1869.11.01
2,070 rows · 17,055 words · 209 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63.
τῆς 1 Νοεμβρίου 1869.
(Σάββατον.)
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰς τὰς ἕδρας σας, κύριοι βουλευταί. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριοι, κατέθετο εἰς τὸ προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα τῶν συντάξεως τοῦ κ. Τοπάλη, καὶ οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι γνῶσιν δύνανται νὰ ἔλθωσι νὰ τὰ ἴδωσι. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας.
§4Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κατ’ ὄνομα, κ. πρόεδρε.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἀγορὰν οἰκοδομήματος ἐν Πάτραις, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς δημόσιον γραφεῖον.
§6ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω ἐπερώτησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχισε αὐτὸ τώρα· κατόπιν.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Καραγιαννόπουλε.
§10ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε πρόεδρε, ἓν κτῆμα τὸ ὁποῖον ἐνοικίασα ἐπὶ πενταετίαν διὰ 2,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι καὶ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐνοικίασα δι’ ἓν ποσὸν, τὸν δὲ χόρτον ὑπενοικίασα εἰς ἕνα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θέλω ἀναφέρει, διότι δὲν θέλω νὰ τὸν ἐκθέσω ἀπέναντι τῶν λῃστῶν, πρὸ 15 ἡμερῶν οἱ λῃσταὶ πηγαίνουν εἰς τὸ ποιμνιοστάσιον καὶ τοῦ παραγγέλλουν νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τοῦ χόρτου, ἐὰν δὲν πληρώσῃ 3,000 δραχμὰς πρὸς τοὺς λῃστὰς λόγῳ τῆς νομῆς. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο, νομίζω, τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ὁ κ. Χαντσῖσκος, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ λάβῃ τὰ νόμιμα μέτρα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συναλλάγματος αὐτοῦ· ἐν περιπτώσει δὲ ἀδιαφορίας τῆς κυβερνήσεως, διαμαρτύρομαι ἀπὸ τοῦδε καὶ δὲν θὰ ἦμαι ὑπόχρεως νὰ πληρώσω ὅ,τι διὰ τοῦ συναλλάγματος αὐτοῦ ὑποχρεοῦμαι. Παρακαλῶ δὲ τὴν κυβέρνησιν νὰ μὲ φωτίσῃ, ἂν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὑπὲρ τε τοῦ ἐκδοχέως δηλαδὴ καὶ ἐμοῦ.
§11ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἐπίσημον πληροφορίαν ἔχω περὶ τούτου· εἰς ἰδιαίτερα δὲ γράμματα δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀπαντήσω.
§12ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι οὐδεμία ἐπίσημος πληροφορία δύναται νὰ ἔλθῃ, διότι ὁ ποιμὴν, φοβούμενος τοὺς λῃστὰς, δὲν δύναται νὰ τοὺς καταγγείλῃ, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς γνωρίζει ἐξ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς τοῦ νομάρχου, ἄλλως τε ἐπληροφορήθη τὸ συμβὰν τοῦτο καὶ ἀπὸ τὸν κ. Χαντζῖσκον. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἐπισήμους πληροφορίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς λάβῃ· ἐπίσημος νομίζω πληροφορία εἶναι ἡ ἐκ μέρους ἐμοῦ καθὼς καὶ ἡ τοῦ κυρίου Χατζίσκου διδομένη.
§13ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπισημοτέρα ὁδὸς δὲν εἶναι, παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἡ ἐπερώτησις.
§14ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Σήμερον μανθάνω ἡμιεπισήμως παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦτο· ὁ κ. Ἴσκος προχθὲς μοὶ ἔδειξε μίαν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην οὔτε νὰ ἀναγνώσω καλὰ, σήμερον δὲ ὅτε λαμβάνω πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Καραγιαννοπούλου θέλω λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἠμποροῦσε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τὸ περὶ ὑπηκόων, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ ὑπήκοοι ἐν Τουρκίᾳ, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος γενεαλογεῖται πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν· τριάκοντα ἔτη καὶ πλέον δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πλήρης συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο κυβερνήσεων, τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Τουρκικῆς, πρὸς ἀναγνώρισιν βάσεων ὡρισμένων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον χρησιμεύσει πρὸς κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν. Εἵπετο λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωμεν διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς παρελθούσης δυναστείας ἐγένοντο πολλαὶ διαπραγματεύτεις, ἀλλ’ αὗται δὲν ἐγένετο δυνατὸν ν’ ἀπολήξωσιν εἰς ἓν ὁριστικὸν καὶ τέλειον ἀποτέλεσμα. Τελευταῖον κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς διαπραγματεύσεως ταύτης διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ συνομολογηθῶσιν οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κανονίζει τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας. Ἐπειδὴ δὲ αἱ περὶ τούτου ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεις ἀπέδειξαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Τουρκίας ἐφαίνετο ἔχουσα τὰς αὐτὰς διαθέσεις, κατὰ συνέπειαν συνετάχθη σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἔχουσα πρό τινος χρόνου εἰς τὰς χεῖράς της τὸ σχέδιον τοῦτο, δὲν διεκοίνωσεν εἰσέτι τὰς παρατηρήσεις της· καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας ἐντὸς βραχέως χρόνου θέλομεν γνωρίσει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών της. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐρώτημα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δὲ, ἤτοι εἰς ποίαν εὑρίσκονται κατάστασιν οἱ ἐν Τουρκίᾳ ὑπήκοοι τῆς Ἑλλάδος· τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον. Ὅταν ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις τῆς Τουρκίας, καὶ πρὶν ἢ τελεσθῇ τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναλήψεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ὡς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἐν τῇ Τουρκίᾳ Ἕλληνες εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων· διότι μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἐλήφθησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως μέτρα κατ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐξηκολούθουν νὰ ἐφαρμόζωνται τὸ κατ’ ἀρχὰς καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἤσκησαν ἐπιῤῥοὴν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐν τῇ Τουρκίᾳ ὑπηκόων τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, ἡ ἀξίωσις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς, δὲν ἔλαβε δὲ καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἐδήλωσαν εἰς τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν τότε, ὅτι ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ συνεννοήσεως ἀμέσου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Τουρκικῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προταθῇ τοῦτο ὡς ὅρος πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων. Ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις, ἐπαναλαβοῦσα τὰς σχέσεις, προέβη εἰς τὰς πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν τοιαύτας συνεννοήσεις προτείνασα νὰ θεωρηθῶσι μέχρι τῆς ὁριστικῆς συνεννοήσεως ὡς πρὸς τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἐθνικότητος καὶ τῆς συνομολογήσεως συμβάσεως, ἀπολαμβάνοντες τὴν Ἑλλ. ὑπηκοότητα οἱ πρότερον τοιοῦτοι ὑπὸ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως θεωρηθέντες, τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλ. ἐθνικότης ἀμφισβητεῖται. Μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις περὶ τούτου καὶ ἐνεργείας, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς ὅλας τὰς τοπικὰς ἀρχὰς νὰ θεωρῶνται καὶ ἦναι ἀκαταζήτητοι ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ πρὶν ἀμφισβητούμενοι πολῖται Ἕλληνες κατὰ τὴν Τουρκίαν. Ἡ βεζυρικὴ αὕτη διαταγὴ μοὶ ἐκοινοποιήθη, καὶ δι’ ἀντιγράφου εἰδοποίησα ὅλους τοὺς προξένους τοῦ Βασιλέως μεταβαίνοντας εἰς τὰς θέσεις των. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διαταγῆς αὐτῆς εἰς τὰς πλείστας περιφερείας ἀπήντησε παρὰ ταῖς τοπικαῖς ἀρχαῖς, κατ’ ἀρχὰς, προσκόμματά τινα, ἀλλαχοῦ μὲν διότι ὑπελήφθη ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ μεγάλου Βεζύρου δὲν εἶναι εὔληπτος καὶ εὐκρινὴς, ἀλλαχοῦ δὲ δι’ ἄλλους λόγους· διὸ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως εὑρέθη ἠναγκασμένη νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξήγησιν ὅλων αὐτῶν τῶν δισταγμῶν καὶ ἀμφιβολιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεφύοντο εἰς ὅλας τὰς τοπικὰς περιφερείας. Ἡ ἐπίμονος ἐπιτήρησις δὲ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου, τὴν ὁποίαν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετ’ ἀκαμάτου ἐπιμονῆς ἤσκησεν, ἔφερε τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ν’ ἀρθῶσι πανταχοῦ αἱ δυσκολίαι αὗται. Καὶ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀπὸ τὰς προξενικὰς ἀρχὰς τοῦ Βασιλέως, πανταχοῦ οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες, οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν τοιοῦτοι θεωρηθέντες, μένουσιν ἀκαταζήτητοι μέχρις ὅτου λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα διὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις μέλλει νὰ γίνῃ. Ἑτέρα φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως ἦτο, ἵνα ἐκεῖνοι τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων διετέλεσαν ὑπὸ πίεσιν εἴτε ὑλικὴν, εἴτε ἠθικὴν, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Ἑλλ. ἐθνικότητα ὁμολογήσαντες ἑαυτοὺς ὑπηκόους ὀθωμανοὺς, ἵνα λέγω αὐτοὶ, ἐὰν δηλώσωσι τὴν ἐπιθυμίαν των ν’ ἀνακτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα, ν’ ἀναγνωρίζωνται ἀμέσως πολῖται Ἕλληνες. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐγένοντο πολλαὶ ἐνέργειαι καὶ συνεννοήσεις, δύναμαι δὲ νὰ εὐχαριστήσω τὸ κοινὸν, ὅτι ἀνεγνωρίσθησαν ὡς πολῖται Ἕλληνες ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες παρῄτησαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, μετὰ δὲ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῶν ἐδήλωσαν ὅτι ἐπιθυμοῦν ν’ ἀνακτήσωσι τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων μέχρι τοῦ πέρατος τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, διετέλεσε καὶ διατελεῖ ἐντελῶς ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει. Αἱ ἀνωμαλίαι προήρχοντο, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὑπὸ τῶν δύω κυβερνήσεων ἀνεγνωρισμένος κανὼν, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰς τοιαύτας ἀμφισβητήσεις. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐντεῦθεν ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις διημφισβήτησε τὸ δικαίωμα τῆς διὰ πολιτογραφήσεως ἀποκτήσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, καὶ ὅλαι αἱ παρελθοῦσαι διαπραγματεύσεις τῆς παρελθούσης δυναστείας, καὶ μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως δὲν εἶχον ἀπολήξει εἰς ἓν αἴσιον ἀποτέλεσμα. Εὐτυχῶς ὅμως ἐγένετο δυνατὸν, καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων μέχρι τοῦδε νὰ γένηται ἔναρξις διαπραγματεύσεων, ἵνα συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις καὶ προσέτι νὰ γένηται δυνατὸν ἵνα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως ἡ ἀπονεμομένη εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας προστασία ἀποβῇ τελεσφόρος.
§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Βʹ. Ἄρθρον ά. Μισθὸς προσωπικοῦ πρεσβειῶν 161, 733.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε. Δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν διατήρησιν τῶν πρεσβειῶν· φρονῶ, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δύνανται ν’ ἀποδῶσι λίαν συντελεστικαὶ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις αὐτῶν, ὁμολογουμένως ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ τὸν μέγαν ἐθνικὸν σκοπὸν, ὃν τότε ἐπεδιώκαμεν, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔτι παραδέχομαι ὅτι δύνανται ν’ ἀποβῶσιν μεγάλως χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα. Ἓν πρᾶγμα ὅμως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τρεῖς τῶν πρεσβειῶν, ἡ τῆς Πετρουπόλεως, ἡ τῶν Παρισίων καὶ ἡ τῆς Ἀμερικῆς διευθύνονται ὑπὸ τῶν γραμματέων. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν διὰ τὴν θέσιν των ἱκανότητα τῶν κ. γραμματέων, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ τὴν ἀξίαν καὶ βαρύτητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πρέσβυς. Δυοῖν θάτερον, ἢ αἱ πρεσβεῖαι εἶναι λίαν χρήσιμοι, καὶ τὸ ἔθνος πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν δαπάνην ἀναβαίνουσαν εἰς 220,000 δραχμῶν, ἢ δὲν εἶναι χρήσιμοι καὶ πρέπει νὰ καταλυθῶσι. Τὰ μισὰ ὅμως μέτρα, κ. πρόεδρε, εἶναι ἐπιβλαβῆ, διότι ἐνῷ ἐξοδεύωμεν ἓν μέγα ποσὸν χρημάτων, αἱ πρεσβεῖαι ἀφινόμεναι ἀτελεῖς, δὲν ἐκπληροῦσι τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐσυστήθησαν. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω διατί μένουσι κεναὶ αἱ θέσεις αὗται τῶν πρέσβεων, διατί δὲν ἔλαβε τὴν φροντίδα ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ διορίσῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα, ἢ, ἐὰν θεωρῇ τινας πρεσβείας περιττὰς, διατί δὲν προτείνει τὴν κατάργησιν αὐτῶν;
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί ἡ πρεσβεία ἐν Παρισίοις δὲν φαίνεται ἐδῶ, μήπως καταργεῖται καὶ μένει ὁ γραμματεύς;
§20Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν καταργεῖται ἡ θέσις τοῦ πρέσβεως ἐν Παρισίοις· οἱ πρέσβεις ὅλοι, πλὴν τοῦ ἐν Κων/πόλει καὶ οἱ γραμματεῖς ὅλοι, πλὴν τοῦ γραμματέως τῆς ἐν Κων/πόλει πρεσβείας, δὲν μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν πίστωσιν τοῦ ἄρθρου καὶ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πίστωσιν τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κατάργησις τοῦ πρέσβεως ἐν Παρισίοις. Ὅ,τι ὁ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς παρετήρησεν εἶναι ὀρθότατον. Αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ τὴν χρησιμότητα καὶ ἀνάγκην αὐτῶν ἀνεγνώρισα ἰδίως καὶ κατὰ τὸ ἀνώμαλον διάστημα, τὸ ὁποῖον διήλθομεν· διότι τῇ συνδρομῇ ἧς καὶ παρ’ αὐτῶν ἔτυχον, κατωρθώθη ἡ ἐπιτυχία ὅσων ἀνήνεγκα πρὸ μικροῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν τρεῖς κεναὶ θέσεις, ἡ τοῦ ἐν Παρισίοις, ἡ τοῦ ἐν Πετρουπόλει καὶ ἡ τοῦ ἐν Ἀμερικῇ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κυρίως ἀποτέλεσμα ἀνεξάρτητον τῆς ἐμῆς θελήσεως, λέγω δὲ κυρίως ἀνεξάρτητον τῆς ἐμῆς θελήσεως, διότι προσέφυγον πρὸς εὕρεσιν ἀνθρώπων δυναμένων νὰ παρέχωσι τὰ ἐχέγγυα, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει ἐπιτυχῶς τὴν ἀποστολήν των, προσέφυγα εἰς πολλοὺς καὶ μάλιστα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα δυνάμενα νὰ δεχθῶσιν αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν, ἀλλὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα χορηγοῦμεν, δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς ν’ ἀναλάβωσι τὸ βάρος τοῦτο. Καὶ εἶναι πράγματι, κύριοι, ἀνεπαρκῆ τὰ χορηγούμενα μέσα· ἀπαιτεῖται δὲ τῳόντι ἵνα τις δεχθῇ τὸ δημόσιον τοῦτο καθῆκον νὰ προβῇ εἰς θυσίαν χρηματικὴν καὶ ἀφ’ οὗ ἐγκαταλίπῃ τὸν κύκλον τῶν συμφερόντων του καὶ μεταβῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν νὰ δαπανᾷ ἐκεῖ καὶ ἐξ ἰδίων του διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀφοῦ αἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες αὗται ἀπόπειραι, τὰς ὁποίας ἔκαμον, ἀπέτυχον, ἐσκέφθην ἐπί τινα χρόνον νὰ μένωσι κεναὶ αἱ θέσεις, τόσῳ μᾶλλον καθόσον οὕτως ἀπέφυγον τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω συμπληρωτικὴν πίστωσιν, ἀφ’ οὗ ἡ πίστωσις τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὰ 1869 μοὶ ἐχορήγει δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν παραβλάπτονται κατά τι τὰ δημόσια συμφέροντα ἐκ τούτου, διότι ὅλαι αἱ ὑποθέσεις πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τῶν ἐπιτετραμμένων τὰς ἑλληνικὰς ὑποθέσεις ἐν Πετρουπόλει, Παρισίοις καὶ Οὐασιγκτῶνι, ἔτυχον πεφωτισμένης καὶ πλήρους τῆς συνδρομῆς των. Βεβαίως τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς γενικὸς κανὼν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δύνανται νὰ διευθύνωνται ὑπὸ γραμματέων, διότι πολλάκις παρουσιάζονται ὑποθέσεις ἀπαιτοῦσαι ἀνωτέραν καὶ μεγαλειτέραν ἱκανότητα· ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα δὲν μένουσιν ἀπροστάτευτα, πιστεύω δὲ ὅτι δὲν θέλει παρέλθει πολὺς χρόνος, ὅτε ἡ Κυβέρνησις θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι νομίζω ὅτι τὸ ἔκτακτον πρέπει νὰ παύσῃ· ὑπάρχει ἓν κεφάλαιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς, καὶ τοῦτο χρησιμεύει πρὸς πληρωμὴν τῶν πρέσβεων. Τοῦτο εἰσήχθη κατὰ πρῶτον εἰς τὰ 1867, ὅτε αἱ περιστάσεις ἦσαν ἔκτακτοι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν τὴν ἀκλόνητον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται τακτικῶς καὶ μονίμως· ἑπομένως ἡ ἰδέα μου εἶναι ὅτι τὸ κεφάλαιον πρέπει νὰ μένῃ ἐγγεγραμμένον ὅπως εἶναι, ἀλλὰ νὰ κανονισθῇ ποίας πρεσβείας θὰ ἔχωμεν καὶ τί πρέπει νὰ πληρόνωμεν δι’ ἕκαστον πρέσβυν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τακτικὸν, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τί πρέπει νὰ πληρόνῃ καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, ὥστε ἀντὶ ἀπὸ τοῦ καθόλου, ν’ ἀποφασίσῃ ποίας πρεσβείας θὰ διαλύσῃ καὶ ποῖα ἔξοδα θὰ ἔχωμεν· διότι ἐγὼ νομίζω τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν ἀπολύτως ἀναγκαίαν καὶ διαφωνῶ πρὸς τοῦτο, ὅτι ἄλλοτε δὲν χρησιμεύουν. Λοιπὸν νὰ κανονίσωμεν ποίας πρεσβείας θὰ διαλύσωμεν καὶ ποῖα τὰ ἔξοδά μας. Καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Δὲν διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις μὲ ὑπέλαβε διαφωνοῦντα, ἴσως διότι δὲν ἐξήγησα εὐκρινῶς τὸ φρόνημά μου· ὑπέλαβεν ἄλλο, παρ’ ὅ,τι ἐγὼ φρονῶ· ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν ὠφέλησαν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὅτι στέλλουσα πρέσβεις εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, δύναται διὰ τῶν πρέσβεων τούτων νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικὴν τῶν ἐθνῶν ἐκείνων. Καὶ ὅμως αἱ πρεσβεῖαι ὠφέλησαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου ὠφέλησαν τὴν Ἑλλάδα οἱ πρέσβεις, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν οὐδ’ ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὴν πολιτικὴν τῶν μεγάλων δυνάμεων, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀξίωσις ὄχι μόνον δυσεκτέλεστος, ἀλλὰ καὶ τολμηρὰ ἐκ μέρους ἡμῶν· ἀλλ’ ὠφέλησαν καὶ ὑπεστήριξαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· ὥστε δὲν διαφωνῶ κατὰ τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον. Νομίζω ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι σπουδαῖαι καὶ πρέπει νὰ κανανονισθῶσιν ἐν τάξει, εἶναι δαπάναι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπικράτεια δὲν πρέπει νὰ παραλείψῃ οὐδὲ νὰ ὀλιγωρήσωμεν τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν οἱ πρέσβεις τοῦ Βασιλέως. Κρίνω ὅμως ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διέλθωμεν καὶ τώρα τὴν αὐτὴν ὁδὸν, διότι φρονῶ, ὅτι πρὶν ἢ διὰ τοῦ νόμου κανονισθῶσι τὰ πρὸς ἀντιμισθίαν τῶν πρέσβεων καὶ μισθοδοσίαν τῶν γραμματέων αὐτῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωσθῶσι προηγουμένως αἱ ὑπάρχουσαι ἀνάγκαι διὰ νὰ κανονισθῶσιν ἐν γνώσει αὐτῶν καὶ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1867, ὅτε ἐσυστήθησαν αὖθις αἱ πρεσβεῖαι, διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ διορισμοῦ τῶν πρέσβεων προσδιωρίσθη εἰς αὐτοὺς ἀντιμισθία τριῶν καὶ ἥμισυ χιλιάδων δραχμῶν κατὰ μῆνα καὶ ἀνετέθησαν εἰς βάρος των καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ τὰ ταχυδρομικὰ καὶ οὕτως εἰπεῖν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἀναλαμβάνουσιν εἰς βάρος τοῦ μισθοῦ των. Αὐτὸ βέβαια ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦδε καὶ ἐξακολουθεῖ· ὑποθέτω ὅμως ὅτι εἶναι ἀνώμαλον καὶ διὰ νὰ ἐξομαλυνθῇ ἀπαιτεῖται μία τις προγενεστέρα μελέτη, ἥτις νὰ θέση καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ κοινοβούλιον ἐν γνώσει τῶν ἀναγκῶν διὰ νὰ προβῇ. Κρίνω ὅτι ἀκολουθοῦντες αὐτὴν τὴν τακτικὴν τῶν προλαβουσῶν κυβερνήσεων ἠθέλαμεν δώσει καιρὸν καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς ἡμᾶς ἢ εἰς τοὺς διαδόχους μας νὰ κανονίσωσι καλλίτερα τὰ περὶ τούτου, ὥστε τὸ κοινοβούλιον τοῦ 1871 ν’ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἰδοὺ διατὶ δὲν εἰδικοποίησα τὴν πίστωσιν εἰς μισθὸν ἑκάστου τῶν πρέσβεων καὶ ἑκάστου τῶν γραμματέων, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ διαγνώσω τὰς ἀνάγκας, ἃς ἡ διατριβὴ ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἐπάγει, ἴσως πρέπει νὰ γίνωσι διακρίσεις μεταξὺ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ πρέσβεως ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ βίου ἑκάστης πόλεως. Ὅλα δὲ ταῦτα ἀπήτουν μελέτην καὶ γνῶσιν εὐκρινεστέραν τῶν πραγμάτων.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, συνεπὴς εἰς ὅσα ἄλλοτε κατὰ τὸ 1867 καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, συνεπὴς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, ὑποστηρίζω τὰς Πρεσβείας. Πρεσβεύω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι, ἀλλ’ ὡς τακτικοὶ Πρέσβεις ἢ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Εὐρώπῃ, καὶ τὸ πρεσβεύω, καθότι ἰδίως μετὰ τὰ συμβάντα τοῦ παρελθόντος δικαιολογούμεθα νὰ πρεσβεύωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τέλους νὰ βαδίσῃ μίαν ὡρισμένην ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Δὲν ἀμφιταλαντεύομαι ποσῶς ἐν τῇ συνειδήσει μου περὶ τοῦ ζητήματος ἂν πρέπῃ νὰ φροντίσῃ ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ταύτην πολιτικὴν, ἂν πρέπῃ νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ βαδίσῃ μέσην τινὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁδῶν. Αἱ Πρεσβεῖαι πρέπει νὰ διατηρηθῶσι, πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ὡς κάτι τί στερεὸν, καὶ δι’ ἐμὲ, ἤθελε μὲ συγχωρήσει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸν ἐρωτήσω, διατί ἀφῃρέθη ἡ Πρεσβεία τῆς Ἰταλίας· ἀλλὰ τρεῖς προτείνονται διατὶ δὲν προσδιορίζεται ὁ μισθός των;
§24ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἀφῃρέθη ἡ Πρεσβεία τῆς Ἰταλίας!
