοὺς 90 ἀνικάνους νὰ πράξωσί τι, ἑτέρα δὲ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀπέναντί της 150 λῃστὰς ἐφόνευσε τοὺς 50, ἀλλ’ οἱ 100 πράττουν καθημερινῶς ἐπιδρομὰς καὶ λεηλασίας, ποία κυβέρνησις εἶναι καλλιτέρα καὶ ἱκανωτέρα; Ἐννοεῖται ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιστᾷ τοὺς κακοὺς ἀνικάνους νὰ πράξωσι τὸ κακόν. Ὥστε ἡ ἐνέργεια δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φονευθέντων, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ νὰ οὐδετερώσωσι καὶ μηδενίσωσι τὰς ἐνεργείας τῶν κακούργων. Ποῖαι δὲ αἱ περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ κ. Βούλγαρης ὅλοι τὰς γνωρίζετε. Ὑπῆρχεν ὁ κρητικὸς ἀγὼν, 70,000 πρόσφυγες καθ’ ἡμέραν ἤντλουν μέχρι σταγόνος ἀπὸ τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος, ὁ στρατὸς εἶχεν ἀραιωθῆ, διότι πολλοὶ στρατιῶται φλεγόμενοι ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ νὰ δώσωσι χεῖρα βοηθείας καὶ νὰ χύσωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν Κρητῶν εἶχον λειποτακτήσει καὶ εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Κρήτην· ἡ δὲ ἐν Θεσσαλίᾳ προηγηθεῖσα ἐπανάστασις ἐπηρέασε τοὺς κακοὺς εἰς τὸ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἐμπόδια ὑπερενίκησεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἐπήνεγκε τὰ ὡραιότερα ἀποτελέσματα εἰς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν. Εἰς ποίαν δὲ κατάττασιν εὑρέθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη; εὑρέθη μὲ χρήματα πολλὰ προωρισμένα δι’ ἄλλας ἀνάγκας, διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ τὰ μετεχειρίσθη εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, παραβιάσαν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων· εὑρέθη νὰ ἔχῃ στρατὸν ἐκ δέκα χιλιάδων συγκεντρωμένον εἰς τὰ μεθόρια, 5,000 εἰς τὴν ἀνατολικὴν καὶ 5,000 εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅμως δὲν ἤξευρε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς περιστάσεως αὐτῆς. Ἠξεύρετε τί σημαίνει 10,000 στρατὸς συγκεντρωμένος εἰς τὰ μεθόρια; κυβέρνησις δραστηρία ἠδύνατο ἐντὸς δέκα μηνῶν νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν. Διὰ τί παρεπονοῦντο ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ καὶ αὐτὸς ὁ Κορωναῖος ὁ ὁποῖος ἐσχάτως παρῃτήθη; διὰ τὴν ἔλλειψιν μεγάλης δυνάμεως στρατοῦ, καὶ ὅμως ἡ κυβέρνησις δὲν ὠφελήθη, ὡς βλέπετε, διόλου ἐκ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν ἤξευρε νὰ ὠφεληθῇ, καθὼς δὲν ὠφελήθη καὶ ὁ Βενεδέτης ἀπὸ τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε 40,000 ἱππικοῦ τοῦ ὡραιοτέρου ἐν τῷ κόσμῳ, ἀφῆκε παρατεταγμένον νὰ δεκατίζεται ἀπὸ τὰς σφαίρας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ δὲν ἔθετεν εἰς ἐνέργειαν διὰ νὰ ἐμποδίσῃ καὶ ἀποκρούσῃ τὸν εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἐχθρῶν ἐρχόμενον διάδοχον τῆς Πρωσσίας· ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Αὐστριακὸς στρατάρχης ἐν τῇ μάχῃ τῆς Σαδόβας, τὸ αὐτὸ καὶ ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος· ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀφῆκεν αὐτὸν ἐπὶ 40 ἡμέρας ἀργὸν, ἔπειτα δὲ τὸν μετέφερεν εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ κράτους. Πιστεύω, ὅτι ἡ κυβέρνησις θέλει μὲ ἀντιτάξει, καὶ πῶς ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὸ κράτος ἄνευ στρατιωτῶν; πῶς ἤθελε τηρηθῆ ἡ δημόσιος ἀσφάλεια εἰς τὸ ἐπίλοιπον Κράτος; πῶς θὰ κατωρθοῦντο αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι; Κύριοι, εἰς τὰς μεγάλας περιστάσεις πάντοτε ὁ Ἕλλην εἶναι εὐπειθὴς εἰς τοὺς νόμους· καὶ εἰς τὰ 56, ὅτε ὁ στρατὸς εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς τὰ μεθόρια, οὐδεμία πρᾶξις λῃστρικὴ συνέβη, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀσφάλεια ἐπεκράτησε καλλίτερον· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὅτε μετέβην, κύριοι, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, εἶδον μὲ πολλήν μου εὐχαρίστησιν τοὺς χωρικοὺς ν’ ἀντικαθιστῶσι τοὺς στρατιώτας· ἕκαστος χωρικὸς ἐλάμβανε τὸ ὅπλον, τὴν καππόταν καὶ δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν τροφὴν καὶ ἐφύλαττε τὰς φυλακὰς, τὰ ταμεῖα, τὰς περιπολίας καὶ ἐξεπλήρου πᾶσαν τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν μετ’ ἀκριβείας καὶ ζήλου· ἦτον ὡραῖον θέαμα εἰς τὸν ὁρῶντα τὸν δικηγόρον μετὰ τοῦ γεωργοῦ, τὸν ἰατρὸν μετὰ τοῦ παντοπώλου, τὸν φιλολόγον μετὰ τοῦ χειρώνακτος συνυπηρετοῦντας. Κυβέρνησις συνετὴ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς στρατιώτας διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν. Καθὼς σᾶς εἶπον κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα καὶ αἱ πράξεις τῆς ληστείας εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βαθμολογοῦσι τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα τινὰ ἐκ τῶν πολλῶν καταχωρισθέντων ἐν τῷ τύπῳ μαρτυρολογίων. Τοῦτο εἶναι ὀλίγον ξηρὸν, εἶναι ὀλίγον λυπηρὸν, καὶ αἱ ἀναμνήσεις αὗται διεγείρουν αἰσθήματα πολὺ δυσάρεστα εἰς τὸν ἀκροατὴν, εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ φωτισθῇ ἕκαστος περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἰδοὺ πόσαι λῃστρικαὶ συμμορίαι προσετέθησαν εἰς τὰς προϋπαρχούσας «Πρέντσιπα, Καρατσάλου, Σπανοπούλου ἐκ Ναυπακτίας, Καμάρα ἐκ Ναυπακτίας, Καστάνη, Καραλῆ, Σπ. Παληογιάννη, Κουτροκόλλια, Χαλιωτῶν, Φ. Σκόνδρα, Καλλογιάννη, Μάγειρα, Καλαμπαλίκη, Λιαροκάπη, Στούπα Καμαρέλλου, Μασούρα, Μαργιόλη, Νταντομήτορα, Ντουρκίων, Χαντσήκου, Τσογκαίων, Κουνέλη, Τσερλογιάννου καὶ Μπακούκου. Καὶ ἐνῷ οἱ λησταὶ ἦσαν 231 τώρα ἀναβαίνουν εἰς 465, ἰδοὺ αἱ συμμορίαι, αἵτινες ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Συμμορία Ἀρβανιταίων. 1 Δημ. Τάκος βλάχος, 2 Χρ. Τάκος βλάχος, 3 Μήτρω Καινούργιος ἢ Κουρδολέμης βλάχος, 4 Μήτρω Καρλῆς βλάχος, 5 Ἰω. Φαρμάκης βλάχος, 6 Νικ. Τζιτζῆς βλάχος, 7 Δ. Ζαρκάδας Μακεδὼν, 8 Γαλῆς βλάχος, 9 Γαλῆς, ἐξάδελφός του 10 Κ. Τσακανίκας βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 11 Ν. Κουτσοδράκος βλάχος, 12 Χρ. Μαντσουράνης βλάχος, 13 Τριαν. Μαντσουράνης βλάχος, 14 Δημ. Μακέλας Βαλτινὸς, 15 Κ. Τσούτζουρας βλάχος, 16 Εὐαγ. Κ. Νάκος βλάχος, 17 Κ. Στράλης βλάχος, 18 Ἡλ. Ἀρβανίτης βλάχος, 19 Φλῶρος βλάχος 20 Γκέκας Καραθανάσης βλάχος, 21 Ἀθ. Λούλης βλάχος, 22, Ἰω. Λούλης βλάχος, 23 Θεοδωρῆς ἀρβανιτόβλαχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν. 24 Κουλιὸς Ἀθανασίου ἀρβανιτόβλαχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν. 25 Νικ. Καραπιπέρης ἐξ Ἀταλάντης, 26 Κ. Γιανιτσιώτης ἐκ Γιανιτσοῦ, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 27 Β. Βούζας βλάχος, 28 Μελ. Χαλκιώτης, ἐκ Θηβῶν, 29 Ἰω. Χριστάκος βλάχος, 30 Α. Κοτούλας, ἀπὸ Ζαπάντι Ὀθωμ. 31 Παναγιώτης βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 32 Κωτῆς βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 33 Κωνστ. Μουτζογιάννης ἢ Πάλας, 34 Δημ. Καραθανάσης ἢ Χοντρὸς βλάχος, 35 Φώτης Οἰκονόμου, ἀπὸ Τραγγιαννᾶ 36 Ἀποστ. Καραβίδας βλάχος, 37 Στερ. Φαναριώτης, Φανάρι Καρδίτσης, 38 Γιαν. Γεροχρήστου βλάχος, 39 Θεόλογος βλάχος, 40 Ἀπ. Νάκος βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν. 41 Γιαν. Ἀρβανιτόβλαχος ὁ πατήρ του εἰς ἅγ. Θεόδωρον, 42 Χοντρομῆτρος ἐφονεύθη εἰς τὸ χωρίον Στύρφακα ὑπὸ ἀποσπάσματος τοῦ 3 Πεζ. Τάγματος. Συμμορία Σπανοῦ. 1 Εὐαγ. Σπανὸς βλάχος, 2 Ἠλ. Σπανὸς βλάχος ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 3 Θεόδ. Δόσης βλάχος ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 4 Π. Βαλᾶς βλάχος ἐφονεύθη, περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 5 Δημ. Χατζῆσκος Πελοποννήσιος ἐπιλοχίας λειποτάκτης, 6 Γεώργ. Στάϊκος, Σάλωνα 7 Γάκη Καρανάσης βλάχος, 8 Ἀθ. Κρομίδας βλάχος, 8 Ἀθ. Μέλεχας, Σάλωνα, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 10 Γιαν. Ζήκας βλάχος, 11 Κωνστ. Ντούρας βλάχος, 12 Εὐαγ. Καντᾶς βλάχος, 13 Γεωρ. Καντᾶς βλάχος, 14 Κωνστ. Κρίνια βλάχος, 15 Τέγιος Ἀρβανιτόβλαχος βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 16 Λάμ. Γάτος βλάχος, 17 Κουτσομπίνας Φωτοθεωδώρου βλάχος ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 18 Καραγκούνης Ἀρβανιτόβλαχος βλάχος, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν. Συμμορία Πατζαούρα. 1 Πατζαούρας, 2 Γαλάνης, Φουρνᾶ, 3 Κωνστ. Καραβίδας, Παλαιόκαστρον, 4 Ἀρ. Καταρτζῆς, Παλαιόκαστρον, 5 Σ. Λιαννὸς, Πεζιουτὰ, 6 Δ. Καστάνης, Μύμησι, 7 Κωστάκης ἐφονεύθη ὑπὸ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Βότσαρη καὶ τοῦ ἐνωματάρχου Νέλα, 8 Κελεπούρης ἐφονεύθη, 9 Λιαίτσης ἐζωγρήθη, 10 Μαλαρέζος ἐφονεύθη, 11 Κ. Τσόνης προσῆλθε, 12 Γκάγκας ὁμοίως, 13 Καγκλῆς ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ ἀνθυπ. Κ. Δαγκλῆ. 14 Π. Ζαρούλας ἐζωγρήθη εἰς τὸν δῆμον Παρακαμπυλίων ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος. Συμμορία Σπαθιᾶ. 1 Σπαθιᾶς, Κρικέλου, 2 Τσιτούρας, Κράββαρα, 3 Ντούλα Ντέρης, Σοβολάκου, 4 Ἀθ. Καλτζᾶς, Κρικέλου, 5 Μπαζιώνης, Νεοχώριον, 6 Καλτζᾶς, Νεοχώριον ἐφονεύθη εἰς Ναυπακτίαν ὑπὸ τῶν ἀγροφυλάκων. Συμμορία Σπαθούλα. 1 Χρ. Σπαθούλας βλάχος, 2 Δ. Πατζαούρας βλάχος, 3 Γεω. Ταμπλαλέξης βλάχος. 4 Σπ. Μπακάλης βλάχος, 5 Εὐθ. Καπούλας βλάχος, 6 Σεραφὶμ Κριθαριᾶς βλάχος, 7 Ἰωάννης, Δρακοσπηλιὰ, 8 Χριστόδουλος βλάχος, 9 Κώστας Ἀρβανιτόβλαχος βλάχος ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 10 Θεοδ. Κουτάκης βλάχος. Συμμορία Μπατσαλέξη. 1 Μπατσαλέξης βλάχος, 2 Στάθης Ζυλάγκας, Δαδὶ ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 3 Σιάτρας Στενὴ, 4 Στέργ. Καπετάνος βλάχος, 5 Κούτρας Μουσονίτζη 6 Ἰωάν. Σιράκης Δῆμος Θερμοπυλῶν 7 Εἷς ἀπὸ τὸν δῆμον Μώλου Δῆμος Θερμοπυλῶν, 8 Ἀχμὲτ Μετζὶτ Ὀθωμανὸς ἐφονεύθη εἰς τὸν δῆμον Ὑπάτης ὑπὸ τοῦ Δεκανέως τοῦ 3 Εὐζ. Τάγματος. Συμμορία Τατσογιάννου. 1 Μῆτρος Τατζογιάννης βλάχος, 2 Μῆτρος Θεοδωρῆς Χαμακιώτης 3 Φώτης Σκότρας, Γλέφα 4 Κωνστ. Νικοβίτης, Στυλὶς, 5 Καραβάνης, Σούρπη. Συμμορία Νάκου Φίλου. 1. Νάκος Φίλος Βλάχος, 2 Καρανάσιος βλάχος, 3 Δημ. Ἀλογάρις βλάχος, 4 Ν. Μιχαὴλ βλάχος, ἐζωγρήθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 5 Π. Ι. Ἰωάνου βλάχος ἐζωγρήθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν, 6 Στεφ. Μπεκάδας βλάχος ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμὴν. Συμμορία Μπούρχαλαν. 1 Εὐαγ. Μπούρχας βλάχος, 2 Γεώρ. Μπούρχας βλάχος 3 Κωνστ. Μπούρχας βλάχος, 4 Βαγγελάκος βλάχος, 5 Γεώργιος Μπούρχας ἀνεψιὸς βλάχος. Συμμορία Μπελεχαίων. 1 Ἀθ. Μπέλεχος, 2 Ἀλέξ. Μπέλεχος, 3 Σπ. Μπέλεχος. Συμμορία Καμάρα. 1 Κωνστ. Καμάρας, Γιανιτσοῦ, 2 Νικ. Παππουτσῆς, Δραχμάνη, 3 Δ. Παππουτσῆς Δραγμάνη, 4 Ἀνδ. Καμάρας, Γιανιτσοῦ, 5 Νικ. Βράχας, Βράχα, 6 Ἰωάννης Τσιγκέλης ἐξωτερικόν, 7 Α. Δημητρίου, Γιανιτσοῦ ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμήν. Συμμορία Μπελεστίνου. 1 Μπελεστῖνος, 2, Νιακάκης, 3 Ζαχ. Κουβέλης, 4 Γ. Μάλιος 5 Χρυσικοῦ, 6 Π. Μυλωνόπουλος, Γαρδίκη ἐζωγρήθη ἐν Λαμίᾳ ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος. Συμμορία Κωνσταντέλλου. 1. Κωνσταντέλλος Κράββαρα· 2, Λίτρας Κράββαρα· 2, Ἠλ. Καρπενησιώτης, Καρπενήσιον, ἐφονεύθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμήν· 4, Ἰω. Καραβάνης, Ῥοβολιάρη· 5, Γεώργ. Ῥίζου, Ῥοβολιάρη, συνελήφθη περὶ τὴν μεθόριον γραμμήν. Συμμορία Τζούκα. 1. Μῆτρος Τζούκας· 2, Λατογιάννης, Ῥάχαι· 3, Νῖκος Τσιρνοβίτης, Τζίρνοβα· 4, Παλούκης, Τζίρνοβα. Συμμορία Κρικέλλα. 1. Ἠλ. Κρικέλλας, Λευκάδα· 2, Πουρνάρας, Μπρούφλιαις· 3. Βαγγέλης, Ζηλιώτης· 4, Τζόγκας, Ζηλιώτης· 5, Εὐαγ. Χριστακόπουλος καὶ Θεόδωρος Χριστογεωργόπουλος, ἐζωγρήθησαν παρὰ τοῦ λοχίου Γεωργούλα Ἀναγνωστοπούλου τοῦ 3 πεζικοῦ τάγματος· 6, Παπαδιᾶς, ἐφονεύθη εἰς Ἄμφισσαν ὑπὸ τοῦ ἐνωμ. Χασάπογλου. Συμμορία Βελούλα. 1, Βελούλας, Βλάχος· 2, Παν. Κοτρολός, Βλάχος· 3, Καταραχιᾶς, Μπούρχα· 4, Μῆτρος Κακός, Μπρούφλιανη· 5. Γιάννη, Τζίτης, Μάκρεση. Συμμορία Ποδάρα. 1, Γεώργ. Ποδάρας, Λιάσκοβον· 2, Λατζούδης, Λιάσκοβον· 3, Σταῦρος, Τοπολιανά· 4, Μῆτρος Σιρβάκος, Βασιλική· 5, Δ. Βεντεβῆς, Μπρούφλιανη· 6, Γιάννης, Παληοβράχα· 7, Ν. Κακούρης, Λασπιώτης· 8, Ἄγνωστοι δύο, ἐζωγρήθησαν ὑπὸ τοῦ 2 εὐζ. τάγματος εἰς Ἀγᾶ. Συμμορία Ἀρβανιτοβλάχων. 1, Μπόλιας· 2, Γάκης· 3, Κωστῆς· 4, Μάρτζας· 5, Τσάντζος· 6, Ἀθ. Τζότζος· 7, Γίδας Κωτάκης· 8, Ἀνέστως· 9, Σκύλλας· 10, Τάσος Καμαλέτζος. Ἑνωθέντων καὶ ἄλλων ἀκόμη δώδεκα Ἀρβανιτοβλάχων μετὰ τῆς συμμορίας ταύτης (ἀποσπασθέντων παρὰ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν Ἀνατ. Ἑλλάδα συμμοριῶν), ἡ συμμορία αὕτη ἀπετελεῖτο ἐξ 22 τὸ ὅλον λῃστῶν, ἐξ ὧν δέκα ἓξ ἐφονεύθησαν παρὰ τῶν ὀθωμανικῶν ἀποσπασμάτων, ἡ δὲ συμμορία ὁλόκληρος σχεδὸν κατεστράφη. Συμμορία Καραγιάννη Σιγκρελιώτου 1, Δεδούσης, ἐζωγρήθη· 2, Ν. Μπαρούσης, ἐζωγρήθη· 3, Τσαταλιᾶς, ἐφονεύθη· 4, Κοντός, ἐφονεύθη· 5, Καραμπέης, ἐζωγρήθη· 6, Ἀπόστ. Σταματόπουλος, ἐζωγρήθη. Ἅπαντες εἰς τὸν δῆμον Τυμφριστοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπολοχ. Βότσαρη. 7, Στ. Μακρυγιάννης καὶ Κ. Κοτρώνης, ἐζωγρήθησαν ἀπὸ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Ῥογκάκον. 8, Λ. Παππαδημητρίου καὶ Α. Ε. Μακρυγιάννης, ἐζωγρήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐνωμοτάρχου Ζαβλάγκα. 9, Σουφλέρης, ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ ἐνωμ. Δροσοπούλου· 10, Κουσαρῆς ἢ Κουτσομίτης, προσῆλθε· 11, Ν. Γ. Μακρῆς, ἐζωγρήθη. Συμμορία Καραμανώλη. 1, Καραμανώλης· 2, Γιαλούρης, ἐφονεύθη εἰς τοὺς ἀνατολ. δήμους ὑπὸ Ὀδ. Λιάπη· Σελιάμη, ἐζωγρήθη ἐν Λαμίᾳ ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς· 3, Ἰω. Καλαντσῆς, ἐζωγρήθη ἐν Λαμίᾳ ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν. Συμμορία Ἀνδρίτσου Μακρυκῶστα. 1, Ἀνδρῖτσος Μακρυκῶστας, ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ ἐνωμ. Νέλα· 9, Δημ. Καρτέρης καὶ Κ. Ντούβας, ἐζωγρήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐπιλοχίου Σταματίου καὶ τοῦ ὑπενωμ. Ταμπούρλου· 3, Στυλιανὸς Τριανταφύλλου ἢ Πατσάλος συμμορίτης τοῦ Ἀβδούλη, ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ λοχίου Δεδούση. Δυτικὴ Ἑλλάς. Συμμορία Κρίκα καὶ Πριάρη. 1, Κρίκας καὶ Πριάρης, ἐφονεύθησαν εἰς Μαχαλᾶ ὑπὸ τῶν ἀγροφυλάκων· 2, Εὔθ. Γύφτος· 3, Κ. Ματσόκος· 4, Λάμπρος Κότσιφας. Συμμορία Κουτσογιάννου. 1, Κουτσογιάννος· 2, Ῥοϊδοδῆμος, ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ ἐνωμ. Ταμπούρλου· 3, Γιαννουλάκης, ἐζωγρήθη ὑπὸ τοῦ λοχαγοῦ Β. Μπαλάφα· 4, Β. Μπακέλλας, ἐφονεύθη παρ’ ἀποσπάσματος ὑπὸ τὸν ὑπολοχαγὸν Ντουπιώτην. Συμμορία Τσιατσομήτσου. 1, Τσιατσομῆτσος· 2, Σπ. Βλάχος· 3, Ι. Γ. Βασίλως, ἐζωγρήθη ὑπὸ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος. Συμμορία Ντερέκα. 1, Ντερέκας· 2, Πρεβεζιάνος, προσῆλθεν εἰς τὸν λοχαγὸν Μακρῆν. Συμμορία Ντελῆ. 1, Ντελῆς· 2, Λάμπρος. Συμμορία Σαλαμούρα, 1, Σαλαμούρας· 2, Κοάς. Συμμορία Σαλαγιάννη. Ἡ συμμορία αὕτη συνέκειτο ἐκ ληστῶν ἕνδεκα, ἐξ ὧν ἐννέα μετὰ τοῦ λῃστάρχου ἐφονεύθησαν κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀποσπασμάτων, δύο δὲ, ἤτοι ὁ λῃστὴς Μπάφας προσῆλθεν εἰς τὸν διοικητὴν Βάλτου λοχαγὸν Μακρῆν· ὁ λῃστὴς Γ. Μαλαφῆς ἐζωγρήθη, καὶ ἡ συμμορία ὁλόκληρος κατεστράφη. 1, Γεώργ. Τσίνης, Παναγ. Ἀρβανιτάκης καὶ ἄγνωστός τις, ἐζωγρήθησαν εἰς Κραβασαρᾶν ἅμα ἐπανῆλθον ἐκ Κρήτης. Τὸ ὅλον λῃστοσυμμορίαι τριάκοντα, λῃσταὶ δὲ διακόσιοι τριάκοντα τέσσαρες.
§115ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἀριθμὸν εἰπέτε με διότι δὲν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζωμεν τὰ πρόσωπα.
§116ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συμμορία τοῦ Στούπα μὲ 18 ἄτομα καὶ τοῦ Πατσαβούρα μὲ 14, τοῦ Σπαθιᾶ, ἡ ὁποία περιέχει 6, κλ. Μετ’ αὐτὴν τὴν κατάταξιν τῶν λῃστῶν ἀναφέρω καὶ τὰς σημαντικωτέρας λῃστροπραξίας, διότι ἂν καὶ κατέβαλον πολλοὺς κόπους νὰ συλλέξω ὅλας τὰς λῃστροπραξίας, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ κατορθώσω, εἶναι τόσαι, ὥστε κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὰς ἀριθμήσῃ. Τὸ δεύτερον φύλλον τῆς ἐφημερίδος ὁ Λύχνος περιέχει ἓν μικρὸν ποσὸν, καμμιὰ πενηνταριὰ λῃστρικῶν πράξεων. Περιέχει δὲ καὶ μίαν πρωτοφανῆ εἰς τὰ χρονικὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας διακήρυξιν ἑνὸς δημάρχου, ὁ ὁποῖος διεκήρυξεν ἐπισήμως εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἐπιθυμοῦντες νὰ προλάβωμεν πᾶν ἀπευκταῖον κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν συνδημοτῶν μας, παραγγέλλομεν καὶ συμβουλεύομεν αὐτοὺς νὰ ἐξασφαλίζωνται ἐντὸς τῆς οἰκίας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου καὶ νὰ μὴ καταλίπωσι τὸ ἄσυλον τοῦτο, εἰμὴ μετὰ τὴν ἀνατολὴν αὐτοῦ, ἄλλως τρέχουσι τὸν συνήθη τῆς αἰχμαλωσίας κίνδυνον. Εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, τὴν Κάζαν, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, ἐκ δώδεκα ἀνδρῶν συγκειμένου, συνέβη σπουδαία λῃστεία, λῃστευθέντος ὑπὸ τῆς συμμορίας τοῦ Σπανοῦ τοῦ ταχυδρομείου καὶ πολλῶν διαβατῶν καὶ ἀπαχθέντων αἰχμαλώτων τῶν κυρίων Κούζη, Κωστῆ Βυτόρη, Θεοφάνους Δράκου, καὶ Λουκᾶ Κοκόλη. Ἐν τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου Τυμφρηστοῦ τῆς φθιώτιδος ἓξ μέχρι τοῦδε μετροῦνται τὰ θύματα τῆς ἀντεκδικήσεως τῆς λῃστρικῆς συμμορίας τοῦ Πατσαβούρα, οὗ τὸν ἀδελφὸν ἐφόνευσαν ἄλλοτε οἱ κάτοικοι τοῦ εἰρημένου δήμου. Οἱ λήσταρχοι Λιαροκάππης καὶ Μασούρας, ἐπὶ κεφαλῆς τεσσαράκοντα λῃστῶν, κατεστενοχώρησαν τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Κανδύλας τῆς Βονίτσης καὶ ἠπείλησαν, δῄωσιν αὐτοῦ ἐν περιπτώσει μὴ ἀποστολῆς τῶν ζητηθέντων χρημάτων. Ἄγνωστος λῃστρικὴ συμμορία ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον κάτοικόν τινα τοῦ χωρίου Σελέμπι τῆς Λοκρίδος, ὃν κατόπιν ἐφόνευσε, συμπλακεῖσα μετ’ ἀποσπάσματος στρατιωτικοῦ εἰς θέσιν Χλωμὸν τῆς Παρνασσίδος. Εἰς Ἰτέαν, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἐν τῷ διαβαίνοντι ἐκεῖθεν ἀτμοπλοίῳ ἐπιβατῶν, ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Κρικέλα συνεπλάκη μετ’ ἀποσπάσματος ἐξ ἀνδρῶν 60 συγκειμένου, καὶ ἐσώθη ἀβλαβής. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Μπακούκου ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὴν σύζυγον Μαριώμου τινὸς, ἣν ἐφόνευσε μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν λύτρων. Αἱ τῶν Ντελῆ, Λιαροκόπτη, Στοῦπα καὶ Μαριώλη, ἀπήγαγον αἰχμαλώτους τοὺς ἀδελφοὺς Παπαγιανναίους, καὶ ἠξίωσαν πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν λύτρα ἐκ δραχμῶν ἐννέα χιλιάδων. Ἀπὸ τὴν κοινότητα Ζαβέρδας ἠξίωσαν οἱ λῃσταὶ χρήματα, ἀπὸ δὲ τοὺς κατοίκους Βονίτσης 18 χιλ. δραχ. Εἰς τὸ χωρίον Τρύφου εἰσήλασαν τριάκοντα λῃσταὶ καὶ ἠτίμασαν κτηνωδῶς τὴν σύζυγον τοῦ Κώστα Μάλιου. Ἡ συμμορία τοῦ Κρικέλα, μεταβᾶσα εἰς τὸν πλησίον τῆς πόλεως Γαλαξειδίου ἱερὸν ναὸν, ἐλῄστευσε πάντας τοὺς ἐκκλησιαζομένους καὶ ἀπήγαγε τρεῖς αἰχμαλώτους. Αἱ τοῦ Ντελῆ καὶ λοιπῶν ἀπήγαγον αἰχμαλώτους τοὺς ἐξ Ἰθάκης Ἀμάραντον καὶ Μελιδόνην καὶ ἀπέλυσαν αὐτοὺς διὰ λύτρων ἐκ δραχμ. 12 χιλιάδων· Ἄλλη λῃστρικὴ συμμορία ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὴν τρίτην ἡμέραν τοῦ Πάσχα κάτοικόν τινα τοῦ χωρίου Ἀμουρίου τοῦ δήμου Μακρακώμης. Εἰς τὰ πέριξ τοῦ δήμου Κρεμαστῆς Λαρίσσης συνελήφθη καὶ ἀπήχθη αἰχμάλωτος ὁ Ι. Κουρτεμανίτσας, ἀλλ’ ἐφονεύθη κατόπιν, ὡς μὴ δυνηθεὶς νὰ οἰκονομήσῃ τ’ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῶν λῃστῶν λύτρα. Εἰς θέσιν Ἀσπρόχωμα τῆς Λεβαδείας συνελήφθησαν καὶ ἀπήχθησαν αἰχμάλωτοι τρεῖς πολῖται, ἀπελύθησαν δὲ διὰ λύτρων ἐκ δραχ. 12 χιλιάδων. Αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι τῶν Ἀρβανιταίων, Πατσαούρα καὶ Σταθούλα, ἀριθμοῦσαι λῃστὰς 35–40, συνεπλάκησαν μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Λαμίας χωρίου Κομποτάδες καὶ ἐφόνευσαν μὲν ἕνα χωρικὸν, ἀπήγαγον δ’ αἰχμάλωτον ἕτερον. Ἡ τοῦ Σπαθούλα ᾐχμαλώτισεν ἕνα πολίτην ἐξ Ἀταλάντης. Ἄλλη λῃστρικὴ συμμορία ἀπεπειράθη νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ χωρίον Ἀλπόσπητα τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἐνόπλως ὑπὸ τῶν κατοίκων. Ἑτέρα εἰς τὰ πέριξ τοῦ χωρίου Ἀχινοῦ τοῦ δήμου Χαλάρων συνέλαβε καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν δωδεκαετῆ υἱὸν τοῦ ἐπιστάτου τοῦ κ. Σκουμπουρδῆ. Ἡ τοῦ Κωνσταντέλου εἰς τὰ πέριξ τοῦ δήμου Ναυπακτίας, εἰς θέσιν ἀγραπηδόκαμπον, συνέλαβεν ἑπτὰ χωρικοὺς αἰχμαλώτους. Ἡ τοῦ Μπακούκου συνέλαβεν εἰς τὴν μεταξὺ Ζαβέρδας καὶ Μύτικα ξηρὰν τὸν πλοίαρχον Ἰωάννην Γιάφαν, καὶ ἠξίωσε λύτρα 30 χιλ. δρ. ἓξ ὡρολόγια, καὶ 12 δακτύλια. Εἰς τὴν περιφέρειαν Βονίτσης συνελήφθη καὶ ἀπήχθη αἰχμάλωτος ὁ υἱὸς τοῦ κ. Φλώρου. Εἰς τὴν περιφέρειαν Ναυπακτίας εἷς ἕτερος. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Σπανοχαραλάμπους εἰσῆλθεν ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ χωρίον Σιτιστῆς τῆς Ναυπακτίας κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν βουλευτῶν ἐκλογῶν. Ἑτέρα ἐπυροβόλησε κατὰ τὴν θέσιν Μαυρομανδύλαν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα καὶ ἐπέτυχε τὴν καιρίαν πλήγωσιν ἑνὸς στρατιώτου. Ἄλλη συμμορία συνέλαβε καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν υἱὸν τοῦ ἐκ τῆς ἁγίας Τριάδος τοῦ δήμου Θερμοπυλῶν Ἀποστόλου Ξηρόπητα. Ἄλλη λῃστρικὴ συμμορία συνέλαβεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τὰς συζύγους τοῦ Π. Ζαρκαλῆ καὶ Γ. Δ. Σιταρᾶ καὶ τὴν ἄγαμον θυγατέρα τοῦ Παπακώνστα. Ἄλλη, ἐνεδρεύουσα εἰς θέσιν Ἀλήμπεη τῆς Εὐρυτανίας πρὸς σύλληψιν τοῦ εὐπόρου Θεοδώρου Σοχωρίτου, ἐφόνευσεν ἐκ τῆς συνοδείας του τοὺς Σούχαν καὶ Ξένον. Ἑτέρα συνέλαβε πέριξ τοῦ χωρίου Μεντενίτσης τῆς Λοκρίδος καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τοὺς Ἡλίαν Παπαναστασίου καὶ Ἰωάννην Χαραμῆν. Ἑτέρα, μεταβᾶσα εἰς τὸ κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Καρυᾶς τοῦ δήμου Θρονίου ποιμνιοστάσιον τῶν ἀδελφῶν Ἀδαμαίων, τὸν μὲν ἕνα ἐξ αὐτῶν, καλούμενον Ἰωάννην, ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον, τοὺς δὲ δύω ἄλλους ἀντιστάντας, ἐπλήγωσε θανατηφόρως. Ἄλλη συμμορία συνέλαβεν εἰς θέσιν Κλεισοῦραν τοῦ δήμου Θερμοπυλῶν τοὺς Ἡλίαν Παπαναστασόπουλον καὶ Ν. Κοψαχείλην καὶ ἀπῄτησε λύτρα ἐκ δραχ. 40 χιλιάδων. Ἡ τῶν Ἀρβανιτοβλάχων, ἐξ 25 λῃστῶν συγκειμένη, ἀποβᾶσα εἰς Εὔβοιαν, εἰσῆλθον εἰς τὸ χωρίον τῆς Αἰδηψοῦ, φονεύσασα δὲ τὸν Δ. Μουστάκαν, καὶ αἰχμαλωτίσασα τοὺς Α. Π. Κοσμᾶν, Κ. Στέκαν καὶ τὸν υἱὸν τοῦ Σπύρου Ἀντωνίου, ἀπῆλθεν ἀνενόχλητος. Ἡ τοῦ Παπουτσῆ συνέλαβεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ἀραχώβης καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τοὺς ποιμένας Γεώργιον Γρανιτσιώτην, Στέριον Α. Μάγου καὶ Δημ. Ἀνδρέου. Εἰς τὰς περιφερείας τῶν δήμων Φαλλάνθου καὶ Μαντινείας τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας φυγόδικοι ἐλῄστευσαν τοὺς διαβάτας. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Κουτσογιάννη καὶ Σκούφη ἐφόνευσεν ἐντὸς τοῦ χωρίου Θεραπησίου τοῦ Βάλτου τὸν υἱὸν τοῦ Νικολάου Κουρεμένου. Ἑτέρα, ἐξ εἴκοσι καὶ πέντε λῃστῶν συγκειμένη, εἰσῆλθεν εἰς τὸ χωρίον Βαριατάδες, τοῦ Βάλτου, ἐβασάνισε τὴν χήραν Κουτούλη, ἐλῄστευσεν ἅπασαν τὴν κινητὴν περιουσίαν αὐτῆς, καὶ ἐκείνην τοῦ Ἰωάννου Μήτσου καὶ ἀπέκοψε τὸ οὖς τοῦ υἱοῦ αὐτῆς. Ἄλλη συνέλαβε καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν ἐξ Εὐοινοχωρίου Κωνσταντόπουλον. Ἄλλη ἀπήγαγε κάτοικόν τινα τοῦ χωρίου Ἐμίρμπεη. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Σπανοῦ συνέλαβε μεταξὺ Δαφνίου καὶ Μύλων Κουμουνδούρου, καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν υἱὸν τοῦ Σταύρου Χατζηδάκη καὶ ἠξίωσε λύτρα ἐκ δραχ. 50,000. Ἡ τοῦ Μπακούλα εἰσελθοῦσα εἰς τὸ χωρίον Στράκα, ᾐχμαλώτισε, παρόντων πολλῶν χωρικῶν, τὸν Παναγιώτην Μακρῆν, εὔπορον κάτοικον τοῦ εἰρημένου χωρίου καὶ ἀπῄτησε λύτρα ἐκ δραχ. 30,000. Διάφοροι λῃστρικαὶ συμμορίαι συνέλαβον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ναυπακτίας καὶ ἀπήγαγον αἰχμαλώτους τοὺς Γαλάνην Κυρίζην, Ἀχιλλέα Ἀδάμ, Κωνστ. Ζαρκαδούλαν, Γιώτην Αὐγερὸν καὶ Παναγ. Σάλταν. Ἡ τῶν Ντουραίων συνέλαβεν εἰς θέσιν Σάββα Βρύσιν παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον κάτοικόν τινα ἐκ τοῦ χωρίου Λιμογαρδίου τοῦ δήμου Λαμίας. Ἡ τοῦ Ντατσογιάννη συνέλαβε καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν υἱὸν τοῦ ἐκ τοῦ χωρίου Καλυβίων Σούρπης Κωνστ. Σουρπαίου. Ἡ τῶν Ἀρβανιταίων, ἀριθμοῦσα 35 κακούργους, ἐπέπεσε κατὰ τοῦ ποιμνιοστασίου τοῦ Κώστα Γκαμαλέτσου κειμένου παρὰ τὸ χωρίον Κομποτάδες τῆς Λαμίας καὶ τοῦτον μὲν τὸν ποιμενάρχην ἐφόνευσεν, ἁπάσας δὲ τὰς οἰκογενείας ἀπεγύμνωσεν, ἀπαγαγοῦσα καὶ δύο αἰχμαλώτους. Ἄλλη συμμορία συνέλαβεν εἰς θέσιν, κειμένην ἐπὶ τῶν ὁρίων τῶν ἐπαρχιῶν Εὐρυτανίας καὶ Τριχωνίας, καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τρεῖς γυναῖκας, ἀπῄτησε δὲ πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν λύτρα ἐκ δραχ. 14,000. Ἡ τοῦ Μάγειρα συνέλαβεν εἰς τὰ πέριξ τοῦ χωρίου Ἀλῆ Τσελεπῆ τῆς Ἠλείας καὶ ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν Κ. Βαλσαμάκην, διευθυντὴν γεωργικῆς ἑταιρίας, ἀπαιτήσασα λύτρα πρὸς ἀπελευθέρωσίν του κατ’ ἀρχὰς 50,000 λιρῶν στερλινῶν. Ἑτέρα συνέλαβεν εἰς τὰ πέριξ τοῦ χωρίου Σπαρτιᾶς τῆς Φθιώτιδος καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τρεῖς κατοίκους τοῦ αὐτοῦ χωρίου. Ἑτέρα ἐκ 12 λῃστῶν συγκειμένη, συνέλαβεν εἰς τὴν θέσιν ἔρημα Καλύβια τῆς Λοκρίδος τρεῖς πολίτας καὶ ἀπήγαγεν αὐτοὺς αἰχμαλώτους. Ἡ τοῦ Μπούρχα εἰσήλασεν εἰς τὸ χωρίον Φτέρη τοῦ δήμου Σπερχειάδος καὶ ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους τοὺς χωρικοὺς Δρ. Κατσίκαν καὶ ταξ. Τσιούκαν. Τεσσαράκοντα κακοῦργοι ἐν καθαρᾷ ἡμέρᾳ εἰσῆλθον ἔνοπλοι εἰς τὸ χωρίον Βαμβακοῦ τῆς Λακωνίας καὶ ἐλεηλάτησαν τὴν οἰκίαν τοῦ πλουσίου Μαυρογένους, ἀφέντες ἡμιθανῆ ἐκ τῶν βασάνων τὸν οἰκοδεσπότην. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Ντατσογιάννη συνέλαβεν εἰς τὰς πέριξ τῆς Στυλίδος ἀμπέλους, ἓξ πολίτας, καὶ τοὺς μὲν τέσσαρας ἀπέλυσε, τοὺς δὲ δύο ἀπήγαγεν αἰχμαλώτους. Ἡ τῶν Ἀρβανιταίων μετέβη εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Κτημενίων, ἔνθα κατεσκήνουν οἱ βλαχοποιμένες τοῦ Ταμπλαλέξη, καὶ ἐλῄστευσαν αὐτούς, ἀφαιρέσασα περὶ τὰς 12 χιλιάδας δραχμάς. Ἑτέρα ἐφόνευσε πέριξ τοῦ Μεσολογγίου τὸν περιπολοῦντα χωροφύλακα Δαδάμην. Ἡ τῶν Ἀρβανιτοβλάχων ᾐχμαλώτισε παιδά τινα εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λογγιτσίου τοῦ δήμου Φαλάρων καὶ ἐπλήγωσε θανατηφόρως ποιμένα ἀντιστάντα. Εἰς θέσιν Βλαχόπορον τῆς Μεσσηνίας ἐλῃστεύθησαν ὑπ’ ἐνόπλων κακούργων πάντες οἱ ἐκ πανηγύρεως ἐπανερχόμενοι διαβάται. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων συνέλαβεν ἄνωθεν τῆς θέσεως Καμαριώτη τῆς Φθιώτιδος δύο πολίτας καὶ ἀπήγαγεν αὐτοὺς αἰχμαλώτους. Ἡ τοῦ Κωνσταντέλου ἐπλήγωσε τρεῖς στρατιώτας ἐν συμπλοκῇ γενομένῃ μεταξὺ Δωρίδος καὶ Ναυπακτίας. Ἡ τοῦ Μπάρσα ἀπήγαγεν αἰχμάλωτον τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Πτελεοῦ τῆς Φθιώτιδος Ἀλέξιον Σαλάταν. Ἡ τοῦ Λικροκάππη τὸν υἱὸν τοῦ εἰς τὸ χωρίον Σπολάϊτα τῆς Τριχωνίας διαμένοντος πρωτεπαναστάτου τῆς Ἠπείρου κατὰ τὸ 1854 Ἀλεξάνδρου. Ἡ τοῦ Παπουτσῆ τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Κανδύλας τοῦ δήμου Σολίου Παλαμᾶν. Διάφοροι δὲ συμμορίαι εἰς θέσιν Παλαιομάνιταν τὸν ἔμπορον Ἰωάννην Σαμαρᾶν καὶ τρεῖς ἄλλους κατοίκους τῶν δήμων Πτελεοῦ, Θερμοπυλῶν καὶ Ἡρακλειωτῶν. Ἡ τῶν Ἀρβανιταίων, ἐξ ἡμιλοχίας συγκειμένη, εἰσήλασεν εἰς τὴν Λοκρίδα καὶ συνέλαβεν ἓξ ἐνόπλους κατοίκους τοῦ χωρίου Γολέμη, ἐξελθόντας πρὸς καταδίωξιν αὐτῆς. Ἑτέρα συνέλαβε πέριξ τοῦ χωρίου Ποδοβολίτσης κάτοικόν τινα Αἰτωλικοῦ καὶ ἀξιοῖ πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτοῦ 25 χιλιάδας δραχμάς. Ἄλλη συνέλαβεν ἑτέρους δύο πολίτας, κατοίκους τοῦ χωρίου Μάστρου, δύω ὥρας ἀπέχοντος τοῦ Μεσολογγίου.
