1869.07.26
3,372 rows · 27,499 words · 357 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36.
Τῆς 26 Ἰουλίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 8 π. μ. Τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐκφωνηθέντος, καὶ τῆς Βουλῆς, ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον κατὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.—Ὁ κ. Σέρβος, βουλευτὴς Λευκάδος, ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 30 ἡμερῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Διόλου, διόλου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωνται ἄδειαι πέραν τοῦ δέοντος.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ καὶ ἐγὼ ἄδειαν, κύριε πρόεδρε.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ καὶ ἐγώ.
§8ΤΙΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ, καὶ ἐγώ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λέγετε καὶ ἐγὼ καὶ ἐγὼ, πρέπει νὰ φέρετε ἀναφοράς. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ ἄδεια.
§10ΤΙΝΕΣ. Νὰ δοθῇ.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, κανενὸς νὰ μὴ δοθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· καθήσατε παρακαλῶ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σέρβον νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη.—Κύριοι βουλευταὶ, ὑπάρχει μία ἀναφορὰ ἑνὸς Κρητὸς μεταφράσαντος τὸ σύγγραμμα τοῦ........... ἀφορῶν τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης τὴν χωρογραφικὴν καὶ λοιπήν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§13ΤΙΝΕΣ. Τὶ ζητεῖ;
§14ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ (γραμματεύς). Νὰ δοθῇ δωρεὰν ὁ χάρτης καὶ ἡ ἐκτύπωσις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.—Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ περὶ δανείου νομοσχεδίου· θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐσωτερικὸν ἢ ἐξωτερικὸν μέχρις 9,000,000, φράγκων ἄνευ ἐκπτώσεως (au pair) λογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς δραχμὰς 1 12|100.»
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ τάξις εἶναι νὰ ἀναγνωσθῇ ὅλον καὶ νὰ ἐρωτήσετε πρῶτον περὶ τῆς ἀρχῆς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσίς του. Ἄρθρον 2. Τὸ ποσὸν τοῦ δανείου θέλει κατατεθῆ εἰς δόσεις εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἢ εἰς χεῖρας τοῦ παρὰ τῆς κυβερνήσεως διορισθησομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀντιπροσώπου αὐτῆς, εἰς χρυσᾶ νομίσματα κατὰ τὴν διατίμησιν καὶ ἐντὸς τεσσάρων τὸ βραδύτερον μηνῶν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Εἰς τοὺς δανειστὰς χορηγεῖται ἐφάπαξ λόγῳ προμηθείας ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 3% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 3. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου μετὰ τόκου, μὴ ὑπερβαίνοντος τὰ 6,5%, θέλει γίνει εἰς μεταλλικὰ κατὰ τὴν διατίμησιν νομίσματα ἐντὸς ἐννέα ἐτῶν καθ’ ἑξαμηνιαίας δόσεις, λογιζομένων τῶν ἐννέα ἐτῶν ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας θέλει πληρωθῆ ὁ αὐτὸς συμπεφωνημένος τόκος ἀπὸ τῆς καταθέσεως ἑκάστης δόσεως εἰς λογαριασμὸν τοῦ κεφαλαίου τῶν 9,000,000 μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑξαμηνίας ταύτης. Ἄρθρον 4. Πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανειστῶν, διά τε τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τελωνείων τινῶν τοῦ Κράτους. Αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων τούτων κατατίθενται εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν ἢ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς εἰς ὁρισθησομένας ἐποχὰς, ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ ἐπὶ τόκῳ κανονισθησομένῳ μετὰ τῆς τραπέζης. Ἄρθρον 5. Εἰς τὰς γενομένας πληρωμὰς τελῶν εἰς τὰ ὁρισθησόμενα κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τελωνεῖα δὲν θέλουν εἶσθαι δεκτὰ τὰ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐκδοθησόμενα τυχὸν ἔντοκα τοῦ δημοσίου γραμμάτια. Ἄρθρον 6. Κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἑξαμηνιαίων δόσεων, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θέλει προκαλεῖ τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν νὰ θέτῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν ἐκ τῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λ)σμῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κεφαλαίων, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν ἑξαμηνίαν ποσὸν διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους. Ἀπὸ τῆς προσκλήσεως ταύτης παύει ὁ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τόκος; διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ὀφείλουν οἱ δανεισταὶ νὰ παραλάβωσιν ἀπὸ τὴν τράπεζαν ἢ νὰ διαθέσωσιν ἄλλως ἐπὶ ἰδίοις ἐξόδοις καὶ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, ἄνευ μεσολαβήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 7. Τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων φράγκων θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἰουλίου 1869.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις λόγον;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ἐγείρονται· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὴν ἀρχήν. Τώρα ἀρχόμεθα κατ’ ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ἀναστάσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον ἐγείρονται· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§24ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργός). Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω δύο Νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν· τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν τομὴν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου· σύγκειται ἐκ 12 ἄρθρων καὶ συνοδεύεται ὑπὸ τῆς ἀνηκούσης ἐκθέσεως, εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§28ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι τυπωμένον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διανέμεται καὶ παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΖΑΪΜΗΣ. Δεύτερον Νομοσχέδιον, εἶναι Νομοσχέδιον τοπικοῦ συμφέροντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δῆμον τῶν Πατρέων νὰ ἐπιβάλῃ δασμούς τινας, οἱ ὁποῖοι δὲν προβλέπονται ἀπὸ τὸν περὶ δημοτικῶν φόρων νόμον τοῦ 1847. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ζητεῖ πρὸ καιροῦ καὶ ὁ δῆμος τῶν Πατρέων καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦται καὶ παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, χθὲς ἀπεφασίσθη, ὥστε σήμερον νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τῆς .........
§35ΤΙΝΕΣ. Τῆς ἀπαντήσεως ὅλης.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀπὸ τὴν 24 οἱ ΚΚ. Μίλησις, Μπούμπουλης μὴ λαβόντες τὸν λόγον. Ἀπὸ τὴν 25 οἱ ΚΚ. Χατζίσκος, Μιχαλόπουλος, Κ. Πετσάλης ὁ βουλευτὴς, Παπαμιχαλόπουλος καὶ Λομβάρδος. Σήμερον 28 ἐνεγράφησαν οἱ ΚΚ. Ταμβακόπουλος καὶ Λομβάρδος. Λοιπὸν νομίζω ὅτι οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην νὰ συγχωνευθοῦν εἰς ἕνα οἱονδήποτε ἐγκρίνουν διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον· ἂν θέλετε ὅλοι νὰ ἐξακολουθήσητε τὸν λόγον δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐμποδίσωμεν κἀνένα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἠξεύρομεν δὰ αὐτὰ, ἀλλὰ λέγω πῶς δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ· θέλετε 50 ἡμέρας νὰ ὁμιλήσουν; εἶμαι σύμφωνος.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι εἷς ἢ δύο θὰ ὁμιλήσουν.
§40ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Παρακαλῶ, Κ. πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψετε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι δέκα. Λοιπὸν ποῖος θὰ λάβῃ τὸν λόγον;
§42ΜΗΤΣΑΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν καὶ ἠμπορῶ νὰ εὐκολύνω ὅλους ὅσοι θὰ ὁμιλήσουν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κ. Μήτσα, ὁρίσατε.
§44ΜΗΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἐλέχθησαν πολλὰ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, κάμνω μίαν πρότασιν, ὥστε μένει ἀνεξάρτητος ὁ βασιλικὸς λόγος, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· νὰ τὴν ἀναγνώσω;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΜΗΤΣΑΣ. Τὴν ἀναγινώσκει. Πρότασις. Νὰ ἐκλεχθῇ ἀμέσως τριμελὴς ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ καθυποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς δίκην συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος. 26 Ἰουλίου 1869.
Α. ΜΗΤΣΑΣ,
Βουλευτὴς τοῦ Κρανιδίου.
§47ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται αὐτὴ ἡ πρότασις;
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ προσδιορισθῆ ἡμέρα τῆς συζητήσεως. Δὲν τὴν λέγει κανεὶς κατεπείγουσαν.
§51ΜΗΤΣΑΣ. Καὶ κατεπειγόντως παρακαλῶ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον;
§53ΤΙΝΕΣ. Ὁ Κ. Μίλησης.
§54ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συστήσατε, Κ. πρόεδρε, τὴν συντομίαν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορεύοντας νὰ μὴ κάμνωσι μεγάλας ἐκδρομάς.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Τέσσαρας ἡμέρας ἐξακολουθεῖ ἤδη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλ. λόγον καὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτῆς ὑπέβαλεν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὅμως ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας, ἡ γραμμὴ ἡ χωρίζουσα αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει αὕτη, ταῦτα πάντα οὔτε καθαρῶς ἀκόμη ἀνεπτύχθησαν, οὔτε σαφῆ ἰδέαν ἠδυνήθημεν περὶ αὐτῶν νὰ λάβωμεν. Τρεῖς ἰδέαι, κύριοι, περιέχονται εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἡ πρώτη, ἡ διατυπουμένη ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ αὐτῆς, ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐν Παρισίοις συνόδου, ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ἀποδείξει οὐσιωδῶς διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἔκαμε καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς ἐπανέλαβεν. Ἡ δευτέρα ἰδέα ἔχει ἀντικείμενον μομφὴν, ἀπευθυνομένην κατὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, καὶ ἡ τρίτη, ῥητὴν διαφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ εἰς τὸ μέλλον ὡς ἀπαραγράπτων. Μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις περιωρίσθη ἐπὶ τῆς δευτέρας ἰδέας, ἐφ’ ἧς ἔλαβεν ἐπὶ τέλους διάστασιν μεγάλην. Ἀντεπεξῆλθεν εἷς ὑπουργὸς τοῦ 1868 κατὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867, ἐπῆλθεν εἰς βοήθειάν του κατόπιν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος κατέστη ζωηρὰ καὶ θερμή· ὁ ἀξιότιμος μάλιστα βουλευτὴς Μεσσολογγίου, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866, ὤθησε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ὑπέρτατον σημεῖον τῆς σφοδρότητος, ἐκεῖ ὅπου πλέον ἐκπίπτει εἰς προσωπικοὺς διαπληκτισμούς, ἀνοικείους εἰς πολιτικὸν ἄνδρα ἔχοντα τὴν ἀξίωσιν νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς πολιτείας. Διὰ λόγου πομπώδους, παταγώδους καὶ χολώδους, ἐπετέθη κατὰ πάντων καὶ παρέστησε τὴν πολιτικὴν τοῦ 1866, ἐκείνην ἥτις ἔπεσεν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀδυναμίας, ὡς τὸ τελειότερον ἐπινόημα πολιτικῆς περινοίας, τὸ ὁποῖον, ἂν παρετείνετο, ἤθελε φέρει τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Κρήτης καὶ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος, προέβη εἰς ἰδιαιτέρας ἀποκαλύψεις, αἵτινες ἔπρεπε νὰ μένωσιν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ἐχεμυθίας, διέστρεψε γεγονότα προφανῆ, παρηρμήνευσε μέχρι τοῦ γελοίου ἐπισήμους διακηρύξεις τῶν δυνάμεων, καὶ μονονουχὶ παρέστησε τὴν πολιτικὴν τοῦ 1867 ὡς παραίτιον τῆς τελευταίας ἐθνικῆς ὕβρεως καὶ ταπεινώσεως· Ἀλλ’ ὅτε ἔφθασεν εἰς τὸ χρονικὸν τοῦτο σημεῖον, δηλ. ἀκριβῶς εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ζητήματος, ἡ φοβερὰ αὐτοῦ ardor pubertum ἐξηντλήθη καὶ διεσκεδάσθη ὡς καπνός. Ὁ δεινὸς ῥήτωρ ἐτήρησεν ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα σιγὴν θανάτου. Οὐδεμία αἰτίασις κατὰ τῆς πολικῆς τοῦ 1868, τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδολοφονήθη μὲν ἡ Κρήτη, ὑβρίσθη δὲ καὶ ἐταπεινώθη ἡ Ἑλλάς. Οὐδεμία λέξις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1869, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἴμεθα κεκλημένοι νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη ἀπὸ τὰ χείλη, οὐδὲν δάκρυ ἔῤῥευσεν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ θερμοῦ τούτου πατριώτου, ὁμιλοῦντος περὶ ὑποθέσεως ὀδυνηρᾶς καὶ περὶ ἀνηκέστου συμφορᾶς τοῦ ἔθνους. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄγριον πάθος του, ν’ ἀντεπεξέλθῃ διὰ προσωπικῶν ὕβρεων, νὰ χύσῃ χολήν· ἔχυσε λοιπὸν τὴν χολήν του, προσέβαλε προσωπικῶς τοὺς ἀντιπάλους του καὶ παρῄτησε τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας. Τὸ προσφιλὲς καὶ χαδευμένον τοῦτο τέκνον τῆς ἐπαναστάσεως ὕψωσε πρώτην ἤδη φορὰν τὴν διάτορον φωνήν του ὑπὲρ τῆς ἡγεμονικῆς πρωτοβουλίας εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ὑπουργείων.
§57ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε Κ. Μίληση.