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμπεριλαμβάνεται;
§26ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Βέβαια.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ· λοιπὸν ἀποσύρω τὴν ἐρώτησίν μου. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ, λέγω, ὁ μισθός των καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ μισθὸς ἑκάστης αὐτῶν. Πιστεύω ὅτι καταλληλότερος πάντων, ὅσων τοὐλάχιστον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εὑρισκόμεθα, ὅπως δώσῃ γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μισθὸς ἑκάστης Πρεσβείας, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐχρημάτισε ὡς Πρέσβυς καὶ γνωρίζει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πείρας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. Λυποῦμαι δὲ ὅτι ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διέτριψε ἐπὶ ἓν σχεδὸν ἔτος Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, διατελεῖ ἤδη ἐπὶ 9 μῆνας ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, δὲν ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ σχηματίσῃ μίαν ὡρισμένην γνώμην περὶ τοῦ πόσον θὰ ὁρίσωμεν μισθὸν δι’ ἕκαστον πρέσβυν. Ἀφοῦ τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἀρκετὰ πεπειραμένον κ. Δηλιγιάννην, λυποῦμαι συλλογιζόμενος πόσος καιρὸς θὰ παρέλθῃ εἰς ἄλλα, καὶ πῶς θὰ βαδίσωμεν εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ὅλος ὁ κόσμος τρέχει. Δὲν συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ en bloc ἡ μισθοδοσία· ἂν οὕτω ἐπροτάθη εἰς τὰ 1867, τοῦτο συνέβη διότι τότε ὡς ἔκτακτον μέτρον ἐπροτείνετο, ὡς κατεπεῖγον, τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τότε παρῆλθον τρία ἔτη καὶ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς πόσος δύναται νὰ ᾖναι ὁ μισθὸς ἑκάστου πρέσβεως. Δὲν θέλω νὰ μείνῃ εἰς τὰς χεῖρας ἑκάστης κυβερνήσεως, ὄχι τῆς παρούσης μόνον, πόσον θὰ δώσῃ μισθὸν διὰ τὴν μίαν πρεσβείαν καὶ πόσον διὰ τὴν ἄλλην, δὲν ἐπιθυμῶ χάριν προστασίας ἢ φιλοδωρίας, καὶ μεγαλοδωρίας, ἑνὸς εὐνοουμένου νὰ προσδιορισθοῦν 80 ἢ 100,000 δραχ. διὰ τὸν μὲν......
§28ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἶναι νόμος τοῦ κράτους.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν καλῶς ἠννόησα καὶ ἤκουσα, ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἠμπορεῖ νὰ προσδιορισθῇ διάφορος ὁ μισθὸς τῆς μιᾶς πρεσβείας καὶ διάφορος τῆς ἄλλης. Πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένος λοιπὸν, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν δοκιμασίαν, ἐπληροφορήθημεν ποῖα τὰ ἔξοδα τῆς μιᾶς καὶ ποῖα τὰ ἔξοδα τῆς ἄλλης. Δὲν εἶναι τακτικὸν ν’ ἀφήσωμεν ἀπροσδιόριστον τὸν μισθὸν ἑκάστης πρεσβείας. Παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ καταγείνῃ ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπ’ ὀλίγον, καθότι μὴ πιστεύσητέ ποτε ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐχρημάτισεν ἐπὶ ἓν ἔτος πρέσβυς καὶ ἐννέα μῆνας εἶναι ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ σχηματίσῃ γνώμην, μὴ φαντασθῆτε ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του ὡρισμένως· τοῦτο ἴσως ἦτο σχῆμα ῥητορικὸν· ἡ πολλὴ ἀσχολία καὶ ἄλλα αἴτια τὸν ἔκαμαν νὰ προσδιορίσῃ enbloc διὰ νὰ τὸ διανείμῃ κατόπιν; φρονῶ ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς προτείνῃ ἀμέσως. Παρακαλῶ λοιπὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν αὐτῶν νά μᾶς φέρῃ μίαν πρότασιν ὡρισμένην, πόσον πιστεύει ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς ἑκάστην πρεσβείαν. Ἑπομένως τὸν παρακαλῶ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τι ν’ ἀντιτείνῃ, ν’ ἀναβάλωμεν τὸ κονδύλιον αὐτὸ καὶ νὰ μᾶς φέρῃ κατόπιν μίαν πρότασιν ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν πρεσβειῶν (θόρυβος).
§30Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ὁ φίλος μου κ. Λομβάρδος ἐπιθυμεῖ νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δίδεσθαι μισθὸς εἰς ἑκάστην τῶν πρεσβειῶν καὶ εἰς ἕκαστον τῶν γραμματέων αὐτῶν, δι’ ἕνα λόγον, ὅστις δὲν εἶναι πλέον ἰσχυρὸς οὔτε δύναται νὰ προταθῇ· ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὅτι δὲν θέλει νὰ μείνῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς κυβερνήσεως, νὰ δώσῃ εἰς ἕνα πρέσβυν 10,000 καὶ εἰς τὸν ἄλλον 20,000.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος λόγος.
§32ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι δι’ ἑνὸς νόμου ψηφισθέντος καὶ κυρωθέντος εἰς μίαν προγενεστέραν ἐποχὴν, τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορίζειν τὸν βαθμὸν τῶν ἀπεσταλμένων ὡς πρέσβεων, ὡς καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν μισθῶν αὐτῶν, εἶναι δικαίωμα μεταβιβασθὲν εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Ἐπομένως ὁ Βασιλεὺς διὰ διατάγματος δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου προσδιορίζει ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τὸν μισθὸν ἑκάστου ἀπεσταλμένου. Ὁ δεύτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Λομβάρδος ἐπρότεινε εἶναι ἡ θεραπεία τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν. Ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐπρόβαλεν, ὅτι ἓν καὶ πλέον ἔτος διήνυσα ἐν Παρισίοις καὶ ἐννέα μῆνας ἤδη ὡς ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ τοῦ μισθοῦ ἑκάστης τῶν πρεσβειῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰκάζει εἰς πόσους δισταγμοὺς θέλω διατελεῖ ἵνα διαγράψω τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου μας· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι φόβος, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἔχῃ, διότι πρὶν ἢ ἔλθω εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἶχον μίαν πολιτικὴν, καὶ αὐτὴν ἀκολουθῶ, καὶ αὐτὴν θέλω ἀκολουθήσει. Ἴσως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ὀφείλω πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἐκδώσω πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς μου ταύτης· ἴσως διὰ τοῦτο δὲν μὲ συμφέρει νὰ ἔλθω νὰ ἐξηγήσω ποίαν ἔχω πολιτικὴν, ἀλλὰ τοῦτο, ἔντιμε φίλε, δὲν δηλοῖ ὅτι δὲν ἔχω πολιτικήν· πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ εἰδικοποιηθῇ μία πίστωσις δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπόφευκτος. Βεβαιῶ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἠκολούθησε τὰς αὐτὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἠκολούθησε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ὅσον ἀφορᾷ τὰς Πρεσβείας. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι τῶν πόλεων τούτων; ἔμεινα 13 μῆνας ὡς πρεσβευτὴς τοῦ Βασιλέως εἰς Παρισίους, ἐδαπάνησα ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καί τινας χιλιάδας ἐξ ἰδίων μου. Καί ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ἐν Λονδίνῳ, καὶ ποῖα τὰ μέσα, καὶ ποῖαι αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις; αὐτὸ δὲν δύναταί τις νὰ τὸ διέλθῃ τόσον ἐπιτροχάδην, μάλιστα, ὅταν ᾖναι ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ ἐντὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ, διότι ἂν τὸ ὑπερβῇ δὲν ἔχει μέσα τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἐπαρκέσῃ. Λοιπὸν ἕως τώρα ἠκολούθησε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἀλλ’ ἂν ἦτον ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη, τῆς εἰδικοποιήσεως τῶν πιστώσεων, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ 250,000 δὲν ἤθελον ἀρκέσει καὶ ἠθέλατε ἴδει, ὅτι ἠθέλετε ἔχει ἀνάγκην δραχ. 500,000, διὰ νὰ ἔχητε ἕνα εἰδικὸν ἀντιπρόσωπον εἰς ἀλλοδαπήν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπάρχει, κ. πρόεδρε. Ἂν ἔλθωμεν εἰς εἰδικοποίησιν τῶν ἐξόδων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν μᾶς ἀρκοῦν 500,000 δι’ ἕνα ἀντιπρόσωπον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Λοιπὸν τοῦτο ἤθελον νὰ μάθω· ὑποστηρίζω τὰς πρεσβείας ἂν πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν παντοῦ, ὑποστηρίζω τὰς πρεσβείας, ἂν πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν ἐν...... παρὰ ταῖς Μ. Δυνάμεσιν, ὄχι ἂν πρόκειται νὰ σημειωθοῦν μία ἢ δύω θέσεις διὰ νὰ ὑπάγουν ἄνθρωποί μας ἐκεῖ· τὰς ὑποστηρίζω διὰ πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν ἔχει κεκηρυγμένην, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, διότι ὡς εἶπον ἄλλοτε μυστικὴ μόνον ἡ δικονομία, ἂν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ λέξις, τῆς πολιτικῆς σημαίας μένει, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ σημαία. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὰς πρεσβείας, ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν αὐτὰς, καὶ ὄχι τὰς δημιουργημένας θέσεις, καὶ ὅταν μᾶς λέγῃ, ὅτι αἱ διακόσιαι χιλιάδες δὲν ἀρκοῦν δι’ ἀντιπροσωπείαν πλήρη, ἐγὼ εἶμαι κατὰ, διότι θέλω πλήρη τὴν ἀντιπροσωπείαν, καὶ ἀπαιτῶ νὰ μοὶ εἴπῃ πόσον χρειάζεται διὰ νὰ χορηγήσωμεν τὴν πίστωσιν. Προτείνω ἐπομένως τὴν ἀναβολὴν, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς ἔλθῃ καὶ μᾶς εἴπῃ, τὶ νομίζει, ὅτι χρειάζετε διὰ νὰ ἔχωμεν πρεσβείαν ἐν Πετρουπόλει, ἐν Βιέννῃ, ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δίδωμεν μισθόν. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν ἀναβολήν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζει ἄλλος τὴν ἀναβολήν;
§37ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὑποστηρίζεται, μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ παρατείνηται μία συζήτησις, σᾶς παρακαλῶ καθίσατε διὰ νὰ δώσωμεν πέρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§39ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (ἀναγνώσκει). «Γραφικὰ ἔξοδα 24,260».
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερ.). Παρακαλῶ. Ἡ συζήτησις, ἥτις ἐγένετο δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὸ κεφάλαιον «ἔκτακτοι ἀποστολαί». Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνει τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείαν, ἐπειδὴ ὅμως πρό τινων ἡμερῶν μοὶ ἀπηυθύθη ἐπερώτησις περὶ τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου, νομίζω κατάλληλον τὴν περίστασιν νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, ἂν μοὶ τὸ ἐπιτρέπῃ τὸ κοινοβούλιον.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Διὰ τοῦ νόμου τῆς 31 Ἀπριλίου 1858, ἐσυστήθη ἓν λιμενικὸν γραφεῖον ἐν Γαλατᾷ παρὰ τῷ ἐμπορικῷ γραφείῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξεδόθη δὲ κατὰ τὴν 8 Ἰουλίου 1858 ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ ἑκάστου τῶν προσκεκολλημένων ὑπαλλήλων αὐτοῦ· καὶ τὸ γραφεῖον τοῦτο συνεκροτήθη καὶ ἐγκαθιδρύθη εἰς τὸν Γαλατᾶ Κωνσταντινουπόλεως. Μετά τινα καιρὸν, κατὰ τὸ 1866, εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου διαταγὴ, καθ’ ἣν τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, διέταξεν ἵνα τὸ λιμεναρχικὸν γραφεῖον τὸ ἐν Γαλατᾷ ἱδρυμένον προσκολληθῇ καὶ συγχωνευθῇ εἰς τὸ ἐν Πέρᾳ τῆς Κων/πόλεως ἐμπορικὸν γραφεῖον.
§43ΤΙΝΕΣ. Ποῖος Ὑπουργός;
§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. (ἀναγινώσκει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον εἶχε διατάξει κατὰ τὸ 1866 τὴν κατάργησιν τοῦ ἐν Γαλατᾷ Λιμενικοῦ γραφείου καὶ τὴν συγχώνευσιν αὐτοῦ εἰς τὸ ἐν Πέρᾳ ἑδρεῦον ἐμπορικὸν γραφεῖον). Εἶναι μία ὑπογραφὴ, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνώσω εἶναι μονογραφή.
§45ΤΙΝΕΣ. Ὁ Δεληγεώργης ἦτο τότε.
§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πρὶν ἤ ὁ κ. Καραλίβανος μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν, δηλ. κατὰ τὴν 26 Αὐγούστου νομίζω ὅτι εἶχεν ἀπευθύνει αὐτήν.
§47ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὄχι.
§48ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Λαβὼν γνῶσιν τοῦ πράγματος ἐπέστειλα εἰς τὸν ἐν Κων/πόλει Πρέσβυν τοῦ Βασιλέως, ἔγγραφον, δι’ οὗ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ πρᾶξις, αὕτη ἡ ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, καὶ μοὶ γνωμοδοτήσῃ ἂν πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη ἢ νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα ὡς ὁ νόμος τοῦ 1858 ἐκανόνισεν αὐτά. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐδείχθη ἀνυπόμονος, μὲ ἐπηρώτησεν ἐπανειλημμένως ἐνῷ ἐνησχολούμην νὰ συλλέξω τὰς πληροφορίας ταύτας. Τὰς πληροφορίας συνέλεξα καὶ κατὰ τὴν 10 περίπου 8βρίου ἐξέδωκα παραγγελίαν εἰς τὸν ἐν Κων/πόλει Πρέσβυν διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα, εἰς ἣν κατάστασιν προσδιώρισεν αὐτὰ ὁ νόμος, δηλ. νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Γαλατᾶ. Ὥστε ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ τὸν νόμον παραβάς, ἐφρόντισα δὲ ἐγκαίρως νὰ τὸν ἐπανορθώσω Ἐκτὸς τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνε καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν, περὶ τοῦ μὴ διορισμοῦ εἰσέτι λιμενάρχου. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς πρὸς συμπλήρωσιν ὅσων εἶπον τότε, περὶ τούτου. Καὶ ὁ μὲν λιμενάρχης θέλει τάχιστα διορισθῆ, καταθέτω δὲ ἔγγραφα ἐξ ὧν θέλετε πεισθῆ ὅτι ἐκ τῆς περὶ τὸν διορισμὸν τοῦ λιμενάρχου βραδύτητος δὲν ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ναυτιλλομένων, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς 29 7βρίου τοῦ Προξένου τοῦ διευθύνοντος τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἐκπληρῶν τὰ λιμενικὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ μετὰ δραστηριότητος τὸ καθῆκόν του (Ἀναγινώσκει) «Ὁ δὲ φιλότιμος νέος ὁ ἐκπληρῶν τὰ τοῦ λιμενάρχου, οὐ μόνον ἐπιτυχῶς ἐκπληρόνει τὸ καθῆκόν του τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐξέδωκε διακήρυξιν, δι’ ἧς ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ λαμβάνοντες τὰ ναυτιλιακά των ἔγγραφα Πλοίαρχοι δὲν θέλουσι προσφέρει πλέον τὰ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου εἰθισμένα νὰ προσφέρωνται εἰς τὸν λιμενάρχην ὡς δῶρα γρόσια πέντε μέχρις εἴκοσι». Ἐκτὸς δὲ τούτου μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ 80 περίπου πλοιάρχων, ἥτις φέρει ἡμερομηνίαν προγενεστέραν τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἐνέργειαι γενόμεναι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἐπαινούντων τὸν ζῆλον τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Ὥστε ἂν ἐβράδυνε ὁ διορισμὸς, ἡ βραδύτης αὕτη οὐδεμίαν ἐπήνεγκε βλάβην.
