1869.10.29
2,679 rows · 21,979 words · 326 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1869.
(Τετάρτη).
Ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§4Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγιγνώσκει νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως τοῦ Ζαππείου καταστήματος.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
Ἄρθρ. 1. Πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων, μετὰ τῶν παραρτημάτων καὶ τῆς περιοχῆς αὐτοῦ, παραχωροῦνται δωρεὰν αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, (μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ εἰς τὸ δημόσιον ἀνήκοντος μέρους τῶν κοινῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἰδιωτῶν γαιῶν) αἱ κείμεναι ἐντὸς τῆς διὰ τοῦ συνημμένου διαγράμματος ἀπεικονιζομένης ἐκτάσεως Α. Β. Γ. Δ. Ε. Ζ. Ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης τῆς ἀπαρτιζούσης μέρος τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἐφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνέγερσις οἱουδήποτε οἰκοδομήματος, ἐπιτρέπεται ν’ ἀνεγερθῶσι μόνον τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, τὰ παραρτήματα καὶ τὰ περιφράγματα αὐτοῦ. Ἄρθρ. 2. Ἡ ἀνέγερσις τοῦ καταστήματος, ὅπερ κληθήσεται Ζάππειον, γενήσεται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ τῶν Ὀλυμπίων Εὐαγγέλη Ζάππα, δαπάνῃ τοῦ ἐκτελεστοῦ αὐτῆς Κωνστ. Ζάππα. Ἄρθρ. 3. Αἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 1 παραχωρούμεναι γαῖαι, παύουσαι ὁπωσδήποτε νὰ χρησιμεύωσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν παραχωροῦνται, ἐπανέρχονται αὐτοδικαίως εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως περιεχούσης τὴν ἱστορίαν τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Τὸ ἔργον εἶναι σπουδαιότατον, κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ὅλοι θέλομεν τὸ λάβει ὑπ’ ὄψιν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἂν ἦναι δυνατόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωσταντᾶς ἔχει δύο λέξεις νὰ εἴπῃ.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, κατὰ τὸ πρώην Ἰόνιον σύστημα ἐν Ἑπτανήσῳ, κατὰ δυστυχίαν ἐτιμωροῦντο ὄχι μόνον αἱ ἰδέαι, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, ἐτιμωροῦντο διὰ προστίμων, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέσων ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατεβάρυνε τὸν λαὸν μὲ ἄπειρα χρέη. Ταῦτα δὲ δὲν εἰσεπράττοντο, ἀλλ’ ἄφινον αὐτά, διὰ νὰ κρατῶσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ ἔχωσι πάντοτε ὑπονοίας. Ἐν τούτοις τὰ πρόστιμα ταῦτα παρεδόθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὡς χρέη καθυστεροῦντα· τὸ δημόσιον ἤρξατο νὰ εἰσπράττῃ αὐτά, ἀλλ’ ἐγένοντο παραστάσεις περὶ τοῦ ἀδίκου καὶ τὸ δημόσιον διέταξε τὴν ἀναστολήν. Ἠγέρθησαν ὅμως ὑπόνοιαι ὅτι οἱ ἔμποροι, οἵτινες ὀφείλουν, ὀφείλουν, διότι διέπραξαν λαθρεμπόριον καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς κατήγγειλε τοὺς σπουδαιοτέρους ἐμπόρους· ὁ ἀνακριτὴς ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως, ἐσυζητήθη τακτικῶς ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον κατεδίκαζεν αὐτοὺς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ κατὰ τοὺς Ἰονίους νόμους. Κατόπιν ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως ὁ τελώνης, καὶ κατεδίκασεν αὐτοὺς ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰσήγαγον τὴν πρᾶξιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν· τότε τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν διεχειρίζετο ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἀπέῤῥιψε τὴν ἀπόφασιν τοῦ τελώνου λόγῳ ἀναρμοδιότητος· ἀνετέθη δὲ εἰς τοὺς νομομαθεῖς ν’ ἀποφασίσωσι. Μετὰ ταῦτα τὸ ὑπουργεῖον λέγει εἶναι ἀναρμόδιον. Λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπως κανονίσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὁ ὁποῖος διὰ δύω ἀποφάσεων ὑπ’ ἀριθμὸν 33 καὶ 38 ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ λυθῇ κατὰ τοὺς Ἰονίους νόμους. Ὁ εἰσαγγελεὺς λοιπὸν ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως καὶ ἠναγκάσθησαν πολλοὶ ἐκ τῶν ἐμπόρων ν’ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην φυγόδικοι. Ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν διὰ νόμου. Ἀλλά, καθὼς γνωρίζετε, κύριοι, τὸ κράτος πιέζεται ἀπὸ ἄλλας ἀνάγκας καὶ αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι ἀνέναντι τῶν τοῦ κράτους εἶναι μηδαμιναί. Τοῦτο λαβὼν ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν, ἔσπευσα, ἐγώ, νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ διενεμήθη. Ἐνδέχεται νὰ μὴ συμφωνῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, καὶ ἔπειτα οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἂς κάμουν ὅ,τι θέλουν, ἂς τὸ μεταποιήσουν ἢ ἂς τὸ ἀποῤῥίψουν. Ἐπειδὴ δὲ ἠξεύρετε ὅτι κατὰ τὴν 18 9βρίου ἐὰν δὲν ᾖναι ἐψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον, τότε πλέον δὲν θὰ ἔχῃ κανένα σκοπὸν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ καὶ πρέπει νὰ κανονισθῇ πρὸ τῆς 8 Νοεμβρίου.
§7ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ βουλευτὴς παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς κατεπεῖγον, λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Κωσταντᾶ).
§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἥτις εἰσάγεται· δὲν εἶμαι ὅμως οὐδ’ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Κύριοι, τὰ νομοσχέδια δὲν εἰσάγονται τόσον ἐσπευσμένως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς προσκαλούμεθα ἵνα κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐφέραμεν τὸν προϋπολογισμόν· τώρα μᾶς φέρουν καὶ ἀναγινώσκουν ἓν νομοσχέδιον, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι συζήτησις αὐτή· εἶμαι λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων λέγει, ὅτι πρώτην φορὰν βλέπει αὐτό· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν, ἂν πρὸ μηνὸς δὲν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἂν δὲν διῆλθε ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ἀπαιτούμενα. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ κατεπεῖγον, ὅπως σᾶς ἐξηγήθην σήμερον, βλέπετε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ πρώτην φορὰν, μολονότι τὸ παρεδέχθη.
§13ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δὲν τὸ παρεδέχθη.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ὅτι θὰ συζητηθῇ σήμερον καὶ αὔριον· αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον προτείνετε εἶναι ἔμμεσος τρόπος ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τί; νομίζεις ὅτι ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, θὰ σὲ ἐντραπῶμεν; Ἔχομεν ἢ ὄχι ἡμερησίαν διάταξιν; εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο; πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν;
§16ΛΥΚ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τί αὐτὴ ἡ ἀντίστασις;
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχομεν ἀντιστάσεις καὶ μάλιστα σπουδαίας, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἀφαίρεσις ποινῆς, τὴν ὁποίαν μόνος ὁ Ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ· ποτὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται εἰς ἀλλότρια δικαιώματα. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔχω τὸν λόγον· παρακαλῶ δὲ νὰ τὸ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§18ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ νὰ τὸ γράψητε, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ τὸ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων· τί θὰ εἴπῃ πρώτη ἀνάγνωσις; θὰ εἴπῃ συζήτησις.
§19ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§20ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἂν πρέπῃ ν’ ἀναγνωσθῇ ἢ ὄχι, μοὶ φαίνεται ἀκατάληπτος· δὲν καταλαμβάνω τὸν σκοπὸν τῆς ἀντιῤῥήσεως, ἀφοῦ ὁ κύριος Κωνσταντᾶς ἐξηγήθη, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ὁ χρόνος σπεύδει. Ἡ ἀνάγνωσις ἡ πρώτη δὲν ἐμποδίζει νὰ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν. Ὁ λόγος τοῦ κυρίου Μίληση εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ γίνῃ συζήτησις· σήμερον ὅμως δὲν εἶναι τὸ κατεπεῖγον ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου· ἐὰν ἦτο κατεπεῖγον ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ἠμποροῦσε ν’ ἀναβληθῇ ὀλίγον καιρὸν, ἀλλὰ ὅταν τὸ κατεπεῖγον στηρίζεται εἰς τὸν χρόνον, ὅταν ὁ χρόνος δὲν διέπεται ὑφ’ ἡμῶν, ὅταν παρέλθῃ ἡ ἐποχὴ, τότε ἐχάθη τὸ πᾶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην νὰ μὴν ἐπιμείνουν εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὕτη θὰ φέρῃ γνώμην.
§22ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ προτέρημα νὰ μὴ χάνω τὴν σειράν μου. — Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ τότε ἀπαιτεῖται χρόνος διὰ νὰ σκεφθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐπιτροπὴ, χρόνος διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἔκθεσις, χρόνος διὰ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τότε θέλει παρέλθει ὁ κατάλληλος χρόνος. Λοιπὸν ἐντὸς τοῦ χρόνου αὐτοῦ ἠμποροῦν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§23ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα κύριον Ταμπακόπουλον, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμέραν τὸν κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας φέρων, ἐλησμόνησε ν’ ἀναγνώσῃ τὰ διάφορα ἄρθρα αὐτοῦ, καὶ εἴδατε, κύριε πρόεδρε, ὅταν καὶ χθὲς δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν του τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ἀπορῶ, πῶς λέγει, ὅτι νομοσχέδιόν τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν χωρὶς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι καὶ ἂν κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὕτη φέρει τὴν ἔκθεσίν της. Δεύτερον ζητοῦν νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον σήμερον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τρίτον μᾶς λέγει, ὅτι θὰ γίνῃ πρώτη ἀνάγνωσις, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα λέγει ὡρισμένως, ὅτι ἐπὶ παντὸς νομοσχεδίου ἀπαιτοῦνται τρεῖς συζητήσεις. Πῶς λοιπὸν δύναται εἴτε ἡ Βουλὴ, εἴτε ὁ βουλευτὴς νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ἐὰν θὰ συζητηθῇ σήμερον, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητηθῇ, διότι οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπῆγε καὶ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐκτεταμένως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπορῶ μάλιστα, κύριε πρόεδρε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιτρέπητε τὴν τοιαύτην εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων· καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ὁμοίου ζητήματος ἔγινε πολύωρος συζήτησις, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναφέρω, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε νὰ παραβιάζηται ἡ ἡμερησία διάταξις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§24ΠΟΛΥΛΑΣ. Προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὅλαι αὗται αἱ συζητήσεις ἔγιναν διὰ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθὼς φαίνεται. Λοιπὸν ἵνα ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, ἂς ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, ἡ αὔριον.
§26ΛΥΚ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ εἶπον ὅτι δὲν ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ τὸ θεωρήσῃ κατεπεῖγον δὲν στέλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν· αὐτὸ λέγει ὁ κανονισμός.
§27ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ πρὸς περισσοτέραν βεβαίωσιν τοῦ γεγονότος νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τόν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἐὰν πράγματι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ᾖναι κατεπεῖγον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν πράγματι τὸ νομοσχέδιον καθίσταται ἄχρηστον, ἐὰν δὲν γίνῃ ἐντὸς τῆς ὀγδόης Νοεμβρίου. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διὰ νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸ συζητήσωμεν κατεπειγόντως.
§28Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Κωνσταντᾶς εἶναι ἀληθῆ, ἡ ὑπόθεσις εἶναι λίαν κατεπείγουσα. Ὁ κύριος Κωνσταντᾶς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος καὶ εἶμαι ἐντὸς τῆς ὑποθέσεως. Ὅτι ὅμως εἶναι δυσχερὴς ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ καὶ τοῦτο δύναμαι νὰ τὸ ὁμολογήσω. Λοιπὸν ἔλαβα ὅλα ὑπ’ ὄψιν μου καὶ ἐβεβαίωσα καὶ τὸν κύριον Κωνσταντᾶ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσυζήτησα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐλπίζω τάχιστα νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ πιστεύω νὰ εὑρεθῇ σύμφωνος μὲ ἐμὲ καὶ ὁ κύριος Κωνσταντᾶς, ἀλλ’ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι εἶναι κατεπεῖγον· ἑπομένως ἠμποροῦσε νὰ συζητηθῇ διὰ πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ἂν τὸ δέχεσθε ἢ ὄχι. Δὲν ἐπιμένω δὲ παντάπασιν εἰς τοῦτο, λέγω δὲ μόνον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν κατεπεῖγον.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε νὰ εἴπητε, ὅτι προέρχεται ἀπὸ καταδιώξεις ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ἢ ἀπὸ λαθρεμπόρια;
§30ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κυρίως περὶ αὐτῶν πρόκειται, περὶ λαθρεμπορίων, τὰ ὁποῖα ὡς γνωρίζετε διὰ τῆς Ἑπτανησιακῆς νομοθεσίας ὑπήγοντο εἰς τὰς ποινικὰς καταδιώξεις.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω πῶς δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ Νόμος.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ τὰ δικαστήρια, κύριε Κουμουνδοῦρε, προφυλακίζουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἕνεκα τούτου ἔφυγαν πολλαὶ οἰκογένειαι. Κύριοι, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἄλλοτε ἐξέφρασεν αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ καταδιωχθοῦν ποινικῶς. Ἐν τούτοις ὅμως οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ προέβησαν εἰς προφυλακίσεις καὶ διὰ τοῦτο ἀνεχώρησαν πολλαὶ οἰκογένειαι.
§33ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν λέγονται αὐτά.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§35ΡΩΜΑΙΟΣ. Καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ δὲν μᾶς νοιάζει τίποτε, ὥστε μὴν ἀνησυχῆτε τόσον πολύ.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀνακριταὶ προέβησαν εἰς προφυλακίσεις;
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ τὴν φέρω.
§38ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαβάσατε τὸν κανονισμὸν, διότι ὁ κ. Λ. Κρεστενίτης δὲν τὸν ἐδιάβασεν καλά· ὁ κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸν δώσητε νὰ τὸν διαβάσω διὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃ ὁ κύριος Κρεστενίτης· «Πᾶσα πρότασις βουλευτοῦ ἢ ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ προεδρεῖον, ἔγγραφος, καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον ἀριθμουμένη, καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου κατὰ τὸ 21 ἄρθρον, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτὰς, συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν». «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς κατὰ τὸ 48 ἄρθρον ἁρμοδίους ἐπιτροπάς». Μὰ τὸ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ τὸ στείλῃ; «Ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσίν των». Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔκρινεν αὐτὸ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ὑπάγῃ; προεκλήθη τοιαύτη ἀπόφασις; ὄχι· πῶς λοιπὸν, πῶς ζητεῖται σήμερον νὰ γίνῃ πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι φέρετε τὴν σύγχυσιν;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει αὔριον;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§41ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἢ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἐγὼ ἀδιαφορῶ τί ἀπεφάσισεν ἢ τί θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ μὴ μᾶς παρουσιάζῃ οὐδεμίαν ἐργασίαν χωρὶς νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὸ δελτίον. (Θόρυβος). Θέλω νὰ ἦμαι ἐν γνώσει καὶ μεμελετημένος· μὴ μοῦ φέρητε ἓν νομοσχέδιον καὶ κάθημαι ἐδῶ ὡς ξύλον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολύ καλὰ· αὔριον.
§43ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πρότασις νόμου τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ἄρθρον 1. «Οὐδεὶς βουλευτὴς, δικηγόρος ὤν, δύναται νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς πληρεξούσιος τοῦ δημοσίου πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ. Ἄρθρον 2. Ἡ αὐτὴ ἀπαγόρευσις ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς μέχρι τρίτου οἱασδήποτε φύσεως συγγενεῖς αὐτοῦ.»
§44ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς φέρῃ κατάλογον τῶν δικηγόρων βουλευτῶν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν εἰς αὐτούς. (θόρυβος).
§45ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ, κ. πρόεδρε.
§46ΜΕΤΑΞΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἔκθεσίς μου, δύω ἀράδες εἶναι. Ἀναγινώσκεται, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· Πρὸς τὴν Βουλήν. Πρὸς ἀποφυγὴν πολλῶν γιγνομένων σκανδάλων, γνωστῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν, καὶ ἰδίως εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω ἐν δέοντι πρότασιν νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως εἰς τοὺς συγγενεῖς βουλευτῶν τοῦ νὰ διορίζωνται δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§48ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ὁ κ. Ῥηγόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῆς χήρας.................περὶ συντάξεως.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§51ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου τῆς ά. Νοεμβρίου 1867.
§52ΠΟΛΥΛΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§53ΤΙΝΕΣ. Περιττὸν, νὰ τυπωθῇ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται)· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου τῆς πρώτης Νοεμβρίου 1867 τροπολογοῦνται ὡς ἑξῆς· Ὁ Νομάρχης καταχωρεῖ εἰς ἐπὶ τούτῳ συνταχθησόμενον βιβλίον τὰς δυνάμει τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου, ὡς καὶ τὰς πρὸ αὐτοῦ εἰς τὴν πρώην ἐγχώριον Κυβέρνησιν ὀφειλομένας προσόδους, προκοινοποιουμένης περιλήψεως τοῦ εἰρημένου βιβλίου. Ἄρθρον 2. Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ ΣΜΔʹ. νόμου ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Κερκύρας ἤδη κρατούμενοι, ἀπολύονται πάραυτα. Ἄρθρον 3. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται».
§55ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι φύσεως κατεπειγούσης, διότι πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐγχώριον διαχείρισιν τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν της.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶμαι ἐναντίος.
§57ΠΟΛΥΛΑΣ (πρὸς τὸν στενογράφον). Νὰ διακρατήσητε ὅτι εἶναι ἐναντίος ὁ κ. Κωσταντᾶς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ.
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸ προεδρεῖον τίνος ἕνεκεν βραδύνει ἡ ἐκτύπωσις τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν· ἂν ἦναι ἔλλειψις ὑπαλλήλων, πιστεύω, ὅτι ἔχετε τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ ἂν ἦναι κεναὶ θέσεις νὰ τὰς πληρώσητε διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τύπωσις ὅπως καὶ ἄλλοτε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ θέσεις εἶναι πεπληρωμέναι, ἀλλ’ εἶναι πληθώρα ἐργασιῶν.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ εἴπητε τῶν γραφέων νὰ γράφουν, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀναγινώσκωνται, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἐπιθεωρῶμεν.
§62Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὅπως λέγονται, ἔτσι πρέπει νὰ τυπώνωνται· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθόνωνται.
§63Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐνθυμεῖται καλῶς ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ἐπεψηφίσθησαν δύω ἄρθρα τοῦ δευτέρου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης ἐζήτησε διασαφήσεις τινὰς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη μέχρις ὅτου δοθῶσιν αἱ ἐξηγήσεις νὰ μένουν ἐκκρεμῆ τὰ ἄρθρα ταῦτα. Μόλον ὅτι, κύριοι, καλῶς δὲν ἠννόησα τί ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. Δεληγεώργης, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι εὔκολον νὰ λάβωσι διαφόρους τροπὰς, καὶ ἐκ τῶν τροπῶν αὐτῶν εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ γεννηθῇ σύγχυσίς τις, μόλα ταῦτα, καθὼς ἐννόησα, ὁ κ. Δεληγεώργης ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἄνευ νέου δανείου δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐστηρίχθη, νομίζω, εἰς δύω λόγους· πρῶτον ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1868 ἔκλεισεν ἐν πλήρει ἰσοῤῥοπίᾳ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἀληθὲς, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1868 παρατείνεται μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1869 καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστὰ ποία θὰ ᾖναι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1869 οὔτε τοῦ 1868, οὔτε εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ βαρύνουν ὁριστικῶς τὸ 1868 ἔτος· ὥστε ὁ λόγος ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1868 ἔκλεισεν ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθός. Ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἄνευ νέου δανείου δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἡ προκαταβολὴ τῶν 3 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι ἔλαβεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀπὸ δάνεια, καὶ ἡ ὁποία μέλλει νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐπίσης εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶπον ἀληθῶς, κύριοι, ὅτι ὁ Σεπτέμβριος καὶ Ὀκτώβριος πραγματικῶς θ’ ἀφήσωσι περίσσευμα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1869 θὰ παραταθῇ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1870· ἑπομένως εἶναι ἄγνωστον ἂν ἡ χρῆσις τοῦ 1869 θ’ ἀφήσῃ περίσσευμα ἢ ὄχι· εἶναι πιθανὸν ν’ ἀφήσῃ, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο. Ὅ,τι, κύριοι, εἶναι βέβαιον, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκ 13 περίπου ἑκατομμυρίων καὶ 200 χιλ., τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε δι’ ἔκτακτα ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868 καὶ 1869, εἶναι βέβαιον ὅτι ἐπλήρωσε χρέη 5,100,000· τὸ δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπολογίζεται εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἀφαιρουμένων λοιπὸν τῶν 5,100,000, μένουσιν 6,900,000, τῶν ὁποίων θέλει ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον. Τὰ 5,100,000 εἶναι 1,900,000, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἐπέτρεψεν εἰς μεταλλικὸν εἰς τὰς δύο τραπέζας καὶ 3,200,000 ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἰς πᾶσαν περίστασιν θὰ ᾖναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου διὰ νὰ τὰ τοποθετήσῃ καὶ λάβῃ 3,200,000, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομ. καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὥστε μένει ἀνάγκη νὰ δανεισθῇ τὸ δημόσιον 7 περίπου ἑκατομ. διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐκτὸς τούτου τὸ δημόσιον ὑπελόγισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξοφλήσῃ ἓν χρέος πρὸς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, τὸ ὁποῖον ἦτο κινητόν. Ἡ πρώην Ἰόνιος Πολιτεία ὤφειλε 50,000 λίρας διὰ χρεωγράφων εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν. Τὰ χρέη ταῦτα ἀνανεόνονται κατὰ τριμηνίαν ἢ ἑξαμηνίαν, δὲν ἠξεύρω καλῶς, πληρόνεται ὁ τόκος καὶ γίνεται ἡ ἀνανέωσις. Ἡ Ἰόνιος τράπεζα ἐζήτησε τὴν ἐξόφλησιν τῶν 50,000 λιρῶν· ὥστε ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις νὰ ὑπολογίζῃ ἐκτὸς τοῦ ἑκατομμυρίου δι’ ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ½ ἑκατομ. τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν τράπεζαν, ἀφοῦ αὕτη δὲν θέλει τὴν ἀνανέωσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἦλθε τὸ νομοσχέδιον τῶν 9 ἑκατομ. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τούτων στηριζομένη ἐνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 δαπάνην 720,000 δραχ. ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς κυβερνήσεως θὰ ἀρκέσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο καὶ ἐπρόκειτο τότε νὰ διαπραγματευθῇ. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀπέτυχε δυστυχῶς, οὐχ ἧττον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου τοιούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἂν συναφθῇ δάνειον τοιοῦτον, τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει χρησιμεύσει εἰς πληρωμὴν τόκου καὶ χρεωλύτρου, ἂν ὅμως δὲν κατορθωθῇ νὰ γίνῃ δάνειον τοιοῦτον, τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, θὰ χρησιμεύσῃ μόνον τόσον, ὅσον εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τῶν 12,000,000. Δὲν ἠννόησα, καθὼς σᾶς εἶπον, κύριοι, ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ποίαν τροπὴν ἔδωκε χθὲς, ὅ,τι πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω εἶναι, ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὸ ὑπουργεῖον ἐδαπάνησεν εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ 1868 καὶ 1869 ἔτους 13,200,000 περίπου· τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπὸ δάνεια 20,400,000, τόσα, ὅσα ὡμολόγησε καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τούτων ἂν ἀφαιρέσητε τὰ 13,200,000 μένουν 7,200,000 περίπου δραχ. ἐξ ὧν πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὰ μετρητὰ, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὰ ταμεῖα κατὰ τὴν ά. Σεπτεμβρίου 1869, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 3½ ἑκατομμύρια, ὅσα εἶπον ἐξ ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι μετὰ ταῦτα θέλει εὐαρεστηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870.