§117ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι παλαιὰ αὐτά.
§118ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νέα, ὅπως τοῦ Βαλσαμάκη εἰς τὸν τόπον σας καὶ τοῦ Μαυρογένους εἰς τὴν Λακεδαίμονα (θόρυβος.)
§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ τοῦ Σωτηροπούλου εἰς τὴν Τριφυλίαν.
§120ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα καὶ τοῦ Σωτηροπούλου, ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη τότε; τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ. Αὗται εἶναι, κύριοι, ἓν μέρος τῶν αἰχμαλωσιῶν, τὰς ὁποίας κατεχώρισεν ἡ ἐφημερὶς «Λύχνος». Ἡ «Αὐγὴ» εἰς μίαν ἀπάντησιν κατὰ τοῦ κ. Κορωναίου, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ἀφῆκε τὴν τάξιν ὅλην, ἀφ’ οὗ ἀνεχώρησε, λέγει. «Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶμεν ἐπίσης· οἱ λῃσταὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, δὲν ἐφόνευσαν τὸν πάρεδρον Βίψι Μάνθον Λάμπου; δὲν ἐφόνευσαν τὴν θυγατέρα του καὶ δὲν ᾐχμαλώτισαν τὸν υἱόν του Ἠλίαν; — Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του οἱ λῃσταὶ δὲν ᾐχμαλώτισαν τὸν υἱὸν τοῦ Κώστα Καραβία ζητοῦντες 4 χιλ. δραχ; — Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ λήσταρχος Λιαροκάππης δὲν ἐφόνευσεν εἰς Λεπινοῦν τὸν Γεώργιον Λιάπην; — Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ αὐτὸς λήσταρχος μετὰ τοῦ λῃστάρχου Τζιρλογιάννη δὲν ᾐχμαλώτισεν εἰς Παππαδάταις τοὺς ἀδελφοὺς Στέφανον καὶ Κόλιον Κοκκαλαίους; — Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, μεταξὺ Μύτικος καὶ Ζαβέρδας δὲν ᾐχμαλωτίσθη ὁ Ἰωάν. Σκιάφας; Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἔξωθι τῆς Βονίτζης οἱ λῃσταὶ δὲν συνέλαβον στρατιώτην τινὰ, δὲν τοῦ ἀπέκοψαν τὴν ῥῖνα καὶ τὰ ὦτα καὶ τὸν ἐσούβλισαν δίκην ἀρνιοῦ;» Ἡ «Πνὺξ» παρέχει τὸ ἐπεισόδιον τῆς εἰς Αἰδηψὸν ληστείας· πολλοὶ λῃσταὶ μεταβάντες δι’ ἀκατίου εἰς τὴν Εὔβοιαν, εἰσῆλθον εἰς τὸ χωρίον, καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ ἐφόνευσαν δύο, ἐλῄστευσαν καὶ ᾐχμαλώτισαν ἕνα, ὃν ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀναφέρεται τοῦτο εἰς τὴν ἐφημερίδα τὸν «Λύχνον», δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς ἐπασχολήσω μὲ τὰς λεπτομερείας· ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ «Λύχνῳ», ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ληστρικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Καὶ ποῦ νὰ συλλέξῃ τις ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἀριθμόν; Ἰδοὺ ἐν συνόψει τινὰς ἐκ τούτων, τὰς ὁποίας συνέλεξα «Ἡ συμμορία Κουτσουγιάννη ᾐχμαλώτισε τὸν Δ. Νταλασέραν ἐκ τοῦ χωρίου Μπονίκεβον, ἐξαγορασθέντα ἀντὶ 2000 δραχμῶν. Ἡ συμμορία Μπακούκου ᾐχμαλώτισε μίαν γυναῖκα ἐκ τοῦ χωρίου ἁγίου Βασιλείου τῶν Ἀνακτορίων ἐξαγορασθεῖσαν ἀντὶ 1500 δραχμῶν. Ἡ συμμορία Λιαροκάππη ᾐχμαλώτισε τὸν Παλούμπαν ἐκ Καντέλας, τὸν ὁποῖον ἀπέλυσεν ἀντὶ λύτρων ἐκ 3000 δραχμῶν. Καραγιάννης ὁ ἐκ Ζοβίτσης ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ τοῦ Κουνέλη. Δύο κάτοικοι ἐκ χωρίου Κανδύλας ἐφονεύθησαν καὶ τρίτος ᾐχμαλωτίσθη κατὰ τὸν Μάρτιον ὑπὸ τῆς συμμορίας Τσελογιανναίων. Ὁ Βασίλειος Φανέτας ἐκ Παλιάμπελη κρατεῖται ἤδη αἰχμάλωτος ὑπὸ τοῦ Μπακούκου. Τὰ κατὰ Βάλτον. Ἡ συμμορία Κουνέλη συνέλαβε καὶ ἀπέλυσεν ἀντὶ λύτρων τὸν Διονύσιον Ἐλευθερίου ἢ Ματζοῦκαν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Ὁ αὐτὸς λῄσταρχος συνέλαβε τὸν υἱὸν τοῦ Τζαμελῆ ἐκ Λεπαινῆς καὶ ἀπέλυσεν ἀντὶ λύτρων. Ὁ αὐτὸς συνέλαβε τοὺς ἀνεψιοὺς τοῦ Τζαμελῆ καὶ ἀπέλυσεν ἀντὶ λύτρων. Οἱ λῄσταρχοι Μουτζογιάννης καὶ Κολαπάνης συνέλαβον τὸν υἱὸν τοῦ Κώστα Πάνου ἐκ Σικαρανζιὰ, τον ὁποῖον ἔσφαξαν, ὡς μὴ ἐξαγορασθέντα. Ὁ λῃστὴς Κουτσογιάννης ἔλαβε φόρον ἀπὸ τὸν Τάσιον Φαφοῦντην διὰ νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ τό θέρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν του. Ὁ Κόκαλης αἰχμαλωτισθεὶς τὸν Μάϊον μῆνα ἐφονεύθη μὴ ἐξαγορασθείς. Ὁ Λιαροκάπης ἐλεηλάτησε τὸ χωρίον Βαριτάδες τοῦ Βάλτου. Οἱ Γεώργιος Χατζόπουλος, Καραΐσκος καὶ Σαλαμούρας ἀπεπειράθησαν ν’ ἀπαγάγωσι τὸν Θεόφραστον Ἰωαννίδην υἱὸν τοῦ προξένου τοῦ Καρβασαρᾶ, ὅπως ἀποδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν λῃστρικὴν συμμορίαν τοῦ Σαλαμούρα, ἥτις ἐτοποθετήθη πρὸ τῶν θυρῶν τῆς πόλεως. Ὁ λῄσταρχος Μασούρας ἔλαβε τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων λειβαδίων ἀπὸ τοῦ Ἰωάννου Σαγανᾶ. Ἡ συμμορία Κουνέλη ᾐχμαλώτισε τὸν ἐκ Κατούνης Καφρίτσαν. Ἡ συμμορία Μπακούκου ᾐχμαλώτισε τὸν Τσανοδῆμον καὶ Καρύκην ἐκ Κονοπίας. Ἡ συμμορία Τσερλογιάννη ᾐχμαλώτισε τὸν Νικήτα ἐκ Βλιτζοῦ λυτρωθέντα ἀντὶ 6000 δραχ. Ἡ συμμορία Κασοῦρα ᾐχμαλώτισεν ἐκ τοῦ χωρίου Προδρόμου ἕνα χοιροβοσκόν. Ἡ συμμορία Μαραλῆ καὶ Καστάνη ᾐχμαλώτισε τὸν Σωτηράκη ἐκ Κερασιαῖς τοῦ δήμου Θέρμου τῆς Τριχωνίας. Ἡ συμμορία τοῦ Ντουλαβέρη ᾐχμαλώτισε τὸν Γύφτον ἐκ τοῦ χωρίου Μποχωρίου τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου ἐξαγορασθέντα ἀντὶ 1500 δραχμῶν. Ἡ συμμορία τοῦ Λιαροκάπη καὶ Τσερλογιάννη ᾐχμαλώτισε τὸν υἱὸν τοῦ Φοῦκα βλαχοποιμένος ἐξ Ἀγρινίου. Ἡ αὐτὴ συμμορία ᾐχμαλώτισε ποιμένα ἐκ τοῦ ποιμνιοστασίου τοῦ Μίχα Ῥάπτη. Ἡ αὐτὴ συμμορία ἐλῄστευσεν ἀρτίως τοὺς ἐκ τῶν δήμων Ὀλένικα καὶ Αἰτωλικοῦ, Ταλιαμπέρην, Τσακαλέταν, Τσερτσημέλαν, Καρβουνιάρην καὶ Σαμαρᾶν. Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Καμάρα καὶ Σπανοῦ ἐλῄστευσαν καθ’ ὁδὸν 4 ἐκ τῶν δήμων Παμφίας, Καλαζόπουλον, Πιστόλαν καὶ ἄλλους 4 συνοδοιπόρους των. Κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἡ συμμορία τοῦ Σπαθιὰ συνέταξε κατάλογον ἐράνου, ἐπιβληθέντος εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Μοροσκλήβου τοῦ δήμου Παμφίας, συγκειμένου ἐκ πεντήκοντα οἰκογενειῶν. Ὁ ἔρανος ἂν δὲν ἦτο νόμιμος ἦτο δίκαιος, διότι διῃρέθη εἰς 7 κλάσεις, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης κατὰ τὴν διανομήν· ἀπὸ 50 μέχρι 600. Ἐπειδὴ δὲ οἱ κάτοικοι ἕνεκα ἀνεχείας ἐβράδυναν νὰ πληρώσωσι ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἡ συμμορία αὕτη ἑνωθεῖσα μετὰ τῆς συμμορίας τοῦ Τσιτοῦρα, μετέβη εἰς τ’ ἁλώνια τῶν κατοίκων, συνέλαβε 15, ἐν οἷς καὶ τὸν ἱερέα, ἔκλεισαν αὐτοὺς ἐντὸς καλύβης, καὶ ὁ μὲν ἀρχιλῃστὴς Σπανὸς ἔθηκε πῦρ διὰ νὰ τοὺς καύσῃ ζῶντας, ὁ δὲ Τσιτοῦρας ἔσβυσε τὸ πῦρ καταπείσας τὸν Σπανὸν νὰ δώσῃ νέαν προθεσμίαν δέκα ἡμερῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐφάνησαν ἀκριβεῖς, ἕνεκα τῆς συμφορᾶς. Τοιούτους δὲ ἐράνους ἐπέβαλον καὶ εἰς ἄλλους κατοίκους τοῦ δήμου Παμφίας». Ἀκούετε, κύριοι; Ἔλαβε φόρους ὁ λήσταρχος Κουτσογιάννης ἀπό τινα κάτοικον διὰ νὰ τῷ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ θερίσῃ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς του· διότι ἄλλως τὸν ἐφόνευε. Ἔχομεν, κύριοι, καὶ νέα πρόσφατα λαβόντα χώραν πρὸ 5 ἢ 6 ἡμῶν. «Τὴν 27 Ὀκτωβρίου ᾐχμαλωτίσθη ὁ Σαμαρᾶς, τὴν 26 τοῦ ἰδίου ᾐχμαλωτίσθη εἷς κάτοικος τῆς κωμοπόλεως Σταμνᾶς, τὴν 1 Νοεμβρίου ᾐχμαλωτίσθη ἐν αὐτῇ τῇ οἰκίᾳ του ὁ Ἰω. Ῥάγκος μεγαλοκτηματίας. Ἡ συμμορία Ἀρβανιταίων κατὰ τὴν 17 Ὀκτωβρίου ᾐχμαλώτισε κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς Ἀμφίσσης δύω ἀγωγεῖς, ἕνα ἐκ Δαδίου καὶ ἕνα ἀρβανιτόβλαχον. Τὴν 31 Ὀκτωβρίου ᾐχμαλωτίσθησαν εἰς τὸ χωρίον Πελιανὶ τοῦ δήμου Σπερχιάδος δύω χωρικοί, ὁ υἱὸς τοῦ Γιουρῆ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Νίκα, ἐπληγώθη δὲ καὶ ὁ ἕτερος υἱὸς τοῦ Γιουρῆ». Μόλις εἶχον τακτοποιήσει τὴν ἄτακτον ταύτην ὕλην, καὶ εἷς τῶν συναδέλφων μου μοὶ ἔδωκε τὸ φύλλον τῆς «Φωνῆς τοῦ Λαοῦ», ἐκδιδόμενον εἰς Λαμίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰς προσφάτους πράξεις, συνδεομένας εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα.
«ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ».
6 Νοεμβρίου 1869. Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν τριῶν ἀγωγιατῶν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀμφίσσης καὶ μετὰ τὴν λυπηρὰν ἀποτυχίαν τῶν ἀποσπασμάτων τοῦ 10 τάγματος παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν φονευθέντων παρὰ τῶν κακούργων τριῶν στρατιωτῶν καὶ πληγωθέντων δύω ἄνευ οὐδενὸς κατὰ τῶν λῃστῶν ἀποτελέσματος, ἔχομεν καὶ τὴν ἑβδομάδα ταύτην ν’ ἀναγγείλωμεν νέα λυπηρὰ τραύματα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐν τῇ ἀτυχεῖ ταύτῃ ἐπαρχίᾳ μας. 1) Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τῶν Μπελεχαίων, ὡς λέγεται, ᾐχμαλώτισεν εἰς Μούστροβον τοῦ χωρίου Σέλιαννης δύο κατοίκους πληγώσασα καὶ ἕτερον, ἐργαζομένους εἰς τοὺς ἀγρούς των. 2) Ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Καραγιάννη καὶ Βελούλα ἐλλοχεύουσα ὀλίγον μακρὰν τοῦ στρατῶνος τῆς Ὑπάτης περὶ τὴν πρωΐαν τῆς προχθὲς συνέλαβον τὸν Πλατὺ μετὰ τοῦ γαμβροῦ του Καθάργιου μεταβαίνοντες εἰς τὸ χωρίον των Χωμίργιαννη. 3) Εἴς τι χωρίον τῶν Κραββάρων τῆς Ναυπακτίας ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Κωσταντέλου ᾐχμαλώτισε ἕνα κάτοικον. 4) Εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν ἑτέρα συμμορία καὶ ὡς λέγεται τοῦ Σπαθιᾶ, ᾐχμαλώτισεν ἐπίσης ἕνα κάτοικον. 5) Κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος ἐγένοντο δύο αἰχμαλωσίαι. 6) Σήμερον λῃστρική τις συμμορία εἰς χωρίον Σπαρτιᾶ τοῦ δήμου Φαλάρων συνέλαβον καὶ ἀπήγαγον ὡς αἰχμαλώτους δύο κατοίκους τοῦ αὐτοῦ χωρίου, ἐν ὅλῳ στενάζουσιν εἰς χεῖρας τῶν κακούργων 13 συμπολῖταί μας!!!» Ἀκόμη ἓν, ὅπερ εἶναι πολὺ νόστιμον, σᾶς παρακαλῶ· νὰ μὴ κουρασθῆτε, ν’ ἀκούσητε καὶ τοῦτο, διότι εἶναι πολὺ νόστιμον αὐτὸ τὸ ἀξιόλογον τῆς λῃστείας ἐπεισόδιον. Μία συμμορία εἶχε λάβει τινὰ αἰχμάλωτον· οἱ συγγενεῖς τοῦ αἰχμαλώτου ἑνωθέντες καὶ αὐτοὶ ἐν εἴδει λῃστρικῆς συμμορίας, συνέλαβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Μπακκούκου, ὅστις εἶχε κόψει τὸ ὠτίον τοῦ αἰχμαλώτου, πρὶν ἢ λάβῃ τὰ λύτρα. Ἀφοῦ δὲ συνέβη ἡ αὐταιχμαλωσία ἦλθον εἰς διαπραγματεύσεις ἀνταλλαγῆς τῶν αἰχμαλώτων, ἀλλ’ οἱ συγγενεῖς ζητοῦν νὰ προσκολληθῇ τὸ ἀφαιρεθὲν ὠτίον, ἄλλως ἀπειλοῦν νὰ κόψουν τὴν κεφαλὴν τοῦ αἰχμαλώτου ἀδελφοῦ τοῦ Μπακούκου. Φαντασθῆτε ποῦ κατήντησαν οἱ κάτοικοι ν’ ἀπαρτίζουν συμμορίας λῃστρικὰς διὰ νὰ ἐκδικῶνται τὰς λῃστρικὰς συμμορίας, νὰ αἰχμαλωτίζουν καὶ αὐτοὶ τοὺς συγγενεῖς τῶν λῃστῶν. Ἠκούσθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἕως τόρα; ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν εὑρίσκομαι περὶ τούτου. Ἠδυνάμην, κύριοι, καὶ ἄλλα νὰ φέρω μαρτυρολόγια, ἀλλ’ αὐτὰ, νομίζω, εἶναι ἀρκετὰ νὰ πείσουν ἕκαστον περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ληστείας εἰς τὸ ἓν τρίτον τοῦ Κράτους· αὐτοὶ οἱ δύο νομοὶ εἶναι προγεγραμμένοι πλέον, δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου· ἐκεῖ ἡ κυβέρνησις οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχει, ἐκεῖ βλέπετε, ὅτι οἱ λῃσταὶ ἀποβάλλουν βλαχοποιμένας ἀπὸ τὰ λειβάδια τὰ δημόσια, εἰσπράττουν φόρους, ἐπιβάλλουν ἐράνους καὶ λῃστεύουν ὁλόκληρα χωρία· οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει, οὐδεμία δύναμις, οὐδὲ ἰσχὺς, οὐδὲ ἐμφάνισις τῆς κυβερνήσεως νὰ τοὺς καταβάλῃ ἢ φοβίσῃ, τὸ χειρότερον δὲ πάντων ἐπιτίθενται κατὰ τῶν ἀποσπασμάτων· ἕως τώρα οἱ λῃσταὶ εἶχον θέσιν ἀμυντικὴν, ἀλλὰ τώρα κατήντησαν εἰς θέσιν ἐπιθετικήν· ἐνῷ ἄλλοτε ἦσαν 200, σήμερον εἶναι 400, ἐνῷ ἄλλοτε ἦσαν 23 συμμορίαι, σήμερον εἶναι 49, καὶ ποῖος οἶδεν, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀνικανότης τῆς κυβερνήσεως ἐπεκταθῇ ἐπί τινα καιρὸν, ἂν δὲν θὰ καταντήσῃ ὅλος ὁ κόσμος νὰ γίνῃ λῃστὴς καὶ εἰσβάλουν εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἀφοῦ καὶ εἰς τὴν Ἰθάκην κατέβησαν διὰ πλοιαρίων καὶ εἰς τὴν Εὔβοιαν καὶ ἐδῄωσαν χωρίον ὁλόκληρον! Εἰς τοιαύτην ἀπόγνωσιν ἦλθον οἱ κάτοικοι, ὥστε ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἀνέφερε καὶ ζητεῖ προστασίαν ἄλλης δυνάμεως.
§121ΤΙΝΕΣ. Τῆς Τριχωνίας.
§122ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Τριχωνίας, μάλιστα — πρᾶγμα φρικτὸν, κύριοι, καὶ ἀνήκουστον, δὲν ἔχει προηγούμενον αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν φθάνει, ὅτι τὸ ⅓ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑποχείριον τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ τὸ κακὸν ἤρχισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Πελοπόννησον. Εἶναι, γνωστὸν, ὅτι τὸν Βαλσαμάκην τὸν συνέλαβον εἰς τὴν πλέον πολυάριθμον εἰρηνικὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας καὶ τὸν ἐκράτησαν 4 μῆνας καὶ τὸν περιέφερον διὰ νὰ λάβουν τὰ λύτρα, ἀρχόμενοι ἀπὸ ἓν μέγα μυθῶδες ποσὸν 50,000 λίρας καταλήξαντες εἰς 50 ἢ 40,000 δραχμάς· τὸν συνέλαβον εἰς τὴν πατρίδα ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἀπέλυσαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἑνὸς ἄλλου ὑπουργοῦ, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, τὴν Γορτυνίαν· 4 δὲ μῆνας τὸν ἐκράτουν οἱ λῃσταί· ποῦ ἦτον αὐτὴ ἡ ἐξουσία, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα; ἐξουσία, ἥτις ἀφίνει μίαν λῃστρικὴν συμμορίαν νὰ περιφέρεται 4 μῆνας μὲ τὸν αἰχμάλωτον χωρὶς ν’ ἀνακαλύψῃ τὰ ἴχνη της εἶναι ἐξουσία; Ἤκουσα ὅτι καὶ ἐπὶ Βούλγαρη ὁ κ. Σωτηρόπουλος ᾐχμαλωτίσθη, μάλιστα, ἐγὼ δὲν ἀπορῶ, ὅτι ᾐχμαλωτίσθη ὁ Βαλσαμάκης, ἀλλὰ διότι 4 μῆνας ἔκρυπτον αὐτὸν τὸν αἰχμάλωτον εἰς την Πελοπόννησον.
§123ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμε τότε ὁ Βούλγαρης;
§124ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ θὰ ἔλθω. Ἅμα ἀναγνώσῃς τὸ βιβλίον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, θὰ ἴδῃς τὴν διαφοράν. Ἰδοὺ ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐνεργειῶν τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ τῆς παρούσης, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἀμέσως ἐπελήφθη τῆς καταδιώξεως τῶν λῃστῶν μετὰ τοιαύτης δραστηριότητος, ὥστε, ὡς ὁ ἴδιος κ. Σωτηρόπουλος ὁμολογεῖ ἐν τῷ ἐκδοθέντι φυλλαδίῳ του, οἱ συγγενεῖς του ἀπειληθέντες ὑπὸ τῶν λῃστῶν ἔσπευσαν νὰ παρακαλέσωσι τὸν κ. Βούλγαρην νὰ χαλαρώσῃ τὰς καταδιώξεις διὰ νὰ περαιωθῶσιν αἱ περὶ λύτρων διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν λῃστῶν. Ὁ κ. Βούλγαρης ἐνέδωκεν εἰς τὰς δικαίας ταύτας παραστάσεις· ἡ σύντονος ἐνέργεια ἐβράδυνε πολὺ τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐκρατήθη μόνον 30 ἡμέρας, ἐνῷ ὁ Βαλσαμάκης ἔκαμε 4 μῆνας· αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Βαλσαμάκη καὶ Σωτηροπούλου.
§125ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Ὡραία διαφορά.
§126ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὡραία, μάλιστα.—Ἀλλὰ, κύριοι, τρομερὰ ἐγένετο ἐν Λακεδαίμονι λῃστεία, ἡ ὁποία πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων δὲν εἶχε λάβει χώραν, εἶναι πρωτοφανὴς μάλιστα εἰς τὴν Πελοπόννησον ἡ ληστεία ἡ ὁποία συνέβη εἰς τὸ χωρίον Βαμβακοῦ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος· ἀκούσατε· ἡμέραν κυριακὴν ἀνίσχοντος τοῦ ἡλίου, ὅταν ἐκκλησιάζωντο οἱ κάτοικοι εἰς τὴν ἐκκλησίαν, 40 λῃσταὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτὸ τὸ χωρίον τὴν Βαμβακοῦς, τινὲς μὲν κατέλαβον ὅλας τὰς ἐπικαίρους θέσεις, ἄλλοι τὴν πύλην τοῦ ναοῦ, οἱ δὲ ἄλλοι μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Μαυρογέννη ἐμπειρικοῦ ἰατροῦ καὶ ἑκατομμυριούχου, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐβασάνισαν ἐπὶ πολλὰς ὥρας, σπῶντες τὰ ὀστᾶ τῶν ἄκρων καὶ καίοντες δι’ ἀνθράκων πεπυρωμένων τὰς σάρκας του, ἀφοῦ ἔλαβον καὶ ἀνέγνωσαν πολλὰ ὁμόλογα, ἐξ ὧν ἐξέσχισαν πλεῖστα αὐτῶν καὶ ἔλαβον ὅλον τὸ χρυσίον ἀναβαῖνον μέχρι 200,000 δραχμῶν, διαμείναντες περὶ τὰς 3 ὥρας, ἀνεχώρησαν χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς καταδιώξῃ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ληστεία ἡ τόσον μεγάλη ἔχουσα 40 ὀπαδοὺς, δὲν ἐπράχθη ὑπὸ μόνων λῃστῶν· ἐννοεῖτε, ὅτι ἦσαν καὶ κάτοικοι ἐκ τῶν πέριξ χωρίων, τὶ δ’ ἔπραξεν ἡ ἐξουσία; δύο ἡμέρας μετὰ τὸ γεγονὸς, ὅτε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ πλουσιώτερος τῆς Λακεδαίμονος ἀπέθνησκεν, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀφυπνισθεῖσα, ἔστειλεν ἀνακριτὴν, ὅστις δὲν ἐπρόφθασε νὰ τὸν ἐξομολογήσῃ ἐνόρκως, καὶ ἀφοῦ μετέβη ἡ ἐξουσία τί ἔκαμεν; ἔφαγε δύο ὄρνιθας ἢ ἓν ἀρνὶ, ἐξέτασεν ἕνα ἢ δύο μάρτυρας καὶ ἀνεχώρησε. Τί συμβαίνει, κύριοι, μὲ τὴν δικαιοσύνην μας; καὶ ἄλλοτε ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ τὰς λέγω εἰς τὴν παροῦσαν ὁμιλίαν. Ὁ ἀνακριτὴς ὁ μεταβαίνων νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ἂν ᾖναι πολιτικὸς σκοπὸς, συλλαμβάνει τοὺς ἀθώους, τοὺς ἐναντίους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εὐνοεῖ καὶ προστατεύει, ἂν δὲ ᾖναι ἔγκλημα πραττόμενον ὑπὸ ἀνθρώπων μὴ προστατευομένων, ἐνεργεῖ ἀνάκρισιν περὶ τῆς ἱστορικῆς ἐξακριβώσεως τοῦ γεγονότος, ὅτι δηλ. ἐφονεύθη ὁ δεῖνα, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, λαμβάνει τὰ ὁδοιπορικά του καὶ ἀφίνει τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὸ χρονοδούλαπον· κυρίως οἱ ἀνακριταὶ ὁ ἕνας διαδέχεται τὸν ἄλλον ὡς οἱ ταχυδρόμοι, ὥστε ὁ διάδοχος δὲν γνωρίζει τί ἔκαμεν ὁ προκάτοχος· μένουν δὲ ὅλαι αὗται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τῆς δικαιοσύνης, διότι ἔχει κεκλεισμένας χρήσεις καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης, ὡς ἔχει καὶ τῶν οἰκονομικῶν, αὐταὶ δὲ αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις τῆς δικαιοσύνης ἐξογκοῦνται κατ’ ἔτος, καὶ βλέπετε, ὅτι εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον τῆς Σπάρτης ὑπάρχουν 4,000 ποινικαὶ δίκαι, εἰς τὸ τῶν Καλαμῶν 12,000 καὶ εἰς ἄλλα πολλαὶ χιλιάδες, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εὑρίσκεται οὔτε μία ἐνέργεια ἀνακριτικὴ, ἐξ ὧν ἀφῃρέθησαν ἀκόμη καὶ αὗται αἱ καταμηνύσεις, αἱ ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν, αἱ πρῶται μαρτυρίαι, καὶ ταῦτα περὶ τῶν κυριωτέρων ἐγκλημάτων τοῦ φόνου, τῆς λῃστείας, τῆς ζωοκλοπῆς ἐγκλήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ λεγομένη ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ἦτο μία κυβέρνησις συνετὴ καὶ δραστηρία, ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνουν αὐτά. Τοῦ Λύγκου ἡ συμμορία ἀριθμεῖ 4, 5 λῃστάς· αὐτοὶ ἦσαν 40· διὰ νὰ λῃστεύσουν βεβαίως ἓν χωρίον, κατοικούμενον ὑπὸ 200 οἰκογενειῶν ἐν σταθερᾷ μεσημβρίᾳ, ἐννοεῖται, ὅτι εἶχον συντρόφους· ἠδύνατο δὲ δραστήριος ἀνάκρισις, δραστηρίως ἐνεργοῦσα, ν’ ἀνακαλύψῃ τοὺς συνενόχους, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο, καὶ οἱ συγγενεῖς στενάζουν καὶ φοβοῦνται μάλιστα, διότι ἠθέλησε νὰ ὑπενθυμήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς δραστηρίας καταδιώξεως, ἐπειδὴ ἔλαβε γράμματα ἀνώνυμα, ὅτι θὰ καταδιωχθοῦν μέχρι θανάτου, ἐὰν ἐπιμένουν. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς μιᾶς κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἄλλης, κατά τε τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν διοικητικὴν καταδίωξιν. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα ἀποχρώντως, φοβοῦμαι δὲ ὅτι ἴσως σᾶς ἐκούρασα καὶ ἐξήντλησα τὴν ὑπομονήν σας, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ ᾖναι εὐχάριστος, ὅτι τὸ ζωτικώτερον ἀντικείμενον, ὅτι τὸ ἱερώτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἷς ἀντιπρόσωπος νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι παραμελημένον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἀνικανότητα καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ καταβάλῃ αὐτὸ τὸ τρομερὸν τέρας, αὐτὴν τὴν ληστείαν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἀτιμάζει τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καταστρέφει τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας. Ὅταν, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, καὶ εἶπον χιλιάκις, ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εἶναι παγιωμένη, τίποτε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τί ἔλειψεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; χρήματα; Χρήματα αὕτη ἐδαπάνησε πλειότερα πάσης ἄλλης, παραβιάσασα ῥητὸν νόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ὑπέβαλεν εἰς ψήφισιν, εἰποῦσα δίδω τὰ χρήματα διὰ τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὄχι δι’ ἄλλας περιστάσεις· δὲν συγχωρεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, νὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἄλλην ἀνάγκην τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ πολέμου. Παραβιάσασα δὲ τὸν νόμον ἐξώδευσε κατ’ αὐτὴν 4, καθ’ ἡμᾶς δὲ 8 ἑκατομμύρια. Ἔλλειψαν στρατιωτικαὶ δυνάμεις; εἶχε συγκεντρωμένον εἰς τὰς χώρας τῆς ληστείας τόσον στρατὸν, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καυχᾶται, ὅτι ηὔξησεν αὐτόν· εἶχε πρὸς τούτοις ὑπὲρ ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὠφέλιμον προηγούμενον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸ μὲν ἥμισυ τῆς ληστείας εἶχε καταστρέψει, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἶχε καταστείλει καὶ καταστήσει ἀνικάνους νὰ πράξωσι ληστείαν· ἡ συγκοινωνία ἦτον ἐλευθέρα, ὅταν ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὸ ἐμπόριον ἐπανελθὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν του καὶ αἱ συναλλαγαὶ ἐπανελαμβάνοντο ἀπολύτως· ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα προηγούμενα καὶ τοιαῦτα μέσα βλέπομεν μετὰ λύπης αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, βλέπομεν ἀντὶ 23, 49 συμμορίας, βλέπομεν ἀντὶ μιᾶς ἢ δύω αἰχμαλωσιῶν σήμερον ἑκατὸν τοιαύτας! Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφράσει τὴν δυσαρέσκειάν της, θέλει δὲ καταδείξει οὕτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ καταβάλῃ τὴν ληστείαν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ πάσης κοινωνίας...
