1869.10.06
636 στίχοι · 5.256 λέξεις · 69 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44.
Τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1869.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§4Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (γραμματεύς). Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ Ἐμμανουὴλ Τσεμαδάκη νεοφωτίστου, ὁ ὁποῖος ἐξαιτεῖται τὴν πρόνοιαν καὶ τὸ ἔλεος τῆς Βουλῆς πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του, δημευθείσης τῆς περιουσίας του εἰς Κρήτην.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του, διότι ἐδημεύθησαν τὰ κτήματά του καὶ ὅτι δὲν ἔχει πόρον ζωῆς.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κυβέρνησις πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἶπεν, ὅτι συντόμως θέλει λάβει μέτρα δι’ ὅλους τοὺς Κρῆτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ αὐτός. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αὐτοὶ πάσχουν ἐλεεινότατα, οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουν ἄρτον, δὲν ἔχουν ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· εἶναι καὶ ἐντροπὴ καὶ πολιτικὴ ζημία δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ ληφθῇ ὁποιαδήποτε πρόνοια. Λοιπὸν παρακαλῶ πολὺ τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ σπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ κάμῃ κάτι τι δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς εἴπῃ δι’ αὐτοὺς ἠμπορῶ νὰ κάμω τὸ δεῖνα, διὰ τοὺς ἄλλους δὲν ἠμπορῶ, διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις· διότι ὅλοι αὐτοὶ κάθηνται ἐδῶ ἀπελπιζόμενοι καὶ καταστρεφόμενοι καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ βλέπῃ κανεὶς αὐτὰς τὰς οἰκογενείας. Λοιπὸν παρακαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι αἱ ἀναβολαὶ ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν βλάπτουν.
§7Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, οὐδεμία ἀναβολὴ ἐπῆλθεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Κρητῶν. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι τὰ μέσα τοῦ δημοσίου, ὄντα πολὺ γνωστὰ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, εἰμὴ περὶ δύο τάξεων Κρητῶν· πρῶτον περὶ τῶν Κρητῶν, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Κρήτην, διότι εἶναι προγεγραμμένοι καὶ δεύτερον περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν Κρητῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐφονεύθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολυδακρύτου ἀγῶνος τῆς Κρήτης. Τότε ἡ Βουλὴ ἐφάνη συμμεριζομένη πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ὄχι μόνον ἐξηκολούθησε περιθάλπουσα αὐτὰς τὰς δύο τάξεις τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε χορηγοῦσα βοηθήματα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Κρῆτας, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἐνταῦθα· ἡ κυβέρνησις ἔπραξε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῶν Κρητῶν. Ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Ἰανουαρίου ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων καὶ ὅτε, ὡς γνωρίζετε, δὲν εὕρομεν πλέον ἐπανάστασιν Κρήτης, ἀλλὰ μόνον Κρῆτας πρόσφυγας, ἡ Κυβέρνησις ἐχορήγησεν εἰς τοὺς Κρῆτας ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον δραχμῶν.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον!
§9ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ τῆς 25 Ἰανουαρίου 1869 μέχρι τῆς σήμερον ὑπὲρ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἐχορήγησεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν, περισσότερον ἦτον ἀδύνατον νὰ πράξῃ· ἐξακολουθοῦμεν νὰ χορηγῶμεν ὅλα τὰ μέσα εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀδελφούς μας, ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπει ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου νὰ κάμωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Προσπαθοῦμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐπάνοδόν των καὶ τὸ σάββατον προχθὲς ἀνεχώρησαν 150 Κρῆτες διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἐπὶ τῇ πληρωμῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λόϋδ. Λοιπὸν τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ χορηγήσῃ τακτικὰς μηνιαίας συντάξεις εἰς 700 καὶ 800 ἄτομα· πράττομεν ὅ,τι τὰ μέσα τοῦ ταμείου καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἐμποδίζει. Τὸ νὰ ζητήσετε ὅμως νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν δυνάμεθα, τοῦτο δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἡ Βουλή.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τακτοποιήσῃ αὐτά. Δὲν ζητοῦμεν βεβαίως νὰ πράξῃ περιπλέον ἀφ’ ὅ,τι πρέπει καὶ δύναται. Ἐπειδὴ ὅμως καθὼς ἤκουσα ἓν ἑκατομμύριον ἐδόθη εἰς συνδρομὰς καὶ μολαταῦτα οὔτε αἱ ἀνάγκαι ἐθεραπεύθησαν ἴσως τῶν ἐχόντων πράγματι ἀνάγκην καὶ δικαίωμα, οὔτε τὰ παράπονα ἐξέλιπον, ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὰς τάξεις τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον νομίζει καὶ παρεδέχθη καὶ κατὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν τίποτε, φύγετε. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὁριστικῶς καὶ τότε θὰ ἀπαλλαχθῇ καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις.