§64ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπε 3, σήμερον ἀναβιβάζονται εἰς 3½.
§65ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐγὼ ἐβασίσθην εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἂν ᾖναι ἀληθεῖς, εἶναι αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς εὐχαριστηθῶ τοὐλάχιστον, διότι ἐπιστεύσατε εἰς τοὺς ἐδικούς μου ἀριθμοὺς περισσότερον (θόρυβος).
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνόμιζα, κύριοι, ὅτι χθὲς διεκόψαμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἠννόησε τὰς παρατηρήσεις μου· ἐνόμιζα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι διεκόψαμεν τὴν συζήτησιν χθές, διότι ἡ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀπορίαν ν’ ἀπαντήσῃ. Ἂν ἠθέλετε λάβει τὴν καλοσύνην νὰ ἐξηγήσητε τὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθητε νὰ μὲ ἐννοήσητε, ἐγὼ ἤθελον ἐπαναλάβει καὶ διευκρινήσει περισσότερον τὰς παρατηρήσεις μου, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἓν ἐπιχείρημα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἂν δὲν εὐχαριστῇ σήμερον τὴν ἐπιθυμίαν ἣν ἔδειξεν χθὲς ἡ Βουλὴ διακόψασα τὴν συζήτησιν, ὅπως εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, αἰτία εἶμαι ἐγώ. Ἂς μοῦ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμένω καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν του εἰς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτι πολὺ καλὰ ἐξήγησα τὰς παρατηρήσεις μου χθὲς, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις οὐδένα δισταγμὸν εὗρε περὶ τίνος πρόκειται, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἄλλην ἀπάντησιν παρὰ τὴν ὁποίαν ἔδωκε σήμερον, καὶ τὴν ὁποίαν θέλω ἐξετάσει. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου, καθ’ ὃν, ἡ χρῆσις τοῦ 68 ἀφῆκε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰς ἰσοζύγιον, δὲν εἶναι ἀληθής· δὲν εἶναι δὲ ἀληθὴς, εἶπε, διότι πρέπει νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ χρῆσις ἑνὸς ἔτους τελειώνει τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν μὲ γνωρίζῃ ὁ κ. πρωθυπουργός.....
§68ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὅτι εἶναι γνωστὸν, εἶπον.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ὑποθέτῃ ὅτι τὸ γνωρίζω· διότι τὸ νὰ εἴπῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ἰσοζύγιον δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπῆλθε τοῦ 68, διότι δὲν ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις, ὑποθέτει, ὅτι τὸ ἀγνοῶ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος, ὅτι τὸ ἀγνοῶ· ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω λογαριασμὸν μέχρι λεπτοῦ· διότι δὲν λέγεται κἂν ἔλλειμμα τὸ νὰ ὑπάρξῃ ἓν ἔλλειμμα τριακοσίων, τετρακοσίων, πεντακοσίων χιλιάδων δραχ. εἰς μίαν χρῆσιν· εἶναι τόσον μικρὸν τὸ ποσὸν τοῦτο παραβαλλόμενον πρὸς τὴν ὅλην διαχείρισιν, ὥστε δὲν κρίνεται ἄξιον λόγου. Ἄλλως, ἀναγκασμένος ὢν νὰ ἐξετάσω τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶναι ὁμολογουμένως εἰς τόσον ἀθλίαν κατάστασιν, ὀφείλω βέβαια νὰ ἐπιχειρήσω τὸ πρᾶγμα καὶ ἐξετάσω τὴν χρῆσιν τοῦ 68· διότι ἓν ἐκ τῶν δύω ἔπρεπε νὰ πράξω ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ, ἢ νὰ ζητήσω νὰ συγκατατεθῆτε εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 68, ἢ ἔπρεπε νὰ παραλείψωμεν τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ οἰκονομικὰ, διότι τυγχάνει νὰ συζητήσωμεν ὁπότε ἀκόμη ἡ χρῆσις δὲν ἔληξε. Ἐγὼ οὔτε μὲ τὴν μίαν γνώμην συντάσσομαι, οὔτε μὲ τὴν ἄλλην, διὰ τοῦτο ἐξακολουθῶ ὅ,τι ἐπεχείρησα χθές. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ διδόμενα νὰ εὕρωμεν ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως 68, μέχρι λεπτοῦ, ἀλλ’ ὅλοι ὅσοι καταγίνονται εἰς τὰ οἰκονομικὰ γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου εἶναι εἰς κατάστασιν, μὲ μίαν διαφορὰν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν τὸ πολὺ, νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως. Ὑπέθετα ἑπομένως, καὶ ὑποθέτω ἀκόμη, ὅτι ἡ κυβέρνησις σεβομένη τὴν Βουλὴν, ἐκτιμῶσα τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπουργῶν καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, καὶ μάλιστα τώρα ὁπότε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τελευταῖον ἄκρον, ἤθελε καταγίνει, ἤθελεν ἀπασχολήσει ὅλους τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν φύλαξιν καὶ τακτοποίησιν τῶν ἀριθμῶν ὑπαλλήλους, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἐκείνην τὴν ἀκρίβειαν, ἥτις εἶναι δυνατή· καὶ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰ ἀδύνατα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ χαρίσω τὰ δυνατά. Ὑπέθετα λοιπὸν, ὅτι εἶχε ταύτην τὴν φιλοτιμίαν ἡ κυβέρνησις, εἶχεν αὐτὸν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματά μας, καὶ ἤθελεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της, καὶ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους μᾶς φέρει, θέλουν καταστήσει τὴν Βουλὴν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 68 καὶ νὰ δώσουν τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα βουλευτὴν, εἰς ἐμὲ, νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔφερεν, ἡ χρῆσις τοῦ 68 θέλει φθάσει εἰς ἰσοζύγιον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐπανεπαύθη εἰς αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, τὸ μὲν ὅτι ἡ χρῆσις δὲν ἔληξε, τὸ δὲ, ὅτι δὲν ἠννόησε τὰς παρατηρήσεις μου, δὲν ἐξήτασε διόλου τὴν χρῆσιν τοῦ 68. Ἐν τούτοις τὸ ἔργον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικὸν τοῦ ἰδικοῦ μου. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον καὶ χθές· εἶπον ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου 68, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῆς κυβερνήσεως, ἡ χρῆσις τοῦ 68 παρουσιάζει ἰσοζύγιον μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν· 34,000,000 εἶχον πληρωθῆ, 26,000,000 εἶχον εἰσπραχθῆ· ἡ διαφορὰ κατὰ 8,000,000, ἐκαλύφθη ἐξ ἴσου ποσοῦ δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη· ὥστε ἡ χρῆσις τοῦ 68 κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου εὑρίσκετο εἰς ἰσοζύγιον, ὡς πρὸς τὰς πληρωμὰς καὶ εἰσπράξεις Παρετήρησα δ’ ὅτι, ἐπερίσσευαν ἐκ τῆς χρήσεως 68, ἑξακόσιαι χιλιάδες εἰς τὰ ταμεῖα καὶ ἐπερίσσευσαν προσέτι 3,500,000, διότι, τὰ ἐδανείσθη μὲν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὰ πλοῖα Βορδὼ, ἀλλὰ μὴ ἀγοράσασα αὐτὰ, τὰ ἀφῆκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ὥστε ὑπῆρχεν περίσσευμα τῶν εἰσπράξεων, τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων, τὸ ὅλον 4,100,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς χρήσεως τοῦ 68 κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἰδίας κυβερνήσεως. Προχωρῶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 69, καὶ θέλω στηριχθῆ, εἰς τὰς ἐκθέσεις καὶ τοὺς λόγους τῶν κ. ὑπουργῶν. Ἡ κυβέρνησις, μᾶς εἶπεν, εἰσέπραξα, κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1868 5,000,000, ἐπλήρωσα δὲ διάφορα ποσὰ, ἐκ τῶν ὁποίων, τὰ μὲν ἀνάγονται εἰς τὸ 68, τὰ δὲ ὄχι· ἑπομένως ἐγὼ, ὅστις ἐξετάζω τὴν χρῆσιν τοῦ 68, θέλω λάβει ἐκ τῶν ἀριθμῶν τῆς κυβερνήσεως τὰ ποσὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 68, διὰ νὰ ἴδω τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα τί θέλει παρουσιάσει, περίσσευμα, ἔλλειμμα ἢ ἰσοζύγιον; Κατέταξα, κύριοι, μεταξὺ τῶν ποσῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ 68, τὰς ἑξῆς πληρωμὰς τῆς κυβερνήσεως, 1) ἔξοδα τοῦ 1868 ἔτους, 5,220 000, 2) εἰς λογαριασμὸν ὁδοποιΐας, ἐπίσης τῆς χρήσεως 1868, 250,000, 3) εἰς παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν 500,000, 4) εἰς τόκους τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων 400,000, 5) εἰς συντήρησιν Κρητῶν 1,444,000, 6) εἰς Ἰονικὴν τράπεζαν 1,000,000, 7) εἰς χρεώγραφα Ἑπτανήσου ἐπίσης 180,000· τὸ ὅλον 9,194,000. Εἶπον δὲ χθὲς, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἂν καλῶς κατέταξα τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ νομίζω, ὅτι καλῶς τοὺς κατέταξα, (τοὐλάχιστον δὲν μοῦ ἐγένετο ἀντίῤῥησις, μόλον ὅτι ἔστειλα σήμερον τοὺς ἀριθμούς μου εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅστις μοῦ τοὺς ἐζήτησεν), λέγω, ὅτι ἐπληρώσατε 9,194,000, εἰς λογαριασμὸν τοῦ 68, εἰσεπράξατε δὲ 5,000,000 καὶ προσέτι τέσσαρα ἑκατομ. τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπερίσσευσαν, τὸ ὅλον εἰσεπράξατε 9,100,000. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔχετε ἰσοζύγιον. Πιθανὸν εἶναι νὰ ὑπάρχουν πληρωμαὶ ἀκόμη τοῦ 68 καὶ νὰ ἔχητε καὶ εἰσπράξεις, διότι ὑποθέτω, ὅτι αἱ εἰσπράξεις αὗται τῶν 5,000,000, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἡ κυβέρνησις, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα.... Πιθανὸν λοιπὸν νὰ ἦναι καὶ ὀλίγαι ἀκόμη εἰσπράξεις ἐκ τοῦ 1868. Ἐγὼ, ἐννοεῖται, ὅτι ὀφείλω νὰ παραλείψω καὶ τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας, διότι δὲν γνωρίζω, δὲν ἔχω πληροφορίαν καμμίαν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σήμερον πληροφορίας, ἐὰν ἐξήτασεν ἀκριβέστερον καὶ γινώσκῃ σήμερον ὅτι, εἴτε ἔσοδα τοῦ 1868 θὰ ἔχωμεν πλειότερα, εἴτε ἔξοδα, ἂς τὸ εἴπῃ· ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἔχει ἀριθμοὺς ἄλλους, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διϊσχυρίζωμαι, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1868 μετὰ τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔσοδα, ὅσα εἰσεπράχθησαν, δὲν θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ἡ χρῆσις τοῦ 1868 νὰ μὴ ἀφίνῃ ἔλλειμμα ὥστε νὰ ἦναι περιττὸν τὸ δάνειον, ἢ καὶ ἂν δὲν εἶναι περιττὸν τὸ δάνειον νὰ εὕρωμεν τέλος πάντων ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν κολοσσιαίων δανείων, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως συνωμολογήθησαν, θὰ περισσεύσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν. Πιστεύω δὲ ὅτι κανεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν δὲν νομίζει ὅτι εἶναι πρᾶγμα ὅλως ἀδιάφορον κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ αὐτῶν τῶν φόρων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐξόδων, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἀδιάφορον, τὸ νὰ ἠξεύρῃ ἂν ἔχῃ περισσεύματα ἡ κυβέρνησις ἢ ἐὰν ἔχῃ ἐλλείμματα. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ δύω σπουδαῖοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξακολουθῶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, τὸ μὲν διότι πιθανῶς νὰ προκύψῃ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης τὸ ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, τὸ δὲ διότι σπουδαῖον εἶναι νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν θὰ ἔχωμεν ἓν σημαντικὸν περίσσευμα. Ἐξετάζω ἑπομένως τὰς λοιπὰς πληρωμὰς τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνάγονται πλέον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 68, καὶ ἀριθμῶ τὰς ἑξῆς· εἰς ὁπλισμὸν τῆς Ὄλγας 700,000, εἰς τελευταίαν δόσιν αὐτῆς 350,000, διὰ τὸ θωρακωτὸν «ὁ Γεώργιος» 475,000, εἰς περίθαλψιν Κρητῶν 221,000, εἰς χρέος τῶν Τραπεζῶν 1,600,000, εἰς ἐξαργύρωσιν ἐντόκων γραμματίων 3,200,000, εἰς Σπάρταλην 145,000, εἰς Ἐρλάγγερ 70,000. Τοὺς ἀριθμοὺς ἔλαβον ἐκ τῶν σημειώσεων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Ἔκαμον δὲ ταύτας μόνον τὰς παρεκτροπάς. Πρῶτον δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ ποσὰ, ὅσα ἐσημείωσαν ὅτι ἐπλήρωσαν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν τῆς χρήσεως τοῦ 1869· δὲν τὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, διότι οὐδόλως ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι οὐδόλως ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξετάσω, οὔτε ἐξήτασα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τὴν χρῆσιν τοῦ 1869 τὴν κοινὴν, τῶν τακτικῶν ἐσόδων της, καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων της. Ἀφίνω τὴν ἐξέτασιν ταύτην ὅλωςδιόλου ἐκτὸς τοῦ θέματός μου, διότι ποῖον σκοπὸν ἔχω ὁμιλῶν; σκοπὸν ἔχω νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἀφαιρουμένων τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐπλήρωσε διὰ χρέη τοῦ 1868, καὶ διὰ χρέη μὲν τοῦ 1869 ἀλλ’ ἔκτακτα μὴ ἀναφερόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὧν ἡ ὑπηρεσία δὲν προεβλέφθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἀφαιρουμένων λέγω τούτων τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἐπλήρωσε διὰ τοῦ ἐκτάκτου πόρου τῶν δανείων, τί περίσσευμα τῆς μένει. Ἐπομένως ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐκτάκτων ἐξόδων μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, πᾶσα πληρωμὴ τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἔκαμε ἐκ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, αὐτὴ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματός μου. Διὰ τοῦτο ἐξαιρῶ δύο κονδύλια α) τὴν προκαταβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν 600,000 δραχμῶν, δηλ. διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς στρατιώτας· β) τὴν προκαταβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ χαλκονομίσματος 670,000, διότι, ὡς εἶπον χθὲς, τὸ χαλκονόμισμα ἔχει ἓν ἔσοδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1869 καὶ ἓν ἔξοδον. Ἀπέναντι του ἐξόδου τοῦ χαλκονομίσματος, τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς 2,700,000, ἡ κυβέρνησις ἐπλήρωσε 670,000, δηλ. ἐπλήρωσε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ της τοῦ τακτικοῦ. — Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρεκτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν. Ἡ δευτέρα παρεκτροπὴ εἶναι αὕτη. Χθὲς ἐσημείωσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσεν ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 1,300,000, τὸ ὁποῖον εἶναι λανθασμένον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀθωώσητε ἀπὸ τὸ λάθος μου, διότι δὲν εἶναι ἰδικόν μου. Πρῶτον ἐγὼ εἶχον πληροφορίας, ὅτι εἰς τὰς Τραπέζας ἐπλήρωσαν 1,600,000 δηλ. 1,000,000 εἰς μέταλλον εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ 100,000 δραχ. εἰς γραμμάτια, εἰς δὲ τὴν Ἰόνιον 500,000 δραχ. εἰς μέταλλον, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ χρέος τοῦ μεταλλικοῦ τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας περιορίζεται εἰς 1⅓ ἑκατομμύριον. Ἀλλ’ ἀρξαμένων τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εἰς τὴν σημείωσιν ἣν ἀνέγνωσεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνέφερεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσεν ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 1,900,000· τὴν ἐπιοῦσαν ὅμως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλην σημείωσιν ἀναγνώσας ἀνέφερεν 1,300,000.
§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,900,000· δὲν ἠκούσατε καλά· ἐὰν ζητήσητε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ θὰ ἰδῆτε 1,900,000.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ προεδρεῖον μὲ ἀπέστειλε αὐτὴν τὴν σημείωσιν.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἐγκαλέσατε τοὺς γραφεῖς τοῦ προεδρείου, ὄχι τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ζητήσατε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ αὐτόγραφα.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι 31 Αὐγούστου εἶναι αὐτὰ τὰ ποσὰ ἢ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου;
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ ἀμέσως. Κατὰ τὴν σημείωσιν λοιπὸν αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐσημείωσεν 1,300,000 καὶ εὐτυχῶς ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸ πρωτότυπον τῆς σημειώσεως.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ προέδρου σταλέν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνος προέδρου;
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕνα πρόεδρον ἔχομεν, τὴν εὐγενίαν σας.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίποτε· ἐὰν ᾖναι κανεὶς γραμματικὸς δὲν τὸ γνωρίζω· ἐνδέχεται εἰς τὴν ἀντιγραφὴν, ὅπου ἔκαμον τὰ παιδιὰ, νὰ ᾖναι σφάλμα.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως παρετήρησα, ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀντίφασις, ἐζήτησα σήμερον τὰς δημοσιευθείσας καταστάσεις τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἰονικῆς τῆς 30 Σεπτεμβρίου. Κατ’ αὐτὰς ἀπεδόθησαν εἰς μὲν τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν 1,189,000, εἰς δὲ τὴν Ἰονικὴν 518,000, τὸ ὅλον 1,737,000. Ὅθεν, κύριοι, διορθόνω τὴν χθεσινὴν σημείωσίν μου συμφώνως μὲ τὰς ἐπισήμους αὐτὰς καταστάσεις τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης. Παρετήρησα δὲ προσέτι, ὅτι εἶχον παραλείψει ἓν σημαντικὸν ποσὸν ἐκ 570,000 δραχ. καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τρίτη παρεκτροπή μου. Δὲν τολμῶ ἤδη νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν σημείωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ἣν τῳόντι δὲν ἀπήντησα τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐξετάσας σήμερον εὗρον, ὅτι εἶναι πράγματι πληρωμὴ προερχομένη ἀπὸ ἀπόδοσιν χρεῶν ἐπὶ ἐνεχείρων μετοχῶν.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τὰ πρωτότυπα, ἀναλλοίωτα στενογραφημένα πρακτικά.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ ἡ σημείωσις τοῦ προεδρείου. — Ὥστε ἡ ἄθροισις, μετὰ τὰς μεταβολὰς τὰς ὁποίας ἔκαμον, ἀναβαίνει εἰς 7,468,000.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι λάθος 90,000 δραχ.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἢ Αὐγούστου;
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι Αὐγούστου.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς καταστάσεις τῶν Τραπεζῶν εἶναι ὀλιγώτερα.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἐγὼ προτιμῶ τὸν μεταγενέστερον χρόνον ἀπὸ τὸν προγενέστερον, διότι θέλω νὰ πλησιάσω πρὸς τὴν σημερινὴν ἡμέραν ὅσον τὸ δυνατόν.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι 31 Αὐγούστου, 1,350,000 νομίζω εἶναι τὸ ἀποδοθέν.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσα νὰ προσθέσω ἀκόμη εἴπατε, κύριε ὑπουργέ;
§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 90,000 τόκον.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον παραθέτει ὡς ἀποδοθὲν εἰς τὰς τραπέζας, ὑπάρχει καὶ ὁ τόκος ἀναβαίνων εἰς 90,000 δραχμῶν, διὰ τοῦτο τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν ἡ κυβέρνησις ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869 καὶ ἔξω τῆς χρήσεως τοῦ 1868 ἀναβαίνει εἰς 7,558,000. Ἐπλήρωσε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ......
§91ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἔχομεν ἀνάγκην μεγίστης σιωπῆς καὶ προσοχῆς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐργασία ἀκροσφαλής.