§127ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν προλαλήσαντα βουλευτὴν, κύριον Βαλασόπουλον, ἀναγινώσκοντα μαρτυρολόγιον καὶ τῶν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι συμβαινόντων δυστυχημάτων καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὸν συνώδευε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὁμιλίας του ἡ εὐγνωμοσύνη μου, διότι ὑπέθεσα, ὅτι προετοιμάζει οὕτω τὰ πνεύματα καὶ τὰς διαθέσεις τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅπως ἐν γνώσει αὔριον ἢ μεθαύριον (ὅτε θὰ συζητήσωμεν τὸν κατὰ τῆς ληστείας νόμον, εἰσαχθέντα ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ πολλοῦ παρὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐσχάτως ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας τῶν ἐπιτροπῶν), ὅπως ἐν γνώσει, λέγω, καὶ προητοιμασμένοι, ὡς εἰπεῖν, οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀποφασίσωσι καταλληλοτέρας διατάξεις καὶ καταλληλότερα μέτρα ἐν τῷ καταρτιζομένῳ νόμῳ κατὰ ληστείας. Δυστυχῶς ὅμως, ὅταν ἦλθεν εἰς τὸ συμπέρασμά του ὁ κύριος βουλευτὴς, ἐλυπήθην καὶ ἐταράχθην, διότι καὶ ἐπὶ τῶν παθημάτων τῶν ἀτυχῶν κατοίκων τῆς Στερεᾶς, ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κτίσῃ πολιτικὸν οἰκοδόμημα, ἢ μᾶλλον εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅπως καταλάβῃ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του τὴν ἐξουσίαν. Δὲν λησμονεῖτε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, ὡμίλησα καὶ ἐγὼ κατὰ τῆς λυπηρᾶς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, καὶ ἐπρόσθεσα μάλιστα καὶ τὴν βλάσφημον ἐκείνην ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ εὐτυχῶς τὸ κακὸν ἐγενικεύθη, ὑπάρχει βεβαιοτέρα ἐλπὶς, ὅτι ἡ ληστεία θὰ καταστραφῇ, διότι ἐνδιαφερόμεθα ὅλοι. Καὶ βεβαίως, ὅταν τὸ κακὸν ᾖναι γενικὸν, ἀφεύκτως ἐπέρχεται καὶ ἡ ῥιζικὴ θεραπεία καὶ διόρθωσις αὐτοῦ. Τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, παρατηροῦμεν, ὅτι μὲ τὰ ἀντιγεγραμμένα μέτρα τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, τροποποιημένα πάντοτε, δὲν φθάνει εἰς τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τῆς ληστείας, ἠθέλησε νὰ προέλθῃ καὶ εἰς νομοθετικὰ μέτρα καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ εἰσάξῃ πρὸ πολλοῦ νομοσχέδιον, ὡς καὶ τὸ ἔπραξε. Τὸ παράδειγμα τοῦ ὑπουργείου ἐμιμήθησαν καὶ βουλευταὶ καὶ δημοσιογράφοι καὶ ἄλλοι, ὅπως συντρέξωσι διὰ τῶν γνώσεών των νὰ καταρτισθῇ νόμος, καθιερῶν καταλληλότερα μέτρα καὶ διατάξεις. Ὅλοι δὲ γνωρίζουν, κύριοι, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσὶ 3 ἢ 4 νομοσχέδια εἰσηγμένα. Ἂς σπεύσωμεν λοιπὸν νὰ τελειώσωμεν σήμερον ἕως αὔριον τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν, ὅστις εἶναι ἤδη περὶ τὸ τέλος του, καὶ ἀμέσως ἂς ἐπιληφθῶμεν τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἤτοι τὸν νόμον περὶ ἀποτελεσματικῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Τὴν κανονικὴν ταύτην ἐργασίαν συνιστῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ ἔργα μᾶλλον παρὰ εἰς τοὺς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν ἄλλως, ἕνεκεν τῶν παρεμπιπτόντων συνήθως τούτων ζητημάτων, νὰ συζητῶμεν καὶ ἀποφαινώμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τὸ κράτος πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ οὐχὶ τῶν ἔργων.
§128Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἀντὶ ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἀντίκρουσιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος κ. Βαλασσοπούλου, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Χατζίσκου. Οὐδόλως συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Χατζίσκου. Ἀφοῦ ἅπαξ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ ὑπουργεῖον ἀποδέχεται μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὅταν ῥίπτωσι τὸ χειρόκτιον, ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ μὴ τὸ ἀποβάλωμεν. Τὸ δεχόμεθα λοιπὸν καὶ προχωροῦμεν θαῤῥαλέως εἰς τὴν πάλην ταύτην. Δὲν μοὶ εἶναι, κύριοι, εὔκολον, οὐδ’ ἐπιθυμῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν τῆς Λακεδαίμονος εἰς ὅλας τὰς ἐκδρομάς του τὰς ἱστορικάς. Ἀφίνω, λοιπὸν, ἥσυχον καὶ τὸν Πομπήϊον καὶ τὸν Βενεδέτην, καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ λόγου του. Ὁμιλῶν ὁ κ. Βαλασσόπουλος περὶ τῶν λόγων καὶ περὶ τῶν αἰτίων τῆς ληστείας, σᾶς ἀπέδειξεν ἐν γένει τὰ αἴτια καὶ εὐτυχῶς σᾶς ἀνέφερε τὸ σπουδαιότερον ἴσως ὅλων, τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν ἐκ μέρους τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν μὴ προσήκουσαν συνδρομὴν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Οὐδόλως ἀμφισβητεῖται καὶ πολλαὶ κυβερνήσεις δι’ ὑπομνημάτων ἐκτεταμένων καὶ ἐμβριθῶν ἀπέδειξαν, πόσον ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις τῶν μεθορίων συντείνει εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ληστείας. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ὡς ἀναμφισβητήτου, ὡς μαθηματικοῦ ἀξιώματος, δὲν πρόκειται σήμερον. Ἡ μὴ προσήκουσα συνδρομὴ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν καταστολὴν καὶ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας ὑπῆρξε τὸ σημαντικώτατον αἴτιον τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ληστείας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς συνῆψε σύμβασιν μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας πρὸς καταστολὴν τῆς ληστείας. Ἡ σύμβασις αὕτη δυστυχῶς δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἀπὸ τῆς εἰσόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἐπαύσαμεν παριστῶντες καὶ διὰ τῶν ἡμετέρων πρέσβεων, καὶ διὰ τῶν πρέσβεων τῶν ἐγγυητριῶν δυνάμεων ἐνταῦθα, τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης ταύτης. Μετὰ πολλὰς, κύριοι, παραστάσεις, μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις ὑπεσχέθησαν ἡμῖν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἴσως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν λαλῶ, ἤρχισεν εὐτυχῶς ἐκτελουμένη ἡ σύμβασις αὕτη. Διὰ τῆς ἐκτελέσεως δὲ ταύτης ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ τόπος θέλει ἀπαλλαγῇ κατὰ μέγα μέρος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον τὸν πιέζει. Ἀφίνων, κύριοι, τὰ αἴτια τῆς ὑπάρξεως τῆς ληστείας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἠθέλησε νὰ κάμῃ σύγκρισιν τῆς θέσεως τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868 πρὸς τὴν θέσιν τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1869, τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκείνη ἐπήνεγκε κατὰ τῆς ληστείας, τῶν ἀποτυχιῶν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως κατὰ τῆς ἰδίας μάστιγος. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς ἀληθείας νὰ ἐμμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου περισσότερον, παρ’ ὅτι ἐπεθύμουν, καὶ παρ’ ὅ,τι ἡ πάσχουσα φωνή μου σήμερον μοὶ τὸ ἐπιτρέπει. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος εἶπεν, ὅ,τι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη κατέστρεψε τὴν ληστείαν μετὰ μίαν κρίσιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος διῆλθε κατὰ τὰ 1854. Τὸ ἓν, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι ἐπὶ τῆς πρώτης πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ὕδρας, κ. Βούλγαρη, κατὰ τὰ 1857 τῇ συνδρομῇ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἡ ληστεία κατεστράφη. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο κατὰ τὰ 1854, ἤτοι δὲν ἐγένετο ἀμέσως μετὰ τὴν κρίσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐτάραξεν ὅλην τὴν ἐπικράτειαν. Ἡ καταστροφὴ τῆς ληστείας ἔλαβε χώραν τρία ἔτη μετὰ τὴν κρίσιν περὶ τῆς ὁποίας σᾶς λαλῶ· ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ κρίσις τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς διῆλθε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1869, ὅτι ἡ κρίσις αὕτη ἦτο μικροτέρα, ἦτο πλέον ἀσήμαντος ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ 1854; καὶ τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἔτρεμεν ὅταν ἐσυλλογίζετο αὐτὸ τὸ φάσμα τῆς πτώσεως τῆς Κρήτης; ποσάκις ἐγὼ αὐτὸς συνομιλῶν μετὰ μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μεθ’ ὧν τότε συνέπραττον, ποσάκις δὲν ἐτρομάζομεν καὶ δὲν ἐσυλλογιζόμεθα μετὰ φόβου τὴν στιγμὴν τῆς πτώσεως τῆς Κρήτης, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Ἡ κρίσις λοιπόν, κύριοι, ἦτο σημαντικὴ, ἡ κρίσις τὴν ὁποίαν διήρχετο ἡ δημοσία ἀσφάλεια κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο σημαντικωτέρα τῆς κρίσεως τοῦ 1854. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη κατὰ τὸ 1857 κατώρθωσε νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ληστείαν δὲν τὸ κατώρθωσε, κύριοι, ἀμέσως μετὰ τὴν κρίσιν τοῦ 1854 ἀλλὰ τὸ κατώρθωσε μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1869 εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 καὶ ὁμιλῶν, κύριοι, περὶ τῆς θέσεως τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κυβερνήσεως ἐννοῶ πάντοτε τὴν θέσιν τὴν σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς· ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν μέρει ἐκόπασεν ἡ ληστεία, εὑρίσκετο ἀπηλλαγμένη ἐξ 75 περίπου ληστῶν καὶ τῶν κυριωτέρων καὶ ἐπιτηδειοτέρων ληστῶν, διότι οἱ λησταὶ οὗτοι εἶχον μεταβῆ τότε εἰς τὴν Κρήτην. Ὅταν ὅμως κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1868 περὶ τὸν Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὗτοι ἐπανῆλθον ἐκ τῆς Κρήτης, ἡ ληστεία ὕψωσε θρασεῖαν κεφαλήν. Ἡ ληστεία τότε εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν ἐδέσποζε, καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἔλαβον ἀπελπιστικὸν τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου τῆς Ἀκαρνανίας καὶ τῆς Αἰτωλίας κ. Ῥωσσέτου «διοίκησις, ἔγραφε, δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Βάλτον· δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Βάλτον· στρατὸς δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Βάλτον, λησταὶ δεσπόζουν καὶ διοικοῦσι τὴν ἐπαρχίαν ταύτην· πράξατε ὅ,τι δυνηθῆτε.» Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κατηγορήσω οὐδεμίαν κυβέρνησιν, καὶ ὅταν δὲν μὲ φέρωσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀμύνης, συνείθισα νὰ μένω ἐντὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἐντὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς πάλης. Ἀναφέρων, κύριοι, γεγονότα, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω οὐδεμίαν κυβέρνησιν, διότι ἡ πεποίθησις ἐμοῦ εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνήσεις κατέβαλον ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ καταστείλουν τὴν ληστείαν, καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ ἦναί τις λίαν κακότροπος διὰ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ὅτι ἑλληνικὸν ὑπουργεῖον δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ τόπου ἐκ τῆς μάστιγος ταύτης. Εὑρισκόμεθα, εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Βαλασσόπουλος, εἰς εὐάρεστον θέσιν κατὰ τὰ 1869 διὰ νὰ καταστρέψωμεν τὴν ληστείαν ἐντὸς δύο μηνῶν· εἴχατε, μᾶς εἶπεν, εἴχατε 10,000 στρατὸν συγκεντρωμένον εἰς δύο σημεῖα τῆς στερεᾶς· ἠδύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε αὐτὰς τὰς 10,000 στρατοῦ, διὰ νὰ καταστρέψητε τὴν ληστείαν. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βαλασόπουλος νὰ ἔφερε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο σπουδάζων. Καὶ πρῶτον σᾶς παρατηρῶ, ὅτι οὐδέποτε συνεκεντρώθησαν κατὰ τὰ δύο σημεῖα τῆς στερεᾶς 10,000 στρατοῦ· μόλις ὁ συγκεντρωθεὶς στρατὸς εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα ἀνήρχετο εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 7,000. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, νομίζετε, ὅτι ἦτο φρόνιμον, ἡ κυβέρνησις ν’ ἀφήσῃ ὅλας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους, ὅπου ἤρχιζεν ἡ δημοσία τάξις νὰ κλονίζεται, νομίζετε ὅτι ἦτο φρόνιμον ἡ κυβέρνησις ν’ ἀφίσῃ κενὰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας ἀπὸ τὸν στρατόν; νομίζετε, ὅτι ἡ Πελοπόννησος ὁλόκληρος, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε μείνει οὐδεὶς στρατιώτης, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἄνευ στρατοῦ, ἐνῷ ἡ δημοσία τάξις διεσείετο, ἐνῷ οἱ φυγόδικοι ἐπλεόναζον καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἀκόμη τοῦ κράτους; Νομίζετε, ὅτι ἦτο φρόνιμον ἡ κυβέρνησις ν’ ἀφήσῃ τὰ μέρη ταῦτα ἄνευ στρατοῦ; Καὶ δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Βαλασσόπουλος, ὅτι ἐὰν ἔλαβε χώραν τὸ δυστυχὲς ἐκεῖνο συμβὰν τῆς Βαμβακοῦς ἔλαβε χώραν, διότι ἡ δημόσια τάξις εἶχε κλονισθῆ εἰς τὴν Πελοπόννησον, διότι οἱ φυγόδικοι εἶχον ἀναλάβει θάῤῥος, μὴ βλέποντες οὐδαμοῦ στρατόν; Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ὄχι 10,000 στρατοῦ, τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς 7 αὐτὰς χιλιάδας νὰ τὰς ἀφήσῃ ἐκεῖ εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ τόπος διήρχετο κρίσιν σπουδαίαν καὶ ἡ κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως καθ’ ὅλον τό κράτος. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος εἰσελθὼν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ληστρικῶν συμμοριῶν καὶ τῶν λῃστῶν ἠπατήθη μεγάλως· 230 λῃστὰς, σᾶς εἶπεν, εὗρε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ ἄφησε 130. Τοῦτο, κύριοι, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσω, ἦτο νὰ ἐκθέσω πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ κράτους τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ἔπρεπε νὰ προστρέξω οὐχὶ εἰς ἐφημερίδας, οὔτε εἰς τὸν «Λύχνον», οὔτε εἰς τὴν «Πνύκα», ἔπρεπε νὰ προστρέξω εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα, διότι αὐτὴ ἦτον ἡ ἐπίσημος πηγὴ, ἐξ ἧς ὤφειλον νὰ ἀντλήσω τὰς πληροφορίας μου περὶ τῶν ὑπαρχόντων τότε λῃστῶν. Ἐφρόντισα τὴν ἔκθεσιν ταύτην νὰ τὴν συντάξω ἀμέσως· οὕτω πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν εἴσοδόν μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐτυπώθη. Ἰδοὺ, κύριοι, τί λέγω ἐν τῇ ἐκθέσει μου πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιδεδομένων εἰς τὴν λῃστείαν συνίσταται εἰς 260 περίπου, ἐξ ὧν οἱ μὲν 110 ἀνήκουσιν εἰς τὸν νομὸν Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, οἱ δὲ 150 εἰς τοὺς νομοὺς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ μέρος εἰς τὸν νομὸν Ἀττικοβοιωτίας». Διακόσιοι λοιπὸν ἑξήκοντα λῃσταὶ ὑπῆρχον κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφείλομεν ν’ ἀλλάξωμεν σύστημα καταδιώξεως τῆς λῃστείας, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἐμμίσθους ἐθνοφύλακας καὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν στρατὸν τῆς γραμμῆς καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀμφότερα ταῦτα τὰ σώματα ἔδωκαν ἄλλοτε παράδειγμα σπουδαῖον τῆς καταστροφῆς τῆς λῃστείας. Ἔπρεπε νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας εἰς τὸν στρατόν· τὴν ἐνεπιστεύθημεν, καὶ διότι τὴν ἐνεπιστεύθημεν δὲν εἴμεθα οὐδόλως μετανοημένοι. Ὁ στρατός, κύριοι, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του μετὰ θαυμαστοῦ ζήλου καὶ ὀφείλω νὰ τὸν ἐπαινέσω δημοσίᾳ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅ,τι εἶπον εἰς μομφὴν τοῦ στρατοῦ, δηλ. ὅτι ἡ λῃστεία ἔλαβε θάῤῥος, ὥστε ἔλαβε θέσιν ἐπιθετικὴν κατὰ τῶν ἀποσπασμάτων, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἂν ἐσχάτως κατὰ τὸν δῆμον Φαλάρων συνέβη τι, δὲν ἐπετέθησαν οἱ λῃσταὶ κατὰ τῶν ἀποσπασμάτων· ἓν ἀπόσπασμα ὑπὸ ζωηρὸν ἀνθυπασπιστὴν εἰσῆλθε πρὸς ἀνίχνευσιν τῶν λῃστῶν· ὁ ἀνθυπασπιστὴς, ζωηρὸς, δὲν ἤκουσε τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνωτέρου του, ὅστις τὸν εἶχε διατάξει νὰ προβῇ πρὸς ἀνίχνευσιν τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ νὰ προβῇ μετ’ ἀποσπάσματος 60 ἀνδρῶν· αὐτὸς ὅμως ἔλαβε μόνον 23, εἰσῆλθε πρὸς ἀνίχνευσιν καὶ ἀπήντησε σῶμα 8 φουστανελοφόρων, δὲν τοὺς διέκρινεν ὅτι ἦσαν λῃσταὶ, τοὺς ἐξέλαβεν, ὅτι ἀνῆκον εἰς ἓν εὐζωνικὸν τάγμα. Πιστεύσας εἰς τοῦτο, ἤκουσε παρὰ τῶν φουστανελλοφόρων τὸ «ἀκολουθεῖτέ μας ἐδῶ, διότι ἐδῶ θέλομεν εὕρει τοὺς λῃστάς»· τὸ ἀπόσπασμα ἠκολούθησε καὶ ἐνέπεσεν εἰς μίαν ἔνεδραν. Καὶ, κύριοι, τοιαῦται ἔνεδραι συμβαίνουσιν οὐχὶ μόνον εἰς μικρὰ ἀποσπάσματα, ἀλλὰ πολλάκις εἰς πολέμους μεγάλους, καὶ συνέβη ὅτι οὐχὶ μόνον ἀποσπάσματα ἐνέπεσαν εἰς ἐνέδρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα σώματα. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς μέχρι τοῦδε δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν ἀμυντικὴν ἀπέναντι τῶν λῃστῶν· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἔλαβε πάντοτε θέσιν ἐπιθετικὴν κατὰ τῶν τεράτων αὐτῶν τῆς κοινωνίας. Εὕρομεν λοιπὸν, κύριοι, 260 λῃστάς. Ἐπεδιώξαμεν μετὰ δραστηριότητος καὶ ἡμεῖς καὶ τὰ ὄργανα ἡμῶν τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας, καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν, μᾶς ἱκανοποίησαν πληρέστατα· δὲν κατεστρέψαμεν ὅλους τοὺς λῃστὰς, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς καταστρέψωμεν· ἐφέραμεν ὅμως διὰ τῆς καταδιώξεως ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται παρὰ νὰ εὐχαριστήσωσι καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν. Σᾶς εἶπον, ὅτι 40 λῃσταὶ ἐφονεύθησαν κατὰ τὸ 1868· δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀκριβῶς ἀληθὴς, διότι δὲν εἶναι 40, εἶναι ὀλιγώτεροι κατὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· 50 δὲ λῃστὰς, τοὺς ὁποίους ἐφόνευσεν ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις, δὲν θέλω νὰ καταλογίσω ὑπὲρ τῆς τότε κυβερνήσεως· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς φονευθέντας λῃστὰς ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀποσπασμάτων δὲν καταλογίζω ὑπὲρ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, εὐχαριστοῦμαι μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς λῃστὰς, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ἢ ἐφονεύθησαν κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα ἐντὸς τοῦ Κράτους. Καὶ ἵνα βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ προστρέξητε εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐφονεύθησαν 33 λῃσταί. Θέλετε ν’ ἀκούσητε τὰ ὀνόματά των;
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§130ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Πόσοι δὲ συνελήφθησαν; Ἐκτὸς τῶν 33 φονευθέντων, συνελήφθησαν καὶ 51 λῃσταὶ, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν συλληφθέντων καὶ φονευθέντων λῃστῶν ἀνέρχεται εἰς 87, εἰς οὓς προσθέτω καὶ τρεῖς, περὶ ὧν σήμερον ἔλαβα τηλεγράφημα, ἐν οἷς ὁ Σαράφας, ἡ γνωστὴ μάστιξ τῶν δήμων Σπερχειάδος καὶ Φθιώτιδος. Ἐκ τούτων βλέπετε ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν συλληφθέντων καὶ φονευθέντων λῃστῶν ἀνέρχεται εἰς 90. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν εἶναι εὐχάριστον; νομίζετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐντὸς ἐννεαμήνου διαστήματος νὰ γίνῃ τι πλειότερον, ἀφοῦ οὔτε κατὰ τὸ 1668, οὔτε κατὰ τὸ 1867, οὔτε κατὰ τὸ 1866 κατωρθώθη τι τοιοῦτον; Ἀλλ’ ηὔξησε, λέγει ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὁ ἀριθμὸς τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν. Καὶ ποίαν ἀπόδειξιν σᾶς φέρει τῆς αὐξήσεως ταύτης; Σᾶς φέρει, κύριοι, τὸν «Λύχνον»· ὁ «Λύχνος» ἦτον ἡ πηγὴ τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λῃστῶν δὲν εἶναι βάσιμοι, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Εἰς τὸ μαρτυρολόγιον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βαλασόπουλος καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν εἰδικότητά τινα, τὴν ὁποίαν δὲν τοῦ διαφιλονεικῶ, διότι κατὰ τὸ 1867 ἀνέγνωσε τοιοῦτον τρομερώτερον, εἰς τὸ μαρτυρολόγιον τοῦτο τὸ νέον σᾶς ἀνέφερε λῃστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νέοι, τοὺς ὁποίους παρελάβομεν ἀπὸ προγενέστερα ἔτη, σᾶς ἀνέφερε τὸν Λιαροκάπην, τὸν Στοῦπαν, τὸν Μαργιόλην· αὐτοὶ εἶναι λῃσταὶ ἀποκεκηρυγμένοι ἀπὸ τὸ 1865 καὶ τὸ 1866 καὶ τὸ 1867. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπισήμως ἔχω, εἶναι ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν 260 δὲν προσετέθησαν παρὰ μόνον 26, οὓς ἀπεκήρυξεν ὁ νομάρχης τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ οὗτοι εἰσὶ λῃσταὶ ἐπιδοθέντες εἰς τὸ ἄτιμον ἔργον των κατὰ τὸ 1867 καὶ 1868. Αὗται εἶναι αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ διαβιβάσω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν 260 συνελήφθησαν καὶ ἐφονεύθησαν 90, τῶν ὁποίων ἐδῶ ὑπάρχει ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὃν οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασόπουλος σᾶς εἶπε, τί ὠφελεῖ νὰ συλλάβετε καὶ νὰ φονεύσητε λῃστάς; ἔπρεπε νὰ καταστρέψετε τὴν λῃστείαν, ἔπρεπε ν’ ἀπαλλάξετε τὸν τόπον, νὰ τὸν ἀπαλλάξετε διὰ μαγικῆς ῥάβδου ἀπὸ πᾶσαν λῃστοπραξίαν, ἀπὸ πᾶσαν αἰχμαλωσίαν. Εἰς τὸ μαρτυρολόγιον τοῦ «Λύχνου», τὸ ὁποῖον υἱοθέτησεν ὡς τέκνον του, ἠκούσατε ἀληθῶς πολλὰς αἰχμαλωσίας καὶ πολλὰς λῃστείας. Οὐδέποτε, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὑπῆρξε τοιαύτη κατάστασις, οὐδέποτε ἔλαβον χώραν τόσαι λῃστρικαὶ πράξεις, τόσαι αἰχμαλωσίαι. Ἀπέναντι τῶν λόγων ἔρχομαι διὰ τῆς στατιστικῆς νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι κατὰ τὸ 1869 λῃστρικαὶ πράξεις δὲν ἔλαβον χώραν περισσότεραι παρ’ ὅσας κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη· ἐξαιρέσατε μόνον ἐπί τινα χρόνον τὴν Ἀκαρνανίαν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον. Ἀκούσατε, κύριοι, ἔχω τριῶν ἐτῶν στατιστικάς, ἔλαβα ἰδίως μίαν ἑξαμηνίαν ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἰδοὺ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τί μὲ διδάσκουν. Κατὰ τὸ 1869 ἔλαβον χώραν εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος λῃστεῖαι 22, περιλαμβάνουσαι παθόντας 45, διότι εἰς μίαν λῃστείαν περιλαμβάνονται πολλοὶ παθόντες. Εἰς τὰ 1868 λῃστεῖαι κατὰ τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος 18, παθόντες 33.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνον μίαν ἑξαμηνίαν λογαριάζετε;
§132ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰς τὰ 1867 εἰς τὸν ἴδιον νομὸν διεπράχθησαν λῃστεῖαι 33 παθόντες 88. Θέλετε ἤδη καὶ τῆς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, διότι αὐτοὶ οἱ νομοὶ ἐθεωρήθησαν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βαλασοπούλου ὡς προγεγραμμένοι; Κατὰ τὸ 1867 διεπράχθησαν ἐν Αἰτωλίᾳ καὶ Ἀκαρνανίᾳ λῃστεῖαι 23 παθόντες 37, κατὰ τὸ 1868 λῃστεῖαι 25 παθόντες 28, κατὰ τὸ 1869 λῃστεῖαι 23 παθόντες 26. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐξαγομένη ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ ὑπουργείου καὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀπέναντι τῆς στατιστικῆς ταύτης, ἀπέναντι τῶν ἀριθμῶν, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βαλασόπουλος ἠρύσθη ἐκ τοῦ «Λύχνου» καὶ τῶν ἐπιστολῶν, αἱ ὁποῖαι διεπέμποντο εἰς αὐτὸν ἐνταῦθα, καταπίπτουσι, διότι διὰ στατιστικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς καὶ ἐφέτος, καὶ ὅ,τι δὲν ἐζήτησαν παρὰ προηγουμένων κυβερνήσεων νὰ πράξωσι δὲν δύνανται νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ παρόντος ὑπουργείου. Δὲν δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἔπρεπε νὰ καταστρέψητε ἐντελῶς τὴν λῃστείαν· ἠδύναντο νὰ εἴπωσι «περιορίσατε τοὺς λῃστάς, ἔπρεπε νὰ τοὺς καταδιώξετε». Διὰ τῶν ἀριθμῶν δὲ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν, τῶν συλληφθέντων καὶ φονευθέντων λῃστῶν, διὰ τῶν ἀριθμῶν τῶν λῃστοπραξιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς μίαν ἑξαμηνίαν τοῦ 1868 καὶ εἰς τὴν ἀντίστοιχον ἑξαμηνίαν τοῦ 1869 ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς κυβερνήσεως ἦτο δραστηρία, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, συνέλαβον καὶ ἐφόνευσαν 90 λῃστὰς, τοὺς ὁποίους οὔτε τὸ 1868, οὔτε τὸ 1867 σᾶς προσέφερε· ποῦ λοιπὸν, κύριοι, αἱ αἰτιάσεις αὗται κατὰ τῆς ἀνικανότητος τῆς κυβερνήσεως; δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα, ἐκτὸς ἂν πιστεύσῃ τις εἰς τὸν «Λύχνον», ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ πηγὴ τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Ἀλλὰ θέλει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; δύναται ὡς εἶπον νὰ τὸ πράξῃ καὶ ἡμεῖς τὸ ἀποδεχόμεθα. Πρέπει τέλος πάντων νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ πάλη μεταξὺ ὑπουργείου καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Πρέπει τέλος πάντων ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος οἱουδήποτε νὰ μετρηθῶσιν αἱ δυνάμεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ ὑπουργείου· καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, εἴχατε στρατὸν, εἴχατε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσατε παρανόμως· δὲν ἀπαντῶ εἰς τοῦτο, διότι ἀπήντησεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Βαλασόπουλον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 εἶχε τοὺς πρόσφυγας, καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1869 δὲν τοὺς εἶχε· καὶ ἡ κυβέρνησις αὕτη δὲν ἐδαπάνησε 1,100,000 εἰς τοὺς πρόσφυγας, καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἔχῃ ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς; Πῶς εὗρε διὰ μιᾶς ἀπηλλαγμένην ὁ κ. Βαλασόπουλος τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1869; Ἀλλὰ δὲν εὐχαριστήθη ὁ κ. Βαλασόπουλος εἰς τὸ μαρτυρολόγιον τῶν κατὰ τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Φθιώτιδα λῃστειῶν, εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον. Σᾶς ἀνέφερε τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ Βαλσαμάκη. Δυστυχῶς εἶναι λυπηρότατον τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ πρῶτον. Τοιαύτας αἰχμαλωσίας εἶδε καὶ τὸ 1866, καὶ τὸ 1867, καὶ τὸ 1868 μάλιστα ἐν μέσῃ μεσημβρίᾳ ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν· τοιαῦτα εἶδε καὶ τὸ 1869. Ἀλλὰ δὲν κατεδιώχθη ἡ λῃστρικὴ συμμορία ἡ αἰχμαλωτίσασα τὸν Βαλσαμάκην! σᾶς εἶπον· ἴσα, ἴσα διότι κατεδιώχθη καὶ διότι κατεδιώχθη δραστηρίως, διὰ τοῦτο ἐβράδυνε δυστυχῶς ἡ ἀπολύτρωσις τοῦ ἀτυχοῦς συμπολίτου μας, ἕως οὗ τέλος πάντων ἡ κυβέρνησις ἐπείσθη, ὅτι πρέπει νὰ χαλαρώσῃ κατά τι τὴν καταδίωξιν, καὶ τότε ἠλευθερώθη ὁ ἀτυχὴς Βαλσαμάκης. Ἡ Πελοπόννησος σήμερον, κύριοι, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἰς ἣν οὐδέποτε ἄλλοτε ὑπῆρξεν· ὀλίγοι μόνον φυγόδικοι ὑπάρχουσιν εἰσέτι. Ἡ δημοσία τάξις ἀποκαθίσταται ὁσημέραι, καὶ ὅταν σᾶς ἀναφέρω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν 9 μηνῶν συνελήφθησαν 1,150 φυγόδικοι, δὲν θὰ ἔχετε τὸν πυῤῥωνισμὸν τοῦ κ. Σωτηροπούλου νὰ μὴ πιστεύσητε τοῦτο.
§133ΤΙΝΕΣ. Τοῦ Βαλασοπούλου.
§134ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Λέγω τοῦ κ. Σωτηροπούλου, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὁμιλῶν τελευταῖον περὶ φυγοδίκων σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ φυγόδικοι αὐτοὶ, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι συνελήφθησαν. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον πῶς ἄνθρωπος ἀσχολούμενος εἰς τοὺς ἀριθμοὺς εἶχε τόσον πυῤῥωνισμὸν, ὥστε ν’ ἀμφιβάλλῃ, ἂν σήμερον 1,150 φυγόδικοι εὑρίσκωνται εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅ,τι σᾶς ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου· πρὸ 50 ἐτῶν, γράφει ὁ νομάρχης Ζακύνθου, δὲν ἐνθυμοῦνται τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης τάξεως εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἡ τάξις ἀποκαθίσταται καθ’ ἡμέραν, ἡ δικαιοσύνη ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅταν ἐκτελεσθῇ, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος σύμβασις, θέλομεν τάχιστα φθάσει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς μάστιγος ταύτης. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι ἄλλο, διότι ἀντέταξα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ «Λύχνου» ἐπισήμους ἀριθμοὺς καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα· ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ πιστεύσητε εἰς τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς δίδει ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἢ τὰς διαβεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἀρχεῖα τοῦ Κράτους.