§11ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὅ,τι ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος νὰ γίνῃ, ἐγένετο καὶ πρὸ ὀλίγου τὸ εἶπον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι εἶχεν ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ προβλέψῃ περὶ σταθερᾶς χορηγήσεως εἰς δύο τάξεις Κρητῶν, πρῶτον, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοὺς Κρῆτας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των, διότι εἶναι προγεγραμμένοι καὶ δεύτερον εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἀπορφανευθείσας ἕνεκα τοῦ ἀγῶνος. Αὗται εἶναι αἱ δύο τάξεις. Ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες σήμερον σταθερὰ καὶ διαρκῆ μηνιαῖα βοηθήματα, δὲν περιλαμβάνονται εἰς αὐτὰς τὰς δύο τάξεις. Εἶναι ὑπὲρ τοὺς 700 ἴσως, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν μηνιαῖα βοηθήματα τακτικά. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα τὸ δημόσιον· χορηγοῦμεν λοιπὸν προσωρινὰ βοηθήματα. Προσεκαλέσαμεν δὲ καὶ πολλοὺς καὶ τοῖς παρετηρήσαμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ κυβέρνησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διανομὴν 700 καὶ 800 συντάξεων.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγεινεν ὁ κατάλογος τῶν οἰκογενειῶν;
§13ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχω τὸν κατάλογον τῶν οἰκογενειῶν, τὸν ὁποῖον εἶμαι ἕτοιμος νὰ φέρω. Τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦντο μέχρι τινὸς ἐχορηγοῦντο ὑπὸ ἐπιτροπῆς, καλουμένης ἐπιτροπῆς τῶν προσφύγων Κρητῶν· δὲν τὰ ἐχορήγει δὲ τὸ ὑπουργεῖον αὐθαιρέτως. Ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηργήθη, διότι ἐξέλιπε μέγας ἀριθμὸς Κρητῶν, αὐτὰ ἐχορηγοῦντο ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας εἴτε τοῦ ὑπουργείου. Ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν· ἐπληρώσαμεν τὰ ἐνοίκια καὶ πληρώνομεν ἀκόμη μέχρι τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου, ἐξακολουθοῦμεν προσέτι νὰ πληρώνωμεν καὶ ἀποζημιώσεις διὰ τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον, καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ μὴ ἀπορήσητε, ἐὰν μεθαύριον μάθετε ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὰς 120 χιλιάδας δραχμῶν.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τὸν κατάλογον τῶν διατάξεων;
§15ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔχουν κτήματα καὶ ἀποστρέφωνται τοὺς Τούρκους, ἂς ἁπλώσουν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἂς ἐργασθοῦν, καθὼς ἐργάζονται οἱ ἰδικοί μας.
§17ΤΙΝΕΣ. Δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζετε περὶ τῆς ἀναφορᾶς; νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§19ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, νὰ σταλῇ.
§20ΕΤΕΡΟΙ. Ἀλλὰ νὰ μὴ συστηθῇ, νὰ σταλῇ ἁπλῶς.
§21Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Γραμματεύς). Εἶναι μία ἀναφορὰ τῆς χήρας Σπηλιάδου, δι’ ἧς ἐξαιτεῖται διὰ τὰς πολυειδεῖς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις του νὰ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις καὶ νὰ προικισθῇ ἡ ἐν ὥρᾳ γάμου θυγάτηρ της.
§22Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι ἓν σχέδιον νόμου τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ἀργυρίου Διαμαντοπούλου περί τινων ὑποβαλλομένων εἰς διπλοῦν φόρον ἐπιτηδεύματος.
§23ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§24ΛΕΚΚΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφορὰν τῆς χήρας Σπηλιάδου νὰ συστηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ γίνῃ ταχεῖα πρόνοια περὶ αὐτῆς, διότι ἡ οἰκογένεια πάσχει.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§26ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ· εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων, ὅπερ δὲν συνεζητήθη. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλε προχθὲς ἓν ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος πρῶτος διὰ νόμου ἠθέλησε νὰ τακτοποιήσῃ τὰ κληροδοτήματα. Ἐπειδὴ ὅμως διαφωνῶ ἐν μέρει ὡς πρὸς διατάξεις τὰς περιεχομένας εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῶν γενναίων δωρητῶν, οὔτε ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἡμετέρας ἐκπαιδεύσεως, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη ἄλλοτε καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ὅπου νὰ συναντηθῇ μὲ τὸ ἄλλο.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ μὲ τὸ ἄλλο.
§28ΣΑΡΑΒΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Θεωρεῖται ὡς τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§29ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ νὰ τυπωθῇ.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§32Γ. ΡΟΥΦΟΣ (γραμματεύς). Ἡμερησία διάταξις. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἄρθρον μοναδικόν. Αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 64 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων κατὰ τῶν ἀπολειπομένων ἐνόρκων ἀποφάσεις ἀνακόπτονται ἐντὸς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας ἡμερῶν πέντε ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως κατὰ τὰς περὶ τούτου σχετικὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας. Ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται λόγῳ ἀποστάσεως κατὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 163, § 2 διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονομίας. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ Κ. Λεονταράκη. Νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος 2α καὶ νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς· «Ὁ ἀνακόπτων δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἐνώπιον τοῦ γραμματέως ἄλλου δικαστηρίου, εἴτε πρωτοδικείου, εἴτε εἰρηνοδικείου· ἡ δὲ ἀνακοπὴ διευθύνεται τὴν αὐτὴν τῆς συντάξεώς της ἡμέραν εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις εἰσάγει αὐτὴν πρὸς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν Συνέδρων εἰς πρώτην αὐτοῦ συνεδρίασιν, τὸ δὲ δικαστήριον ἀποφασίζει ἐπ’ αὐτῆς, εἴτε προσέλθῃ αὐθορμήτως ὁ ἀνακόπτων, εἴτε μή.»
§33ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Πρὸς περισσοτέραν εὐκολίαν· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§34ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐγὼ ἔχω μίαν παρατήρησιν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, λύει ἓν ζήτημα, καὶ τὸ λύει βεβαίως ὀρθῶς· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ λυθῇ νομοθετικῶς καὶ ἑπομένως θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιττόν. Τὰ περιττὰ δὲ νομοθετήματα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀνωφελῆ, ὡς περιττά, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιβλαβῆ, διότι ἀποκλείουσι τὰς δύο γνησίας πηγὰς τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως τοῦ δικαίου, δηλαδὴ τὰς πηγὰς τῆς ἐπιστήμης ἐκ τῆς θεωρίας, καὶ τῆς πείρας ἐκ τῆς πράξεως· ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ περιττὰ νομοθετήματα συνταράττουσι καὶ περιπλέκουσι καὶ αὐτὴν τὴν ἡμερομηνίαν, καὶ ἑπομένως ὁ δικαστὴς ἐμβάλλεται εἰς δισταγμοὺς, οἱ ὁποῖοι προκύπτουν ὄχι ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀκαίρου ἀποφάσεως τοῦ νομοθέτου, τὸ ὁποῖον βεβαίως μοὶ φαίνεται ἄτοπον. Λέγω δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι περιττὸν, διότι ἀφοῦ εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἐνόρκου μὴ προσελθόντος εἰς τὰ καθήκοντά του εἶναι ὡς ἐκ τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν συνεπάγει ἔλλειψις ἀθέμιτος, ἕπεται ὅτι ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀθέμιτον ἔλλειψιν ἐφαρμόζονται αἱ διατυπώσεις τῆς ποιν. δικονομίας καὶ ἑπομένως ἡ προθεσμία τῶν πέντε ἡμερῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ποιν. νομοθεσίαν.