§93Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὅποιος θέλει τ’ ἀκούει· ὅποιος δὲν θέλει δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποχρεωθῇ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποτὲ δὲν εἴμεθα εὐδιάθετοι ν’ ἀκούωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ λάθος. Ὅταν ᾖναι λόγοι πτερόεντες ὅλοι συνασπιζόμεθα καὶ ὅταν ᾖναι περὶ οἰκονομικῶν λόγος, τὸ σπουδαιότερον πάντων, τότε δὲν δίδομεν προσοχὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ οἰκονομία μας δὲν πηγαίνει καλά.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσα δὲ εἶναι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις; Εἶναι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομυρίων 8,900,000, ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 8,000,000, τὸ ὅλον 16,900,000. Ὥστε, κύριοι, ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις, περισσεύουν 8,342,000. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, κύριοι, τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον καὶ τὴν ὁποίαν ἀνακεφαλαιῶ λέγων· ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1868 διὰ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πόρων της ἔφθασεν εἰς ἰσοζύγιον καὶ ὅτι αἱ πληρωμαὶ, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, αἱ μὴ ἀναγόμεναι εἰς τὸν τακτικόν της προϋπολογισμὸν, φθάνουν εἰς 7,558,000. Ἐπειδὴ δὲ ἐδανείσθη 16,900,000 ἐννοεῖται ὅτι ἔχει περίσσευμα 8,342,000. Ἀπέχομεν δὲ ἀπὸ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 12 ἑκατομυρίων, τὸ ὁποῖον δάνειον τῶν 12 ἑκατομυρίων διὰ τῆς πληρωμῆς 1,700,000 περιωρίσθη εἰς 10,300,000, ἀπέχομεν λέγω 2 ἑκατ. νομίζω· οὕτως ἔχει;
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπέχει, λέγω, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κυβέρνησις διαθέσιμον μέχρι τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ὅλου δανείου, εἰς ἣν κατάστασιν τοῦτο εὑρίσκεται σήμερον (ἐκ 10,800,000), ἀπέχει κατὰ 2,000,000. Ἤδη δὲ, κύριοι, διὰ νὰ ἁπλοποιήσω ἔτι περισσότερον τὸ πρᾶγμα καὶ οὕτως ὄχι μόνον καταστήσω αὐτὸ εὐληπτότερον, ἀλλὰ συγχρόνως ἀρθῶσιν ἐκ τοῦ μέσου καὶ ἐνδεχόμεναι ἀντιῤῥήσεις, ἐξετάζω τὸν λογαριασμὸν, ὡς ἤθελε τὸν ἐξετάσει ἕκαστος οἰκοδεσπότης προκειμένου περὶ τῶν μικρῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἰς τὰς οἰκογενείας ἔχομεν. Πόσα εἰσέπραξεν ἡ κυβέρνησις καὶ πόσα ἐπλήρωσεν; Ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν ᾖναι τοῦ 1868 ἢ τοῦ 1869, ἢ ἐὰν κατάγωνται ἀπὸ ἄλλας χρήσεις. Τὸ ποσὸν τῶν πληρωμῶν εἶναι 16,752,000· κατὰ δὲ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβὴς, αἱ εἰσπράξεις εἶναι 25,400,000, ἡ διαφορὰ εἶναι 8,748,000. Εἶναι διαφορὰ 400,000 δραχμῶν κατὰ τῆς κυβερνήσεως· δὲν ἠξεύρω πόθεν αὕτη προέρχεται· ὥστε βλέπετε καὶ κατὰ τὸν ἕνα τρόπον τὸν μεθοδικὸν, καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τὸν ἁπλούστατον, ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν περίσσευμα 8,748,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἀπέχομεν ἀπὸ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου εἰμὴ μόνον κατὰ 2,000,000 δραχμῶν. Θέλω ἤδη ἀπαντήσει, κύριοι, εἰς μίαν παρατήρησιν πολλὰ οὐσιώδη, ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ ἡ ὁποία περίπου εἶναι ἡ βάσις ὅλης τῆς ὑπερασπίσεώς της. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ δανεισθῶ τόσον μέγα ποσὸν, ἀφοῦ ὤφειλον νὰ κάμω τόσον μεγάλας πληρωμάς. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν κλεισθεῖσαν συζήτησιν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ ἁγίου Δημητρίου· ἀλλ’ ἀναφέρω τοῦτο, διότι τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται ἤδη. Ἐὰν μοῦ περισσεύῃ τι, λέγει ἡ κυβέρνησις, τὸ χρειάζομαι εἰς τὸ ἐπιὸν ἔτος, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς στενοχωρίαν. Καὶ ἐγὼ τὸ συνομολογῶ· διότι κατὰ τὰ ἐπιὸν ἔτος θὰ εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίαν καὶ τὰ περισσεύματα (ἐὰν ἤμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν ἀπόφασίν μας τοῦ ἁγ. Δημητρίου) τὰ ὁποῖα ἀπέδειξα ὅτι ἔχει, δὲν θὰ ἐπαρκέσουν. Ἐὰν τὸ μέτρον τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτήτου θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκηται μία κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὰς πληρωμάς της, πρέπει νὰ κανονίσῃ ἐκ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔκαμεν κατὰ τὴν 26 Ὀκτωβρίου, τότε λέγω ὅτι τὸ περίσσευμα τῶν 8,700,000 ὄχι μόνον δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατεθῇ πρὸς πληρωμὴν τοῦ δανείου, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ 1870. Διατί, κύριοι; Θέλω ἐξετάσει ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη κατὰ τὸ 1869 ἡ κυβέρνησις, ὅταν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐπειδὴ θὰ σᾶς ἐρωτήσω, νὰ μοῦ εἰπῆτε ἂν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν κατὰ τὸ 1870 κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν. Ἡ διαχείρισις τοῦ 1868 ἔκλεισεν ἀφήσασα πληρωτέα, ὅπως ἀποδεικνύεται σήμερον, 9,194,000. Ἀλλ’ εἶναι πρωτοφανὲς αὐτό, κύριοι; ὄχι· ὅλαι αἱ διαχειρίσεις ἀφῆκαν τοιαῦτα πληρωτέα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἄλλαι περισσότερον καὶ ἄλλαι ὀλιγώτερον· ἡ διαχείρισις φέρ’ εἰπεῖν τοῦ 1867 ἀφῆκε 9,000,000 πληρωτέα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐντὸς τοῦ δεκαμήνου τοῦ 1868. Ἡ διαχείρισις τοῦ 1866 ἀφῆκε 8,600,000, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1867. Ἡ διαχείρισις τοῦ 1865 ἀφῆκε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 6,300,000, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐντὸς τοῦ δεκαμήνου τοῦ 1866. Τί θὰ συμβῇ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1869; θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη καὶ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1868, 67, 66, 65 καὶ πάντοτε, θὰ ὑπάρχουν πληρωτέα 7, 8, 9, 10, ἑκατομμύρια, ἄγνωστον πόσα, ἀλλ’ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ σταδίου, διότι καμμία ποτὲ διαχείρισις δὲν ἄφησε ποσὰ ὀλιγώτερα. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος νομοθέτης ἀνεγνώρισεν ὅτι οὔτε αἱ εἰσπράξεις ὅλαι, οὔτε αἱ πληρωμαὶ ὅλαι δύνανται νὰ γίνουν ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς διαχειρίσεως, ἕπεται ἐξ ἀνάγκης ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους αὐτοῦ θέλουν πληρωθῆ κατὰ τὸ ἐπιόν. Ἀλλὰ προσέτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἰσχυρίσθη τοῦτο μόνον, δὲν ἰσχυρίσθη μόνον, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦλθε εἶχε πληρωτέα 9 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1869 κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ἦσαν κατώτεραι τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἀπῄτει ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία. Ἐρωτῶ, κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας τοῦ 70 τί θέλει συμβῆ; Πάντα τὰ ἔτη, ὡς γνωρίζετε, ἔχουν τοὺς πρώτους 6 μῆνας ἀγόνους, καὶ κατὰ τὸ 66, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, εἴχομεν τὰς εἰσπράξεις κατὰ 800,000 δραχ. κατωτέρω τῶν πληρωμῶν· τοῦτο δὲ συνέβη ἐφ’ ὅλων τῶν κυβερνήσεων· ἑπομένως θέλει παρουσιασθῆ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1870 στενοχωρία, διότι οἱ ἄγονοι μῆνες δὲν παρέχουν τόσα χρήματα ἐκ τῶν εἰσπράξεων, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς πληρωμάς. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι οἱ δύο λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ἡ κυβέρνησις ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ ὑπέρογκον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησε κατὰ τὸ 69, θέλουν παρουσιασθῆ καὶ κατὰ τὸ 70, καὶ πληρωτέα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 69 θέλουν μένει 9,000,000, καὶ οἱ ἄγονοι μῆνες, ἐνόσω ἰσχύει τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, θέλουν παρέχει εἰσπράξεις ὀλιγώτερον τῶν ἐξόδων. Ἐνόμισα πρέπον, κύριοι, νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, τοὐλάχιστον ἐγὼ τὸ θεωρῶ σπουδαῖον, ἂν παρετήρησεν εἰς τοὺς λόγους μου πλάνην τινὰ, εἴτε ὡς πρὸς τὰς σκέψεις, εἴτε ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, νὰ μὲ διορθώσῃ.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θέλω ἀκολουθήσει πιστῶς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καθ’ ὅλην τὴν πορείαν τοῦ λόγου του μὲ μίαν μόνην διαφοράν, ὅτι ὁ μὲν κ. Δεληγεώργης συνωδοιπόρησε μετὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1868 καὶ μετὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1869, ἀλλ’ εἶχε μεγάλην πρὸς αὐτὰς δυσπιστίαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠρκεῖτο νὰ ἐξετάσῃ πόσα ἑκατέρα τῶν χρήσεων τούτων εἶχε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ὁδοιπορίας, πόσα δ’ εἶχε κατὰ τὸ τέλος, ἵνα ἰδῇ ἂν καλῶς ἐφύλαξαν τὰ ἐμπιστευθέντα αὐταῖς χρήματα· ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ πάντα σταθμὸν, ἐξήταζε τὰ θυλάκια αὐτῶν καὶ ἔκαμνε τὸν ἔλεγχον τῆς πίστεώς των, ἐνῷ ἐγὼ μετὰ πλείονος ἐμπιστοσύνης θέλω συνοδοιπορήσει μετ’ αὐτοῦ, ἀκολουθῶν τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν διέγραψεν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι οὐσιῶδες καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἴσως καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας νὰ πιστωθῇ, ὅτι αἱ διαφοραὶ τὰς ὁποίας ἐξήλεγξεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι εὗρεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς οὓς ἀγορεύων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ἀνέφερα, δὲν εἶναι πραγματικαί. Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον ὁ κ. Δεληγεώργης, στηριζόμενος εἰς τὴν μὴ ἀκριβῆ σημείωσιν δοθεῖσαν παρὰ τοῦ προεδρείου· ἀλλὰ τὸ λάθος εἶναι εἰς τὴν περιέχουσαν τοὺς ἐσφαλμένους ἀριθμοὺς σημείωσιν, ἣν ἔλαβεν ὁ κ. Δεληγεώργης, οὐχὶ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς οὓς ἐγὼ ἀνέφερα, ὡς ἀποδεικνύουσιν αὐτὰ τὰ πρωτόγραφα στενογραφήματα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς περιλαμβάνουσι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 570,000, τῶν πληρωθεισῶν διὰ τὰς ὑπ’ ἐνέχυρον μετοχὰς, καὶ τὸ ποσὸν τῶν 1,900,000 τῶν πληρωθεισῶν εἰς τὰς τραπέζας ἀπέναντι τοῦ μεταλλικοῦ. Ἴσως ἐδύνατο ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ ἐξελέγξῃ εἰς τὸ τελευταῖον ποσὸν μίαν διαφορὰν, ὅτι ἐγὼ ἀνέφερα 1,900,000, ἐνῷ τοῦτο πράγματι δὲν ἦτο εἰμὴ 1,827,000. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ 73 χιλιάδων δὲν πρέπει νὰ μὲ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ ἐλλείψει ἀκριβείας, ἐμοῦ τοῦ μὴ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐντριβοῦς, ἀφ’ οὗ μοὶ ἔδωκαν τοιοῦτον παράδειγμα δύο ἔμπειροι οἰκονομολόγοι, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐσκόπει ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὰ ἐκ δανείων ληφθέντα 14,700,000, ἀνέφερε 15,000,000, καὶ δεύτερον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἀναφέρων τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 ληφθέντα ἔλεγεν, ὅτι ἐλάβομεν 7 ἢ 9 ἑκατομμύρια, ἐνῷ δὲν ἦτον ἀδιάφορον ἂν ἐλάβομεν περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα δύο ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἠκολούθησεν ὡς σᾶς εἶπον τὴν χρῆσιν τοῦ 1868 καὶ ἔκαμε τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Ἐξήτασεν ἔπειτα τὴν χρῆσιν τοῦ 1869 καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1869. Ἐξετάσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1868, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἂν καὶ δὲν ἔληξεν ἔτι, εὗρεν ὅτι ὑπάρχει πλῆρες ἰσοζύγιον· μετὰ ταῦτα ἐζήτησε τὴν χρῆσιν τοῦ 1869 καὶ ἀκολουθήσας αὐτὴν εὗρεν, ὅτι θέλει ὑπάρξει ὡσαύτως ἰσοζύγιον. Κατὰ συνέπειαν συνεπέρανεν, ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους θέλει ὑπάρχει ἱκανὸν χρηματικὸν, ὅπως διατεθῇ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους πρὸς τὰς τραπέζας, καὶ ὅτι τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπετράπη διὰ νόμου νὰ συνομολογήσωμεν, εἶναι πάντῃ περιττὸν, πρέπει δὲ νὰ διαγραφῇ καὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1870 πίστωσις, ἥτις περιελήφθη πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων· αὐτὸ ἦτο τὸ συμπέρασμά του. Ἀλλὰ παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις λαμβάνει χαρακτῆρα συζητήσεως ἀπολογισμοῦ μᾶλλον ἢ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἦτο μὲν εὐκταῖον, ἂν εἴχωμεν ὅλα τ’ ἀπολογιστικὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐξετάσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1868 καὶ ἀποφανθῶμεν ἐν συνειδήσει ἐπὶ τῶν δεδομένων αὐτῶν. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 1868, ἤτοι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἢ μεταξὺ τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1869, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις τοῦ 1868, καὶ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1870, ὅτε ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχει μέγα χάσμα, τὸ χάσμα τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1869, τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι παντάπασι γνωστὰ τ’ ἀποτελέσματα. Ἂν εἴχωμεν λοιπὸν τὰ ἀπολογιστικὰ στοιχεῖα, θὰ ἤμεθα ἐν πλειοτέρᾳ συνειδήσει τῶν πραγμάτων. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα θέλω κάμει ἄλλην ἐκδρομὴν, στηριζομένην εἰς τὴν ἀπαίτησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐξήνεγκον χθὲς, ἤτοι εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ 1868 καὶ 1869 καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τῶν δύο τούτων ἐτῶν, καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀφίνω τοὺς συνδυασμοὺς τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Δεληγεώργης ἔκαμε, καὶ κάμνω ἄλλους. Συγχωρήσατέ μοι ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν προηγουμένως, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἀναιρεῖ ὅλον τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν ὅτι τὴν 31 Δβρίου 1869 θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὴν 31 Δβρίου 1868, καὶ 31 Δβρίου 1867, καὶ 31 Δβρίου 1866, 1865, δηλ. θέλει ἔχει ἀνάγκην χρημάτων ἵνα καλύψῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν θέλει εὑρεθῆ εἰς στενοχωρίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Δεληγεώργη προάγει τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· ὅτι, ἀφοῦ αἱ στενοχωρίαι εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1869 ἦσαν αἱ αὐταὶ μὲ ἐκείνας εἰς ἃς εὑρέθη καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ εἰς τὰς ὁποίας θέλει εὑρεθῆ καθ’ ὅλα τὰ ἑπόμενα, ἕπεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς, ποιήσασα χρῆσιν πρὸς θεραπείαν τῶν στενοχωριῶν της τούτων τοῦ μετὰ τῶν τραπεζῶν δανείου. Αὐτὸ εἶναι κάπως ἀληθὲς, ἀλλὰ μὲ διαφορὰς οὐσιώδεις. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὀλιγώτερον δὲ πάντων εἰς ἐμὲ, ὅτι κατὰ τὸ τέλος παντὸς ἔτους, ἀπὸ πολλῶν ἤδη χρόνων, ἀπὸ τοῦ 1848 ἴσως καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ὑπάρχουσι περισσεύματα διὰ νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀγόνων μηνῶν. Ἑπομένως ὅτι αἱ κυβερνήσεις εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξεύρωσι χρήματα, ἵνα συμπληρώσωσι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐσόδων, ἵνα καλύψωσι τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς διοικήσεως. Ὅλαι αἱ κυβερνήσεις εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, εἰς ταύτην θέλομεν εὑρεθῆ καὶ ἡμεῖς· ἀλλὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1869 δὲν εὑρέθημεν μόνον εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ ἐξεύρωμεν χρήματα ἵνα καλύψωμεν τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς διοικήσεως τῶν ἀγόνων μηνῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολὺ μεγαλειτέραν, ὅπως οἰκονομήσωμεν χρήματα, ἵνα καλύψωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶχεν, καὶ εἰς ταύτας ἐδαπανήσαμεν 10 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην δὲν θέλομεν εὑρεθῆ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1870, διότι αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἐξέλειψαν, θέλομεν δὲ εὑρεθῆ μόνον εἰς τὰς συνήθεις ἐκείνας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις ἐθεράπευσαν συνομολογήσασαι προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν ἐκ τῶν μεταγενεστέρων εἰσπράξεων τῶν εὐφόρων μηνῶν. Ἑπομένως εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγκην δὲν θέλει εὑρεθῆ ἡ κυβέρνησις οὐδὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, οὐδὲ κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας τοῦ 1870, διότι εἰς παραπλησίας ἐκτάκτους ἀνάγκας εὑρέθη ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, οὐ μόνον κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1869, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς μῆνας Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1869. Ἀληθῶς κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1869 εἶχε νὰ φροντίσῃ περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐσόδων, συγκριτικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα, διότι ἦσαν περισσότερα τὰ ἔξοδα ἀπὸ τὰ κατὰ τοὺς ἀγόνους τούτους μῆνας ἔσοδα, ἀλλὰ προσέτι εἶχε νὰ φροντίσῃ περὶ θεραπείας τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὸ διπλοῦν αὐτὸ βάρος, καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1870 δὲν θέλει ἔχει τὴν ἀνάγκην αὐτήν, παρὰ μόνον νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀγονότης τῶν πρώτων μηνῶν παράγει. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα θέλουσιν ὑπάρχει καὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ κατὰ τὸ 1871 καὶ κατὰ τὸ 1872, μέχρις οὗ κατορθωθῇ διοίκησις μᾶλλον καλὴ ἢ οἰκονομία ἐπιτηδειοτέρα, καὶ περιποιήσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀποθεματικὸν περίσσευμα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ......
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Τὸ πρᾶγμα εἶναι ψηλαφητόν, ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἔκαμε κατὰ τὸ 1869. Ἀκούσατε. Κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1870 δὲν θέλει ἔχει ἡ κυβέρνησις ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ 2,650,000 εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, ἤτοι εἰς πληρωμὰς τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἰς περιθάλψεις προσφύγων καὶ ἐθελοντῶν· αἱ ἀνάγκαι αὗται παρῆλθον. Ἑπομένως ἡ κυβέρνησις κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1870 θέλει ἔχει ὑποχρεώσεις ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1869, ἐκτὸς 2,650,000, ἑπομένως τὸ βάρος θέλει εἶσθαι ἐλαφρότερον. Ὡσαύτως δὲν θέλει ἔχει ἡ Ἑλλην. κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ 1,350,000 εἰς παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, διότι τὰ ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1869, ἑπομένως τὸ βάρος θέλει εἶσθαι ὑποδεέστερον καὶ αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἐπικείμεναι οὔτε ἀνυπέρβλητοι, ὅπως κατὰ τὸ 1869, καὶ περιωρισμέναι εἰς μόνην τὴν πρὸς θεραπείαν τῶν συνήθων καὶ τακτικῶν ἀναγκῶν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐσόδων, δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συνομολογηθῶσιν ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν διαττάττετε νὰ μᾶς δώσουν τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ 66 καὶ 65;
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης διὰ τῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους παρέστησεν, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἔχει διαθέσιμα τοσαῦτα χρήματα, ὥστε δὲν θέλει ἔχει ἀνάγκην δανείων, ἵνα πληρώσῃ τὸ δάνειον τῶν τραπεζῶν, ἀπηύθυνε δὲ καὶ ἓν παράπονον κατὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν τὸν ἠνόησεν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον ἐξιππασθῆ καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς, ὅταν καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον ἐννοήσει τὸν κ. Δεληγεώργην, ὑποθέτων, ὅτι δὲν ἠννόουν αὐτὸν, διότι δὲν εἶμαι τόσον ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικά· ἀλλ’ ὅταν ἐξελθὼν τοῦ βουλευτηρίου, ἀπήντησα καὶ ἄλλους πολλῷ μᾶλλον ἐμοῦ ἐντριβεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον ἐννοήσει ὡσαύτως τὸν κ. Δεληγεώργην, καθησύχασα ἔτι μᾶλλον. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι μόλις σήμερον ἠννόησα τὴν πλοκὴν καὶ τοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμε χθὲς, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ προταθὲν συμπέρασμά του· ὥστε ἂν τυχὸν βλέπῃ κατά τι καθυστεροῦντας τοὺς συλλογισμοὺς, τοὺς ὁποίους κάμνω πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰδικῶν του, μὴ τὸ ἐκλάβῃ ὡς ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἢ ὡς κακὴν προαίρεσιν· διότι ἔχομεν τὴν προαίρεσιν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάντα ἔλεγχον. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἵνα ἀναιρέσω καὶ προσέτι ἵνα διαφωτίσω ἓν μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ δισταγμοὺς ὡς πρὸς τὴν προαίρεσιν ἢ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶχεν, ὅταν ἐξέφερε τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου του. Χωρὶς νὰ διακρίνω τὴν διαχείρισιν τοῦ 1868 καὶ τὴν τοῦ 1869, παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαχείρησις μοὶ παρέχει γνωστὸν ἀποτέλεσμα μόνον ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Αὐγούστου, οὐχὶ δὲ τῶν ἑπομένων μηνῶν μέχρι πέρατος τῆς διαχειρίσεως. Λαμβάνω ἑπομένως συλλήβδην τὰ κατὰ τὸ 1869 εἰσπραχθέντα ἔκτακτα ἔσοδα καὶ πάσας τὰς γενομένας ἐκτάκτους δαπάνας σύμφωνα πρὸς τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Σωτηρόπουλος ἀπηύθυναν, ἐπιθυμήσαντες νὰ μάθωσι τί εἰσεπράξαμεν ἀπὸ ἔκτακτα ἔσοδα, τί ἐδαπανήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ἂν ἐκ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς θέλωμεν ἔχει περίσσευμα ἢ ὄχι, καὶ ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἀφίνει ἡ διαχείρισις τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, ποία δὲ ἡ θεραπεία αὐτῶν. Ὁ δὲ συνδυασμὸς αὐτὸς, δὲν ἔχει τι τὸ ἀβάσιμον, ἵνα δυσαρεστήσῃ τὸν κύριον Δεληγεώργην ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἄλλους συνδυασμούς. Ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν ἔκτακτα ἔσοδα μόνον ὅσα χρήματα ἐλάβομεν ἐκ δανείων, διότι ἄλλα δὸν ὑπῆρχον, ἤτοι, 8,900,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000, καὶ 8 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν Τραπεζῶν, τὸ ὅλον 16,900, 000· αὐτὰ εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν· τί ἐδαπανήσαμεν; ἐδαπανήσαμεν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, εἰς περιθάλψεις προσφύγων καὶ ἐθελοντῶν ἐκ Κρήτης δραχμὰς 2,650,000 ἐδαπανήσαμεν εἰς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν παραγγελιῶν 1,350,000· ἐδαπανήσαμεν εἰς ἐκτάκτους ναυτικὰς παρασκευὰς, ἤτοι διὰ δύο δόσεις εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τῆς Ὄλγας καὶ ὁπλισμὸν αὐτῆς, καὶ μίαν δόσιν εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τοῦ «Γεωργίου» 1,865,000· ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχον λάβει ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 250,000· ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι τοῦ μεταλλικοῦ 1,900,000· ἐπληρώσαμεν εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων 3,200,000· ἐδαπανήσαμεν δηλ. χρήματα καὶ ἐπήραμεν ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἀξίας, δὲν εἶναι νομίσματα· ἐδαπανήσαμεν εἰς τὰ τῆς Ἑπτανήσου 180,000· ἐδαπανήσαμεν διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν χρέος, τὸ ὁποῖον εἶχε γίνει ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν μετοχῶν 570,000· ἐπέμψαμεν 145,000 εἰς τὸν κ. Σπάρταλην διὰ τὴν τηλεγραφικὴν σύμβασιν.
§103ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτό;
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βούλγαρης ἔκαμε τηλεγραφικὴν σύμβασιν μὲ τὴν ἑταιρίαν Binney καὶ ὑπεχρεώθη νὰ κάμῃ δάνειον εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ἑταιρίαν ἀπὸ πέντε χιλιάδας λίρας, ἦλθεν ὁ καιρὸς καὶ ἐπληρώσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ δανείου.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δάνειον Ῥότσχιλδ δὲν εἶναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι. — Περὶ τῶν 60,000 δραχ. τοῦ Ῥότσχιλδ δὲν ἔκαμα κανένα λόγον, εἰς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. — Ἐπληρώσαμεν 1,000,000 εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν καὶ 70,000 εἰς τὸν κ. Ἐρλάγγερ. Ὅλα ταῦτα ἀθροίζονται εἰς 13,000,000. Τὰ ἔκτακτα ἔξοδα λοιπὸν ἦσαν αὐτὰ, τὰ δὲ ἔκτακτα ἔσοδα, ἦσαν 16,900,000· ἂν κάμετε τὴν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν τῆς ἀφαιρέσεως, θέλετε εὕρει ὅτι ἔμεινε χρέωσις 3,720, 000· δηλ. ἀπὸ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκρατήσαμεν καὶ ἐδαπανήσαμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους 3,720,000 δραχμάς. — Θέλει μοὶ γίνει ἴσως μία παρατήρησις, ὅτι ἐλάβαμεν καὶ ἕτερα χρήματα 3,500,000.
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέσσαρα ἑκατομμύρια ἑκατὸν χιλιάδας.