§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν βεβαίως μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς καλὰς διαθέσεις τοῦ ὑπουργείου νὰ κάμωμεν· δὲν παραπονούμεθα διὰ τοῦτο σήμερον. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέβη τὸ βῆμα, μᾶς εἶπεν· «Ἀπελπιστικὸν τηλεγράφημα ἔλαβον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Διοίκησις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Βάλτον, διοίκησις δὲν ὑπάρχει ἐν Ἀκαρνανίᾳ· ἡ λῃστεία δεσπόζει.» Μετεβλήθη ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ὡς πρὸς τοῦτο, ἐρωτῶμεν; Δὲν ἐξακολουθεῖ ἡ δεσποτεία αὕτη ἐκτεινομένη ἀντὶ νὰ περιστέλληται; Ἡ λῃστεία δὲν ἐξετάθη πέραν τῆς Ἀκαρνανίας; Ἡ Φθιῶτις ἤδη καὶ ἡ Ἀττικοβοιωτία δὲν δεσπόζονται ὑπὸ τῆς λῃστείας καὶ δὲν ἐξέλιπεν ὅλως ἡ Διοίκησις καὶ ἡ Κυβερνητικὴ ἰσχύς; Δὲν παραπονούμεθα λοιπὸν διὰ κακὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως· παραπονούμεθα μόνον, διότι ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, ἀνεπιτήδειος, καὶ ὀφείλει διὰ τοῦτο νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Αἱ κυβερνήσεις ὀφείλουσι ν’ ἀπολογῶνται οὐχὶ δι’ ὅσα μὲ κακὴν θέλησιν ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα ἀπέτυχον λόγῳ ἀνεπιτηδειότητος. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν στατιστικῶν, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἐπαρουσίασεν· εὔχομαι στατιστικὰς τοιαύτας νὰ μὴ ἀκούσῃ πλέον ἡ Πατρίς. Ἀλλὰ ποῖος ἔλεγχος ἀκριβὴς ὑπάρχει, ὅτι ἡ στατιστικὴ αὕτη εἶναι ἀκριβής; καὶ διατὶ αἱ στατιστικαὶ περιωρίσθησαν εἰς ἓξ μῆνας καὶ οὐχὶ εἰς ἐννέα; Ἀλλὰ αἱ στατιστικαὶ ἆράγε περιέχουσιν ἐκτὸς τῶν λῃστειῶν καὶ τὰς λαθραίας φορολογίας, τὰς ὁποίας οἱ λῃσταὶ ἐπέβαλον εἰς ὁλόκληρα χωρία; Δὲν εἶναι ἀπόδειξις τάχα ἡ ὀλιγότης τῶν λῃστειῶν, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ἐνισχύσεως τῆς ἐξουσίας τῆς λῃστείας, καὶ ἡ λῃστεία μήπως μετεβλήθη εἰς φορολόγον δύναμιν; Οἱ κάτοικοι φορολογοῦνται ἤδη ἀντὶ νὰ λῃστεύωνται. Ἂν παρουσιάσωσι πλήρη τὴν στατιστικὴν διὰ τοὺς φυγοδίκους τῆς Πελοποννήσου, θέλετε τότε ἰδεῖ, ὅτι περισσότεροι φυγόδικοι συνελήφθησαν ἄλλοτε. Καὶ ὅμως τὸ κακὸν ὑφίσταται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἄλλοτε θέλομεν κάμει λόγον. Σήμερον, τὸ κατ’ ἐμὲ, πρόκειται οὐχὶ περὶ τοῦ τί διαπράττει ἡ λῃστεία ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πόσην ἠθικὴν δύναμιν ἀπέκτησε καὶ διατὶ τὴν ἀπέκτησε, καὶ ὁποῖα τὰ κατ’ αὐτῆς μέτρα τῆς κυβερνήσεως. Εἶναι, κύριοι, κακὸν ἡ λῃστεία ἀναντιῤῥήτως· ἀλλὰ κακὸν μικρότερον, ἐν ὅσῳ αἱ συνέπειαι τῶν πράξεών της, ἐν ὅσῳ τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματα περιορίζονται ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν ὑλικῶν κακουργημάτων αὐτῆς. Ἀλλά, κύριοι, τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματα τῆς λῃστείας ἐπεξετάθησαν εἰς μέγιστον βαθμὸν καὶ ἀντικατέστησαν τὴν δύναμιν, τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ τὸν φόβον τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς κυβερνήσεως. Ἐσχάτως εἰς τὴν περιοδείαν μου κατὰ τὴν Φθιώτιδα δὲν ἀπήντησα ἰσχυρὰ ἴχνη ὑπολήψεως πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Φόβος καὶ τρόμος κατέχει τοὺς πολίτας ἐκ τῆς λῃστείας, καὶ ἀφήρεσε τὰς πεποιθήσεις καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν πρὸς τὴν ἐξουσίαν. Παρεδέχθησαν, κύριοι, δυστυχῶς σύστημα πλημμελὲς, τὸ τῶν ἀντεγκλήσεων. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, μᾶς εἶπον, ἐγένοντο περισσότερα κακὰ, καὶ τοῦτο νομίζουν, ὅτι δύναται νὰ τοὺς δικαιολογήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἐνθυμεῖσθε ποία ἦτον ἡ κατάστασις τῶν μεθορίων; ποία ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἐν γένει; Ἀναρχία πλήρης ἐβασίλευε. Μία ἀδελφὴ Νῆσος ἐπάλαιε, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐνθουσιῶν ἐξώρμα πρὸς βοήθειάν της. Στρατολογίαι ἀδιακρίτως ἐγένοντο· ἕκαστος ἐλευθέρως ὡπλοφόρει καὶ ἀνεξετάστως μετέβαινε τότε εἰς τὴν Κρήτην. Κατάστασις τοιαύτη ἦτον ἑπόμενον οὐχὶ μόνον ν’ αὐξήσῃ, ἀλλὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τοῦ τόπου ὁλόκληρον· διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ φόβος τῆς τιμωρίας. Ἡ καταδίωξις καὶ ἡ διάκρισις τῶν κακοποιῶν δὲν ἦτο εὔκολος. Καὶ θέλετε, κύριοι, τὴν κατάστασιν ἐκείνην νὰ τὴν συγκρίνητε μὲ τὴν παροῦσαν, ὅτε τέλος πάντων αἱ αἰτίαι ἐξέλιπον, ὅτε ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων εἶχε καιρὸν νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ὅτε ἡμεῖς ὅλοι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πλήρη ἐδώκαμεν εἰς ὑμᾶς ὑποστήριξιν, καὶ ἀπεφύγομεν πᾶν πρόσκομμα καὶ πᾶσαν δυσκολίαν νὰ παρεμβάλωμεν; Καὶ παραβάλλετε, κύριοι, τὰ κακὰ μόνον, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τυχὸν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα τῆς γενικῆς ἀναστατώσεως πρὸς τὰ κακά, τὰ ὁποῖα γίνονται τὴν στιγμὴν ταύτην; Ἀλλ’ ἡμεῖς τότε καὶ μ’ ὅλα τ’ ἄλλα προσκόμματα κατεστήσαμεν τὸ ἔγκλημα ἀνίσχυρον καὶ ἐφέραμεν ἀποτελέσματα. Ἠθελήσαμεν νὰ φύγωσιν οἱ λῃσταὶ καὶ ἔφυγον. Ὑμεῖς ὅμως δὲν ἐδυνήθητε νὰ τὸ κατορθώσητε, ὅσον καὶ ἂν προσεπαθήσατε. Ἐπεχειρήσαμεν νὰ καταστρέψωμεν τὰς συμμορίας, καὶ τὰς κατεστρέψαμεν, καὶ ἀφήκαμεν ἐλεύθερον τὸν τόπον, καὶ ἡ Πελοπόννησος, καὶ ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Ἀττική, δὲν κατεμαστίζοντο ὑπὸ τῆς συμμορίας τοῦ Λάμπρου, τοῦ Λαφαζάνη, τῶν συμμοριῶν τοῦ Κίτζου, Λέδουλ καὶ ἄλλων 150 λῃστῶν καταστραφέντων. (ψιθυρισμοί). Χαίρω, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαμῶν ἐνθυμήθη τὸν Μάγερα ὑπάρχοντα μόνον ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν. Ἐφονεύσατε λῃστάς τινάς, καὶ τοῦτο νομίζετε, ὅτι ἔχει σπουδαιότητά τινα; Πρῶτον δὲν ἠλευθερώσατε οὐδὲν μέρος ἀπὸ λῃστρικὰς συμμορίας, δὲν ἐξηλείψατε οὐδεμίαν. Ἐφονεύσατε λῃστάς τινας, ἀλλ’ ἐξεύρετε ὑπὸ πόσων ἀντικατεστάθησαν; καὶ ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖτε τῆς διοικήσεώς σας τὸ ἴδιον σύστημα, νομίζετε, ὅτι ὁ φόνος τινῶν θὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν; ἐν ὅσῳ ἔχει ἀκμαίας τὰς πηγάς, οὐδὲν κάμνετε, κύριοι, διότι δὲν δύνασθε νὰ στειρεύσητε τὰς πηγάς. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι παραπονούμεθα μόνον, διότι ὑπάρχουσι λῃσταὶ καὶ διαπράττουσι λῃστείας; Κατὰ δυστυχίαν τὸ κακὸν αὐτὸ εἶναι ἀρχαιότερον, καὶ διὰ μιᾶς ἀναντιῤῥήτως δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ. Παραπονούμεθα, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, δὲν εἶναι κατάλληλα ὅπως φέρωσι τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Παραπονούμεθα λοιπὸν διὰ τὰ ἀνεπαρκῆ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, καὶ ὄχι διὰ τὴν μὴ ἄμεσον ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. Σήμερον, κύριοι, μᾶς παρουσιάζονται καὶ λέγουσιν, ὅτι ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Τουρκίας ἐκτελεῖται καὶ εἰς τὰ ὅρια ἐστάλη στρατὸς τακτικός! Εἶναι ἀληθῶς τοῦτο μέγα κατόρθωμα! ὅταν ὑπεγράψατε ἓν πρωτόκολλον, καὶ εἴχετε οὕτω τὸ δικαίωμα νὰ σύρητε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν εὔνοιαν τῶν δυνάμεων καὶ τὴν πίστιν τῶν γειτόνων. Ἀπορῶ πῶς δὲν κατωρθώσατε τόσον καιρὸν, ἀφοῦ τοσαύτας μεγάλας θυσίας ἐκάμετε, νὰ ἐπιτύχητε μίαν μικρὰν συνδρομήν. Ἐντὸς τῆς Τουρκίας γίνονται ἐλευθέρως καὶ πανηγυρικῶς οἱ συμβιβασμοὶ μετὰ τῶν αἰχμαλωτιζομένων καὶ αἱ δόσεις τῶν λύτρων. Αἱ θυσίαι λοιπὸν εἰς τί μᾶς ἐχρησίμευσαν; Παραπονούμεθα, διότι δὲν ὑπήρξατε ἱκανοὶ νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἐκάμετε. Καὶ δὲν ζητοῦμεν, κύριοι, θυσίαν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν· ζητοῦμεν ἐκπλήρωσιν καθήκοντος ἔθνους εὐνομουμένου πρὸς ἕτερον γεῖτον, καὶ περισσότερον δικαίωμα εἴχομεν νὰ ζητήσωμεν τοῦτο, διότι διὰ τῆς ὑπογραφῆς μας ἀπηλλάξαμεν οὐχὶ μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ἀπὸ θυσίας καὶ κινδύνους. Ἐννοεῖτε διὰ τί τηροῦμεν θέσιν ὑποδεεστέραν; διότι πιστεύομεν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον ἀπήλλαξεν ἡμᾶς· ἀλλὰ δὲν ἀπήλλαξε μόνον ἡμᾶς, κύριοι· ἀπήλλαξε καὶ ἄλλους, καὶ βεβαιωθῆτέ το. Ὅταν, κύριοι, τὴν διοίκησιν τοῦ Νομοῦ Ἀκαρνανίας ἔχετε ἐμπιστευθῆ εἰς τὸν κ. Δεληγιάννην, τὴν εἰσαγγελίαν τοῦ Νομοῦ Φθιώτιδος εἰς τὸν κ. Ἰωαννίδην δικολάβον ἐσχάτως καὶ διορισθέντα παρ’ ἡμῶν, τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν εἰς τὸν κ. Καζίκην. (Εἷς βουλευτὴς Βισβίζης λέγεται, οὔτε τὸ ὄνομά του δὲν ἠξεύρετε. Κουμουνδοῦρος. Βισβίζην, δὲν βλάπτει τοῦτο, δὲν ἠξεύρω τὸ ὄνομά του. Ἐὰν δι’ αὐτὸ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ὠφεληθῆτε, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι μικρὰ ἡ ὠφέλειά σας·) — ὅταν ἡ Ἀταλάντη διοικῆται ἀπὸ τὸν Γιαννακόπουλον, (δὲν ἔχω τι, κύριοι, κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τοὺς ἐκτιμῶ· νομίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ καθέξωσιν ἐντίμως τὰς θέσεις των, καὶ ὡς νομάρχαι καὶ ἔπαρχοι καὶ ἀντεισαγγελεῖς· ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι διὰ τὴν ληστείαν), ὅταν μὲ τοιούτους ἀνθρώπους καταδιώκετε τὴν ληστείαν, ἠξεύρετε ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Νὰ μὴ τολμῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξέρχωνται εἰς περίπατον ἄνευ στρατοῦ, οὔτε νὰ ἐπιστρέφωσιν ἀφόβως εἰς τὰς οἰκίας των, ἂν ᾖναι εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ 1867;
§137ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ 1867 ἦτο ἡ ἐπανάστασις ὁμοῦ μὲ τὴν ληστείαν· εἰς τὰ 1869 ἡ ἐπανάστασις ἔπαυσε καὶ ἔχομεν πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἡσυχίαν, ἀσφάλειαν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἄλλους ἐχθρούς. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε τί ἐπράξατε σεῖς, τί παρουσιάζετε εἰς τὴν κοινωνίαν σεῖς; Τίποτε δὲν ἔχετε νὰ παρουσιάσητε· ὅ,τι ἀπὸ τοὺς ἄλλους εὕρετε, τοῦτο ἔχετε, καὶ ὅ,τι καλὸν ὑπάρχει, αὐτὸ εἶναι τοῦ παρελθόντος· ἐσπαταλήσατε ὅλα τὰ καλά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἄφησε τὸ παρελθόν.
§138Θ. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ποῖα καλά;
§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ἐξηγεῖ κακῶς τὴν λέξιν σπατάλην· οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐννοοῦν καλὰ τί λέγω. Μὴ μέμφεσθε λοιπὸν τὸ παρελθὸν καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τῶν μομφῶν αὐτῶν δύνασθε νὰ στηριχθῆτε. Ἠθέλατε ἔχει δίκαιον νὰ μέμφησθε τὰ κακὰ τοῦ παρελθόντος, ἐὰν εἴχετε νὰ ἐπιδείξητε καλά, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐφέρατε. Ἀλλ’ ἤδη, ὅπως εἶσθε, νὰ καταφέρεσθε κατ’ ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ὁποίων ὠφελήθητε, ζῆτε, εἶναι ἄδικον.
§140Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν μᾶς δεικνύετε τοὺς καρπούς σας;
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ἔχετε εἶναι ἰδικόν μας.
§142ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Τίποτε δὲν ἐκάματε, κατεστρέψατε τὸν τόπον.
§143Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ........
§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης, ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ προϋπολογισμός, ἐὰν εἶχε τὸ θάῤῥος, ἀνέβαινεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑπεστήριζε τὴν ἰδέαν του περὶ τῶν ἑκατομμυρίων τῶν δανείων, περὶ ὧν ἀκαίρως ἤδη μουρμουρίζει· ἐὰν θέλῃ, ἐπαναλαμβάνομεν τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἡ συνεδρίασις δὲν ἐγίνετο τὴν Κυριακὴν καὶ δὲν ἐκλείετο ἡ συζήτησις καὶ μᾶς ἐδίδετο καιρός, ἠθέλαμεν ἐξηγήσει τότε ὅλον τὸ σύστημά μας, ποῦ καὶ πῶς νομίζομεν, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι καὶ αὔξησις πόρων· ἐκλείσατε ὅμως τὴν συζήτησιν καὶ ἔρχεται εἷς ὑπουργὸς νὰ ὑβρίζῃ· ἀλλ’ εἰς ὕβρεις δὲν καταδέχομαι ν’ ἀπαντήσω.
§145ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβρίζετε τὴν Βουλήν.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὴν Βουλὴν δὲν ἔχω νὰ κάμω, ἡμεῖς σᾶς λέγομεν διὰ τί νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ μὴ μᾶς δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ ἐξηγήσωμεν τὰς ἰδέας μας. Κύριοι, εἰσήλθετε μὲ τὴν σημαίαν τῆς νομιμότητος, σημαίαν ἐκλεκτὴν, ὡραίαν, καλήν· διὰ τί εἰς τὰ πράγματα τὴν παρῃτήσατε; Καὶ ὅταν, κύριοι, εἷς ἐπίσημος ὑπάλληλός σας, ὁ κ. Κορωνάϊος, ἐπιφορτισμένος τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, σᾶς λέγῃ, ὅτι τὸν παρεμποδίζατε, χαριζόμενοι εἰς φίλους, ἱκανοποιοῦντες ἀπαιτήσεις, ἢ ὑπείκοντες εἰς θελήσεις ἄλλων, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐῤῥίψατε τὴν σημαίαν τῆς νομιμότητος, καὶ ἀνελάβετε τὴν σημαίαν τοῦ φατριασμοῦ, τοῦ κομματισμοῦ; Ἀλλὰ τί λέγω; ὁ κομματισμὸς ἔχει ἰδέας καὶ ἀρχάς· ἐλάβετε τὴν σημαίαν τῆς αὐτοσυντηρήσεως· δὲν ἐλάβετε σημαίαν ὑποστηρίξεως ἰδεῶν, πεποιθήσεων· θέλετε, κύριοι, νὰ ζήσετε ἐκ τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ἀρυσθῆτε δύναμιν ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα προσφέρει τὸ δημόσιον.
§147ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὴν γνωρίζετε σεῖς αὐτὴν τὴν τακτικήν.
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. ὑπουργοὺς.....
§149ΜΠΟΥΤΟΣ. Κ. πρόεδρε, ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρῶτος καὶ δὲν τὸν διέκοψε κανείς.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. ὑπουργοὺς νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν εὐγενῆ συμπεριφορὰν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοὺς ὁποίους εὐγνωμονῶ, διότι μεθ’ ἡσυχίας μὲ ἀκούουσι, διότι ὅσον καὶ ἂν θέλουν νὰ μὲ διακόπτουν, δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ καταβιβασθῶ μέχρι τοῦ σημείου, τοῦ νὰ τοῖς ἀπαντήσω.
§151ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κανεὶς δὲν σᾶς ὕβρισε.
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνελάβετε, κύριοι, τὴν σημαίαν τῆς αὐτοσυντηρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ ἀρχηγός σας αὐτὸς διεκήρυξεν, ὅτι τὰς ἐνεργείας παραλύει ἡ ἀντίπραξίς σας, καὶ σεῖς εἰς ἄλλον παρεδώκατε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως εἷς πολίτης, ὁ κ. Γρίβας ἀδίκως συκοφαντηθείς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράξω μετὰ τοῦ κ. Γρίβα· εἶναι ἀνώτερος τῶν μικρῶν αὐτῶν ῥαδιουργιῶν, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπὸ μωρίαν καὶ κακίαν. Μωρία ἀληθῶς εἶναι νὰ πιστεύσωμεν τὴν πληροφορίαν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, τὴν ὁποίαν τυχαίως ἔλαβεν ἐξ ἑνὸς λῃσταποδόχου), ὁ κ. Γρίβας, χαρακτῆρος ἱπποτικοῦ, ἀνέλαβε μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ κ. Δαλωνᾶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν καταδίωξιν, Ὑμεῖς δὲ μαθόντες τοῦτο, ἐσιωπήσατε, δὲν εἴπετε τίποτε κατ’ ἀρχάς, μετ’ ὀλίγον ὅμως ἀνετρέψατε τὰ πάντα καὶ ἀφίνετε τοὺς ἀνθρώπους ὅσοι ἀνέλαβον νὰ ἐκπληρώσωσι καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἐκτεθειμένους εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησαν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν οἱ λῃσταὶ μετ’ ἀποτελέσματος. Τὰ μέτρα σας ἦσαν ἀκατάλληλα καὶ ἀφήκατε οὕτω μικρὰ τὰ ἀποσπάσματα. Βεβαίως, κύριοι, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν οἱ στρατιῶται ἔδειξαν μεγίστην δραστηριότητα καὶ ἀνδρείαν· ὅπου καὶ ἂν συνηντήθησαν μετὰ τῶν λῃστῶν ἔφερον ἀποτελέσματα περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἠλπίζετο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐστείλατε ἀποσπάσματα κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερον τῶν λῃστῶν, ἤθελον πάθει ὅ,τι εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ εἰς τὸν δῆμον Στράτου ἔπαθον. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν σας, δὲν εἶναι ἐπινόησις ἰδική σας ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· αὕτη ἔχει ἀρχαιοτέραν καταγωγὴν καὶ καταγωγὴν μὲ ἀποτελέσματα, καὶ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο διὰ νὰ διαψεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ λῃστεία εἶναι φυτὸν ἑλληνικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ. Ἡ λῃστεία κατὰ τὸ 1868 ἐξηλείφθη.
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 1858.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα τῷ 1858· ἠξεύρετε ὅμως πῶς ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ ἠξεύρετε τί ἔπραξαν ἤδη; Ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ μεταθέσωσι τάγματα, ἀλλ’ ἔστειλαν μόνον τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔμειναν εἰς τὰς θέσεις των ἀμετακίνητοι. Μετέθεσαν στρατιώτας· καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; ἔντιμοι καὶ καλοὶ δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι πιστῶς τὸ καθῆκόν των· ἀλλ’ ὄντες ἐκεῖ ἀποκατεστημένοι καὶ ἔχοντες συμφέροντα καὶ συγγενεῖς, δὲν τολμῶσι νὰ ἐκτεθῶσι κατὰ τῆς ληστείας, διότι κινδυνεύουσι τοιουτοτρόπως νὰ πάθωσιν ἐμμέσως. Τὸν στρατὸν τὸν ἐξουδετερόνουν λοιπὸν διὰ τῆς κακῆς τοποθετήσεως. Οὕτως ἐφηρμόσατε τὰ μέτρα καὶ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα καὶ τοὺς καρποὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ φέρωσι. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1858 καὶ ἄλλα ὅμοια κατόπιν αὐτὸς ὁ στρατὸς καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔφερον, ὅτε δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὰς μνησθείσας ἀνάγκας. Διὰ τῆς τοιαύτης λοιπὸν τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ, προϊὸν μᾶλλον τῶν συμπαθειῶν σας καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτικῆς σας, καὶ διὰ διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης τοιαύτης, διότι τὰς παρεδώκατε εἰς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ὠφείλετε νὰ εὐεργετήσητε δι’ ἄλλας ἴσως ἐκδουλεύσεις, τί ἠμπορούσατε νὰ περιμένετε; τίποτε· ἠξεύρετε ποῖον ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ ἀπολέσῃ ὁ λαὸς πᾶσαν πεποίθησιν, πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν ἐξουσίαν καὶ ν’ ἀρνηθῇ κατὰ συνέπειαν πᾶσαν συνδρομήν. Πιστεύετε, κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψητε τὴν ληστείαν, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ λαοῦ; καὶ ὁ λαὸς ἤδη δὲν δίδει συνδρομὴν καμμίαν· διότι πεποίθησις δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτόν. Ὅταν ἤμην εἰς τὴν Φθιώτιδα, ἠρώτων διατὶ δὲν καταστρέφεται ἡ ληστεία; ἠξεύρετε τί μοι εἶπον; διότι δὲν θέλετε σεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις· καὶ διατὶ λέγουν τοῦτο; διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργεῖ πρὸς αὐτὸν ἀποκλειστικῶς τὸν σκοπὸν, διότι μοὶ εἶπον ἀλλοῦ, ἡ διοίκησις ἀπρακτεῖ. Στείλατε πέντε Δαγγλίδας, στείλατε στρατιωτικοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν ἄλλοτε εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ δύνανται καὶ ἤδη νὰ καταδιώξωσι, καὶ ἡ ληστεία καταστρέφεται. Στείλατε τὰς ἀναγκαίας δυνάμεις, διότι, ὡς ἔχουσιν ἤδη, δὲν τολμᾷ ὁ λαὸς νὰ συντρέξῃ. Δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰς Ἀθήνας, λέγουν, αἱ Ἀθῆναι δὲν θέλουν τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας· εἶναι τοῦτο ψεῦδος μέγιστον καὶ παρεννόησις, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἔφερον τὰ κακὰ μέτρα σας· ἡ ἔλλειψις στρατιωτικῶν δυνάμεων ἀρκουσῶν εἶναι τὸ κύριον παράπονον· Συνηθέστατα ἀπαντῶνται μεγαλήτεραι ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα τὰ στρατιωτικὰ αἱ συμμορίαι καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχονται πολλάκις κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὸν φόβον τῶν πολιτῶν. Εὐτυχῶς, κύριοι, ὅπου συνηντήθη στρατιωτικὴ δύναμις ἐξεπλήρωσε τὸ χρέος της· ἀλλὰ τί ὠφελεῖ; Ἡ πηγὴ τῆς ὑπάρξεως καὶ αἱ αἰτίαι τῆς ἀναπτύξεως τῆς ληστείας μένουν ἀκμαῖαι καὶ ἀμετάτρεπτοι. Διὰ τοῦτο μὴ πλανᾶσθε· δὲν εἶναι 300 καὶ 400 οἱ λησταὶ, εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ῥέπουσιν εἰς τὸ ἔγκλημα, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἐντίμως καὶ εἰρηνικῶς. Οἱ λησταὶ ὁσάκις θελήσουν νὰ πράξωσι τὸ ἔγκλημα δὲν στεροῦνται δυνάμεων· ἀντλοῦν δυνάμεις ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ, διότι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιβλέπει, δὲν ὑπεστηρίχθη δὲ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐγκλήματος πανταχοῦ. Παραπονούμεθα λοιπὸν, κύριοι, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχετε εἰς ἐνέργειαν, ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ σᾶς τὸ βεβαιῶ, διότι τὸ γνωρίζω, ὅτι ἂν ἐξακολουθήσετε τὸ σύστημα τοῦτο διὰ καιρὸν ἀκόμη τινὰ, ἡ ληστεία θέλει μορφωθῆ εἰς ἐξουσίαν μόνιμον, ἰσχυρὰν, καὶ ἐξουσίαν τακτικὴν καὶ ἀδιαφιλονείκητον ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Προχθὲς ὁ κ. Κατσικαπῆς ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του, ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν· ὅλος ὁ κόσμος εἶναι κακοί· εἶναι κακοὶ ὅλος ὁ κόσμος; ὄχι. Ἀλλ’ ὅλοι δὲν φοβοῦνται τὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ τρέμωσιν ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος. Διὰ τοῦτο φόβος κατέλαβεν ὅλους τοὺς ἐντίμους ἀνθρώπους εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς οἰκίας των καὶ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των. Λοιπὸν ἐχαλαρώθη εἰς τοιοῦτον τρόπον ὁ φόβος τῶν νόμων καὶ τὸ σέβας πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ὥστε οἱ κακοὶ δὲν ἔχουν καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραβῶσι τὸν νόμον. Ἰδοὺ πόθεν ὁ πανικός· ἐλπίζετε τίποτε ἀπὸ τοιαύτην τῆς κοινωνίας κατάστασιν; καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ὅσον αὕτη παρατείνεται, τόσον ἐξοικειοῦται ὁ κόσμος μὲ αὐτὴν καὶ τόσον τὰ ὄργανά σας χαλαροῦνται; Ἑπομένως τὸ κακὸν αὐτὸ, ἐστὲ βέβαιοι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, ὅπως μέχρι τοῦδε ὁδεύει, θέλει δεσπόσει τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν. Ἰδού, κύριοι, διατί ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἐφέραμεν σήμερον, διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μας οὐδεὶς νόμος ἠμπορεῖ νὰ συντελέσῃ· ὁ νόμος εἶναι χαρτί· ἠμπορεῖτε νὰ διοικήσητε; θέλετε νὰ διοικήσητε; ἰδοὺ ὁ μόνος νόμος. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐκτὸς τούτου ὅλοι οἱ νόμοι εἶναι ἄχρηστοι· ἡ λῃστεία ἐξαλείφεται, ἀλλ’ ἐμπνεύσατε τὴν πεποίθησιν, κατορθώσατε νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἔχετε ἀπόφασιν θετικὴν, ὅτε δὲ μάθῃ τοῦτο ἡ κοινωνία, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων, καὶ πεισθῇ, ὅπως καὶ ἄλλοτε, θέλει καταστραφῇ, ἐστὲ βέβαιοι, τότε ἡ λῃστεία. Τί σημαίνουν οἱ νόμοι, ὅταν δὲν ἐκτελοῦνται, ἢ κακῶς ἐκτελοῦνται; Τί σημαίνει ἡ ἐπανάληψις νέων διατάξεων, ὅταν κακῶς ἐφαρμόζωνται; Θέλομεν προσθέσει εἰς τοὺς Κώδηκας ἕνα νέον νόμον χωρὶς νὰ κατορθώσωμεν τίποτε. Ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως συζητεῖται, διὰ νὰ δείξωμεν τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τοῦ κακοῦ. Καὶ βεβαίως δὲν μέμφομαι τὴν πρόθεσιν τῶν κυβερνώντων, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλουν καὶ προσπαθοῦν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὰ μέτρα των ἦσαν ἀτυχῆ, κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐπέτυχον, καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἐξακολουθοῦν, νὰ ἐπιτύχουν. Δέκα μῆνας, κύριοι, μὲ ἡσυχίαν, μὲ πλῆρες τὸ ταμεῖον, δέκα μῆνας μὲ στρατὸν ηὐξημένον, δέκα μῆνας μὲ δικαιώματα πρὸς τὴν φιλίαν τῆς Τουρκίας, δέκα μῆνας μὲ τὴν εὔνοιαν τῆς Εὐρώπης, δέκα μῆνας μὲ τὴν ὑποστήριξιν ὅλων ἡμῶν (ψιθυρισμοὶ), κατὰ τί σᾶς ἐρωτῶ προωδεύσαμεν; Ποῖον μέρος τῆς Ἑλλάδος ἠλευθερώσατε ἀπὸ τὴν λῃστείαν καὶ τὰ ἐγκλήματα; Ποίου μέρους τῆς Στερεᾶς δὲν ἐδέσποσεν ἡ λῃστεία; καὶ εἰς ποῖον μέρος ἀναφέρεται τὸ ὄνομά σας καὶ δὲν προτάττεται τὸ ὄνομα τῶν κακούργων, αὐτῶν τῶν ὀλετήρων τῆς κοινωνίας; Ἰδοὺ διατί παραπονούμεθα, καὶ διατί προτείνομεν, ἂν ἡ Βουλὴ....
§155ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἐξουσίαν!
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἐξουσίαν! Σᾶς ἀπαντῶ....
§157ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς ἐμὲ ἀποτείνεσθε;
§158ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅποιον εἶπε τὴν ἐξουσίαν. Νομίζετε ὅτι εἶναι κακὸν νὰ ζητῇ τις τὴν ἐξουσίαν, καὶ νομίζετε, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ διάγωμεν ἐν τῇ πολιτείᾳ βίον θεωρητικόν; Ἡμεῖς, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἑκουσίως τὴν παρῃτήσαμεν; Ὄχι, ἀλλὰ πολὺ ὀλίγον εἶναι ἐπίζηλος ἡ ἐξουσία, ὅπως κατήντησεν εἰς χεῖράς σας, καὶ ὅσον μένει τόσον χειροτερεύει (θόρυβος). Δι’ αὐτὸ λοιπὸν, κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ, θέλει εἴπει σήμερον, ὅτι βλέπει μὲ λύπην της, ὅτι τὰ ἐφαρμοσθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα δὲν ἦσαν διόλου κατάλληλα καὶ ἐπαρκῆ.