§35Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι γενικὴ διάταξις τῆς ποιν. δικονομίας.
§36ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀκούσατε παρακαλῶ· λέγω ὅτι ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐλλείψεως ἀθεμίτου, ἐγκληματικῆς, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς προθεσμίας τῆς γενικῆς ποινικῆς δικονομίας. Τοῦτο δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς, νομίζω, δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἐκτὸς ἐὰν θεωρήσῃ κανόνα αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ συμπληρώσῃ. Λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἄλλο μεγαλείτερον οὐχὶ πλέον ἡ ἔλλειψις τοῦ μὴ προσδιορισμοῦ τῆς προθεσμίας, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τοῦ δικαιώματος πρὸς ἀνακοπὴν τοῦ ἐνόρκου, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον μας διάταξις τοιαύτη, ἡ ὁποία δίδει εἰς τὸν ἔνορκον τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, καὶ ὅμως τὰ δικαστήριά μας ὀρθῶς ποιοῦντα παρεδέχθησαν πάντοτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἄλλως τε αὐταὶ αἱ δύο ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ συνομολογῶ, αὐτὰ τὰ κατὰ φαινόμενον κενὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι χρέος τῆς ἑρμηνείας νὰ συμπληρώσῃ, ὑπάρχουν ἀπαραλλάκτως καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν. Κατὰ τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, οὔτε προθεσμία ὑπάρχει πρὸς ἀνακοπὴν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, οὔτε διάταξις ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς εἰς τοὺς ἐνόρκους καὶ ὅμως τὰ δικαστήρια παρεδέχθησαν πάντοτε ἀμφότερα, διότι πρόκειται περὶ ἀθεμίτων ἐλλείψεων ἢ πράξεων. Αὐτὴν τὴν μικρὰν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω· μοὶ φαίνεται ἑπομένως ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐὰν παρατηρήσῃ, διότι ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω, ἐὰν παρατηρήσῃ ὅτι ἡ νομοθεσία μας σφάλλει κατὰ τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν διοικητικῶς, καὶ ὄχι νὰ ἔλθῃ διὰ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον καθὼς εἶπον θὰ ᾖναι ἐπιβλαβές. Ἔχω πλήρη ὑπόληψιν καὶ εἰς τὰ φῶτα καὶ εἰς τὴν πεῖραν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, καὶ ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν τὴν εὕρῃ ὀρθὴν ὁ ἴδιος, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§37ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Κύριοι, δύο κενὰ παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὸ ἄρθρον 64 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων· τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν σιωπὴν περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς, τὸ δεύτερον τὴν σιωπὴν ὡς πρὸς τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις τοῦ δικαιώματος· καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, εἶπεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιωδεστέρα ἔλλειψις καὶ προκειμένου νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ δικαίωμα· ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχουν μερικαὶ ἀρχαὶ εἰς τὰς νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι αὐταὶ χρησιμεύουν ὡς ἀξιώματα, καὶ οὐδέποτε ἀμφισβητοῦνται, ἑπομένως ἡ Νομοθεσία μας παρεδέχθη τὴν γενικὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδέποτε θεωρεῖται καταδικασμένος χωρὶς ν’ ἀπολογηθῇ, χωρὶς νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς πράξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν μίαν τινα καταδίκην ἢ μίαν τινὰ ὑποχρέωσιν. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῆς τῆς πανθομολογουμένης ἀληθείας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὸν τύπον καὶ ἂν λείπῃ ὁ νόμος, καὶ ἂν δὲν εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ὑπὲρ τοῦ καταδικαζομένου ἐρήμην, αὐτὸ ἤδη ὑπάρχει καὶ καθιερωμένον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Πραγματικὴ ἔλλειψις, ἀληθὲς κενὸν εἰς τὸν νόμον ὑπάρχει τὸ τῆς προθεσμίας καὶ ἡ προθεσμία εἰς τὰς νομοθεσίας δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναπληρωθῇ ἐκ μιᾶς ἄλλης διατάξεως τοῦ νόμου. Τοῦτο εἶναι ἐπίσης ὁμολογούμενον, διότι αἱ προθεσμίαι αὗται στηρίζονται ἐπὶ τῆς μᾶλλον ἢ ἧττον εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ὑποθέτει, ὅτι ἔχει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ κάμῃ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν νομοθεσίαν, ὅτι ἡ προθεσμία δὲν κανονίζεται ὁμοιομόρφως εἰς ὅλας τὰς πράξεις, ἀλλ’ ἄλλη εἶναι ὀλιγωτέρα, ἄλλη μεγαλειτέρα, ἄλλη τριῶν ἡμερῶν, ἄλλη πέντε· κανονίζεται ἡ προθεσμία προσέτι καὶ ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τῆς πράξεως. Τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος αὐτὸ τὸ κενὸν τὸ ἀνεγνώρισαν ὅλα καὶ κανεὶς ἐκ τῶν δικαστῶν δὲν ἐτόλμησε ἐξ ἀναλογίας ν’ ἀναπληρώσῃ αὐτὸ καὶ πραγματικῶς, μία τοιαύτη ἀναπλήρωσις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι πολλὴ τολμηρά. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον τὰ δικαστήρια ἔδειξαν ἐνώπιον τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι καθίσταται πρόδηλος ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως, διότι τὰ δικαστήρια ἀπέχουν νὰ ἐνεργήσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπαιτεῖται, δυνάμει τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δικαστηρίου νὰ μὴ ἐνεργῆται ἡ δικαιοσύνη, ἐπὶ λόγῳ ἐλλείψεως ἢ ἀσαφείας, ἐὰν ὑπάρχῃ διὰ πᾶν ἄλλο πρᾶγμα, ὑπάρχει ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀπονομῆς δικαίου, οὐχὶ δὲ ὁσάκις πρόκειται περί τινος ἐκπληρώσεως ἢ περί τινος καταδίκης. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἀφοῦ τὰ δικαστήριά μας, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένα δουλικῶς ν’ ἀκολουθήσουν τὴν νομολογίαν ἄλλων δικαστηρίων ξένων, διότι οἱ νόμοι παντὸς κράτους ἀναπτύσσονται ἀναλόγως τοῦ πνεύματος τοῦ τόπου, τῶν ἠθῶν, τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ· καὶ δὲν πρέπει μάλιστα ποτὲ ἡμεῖς νὰ παρακολουθήσωμεν μίαν τοιαύτην δουλικὴν ἑρμηνείαν ἐπὶ τῶν νόμων μας, διότι πρῶτον τοῦτο προσβάλλει τὸ ἀνεξάρτητον τῶν δικαστηρίων μας, τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ νοὸς αὐτῶν, καὶ δεύτερον τὰ ἀναγκάζει εἰς μίαν φυγοπονίαν· δὲν θὰ κάμουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ βαδίζουν κανονικῶς ἐφαρμόζοντα τοὺς νόμους, ὅπως τ’ ἄλλα δικαστήρια ὑπὸ ἄλλας ἀνάγκας, ὑπὸ ἄλλα ἔθιμα, καὶ εἰς ἄλλους τόπους. Ἐγὼ ἐκηρύχθην πάντοτε ἐναντίος· εἴπατε, ὅτι τῷ ὄντι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὰς γνώσεις ἄλλων δικαστηρίων σοφωτέρων τῶν ἰδικῶν μας, ἀλλ’ οὐδέποτε μὲ δουλικὸν πνεῦμα. Τὰ δικαστήριά μας βεβαίως, ἐὰν τῷ ὄντι ᾖναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καρυστίας, ὅτι καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν Γαλλικὴν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ κενὸν, τὰ δικαστήρια τὰ ἰδικά μας ἀείποτε καὶ σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα συμβουλεύονται καὶ τὴν ξένην νομολογίαν τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Γαλλίας. Ἀφοῦ λοιπὸν αὗται ἐθεώρησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἰσχυρὸς ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν αὐτὸ, παρέσχον αὐτὸ τὸ μέσον εἰς τὰ δικαστήρια· νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας εἰσὶ θεωρητικαὶ, ὥστε ἐπὶ τοῦ παρόντος ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ τὰς παραδεχθῶ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντικρούσω ἕνα παλαιὸν φίλον μου τὸν κ. Λεονταράκην καὶ νὰ εὑρεθῶ ἴσως πρώτην φορὰν εἰς ἀσυμφωνίαν μετ’ αὐτοῦ.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλήθεια;
§39ΤΙΝΕΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦτο.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ δυστυχίαν ἐξ ὅσων ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, ὁ φίλος μου κ. Λεονταράκης θέλει πρόῤῥιζα, ῥιζηδὸν ν’ ἀνατρέψῃ τὸ πᾶν, διότι ἀνατρέπει τὸν σκοπὸν, καθότι ἀδιάφορον ἂν μένουν αἱ λέξεις· ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι νὰ καταναγκασθῶσιν οἱ ἔνορκοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, οὕτως εἰπεῖν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, ὑλικῶς, διότι κατὰ δυστυχίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε· οἱ περισσότεροι, ἂν ὄχι ὅλοι, τοὐλάχιστον, ζητοῦν ν’ ἀποφύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου, ὅταν πρόκειται νὰ ὑπάγουν εἰς μακρυνὰς ἀποστάσεις, καὶ ὅλοι προσπαθοῦν διὰ διαφόρων μέσων, διὰ συστάσεων, διὰ πιστοποιητικῶν ἀσθενείας καὶ δι’ ἄλλων μέσων ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Λοιπὸν ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων ἐπιμένω καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον ὁ ἔνορκος ὁ ὑπολειπόμενος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, καὶ νὰ συντάξῃ τὴν ἀνακοπήν του κατὰ γενικὸν κανόνα, διότι καὶ εἰς τὸν γενικὸν κανόνα ὑπάρχει ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ νόμου· ἐξαίρεσις ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ· τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι σπάνιον ἀπέναντι ἀριθμοῦ μεγάλου ἐνόρκων νὰ ἔχουν δικαιολογημένας αἰτίας, ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς δὲν ἐμποδίζει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν μιᾶς τοιαύτης ὑποχρεώσεως νὰ πληρώσωσι δέκα, ἕξ, πέντε δραχμὰς, νὰ κάμουν ἕνα πληρεξούσιον καὶ νὰ τὸν στείλωσιν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ κάμουν τὴν ἀνακοπήν των· ἄλλως ἔχω ἕνα ἄλλον λόγον ἐπιστημονικὸν, ἰσχυρότερον, ὅστις δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ συμφωνήσω εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ· εἶναι τὸ ὁμοιόμορφον τῆς νομοθεσίας. Διότι ἂν εἰς κάθε νόμον, ἄλλον τόπον καὶ ἄλλην διαδικασίαν, τότε θὰ καταντήσωμεν εἰς τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1691, ὅτε εἰς τὸ προάστειον ἦτον ἄλλη νομοθεσία. Ὅλαι αἱ διατάξεις τῆς νομοθεσίας περὶ ἀνακοπῶν τῶν βουλευμάτων κτλ. παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ κηρύττωνται ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Εἶναι πολὺ ἄτοπον ἀμέσως εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλο τι. Ἐγένετο πολὺς λόγος ὅμως περὶ ἐλευθεριῶν χθὲς καὶ προχθές· οἱ ὀπαδοὶ λοιπὸν τῶν ἐλευθεριῶν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς θυσίας. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως, καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν μὲ τὸν φίλον μου κ. Λεονταράκην.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Λεονταράκη;
§42ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιμένει.