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχε στείλει ἡ κυβέρνησις πρὸς ἀγορὰν τῶν πλοίων τοῦ Bordeaux· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει μία τις διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ ποσόν· ἐγὼ ἔχω σημείωσιν διὰ 3,500,000· πῶς λείπουν αὐτὰ τὰ χρήματα μέχρι τῶν 4,100,000 κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἤτοι αἱ 600,000 δραχ. ἐλλείπουσιν; ἐγὼ βεβαιώνω, ὅτι ἐν Παρισίοις, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὕρομεν διαθέσιμα δραχ. 3,500,000, οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν τὸ εἰρημένον ποσὸν προέρχεται ὅλον ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, διότι ἠδυνάμην νὰ παρακαλέσω ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ 500,000 δραχμαὶ, διότι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, τὰ μὲν τρία ἑκατομμύρια μόνον ἔλαβεν ἐκ δανείων, τὰς δὲ 500,000 ἐκ τακτικῶν ἐσόδων. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ προσθέτω τὰ 3,500,000 εἰς τὸ περίσσευμα τὸ ὁποῖον μοὶ ἔμεινε ἀπὸ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, μένει δὲ εἰς βάρος τῆς κυβερνήσεως 7,220,000. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ εὑρίσκει 8,000,000, ἐγὼ δὲ κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὸ γενικὸν λογιστήριον, εὑρίσκω μόνον 7,220,000.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἓν ἑκατομμύριον ἡ διαφορά.
§110ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν παραβολὴν τῶν ἀριθμῶν. Ὅταν ἐγὼ ἦμαι εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγω ἄλλους ἀριθμοὺς, σεῖς δὲ ἄλλους, δὲν συνεννοούμεθα.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ κάμωμεν παραβολήν.
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· τότε θέλομεν φωτισθῆ ἀμοιβαίως καὶ εὑρεῖ διατί ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἑκατομμυρίου.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ἔξοδα χρήσεως 1868, 5,220,000.
§114ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1868 καὶ τοῦ 1869.
§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὕτως ὑπάρχει εἰς τὴν σημείωσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τὸ κονδύλιον δὲν εἶναι ἀναλελυμένον.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ 5,220,000 ὑπάρχουσι 850,000, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἀνέφερον πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν παραγγελιῶν.
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τὴν σημείωσιν, ἡ ὁποία λέγει· ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1868, 5,220,000, λογαριασμὸς ὁδοποιΐας 250,000. Ἔχετε ἔπειτα λογαριασμὸν χρέους πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν 500,000, τώρα ἐὰν τοῦτο δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰ 5,220,000, δὲν ἠξεύρω, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι τὸ συμπεριλαμβάνετε.
§118Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ συμπεριλαμβάνομεν.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα.
§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα πρέπει ν’ ἀναλύσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 5,220,000, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ σημειώσει τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εὕρετε, ἵνα ἴδωμεν ἐκ ποίων κατὰ μέρος ποσῶν ἀποτελεῖται.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πταίετε σεῖς δι’ αὐτό.
§122ΔΑΓΡΕΣ. Τί πταίει τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν ἐκλαμβάνετε τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς συζήτησιν ἀπολογισμοῦ.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δικαίωμά μου εἶναι καὶ δικαίωμά σου καὶ δικαίωμά μου.
§124ΔΑΓΡΕΣ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι συζήτησις.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ διδάξητε· ἂν νομίζητε, ὅτι μᾶς κάμνετε εὐεργεσίαν, διότι μᾶς δίδετε ἀπολογισμὸν, αὐτὸ νὰ τὸ εἴπετε εἰς τὸ σπῆτί σας.
§126Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἐκάμετε σεῖς, διαφέρει. (θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτητε. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαλύσῃ τὰς ἀπορίας τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου· σιωπὴ λοιπὸν, κύριοι.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπομεν λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τακτοποιήσωμεν αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν, διότι, τότε ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§129ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, δὲν πρέπει νὰ ἑνώσωμεν τὰ ποσὰ Α. Β. Ε. Κ. Ἔχετε τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἐλάβετε ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργόν· εἶναι 5 ἑκατομμύρια καὶ 220 χιλιάδες.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τώρα καὶ ἰδιαιτέρως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἀνάλυσις, ἔχετε ἓν κονδύλιον 5 ἑκατομμύρια καὶ 220 χιλιάδες.
§131ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ τελειώσω, δύνασθε νὰ δώσητε τὴν σημείωσίν σας εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις εὑρίσκεται ἐδῶ καὶ σᾶς κάμνει τὴν ἀνάλυσιν. Σεῖς διατείνεσθε κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους σᾶς ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι μένουσιν 8 ἑκατομμύρια καὶ 300 χιλιάδες, ἐγὼ δὲ διατείνομαι ὅτι μένουσιν 7 ἑκατομμύρια καὶ 220 χιλιάδες, μένει διαφορὰ δηλ. μεταξὺ τῶν λογαριασμῶν τοὺς ὁποίους ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλαβεν ἀπὸ τὸ γραφεῖον, καὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον ἐγὼ, μένει διαφορὰ 1 ἑκατομμύριον καὶ 80 χιλιάδες δραχμῶν. Ἑκατὸν λέγει ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω 80 διὰ τὴν ἀκρίβειαν. Τώρα ἐκ τῶν 7 ἑκατομμυρίων καὶ 220 χιλιάδων κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἠρύσθην, ὑπάρχουσι μετρητὰ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους 3,460,000, μένει λοιπὸν ὑπόλοιπον 3,760,000, τὸ ὁποῖον ὑπόλοιπον ὡς χρέος, πρέπει νὰ τὸ καλύψωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἑπομένων γονίμων μηνῶν. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς προκαταβολῆς ταύτης τῶν 3,760,000, μένει νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ πρὸς τὰς τραπέζας χρέη τῶν 12,000,000. Ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι δύνασθε νὰ προσθέσητε τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι ἀναβαίνουσιν εἰς 3,200,000 ἐὰν προσθέσωμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὰ 7, 220,000, ἀναβαίνει τὸ ποσὸν εἰς 10,500,000· ἀλλ’ ἔχοντες αὐτὸ τὸ ποσὸν τὴν 31 Αὐγούστου τοῦ 1869, ἔχοντες προσέτι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου δὲν εἶχον ἀκόμη πληρωθῆ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Αὐγούστου, δύνασθε νὰ ὑποθέσητε ὅτι θέλετε εἰσπράξει τόσα χρήματα, ὥστε νὰ καλύψητε ὅλον τὸ πρὸς τὰς τραπέζας ὀφειλόμενον ποσὸν, ὥστε δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ χρέη μας; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο· διότι ἀπὸ τῆς 31 Αὐγούστου 1869 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1870, ὅτε κλείει ἡ χρῆσις, εἶναι ἓν ἔτος καὶ τρεῖς μῆνες· εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ παρουσιασθῶσι βάρη καὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔκτακτα, καὶ νὰ μὴ ᾖναι τὰ ἀναγκαῖα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν μέσα.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ διαχειρίσεως καὶ ὄχι περὶ χρήσεως, τί εἶναι αὐτὰ ὅπου λέγετε;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, καὶ ἂν ἔχετε ἀπορίας καὶ ἀντιῤῥήσεις κατόπιν τὰς λέγετε.
§134Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ δυνηθῇ κανεὶς ν’ ἀποφανθῇ θετικῶς, ἂν ἡ χρῆσις τοῦ 1869 ἀφίνῃ περισσεύματα τοσαῦτα, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν δι’ αὐτῶν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ χρέη μας, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως· ἡμεῖς δὲ δὲν γνωρίζομεν παρὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασα συνοδοιπορῶν μετὰ τῶν εἰρημένων ἐτῶν κατὰ μίμησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κατὰ πρῶτον λόγον χρέους τῶν δώδεκα ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ· διότι οὕτω ἀπαλλασσόμεθα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων· ἀλλ’ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλο χρέος, τῶν 50,000 λιρῶν περὶ οὗ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διὰ τοῦτο τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθην νὰ προϋπολογίσω, δὲν ἦσαν ἀρκοῦντα καὶ πρὸς τοῦτο εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν εἰδικὴν πίστωσιν ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον διενοήθημεν νὰ ζητήσωμεν διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν.
§135ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει εἶπον ἀπ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀντὶ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐσκοτίσθη.
§136ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, μίαν πληροφορίαν παρακαλῶ νὰ μὲ δώσητε.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία μὲ ἓν ἀχανὲς πέλαγος; Ἐπιθυμεῖτε, κύριε Κεχαγιᾶ, κύριε Δαγρέ;
§138ΔΑΓΡΕΣ. Εἰσήλθομεν εἰς ἕνα μεγάλον κύκλον συζητήσεως καὶ ἐξήλθομεν τοῦ θέματος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ μείνωμεν. Ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη καὶ ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν σημειώσεις ἐκ τῆς προηγουμένης χρήσεως τοῦτο δὲν ἔβλαπτε τόσον· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ συζητῶμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1867 καὶ 1868, νομίζω, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ κύριον ἔργον μας καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ὅτι κακῶς ἐγένετο τοῦτο. Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 καὶ ὅπου τὸν εὕρομεν καλὸν νὰ τὸν παραδεχθῶμεν, καὶ ὅπου τὸν εὕρομεν κακὸν νὰ τὸν τροποποιήσωμεν· ἄλλως τε, κ. πρόεδρε, ἀνατρέχοντες εἰς τὸ 1867 καὶ 1868 σᾶς ἐρωτῶ ποῦ θὰ πᾶμε καὶ πῶς θὰ τελειώσωμεν; μήπως αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ἐζητήθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν; μήπως δὲν μᾶς τὰ παρουσίασαν ὅλα καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς; ἐὰν θέλωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰ, καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἂν κακῶς ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν τιμωρήσωμεν.
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅπως παρετηρήσατε, κύριοι, διακόπτοντες δὲν κερδίζομεν τίποτε, διὰ τῶν διακοπῶν αὐτῶν δὲν διαφωτίζομεν τὴν συζήτησιν, ἀπεναντίας τὴν μακρύνομεν καὶ τὴν σκοτίζομεν. Δὲν ἔχω κατὰ νοῦν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Δαγρὲ, διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἐννοῶ τί θὰ εἴπῃ συζήτησις προϋπολογισμοῦ, ὅταν δὲν ἐξετάζωνται τὰ τοιαῦτα. Δὲν εἶναι ἄσκοπον, ὅπως εἴπατε, κ. Δαγρέ· βλέπω χρῆσιν τοῦ δανείου, βλέπω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σημειουμένην μίαν δαπάνην 800 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἓν νέον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν καὶ ἐδώκατε καὶ ὑμεῖς, κ. Δαγρὲ, τὴν ψῆφόν σας. Διὰ νὰ προβῶμεν ὅμως εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τούτου, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους· τοῦτο τὸ θεωρεῖτε ἐπουσιῶδες; τώρα θὰ σᾶς πείσω ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐξέθεσε στηριζόμενος εἰς τὴν σημείωσίν του. Μὲ πολὺ βάρος θὰ ἐπιβαρύνετε τὸ ἔθνος, καὶ διὰ τοῦτο πρὶν ἐξετάσωμεν τὴν χρηματικὴν ἀνάγκην, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς δάνειον καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, κατ’ ἐμὲ, ἡ σημερινὴ κατάστασις ὅτι εἶναι λίαν εὐάρεστος, διότι εἴδατε εἰς τί κατέληξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν· ἐσύγκρινε τὰ χρήματα αὐτοῦ τοῦ δανείου διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ εὗρεν ὅτι τὸ ταμεῖον εὑρίσκετο καὶ τὴν 1 Σεπτεμβρίου μὲ 3, 460,000· διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις ἔντοκα γραμμάτια 3,600,000, διότι τὰς ἐπλήρωσεν· ἔκαμεν αὐτὸ τὸ χρέος ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις συνεπλήρωσεν ὅλον τὸ χρέος, ἑπομένως 3,460,000 καὶ 3,200,000 ἔντοκα γραμμάτια γίνονται 6,660,000, καὶ τί ἄλλο μᾶς μένει; Μᾶς βεβαιοῦν ὅτι ἔκαμε χρῆσιν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας ἐκ τοῦ δανείου ἄλλα 3,760,000, καὶ ὄχι 4 ἑκατομμύρια ὅπου λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληρωθῇ ἀπὸ τοὺς γονίμους μῆνας, ἑπομένως τὸ ὅλον 8, 10 ἑκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ ἔχουσα εἰς τὴν διάθεσίν της λοιπὸν ἄνω τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἠκούσατε κύριοι, ὅτι 3,660,000 εὑρίσκοντο εἰς τὸ ταμεῖον, 3,200,000 ἔντοκα γραμμάτια καὶ 3,760,000 τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐκ τοῦ δανείου καὶ τὰ μετεχειρίσθη καὶ ἐλπίζει νὰ ἀναπληρωθοῦν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν γονίμων μηνῶν, εἰς ποίαν θέσιν θὰ φθάσωμεν; εἰς 10 ἑκατομμύρια. Πόσον εἶναι τὸ χρέος τῶν τραπεζῶν; ὄχι 12 ἑκατομμύρια ὅπως εἶπον, ἀλλὰ 10, διότι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ 2 τὰ πληρωθέντα· διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔλαβον, ἀφ’ ἑτέρου ἐπέστρεψαν τὰ 2 ἑκατομμύρια. Θὰ ἔχῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις 10,420,000 εἰς τὴν διάθεσίν της τὴν 31 Δεκεμβρίου. Τίνος ποσοῦ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀνάγκην κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν; 3, 4 ἑκατομμύρια καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον νὰ ἔχωμεν δάνειον ὄχι 8, ἀλλ’ 9 ἑκατομμυρίων· εἶναι ἀπελπιστικὸν αὐτὸ; δὲν εἶναι ἀπελπιστικὸν, ἐγὼ εἶμαι βέβαιος. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην 9,000,000 κατ’ ἐμὲ, ἂν ἦναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί· δὲν ἔχομεν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἀναιρέσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἔλαβον ὡς ἀληθεῖς. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης εὑρίσκει, τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§140ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὰ εἶναι τὰ 2,000,000, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τὰ ἐβάλατε δύο φοράς.
§141ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ σᾶς ἐννόησα, ὥστε ἐξακολουθεῖτε.
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν συνεπεία τῆς χθεσινῆς παρατηρήσεώς μου ἔφερε σημείωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσημείωσεν ἀφ’ ἑνὸς τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου καὶ τῶν ἐκτάκτων πόρων, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν ἐσημείωσε τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ διὰ τακτικὰς καὶ ἐξήγαγεν ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις 3,760,000· λέγω ἀλήθειαν;
§143ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὰ τὰ χρήματα ἔλαβον ὡς προκαταβολὴν διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, ἐλπίζουν δὲ κατὰ τοὺς γονίμους νὰ τὰ ἀναπληρώσουν· ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ τοῦτο; ὅτι θὰ πληρωθοῦν αἱ τακτικαὶ δαπάναι καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ πλεόνασμα.
§145Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Κεχαγιᾶ, μίαν ἀπορίαν νὰ μοὶ λύσετε· (θόρυβος). Ἀφοῦ ἔχωμεν χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, διατί νὰ μὴ πληρώσω ἀπὸ αὐτὰ, ἀλλὰ μᾶς παραπέμπετε εἰς τὰ ἄλλα;
§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ νὰ μὲ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πετσάλης......
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς συζητήσεως.
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν 3,760,000 μετεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους πόρους κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, καὶ ἐλπίζει αὐτὰ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους νὰ τὰ πληρώσῃ ἀπὸ τοὺς γονίμους μῆνας, δηλ. θὰ πληρώσῃ τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ θὰ ἔχῃ καὶ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδοσιν τῆς προκαταβολῆς· θὰ ἔχῃ λοιπὸν 3,760,000 τὴν πρώτην Δεκεμβρίου· ἐκτὸς τούτου θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλο δάνειον, ἔχει καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ μεγαλείτερον μέρος τὸ ἐπλήρωσεν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους ἐκείνου· ἑπομένως, ἔχει πράγματι εἰς τὰς χεῖράς της αὐτὸ τὸ ποσόν ἐκτὸς τῶν 3,760,000, θὰ ἔχῃ καὶ 3,220,000 ἔντοκα γραμμάτια, ἐκτὸς αὐτοῦ λέγει ὅτι καὶ εἰς τὸ ταμεῖον ὅταν ἔκαμε τὴν κατάστασιν, εὗρε 3,460,000 μετρητά. (θόρυβος). Κύριε Κρεστενίτη, ὅταν συμφωνῶ μὲ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, εἶναι περιττὸν νὰ φέρετε ἀντιῤῥήσεις εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖτε.
§149Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Λέγετε 3,000,000 θὰ τ’ ἀναπληρώσουν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις ἕως τέλους Δεκεμβρίου· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ἐξοδεύσουν καὶ ἄλλα.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐσοδεύσουν καὶ τίποτε; (θόρυβος). Ἠξεύρετε αὐτὰ τὰ χρήματα ὁποῦ εἶναι εἰς τὸ ταμεῖον σύγκεινται ἀπὸ χρήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λοιπὸν μὴ ἀνησυχεῖτε· διότι αὐτὸ τὸ πλεόνασμα θὰ τὸ μεταχειρισθῆτε διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας· διότι τὴν 31 Ὀκτωβρίου δὲν θὰ ἦναι τὸ ταμεῖον εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ πληρωμὰς, διότι ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων εὑρίσκοντο ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐπλήρωναν ὅταν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν ἐὰν προσθέσωμεν τὰ τρία ποσὰ, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν ἀνησυχίαν τί θὰ γίνουν οἱ ἄγονοι μῆνες, θὰ ἔχετε εἰς τὴν ἐξουσίαν σας 10,420,000. Τώρα ἔχουσα ἡ κυβέρνησις 10,000,000 εἰς τὴν ἐξουσίαν της κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, τὸ δὲ χρέος εἶναι 10,000,000, ἴσως εἴπει τις εἶναι περιττὸν τὸ δάνειον· ὄχι, δὲν τὸ λέγω αὐτό· δὲν εἶναι ὁλόκληρον ἀναγκαῖον· διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια εἰς τὸ ταμεῖον, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύουν ὡς προκαταβολὴ κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας. Πέντε λοιπὸν ἑκατομμύρια μέχρι τῶν δέκα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὰς δύο τραπέζας, μένουν καὶ πέντε. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην 10,000,000, διότι περὶ τῶν 9,000,000 φράγκων νομίζω ὅτι πρόκειται. Λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ἡ σημείωσις ᾖναι ἀκριβὴς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον 10,000,000 δραχμῶν ἢ 9,000,000 φράγκων, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ κυβέρνησις καὶ ἄλλας ἐκτάκτους δαπάνας ἢ ἂν εὑρίσκῃ τόκον μικρότερον διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγαλείτερον, ἢ ἂν σκέπτηται νὰ κάμῃ δημόσια ἔργα, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν τὰ βλέπω εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Λοιπὸν ἂν ἡ σημείωσις ᾖναι ἀκριβὴς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σημειώσωμεν τὸν τόκον τῶν 10,000,000.
§151Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ πληρέστατα τὸν ἀξιότιμον κ. Κεχαγιᾶν διότι ὁμολογῶ ὅτι ἔκαμεν ὥστε νὰ γίνῃ, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, καταληπτότατος καὶ τὸν ἠννόησα, καὶ θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ ἀπαντήσω κατὰ λέξιν εἰς ὅσα εἶπε. Καὶ ἐγὼ ἀναλυτικώτερα, καθαρώτερα θὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος. Πρῶτον λέγω ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὰς τραπέζας 12,000,000, ἔχομεν εἰς διάθεσιν 3,200,000 ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ὅπως ἠξεύρετε, τὰ ἔχομεν ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον· προσθέτω καὶ 1,800,000 εἰς μέταλλον, τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν εἰς τὰς τραπέζας, ὥστε ἔχομεν 5,000,000 δραχμῶν, διότι τῶν 3,200,000 δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν, τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν τὸ ἐδώκαμεν. Μᾶς ὑπολείπονται πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 12 ἑκατομμυρίων 7,000,000. Ἔχομεν εἰς τὰ ταμεῖά μας μετρητὰ 3,460, 000· εἴπαμεν ἡμεῖς ὅτι ἐδαπανήσαμεν διὰ τὰς ἀνάγκας μας 3,700,000 περίπου καὶ εἴπαμεν ὅτι αὐτὰ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ τὰ ἀναπληρώσωμεν ἀπὸ τοὺς γονίμους μῆνας. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς βλέπων τὸ χρηματικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου, νομίζει ὅτι εἶναι χρηματικὸν διαθέσιμον καὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν τράπεζαν νὰ εἴπωμεν, ἔχεις 5, νὰ καὶ 3, ἑκατομ. 600 χιλιάδες 8,600,000, περίμενε καὶ ἀπὸ τοὺς γονίμους μῆνας, μικρὰ ἀκόμη μένουν, θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, ἡ ὑπηρεσία πῶς θὰ γίνῃ; Σεῖς ἀναγνωρίζετε καὶ ἡμεῖς εἴπαμεν ὅτι 3,700,000, τῶν ὁποίων ἐκάμαμεν χρῆσιν ἐκ τοῦ δανείου, αὐτὸ λέγομεν ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν ν’ ἀποδώσωμεν διὰ τῶν γονίμων μηνῶν· δὲν σᾶς εἴπομεν ὅμως, ὅτι καὶ ὅσα ἔχομεν διὰ τὸν ὑπηρεσίαν μας θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ τὰ ἀποδώσωμεν. Ἐσεῖς ζητεῖτε ὄχι 3,600,000 διὰ τὰς ἐκτάκτους, ἀλλὰ γυρεύετε 7,000,000, πῶς θὰ τὰ εὕρωμεν; 47,000,000 ἔχομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ περισσεύσουν 7,000,000; Ἔχομεν, κύριοι, 5,000,000 διαθέσιμα καὶ μᾶς λείπουν 7, εἴπαμεν ὅτι ἐλπίζομεν νὰ οἰκονομήσωμεν 3,600,000, τῶν ὁποίων ἐκάμαμεν χρῆσιν, εἶναι τὸ ὅλον 8,600,000, τώρα μᾶς λείπουν 3½. Εἶπον τότε εἰς τὴν ἔκθεσιν, καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς εὐκολίαν τῆς κυβερνήσεως χωρὶς συζήτησιν ἐψήφισε τὸν νόμον αὐτὸν, τί εἶπον τότε; ὅτι εἶναι καὶ ἄλλα χρέη, εἶναι σπουδαιότατον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Πόσα μᾶς χρειάζονται λοιπὸν μὲ αὐτὰ μαζύ;
§152ΤΙΝΕΣ. Πέντε.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε σᾶς λείπουν 15,000,000.
§154ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὰ πληρώνομεν ἡμεῖς ἀπὸ σᾶς.
§155ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται ποῦ εἶναι, ὄχι πόθεν προέρχονται.
§156ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποῦ εἴμεθα τώρα, εἶναι γνωστότατον εἰς ὅλους σας. Σεῖς δὲν μᾶς κατηγορήσατε ὅτι συνετάξαμεν κακὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὅτι διεχειρίσθημεν κακῶς τὰ χρήματα.
§157ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§158ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δηλαδὴ, ὄχι μὲ καλὸν λογιστικὸν τρόπον, καὶ ἡμεῖς σᾶς εἴπομεν 18,000,000 ἐπήραμεν δραχμὴν πρὸς δραχμήν· αὐτὰ βλέπετε ἡμεῖς τὰ εὑρήκαμεν, αὐτὰ τὰ βάρη. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ἔγινα καταληπτός· παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε.
§159ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§160ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Οἱ περισσότεροι δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ ἀριθμοὺς, ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅτι ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον τῶν 9,000,000, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις τότε συνῄνεσε· σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρόκειται νὰ τεθῇ ἓν ποσὸν διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου ἐκείνου· ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ συνομολογήσῃ ἡ κυβέρνησις δάνειον, βέβαια θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἂν ὄχι, δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν. Τώρα εἶναι βεβαία καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὅτι ἐξάπαντος θὰ ἔχωμεν εὐφόρους μῆνας καὶ ἑπομένως καὶ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖόν μας; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶναι ματαία ἡ συζήτησις.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ λόγος εἶναι περὶ σπατάλης.