§159Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ προλαλήσας βουλευτὴς τῆς Μεσσήνης ἤρχισεν εἰς τὴν πρώτην του ὁμιλίαν νὰ καταδικάζῃ τοὺς ἀτάκτους καὶ κατεδίκασε τὴν κατάστασιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἀναγνώσῃ τὰ στενογραφήματα, θὰ ἰδῇ ὅτι πότε ἐπαινεῖ τοὺς στρατιώτας, πότε τοὺς μέμφεται. Οἱ στρατιῶται καταδιώκουν. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, σᾶς λέγω καὶ πάλιν, ὅταν ἦλθον ἐδῶ, ἔγραψα εἰς τὸν Δημητρακαράκον, 200 λῃσταὶ κατατρομάζουν τὸν τόπον, καὶ τόσος στρατὸς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς ἐξαλείψετε; Κύριοι, τί μὲ ἔγραψε; τὸ γράμμα τὸ ἔχω εἰς τὴν μασχάλην· τί νὰ σοῦ εἰπῶ; ἡ λῃστεία διατηρεῖται ἀπὸ τὰ σύνορα, οἱ γείτονές μας εἶναι ἐρεθισμένοι, διότι καὶ εἰς τὰ 1854 καὶ εἰς τὰ 1867 καὶ εἰς τὰ 1868 τὸ αὐτὸ ἐκάμαμεν· διὰ τῶν λῃστῶν τῶν ἰδικῶν μας ἐξήρχοντο ἔξω. Καμμία κυβέρνησις μέχρι τοῦδε μὲ περισσοτέραν φιλοτιμίαν διὰ περισσοτέρων μέσων δὲν ἐνησχολήθη εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ληστείας. Κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγα πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ προλαλήσαντος, διϊσχυρίσθη, ὅτι εἰς τὰ 1867 δὲν ἦτο ληστεία, διότι ἐπήγαινεν ἐντὸς τοῦ τουρκικοῦ κράτους. Γνωρίζομεν τὰς περιστάσεις· ἕως ὅτου ἦτον ὁ πόλεμος ἐκεῖνος οἱ λῃσταὶ μαζὺ μὲ ἄλλους πολίτας εἰσῆλθον εἰς τὸ τουρκικόν. Ὅταν ἐπέστρεψαν ὅμως, ἐνθυμεῖσθε μίαν πρᾶξιν ἑνὸς δημοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν εἶχεν ἱερεμιάδας εἰς τὰ παθήματα τῶν λῃστῶν, ὥστε ἐδέησε νὰ τὸ παύσῃ ὁ πρωθυπουργός. Δὲν κατηγορῶ λοιπὸν οὔτε τὸν ἕνα, οὔτε τὸν ἄλλον πρωθυπουργόν, οὔτε παρόντας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταστρέψουν αὐτοὶ ληστάς· ἀλλ’ οἱ λησταὶ καταστρέφονται ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας καὶ τοὺς στρατιώτας. Ἔπειτα, διατὶ μετὰ ταῦτα ἔστρεψαν εἰς ἡμᾶς; διότι τοὺς εἴπατε, ὅτι θὰ τοὺς ἀμνηστεύσητε, ἐπειδὴ ἔπεσαν καὶ δὲν ἐπέτυχαν. Ἀγρίεψαν καὶ ἐκδικοῦνται. Οἱ δὲ γείτονές μας νομίζουν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ γίνουν εἰλικρινεῖς; δὲν ἐνθυμοῦνται ὅτι ἀπὸ τὰ σύνορά μας ἐξήρχοντο καὶ τοὺς κατεπίεζον καὶ μᾶς ἐκδικοῦνται τόρα; καὶ αὐτοὶ ὑποθάλπουν τοὺς λῃστὰς πρὸς ἐκδίκησιν τοῦ 1854 καὶ 1867; Καὶ εἰς τὸ 1854 ἔτσι ὁ πόλεμος αὐτὸς ἐπηρέασε τὸ σύνολον τῶν γειτόνων μας, Ἔτσι καὶ τόρα, ὅταν ἐξῆλθαν ἔξω ἐπῆγαν ὡς ἄτακτοι, ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἐδῶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάγουν νὰ πιάσουν τὸ ἄροτρον. Ἰδοὺ ἡ αἰτία λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τῆς ληστείας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιπλήττωμεν μίαν κυβέρνησιν, νὰ φέρωμεν μομφὴν καὶ κατ’ ἄλλων, τῶν στρατιωτῶν. Οἱ στρατιῶται τοὺς καταδιώκουν καὶ μὲ μεγάλην ἐπιθυμίαν καὶ προθυμίαν καὶ μέσα ἔχουν ὅσα δὲν τοὺς ἐδώσατε ἐσεῖς. Ἡ κυβέρνησις ἔδωκε ὅλα τὰ μέσα διὰ μόνην τὴν καταδίωξιν. Περὶ δὲ τῆς Πελοποννήσου, κύριοι, πραγματικῶς ὁλονὲν προάγεται ἡ τάξις καὶ ὅσοι λέγουν τὸ ἐναντίον ἀδικοῦν τὸν ἑαυτόν των, διότι ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποι νὰ πετάξουν καὶ τὰ ὅπλα καὶ νὰ ζήσουν ὡς ἀδιάφοροι, τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας. Λοιπὸν πρὸς τί θέλομεν νὰ κατηγορήσωμεν τὴν κυβέρνησιν ὡς ἀναξίαν; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν». Ἕκαστος ἐκ τῶν ἰδίων ἂς ἐξετάσῃ καὶ τὸν ἄλλον· ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἂς μὴ κατηγορῇ εἰς τοὺς ἄλλους. Θέλετε τὴν ἐξουσίαν, ὅστις θέλει ἂς τὴν ζητήσῃ καὶ ἂν τὴν δώσῃ ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ πλειονοψηφία ἂς τὴν πάρῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν θεωρῶ τὰ ὑπουργεῖα παρὰ ποινήν, καὶ εἰς ἄλλον φίλον μου, ὅστις ἤλεγξε τὴν διαγωγήν μου τῷ εἶπα, ὅτι ποτὲ δὲν ἐζήτησα ἐξουσίαν παρὰ εἰς τὸ σπῆτί μου μὲ εὗρε, καὶ ὅταν ἐδιορίσθην εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν μὲ εὗρον εἰς τὸν ἀγρόν μου καὶ μοῦ ἔδωσαν τὸ δίπλωμα, καὶ ὅταν διορίσθην ὑπουργὸς ποτὲ δὲν ἐζήτησα· ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστόπουλος, ἐδῶ εἶναι οἱ Ἀκαρνᾶνες, ἐδῶ εἶναι καὶ οἱ εἰσηγηταὶ καὶ μεθ’ ὅσων εἰργάσθην ἂς εἰποῦν ἂν ἐσεβάσθην τοὺς νόμους. Καὶ ἕως ὅταν βλέπω, ὅτι μία κυβέρνησις ὑποστηρίζῃ τὸν νόμον τὴν ὑποστηρίζω· ὑπουργεῖον οὔτε ἐζήτησά ποτε, μὲ εὑρίσκει καὶ τὸ ἀφίνω. Εἰς ἀπάντησιν λοιπὸν τῶν κυρίων λέγω, ὅτι την ἀδικοῦμεν τὴν κυβέρνησιν, διότι τὴν κατηγοροῦμεν δι’ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν στρατόν. Ὁ Μπουρζουκίδης ὅστις εἶναι φίλος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εὕρισκεν ἀναγκαῖον καὶ μοῦ ἔλεγεν ἀκόμη καὶ ἔγραψε καὶ εἰς τὸν ὑπουργόν, διότι ἀπηύδησαν οἱ στρατιῶται, ὅταν καταδιώκωνται οἱ λησταὶ διαιροῦνται καὶ περιφέρωνται. Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν περισσοτέρους διὰ νὰ γίνεται ταὐτοχρόνως ἡ καταδίωξις εἰς ὅλας τὰς ὑπόπτους θέσεις. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ ληστεία, εἶναι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν γειτόνων, οἵτινες πνέουν ἐκδίκησιν καὶ τοὺς στέλλουν καὶ τοὺς παραδέχονται ὅταν πηγαίνουν καὶ δεύτερον οἱ στρατιῶται περιπλέον ἀπηύδησαν. Ἔπειτα καὶ ἐγὼ εἰς τὰς σημειώσεις μου εἶχα, ὅτι τὸ 1854 μᾶς ἄφησε μίαν ληστείαν, διότι ἐπέστρεψαν οἱ στρατιῶται ἐντὸς μὲ τὰ ὅπλα καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν τὸ ἄροτρον. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ καὶ ὁ στρατὸς ὁ τακτικὸς τὴν κατέστρεψε καὶ τόρα θὰ τὴν καταστρέψῃ καὶ μὴν ἔχετε ἀμφιβολίαν, καὶ μὴν ἐπαινεῖτε πότε τοὺς στρατιώτας καὶ πότε ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοὺς κατηγορεῖτε, ὅτι δὲν κατέστρεψαν τὴν λῃστείαν οἱ στρατιῶται. Κύριοι, ὅταν θέλῃ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἄλλος λόγος· τότε εἶναι περὶ τοῦ ποῖος θὰ πάρῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὄχι ὅμως ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπταισε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον; Τελευταῖος ἦτον ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Κρεστενίτης.
§161ΤΙΝΕΣ. Ψηφοφορίαν κ. πρόεδρε.
§162Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ᾖναι ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ, ψηφοφορία, κ. πρόεδρε.
§163ΕΠ. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Πλανῶνται, κύριοι, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἄλλο ζήτημα πολὺ οἰκειότερον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀνεξέταστον· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἡμετέρας εὐθύνης. Ἂν ἑπομένως ἡ ἐξουσία ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ θέλγητρα, ὡς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τις ζητῶν τὴν ἐξουσίαν ἢ τοὐναντίον, καμμίαν σημασίαν καὶ καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχουσιν αἱ ἀμφιβολίαι αὗται· διότι καὶ ἂν οὐδὲν ἄλλο ζήτημα ἔχομεν, ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰδίας ἡμῶν εὐθύνης, ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων, ἡμῶν τῶν βουλευτῶν. Δὲν συνήλθομεν, κύριοι, ἐδῶ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς συνδιασκέψεως· ἂν εἰς αὐτὸ καὶ μόνον συνίστατο ἡ ἐντολή μας, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν μας ἡ ἐντολὴ ἐκείνη ἔληξεν. Ἀλλ’ οἱ αἰώνιοι κλαυθμοὶ καὶ αἱ αἰώνιαι μεμψιμοιρίαι καὶ τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων καὶ τῆς κοινῆς γνώμης πάσης ἐποχῆς, οἱ αἰώνιοι κλαυθμοὶ καὶ αἱ αἰώνιαι μεμψιμοιρίαι διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας, δὲν εἶναι βέβαια οὔτε ψεῦδος, οὔτε ἀσήμαντον γεγονός. Ἂν δὲ δὲν ᾖναι οὔτε ψεῦδος, οὔτε ἀσήμαντον γεγονός, ἡ τοιαύτη γνώμη τοῦ ἔθνους καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὰ τελευταῖα γεγονότα τὰ ὁποῖα ἤλθομεν νὰ ἐπικυρώσωμεν, κατέστησαν τὴν ἀτυχῆ ταύτην θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἔτι ἀτυχεστέραν· καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον πρὶν λόγοι τοσοῦτον ἰσχυροί, ὥστε νὰ κινήσωσι τὴν φιλοτιμίαν μας, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς διορθώσεως, αἱ τελευταῖαι περιπέτειαι ἔπρεπε νὰ ἐξάψωσι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοτιμίας ταύτης. Πλανῶνται ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ λυθῇ διὰ τῆς συγχύσεως ἐποχῶν καὶ ἀριθμῶν, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, ὅπου δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν εἰς ἕνα κἂν ἀριθμόν, εἰς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους δὲν ἐπρόκειτο, ὅπως σήμερον, νὰ συλλέξωμεν καθ’ ἅπασαν τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Πελοπόννησον, ἀλλ’ ἐντὸς ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραφείου. Πλανῶνται ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ ζήτημα, ὥστε ἀναμιμνήσκοντες εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν κατάστασιν τῆς λῃστείας ἐπὶ ἄλλων ἐποχῶν, ἀναμιμνήσκοντες τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἄλλαι προηγούμεναι κυβερνήσεις ἔπραξαν, πλανῶνται ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων δύνανται ν’ ἀποῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην των, πολὺ δὲ περισσότερον οἱ καθήμενοι εἰς αὐτὰς τὰς ἕδρας νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἐξαντλοῦσι τὴν ἀπολογίαν των, λέγοντες «λαὲ σὲ καταπιέζουσιν οἱ λῃσταί, ἀλλὰ πάντοτε σὲ κατεπίεζον»· «τῷ ὄντι δὲν ἐξηλείφθησαν, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐξηλείφθησαν»· διότι ὁ λαὸς ὅστις πάσχει καὶ καταβάλλει ἄφθονα τὰ μέσα τῆς διοικήσεως, ὅστις αἰσθάνεται τοὺς πόνους καὶ φθείρεται ἀδιακόπως, ἔχει ἀντίῤῥησιν ν’ ἀντιτάξῃ ἐναντίον αὐτῆς τῆς φωνῆς καὶ αὐτῆς τῆς δικαιολογίας. Ἡ συζήτησις, κύριοι, ὡς γίνεται τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀποδεικνύει τὸ ὀλίγον ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔχομεν πρὸς τὰ δεινὰ τῶν ἐντολέων μας. Συζήτησις ἐπιπόλαιος, συζήτησις χωρὶς ἐρεύνης λεπτομερειῶν, χωρὶς ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων· ὅθεν ἀποτέλεσμα ἔσεται ἡ πλάνη. Ἡ ἀντιπροσωπεία, κύριοι, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν κυβέρνησιν «εὑρέθης εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν εἶχες οὐδεμίαν στενοχωρίαν, δὲν εἶχες στενοχωρίαν χρηματικὴν, δὲν εἶχες στενοχωρίαν στρατιωτικὴν, δὲν εἶχες ἀνωμαλίαν οὔτε ἐσωτερικὴν, οὔτε ἐξωτερικὴν, τί ἔπραξες πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως;» Ὅταν, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι εὑρίσκοντο ὡς διαλαμβάνει τὸ ἑξῆς διάταγμα τῆς 14 (Δεκεμβρίου) ἔχον ὡς ἀκολούθως· «Κανονίζομεν προσωρινῶς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ κατὰ τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ τὴν Εὐρυτανίαν στρατοῦ ὡς ἑξῆς. «Τὸ κατὰ τὴν Φθιώτιδα πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν θέλει διοικεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, φέροντος τὸν τίτλον «διοικητοῦ τοῦ κατὰ τὴν Φθιώτιδα στρατοῦ τῆς γραμμῆς». «Τὸ κατὰ τὴν Ἀκαρνανίαν πεζικὸν, ἱππικὸν καὶ πυροβολικὸν θέλει διοικεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ φέροντος τὸν τίτλον «διοικητοῦ τοῦ κατὰ τὴν Ἀκαρνανίαν στρατοῦ τῆς γραμμῆς.» «Τὴν διοίκησιν τῶν ταγμάτων τῶν Εὐζώνων 1, 4, 5, 6, καὶ 7 καὶ τῶν τεσσάρων αὐθυπάρκτων λόχων Εὐζώνων θέλει ἀναλάβει ὁ συνταγματάρχης Βασίλειος Σκαλτζοδῆμος φέρων τὸν τίτλον «διοικητοῦ τῶν κατὰ τὴν Ἀκαρνανίαν Εὐζωνικῶν ταγμάτων.» «Τὴν διοίκησιν τῶν ταγμάτων τῶν Εὐζώνων 2 καὶ 3 θέλει ἀναλάβει ὁ ἀντισυνταγματάρχης διοικητὴς τοῦ 3 τῶν Εὐζώνων Δημήτριος Ν. Βότσαρης φέρων τὸν τίλον «διοικητοῦ τῶν κατὰ τὴν Εὐρυτανίαν εὐζωνικῶν ταγμάτων». Πότε ἄλλοτε, κύριοι, ἐσχηματίσθη τοσοῦτον ἰσχυρὰ ἐξουσία ἐν τῇ ἀνατολικῇ καὶ δυτικῇ Ἑλλάδι; οὐδέποτε, διότι οὐδέποτε ἦσαν αἱ περιστάσεις οἷαι ὑπῆρξαν κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1868. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν ἡ σημερινὴ εὗρε δύναμιν 10,000 στρατοῦ ὑπὸ δύο ἀρχηγοὺς μάλιστα, οἵτινες ἐν τῷ καταδιώκειν τὴν ληστείαν εἶναι πεπειραμένοι καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν βίον των κατηνάλωσαν εἰς τοῦτο· ἐπὶ ἕνα καὶ ἐπέκεινα μῆνα ὁ στρατὸς αὐτὸς ἔμεινεν ἀκίνητος. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ τὸ ῥηθὲν, ὅτι ἀκίνητος ἔμεινε κατὰ διαταγὴν τῆς κυβερνήσεως, οὔτε ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐφαντάσθη, ὅτι τῆς ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθῃ εἰς συνομιλίας μετὰ τῶν ἀποκεκηρυγμένων λῃστῶν· λέγω ὅμως ὅτι ἔμεινεν ἀκίνητος ἐπὶ ἕνα καὶ ἐπέκεινα μῆνα ὁ στρατός. Τίς, κύριοι, ὑπουργὸς, ποία κυβέρνησις, αἰσθανομένη καλῶς τὸ μέγα κακὸν, ὅπερ γίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς λῃστείας, συμπονῶν καὶ συμπάσχων μετὰ τῶν πασχόντων, ἀναλογιζόμενος δὲ τὴν εὐθύνην του, δὲν ἤθελεν ἀποταθῆ εἰς τὸν στρατὸν καὶ τοῦ εἴπει, «προώρισο νὰ δοξάσῃς τὴν πατρίδα ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἡ θεία πρόνοια ηὐδόκησεν ἄλλως· ὑπάρχει ὅμως ἄλλο στάδιον τιμῆς καὶ καθήκοντος, δύνασαι νὰ ἀποκαταστήσῃς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν ἐν τῷ τόπῳ, νὰ δείξῃς ὅτι εἶσαι ἄξιος καὶ τοῦ προορισμοῦ σου καὶ τῆς πατρίδος σου· τὰ πάντα ὀφείλεις νὰ πράξῃς διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ ἐξαγάγῃς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἐλεεινὴν καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν, ἥτις δὲν τῆς ἐπιτρέπει, οὔτε εἰς τὸ μέλλον θέλει τῆς ἐπιτρέψει, ν’ ἀπολαύσῃ εὐημερίαν». Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐστερεῖτο, κύριοι, οὐδὲν ἐκ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λύουσι τὰς χεῖρας τῶν κυβερνήσεων καὶ τὰ ὁποῖα δίδουσι πᾶσαν εὐκολίαν πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ τῶν πλέον εὐρέων σχεδίων. Τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης ἦτο τῆς κυβερνήσεως καὶ τὸ ταμεῖον τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει κεφαλαιούχων ἦτο τῆς κυβερνήσεως. Δεκαεπτὰ ἑκατομμύρια, κύριοι, ἐδανείσθη. Ποία κυβέρνησίς ποτε ηὐτύχησεν, ἄνευ ἐξωτερικῶν περισπασμῶν, ν’ ἀπολαύσῃ τοσαῦτα χρήματα καὶ συσσωρεύσῃ εἰς τὰ ταμεῖά της; Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, ὁ λαὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἀπηυδημένος ἐκ τῶν δεινοπαθημάτων, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησις τὸν ἰσχυρῶς συγκεντρωμένον στρατὸν ἤθελε μεταχειρισθῆ εἰς καταδίωξιν τῆς ληστείας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἤθελον ἐξέλθει, καὶ οἱ λησταὶ μετὰ ἕνα μῆνα δὲν ἤθελον ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, ἐν ἀπραξίᾳ τὸν στρατὸν ἀφεῖσα, μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς καὶ πλέον διέλυσεν αὐτόν. Τί διενοεῖτο τάχα ἡ κυβέρνησις τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διέλυε τὸν στρατόν; εἶχε ἢ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐπικρατείας; ἐξετίμα ἢ δὲν ἐξετίμα τὸ κακὸν τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας; τὰ πράγματα, κύριοι, ἀποκρίνονται εἰς τὴν ἐρώτησιν. Τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις; Διώρισε γενικὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ διέλυσε τὸν στρατὸν, καὶ ἀφῆκε δύω μόνον τάγματα ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ Αἰτωλίᾳ, δύο δὲ ἐν Φθιώτιδι καὶ Φωκίδι. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τίνος περιστάσεως εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἕνας ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ κ. Κορωναῖος, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἔχει μεγάλα στρατιωτικὰ προτερήματα, ἦτο εἰδήμων τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας ἣν οὐδέποτε κατεδίωξεν; τὶ δὲ ἐσκέπτετο ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸν διώριζεν; ὁ κ. Κορωναῖος ἤθελεν εἶσθαι ἀξιόλογος, ἂν ἐπραγματοποιοῦντο αἱ ὑποσχέσεις τοῦ 1868, νὰ διοικήσῃ μίαν μοῖραν στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦτο πιστευτὸν ὅτι ἠδύνατο νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν.—Λοιπὸν συγκεντρωμένος καὶ ἰσχυρὸς στρατὸς ἔμεινεν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς ἀπραξίαν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ληστῶν, καὶ κατόπιν διελύθη, μείνας ὀλίγος καὶ ἀνεπαρκὴς—ἀρχηγὸς τῶν ὀλίγων διωρίσθη ἀξιωματικός, ὅστις ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἔδιδε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐδύνατο νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν, καὶ ἡ ληστεία ἔμεινεν ἀκαταδίωκτος ἐπὶ μῆνας ἑωσοῦ σπουδασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, τὰ πράγματα καὶ ὁ τόπος (θόρυβος). Ἰδού, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξάξωμεν τὴν ἀληθῆ αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν. Δὲν εἶναι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἔργον τοῦ τυχόντος ὑπουργοῦ, οὔτε τοῦ τυχόντος ἐπὶ κεφαλῆς· ἀπαιτεῖται καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως καὶ δραστηριότης καὶ πεῖρα. Ἀλλά, κύριοι, ὁ κ. Κορωναῖος μεταβὰς κατὰ τὰς 15 Μαρτίου εἰς τὸν Βάλτον, διότι μόλις τότε ἔφθασε, καίτοι μὴ γνωρίζων τὸν τόπον, μὴ γνωρίζων τοὺς ἀνθρώπους μολαταῦτα, ἐπειδὴ ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν καὶ ἐπειδὴ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι φιλότιμος στρατιώτης, κατέγινεν ὅσον ἠδύνατο εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον τῷ ἀνέθεσαν, προσεπάθησε δὲ νὰ τὸ κατορθώσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισε πρόσφορα πρὸς ἐπάνοδον τῆς τάξεως. Εἶδον δημοσιευμένας δύο ἐπιστολὰς δύο δημάρχων τῶν μερῶν ἐκείνων, λίαν ἀξιοτίμων, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ εἷς εἶναι λίαν γνωστὸς εἰς πλείστους ἐξ ὑμῶν, τοῦ δημάρχου Βονίτσης κ. Λογοθέτου. Κατὰ τὰς ἐπιστολὰς ταύτας ὁ κ. Κορωναῖος εὐχαρίστησε τὸν τόπον. Εἶναι δὲ γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὁ Κορωναῖος, ἐγκύψας εἰς τὸ ἔργον τὸ ἀνώτερον τῶν δυνάμεών του, κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ καταλάβῃ ἐπικαίρους θέσεις, νὰ ὀργανίσῃ τὰ ἀποσπάσματα, καὶ τέλος πάντων αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἐνθυμούμεναι τὴν κατάστασιν εἰς ἣν διετέλουν πρότερον, ἤρχισαν εὐχαριστούμεναι, συντρέχουσαι καὶ ποθοῦσαι τὴν διαμονήν του ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, κύριοι, ὅτι διαμάχη σκανδαλώδης μεταξὺ τοῦ κ. Κορωναίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως συνέβη. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν διαμάχην ταύτην παρὰ ὑπὲρ τοῦ κ. Κορωναίου, ὁ δὲ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ὁ κ. Κορωναῖος ἐγένετο ἀρχηγὸς τῶν στρατευμάτων, ἐξελθὼν ἀπὸ τὴν φάλαγγα τῆς περισυνῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν προεδρευομένην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον σήμερον κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Κορωναῖος λοιπὸν δὲν εἶχε κανὲν συμφέρον ν’ ἀποτύχῃ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσχηματίσθη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πολιτικοὺς συναδέλφους του, οὔτε ὁ ἀρχηγός του ν’ ἀποτύχῃ καὶ νὰ πέσῃ, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως γενόμενος. Καμμία λοιπὸν παρεξήγησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ καὶ οὐδεὶς δισταγμὸς νὰ ῥιφθῇ εἰς τοὺς λόγους του, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν πιστεύσωμεν, ἰσχυριζόμενον ὅτι εὗρεν ἀντενεργείας. Ἀλλὰ τίποτε ἄλλο δὲν δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐξουσίαν, καταδιώκουσαν τὴν ληστείαν ἢ ἐκτελοῦσαν ἄλλα σπουδαῖα στρατιωτικὰ καθήκοντα, παρὰ ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ προϊστάμενος ἔχει ὅλην τὴν ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ τῶν προϊσταμένων του· ἂν δὲ, εἴτε ὁ λαὸς, εἴτε οἱ στρατιῶται, δι’ ἐπανειλημμένων παραδειγμάτων πεισθῶσιν, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς οὗτος δὲν ἔχει τὴν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ μέτρα καὶ αἱ προτάσεις του ἀποκρούονται, ὅτι καὶ ἐξυβριζόμενος δὲν λαμβάνει δίκαιον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐξουσία του, ἡ ὑπεροχή του καταστρέφονται. Τέλος πάντων, κύριοι, ἐπῆλθεν ἡ παῦσις τοῦ κ. Κορωναίου. Κατέδειξα τὸ πρῶτον λάθος τῆς κυβερνήσεως τοῦ νὰ διαλύσῃ τὸν στρατὸν καὶ νὰ μὴ τὸν θέσῃ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, συγκεντρωμένον ὄντα καὶ μετὰ τοῦ λαοῦ, ὅπως φέρῃ ἀποτέλεσμα. Κατέδειξα ὡσαύτως τὸ ἕτερον λάθος τῆς κυβερνήσεως, ὅτι διώρισεν ἀξιωματικὸν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως, κατὰ τὰ ἄλλα ἀξιόλογον, ἀλλὰ περὶ τὴν τέχνην τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας ἀμαθῆ. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, κύριοι, ἀφοῦ τέλος πάντων ἡ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, ἔστω καὶ ἂν εἶχε δίκαιον ἡ κυβέρνησις, τί ἀντεκατέστησεν εἰς τὴν ἀρχηγίαν τῶν στρατευμάτων τῆς ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν παρῄτησεν ὁ κ. Κορωναῖος. Ἁπλούστατον πρᾶγμα, κύριοι· ἀνέθεσεν εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Εἶναι ἀξιότιμοι πάντες οἱ διοικηταὶ τῶν ταγμάτων· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, ὅπερ διὰ τῶν κανονισμῶν εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐκτελῶσι, δὲν θὰ φανῶσι κατώτεροι οὐδ’ αὐτῶν τῶν εὐρωπαίων διοικητῶν ταγμάτων· ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἡ ἀνάθεσις τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ περιέχει μέτρον τι κατὰ τῆς ληστείας; Ἐρωτῶ τοὺς εἰδήμονας, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀποκριθῆ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οὕτω, δύο ἀξιότιμοι διοικηταὶ ταγμάτων, οἱ κκ. Κονιάλης καὶ Ἀλεξάνδρου κάθηνται ἤδη δύο μῆνας εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ προσπαθοῦν οἱ δυστυχεῖς νὰ σπουδάσωσι τὸν τόπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Στοχασθῆτε, κύριοι, καταδίωξιν γενομένην ὑπὸ τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, ἀγνοούντων καὶ τὴν τέχνην καὶ τὸν τόπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον, καὶ τῳόντι ἦτο τοῦτο ἓν μέτρον, ἀδιάφορον ἂν ἦτο κακὸν μέτρον, νὰ μὴ μιμηθῇ τὸ παρελθὸν, νὰ μὴ μεταχειρισθῇ ὁδηγοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οὔτε ἐθνοφύλακας. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς ἡ κυβέρνησις, κατηγορουμένη διὰ τὰς φοβερὰς κακώσεις, τὰς ὁποίας ὑποφέρουσιν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, δύναται νὰ εἴπῃ «ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου» «ἔπραξα ὅ,τι ἠδυνάμην,» ἀφοῦ περὶ τὴν καταδίωξιν οὕτω προσεφέρθη, οὐδὲν μὲν σύστημα ἐκ τῶν ἐπενεγκόντων ἀποτέλεσμα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀκολουθήσασα, οὐδὲν δὲ νέον σύστημα πρακτικὸν, δυνάμενον νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, ἐπινοήσασα. Τῷ 1869 ὁ στρατὸς εἶναι πολὺ ἀνώτερος τῶν στρατῶν, τοὺς ὁποίους εἴχομεν πάντοτε κατὰ τὸ παρελθόν· ἡ κυβέρνησις ὅσον καὶ ἂν ἐξογκόνῃ τὰ πράγματα, ὅσον καὶ ἂν παριστάνῃ τὴν Πελοπόννησον ὡς εὑρισκομένην ὑπὸ τὰς πλέον ἐκτάκτους καὶ σπανίας ἀνωμαλίας, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἀφήσασα τόσον ὀλίγον στρατὸν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ λῃστεία εἶχε φθάσει εἰς ἀνώτατον βαθμὸν ἀκμῆς. 2.200 στρατιῶται εἶναι εἰς τὴν πρωτεύουσαν· 550 ἕως 600 εἶναι εἰς τὴν Κέρκυραν· 350 εἶναι εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἂν ἡ κατάστασις ἡ ἔκτακτος τῆς Ἑλλάδος ἕνεκα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν ἐπιβάλῃ κανὲν ἔκτακτον χρέος εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὁμολογῶ, ὅτι καὶ οἱ 600 ἄνδρες τῆς Κερκύρας καὶ οἱ 350 τοῦ Ναυπλίου καὶ οἱ 2200 τῶν Ἀθηνῶν ἔχουσι καλῶς, μένουσι καλῶς καὶ ἔχουσιν ὑπηρεσίαν νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἀλλ’ αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δίδουν τὴν μεγίστην ἀξίαν εἰς τὴν ἔκτακτον καὶ ἔκρυθμον κατάστασιν τῆς κοινωνίας, εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ κάμωσι διάκρισιν μεταξὺ καθήκοντος καὶ καθήκοντος, αἰσθάνονται τὸ χρέος νὰ παραλείψωσι τὰ εὐτελέστερα διὰ νὰ ἐπιμεληθῶσι τῶν βαρυτέρων. Εἰς τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις ἐννοῶ αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν, ἀλλ’ εἰς περίστασιν τοσοῦτον ἀνώμαλον καὶ εἰς τοσοῦτον ἔκτακτον ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εἶχε στρατὸν ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα λυμαίνεται ἡ λῃστεία, διότι τὸν εἶχεν ἀθρόως ἀπησχολημένον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πόλεων. Καὶ συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, διὰ νὰ σᾶς δείξω τὴν πρακτικὴν ἀξίαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ἡ ἐπαρχία μου, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1846, νομίζω, δὲν εἶδε πλέον ἐντόπιον λῃστήν. Μία καὶ μόνη λῃστρικὴ συμμορία ὑπῆρχεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καταγομένη ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐντόπιος δὲ λῃστὴς ἔκτοτε δὲν ἐπαρουσιάσθη· ἀλλ’ ἢ ὀλίγον πρὸ ἢ ὀλίγον μετὰ τὴν ἐπανάστασιν δύο ἀδελφοὶ εἶχον ἐκτραπῆ εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐφονεύθησαν. Ὁ τόπος, κύριοι, δὲν ὑποστηρίζει τὴν λῃστείαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ἐντόπιος λῃστὴς, οὔτε δύναται νὰ ἐμφωλεύσῃ ἐντὸς αὐτῆς λῃστρικὴ συμμορία· ἂν δέ ποτε ἠκούσθη, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου συνέβη λῃστρικὴ πρᾶξις, λῃστὴς ἢ λῃστρικὴ συμμορία διῆλθε, διημέρευσε μίαν ἡμέραν, κατέλαβε μίαν θέσιν καὶ ἀνεχώρησεν· ἀλλὰ καὶ τὰ τοιαῦτα παραδείγματα εἶναι σπανιώτατα. Ὅταν ὅμως ἡ κατάστασις τῶν πέριξ ᾖναι τόσον οἰκτρὰ καὶ ἐλεεινὴ, ὅσον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὴν σήμερον εἶναι, ἐννοεῖται, ὅτι καμμία ἐπαρχία δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἄνευ λῃστρικῶν συμμοριῶν· ἀλλ’ ἐπαρχία, ἡ ὁποία δὲν φυλάττει τοὺς λῃστὰς, καὶ δὲν ἔχει οὔτε ἐντοπίους λῃστὰς, οὔτε λῃστρικὰς σχέσεις, ἡ ἐπαρχία αὕτη δύναται νὰ φυλαχθῇ μὲ ὀλίγας δυνάμεις. Ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν πέριξ συμμορίαι χωρὶς νὰ τολμῶσι νὰ εἰσέλθωσιν ἐν ἐκείνῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν ἐκλογῶν ἡ ἐπαρχία μου ἔμεινεν ἄνευ στρατιωτῶν· μόλις καὶ μετὰ βίας, ἀφοῦ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἀπεστάλη πρό τινος καιροῦ ἓν ἀπόσπασμα ἐκ 16 ἀνδρῶν, ἀνεπαρκὲς ὅλως νὰ φυλάξῃ ὁλόκληρον ἐπαρχίαν καὶ μάλιστα τόσον ἀργὰ πεμφθέν. Οὕτως ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου, ἑπτὰ αἰχμαλωσίαι συνέβησαν ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου. Μὴ παραξενεύεσθε ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, διότι τὸν εὑρίσκετε πάντῃ ἀσυμβίβαστον πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερε περὶ τῶν συμφορῶν τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός· διότι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ. Ναὶ, κύριοι, ἑπτὰ αἰχμαλωσίαι ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου. Ἐὰν πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις περὶ τὴν συλλογὴν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀφορώντων τὴν ληστείαν ἔδειξε τὴν αὐτὴν προσοχὴν τὴν ὁποίαν εἴδομεν, ὅτι ἔδειξε περὶ τὴν συλλογὴν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀφορώντων τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς διαχείρησιν, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν παρέχουσι τὴν ἐλαχίστην πίστιν. Ἀλλ’, εἴτε εὐτυχῶς εἴτε ἀτυχῶς, ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν, ἂν ὄχι διὰ τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέρος, ὅπως ἀποδείξω τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ πόσον εἶναι ἀνακριβεῖς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, εἰς ποῖον εὐτελῆ ἀριθμὸν κατεβίβασεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τοὺς αἰχμαλωτισθέντας καὶ φονευθέντας ἐν τῷ νομῷ Φθιώτιδος, παρατηρῶ δὲ μόνον ὅτι ἐν μόνῃ τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος καὶ ὄχι ἐν τῷ νομῷ ὁλοκλήρῳ ᾐχμαλωτίσθησαν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης κυβερνήσεως 34, ἐφονεύθησαν 14 καὶ ἐπληγώθησαν 18.
§164ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πολῖται ἢ λῃσταί.
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολῖται, ᾐχμαλωτίσθησαν λέγω. Καὶ δὲν λέγω μόνον, κύριοι, ἀριθμοὺς, ἀλλ’ ἔχω σημειωμένας τὰς ἡμερομηνίας καὶ τὰς πράξεις καὶ τὰς συμμορίας καὶ τοὺς παθόντας «Τὴν 27 Ἰανουαρίου ἡ λῃστοσυμμορία τοῦ Βελούλια ᾐχμαλώτισε τρεῖς (ἀναγινώσκει κατάλογον) (ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος Δ. Χρηστίδης).
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον λοιπὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Φθιώτιδος συνέβησαν αἱ λῃστρικαὶ πράξεις καὶ αἰχμαλωσίαι τὰς ὁποίας σᾶς προανέφερα. Παραλείπων δὲ, διὰ τὸ ἀλγεινὸν, τὴν περαιτέρω ἀπαρίθμησιν παρατηρῶ, ὅτι δύω μόνον ἐπαρχίαι, ἡ Φθιώτιδος καὶ ἡ τῆς Λοκρίδος, παρέσχον ἐν τῷ διαστήματι κατὰ τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ ἡ σημερινὴ κυβέρνησις φονευθέντας, αἰχμαλωτισθέντας καὶ πληγωθέντας 107 πολίτας.
§167ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Φαλάρων προχθὲς ᾐχμαλωτίσθησαν δύο, εἰς τὸν δῆμον...... ἄλλοι δύο καὶ εἰς τὸν δῆμον...... ἕνας.