§43ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ παρατηρῶ τῳόντι, ὅτι ὅσον βλαβερὸν εἶναι νὰ νομοθετῇ τις ἀκαίρως, τόσον ἐπικίνδυνον εἶναι νὰ ζητῇ τις τὸ κενὸν νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ ἀκαταλλήλως, καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον, ἀναφέρομαι εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, καὶ συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ὁμοιόμορφον εἰς τὴν νομοθεσίαν, τὸ ἀποκρούω καὶ τοῦτο· ἀλλὰ, κύριοι, μίαν νέαν παρατήρησιν ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν· ἴσως δὲν εἶναι σπουδαῖον νὰ περιορισθῇ αὕτη εἰς τὴν προθεσμίαν τῶν 8 ἡμερῶν καὶ δὲν βλέπω συμφωνίαν, ἐνῷ εἰς τὸν λειπομάρτυρα χορηγεῖ ὁ νόμος 14 ἡμερῶν προθεσμίαν, ἐνταῦθα χορηγοῦνται ὀκτὼ μόνον· ἐγὼ ὅμως ὑποθέτω, ὅτι ὁ μὲν μάρτυς εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν δικαστηρίων, λαμβάνει γνῶσιν καὶ καλεῖται νὰ ἐμφανισθῇ, ὁ δὲ ἔνορκος δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς μεγαλειτέραν ἀπόστασιν, διότι γνωρίζετε, ὅτι τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων καταρτίζονται ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν ἐφετῶν· ὥστε δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον εἰς τὸν ἔνορκον ὅστις ὑποτίθεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς μεγαλειτέραν ἀπόστασιν, διατί νὰ μὴ καλῆται νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ διατί νὰ μὴ θέσωμεν περισσοτέραν προθεσμίαν· περὶ τούτου δὲν ἐπιμένω· ἓν μόνον κενὸν εὑρίσκω ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ὡς πάντες γνωρίζετε, γίνεται εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐκδίδει τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀνακοπτομένην. Τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων δὲν εἶναι διαρκές. Ὑποθέσατε, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν ἑνὸς δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων κοινοποιεῖται εἰς τὸν ἔνορκον ἡ ἀπόφασις, οὗτος θὰ κάμῃ ἀνακοπὴν, καὶ θὰ εἴπητε, ὅτι γίνεται αὕτη ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἀναθέτει τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου; Κατὰ τὰς διατάξεις αὕτη πρέπει νὰ δικασθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον εἰς τὴν λῆξιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, τοῦ ἑδρεύοντος ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, εἷς ἐκ τῶν ὑπολειπομένων ἐνόρκων ἔκαμε τὴν ἀνακοπήν· εἶναι ὀρθὸν νὰ δικασθῇ ἀμέσως τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συγκροτήσεως τοῦ κακουργιοδικείου, ὅτε εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δικασθῇ ἐρήμην; Ἄρα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ τὸ πρῶτον νὰ παραδεχθῇ καὶ παράτασις τῆς προθεσμίας· κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἐφαρμόζωνται μὲν αἱ γενικαὶ διατάξεις, ἀλλὰ πάντοτε νὰ γίνεται μία κλῆσις. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἀνακοπήν μου εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, ἂς ὑπάγω καὶ εἰς τὴν Σύρον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζω τὴν ἡμέραν· ὥστε προτείνω νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «μετὰ προηγουμένην κλῆσιν» καὶ ἡ προθεσμία νὰ ᾖναι 14 ἡμερῶν.
§44Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου χρειαζόμεθα μακρυτέραν προθεσμίαν εἰς τοὺς λοιποὺς μάρτυρας εἶναι πρόδηλος· ἐκεῖ, ὅταν δὲν ἐμφανίζεται ὁ μάρτυς, ἀναβάλλεται ἡ δίκη ἐπὶ μερικὰς ἡμέρας, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κατεπεῖγον, τὸ δικαστήριον μάλιστα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν γνωρίζει κάλλιστα πότε νὰ προσδιορίσῃ τὴν δίκην· ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ περίπτωσις τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ ἐνόρκου, μὲ τὴν μὴ ἐμφάνισιν ἑνὸς μάρτυρος. Εἶναι ἀδιάφορον, ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἕνα μῆνα καὶ 20 ἡμέρας ἡ δίκη, ἐδῶ ὅμως προεκυρύχθη ἡ ἔναρξις τοῦ κακουργιοδικείου καὶ ἡ σύστασις αὐτοῦ καὶ ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταρτισθῇ ἕνεκα αὐτῆς τῆς μὴ προθυμίας, τῆς μὴ παρουσιάσεως αὐτῶν τῶν ἐνόρκων. Καὶ δὲν σᾶς λέγω, κύριοι, πλάσματα τῆς φαντασίας· ὑπάρχουσι κακουργιοδικεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ καταρτισθῶσιν. Ἐνταῦθα εἶναι τὸ συμφέρον μέγιστον· δὲν συμφέρει τὰ κακουργιοδικεῖα νὰ παρατείνωνται καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἔρχονται εἰς σχέσιν οἱ κατηγορούμενοι μετὰ τῶν ἐνόρκων. Εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον τὸ δυνατὸν γρηγορώτερον τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων νὰ καταρτίζωνται· διότι πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι καταστρεπτικὴ εἰς τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριπόλεως μοὶ φαίνεται ὅτι παρηρμήνευσε τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ Νόμου αὐτοῦ· διότι αὕτη δὲν λέγει κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀπόστασιν κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις. Λοιπὸν ἡ ἀπόστασις εἶναι ἡ αὐτὴ, ἥτις δίδεται εἰς τὴν ἀνακοπὴν τοῦ βουλεύματος τῆς ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραχωρήσωμεν μεγαλειτέραν προθεσμίαν ἐνταῦθα· νομίζω μάλιστα ὅτι καὶ ἡ προσθήκη τῶν τριῶν ἡμερῶν εἶναι συγκατάβασις μεγίστη καὶ ἔγεινεν ἀφοῦ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν φυσικὴν τοῦ τόπου, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ὑπάρχουν χείμαῤῥοι, ποταμοὶ ἀδιάβατοι, καὶ ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ κοινωνία δὲν ἐτελειοποιήθη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐδέχθην τὴν προσθήκην τῶν τριῶν ἡμερῶν καὶ αὐτὴν ἤθελον παραδεχθῆ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα βουλεύματα κτλ. Λοιπὸν ἀφοῦ ἔγεινε συγκατάβασις κατὰ τῶν ὑπολειπομένων ἐνόρκων, ἐνῷ ἔπρεπεν ὁ Νόμος νὰ ἦτο πολὺ αὐστηρότερος, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς συμφέροντος σπουδαιοτάτου καὶ γενικοῦ, ποίας ἄλλας εὐκολίας περισσοτέρας θέλετε νὰ παράσχωμεν; θέλετε νὰ αὐξήσῃ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἡ προθεσμία; τὸ νὰ αὐξήσω ἔτι τὴν προθεσμίαν αὐτὴν, ἐγὼ ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου ὅτι εἶναι ἄτοπον. Ἔρχομαι τώρα εἴς τι ἰδιαίτερον ἀντικείμενον. Τὸ δικαστήριον τῶν κακουργιοδικῶν δὲν εἶναι ἴδιον δικαστήριον, ἀνεξάρτητον, αὐθύπαρκτον, εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν (emanation) καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν μάλιστα τὰ πάντα πράττονται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν· δὲν διορίζει τὸ ὑπουργεῖον τὸν πρόεδρον, ἀλλὰ τὸ ἴδιον· μετὰ τὴν λῆξιν τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐκδικάσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας ἐφαρμόζον τὰ ἄρθρα τῆς δικονομίας μας, ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς ὑπάγεται εἰς ἓν δικαστήριον. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδὲν ἄτοπον, οὐδὲν τὸ κωλῦον, ἐὰν μείνωσιν ἐκκρεμεῖς ἀνακοπαὶ ἐναντίον ἀποφάσεων ἀνακοπτομένων ὑπὸ τῶν ὑπολειπομένων ἐνόρκων. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριπόλεως εἶναι, ὄχι ὅτι προέρχεται σύγχυσις ἐκ τούτου, ἀλλ’ ὅτι κατά τινα διάταξιν τῆς πολιτ. δικονομίας αἱ ἀνακοπαὶ ἐκδικάζονται εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις ἀφορᾷ τὴν ἀνακοπὴν ἀποφάσεων τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, ἐννοῶ τοῦ πλημμελειοδικείου. Ἐὰν κύριοι, ἡ τοιαύτη διάταξις ἦτον ἀνάγκη νὰ ὑποστῇ μίαν τροποποίησιν, τότε τὸ ζήτημα αὐτὸ ὅλως διόλου ἐξήρχετο τοῦ κύκλου τοῦ ζητήματος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Εἶναι ἄτοπον τῳόντι, δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις ἐν γένει, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τῶν ἀνακοπῶν νὰ συζητῶνται ἅμα κοινοποιηθῶσιν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι εἶναι ἔργον μόνον διοικητικὸν καὶ δὲν πιστεύω νὰ παραδεχθῇ τις ἄλλο, γνωρίζων τὴν διοίκησιν καὶ τὴν Ἑλλάδα· κανεὶς τῶν εἰσαγγελέων δὲν θὰ εἰσάξῃ μίαν ἀνακοπὴν εἰς ἓν ἄλλο νέον κακουργιοδικεῖον ἀμέσως χωρὶς νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν, διότι τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶναι πρᾶξις ἐχθρικὴ, ἀσυνείδητος, διότι βεβαίως αὐτὸς, ὅστις παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καιρὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ· καὶ δὲν παραδέχομαι ποτὲ, ὅτι ποτὲ εἷς εἰσαγγελεὺς ἤθελεν εἰσαγάγει μίαν ἀνακοπὴν ἀμέσως ἅμα συστηθῇ τὸ δικαστήριον διὰ νὰ καταδικασθῇ καὶ δευτέραν φορὰν ἐκεῖνος, ὅστις ἐδικάσθη ἅπαξ· δὲν τὸ θεωρῶ τοσοῦτον σπουδαῖον αὐτὸ, ὥστε ν’ ἀποτελέσῃ εἰδικὴν διάταξιν.
§45ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς παρατείνει τὴν προθεσμίαν τῶν 5 ἡμερῶν εἰς ὀκτὼ, δὲν λέγω τίποτε.