§162ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κακῆς διαχειρίσεως.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην διὰ κανὲν ἄλλο, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι κανεὶς δὲν τὸ ἐπρόφερεν· ἀλλ’ ἐγὼ ἂν ἤθελον νὰ εἴπω τι περὶ κακῆς διαχειρίσεως, ἤθελον τὸ εἴπει. Ἐγὼ ἔφερα τὸ ζήτημα πρὸς ἕνα σκοπὸν, ὅτι θέλομεν 1,000,000 δραχμῶν τουλάχιστον διὰ τοὺς τόκους, δηλ. θὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα κατὰ 1,000,000. Ὑπέθετα καὶ ὑποθέτω, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ οἰκονομηθῇ. Ἐζήτησα λοιπὸν ἂν ᾖναι ἀναγκαῖον τὸ δάνειον, καὶ ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, νὰ εὕρωμεν ἂν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον.
§164ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ οἰκονομία μας ἐδῶ εἶναι πολλὰ ἑκατομμύρια, δὲν λέγω διὰ τὸν κύριον Δεληγεώργην. Εἶπον ὅτι θὰ ἐξοδεύσωμεν οἰκονομικῶς· εἴμεθα οἰκονομικώτεροι προκειμένου καὶ περὶ ὀβολοῦ καὶ περὶ λεπτοῦ.
§165ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀποδεικνύει κάμποσας συκοφαντίας, τὰς ὁποίας ἔῤῥιψαν δεξιὰ καὶ ἀριστερά, διότι τί ἀποδεικνύεται τώρα; ὅτι τὰ δάνεια αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπῆρεν ἡ μία κυβέρνησις, καὶ ἡ ἄλλη, τὸ πλεῖστον μέρος εὑρίσκεται, διότι ἡ ἰδία λέγει, 10,220,000 ἐπερίσσευσαν ἀπὸ τὸ δάνειον. Εἰς ἓν πρᾶγμα δὲν εὑρισκόμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ πρώτου ποσοῦ τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὰ ταμεῖα. Τὴν 31 Αὐγούστου, λέγει ὁ ὑπουργὸς, εἴχομεν εἰς τὰ ταμεῖα 3,760,000, ἀφοῦ ἐπληρώθησαν βέβαια αἱ τακτικαὶ δαπάναι (θόρυβος).
§166ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Κατόπιν πληρόνονται.
§167ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ, καὶ κατόπιν εἰσπράττονται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐκ τῶν 3,760,000 πόσα χρήματα ἦσαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν;
§168ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. 900,000,
§169ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι σήμερον τὴν 31 Αὐγούστου.
§170ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου ποῦ εἶναι;
§171ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐδῶ νὰ ἐξηγηθῶμεν· αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου πότε ἦτο, κ. Πρόεδρε; τὴν 31 Αὐγούστου ἢ σήμερον;
§172ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν 31 Αὐγούστου.
§173ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι 3,000,000 περίπου ὑπῆρχον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμβασθέντα ἀπὸ τὴν προλαβοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν μέχρι τοῦδε, πλὴν 900,000, εἰς πληρωμὰς ἐκτάκτων δαπανῶν διὰ τὸν ὁπλισμὸν τῆς Ὄλγας κτλ. Λοιπὸν νὰ μὴ παραξενεύησθε ἂν τὴν 31 Αὐγούστου βλέπετε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον εἶχε τόσα ἑκατομμύρια, διότι 3,000,000, ὑπῆρχον τότε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. (θόρυβος). Νὰ ἐξηγηθῶμεν λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ. (διάλογοι).
§174ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὴν 31 8βρίου, εὑρίσκοντο ἔξω μόνον 900,000 καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἦσαν εἰς τὰ ταμεῖα χαρτιὰ, εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα 2,300,000, ἂν προσθέσῃς καὶ 900,000 τὸ ὅλον 3,200,000.
§175ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τὰ 3,600,000 θὰ χρησιμεύσουν ἐν μέρει πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν προκαταβληθέντων ἐκ τῶν δανείων διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, ἀλλὰ τότε δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐκ τῶν δανείων, διότι ἂν θὰ ἀφαιρεθοῦν, τότε θὰ εἴπῃ ὅτι ἔκαμε χρῆσιν μεγαλειτέρου ποσοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διπλῆ ἀφαίρεσις, διότι τότε φαίνεται ὅτι μεγαλειτέραν πασῶν ἔκαμε χρῆσιν.
§176ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριε Κεχαγιᾶ, καὶ πάλιν δὲν καταλαμβάνω......
§177ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§178ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὁρίστε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηρόπουλε.
§180ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τὴν Βουλὴν, εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπησχόλησε κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡς λαβὼν μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 26, χαίρω πολὺ διότι σήμερον ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μειοψηφία δὲν ἔπρεπε.... (θόρυβος καὶ διάλογοι). Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, οἰκονομολογικοῦ ὄντος, καὶ νὰ φέρω τὸν λόγον ἀντικρούων τοὺς οἰκονομολόγους ἄνδρας, μὲ ἐνθαῤῥύνει ὅμως τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος καί τοι μὴ οἰκονομολόγος, ἔλαβε τὸν λόγον (γέλως). Λοιπὸν δὲν εἶναι παράξενον ἂν καὶ ἐγὼ λάβω τὸν λόγον (θόρυβος). Θὰ ἀκολουθήσω λοιπὸν μίαν ἄλλην τακτικὴν ἁπλουστέραν τῶν ὑπολογισμῶν, διότι.... (θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κ. βουλευταί, ν’ ἀρχίσῃ τοὐλάχιστον.
§182ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ διάκρισις τῶν δαπανῶν τῶν εἰσπράξεων, καὶ τῶν δαπανῶν τῶν χρήσεων σήμερον, ὅτε δὲν ὑπάρχει συζήτησις ἀπολογισμοῦ, σκοτίζει τοὺς ἀκούοντας. Οἱ ἀγορεύσαντες ὡς βάσιν ἔλαβον τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτὴν λαμβάνω καὶ ἐγὼ ὡς βάσιν. Κατ’ αὐτὴν εἰσέπραξε τὸ ὑπουργεῖον 34,915,000, ἀπὸ εἰσπράξεις τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους, ἐδαπάνησε 30,685,000 τοῦ ἔμεινε περίσσευμα 4,230,000 μαζὺ μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς καὶ τὸ ἐξωτερικόν· εἰς τὸ περίσσευμα αὐτὸ συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε (θόρυβος).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§184ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὸ καθαρὸν περίσσευμα μετὰ τῶν γραμματίων ἀναβαίνει εἰς τὸ ποσὸν 6,959,000. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι πάντοτε πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ χρησιμεῦον διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, καὶ ἂν οἱ μῆνες οἱ μᾶλλον προσοδοφόροι καλύψουν τὸ ποσὸν θὰ λάβουν ἄλλοι νὰ τὰ μεταχειρισθοῦν, ἂν ἀφαιρέσωμεν 4,000,000, θὰ μείνουν μόνον 2,959,000 καθαρὸν περίσσευμα, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμεύσουν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, οὐχὶ 12 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ 10,100,000, μᾶς λείπουν μόνον 9 ἑκατομ. καὶ ὄχι 3,000,000. Ὅλη ἡ σύγχυσις προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ διακριθοῦν τώρα. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὔτε σπατάλη, οὔτε κακὴ πρόθεσις.
§185ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀποδίδετε πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε διενοήθημεν ἡμεῖς.
§186ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα διὰ σᾶς. Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνάφερα εἶναι οἱ αὐτοὶ, σύμφωνοι μὲ τοὺς ἰδικούς σας, διότι συμπεριελάβετε τὸν ἀριθ. 3,600,000 δὶς, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ἀναβιβάσατε τὸ ποσὸν ματαίως (θόρυβος).
§187ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκατάλαβα τίποτε.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θορυβῆτε, ποτὲ δὲν θὰ καταλάβητε.
§189ΔΑΓΡΕΣ. Βέβαια, ἀφοῦ δὲν ἤμεθα εἰς τὸ θέμα....
§190ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀποδείξω (διάλογοι). Κύριοι, ἐνῷ ἡμεῖς συζητοῦμεν τόσον σπουδαίως καὶ τόσον παρατεταμένως, φοβοῦμαι μήπως ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, ὅστις μᾶς ἀκούει γελᾷ μαζύ μας, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ὅταν ἀναγνώσουν τὰ πρακτικά μας θέλουν γελάσει ἔτι περισσότερον, διότι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τοσαύτη συζήτησις, εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης συζητήσεως, εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφισβητήσεως. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἀριθμῶν καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὑπάρχει ἀξίωμα κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν εἶναι ἀλάνθαστος, ὅταν τις ὁμιλῇ μὲ ἀριθμοὺς, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ λέγῃ πάντοτε τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Πόθεν λοιπὸν αὐτὴ ἡ φιλονεικία; πόθεν προέρχεται νὰ βλέπετε διαφόρους ῥήτορας, ἐξ ὧν ὁ μὲν νὰ σᾶς λέγῃ ὅτι ἔχομεν τόσα ἑκατομμύρια, ὁ δὲ ἄλλος ὅτι δὲν ἔχομεν λεπτὸν, ὁ εἷς νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δανίων, καὶ ὁ ἄλλος ὅτι μᾶς χρειάζονται 10 ἑκατομμύρια; διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ παρουσιάσῃ ἀριθμοὺς ὄχι ἐξηγμένους ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ δημόσια κατάστιχα. Λυποῦμαι δὲ παραπολὺ, διότι ἀφοῦ ἐδόθη νύξις μεγάλη κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ φαίνονται τοσοῦτον στενοχωρούμενοι διὰ τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως, δὲν ἐφρόντισαν, καίτοι παρελθουσῶν τοσούτων ἡμερῶν, νὰ μᾶς φωτίσουν εἰς τὰς συζητήσεις. Ἂς μὲ συγχωρήσουν νὰ τοὺς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἔχωμεν ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς, δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Πρόκειται περὶ τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, καὶ ὅταν καλῆται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ταῦτα, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἂν τὸ δάνειον ᾖναι ἀναγκαῖον ἢ ὄχι. Ἰδοὺ διατὶ ἐπιμένομεν, καὶ ἐὰν πράγματι ἡ κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ζητουμένης πιστώσεως, ὀφείλει νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύω προηγουμένων χρήσεων. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπῃ τις, δὲν εἶναι ἀρκετὰ ὅσα σᾶς παρουσίασαν ἕως τώρα; Ἀποκρίνομαι, ὄχι· διότι οὐδεμία ἀκρίβεια ὑπάρχει εἰς αὐτά. Καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία παρουσιασθεῖσα κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου, διαλαμβάνει ὅτι εἶχον ἀποδοθῆ 1,900,000 μεταλλικῶν εἰς τὰς τραπέζας. Καὶ ὅμως ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς δημοσιευμένας ἀπὸ τὰς τραπέζας καταστάσεις, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ ἀποδοθὲν ποσὸν εἶναι μόνον 1,352,000, καὶ ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλω νὰ σᾶς πληροφορήσῃ πόσα ἀπέδωκε μέχρι τέλους Αὐγούστου εἰς τὰς τραπέζας, συμπεριέλαβεν ἐκ παραδρομῆς καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη κατὰ τὸν Σεπτέμβριον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς λογιστικῶς· ἐκτὸς τούτου ἔκαμε διαφόρους λογαριασμοὺς καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν μέχρι 31 Αὐγούστου τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πληρωμῶν, μένουν 3,500,000. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του δὲν συμπεριέλαβε καθόλου τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἦτο 600,000 δραχμ. Ἔπειτα, ἐνῷ λογαριάζει ὅλα τὰ πληρωθέντα ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1868 καὶ τὰ εὑρίσκει ὅτι εἶναι 5,200,000, λησμονεῖ, ὅτι εἰς τὴν 31 Δεκεμβρίου ἐσημείωσεν εἰς βάρος τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1868 ἓν ποσὸν ἀπὸ 1,800,000 δραχ. τὸ ὁποῖον προέρχεται κατὰ μέγα μέρος, ἀπὸ ἐξωφλημένα ἐντάλματα, καὶ ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξωφλήθησαν ὁλοσχερῶς καὶ ἐνεγράφησαν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1868, ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καταλογισθῆ εἰς βάρος τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1868.
§191ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὰς 600,000 δραχ. τὰς βάλλετε μὲ τοὺς ἐκτάκτους πόρους· περὶ αὐτῶν πρόκειται.
§192ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπειτα, κύριοι, σᾶς λέγουν ὅτι μόνον 600,000 δραχμὰς ἀφῆκεν εἰς μετρητὰ ὑπόλοιπον ἡ διαχείρισις τοῦ 1868, ἀλλὰ πῶς εὑρίσκουν τοῦτο; Λαμβάνουν ἀφ’ ἑνὸς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα, τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ἐντὸς τοῦ 1868, ἀφαιροῦν τὰς πραγματοποιηθείσας πληρωμὰς καὶ εὑρίσκουν 600,000· ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν συμπεριλαμβάνουν τὸ ὑπόλοιπον τῆς 31 Δεκεμβρίου 1867. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας ἀκολουθοῦν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς; ἑπομένως ἐνόσῳ δὲν λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν καλοσύνην νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν συντεταγμένην κατὰ τὴν κεκανονισμένην καὶ παραδεδεγμένην μέθοδον, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἴδωμεν ὁποῖον ἦτον τὸ πραγματικὸν ὑπόλοιπον τοῦ 1868, πόσα εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1869, πόσα ἐδαπανήθησαν, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον, δὲν μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀκριβῆ συμπεράσματα. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους θέλομεν ἔχει ὑπὲρ τὰ 7 ἑκατομμύρια περίσσευμα· κ. ὑπουργοὶ, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐὰν αἱ σημειώσεις σας ἦναι ἀληθεῖς, τὸ περίσσευμά σας θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλείτερον, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἔγινεν ἡ αὔξησις τῶν φόρων, πᾶσα χρῆσις ἐντὸς τοῦ ὁμωνύμου ἔτους, ἤτοι ἐντὸς τοῦ πρώτου αὑτῆς ἔτους, εἰσπράττει 27½ ἕως 28 ἑκατομμύρια· ἑπομένως δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ πιστεύσω, ἀφοῦ μάλιστα βεβαιόνετε, ὅτι τὰ πάντα ὁδεύουν καλῶς καὶ ὁμαλῶς, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1869, θὰ καθυστερήσῃ κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς δύο προηγουμένας· ἑπομένως πρέπει καὶ κατὰ τὸ 1869 νὰ εἰσπραχθῶσιν ἀπὸ ἔσοδα τοῦ αὐτοῦ ἔτους 28 ἑκατομμύρια.
§193ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 27.
§194ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε, ὅτι πηγαίνετε ἀκόμη καλλίτερα, καὶ διὰ τοῦτο......
§195ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν παραλυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν τὰ πράγματα.
§196ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ 27. Εἰσεπράχθησαν 12,000,000 μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου· πόσα θέλουν εἰσπραχθῆ ἀκόμη μέχρι τέλους τοῦ 1869; Θέλουν εἰσπραχθῆ ἀκόμη 15,000,000. Πόσα σᾶς ἀναγκαιοῦν διὰ τὰς δαπάνας τῶν 4 μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπολείπονται διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας, διότι ὅλα τὰ ἔκτακτα οἰκονομήθησαν; θέλετε μόνον 10,000,000, ἑπομένως θέλουν σᾶς περισσεύσει ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ πραγματοποιηθοῦν κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας 5,000,000, τὰ ὁποῖα ἑνούμενα μὲ τὸ ὑπάρχον ὑπόλοιπον τῶν 3,500,000, ἀποτελοῦν 8,500,000.
§197ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Τὴν 31 Αὐγούστου ἐννοεῖτε ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Αὐγούστου εἶναι πληρωμένα;
§198ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως κατὰ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου θὰ εἶναι πληρωμένα τὰ ἔξοδα τοῦ Δεκεμβρίου, κ. Αὐγερινὲ; Αὐτὰ τὰ πράγματα συμβαδίζουν· ἐὰν κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου δὲν ἦναι πληρωμένα τὰ ἔξοδα τοῦ Αὐγούστου, οὕτω κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου δὲν θὰ ἦναι πληρωμένα τὰ ἔξοδα τοῦ Δεκεμβρίου. Δὲν σᾶς ὠφελεῖ λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ πρᾶγμα μένει, ὅπως τὸ ἐξέθεσα. Ἐὰν σεῖς δὲν καθυστερῆτε ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν καθυστερεῖτε· ἔχετε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἰσπράξητε κατὰ τοὺς 4 μῆνας 15,000,000, σᾶς χρειάζονται 10,000,000 δι’ ἔξοδα, θὰ περισσεύσουν λοιπὸν 5 καὶ 3½ ὑπάρχοντα τὸ ὅλον 8,500,000. Δέν εἶπε λοιπὸν ὑπερβολὴν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐκ τῶν 8½ ἑκατομμυρίων ἠμπορεῖτε νὰ διαθέσητε τὰ 7 ἑκατομ. διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου, διότι καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν θὰ σᾶς μείνῃ ὑπόλοιπον 10,000,000, δρ. καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι ἀνώτερον τῶν 600,000, δρ. αἱ ὁποῖαι ἔμενον τὴν 31 Δβρίου 1867. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως ὅλοι οἱ ὑπολογισμοί σας εἶναι λανθασμένοι, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκρίβεια εἰς καμμίαν τῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἐφέρατε, καὶ ὅσον περισσότερον ἀναδιφίζω τὰς ἐκθέσεις σας, τόσον περισσότερον στερεοῦται ἡ πεποίθησίς μου αὕτη, διότι βλέπω, ὅτι ἀπὸ τὴν μίαν κατάστασιν λείπει τὸ ἓν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην τὸ ἄλλο κονδύλιον, φοβοῦμαι λοιπὸν, μήπως αἱ σημειώσεις σας δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι πράγματι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλει παρουσιασθῆ ἡ ἀνάγκη, νὰ κάμητε τὸ δάνειον τῶν 9,000,000. Ἀλλ’ ἐὰν εὑρεθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς ἐπίστευσαν οἱ ὑπουργοί, πρέπει νὰ σημειώσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πλῆρες τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, διότι τὸ ποσὸν τῶν 720,000, τὸ ὁποῖον περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν εἶναι καθόλου ἐπαρκὲς καὶ θαυμάζω, πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐσημείωσε τοσοῦτον ὀλίγον ποσὸν, ἐνῷ συνέταττε τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουνίου, καὶ εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους.
§199ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ν’ ἀποδοθῇ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἀλλ’ εἰς 4 δόσεις, καὶ ἑπομένως ὑπελογίσαμεν, ὅτι τὸν Ὀκτώβριον θὰ δοθῇ ἡ πρώτη· ὥστε ἓν μέρος τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρου τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ εἰς τὰ 1870.
§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν δὲν εἶναι σωστὸς ὁ ὑπολογισμός. Πρῶτον, κύριοι, λέγετε, γράφοντες εἰς τὴν περὶ δανείου ἔκθεσίν σας, ὅτι πλησιάζετε νὰ φθάσητε εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο γράφετε εἰς τὰς 22 Ἰουνίου!
§201ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὄχι, εἴχομεν ὅρον τοιοῦτον.
§202ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἤθελε συμπληρωθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1869, καὶ ἑπομένως διὰ τὸ 1870 ἔχετε ἀνάγκην νὰ πληρώσητε μίαν ἑξαμηνιαίαν δόσιν καὶ τοὺς τόκους τοῦ ἔτους, ἡ ἑξαμηνιαία δόσις εἶναι 500000 φράγκων, ὁ δὲ ἐτήσιος τόκος τῶν 9000000 πρὸς 9½% εἶναι 840000· 840000 καὶ 500000 κάμνουν 1340000 φράγκων· καὶ αὐτὰ δὲν καλύπτονται μὲ τὰς 720000 δραχμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μὲ ἀκούσῃ πρὸ πάντων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, διότι πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, ἐὰν τὸ δάνειον συνωμολογεῖτο ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὅπως λέγετε, καὶ ἤρχιζεν ἡ πληρωμὴ ἐντὸς τοῦ παρόντος ἔτους, βεβαίως ἤθελε τελειώσει ἡ συμπλήρωσίς του ἐντὸς τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἐρχομένου ἔτους 1870· ἑπομένως κατὰ τὸ 1870 θὰ εἴχετε ἀνάγκην νὰ πληρώσητε μίαν ἑξαμηνιαίαν δόσιν, ἐκ φρ. 500,000 καὶ τοὺς τόκους ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους 1870 διὰ τὸ δάνειον τῶν 9,000,000. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἠθέλετε πληρώσει 840,000 φρ. διὰ τόκους καὶ 500,000 διὰ χρεωλύσιον, τὸ ὅλον 1,340,000.
§203ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὸ ἥμισυ αὐτῶν πόσον εἶναι;
§204ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸ ἥμισυ;
§205ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Διότι μία δόσις ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ ἔτος.
§206ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ὁ τόκος θὰ πληρωθῇ ὁλόκληρος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, πάλιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς δι’ ὀλίγας ὥρας, διὰ μίαν ἡμέραν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τὸ μελετήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, νὰ μᾶς παρουσιάσουν σημειώσεις ἀκριβεστέρας, διότι ἄνευ σημειώσεων ἀκριβῶν, ὅ,τι καὶ ἂν κάμωμεν, δὲν θὰ ᾖναι ὀρθόν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ πείθεται, ὅτι πραγματικῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, τότε πρέπει ν’ αὐξήσῃ κατὰ 600 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας δραχ. τὴν συζητουμένην πίστωσιν· διότι ἐὰν δὲν κάμῃ τοῦτο, θέλομεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν.
§207ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κ. ὑπουργὲ, εὔχομαι νὰ συζητηθῇ αὐτὸ, ὅτε οἱ κύριοι οἰκονομολόγοι θὰ ἦναι ὑπουργοί· δεύτερον δὲν βλέπω ἄλλο παρὰ διαγωνισμὸν, ποῖος εἶναι ὁ ἱκανότερος οἰκονομολόγος, καὶ τοὺς παραπέμπω διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος εἰς τὰ Ὀλύμπια. (Ἱλαρότης.) Ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐδώκαμεν τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 διὰ τὸν μεγάλον λόγον, τὰ καταναγκαστικὰ χαρτιὰ ν’ ἀφαιρεθοῦν, καὶ ἀπεδείχθη τότε, ὅτι 5,000,000 χρειάζονται δι’ αὐτό. Ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ δάνειον γίνῃ, δίδομεν τὸν τόκον. Λοιπὸν τὸ 6 ἄρθρον τοῦ 2 κεφαλ. ἔχει 720,000 δραχμὰς σημειωμένας. Προτείνω νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ποσότητα καὶ νὰ προχωρήσωμεν. Ἐὰν τὸ δάνειον γίνῃ, γίνεται χρῆσις, ἐὰν δὲν γίνῃ, ἂς μείνῃ.