§168Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προσθέσατε καὶ αὐτὰ, κύριε Δεληγιώργη.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης μὲ συμβουλεύει τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ προσθέσω καὶ ταύτας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος. Καὶ ἂν δὲν τὸ ὑπέθετα, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς μοὶ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω ὁποῖον πνεῦμα ἐπικρατεῖ ἐν τῇ κυβερνήσει ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐμπαίζει μὲ τὰς δυστυχίας τῶν ἐπαρχιῶν ὁ κ. Πετσάλης καὶ εἰς οὐδὲν λογίζεται τὰς συμφορὰς αὐτῶν, ἐνῷ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν δὲν εἶχε τὴν εὐθύνην, ἤθελεν εἶσθαι ὁ πρῶτος, ὅστις ἤθελε καταλάβει τὸ βῆμα καὶ ἤθελε σχισθῆ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς προεῖπον, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τὴν εὐθύνης σας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης ἡμῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ εἴπετε σεῖς, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, τί θέλετε νὰ εἴπω αὔριον, ὅταν κατέλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅτι ἔπραξα ἢ ὅτι κατέλιπα ὄπισθέν μου; Τί θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι ἔπραξα ἐνώπιον τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς, τὴν ὁποίαν εὗρον, καὶ τί θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι κατέλιπον ὄπισθέν μου διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν; Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι συνέπραξα, ὅπως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος, ὁποῖος ἦτο, χωρὶς νὰ γείνῃ ἡ ἐλαχίστη εἰς αὐτὸν οἰκονομία, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870 καταρτισθῇ τοιοῦτος, ὥστε ν’ ἀφήσῃ ἔλλειμμα. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι συνετέλεσα καὶ ἐγὼ ὡς βουλευτὴς τοῦ 1869 ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ καταστρεπτικὸν ἔργον τοῦ νὰ εἰσπράττωμεν 10 καὶ νὰ ἐξοδεύωμεν 12· αὐτὸ τὸ καταστρεπτικὸν προηγούμενον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ δυνηθῶμεν καὶ διὰ τίνων μέσων θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἤθελε καταστρέψει τὴν πρόοδον τοῦ καταστρεπτικοῦ τούτου ἔργου, καὶ ἤλπιζα, ὅτι ἤθελον δυνηθῆ τοὐλάχιστον νὰ εἴπω περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ περὶ τῆς ληστείας ὁ ἀξιότιμος κύριος Χατζῆσκος· «ἡ ληστεία, σᾶς εἶπεν, ἡσυχάσατε, θὰ ἐκλείψῃ, διότι ἐπλημμύρησεν». Ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, δὲν τὸ ἐλπίζω, διότι καί τοι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀκρότατον ἄκρον καὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν φόρων, δὲν ἐβάλαμεν ἐπ’ αὐτῶν εἰσέτι χεῖρα διορθώσεως. Βεβαίως, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀκρότατον ἄκρον τῆς πίστεως, διότι τὰ πράγματα μᾶς τὸ ἀποδεικνύουν. Ζητοῦμεν, καὶ ζητοῦμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, παρέχοντες καὶ ἐγγυήσεις καὶ ὠφελείας μεγάλας, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκομεν νὰ δανεισθῶμεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν δάνεια, ἀφοῦ ὅλην μας τὴν περιουσίαν κατεστήσαμεν ὑπέγγυον τοῖς δανεισταῖς. Τὰ τελωνεῖα εἶναι ὑπέγγυα, τὰ ἰχθυοτροφεῖα καὶ αἱ ἁλικαὶ ὑπέγγυα, αἱ μετοχαὶ τῆς τραπέζης ὑπέγγυοι, ἐπωλήσαμεν τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ἐνεχυριάσαμεν τοὺς τίτλους τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν, καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία λυμαίνεται τὴν κοινωνίαν. Καὶ μολονότι, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀκρότατον ἄκρον τῆς πίστεως, ἐξαντλοῦντες αὐτὴν, δὲν ἐπεβάλαμεν εἰσέτι χεῖρα διορθώσεως. Ἀλλ’ οὐ μόνον τὴν πίστιν ἐξηντλήσαμεν ἀλλὰ καὶ τοὺς φόρους· οἱ φόροι δὲν ἐπιδέχονται αὔξησιν. Ἂν ῥίψετε βλέμμα εἰς τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας τῶν ἐθνῶν, δὲν θὰ εὕρετε τὴν Ἑλλάδα ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της χαμηλὰ, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν βαρύτατα φορολογουμένων ἐθνῶν. Ἐὰν δὲ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τότε θέλετε ἐννοήσει τὸ βάρος τῆς φορολογίας ἐν Ἑλλάδι· διότι ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις συντρέχει εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ βάρους τῶν φόρων, συγκρινόμενος πρὸς τὸν πλοῦτον τῶν ἄλλων ἐθνῶν, εἶναι εἰς τὰ σπάργανα· τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν ἔχει βιομηχανίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λείπουν κινητὰ κεφάλαια λόγου ἄξια, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν πλοῦτον τῶν ἐθνῶν. Καὶ μολαταῦτα κύριοι, ἔργον τυπικὸν ἐκπληροῦμεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀπαθῶς καθιεροῦμεν τὰ ἐλλείμματα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Καὶ ὅπως, κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι διὰ τὴν ἔλλειψιν ζήλου ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀκρότατον ἄκρον καὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν φόρων, χωρὶς μολαταῦτα νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις, οὕτως εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ πρόῤῥησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χατζίσκου δὲν θὰ ἀληθεύσῃ ὡς πρὸς τὴν ληστείαν. Δὲν ἐξετάζομεν ἂν ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι τεταγμένη νὰ καταδιώκῃ τὴν ληστείαν, ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀλλ’ εὐχαριστούμεθα εἰς ἀποτελέσματα πολλάκις ἐσφαλμένα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει τὸ ὑπουργεῖον, εὐχαριστούμεθα εἰς ὅ,τι δὲν πιστεύομεν ἢ ἀνάξιον λόγου νομίζομεν, μολονότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ληστεία λυμαίνεται τὸν τόπον καὶ ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης περὶ τοῦ κράτους τῆς ληστείας ἐν τῷ τόπῳ εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ ἀληθῆ. Προκαλῶ δὲ ἕκαστον ἀντιπρόσωπον τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας λυμαίνεται ἡ ληστεία, νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ἐδῶ καθαρὰ καὶ φανερὰ ἂν ἡ ληστεία δὲν ὑπερισχύῃ τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἱστορία, κύριοι, μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι τὰ ἔθνη ὁσάκις ἐξέρχονται μιᾶς δυστυχοῦς περιστάσεως, σκέπτονται ὅπως σκέπτεται τὸ ἄτομον ὅταν ἐξέρχεται ἐκ περιστάσεων τοιούτων. Ἐπισκοποῦσι τὸ παρελθόν των καὶ ἐπανορθόνουσι τὰ σφάλματά των· λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὸν προορισμόν των καὶ σκέπτονται περὶ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ τὸν ἐπιτύχωσι· καὶ δὲν ὑπάρχει ἔθνος, ὅπερ ἔχει στοιχεῖα ἐθνισμοῦ καὶ προόδου, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔδωκε τοιοῦτο παράδειγμα τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐξόδου αὐτοῦ ἀπὸ δυστυχῶν περιστάσεων, διότι ὅλα τὰ ἔθνη, κύριοι, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ παλαιᾶς καὶ ἀρχαίας ἱστορίας, ἀλλὰ περὶ τῆς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ὅλα τὰ ἔθνη ἔδειξαν ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἠσθάνθησαν τὸ πάθημά των. Ῥίψατε καὶ σεῖς ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα κατηρτίσαμεν, ἂς ῥίψῃ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα παρεσκεύασε μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1870, δὲν θέλετε ἰδεῖ ἄλλο τίποτε εἰμὴ ἀντιγραφὴν τοῦ παρελθόντος διὰ τὸ μέλλον. Καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ εὐθύνη καὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ εὐθύνη καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, συνίσταται εἰς τὴν ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ δώσωσιν ἐρωτώμενοι παρὰ τοῦ ἔθνους τί ἔπραξαν ἐξελθόντες ἀπὸ τῶν δυστυχῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ὡς σᾶς προεῖπον, δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἡ ἧττα ἣν ἐπάθαμεν, ὅπερ γεννᾷ τὴν μεγάλην καὶ αὐτῶν καὶ ἡμῶν εὐθύνην. Εἶναι αὐτὴ ἡ κακὴ κατάστασις, ἐν ᾗ διατελοῦμεν πάντοτε· ἡ δὲ νεαρὰ συμφορὰ ἡμῶν ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἐξάψῃ ζωηρότερον τὴν φιλοτιμίαν μας. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, καμμίαν ἀπάντησιν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ὅταν παρουσιασθῶμεν ἐν μέσῳ αὐτῶν· διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἔργων μας καὶ τῆς διοικήσεώς μας συνίστανται εἰς οἰκονομικὸν ναυάγιον ἢ δάνεια ἢ φόρους· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, μίαν καὶ μόνην παρηγορίαν μᾶς εἶπον, ὅτι δυνάμεθα εἰς τοὺς πάσχοντας νὰ προσφέρωμεν «ὅταν συγκατανεύσῃ ἡ Τουρκία νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος, τότε πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν φοβερὰν μάστιγα.» Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ ἤθελον ἀποδώσει καὶ εἰς τοὺς προκατόχους των, ὄχι μόνον τῆς χθὲς, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς προκατόχους των, ἴσην εἰλικρίνειαν πρὸς τὸν τόπον τῇ ὁποίᾳ ἀποδίδουσιν εἰς τὸν ἑαυτόν των, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι τὸ κακὸν εἶναι ἀθεράπευτον ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας· διατί; Διότι τὸ συμφέρον τῆς Τουρκίας εἰς τοῦτο κεῖται. Τίς ἄλλος, κύριοι, παρὰ τὴν Τουρκίαν ἐμπορεῖ νὰ εὐχαριστῆται νὰ βλέπῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; ἢ τίς προδότης τῆς Τουρκίας εἶναι εἰς τὰ πράγματα τῆς Τουρκίας διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ καταστρέψῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν οἱ ὑπηρετοῦντες τὴν Τουρκίαν ᾖναι πιστοὶ εἰς τὴν κυβέρνησίν των, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἐνδώσωσιν εἰς τοιαύτας παρακλήσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σκεφθῇ ἀνεξαρτήτως τῶν διαθέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Τουρκίας· πρέπει νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται νὰ πράξῃ. Θὰ ᾖναι δὲ ἐλεεινὴ, ἐὰν ἡ κυβέρνησίς της ἀναπαύηται ἐπὶ ἐλπίδων τοιούτων. Καὶ τῷ ὄντι ἡ κατάστασις εἰς ἣν διατελοῦμεν, εἶναι λίαν εὐάρεστος εἰς τὴν Τουρκίαν· διότι ἐὰν ἠθέλατε ἐρωτήσῃ, κύριοι, ἕνα ὑπουργὸν τῆς Τουρκίας, τί ἐπιθυμεῖ διὰ τὴν Ἑλλάδα, τί ἤθελε σᾶς ἀπαντήσει; Ἐπιθυμῶ ἡ Ἑλλὰς νὰ δανείζηται, ν’ αὐξάνῃ τοὺς φόρους της, καὶ νὰ ἐξαντλῇ τὴν πίστιν της, ἐπιθυμῶ οἱ προϋπολογισμοί της ποτὲ νὰ μὴ ᾖναι εἰς ἰσοῤῥοπίαν· ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ πολυδάπανον στρατὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ στρατόν· ἐπιθυμῶ ποτὲ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκριζώσῃ τὴν λῃστείαν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της. Καὶ κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκία δύναται νὰ ἐπιθυμήσῃ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἷς ὑπουργὸς Ὀθωμανὸς ἐρωτώμενος ἤθελεν εὐχηθῆ· αὐτὰ ἴσα ἴσα πάσχει δυστυχῶς ἡ Ἑλλάς.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ συζήτησις τῆς σήμερον ἔχει τῳόντι τοὺς τύπους κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἦλθεν, ἐξελέξατο ἓν ἀντικείμενον, ἀδιάφορον ἐὰν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἦτο ἢ ὄχι συναφὲς πρὸς τὸ κατὰ τὴν ἡμερησίαν συζητούμενον ἀντικείμενον· ἀλλ’ ἐξελέξατο τέλος πάντων αὐτὸ, καὶ προέβαλεν ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κατὰ τοῦτο ἴσως ἠδύνατο νὰ φέρῃ τις κρίσεις τινὰς περὶ τῶν κατὰ τὰς τοιαύτας περιπτώσεις τηρουμένων κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, διότι συνήθεια ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις προτίθεται νὰ προβάλῃ θέμα ἐμπιστοσύνης νὰ τὸ προαγγέλλῃ πρότερον, ν’ ἀναγγέλλῃ πρὸ ἡμερῶν οὐ μόνον τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντικείμενον ἐφ’ οὗ τὸ θέμα. Ἡμεῖς ὅμως δὲν φέρομεν κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐδέχθη ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐν ὀνόματι τῶν ὑπουργῶν ὅλων τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως προταθέντος θέματος, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔρχομαι εἰς συζήτησιν. Ἐκ τριῶν ἐντελῶς ἀντιθέτων πλευρῶν, ἤρχισεν ὁ κατὰ τοῦ ὑπουργείου κανονοβολισμός. Ἡ πρώτη κανονοστοιχία ἐξεκενώθη καὶ ἦτο λίαν ἐπίμονος, πολλὰ πυκνὴ καὶ ἀπότομος. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος δὲν ἠρκέσθη νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι, δὲν ἠρκέσθη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγήν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ὡς βουλευτὴς φέρει, τῆς εὐθύνης ἵνα δώσῃ λόγον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς του, ἀλλὰ προέβη ἔτι, ἀπέδωκεν ὡς προαίρεσιν ἡμῶν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν διϊσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐπετύχομεν εἰς κἀμμίαν ἐνέργειαν ἐξ ἀνικανότητος, ἐξ ἀδεξιότητος, ἐξ ἀτυχίας. Ἀλλὰ μνημονεύων τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ δυστυχοῦς συμπολίτου ἡμῶν Βαλσαμάκη, εὗρεν ὅτι συνελήφθη ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος συμπολίτης ἡμῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἀπελυτρώθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἑνὸς ἄλλου ὑπουργοῦ. Τῷ ὄντι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δριμύτητος, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς προαιρέσεως τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Ἐκεῖνος ἦτο πλέον ἀγαθὸς, μᾶς εἶπε μόνον ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι, ἀτυχεῖς καὶ ἀδέξιοι. Κατὰ πλείονα λόγον δὲ ὀφείλομεν δικαιοσύνην εἰς τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἠδιαφόρησεν ἐντελῶς ἐὰν ἤμεθα ἀνίκανοι, ἐὰν ἤμεθα ἀδέξιοι, ἢ ἐὰν εἴχομεν κακὴν προαίρεσιν. Ἕνα μόνον εἶχε σκοπὸν, νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του, νὰ φροντίσῃ ὡς φρόνιμος ἄνθρωπος περὶ ἑαυτοῦ καὶ μόνον περὶ ἑαυτοῦ. Ἑαυτὸν μόνον ἐζήτει νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ παντὸς κακοῦ. Καὶ τί συνετάραξε τόσον πολὺ τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου; συνετάραξεν αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅταν ἀπέλθῃ μετ’ ὀλίγον εἰς Μεσολόγγιον, νὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς κυβερνήσεως πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Εὗρεν ὅτι δέκα εἴχομεν χιλιάδας στρατοῦ εἰς δύο σημεῖα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς· μᾶς ἠρώτησε, διατί διελύσαμεν τὸν στρατὸν αὐτὸν, μᾶς ἠρώτησεν, ἀφ’ οὗ διελύσαμεν τὸν στρατὸν αὐτὸν ἂν εἴχομεν σχέδιον, ἂν εἴχομεν σύστημα νὰ καταδιώξωμεν τὴν λῃστείαν διὰ τοῦ κ. Κορωναίου. Τότε δὲ ἐπέκρινε τὸ σύστημα τοῦτο· ἀλλὰ κατόπιν ἤλεγξεν πάλιν ἡμᾶς, διατί παρεδέχθημεν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κορωναίου, καὶ ἐπὶ τέλους ἐξετάζων αὖθις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει νῦν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ τότε εὗρε πάλιν ἀφορμὴν νὰ μᾶς κατακρίνῃ. Ἐὰν μοὶ ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητήσω τὴν ἀκριβολογίαν ἐν ταῖς ἐκφράσεσι καὶ ἐν ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἤθελον τῷ παρατηρήσει, ὅτι δὲν διελύσαμεν τὰς 10 χιλιάδας στρατοῦ. Καὶ πρῶτον ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀξιώσῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ ἀριθμοὺς δεδομένους ἐπισήμως, ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἤθελε συγκαταβῆ νὰ παραδεχθῇ ὅτι ὁ στρατὸς ἦτον ἐξ ἑπτὰ χιλιάδων. Ἀλλ’ ἔστω, καὶ ἂν πραγματικῶς ἦτο ἐκ 10 χιλιάδων, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι δὲν διελύσαμεν αὐτὸν, οὐδὲ εἴχομεν δικαίωμα νὰ διαλύσωμεν ἡμεῖς τὸν στρατὸν τοῦ Βασιλέως· διέταξεν ἡ κυβέρνησις τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ στρατοῦ, ἥτις διέταξεν αὐτὴν ὑπείκουσα, ὑποχρεωμένη ἀπὸ ἀνάγκας ἄλλας τῆς διοικήσεως, τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τώρα, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει ἀμφισβητήσει οὔτε αὐτὸς ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ ὅταν ἡ κυβέρνησις διέταξε τὴν μεταστάθμευσιν αὐτήν, εἶχε τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν δημοσίας δυνάμεως ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἀπεκάλεσε προγεγραμμένους, τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν δημοσίας δυνάμεως, ὥστε δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἠμποροῦσεν ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ ἐπιθυμήσῃ περισσοτέραν δύναμιν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας· εἶχεν ἀφήσει ἐντὸς τῶν δύο νομῶν 3900 περίπου ἄνδρας. Ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας βεβαίως δὲν συνίσταται εἰς προγράμματα καὶ εἰς σημαίας ἀναγραφούσας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἢ ἀρχὰς τοῦ πολιτεύεσθαι· ἐν πάσαις ταῖς ἐπικρατείαις ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας γίνεται διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς χωροφυλακῆς, δι’ ἐπικουρικοῦ ἄλλου στρατοῦ τὸν ὁποῖον ποτε ἡ κυβέρνησις ἤθελε προσδιορίσει. Σᾶς εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν εἶναι νέα ἐφεύρεσις ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Οὔτε ἡμεῖς σᾶς παρουσιάσαμεν αὐτὸ ὡς ἐφεύρεσιν, οὔτε ἐζητήσαμεν διὰ τοῦτο βραβεῖον διὰ τὴν ἐφεύρεσίν μας ταύτην. Ἀλλ’ ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας ἀπὸ τοῦ 1855 ἐγένετο πάντοτε διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων θέλω σᾶς κάμει λόγον μετ’ ὀλίγον, φέρων κρίσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Βαλασοπούλου, ἡ κυβέρνησις, προκατειλημμένη ἀπὸ τὴν πρόληψιν τῆς ἐπιτυχίας, ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα καταδιώκουσα τὴν λῃστείαν διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ δι’ ἑνὸς ἀρχηγοῦ. Ἀλλ’ ὁ φίλος μου καὶ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δημοσίων δυνάμεων μεταβάλλουσιν ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχουσι, καὶ ὅτι ἀπὸ κεντρικῆς ἀρχῆς ἐπιθεωρούσης, ἐπιβλεπούσης τὰς ἐνεργείας τῶν σωμάτων, ἐξελεγχούσης τὴν διαγωγὴν αὐτῶν, καταστελλούσης τὰς παραβιάσεις ἢ τὴν παράλειψιν καὶ ἐπαινούσης τὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δημοσίων δυνάμεων γίνονται αὐτοὶ ἔσχατοι τῶν ἀνδρῶν τῆς δημοσίας δυνάμεως, καὶ φέροντες πιστόλιον ἐπὶ τῆς ζώνης τρέχουσι διὰ νὰ συλλάβωσι τοὺς λῃστάς. Ἐὰν δὲν ἐλησμόνει τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς δημοσίας δυνάμεως ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, ἴσως δὲν ἤθελεν ἐλέγξει μὲ τόσην ἀπήνειαν τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Κορωναίου. Ὁ κ. Κορωναῖος, ἀρχηγός, ἀξιωματικὸς ἀνώτερος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀπολαμβάνων ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπόληψιν ἀνθρώπου δυναμένου νὰ συντηρήσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν, παρίστα εἰς τὴν κυβέρνησιν πρόσωπον, ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὁποίου ἐκρίνετο ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐπιτυχής. Καὶ τίνος ἄλλου, εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, εἶχεν ἀνάγκην ἡ δημοσία ὑπηρεσία, εἰμὴ μόνον τοῦ ἀκριβοῦς ἐλέγχου, τῆς ἀγρύπνου ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας; Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀφοῦ κατέκρινε τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Κορωναίου, εὗρε πάλιν ἀφορμὴν νὰ κατακρίνῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ κατέκρινεν ἡμᾶς, διότι παρενεβάλομεν προσκόμματα εἰς τὸν κ. Κορωναῖον, διότι δὲν ἀφήκαμεν αὐτὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του, διότι τέλος πάντων ἐδέχθημεν τὴν παραίτησίν του. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα εἶχε παρεμβάλει προσκόμματα εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Κορωναίου, ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἐν τῇ Ἀκαρνανίᾳ καὶ Φθιώτιδι, ἤθελεν εἶσθαι εἰς διάφορον κατάστασιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο, ὅταν ὁ κ. Κορωναῖος ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του. Ἔχω τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κυρίου Κορωναίου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἡμερησίας διαταγῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεχαιρέτα τὰς δημοσίας δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὑπὸ τὰς διαταγάς του, καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁποίας ἦλθεν εἰς Ἀθήνας· διὰ τῆς ἡμερησίας ταύτης διαταγῆς, λέγω, ἐξεθείαζε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς Ἀκαρνανίας. Καὶ ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν παρεῖχεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν κ. Κορωναῖον τὰ μέσα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, πῶς ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ κ. Κορωναῖος εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐκθειάσῃ οὕτω τὴν κατάστασιν τῆς ἀσφαλείας ἐν Ἀκαρνανίᾳ; Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου φέρων τὸν λόγον ἀπαντῶ τι δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον εἶναι δυσάρεστον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἴσως νὰ ψέξῃ τις ἀκόμη καὶ ὡς ἀποτελοῦν μεγάλην ἀταξίαν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις· ἀναμιγνύομεν ὅλα τὰ ἀντικείμενα, ῥίπτομεν τὰ ἄγκυστρα πανταχοῦ, διὰ νὰ συλλάβωμεν ἄγραν τινά. Ἡ τάξις δὲν ἐπέτρεπεν, ἡ τάξις ἀπῄτει, ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔβλεπεν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτον ἡ προσήκουσα, ὅταν ἀπέστειλε τὸν ἀρχηγὸν κ. Κορωναῖον, ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς κ. Κορωναῖος παρέβη τὰ καθήκοντά του ἐν Ἀκαρνανίᾳ, ἐὰν ἔβλεπεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀκαρνὰν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεῖχε τὰ μέσα εἰς τὸν κ. Κορωναῖον, ἐὰν τέλος ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου Ἀκαρνὰν ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ποιοῦσα παρεδέχετο τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κορωναίου, ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐντεῦθεν εἰδικὴν ἐπερώτησιν, καὶ τότε ἠθέλομεν προσαγάγει ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἤθελεν ἐξετασθῆ ἐντελῶς ἡ πορεία ὅλη τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν ἔλεγχόν σας. Δὲν ἤθελον δ’ ἀναμιγνύεσθαι νῦν πάντα καὶ ἕκαστον τούτων δὲν ἤθελε προβάλλεσθαι ὡς κεφάλαιον κατηγορίας, ὡς γεγονὸς παραβάσεως ἢ παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως. Παρεδέχθητε τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κορωναίου καὶ ποῦ ἀφήκατε πλέον τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; ἐπεφώνει ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων! Λησμονεῖ ἢ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνθυμῆται ἴσως, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων, ἀλλ’ ὅτι οἱ διοικηταὶ τῶν ταγμάτων δὲν καταδιώκουσι τὴν ληστείαν, αὐτὴν καταδιώκουσι μεταβατικὰ σώματα ἀνήκοντα εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν καὶ τὴν χωροφυλακὴν, διοικούμενα ὑπὸ ἀξιωματικῶν καὶ ἐκπληροῦντα τὴν ὑπηρεσίαν των ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστον τούτων εἶναι τεταγμένον· ἑκάστη δὲ ἐπαρχία ἔχει ἴδιον μεταβατικὸν σῶμα. Ὅπως λοιπὸν κατεδιώκετο ἡ ληστεία, ὅταν εἷς ἀρχηγὸς ὁ κ. Κορωναῖος συνεκέντρωνεν εἰς ἑαυτὸν τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον ὅλων τῶν δημοσίων δυνάμεων, τῶν ὑπ’ αὐτὸν τεθεισῶν, οὕτω καὶ νῦν καταδιώκεται ἡ ληστεία ὑπὸ μεταβατικῶν σωμάτων τιθεμένων ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἀξιωματικῶν, διατελούντων δὲ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων. Καὶ πῶς, κύριοι, καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἐπικρατείας ἐξωντώθη ἄλλως ἡ ληστεία, παρὰ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, διὰ τῶν μεταβατικῶν αὐτῶν σωμάτων; Μήπως εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα μας, μήπως εἰς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας, τοιουτοτρόπως δὲν ἐπετεύχθησαν τὰ ἐπιζητηθέντα ἀποτελέσματα; Καὶ πῶς ὅταν πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Βούλγαρη κατὰ τὰ 1856 καὶ 1857 ἐξωντώθη ἡ ληστεία; πῶς ἄλλως κατωρθώθη, παρὰ διὰ τῶν μεταβατικῶν κατὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν σωμάτων; Πῶς, κύριοι, ἐν μιᾷ ἄλλῃ Ἐπικρατείᾳ, ὅταν διετέλει ὑπὸ ἄλλο πολίτευμα καὶ ὑπὸ ἄλλον μονάρχην, παρὰ ὑπὸ ἐκεῖνον ὑπὸ τὸν ὁποῖον διατελεῖ τώρα, ἓν τμῆμα τῆς Ἐπικρατείας ταύτης ἔνθα ἐνεφώλευεν ἡ ληστεία, ἡ Σικελία, ἐκαθαρίζετο ἀπὸ τῆς ληστείας; Πῶς κατεδιώκετο ἐκεῖ ἡ ληστεία, παρὰ διὰ τῶν μεταβατικῶν σωμάτων; καὶ τελευταῖον κατὰ τὴν ἑνωθεῖσαν Ἰταλίαν, πῶς ἄλλως κατεδιώχθη ἡ ληστεία, παρὰ διὰ τῶν μεταβατικῶν σωμάτων; Καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Μεξικῷ, ἔνθα εἴτε πολιτικοὶ λόγοι, εἴτε ἡ ἀντίδρασις τοῦ τόπου, εἴτε ἡ κατάστασις ἡ ἀγρία τῶν ἠθῶν τῶν ἐγχωρίων Μεξικανῶν εὐκόλυνε τὴν σύστασιν ληστρικῶν συμμοριῶν, πῶς ἄλλως ἐξωντώθησαν παρὰ διὰ τῶν μεταβατικῶν σωμάτων; Δὲν πρέπει, κύριοι, ἐντεῦθεν ν’ ἀπαγγείλωμεν αἰτιάσεις γενικάς, οὐδὲ νὰ ἐπικαλώμεθα ἀριθμοὺς μὴ ἔχοντας ἐπισημότητά τινα, ἀλλὰ σπουδάζοντες τὴν ἱστορίαν ἑκάστου κλάδου τῆς δημοσίας διοικήσεως νὰ τιθέμεθα εἰς τὴν θέσιν τῶν κυβερνώντων, ν’ ἀναλογιζώμεθα τὰς δυσχερείας περὶ τὸ κυβερνᾷν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐπικρίσεις ἐὰν θέλωμεν νὰ πείθωμεν τοὺς ἀκροατάς μας, ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐδήλωσεν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ὅτι δὲν θέλει ἀσχοληθῆ εἰς ἀριθμοὺς καὶ ἐτήρησε μέχρι τινὸς τὸν λόγον του τοῦτον· δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐνοχλοῦσιν αὐτόν, οὐδὲ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐπὶ τέλους κατέφυγε πάλιν εἰς ἀριθμούς· παρατηρῶ ὅμως ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν, οὔτε ἦταν περιβεβλημένοι μὲ τὸ ἐπίσημον καὶ αὐθεντικὸν κῦρος, πολλαχοῦ δὲ ἦσαν καὶ ἐντελῶς ἐσφαλμένοι. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἐν Ἀθήναις ἑδρεύει φρουρὰ 2,500 ἀνδρῶν, καὶ διϊσχυρίσθη ὑπάρχοντος τοῦ λόγου περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, ὅτι ἀφαιρεῖ ἡ Κυβέρνησις 2,500 ὁπλίτας ἀπὸ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ διατί; διὰ νὰ φρουρῇ τὰς Ἀθήνας. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἢ δὲν ἀνέγνωσεν ἴσως τὴν περὶ τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκε, διότι ἐκ ταύτης συνάγεται ὅτι οὐχὶ 2,500 ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ, ἀλλὰ μόνον 1,139 ὑπάρχουν ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἰσὶ νεοσύλλεκτοι, ἑπομένως ἐντελῶς ἀγύμναστοι, πλεῖστοι δὲ μένουσιν εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς, ἀποτελοῦντες μέρος τῶν μεταβατικῶν σωμάτων τῶν ἐν Θήβαις καὶ Λεβαδείᾳ, πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ ἑπομένως ἐν Ἀθήναις δὲν ὑπολείπεται παρὰ ὁ ἀριθμὸς μόνον τῶν πεντακοσίων εἴκοσιν ἑνὸς (521). Δὲν ἤθελον νὰ μνημονεύσω τοῦ περιστατικοῦ τούτου, ἂν καὶ ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς κάποιας χιλιάδας μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔδωκε καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ καταστάσει τῆς τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπέβαλε.
§171ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν;
§172ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, εὐχαρίστως.
§173ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ πεζικοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος στρατὸς ἐδῶ;
§174ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτήδειος εἰς καταδίωξιν τῆς λῃστείας.
§175ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κύριος Δεληγιώργης σᾶς εἶπε πόσος στρατὸς εἶναι ἐδῶ.
§176ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ὑπάρχει πυροβολικὸν ἐκ 348 καὶ ἱππικὸν ἐκ 305 καὶ ἐὰν ἀθροίσετε ὅλα ταῦτα δὲν θέλετε εὕρει 2,500, ἀλλὰ θέλετε εὕρει 1,000 μόνον. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὴ δυσπιστήσετε εἰς τοὺς λόγους μου, ἐὰν ἀκούσητε ὅτι θέλω μνημονεύσει μετ’ ἐπαίνων τῆς διοικήσεως μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, μιᾶς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸν βουλευτὴν Ὕδρας κ. Δημήτριον Βούλγαρην. Μὴ δυσπιστήσετε εἰς τοὺς ἐπαίνους μου· θέλω μνημονεύσει τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, καὶ οἱ ἔπαινοι τοὺς ὁποίους θέλω κάμει εἰσὶν εἰλικρινεῖς. Ὁ κ. Βούλγαρης κληθεὶς μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξ. Μαυροκορδάτου εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ ἀναλαβὼν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο τῷ ὄντι ἀρκετὰ εὐτυχὴς, ἐπιτυχὼν λίαν εὐχάριστα ἀποτελέσματα κατὰ τῆς λῃστείας. Μοὶ συνέπεσε νὰ ἦμαι τότε ὑπὸ τὰς διαταγάς του ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διατηρῶ ζωηρότατα εἰς τὴν μνήμην μου τὰς ἐνεργείας τὰς πρὸς καταστολὴν τῆς λῃστείας. Ἀλλά, ὡς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, πολιτικὰ συμβεβηκότα καὶ ἰδίως αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ 1854, ἡ διάλυσις καὶ ἡ ἐπάνοδος τῶν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας μεταβάντων ἐνόπλων, συμβεβηκότα ἄλλα εἶχον τῷ ὄντι συντελέσει εἰς τὸ νὰ αὐξήσῃ τοσοῦτον ἡ ληστεία, καθ’ ὅλον τὸ 1854 καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1855 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1856, ὥστε ἡ δημοσία ἀσφάλεια ὄχι μόνον ἦτο προβληματικὴ, ἀλλ’ οὔτε οὐδαμοῦ ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ. Δὲν ἦτο, κύριοι, μόνον ἐν τῇ Ἀκαρνανίᾳ καὶ ἐν τῇ Φθιώτιδι, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐν ταῖς Θήβαις καὶ ἐν τῇ Μεγαρίδι καὶ ἐν τῇ Λεβαδείᾳ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις.