§58ΜΗΤΣΑΣ. Νὰ τὰ λέγῃς δυνατὰ τὰ τελευταῖα, δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ 1868, κύριοι, δι’ ἄνθρωπον ἀπροκατάληπτον εἶναι ἡ ἀπόπειρα τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως μ’ ὅλον της τὸ ἐπιτελεῖον. Καὶ ὅμως ὁ κ. Δεληγεώργης, τὸ δημιούργημα αὐτὸ τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν ἦλθε νὰ ἐκφράσῃ τοὐλάχιστον τὴν ἀποδοκιμασίαν του κατὰ τοῦ συστήματος τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως, ὅπερ ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἐλυμήνατο τὴν πατρίδα του! Ἐπῆλθεν ἔπειτα τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἀνακωχὴν μεταξὺ τῶν δύο διαμαχομένων μερῶν, διὰ νὰ φέρῃ τὴν εἰρήνην μεταξὺ τῶν δύω ἀντιπάλων, οἵτινες κατὰ τὴν παραβολὴν τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως ὡς δύω ἀετοὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐμπήξωσι κατ’ ἀλλήλων τοὺς ὄνυχάς των. Χριστιανικὸν τὸ ἔργον! Ἐπὶ τέλους δ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν συνεπλήρωσε τὸ ἔργον τοῦτο. Κατέστη αὐτόκλητος διαιτητὴς, καὶ ἐδῶ μὲν ἔδιδε δίκαιον εἰς τὴν μίαν μερίδα, ἐκεῖ δὲ εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ταῦτα, ἀναγινώσκων ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος, ὡς ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1867 ἐν Παρισίοις, εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ὁ Κ. Δηλιγιάννης ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν μὲ τὸ κρητικὸν ζήτημα. Ἂν ὑπεβάλοντο ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ δὲν ἀνεγινώσκοντο μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ μέρους τοῦ Κ. Δηλιγιάννη—ὅστις ὁμολογουμένως εἰς τὴν ἔκτακτον ἀποστολήν του δὲν φαίνεται, ὅτι ηὐδοκίμησε τόσον πολὺ, ὅσον οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του, διότι τὰς πλείστας τῶν πληροφοριῶν ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 ὄχι ἐκ Παρισίων, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων μερῶν,—ἡ ἀλήθεια ἤθελε προκύψει καθαρά· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, περιωρίσθη νὰ ἀναγνώσῃ ἓν ἢ δύο ἔγγραφα ἰδικά του, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ αἱ δύο μερίδες εἶχον ἄδικον. Ὁποία καλὴ πίστις πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ὑπηρέτησεν ὁ Κ. Δηλιγιάννης! Εἶναι καιρὸς, κύριοι, νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὰ φυσικὰ καὶ λογικά του ὅρια. Περὶ τίνος πρόκειται; Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἐκτάκτως συνεκλήθημεν, ἵνα δηλώσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ ὀδυνηρᾶς συμφορᾶς τοῦ ἔθνους. Ποῖοι δὲ εἶναι κυρίως ὑπόλογοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην; Προδήλως οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1868 καὶ οἱ τοῦ 1869. Τὸ ἐνεστὼς λοιπὸν ὑπουργεῖον ὤφειλε ν’ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς κατηγορίας τῆς πολιτικῆς τοῦ 1868, διότι ἡ κακὴ καὶ ὀλεθρία πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868 εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου (sa raison d’ ètre). Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν προέρχεται τῳόντι ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, δὲν εἶναι τέκνον τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἦλθε διὰ λόγους ἐξωτερικοὺς ἕνεκα τῶν ὁποίων διέλυσε τὴν Βουλὴν, συνεκάλεσε νέαν καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς διαγωγῆς του. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα ὑπέχει τὴν εὐθύνην τῆς πτώσεως τοῦ προκατόχου του, αὐτὸ ὤφειλε ν’ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐνώπιον ἡμῶν ἐκτιμήσεως τῆς πολιτικῆς τοῦ 1868, ἥτις εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς ὑπάρξεώς του· ἀλλ’ ὅμως βλέπετε, ὅτι παρῄτησε τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην, καὶ ἀφοῦ αἱ δύο μερίδες ἦλθον εἰς ζωηρὰν πρὸς ἀλλήλας σύγκρουσιν, παρουσιάζονται ἤδη οἱ ὑπουργοὶ αὐτοχειροτόνητοι διαιτηταὶ καὶ συμβιβασταὶ καὶ τείνοντες ἑκατέρωθεν τὰς χεῖρας μᾶς λέγουν «ἀμφότεροι ἔχετε ἄδικον· ἡσυχάσατε». Ἂν τοῦτο καλεῖται συναίσθησις τῆς ἰδίας εὐθύνης, ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἐκτιμήσητε. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγκατέλιπον τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοὶ, τὴν ἀνεδέχθημεν ἡμεῖς, οἵτινες δὲν φοβούμεθα τὴν εὐθύνην. Εὑρόντες τὴν πρωτοβουλίαν ἐῤῥιμένην εἰς τὸν δρόμον, τὴν ἀνελάβομεν. Καὶ λοιπὸν ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω μετὰ τοὺς ἄλλους, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1868 ἦτο ἡ αἰτία τῆς δεινῆς συμφορᾶς, ἐπὶ τῆς ὁποίας καλούμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν γνώμην μας. Ἐμβαίνων, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1868, αἰσθάνομαι τὴν δυσχέρειαν τῆς θέσεώς μου· διότι ἔρχομαι τελευταῖος πάντων, ἀφοῦ τὰ γεγονότα ἐξητάσθησαν ἤδη καὶ πολλαχῶς ἐξηλέγχθησαν καὶ ἐβασανίσθησαν· θὰ προσπαθήσω μ’ ὅλον τοῦτο νὰ καταστήσω τὴν ὁμιλίαν μου ὄχι ὅλως ἄχρηστον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν θὰ ἐπιμείνω πολὺ εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω μόνον νὰ τὰ συνδέσω στενότερον, νὰ δώσω εἰς αὐτὰ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία τοῖς ἀνήκει, καὶ νὰ τὰ συναρμολογήσω στενῶς μὲ τὸ συμπέρασμα, ὅπερ ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται. Θὰ ἦμαι δὲ λίαν σύντομος, κύριοι, καὶ μὴ ἀνησυχεῖτε. Κύριοι, περιττὸν θεωρῶ ν’ ἀνατρέξω μέχρι τῆς ἐκρήξεως τῆς ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ· θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1867. Πῶς ἄφησε τὸ 1867 τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης καὶ τί τὴν ἔκαμε τὸ 1868; Ῥίπτων τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ 1867, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρχε θερμὸν καὶ ζωηρὸν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις, ὑποστηριζομένη ἀποτελεσματικῶς, ἦτο ἐπίσης ἀκμαία, ὅτι ὁ τύπος τῆς Εὐρώπης, ὁ ἀνεξάρτητος, ὕψωνε τὴν φωνήν του ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἡ θέσις ἡμῶν ἦτο σεβαστὴ, ἀπέναντι δὲ τῆς Εὐρώπης εὐμενής. Σᾶς ἀναγινώσκω, κύριοι, μίαν ἐπιστολὴν τοῦ ἐν Χανίοις προξένου τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν λόρδον Στάνλεϋ. «Μεγίστη πενία ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν μουσουλμάνων τῆς Κρήτης, οἵτινες εἰσὶ στενοχωρημένοι εἰς Χανία, Ῥέθυμνον καὶ Ἡράκλειον· ἐπληροφορήθην ὅτι αἱ πάσχουσαι μουσουλμανικαὶ οἰκογένειαι ἐβαρύνθησαν νὰ μένουν ἐκεῖ στενοχωρημέναι καὶ ζητοῦν δι’ ἀναφορᾶς ἢ νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των, ἢ νὰ μεταφερθῶσιν εἰς μέρος κατάλληλον τῆς μικρᾶς Ἀσίας κτλ.» Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη φέρει ἡμερομηνίαν 25 Νοεμβρίου τοῦ 1867. ὅτε οἱ καρποὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦσαν πλήρεις. Οἱ Τοῦρκοι λοιπὸν ἐν Κρήτῃ ἦσαν στενοχωρημένοι καὶ ἐζήτουν νὰ φύγωσιν, ἡ δὲ Πύλη, πιεζομένη ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ἐπεζήτει ἐκ παντὸς τρόπου μίαν τινὰ διέξοδον ἀπὸ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ τί γράφει περὶ τούτου ὁ κ. Ἔλλιοτ πρὸς τὸν λόρδον Στάνλεϋ κατὰ τὴν 25 Νοεμβρίου τοῦ 1867, ὅτε εἶχεν ἤδη ἐπιδοθῆ εἰς τὴν Πύλην ἡ διακοίνωσις τῶν τεσσάρων δυνάμεων, ἣν ὁ κ. Δεληγεώργης κατήντησε νὰ θεωρήσῃ ὡς εὐμενῆ πρὸς τὴν Τουρκίαν! (Ἀναγινώσκει ὁ ῥήτωρ ἐνταῦθα ἐπιστολὴν τοῦ Ἔλλιοτ, ἀναφέρουσαν ὅτι ἡ Υ. Πύλη προθύμως ἐδέχετο ν’ ἀκούσῃ τὰς συμβουλὰς τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, παραχωροῦσα αὐτονομίαν εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κυριαρχίας τοῦ Σουλτάνου). Παρὰ τῷ Σουλτάνῳ λοιπὸν ἡ διπλωματία εἶχε συγκεντρώσει ὅλας της τὰς ἐνεργείας, παρ’ αὐτοῦ ἀπῄτει παραχωρήσεις, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, οἱ δὲ ὑπουργοὶ τοῦ Σουλτάνου ἐφαίνοντο πρόθυμοι νὰ ὑπακούσουν. «Φυλάξατε μόνον, ἔλεγον, σκιάν τινα τῆς κυριαρχίας τοῦ Σουλτάνου.» ἰδοὺ, κύριοι, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Τουρκίας καθ’ ὅλον τὸ 1867 ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αὐτὰ ἀποδίδωνται εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1867, διατὶ ἔπεσεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη;
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε σεῖς, διατί ἐρωτᾶτε ἡμᾶς;
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελε λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς τὴν Κρήτην;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὸν Βασιλέα εἰς αὐτὰ, διότι εἶναι ἀνεύθυνος.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον ὅτι τὸ 1867 ἄφησε τὴν κρητικὴν ἐπανάστασιν εἰς ἀκμὴν, ὅτι οἱ ἐπαναστάται ἦσαν πρὸ τῶν πυλῶν τῶν φρουρίων, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἦτο εὐμενὴς, καὶ αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν Σουλτάνον ὑπὲρ ἡμῶν, ὅτι τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο ζωηρὸν, ὅτι αἱ συνεισφοραὶ ἐξηκολούθουν, αἱ μετοχαὶ εἰς τὸ δάνειον δὲν ἔπαυσαν οὐδεμίαν στιγμήν.....
§65ΜΗΤΣΑΣ. Εἰπὲ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι τὸν Αὔγουστον τοῦ 1867 οἱ πασάδες μᾶς παρεκάλουν καὶ μᾶς ἔστελλον λίρας νὰ ἀναχωρήσωμεν ἢ νὰ κάμωμεν τὸν ἄῤῥωστον, καὶ τὸν τελευταῖον στρατιώτην μας ὑπέσχοντο νὰ τὸν κάμουν τζαούσην, ἐνῷ τοὐναντίον ὅτε ἦλθεν ὁ Βούλγαρης ὑπήγομεν εἰς τὰ λευκὰ ὄρη, ἐμείναμεν νηστικοὶ, ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν μὲ τὰ τουρκικά.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§67ΜΗΤΣΑΣ. Διαβᾶστε αὐτὸ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ἡμεῖς ἐμείναμεν πέντε μῆνας χωρὶς μισθοδοσίαν.
§68ΖΑΛΩΝΗΣ. Νὰ μὲ γράψητε, κ. πρόεδρε.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁσάκις δὲ, κύριοι, ἐδοκίμασεν ἡ Πύλη νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐν τῇ οὐδετερότητι ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, ἀπεκρούσθη ὄχι ἐντίμως δι’ αὐτὴν, χειροκροτούσης καὶ ἐπιδοκιμαζούσης ὅλης τῆς Εὐρώπης. Κατεδίωξε τουρκ. φρεγάτα τὸ Ἀρκάδιον μέχρι τῶν Ἀντικυθήρων, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ ἐκεῖθεν αἰσχρῶς· ἦλθον τὰ τουρκικὰ πλοῖα εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀλλὰ ἔφυγον πάλιν αἰσχρῶς, ἡ δ’ Εὐρώπη, ἡ δυσμενῶς κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην διακειμένη, ἐδικαίωσε τὴν Ἑλλάδα καὶ κατέκρινε τὴν Τουρκίαν. Ἰδοὺ τί ἔγραφε περὶ τούτου ὁ λόρδος Στάνλεϋ εἰς τὸν λόρδον Λάϋονς. Ὁ λόρδος Στάνλεϋ τῷ λόρδῳ Λάϋονς. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, τὴν 1 Ἀπριλίου 1867. Μιλόρδε, Εὐτυχὴς λογίζομαι, μανθάνων διὰ τοῦ ἀπὸ 20 τοῦ παρελθόντος ἐγγράφου σας, ὅτι ἡ Πύλη βαθέως αἰσθάνεται ὅτι σπουδαιότατον εἶναι νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀφορμὴν παραπόνου, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιτηρητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξασκεῖ ἡ Πύλη διὰ τῶν τουρκικῶν πλοίων ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀποστολὴν ἐκ τῆς Ἑλλάδος πολεμεφοδίων εἰς τοὺς ἐπαναστατημένους Κρῆτας. Ἅμα ἐπληροφορήθην διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης περὶ τῶν παραστάσεων τῶν γενομένων ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐναντίον πράξεων τουρκικῶν πλοίων ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς θαλάσσαις, δὲν ἐβράδυνα οὐδὲ στιγμὴν νὰ σᾶς ἀναγγείλω διὰ τοῦ τηλεγράφου, ὅτι αἱ παραστάσεις αὗται ἦσαν βάσιμοι καὶ ὅτι ἡ ναυλοχία πολεμικῶν τουρκικῶν πλοίων ἔξωθεν τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἡ ἀπόπειρα τοῦ ἐξασκῆσαι κατὰ θάλασσαν ἀστυνομίαν ἐν τῷ λιμένι Σύρου, δὲν δικαιολογοῦνται ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Εἰμὶ κτλ. κτλ. Ὁ λόρδος Στάνλεϋ τῷ λόρδῳ Λάϋονς. Ὑπουργεῖον ἐξωτερικῶν, 11 Ἰουνίου 1867. Μιλόρδε, Ἔλαβον τὰ ἀπὸ 12 καὶ 13 Ἰουνίου ἔγγραφά σας περὶ τῆς ἀποδιδομένης εἰς πλοῖον τουρκικὸν ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ «Ἀρκαδίου» ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων ἐν Ἀντικυθήροις. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. λογίζεται εὐτυχὴς, μανθάνουσα διὰ τοῦ πρώτου ἐκ τῶν ἐγγράφων σας, ὅτι αἱ δοθεῖσαι προλαβόντως διαταγαὶ εἰς τὰ τουρκικὰ πλοῖα, ὅπως μὴ παραβιάσωσι κανένα ἐκ τῶν κανόνων τοῦ θαλασσίου δημοσίου δικαίου, ἐπανελήφθησαν. Δὲν θεωρῶ δ’ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς τὴν Υ. Ε. ὅτι μεταξὺ τῶν κανόνων τούτων, οὐδεὶς ἕτερος εἶναι τοσοῦτον πανδήμως ἀνεγνωρισμένος, ὅσον ἐκεῖνος κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θεωρεῖται παντελῶς νόμιμον δι’ ἓν ἐμπόλεμον μέρος νὰ πυροβολήσῃ κατὰ πλοίου, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ κατεδιώκετο προηγουμένως, ἔφθασεν ὅμως νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὕδατα οὐδέτερα. Ἐγκλείω ἐνταῦθα εἰς πληροφορίαν σας ἀντίγραφον ἐγγράφου, ὅπερ ἀπέστειλα εἰς τὸν κ. Ἔλλιοτ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.» Αὐτὰ, κύριοι, ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοῦ 1867 εὐθείας, γεναίοφρονος καὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ αἴφνης! καὶ ἀπροσδοκήτως τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 πίπτει. Διὰ ποῖον λόγον μᾶς ἐρωτῶσιν; Ἀστεία ἐρώτησις. Ζητοῦν νὰ μάθουν παρ’ ἡμῶν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν τὸν γνωρίζομεν· ὅτι μόνον γνωρίζομεν εἶναι, ὅτι τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου ἐχαιρέτισε μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ἡ Πόρτα· ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 εἶχε τὴν τιμὴν ν’ ἀκούσῃ ἐπαίνους ἀπὸ τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν «Τουρκίαν», ἀπὸ τὴν «Πατρίδα» τῶν Παρισίων, τῆς ὁποίας γνωστὸς εἶναι ὁ φιλοτουρκισμὸς, ἀπὸ τὸν «Νέον Ἐλεύθερον τύπον τῆς Βιέννης, τὸ φανατικώτατον τοῦτο ὄργανον τοῦ μισελληνισμοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας τὸν «Μηνύτορα», ὅστις ἠξεύρετε ποίαν αἰτίαν φέρει τοῦ ἐπαίνου; «διότι ἀγαθῇ τῇ πίστει συντρέχει, ἔλεγεν, εἰς τὴν εἰρηνοποίησιν τῆς Κρήτης»!
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε τὸ φύλλον ἐκεῖνο τοῦ Μηνύτορος; Ἐὰν τὸ ἔχητε, νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐπίστευον νὰ τὸ ἀγνοῆτε, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ ἔφερον. Κατόπιν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἐπιδείξω.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φθάνει ποῦ τὸ λέγετε.
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοσοῦτον πολὺ τὸ ἀγνοῶ καὶ ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις εἴτε ἀμέσως καὶ ἐπισήμως εἴτε ἡμιεπισήμως ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησίν της ἐπὶ τῇ ἀφίξει τοῦ κ. Βούλγαρη εἰς τα πράγματα.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἤξευρον, ὅτι ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἓν πασίγνωστον γεγονός. Δὲν εἶναι δὲ τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀγνοεῖτε, Κ. Δηλιγιάννη.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ γνώμη σας δὲν εἶναι αὐθεντική.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κ. ὑπουργὸς ζητεῖ καὶ αὐθεντικὰς γνώμας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἐπίσημον ἔγγραφον, διὰ νὰ ἴδητε ποίας διαθέσεις εἶχον ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ 1868 αἱ χαρακτηριζόμεναι ἐπὶ δυσμενείᾳ τῆς κρητικῆς ἐπαναστάσεως δυνάμεις. Ἰδοὺ τὶ γράφει ὁ Βάϋστ πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρέσβυν τῆς Αὐστρίας τὴν 23 Ἀπριλίου 1868. «Εἰλικρινῆ συμπάθειαν ἐμπνέουσιν ἡμῖν αἱ τύχαι τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου· δι’ αὐτὸ τοῦτο ὅμως σφόδρα θὰ ἐλυπούμεθα, βλέποντες τὴν Ἑλλάδα, ῥιπτομένην εἰς τὸ κινδυνῶδες στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσέλθει, ὁπότε ὁ βασιλεὺς, κατανοήσας ἐν τῇ ὑψηλῇ αὐτοῦ συνέσει τοὺς κινδύνους τοιαύτης πολιτικῆς, προσεκάλεσε ὡς συμβούλους τοὺς ἐξόχους ἄνδρας., τοὺς νῦν διέποντας τὰ πράγματα». Θέλετε καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν ἀκόμη σαφεστέραν; Μᾶς τὴν δίδει αὐτὸς ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς. Ὁ Πρόκες γράφει εἰς τὸν Βάϋστ τὴν 6 Μαρτίου 1868 ὅτι ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς τῷ ὡμίλησε περὶ τοῦ μέτρου τοῦ ν’ ἀνασταλῇ ἡ μετανάστευσις τῶν γυναικοπαίδων ἐκ Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀφοῦ δὲ αὐτὸς (ὁ Πρόκες) ἐξέφρασε τὴν ἀμφιβολίαν ἂν ἡ Ἑλλ. κυβέρνησις θὰ προσφέρῃ εἰς τοῦτο τὴν ὑπηρεσίαν της, ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς ἀπήντησε τί νομίζετε; «ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐφάνη ὅτι θ’ ἀλλάξῃ γνώμην! Ἡ Αὐστρία λοιπὸν, κύριοι, καὶ ἡ Τουρκία εὐμενέστατα διέκειντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1868, καὶ τὴν εὐμένειαν ταύτην ῥητῶς καὶ σαφῶς τὴν ἐξεδήλωσαν. Οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ πολύκροτον πρόγραμμα «τῆς ἐν προόδῳ παρασκευῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως» διετυπώθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καλῶν συμβουλῶν, τὰς ὁποίας ὁ Βάϋστ εἶχεν ἀποτείνει πρὸς τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν διὰ τοῦ πρέσβεώς του. Ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον τοῦτο.