§49ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς ἔδωκε διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου τοῦ 1858, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ Λιμενικὸν γραφεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς πλησίον εἰς τὴν εὐφράδειάν του νὰ θαυμάσω καὶ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς κατώρθωσεν ὕστερον ἀπὸ ἐννέα μῆνας νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὑπάρχει μία παράβασις τοῦ νόμου ἐν Κων|πόλει· ἀναδέχεται τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὸν Ἰανουάριον ε. ε. καὶ μόλις τὸν Αὔγουστον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μανθάνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον λιμενικὸν τμῆμα ἐν Γαλατᾷ, ἀλλ’ εἶναι συνδεδεμένον μετὰ τοῦ ἐμπορικοῦ Γραφείου. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι· ἀφοῦ ἐπληροφορήθη, ὅτι ὑπῆρχε μία παραβίασις νόμου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ καυχώμενος δικαίως ἐπὶ νομιμοφροσύνῃ, δὲν προβαίνει τοὐλάχιστον ἀμέσως εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς παρανομίας, ἐπιφυλασσόμενος ἂν ὑπάρχωσι λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν κατάργησιν τοῦ λιμ. τμήματος, νὰ προκαλέσῃ νόμον ἄλλον, ἀλλ’ ἀφίνει τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, καὶ ζητεῖ γνώμην, παρὰ τῆς ἐν Κων|πόλει Πρεσβείας ἂν συμφωνῇ νὰ γίνῃ τὸ λιμενικὸν τμῆμα ἢ νὰ καταργηθῇ.
§50ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Διὰ νὰ προκαλέσω τὴν διὰ νόμου μεταβολήν.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλ’ ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ κάμητε ὅ,τι διατάττει ὁ ὑπάρχων νόμος.
§52ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπὸ τὸ 1866 ἕως τὸ 1869 ὑπάρχουσί τινα ἔτη ἐν τῷ μεταξὺ, τί ἔγινε;
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐπαγγέλματος συνήγορος οὔτε τοῦ 1865, οὔτε τοῦ 1866, οὔτε τοῦ 1867· οὐδὲ πρόκειται νῦν περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 66, ἢ τοῦ 67, ἀλλὰ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 69, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα, ἂν εἶχον κακῶς, εἰς τὴν φυσικήν των θέσιν. Καὶ αὐτὰ μὲν περὶ τοῦ λιμενικοῦ τμήματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν λιμενάρχην, ἠπόρησα τῇ ἀληθείᾳ μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θελήσας νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε καθυστέρησις τοῦ διορισμοῦ λιμενάρχου καταλλήλου εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν δὲν ἔβλαψε τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει δίκαιον· διότι δὲν ἔσχεν ἀφορμὴν νὰ γνωρίζῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι πολὺ σπουδαία. Ὁ λιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, ἐὰν δὲν ᾖναι εἰδικὸς, ἐάν δὲν ᾖναι δηλαδὴ ἀξιωματικὸς τοῦ Β. ναυτικοῦ· καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεχώρησε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἦτο μάλιστα ἀναγκαία ἡ παρουσία του διὰ νὰ ἀκούσῃ.
§54ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἐνταῦθα.
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Διότι, καθ’ ἃ μᾶς ἐβεβαίωσε, προτίθεται ἤδη νὰ ἐνεργήσῃ τὸν διορισμόν. Ὁ λιμενάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα εἰδικά, διότι λαμβάνει μέρος εἰς πολυειδεῖς δοκιμασίας, εἰς ἐκτιμήσεις πλοίων καὶ φορτίων καὶ εἰς ἄλλα μέτρα ναυτικά, ἔρχεται εἰς συνεχεῖς σχέσεις διὰ λιμενικὰ μέτρα μετὰ τοῦ λιμενάρχου τῆς Τουρκίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἄγγλος καὶ εἰδικώτατος ἄνθρωπος. Δὲν δύναται λοιπὸν τὰ ἔργα του νὰ ἐκπληρώσῃ ἁπλοῦς ὑπάλληλος τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου, ὁσηνδήποτε ἱκανότητα καὶ ἂν ἔχῃ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ῥοντόπουλος εἶναι εἷς τῶν ἱκανοτέρων ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου. Ἄλλως δὲ ὁ λιμενάρχης διαλύει πολλὰς διαφορὰς μεταξὺ ναυτῶν καὶ πλοιάρχων, διαφοράς, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις ἀπαιτεῖ πάντοτε νὰ γινώσκῃ ὁ λιμενάρχης καὶ τὰ ἤθη τῶν ναυτῶν καὶ τὴν πολιτείαν των καὶ τὰς ἀδυναμίας των καὶ τὴν γλῶσσάν των κ. τ. λ. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἀνάγκη ὁ λιμενάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ᾖναι ἀξιωματικὸς τοῦ Β. Ναυτικοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, τώρα ὅτε ἀπεφάσισε νὰ διορίσῃ τοιοῦτον, νὰ τὸν λάβῃ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§56ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω συμμορφωθῆ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλά, κύριοι, πρὶν τελειώσω, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ διερμηνευτικοῦ κλάδου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας. Γράμματα πολλὰ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως παριστάνουσι τὴν κατάστασιν τῆς διερμηνείας ὄχι εὐχάριστον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀπελπιστικήν. Ὁμολογῶ, ὅτι τινὰ μὲν τῶν παραπόνων τούτων εἶναι ὑπερβολικά, ἄλλα δὲ ἔρχονται ἀπὸ τὴν δυσμένειαν τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, αἵτινες συστηματικῶς καταπολεμοῦσι πᾶσαν ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν· ἀλλ’ ἐνῷ ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, προσθέτω, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζων τοῦτο, ὅτι τὰ παράπονα στηρίζονται καὶ εἰς τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων πολλῶν διερμηνέων, οἵτινες, συνῳκειομένοι μὲ τὴν κατάστασιν τῆς ἐκεῖ κοινωνίας, δὲν ἐνθυμοῦνται ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καταπιέζουσι πολὺ τοὺς ἔχοντας διαφορὰς ἐνώπιον τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς μερικότητας. Μοὶ γράφουν καθ’ ἑκάστην λεπτομερείας, μοὶ ἀναφέρουν ὀνόματα καὶ ὑποθέσεις συγκεκριμένας, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ταῦτα πάντα εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς γενικότητας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν ταύτην· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔφθασαν τὰ παράπονα τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ὑπεγράφη μάλιστα καὶ μία ἀναφορὰ ἐκ μέρους πολλῶν ὑπηκόων ἑλλήνων ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τῶν διερμηνέων. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅμως, ὅτι ὑψῶν τὴν φωνήν μου κατὰ τοῦ διερμηνευτικοῦ κλάδου ἐν Κωνσταντινουπόλει, δὲν ἐννοῶ νὰ συμπεριλάβω καί τινας ἐκ τῶν διερμηνέων, ἐκπληροῦντας μετὰ ζήλου καὶ τιμιότητος τὸ καθῆκόν των. Μεταξὺ τούτων διακρίνεται ὁ κ. Ῥαζῆς, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ὑπολήπτεται παρὰ πάντων διὰ τὴν αὐστηρὰν καὶ πεφωτισμένην ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Παρακαλῶ, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ διερμηνευτικοῦ κλάδου.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Μία ἰδίως τῶν ἐφημερίδων τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνέλαβε τὸ ἔργον νὰ δημοσιεύῃ ἑκάστοτε εἰς τὸ κοινόν, καὶ νά κάμῃ γνωστὰ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὰ παράπονα, περὶ τῶν ὁποίων ἠκούσατε, κατὰ τοῦ διερμηνευτικοῦ γραφείου. Ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὀφείλω νὰ βλέπω τὰ πράγματα διὰ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ πρέσβεως καὶ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν. Δὲν εἶμαι εἰς Κωνσταντινούπολιν, δὲν ἠμπορῶ νὰ γνωρίζω τὰ κατὰ μέρος διατρέχοντα· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω εἶναι ὅτι αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ῥαγκαβῆς μοὶ στέλλει, διαψεύδουσιν ἄρδην πάντα ταῦτα τὰ παράπονα· καὶ ὄχι μόνον διαψεύδουν ταῦτα, ἀλλ’ ἀποδίδουσιν αὐτὰ εἰς μηχανοῤῥαφήματα ἀνθρώπων εὑρισκομένων ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ζητούντων διὰ τούτου νὰ ἐκδικήσωσι πάθη καὶ μνησικακίας κατὰ προσώπων ἀνηκόντων εἰς τὸν διερμηνευτικὸν κλάδον. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κύριος Μίλησης τὸν Αʹ. διερμηνέα κύριον Ῥαζῆν, ἐὰν αὐτὸς θεωρῆται παρ’ αὐτοῦ ἀξιόπιστος, δύναμαι ν’ ἀναγνώσω ἔκθεσιν τοῦ κ. Ῥαζῆ, τὴν ὁποίαν φέρω μετ’ ἐμαυτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἀναιροῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ παράπονα. Ἐὰν δ’ αὐτὸς δὲν πιστεύηται παρὰ τοῦ κυρίου Μίληση, δύναμαι ν’ ἀναγνώσω ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Ῥαγκαβῆ, τὰ αὐτὰ βεβαιοῦσαν. Εἷς ἐκ τῶν διερμηνέων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο καλλίτερον νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντά του, ἀναλαμβάνων τουρκικὴν ὑπηρεσίαν, ἤγειρε τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κυρίου Ῥαζῆ καὶ ἐντεῦθεν ὁρμῶνται ὅλα ταῦτα τὰ παράπονα. Ὁ κύριος Δόριζας εἶναι ὁ δημοσιεύων τὰ παράπονα ταῦτα. Ἐν τούτοις εὐθὺς ὡς φύλλον δημοσιογραφικὸν ἀνεκοίνωσέ ποτε παράπονόν τι, τὴν ἐπιοῦσαν ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων καὶ ἐξετάσας εὗρον, ὅτι κανὲν αὐτῶν δὲν ὑπῆρχε βάσιμον. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω περαιτέρω περὶ τοῦ διερμηνευτικοῦ κλάδου· ἀλλὰ σᾶς καταθέτω ἔκθεσιν τῆς πρεσβείας διὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς μισθοὺς, τοὺς ὁποίους αἱ ἄλλαι ἐπικράτειαι χορηγοῦσιν εἰς τοὺς διερμηνεῖς, τὸν ἀριθμὸν τῶν διερμηνέων, τοὺς ὁποίους ἑκάστη ἔχει, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε πόσον ἐλάχιστος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὰς ἄλλας πρεσβείας ἀπέναντι τῶν τῆς ἑλληνικῆς πρεσβείας, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ διερμηνευτικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ καλλίτερον, διότι οὐδ’ ἐπαρκεῖς ἔχομεν μισθοὺς νὰ δίδωμεν, οὐδ’ ἔχομεν κἂν κατάλληλα πρόσωπα νὰ διορίσωμεν.
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί θέλει νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δικαιολογούμενος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει γινόμενα· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω ἐν πεποιθήσει, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακοπὴν τῶν ἐργασιῶν εὑρέθην εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔλαβον ἀπὸ περιέργειαν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσω αὐτὰ ἐκ τοῦ πλησίον, δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς καθέκαστα, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ ἀγανακτήσητε καὶ νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι πολλὰ εἴπετε καὶ ἡσυχάσατε. Δύω λέξεις μόνον λέγω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, ὅτι ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῇ αἰφνιδίως εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἤθελεν ἰδεῖ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ ἐμπορικοῦ ἐκείνου γραφείου, καὶ ἐν γένει ὅλα αὐτὰ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε καλύψει τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ αἰσχύνην καὶ ἀναχωρήσει ἀμέσως.
§60ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι παρετήρησα, ὅτι τινὲς, κύριοι, τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τοῦ καταστήματος τοῦ γραφείου ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσουν εἰς ἕνα ὑπουργὸν τοῦ 1866, τὸν κύριον Δηλιγεώργην. Ἡ ἐπίμονος ἐρώτησις καὶ ἡ προθυμία, τὴν ὁποίαν δεικνύουσι διὰ νὰ μάθουν τὸ πρόσωπον τοῦ τότε ὑπουργοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν εἶπον ἐγὼ ὁ ἐνδιαφερόμενος, αὐτὴ μὲ κάμνει ἴσα ἴσα νὰ εἴπω ὀλίγα διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἔνοχος ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τόσον, ὅσον ἔνοχος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν. Ὁ πρέσβυς τῆς Κωνσταντινουπόλεως κύριος Π. Δεληγιάννης αὐτὸς πρῶτος ἀνέφερε περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ναυτιλιακοῦ τμήματος ἀπὸ Γαλατᾶν εἰς Πέρα, καὶ καθὼς σᾶς εἶπον ἄλλοτε δύω ἔφερε λόγους εἰς τοῦτο, οἰκονομίαν ἐνοικίου 5,000 δραχμῶν, καὶ διότι ἦτον ἡ εὐκολία τῶν Σπετσιώτων. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο· ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμε κατ’ ἐπίμονον αἴτησιν τοῦ πρέσβεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν τότε κ. Δρόσος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένοντο ἄπειροι παρατηρήσεις, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο δίκαιον νὰ γίνῃ, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι ὑποχωρῶν δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ παραβῇ νόμον ῥητὸν τοῦ 58 ἐφαρμοσθέντα. Μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, αὐτὸς ὑπεχώρησεν, ἐνέδωκε, καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ὑποχωρήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν τότε, ἐξεδόθη τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν πρεσβείαν. Ταῦτα θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ἐνήργησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐνήργησε συνεπείᾳ μιᾶς αἰτήσεως τοῦ πρέσβεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τῇ συγκαταθέσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἦν ὁ ἁρμοδιότερος. Ὅσον ἀφορᾷ, ὅτι τὸ ναυτιλιακὸν τμῆμα διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου κ. Ῥοντοπούλου διευθύνεται καλῶς, ἔχω μόνον νὰ εἴπω τοῦτο χωρὶς νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ κ. Μίλησης εἶπεν· γνωρίζω ὅτι οἱ ναῦται ἀπαντῶσι τὰς μεγαλειτέρας δυσκολίας, καὶ ἀπὸ τοῦ 1866 ἀκόμη ἀναφοραὶ διαφόρων πλοιάρχων ἐστάλησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν. Διατί δὲν ἐγένετο ἐνέργεια, δὲν γνωρίζω· δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπαρουσίασεν, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος ἐκεῖ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του μετὰ πολλοῦ ζήλου. Δὲν γνωρίζω τὸν κ. Ῥοντόπουλον, δὲν δύναμαι ἐπίσης ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι αὐτὸς δὲν καταβάλλει ζῆλον, ἐκεῖνο ὅμως διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι παρὰ βέβαιος εἶναι τοῦτο, ὅτι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα συμφώνως μάλιστα μὲ τὸν λιμενικὸν νόμον, καὶ ἀναλόγως τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχουν οἱ πλοίαρχοι πλησίον ἑνὸς ναυτικοῦ ἀξιωματικοῦ γνωρίζοντος τὰ τῆς ναυτικῆς, τὰς διαφόρους σχέσεις τὰς συνδεούσας τὸ πλοῖον μὲ τὸν πλοίαρχον, τὸν πλοίαρχον μὲ τοὺς ναύτας, καὶ καθεξῆς. Δὲν ἦτο διόλου δύσκολον εἰς ἕνα ὑπάλληλον διευθύνοντα τὸ λιμενικὸν τμῆμα νὰ κάμῃ δέκα λέξεις μίαν ἀναφορὰν καὶ νὰ καλέσῃ 50 ἀνθρώπους νὰ τὴν ὑπογράψουν, ὥστε κατὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ἐγὼ ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, διότι ἐφρόντισε νὰ μεταφέρῃ τὸ κατάστημα αὐτὸ εἰς Γαλατᾶν, ὅπου οἱ πλοίαρχοί μας ἔχουν τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, πράγματι συνέβαινον δυστυχήματα καὶ ζημίαι. Ἐγὼ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν πίστωσιν τοῦ ἐνοικίου αὐτοῦ.
§61ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Καραλίβανος ἀφοῦ ἀπὸ τὰ 1866 εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ παρανομία ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ἀφαιρέσει τὸ παράπονον. Εἶναι ἄδικον, βλέπω 80 πλοιάρχων ἀναφορὰν εὐχαριστήριον, δὲν βλέπω νὰ κατηγορῆται αὐτὸς ἐκτὸς διὰ ἐφημερίδων, τὰς ὁποίας καθὼς εἴδομεν γράφει ὁ καθεὶς ὅ,τι θέλει. Βλέπω, ὅτι οἱ πλοίαρχοι ἐπλήρωνον γενικῶς 5–20 γρόσια, ὅταν ἦτο ὁ λιμενάρχης, τώρα δὲν πληρώνουν. Ὁ κ. Καραλίβανος φαίνεται, ὅτι θέλει νὰ φορολογῶνται οἱ πλοίαρχοι. Λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ἐπαινέσωμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὅτι ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του καλλίτερον ἀπὸ τὸν ἄλλον.
§62ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Παρεγνωρίσατε, Κύριε· ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸν ὑπάλληλον, ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ πλοίαρχοί μας ἀπαντοῦν τὴν μεγαλειτέραν δυσκολίαν, καὶ αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον, δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς τοῦτο. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ περὶ τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον λέγετε, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ φορολογία δὲν παύει, ἀλλ’ ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ γίνεται μάλιστα κατὰ τὸ σύνηθες, ὅπως καὶ πρότερον, καὶ ἂν θέλετε, εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν, εἰς αὐτὰ τὰ δῶρα στηρίζεται ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐκεῖ λιμενάρχου, διότι βέβαιον εἶναι ὅτι μὲ 150 δραχ. λιμενάρχης καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν δὲν ἠμπορεῖ οὔτε καφφὲ νὰ πίνῃ. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι τοῦτο καὶ μόνον, κ. Κρεστενίτη; Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἔλθω εἰς ἄλλους λόγους, τίνες προσδοκοῦν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν θέσιν αὐτὴν τὴν λιμενικήν. Ὄχι δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Εὐθύμιος Κομμένος εἶναι συμπολίτης σας;
§64ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὑπογεγραμμένος.
§66ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὅλους τοὺς πλοιάρχους ἐὰν ἐκάλει ἐκεῖ ἤθελον ὑπογράψει. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς φέρω αὔριον ἀναφορὰν μὲ 1000 ὑπογραφὰς νὰ λέγουν τὸ ἐναντίον.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε εἰς τὸν πρόξενον τὸν προϊστάμενον ἐμπιστοσύνη;
§68ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἂς ἦναι, ἔχουν τὰ συμφέροντά των, κ. Κρεστενίτη, καὶ θέλουν τὴν θέσιν αὐτήν. Καμμία φορολογία δὲν ἔπαυσεν, ἀκόμη τὸ στουπὶ μένει τῶν πλοίων, θὰ τὸ πάρουν καὶ ἐκεῖνο καὶ θὰ μείνουν οἱ ἁρμοὶ ἀνοικτοὶ νὰ βουλιάξουν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, ὑπάρχει εἷς νόμος περὶ ναυτιλιακῶν τελῶν· πλὴν τῶν ἄλλων πληρόνονται δύο λεπτὰ κατὰ τόνον διὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ δι’ ἐλέη. Ἠξεύρετε, κ. Κρεστενίτη, εἶναι εἰς 5 λιμένας αὐτὸ, τῆς Μελίτης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ δύο ἄλλους ἀκόμη. Ἠξεύρετε, κ. Κρεστενίτη, τὰ λεπτὰ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ἠμποροῦν ν’ ἀναβοῦν εἰς 30,000 δρ. περίπου, ἐμβαίνουν ὅλα εἰς τὴν σακκούλαν τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω τοῦτο, καὶ θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ἰδίαν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐζητεῖτε πληροφορίας περὶ τούτου, ἤθελον σᾶς δώσει ἀμέσως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν, τὶ ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὐδ’ ἁρμόδιος οὐδ’ ἐλεγκτὴς τοῦ παρελθόντος. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1869 τὰ τοῦ ταμείου τῶν ἐλεῶν διατελοῦσιν ἐν ...... τάξει, καὶ ἀσχολοῦμαι περὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν περὶ τούτου, ἵνα δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν βασιλέα μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουν ἐξασφαλίσει ἐντελῶς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.