§46ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν λέγω τίποτε ἄλλο· σκεφθῆτε μόνον, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐνδίκου μέσου, καὶ δὲν πρέπει νὰ εὑρισκόμεθα εἰς διαφωνίαν μὲ τὴν τακτικὴν τῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὴν τακτικὴν τῶν δικαστηρίων γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀνακόπτων ἐνώπιον τοῦ ἰδίου δικαστηρίου κάμνει τὴν ἀνακοπήν· εἶναι δὲ προσέτι γνωστὸν, ὅτι εἶναι διαρκὴς ἡ συνεδρίασις τῶν ἄλλων δικαστηρίων, ἐδῶ ὅμως τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων δὲν εἶναι διαρκῆ. Καὶ δύναται νὰ συμβῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προανέφερον, νὰ γίνῃ ἡ κοινοποίησις περὶ τὴν λῆξιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Παραδέχομαι τὴν παρατήρησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ ἀπόσχω τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, διότι καὶ ἂν παραδεχθῶ, ὅτι ἕνεκεν τοῦ σπουδαίου τῶν καθηκόντων τῶν ἐνόρκων, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτὸν, ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν ἔνοχον ἑνὸς ἀδικήματος, δὲν μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἰδιαίτερον νὰ χωρίσῃ τὴν τύχην αὐτοῦ ἀπὸ τὴν τύχην ἑνὸς λειπομάρτυρος, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐπιμένω καὶ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει ὁ δικασθεὶς ἐρήμην νὰ ἐπαγρυπνῇ καὶ νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ συσταθῇ τὸ δικαστήριον, καθὼς καὶ τὴν ἡμέραν, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι νέος τύπος· καὶ ἐνῷ νομίζω, ὅτι ἡ παράλειψις εἶναι σπουδαία καὶ τόσον ἐπικίνδυνος, ὅπως τὴν παρέστησεν ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι ἂν τοῦτο νομίζῃ, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν μεγαλειτέραν, καὶ ἀντὶ προστίμου 200 δρ. νὰ ἐπιβάλῃ 1000 καὶ ἀντὶ προστίμου νὰ ἐπιβάλῃ ὡς ποινὴν τὴν κράτησιν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἴσως δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν του ὁ κ. Ὑπουργός. Πάντοτε ὅμως, κύριοι, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, τοὐλάχιστον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ὑπάρχει διαφορὰ τις ἐνταῦθα, ἀφοῦ τὰ λοιπὰ ἀδικήματα τὰ τοιαῦτα μετὰ τρεῖς ἡμέρας δικάζονται, διότι σήμερον κάμει τὴν ἀνακοπὴν καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας δικάζεται ὁ μάρτυς· ἀλλ’ ὁ ἀπολειπόμενος ἔνορκος ὡς κάτοικος τῆς φθιώτιδος, ὅστις ὑπέβαλε τὴν ἀνακοπήν του διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ συστηθῇ δικαστήριον, ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ ἐφετείου εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται, καθὼς καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν ὡς νὰ ᾖναι ἐντὸς αὐτοῦ, διότι ἠμπορεῖ νὰ παρέλθουν αἱ τρεῖς ἡμέραι· νομίζω, ὅτι εἶναι ὀλισθηρὸν νὰ γίνῃ μία διάταξις τοιαύτη· ὥστε πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν εἰσαγγελέα νὰ κοινοποιήσῃ μίαν κλῆσιν διὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν ἡμέραν καὶ νὰ προσέλθῃ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐὰν δὲν προσέλθῃ νὰ δικαιογηθῇ, τότε ἂς τιμωρηθῇ κατὰ τὸν νόμον. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τοῦτο.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὰς ἀνακοπάς, αἵτινες γίνονται κατὰ τὴν λῆξιν, ἂς γίνῃ τοῦτο, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὰς ἄλλας.
§48ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ λόγος τὸν ὁποῖον λέγει ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι θέλει ἐμποδίσει τοῦτο τὸν καταρτισμὸν τοῦ κακουργοδικείου δὲν βλάπτεται ἐκ τούτου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ κλῆσις, ἐὰν εἰς τὸ μέσον τῆς διαρκείας τοῦ δικαστηρίου γίνῃ, δὲν βλάπτει.
§49Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπίστευόν ποτε ὅτι ὁ κύριος βουλευτὴς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, διότι ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ ἀντὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τότε θὰ ἦτο καλλίτερον ν’ ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον· οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ἓν τοιοῦτον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀπολειπόμενος ἔνορκος ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, νὰ τοῦ δώσωμεν τόσον χρόνον διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπουσίαν του καὶ ἔλθῃ βραδύτερον· εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν καταναγκάσωμεν νὰ παρουσιασθῇ, διότι ἄλλως ἕως νὰ ἔλθῃ αὐτὸ, τελειώνει καὶ τὸ κακουργιοδικεῖον. Εἶναι γελοῖον αὐτό, δὲν τὸ θεωρῶ σπουδαῖον. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ὁ προλαλήσας μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐκκρεμεῖς ἀνακοπὰς εἶπε τοῦτο καὶ περὶ τούτου ἐσυζήτησα· ἀλλὰ τώρα ἐννόησα ὅτι τὸ πνεῦμά του εἶναι γενικόν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀρκετὰ ἐξεφράσθην κατὰ τῆς γενικότητος, ἂς εἴπω ὀλίγα καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἰδιαίτερον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω· κύριοι, ἡ παῦσις τοῦ κακουργιοδικείου ἢ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ βεβαίως ἀφαιρεῖ αὐτὸ ἐκ τοῦ μέσου· δὲν ὑπάρχει, εἶναι οὕτως εἰπεῖν κατηργημένον προσωρινῶς αὐτὸ τὸ δικαστήριον. Πάντοτε δὲ ὁσάκις εἰς τὴν Ἑλλάδα κατηργήθη ἓν ὁποιονδήποτε δικαστήριον καὶ αἱ ὑποθέσεις αὐτοῦ μετεβιβάσθησαν εἰς ἄλλο δικαστήριον, τότε τὰ δικαστήρια δὲν ἐδίκασαν ἄνευ κλήσεως, εἶναι φυσικὸν τοῦτο. Ἡ σύστασις νέου κακουργιοδικείου τί λέγει καὶ τί ἀποδυκνύει; ὅτι ἐπί τινα χρόνον δὲν ὑπῆρξε κακουργιοδικεῖον, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ὅτι εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν πρέπει νὰ δικάσῃ· ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, κύριοι, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ἕνα εἰσαγγελέα τόσον πολὺ ἐπιπόλαιον, νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτας ὑποθέσεις εὐθὺς εἰς τὴν τρίτην συνεδρίασιν καὶ ἐν ἀγνοίᾳ νὰ δικασθῇ ἄνθρωπός τις εὐθὺς κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ δικαστηρίου. Ὁσάκις ἐπαρουσιάσθησαν παραπλήσια ζητήματα, τὰ δικαστήρια τὰ ἴδια δὲν ἐδέχθησαν νὰ δικάσωσι καὶ ἀπῄτησαν κλῆσιν. Ἄλλως τε, κύριοι, αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐφαρμογήν, εἶναι λεπτομέρειαι καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν δὲν γίνονται νομοθετήματα· ἂν ἐπρόκειτο ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀναφυῶσιν ἔκ τινος νόμου, νὰ διαλύωνται ὑπὸ τῶν νομοθετῶν, ἔπρεπε δι’ ἕκαστον ἀντικείμενον νὰ συντάτετται ἓν λεξικὸν τοῦ Γαζῆ, δι’ ἕκαστον νόμον· αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κύριος εἶναι ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν κάποιαν ἀνωμαλίαν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἀλλὰ τὰ δικαστήριά μας εἶναι συγκεκροτημένα μὲ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν διὰ νὰ συμπληρώσωσιν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Δὲν τὸ θεωρῶ λοιπὸν ἀναγκαῖον, διότι προσκρούομεν οὕτω εἰς τὸν ἄλλον κανόνα, ὅτι θὰ ἔλθωμεν νὰ λύσωμεν ζήτημα εἰδικόν.