§77ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀναγινώσκετε ἔγγραφα, Κ. Μίληση, ἀναφέρετε τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, τοῦτο ἀρκεῖ.
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἐκουράσθητε ἐκ τῆς μακρᾶς συζητήσεως. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Βάϋστ ἀπαντᾷ τις φράσεις καὶ περικοπὰς τοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868. Ἀλλὰ καὶ ἐνστάσεις ἀκόμη, κύριοι, τοῖς ἔδιδον οἱ ξένοι, ἀναγκαίας εἰς τὴν πολιτικήν των. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἑλλ. Βουλευτήριον οἱ Βουλευταὶ τῆς Κρήτης, ὁ λόρδος Στάνλεϋ ἐσυμβούλευσε τοὺς ὑπουργοὺς νὰ προτείνουν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐκλογικὸς νόμος καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ τῆς Κρήτης· ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι αὐτὸ τὸ φοβερὸν ἐπιχείρημα ἀντέταξαν τότε κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς Κρήτης, καὶ μία μεγαλόσχημος ἐφημερὶς, ἥτις ἐκαυχᾶτο, ὅτι ὑπεστήριζε τὸν κρητικὸν ἀγῶνα, τὸ ἀνέγραψε μεγάλοις γράμμασιν εἰς τὰς στήλας της. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν τοῦ 1868 διετέλει εἰς φιλικωτάτην σχέσιν πρὸς τὰς δυνάμεις ἐκείνας, αἵτινες διέκειντο ἐχθρικώτατα πρὸς τὸν κρητικὸν ἀγῶνα. Δικαιούμεθα ἑπομένως, κύριοι, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἦλθε μὲ τὴν ἀποστολὴν νὰ καταστρέψῃ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ τόσῳ μᾶλλον δικαιούμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τὸ συμπέρασμα τοῦτο, καθόσον ὅλη ἡ πορεία του ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης ἰδέας. Ἀκούσατε, κύριοι. Θίγω ἁπλῶς τὰ γεγονότα, καὶ διέρχομαι ταχέως διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω. Ἀφοῦ ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς ἐπέστρεψεν ἐκ Κρήτης, ἐδήλωσεν εἰς τοὺς Πρέσβεις Γαλλίας, Ἀγγλίας, καὶ Αὐστρίας, ὅτι τὸ μόνον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ, ἦτο νὰ παύσῃ ἡ μετανάστευσις τῶν γυναικοπαίδων ἐκ Κρήτης· ὑπέσχετο δὲ, ὅτι τούτου γενομένου ἡ ἐπανάστασις μετὰ δύο τρεῖς μῆνας ἀφεύκτως ἤθελε πέσει. Συγχωρήσατε ν’ ἀναγνώσω μίαν μόνην περικοπήν. Ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Αὐστρίας ὁ Ἀαλῆς. «Ἐὰν ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἑλλὰς παύσωνται χορηγοῦσαι τοῖς ἐπαναστάταις τὴν σπουδαίαν βοήθειαν τοῦ ἀπαλλάττειν αὐτοὺς τῶν οἰκογενειῶν των, αἱ ἀπόπειραι τῆς ἀντιστάσεως μόλις θὰ διαρκέσωσιν εἰσέτι δύω μῆνας». Παρακαλεῖ δὲ τοὺς κ. Πρέσβεις νὰ φροντίσωσιν ὥστε νὰ παύσῃ ἡ εἰς Ἑλλάδα μετανάστευσις τῶν γυναικοπαίδων· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἔκτοτε τίθενται εἰς ἐνέργειαν καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Αὐστρίας οἱ πολιτικοὶ διὰ νὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ σταματήσῃ ἡ μετανάστευσις τῶν γυναικοπαίδων. Τὸ μέτρον τοῦτο, κύριοι, φαίνεται, ὅτι ἐξυπηρέτησε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, διότι ἅμα ἀνέβη εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ Κ. Βούλγαρης, ψυχὴ ζῶσα δὲν ἦλθεν πλέον ἐκ Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀπεπειράθη μάλιστα ὁ Βουτακὼφ, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἔμελλον τὰ Ῥωσσικὰ πλοῖα νὰ παραλάβωσιν ἐκ Κρήτης γυναικόπαιδα, καὶ ὁ κ. πρόεδρος τὸν ἀπέτρεψε μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἤθελε τελειώσει τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Καὶ τί περιπλέον, κύριοι; Φαίνεται ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις μυστικὴν εἶχε δόσει ὑπόσχεσιν περὶ ἐπανακάμψεως μάλιστα τῶν ἐν Ἑλλάδι γυναικοπαίδων εἰς Κρήτην· καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις εἶχε ναυλώσει πλοῖα Γαλλικὰ καὶ Αὐστριακὰ διὰ νὰ ἔλθουν νὰ παραλάβουν τὰ γυναικόπαιδα τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τοῦτο δὲ εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ στείλῃ ἡ Πύλη τὸν Μπεχρήμμπεην, ὅπως ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν παλινόστησιν. Πῶς ἀπεφάσισεν ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις νὰ μισθώσῃ πλοῖα πρὸς μεταφορὰν τῶν γυναικοπαίδων, ἂν δὲν εἶχεν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τὴν ὑπόσχεσιν περὶ τῆς εἰς τοῦτο συνδρομῆς της; Καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐφρόντισεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ὑποσχεθέντα, ὅσον ἠδυνήθη, διότι ἐπί τινα χρόνον οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἥρπαζον τὴν νύκτα τὰ ἀδύνατα καὶ δυστυχῆ ἐκεῖνα πλάσματα καὶ τὰ μετέφερον διὰ τῆς βίας εἰς τὰ διὰ τὴν Κρήτην Αὐστριακὰ ἀτμόπλοια. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξηγέρθη τὸ ἔθνος κατ’ αὐτῆς τῆς ἀνοσίου πράξεως, ἡ κυβέρνησις φοβηθεῖσα ἐσταμάτησεν εἰς τὸ μέσον, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς καὶ ὁ Ἕλλιοτ, ὁμιλοῦντες πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει, τολμοῦν ν’ ἀποκαλέσουν τὴν διαγωγὴν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως une conduite inqualifiable (διαγωγὴν ἀκατονόμαστον). Ποτὲ δὲν ἀπεκάλεσαν οὔτε ἡ Γαλλία οὔτε ἡ Ἀγγλία οὔτε ἡ Τουρκία τὴν εὐθεῖαν καὶ ἔντιμον διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867 διαγωγὴν ἀκατονόμαστον. Τοιαύτη πολιτικὴ, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἐσκιαγράφησα, μὴ θέλων νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας, συνδεομένη καὶ μὲ ἐσωτερικὴν διοίκησιν, τῆς ὁποίας οὔτε καιρὸν ἔχω νὰ παραστήσω τὴν εἰκόνα, οὔτε δύναμιν ν’ ἀνεύρω τὸ κατάλληλον ὄνομα, εἴπετο νὰ φέρῃ τοὺς καρπούς τους, καὶ τοὺς ἔφερε πικροὺς καὶ ἀνιαρούς. Τὸ ἐπαναστατικὸν φρόνημα καὶ τῶν ἔσω καὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων ἐχαλαρώθη καὶ ἀπεμαράνθη· ἡ διπλωματία μᾶς ἐθεώρει ἀναξίους προσοχῆς· ὁ φιλελληνικὸς τύπος τῆς Εὐρώπης ἐσίγησεν ἐντελῶς· οὔτε αὐτὴ ἡ παρήγορος καὶ γλυκεῖα φωνὴ τοῦ Σαίν–Μάρκου Γιρανδίνου ἠκούετο πλέον ἀπὸ τῆς ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων· αἱ ὑπὲρ τῆς Κρήτης συνεισφοραὶ ἠλαττώθησαν, ὅσαι δὲ ἐξηκολούθησαν, ἐστέλλοντο ἀπευθείας πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, διότι εἶχεν ἐκλείψει ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν κυβέρνησιν· αἱ ἐγγραφαὶ εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον ἀνεστάλησαν· ἡ πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας στελλομένη ὑλικὴ συνδρομὴ κατήντησε λίαν πενιχρὰ, καὶ ἐπέμπετο κατὰ διαλείμματα 3 ἢ 4 μηνῶν, ἡ δὲ ἐπανάστασις, μὴ διατρεφομένη μήτε ὑπὸ τῶν συμπαθειῶν μήτε ὑπὸ τῶν ὑλικῶν μέσων τῆς Ἑλλάδος, ἔκλινε γόνυ καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐκπνεύσῃ· μόλις τὴν ἀντεπροσώπει μία φοῦκτα ἀνδρείων, περιπλανωμένων εἰς τὰ ὄρη. Ἡ ὑποσχεθεῖσα ὑπηρεσία πρὸς τοὺς ξένους, ἥτις ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἦτο οὕτως ἐγγὺς νὰ ἐκτελεσθῇ. Τότε ἐνθυμήθησαν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ξένων ὑπάρχει καὶ τὸ δημόσιον φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἠθέλησαν νὰ προφυλαχθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐπικρεμαμένης ὀργῆς αὐτοῦ, σκεπτόμενοι εὐλόγως, ὅτι ποτὲ δὲν ἤθελον εὕρει χάριν πλησίον του, ἂν ἡ δολοφονηθεῖσα Κρήτη ἀπέθνησκεν ἡσύχως εἰς χεῖράς των. Διὰ ν’ ἀποσοβήσουν λοιπὸν τὴν φοβερὰν ταύτην εὐθύνην, ἰδοὺ παρουσιάζονται αἴφνης ὀπαδοὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ πολέμου. Ἦσαν εἰλικρινεῖς φίλοι τοῦ πολέμου; ὄχι, μυριάκις ὄχι· ἀλλ’ ἐπεζήτουν ἁπλῶς δι’ αὐτοῦ τὴν διατήρησιν τῆς ἐξουσίας, ὅπως διὰ τῆς εἰρήνης εἶχον ἐπιζητήσει τὴν ἀπόκτησιν αὐτῆς. Ἐγκαίρως εἶχον εἰδοποιηθῆ, ὅτι πᾶσα ῥῆξις μετὰ τῆς Τουρκίας ἤθελε συνεπαγάγει ἀναγκαστικὰ μέτρα, ἀντικείμενα εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος· ἔβλεπον καλῶς, ὅτι ἔπαιζον εἰς τοὺς κύβους τὴν τύχην τοῦ ἔθνους, τὴν τιμὴν καὶ τὰ πολύτιμα συμφέροντα αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἐσταμάτησαν· δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἔπαιζον εἰς τοὺς κύβους τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς τόπου· ἤθελον νὰ προκαλέσουν ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ λύσουν οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ διασώσουν τὴν ἐξουσίαν. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι τὴν παρέμβασιν τῆς Εὐρώπης ἐζήτησεν ἀπαρχῆς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη τότε νὰ τὴν ἐπιτύχῃ· σᾶς ἐνθυμίζω ὅ,τι εἶχε δημοσιεύσει ὁ Φλουρὰνς περὶ τούτου, ἀκούσας ἀπὸ στόματος τοῦ κ. Γκομπινώ. Ὅτι δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1868 προεκάλεσεν ἐπίτηδες τὴν ῥῆξιν μετὰ τῆς Τουρκίας διὰ νὰ φέρῃ τὴν παρέμβασιν τῆς Εὐρώπης πρὸς λύσιν οἱανδήποτε τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Φωτιάδης, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἀπὸ 4 Δεκεμβρίου 1868 ἐγγράφου τοῦ κ. Πρόκες πρὸς τὸν κόμητα Βάϋστ, ὅπερ δὲν ἀναγινώσκω, διότι ἐκουράσθητε, ἀλλ’ ὅστις θέλει δύναται νὰ τὸ ἀναγνώσῃ. Ἐχρειάσθη λοιπὸν νὰ ἐρεθίσουν, νὰ προκαλέσουν τὴν Τουρκίαν. Ἰδοὺ διατὶ ἐσκέφθησαν νὰ παρασκευάσουν καὶ παρεσκεύασαν μίαν ἐκστρατείαν παταγώδη, ἐπιδεικτικήν· ἰδοὺ διατὶ ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς τουρκικῆς πρεσβείας διήρχοντο οἱ ἐθελονταὶ μὲ ἀναπεπταμένας σημαίας. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤθελε διευθύνει τὴν ἐκστρατείαν, ἔπρεπε νὰ χαίρῃ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς κυβερνήσεως. Μάτην ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς Κρήτης ἔγραψε δὶς νὰ σταλῇ ὁ Κορωναῖος καὶ ὄχι ἄλλος· μάτην ἔπεμψε μάλιστα πρὸς τοῦτο καὶ εἰδικοὺς ἀπεσταλμένους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν παρεκάλουν νὰ στείλῃ τὸν κ. Κορωναῖον, ὅστις ἦτο πρόθυμος νὰ δεχθῇ καὶ μὲ ὅρους μάλιστα πολὺ πλέον συγκαταβατικούς. Ὁ κύριος Κορωναῖος δὲν ἔχαιρε παρὰ τῇ κυβερνήσει τὴν ἐμπιστοσύνην, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο διὰ τοιαύτην ἀποστολὴν, καὶ διὰ τοῦτο προετιμήθη αὐτοῦ ὁ εὐνοούμενος Πετροπουλάκης. Ἡ τοιαύτη ἐκστρατεία ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῆς ἐπεζητεῖτο· ἡ Πύλη παροργισθεῖσα, ἀπέδωκε τὸ γνωστὸν τελεσίγραφον, συγχρόνως δὲ ὁ Χοβὰρτ, καταδιώκων τὴν «Ἕνωσιν,» ἔφθασε μέχρι τοῦ λιμένος τῆς Σύρου, ἔνθα ἀπέκλεισε καὶ τὸ πλοῖον καὶ τὴν πόλιν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Οὕτως ἡ ῥῆξις ἤρξατο. Ἠδύναντο καὶ τότε ἀκόμη νὰ προλάβουν τοὐλάχιστον τὴν ἀπειλουμένην καταστροφήν· ἠδύνατο, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθοῦν κατ’ ἀρχὴν τὸ τελεσίγραφον, νὰ συζητήσουν δὲ τὰ καθέκαστα καὶ νὰ παρατείνουν οὕτω τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ λάβουν καιρὸν νὰ παρασκευασθοῦν, ἂν εἰλικρινῶς ἤθελον τὸν πόλεμον· τοῦτο τοὺς ἐσυμβούλευσεν ὁ Ἰγνατιέφ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἐπεζήτουν, δὲν ἤθελον τὸν πόλεμον· οἱ ἄνθρωποι ἐπεδίωκον ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ῥῆξιν διὰ νὰ προκαλέσουν τὴν παρέμβασιν τῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦτο ἀπήντησαν, ὅπως ἀπήντησαν, εἰς τὴν Πύλην· διὰ τοῦτο κατόπιν ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τῆς κυβερνήσεως ἐγίνοντο μὲ τρόπον ἀγυρτικὸν καὶ ἐπιδεικτικόν· διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσίευον καὶ πανταχοῦ διέδιδον παραγγελίας πλοίων καὶ πολεμεφοδίων καὶ ἐξοπλισμοὺς λιμένων· διὰ τοῦτο ἀπέστειλαν ἰδιώτας εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα διὰ νὰ στρατολογήσουν ἐν ὀνόματι τῆς Α. Μ. Ἐν τούτοις οὔτε ὅπλα ἦλθον, οὔτε πλοῖα ἐφάνησαν, οὔτε λιμένες ἐξωπλίσθησαν, οὔτε ἐθελονταὶ ἐστρατολογήθησαν. Τίποτε κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπῆρχε, διότι τίποτε κατ’ οὐσίαν δὲν ἐπεζήτουν. Θόρυβος καὶ πάταγος ἐγίνετο, διότι θόρυβον καὶ πάταγον ἐζήτουν διὰ ν’ ἀναγκάσουν τὴν Εὐρώπην νὰ παρέμβῃ.