§70ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Μὲ πολλήν μου εὐχαρίστησιν ἤκουσα τοῦτο· διότι εἶχον κατὰ νοῦν νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ, διότι γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν δὲν ἐξοδεύονται οὔτε 800 δραχ. τὸ πολὺ 1000 δραχ. κατ’ ἔτος εἰς τὸ νοσοκομεῖον, καὶ ὅμως γίνεται εἴσπραξις ἀρκετῶν χιλιάδων δραχ.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δίδονται 200 δραχ. κατὰ μῆνα εἰς τὸ νοσοκομεῖον.
§72ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὄχι ὅμως διὰ τοὺς ναυτικούς· αἱ 200 δραχμαὶ εἶναι δι’ ὅλους τοὺς προσερχομένους ἐκεῖ, ἀλλ’ ὄχι ὅμως διὰ τοὺς ναύτας· ἀλλὰ καταντᾷ 80–85 δραχ. διὰ τοὺς ναύτας, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀναβαίνει τὸ ποσὸν τῶν ἐξοδευομένων διὰ τοὺς ναύτας μέχρι 800 δραχ. καὶ ὅμως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται κατ’ ἔτος, εἶναι πλέον τῶν 30,000 δραχ. Τί γίνονται αὐταὶ αἱ χιλιάδες δραχμῶν; Εὐχαριστῶ λοιπὸν πολὺ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, διότι καὶ περὶ τούτου θέλει λάβει πρόνοιαν, καὶ εἶναι σπουδαῖον νὰ λάβῃ, διότι γίνονται καταχρήσεις σπουδαῖαι.
§73ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶχον σκοπὸν, καθὼς πρὸ ὀλίγου δι’ ὀλίγων λέξεων σᾶς ἐξέφρασα τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων μας ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω, προεκλήθην ὅμως ἀπὸ τὸν κ. Κρεστενίτην. Θαυμάζω πραγματικῶς τὴν ἠθικότητα τοῦ κ. Κρεστενίτη, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε δύναται νὰ εἰσέρχηται ἀπολύτως, νομίζει, ὁ ἐλέγχων αὐτὸν δὲν ὑπάρχει. Ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ περιορίζηται ἕκαστος εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ πεποιθήσεως ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κ. Κρεστενίτη, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα· οὐχ ἧττον ὅμως δὲν κατηγορῶ καὶ τὸν ὑπουργὸν, διότι δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ἀνέβαλε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ τοῦτο εἶναι δικαίωμά του· δὲν κατακρίνω, λέγω, τὸν ὑπουργὸν δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξίν του, κατακρίνω μόνον ἐὰν ἐν πεποιθήσει πιστεύῃ, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐμπορικοῦ γραφείου δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καὶ εἰδικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ εἰδικός τις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἐὰν τὸ πιστεύῃ, λέγω, δὲν πιστεύω νὰ τὸ πιστεύῃ, ἐὰν τὸ πιστεύῃ ὅμως, λέγω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀπάτην μεγάλην.
§74ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα;
§75ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἐπιμένετε, νὰ σᾶς τὰ εἴπω.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθήσατε!
§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἔγγραφον τοῦ γραμματέως, ὅτι δι’ ἐγγράφου τινὸς ἀπηγόρευσε τὸ δῶρον, τὸ λεγόμενον τῶν 5 καὶ 20 γροσίων, ἂς ᾖναι πεπεισμένος, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ᾖναι πεπεισμένος, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη πρὸς τὸ θεαθῆναι, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιστείλῃ ἐκείνην τὴν κατάχρησιν. Δὲν εἶναι, κύριοι, δυνατὸν νὰ τὴν περιστείλῃ, καὶ νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν λαβύρινθον αὐτὸν τῆς ἐνεργείας ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ κατάχρησις αὕτη ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθῇ ἐνόσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων. Ἂς ᾖναι πεπεισμένος ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ πᾶσα ἄλλη κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἐπιδίωξις τῆς θέσεως τοῦ λιμενάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει, μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, διὰ τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπω, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω, θὰ εἴπῃ, διορίσατέ με νὰ κλέψω, εἶναι ταυτόσημον τοῦ κλέπτειν. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Ἀλλά, κύριοι, πιστεύετε σεῖς ἐν συνειδήσει, ὅτι κανεὶς διοριζόμενος ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ πόλει, ὅπου τὰ ἔξοδα εἶναι ὑπέρογκα, πιστεύετέ ποτε ἐν συνειδήσει νομοθετοῦντες ἐνταῦθα, ὅτι λιμενάρχης μὲ 180 δραχμὰς, ἔχων τόσας καὶ τοσαύτας σχέσεις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον μὴ καταχρώμενος; Ἐὰν τὸ πιστεύητε, κύριοι, συγχωρήσατέ με νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴμεθα πολὺ ἀγαθοὶ, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ, οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς, οὔτε οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις νὰ τὸ πιστεύῃ τοῦτο. Λοιπὸν μὴ ἔρχεσθε νὰ εὕρητε τὸν τίμιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι δὲν θὰ τὸν εὕρητε ποτέ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ ὁ κ. Κοριζῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ναυτικός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μὲ πιστεύῃ διὰ τοῦτο, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ τὸ πιστεύῃ, διότι τὸ εἶδεν ἐν πράγματι. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ εὕρητε ἄνθρωπον, ὅστις εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ποικίλην ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀπαιτεῖ καὶ κόπους, ἥτις ἀπαιτεῖ καὶ πᾶσαν ἀξιοπρέπειαν, ἐὰν θέλῃ νὰ διεξαγάγῃ τὰς ὑποθέσεις τῶν ναυτιλλομένων ἐν ἀξιοπρεπείᾳ καὶ ταχύτητι. Λοιπὸν σᾶς λέγω, κύριε ὑπουργὲ, ὅποιος σᾶς ἐπιδιώκει, ζητῶν τὴν θέσιν αὐτὴν, σᾶς λέγει, διορίσατέ με νὰ κλέψω, καὶ βεβαίως ὅταν προσέλθῃ εἰς ὑμᾶς, ἐν τῇ συνειδήσει σας θὰ τὸ εἴπητε τοῦτο. Λοιπὸν δὲν θὰ εὕρητε τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον τὸν δυνάμενον νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καθήκοντα μὲ αὐτὴν τὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὁρίσει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὸν λιμενάρχην καὶ ἐν γένει διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἔχετε λοιπὸν, κύριοι, καὶ σταθερὰν πεποίθησιν, καὶ νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε παντελῶς, ὅτι ἔχοντες τοὺς ὑπαλλήλους, ὅπως τοὺς ἔχομεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι ἀπὸ τὴν κατάχρησιν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγουν. Ἂν θέλητε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ φανῶσι χρήσιμοι εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων, ἂν θέλητε νὰ φανῶσι χρήσιμοι εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ναυτιλλομένων, ὀφείλετε νὰ μισθοδοτήσητε αὐτοὺς δεόντως, καὶ τότε νὰ ἦσθε πεπεισμένοι ὅτι ἡ ὑπηρεσία δύναται κἄπως νὰ διεξαχθῇ ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια, καὶ μὴ ἐξέρχεσθε ἀπὸ αὐτὴν οὔτε κατὰ κεραίαν.
§78ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε;
§79ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ κατάχρησις αὐτὴ, ἡ ὁποία προετάθη ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ὅτι ἔπαυσε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ καάστασις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων.
§80ΓΚΙΚΑΣ. Τί προτείνετε λοιπόν;
§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅ,τι προτείνει ὁ ὑπουργὸς ἐγὼ θὰ τὸ δεχθῶ.
§82Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὁ λιμενάρχης ᾖναι τίμιος ἄνθρωπος, καὶ μὲ 180 δραχμὰς δὲν θὰ τὸ δεχθῇ· ἂν ᾖναι ἄτιμος, καὶ μὲ 2,000 δραχ. θὰ κλέψῃ (θόρυβος).
§83ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταὶ, τὸ λιμενικὸν τμῆμα ἐν Κωνσταντινουπόλει, πρέπει νὰ πεισθῆτε καὶ παραδεχθῆτε ὅλοι ὅτι, ὄχι διότι τὸ πρόσωπον εἶναι τοιοῦτον, ὅπως τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἠθέλησαν νὰ εἴπουν, ὄχι διότι ἡ μισθοδοσία εἶναι ὀλίγη, ἀλλὰ διότι ἡ φύσις αὐτῆς τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ λιμενάρχης, εἰς τὴν χορηγίαν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νὰ παραλάβῃ ἕκαστον πλοῖον διὰ νὰ ἐξέλθῃ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ ἄνω μέρος ἢ τὸ κάτω, ἀπαιτεῖται νὰ διατηρῇ σχέσεις τινὰς μετὰ τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας διὰ νὰ παραλαμβάνῃ ἐκεῖνα τὰ λεγόμενα φιρμάνια. Διὰ νὰ ἔχῃ λοιπὸν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἐννοεῖται ὅτι πολλάκις μεταχειρίζεται διάφορα μέσα, καὶ οἱ διοικοῦντες τὰ πλοῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς παραχωρήσεως μικρᾶς ἢ καὶ μεγάλης τινὸς ἀμοιβῆς. Πλὴν πρέπει νὰ γνωρίσωμεν ὅλοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκλείψῃ τὸ κακὸν αὐτὸ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ γνωρίσω, καὶ σεῖς ὅσοι εἶσθε ναυτικοὶ πιστεύω νὰ γνωρίζητε καλλίτερα ἐμοῦ. Ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία συμβαίνει πραγματικῶς εἰς τὸ λιμεναρχεῖον καὶ ἰδίως τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι τοιαύτη, ἡ ὁποία ἐὰν πραγματικῶς ἐκτεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ὁποία ἐὰν ἀκουσθῇ ἴσως καὶ παρ’ ἔξω, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἰδέαν δύνανται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν ἀκούσουν, νὰ σχηματίσουν περὶ ἡμῶν· βεβαιωθῆτε ὅτι πολλάκις συμβαίνει εἰς τὸ γραφεῖον αὐτὸ νὰ δίδῃ ἕκαστον πλοῖον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ διὰ τὴν Μαύρην θάλασσαν, καὶ μίαν λίραν διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ φιρμανίου· βεβαιωθῆτε ὅτι εὑρίσκεται πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δίδῃ καὶ δύο λίρας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν λοιπὸν τοῦ λιμενικοῦ γραφείου εἶναι αὐτή· βεβαιωθῆτε ὅμως ὅτι καὶ τὰ προξενεῖα καὶ ἐν γένει ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ τοῦ κλάδου εὑρίσκονται εἰς πολὺ χειροτέραν κατάστασιν. Τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ λέγω, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι θέλω νὰ κατακρίνω τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν εἴτε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐξετάσωμεν προτήτερα εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο αὐτὸς ὁ κλάδος, ἦτο εἰς ἔτι χειροτέραν παρ’ ὅ,τι σήμερον· μάλιστα ἐὰν ἐξετάσητε κατὰ τὸ 1847, κατὰ τὸ 1854 καὶ 1855, θὰ ἴδητε ὅτι ἐγίνοντο καὶ συνέβαινον ἄπειροι καταχρήσεις, ἀνήκουστοι· θέλω νὰ συστήσω μόνον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ προλάβῃ μὲ κάθε τρόπον καὶ καταστείλῃ αὐτὸ τὸ κακόν. Βεβαιωθῆτε ὅτι τοιαύτας ἔχω πληροφορίας παρὰ πολλῶν πλοιάρχων συμπολιτῶν μου καὶ ἰδίως ἑνὸς λίαν ἀξιοτίμου ἐκ Σκοπέλου, αὐτὸς ἔπαθεν ἓν δυστύχημα, καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ πολύ, καὶ ἰδίως βλέπω ὅτι τινὲς δὲν ἔχουν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσουν.
§84ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι ἐξακολουθεῖτε.
§85ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ. Διὰ νὰ καταρτίσῃ λοιπὸν τὰ ἔγγραφα ὁ πρόξενος ἑνὸς μέρους, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, διότι ὁμιλῶ γενικῶς περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ καταρτίσῃ λέγω τὰ ἔγγραφα τοῦ ἐπισυμβάντος δυστυχήματος καὶ λάβῃ ἀντίγραφον αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῶν δύο ἀσφαλιστικῶν καταστημάτων τοῦ Φοίνικος καὶ Ἀνατολῆς, τοῦ ἐζήτει πέντε λίρας διὰ μόνον τὸ ἀντίγραφον αὐτῶν.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζετε ὅτι καθῆκον ἔχομεν ἀμφότεροι νὰ καταστέλλωμεν τὰς καταχρήσεις; ἑπομένως, διὰ τί δὲν μοῦ καταγγέλλετε αὐτόν;
§87ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ. Ἔχω σκοπόν. Σᾶς λέγω δὲ ἤδη μόνον εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ προξενεῖά μας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τὰ λιμενικὰ τμήματα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ προσπαθήσῃ μὲ κάθε τρόπον νὰ καταστείλῃ αὐτὸ τὸ κακόν. Πεισθῆτε εἰς ὅ,τι σᾶς λέγω, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι ἄγγελος κακοῦ, ὅτι ὕστερον ἀπὸ 15–20 ἔτη ναυτιλίαν δὲν θὰ ἔχωμεν, διότι καταστρέφεται ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε δὲν προσπαθοῦν παρὰ νὰ συνεννοοῦνται καὶ μὲ τουρκικὰς ἀκόμη ἀρχὰς διὰ νὰ φορολογοῦν τοὺς πλοιάρχους μας.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, «μισθοὶ προσωπικοῦ πρεσβειῶν δραχ. 161, 723,» ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. Γραφικὰ ἔξοδα δραχ. 33,000·» ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει — ἄρθρον 3, ἔξοδα πρώτης διασκευῆς πρεσβειῶν. — ἄρθρον 4. ἔξοδα ταξειδίου τῶν διπλωμ. ὑπαλλήλων δραχ. 4,000»· ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. «Κεφ. γʹ. Προξενικὴ ὑπηρεσία. ἄρθρον 1. μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων δραχ. 224,453».
§91ΚΟΤΖΙΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Εἰς τοὺς μισθοὺς, κύριοι, τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ μισθοὶ τῶν λιμεναρχῶν προξενείων τινῶν, ὅπου εἶναι λιμεναρχεῖα· εἰκάζω ἐκ τούτου ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ διορίζονται καὶ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τοὺς προξένους, καθ’ ὅσον εἰς τὴν λεπτομερῆ κατάστασιν δὲν βλέπω μισθοὺς εἰδικοὺς τῶν λιμεναρχῶν, ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισα καλὸν νὰ κάμω παρατήρησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καθόσον οὕτω πως ὑπάρχει πολὺ ἐπιβλαβὲς καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τοὺς πλοιάρχους. Δὲν θέλω νὰ φέρω πολλὰ παραδείγματα· ἓν καὶ μόνον σᾶς φέρω διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἐπισφαλὲς εἶναι αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἔλαβεν, ἐνῷ εἰς τὰ 1868 δὲν ἦτο τοιοῦτον· φέρω ἓν παράδειγμα ἁπλούστατον. Τὸ λιμεναρχεῖον τῆς Βραΐλας ἐπὶ ὑποθέσει καθὼς καὶ τῆς Σμύρνης καὶ Ἀλεξανδρείας· ὁ λιμενάρχης, ὅστις διορίζεται ἀπὸ τὸν πρόξενον καὶ μισθοδοτεῖται παρ’ αὐτοῦ, διορίζεται βέβαια ἄνθρωπος μὴ ἔχων τὰς εἰδικὰς γνώσεις τὰς ναυτικὰς, καὶ μὴ ὢν ἱκανὸς νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, καθ’ ὅσον ὁ πρόξενος δὲν θέλει κατάλληλον ἄνθρωπον νὰ διορίσῃ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, διότι ὁ ἱκανὸς θὰ λάβῃ καὶ τὴν ἀνάλογον μισθοδοσίαν τοῦ λιμενάρχου· ὁ πρόξενος ὠφελούμενος αὐτὴν τὴν ἀντιμισθίαν εὑρίσκει ἓν πρόσωπον εὐτελὲς καὶ τοῦ δίδει 30 ἢ 40 δραχ. τὸν μῆνα διὰ νὰ ἐπιτηρῇ αὐτὰ τὰ ἔργα. Τοῦτο γεννᾷ μεγάλην βλάβην εἰς τὸ ἐμπόριον· πλοῖά τινα μένουν ἐπὶ πολλὰ ἔτη· ὅταν δὲν ᾖναι λιμενάρχης διωρισμένος ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, δὲν ὑποχρεοῦνται αὐτὰ τὰ πλοῖα νὰ λαμβάνουν ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνουν τὸν φόρον αὐτὸν ἢ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν· δεύτερον, οἱ ναῦται οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντὸς τῶν πλοίων δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ κρατοῦν φυλλάδια, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δίδουν εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον. Ὁ λιμενάρχης ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὸν πρόξενον, αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ κανονίζῃ αὐτὰ τὰ δικαιώματα καὶ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τῶν πλοίων καὶ τῶν ναυτῶν· ἐὰν ὁ λιμενάρχης ἦναι διωρισμένος παρὰ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐλάμβανε τὸν μισθόν του ὁ πρόξενος διὰ νὰ τὸν δίδῃ εἰς τὸν λιμενάρχην ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἤθελεν εὐκολύνεσθαι ἔτι περισσότερον, καὶ ἤθελε κανονίζει τὰ δικαιώματα τῶν πλοίων καὶ τῶν ναυτῶν, καὶ ἤθελε τοὺς ὑποχρεόνει νὰ βγάζουν τὰ ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ πληρόνουν εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις λαμβάνει ἀπὸ ἕκαστον πλοῖον ἤθελεν ὑποχρεοῦσθαι νὰ τὰ δίδουν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ὄχι εἰς τὸν πρόξενον· καὶ Κύριος οἶδε τί γίνεται τώρα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι εἶναι καλὸν διὰ τὴν κυβέρνησιν νὰ μισθοδοτῇ χωριστὰ τὸν λιμενάρχην, καὶ συνάμα νὰ διορίζωνται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Τοῦτο τὸ μέτρον θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τοὺς ναυτιλλομένους. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐναντιωθῇ εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον.