§208ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ ἐξηγήσω ἐν ὀλίγαις λέξεσιν τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερον τὴν συζήτησιν, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ μεταβάλλεται ἡ Βουλὴ εἰς θέατρον, νὰ ἐξευτελίζωνται τὰ σοβαρὰ ζητήματα, καὶ νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸ μέσον ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὑβρίζοντες τὰς πλέον σπουδαίας συζητήσεις καὶ παριστῶντες αὐτὰς γελοίας, διότι γελοῖον εἶναι τὸ νὰ λέγηται περὶ τοιαύτης σοβαρᾶς καὶ σπουδαίας συζητήσεως «παραπομπὴ εἰς τὰ Ὀλύμπια». Ἀγνοῶ, ἐὰν μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον θέλω ἐκθέσει περὶ τῆς προτάσεώς μου, ἐὰν θὰ μετανοήσῃ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τὸν σκοπόν μου διὰ νὰ μὴν ἀφήσω τοὐλάχιστον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τοὺς λόγους τοὺς ἐμπαικτικούς. Ἐπρότεινα, ὅ,τι ἐπρότεινα, κύριε πρόεδρε· πρῶτον, ὅτι κατ’ ἔτος αἱ δαπάναι τοῦ κράτους αὐξάνουν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν δανείων ἐξαντλεῖται ἡ πίστις καὶ ὅλοι οἱ ἔκτακτοι πόροι εἰς τοὺς ὁποίους ἐν ἄκραις ἀνάγκαις καὶ διὰ σκοποὺς οὐσιωδεστάτους καὶ ἀναποφεύκτους, ἠδυνάμεθα νὰ προσφεύγωμεν. Διὰ τοῦ νέου δανείου πρόκειται ν’ αὐξήσουν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ 1,000,000 τοὐλάχιστον, καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἔλλειμμα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν λυπηρὸν μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων κατὰ 7,000,000 καὶ ἐνῷ θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα καὶ κατὰ τὸ 1869 καὶ κατὰ τὸ 70, ἐν τούτοις νὰ μὴ σκεπτώμεθα περὶ ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ αὐξήσῃ κατὰ 1,000,000 τὰ ἔξοδα καὶ ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα. Δεύτερος σκοπός μου εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ὁμολογῶ. Δὲν ἐπιθυμῶ, αἱ κυβερνήσεις, ὑφ’ οἱωνδήποτε προσώπων καὶ ἂν σύγκεινται, νὰ ἔχουν διαθέσιμα χρήματα εἰς χεῖράς των. Ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπίφοβον. Ἐπιθυμῶ, αἱ κυβερνήσεις, καὶ λυποῦμαι, διότι τὸ ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδένα σκοπὸν ἔχω νὰ κατηγορήσω, λέγω μόνον τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, βλέπων, ὅτι, ὅταν αἱ κυβερνήσεις ἔχουν περισσεύοντα χρήματα, οὐδεμίαν οἰκονομίαν κάμουν· ἐξ ἐναντίας τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας, καὶ ἐὰν ἦναι ἐπουσιώδεις, τὰς πληρόνουν καὶ ἄλλας ἐπινοοῦν. Τρίτον διότι παρετήρησα, ὅτι καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη συνέβαινε τὸ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ 70. Θέλουν ὑπάρχει πληρωτέα οὐχὶ κατώτερον τῶν 7,000,000, πάντοτε ἀνώτερον τῶν 7 μέχρι τῶν 9, καὶ θέλουν ὑπάρχει καὶ στενοχωρίαι ἕνεκα τοῦ ἀγόνου τῶν πρώτων μηνῶν, καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσα νὰ καθιερωθῇ μία συνήθεια ὀλεθρία καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα μία ἄλλη κυβέρνησις τοῦ 1870, τοῦ 71, τοῦ 72 νὰ εἴπῃ, ὅπως ἐπράξατε διὰ τὸ 1869, ὡς ἐπράξατε διὰ τὸ 1870 οὕτω πράξατε καὶ δι’ ἐμὲ, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, δὲν θέλω ἐγὼ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἡ χρῆσις τοῦ 1869; Τί θὰ παρουσιάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1869; 2 2½ ἑκατομμύρια, μολονότι εἷς ἐκ τῶν κ. ὑπουργῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαί τις, εἶπε σήμερον, ὅτι δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ περίσευμα· τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλλείμματος τὴν ἀποκρούει, δὲν εἶπε τίποτε· ἀλλ’ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως ὁμιλῶν, εἶπον, ὅτι θὰ ἔχῃ ἔλλειμμα 2–2½ ἑκατομμυρίων. Δὲν παρουσιάζει ὅμως ἔλλειμμα ἡ χρῆσις τοῦ 1868 ὡς ἀπέδειξα· ὥστε θὰ δίδωμεν εἰς τὰς κυβερνήσεις τὴν ἄδειαν νὰ ἔχουν ἓν διαθέσιμον ποσὸν, ὅπως θὰ ἔχῃ ἡ τοῦ 1870, μόνον διότι εἶναι πιθανὸν νὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα 2,000,000. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβαινε πάντοτε κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐν τούτοις οὐδέποτε αἱ Βουλαὶ ἔδωκαν τοιαύτην ἄδειαν. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο αὐτὴ ἡ μεταβολὴ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἐφέτος. Καὶ ἂν τοὐλάχιστον εὑρισκόμεθα μακρὰν τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ πόρου τῶν δανείων, μακρὰν τῆς ἐξαντλήσεως τῶν φόρων, καὶ ἂν εἴχομεν τ’ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας, ἀσφάλειαν, διοίκησιν καὶ καθεξῆς, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ἂς μὴ ὑπάρξῃ τοσαύτη αὐστηρότης, ἀλλ’ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἔκαμον τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμον, ἐπειδὴ δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, ἂς παρέλθωμεν ἐν σιγῇ τὰ πάντα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις· ἐρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. «Ἄρθρον 6. Δάνεια προσωρινὰ 780,000».
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§211ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Τόκοι ἐντόκων γραμματίων 480,000.»
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§214ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Συνδρομαὶ ταμείου συντάξεων πολιτικῶν ὑπαλλήλων 150,000.»
§216ΧΑΡ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σκοπεύω νὰ φέρω παρατηρήσεις καὶ νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ἕνεκα ἀδικήματος τοῦ δημοσίου νὰ καταναγκάζηται νὰ πληρώνῃ χρέη, ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἐπειδὴ αἱ παρατηρήσεις μου αὗται ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν νόμον τῶν περὶ ἐσόδων, παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸν νόμον τῶν ἐξόδων.
§217Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἐνταῦθα γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. «Χορηγία πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα 1,125,000.» «Ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν καὶ ἔξοδα γραφείου 382,000.» «Προεδρεία ὑπουργικοῦ συμβουλίου 8,160.» «Προσωπικὸν ὑπουργείου 100,000.»
§218ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀφήσαμεν ἓν ζήτημα ἐκκρεμές.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμεινεν ἐκκρεμές.
§220ΣΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς συζήτησιν;
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. «Γενικὸν Λογιστήριον 39,930.
§222ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὀλίγα θὰ εἴπω περὶ τοῦ λογιστηρίου· ἐπεφυλάχθην χθὲς νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἐρωτῶ τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι σημειωμένη ὁλόκληρος ἡ δαπάνη, ἡ πηγάζουσα ἀπὸ τὸν ὀργανικὸν νόμον, ναί ἢ ὄχι;
§223ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομ.). Εἰς τὸ φύλλον λεπτομερείας φαίνονται αἱ κεναὶ θέσεις.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λείπει ὁ ὑποδιευθυντὴς, αἱ ἄλλαι εἶναι πλήρεις.
§225ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ δύναμις οὕτως εἰπεῖν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ λογιστηρίου εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ τὸ λογιστήριον εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν, ὅπως τὴν ὁμολογοῦν πάντες καὶ ὅσον παρέρχεται ὁ καιρὸς, ἔτι περισσότερον θὰ χειροτερεύῃ, διότι ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο μίαν ἡμέραν ἐνήμερον, καὶ τὸ σημεῖον αὐτο εἶναι εἰς τὸ 1859, ὅσαι περισσότεραι ἐργασίαι προστίθενται, ἔτι περισσότερον ὁ λαβύρινθος θὰ περιπλέκηται· αὐτὴ ἡ κατάστασις θὰ παρατείνηται εἰς τὴν αἰωνιότητα; νομίζω, ὄχι· διότι πρώτη βάσις τῆς ῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, εἶναι νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, τί ὀφείλομεν, καὶ ὄχι νὰ ἔρχωνται φυλλάδες καὶ νὰ λέγουν, αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἐλησμόνησε τὸ λογιστήριον νὰ τὸ σημειώσῃ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἔγινε τὸν Σεπτέμβριον νὰ τὴν σημειώσῃ ὅτι ἐνθυμήθη, ὅτι ἔγινε τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου· ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων, τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ ὀλίγου εἰς τὰς τραπέζας, ἐνῷ ἔγινε τὸν Σεπτέμβριον, τὴν 21 Νοεμβρίου λέγουν, ἐδώσαμεν εἰς τὰς τραπέζας 1,200,000. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὁ συντάξας τὴν σημείωσιν αὐτὴν, οὕτω πῶς ἐνθυμήθη. Λοιπὸν δὲν εἶναι, λέγω, ποσῶς εὐχάριστος αὐτὴ ἡ κατάστασις· ἂς σκεφθῇ ἡ κυβέρνησις τί πρέπει νὰ γίνῃ· ἔχει ἀνάγκην προσωπικοῦ; νὰ χορηγηθῇ· δὲν εἶναι οἰκονομία 20 καὶ 30 καὶ 50 χιλιάδες δραχμῶν ἀπέναντι τόσων ἑκατομμυρίων, ἀπέναντι τῆς δημοσίας πίστεως, ἡ ὁποία ποτὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δημοσιότης, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ ὁ πολίτης τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ ὁ δανειστὴς τί ὀφείλει καὶ τί ἔχει νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον. Ἄνευ αὐτῆς τῆς δημοσιότητος, ἂς μὴ πιστεύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι δύναται ν’ ἀνακτήσῃ πίστιν. Ἡ τράπεζα, κύριοι, καθ’ ἡμέραν δημοσιεύει τὴν κατάστασιν καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε πόσον ἡ πίστις της ηὔξησε, ὅπου εἶναι ἓν ἰδιωτικὸν κατάστημα. Πολλοὶ τῶν βουλευτῶν λέγουν, ἓν ἰδιωτικὸν κατάστημα ἔχει πίστιν, καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ ἔχουσα τόσα χρήματα νὰ μὴ ἔχῃ πίστιν; δὲν ἔχει πίστιν ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀθλίας καταστάσεως. Λοιπὸν ἐὰν θέλωμεν νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, πρώτη βάσις εἶναι νὰ ἠξεύρωμεν τὴν κατάστασίν μας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἠξεύρωμεν ἐὰν τὸ λογιστήριον δὲν ἔλθῃ ἐνήμερον, δὲν τακτοποιηθῇ. Κατ’ ἐμὲ, δύο τινὰ εἶναι τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς καταστάσεως· πρῶτον, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ἡ ἔλλειψις μεθόδου. Κατ’ ἐμὲ ἀντεποιήθη ἀλλότρια καθήκοντα καὶ ἄφησε τὸ κύριον ἔργον, ἀντεποιήθη τοὐτέστι, καθήκοντα τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ διὰ τοῦτο ἄφησε τὸ ἰδικόν του καθῆκον· δεύτερον ἡ ἔλλειψις προσωπικοῦ, διότι πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν, καὶ δὲν ἐξαιρῶ καὶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ πνεῦμα οἰκονομίας, ἔχοντες τότε ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσχερῆ κατάστασιν μετεχειρίσθητε προσωπικὸν τοῦ λογιστηρίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέστειλαν ἐπιθεωρητὰς καὶ ἀφῄρεσαν τοιουτοτρόπως χεῖρας, αἱ ὁποῖαι ἔμελλον νὰ ἐργασθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἀπὸ τὸ λογιστήριον· τὸ ἔπραξαν καὶ ἄλλοι ἀπὸ πνεῦμα οἰκονομίας καὶ διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐχορήγει τὰ μέσα. Λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, δύω εἶναι τὰ αἴτια τῆς κακῆς καταστάσεως. Ἡ ἀντιποίησις ἀλλοτρίων καθηκόντων καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ, ἐνῷ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερον προσωπικόν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν προσωπικὸν, διότι ὅπως ὑπάρχει τὸ λογιστήριον, εἶναι πολυτέλεια, καὶ αὐτὸ καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, διότι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἄνευ τῆς ἀποστολῆς τῶν λογαριασμῶν ἀπὸ τὸ λογιστήριον. Ἡ κατάστασις λοιπὸν εἶναι καλή; ὄχι. Ἑπομένως προτείνω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ τὸ ἀναβάλῃ, καὶ νὰ σκεφθῇ ποῖα μέτρα θεωρεῖ ἀναγκαῖα πρὸς τακτοποίησιν νὰ τὰ συζητήσωμεν, τῷ ὑποσχόμεθα δὲ νὰ τῷ χορηγήσωμεν ὅλα τὰ μέσα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὸ τὸ μέγα καλὸν, τουτέστι ν’ ἀνυψώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν, ἥτις δὲν δύναται ν’ ἀνυψωθῇ ἐνόσῳ ἡ ὑπηρεσία κακῶς ἐκτελεῖται.
§226ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπεν ἀληθῶς, ὅτι τὸ λογιστήριον δὲν εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν· ἀλλὰ, κύριοι, τὸ λογιστήριον ἔχει τοσοῦτον προσωπικὸν, ὅσον ἐκανονίσθη κατὰ τὸ 1853, ὁ δὲ κύριος Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου προσέθεσεν ἕνα ὑπάλληλον· διότι, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐπολλαπλασιάσθη, προσετέθησαν τόσα ταμεῖα καὶ τόσοι ὑπάλληλοι τῆς Ἑπτανήσου. Κατόπιν, ὡς γνωρίζετε, τὰ δάνεια, ηὔξησαν τὰς ἐργασίας τοῦ λογιστηρίου, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο προσδιωρισμένον κατὰ τὸ 1853 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ 1869· ἐπεβαρύνθη μὲ πολλὰς ἐκτάκτους ἐργασίας, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην καὶ ἑτέρου τινὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἐπαινῶ τὸν κύριον Βαλασόπουλον διὰ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερε καὶ τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ συνεμερίσθην, ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω ἀντὶ οἰκονομιῶν ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· καὶ ἠξεύρετε ὅλοι, εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε, ὅτι κατὰ Αὔγουστον μῆνα γίνεται φόρτωσις σταφίδος, καὶ συνήθεια ἐπεκράτησε ἀπηρχαιωμένη καὶ εἶναι καλὴ, νὰ στέλληται ἐπιθεωρητὴς εἰς τὰ σπουδαῖα τελωνεῖα ὅπου γίνεται ἡ φόρτωσις, καὶ θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω πόσα πρόσωπα χρειάζονται ὡς ἐπιθεωρηταί· εἰς τὸ Αἴγιον 1, εἰς τὰς Πάτρας 2, εἰς Κατάκωλον 3, εἰς τὴν Μεσσήνην 4, εἰς τὰς Καλάμας 5, εἰς τὴν Ζάκυνθον 6, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν 7, εἰς τὴν Τριφυλίαν 8. Ἐκτὸς τούτου, ὅσοι διηυθύνατε κατὰ καιροὺς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζετε ὅτι δύω σπουδαῖαι ἁλυκαὶ τῆς Ἀναβύσου καὶ τῆς Θερμησίας ἔχουν ἀνάγκην ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διότι ὡς ἐπιστάται καλλιεργείας διορίζονται συνήθως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦσι καλῶς τὴν διαχείρισιν καὶ ἐπεκράτησε συνήθεια νὰ στέλλωνται δύω εἰδικοὶ ὑπάλληλοι, ἵνα ἐπιτηρῶσι τὴν γενικὴν καλλιέργειαν· θέλομεν λοιπὸν δέκα οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, εὗρον ἕνα μόνον οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ πέρυσι ῥητῶς προσδιώρισε διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Πατρέων, αὐτὸν δὲ ὁ προκάτοχός μου εἶχε στείλει εἰς τὴν Κέρκυραν, ἐγὼ δὲ τὸν ἐπανέφερον εἰς τὸ κύριον ἔργον του εἰς τὰς Πάτρας, διένειμα καὶ δέκα ὑπαλλήλους ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τὸ λογιστήριον, ἀπὸ τὸ συνέδριον, ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Τί ἠθέλατε νὰ κάμω, κύριοι; τοὺς θεωρῶ ἀναγκαιοτάτους, διότι κατὰ δυστυχίαν τινὲς τῶν ὑπαλλήλων μας ἠξεύρετε, ὅτι ῥέπουν εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ ὤφειλον νὰ προνοήσω περὶ τούτου· ἀπησχόλησα κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ τακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ λογιστηρίου τοῦ συνεδρίου καὶ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς συνωμολόγησε, καὶ πιστεύω, ὅτι πάντες θὰ συνομολογήσητε, ὅτι κατόπιν τῆς προσθήκης τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὡς ἐκ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ ὡς ἐκ τῶν δανείων καὶ λοιπῶν ἐργασιῶν, τὸ προσωπικὸν δὲν ἦτο ἀρκετὸν ὅπως γίνῃ ἐνήμερον· ἀλλ’ αἰσθανόμενος τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας μας καὶ ἐπειδὴ ὅλοι ζητοῦμεν οἰκονομίας, φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν ἐτόλμησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἐνήμερον τὸ λογιστήριον πρέπει νὰ προστεθῶσι δέκα ὑπάλληλοι καὶ νὰ ἐξοδευθῶσι τριάκοντα χιλιάδες δραχμαί. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, ὅτι τὸ λογιστήριον ἐπιβαρύνεται μὲ ἀλλότρια καθήκοντα, τοῦτο εἶναι σύστημα εἰς τὸ ὁποῖον διαφέρει ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ἐγὼ ὅμως εὗρον τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς προεξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων καὶ τὸ εὑρίσκω καλὸν καὶ ἀναγκαῖον. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ τὴν δαπάνην χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν παραδεχθῶ.
§227ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, κύριοι, ὅτι ἐλυπήθην σφόδρα ἀκούσας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης τοῦ διορισμοῦ 8 ἢ 10 ἐπιθεωρητῶν διὰ ποῖον λόγον; Διὰ νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς καταχραστὰς ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους διορίζει.
§228ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶπον καταχραστάς.
§229ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἰσχυρίζομαι καὶ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ. Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος θὰ περιορίσῃ τὰς καταχρήσεις, ἢ θὰ προφθάσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἡ καλὴ ἐκλογὴ καὶ ἱκανότης τῶν ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐνδίδετε, κύριοι ὑπουργοὶ, εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς συνειδήσεώς σας, ἥτις ἀπαιτεῖ τὸν διορισμὸν ἐκλεκτῶν καὶ τιμίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἰς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, νὰ ἦσθε πεπεισμένος, κ. ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι οὐχὶ 40 ἐπιθεωρητὰς ἀλλ’ 110 ἂν διορίσητε ἡ κατάχρησις θὰ ᾖναι ἡ αὐτὴ καὶ τὸ κακὸν θὰ προοδεύῃ ἔτι περισσότερον. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη καθαρὰ ἀλήθεια.
§230ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Μπούμπουλην...
§231ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὡμίλησα καθ’ ὑμῶν.
§232ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Εἴπετε, ὅτι διορίζω καταχραστὰς ὑπαλλήλους· εἶπον ὅτι ὑφίστανταί που ἀταξίαι τινές. Λέγω δὲ, κύριοι, ὅτι ὅσους ὑπαλλήλους διώρισα, τοὺς διώρισα στηριζόμενος εἰς τὰς πεποιθήσεις μου, σᾶς λέγω δὲ ὅτι ὅπου εὑρῆκα τὸν καταχραστὴν ἀμέσως τὸν ἔπαυσα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι εἰς πολλὰ μέρη εὑρῆκα τοιούτους καὶ τοὺς ἔπαυσα, καὶ τοὺς ὑπεχρέωσα νὰ πληρώσουν τὸ ἔλλειμμα, καὶ μάρτυς ὁ κύριος Λομβάρδος ὅτι εὗρον ἐλλειμματίαν εἰς Ζάκυνθον ἕνα ταμίαν καὶ τὸν ὑπεχρέωσα νὰ πληρώσῃ 13,000 ἔλλειμμα. Ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ, αὐτὸ τὸ ἔκαμα· τί θέλετε περισσότερον νὰ σᾶς κάμω; Δὲν εἶναι δὲ παράδοξον ὡς ἄνθρωπος νὰ ὑπέπεσα εἴς τι σφάλμα, νὰ διώρισα ὑπάλληλόν τινα, ὅστις νὰ εὑρεθῇ κατόπιν καταχραστής. Βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι καὶ ὁ ἀδελφός μου, ἂν ᾖναι, θὰ τὸν καταδιώξω.
§233ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν λογομαχίαν περὶ καταχραστῶν.....
§234ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ ἐδῶ τὰ ἀποφεύγετε, ἀπὸ ἐκεῖ τὰ ἀποφεύγετε· νὰ τὰ εἴπητε καθαρὰ· ἡ κατάχρησις πλεονάζει καὶ πλεονάζει πράγματι καὶ οὐδεὶς ἐν συνειδήσει δύναται ν’ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν.
§235ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ἀναγκαῖον, ἀναπόφευκτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ὕπαρξιν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν· διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐκτιμήσας καὶ μελετήσας καλῶς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, διώρισα ἐπιθεωρητὰς τοὺς ὁποίους διὰ νόμου προσδιώρισα νὰ ἀπασχολῶνται μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἢ ἐκτός. Εἶμαι δὲ ἐντελῶς ἐναντίος τῆς προσθήκης καὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου εἰς τὸ λογιστήριον, μάλιστα δὲ ἀναγκαίαν νομίζω τὴν ἐλάττωσιν· ὅσους θέλετε προσθέσατε εἰς τὸ λογιστήριον ἡ κατάστασίς του θέλει εἶσθαι ἡ αὐτὴ καὶ ἐν ὅσῳ ἐξακολουθῇ νὰ συγκεντρώνῃ ἐν αὐτῷ πλῆθος ξένων ὑπηρεσιῶν, ποτὲ δὲν θέλει γίνει ἐνήμερον. Εἶμαι κατὰ τῆς προεξελέγξεως, διότι γινομένη διπλῆ μάλιστα χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχωμέν ποτε ἐξέλεγξιν. Ἐὰν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὸ λογιστήριον, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ αὐτὸ τὴν καταδίωξιν, τὸ προσωπικὸν τῶν ταμειῶν καὶ ἄλλας διαφόρους ἐργασίας, θέλομεν καταστήσει αὐτὸ ἐνήμερον καὶ εὐκολύνει τὸ συνέδριον, διότι τὸ συνέδριον σήμερον εἶναι ἐπίσης εἰς λίαν κακὴν κατάστασιν· προτείνει δὲ ὅτι καθυστερεῖ, διότι τὸ λογιστήριον καθυστερεῖ. Ἔχομεν λοιπὸν δύο σώματα, τὰ ὁποῖα ἀποῤῥοφοῦν 300,000 δραχμῶν ἄχρηστα, σχεδὸν ἀνωφελῆ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πρέπει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως. Ὅτε ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν συνέστησα ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους λογιστικοὺς ὑπαλλήλους τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, τὸν κύριον Συλίβεργον, τὸν κύριον Λεβίδην, καὶ τὸν κύριον Γιαννόπουλον. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι τὰ σώματα αὐτὰ εἶχαν συγκεντρώσει πολλὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀλλοτρίας, ὥστε, οὔτε τὸ λογιστήριον οὔτε τὸ συνέδριον ἔκαμνον τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σκεφθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ λογιστήριον ἀπὸ πολλὰς καὶ ξένας ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ προσωπικόν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἤκουσαν τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. βουλευτῶν, καὶ θέλουσι σκεφθῆ ἐπ’ αὐτῶν. «Προσωπικὸν Γενικοῦ λογιστηρίου........ 39, 930.
§237ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί ἔγινε περὶ λογιστηρίου;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὸ ζήτημα ὑπ’ ὄψιν· ὅπως παρεστάθη εἶναι σπουδαῖον.
§239ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τι ἤθελον προτείνει· νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν πίστωσιν διὰ ν’ ἀναγκασθῇ νὰ φθάσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς εἰς ἀποτέλεσμα.