§50Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, ἡ ὁποία θέλει σᾶς πείσει, ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑποβάλλουν, ὅλαι δὲν ἔχουν τὸν τόπον των. Ἂν τὴν ἀνακοπὴν ὁ νόμος ὑπεχρέωνε τὸν ἴδιον διάδικον νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, ἂν ἦτον ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων καθ’ ἃς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ διαδίκου διὰ νὰ γίνῃ ἀνακοπή, ἐννοῶ· ἀλλ’ ὁ νόμος συγχωρεῖ καὶ διὰ πληρεξουσίου τὴν παράστασιν. Λοιπὸν ἔχει τόσον καιρὸν διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἀνακοπήν. Καὶ σήμερον ἀκόμη μᾶς στέλλουν τὸ πληρεξούσιον καὶ κάμνομεν τὴν ἀνακοπὴν ἡμεῖς οἱ δικηγόροι.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπαγορεύει τὴν διὰ πληρεξουσίου παράστασιν.
§52Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι. Λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐλαχίστη μεταβολὴ εἰς τὸν νόμον, διότι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα χορηγεῖ παρέχουν καιρὸν μέγιστον διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοπὴ, καὶ νὰ συστήσῃ ἕνα πληρεξούσιον διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνακοπήν. Κύριοι, εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπάρχει αὕτη ἡ ἔλλειψις· ἐκεῖ ὁ νομοθέτης ὑποχρεώνει τὸν ἔνορκον ἐντὸς προθεσμίας νὰ κάμῃ τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἐν τούτοις καμμία δυσκολία δὲν ἐγεννήθη εἰς τὴν πρᾶξιν ὡς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου καὶ βουλευτὴς Μαντινείας, ἑπομένως φρονῶ ὅτι αὐτὰ εἶναι ὅλως διόλου περιττά.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§55ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὸ ὑπουργεῖον.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ἐννόησα, κατ’ οὐσίαν εἶναι σύμφωνος ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἓν μέρος μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μαντινείας. Φρονεῖ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν καὶ ἡ ἀνακοπὴ γίνῃ εἰς ἄλλην σύνοδον πάντοτε νὰ προηγηθῇ κλήτευσις τοῦ ἀνακόπτοντος· ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τί πειράζει ἂν προστεθῇ τοῦτο εἰς τὸν νόμον;
§57ΥΠΟΥΡ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Διότι προσβάλλει μίαν ἀρχὴν, διότι καταντᾷ εἰς λεπτομέρειαν καὶ τότε δι’ ἕκαστον τοιοῦτον ζήτημα πρέπει νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί σᾶς πειράζει νὰ εἴπετε τὸ ἑξῆς; «Προηγουμένης κλητεύσεως τοῦ ἀνακόπτοντος, ὅταν ἡ ἀνακοπή του πρόκειται νὰ δικασθῇ εἰς ἄλλην σύνοδον Κακουργοδικείου».
§59Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διότι ἐδῶ θὰ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ, ἐνῷ ἐπὶ τῶν λειπομαρτύρων δὲν ὑπάρχει τίποτε· γίνεται τοῦτο ἐπὶ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ τὸ κάμνουν τὰ δικαστήρια· ἐδῶ θὰ τὸ κάμωμεν ῥητῶς καὶ τότε εἰς ἕκαστον πρᾶγμα, πρέπει νὰ κάμωμεν εἰδικὰς διατάξεις.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω, διὰ τί νὰ λείψῃ, διότι λείπει καὶ διὰ τὸν λειπομάρτυρα. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ὁμολογίαν τῶν λειπομαρτύρων.
§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά· (διάλογοι καὶ θόρυβοι).
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ, κύριοι, συμφωνῶ ἐν γένει μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγκελη, καὶ προτείνω ὑποτροπολογίαν ὡς ἑξῆς. «προηγουμένης κλητεύσεως τοῦ ἀνακόπτοντος καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ ἀνακοπή του μέλλει νὰ δικασθῇ εἰς ἄλλην σύνοδον κακουργοδικῶν».
§63Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλὰ ἂς τεθῇ.
§64Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς (θόρυβος).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν αὐτήν;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§67Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπιμένω μόνον ἐγὼ, ὅτι εἶναι παράλογος.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται διὰ δευτέραν φορὰν καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ περὶ συμπληρώσεως τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων νομοσχέδιον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι ἄλλο νομοσχέδιον ὥριμον δὲν ἔχομεν. Δὲν μένει εἰμὴ νὰ παρακαλέσωμεν τὰ μέλη τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, εἰς ἃ παρεπέμφθησάν τινα νομοσχέδια καὶ θὰ παραπεμφθοῦν ἕως εἰς τὸ ἑσπέρας καὶ τὰ ὑπόλοιπα, νὰ συνέλθουν, καὶ σήμερον μάλιστα, ὅπου μένει ἀκόμη ὥρα, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ. Αὔριον ὑπάρχει συνεδρίασις, διότι ἔχομεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ τελευταῖον αὐτὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατεπεῖγον. Παρακαλοῦνται καὶ τὰ τμήματα τῶν ἐκλογῶν νὰ συνέλθωσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις· (ὥρα 1½ μ. μ).