§92ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα δώσω διασαφήσεις τινάς· ἡ ἔλλειψις τοῦ λιμενάρχου φέρει μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς ἐμποροπλοιάρχους, καὶ παραπονοῦνται διότι γίνονται συγκρούσεις πλοίων καὶ πληρωμάτων καὶ ἰδίως εἰς τὸν ποταμὸν Δούναβιν. Οἱ λιμενάρχαι τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων ἐξετάζουν καὶ ἀναφέρουν εἰς τὰς προξενικάς των ἀρχὰς καὶ μορφόνουν τὰ πράγματα ὡς αὐτοὶ θέλουν· οἱ ἐπιφορτισμένοι ἐδικοί μας τὰ λιμενικὰ καθήκοντα ἀνίδεοι τῶν ναυτικῶν δὲν ἠμποροῦν νὰ δώσουν τὰς καταλλήλους πληροφορίας εἰς τὰς ἡμετέρας προξενικὰς ἀρχὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀδικοῦνται οἱ ἐμποροπλοίαρχοί μας καὶ παραπονοῦνται· ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερον, ὁ λιμενάρχης εἶναι ὁ Ἀστυνόμος τοῦ λιμένος καὶ εἰς τὰ πληρώματα τῶν ἑλληνικῶν πλοίων ὑπάρχουν συγκρούσεις, λειποταξίαι καὶ ὡς ἐκ τούτου συμβαίνουν ἀταξίαι πλεῖσται· ὁ ἐπιφορτισμένος τὰ καθήκοντα τοῦ λιμενάρχου, ὡς ἀνίδεος, οὔτε τὰς συγκρούσεις δύναται νὰ θεραπεύσῃ, οὔτε τὰς δεούσας πληροφορίας ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχὰς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ τοὺς διορισμοὺς τῶν λιμεναρχῶν διὰ νὰ παύσουν τὰ παράπονα τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ νὰ μὴ ἀδικῶνται.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, κ. Πρόεδρε.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ὑπερπλήρεις· οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§95ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Εἰς τὸ στόμιον τοῦ Σουλινᾶ ἐκεῖ συνάζονται πλοῖα διαφόρων ἐθνῶν, ἐκεῖ γίνονται συγκρούσεις καὶ πλοίων καὶ πληρωμάτων, καὶ γίνονται καὶ οἱ ...... τῶν πλοίων· καὶ στιγμιαίως ὁ ἐμποροπλοίαρχος πρέπει νὰ εὕρῃ προστασίαν καὶ εἰς τὰς συγκρούσεις, καὶ εἰς τὸ πλοῖον ὅπερ θέλει ν’ ἀποβιβάσῃ μέρος τοῦ φορτίου του διὰ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ στομίου νὰ τὸ λάβῃ· καὶ ἐὰν μίαν ὥραν ἐμποδισθῇ κινδυνεύῃ ν’ ἀπολεσθῇ τὸ πλοῖον, καὶ τὸ πλήρωμα, καὶ τοῦτο συνέβη πολλάκις, καὶ διὰ νὰ εὑρίσκωσιν οἱ πλοίαρχοι Ἕλληνες τὴν δέουσαν προστασίαν, προτείνω νὰ διορισθῇ λιμενάρχης εἰς Σουλινᾶ.
§96ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὸν Ναύαρχον καὶ τὴν ἰδέαν αὐτήν.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀκροασθῇ ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου· θὰ ᾖμαι συντομώτατος. Κύριοι, καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἐφροντίσαμεν νὰ θέσωμεν τὸ Σύνταγμα εἰς ἁρμονίαν μὲ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους· ἀκολουθοῦμεν δὲ καὶ ἐν τούτῳ τὸ κακὸν παράδειγμα τῶν Γάλλων. Ἐν Γαλλίᾳ τῳόντι συνειθίζουν ν’ ἀναγράφουν εἰς τὰ συντάγματα γενικὰς ἀρχὰς περὶ ἰσότητος, περὶ ἐλευθερίας, περὶ διαφόρων ἄλλων ἀπολύτων δικαιωμάτων, οὐδέποτε ὅμως ἐφρόντισαν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν εἰδικῶν ὀργανικῶν νόμων νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς γενικὰς ταύτας ἀρχὰς, ἀλλὰ τὰς ἀφίνουν νεκρὰς εἰς τὸ Σύνταγμα· ἐντεῦθεν μ’ ὅλον ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὰ συντάγματα διαδέχονται ἄλληλα, μ’ ὅλον ὅτι κατὰ τὸ 1848 ἡ Γαλλίᾳ καθιέρωσεν ἑαυτῇ τὸ τελειότερον ὅλων τῶν συνταγμάτων, ὅσα εἶδε μέχρι τοῦδε ἡ Εὐρώπη, μ’ ὅλα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ἐλευθερίαν. Τοῦτο ἀπαραλλάκτως παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς. Μακρὸν θὰ ἦτο νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα ἐκ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας· θὰ περιορισθῶ μόνον ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἐξετάζων τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ προξενικοῦ κλάδου. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει σαφῶς, ὅτι οὐδεὶς διορίζεται εἰς θέσιν μὴ νομοθετημένην· καὶ ὅμως, κύριοι, τὸ ἄρθρον 37 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων νόμου παραβιάζει τὴν θεμελιώδη ταύτην διάταξιν· ἀκούσατε καὶ κρίνατε. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀφοῦ προσδιορίζῃ ὅλας τὰς θέσεις τὰς προξενικὰς εἰς τὰς ξένας ἐπικρατείας, ἐν αἷς ὁ Νομοθέτης ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ διορίσῃ ἀντιπροσώπους πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐμπορικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἐπάγει τὴν ἑξῆς διάταξιν «ἐκτὸς τῶν θέσεων τούτων ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διορίσῃ γενικοὺς προξένους, προξένους ἢ ὑποπροξένους, ὅπου ἤθελε θεωρήσει τοῦτο κατάλληλον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας»· ἔδωκε μὲ ἄλλας λέξεις τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ δημιουργήσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν οἱανδήποτε θέσιν ὑποπροξένου, προξένου καὶ γενικοῦ προξένου. Οἱ κατὰ καιροὺς δὲ ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν διόλου δὲν ἐδίστασαν νὰ κάμουν χρῆσιν καὶ κατάχρησιν αὐτῆς τῆς ἐκτάκτου ἐξουσίας. Ἕκαστος αὐτῶν ἄνευ λόγου, ἄνευ εἰδοποιήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας συνιστᾷ ἑκάστοτε προξενεῖα, ὑποπροξενεῖα καὶ γενικὰ προξενεῖα· Οὕτω συνεστήθη τὸ προξενεῖον τῆς Παλαιστίνης, οὕτω συνεστήθη τὸ προξενεῖον τοῦ Πόρτ Σαῒδ, οὕτω συνεστήθη τὸ προξενεῖον.... δὲν μὲ βοηθεῖτε, κ. ὑπουργέ;
§98Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν συνέστησα κανέν.
§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ προξενεῖον τοῦ Βελιγραδίου· οὕτως εἶναι συστημένα πλῆθος ὑποπροξενείων ἀμίσθων ἐν Αἰγύπτῳ πρὸ πάντων καὶ ἐν ταῖς παραδουναβίοις Ἡγεμονίαις, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνουν καμμίαν θέσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι διὰ τοῦτο, διότι δηλαδὴ δὲν καταχωρίζονται ἔξοδα διὰ τὰ προξενεῖα ταῦτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι διὰ τοῦτο ἡ σύστασίς των δὲν ἐνδιαφέρει διόλου τὸ δημόσιον· ὄχι· διότι τὰ ἄμισθα ὑποπροξενεῖα εἰσπράττουσι φόρους διὰ λογαριασμὸν καὶ ὄφελος τῶν προξένων, συνήθως δὲ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα ἀφαιροῦνται ἀπὸ ἔμμισθα προξενεῖα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουν διὰ τῶν πρακτόρων. Ἐσχάτως μάλιστα δὲν ἠξεύρω ποία ἅμιλλα ἠγέρθη μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν τῶν ἐξωτερικῶν, οἵτινες ἀνεβίβασαν ὅλους σχεδὸν τοὺς πράκτορας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας εἰς ὑποπροξένους.
§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἔκαμα κανένα.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν τοῦ Πανόρμου, μοὶ φαίνεται. Ἐγὼ ὅμως δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς, βλέπετε, ἀλλ’ ἐν γένει. Πλεῖστοι, κύριοι, πράκτορες προεβιβάσθησαν εἰς ὑποπροξένους καὶ πιστεύσατε, ὅτι ἐὰν δὲν σταματήσῃ τὸ κακὸν, μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς κανὲν μέρος κανένα πράκτορα, ἀλλὰ ὅλους ὑποπροξένους. Περὶ τούτου φίλος μού τις ἐκ τῶν ἔξω μερῶν μοὶ διηγεῖτο μίαν ἡμέραν, ὅτι βέης τις ὀθωμανὸς τοῦ ἔλεγε «σεῖς οἱ ἕλληνες θὰ καταντήσετε ἐπὶ τέλους νὰ μᾶς βάλετε εἰς κάθε τσιφλίκι καὶ ἕνα πρόξενον.» Αὐτὴ ἡ πληθὺς τῶν ἀμίσθων ὑποπροξενείων πρῶτον παραβλάπτει τὴν οἰκονομίαν καὶ ἑνότητα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, διότι οἱ ὑποπρόξενοι δὲν ὑπόκεινται ἱεραρχικῶς εἰς τὸν πρόξενον, καὶ δεύτερον περιορίζει τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, διότι οἱ ὑποπρόξενοι οἱ ἄμισθοι εἰσπράττουν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὰ εἰσοδήματα καὶ τ’ ἀφαιροῦν ἑπομένως ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα τὰ ἔμμισθα προξενεῖα εἰσπράττουν διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Τί θὰ συμβῇ λοιπόν; ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, τὰς ὁποίας ἐνεργοῦν οἱ πρόξενοι, μετ’ οὐ πολὺ θὰ καταντήσουν ἐλάχισται· διότι οἱ ἄμισθοι πρόξενοι θὰ τὰ ἀποῤῥοφῶσι κατὰ μέγα μέρος. Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου. Μεταξὺ τῶν ἀμίσθων ὑποπροξενείων τὰ τῆς Ἄρτης καὶ Πρεβέζης ἀποῤῥοφῶσιν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τοῦ προξενείου τῶν Ἰωαννίνων· διότι τὰ εἰσοδήματα τούτου προέρχονται κυρίως ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν διαβατηρίων, οἱ δὲ ὑποπρόξενοι, εἰσπράττοντες τὰ τέλη διὰ λογαριασμόν των καταβιβάζουσιν αὐτὰ ὀλίγον κατὰ 50 λεπτὰ ἢ κατὰ 60, καὶ οἱ ὑπήκοοι τρέχουν εἰς τὰ ὑποπροξενεῖα πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν διαβατηρίων των· ὥστε τὸ προξενεῖον τῶν Ἰωαννίνων δὲν εἰσπράττει τίποτε.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Τὸ ὑποπροξενεῖον τῆς Πρεβέζης συνεστήθη διὰ νόμου, τοῦ Βελιγραδίου συνεστήθη διὰ νόμου, τὸ ὑποπροξενεῖον τῆς Παλαιστίνης ἐσυστήθη διὰ νόμου.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχουν ἕτερα, τὰ ὁποῖα δὲν συνεστήθησαν διὰ νόμου. Τὰ ἀνωτέρω ὑποπροξενεῖα ἀνέφερον μόνον διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἄμισθα ὑποπροξενεῖα ἐξαντλοῦν τοὺς πόρους τῶν ἐμμίσθων προξενείων.
§104ΣΑΡΑΒΑΣ. Τουλάχιστον τὰ τρία, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, συνεστήθησαν διὰ νόμου.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ πλεῖστα, κ. ὑπουργὲ, εἶναι συστημένα διὰ νόμου. Τοῦτο εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως.—Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων νόμος, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ δημιουργῇ θέσεις, ἂν δὲν ζητήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἔγκρισιν νομοθετικῆς ἀρχῆς.
§106ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ἀνεφέρατε τὰ προξενεῖα τῆς Ἄρτης καὶ Πρεβέζης; ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ προξενεῖα ταῦτα εἶναι ἀναγκαιότατα, διότι ἂν λείψουν, οἱ ὑπήκοοι ἕλληνες θὰ ἀπαντοῦν μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν διαβατηρίων.
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Μπράτσικα, δὲν ηὐτύχησα νὰ μὲ ἐννοήσητε. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ ὑποπροξενεῖον τῆς Ἄρτης καὶ τὸ τῆς Πρεβέζης εἶναι περιττά· πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἰσχυρίσθην ἁπλῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ δημιουργῇ, θέσεις ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα· καὶ ἑπομένως, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων νόμου πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ· ἠθέλησα δὲ ν’ ἀναφέρω καί τινα παραδείγματα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐπέρχονται ἐντεῦθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀτοπήματά τινα, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου.
§108ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια εἶναι ἁρμόδια νὰ δώσουν γνώμην.
§109ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Μπράτσικα, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τῶν ἐπιμελητηρίων, λέγω μόνον ὅτι ὁμοῦ μὲ τὴν γνώμην τῶν ἐπιμελητηρίων καὶ τὴν τοῦ ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ζητῆται καὶ ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Μίαν ἄλλην ἀταξίαν παρατηρῶ εἰς τὸ σύστημα τῶν προξενείων, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Μετὰ τὴν σύστασιν, κύριοι, τῶν Βιλαετίων ἐν Τουρκίᾳ, ὁ κ. ὑπουργὸς πρέπει ν’ ἀναβιβάσῃ μὲν εἰς προξενεῖα ὅσα ὑποπροξενεῖα τύχουν ἐν ἕδρᾳ Βιλαετίου, νὰ καταβιβάσῃ δὲ εἰς ὑποπροξενεῖα, ὅσα δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Κατ’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ προξενεῖον τῆς Χίου, τὸ τῶν Βιτωλίων καὶ τὸ τῆς Λαρίσσης δὲν ἔχουν πλέον λόγον ὑπάρξεως· διότι, οὔτε εἰς τὴν Λάρισσαν ἔχομεν πρωτεύουσαν Βιλαετίου, οὔτε εἰς τὴν Χῖον, οὔτε εἰς τὰ Βιτώλια. Τὰ προξενεῖα ταῦτα δύνανται νὰ ὑποβιβασθῶσιν εἰς ὑποπροξενεῖα, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς πρέπει νὰ τὸ πράξῃ, διότι εἶναι μία ἐντελῶς περιττὴ πολυτέλεια, νὰ διατηρήσωμεν αὐτὰ τὰ προξενεῖα, μετὰ τὸ νέον σύστημα τῆς Τουρκίας. Πιστεύω μάλιστα, ὅτι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, θὰ ἐπέστησεν ἤδη καί τις ἀταξία ὡς πρὸς τοῦτο, ἡ ἑξῆς. Τὰ Δαρδανέλλια εἶναι πρωτεύουσα Βιλαετίου· καὶ ὅμως εἰς μὲν τὰ Δαρδανέλλια ἔχομεν ὑποπροξενεῖον, εἰς δὲ τὴν Χῖον, ὅπου δὲν εἶναι πρωτεύουσα Βιλαετίου, ἔχομεν προξενεῖον, ὥστε ὁ πρόξενος τῆς Χίου ὀφείλει ν’ ἀναφέρηται εἰς τὸν ὑποπρόξενον τῶν Δαρδανελλίων, ἵνα συστήσῃ τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν ὑποθέσεώς τινος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, διατί ἀφίνει κενὴν τὴν θέσιν προξένου Ἰωαννίνων; Τὰ Ἰωάννινα εἶναι πρωτεύουσα Βιλαετίου, ἔνθα συγκεντροῦνται πολύτιμα ἑλληνικὰ συμφέροντα· οἱ ὑποπρόξενοι δὲ οἱ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Βιλαετίου, λαμβάνουν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνωνται εἰς τὸν πρόξενον τῶν Ἰωαννίνων, καὶ πρόξενος ἐν Ἰωαννίνοις δὲν ὑπάρχει, ὥστε τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα παραβλάπτονται σπουδαίως. Ἐσχάτως μοὶ ἐγένετο γνωστὸν ἓν τοιοῦτον παράπονον· ὑπήκοός τις Ἕλλην ἔχων διαφορὰν πρὸς Ὀθωμανὸν ὑπήκοον, εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὸ ἐμποροδικεῖον, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν προεδρεύουν καὶ δικασταὶ Ἕλληνες, διότι δὲν ὑπάρχει, Ἑλληνικὸν προξενεῖον. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν κατεστράφη, διότι ἐν Ἰωαννίνοις τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα εἶναι ἔρημα, ἐγκαταλελειμμένα. Ἄλλος τις ἠθέλησε νὰ διαβιβάσῃ ἐντεῦθεν ἓν ἔγγραφον εἰς τὸ ἐν Ἰωαννίνοις προξενεῖον, τὸ ὑπουργεῖον ἀπήντησε, «πρόξενος ἐν Ἰωαννίνοις δὲν ὑπάρχει, καὶ τὸ ἔγγραφόν σου δὲν δύναται νὰ διαβιβασθῇ.» Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν γνωρίζει τὸ γεγονός. Δὲν ἠμπορῶ δὲ νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἀξίαν τῶν λόγων, οἵτινες κρατοῦσι τόσον χρόνον κενὴν τὴν θέσιν τοῦ προξένου τῶν Ἰωαννίνων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν θὰ μὲ ὑποχρεώσῃ, ἂν μοῦ λύσῃ αὐτὴν τὴν ἀπορίαν. Πρὸς τούτοις ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, τί γίνεται ὁ πρόξενος τῆς Κρήτης; Ἐν Κρήτῃ ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν πρόξενον· ὁ διορισθεὶς ὡς τοιοῦτος, καθὼς καὶ ὁ γραμματεὺς μένουν εἰς τὴν Κρήτην, καὶ ὅμως, οὔτε τὸν πρόξενον τῆς Κρήτης ἀναγνωρίζει ἡ Τουρκία, οὔτε τὸν γραμματέα· πληρώνομεν λοιπὸν πρόξενον καὶ γραμματέα, καὶ ὅμως πρόξενον δὲν ἔχομεν. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ᾖναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τούτου, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀκούσῃ αὐτὰς εὐχαρίστως. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις. Νέος νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων εἶναι ἀναγκαῖος, οὐ μόνον διὰ τὸν ἀνωτέρω λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα, διότι τουτέστιν ἀπαιτεῖται νὰ φέρωμεν εἰς ἀναλογίαν τὰς θέσεις τῶν προξενείων πρὸς τὰ Βιλαέτια, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἀκριβέστερον, ἡ ἐσωτερικὴ σχέσις τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὸν νόμον τοῦ 1853 δὲν κανονίζεται ἀκριβῶς τὸ ὅριον τῶν καθηκόντων τῶν γραμματέων καὶ ἡ σχέσις αὐτῶν πρὸς τὸν πρόξενον, ὥστε ὁ γραμματεὺς δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ ἐν τῷ γραφείῳ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐν τούτοις τὴν ἐλαχίστην εὐθύνην, ἥτις βαρύνει μόνον τὸν πρόξενον. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἑξῆς παρατηρήσεως. Μεταξὺ τῶν προσεπιχορηγουμένων ὑποπροξενείων τὰ πλεῖστα εἰσπράττουν ποσὰ λίαν ὑπέρογκα· εἶναι δὲ περίεργον ὅτι ἄμισθα ὑποπροξενεῖα ἀφέθησαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουν καὶ περισσότερα, τὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὰ τῶν Ἡγεμονιῶν, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ προξενείου τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἄν τις λάβῃ ποτὲ ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ ποίας εἰσπράξεις ἔχουν τὰ ἄμισθα προξενεῖα καὶ ὑποπροξενεῖα, θέλει ἀπορήσει. Τὸ προξενεῖον τοῦ Καΐρου ἔχει εἴσπραξιν 50,000 φράγκων, μετ’ αὐτὸ δ’ ἕπονται τὰ λοιπὰ μὲ ποσὸν εἰσπράξεων ὄχι εὐκαταφρόνητον. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει τὰ προξενεῖα καὶ ὑποπροξενεῖα ταῦτα χωρὶς νὰ λάβῃ τινὰ πρόνοιαν. Ἂς προσδιορίσῃ μισθοδοσίας μεγάλας, διὰ νὰ ἠμποροῦν οἱ πρόξενοι νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου, ὅπερ θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ πολλὰ ἄτοπα, τὸ δημόσιον δὲν θὰ ζημιωθῇ ἀλλὰ μᾶλλον θὰ ὠφεληθῇ, θὰ τεθῶσι δὲ ὅλα τὰ ὑποπροξενεῖα εἰς ἴσην θέσιν, ἐνῷ σήμερον οὗτος μὲν ὁ ὑποπρόξενος εἰσπράττει 8,000 δραχμῶν, ἐκεῖνος δὲ 10,000 δραχ. ὁ ἄλλος δὲ ὁ ὑποπρόξενος π. χ. Αὐλῶνος δὲν εἰσπράττει τίποτε ἢ ἐλάχιστον μόνον ποσόν. Νομίζω, ὅτι τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ καθιερώσῃ ἀνάλογον μισθοδοσίαν δι’ ὅλα τὰ προξενεῖα, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν θὰ δύναται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ ὁρίζῃ κατ’ ἔτος τὴν προσεπιχορήγησιν τῶν προξενείων καὶ νὰ τὴν μοιράζῃ κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας αὑτοῦ διαθέσεις πρὸς τὰ πρόσωπα.