§240ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα σκοπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρακτικώτερα, διότι ἓν ἐκ τῶν δύω πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ἢ ὅτι θὰ μείνῃ τὸ λογιστήριον ὅπως ἔχει, καὶ τότε θὰ δαπανηθῶσι μὲν ὅλαι αἱ σημειούμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσότητες, ἀλλὰ τούτου γενομένου, πρέπει νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι καὶ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ὅσοι ζήσουν καὶ ἔλθουν νὰ συζητήσουν τὸν προϋπολογισμὸν θ’ ἀπαντήσουν τὴν αὐτὴν κατάστασιν καὶ θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὰς αὐτὰς δυσκολίας, ἢ ὅτι πρέπει νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται· σήμερον τὸ γραφεῖον τοῦτο νὰ περιορισθῇ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπε, καὶ τότε δὲν χρειαζόμεθα οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ σημερινοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ. Κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ λογιστήριον, ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐσχηματίσθη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βαδίσῃ κανονικῶς, καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του, καὶ δὲν ἔπταισεν οὔτε ἡ προσθήκη τῆς Ἑπτανήσου, οὔτε τὰ συνομολογηθέντα δάνεια. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθαι ὁ πατὴρ τοῦ Σώματος τούτου, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκάματε διάταγμα περὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ λογιστήριον ὅλα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ διάταγμα τοῦ ἐπέβαλεν, οὐχὶ 5 καὶ 20 ὑπάλληλοι δὲν ἀρκοῦν, ἀλλ’ ἴσως οὔτε 100, διότι τὸ λογιστήριον διὰ νὰ ἐκπληρῇ ὅλα ὅσα τὸ διάταγμα ἀναφέρει, ὀφείλει νὰ κρατῇ, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλ’ οὐχὶ ὀλιγώτερα τῶν 500 βιβλίων. Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατὰ τὸ διάταγμα τὸ λογιστήριον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ κρατῇ βιβλία ὅλων τῶν εἰσπρακτέων τοῦ κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐγγράφωνται ὅλοι οἱ ὀφειλέται καὶ νὰ σημειοῦνται τὰ παρ’ ἑκάστου πληρονόμενα, ὥστε καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους νὰ ἐξάγωνται τίνες καὶ πόσοι ὀφείλουσι καθυστερήματα. Ὡσαύτως πρέπει νὰ κρατῇ καταλόγους τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀτελεύτητοι. Ταῦτα εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ ὅσοι ἔφερον τὸ διάταγμο, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξις ἢ μᾶλλον ἡ κατάπτωσις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἔμελλε νὰ παρουσιάσῃ. Τώρα ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα εἶναι ἀδύνατον τὸ λογιστήριον, καὶ ἂν περιορισθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδιαιτέρων αὐτοῦ καθηκόντων, νὰ κατασταθῇ ἐνήμερον καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐργασίας του· ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ὅτι τὸ λογιστήριον δὲν περιωρίσθη εἰς μόνον τὰ ἰδιαίτερα αὐτοῦ ἔργα ἀλλὰ ἀνέλαβε καὶ τὴν καταδίωξιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὸ, ἀνέλαβε τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων καὶ τὰ δάνεια· σήμερον δὲ ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου ἐφορτώθη ἀκόμη περισσότερα καθήκοντα, διότι, ὅστις ὑπάγει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, θὰ ἴδῃ τὸν κύριον διευθυντὴν μὲ μίαν πέναν συνήθως εἰς τὸ αὐτὶ ἀπὸ τὸ δωμάτιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ταμεῖον εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὸ τυπογραφεῖον καταγινόμενος εἰς ἔργα ἄσχετα μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γενικοῦ Λογιστηρίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως λογαριασμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῶσι καὶ πάλιν τὰ αἴσχη, τῶν ὁποίων μάρτυρες ὑπήρξαμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, ἡ δὲ κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἀκριβεῖς σημειώσεις, πρέπει τὸ γενικὸν Λογιστήριον νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν συγκέντρωσιν καὶ τὴν καταστίχωσιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, ν’ ἀφήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα. Καὶ ἡ μὲν προεξέλεγξις πρέπει νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὴν ὁριστικὴν ἐξέλεγξιν τοῦ συνεδρίου, διότι καλὸν ἦτο νὰ γίνηται διπλῆ ἐξέλεγξις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πρώτη ἐξέλεγξις δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ μὴ γίνηται καὶ ἡ δευτέρα, καὶ νὰ μὴ ἔχωμέν ποτε ἐξέλεγξιν, προτιμότερον εἶναι νὰ λείψῃ αὕτη καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς μίαν καὶ μόνην ἐξέλεγξιν τὴν ὑπὸ τοῦ συνεδρίου. Τὸ προσωπικὸν τῶν ταμείων, ἡ καταδίωξις τῶν καθυστερούντων καὶ τὰ δάνεια ν’ ἀνατεθοῦν εἰς ἄλλα τμήματα τοῦ ὑπουργείου· οὕτω δὲ τὸ λογιστήριον δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς ἁπλοῦν τμῆμα τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν· ἑπομένως προτείνω νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου.
§241ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§242ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Σωτηρόπουλος, διότι ἡ ἐλάττωσις συνδέεται μὲ καινοτομίας περὶ τὸ λογιστικὸν τοῦ κράτους· δὲν εἶναι εὔκολον, διότι ἡ γνώμη τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι κατὰ τῆς διοικητικῆς προεξετάσεως τῶν ὑπολόγων τοῦ κράτους ὑπὸ τοῦ λογιστηρίου, ἀμέσως ἡ κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ ν’ ἀνατρέψῃ μίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία πρὸ 18 ἐτῶν διέπει τὸ κράτος. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι ὀρθή· ἴσως κατὰ μέγα μέρος δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην των, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν· πρὶν ἢ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς πεισθῇ περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει, δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ δαπάνη διὰ τὸ λογιστήριον. Ἐκτὸς τούτου ἠξεύρετε ποῖον εἶναι τὸ οὐσιῶδες, ὅταν θέλετε νὰ ἔχητε ἀπολογισμὸν καὶ ἀκριβεῖς καταστάσεις τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ τόπου; τὸ οὐσιῶδες εἶναι ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐνήμερον· ὁποιοιδήποτε δὲ σύστημα καὶ ἂν παραδεχθῆτε, δὲν δύναται τοῦτο νὰ κατορθωθῇ εὐκόλως. Καὶ βεβαίως ἀπαιτεῖται θυσία τις ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου διὰ νὰ κατορθωθῇ, ὅ,τι ὅλοι οἱ βουλευταὶ σήμερον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπιζητοῦσι, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθότατον· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ ὡς τακτικὸν ἔξοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἡ κυβέρνησις πεισθῇ ὅτι διὰ νὰ γίνῃ τὸ λογιστήριον ἐνήμερον ἀπαιτεῖται δαπάνη τις ἔκτακτος δι’ ἓν ἢ δύω ἔτη, τότε θέλει παρουσιάσει νομοσχέδιον περὶ τούτου ζητοῦσα ἁπλῶς πίστωσιν χωρὶς νὰ ἐγγραφῇ σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἂν δὲ πεισθῇ ἡ κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ προταθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ὑποστηριχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὸ προσωπικὸν τοῦ συνεδρίου ἐπαρκεῖ, ἡ κυβέρνησις δὲν θέλει προβῆ εἰς αἴτησιν νέας δαπάνης. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὁμιλῶν ἀνέφερεν μίαν λέξιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι βεβαίως λίαν κοινοβουλευτική· σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον ἵνα μὴ παρουσιάζωνται τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν. Νομίζω ὅτι ἡ λέξις αὕτη δὲν ἦτο λίαν προσφυὴς οὐδὲ κοινοβουλευτική. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἰλικρινέστερος σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου χρονολογεῖται πρὸ καιροῦ, καὶ σᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου δὲν πηγάζει ἐκ τῆς ἀνικανότητος τῶν ὑπαλλήλων ἢ τοῦ διευθύνοντος τὸ λογιστήριον· ὁ κ. Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε καθαρῶς, ὅτι εἰς τὸ λογιστήριον ἐπεβλήθησαν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν τὸν περισσότερον χρόνον. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι τὸ λογιστήριον ἰδιοποιήθη καὶ ἐσφετερίσθη καθήκοντα ἑτέρων τμημάτων· τὸ λογιστήριον ἦτο μέχρι τινὸς ἐνήμερον καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζω ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του παρουσίασε τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 59 καὶ 60, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§243ΤΙΝΕΣ. Τοῦ 59.
§244ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 60. Τὸ λογιστήριον μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως ἦτον ἐνήμερον, διότι εἶχε καὶ εὐθύνην, ἐπελθούσης ὅμως αὐτῆς καὶ τῆς μεσοβασιλείας, ἡ ὁποία ἐχαλάρωσε κατὰ πολὺ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἐπηρεάσθη καὶ τὸ λογιστήριον. Μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως προσέθηκε νέα καθήκοντα εἰς τὸ λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὸ 53, ὅτε διὰ νέου νόμου ὠργάνισεν αὐτὸ ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τόσα καθήκοντα τὰ ὁποῖα εἶχεν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσην λογιστικὴν ἱκανότητα, γνωρίζει κάλλιστα ὅτι ἡ τράπεζα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τόσα βάρη, τόσα καθήκοντα, δὲν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ τόσας διατυπώσεις ὅσας πρέπει νὰ ἐκπληροῖ τὸ λογιστήριον, ὅτι ἡ τράπεζα ἔχει τὸ τριπλάσιον προσωπικὸν ἀφ’ ὅτι ἔχει τὸ συνέδριον καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τόσην καλὴν καὶ ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ἤθελον, κύριοι, νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις διότι δὲν ἐπιθυμοῦσα σῶμα τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῖ ὅσον εἶναι δυνατὸν καλλίτερον τὰ καθήκοντά του, νὰ ἐπιβαρύνεται μὲ τόσας μομφάς. Ἔρχομαι καὶ πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σήμερον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ οὐδεμίαν ἐλάττωσιν, διότι ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ εἴτε αὔξησιν ζητήσει εἴτε ἐλάττωσιν, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἔλθῃ περὶ νέας διοργανώσεως τοῦ σώματος τούτου.
§245ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ· διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἐλαττώσεως, ἀλλὰ καὶ αὐξήσεως· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ λογιστηρίου εἶναι καλὴ ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπόν του. Αὐτὴ ἡ κατάστασις χρονολογεῖται πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ θὰ σκεφθῇ ἡ κυβέρνησις ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ. Οἱ συντάξαντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870 καὶ ἀναγνωρίζοντες ὅπως εἶναι τὸ λογιστήριον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ· ἐπρότεινεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν δαπάνην ἄνευ ἄλλου μέτρου. Τί θὰ εἴπῃ αὐτό; θὰ εἴπῃ ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1870 τὰ ἴδια θὰ ἔχωμεν· ἡ μία κυβέρνησις ν’ ἀποδίδῃ τὸ σφάλμα εἰς τὴν ἄλλην καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ τὸ χειρότερον ὅτι, ὅσον παρατείνεται ὁ καιρός, τοσοῦτον περισσότερον ἡ κατάστασις αὐτοῦ παρουσιάζεται κακὴ διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην χειροτέραν λέξιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς λύει τὸ ζήτημα λέγων, ἡ Βουλὴ ἂς παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην πίστωσιν καὶ θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τῆς τακτοποιήσεως τοῦ λογιστηρίου· ἐγὼ τοὺς λέγω, τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν κατὰ τὸ 1870, ὅταν ἡ Βουλὴ καίτοι ἀναγνωρίζουσα ὅτι κακῶς ἔχει τὸ λογιστήριον ἐν τούτοις ψηφίζῃ αὐτὴν τὴν δαπάνην. Τὸ αὐτὸ θὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὸ 1870, ἐνῷ ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν δαπάνην δὲν ὑπόσχεται, μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διοικητικῶς θὰ λάβῃ κατὰ τὸ 1870, τὸ λογιστήριον θὰ ἔλθῃ εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶπεν ὅτι θὰ σκεφθῇ, ἐπειδὴ σήμερον δὲν ἔχομεν περισπασμοὺς ἐξωτερικοὺς, ἂς ἀναλάβῃ πρὸ πάντων ἡ κυβέρνησις τὴν τακτοποίησιν τῶν κακῶς κειμένων· εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἐξωτερικοὺς περισπασμοὺς καὶ οὕτω πράττοντες ἀνυψοῦμεν τὴν καλὴν πίστιν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐὰν δὲν τακτοποιήσωμεν τὰ κατάστοιχά μας. Λοιπὸν δὲν τὸ θεωρῶ ἐπουσιῶδες, τὸ θεωρῶ οὐσιῶδες καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς πιστώσεως τοῦ λογιστηρίου, καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ μίαν ἰδέαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ ὅλα τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ· διότι ἂν τὸ ἀφήσωμεν, πάντοτε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὰ αὐτά. Καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζῃ θεραπείαν μὲ τὰ ὑπάρχοντα μέσα, μάλιστα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἤδη ἐσχηματισμένη περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προλάβουν τὸ κακὸν νὰ τῆς δώσωμεν καιρὸν νὰ φέρῃ μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν νὰ παραδεχθῶμεν· τί ὠφελεῖ νὰ δώσωμεν 39,000 δραχμάς;
§246ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομ.). Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, πρέπει νὰ γίνῃ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ.
§247ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία.
§248ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑμεῖς ἔχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τώρα τὸ συζητοῦμεν· ὄχι περὶ αὐξήσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ stato quo· ἐὰν ἡ κυβέρνησις εὑρεθῇ σύμφωνος περὶ αὐξήσεως δὲν ἔχει τὸν δυσκολίαν νὰ φέρῃ ἔκτακτον πίστωσιν, σεῖς δὲν προτείνετε ἐλάττωσιν, ἀλλὰ αὔξησιν. Τί σχέσιν ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ποσὸν πρὸς τὴν ἰδέαν σας; εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετα πράγματα. Ἀφ’ ἑνὸς θέλετε τὴν αὔξησιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ψηφίζετε τὴν ὑπάρχουσαν πίστωσιν, ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἐὰν γίνῃ προσθήκη τὴν ὁποίαν προτείνετε, θὰ ἦναι ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἡ κυβέρνησις μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασε, φρονήσῃ νὰ προβῶμεν εἰς ἔκτακτα μέτρα, θὰ φέρωμεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἠμποροῦμεν νὰ διορθώσωμεν τὸ κακόν.
§249ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἡ δὲ κυβέρνησις λέγει ὄχι· (θόρυβος).
§250ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. οἰκονομ.). Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ παρεξηγοῦν τὴν ὁμιλίαν μου, ἄλλα λέγω ἐγὼ καὶ ἄλλα βλέπω ὅτι λέγουν ὅτι εἶπον. Ἐὰν ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἰδέαν τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, ἡμεῖς δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγνωρίζομεν τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ λογιστηρίου, ὅπως καὶ σεῖς εἴπετε, λέγομεν ὅτι σήμερον πρόκειται οὐχὶ περὶ αὐξήσεως ἀλλὰ περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ ποσοῦ ὅπως ἔχει. Ἐὰν δὲ ἡ κυβέρνησις πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὔξησις, τότε θὰ φέρῃ ἔκτακτον πίστωσιν.
§251ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅταν ἡ κυβέρνησις ζητῇ ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ σώματα πίστωσιν τὴν ζητεῖ διὰ νὰ δαπανήσῃ δι’ ἀνάγκας τῆς πατρίδος· ἐννοεῖ, ἡ Βουλὴ ἡ χορηγοῦσα τὰ μέσα, ἔχει εὐθύνην ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσιν, εἶναι δίκαιον, νὰ δαπανηθῶσι καὶ γίνονται ἕνεκα δικαιολογημένης ἀνάγκης τῆς πατρίδος· ὅταν ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς λέγῃ, ὅτι μὲ τὴν χορήγησιν αὐτὴν τὸ κακὸν δὲν θεραπεύεται, πρέπει ἡ Βουλὴ καί τοι ἀναγνωρίζουσα ὅτι δὲν θεραπεύεται τὸ κακὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χορήγησιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; ἐρωτῶ, ὁ βουλευτὴς, ὅστις θὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, μὲ ποίαν πεποίθησιν θὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι θὰ ὑπάγουν τὰ χρήματα τοῦ κακοῦ; Δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ πίστωσιν δι’ ὑπηρεσίαν, ἥτις δὲν ὠφελεῖ τὸ κράτος, δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ αὐτοῦ τὰς ἀνάγκας. Λοιπὸν ἐπειδὴ τὸ κακὸν ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων, καὶ ἡ κυβέρνησις αὐτὴ τὸ ἀναγνωρίζει, προτείνω διὰ τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ δότε μου αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ἡ συζήτησις;
§253ΤΙΝΕΣ. Τὸ γνωρίζομεν πολὺ καλά.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις λέγει,.........
§255ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, τὸ γνωρίζομεν ὅλοι. Ἐγὼ θὰ εἴπω διὰ τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ποῖος θὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν; ἐγὼ ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσω εἶμαι ἀσυνείδητος; κ. πρόεδρε, πολὺ φρόνιμα ὡμίλησαν οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ, διότι οἱ ἄλλοι εἶπον, ὁ μὲν ἕνας νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις, ὁ δὲ ἄλλος ν’ αὐξήσῃ. Ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, μὴ ἐμποδίζητε τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφήσατε τὸ ποσὸν, καὶ ἂν λάβωμεν ἀνάγκην τότε φέρομεν πίστωσιν. Τώρα, πρέπει ἡμεῖς νὰ κάμωμεν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς φέρῃ τὰς σκέψεις του, καὶ ἐὰν δὲν ἔλθῃ, τότε νὰ καταστραφῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει; ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ πίστωσις καθὼς εἶναι, εἶναι ὀρθή.
§256ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται πολὺ παράξενον, ἄνθρωποι διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὴν παράξενον, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ αἴτησίς των εἶναι τοιαύτη· ὑπάρχει ἓν κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἔφερον τὰς δυσκολίας ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ λογιστήριον, ὅπερ ἐστὶν ἓν ἀντικείμενον σπουδαιότατον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ λαβύρινθον ὀργανικῶν, καὶ πρακτικῶν γνώσεων. Αὐτὸ ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει τὸν τόπον της σήμερον· σήμερον ἐδῶ, τὸ κονδύλιον αὐτὸ, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ τὸ ἀφήσωμεν, διότι ὑπάρχει νόμος, καθιερῶν τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος· πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι. Εἶπόν τινες ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο· ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὰ μέσα τὰ διδόμενα εἰς καθιερωμένους νόμους, καὶ μάλιστα ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ ὑπάρχει ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα ἐγγραφὴ χρέους, πᾶσα πίστωσις ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν πληρώνεται ἂν δὲν στηρίζηται εἰς νόμον ῥητόν· ὁ προϋπολογισμὸς, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μὲν νόμος, ἀλλὰ νόμος δευτέρας φύσεως χρησιμεύων δηλαδὴ πρὸς ἐκτέλεσιν ἄλλου νόμου, συμπράττει δὲ ἡ Βουλὴ, οὐχὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ποιότητά της, ἀλλὰ διὰ τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀλλ’ ἀφίνω αὐτό. Κατὰ τὸ σύνταγμα δὲν συζητεῖται τρεῖς φορὰς ὁ προϋπολογισμὸς, διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀποφασισμένη, καὶ πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ· λοιπὸν νόμος καθιερῶν τὸ ἔξοδον αὐτὸ ὑπάρχει· ἐὰν ὁ νόμος δὲν εἶναι καλὸς πρέπει νὰ ἐπέλθῃ νόμος περὶ καταργήσεως· ἀλλ’ ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες κύριοι, τί ἐγνωμοδότησαν; εἶπον, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ νόμος αὐτός. Μάλιστα ὁ κ. Κεχαγιᾶς διετύπωσε νόμον, ὅτι τὰ ἔξοδα αὐτὰ δὲν ἀρκοῦν, ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ μᾶλλον πρέπει νὰ προστεθῇ κάτι, δηλ. εἰς τὸν νόμον.
§257ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν μ’ ἐννοήσατε.
§258ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρετήρησα ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον, εἶπον, δὲν ἠξεύρω πόθεν προέρχεται. Πρὸ τοῦ 1862 τὸ λογιστήριον ἀντεποιήθη καθήκοντα ἀλλότρια, αὐτὸ μάλιστα ἐγένετο πρὸ τοῦ 1862, διότι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐξήσκει ἡ γραφειοκρατεία τότε, καὶ ἕκαστος ἔκαμνεν ὅ,τι ἤθελεν· ἀλλὰ τώρα, πῶς στέκει ἡ ἔκφρασις ὅτι ἀντιποιεῖται τὸ λογιστήριον ἀλλότρια καθήκοντα; Τὸ λογιστήριον ὅσα καθήκοντα ἔχει, τὰ ἔχει ἐκ τοῦ νόμου· ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου, ἠξεύρετε ὅλοι, ποῖος εἶναι, καὶ δὲν λέγω τίποτε περισσότερον, αὐτὸς ἀσχολεῖται ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν, ἐπὶ τῆς καταδιώξεως, ἐπὶ, ἐπί. Ὅλα αὐτὰ γίνονται κατά τινας νόμους....
§259ΤΙΝΕΣ. Ποίους νόμους;
§260ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διατάγματα· τὸ λογιστήριον δὲν δύναται αὐθαιρέτως νὰ ἐξασκῇ ξένην δικαιοδοσίαν, καὶ νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ τὸ παράξενον εἶναι ὅτι καὶ οἱ λέγοντες σήμερον εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ πέρυσι καὶ πρὸ πέρυσιν ἦσαν ὑπουργοὶ, καὶ ἐδοκίμασαν αὐτὰ, καὶ διεχώρισαν τὰς δικαιοδοσίας.
§261ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§262ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ διατυπώσητε ποίαν ἐργασίαν ἀντεποιήθη. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ λόγοι· ὅ,τι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος θέλει εἶναι σωστόν· εἶπεν οὗτος ὅτι χρειάζονται 100 ὑπάλληλοι διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, διὰ νὰ ἔχωμεν λογιστικοὺς ἀπολογισμοὺς, καταστάσεις κτλ. Τώρα συνηγορῶ ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ λογιστηρίου δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, παραδέχομαι ὅτι δὲν εἶναι καλὴ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ οὔτε εἰς τὸν διευθυντὴν, οὔτε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν ἀναλογισθῆτε ὅτι οἱ 10 ὑπάλληλοι ἔχουν νὰ κάμνουν ἐργασίαν. Εἶναι λογικὸν, κύριοι, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου τὸ κακὸν νὰ γίνῃ χειρότερον; Ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐάν τι ἦναι κακὸν, καὶ δὲν εἶναι καλὸν, πρέπει νὰ γίνῃ χειρότερον; Ἀλλὰ τί τρέχει; Νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ποινὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ καταναγκασθῇ νὰ φέρῃ νόμον τινά· ὠργανίζομεν τὸ λογιστήριον, πῶς; ἀρνούμενοι τὰ μέσα. Τὸ σύνταγμα ὅμως, δίδει καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἕκαστον νὰ ὁμιλῶμεν, τὸ σύνταγμα, δὲν λέγει ὅτι οἱ ὑπουργοὶ θὰ ἦναι πάντοτε ὑπουργοί. Καὶ ἤδη δύνανται νὰ φέρουν, καὶ ἡ κυβέρνησις καθὼς προανήγγειλεν ὅτι θὰ ἐργασθῇ. Συμπεραίνω λοιπὸν καὶ λέγω, ὅτι ὁποιαδήποτε εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ λογιστηρίου, δὲν εὐθύνεται οὔτε ἡ ὑπηρεσία οὔτε ἡ κυβέρνησις, εἶναι πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐβεβαιώθη ἀπὸ ὅλους, καὶ ὅτι ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι κακὴ πάντοτε θὰ ἦναι καλλίτερον παρὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Προστίθεται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καλλίτερον, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐμποδίζει τὸ κονδύλιον αὐτό· ἐὰν πρόκειται νὰ προσθέσωμεν, ἂς προσθέσωμεν· ἂν πρόκειται νὰ ἐλαττώσωμεν, ἂς τὸ ἐλαττώσωμεν· ἀλλ’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νόμου, καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ ὑπηρεσίας σπουδαίας, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς κονδυλίου, διότι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν γίνεται ὀργάνωσις ἀλλ’ ἀναγραφὴ ἤδη κεκτημένων δικαιωμάτων. Τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, διότι εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων ῥητόρων ἐνόμισεν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κατενεχθῇ κατά τινος προσώπου, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστηρίου. Δὲν πιστεύω νὰ ἔπραξεν αὐτὸ ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ῥήτορα δύνανται νὰ συλλάβωσι τοιαύτην ἰδέαν· ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐργάζεται ἐπὶ πολλὰς ὥρας εἰς τὴν κυριωτάτην αὐτὴν ἐργασίαν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὰ λεγόμενα περὶ λογιστηρίου σήμερον εἶναι ἐκτὸς τοῦ χρόνου, καὶ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις πρέπει νὰ φέρουν νόμον, καὶ πρὸ πάντων νὰ τὸν φέρῃ αὐτὸς ὁ λέγων τοῦτο.