§177ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§178ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§179ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἀμέσως μετὰ τὴν παῦσιν τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν ἐκείνων, κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον τοῦ 1854 κατέβαλεν ἀπείρους προσπαθείας, ἀκαμάτους κόπους διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας. Παρῆλθον 9 μῆνες, παρῆλθον 10 μῆνες, παρῆλθε πλήρης ἐνιαυτὸς, παρῆλθον 15 μῆνες καὶ ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας ἦτο ὄχι μόνον, οὐχὶ βελτίων, ἀλλὰ χείρων τῆς ὑπαρχούσης κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μαΐου 1854. Κατὰ τοῦτο ἴσως διαφέρει ἡ ἐποχὴ τοῦ ἀειμνήστου Μαυροκορδάτου ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχήν· ὅτι τὸ κοινοβούλιον δὲν προέβαλλε τότε εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Μαυροκορδάτον, οὐδ’ ἐπερωτήσεις, οὐδὲ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, οὐδ’ ἄλλας ποικίλας ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας νῦν ὑφιστάμεθα· ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας συνέτρεχε καὶ ἐχορήγει πᾶσαν τὴν συνδρομήν του εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Μαυροκορδάτου, ἂν καὶ 15 μῆνες εἶχον παρέλθει καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 15 αὐτῶν μηνῶν δὲν εἶχον ἐπιτευχθῆ οὐχὶ τόσα ὅσα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐνεστώσεις διοικήσεως ἀποτελέσματα κατὰ τῆς ληστείας, ἀλλ’ οὔτε τὸ δεκατημόριον αὐτῶν· οὐδὲ ἡ δημοσιογραφία, ἡ ἀνήκουσα συνήθως εἰς τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις, οὐδὲ τὸ βῆμα τὸ βουλευτικὸν ἀπησχόλει τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀειμνήστου Μαυροκορδάτου. Μετ’ αὐτὸν ἦλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἡ ληστεία ἐνισχυθεῖσα μάλιστα ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κυβερνήσεως, ὑπερέβη πᾶν ὅριον. Ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐγένοντο λῃστρικαὶ πράξεις, τὰ περίχωρα δὲν παρεῖχον καμμίαν ἀσφάλειαν, αὐτὸς ὁ στρατὸς τῆς Γαλλικῆς κατοχῆς προσέφερε τὸ θῦμά του εἰς τὴν ληστείαν καὶ εἷς λοχαγὸς τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ συνελήφθη αἰχμάλωτος καὶ τὰ λύτρα αὐτοῦ ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὁ κ. Βούλγαρης ηὐτύχησε νὰ συνεχίσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος εἶχε λάβει πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ ἡ ἀκάματος, ἡ ἐπίμονος ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐπέφερε τέλος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξοντώσεως τῆς ληστείας. Ἀλλ’ εὑρίσκετε, κύριοι, ἀναλογίαν τινὰ μεταξὺ τῆς διοικήσεως ἐκείνης καὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐνεστώσης ἐποχῆς; Ὁ κ. Βούλγαρης ἐμέτρα τρία ἔτη μετὰ τὰ πολιτικὰ συμβάντα τοῦ 1854, καὶ ἡμεῖς μετρῶμεν ἐννέα μῆνας· ἐννέα μῆνας, οἱ ὁποῖοι τελείως δὲν ἐζωγραφήθησαν πιστῶς, οὔτε ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου, οὔτε ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης, οἵτινες ἀμφότεροι ἠθέλησαν νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν ἐννέα τούτων μηνῶν ἦτο διοίκησις ἀναπαυομένη ἐπὶ τῶν ῥόδων. Ἡ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν ἦτο τελείως ῥοδινή, ὅπως σᾶς τὴν παρέστησαν οἱ εὔγλωττοι ῥήτορες. Ἡ παροῦσα διοίκησις εἶχε νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ ἀντικείμενα ὡσαύτως ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, περὶ ἀντικείμενα ἐπηρεάζοντα τὴν γενικὴν ἀσφάλειαν τοῦ κράτους, περὶ ἀντικείμενα διοικήσεως ἐπίσης πολύτιμα, καὶ ὅμως ἡ ἐνεστῶσα διοίκησις ὑπὸ μυρίους περισπασμοὺς καὶ ὑπὸ μυρίας σκέψεις, ἠναγκασμένη νὰ ἐπουλώσῃ μυρίας πληγὰς, τὰς ὁποίας τὸ παρελθὸν ἀφῆκε, δὲν παρέβλεψε παντάπασι τὸ καθῆκον καὶ εὐτύχησε μάλιστα νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου σᾶς ἀπήγγειλεν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εὗρε τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ, εὗρεν ὅτι εἴμεθα ἀδέξιοι καὶ ἀτυχεῖς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· ἀλλὰ μᾶς εὗρεν ἰδίως ἀδεξίους, διότι δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ στειρεύσωμεν τὰς πηγὰς τῆς ληστείας, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἠσχολήθημεν νὰ στειρεύσωμεν τὰς πηγὰς τῆς ληστείας, ἀλλὰ καὶ τὴν διάνοιαν ἡμῶν εὗρε στεῖραν· στεῖροι εἶσθε, μᾶς εἶπεν, ὅταν δὲν βλέπετε ἀπὸ τί γεννᾶται ἡ ληστεία καὶ δὲν κτυπᾶτε κατακέφαλα τὴν αἰτίαν αὐτῆς, ὅταν δὲν ἐξετάζητε ὅτι γεννᾶται ἡ ληστεία ἀπὸ τὴν κακὴν διοίκησιν· δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης νὰ ᾖναι τόσον ἄδικος καὶ νὰ ὀνομάσῃ οὕτω τὴν ἐνεστῶσαν διοίκησιν, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐβαρυθύμησε διὰ ἀδικίας παραπλησίας γενομένας αὐτῷ. Ἴσως ἄλλοτε ὠνόμασεν ἄδικον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ᾐτιάθη αὐτοῦ ἐπὶ κακῇ διοικήσει· καὶ ὅταν ἐβαρυθύμησε διὰ τὴν ἀδικίαν ἐκείνην, ἤλπιζον ὅτι δὲν ἤθελε πράξει ἀδίκημα παραπλήσιον. Καὶ ἡ ἐνεστῶσα διοίκησις, καθὼς διϊσχυρίσθη ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἦτο διοίκησις κακὴ ἐνισχύουσα τὰς φατρίας καὶ τὰ κόμματα· διοίκησις ἐλαττώσασα τὴν ἐπὶ τὸν νόμον πεποίθησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖται ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅτι οὕτω δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας ἀνέγραφεν ὅτε ἐκεῖνος ἦτον ὑπουργὸς, ὅτι ἦτον ὡσαύτως ἀληθῆ; καὶ μάλιστα, ὅταν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Λαμίας μετὰ τὴν δικαίαν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐκείνου ἐξέλεγον αὖθις ὡς συμβούλους αὐτὰ ταῦτα τὰ μέλη τοῦ διαλυθέντος σώματος! Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐγεύθη τὰς πικρίας ὁμοίων παραδειγμάτων, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐν ἀγνοίᾳ πράττων αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀδικήματα, οὐδὲ ὅτι ἐξ ἀγνοίας παριστᾷ ἡμᾶς ὄργανα φατριασμοῦ, τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, τῆς παραβιάσεως τῆς δικαιοσύνης. Ὕστερον τεχνηέντως, πολὺ εὐγενῶς, ἐμμέσως ἐξηκόντισεν ἕτερα βέλη· «σεῖς δὲν εἶσθε κόμμα, δὲν ἔχετε, παρὰ τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοσυντηρήσεως,» ὑπηνίξατο ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτής. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνατομίαν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται νῦν ἐν τῇ Ἑλλάδι· δὲν θέλω ν’ ἀνατέμω τὴν ὁμάδα τῶν ἐντίμων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ἀνήκοντες καὶ πεποιθότες εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· δὲν θέλω ν’ ἀνατέμω τὴν ὁμάδα τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ἀνήκοντες καὶ πεποιθότες εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα τοῦ κυρίου Βούλγαρη· ἀλλὰ δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἔτι προσφάτου καὶ νωπῆς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν ἤλπιζον, ὅτι δὲν ἤθελε λησμονήσει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Ἀληθῶς ἐλησμόνησε τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον διδάσκει τοὺς ἀντιποιουμένους τὴν παρ’ αὐτοῖς καὶ μόνοις ὕπαρξιν πολιτικῶν κομμάτων, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχουσι πρὸς τούτοις ὑπάρξεις πολιτικαὶ, καὶ ὑπάρχουσιν ὡσαύτως ἄνθρωποι πολιτευόμενοι, οἵτινες πεποίθασιν ἐπὶ τὰς πολιτικὰς ταύτας ὑπάρξεις· καὶ ἂν ἴσως ἐλησμονήθη ἡ πρόσφατος καὶ νωπὴ ἱστορία τῆς πολιτείας, τὰ ἐν αὐτῇ ὑπάρχοντα καὶ βεβαιοῦντα τὸ φρόνημα τοῦτο ψηλαφητὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας ἤλπιζον πάντοτε, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὁ φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ, δὲν ἤθελε λησμονήσει τὴν πρόσφατον καὶ νωπὴν ταύτην ἱστορίαν μαρτυροῦσαν, ὅτι ἐπανειλημμένως προσέφυγεν εἰς τὰς πολιτικὰς ταύτας ὑπάρξεις καὶ ἀνεγνώρισεν αὐτὰς καὶ συνέπραξε μετ’ αὐτῶν. Καὶ ἡ κακὴ διοίκησις ῥίπτεται καθ’ ἡμῶν ὡς αἰτίασις ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἴσως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν εἰσὶ πεπεισμένοι, καὶ ἡ κοινωνία εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ἐν τῇ κυβερνήσει ταύτῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλο τι, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις, ὅτι ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου φατριάζει. Καὶ ἡ αἰτίασις αὕτη ἐκτοξεύεται καθ’ ὃν χρόνον, καθ’ ἣν στιγμὴν, στατιστικὴ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης ἀποδεικνύει τὴν πρὸς τὴν βελτίωσιν γενομένην μεγάλην πρόοδον, καθ’ ἣν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐκτὸς τοῦ νόμου βιοῦντες ὁσημέραι ὀλιγοστεύουσι τὸν ἀριθμὸν, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν προσέρχονται καὶ ὑποκύπτουσιν εἰς τὸ κράτος τῶν νόμων. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, τὰ ἔχοντα τάσεις πρὸς τὴν ἀθέτησιν τοῦ νόμου καὶ τὴν παραβίασιν αὐτοῦ, ἠλαττώθησαν κατὰ χιλίους καὶ πλέον, αἱ δὲ ἐγκληματικαὶ πράξεις ἠλαττώθησαν κατὰ ἑκατοντάδας, καὶ σημειώσατέ το, κατὰ ἑκατοντάδας καθ’ ἕκαστον μῆνα, ἐν μιᾷ μεγάλη περιφερείᾳ, ἐν ἑνὶ μεγάλῳ νομῷ. Καὶ αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι βελτίωσις; αὐτὸ, κύριοι, δὲν ἐμφαίνει τὴν πρόοδον, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ συμπολῖται ἡμῶν εἰς τὸ νὰ σέβωνται τοὺς νόμους καὶ νὰ βιῶσι κατὰ νόμον; Δὲν ἐμφαίνει, ὅτι ὁ σεβασμὸς τοῦ νόμου ἐπεκράτησε, καὶ ὅτι ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὰς ἀνωμάλους ἐποχὰς, καὶ ἀπὸ τὰ ἀνώμαλα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα μαύρη μοῖρα ἐπέκλωσεν εἰς τὸν τόπον, τοσοῦτον φθάνομεν εἰς τὴν ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν πορείαν διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτυγχάνεται ἡ πρόοδος τοῦ τόπου; Καὶ ὅμως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἦτον ὀλιγώτερον ἄδικος εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε κατὰ τῆς κυβερνήσεως παραβαλλόμενος πρὸς τὸν τῆς Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος μετὰ τινος πικρίας ἐμνημόνευσεν ἑνὸς μεγάλου γεγονότος δυστυχοῦς, γεγονότος ὅμως, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ἥτις οὐδὲ διὰ τὴν ἀρχὴν, οὐδὲ διὰ τὸ μέσον, οὐδὲ διὰ τὸ τέλος τοῦ λυπηροῦ τούτου δράματος δύναται νὰ θεωρηθῇ εὐθυνομένη. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐμνημόνευσε μετὰ πολλῆς τέχνης τοῦ πρωτοκόλλου τῆς συνόδου καὶ εἶπε· «σεῖς ὑπεγράψατε τὸ πρωτόκολλον καὶ τί ἀντάλλαγμα ἐλάβατε ἀπὸ τὴν Εὐρώπην; σεῖς μόλις μετὰ ἐννέα μῆνας κατορθόνετε νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης· σεῖς ὑπεγράψατε τὸ πρωτόκολλον καὶ δὲν ἀπηλλάξατε τὸν ἑαυτόν σας, ἀλλ’ ἀπηλλάξατε τὴν Τουρκίαν». Λυποῦμαι ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλίῳ δὲν ὑπάρχει ἔντιμος πολίτης, ὅστις νῦν δὲν εἶναι πολιτικὸς φίλος μου, εἰ καὶ ὑπῆρξε τοιοῦτος εἰς παρελθούσας ἐποχάς. Ὁ ἔντιμος αὐτὸς πολίτης ἦτον ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐργαζόμενος καὶ συμπράττων μετὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης κ. Κουμουνδούρου. Ὁ ἔντιμος αὐτὸς πολίτης ἤθελε παραστήσει εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρωτοκόλλου, δηλ. ἡ ἀναγραφὴ ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου δὲν εἶναι ἀπαλλαγὴ τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἀπαλλαγὴ τῆς Τουρκίας. Καὶ ἐὰν ὁ διαδεξάμενος τὸν κύριον Χαρίλαον Τρικούπην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ προκάτοχός μου, ἐφρόνει, ὅτι αἱ ἀρχαὶ, αἱ ἀναγραφεῖσαι διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, δὲν εἶναι ἀρχαὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι τὰ ἔθνη ἔχουσι τὸ δικαίωμα, οὐχὶ μόνον νὰ μὴ διακωλύωσι τὴν σύστασιν στρατιωτικῶν σωμάτων, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐκολύνωσιν αὐτὰ πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ὁμόρων ἐπικρατειῶν μεθ’ ὧν διατελοῦσιν ἐν εἰρήνῃ, ὁ κύριος Τρικούπης δὲν ἐπρέσβευεν αὐτὸ, ἀλλ’ ἀνεγνώρισε καὶ συνωμολόγει τὴν ἀλήθειαν τῶν ὑπὸ τῆς Συνόδου τῶν Παρισίων ἀναγραφεισῶν ἀρχῶν, ἠρνεῖτο ὅμως τὰ ἐν Ἑλλάδι λαμβάνοντα χώραν γεγονότα, καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐπένευε καὶ ἐπεδοκίμαζε τὸ φρόνημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Τρικούπης ἐξήγει. Ὅθεν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρωτοκόλλου, ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἀρχῶν τούτων, δὲν ἦτο ἡ ἀναγραφὴ τῆς καταστροφῆς τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦτο ἀναγραφὴ ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται εἰς πᾶσαν λογικὴν καὶ πᾶν δίκαιον, ἦτο ἀναγραφὴ ἀρχῶν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, τὸ ὁποῖον ὅλη ἡ Εὐρώπη ἀναγνωρίζει. Καὶ ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέτυχε τώρα νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας συνθήκη τοῦ 1856, ἡ ὁποία ἀνενεώθη κατὰ τὸ 1865 καὶ δι’ ἧς ἡ Πύλη ὑπεσχέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπην, ὅτι θέλει ἀντικαταστήσει τοὺς Ἀλβανοὺς διὰ τῶν ὁποίων κατεδίωκε τὴν λῃστείαν, διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, αὐτό, κύριοι, εἶναι ἓν συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον οὐδὲ ἡ κυβέρνησις τοῦ ἐξ Ὕδρας ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Βούλγαρη μετὰ τὸ κίνημα τοῦ 1854, ἂν καὶ ἔδιδε ἐγγυήσεις εἰς τὴν Εὐρώπην περὶ τῆς εἰρήνης τῶν δύο ἐθνῶν, ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ. Αὐτὴ ἡ συνθήκη συναφθεῖσα κατὰ τὸ 1856, οὐδέποτε ἐξετελέσθη καθ’ ὅλην τὴν ἑξαετῆ διάρκειάν της μέχρι τοῦ 1862· καὶ διὰ τοῦτο ὅτε κατὰ τὸ 1864 ἐπανελήφθησαν αἱ συνεννοήσεις πρὸς ἀνανέωσιν τῆς συνθήκης ταύτης, τῆς ὁποίας ἡ νόμιμος ἰσχὺς εἶχε λήξει, ἐγὼ διαδεξάμενος τὸν προκάτοχον ὑπουργὸν, εὗρον ἀρξαμένας τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ὤφειλον νὰ συνεχίσω αὐτάς. Ἤμην συνάδελφος μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης, ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγὼ δὲ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἐσυνέχισα, ἐξ ἐναντίας διέκοψα τὰς συνεννοήσεις. Καὶ ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Τουρκίας καὶ ἀπὸ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, διατί διέκοψα τὰς διαπραγματεύσεις, ἀπήντησα ῥητῶς καὶ μετὰ παῤῥησίας, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσω διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, οἱ Ὀθωμανοὶ, οὐδέποτε ἐξετελέσατε. Ἡ συνθήκη συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ διαδόχου μου μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου, τοῦ λαβόντος μετὰ τὴν παραίτησίν μου πρόεδρον τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, καὶ ὅμως δὲν ἐξετελέσθη ἔκτοτε μέχρι τοῦδε. Τώρα δὲ μόλις ἐγένετο ἔναρξις ἐκτελέσεως αὐτῆς. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἓν δῶρον, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο ἀπέναντι τῶν μεγάλων θυσιῶν καὶ τῶν μεγάλων παραχωρήσεων τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν· διότι ἡ μὲν ὑπογραφὴ τοῦ πρωτοκόλλου ἦτο ἀναγραφὴ ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου· ἂν δὲ ὑπῆρξαν ἐκ τῆς Ἑλλάδος θυσίαι, παραχωρήσεις, τὰς θυσίας καὶ τὰς παραχωρήσεις δὲν ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς ἡ σύνοδος, μᾶς ἐπέβαλεν αὐτὰς ἡ δυστυχὴς τύχη τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων· καὶ ἡ τύχη αὐτὴ ἀπεφασίζετο οὐχὶ ἐν Παρισίοις, ἀπεφασίζετο ἀλλαχοῦ. Ὅταν ἀναμιμνήσκεσθε συμβεβηκότα, ἀνάγκη νὰ δίδητε εὐκρινῆ καὶ ἀληθῆ τὴν ἀφήγησιν αὐτῶν, διότι, κύριοι, συμβαίνει νὰ δίδωμεν ἐνίοτε μὴ ἀκριβεῖς εἰκόνας, μὴ ἀληθεῖς ἀφηγήσεις τῶν γεγονότων εἰς τοὺς ἀκούοντας ἡμᾶς. Καὶ ὅταν, κύριοι, τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοιούτων μὴ ἀληθῶν ἀφηγήσεων δὲν λαμβάνῃ ἀκριβῆ συνείδησιν, ἀκριβῆ καὶ ἀληθῆ γνῶσιν τῶν διαφόρων πολιτικῶν συμφερόντων, τότε τὸ κοινὸν συμβαίνει νὰ πλανᾶται, καὶ πλανώμενον συμβαίνει νὰ τρέχῃ, καὶ τρέχον συμβαίνει νὰ μᾶς παρασύρῃ, καὶ παρασῦρον ἡμᾶς, φέρει καὶ ἡμᾶς καὶ ἑαυτὸ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα κατὰ τὸ 1868. Ἠλέγχθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργ. συμβουλίου, διότι ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν στατιστικὴν μιᾶς μόνης ἑξαμηνίας. Ἑπόμενον ἦτον, ὅτι ἑξαμηνιαίαν στατιστικὴν ἔπρεπε νὰ σᾶς παρουσιάσῃ, διότι ἔπρεπε νὰ σᾶς φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς ἀντιστοιχοῦντας εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διήγαγεν. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι δικαιολογημένος ἂν σᾶς ἐπαρουσίαζε τὴν στατιστικὴν τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, ἀφοῦ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον δὲν ἦτον ἐν τῇ διοικήσει. Καὶ μὴ νομίσητε ἀδιάφορον τοῦτο, διότι καὶ αἱ ὧραι τοῦ ἐνιαυτοῦ ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐλάττωσιν καὶ αὔξησιν τῆς λῃστείας, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐδάφους τῆς χώρας, ἕνεκα τοῦ ὀρεινοῦ ἢ τοῦ πεδινοῦ αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὅμως παρεξήγησεν ἐντελῶς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παραπονεθῇ, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἐντεῦθεν, ἦσαν ἀντέγκλησις κατὰ τοῦ παρελθόντος. Ἤθελεν εἶσθαι πολὺ δύσκολον εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποχωρισθῶμεν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν διοικήσεων, καὶ νὰ σᾶς παρουσιασθῶμεν μοναδικοὶ καὶ αὐτοτελεῖς, καὶ οὕτω νὰ σᾶς ζητήσωμεν νὰ μᾶς κρίνητε. Καὶ ὅταν, κύριοι, εἷς προαγορεύσας, ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, σᾶς παρέβαλεν ἐνώπιόν σας τὴν διοίκησιν τῆς ἐποχῆς του μὲ προγενεστέρας διοικήσεις καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνεστῶσαν διοίκησιν, ἔπρεπε ν’ ἀποχωρισθῶμεν ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων διοικήσεων καὶ ἀπὸ τὴν παραβολὴν αὐτῶν πρὸς τὰς προκατόχους; Ἡ θέσις τῆς ἀμύνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, ἡ ἀνάγκη τὴν ὁποίαν εἴχομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὴν ἀλήθειαν, διὰ ν’ ἀποκρούσωμεν ἀδίκους αἰτιάσεις, μᾶς εἶχε φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνδυάσωμεν τὸ ἐνεστὼς μὲ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν παραβολὴν τῶν ἐποχῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν καὶ εἶμαι λίαν εὐγνώμων διὰ τὴν ὑπομονὴν, τὴν ὁποίαν εἴχετε νὰ μὲ ἀκούσητε τοσοῦτον παρεληλυθείας τῆς ὥρας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἔκαμε καὶ τὴν ὁποίαν παραδέχομαι ὡς ὀρθὴν καὶ εὔλογον. Ἐξενίσθησάν τινες καὶ εἶπον εἰς τὸν ἀγορεύοντα ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης «θέλετε τὴν ἐξουσίαν·» ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἀπήντησε καθαρῶς εἰπὼν «κύριοι, μὴ δυσφορεῖτε ἂν θέλομεν τὴν ἐξουσίαν, ἐκπληροῦμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὡς πολιτευόμενοι ἔχομεν, ὀφείλοντες νὰ μὴ μένωμεν μόνον ἐν τῷ θεωρητικῷ κόσμῳ.» Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης καὶ ἤθελον κατηγορήσει τοὺς πολιτευομένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνῷ δύνανται νὰ διαπράξωσι τὰ κοινὰ πράγματα, ἔχουσι δὲ τὴν πεποίθησιν καὶ ἀξιοῦσιν, ὅτι δύνανται νὰ διαπράξωσι καλλίτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὰ δημόσια πράγματα, ἀρνοῦνται καλούμενοι νὰ διαπράξωσι τὰ κοινά. Ἄρνησις τοιαύτη ἀποτελεῖ ἐγωϊσμὸν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ κοινὰ πράγματα καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς πρέπει νὰ καταστέλληται ἐν τῇ πολιτείᾳ· ὥστε εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης· ἐὰν ἤμην ἀντιπολιτευόμενος καὶ προέβαλον γνώμας καὶ ἰδέας ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὐ μόνον ἤθελον ζητήσει εὐτόλμως καὶ μετὰ παῤῥησίας τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἤθελον θεωρεῖ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ πράξω τοῦτο, διότι κατηγορῶν τὴν ὑφισταμένην διοίκησιν καὶ διατεινόμενος, ὅτι δύναμαι νὰ διοικήσω καλλίτερον, ἀνεγνώριζον ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ζητήσω τὴν ἐξουσίαν ἢ νὰ τὴν δεχθῶ προσφερομένην μοι, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ εἴτε ἐγωϊστὴς περὶ ἐμοῦ μόνον, περὶ τοῦ ἀτόμου μου φροντίζων, καὶ οὐχὶ περὶ τῆς πολιτείας, εἴτε ἀγυρτευόμενος καὶ δημοκοπῶν. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅμως πάντοτε, ὅτι ζητοῦντες τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ παρουσιάζωμεν κάτι τι καὶ αὐτὸ τὸ κάτι τι πρέπει νὰ ᾖναι βέλτιον τοῦ ἐνεστῶτος· καὶ ὅσον ἤθελον θεωρήσει κατακριτέαν τὴν ἄρνησιν καὶ τὸν ἐγωϊσμόν, ὁ ὁποῖος μεριμνῶν πάντοτε περὶ τῆς συντηρήσεως τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς διασώσεως ἑαυτοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντός του ἀπὸ τῶν προσάψεων καὶ αἰτιάσεων, ἀπείργει τὸ ἄτομον νὰ ἔλθῃ νὰ διαπράξῃ τὰ κοινὰ, τοσοῦτον ἤθελον κατακρίνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν μεταβολὴν τῆς κυβερνήσεως ἁπλῶς, οὐχὶ διότι παρουσιάζει τὸ βέλτιον, οὐχὶ διότι ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ μίαν ἐλπίδα θετικὴν καὶ βεβαίαν βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ἀλλὰ διότι θέλει νὰ κατορθώσῃ νὰ ῥίψῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ ἔλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν. Καὶ διατί τοῦτο; διότι ἡ κυβέρνησις ἐκαλοκάθησεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα προτέρημα καὶ τὸ μέγα ὄφελος, τὸ ὁποῖον ἀρυόμεθα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ὁ διαγωνισμὸς ὁ καθαρὸς, ὁ ἀληθὴς, ὁ εἰλικρινὴς, ὁ παρουσιάζων τὸ βέλτιον καὶ ὁ ὁδηγῶν τὴν κοινωνίαν εἰς τὸ ἐπιζητεῖν αὐτὸ, εἶναι τὸ ὡραιότερον προϊὸν, ὁ ἀγλαότερος καρπὸς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιζητήσεως τοῦ βελτίονος, ἀλλὰ σκοπὸς καὶ ἀφορμὴ μόνον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος, ἡ καινοτομία, τότε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν δὲν ἀρυόμεθα παρὰ τὰς βλάβας, καὶ εἶναι βλάβη μεγάλη ἡ ἄνευ λόγου μεταβολὴ τῶν κυβερνήσεων. Πανταχόθεν μοὶ νεύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ δώσω πέρας. Ἐνδίδων εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τῶν φίλων μου, διαβεβαιῶ τὸ κοινοβούλιον, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐδίσταζεν ἂν ἔχωμεν τόσον καθαρὸν μέτωπον, ἵνα παρουσιάσωμεν τὰς ἐνεργείας μας ἀξίας ἐντελοῦς καὶ ἀξίας ἐπιδοκιμασίας. Διαβεβαιῶ δ’ αὐτὸν, ὅτι οὐδέποτε μᾶς ἐγκατέλιπεν ἡ πεποίθησις αὕτη καὶ ἔχομεν πλήρη τὴν συνείδησιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ καταδείξωμεν εἰς τὸ κοινὸν τὰς πράξεις μας πάντοτε, καὶ θέλει πεισθῆ ὁ κόσμος, ὅτι ἔχομεν τὸ μέτωπον καθαρώτατον, παρ’ ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι καθαρὸν τὸ μέτωπον ἐκεῖνοι, ὅσοι, καίτοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ἣν κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐξηγοῦσιν ἐντεῦθεν, ἐκτοξεύουσιν ὅμως κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις, περὶ τοῦ ἀβασίμου καὶ ἀδίκου τῶν ὁποίων αὐτοὶ οὗτοι εἰσὶ πεπεισμένοι.
§180Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ ληστεία δὲν κατεστάλη! ...... Δὲν πρόκειται νὰ φέρω κατηγορίαν κατὰ τῶν μέτρων τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν· δὲν προτίθεμαι νὰ παραγνωρίσω τὰς καλὰς αὑτῶν διαθέσεις ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως, διότι, ὡς καὶ ἕτερος βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε, δὲν ὑπάρχει κυβέρνησις ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἥτις νὰ μὴν ἐπεθύμησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Τοῦτο καίτοι ἐπιβεβαιῶν καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ ἐπαναλάβω «καὶ ὅμως ἡ ληστεία δὲν ἔπαυσε! ...... Ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς σᾶς ἐξέθεσε πρὸ ὀλίγου τὰ μέτρα, ἅπερ ἔλαβε κατὰ τῆς ληστείας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθέστατα. Τὴν παράστασιν αὑτῶν ἐπανέλαβεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μετά τινος μάλιστα λεπτομερείας, καὶ ὅμως καμμία ἐκ τῶν δραστηρίων τούτων ἐνεργειῶν δὲν ἐπήρκεσεν εἰς κατάπαυσιν τῆς ληστείας. Τὰς αἰτίας, λοιπὸν, κύριοι, τῆς καταστάσεως ταύτης ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ὀλίγοις σήμερον. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν, καθ’ ἣν προέβησαν καὶ οἱ κκ. ὑπουργοὶ, ἤτοι κατὰ τάξιν ἱστορικὴν, διότι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ ταύτης κυρίως ἐστήριξε τὴν ὁμιλίαν του. Ἀπετέλεσα μέρος τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν ληστείαν κατὰ τὰ 1855, καὶ δύναμαι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ λαλήσω μετὰ πλείονας αὐθεντίας παρὰ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς πατρίδος μας, κύριοι, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Βασιλείας δύω γεγονότα μεγάλα πολιτικὰ παρουσιάζει, τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐδημιούργησεν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ 1854 διὰ τῆς κατοχῆς, καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τοῦ πρωτοκόλλου συντελεσθεῖσαν. Αἱ δύω ἀξιοσημείωτοι αὗται ἐποχαὶ, κύριοι, εἶναι ἐποχαὶ διδασκαλίας, δι’ ὅν τινα θέλει καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ διδαχθῇ. Ἡ Εὐρώπη κατὰ τὰς δύω ταύτας ἐποχὰς ἠθέλησε νὰ μᾶς διαχαράξῃ σημεῖα ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ περιστρεφώμεθα. Διὰ τῶν πράξεών της αὐτῶν ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ τὴν παρακοήν μας, τὴν πατριωτικὴν ἡμῶν τόλμην, ἐναντίον τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν θελήσεων αὐτῆς ἐκδηλωθεῖσαν. Εἶναι λοιπὸν δύω ἐποχαὶ ἀνάλογοί πως πρὸς τὰς συνεπείας τὰς ἐσωτερικὰς, καὶ ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἀποτελέσματα, ὡς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Βιαίως κατεστάλη τὸ Θεσσαλικὸν κίνημα τοῦ 1854, βιαίως τὸ τῆς Κρήτης τὸ 1869. Μίαν μόνην διαφορὰν εὗρεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἠνόχλουν ὑπουργικὰ ζητήματα ὡς τὸ σημερινόν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι τὸ μὲν ὑπουργεῖον τοῦ κ. Μαυροκορδάτου ὑπεστήριξεν ἡ διπλωματία διὰ τῶν ὅπλων, οὐχὶ δὲ ἡ ἐθνικὴ θέλησις· τὸ δὲ τοῦ κυρίου Βούλγαρη, καίτοι ἡ ἐθνικὴ θέλησις ζωηρὰ ἐξεδηλώθη, ἅμα ὁ Ἡγεμὼν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ μορφώσῃ ἐλευθέρως τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅμως εἶχε τὴν διαρκῆ τῆς κατοχῆς ἐπερώτησιν, ἑτοίμης νὰ καταλάβῃ τὸν τόπον, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἀπετύγχανε. Κατὰ τὸ 1855 ἀληθῶς ἡ τότε Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς παραπλησίαν τινὰ θέσιν ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς ἣν καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὑπὸ περιστάσεις ὅλως ἐπιβαρυντικάς. Τὸ κατὰ τὸ 1854 κίνημα τῶν ἔξω ἀδελφῶν ἡμῶν ἐγένετο εἰς ἐπαρχίας, αἵτινες δὲν χωρίζονται ἀπὸ θαλάσσης καὶ ὡς ἐκ τῆς εὐκολίας ταύτης πολλοὶ ὁπλῖται πανταχόθεν συνέῤῥευσαν ἐκεῖσε. Κατὰ τὴν τελευταίαν ὅμως ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, θάλασσα ἐχώριζε τοὺς ἐπαναστατήσαντας ἀδελφοὺς ἐν τῇ Νήσῳ καὶ ἑπομένως ἡ πληθὺς τῶν μεταβάντων εἰς βοήθειαν δὲν ἦτον ὁμοία πρὸς ἐκείνην τοῦ 1854. Ἔνεκα τούτου μετὰ τὴν κατάπαυσιν τῶν Θεσσαλικῶν, τὰ ἀπομεινάρια τῶν ἀέργων ὁπλιτῶν ἦσαν πολυπληθέστερα ἐκείνων, ὅσα ἔμειναν μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Κρήτης. Καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, διάκρισις ὁρίων μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν Τουρκικῶν ἐπαρχιῶν δὲν ὑπῆρχε. Διάκρισις ὁρίων συνθήκης ναὶ, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἦτον ἀρκοῦσα νὰ χωρίσῃ καὶ διακρίνῃ τὴν ἀταξίαν, ἥτις ἐλυμαίνετο καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον μέρος. Φοβερὰ δὲ κατοχὴ ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Ἑλλάδος, ἐπαπειλοῦσα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους κατὰ 8βριον τοῦ 1855. Εἶναι γνωστὰ τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπεσύρθη ἀπὸ τὰ πράγματα τὸ ὑπουργεῖον τῆς κατοχῆς. Γνωστὴ δ’ ἐπίσης ἡ ἀπειλὴ τῆς διπλωματίας κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου Ἡγεμόνος, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαυροκορδάτου καὶ νὰ ἐξασκήσῃ ἐλευθέρως τὰ ἡγεμονικὰ αὑτοῦ δικαιώματα. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἦτον ἴσως ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ πολυπαθὴς οὗτος βασιλεὺς ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον ἄνευ συμβουλῆς καὶ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς κηδεμονευούσης ἡμᾶς τότε διπλωματίας. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀναδεχθὲν νὰ κυβερνήσῃ τὸ κράτος εἰς τὰς δυσκόλους ταύτας περιστάσεις, ἐξετίμησε δεόντως τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐποχῆς καὶ σύνοιδεν, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἡ λύσις σπουδαιοτάτου διὰ τὴν Ἑλλάδα ζητήματος. Ἡ Εὐρώπη, ὁ κόσμος ἐζήτει νὰ μάθῃ ἂν ἠδύνατο νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλάς καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς μέσων. Ὅθεν ἐπελάβετο τοῦ ἔργου μετὰ τοῦ πατριωτικοῦ ἐκείνου ζήλου καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως, ἥτις πολλὰ ὀλίγον φροντίζει περὶ τῆς παρατάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ βίου, καὶ τῆς διατηρήσεως ἀκάρπου ἐξουσίας ἐπὶ μακρὸν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀληθῶς ἐπιθυμούντων νὰ ὑπηρετήσωσι μίαν φιλοπάτριδα ἰδέαν. Ἡ συναίσθησις δ’ αὕτη, κύριοι, τῶν σοβαρῶν καθηκόντων τῆς κυβερνήσεως, μεταδοθεῖσα διὰ τῆς ἠθικῆς βαρύτητος αὐτῆς, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους παντὸς κλάδου, ἀνύψωσεν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πεφοβισμένου ἕως τότε λαοῦ τὴν ἀξίαν τῆς ἀρχῆς, καὶ οὕτως ἀνέλαβον θάῤῥος οἱ πολῖται, διότι παρετήρησαν, ὅτι σπουδαίως ἡ κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἀντὶ τῆς ἐπικρατούσης ἀναρχίας. Ἡ ἠθικὴ βαρύτης τῶν κυβερνήσεων, κύριοι, εἶναι ἡ πρωτίστη βάσις τῆς τάξεως καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου. Ὅτε κατὰ τὸ 1855 ἀνεδέχθημεν τὴν ἐξουσίαν, παρελάβομεν συνάμα πλέον τῶν 600 λῃστῶν, ἀλλὰ, κύριοι, λῃστῶν ἰσχυροτέρων ὅλων τῶν μέσων καὶ τῶν μέτρων τῆς κυβερνήσεως, λῃστῶν τολμηρῶν, πολιορκούντων τὴν πρωτεύουσαν τοῦ κράτους καὶ αἰχμαλωτιζόντων εἰς τὰ πρόθυρα αὐτῆς. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς εἰσελεύσεως εἰς τὰ πράγματα τοῦ κ. Βούλγαρη, λῃστρική τις συμμορία ᾐχμαλώτισεν οὐχὶ μακρὰν τοῦ στρατοπέδου τῆς κατοχῆς καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς ἕνα ἀξιωματικὸν Γάλλον. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ κυβέρνησις αὕτη διὰ μὲν τῆς φρονήσεως καὶ τῆς ἠθικῆς αὑτῆς βαρύτητος ταχέως κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ θάῤῥος εἰς τοὺς πολίτας, ἵνα ἀντισταθῶσι κατὰ τῶν λῃστῶν καὶ οὕτω νὰ τοὺς ἀπομονώσῃ, ὥστε οὔτε νὰ στρατολογῶσι νέους συντρόφους, οὔτε νὰ εὑρίσκωσί που ἄσυλον, διὰ δὲ τῶν συνετῶν καὶ μεμελετημένων αὑτῆς μέτρων νὰ ἐξοντώσῃ προϊόντος τοῦ χρόνου ἅπαντα τὸν ἄνω σημειωθέντα ἀριθμὸν τῶν λῃστῶν, καὶ ἐπαναφέρουσα τὴν τάξιν, νὰ λύσῃ τὸ τεθὲν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ζήτημα. Καὶ ταῦτα, κύριοι, ἄνευ ἐκτάκτων δικαστηρίων, ἄνευ ἐκτοπίσεων, ὡς ἀπῄτει ἡ κατοχὴ, ἀλλὰ διὰ τῶν τακτικῶν μέσων τῆς ὑπηρεσίας. Ὡς πρὸς δὲ τὰς λεπτομερείας διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἐβαδίσαμεν ὁδηγούμενοι ἑκάστοτε ἐκ τῶν γνώσεων ἡμῶν περί τε τῶν προσώπων, τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ τόπου, ἐξελεγχομένων πάντοτε διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν ἐπεφορτίσαμεν τὴν καταδίωξιν εἰς τὸν μακαρίτην Τζῆνον, τῆς χωροφυλακῆς· ἅμα δὲ λῃστρική τις συμμορία εἰσέβαλεν ἀπὸ Λαμίας εἰς Χαλκίδα, ἀμέσως καὶ τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ ἐπαύσαμεν καὶ τὸν νομάρχην Λαμίας. Μέτρα ἄλλα ἀμέσως ἐλάβομεν, ἀλλ’ ὀλίγον ἔπειτα καὶ ταῦτα μετεβάλομεν, διότι ἐπιστεύσαμεν, ἴσως ἀτόπως, ὅτι συμπλοκή τις μετὰ λῃστῶν γενομένη ἐν Μαραθῶνι, καίτοι ἐπενεγκοῦσα ἀποτελέσματα, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπέφερεν ὅσα καθ’ ἡμᾶς ἔπρεπεν, ἐπαύσαμεν ἀμέσως καὶ τοῦτον τὸν ἀρχηγὸν καὶ συνετελέσαμεν ἄλλως τὰ κατὰ τῆς λῃστείας ἡμῶν μέτρα. Οὕτω, κύριοι, καὶ διὰ τῶν αὐστηρῶν ἡμῶν μέτρων κατὰ τῶν μὴ ἐκτελεσάντων τὸ καθῆκον των, ἑδραιώσαντες τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὅτι ἀληθῶς ἀπεφασίσαμεν νὰ καταδιώξωμεν τὴν λῃστείαν, προσεταιρίσθημεν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ Δὲν ἐφείσθημεν, κύριοι, οὔτε τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, ὅπου ἡ λῃστεία ἀνεφάνη· ἐπαύσαμεν τοὺς δημάρχους, ὅπου ἡ λῃστεία ἐπεπόλαζεν, ἐπαύσαμεν τοὺς κακοὺς αὐτοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, καὶ διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν τῶν δραστηρίων, λέγω, κατωρθώσαμεν ἀπὸ τῶν πρώτων μηνῶν τῆς ὑπουργείας ἡμῶν νὰ ἐμπνεύσωμεν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἡ λῃστεία ἀπώλετο ἀναντιῤῥήτως (θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, ἡσυχία, κύριοι.