§110ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν παρατηρήσητε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων ἐτῶν, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν προσεπιχορηγήσεων μεταβάλλεται ἑκάστοτε κατὰ τοὺς διαφόρους ὑπουργούς.
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι νόμος τοῦ Κράτους.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἁπλῆ πίστωσις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν προσέχει ποτὲ εἰς τὴν διανομὴν αὐτῆς. Πότε χιλίων δραχμῶν ἐπιχορήγησιν λαμβάνει εἷς πρόξενος, πότε χιλίων πεντακοσίων καὶ πότε δύο χιλιάδων κατὰ τὴν διάφορον διάθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις διαχειρίζεται οὕτω ποσὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν ὡς ἀπόλυτος κύριος. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐπιθυμῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων. Ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς λογιστικῆς τῶν προξενείων καὶ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν ὁ νόμος περὶ διοργανισμοῦ τῶν προξενείων εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ, ἀλλὰ θεωρῶ περιττὸν νὰ μακρύνω τὸν λόγον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ ἐκτιμῶν αὐτὰς προσηκόντως, φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νέον νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενείων, ἐπιφυλάσσομαι τότε νὰ φέρω τὰς κρίσεις μου ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περιμένω ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου.
§114Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξέθηκε· διότι πρῶτον ὁ νόμος περὶ προξενικῶν ἀρχῶν, ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1853, προσδιώρισε ῥητῶς ὅλας τὰς θέσεις, τῶν ὁποίων τότε ὑπῆρχεν ἀνάγκη· ἐπειδὴ δ’ ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον τὸ μέλλον νὰ γεννήσῃ νέας ἀνάγκας, ἕνεκα ἰδίως τοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν μετέρχονται ἐμπορευόμενοι καὶ ναυτιλλόμενοι, ἀφῆκεν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν προξενεῖα, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐδόθη εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ νόμου par de legation δὲν εἶναι λοιπόν τι ἐν τῷ εἰρημένῳ νόμῳ ἀντισυνταγματικόν. Ὁ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μίλησης προτείνει ὅτι ἡ σύστασις νέων προξενείων ἐλαττόνει τὰς δημοσίας προσόδους δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβής. Καὶ δὲν θέλω νὰ σταματήσω εἰς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ προξενείου Πρεβέζης ἐλαττόνει τὰ ὑπὸ τοῦ προξενείου Ἰωαννίνων εἰσπραττόμενα δημόσια ἔσοδα, διότι τὸ προξενεῖον Πρεβέζης συνέστη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853, καὶ ἡ σύστασις αὐτοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς πρᾶξιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἰδιότυπον καὶ αὐθαίρετον. Τὸ προξενεῖον Ἄρτης ὡσαύτως συνέστη διὰ τοῦ νόμου τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853, τὸ γενικὸν προξενεῖον τῆς Σερβίας ἐν Βελιγραδίῳ, ὅλα ταῦτα εἶναι προξενεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ῥητῶς συνέστησε (ἀναγινώσκει τὸν νόμον) «Ἓν προξενεῖον ἐν Παλαιστίνῃ, ἔχον τὴν ἕδραν του εἰς Ἱερουσαλήμ.» — «Κατὰ τὴν Σερβίαν ἓν γενικὸν προξενεῖον ἔχον τὴν ἕδραν του εἰς Βελιγράδιον.»
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε ποῖος νόμος ἐσύστησε τὸ προξενεῖον τοῦ Πόρτ–Σαΐτ.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Ὁ Νόμος ἔλαβε τότε ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ μόνον τὴν πολιτικὴν γεωγραφίαν τῶν κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα συνεστάθησαν τὰ προξενεῖα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐκεῖ ἐπαρουσίαζον, ἀνάγκας, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ ἐπαγγέλματος τῶν φοιτώντων εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα πολιτῶν Ἑλλήνων, εἴτε ἐξ ἑτέρων περιστάσεων τῶν ἐκεῖ ἀποκαταστημένων ὑπηκόων, εἴτε τέλος ἐξ ἄλλων λόγων ἐντελῶς γενικῶν. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι μὲν αἱ τότε ὑπάρξασαι δὲν μένουσιν πάντοτε αἱ αὐταί, ἐκτὸς δὲ τούτων δύνανται καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ παρουσιασθῶσι νέαι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Νόμος ἀφῆκεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προκαλῇ τὴν σύστασιν προξενείων, ὅπου αἱ ἀνάγκαι ἤθελον παρουσιασθῆ. Μετὰ τὸ 1853 ὅτε ὁ εἰρημένος Νόμος ἐψηφίσθη, ἐπῆλθε μία ἐντελὴς μεταβολὴ τῆς καταστάσεως τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐσχάτως πληθὺς ἀνδρῶν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, καὶ ἀνθρώπων ἐμπορευομένων, ὑπηκόων ἑλλήνων, ἀποκατεστάθη εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως προξενείων ἄλλων, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ Κάϊρον. Ἂν δὲν συνιστῶντο τὰ ὑποπροξενεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι ἐμοῦ ἐσύστησαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τὰ προξενικὰ ἔσοδα ἤθελον εἰσπράττεσθαι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικὸν προξενεῖον, ἀλλ’ ἡ προστασία τῶν 50 ἢ 70,000 πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1853 δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ, ἤθελεν εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ ἀνεπαρκής, οὐδ’ ἦτον δυνατὸν ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Καΐρου τὰ εἰρημένα προξενεῖα νὰ χορηγῶσι τὴν προστασίαν των εἰς ὅλας τὰς περιφερείας τῆς Αἰγύπτου. Εἶπον, ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου περὶ προξενείων, οὐχὶ ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς γεωγραφίας τῆς ὁμόρου χώρας, ἢ τῆς μεταβολῆς τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλ’ ἕνεκα συμφερόντων ἐντελῶς ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐπαρουσιάσθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον τότε. Ἐλπίζω δὲ ὅτι τάχιστα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία θέλει προκαλέσει τὰς σκέψεις τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως. Μοὶ μένει μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ προξενείων, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχουσιν οὐδεμίαν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατ’ ἐμοῦ, ν’ ἀπαντήσω εἰς δύω ἐρωτήματα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, ἤτοι τὸ ἐρώτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ προξένου Ἰωαννίνων καὶ τὸ ἐρώτημα τὸ ἀφορῶν τὸν πρόξενον τῆς Κρήτης. Τῳόντι, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως διώρισε πρόξενον ἐν Κρήτῃ καὶ ὁ πρόξενος ἀνεχώρησε καθ’ ὃν χρόνον καὶ οἱ ἄλλοι πρόξενοι ἀνεχώρησαν, ἵνα μεταβῇ καὶ οὗτος εἰς τὴν θέσιν του καὶ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ. Ὅταν ὅμως ἀφίχθη εἰς τὴν Κρήτην ἐπαρουσιάσθησαν δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὸν πρόξενον νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν χρεῶν του· αἱ δυσκολίαι αὗται μοὶ ἔγιναν ἔκτοτε γνωσταί. Κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια, ὅπως ὑπερνικηθῶσιν αἱ δυσκολίαι αὗται, καὶ ὁ πρόξενος ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του. Μέχρι τοῦδε δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀναγγείλω ὁριστικῶς τι εἰς ὑμᾶς, διότι τελευταῖον ἀπησχολήθη ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις ἐκ διαφόρων ἐκτάκτων ἀσχολιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔδωκαν καιρὸν νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δώσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτούς. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι εὐθὺς ὡς γίνῃ δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁμόρου χώρας τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἀναγνωρίσει τὸ εὔλογον καὶ θέλει δώσει διαταγὰς εἰς Κρήτην, ὅπως ὁ πρόξενος κάμῃ ἔναρξιν τῶν χρεῶν του. Ἐπὶ δὲ τοῦ προξενείου τῶν Ἰωαννίνων λέγω, ὅτι δὲν ἐγένετο εἰσέτι διορισμὸς ἐκεῖ προξένου, ἴσως ἀπὸ πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἠσχολήθην νὰ καταστήσω εὔκολον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προξενικῶν καθηκόντων ὑπὸ τῶν προξένων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἠπείρῳ, καὶ εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔχω πλέον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει παρεμβληθῆ ἡ ἐλαχίστη δυσκολία εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προξενικῶν καθηκόντων ἐν Ἠπείρῳ. Ἐντὸς δ’ ὀλίγων ἡμερῶν θέλω προκαλέσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως πρὸς διορισμὸν προξένου ἐν Ἰωαννίνοις.
§117ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρον ά. μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων 224, 453.
§118ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ προξενείου Αὐλῶνος παρακαλῶ ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν αὐτῆς εἰς 2,400 ἀντὶ 1800.
§119Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τοῦτο· ἡ ἐπιχορήγησις κατὰ τὸ 1868 συνίστατο εἰς 200 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τότε φροντίζον νὰ φέρῃ διαφόρους ἐλαττώσεις, ἐπέφερε καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐπιχορηγήσεως αὐτῆς εἰς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἑπομένως δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐπιφέρω καὶ τὴν ἑξῆς διόρθωσιν, ἡ ὁποία προῆλθεν ἀπὸ τυπογραφικὸν σφάλμα, ἀφῃρέθησαν τρεῖς γιασαξίδες· ἀπὸ τὸ προξενεῖον δηλ. Βηρυττοῦ, ἀπὸ τὸ προξενεῖον Βιτωλίων καὶ ἀπὸ τὸ προξενεῖον Ἀδριανουπόλεως.
§120ΜΙΛΗΣΗΣ. Ν’ αὐξήσῃ ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ ὑποπροξένου Αὐλῶνος εἰς 2,400, τουτέστι αἱ 150 δραχμαὶ κατὰ μῆνα νὰ γίνουν 200.
§121Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ γιασαξίδες ἀπὸ 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα 480.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γράψατέ τα παρακαλῶ. Εἰς τὸ προξενεῖον Αὐλῶνος αὐξάνει ἡ ἐπιχορήγησις, προστίθεται ὁ γιασαξῆς εἰς τὴν Χῖον, εἰς τὰ Βιττώλια καὶ εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν, οἵτινες εἶχον παραλειφθῆ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ αὐτὰς τὰς μεταβολάς;
§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη.
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Κοτζιᾶ).
§126Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ τί τρέχει· γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Μέχρι τοῦ 1867 εἰς ἕκαστον τῶν προξενείων, τὰ ὁποῖα ἔχουν γραφικὴν ἐργασίαν, συμπεριελαμβάνοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰδικοὶ γραφεῖς, ὁ μισθὸς τῶν ὁποίων προσδιωρίζετο διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι προσδιωρίζοντο ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1867 ἐθεωρήθη πρῶτον ὅτι εἶναι δύσκολον μὲ τοὺς μισθούς, τοὺς ὁποίους ἐχορηγοῦμεν εἰς τοὺς γραφεῖς τῶν προξενείων, νὰ διορίζωνται ἐξ Ἀθηνῶν, ἐνῷ δύνανται νὰ διορίζωνται ἄνθρωποι τοῦ τόπου, οἵτινες δύνανται νὰ μισθοδοτῶνται μὲ χρήματα ὀλιγώτερα· δεύτερον ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ κἄποια ἐλευθερία μεγαλειτέρα, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο παραδεκτὸν σύστημα ἐντελῶς ἀποσυγκεντρώσεως καὶ ἀφήσετε τὰ ποσὰ διὰ τοὺς γραφεῖς καὶ λιμενάρχας καὶ προσδιωρίσθη ἓν ποσὸν ἠλαττωμένον, τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ὅλης δαπάνης, καὶ τὸ περιέλαβεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Κατωτέρω εἰς τὴν σελίδα 66 φαίνονται τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα προσδιώρισαν ἀφ’ οὗ κατήργησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὰς πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ τοὺς διορισμοὺς αὐτῶν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ τὰ ὁποῖα συνίστανται εἰς πίστωσιν χορηγουμένην εἰς τοὺς προξένους, οἵτινες δι’ αὐτῆς λαμβάνουσιν ὅποιους θέλουν. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἔχει δύο σκοποὺς, πρῶτον τὴν οἰκονομίαν, δεύτερον ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τὸ ὁποῖον μετέφερεν εἰς τοὺς προξένους. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ἐὰν τοῦτο τὸ σύστημα εἶναι ὀρθὸν ἢ ἀληθές· διότι ἕνεκα τοῦ βραχέος διαστήματος δὲν ἐβεβαιώθησαν τὰ ἀποτελέσματα· ὅταν εἰσάγεται νέον τι σύστημα πρέπει ν’ ἀφίνωμεν νὰ δοκιμάζηται. Διὰ τούτο, ἂν καὶ ἐκ τῶν προτέρων εἶχον δισταγμοὺς, δὲν ἐτόλμησα νὰ μεταβάλω τὸ σύστημα τοῦτο, ἕως ἂν πεισθῇ καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ ὑπηρεσία. Τώρα ὁ κ. συνάδελφος ἡμῶν ναύαρχος Νικόδημος καὶ ὁ βουλευτὴς νέων Ψαρῶν κ. Κοτζιᾶς ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος, προτείνοντες ἀντὶ νὰ δίδεται ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπὸ τῶν προξένων ὁ μισθὸς εἰς ὅν τινα ἤθελον προσλάβει, νὰ διορίζηται ὁ λιμενάρχης ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν ὑπουργόν. Θέλουσι λοιπὸν νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ πίστωσις αὐτὴ καὶ νὰ διορίζωνται οἱ λιμενάρχαι ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, ὡς πρότερον, τῶν ἐξωτερικῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ κάμω ἀντιῤῥήσεις, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂν γένηται τοῦτο παραδεκτὸν, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἀνάλογον ποσὸν εἰς τὴν πίστωσιν 12,300 δραχμῶν.
§127ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἐδοκιμάσθη τὸ νέον σύστημα, πρὸς τί ἡ μεταβολή;
§128ΚΟΤΖΙΑΣ. Τὸ ποσὸν δὲν αὐξάνει ποσῶς· 100 δραχμαὶ ἦταν εἰς τὸ 1868 διὰ τοὺς λιμενάρχας, ἐπειδὴ δὲ οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἀπόστρατοι ναυτικοὶ πέρνουν σύνταξιν δραχ. 50, ἄρα θὰ πάρουν ἄλλας 50.
§129Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν δὲν φαίνεται τοῦτο, πρέπει δὲ νὰ καταχωρηθῇ ὅλον τὸ ποσόν.
§130ΚΟΤΖΙΑΣ. Πράγματι ὅμως θὰ λαμβάνουν 50 δραχμάς.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὅμως βάλουν ἄλλους...........
§132ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν. Καθὼς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἐσχάτως ἀπεφασίσαμεν νὰ δοκιμάσωμεν ἐν μέρει σύστημά τι προξενικὸν, τὸ ὁποῖον παρελάβομεν ἀπὸ τῆς Γαλλίας καὶ μάλιστα τῆς Ἀγγλίας. Εἰς τοὺς προξένους ἐδώκαμεν ποσόν τι, τὸ ὁποῖον διατίθεται παρ’ αὐτῶν διὰ τοὺς γραφεῖς καὶ τοὺς λιμενάρχας. Δὲν ἐξετάζω τώρα τὴν ἀξίαν τοῦ νέου συστήματος. Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο ἐγένετο ἤδη δεκτὸν, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐλάβομεν μέχρι τοῦδε ἀρκετὴν πεῖραν αὐτοῦ διὰ νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς ποῖον σύστημα εἶναι καλλίτερον, τὸ νέον ἢ τὸ παλαιὸν, καθ’ ὃ οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι διορίζονται ὅλοι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς, καὶ ὅμως ὑπέχει ὁ πρόξενος τὴν εὐθύνην τῶν παρεκτροπῶν αὐτῶν. Δοκιμάζομεν, λέγω, ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀντικαθιστᾷ ἐν μέρει τὸ παλαιὸν, καὶ πρὶν ἀκόμη λάβωμεν τὴν δέουσαν πεῖραν αὐτοῦ, ζητοῦμεν πάλιν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸ νέον σύστημα ἐν μέρει. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ μανία τοῦ μεταβάλλειν τοὺς κειμένους νόμους, πρέπει τέλος πάντων νὰ λείψῃ. Ἡ ἀρετὴ, κύριοι, ἐλευθέρου λαοῦ εἶναι νὰ φυλάττῃ ἀκεραίους τοὺς νόμους καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ, καὶ ὅταν ἀκόμη ἦναι κακοὶ, τότε δὲ μόνον νὰ τοὺς μεταβάλλῃ, ὅταν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνενδοιάστως, ὅτι δὲν εἶναι καλοί. Ἀλλ’ ἡμεῖς πάσχομεν ἀπὸ μονομανίαν, ὥστε μόλις ἀρχίζομεν νὰ θέτωμεν εἰς ἐνέργειαν σύστημά τι νόμων, καὶ ἀμέσως μᾶς ἔρχεται ἡ ἐπιθυμία νὰ τὸ καταστρέψωμεν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, διὰ νὰ δοκιμάσωμεν μέχρι τέλους τὸ νέον σύστημα διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα τελεσφόρον.
§133ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. ὑπουργὲ, ὅτι διὰ μιᾶς ἐλαχίστης τροποποιήσεως χωρὶς νὰ πειράξετε τὰ πράγματα, δυνάμεθα νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν. Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ἀντελήφθην κακῶς, ἡ ἰδέα τοῦ κ. βουλευτοῦ Νέων Ψαῤῥῶν εἶναι, πῶς δύναται νὰ διορισθῇ εἰδικὸς λιμενάρχης τρόπον τινὰ εἰς τὰ μέρη αὐτὰ διὰ νὰ προληφθοῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησίς σας νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη, προτρέπουσα τοὺς προξένους αὐτοὺς δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, διότι οἱ πρόξενοι δὲν θέλουν παρακούσει, προτρέπουσα αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὡς λιμενάρχας ἐκ τῆς τάξεως τῶν ναυτικῶν, ὅσους προτείνωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, δίδοντες εἰς αὐτοὺς αὐτὴν τὴν μικρὰν ἀντιμισθίαν, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους.
§134ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Δὲν στηρίζεται εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν.
§135ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν θέλετε καὶ τὸ σύστημα νὰ μὴ χαλάσητε καὶ τὴν αἴτησιν τῶν βουλευτῶν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, νὰ γίνῃ μία προτροπή.
§136ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Τότε ἀφαιροῦμεν τὴν ἐλευθερίαν των.
§137ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἔτσι νὰ τελειώσωμεν.
§138ΚΟΤΖΙΑΣ. Ὁμιλῶν ποτὲ δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἐκλάβῃ ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ ἰδιαίτερον συμφέρον. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Μίλησης ἐνόμισεν ὅτι ἐνδιαφέρομαι ἀπὸ τὴν μεταβολὴν.
§139ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· δὲν μὲ ἠννοήσατε, Οὐδένα προσωπικὸν ὑπαινιγμὸν ἔκαμα.
§140ΚΟΤΖΙΑΣ. Ὡμίλησα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, κύριοι· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπάρξῃ τις ὑπάλληλος, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη θέλει συντελέσει οὐσιωδῶς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὸν Δούναβιν διέμενον ἐπὶ πολλὰ ἔτη πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξῆλθον ποτὲ, διότι ὁ λιμενάρχης ἐκεῖνος δὲν ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντά του, ἐνῷ, ἐὰν ὁ λιμενάρχης διορισθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου ἤθελεν εἶσθαι λίαν μεγάλη. Τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀποσυγκεντρώσεως, κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, λέγω, ὁ Μίλησης ἐν τῇ χθεσινῇ του ὁμιλίᾳ ἦτο ἐναντίος, διότι ἔλεγε χθὲς, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον δὲν εἶναι καλὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀλλάξωμεν.
§141ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§142ΚΟΤΖΙΑΣ. Μάλιστα.