§79ΚΟΡΙΖΗΣ. Δὲν ἐπρόφθασε νὰ κάμῃ τοὺς καϋμέδες.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συνόδου ἐν Παρισίοις καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔσπευσε νὰ δεχθῇ τὴν σύνοδον· ἐν τούτοις ἐγίνωσκεν ἐκ προοιμίων, ὅτι καμμία δύναμις δὲν ἦτο ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος· ἡ Ἀγγλία διέκειτο δυσμενῶς· ἡ Γαλλία εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν ὑπὲρ τῆς Τουρκίας· ἡ Αὐστρία ἠκολούθει τὴν Γαλλικὴν πολιτικὴν, καθὼς καὶ ἡ Ἰταλία· ἡ Ῥωσσία ἤρχισε κατὰ τὸ σύνηθες νὰ ὀπισθοδρομῇ, καὶ ὁ ἐκεῖ ἔκτακτος ἡμῶν ἀπεσταλμένος σαφῶς καὶ ἐγκαίρως ἀνεκοίνωσε τοῦτο εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καθὼς καὶ ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος τῆς Ἰταλίας. Δὲν ἔχω καιρὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφά των, διότι ἐκουράσθητε, καὶ πρέπει νὰ σπεύσω. Ποῦ ἐστηρίζοντο λοιπὸν, ποίαν ἐλπίδα ἔτρεφον, βαίνοντες πρὸς τὴν συνδιάσκεψιν τῶν Παρισίων, καὶ τὸ γελοιότερον ὑποβάλλοντες εἰς αὐτὴν αἴτησιν περὶ προσαρτήσεως ὅλων τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν; Ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴ ἡ διπλωματία τοῦ λευκοῦ Χάνου, ἡ ἔχουσα τὴν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πρωτοβουλίαν, ὄχι μόνον ὑπεχώρησεν, ἀλλ’ ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβῃ εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι αἰτία τῆς ὑφισταμένης κρίσεως ἦτο τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος! Τὴν ἀνάγνωσιν τῶν διακοινώσεων τούτων συνιστῶ εἰς τὴν ἐμβριθῆ, εἰς τὴν πατριωτικὴν μελέτην σας. Συνῆλθεν ἡ Σύνοδος, εἰργάσθη ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν καὶ ἐτελείωσε τὸ ἔργον της· τοῦτο δὲ ἦτο, ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ περιμείνῃ ἐκ τῶν προτέρων, πλήρης παραδοχὴ τῶν αἰτήσεων τῆς Πύλης καὶ ἐντελὴς ἀποτυχία τῆς Ἑλλάδος. Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ τότε τὸ ὑπουργεῖον ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως; ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν πεπραγμένων· ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ πολιτικὸν θάῤῥος νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον καὶ ν’ ἀποσυρθῇ· διότι ἦτο μωρὸν καὶ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ἀπαράσκευος ν’ ἄρῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐναντιουμένης ὅλης τῆς Εὐρώπης, ἄνανδρον δὲ νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἄλλους τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰδίας αὑτοῦ πολιτικῆς πορείας. Ἀλλ’ ὄχι· ἀπεφάσισε νὰ στεφανώσῃ τὴν πολιτικήν του καὶ μὲ μίαν ἀκατονόμαστον ἀνανδρίαν ἀπέναντι τοῦ ἡγεμόνος· τὸν ἐγκατέλιπε, κύριοι, εἰς στιγμὴν λίαν κρίσιμον, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ τὸν καλύψῃ με τὴν ἰδίαν του εὐθύνην, καὶ ἐφάνη τοιουτοτρόπως ὅτι ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἡγεμόνος ἐγένετο δεκτὴ ἡ τόσον ἀντιδημοτικὴ ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου τῶν Παρισίων· ἔπρεπε δὲ ἀληθῶς νὰ εὑρεθῶσιν ἑπτὰ ἄνθρωποι, ἔχοντες αὐταπάρνησιν τόσον ἰσχυρὰν, ὁποίαν ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶχον, διὰ νὰ τολμήσουν ν’ ἀναδεχθοῦν τὴν βαρεῖαν εὐθύνην μιᾶς τοιαύτης καταστροφῆς ἐθνικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ λησμονήσῃ. Ὑπουργεῖον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀνεδέχθη νὰ ὑπηρετήσῃ ξένην πολιτικὴν, ἀντιστρατευομένην φανερὰ πρὸς τὴν κρητικὴν ἐπανάστασιν, ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐδολοφόνησε τὴν Κρήτην διὰ νὰ καλύψῃ ἔπειτα τὴν ἰδίαν εὐθύνην πρὸς τὸ ἔθνος, ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ παραβιασθῇ ὑπὸ ξένου ἡ ἑλληνικὴ χώρα, νὰ ὑβρισθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ ταπεινωθῇ ὁ ἑλληνισμὸς, ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐπετέλεσε τὸ ἀπαίσιον τοῦτο ἔργον του, δὲν ἔσχε τὴν γενναιότητα ν’ ἀναδεχθῇ τοὐλάχιστον τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄφησε τὸν ἡγεμόνα μόνον ἐν στιγμῇ γενικῆς ἐξάψεως καὶ ἀγανακτήσεως, τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ καταμεμφθῇ ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι κεκλημένη νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐπὶ τῆς ὀδυνηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως; Ἀλλ’ τοῦτο θὰ ᾖναι καθαρὰ ἄρνησις τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ἑπομένως καὶ τῆς ἐλευθερίας, διότι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εὐθύνη συνυπάρχουν καὶ συμβαδίζουν πανταχοῦ καὶ πάντοτε. Ἐνταῦθα ὅμως ἀπαντῶ μίαν ἔνστασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν εἶναι, λέγει, ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν τὴν μομφὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Β. λόγου· ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ περιστραφῇ περὶ ἀντικείμενα, ἀναγόμενα εἰς τὴν κανονικὴν πορείαν τοῦ Κράτους, ἡ δὲ μομφὴ εἶναι τι ἔκτακτον, δυνάμενον νὰ διατυπωθῇ εἰς ἰδίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. — Λέγω, κύριοι, ὅτι τὸ ἐπινόημα τοῦτο εἶναι καθαρὰ ὑπεκφυγή. Διπλῆ τῷ ὄντι εὐθύνη παρακολουθεῖ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους, κοινοβουλευτικὴ καὶ δικαστική· καὶ ἡ μὲ κοινοβουλευτικὴ ἐλέγχεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυροῦται διὰ μομφῆς, ἐκφραζομένης κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἡ δὲ δικαστικὴ ἐλέγχεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου καὶ κυροῦται διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὡρισμένης ποινῆς. Ποίαν εὐθύνην ἐπιδιώκομεν σήμερον; Προδήλως τὴν κοινοβουλευτικὴν, διότι τὴν δικαστικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, καὶ λυποῦμαι διότι ὁ συνάδελφός μου βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ὑπέβαλε περὶ τούτου πρότασιν, χωρὶς νὰ τὴν ἐξετάσῃ καλῶς. Δὲν δυνάμεθα λέγω νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν δικαστικὴν εὐθύνην, διότι ἔχομεν μὲν ὡρισμένον τὸ δικαστήριον καὶ τὰς κολασίμους πράξεις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν ποινὴν ὡρισμένην οὔτε τὴν διαδικασίαν, καὶ ἄνευ τούτων ἡ δικαστικὴ εὐθύνη εἶναι ἰδανικὴ, ἀδύνατος, καὶ ὅστις σᾶς λέγει ὅτι δύναται κατόπιν ἡ Βουλὴ νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868, τὸ πράττει ἐπίτηδες, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ νὰ δώσητε τώρα τὴν ψῆφόν σας ἐναντίον τῆς τροπολογίας. Ἡ κοινοβουλευτικὴ δὲ εὐθύνη οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ὁ γενικὸς ἔλεγχος, ὃν ἐξασκεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς διοικήσεως, εἶναι τοὐτέστι τακτικὴ καὶ ὄχι ἔκτακτος λειτουργία τῆς Βουλῆς. Ἔπειτα, ἂν δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ ἐκφέρωμεν τὴν μομφὴν, ὡς μὴ ἀπευθυνομένην κατὰ τῶν νῦν ὑπουργῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ εἴπητε πότε δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν; Ἐὰν θελήσωμεν δι’ ἰδιαιτέρου ἐγγράφου νὰ δηλώσωμεν τὴν μομφὴν, κατὰ μείζονα λόγον δύνανται νὰ μᾶς ἀντιτάξωσιν τότε τὸ ἀπαράδεκτον· καὶ τότε δύναντι νὰ μᾶς εἴπωσι πάλιν «δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου· ἂν νομίζετε, ὅτι τὸ προκάτοχον ἐπολιτεύθη κακῶς, δύνασθε νὰ τὸ κατηγορήσητε, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ διατυπώσητε μομφὴν, χωρὶς νὰ τῇ δώσητε πρακτικὴν βάσιν». Βλέπετε, ὅτι οὕτω μᾶς κλείονται ὅλαι αἱ θύραι· ἄλλο λοιπὸν μέσον δὲν μᾶς μένει εἰμὴ τώρα, ὅτε ὁ Βασιλεὺς μᾶς καλεῖ ἵνα ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς συνόδου τῶν Παρισίων, τώρα νὰ δηλώσωμεν καὶ τὴν μομφὴν ἡμῶν κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἐθνικὴν ταύτην συμφοράν· ἄλλος καιρὸς δὲν ὑπάρχει, Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὴ κατέφευγον οἱ κ. ὑπουργοὶ εἰς τοιαῦτα πλάγια μέσα· ἐπεθύμουν νὰ ἔλεγον παῤῥησίᾳ «δὲν θέλομεν τὴν μομφήν». Τοῦτο τοὐλάχιστον θὰ ἦτο εὐθύτερον καὶ γενναιότερον· οὔτε ἐπιτρέπει ἡ καλὴ πίστις νὰ ἐπικρέμαται τοιαύτη εὐθύνη ἐπὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου ἐπὶ ἀόριστον χρόνον. Ὥστε, κύριοι βουλευταί, ἢ θέλετε τὴν εὐθύνην ἢ δὲν τὴν θέλετε. Ἐὰν τὴν θέλετε, ὁ καταλληλότερος καὶ ἁρμοδιώτερος καιρὸς διὰ νὰ τὴν διατυπώσητε εἶναι ὁ παρών· ἐὰν δὲν τὴν θέλετε, εἴπετέ το παῤῥησίᾳ, σαφῶς καὶ καθαρῶς. Τὰ πλάγια μέσα δὲν ἁρμόζουν οὔτε εἰς σπουδαίους ἄνδρας οὔτε εἰς σοβαρὰ σώματα.
§81ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Θέλομεν ὅπως ὁ νόμος τὴν διατάττει, ὅπως τὸ Σύνταγμα, τὴν εὐθύνην.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διάβασε τὸ Σύνταγμα, δὲν λέγει τίποτε.
§83ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν θέλετε παρὰ ἀπόδειξιν μόνον, τὸ Σύνταγμα ἔχει ὡρισμένον.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὴν 1ην παράγραφον τῆς τροπολογίας, δηλ. εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς συνόδου τῶν Παρισίων. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν τροπολογίαν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐν αὐτῇ ἐνυπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ συνδιάσκεψις τῶν Παρισίων ἀδίκως κατεδίκασε τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζεται ἐν αὐτῇ τὸ ψυχικὸν ἄλγος, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθη ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῇ ἀδίκῳ ταύτῃ ἀποφάσει. «Μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους εἶδεν ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Υ. Μ. εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἑαυτῆς συναίνεσιν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς τελευταίας ἐν Παρισίοις συνδιασκέψεως τῶν μεγάλων Δυνάμεων, δι’ οὗ κατεδικάσθη συμπάθεια καὶ συνδρομὴ ἐθνική, ὀφειλομένη πρὸς ἱερὸν καὶ καρτερικὸν ἀγῶνα Ἑλλήνων, ὑπὲρ ὧν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται φύσει νὰ μὴ μεριμνᾷ». Κρίνεται λοιπόν, κύριοι, ἄδικος ἡ ἀπόφασις τῆς συνδιασκέψεως τῶν Παρισίων, διότι κατεδίκασε συμπάθειαν καὶ συνδρομήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ φύσις. Μ’ ἄλλας λέξεις, ἡ Βουλὴ κηρύττει ὅτι, ὅταν ἀποφασίζῃ ἡ Εὐρώπη νὰ μὴ πονῶμεν ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἀδελφῶν, νὰ μὴ τρέχωμεν εἰς συνδρομὴν αὐτῶν, ἀγωνιζομένων κατὰ τοῦ δυνάστου των, μᾶς ζητεῖ τι φύσει ἀδύνατον· εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι πρέπει νὰ ζῶμεν ἀλλὰ νὰ μὴν ἀναπνέωμεν, ὡς νὰ διατάττῃ τὴν καρδίαν μας νὰ μὴ πάλλῃ καὶ νὰ μὴ αἰσθάνεται. Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς πρώτης παραγράφου τῆς τροπολογίας. Καὶ παρατηρήσατε, κύριοι, ὅτι αὕτη εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ βασιλικοῦ λόγου καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ βασιλικὸς λόγος ἀναφέρει καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐπαναλαμβάνει, ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ὑπηγόρευσε τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου· οὐχὶ λοιπὸν ἡ ἀνωτέρα βία· ἡ ἀπόφασις λοιπὸν τῆς Εὐρώπης δὲν κρίνεται ἄδικος καὶ πρὸς τὴν φύσιν ἀντιστρατευομένη. Εἶναι, κύριοι, αὐτὴ ἡ ὀρθὴ, ἡ πρέπουσα ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τῶν Παρισίων; Ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν μετεχειρίσθη ὡς ὅπλον ὁ Λαβαλέτ, ὅτε ἀπὸ τοῦ Γαλλικοῦ βήματος κατηγορεῖτο ἡ πολιτικὴ τῆς Γαλλίας ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι, ἀπαντῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας εἰς τὸν εὔγλωττον ῥήτορα Ἰούλιον Φάβρον, τῷ εἶπεν «ἡ ἰδία Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὁμολογεῖ, ὅτι ἐσώσαμεν τὴν Ἑλλάδα.» Ἔρχονται λοιπὸν καὶ ζητοῦν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἵνα ἐπικυρώσωμεν τοιαύτην ἐκτίμησιν, ἄδικον καὶ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν καιρίως πληγόνουσαν; Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ μεταχειρίζονται καὶ ἔκφρασιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀληθὴς, ἢ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς, ἡ ψῆφός μου δὲν θὰ ἦτο ποτὲ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου. Διετυπώθησαν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, λέγει ὁ βασιλικὸς λόγος, γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ μεταξὺ ἐθνῶν δικαίου, τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Λέγω, κύριοι, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐὰν ἀναγνώσετε τὸ πρωτόκολλον τῆς Γʹ συνεδριάσεως τοῦ συνεδρίου τῶν Παρισίων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν συνῆλθον ἵνα καθιερώσωσι νέας ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, ὄχι, ἀλλ’ ἵνα ἀποφασίσωσιν εἰδικῶς καὶ συγκεκριμένως ἐπὶ τῆς ῥήξεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· ἔλαβον δὲ ὡς βάσιν τῶν ἐργασιῶν των αὐτὸ τὸ τελεσίγραφον τῆς Πύλης. Ἂν δὲ διετύπωσαν τὴν ἀπόφασίν των ὑπὸ τὸν τύπον γενικῶν ἀρχῶν, τὸ ἔπραξαν ἵνα οἰκονομήσωσι τὴν φιλοτιμίαν τῆς Ἑλλάδος. Οὐδὲν πλέον· ῥητῶς, καθαρῶς καὶ σαφῶς λέγεται τοῦτο εἴς τε τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο καὶ εἰς τὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν εἰς τοὺς διπλωματικοὺς αὑτοῦ πράκτορας ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Παραλείπω τὸ πρωτόκολλον, διότι εἶναι διεξοδικὸν, καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τὴν περικοπὴν τῆς διακοινώσεως. «Τὸ συνέδριον ἠδυνήθη λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ ἐν πλήρει γνώσει τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του μετὰ πλήρους εἰλικρινείας. Ἀλλ’ εἰ καὶ ἐκτιμῶν τὴν οὐσίαν αὐτὴν τῆς διαφορᾶς κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, ἐθεώρησε καθῆκον του οὐχ ἧττον ἀναπόφευκτον νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν προσεκλήθη ν’ ἀπαγγείλῃ, τύπον ὅσον οἷόν τε εὐπρόσδεκτον καὶ μὴ προσβάλλοντα τὰς φιλοτιμίας, ἃς ὤφειλε νὰ σεβασθῇ. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπέτυχε κτλ.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, καθαρῶς, ὅτι τὸ συνέδριον τῶν Παρισίων δὲν εἶχεν ἀποστολὴν νὰ καθιερώσῃ γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, οὔτε καθιέρωσε τοιαύτας.