§263ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ κανονίσωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, διότι δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς ἐπ’ ἀορίστῳ νὰ στεκώμεθα ἐδῶ (θόρυβος).
§264ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, διαφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὸν προαγορεύσαντα διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασε περὶ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, εἶπεν, εἶναι ἕνας νόμος δευτέρας τάξεως, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ζωὴν καὶ ὕπαρξιν ἀπὸ τοὺς καθεστηκότας νόμους. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ζωὴ καὶ ὕπαρξις εἰς ὅλους τοὺς νόμους. Ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ῥοντήρης ὡς νομομαθής, οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ζήσῃ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὰς δαπάνας καὶ δίδει τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν εἰς ὅλους τοὺς νόμους. Ἀναφέρω ἓν παράδειγμα εἰς τὸν κύριον Ῥοντήρην, ὁ ὁποῖος πέρυσι καὶ ὡς βουλευτὴς μαζὺ μὲ ἐμὲ τὸ παρεδέχθη εἰς τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν τὸ περυσινὸν ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν. Εἴχομεν νόμους, κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐκανονίζετο πόσοι εἶναι οἱ νομοὶ, αἱ ἐφορεῖαι, τὰ ταμεῖα καὶ καθ’ ἑξῆς τοῦ κράτους, καὶ πέρυσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφῃρέσαμεν δὲν ἠξεύρω πόσα ἐπαρχεῖα, πόσας ἐφορείας κτλ. Διὰ τούτου ἐκθέσαμεν τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς κατεστρέψαμεν ἢ δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνωμεν ἕνα προϋπολογισμὸν, ὅστις ἔφερε τὰς νομοθετηθείσας παρὰ τῆς τότε κυβερνήσεως ἀναγκαίας οἰκονομίας; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης σφάλλει καὶ σφάλλει σπουδαίως, ἂν ἔχῃ τοιαύτην ἰδέαν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ὅταν, κ. πρόεδρε, δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ διαφόρων κονδυλίων, τουτέστι τῶν χρημάτων καὶ τῶν ἰδικῶν μας καὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους καταβάλλομεν, ποία ἄλλη εἶναι ἡ ἀποστολή μας; Αὐτὰ εἶναι ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἤλπιζον ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Ῥοντήρην. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων γνωρίζω ἐπακριβῶς· ἤκουσα ὅμως καθ’ ἣν ἐποχὴν ὡμίλει ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ λέγῃ, καὶ δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω, ὅτι ὁ διευθύνων τὸ λογιστήριον δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητά του, ἤκουσα νὰ λέγῃ ὅτι ὁ διευθύνων τὸ λογιστήριον καταγίνεται εἰς τὴν κατάταξιν τῶν καταδιώξεων κτλ. καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν ἠξεύρει τί θὰ εἴπῃ τοῦτο· καὶ ὅταν τὸν ἠρώτησα δυνάμει τίνος νόμου ἐνεργεῖ αὐτὰς τὰς πράξεις, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω αὐτοὺς τοὺς νόμους, μᾶς εἶπε, δι’ ἐγκυκλίου.
§265ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐκάματε λάθος, διὰ Διατάγματος.
§266ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ κανονισμοὶ τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἄλλο πρᾶγμα αὐτό. Ἔρχομαι τώρα κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Δύο εἶναι αἱ γνῶμαι αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν· μία γνώμη ἦτο ἡ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου εἰπόντων, ὅτι τὸ λογιστήριον δὲν ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρου προσωπικοῦ, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ πολλὰ καθήκοντα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἐπεφόρτισαν καὶ οὕτω τὸ κατέστησαν ἀνάξιον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν του· ἑτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι τὸ λογιστήριον, διότι ἐφορτώθη μὲ πολλὰς ὑπηρεσίας ἔχει ἀνάγκην ν’ αὐξηθῇ τὸ προσωπικὸν κατὰ ἕνα ἀριθμὸν καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ προείπῃ μάλιστα, ὅτι ἀφοῦ μελετήσῃ ὁ ὑπουργὸς τὸν ἀριθμὸν θέλει τὸν ὑποστηρίξει, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐνήμερον τὸ λογιστήριον, τὸ λογιστήριον εἶναι σὰν τὸν ἄσωτον οἰκοκύρην, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει οὔτε τί ἐσοδεύει οὔτε τί ἐξοδεύει. Ἐξετάσωμεν τώρα τὸ κείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι καταχωρημένη ἡ πίστωσις τῶν 39,000 ἐφέρθη ἡ παρατήρησις εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ γενικὸν λογιστήριον ὅπως ἔχει δὲν ὠφελεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη δὲν τὸν ἐκπληροῖ οὔτε ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀποστολήν του (θόρυβος). Καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, κ. πρόεδρε, μετ’ εὐχαριστήσεως παρετήρησα ὅτι ὑμεῖς, ὅστις ἔχετε τὴν μεγαλητέραν πεῖραν περὶ τὰ τοιαῦτα, ἐνεύσατε καὶ ἐδείξατε ὅτι τὰ πράγματα ἔχονται ἀληθείας. Λοιπὸν τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ συμφωνῶ μὲ αὐτὸν ὄχι ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διορθώσεως τοῦ λογιστηρίου, διότι ἀπὸ τοῦδε δὲν εἶμαι ἱκανὸς ν’ ἀποφασίσω, ἀλλὰ συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς, διότι τὸ ὑπάρχον, ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν ἔχομεν δίδεται ἐπὶ ματαίῳ, διότι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει δὲν ἐκπληροῦται, ἄρα ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ὁ λόγος δὲ τοῦ κ. Ῥοντήρη ὅτι, διότι τάχα τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἶναι μικρὸν, διὰ τοῦτο θέλετε νὰ τὸ σβύσωμεν; δὲν εἶναι ὀρθός. Ἤκουσα ἕνα ἐδῶ νὰ λέγῃ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ὅτι δὲν σᾶς λέγομεν νὰ σβύσωμεν τὸ φῶς, ἀλλὰ θὰ τὸ βάλωμεν εἰς μικρότερον δωμάτιον ὅπως φωτίσῃ καλλίτερα, τουτέστι νὰ τὸ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰς ἀλλοτρίας ὑποχρεώσεις καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐνήμερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἀποστολήν του, καὶ ἑπομένως ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν πληρώνει τὸ δημόσιον νὰ πληρώνεται διὰ κάποιον σκοπόν. Τώρα ἐρωτῶ, καὶ ἐρωτῶ πρὸ πάντων τὸν κ. Κρεστενίτην, ὅστις ἐσηκώθη καὶ ἔκαμε μερικὰς παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν, αἵτινες μοὶ φαίνονται τόσον ἄτοποι ὅσον καὶ ἄδικοι, διότι αὐτὸ θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ἐψήφισε κατὰ συνείδησιν (θόρυβος)......... καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν του· διὰ πᾶσαν δαπάνην ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε ἐκ τῶν προτέρων ὅ,τι ψηφίζετε, διότι ἡ δαπάνη αὕτη γινομένη ἀναγκαία εἰς τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς ἐπικρατείας καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας (θόρυβος). Λοιπὸν λέγω, κύριε πρόεδρε, ποῖα εἶναι τὰ λογικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως; τὸ ὑπάρχον δὲν εἶναι καλὸν, τὸ λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, τὸ ὑποστηρίζει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καίτοι ἔχων ἀντιθέτους ἰδέας, τὸ ὑποστηρίζουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ καὶ ὅλοι, ἄρα ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δίδεται ἀδίκως, διότι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει τὸ λογιστήριον δὲν ἐκπληροῦται καὶ ἑπομένως δὲν ἐννοῶ διὰ τί νὰ πληρώνωνται 40,000 δραχμαὶ, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς δὲν ἐκπληροῦται. Ἔρχονται αἱ δύω ἄλλαι ἰδέαι, ἡ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ καὶ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἐγὼ δὲν κηρύττομαι οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς οὔτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης, νομίζω ὅτι δὲν δύναταί τις λογικῶς σκεπτόμενος νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ἡμεῖς δὲν ὑπεστηρίξαμεν σπουδαίως τὸν προϋπολογισμὸν, οὐχ ἧττον ἔχομεν καθῆκον νὰ φέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας, ὅπου νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται, καὶ νομίζω ὅτι δικαίως ἐγένετο αὐτὴ ἡ παρατήρησις, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι αὐτὴν παρεδέχθη καὶ ἡ ἰδία κυβέρνησις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἤδη ἐν τῷ ὑπουργείῳ, καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῷ λογιστηρίῳ, εἶναι εἰς καιρὸν τὴν τετάρτην νὰ μᾶς φέρῃ ἕνα νόμον, καὶ ἡμεῖς σπεύδομεν νὰ τὸν ἐπιψηφίσωμεν, νὰ δώσωμεν καὶ τὴν δαπάνην.
§267Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὴν ἀναβολὴν δὲν τὴν δεχόμεθα.
§268ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω, εἶναι περιττὸν νὰ μοὶ τὸ εἴπητε. Λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ δείξω κἄπως γνώσεις οἰκονομικὰς τώρα περὶ τὸ ἑσπέρας, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.
§269ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε....
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα· θὰ δώσητε ἀφορμὴν ἄλλων ἀντιῤῥήσεων.
§271ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξηντλήθη.
§272ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ λογιστήριον συνέστη δι’ ἑνὸς καταστατικοῦ καὶ διατελεῖ ὡς σῶμα ὑπηρεσίας δυνάμει αὐτοῦ. Γίνεται παρατήρησις ὅτι, ἢ διότι τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἐπιφορτίζουν αὐτὸ εἶναι πολλά, ἢ τὸ προσωπικὸν ὀλίγον, δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ μίαν μελέτην, μίαν σκέψιν, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ἔλθῃ ἄλλο καταστατικόν· ἐκ τοῦ προχείρου δὲν ὀργανίζεται μία ὑπηρεσία· τὸ προσωπικὸν τοῦτο εἶναι δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος καταστατικοῦ, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ· ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς, μιᾶς ἐλαττώσεως, μιᾶς αὐξήσεως; τότε θὰ σκεφθῶμεν.
§273ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπεῖς τόσον ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, καθὼς καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες σήμερον τὴν Κυβέρνησιν. Λέγω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς εἰς ὅσα χθὲς καὶ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐξεφέραμεν. Σᾶς λέγω, κύριε πρόεδρε, καὶ τὸ γνωρίζετε, ὅτι τὰ πρακτικά μας αὐτὰ τὰ στενογραφημένα δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μία ἱστορία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας βίου. Συλλογισθῆτε, κύριε πρόεδρε, ἂν κατόπιν μιᾶς γενεᾶς....
§274ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§275ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος). Ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀναγνώσῃ αὐτὴν τὴν ἱστορίαν μας, ἥτις ἔλαβε χώραν χθὲς καὶ προχθὲς καὶ σήμερον καὶ ἤδη μετ’ ἀπορίας, ὅσα ἐλέχθησαν διὰ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τοῦ λογιστηρίου, ὁμολογήσαντες ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὅτι τὸ λογιστήριον εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα προῆλθον ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, καὶ ἤδη μάλιστα, ὅτε ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὡμολόγησε τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ κατόπιν, κύριε πρόεδρε, ἀναγινώσκων αὐτὴν τὴν ἱστορίαν καὶ ἴδῃ, ὅτι μετὰ τόσα λεχθέντα, ἐπανήλθομεν εἰς τὰ αὐτὰ καὶ ἐψηφίσαμεν τὴν αὐτὴν κατάστασιν τοῦ λογιστηρίου, σᾶς παρακαλῶ τί θὰ εἴπῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; εἴμεθα συνεπεῖς εἰς ὅσα ἐξεφέραμεν; πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτῆς χωρὶς νὰ τὰ διορθώσωμεν; Χθὲς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ λογιστηρίου καὶ κἄτι ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπῃ· ἀλλ’ ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ ἐπιψηφίζοντες τὴν αὐτὴν κατάστασιν; Ἐγὼ δὲν τὴν καταλαμβάνω αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ὅλοι τὴν κατηγορήσατε, λέγετε τώρα τὰ ἴδια, καὶ ἐπειδὴ μία Κυβέρνησις ἐξηκολούθησεν αὐτὸν τὸν δρόμον, ἄρα καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐξακολουθήσωμεν κἄτι χειρότερα· ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν· ἔρχεσθε τὸ ἴδιον κονδύλιον νὰ τὸ ψηφίσητε, τοὐτέστι νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν ἱστορίαν (θόρυβος). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ διορθώτητε, ἀφήσατέ με νὰ ἐκφρασθῶ ὅπως ἠξεύρω, θὰ εἰπῆτε εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὅστις θέλει σᾶς ἐξετάσει ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως, θὰ εἰπῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, μὲ συγχωρεῖτε τὴν φράσιν, πολλὰ ἐφλυαρήσαμεν καὶ εἰς τὰ ἴδια ἐπανήλθομεν· ψηφίσατε ὅ,τι θέλετε, ἀσυνεπέστατοι θὰ φανῶμεν (διάλογοι).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, εἰς τὰς ἕδρας σας· τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως καταλήγει εἰς τὴν ἀναβολήν...... (θόρυβος). Ὑποστηρίζεται;
§277ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Βέβαια.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέχετε λοιπόν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.
§279ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Παρεδέχθη. Τὸ ἀντίθετον, κ. πρόεδρε, (θόρυβος).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ ἑκατέρωθεν).
§281ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐννοήσαμεν, κύριε πρόεδρε.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν......
§283ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τὸ περὶ ἀναβολῆς τί ἔγεινεν;
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη· τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὅλον τὸ γραφεῖον.
§285ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε.
§287ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ἀντίστροφον, διὰ νὰ πεισθῶσι.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ ἑκατέρωθεν).
§289ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός) ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοήσαμεν (μέγας θόρυβος).
§290ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Παρεδέχθη τώρα, κ. πρόεδρε.
§291ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§292ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως λοιπὸν, κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριοι;
§294ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν σᾶς ἐννόησαν· ἡ δευτέρα ἐρώτησις ἔπρεπε νὰ τεθῇ οὕτως· οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ἐσυγχύσθησαν λοιπὸν καὶ ἐσηκώθησαν καὶ ἀπὸ τὴν μίαν μεριὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§295ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας· ἡ πρώτη ἐρώτησις ἦτο νὰ ἐγερθῶσιν οἱ παραδεχόμενοι· τώρα δὲ ἀντίστροφον, οἱ μὴ παραδεχόμενοι. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναβολή.
§297ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν ἐγειρόμενοι). Αὔριον.
§298ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τώρα! Πολλοὶ ἐκ δεξιῶν ἐγείρονται διὰ ν’ ἀναχωρήσωσι (θόρυβος μέγας).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε, κύριοι, μὴ φεύγετε καὶ παραπονεῖσθε μετὰ ταῦτα, ἂν λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις ἐν ἀπουσίᾳ ὑμῶν! Μὴ φεύγετε!
§300ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ νομίζομεν, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ φύγωμεν.
§301ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§302ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτὸ μὲ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε. Τότε ἦτο συγκεχυμένη ἡ ἀπόφασις, δὲν ἦτο διακεκριμένη Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἶναι πρόφασις.
§303ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, προχωρήσατε· μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας (θόρυβος).
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν ἐν θορύβῳ καὶ νὰ λέγητε ὅτι ὑποκλέπτομεν τὰς ἀποφάσεις. Ἔχουν πλειοψηφίαν νὰ τὴν λάβουν, ἄλλως νὰ ὑποταχθοῦν (θόρυβος). Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ ἀναβολή· ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ (θόρυβος μέγας). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§305ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 3. Προσωπικὸν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν 4,320.»
§306ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις μιᾶς παρατηρήσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἂς ἀναγνωσθῇ.
§307ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τέλει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸν τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν οἰκοπέδων Πατρῶν, καὶ πρὸς τοῦτο φρονεῖ συντελεστικὸν τὸν διορισμὸν εἰδικοῦ ὑπαλλήλου ὡς προϊσταμένου.»
§308ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν λοιπὸν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ἑνὸς πολλὰ εἰδικοῦ ὑπαλλήλου δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὁ γόρδιος κόμπος, καὶ αὐτὸ εἶναι συμφέρον καὶ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν συμπολιτῶν μου.
§309ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ δέχεται;
§310ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις (θόρυβος).
§311ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι πέρυσιν ἐζήτησαν νὰ διατηρηθῇ ἕνας ἐπιθεωρητὴς διὰ νὰ προσδιορισθῇ ὁριστικῶς διὰ τὰ οἰκόπεδα Πατρῶν· καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς αὐτὸ λέγει. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ πίστωσις· ἄλλο ἂν δὲν τὴν μετεχειρίσθη.
§312ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν τὸν εὗρον εἰς τὰς Πάτρας πέρυσι.
§313ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν ἀποζημιώσεων, διότι χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1830· καὶ μὴ νομίσητε ὅτι πρόκειται περὶ χάριτός τινος, πρόκειται περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης· διότι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν δὲν εὑρίσκετο ἐπὶ Τουρκοκρατίας τοποθετημένη εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ τὴν μεταφέρῃ· ἀφοῦ δὲ ἀπεφάσισε νὰ τὴν μεταφέρῃ εἰς τὸ παράλιον διὰ νὰ μὴ ζημιωθοῦν οἱ κάτοικοι, διέταξε νὰ λάβῃ ἕκαστος εἰς τὴν νέαν πόλιν οἰκόπεδα ἴσης ἐκτάσεως τῶν ὅσα εἶχεν εἰς τὴν παλαιάν. Ἐν τούτοις ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μένει εἰσέτι ἐκκρεμής· τινὲς ἔλαβον, τινὲς δὲν ἔλαβον, τινὲς ἐκ τῶν λαβόντων ἔχουν τίτλους τακτικοὺς, ἄλλοι δὲν ἔχουν καὶ πολλοὶ στεροῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν ἰδιοκτησιῶν των, διότι ἐφηρμόσθη σχέδιον εἰς τὴν παλαιὰν πόλιν καὶ ἐμποδίζονται οἱ ἔχοντες ἐκεῖ οἰκόπεδα νὰ τὰ μεταχειρισθοῦν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γενῇ οἱαδήποτε θυσία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δοθῇ ἄνευ ἀναβολῆς ἓν τέλος. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ εἷς ἐπιθεωρητὴς, ὅπως λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐνασχοληθῇ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν οἰκοπέδων τῶν Πατρῶν, εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ προσθέσητε ἀκόμη ἕνα ἄλλον ἐπιθεωρητὴν, ὅστις ν’ ἀσχοληθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
§314ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὗρον ἕνα καὶ μόνον ἐπιθεωρητὴν, τὸν ὁποῖον τῳόντι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πέρυσυ προσέθεσε ῥητῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸν εὗρον εἰς τὴν Κέρκυραν ἀπεσταλμένον ὡς ἐπιθεωρητὴν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Πατρῶν καὶ μετ’ ὀλίγον τὸν ἔφερον εἰς Πάτρας, ὅπου καὶ διέμενε μέχρι πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος διὰ ν’ ἀποστέλληται εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ κράτους πρὸς ἐπιθεώρησιν. Νομίζω λοιπὸν καὶ ἐγὼ καλὸν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἀκόμη εἷς ἐπιθεωρητὴς διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οἰκοπέδων Πατρῶν.
§315ΡΟΥΦΟΣ. Ἀποκλειστικῶς ὅμως, κ. Σωτηρόπουλε, χωρὶς νὰ δύναται καμμία Κυβέρνησις νὰ τὸν κινήσῃ ἀπ’ ἐκεῖ.
§316ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην ὀκτὼ ἐπιθεωρητῶν. Ὅταν ἐγὼ πέρυσιν ἔφερον τὴν ἐλάττωσιν, εἶπον καὶ τοὺς λόγους πρῶτον, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ δὲν τοὺς μεταχειρίζονται ὅπου ἔπρεπε· πολλάκις κάθηνται εἰς Ἀθήνας καὶ σπανίως μετεφέροντο· πάντοτε εἶχον μέσα διὰ νὰ μὴ κάμουν τὸ ἔργον των· δεύτερον ἐστοχάσθην ὅτι ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ν’ ἀφαιρέσῃ ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ· διότι πιστεύω, ὅτι ἐὰν μία δραστήριος ἐνέργεια, μία ἐργασία ἐπίμονος τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας γίνῃ, ἠμπορεῖ κατὰ πολὺ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου. Ἐνόμιζον λοιπόν, ὅτι διὰ δύο μῆνας ἠμποροῦσε ν’ ἀποσπάσῃ πολὺ καλὰ ὁ ὑπουργὸς τρεῖς, τέσσαρας ὑπαλλήλους ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατήργησα, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ μέτρον τοῦτο· τὸν ἕνα δὲ ἐπιθεωρητὴν τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐκράτησε, τὸν ἐκράτησεν ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ῥητῶς ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς μένει διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν οἰκοπέδων τῶν Πατρῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ διάδοχός μου ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ τὸν μεταχειρισθῇ διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν οὔτε διὰ τὴν Κέρκυραν, οὔτε διὰ τὸ Κατάκωλον, νομίζετε, ὅτι καὶ δεύτερον ἐὰν βάλετε θ’ ἀρκέσῃ; ὁ λόγος εἶναι νὰ μὴ παραβῇ τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦναι τοιαύτη, ἀρκεῖ εἷς ἐπιθεωρητής· ἄλλως θὰ ἀναγκαιοῦν 8 καὶ τότε πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους (θόρυβος). Ἐπιθεωρητὴς διὰ τὰ οἰκόπεδα τῶν Πατρῶν ὑπάρχει καὶ δὲν πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀποσπάσῃ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν· αὐτὸ εἶναι ἀποφασισμένον· ἄλλως ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ δαπάνην περιττήν. Ἐπιμένω λοιπόν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὑπάρχει.
§317ΚΑΛΑΜΟΓΔΑΡΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, διατί ἐπιμένει ὁ συνάδελφός μας Βαλασόπουλος, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς συμφωνεῖ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἑνὸς διὰ τὰς Πάτρας.
§318ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅπως εἶπον, κ. Πρόεδρε· νὰ προστεθῇ εἷς ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν.
§319ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 4320 θὰ γίνῃ 8640.
§320ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§321ΖΑΪΜΗΣ. Ἀφοῦ εἷς βουλευτὴς ὡμίλησεν ἐναντίον, πῶς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπέσυρεν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, προσδιοριωμένου διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ σχεδίου τῶν Πατρῶν, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον, κύριοι, πρωϊαίτερον νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ.
§323ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρχόμεθα μερικοὶ ἀπὸ τὰς 11, πέραν τῶν 5 δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν.
§324Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Αὔριον συνεδρίασιν δὲν θὰ ἔχωμεν, διότι ἀπέθανεν ὁ ἀντιστράτηγος Χατζῆ Πέτρος.
§325ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὸ ἀκούσω ἀπὸ τὸν Πρόεδρον.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον δὲν εἶναι συνεδρίασις, μεθαύριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 Μ. Μ.)