§182ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκθέσας, κύριοι, ἐν ὀλίγοις τὸ ἱστορικὸν τῆς ἐποχῆς τοῦ 1855, τὸ ὁποῖον ὡς βάσιν ἔλαβεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ὑπεράσπισίν του, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν οὐχὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν κατὰ τῆς λῃστείας μέτρων τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς γενικήν τινα ἔποψιν περὶ καταδιώξεως καὶ περὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ἐκ τῶν μεταβάντων εἰς τὴν Κρήτην ὁπλιτῶν καὶ ἐπανακαμψάντων μετὰ τὴν καταστροφὴν, οὐδεὶς ἐξῆλθε λῃστὴς, ἢ ἔμεινεν ἔνοπλος καὶ ἄεργος. Οἱ εἰς Ἀκαρνανίαν ἀπὸ Κρήτης μεταβάντες λῃσταὶ, ἦσαν λῃσταὶ καὶ πρὸ τῆς εἰς Κρήτην μεταβάσεώς των. Ὥστε ἡ καταστροφὴ τῆς Κρήτης δὲν ἐπεβάρυνε τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ὡς τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1854 μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν Θεσσαλικῶν. Ἰδοὺ μία σπουδαία διαφορὰ μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1855 καὶ τῆς τοῦ 1869 πρὸς ὄφελος τῆς παρούσης κυβερνήσεως. Παραλείπω τὰς λοιπὰς πολιτικὰς δυσχερείας τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1855, ὡς παρὰ τὴν θέλησιν τῆς διπλωματίας μορφωθέντος, ἐνῷ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν συμπίπτει τὸ ἐναντίον. Ἐρωτῶ ἤδη τὸ ὑπουργεῖον, ἀναλαβὸν τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Κρήτης, ἐξετίμησε δεόντως τὴν σπουδαιότητα τῶν καθηκόντων αὑτοῦ; σύνοιδε τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη εἰς λύσιν; Ἠννόησεν ὅτι προκαλοῦνται αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος νὰ βεβαιώσωσιν, ἂν ὁ τόπος δύναται νὰ κυβερνηθῇ ὑπὸ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; καὶ ἂν τὸ ἠννόησεν, ἠδυνήθη νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησίν του ταύτην εἰς τὸν λαόν, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του, ὅπως τούτων μὲν ἀναζωπυρώσῃ τὸν ὑπὲρ τῆς νομίμου τάξεως ζῆλον, ἐκείνου δὲ προσκτήσηται τὴν σύμπραξιν εἰς τὰ ὑπὲρ τῆς τάξεως μέτρα αὐτοῦ; Τὸ ἐπεθύμουν εἰλικρινῶς, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπὶ ἐννέα μῆνας διοικήσεως οὐχὶ δὲν τὸ βεβαιοῦσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ προαναγγέλλουσι κἂν, διότι ὄχι μόνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἐβελτιώθη, ἀλλ’ ἐχειροτέρευσεν ἔτι μᾶλλον. Ἐξετάσωμεν ἤδη ἀκροθιγῶς πως καὶ τὰ κατὰ τῆς ληστείας μέτρα, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ταῦτα τοὐλάχιστον ᾖναι ἱκανὰ νὰ ἐνθαῤῥύνωσι τοὺς πολίτας καὶ νὰ καταστείλωσι τὴν ληστείαν. Ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας, κύριοι, εἶπεν πρό τινος ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν καταδιώκεται διὰ προγραμμάτων. Ἀληθὲς τοῦτο· Γενικὰ προγράμματα περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας δὲν διαγράφονται, διότι ἡ καταδίωξις γίνεται οὐχὶ κατὰ θεωρίαν τινα ἐπιστημονικῆς τινος ἀρχῆς, ἀλλὰ διὰ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐπὶ τόπου καὶ ἡμερησίας ὑπηρεσίας διὰ προσώπων πεπειραμένων. Διὰ τοῦ ἀπολύτου ὅμως αὐτοῦ κανόνος κατὰ τῶν γενικῶν προγραμμάτων περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας, δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ ἀποκλείσω τὴν γνῶσιν ἐκείνων τῶν γενικωτέρων περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας εἰδήσεων, αἵτινες ἀποτελοῦσιν οὕτως εἰπεῖν τὴν τέχνην τῆς καταδιώξεως, καὶ ἥτις πρέπει νὰ ἑδρεύῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας δὲν ὁμοιάζει τὴν κυνηγεσίαν τῶν θηρευτικῶν ζώων, δὲν ὁμοιάζει, λέγω, τὴν κυνηγεσίαν, ὥστε νὰ ᾖναι ἰδίως ἔργον τῶν ἀποσπασμάτων, περιφερομένων ἀενάως ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ συλλαμβανόντων ἢ φονευόντων ἁπλῶς λῃστάς. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναί τι σπουδαιότερον, εἶναι ἀστυνομικὴ κυρίως ἐργασία, ἂς φονεύσωσι τὰ ἀποσπάσματά σας ὅσους θέλετε λῃστάς, ἡ ληστεία ἀναφύεται, ἂς συλλάβωσιν ὅσους θέλετε, ἡ ληστεία πληθύνει, ὁσάκις τὰ στρατιωτικὰ καταδιωκτικὰ μέτρα δὲν συνοδεύονται καὶ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν. Πρέπει τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα νὰ ᾖναι τοιαῦτα, ὥστε ἡ ληστεία νὰ μὴν ᾖναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ νέαν ζωὴν στρατολογοῦσα νεοσυλλέκτους· καταδιωκομένη ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα τὰ στρατιωτικά, κατακουραζομένη συνάμα διὰ τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων, νὰ μὴ δύναται νὰ στρατολογῇ νέους συντρόφους ἐκ τῶν ἐπιῤῥεπῶν εἰς ληστείαν. Ἀτόπως, κύριοι, παραπονούμεθα κατὰ τῶν ἐνόπλων στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, εἴτε ἐκ χωροφυλάκων σύγκεινται ταῦτα, εἴτε ἐκ στρατιωτῶν, ὅτι ἡ καταδίωξις αὐτῶν εἶναι ἀνεπιτυχής. Ὅταν πανταχοῦ εὑρίσκωσιν ὑποστήριξιν οἱ λῃσταὶ δι’ ἔλλειψιν διοικητικῆς προνοίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστείλωσι μόνον τὰ ἀποσπάσματα τοὺς λῃστάς· καὶ δὲν εἶναι διόλου παράδοξον ἂν εἷς ἔντιμος ἀνθυπασπιστής, περιέπεσε πρὸ ὀλίγου εἰς ἐνέδραν λῃστῶν· κύριος οἶδε πρὸ πόσων ἡμερῶν τῷ παρεσκευάζετο τοῦτο ἀπὸ τοὺς λῃσταποδόχους! Ἐσυνειθίσαμεν, ἀγνοῶ διὰ ποίους λόγους, νὰ ἐπιβαρύνωμεν κυρίως τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν εὐθύνην τῆς καταδιώξεως τῶν λῃστῶν. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἔνοπλον συμπλήρωμα τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, ἔνοπλον συμπλήρωμα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἔνοπλον συμπλήρωμα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας. Ἡ ληστεία ἄρα καταδιώκεται οὐχὶ διὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ κυρίως διὰ τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων τῶν τε διοικητικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἐρωτῶ ποῖα εἶναι τὰ ἀστυνομικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα συνώδευσαν τὰ στρατιωτικὰ κατὰ τῆς ληστείας; Τίνι τρόπῳ αἱ ἐπιφορτισμέναι τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν δημοτικαὶ ἀρχαὶ συνηρμολογήθησαν πρὸς τὰς στρατιωτικὰς προσπαθείας, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὕτη φανῇ ὠφέλιμος ἐν ἑκάστῃ δημοτικῇ περιφερείᾳ; τίνι τρόπῳ διετέθη ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, ὄχι βέβαια ἡ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐκείνη, ἣν ἐξασκοῦσιν αἱ διοικητικαὶ καὶ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ διὰ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπὶ τούτῳ ὑπαλλήλων καὶ κατά τινα τρόπον τὰ ὄργανα ταῦτα ὑπηρέτησαν; Ἰδοὺ τί ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Μετεχειρίσθημεν λέγουν, τὸ παράδειγμα μιᾶς κυβερνήσεως παλαιοτέρας, ἐπεφόρτισεν αὕτη τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἐπεφορτίσαμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἡ ἀπάντησις, κύριοι, εἶναι ἁπλουστάτη, ἀλλὰ δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς σπουδαιότητος ἐκείνης ἥτις ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς ἐργασίας σοβαρᾶς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, (θόρυβος).....
§183ΤΙΝΕΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κύριε πρόεδρε.
§184Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριοι, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις δὲν μᾶς εἶπε τίνι τρόπῳ τὰ ἔνοπλα ταῦτα ἀποσπάσματα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τὰ συνέδεσε πρὸς τὴν λοιπὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ κράτους, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ἂς ἐξετάσωμεν ἐν ὀλίγοις, ἂν καὶ τὰ μέτρα ταῦτα, ὡς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, ἦσαν ἀντιγεγραμμένα ἀκριβῶς ἐκ τῶν μέτρων τῆς παλαιᾶς ἐκείνης κυβερνήσεως. Πλανῶνται, ὅσοι πιστεύουσιν ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας κατὰ τὸ 1855 ἀνετέθη ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἤτοι ἰδίως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὄχι, κύριοι, ἐσυνδυάσθη ὁ στρατὸς ὡς ἀρίστη ἀριθμητικὴ βάσις, μὲ τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους· ἀνετέθη, ὡς ἀπαιτοῦν οἱ νόμοι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἤτοι εἰς τοὺς νομάρχας καὶ ἐπάρχους καὶ εἰς τοὺς κατὰ τόπους μοιράρχους καὶ λοιποὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, βοηθουμένους ἀπὸ τὴν ἔνοπλον τακτικὴν δύναμιν. Ἡ συναρμολογία αὕτη, ὁ συνδυασμὸς οὗτος ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς, ἢ νὰ εἴπω κάλλιον, ὁ συνδυασμὸς οὗτος ἔκαμε τοὺς πολίτας νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ἀληθῶς μετὰ φρονήσεως, συνέσεως καὶ ἀληθείας καταδιώκεται ἡ ληστεία. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὁ λαὸς ἐπείσθη ὅτι τὰ μέτρα ἦσαν συνηρμολογημένα ὅπως ἔπρεπεν εἰς ἐμβριθῆ κυβέρνησιν, τότε συνέτρεξε τὴν δημοσίαν δύναμιν, καὶ οὕτως οἱ λῃσταὶ ἀπεμονώθησαν, καὶ ἐπὶ τέλους κατεστράφησαν (διάλογοι). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρεξήγησεν ἀναντιῤῥήτως μίαν φράσιν περὶ πρωτοκόλλου τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης κυρίου Κουμουνδούρου. Τί ὠφελήθητε, ὑπέθεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὅτι εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ὑπηρετήσατε τὴν Τουρκίαν; Σᾶς συνέτρεξε τοὐλάχιστον εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης; (θόρυβος).
§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γίνῃ ἡσυχία, κύριε πρόεδρε.
§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (δεικνύων τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Τί γίνεται ἐκεῖ πέρα, ἄλλη συζήτησις, κύριε πρόεδρε.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐκεῖ κακὰ καὶ ἐδῶ ψυχρά. (θόρυβος). Ἐξακολουθήσατε, κύριε Χριστόπουλε.
§188Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγήσας τὴν φράσιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Μεσσήνης περὶ πρωτοκόλλου ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρετήρησεν ὅτι «δὲν ὑπηρετήσαμεν, ὑπογράψαντες τὸ πρωτόκολλον, τὴν Τουρκίαν». Πιστεύω ὅτι τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἰδέα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπηρετήσατε τὴν Τουρκίαν. Ἀλλ’ ἐπρόσθεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· μήπως τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1855 κατώρθωσεν, ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, ὥστε ἡ Τουρκία νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας σχέδιά του διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης; Ἀπατᾶται ἱστορικῶς ὁ κ. ὑπουργὸς, κύριοι, βασιζόμενος εἰς λέξεις καὶ οὐχὶ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἂν δὲν ἀπέστειλεν ἡ Τουρκία τότε τακτικὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα, ἔστειλεν ὅμως ἄνδρα λίαν ἱκανὸν καὶ πεπειραμένον Τοῦρκον, εἰλικρινῶς ἐπιθυμήσαντα τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας, ὅστις ἀληθῶς συνέτρεξε τὴν Ἑλλην. κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ἐν τοῖς μεθορίοις, τὸν Χουσνῆ Πασσᾶν. Ὥστε ἡ κυβέρνησις ἐκείνη σύνοιδε νὰ ἐπωφεληθῇ ἀπὸ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ κατώρθωσεν, ὥστε ἡ Τουρκία νὰ συντρέξῃ τὰ μέτρα της κατὰ τῆς ληστείας. Διὰ δὲ τῆς συνδρομῆς τῆς Τουρκίας καὶ τῶν ἀξίων καὶ πεπειραμένων ὑπαλλήλων τῆς κυβερνήσεως, εἴτε πολιτικῶν εἴτε στρατιωτικῶν εἰς τὰ ὅρια, πραγματικῶς κατεστράφη ἡ ληστεία. Ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ πληροφορία περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τῆς Τουρκίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἔδωκε, δικαιολογούμενος. Εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε «καὶ περιμένετε ἡ Τουρκία νὰ σᾶς συντρέξῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως; Βέβαια, τοῦτο δὲν θέλετε τὸ ἐπιτύχει ποτέ·» καὶ ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι ποτὲ δὲν θέλετε τὸ ἐπιτύχει. Καὶ ἂν περιοδικῶς μᾶς συντρέξῃ, πάλιν ἡ κυρία ἐπιθυμία αὐτῆς εἶναι νὰ μὴν ἀποκατασταθῇ ποτὲ τάξις ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἄρα ἐντὸς τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, διότι ἀπὸ ξένον δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν τίποτε. Θέλω, κύριοι, νὰ τελειώσω, διότι ἡ νὺξ προέβη καὶ οἱ ὑπουργικοὶ σπεύδουν εἰς ψηφοφορίαν. Τὸ ὑπουργεῖον σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔλαβε μέτρα κατὰ τῆς ληστείας, ἐδιώρισεν ἀποσπάσματα, ἔκαμον τὰ ἀποσπάσματα περιπολίας, ἐφόνευσαν λῃστάς, ἔφερεν εἰς ἀπόδειξιν ἀριθμοὺς, ἐπαρουσίασε στατιστικὰς συλλήψεων καὶ φόνων, τὰς ὁποίας ὅμως ἀντίστοιχοι στατιστικαὶ διαψεύδουν· ἀντὶ δὲ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια διὰ τῶν στατιστικῶν ἐσυγχίσθη μᾶλλον, καθόσον διὰ τῶν ἀντιφατικῶν ἀριθμῶν κατωρθώθη ἐφέτος ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι ἀληθεῖς, ὡς πιστεύεται πανταχοῦ. Ἐν τούτοις τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριοι, πιστεύω εὐχαρίστως εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ ληστεία δὲν κατεστάλη!... Ἰδοὺ τὸ αἴνιγμα!... Ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, καὶ ὅμως ἡ ληστεία δὲν ἔπαυσε!... Τί δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ἐκ τούτου; κακὴν θέλησιν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως; οὐχὶ βεβαίως. Λογικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν καὶ τὰ μέτρα αὐτῆς εἶναι ἀνεπαρκῆ. Δὲν κατακρίνω τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἄλλοι, ἐπὶ ἀνικανότητι ἀλλ’ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ (ψιθυρισμοί).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ ἐπανειλημμένως νὰ ἀφήσητε νὰ περάνῃ τὸν λόγον του ὁ ἀγορεύων.
§190Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιστεύθη, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ὁδηγούμενα ὑπὸ ἐντίμων ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀρκοῦσι νὰ καταστρέψωσι τὴν ληστείαν, καὶ παρημελήθη ἡ διοικητικὴ καὶ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία τοῦ κράτους, ἥτις ἀληθῶς καταστρέφει τὴν ληστείαν. Ἐπεθύμουν δὲ ν’ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν τὰς διοικητικὰς καὶ ἀστυνομικὰς αὐτοῦ ἐργασίας, ὅπως καταστήσωσιν ἀποτελεσματικὰ τὰ μέτρα αὐτοῦ τὰ στρατιωτικά. Δὲν θέλω, κύριοι, σᾶς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ κατηγορήσω τὴν κυβέρνησιν, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ ἐπιθυμίαν καὶ προθυμίαν ἔδειξε νὰ καταδιώξῃ τὴν ληστείαν, ἀλλ’ ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, δὲν εὑρέθη ἐπαρκὴς εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις, καὶ ἑπομένως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, εἰσὶ φυσικῶς ἀνεπαρκῆ. Διὰ τοιούτων λοιπὸν μέτρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἡ ληστεία διὰ τῆς παρόδου χρόνου τινὸς, ὡς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, τοὐναντίον μάλιστα, ἐφ’ ὅσον τὰ μέτρα μένουσιν ὡς ἔχουσιν, ἡ ληστεία θέλει καταστῆ κυρία τοῦ τόπου. Φρίσσω δὲ ἀναλογιζόμενος, κύριοι, ὅτι, οὕτω βαινόντων τῶν πραγμάτων, δυνατὸν νὰ κατασταθῇ πεποίθησις εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς νέας καταστάσεως ὁ τόπος εἶναι ἀκυβέρνητος καὶ ἀδιοίκητος. Ἤθελα λοιπὸν παρακαλέσει τὴν κυβέρνησιν ὄχι νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῆς ληστείας, ἀλλὰ νὰ κατορθώσῃ διὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς διοικήσεως νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἀληθῶς ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἀποστολήν της.
§191ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἐδώκαμεν ἀξίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ληστείας, ἥτις δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτό.
§192ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§193ΕΤΕΡΟΙ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ναύαρχος.
§194ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔδωκαν δυνάμεις, ἀλλὰ ἠμποροῦσαν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ σᾶς φέρουν αὐτὰς τὰς δυνάμεις καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν.
§195ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν.
§196ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὴν θέσιν μου νὰ εἴπω δύο λέξεις;
§197ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε, κύριοι, νὰ σᾶς διαβάσω τὴν πρότασιν;
§199ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἀπὸ τὴν θέσιν μου.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὀλίγη ὑπομονὴ νὰ ἀκούσωμεν.
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι, διότι δὲν εἶναι ὀχληροτέρα θέσις παρὰ νὰ παρακαλέσῃ τις νὰ τὸν ἀκούσουν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκουράσθησαν ἀκούοντες· διὰ τοῦτο θέλω εἰπῆ ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Δὲν θέλω ἀκολουθήσει κατὰ βῆμα τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ τοῦ ἐνθυμίσω μερικὰ ἐξ ὅσων εἶπε. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητα δύο ἢ τρία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε. Πρῶτον εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκτὸς τῶν ἐθίμων τῶν συνταγματικῶν ταχθεῖσα, ἦλθε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐξ ἀπροόπτου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν ἐνθυμεῖται· δὲν του λέγω, ὅτι ἡ ἔκφρασίς του δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ὡς αὐτὸς ἄλλοτε εἶπε, τοῦ λέγω ὅτι τὸν ἀπατᾷ ἡ μνήμη, διότι ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀσφαλείας, ἐπεφυλάχθημεν ῥητῶς νὰ φέρωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης· καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν καὶ νὰ μάθῃ ὅτι τὸν εἰδοποιήσαμεν καὶ εἴπομεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις σκοπεύει νὰ φέρῃ σήμερον τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ αὐτὸς τὸ ἐδέχθη· δὲν ἦλθε λοιπὸν ἐξ ἀπροόπτου καὶ ἐξ ἐφόδου αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ εἴμεθα ἐντὸς τῶν κατὰ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Μᾶς ἔκαμε μίαν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, ὅτι ἔπρεπε δηλ. νὰ φέρωμεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ κ. Κορωναίου ῥητὴν, ἀλλ’ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐπερώτησιν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ φέρωμεν, ἀφοῦ ὁ κ. Κορωναῖος ἐξεφράσθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξεφράσθη, καθὼς ἐξεφράσθη, δημοσία, διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Προσθέτω νῦν, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. Κορωναῖος ἔμαθεν ὅσα εἰπώθησαν ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, μὲ ἐπεφόρτισε νὰ καταθέσω τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πολὺ μεγάλον (ἀναγινώσκει). Ἀθῆναι, τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1869. Κύριε Βουλευτά. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 τοῦ λήγοντος τῆς Βουλῆς, λόγον ποιοῦντες περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας διϊσχυρίσθητε, ὅτι τὰ μέτρα τοῦ ὑπουργείου ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἐθεώρησα αὐτὰ ὡς ἀντίπραξιν εἰς τὰς ἐνεργείας μου, ἐπιτετραμμένου τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας κατὰ τὴν Στερεὰν, καὶ ἐπικαλούμενοι τὴν μαρτυρίαν μου προσεθέσατε, ὅτι εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω τὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἀπαγγελίαν ταύτην διὰ τῶν δεουσῶν ἀποδείξεων. Μὴ δυνάμενος νὰ σιωπήσω ἀπέναντι προσκλήσεως δημοσία, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βουλευτηρίου γενομένης, ἔρχομαι διὰ τῆς παρούσης μου νὰ βεβαιώσω τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν καὶ νὰ κηρύξω ὅτι «εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω αὐτὰ εἰς πᾶσαν περίστασιν.» Διατελῶ μεθ’ ὅλης τῆς πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως.
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ,
τέως ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας. Πρὸς τὸν Βουλευτὴν Ζακύνθου, Κύριον Λομβάρδον.
§202ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ!
§203ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδού, κύριοι, ὅτι δὲν εἴχαμεν ἀνάγκην νὰ σᾶς κάμωμεν ἐπερώτησιν, ὁ κ. Κορωναῖος σᾶς φέρει αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, εἶναι ὁ ὑπάλληλός Σας, ὁ ὁποῖος Σᾶς κατηγορεῖ, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι εὕρισκε προμελετημένην ἀντίπραξιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Κορωναῖον ἠγέρθη ἡ ἰδέα ὅτι τῷ γίνεται ἀντίπραξις. Τρίτην παρατήρησιν ἔχω πρὸς τὸ συμπέρασμα μὲ τὸ ὁποῖον ἔληξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, κύριε πρόεδρε, εἶναι ἓν ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ καταναλώσῃ τις δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἐν τούτοις μᾶς βλέπετε πόσον μετριόφρονες εἴμεθα, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ τελειώσωμεν ἀμέσως ἀπόψε.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπα ἐγὼ τίποτε.
§205ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τελευταίαν, λέγω παρατήρησιν, ἔκαμεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τελειόνων τὸν λόγον του, εἰς τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ ἀντιπαρατηρήσω, ὅτε εἶπεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐκάμαμεν τί καλόν· ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐζήτησαν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῇ τις τὴν ἐξουσίαν διὰ τὴν ἐξουσίαν χωρὶς νὰ ἔχῃ τι καλλίτερον τοῦ παρόντος νὰ παρουσιάσῃ ὁ τοιοῦτος δὲν ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶσθε ἱκανοὶ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀνεπετάσατε τὴν σημαίαν τῆς νομιμοφροσύνης καὶ νομιμότητος καὶ τὴν ἐγκατελείψατε διὰ νὰ λάβητε τὴν τῆς αὐτοσυντηρήσεως καὶ ἐθέσατε ὡς σημεῖον νὰ συντηρῆσθε διὰ τῆς ἐξουσίας. Λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶπε τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ βασίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, (ψιθυρισμοί).
§206ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι κρυφὰ αὐτά.
§207ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἀντιπολιτευόμεθα, διότι συντηρεῖσθε ἐκ τῆς καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας, καὶ διότι σᾶς βλέπομεν, ὅτι ποσῶς δὲν ἐνοήσατε, δὲν ἐσεβάσθητε, ἢ δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐννοήσετε τὴν θέσιν τοῦ παρόντος, ποσῶς δὲν ἠθελήσατε νὰ σκεφθῆτε.
§208ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!
§209ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποσῶς δὲν ἠθελήσατε νὰ σκεφθῆτε, ὅτι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου (ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀναγραφὴ ἁπλῶς ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, δὲν ἦτο πρᾶγμα τόσον ἁπλοῦν, ὅπως τὸ παρέστησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διότι ἀλλέως δὲν ἤθελε τὸ παραστήσει ἄλλοτε ὡς γεγονὸς σωτηρίας τῆς πατρίδας), μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνησίς της πρῶτον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ τί τὸ πρακτέον, καὶ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Δεληγιώργης, ὅτι τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκδιδάσκονται ἀπὸ τὰς συμφορὰς, εἰς τὰς ὁποίας ὑποπίπτουσι, τὰ ἔθνη αὐτὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐζωήσουν ἢ νὰ γείνουν ἰσχυρά. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου, ἡ ὁποία, ἐπαναλέγω, δὲν εἶναι ἓν ἁπλοῦν γεγονὸς, ἀλλ’ εἶναι μία καταδίκη τῶν ἰσχυρῶν κατὰ τῶν τιμαλφεστέρων τοῦ ἔθνους πόθων, βλέπω, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπὶ ἐννέα μῆνας προΐστατο εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ὅσῳ μικρὰ καὶ ἂν ἦναι, ἔχει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν της καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ, καὶ τοὺς κ. ὑπουργοὺς, οἵτινες τοσαῦτα μᾶς εἶπον, τοὺς ἐρωτῶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τί ἔπραξαν; Μᾶς εἶπον ἄλλοτε νὰ μιμηθῶμεν τὸ Πεδεμόντιον· αὐτοὶ ὅμως τί ἔπραξαν; Τὸ Πεδεμόντιον, τὸ ὁποῖον τοσάκις μᾶς φέρετε ὡς παράδειγμα, τί ἔκαμε; τὸ πρῶτον βῆμα τῆς κυβερνήσεώς του μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ 1848 ἦτο νὰ κηρύξῃ, ὅτι ὅλοι οἱ Ἰταλοὶ ἅμα πατήσωσι τὰ σύνορα τοῦ Πεδεμοντίου εἶναι Πεδεμόντιοι· καὶ ὑμεῖς, κύριοι ὑπουργοὶ, ὄχι μόνον ἕως τώρα δὲν ἐσκέφθητε νὰ λάβετε καμμίαν φροντίδα, ὅπως ἐμπνεύσετε θάῤῥος εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς Τουρκίας ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀλλὰ προχθὲς μὲ τὴν μεγαλητέραν ἀπάθειαν δὲν ἠθελήσατε νὰ παραδεχθῆτε διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις πρὸς ἀναγνώρισιν δικαιωμάτων ἐργάτου τῆς ἑνώσεως.
§210ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσε.
§211ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν σᾶς βλέπω, κύριοι, ἂν ὄχι ἄλλο, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν σεβασμὸν ἐκεῖνον πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθητε ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς θέσεώς σας, ἢ τῆς νομιμότητος τὴν ὁποίαν ἀνελάβετε, δὲν σᾶς βλέπω νὰ μεταχειρισθῆτε ἐκεῖνα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀσφάλεια εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Σᾶς εἴδομεν μόνον καὶ σᾶς βλέπομεν ἕως τώρα, καθὼς πολὺ καλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, νὰ ἀκολουθήσητε τὸν δρόμον τῆς αὐτοσυντηρήσεως διὰ τῶν μέσων τῆς ἐξουσίας, καὶ τὸ ἐξαγόμενον, κύριοι, τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἐῤῥίψατε, ἠξεύρετε ποῖον εἶναι, κύριοι ὑπουργοί; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν, διότι διὰ τῶν δωρεῶν τῆς ἐξουσίας εὐχαριστήσατε ἓν κόμμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἰδικόν σας ἀλλὰ τῆς ἐξουσίας.
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κόμμα τῆς πατρίδος (θόρυβος καὶ διάλογοι μεταξὺ συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι.
§214ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν τὸ παραδεχόμεθα νὰ μᾶς ὑβρίζουν ἀπ’ ἐδῶ αὐτοὶ, ὅτι μᾶς ἀγοράζουν μὲ τὰ ῥοσφέτια, ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὸ ὑπουργεῖον ἐκ πεποιθήσεως, αὐτοὶ δὲ, λέγω, πολεμοῦν διὰ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἂς λέγουν ὅτι δὲν τὴν θέλουν.
§215ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δώσατε ἀποδείξεις, κ. Πρόεδρε, εἰς ἐκείνους ὅπου φωνάζουν.
§216ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. Πρόεδρε....
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγον κοινοβουλευτικώτερος, κ. Λομβάρδε, ἡ ἔκφρασίς σας δὲν ἦτο κατάλληλος.
§218ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖ κουρασμένοι ὅπου εἴμεθα νὰ μὴ ἐκφραζώμεθα πολὺ καθαρά. Δὲν ἔχω δὲ καμμίαν δυσκολίαν πρὶν τὸ εἴπῃ κανεὶς ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μας νὰ τὸ εἴπω ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ παραμικρὰ ἰδέα νὰ ἐγγίξω κανένα, καὶ ἠθέλησα νὰ εἴπω μὲ ὅσα εἶπα, ὅτι ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἕως τώρα, τὸ νὰ θελήσῃ νὰ μεταχειρισθῇ νεώτερον κοινοβουλευτικὸν τρόπον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων κομμάτων χάριν τῶν ὁποίων ὑπῆρξε, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπικαθήσῃ ἐπ’ αὐτῶν, εἶναι παρὰ πολὺ σφαλερόν· καὶ ἀνοίγει νέον δρόμον πάλης τῆς ἐξουσίας πρὸς τὰ κόμματα, εἴτε τὰ ὑπάρχοντα, εἴτε τὰ ὑπάρξοντα. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν τόπον ὅπου ἡ διάνοια ἔδειξε τὴν μεγαλειτέραν αὑτῆς δραστηριότητα, ὅτι θὰ μένῃ δεσμευμένη καθὼς τινὲς θέλουσι. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ κόμματα, σᾶς λέγω ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναγνωρίζουν, ὅτι τὰ πολιτικὰ σώματα ἀκολουθοῦν καὶ αὐτὰ τοὺς νόμους τῆς βαρύτητος, ἥτις λαμβάνει εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν διεύθυνσίν της ἀπὸ τὴν ὤθησιν, ἣν πρὸς αὐτὴν δίδει ἡ ἐξουσία. Θέλετε νὰ πιέσητε; ἀνθίστανται θέλετε νὰ σταθῆτε δυναστικῶς ἐπὶ τῆς ῥάχης ὅλων τῶν ἄλλων; θέλουν νὰ σᾶς δείξωσιν, ὅτι ἔχουν ζωὴν καὶ ὅτι τὴν θλῖψιν δὲν τὴν ἀνέχονται.
§219ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἂν ἔκαμε πρᾶξιν καλὴν, εἶναι ὅτι ἐσήκωσε τὸν Κορωναῖον καὶ τὸν ἐτράβιξεν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν. Ἂν ἔμενεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἤθελε χειροτερεύσει ἡ κατάστασις, ὥστε ἔκαμε πολὺ καλὰ ἡ Κυβέρνησις ὁποῦ τὸν ἀπέσυρεν ἀπ’ ἐκεῖ. Δὲν ὡμίλησα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς λῃστείας καὶ ἐσιώπησα, διότι ὅσα καὶ ἂν ἤθελα εἰπεῖ, θὰ ἦσαν ὅλα χαμένα.
§220ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλὰ νὰ τελειώσωμεν, κ. Πρόεδρε, καλέσατε ψηφολέκτας.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀκτὼ βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον τὸ ἑξῆς θέμα· «Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὴν ἀνεπαρκῆ καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ διὰ τὴν θλιβερὰν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας». Λεώπουλος καὶ λοιποί. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§222ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ θέμα ὅπως τὸ ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία). Εἰς τὰς ἕδρας σας, κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 179· ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐψηφοφόρησαν 82 κατ’ αὐτῆς 97, ἄρα ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§224ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Κεφάλ. 9. Χωροφυλακὴ 1,132,000.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§226ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐκάμαμεν πρότασιν διὰ τὸ ὅλον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἥμισυ λέγει τὸ ὑπουργεῖον.
§228ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς θέλομεν τὸ ὅλον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§229ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ὑπουργεῖον παρέλειψε τὸ ὅλον καὶ παρεδέχθη τὸ ἥμισυ.
§230ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θὰ κάμωμεν, κ. Πρόεδρε, ὀνομαστικὰς κλήσεις πάντοτε;
§232ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ λαμβάνουν χώραν καταχρήσεις, καὶ τοῦτο λέγων δὲν κατηγορῶ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὅπως εἰς ὅλα τὰ σώματα ὑπάρχουν καὶ καλοὶ καὶ κακοὶ καὶ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἂν ὑπάρχουν κακοί, ὑπάρχουν εἰς τὰ κατώτερα στρώματα.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον προτείνει τὸ ἥμισυ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην 186,000 δραχμῶν λέγουν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Τὸ ὅλον προτείνει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, τὸ ὑπουργεῖον λέγει τὸ ἥμισυ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὅλον λέγουν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§234ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δύο τροπολογίαι καὶ τὸ κεφάλαιον. Ἡμεῖς λέγομεν ὅλη ἡ προσθήκη. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ὅλη ἡ προσθήκη, δεύτερον τὸ ἥμισυ καὶ τελευταῖον τὸ κεφάλαιον.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὅλον τῆς ἀντιμισθίας νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἥμισυ τῆς ἀντιμισθίας ἤτοι δραχ. 93,000 νὰ ἐγερθῶσι, τουτέστι οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον μὲ τὴν προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§236ΤΙΝΕΣ. Αὔριον λοιπὸν, κ. Πρόεδρε.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 παρὰ 20|60. Μ. Μ.