§85ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔλαβον ἀφορμήν.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὰς ἀφορμάς. Ἀλλ’ εἶχεν ἀποστολὴν νὰ δικάσῃ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἂν τῳόντι ἀνέγραψαν αἱ Δυνάμεις γενικὰς ἀρχὰς τοῦ μεταξὺ ἐθνῶν δικαίου, διατὶ τάχα δὲν προσεκάλεσαν καὶ τὰς λοιπὰς Εὐρωπαϊκὰς δυνάμεις, τὰς μὴ συμμετασχούσας εἰς τὸ συνέδριον, νὰ δώσωσι τὴν συναίνεσίν των εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας, τὴν Βαυαρίαν, λέγω, τὴν Πορτογαλλίαν, τὴν Ἱσπανίαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸ συνέδριον; Δὲν διετυπώθησαν λοιπὸν γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὄχι, ἀλλὰ κατεδικάσθη ἡ Ἑλλὰς εἰδικῶς καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ῥήξεως μεταξὺ αὑτῆς καὶ τῆς Τουρκίας. Προσπαθοῦντες δὲ νὰ δώσετε γενικὸν κῦρος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου, βλάπτετε τὴν πατρίδα σας μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ σώσετε ἑαυτοὺς, ἐλαττοῦντες δῆθεν τὴν ἐκ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην· διότι ἡ ἀπόφασις αὕτη, θεωρουμένη γενικὴ, δεσμεύει τὸ ἔθνος εἰς πᾶσαν περίστασιν, καταστρέφει δὲ δικαιώματα συμφυῆ μὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ἐθνικὴν, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκία ἀπεπειράθη νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸ ἰδιαίτερον πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν 9|21 Ἰουλίου 1832 μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῶν πληρεξουσίων τῶν τριῶν προστατίδων αὐλῶν περὶ τούτου. «Οἱ ὑπουργοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Πύλης ὑπεστήριξαν ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης διαπραγματεύσεως τὴν σημασίαν ἐγγυήσεών τινων, ἃς ἐθεώρουν ἀναγκαίας εἰς τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ· οἷον Αʹ) Αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἀστυνομίας καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ἐσωτερικῆς εὐταξίας ἀποχρῶντα ἀριθμόν. Βʹ) Τόσον ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ὅσον καὶ οἱ Ἕλληνες ἰδιῶται νὰ μὴ παρέχωσιν οὐδενὸς εἴδους ὑπηρεσίαν ἢ συνδρομὴν οἱανδήποτε εἰς τὰς δυνάμεις, κυβερνήσεις, τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη, μεθ’ ὧν ἡ Υ. Πύλη ἤθελε διατελεῖ εἰς πόλεμον, ἀλλὰ νὰ τηρῶσιν αὐστηρῶς τὴν ἀρχὴν τῆς οὐδετερότητος. ................................. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν τριῶν αὐλῶν ἀπήντησαν, ὅτι ἂν καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἦναι ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν, δὲν ἀποποιοῦνται μολαταῦτα νὰ τὰ ὑποστηρίξωσιν, ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἐν Λονδίνῳ συμβούλιον, εἰς ὃ ἀνήκει νὰ δώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην λύσιν. Ἰδοὺ δὲ τί ἀπεφάνθη κατόπιν τὸ συμβούλιον τοῦ Λονδίνου. «Μεταβαίνοντες κατόπιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐπισυναπτομένου πρωτοκόλλου ὑπὸ χρονολογίαν 9|21 Ἰουλίου ε. ε. ὅπερ ἀνεδέχθησαν ἁπλῶς οἱ παρὰ τῇ Υ. Πύλῃ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Ῥωσσίας, οἱ πληρεξούσιοι τῶν τριῶν αὐλῶν ἀπεφάνθησαν, ὅτι ὅσην θέλησιν καὶ ἂν ἔχωσιν αἱ αὐλαὶ αὐτῶν νὰ παραδέχωνται τὰς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ σουλτάνου ἐκφραζομένας αὐταῖς εὐχὰς, ταῖς εἶναι ὅμως ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὰς διὰ τοῦ μνησθέντος πρωτοκόλλου ἐκτιθεμένας ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμ. Πύλης. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην, ἀρκεῖ ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διατηρεῖν δυνάμεις τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, εἶναι ἐκ τῶν ἀναφαιρέτων δικαίων παντὸς ἀνεξαρτήτου Κράτους κτλ. Ὁ αὐτὸς λόγος (ὁ τῆς ἀνεξαρτησίας τοὐτέστιν) ἀντίκειται εἰς τὴν δευτέραν αἴτησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως κτλ.
§87ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ τὶς ἐμποδίζει τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναλάβῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Διαβουκολεῖτε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ διὰ τοῦτο δὲν φθάνομεν ποτὲ νὰ κάμωμεν μεγάλα πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐννοεῖτε, κ. Πεστάλη· τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου. Ἐπαναλαμβάνω· ζητοῦντες νὰ δώσητε εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τῶν Παρισίων τὸν τύπον γενικῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, βλάπτετε τὴν πατρίδα σας· διότι οὕτω θέτετε ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὅ,τι δὲν δύναται ποτὲ ν’ ἀμφισβητηθῇ, δηλ. δικαίωμα συμφυὲς μὲ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, εἰς τὰς ἐπισήμους συμφορὰς τῶν ἐθνῶν παρουσιαζόμενοι οἱ ἡγεμόνες ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, εἴτε διὰ νὰ τὰς ἀναγγείλωσιν, εἴτε διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν συναίνεσιν αὐτῶν, δὲν ἐλαττοῦσι σκοπίμως τὴν σοβαρότητα τοῦ κακοῦ, δὲν κρύπτονται ὄπισθεν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος, οὐδὲ μεταχειρίζονται λέξεις ψυχρὰς καὶ παγετώδεις, μὴ ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν τρωθεῖσαν καρδίαν τοῦ ἔθνους. Ἀκούσατε τίνι τρόπῳ ὁ πατὴρ τοῦ Βασιλέως μας ἀνήγγειλεν εἰς τὰς Βουλὰς τὴν τελευταίαν ἐθνικὴν συμφορὰν τῆς Δανίας. «Ἐν τῷ βραχεῖ διαστήματι τῆς ἡμετέρας βασιλείας ἐλάβομεν τὴν πικρὰν πεῖραν, ὅτι οὐδόλως βαρύνει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν τὸ δίκαιον ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς πολιτικῆς, βλέποντες ἡμᾶς τε καὶ τὸν πιστὸν ἡμῶν λαὸν ἀπροστατεύτους κατ’ ἐχθροῦ ὑπερτέρου. Ὅτε ἡ Ἀγγλία μετὰ τῶν οὐδετέρων δυνάμεων διεκήρυξαν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν ἐκεῖθεν τῆς Δανεβίρκης χώραν, συνῃνέσαμεν εἰς τὴν οἰκτρὰν ταύτην θυσίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ αὕτη ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῶν γερμανικῶν δυνάμεων, δὲν ἐστέρξαμεν πλέον εἰς ἑτέρας θυσίας, πεποιθότες, ὅτι τὸ ἡμέτερον ὄχι εἶναι καὶ τὸ ὄχι τοῦ δανικοῦ λαοῦ. Εἴθε ὁ θεὸς νὰ μαλάξῃ τὴν καρδίαν τῶν κρατούντων ἐν ταῖς χερσὶ τὰς τύχας τῆς Εὐρώπης! Εἴθε τοὐλάχιστον εἰς ἕνα τόπον νὰ μεταβάλῃ τὴν συμπάθειαν εἰς ἐνεργητικὴν σύμπραξιν! Πολλὰ ἀπώλοντο, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἡ ἐλπίς· τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς τοὺς θέλοντας καρτερικῶς καὶ σπουδαίως». Ἐπεσφράγισε δὲ τὸν λόγον του διὰ τῆς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτου φράσεως «ἐλπίζω, ὅτι θὰ χαραχθῇ ἐπὶ τοῦ τάφου μου, ὅτι οὐδεμία καρδία ἔπαλλε σφοδρότερον ὑπὲρ τῆς Δανιμαρκίας.» Εὐγενεῖς, ὑψηλοὶ καὶ ἀληθῶς ἡγεμονικοὶ λόγοι! Ἰδοὺ, κύριοι, τί εὐγενὲς, τί ἱπποτικὸν αἷμα ῥέει εἰς τὰς φλέβας τοῦ νεαροῦ ἡμῶν Βασιλέως. Καὶ ἐχάθη λοιπὸν, κύριοι ὑπουργοὶ, ἕνας βαθὺς στεναγμὸς ἐκ τοῦ στήθους Του, ἐχάθη μία ἱπποτικὴ λέξις ἀπὸ τὰ σεπτά Του χείλη, ἐνῷ ὡμίλει πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ πτώματος τῆς Κρήτης, καὶ πρὸ τῆς Ἑλλάδος ἠδικημένης καὶ τεταπεινωμένης; Ὁ στεναγμὸς, ἡ θλίψις τοῦ Βασιλέως θὰ ἦτο μία γλυκεῖα παρηγορία, διήκουσα ἀναμέσον τοῦ πενθοῦντος ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ὄχι· προετίμησαν νὰ θέσουν εἰς τὰ χείλη Του τὴν ψυχρὰν, τὴν παγετώδη φράσιν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος, καὶ προσέτι λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπισήμως ἀποδεικνύονται ὡς μὴ ἀληθεῖς! Ἐλησμόνησαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι εἰς Αὐτὸν τὸν νεαρὸν ἡγεμόνα ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματά του ὅλος ὁ ἑλληνισμός; ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ παρηγορία, Αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπὶς τοῦ μέλλοντός του, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐπίσημον ταύτην στιγμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ πένθους ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν νὰ ὁμιλήσῃ ἡ εὐγενής Του καρδία; Ὅλα τὰ ἔθνη, κύριοι, ὑπέστησαν ἐθνικὰς συμφορὰς, ἀλλ’ εἰς ὅλα θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὰς ἀποφράδας ταύτας ἡμέρας τοῦ βίου των ἀναγεννᾶται τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας ἀκμαῖον, ζωηρὸν καὶ ἀκατάσχετον παρά τε τοῖς ἄρχουσι καὶ τοῖς ἀρχομένοις. Μόνη τάχα ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν; Ἀλλ’ ὄχι· ὅ,τι δὲν ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ τὸ πράξητε σεῖς. Μὴ ἀκολουθεῖτε τὸ παράδειγμά του.
§89Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ σὲ ἔσωσε (θόρυβος). Σὺ δὲν ἦσο ἐδῶ τότε, ὅτε ἕκαστος ἐφρόντιζε νὰ σωθῇ.
§90ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς λείψουν αἱ δημοκοπίαι, κύριε Μίληση.
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχουν διακοπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ποτὲ δὲν θὰ ἀπαντήσω.—Εἴπατε παῤῥησία, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου τῶν Παρισίων ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ ἰσχυροτέρου, ὅτι μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς ὑποκύπτομεν εἰς τὴν βίαν, δὲν ἀρνούμεθα ὅμως τὸ δίκαιόν μας, δὲν τὸ κρύπτομεν, οὔτε τὸ θάπτομεν, ἀλλ’ ὑποχωροῦντες, διατηροῦμεν ἁγνὴν τὴν ἱερότητα αὐτοῦ· εἴπατε εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης εἶναι ὑπαγόρευσις τῆς ἀνωτέρας βίας καὶ ὄχι τῆς δικαιοσύνης, καὶ διατηρήσατε ἀκέραια καὶ ἀπαραμείωτα ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις, ἥτις ἐμπρέπει εἰς ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διερμηνεύουσαν τὸ ἀληθὲς αἴσθημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἡ δὲ ἀπάντησις, ἣν σᾶς προτείνει ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀπάντησις σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καρδίαν, ἀλλ’ ἀναμετρᾷ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον ἐθνικὴν συμφορὰν μὲ τὸν διαβήτην τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος. Τοιαύτη ἀπάντησις, ἂν τὴν παραδεχθῆτε, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἦσθε εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ καθολικὸν αἴσθημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§92Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἡ τετάρτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης τῆς ἀπαντήσεως. Χθὲς δὲ, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον, γνωρίζων ὅτι ὡμίλουν εἰς σῶμα κεκμηκὸς ἔσπευσα νὰ συντομεύσω τὸν λόγον μου καὶ πρὸς τοῦτο μάλιστα παρέλειψα τὴν ἀνασκευὴν μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἔκαμε προχθὲς, παραβαλὼν τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς Συνόδου πρὸς τὰς κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου γενομένας πρὸς τὴν Εὐρώπην ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἀπαιτήσεις καὶ τὸ τότε ὑπὸ τῶν μεγάλων δυνάμεων συνταχθὲν πρωτόκολλον τῆς 18|30 Αὐγούστου 1832. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ συμπολίτευσις, κεκμηκυῖα, ἐπεθύμει νὰ ἀποχωρήσῃ, ὁλόκληρος ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἐζήτει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως καὶ ἐκραύγαζε ζητοῦσα τὴν ἀναβολὴν αὐτῆς ἐπὶ τὴν σήμερον. Ἐν τούτοις, ἐνῷ μέχρι τῆς χθὲς εἶχεν ἀγορεύσει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867, ὁ καὶ προϊστάμενος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κύριος Λομβάρδος καὶ ἕτερον μέλος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ὁ κ. Χριστόπουλος, καὶ ἕτερον μέλος τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου κόμματος, ἐκ δὲ τῶν ὑπερασπιζομένων τὴν πολιτικὴν τοῦ 1868 δὲν εἶχεν ὁμιλήσει εἰμὴ ἓν μέλος μόνον τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868, καὶ ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν πολιτικὴν τοῦ 1866 δὲν εἶχεν ὁμιλήσει εἰμὴ ἓν μόνον μέλος, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑφισταμένου ὑπουργείου μόνον ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου βραχέα τινὰ εἶπε καὶ ἐγὼ ἐστευμένον ἔλαβον μέρος διὰ νὰ δώσω πέρας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· οὐχ ἧττον ἐξέστη αἴφνης ἡ πτέρυξ αὕτη καὶ ἐκραύγαζε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτι ἐπίεζεν αὐτὴν ἡ πλειοψηφία, ἥτις κεκμηκυῖα ἐπεθύμει πλέον τὸ πέρας τῆς συζητήσεως. Αἰωνίως προβάλλουσι τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, τὸ Σύνταγμα· ἡ δὲ πλειοψηφία ἀμέσως ὑπεχώρησε καὶ ἡ συζήτησις ἀνεβλήθη καὶ ἐπανελήφθη σήμερον· ὁ σκοπὸς τῆς ἀναβολῆς ταύτης καὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τὴν σήμερον δὲν ἦτον ἄλλος παρὰ ἵνα ἀναβῇ τὸ βῆμα ὁ κ. Μίλησης. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑπέλαβον ἀνάξια τοῦ χθεσινοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον ἡ μειοψηφία ἔκαμεν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μέχρι τέλους ὁ κ. Μίλησης σᾶς εἶπεν. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ ἀκούσῃ μίαν ἀτομικὴν προσβολὴν, ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἐρμιονίδος προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθεῖσαν· ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ διὰ σήμερον ἡ χθεσινὴ συζήτησις, διὰ νὰ ἐκτοξεύσῃ ὁ κ. Μίλησης μίαν ὅλην αἰτίασιν κατ’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτον ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τὴν σήμερον διὰ νὰ ἀκούσωμεν ξηρὰν καὶ ἄγονον ἐπανάληψιν τῆς ἀφηγήσεως τῆς ἱστορίας τοῦ 1866, τοῦ 1867 καὶ 1868, τὴν ὁποίαν μετ’ εὐφραδείας πολὺ μεγαλειτέρας τῆς τοῦ ἐξ Ἐρμιονίδος βουλευτοῦ, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Ζακύνθου καὶ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 σᾶς ἔκαμον ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Μίληση μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχε τὸν σκοπόν της ἡ μειοψηφία κραυγάζουσα χθὲς καὶ ζητοῦσα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τὴν σήμερον, διότι ὁ ἀγορεύσας ἐν ὀνόματι αὐτῆς σήμερον ἠθέλησε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἠκούσατε. Εὑρίσκει ψυχρὰν τὴν ἀφήγησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει σύμφωνον μὲ τὴν ἔκφρασιν τοῦ πάθους, τὸ ὁποῖον εὗρεν εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως τῆς Δανιμαρκίας. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἐρμιονίδος ἀγνοεῖ, ὡς φαίνεται, τὰ ἐν Δανιμαρκίᾳ διατρέξαντα καὶ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν λαὸν τῆς Δανιμαρκίας· ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανιμαρκίας ὑπέστη πόλεμον καταστρεπτικὸν εἰς τὴν χώραν του, πόλεμον ὁ ὁποῖος ἐπήνεγκε τὴν ἀποκοπὴν δύο μεγάλων τμημάτων τοῦ Βασιλείου ἐκείνου, τῶν δουκάτων τοῦ Σλέσβικ καὶ Ὁλστάϊν, τὰ ὁποῖα νομίμως καὶ κατὰ τὰς συνθήκας ἀπετέλουν μέρος τοῦ κράτους του. Ἀλλ’ ἡ Κρήτη, ἡ προσφιλὴς αὕτη ἀδελφὴ τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῆς ὁποίας εἰσὶ πάντοτε θερμοὶ καὶ ζωηροὶ οἱ πόθοι ἡμῶν, ἀποτελεῖ μέρος ἀναπόσπαστον τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας δυνάμει συνθηκῶν, καὶ ἠδύνατο ὁ ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐθλίβη, διότι ἐχάσαμεν τὴν Κρήτην; Κύριοι, μὴ ἔρχεσθε νὰ ἀποπλανᾶτε τὸ δημόσιον φρόνημα, διότι βλάπτετε τὸν τόπον τοῦτον καὶ τὸν ὠθεῖτε εἰς πράξεις, αἵτινες ἀπολήγουν εἰς βλάβην του (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἡ διακήρυξις δὲν καθιέρωσεν, εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἐρμιονίδος, γενικὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀλλ’ ἐγένετο μόνον διὰ τὴν εἰδικὴν περίστασιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν Κρήτην. Ἂς ἀπαντήσω· προσχωρήσαντες εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς Συνόδου, ἐσκοποῦμεν καὶ ἀπόφασιν εἴχομεν καὶ ἔχομεν νὰ παραδεχθῶμεν ἀρχὰς γενικάς, ἀφορώσας καὶ κανονιζούσας ὅλον τὸ μέλλον. Εἴμεθα πολιτικῆς εἰλικρινοῦς καὶ τιμίας καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπατήσωμεν τὴν Εὐρώπην· αὐτὸ τὸ ὁποῖον σήμερον προτείνετε, ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου καὶ τὴν προσχώρησιν ἡμῶν εἶναι ἀπάτη, δὲν εἶναι εἰλικρινές, εἶναι ἀνοικεία εἰς ἀνθρώπους κυβερνῶντας τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀπάτη, τὴν ὁποίαν ὁσάκις αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἠκολούθησαν, ἔβλαψαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐν Εὐρώπῃ μᾶς κατηγοροῦσιν ὡς ἀνθρώπους κακῆς πίστεως.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῦ ἀναφέρεται ἡ ἀπάτη;
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ διακήρυξις. (Ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τῶν δύω κανόνων, τῶν ἀναγραφέντων ὑπὸ τῆς διακηρύξεως τῆς Παρισινῆς Συνόδου ὡς ἑξῆς) «Ἡ Ἑλλὰς ὑπόσχεται νὰ μὴ ἐνισχύῃ καὶ νὰ μὴ ἀνέχηται εἰς τὸ μέλλον ά) νὰ ἐνεργῶνται ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου συσσωματώσεις καὶ διοργανώσεις στρατιωτικῶν σωμάτων, ὅπως ταῦτα ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν ὅμορον χώραν πρὸς ἐνίσχυσιν ἐπαναστατικῶν ἐκεῖ κινημάτων· βʹ) νὰ ἐξέρχωνται τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων πλοῖα ἐφωπλισμένα, προωρισμένα ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον νὰ καταπλεύσωσιν εἰς τὴν ὅμορον χώραν πρὸς ἐνίσχυσιν ἐπαναστατικῶν ἐκεῖ κινημάτων.» Αὐτὴ εἶναι ἡ διακήρυξις τῆς συνόδου, εἰς τὴν ὁποίαν προσεκλήθημεν νὰ προσχωρήσωμεν· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν τὴν ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προσχωρήσωμεν μὲν εἰς τὴν διακήρυξιν, νὰ παραβῶμεν δ’ αὐτὴν κατόπιν καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν διατεινόμενοι, ὅτι προσεχωρήσαμεν εἰδικῶς διὰ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ὅτι ὅμως προσχωρήσαντες δὲν διανοούμεθα νὰ κανονίσωμεν τὸ μέλλον· ὅτι προσεχωρήσαμεν, ἀλλὰ δὲν ὑπεσχέθημεν· ὅτι ὑποσχεθέντες δὲν ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας. Ὑποθέτω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι ὁ μὲν προτείνας τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον δὲν ἠννόησε τὸ παράπαν τὴν διακήρυξιν τῆς συνόδου, ἡμεῖς δὲ δὲν ἐδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως πως ἢ ὡς ἐπράξαμεν· διότι ἢ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ὑπόσχεσιν, νὰ εἴπωμεν παῤῥησίᾳ, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν τὴν συναίνεσιν ἡμῶν εἰς τὰ ὑπὸ τῆς συνόδου ἀποφασισθέντα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὴν διακήρυξιν, ἢ δόντες τὴν ὑπόσχεσιν, προσχωρήσαντες, ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ἡμῶν, νὰ ἀποκρούσωμεν δὲ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μίλησης ἔδωκεν. Ἐξήγησις τοιαύτη, διαγωγὴ παραπλησία δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ εἰς τὰς κυβερνήσεις, οὐδ’ εἰς πολιτικὰ κόμματα, οὐδ’ εἰς ἄτομον, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, τὸ ἄτομον, ὅταν σᾶς δώσω τὸν λόγον μου, σᾶς ὑποσχεθῶ τι, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, οὐδὲ νὰ διανοοῦμαι ἔπειτα πῶς νὰ ἀθετήσω τὸν λόγον μου, τὴν ὑπόσχεσίν μου. Καὶ ὅταν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ λέγων, ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, ἐννοῶ, κύριοι, τινὰς ἐν Εὐρώπῃ δημοσιογράφους, διὰ δημοσιογραφικοῦ φύλλου ἐκδιδομένου εἰς Βιέννην, διεκήρυσσον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις διὰ τῆς ἐγκυκλίου, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς ἐν Εὐρώπῃ πρεσβευτὰς τοῦ Βασιλέως, ἐντειλαμένη νὰ κοινοποιήσωσιν αὐτὴν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν ἐξωτερικῶν τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων, αἵτινες ἀπετέλεσαν τὴν σύνοδον, καὶ εἰς τὰ μέλη αὐτὰ τῆς Παρισινῆς συνόδου, καὶ δι’ ἧς ἐξήγει ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐπὶ τῶν νομίμων δικαιωμάτων της στηριζομένη τὰς σκέψεις της ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῆς συνόδου ἀποφασισθέντων, τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἡ σύνοδος ἔπραξε παραλείψασα νὰ ἐξετάσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος προταθέντα νόμιμα δικαιώματά της, τοὺς νομίμους καὶ δικαίους πόθους τοῦ ἔθνους· ὅταν, λέγω, τὸ εἰρημένον δημοσιογραφικὸν φύλλον τῆς Βιέννης ἔγραφε, καὶ ἄλλαι τινὲς Εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες διέδιδον, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠννόει μὲ τὴν μίαν χεῖρα νὰ δώσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ὑπόσχεσιν καὶ μὲ τὴν ἄλλην νὰ ἀκυρώσῃ αὐτήν· ὅταν, λέγω, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπέδιδον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν τὴν προαίρεσιν, ἣν αὕτη δὲν εἶχεν, ἣν δ’ ἐσυμβούλευσε παρατόλμως ὁ προαγορεύσας, ἐγώ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τότε διὰ διακοινώσεως πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τοῦ Βασιλέως ἐν Εὐρώπῃ, ἐνταλθέντας νὰ πληροφορήσωσι τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ δώσω πλήρη καὶ τελείαν ἐξήγησιν τῆς ἐννοίας τῆς εἰρημένης ἐγκυκλίου μου καὶ νὰ ἀποκρούσω μομφὴν καὶ αἰτίασιν ἄδικον, πρόσαψιν μὴ ἁρμόζουσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μηδὲ εἰς ὑπουργοὺς ἔθνους, μηδὲ εἰς ἄτομα ἔχοντα ἔντιμον ὕπαρξιν. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὴν διακοίνωσίν μου ἐκείνην, διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔγραψα πρὸς τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ νόημα εἰπέτε μας.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νόημα θέλω σᾶς ἐξηγήσει ἀμέσως. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν ν’ ἀναγνώσω τὴν διακοίνωσίν μου, τὴν ἐπισταλεῖσαν συγχρόνως μὲ τὸ ἔγγραφον τῆς προσχωρήσεως, καὶ δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς τῆς Τεργέστης καὶ εἴς τινας ἔτι τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδων;
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ἓν ἔγγραφόν σας ἐλέγετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπογραφὴ δὲν παραβλάπτει τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος διόλου.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ θὰ σᾶς ἐξηγήσω τώρα.
§99Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν πόλεμον......
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Πετσάλη, ὁ κ. ὑπουργὸς γνωρίζει καλλίτερον τὴν ἀλήθειαν, ἀφήσατε τὰς διακοπάς.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ὑπέγραφον τὴν προσχώρησιν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου, δὲν ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι βάλλω ὑπογραφὴν καταστρέφουσαν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐμελέτησα ἀκριβῶς τὰ συμπεράσματα τῆς διακοινώσεως, τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔμελλον νὰ ἀναγνωρίσω, καὶ τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν ὑπεσχόμην καὶ ἐγνώριζον κατὰ τί αὗται ἀντέκειντο εἰς τοὺς πόθους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔβλεπον ἀντίθεσίν τινα τοιαύτην προφανῆ, ἀλλὰ μελετῶν τὰς ἀρχὰς ταύτας καὶ παραβάλλων αὐτὰς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, δὲν εἶχον κανένα δισταγμόν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ὑπὸ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν ἀναγραφείσας· εἷς μόνος δισταγμὸς μοὶ ἔμενε καὶ θέλω σᾶς ἐξηγήσει αὐτόν. Καὶ ὅτι μὲν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς καμμίαν ἐπικράτειαν ἐν εἰρήνῃ διατελοῦσαν πρὸς ἄλλην, μὴ εὑρισκομένην ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει πρὸς ἄλλην, νὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ σχηματίζωνται καὶ διοργανώνωνται καὶ συσσωματῶνται ἔνοπλοι συσσωματώσεις πρὸς προσβολὴν τῆς ἄλλης ἐπικρατείας, ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω· διότι οὐδεὶς συγγραφεὺς ἀληθοῦς δικαίου ἔχει ἐναντίαν γνώμην· εἶναι ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, οὐδεὶς δ’ ἀμφισβήτησεν. Ἠδυνάμην λοιπὸν ἐγὼ νὰ διαμφισβητήσω ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθόν; Ἐδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀλήθειαν τῆς ἐπιστήμης, ἀδιαφοροῦμεν ἂν σεῖς φρονῆτε τὰ ἐναντία, ἡμεῖς ἔχομεν ἐναντία φρονήματα; Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ πρώτη τῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὰς ὁποίας ἡ Παρισινὴ Σύνοδος διὰ τῆς διακηρύξεώς της ἀνέγραψε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις προσκληθεῖσα ἀνεγνώρισεν. Ἡ δευτέρα ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ὑπόσχεται ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἀνεχθῇ οὐδὲ νὰ ἐνεργῇ ἵνα ἐφοπλίζωνται εἰς τοὺς λιμένας της πλοῖα, προωρισμένα νὰ βοηθήσωσιν ὑπὸ οἱονδήποτε λόγον ἀπόπειραν ἐπαναστατικὴν εἰς τὴν ἄλλην ἐπικράτειαν, ἐν ὅσῳ διατελεῖ ἐν εἰρήνῃ πρὸς αὐτὴν καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐμπόλεμον. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσι καὶ τοῦτο ὡς ὑποχρέωσιν τῶν ἐθνῶν τῶν μὴ εἰς κατάστασιν πολέμου πρὸς ἄλλο ἔθνος εὑρισκομένων· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς, τί ἐννοεῖ ἡ σύνοδος διὰ τοῦ ὅρου «ἐφοπλισμὸς πλοίων», ἓν πυροβόλον ἢ τριάκοντα πυροβόλα εἶναι ἐφοπλισμός; Παρ’ ἡμῖν δὲ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κατὰ τὸ 1836 ἐκδεδομένου διατάγματος περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται πᾶν πλοῖον ἐμπορικὸν νὰ ἔχῃ ὅπλα. Καὶ ἂν ἓν πλοῖον ἑλληνικὸν ἐμπορικὸν τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν ἢ ἄλλου τινὸς ἑλληνικοῦ λιμένος ἀναχωρήσῃ ἐκ τοῦ λιμένος τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου καὶ ὑπάγῃ εἰς χώραν ἐπαναστατημένην τῆς ἄλλης ἐπικρατείας ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, ἡ ἀναχώρησις τοῦ πλοίου αὐτοῦ ἀποτελεῖ παράβασιν τῆς ἀρχῆς ταύτης; Ἰδοὺ ὁ δισταγμός, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα ὅτι εἶχον, δισταγμὸς προερχόμενος ἐκ τοῦ γενικοῦ καὶ ἀπροσδιορίστου ὅρου «ἐφοπλισμός», ὅστις δὲν δύναται κατ’ ἐμὲ νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι σημαίνει τὸν κοινὸν ἐφοπλισμόν. Ὁ προσδιορισμὸς λοιπὸν ἀκριβῶς τοῦ εἴδους τοῦ ἐφοπλισμοῦ τῶν πλοίων εἶναι ἡ μόνη ἀμφιβολία, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξηγήσεως καὶ τῆς σαφοῦς ἑρμηνείας τοῦ ὅρου τούτου, ὑπέλαβον ὅτι δίδων τὴν ὑπόσχεσιν νὰ τηρήσω καὶ τὴν δευτέραν ταύτην ἀρχὴν τῆς Παρισιανῆς Συνόδου, δὲν παραβλάπτω τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐλπίζω ὅτι οὐδέποτε θέλει δοθῇ εἰς τὸν ἀσαφῆ τοῦτον ὅρον ἔννοια ἀντικειμένη εἰς τὴν νομοθεσίαν, ὡς εἶπον, τῆς πατρίδος μας, οὔτε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπὸ ἐμπορικῶν πλοίων, φερόντων τὸν συνήθη εἰς αὐτὰ ὁπλισμόν, ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ γενομένη ποτὲ εἴτε ἕνεκα κερδοσκοπίας, εἴτε ἕνεκα ἄλλου τινὸς λόγου παραπλησίου, ἐπιχείρησις νὰ θεωρηθῇ ὡς γενομένη κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων τῆς οὐδετερότητος. Λοιπὸν πεποιθότως ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἡ ὑπὸ τῆς Συνόδου ἐν τῇ διακηρύξει της γενομένη ἐστηρίζετο ἐπὶ ἐπιστημονικῆς ἀληθείας, ἦτον ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, καθότι ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἡ ἰδία ἔδιδεν εἰς τήρησιν ἀρχῆς ἀνεγνωρισμένης, ἦτον ὀρθή.