§143ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς ἀποκεντρώσεως· θὰ μὲ ὑποχρεώσητε δὲ πολὺ, ἂν μοὶ ἀποδείξητε, ὅτι ἠγόρευσα κατ’ αὐτῆς, διότι ἐζήτησα νὰ διορίζωνται οἱ ὑποδεέστεροι προξενικοὶ ὑπάλληλοι ὑπὸ τοῦ προξένου καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ· ἐὰν κατορθώσητε νὰ μὲ πείσητε περὶ τούτου θὰ σᾶς εἶμαι πολὺ ὑπόχρεως.
§144ΚΟΤΖΙΑΣ. Δὲν ἤκουσα τίποτε.
§145ΜΙΛΗΣΗΣ. Καλλίτερον διὰ σᾶς ποῦ δὲν ἠκούσατε, διὰ ν’ ἀποφύγητε τὴν ἀπορίαν τῆς ἀπαντήσεως.
§146ΚΟΤΖΙΑΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ πρόξενος ἔχει συμφέρον νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους οὐδεμίαν ναυτικὴν ἔχοντας γνῶσιν, διὰ τὸν λόγον νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα. Λοιπὸν ἐὰν ὁ πρόξενος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τοὺς διορίζῃ, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εὕρῃ ἀκατάλληλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσι καμμίαν ἀξίαν διὰ νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα χρήματα. Ἡ μικρὰ μισθοδοσία δὲν εἶναι κείνη, ἡ ὁποία ἀποτρέπει τὴν κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦτο. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὴν παραδεχθῇ καὶ αὐτός.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κολιάτσος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοτζιᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Νικόδημος ἔχει ἑτέραν πρότασιν ἀνὰ διορισθῇ λιμενάρχης εἰς Σουλινᾶν.»
§148ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁ διορισμὸς λιμενάρχου εἰς Σουλινᾶν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι περιττὸς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλω προβῆ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ λιμενάρχου, ἂν μοὶ δοθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Νικοδήμου, νὰ διορισθῇ λιμενάρχης εἰς Σουλινᾶν νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λοιπὸν 1200 δραχ. προστίθενται.
§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων 224,453. Ἄρθρον βʹ. γραφικὰ ἔξοδα 21,260. Κεφάλ. Δʹ. ἔξοδα μεταβλητέα. Ἄρθρον ά. ἔξοδα διάφορα 20,000. Ἄρθρον βʹ. ἔξοδα ἀπρόβλεπτα 20,000.
§151ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρχεν ἓν μόνον κονδύλιον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐπιγραφόμενον «ἔξοδα διάφορα ἢ ἀπρόβλεπτα δραχ. 25,000». Ἐφέτος τὸ κονδύλιον τοῦτο περιωρίσθη εἰς 20,000 δραχμῶν, ἀλλὰ προσετέθη ἓν ἕτερον κονδύλιον ἐξ 20,000 δραχμῶν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «ἔξοδα ἀπρόβλεπτα.» Ἐζήτησα, κύριοι, νὰ φωτισθῶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν περὶ τῆς φύσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ τῶν ἀπροβλέπτων τούτων ἐξόδων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρξα εὐτυχής. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀορίστως ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐξόδων τούτων· ἀναγινώσκω τὰς ἰδίας λέξεις του. «Καὶ ἐνῷ δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀπαριθμήσῃ τις ὧδε ἀνάγκας ἐνδεχομένας εἰς βαθμὸν μεγάλης πιθανότητος, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων δύνανται νὰ διατεθῶσι ποσὰ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, κρίνω ὅμως καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, παριστῶν εἰς αὐτὴν ὅτι ἐάν ποτε ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη τῆς διαθέσεως τῆς ποσότητος ταύτης καὶ γένηται χρῆσις αὐτῆς, ἡ ἀνάγκη δὲν θέλει εἶσθαι ἀναξία λόγου.» Ἐννοήσατε, κύριοι, τίποτε ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὁρμαθοῦ τῶν λέξεων; ἄλλο τόσον ἐννόησα καὶ ἐγώ. Ἔχομεν δὲ δίκαιον νὰ μὴ ἐννοήσωμεν τὴν φύσιν τοῦ κονδυλίου τούτου· διότι τὸ πρῶτον κονδύλιον τῶν 20,000 δραχμῶν δίδεται δι’ ὅλα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ἀπρόβλεπτα, τὰ ἀπρονόητα, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ τα. Ἰδού, κύριοι, τί ἀναφέρεται εἰς τὸ πρῶτον τοῦτο ἐδάφιον τοῦ κεφαλαίου Δʹ., τὸ ἐπιγραφόμενον «ἔξοδα διάφορα.» Ἀκούσατε· «ἔξοδα διάφορα,» ἤτοι· διὰ κατασκευὴν σημαιῶν, δι’ ἀνέγερσιν ἱστῶν, διὰ φιλοδωρήματα κατὰ τὰς πρώτας ἐπισκέψεις τῶν διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὰς ἐγχωρίους ἀρχάς, διὰ βοηθείας πρὸς τοὺς προξένους ἕνεκα ἐκτάκτων συμβάντων, διὰ μικρὰ βοηθήματα τῶν κλητήρων, δι’ ἀντιμισθίαν ἐκτάκτων ἐργασιῶν, διὰ μίσθωσιν κωπηλατῶν τοῦ ἀκατίου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας, δι’ ἔξοδα μεταβάσεως εἰς τὰς θέσεις τῶν διοριζομένων ἢ μετατιθεμένων προξενικῶν ὑπαλλήλων, δι’ ἐκτάκτους γραφικὰς ἢ καλλιγραφικὰς ἐργασίας, δι’ ἔξοδα διατροφῆς καὶ ἀποπομπῆς φαυλοβίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην ἀπρόβλεπτον ἀνάγκην, 20,000.» Διὰ πᾶσαν ἄλλην ἀπρόβλεπτον ἀνάγκην ἓν κονδύλιον 20,000 δραχ. καὶ δι’ ἄλλας ἀπροβλέπτους δαπάνας ἄλλο κονδύλιον 20,000 δραχμῶν. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημειοῦται ἓν κονδύλιον 20,000 δραχμῶν διὰ πᾶσαν ἔκτακτον καὶ ἀπρόβλεπτον δαπάνην, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἄλλο κονδύλιον δι’ ἀπροβλέπτους πάλιν ἀνάγκας ἐκ δραχ. 20,000. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὲ φωτίσῃ, τίνες εἶναι αἱ νέαι αὗται ἀπρόβλεπτοι ἀνάγκαι; Ἂν ᾖναι ἀνάγκαι ἱεραὶ, ἀναφερόμεναι εἰς τὴν πνευματικὴν παρασκευὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν φθάνει. Ἂν ἀποφασίσωμεν σπουδαίως νὰ καταλάβωμεν τὴν θέσιν μας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ νὰ διεκδικήσωμεν τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ μέλλον μας ἐν αὐτῇ, τότε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶνε ἀνάξιον λόγου. Ποῦ λοιπὸν θὰ ἐξοδευθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν; Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ τὸ ἐξηγήσῃ.
§152Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἀνεπαρκὲς, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ νὰ γίνουν 40,000. Ἀλλ’ ὅταν κατεχωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο, κανονιζόμενον δυνάμει Β. διατάγματος, δὲν ἠννόουν νὰ διατεθῶσι διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἐδάφ. ά. καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ διακρίνηται, ἵνα ὁ ὑπουργὸς ἔχῃ ἰδίαν εὐθύνην, ἂν διαθέσῃ αὐτὸ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐδαφ. ά. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι δὲν ἀρκῶσιν εὐχαρίστως δέχομαι νὰ γίνουν 40,000.
§153ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ἐννοῆτε νὰ θεραπευθοῦν ἀνάγκαι ἱεραὶ, τὰς ὁποίας ἐννοοῦμεν πάντες ....
§154ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὄχι.
§155ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε προτείνω νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐξήγησιν ὅτι δὲν θὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν ὑπονοούμενον.
§156ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἰς ἀνάγκας ἄλλας πολλῷ σπουδαιοτέρας αὐτῶν (θόρυβος).
§157ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑποστηρίζομεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸ, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ὅτι θὰ μεταχειρισθῇ δι’ ἄλλας ἀνάγκας, παρὰ διὰ τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ ἄρθρον αὐτό.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ γίνῃ 30,000.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐξάνεται εἰς 30,000. Κύριοι, τὸ θέτω εἰς ψηφοφορίαν.
§160ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§161ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Κεφ. Εʹ. ἐκτέλεσις συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου 2,860. Κεφ. ΣΤʹ. ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 220,000».
§162ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σταθῆτε.
§163ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήθη ν’ ἀναβληθῇ, ὅπως ἔλθωσι πληροφορίαι· ἂν δὲν θέλετε ἐμβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§164ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω τὰς ἰδέας μου καθαρά· εἶμαι κατὰ τῶν πρεσβειῶν ὅπως τὰ πράγματα ἔχουσι σήμερον. Διότι ἐκτεταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Β. λόγου, καὶ ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἡ ὁποία τότε ἀντέκρουσε πολλὰς αἰτιάσεις φερθείσας ἐναντίον της, ὑπεστήριξεν ὅτι τὰ πράγματα ἐν Εὐρώπῃ εἴτε κατὰ τὸ 1866, εἴτε κατὰ τὸ 1867, εἴτε κατὰ τὸ 1868 δὲν ἠλλοιώθησαν ἢ δὲν ἠλλοίωσαν ποσῶς τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης ἐπηρεαζόμενα ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Λίαν εὐγλώττως μάλιστα ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν τὴν ἀλαζονικὴν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς πολιτικῆς μας δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν μεγάλων δυνάμεων ἐν Εὐρώπῃ, καὶ τὴν μετατρέψωμεν σύμφωνα μὲ τὸ συμφέρον μας, καὶ οὕτω χθὲς ὁ ἴδιος κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, δὲν τὸ εἶπε μὲν ἀμέσως, τὸ ὑπέθεσεν ὅμως διὰ τοῦ λόγου του, διότι εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτική μας δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς διαθέσεις καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς. Εὑρισκόμενοι σήμερον εἰς τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος μετὰ ἓν μέγα γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἔλαβε χώραν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, νὰ δαπανήσωμεν τόσας χιλιάδας διὰ νὰ τηρήσωμεν πρεσβείας χωρὶς κανένα σκοπὸν καὶ ἀποστολήν· τόσον δὲ περισσότερον, κ. πρόεδρε, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἀπολύτους ἀνάγκας νὰ θεραπεύσωμεν, καὶ τὰς ὁποίας ἀνεπληρώσαμεν πρὸ πάντων, ὅτε ἐσχάτως διὰ δαπάνης ἁδρᾶς σχετικῶς μὲ τοὺς πόρους τοῦ ταμείου μας, ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀγοράσωμεν 2 πλοῖα, καὶ τὰ πλοῖά μας αὐτὰ θὰ μείνουν νεκρὰ ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ θὰ καταστραφοῦν καὶ δὲν θὰ χρησιμεύσουν, διότι ἐδαπανήσαμεν, καὶ συνάμα δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 2 πλοῖα εἰς ἔκτακτον περίστασιν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὴν τιμὴν τῆς σημαίας μας. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν προτιμότερον, ἂν ἀντὶ νὰ δαπανῶμεν εἰς τὴν συντήρησιν πρεσβειῶν, αἵτινες δὲν ἔχουν καμμίαν ἀποστολὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν ἦτο προτιμότερον δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ νὰ κατασκευάσωμεν μίαν δεξαμενὴν δὲν ἐννοῶ, ὅτι θὰ τὴν κατασκευάσωμεν δι’ αὐτοῦ μόνου τοῦ ποσοῦ τῶν 220,000, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἂν τὸ κρατήσωμεν, ἵνα δανεισθῶμεν ἀπέναντι αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἓν ἑκατομμύριον δραχμὰς νὰ κατασκευάσωμεν μίαν δεξαμενὴν διὰ νὰ ἐκκαθαρίζωμεν τὰ πλοῖά μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία, ὡς ἀποδείχθη, καὶ ὡς οἱ ναυτικοί μας μᾶς ἀνέπτυξαν καὶ ὡς ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζομεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι περιττὴ, διότι κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχουν κανένα σκοπὸν εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις καὶ καμμίαν ἀποστολήν· ἴσως εἶναι μία ἀλαζονεία ἐθνικὴ νὰ διατηρῶμεν πρεσβείας εἴτε εἰς τὴν Πετρούπολιν, εἴτε εἰς Παρισίους. Νὰ τὰ δαπανήσωμεν λοιπὸν διὰ μίαν δεξαμενὴν καὶ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι λίαν ἀναγκαία διὰ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος.
§165Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν ἤμην παρὼν ὅταν ἐσυζητήθησαν τὰ περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκαν εἰς τοὺς λόγους μου τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν καὶ ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς πρότερον. Εἶπον δὲ, ὅτι ὄχι δὲν ἐχρησίμευσαν αἱ πρεσβεῖαι, ἀλλ’ ὅτι ἑκάστη ἐπικράτεια ἔχει μίαν πολιτικὴν ἐξωτερικὴν ἀναλλοίωτον καὶ ἀμετάβλητον· γνωστὴ ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας· καὶ ὅτι εἶναι πλάνη ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπω, νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι θέλομεν κατορθώσει νὰ μεταβάλωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν, διὰ τῶν πρεσβειῶν μας· ἐν τούτοις ἡ ὕπαρξις τοῦ πρέσβεως πολυειδῶς ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντά μας.
§166ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἠννοήσαμεν, ἀλλ’ εἴπετε ῥητῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ἠθέλαμεν εἶσθαι γελοῖοι, ἂν ὑπεθέτομεν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλαμεν μεταβάλει τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Γαλλίας.....
§167Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ λέγω καὶ τώρα.
§168ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἄλλο ἦτον αὐτὸ, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο, διότι πότε ἐῤῥέθη αὐτό; καθ’ ἣν ἐποχὴν δύω μερίδες ἰσχυρίζοντο, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ἔκαμον τοῦτο εἰς τὰ 1866, ὅτι ἔκαμον τοῦτο εἰς τὰ 1867, ὅτι ἔκαμον τοῦτο εἰς τὰ 1868. Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἦλθε καὶ εἶπεν, ὄχι, ἔχετε ἄδικον, μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἔκαμαν νὰ παρουσιάζηται ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης σήμερον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ αὔριον ὑπὸ τὴν ἄλλην. Τοῦτο λοιπὸν ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω καὶ ἐγὼ, ἀφοῦ σήμερον δὲν ὑφίσταται κανὲν ζήτημα, ὅπως τότε, καὶ κατ’ ἐμὲ τότε ὑπῆρχε ἀνάγκη πρέσβεων κατ’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις, ὅπου διεδραματίζοντο ἐκεῖνα τὰ πράγματα ἐν Εὐρώπῃ, σήμερον ὅμως νὰ τοὺς πληρόνωμεν 220,000 καὶ νὰ τοὺς ἔχωμεν ἀμεριμνομερίμνους δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ ἔχωμεν μίαν δεξαμενὴν, διότι ὁ τόπος εἶναι παράλιος. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην μιᾶς δεξαμενῆς, διότι ἐκατασκευάσαμεν 2 πλοῖα καὶ ἐπεβαρύνθημεν μὲ 4½ ἑκατομμύρια δραχμὰς καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στέλλωμεν τὰ πλοῖά μας εἰς Τεργέστην ἢ εἰς Τουλῶνα διὰ νὰ τὰ καθαρίσωμεν καὶ θὰ δαπανῶμεν 5 καὶ 20 χιλιάδας περισσότερον. Λοιπὸν δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ λείψουν αἱ πρεσβεῖαι καὶ νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ποσὸν δι’ αὐτὴν τὴν δεξαμενήν; (θόρυβος) εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν τὸ παραδέχηται ἢ μὴ ἡ Βουλὴ, οὐχ ἧττον ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τὸ εἴπω.
§169ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Πετιμεζᾶν καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἔκαμε λόγον περὶ ναυτιλίας καὶ δεξαμενῆς· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ δεξαμενὴ μόνη δὲν ὠφελεῖ μόνον. Ἐγὼ μετὰ τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω ὑποβάλει μίαν πρότασιν καὶ περὶ δεξαμενῆς καὶ περὶ ὅλων καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἦσθε πρόθυμοι.
§170ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν οἱ ἐν τοῖς δωματίοις, θὰ γίνῃ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλ. 6 ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§172ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. πρόεδρε, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι ἤθελε παραδεχθῆ, ἀλλὰ σεῖς ὡς πρόεδρος, ὁσάκις γίνεται μία τροπολογία ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου, ὀφείλετε νὰ θέσητε, πρῶτον τὴν τροπολογίαν εἰς ψηφοφορίαν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο τροπολογία, ἀλλ’ ἄρνησις.
§174ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἔχουν δίκαιον, κ. πρόεδρε.
§175ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὶν παραιτήσωμεν, κ. πρόεδρε, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, θὰ ζητήσω μίαν τελευταίαν πληροφορίαν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Εὐρώπης προσεκλήθησαν καὶ δημοσιογράφοι εἰς τὴν τελετὴν τῆς διώρυγος τοῦ Σουὲζ, μόνη ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠξιώθη τῆς τιμῆς ταύτης. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποίους λόγους ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς τὴν ὄχι εὐχάριστον ταύτην ἐξαίρεσιν; Διὰ τί ἐκ τῆς Ἑλλάδος δὲν προσεκλήθησαν δημοσιογράφοι διὰ νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν ἐγκαινίασιν τῆς διώρυγος; καὶ οὕτω δὲ, κύριε πρόεδρε, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν παγκόσμιον ταύτην πανήγυριν, οὔτε ἐπισήμως οὔτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον.
§176ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πρὸ ὀκτὼ μόλις ἡμερῶν, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μόνον ἠρωτήθην ἀπὸ τὸν πολιτικὸν πράκτορα τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἂν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴν κυβέρνησιν ἵνα προσκληθῶσι καὶ παρευρεθῶσι κατὰ τὰς ἐκεῖ ἑορτὰς καὶ ἐκ τῶν δημοσιογράφων τῆς Ἑλλάδος, ἀπήντησα ἀμέσως ὅτι δὲν νομίζω ὅτι κωλύεται ἀπό τινα λόγον ἵνα ἐκφράσῃ τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Δὲν γνωρίζω τίποτε ἄλλο.
§177Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε!
§178ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Ὑπουργεῖον δικαιοσύνης. Κεφ. Αʹ. προσωπικὸν....
§179ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κύριε πρόεδρε.
§180ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὴ εἶναι ἡ ἐργασία αὐτὴ, κ. πρόεδρε Μίαν ἄλλην ἡμέραν ν’ ἀρχίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, διότι εἶναι 4½ ἡ ὥρα, διότι ἂν προκληθῶμεν εἰς συζήτησιν θὰ καθήσωμεν μὲ τὰ φῶτα (θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§182ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Θέλομεν.
§183ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Κεφ. Αʹ. Προσωπικόν. Ἄρθρον Αʹ. ὑπουργείου 35,163. Ἄρθρον Βʹ. Ἀρείου Πάγου 60,264. Ἄρθρον Γʹ. Ἐφετείων 222,192.»
§184ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν μίαν ἔνστασιν κατὰ τῆς προσθήκης τῶν Ἐφετῶν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§186ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§187ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω ἐγὼ ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις. (γέλως).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§189ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετείων, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§191ΛΑΠΑΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν κυβέρνησιν, καὶ δεύτερον τὴν Βουλὴν καθόσον γνωρίζετε καλλίτερά μου, ὁ μισθὸς τῶν ἐφετῶν εἶναι ὅλως διόλου μικρὸς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσουν μὲ 300 δραχμάς.
§192ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 400 δραχμάς.
§193ΛΑΠΑΣ. 300 δραχ., διότι ἡ κράτησις πάει εἰς τὸ φοῦντο. Τοὺς ἐκάματε ἰσοβίους, πρέπει νὰ τοὺς δώσητε καὶ ψωμίον νὰ φάγουν (θόρυβος). Σπουδαῖον εἶναι αὐτὸ, σκεφθῆτε καλὰ, διότι εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας τοῦ κράτους μεγάλας πόλεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ 300 δραχμάς Τουλάχιστον ἐξαιρέσατέ τους ἀπὸ τὴν κράτησιν, διὰ νὰ ἀγοράσουν καὶ μερικὰ βιβλία καὶ κάμουν τὴν δουλειά τους καλλίτερα· (θόρυβος). Ὅπως ἀγαπᾶτε, ἐγὼ παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν βουλὴν, νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου.
§194ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ἀρειοπαγῖται.
§195ΛΑΠΑΣ. Καὶ οἱ Ἀρειοπαγῖται. Τέλος πάντων ἐγὼ ἔκαμα μίαν παράκλησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν. Ἐγὼ νομίζω, πῶς εἶναι δίκαιον· ἐγὼ ὁμιλῶ ὡς πατριώτης, διότι ἐκεῖ θὰ εὕρητε τὸ δίκαιόν σας, ἐκεῖ κρέμαται καὶ ἡ περιουσία καὶ ἡ τιμή σας· δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγοράσουν ἓν βιβλίον· 40 δραχμαὶ εἶναι αὐταί. Κόψατε ἀπὸ ἄλλους καὶ ἐγὼ σᾶς εὑρίσκω ἕνα πόρον ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ εὐκολύνητε καὶ δώσωμεν ὀλίγον ψωμίον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅπως ἀγαπᾶτε.
§196ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριε πρόεδρε, ἐξητάσθη ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν, αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν· νομίζω, ὅτι ἡ βουλὴ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή. Ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχητε νὰ περιμένητε πολλὰ ἀπ’ αὐτὴν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τόσην περιφρόνησιν, νὰ λησμονῆτε, ὅτι ὑπῆρξε, καὶ ἔκαμε καὶ μίαν ἔκθεσιν.
§197ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). «Αἱ σπουδαιότεραι διαφοραὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τούτου, παραβαλλομένου πρὸς τὸν τοῦ 1869, εἰσί· 1) ἡ προσθήκη δύο ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις, 2) ἡ προσθήκη 10 πρωτοδικῶν ἔν τισιν ἐπαρχίαις, 3) ἡ κατάργησις 17 εἰρηνοδικείων τῆς δʹ. τάξεως· καὶ 4) ἡ ἐγγραφὴ δαπάνης πρὸς ἔναρξιν ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ καταστήματος. Καὶ τὴν μὲν ἐν τῷ κεφαλ. 1. ἄρθρ. 3 «Ἐφετεῖα» προσθήκην δύο ἐφετῶν, ἀποχρώντως ᾐτιολογημένην ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. παμψηφεὶ ἀποδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ συνίστησι τὴν παραδοχήν της πρὸς τὴν Βουλὴν· ἐπιθυμεῖ δὲ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, ἤτοι τὸ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων διὰ τῆς ταχείας ἐκδικάσεως, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἀναβάλλει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐν τῇ ἀπὸ 6 Ὀκτωβρίου 1869 δηλώσει τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινομένης προσθήκης ἐφετῶν παρὰ τοῖς ἐφετείοις τοῦ κράτους μέχρις οὗ διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως ἀποδειχθῇ ἀποχρῶσα ἡ ἀνάγκη. Περιορίζει δὲ κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἐν τῇ αὐτῇ δηλώσει προσθήκην 8 παρ’ ἐφέταις κλητήρων εἰς 4. Βʹ.) Τὴν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλ. 1, ἄρθρ. 4. «Πρωτοδικεῖα» προσθήκην 10 πρωτοδικῶν ἀποδέχεται ἡ ἐπιτροπή, γνωστῆς οὔσης αὐτῇ ἐκ τῶν προτέρων τῆς πληθύος τῶν τε ἐν Καλάμαις καὶ Τριπόλει ποινικῶν δικῶν. Ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἐν τῇ ῥηθείσῃ δηλώσει προσθήκην 4 Ἀντεισαγγελέων. Γʹ.) Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλ. 1, ἄρθρον 5 «Εἰρηνοδικεῖα» ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποδέχεται τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατάργησιν 17 εἰρηνοδικείων τῆς δʹ. τάξεως, συνιστᾷ δὲ κατὰ μειοψηφίαν τὴν κατ’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας τοποθέτησιν τῶν εἰρηνοδικείων ἐν γένει. Δʹ.) Ἐπὶ τοῦ κεφαλ. 6, ἄρθρου 1 «Διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Ἀθήναις δραχ. 70,000» ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὁποῖον ὡς ἔγγιστα τὸ ὅλον δαπανηθησόμενον ποσὸν καὶ ὁποῖον τὸ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ μνημονευόμενον νέον σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐπληροφορήθη ἄλλοθεν ὅτι διάφοροι ἐπιτροπαὶ συνεστήθησαν, ἡ δὲ τελευταία δὲν ὑπέβαλεν ἄχρι τοῦδε οὔτε σχέδιον, οὔτε προϋπολογισμὸν δαπανῶν, γνωμοδοτεῖ κατὰ πλειονοψηφίαν ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς δαπάνης ταύτης.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ζητεῖ τὸν λόγον;
§199ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς παραδέχεται τὰς παρατηρήσεις αὐτάς;
§200Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, διότι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς μερικὰς ἀδίκους αἰτιάσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατ’ ἐμοῦ δι’ ἐπερωτήσεων, τῶν ὁποίων δὲν ἔλαβον ἐντελῆ γνῶσιν, διὰ ν’ ἀπαντήσω καταλλήλως, ἐγένοντο δὲ σκοπίμως ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, διότι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε νὰ γίνουν ὅταν ἔλειπον ἐντεῦθεν προσωπικῶς. Ἀπήντησα τότε κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς βουλῆς προθεσμίαν, μόλις προφθάσας νὰ λάβω ἀμυδράν τινα γνῶσιν τινῶν μόνον ἐπερωτήσεων, διότι τὸ προεδρεῖον δὲν μοὶ εἶχε κοινοποιήσει εἰμὴ μόνον τὴν γενομένην ἐπερώτησιν κατὰ τὴν 20 τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου καὶ ὄχι ἄλλας· ἀλλὰ δὲν ἦτον ἡ ἐποχὴ ἐκείνη κατάλληλος διὰ νὰ γίνῃ πλήρης συζήτησις, οὔτε ἐγὼ ἤμην ἕτοιμος τότε. Δὲν προσεδόκουν τοιοῦτον σκοπόν, ὁποῖος ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ συμπληρώσω τὸ ἔργον μου εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, ἥτις ἤθελε μοὶ παρουσιασθῆ. Ἡ σημερινὴ ἦτο κατάλληλος, ἐὰν ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προοδεύσωμεν ταχύτερον εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ὑπεχρέου ἐμὲ νὰ περιορίσω τὸν λόγον μου, ἀρκούμενος νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν καὶ ν’ ἀφήσω εἰς ἄλλην ἐποχὴν τὸ νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ κατηγόρου μου, ὅταν εἰς τοῦτο καὶ πάλιν προκληθῶ. Εἶμαι ἄρα ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὰς προσθέτους πιστώσεις, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία τῶν δικαστηρίων ἔχει ἀνάγκην, καὶ περὶ τῶν ὁποίων μέλλει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Εἶναι δὲ αἱ ἑξῆς, τὰς ὁποίας ἀναφέρω ἐκ προοιμίων διὰ νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὰς γενησομένας συζητήσεις. «Προσωπικὸν ὑπουργείου». Εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχουν τρεῖς γραμματεῖς πρώτης τάξεως, καὶ εἷς Βας. Τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης σχετικῶς πρὸς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα ἔχει τὸ ὀλιγώτερον προσωπικόν· εἷς μόνος εἶναι γραμματεὺς δευτέρας τάξεως, καὶ οὗτος λίαν ἱκανὸς καὶ ἔμπειρος, ἐνῷ οἱ ἄλλοι κατ’ οὐδὲν ἀνώτεροι αὐτοῦ εἶναι πρώτης τάξεως. Ἐνόμισα δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ ἀδικήσω τὸ ὀλίγον αὐτὸ προσωπικόν, ὁ δὲ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν πρώτην τάξιν διὰ τῆς προσθήκης 600 δραχ. κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόσθετος δαπάνη ἡ περιπλέον, τὴν ὁποίαν ζητῶ διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης νὰ γίνῃ δεκτή. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετείων.
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. ὑπουργὲ, ζητεῖτε προσθήκην προσωπικοῦ νέου;
§202ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι· προβιβασμὸν τοῦ δευτέρας τάξεως γραμματέως ἵνα γίνῃ πρώτης.
§203ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§204ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐρωτῶμεν. Εἶναι θέσις πρώτης τάξεως εἰς τὸ καταστατικόν;
§205ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι· ἔχω ἕτοιμον καὶ τὸν νόμον. Ἔρχομαι, κύριοι, νῦν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς προσθήκης τῶν ἐφετῶν. Δὲν ἐννοῶ τὴν δικαιοσύνην εἰς ἓν κράτος, παρ’ ὅταν ἠμπορῇ νὰ διανέμηται ἐγκαίρως καὶ καλῶς. Ὅταν ἓν τῶν δύο αὐτῶν προσόντων ἐλλείπῃ ἀπὸ τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἰς ἐκεῖνο τὸ κράτος ἠμπορεῖ τις μετὰ θετικότητος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν διανέμεται καλῶς, ὅτι τὸ κράτος ἐκεῖνο σχετικῶς ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην δὲν διοικεῖται καλῶς. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν γένει εὑρίσκονται τὰ δικαστήρια σχετικῶς πρὸς τὴν πληθὺν τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν των, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐκδικασθῶσιν ἐγκαίρως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων Ἀλλ’ ἐγένετο κατάχρησις τῆς προτιμήσεως τῆς συζητήσεως αὐτῶν διὰ νὰ ἐξομαλυνθῶσι τὰ προσκόμματα, ἀλλὰ τοιαύτη ἐξομάλυνσις περιποιεῖ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλαμβανόντων αὐτὴν καὶ ἀδικεῖ ὅλους τοὺς λοιπούς. Ἐκ τῆς σωρείας λοιπὸν τῆς μεγάλης τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ἐνώπιον τῶν ἐφετείων πρὸ πάντων, κατήντησαν ὑποθέσεις νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκδικασθῶσιν εἰμὴ μετὰ 4 καὶ 5 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεκαλέσθησαν ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν. Συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ δικαστηρίων, προσεπάθησα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ διευκολύνω τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων, αὐξάνων τὸ προσωπικὸν κατ’ ἐλάχιστον, ὅσον εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ δώσωμεν ὤθησιν μεγαλειτέραν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐφετείου τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐκ τοῦ ἐφετείου τοῦ Ναυπλίου, εἶναι ἀδύνατον ἄνευ τῆς διαιρέσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα ἐφετῶν εἰς τρία τμήματα, καὶ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν Ναυπλίας εἰς δύο, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ συνεδριάζωσι τακτικοὶ δικασταί, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ ἠμπορέσουν τὰ δικαστήρια αὐτά, ὄχι νὰ φθάσουν εἰς ἐνημερότητά τινα, ἀλλὰ νὰ ἠμπορέσουν ἐντὸς δύο ἐτῶν ἢ τριῶν νὰ ἐκδικάσουν τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν των. Ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα ἐφετῶν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 4238 ἤδη, ἐκτὸς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων· πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν, βουλεύματα ἐπέκεινα τῶν χιλίων κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχει καὶ εἰδικὴν δικαιοδοσίαν ποινικὴν ἐπὶ τῆς ναυταπάτης καὶ πειρατείας· ἀλλ’ αἱ δίκαι αὗται εἶναι σπάνιαι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰς συμπεριλαμβάνω, ἔχει ὅμως καὶ τὰς προξενικὰς ἐφέσεις αἵτινες εἶναι οὐσιωδέσταται. Λοιπὸν ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσητε ἱκανοὺς τοὺς ἐφέτας, ὅσον καὶ ἂν τοὺς ὑποθέσητε δραστηρίους καὶ φιλέργους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐκδικάσουν 4238 ὑποθέσεις ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν· διότι οὐδεὶς ἐφέτης ἠμπορεῖ ἐργαζόμενος ἐπὶ σπουδαίων ὑποθέσεων νὰ συντάξῃ περισσοτέρας ἀπὸ 10 ἀποφάσεις κατὰ μῆνα, καὶ εἶναι καὶ πολλαὶ, διότι εἰς τὰ δικαστήρια τὰ ἀνώτερα μεταβιβάζονται αἱ δυσκολώτεραι ὑποθέσεις καὶ αἱ σημαντικώτεραι διὰ τὸ συμφέρον περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ἀπαιτεῖται τὰ δικαστήρια τῶν ἐφετῶν δικάζοντα ἀνεκκλήτως νὰ καταβάλλωσι μεγαλειτέραν προσοχὴν καὶ περισσότερον κόπον, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας, τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ καὶ προτιμᾷ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς διοικήσεως τῶν δικῶν ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν, διότι 10 ἐφέται, ἀπὸ 10 ἀποφάσεις κατὰ μῆνα, ἐκδίδουν 100, εἶναι 1200 τὸν χρόνον· διὰ νὰ δικάσωσι 4400 ἐκτὸς ἄλλων προσθέτων, διότι ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι πολλαὶ δὲν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμέναι, ὥστε πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη τινὰ ἀριθμὸν, τότε ἀναγκαίως ὀφείλει νὰ περιμείνῃ τις τὸ τέλος μιᾶς ὑποθέσεώς του ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου μετὰ 4 ἔτη. Ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἤθελεν ἀδικήσει πολὺ τοὺς δικαζομένους, ἐὰν ἐσυγχώρει τὴν διατήρησιν μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, τοσούτῳ δὲ περισσότερον, καθόσον ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ οὔτε ἓν λεπτὸν τὸ δημόσιον, ἡ δημοσία οἰκονομία. Οἱ δικασταὶ, οἱ διοριζόμενοι εἰς τὰ δικαστήρια, αὐτοὶ κερδίζουν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ δημόσιον, διὰ τῆς μεγαλειτέρας καταλύσεως τοῦ χαρτοσήμου. Ἐὰν πολλαὶ ὑποθέσεις δικάζωνται, πολλὰ χρήματα εἰσπράττει τὸ δημόσιον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, ἐὰν ὀλίγαι, ὀλιγώτερα. Ὅταν θέλουν λοιπὸν δικάζεσθαι μόνον 1200 ὑποθέσεις, ἀναλόγως θὰ εἰσπράττωνται τὰ χρήματα τοῦ χαρτοσήμου τῶν 1200 ὑποθέσεων· ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ δικασθῶσι 2400 ὑποθέσεις, τότε θὰ εἰσπραχθῇ τὸ διπλάσιον, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττηται, θὰ ᾖναι πολὺ ἀνώτερον τοῦ καταβαλλομένου ὑπὸ τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν 10 δικασταὶ ὑπάρχουν μέχρι τοῦδε εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον· ἐζήτησα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προστεθῶσιν ἕτεροι δύο, ἀφορῶν πάντοτε εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐργαζόμενος μετὰ φειδοῦς. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὰ πράγματα, ἡ πεῖρα μοὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, διότι τὰ κακουργιοδικεῖα κατήντησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνιμα. Κατ’ ἔτος ἔχομεν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ἐφετῶν κακουργιοδικεῖα συνεδριάζοντα ἐπὶ 10 μῆνας. Τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας μας, πνεῦμα, τὸ ὁποῖον βλέπομεν εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν διατηρούμενον μετὰ μείζονος αὐστηρότητος, διότι ἐκεῖ πάντα τὰ κακουργιοδικεῖα προεδρεύονται ὑπὸ μελῶν ἐφετείων, ἀπαιτεῖ νὰ προεδρεύωνται ὑφ’ ἑνὸς μέλους τοῦ ἐφετείου. Ἐν Γαλλίᾳ οὐδεὶς ἄλλος δικαστὴς δύναται νὰ προεδρεύσῃ ἓν κακουργιοδικεῖον, διότι τὰ κακουργιοδικεῖα ἐκεῖ θεωροῦνται ἀπόῤῥοια (emanation) τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν, καὶ αὐτοδικαίως ἔχουσι τὸ δικαίωμα τὰ δικαστήρια τῶν ἐφετῶν τοῦ προσδιορίζειν μεταξὺ τῶν μελῶν των τὸ πόσωπον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ προεδρεύσῃ τὸ κακουργιοδικεῖον. Ἐὰν ἐνταῦθα δὲν ἔχωμεν ἐντελῶς τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν, ἔχομεν ὅμως τὸ αὐτὸ πνεῦμα σχεδόν· μάλιστα ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἡ τοσαύτη πληθὺς τῶν δικῶν ἐνώπιον τῶν ἐφετείων, τὰ κακουργιοδικεῖα προεδρεύοντο πάντοτε ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτῶν. Λοιπὸν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἀκόμη, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὅταν εἷς ἀνώτερος δικαστὴς, ἓν μέλος τοῦ ἐφετείου, διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις ἑνὸς κακουργιοδικείου, διὰ τὴν καλλιτέραν ἐφαρμογὴν τῆς νομοθεσίας, καθόσον τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι μᾶλλον κατηρτισμένον καὶ μᾶλλον στοιχειωμένον εἰς τὴν νομοθεσίαν, πρέπει, εἶναι ἀνάγκη, τὰ κακουργιοδικεῖα τοὐλάχιστον, τὰ ἑδρεύοντα, ὅπου ἑδρεύουσι καὶ τὰ ἐφετεῖα, νὰ προεδρεύωνται ὑπὸ ἐφετῶν. Τότε λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἀφαιρεῖται εἷς δικαστὴς, καὶ ἀντὶ τῶν 10 μένουν μόνον 9· 9 δικασταὶ καὶ ὁ πρόεδρος 10· ἐὰν διαιρεθῇ τὸ δικαστήριον μὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἰς τρία τμήματα, θὰ ἦναι μόνον τρεῖς τακτικοὶ δικασταὶ εἰς κάθε τμῆμα καὶ δύο πάρεδροι, πάρεδροι λαμβανόμενοι ἐκ τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὴν εὐθύνην ἔχουν τῶν τακτικῶν δικαστῶν, οὔτε τὸ συμφέρον νὰ ἐπασχοληθῶσιν εἰς τὰς ὑποθέσεις. Εἶναι δὲ ὅλως ἀσύμφορον διὰ τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης ἡ συγκρότησις τοιούτου δικαστηρίου· διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλάκις ἀπαρτίζεται πλειονοψηφία εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν οὕτω ἐσχηματισμένον ἐκ τῶν δύο παρέδρων, ἤτοι τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν εὐθύνην, τὴν πρέπουσαν εὐθύνην, καὶ ἑνὸς ἐφέτου, καὶ πολλάκις ἡ πλέον σφαλερὰ γνώμη χρησιμεύει ὡς βάσις τῆς ἀποφάσεως. Αὐτὸ δὲν λέγεται καλὴ διανομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἐκ τούτου λοιπὸν ὡδηγήθην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἰς τὰ ἐφετεῖα, ὅπου προσδιορισθῇ ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, πρέπει νὰ προστεθῇ εἷς ἐφέτης, ὅστις νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ νὰ προεδρεύῃ τὸ κακουργιοδικεῖον, καὶ νὰ μὴ ἐπασχολῆται ἕτερον μέλος τοῦ ἐφετείου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσδιωρισμένα διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τακτικῶν ὑποθέσεων. Ἔχομεν λοιπὸν τέσσαρα ἐφετεῖα, ἄρα θὰ διορισθῇ ἀνὰ εἷς ὑπεράριθμος ἐφέτης εἰς ἕκαστον αὐτῶν.
§206ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν στιγμὴν, δὲν ἀκούομεν· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη, ἂς ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα διὰ τὴν δευτέραν, ἄλλως ἂς καθήσουν οἱ κύριοι, διὰ νὰ ἀκούσουν τὸν ἀγορεύοντα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἂς τελειώσῃ ὁ κ. ὑπουργός.
§208ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δευτέραν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 5 Μ. Μ.)