§102Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τῆς Ἀλαβάμας.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ τήρησις τῶν ἀρχῶν τούτων, λέγουσι, βλάπτει τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν φρονῶ οὕτω, ὄχι διότι δὲν ἔχω πολιτικὸν πρόγραμμα, ὡς ἄτομον, τὴν ὑποκίνησιν τῶν ἐπαναστάσεων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ἑλληνικαῖς χώραις πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν δὲν ἐμποδίζουσι τὸ παράπαν οὐδὲ αἱ ὑπὸ τῆς Παρισιανῆς Συνόδου ἐν τῇ διακηρύξει της ἀναγραφεῖσαι ἀρχαί, οὐδὲ ἡ ὑπόσχεσις τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν ἀρχῶν τούτων, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις διὰ τῆς προσχωρήσεως εἰς τὴν διακήρυξιν ταύτην ἔδωκεν. Ἕκαστον ἄτομον, πᾶς πολίτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ μεταβαίνῃ ὅπου ἂν θέλῃ, εἴτε ἵνα ἐνισχύσῃ, εἴτε ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν καταστολὴν ἐπαναστάσεώς τινος, ἡ δὲ κυβέρνησις δὲν ἀνέγραψε διὰ τῆς προσχωρήσεώς της ὑποχρέωσιν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν. Ἰδοὺ διατὶ ἔγραψα ἔν τινι ἐγγράφῳ, οὗ σήμερον ὁ διακόψας με βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐμνήσθη, ἔγραψα, λέγω, ὅτι ἡ προσχώρησις ἡμῶν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισιανῆς Συνόδου δὲν βλάπτει τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς εἶπεν ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης προχθές, καὶ ἐγὼ παρέλειψα νὰ ἀπαντήσω χθὲς ἀγορεύων, ἐπανέλαβε δ’ ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς σήμερον, ὅτι διὰ τῆς προσχωρήσεως ἡμῶν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισιανῆς Συνόδου παρεδέχθημεν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκία κατὰ τὸ 1832 ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ μακαρίτης Πάλμερστων εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Εὐρώπη, οὐδ’ εὐλόγως ἀπαιτεῖ ἡ Τουρκία· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Θέλω σᾶς ἀναμνήσει τί ἀπήτησεν ἡ Τουρκία τότε, τί δ’ ἀπήντησεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Τουρκίας ἡ Εὐρώπη, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν διαφορὰν τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Ἡ Τουρκία ἐζήτησε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐσχημάτιζε τὸ ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ προσδιορίσῃ συγχρόνως τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ διατηρῇ· νὰ μὴν ἐπιτραπῇ δ’ εἰς τὸ ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ διατηρῇ στρατὸν ξηρᾶς ἢ θαλάσσης ἀνώτερον τοῦ προσδιορισθησομένου τούτου ἀριθμοῦ· π. χ. ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν διοίκησιν τῆς ἐπικρατείας 5,000 στρατοῦ, ἡ Τουρκία ἀπήτησε νὰ μὴν ἠμπορῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ διατηρῇ στρατὸν 6,000, διότι ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας. Ἡ Εὐρώπη ἀπήντησεν, (Ἀναγινώσκει τὸ πρωτόκολλον τῆς 18|30 Αὐγούστου 1832 τῆς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας γενομένης συνδιαλέξεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων τριῶν ἐγγυητριῶν δυνάμεων.) ὅτι «τὸ δικαίωμα τοῦ διατηρεῖν δυνάμεις τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν εἶναι ἐκ τῶν ἀναφαιρέτων δικαίων παντὸς ἀνεξαρτήτου κράτους· ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἅπαντα τὰ μετ’ αὐτῆς συνεχόμενα δικαιώματα καθιερώθησαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Πύλη παρεδέχθη πληρέστατα τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, καὶ ἑπομένως οὔτε αἱ ὑπογράψασαι αὐτὸ Αὐλαί, οὔτε ἡ παραδεχθεῖσα αὐτὸ Ὀθωμανικὴ Πύλη δύνανται σήμερον, ἄνευ παραβιάσεως τῶν συμφωνηθέντων, νὰ περιορίσωσιν ἓν τῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ πρωτοκόλλου χορηγουμένων εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαιωμάτων καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν». Ἡ Εὐρώπη ἑπομένως εἶπε, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασίν σου, ἵνα ὑποχρεώσω τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ προσδιωρισμένον ἀριθμὸν στρατοῦ καὶ στόλου. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἡ τελευταία Παρισιανὴ σύνοδος ὡς ἀρχὴν τοῦ διεθνοῦς δικαίου; Ἡ Τουρκία προσέτι ἀπήτησε τότε παρὰ τῇ Εὐρώπῃ, ἵνα τὸ σχηματιζόμενον Ἑλληνικὸν βασίλειον κηρυχθῇ ὑποχρεωμένον, ὥστε, ὁπόταν εἰς τὸ μέλλον κηρυχθῇ πόλεμος μεταξὺ Τουρκίας καὶ ἄλλης τινὸς ἐπικρατείας, ἢ ἄλλης χώρας, ἢ λαοῦ τινος, νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ μέρος ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον· καὶ ἡ Εὐρώπη ἀπήντησεν (Ἀναγινώσκει ὡσαύτως τεμάχιον τοῦ εἰρημένου πρωτοκόλλου τῆς 18|30 Αὐγούστου 1832 τῆς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας συνδιασκέψεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν δυνάμεων), ὅτι «τὸ δικαίωμα τοῦ κατατάττεσθαι μετά τινος μερίδος ἐπὶ παντὸς μεταξὺ τρίτων δυνάμεων ἀναφαινομένου πολέμου εἶναι ὡσαύτως ἀναφαίρετον προσὸν τῆς ἀνεξαρτησίας παντὸς κράτους, ἐκτὸς ἂν τὸ κράτος τοῦτο ὠργανίσθη καὶ ἐκηρύχθη διὰ παντὸς οὐδέτερον. Ὅθεν μὴ χαίρουσα τὸ πλεονέκτημα διαρκοῦς οὐδετερότητος δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποβληθῇ νομίμως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοιαύτης καταστάσεως.» Ἡ Εὐρώπη λοιπὸν ἀπήντησεν ὅτι, ὅταν ἐσχημάτισα τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον ἀνεξάρτητον, ἐννοεῖται ὅτι ἀπέδωκα εἰς αὐτὸ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἓν ἀνεξάρτητον κράτος, καὶ ἐπειδὴ ἓν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀνεξάρτητον κράτος, εἶναι καὶ τὸ νὰ δύναται νὰ κηρύττῃ, ὁπόταν θέλῃ, τὸν πόλεμον, δὲν δύναμαι ἐγὼ τώρα, ἀφοῦ καὶ ἡ ἰδία παρεδέχθην τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, νὰ εἴπω εἰς αὐτὴν, ὅτι σοῦ ἀφαιρῶ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃς πόλεμον, νὰ συμμαχήσῃς ἐπισήμως μὲ κράτος, ἢ μὲ χώραν, ἢ μὲ λαὸν διατελοῦντα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν κατὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ εἶναι τὸ ἴδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐζήτησαν διὰ διακηρύξεως τῆς Παρισιανῆς συνόδου, καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παρεδέχθημεν διὰ τῆς εἰς τὴν εἰρημένην διακήρυξιν προχωρήσεώς μας; Εἰς τὴν κρίσιν, τὴν εὐσυνείδητον καὶ πεφωτισμένην γνώμην ὑμῶν ἀναφέρομαι, ἵνα ἀποφανθῆτε ἂν τοῦτο εἶναι τὸ αὐτὸ, ἢ ἂν εὑρίσκετε μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὁμοιότητά τινα.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ, ἂν ἐπιτρέπετε, νὰ σᾶς κάμω. Πρῶτον εἶμαι κύριος νὰ ἐκτιμήσω... (θόρυβος), ἀλλὰ λέγων ταῦτα ἐννοῶ ὅτι ἐτήρησα μίαν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ μεμφθῶ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου.
§105Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὸν Κύριον Μίλησην.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, δὲν λέγω ὄχι.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ χθὲς σᾶς παρέστησα, ὅτι ἡ μειοψηφία δὲν ἐξέφρασεν ἀκριβῶς καὶ ἀκριβῶς ὀρθὸν φρόνημα, προτείνασα νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἄλγος της, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως εὑρέθη ἠναγκασμένη νὰ παραδεχθῇ τὰς ἀρχὰς τῆς συνόδου καὶ δώσῃ ὑπόσχεσιν, ἵνα τηρήσῃ αὐτάς. Σᾶς εἶπον χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄλγος δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν, διότι παρεδέχθημεν τὰς ἀρχὰς ταύτας· ἔχομεν ἄλλας ἀφορμὰς νὰ αἰσθανθῶμεν καὶ ἐκφράσωμεν ἄλγος καὶ αὐτὰς τὰς ἀνέπτυξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὰς ἀποτελεσάσας τὴν Παρισιανὴν σύνοδον δυνάμεις διὰ διακοινώσεως. Ἰδοὺ αἱ ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἔθλιψαν τῷ ὄντι τὴν καρδίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔθλιψαν τὰς καρδίας τῶν Ἑλλήνων. Αἱ ἀφορμαὶ εἶναι, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἡ ὁποία ἔστειλεν ἀντιπροσώπους εἰς εὐρωπαϊκὴν σύνοδον, δὲν εὐηρεστήθη νὰ θέσῃ ἐν ἴσῃ κἄν μοίρᾳ τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐνῷ ἡ Σύνοδος ἐκαλεῖτο νὰ δικάσῃ ὡς Ἄρειος Πάγος ἐπὶ Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς. Δυστυχῶς κατὰ τοῦτο ἠδικήθη ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη νὰ λάβῃ μέρος μὲ ψῆφον συμβουλευτικήν. Τὴν θλίψιν ταύτην ἀνεκοίνωσεν ἡ κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἐν τῇ συνόδῳ ἀντιπροσώπους τῶν δυνάμεων. Εἶχεν ἀφορμὰς νὰ θρηνῇ, ὅταν εἶδε τὸν Ἄγγλον τὸ γένος ὀθωμανὸν ναύαρχον νὰ ἔλθῃ ν’ ἀθετήσῃ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, καὶ ν’ ἀποκλείσῃ λιμένα Ἑλληνικὸν, καὶ τοῦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχε κἄν κηρυχθῆ ἔτι ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις διεκοίνωσε καὶ τὴν θλῖψιν της ταύτην διὰ τοῦ προγράμματός της πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ διὰ διακοινώσεώς της πρὸς τοὺς ἐν τῇ συνόδῳ ἀντιπροσώπους τῆς Εὐρώπης· ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσῃ ἄλγος διὰ τὴν παραδοχὴν τῶν ἀρχῶν τῆς συνόδου. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι, ἂν, κύριοι, δὲν παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἠξεύρετε τί κάμνετε; καταστρέφετε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆτε εὐθύνην παρὰ τῶν ὑπουργῶν, εὐθύνην κοινοβουλευτικὴν καὶ δικαστικὴν, παραιτεῖσθε δικαιώματος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μεταχειρισθῆτε, διότι δὲν ἔχετε κανένα ἄλλο δικαίωμα νὰ ἐξασκήσετε. Μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος σᾶς εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ζητήσητε κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, τὸ δικαίωμα ὑμῶν, κύριοι, νὰ ζητήσητε δικαστικὴν εὐθύνην, νὰ κατηγορήσητε, μένει ἀργὸν, διότι ἡ νομοθεσία δὲν προβλέπει ποινὰς καὶ τὸ δικαστήριον δὲν ἔχει ποινὴν νὰ ἐφαρμόσῃ. Καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ ἡ δικαστικὴ εὐθύνη ἔχουν ἕνα λόγον καὶ ἕνα σκοπόν. Ὁ Ἡγεμὼν ἵσταται εἰς ὑψηλὸν σημεῖον, ἄνω πάσης ἄλλης ἐξουσίας, συμπράττων μετὰ τοῦ σώματος τοῦ ἐξασκοῦντος μετ’ Αὐτοῦ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπισκοπῶν τὴν ἄλλην ἐνέργειαν τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Οἱ ὑπουργοὶ, οἵτινες εἶναι ὄργανα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνδέχεται νὰ παραβλάπτωσι διὰ τῆς πολιτείας των συμφέροντα τοῦ κράτους· πῶς μέλλει νὰ πληροφορηθῇ ὁ Ἡγεμὼν τὸ πρᾶγμα τοῦτο; ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐφημερίδων ἢ ἐκ τῶν ἐκφράσεων τοῦ κοινοῦ; ἀλλὰ καὶ αὗται καὶ ἐκεῖνο εἴτε ἐκ συμπαθείας πρὸς τὰ κόμματα, εἴτε ἐκ διαφορᾶς πεποιθήσεων διχογνωμοῦσι· τίνα δὲ τῶν διαφόρων γνωμῶν νὰ παραδεχθῇ ὡς ἀληθῆ; Πῶς, παραδεχόμενος τὴν μίαν τούτων δὲν θέλει θεωρηθῆ ὡς μεροληπτῶν; Λοιπὸν μία ὑπάρχει ἡ νόμιμος ἔκφρασις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, ἡ γινομένη ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας, ἥτις εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Βασιλέα· Βασιλεῦ, οἱ ὑπουργοί σου δὲν ὑπηρετοῦσι πρὸς τὸ κοινὸν καλόν· καὶ ἰδοὺ ἡ ἔκφρασις τῆς δυσπιστίας πρὸς τοὺς ὑπουργούς. Καὶ ὁ Βασιλεὺς εἴτε ἀκολουθεῖ τὴν ἔκφρασιν ταύτην καὶ ῥίπτει τὸ ὑπουργεῖόν του, εἴτε δὲν ἐγκρίνει τὴν ἔκφρασιν ταύτην, καὶ φέρει τὴν διάλυσιν τοῦ κοινοβουλίου. Ἰδοὺ ἡ περίστασις τῆς ἀσκήσεως ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν κοινοβουλευτικῆς λεγομένης εὐθύνης. Ἀλλὰ σήμερον οὔτε ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866, οὔτε ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867, οὔτε ἡ πολιτικὴ τοῦ 1868 εἶναι εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους· ὑπάρχει λοιπὸν ἀφορμὴ νὰ ἐκφράσητε ἐμπιστοσύνην ἢ δυσπιστίαν πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τῶν κυβερνήσεων; Ἠννόουν τὴν μομφὴν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσητε ταύτην πρὸς ἡμᾶς τοὺς νῦν διαχειριζομένους τὰ κοινά.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀντιλέγομεν, εἶσθε ἐν πλήρει ἀσκήσει τοῦ δικαιώματός σας, πράττοντες τοῦτο· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑπουργείου παρελθόντος. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, τί βλάπτει νὰ ἐκφράσωμεν μίαν μομφὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν τούτων, κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων; Ἰδού· ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος, περὶ μικρᾶς τινος βλάβης τῆς ἐπικρατείας, περὶ μικρᾶς τινος ζημίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, περὶ ἐλαχίστης τινὸς ἀθετήσεως νόμου τινὸς, ἠδύνατο τοιαύτη μομφὴ νὰ θεωρηθῇ ἀρκοῦσα πρὸς δυσφημισμὸν τῶν ὑπευθύνων· ἀλλὰ ἀγορεύσαντες ὑμεῖς διϊσχυρίσθητε, ὅτι ἡ πολιτικὴ πορεία ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς περιήγαγε τὴν χώραν εἰς τὴν κατάστασιν νὰ ἴδῃ ἱερὰ δικαιώματα παρορώμενα ἐπισήμως, ἔφερε τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, διεχειρίσθη κακῶς τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πρὸς ὡρισμένον ἱερὸν σκοπὸν, ἠθέτησε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, κατέστρεψε τὰς βάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, παρεβίασε τὸ σέβας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν· καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε καθῆκον ἄλλο μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον παραλείπετε, περιοριζόμενοι εἰς τοῦτο καὶ μόνον, τὴν ἔκφρασιν ἁπλῆς μομφῆς; Καὶ ἐκφράζοντες τὴν ἁπλῆν μομφὴν, τί κερδαίνετε; Οὐδὲν κερδαίνετε εἰμὴ μόνον νὰ προκαλέσητε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, νὰ διαθέσητε τὸ δημόσιον πνεῦμα ὑπὲρ τούτου ἢ κατ’ ἐκείνου· οὐδὲ πρόκειται νὰ ἐνδείξετε ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ βασιλέως ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὴν διοίκησιν· ὁ βασιλεὺς ἀφῄρεσεν αὐτὴν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ 1868 καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς. Ἢ νομίζετε ὅτι κατορθώνετε νὰ δεσμεύσητε τὸ μέλλον ἐνδεικνύοντες εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν πρέπει νὰ μεταδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὰ ἄτομα τοῦ 1868; τὸ μέλλον αὐτὸ θέλουσι κανονίσει αἱ περιστάσεις, αἵτινες θέλουσιν ἐπικρατεῖ, ὅταν τὸ μέλλον ἐπέλθῃ, αἱ ἐκφράσεις τοῦ κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον θέλει ὑπάρχει, ὅταν τὸ μέλλον ἐπέλθῃ καὶ ὅταν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι παρουσιασθῶσιν. Καὶ ἐὰν, ἐνῷ ὑμεῖς σήμερον ἐκφέρετε τὴν μομφὴν ταύτην, μετ’ ὀλίγους μῆνας τὰ ἄτομα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868, δυνηθῶσι νὰ εὐτυχήσωσιν, ὥστε ν’ ἀποκτήσωσι τὴν γνώμην τοῦ κοινοβουλίου ὑπὲρ αὐτῶν, νομίζετε ὅτι ὁ ἡγεμὼν ὁ δεσμευμένος σήμερον ἐκ τῆς μομφῆς ὑμῶν, θέλει δεσμευθῆ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὸ κοινοβούλιον τότε θέλει ἐκφράσει; Ἀλλὰ, σᾶς εἶπον ἀκόμη οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν τροπολογίαν τῆς μειοψηφίας, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγκατέλιπε καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἡ μειοψηφία σκοπεῖ διὰ τῆς παραγράφου τρίτης τῆς τροπολογίας της νὰ διερμηνεύσῃ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς ἔρχεται νὰ διασώσῃ αὐτὰ τὰ τιμαλφῆ συμφέροντα, τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἠφειδήσαμεν, τῶν ὁποίων ἡμεῖς ὠλιγωρήσαμεν, τὰ ὁποῖα ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παρεῖδε. Πῶς διασώζονται οἱ πόθοι; ἰδοὺ (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τῆς μειοψηφίας)· «Ἡ Ἑλλὰς πειθομένη ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἐκτιμῶσαι προσηκόντως τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέσιν τῶν Ἑλλήνων θέλουσιν ἐν τῷ μέλλοντι εὐμενέστερον κρίνει περὶ τῶν ἀπαραγράπτων δικαίων αὐτῆς.» Καὶ τί εἶπεν ἡ πλειοψηφία; «Πεποίθαμεν δὲ ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποδοχὴ τῆς ὁμοψήφου γνώμης τῶν Δυνάμεων τούτων ἐκτιμηθήσεται δεόντως ὑπ’ αὐτῶν καὶ καταστήσει αὐτὰς εἰς τὸ μέλλον εὐμενεῖς εἰς τὸν ἱερὸν πόθον τῶν Ἑλλήνων.» Ἐννοεῖτε τὴν διαφορὰν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπρότεινεν ἡ μειοψηφία; ἐὰν ᾖναι διαφορὰ, εἶναι διαφορὰ συντάξεως question de redaction. Δὲν εἶναι διαφορὰ ἐννοίας, δὲν κινδυνεύουσιν οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἀπειλοῦνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία συνέταξε δὲν εἶναι καλὰ γεγραμμένη, ἔλθετε νὰ εἴπητε, νὰ προτείνητε τὴν ζωηροτέραν ἢ τὴν ὀρθοτέραν ἔκφρασιν, ἀλλὰ μὴ λέγητε εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι κινδυνεύουσιν οἱ πόθοι μας, ὅτι καταστρέφονται τὰ συμφέροντά μας· αὐτὰ δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ἔκφρασις τοῦ φρονήματός σας. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος μολαταῦτα τί εἶπεν εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του; Ἀφοῦ πάλιν καὶ αὐτὸς ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ῥίψῃ βλέμμα ἐταστικὸν τῆς ἱστορίας τοῦ 1867 καὶ 1868, μετὰ τὴν ἱστορικήν του ἀφήγησιν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον πάλιν νὰ ῥίψῃ ἓν μικρὸν βέλος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ὅμως τὸν πατριωτισμὸν δὲν ἐδίστασε νὰ θαυμάσῃ. Δὲν ἔχω κανένα σκοπὸν νὰ ὑπερμαχήσω ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868. Ὅλοι ἡμεῖς καὶ ὅλοι ὅσοι εἶναι περὶ ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀκούουσι, καὶ ἴσως ὅλη ἡ Ἑλλὰς γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδέποτε ὑπερεμάχησα ὑπὲρ τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελεσάντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868· οὔτε δι’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπερμαχήσω ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, οὐδ’ ἐν τῷ μέλλοντι λέγω, ἐὰν πολιτευθῶσιν ὅπως μέχρι τοῦδε ἐπολιτεύθησαν, θέλω ὑπερμαχήσει ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο νομίζετε, ὅτι εἶχον δικαίωμα οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως νὰ ἔλθωσι νὰ σᾶς φέρωσι κρίσιν κατακρίνουσαν μίαν κυβέρνησιν προηγηθεῖσαν ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ; καὶ δὲν ἠθέλατε εἶσθε ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων σας; δὲν ἠθέλατε εἰπεῖ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς «κύριοι ὑπουργοὶ, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ὑμέτερον»; «σεῖς εἶσθε σύμβουλοι τοῦ στέμματος, ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ ὑποστηρίξητε, τὰς πράξεις σας, νὰ δώσητε εὐθύνας αὐτῶν, ὄχι διὰ νὰ φέρητε ψῆφον ἢ γνώμην περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ παρελθὸν τὸ δικάζω ἐγὼ ἡ Βουλὴ, σεῖς σιωπήσατε»; Ἠθέλησε λοιπὸν νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, διότι εἴμεθα πολὺ προσεκτικοὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων μας, διότι εἴμεθα πολὺ ἀκριβεῖς εἰς τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς; Ἀναγκάζομαι νὰ παύσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ παραλείψω ἱστορικὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος ἦλθε σήμερον ἐνταῦθα νὰ ἀπαγγείλῃ. Ἐσχηματίσθη ἓν ὑπουργεῖον, σᾶς εἶπεν, ὁμιλῶ περὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Ζαΐμη, ἓν ὑπουργεῖον μὴ κοινοβουλευτικόν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, κύριοι, εἶναι ἱστορικὸν σφάλμα. Ὁ βασιλεὺς, ὅταν ἐνόμισεν ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπέβαλλον Αὐτῷ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην Του ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἀπετάθη εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν τότε τὴν μειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἷς ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν μειοψηφίαν ἐκείνην ἀνέλαβε τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐσχημάτισε τὸ ὑπουργεῖόν του ἐκ πέντε μελῶν, ἁπάντων ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ τότε ὑπαρχούσης μειοψηφίας ληφθέντων, καὶ μόνος ἐγὼ προσελήφθην ἐν τῷ ὑπουργείῳ προσληφθεὶς ἀπὸ τὰς τριόδους· ὅλοι οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἦσαν βουλευταὶ τοῦ 1868, πολεμήσαντες τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν δὲν ἦτο μὴ κοινοβουλευτικὸν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐγεννήθη ἐξ αἰτίας κοινοβουλευτικῆς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος· ἦτο ὅμως καθ’ ὃν χρόνον ἐσχηματίσθη ὑπουργεῖον κοινοβουλευτικόν. Σᾶς εἶπεν ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ δύναμαι ὡσαύτως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές· ὡς βουλευτὴς, ἐξ ὧν ἔχω πληροφοριῶν, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω μάλιστα τὸ ἀντίθετον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Μίλησης σᾶς εἶπεν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι τοῦτο θέλει εὐχαριστήσει τὸν ἔντιμον φίλον μου Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ θέλει δώσει εἰς πάντας νὰ ἐννοήσωσι πόσον εἶμαι εἰλικρινὴς εἰς τὰς παραστάσεις μου Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις ἐσκίρτησεν ἐκ χαρᾶς, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουδούρου καὶ ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, καὶ ὅτι τὴν χαράν της τὴν ἐξέφεραν τὰ φύλλα τῆς δημοσιογραφίας, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὑφ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης ὡς γραφόμενα κατ’ εἰσήγησιν τῆς Γαλλικῆς κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ γαλλ. κυβέρνησις δὲν ἐξέφρασε καμμίαν χαρὰν, διότι ἔπεσεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἦλθεν ὁ Κ. Βούλγαρης· καὶ ἐὰν ἐδύναντο ἄτομα, ἔχοντα μέρος εἰς τὰ δημόσια πράγματα τῆς μεγάλης ἐκείνης αὐτοκρατορίας, ἐὰν ἐδύναντο νὰ ἔχωσιν αἴσθημά τι, νὰ δεχθῶσιν ἐντυπώσεις τινὰς ἐκ τῆς ὑπουργικῆς ἐκείνης μεταβολῆς τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας, ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν, δὲν ἦτο δυσμενὴς πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον. Ἔχω δύω αἰτιάσεις ἀκόμη· ἡ μία ἀπηυθύνθη κατ’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ, ἡ ἄλλη ὡς ἀτόμου. Ἡ αἰτίασις, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη κατ’ ἐμοῦ ὡς ἀτόμου ἦτον ὅτι ὁ μόνος τῶν πρέσβεων τοῦ Βασιλέως, τῶν ἀντιπροσωπευσάντων τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους κατὰ τὸ 1867, μόνος ἤμην ἐγὼ ὁ μὴ ἐπιτυχὼν, διότι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἐλάμβανε τὰς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης πληροφορίας ἀπὸ πάντα ἄλλον πλὴν ἐμοῦ. Δὲν μὲ ἀνησύχησεν ἡ κρίσις αὕτη τοῦ Κ. Μίληση, ὄχι διότι ἔχω νὰ ἀντιτάξω ἔγγραφα τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι τὸ ἀντίθετον φρόνημα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος ἐξέφρασεν, ὄχι διότι ἔχω ἐνδείξεις τῆς κυβερνήσεως παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἤμην διαπεπιστευμένος, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἶπεν, ἀλλὰ διότι ἐν γένει αἱ περὶ ἐμοῦ ὡς ἀτόμου κρίσεις τοῦ Κ. Μίληση δὲν μὲ ἀνησυχοῦν παντάπασιν. Ἀπαντῶ μόνον εἰς τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν κατ’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν θὰ καλέσω ὑμᾶς μάρτυρας· ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς εἶπε, προσεκλήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ διπλωματικὰ, ἀλλὰ δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦλθε μόνον νὰ ἀναγνώσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισε χρησιμεύοντα εἰς τοὺς σκοπούς του. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἂς μαρτυρήσωσιν ἐὰν δὲν ἦλθον τὴν ἐπιοῦσαν ἐδὼ, διότι δὲν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν ἡμέραν ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, ἐὰν δὲν ἦλθον λέγω ὡς εὐπειθέστατον ὄργανον νὰ σᾶς ζητήσω νὰ μοῦ ἐξηγήσητε ποῖα ἔγγραφα διπλωματικὰ ζητεῖτε, τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἢ καὶ τὰ ἀδημοσίευτα; καὶ σᾶς παρετήρησα καὶ ἐγὼ τότε ὅτι τὰ μὴ δημοσιευθέντα εἰσὶ τόσον πολλὰ, ὥστε βεβαίως δὲν θέλουσι σᾶς χρησιμεύσει, διότι δὲν εἴχετε οὐδὲ καιρὸν νὰ συναρμολογήσητε ταῦτα καὶ ἀναγνώσητε, κατὰ μείζονα δὲ λόγον νὰ κρίνητε ἐπ’ αὐτῶν· δὲν ἔμενον εἰμὴ δύο ἡμέραι μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ δὲ Βουλὴ πᾶσα εἶπεν· «ἡσυχάσατε, κύριε ὑπουργέ, δὲν θέλομεν τίποτε»· αὐτὸ μοὶ ἔλεγε τότε καὶ ὁ φίλος μου κ. Λομβάρδος καὶ ὅλοι. Ἐτελείωσα δι’ αὐτῶν τὸν λόγον μου.
§110ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά· ἐφωτίσθημεν, κύριε πρόεδρε.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§112ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἂς κάμωμεν μίαν διακοπήν.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἂς τελειώσωμεν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει διακοπήν. Πιστεύω ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. Λομβάρδου θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος.
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μπούμπουλης.
§116ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποχωρῶ ἀπέναντι τοῦ κ. Λομβάρδου.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον εἰς τὰ ὀλίγα λεπτά, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὁμιλήσω, ν’ ἀφήσῃ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς 3–4 ἡμέρας, νὰ διακόπτῃ ἀδιακόπως ἀπὸ τῆς ἕδρας του.
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἔχει τὸν λόγον, κ. πρόεδρε;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁρίστε, ἂς ἔλθῃ (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§121ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ παραχωρῶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον. (Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καταβαίνει πρὸς τὸ βῆμα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς, κ. Παπαμιχαλόπουλε, εἶναι ὁ κ. Μπούμπουλης.
§123ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Λομβάρδε.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συντόμως, καὶ πάλιν μοῦ ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Πρόεδρος. Μὴ νομίσετε, κύριοι, ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπέμεινα διὰ τὴν ἀναβολήν, διότι εἶχα σκοπὸν νὰ καθέξω τὸ βῆμα ἐπὶ πολύ· ἐπέμεινα διὰ τὴν ἀναβολὴν χθὲς τὸ ἑσπέρας, διότι, ἐὰν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα, ᾐσθανόμην τὸν ἑαυτόν μου λίαν τεταραγμένον καὶ ἐφοβήθην μήπως δὲν ἤθελον ἠμπορέσει νὰ τηρήσω ἐκεῖνα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ποτὲ δὲν παρέβην ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐπέμεινα λοιπὸν εἰς τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ εἴπω ἡσύχως τὰ δύο λόγια, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω σήμερον. Λυποῦμαι διότι καὶ ὁ σημερινὸς λόγος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν μὲ προσκαλεῖ εἰς τὰ δύο αὐτὰ λόγια νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα τέσσαρα. Ἀπεφάσισεν ἡ πλειοψηφία χθὲς νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, τὸ ἀπεφάσισε τὸ ὑπουργεῖον· ἀπὸ χθὲς τὴν πρωΐαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε, πρέπει νὰ τελειώσῃ σήμερον ἡ συζήτησις· τὸ ἑσπέρας τὰ αὐτὰ ἐπανέλαβε καὶ μετὰ κόπου πολλοῦ ἐπετύχομεν τὴν ἀναβολήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ αὔριον, ἤγουν σήμερον ἀφεύκτως, καὶ τώρα εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ πλάγι μου καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἀντικρύ μου, βγάζοντας καὶ τὸ ὡρολόγι του, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον αὐτῆς τῆς τακτικῆς τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς βοήθειαν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἀντιπολιτευόμενον κ. Ζαΐμην, νὰ τῷ ἐνθυμίσῃ τί σπουδαίας παρατηρήσεις καὶ δικαίως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, ὁσάκις ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰσήρχετο ἐντὸς τοῦ περιβόλου καὶ ἔλεγεν· ἀπαιτῶ, θέλω νὰ τελειώσωμεν.
§126ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὄχι ὅτι θέλετε συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αἰωνίως νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ ἴδια, καὶ καμμίαν νέαν ἰδέαν δὲν φέρετε. Αὐτὴ εἶναι πρόθεσις νὰ μὴ γίνῃ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ ἐναντίον τοιαύτης προθέσεως ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ μὴ γίνῃ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐνῷ ἐπίκειται κίνδυνος τὴν Δευτέραν νὰ μὴ γίνῃ ἀπαρτία. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον τὴν συζήτησιν τὴν ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὴν πολυλογίαν καὶ τὴν ταυτότητα, καὶ αἰωνίως νὰ ἐπαναλαμβάνητε τὰ ἴδια, διότι αὐτὰ εἶναι ξένα τῆς συζητήσεως.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν διαμαρτύρησιν τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀντιτάσσω τὴν ἐδικήν μου διαμαρτύρησιν ὡς βουλευτοῦ καὶ τοῦ λέγω· κανεὶς βουλευτὴς δὲν θὰ σοῦ ζητήσει τὴν ἄδειαν περὶ τοῦ τί θὰ εἴπῃ ἢ ὄχι, περὶ τοῦ πότε θὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἢ ὄχι. (Χειροκροτήματά τινα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου θόρυβος.)
§128ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν ὅσον θέλομεν (θόρυβος), θὰ ὁμιλήσω, θὰ ὁμιλήσω, θὰ ὁμιλήσω, θὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν θὰ μ’ ἐμποδίσῃ οὔτε ὁ πρωθυπουργός, οὔτε κανεὶς (θόρυβος)· θὰ ὁμιλήσωμεν ὁσάκις ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ δὲν θὰ πτοηθῶμεν ἀπὸ σᾶς (θόρυβος)· ἂν κάμητε σεῖς ἄλλον νόμον, μάλιστα.
§129ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι ἕνας· ὅστις ὅμως ἀναβαίνει τὸ βῆμα καὶ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τέτοιον τρόπον ἀλλάσσει φάσιν τὸ πρᾶγμα (θόρυβος).
§130ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ πρωθυπουργός..... (θόρυβος).
§131ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔδωκε καλὰ μαθήματα ὁ πρωθυπουργὸς πέρυσι· πρέπει νὰ ὁμιλῆτε μετὰ σεβασμοῦ περὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ.
§132ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο εἶναι τὸ ἄλλο.
§133ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐνθυμήθητέ το.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν, κύριοι· μὴ διακόπτετε.
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν χθὲς τὸ ἑσπέρας μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἀνέβαινα ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα περιορίζομαι σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ τὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθές. Διαπιστῶ ὅμως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασ. λόγον περιορίζεται, ἡ συζήτησις δὲν γίνεται μὲ τὴν εὐρύτητα ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνεται. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καταγγέλλω τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἀντεπροσώπευεν ἐκεῖ τὴν Ἑλλην. κυβέρνησιν τοῦ 1867, ὅστις πρεσβευτὴς παρὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867 διορισθεὶς, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα εἰς ὃ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀντεπροσώπευεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ὑπὲρ αὐτῆς εἰργάσθη, καὶ ὅστις παρῃτήθη οὐχὶ βέβαια διὰ τὴν παραίτησιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, παρῃτήθη ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος εὐθὺς μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἠσθάνθην, κύριοι, ἐντύπωσιν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς δι’ ἐμὲ φίλος μου, ἀλγεινὴν, ὅταν ἀφοῦ προηγουμένως εἶπεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ ἐξωτερικὰ, τὰ ἀποβλέποντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης, δὲν εἰμπορῶ νὰ τὰ φέρω, τὸν εἶδα ὅμως νὰ σκαλίσῃ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων τεμάχια τινὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλην. κυβερνήσεως τοῦ 1867 καὶ νὰ τὰ φέρῃ ἐδῶ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ, ὅπως ῥίψῃ δισταγμοὺς ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς περὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867.
§136ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚ. Ἐπιτρέπετε διακοπήν;
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι θέλετε.
§138ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚ. Δύο λέξεις. Παρῃτήθην κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1867 ὄχι διότι ἀντεπροσώπευον τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ 1867.....
§139ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἠξεύρω, ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκλεχθῆτε Βουλευτής.
§140ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἀλλὰ διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑπηρετήσω μὲ τὰ πρόσωπα ἅτινα ἀπετέλεσαν τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868, καὶ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει τὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνων. Δὲν παρέβην δὲ τὸ καθῆκόν μου ἀναγινώσκων ἔγγραφά τινα, οὐδὲ ἀνέμιξα αὐτὰ πρὸς πρόσωπα τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867. Ὄχι μόνον ἔγγραφα τοῦ ἐν Παρισίοις πρέσβεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν Πετρουπόλει μακαρίτου Μεταξᾶ. Δύο ἔγγραφα ἀνέφερον πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἦτο εὐμενὴς πρὸς τὴν Κρήτην κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1868. Τὸ χρεωστῶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ εἴπω διὰ νὰ διαφωτίσω τὰς ἀποφάσεις τοῦ σώματος.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅπως δήποτε εἰς ἐμὲ μοῦ μένει ἀείποτε κἄτι τι, καὶ εἶναι διάφορος ἡ ἐκτίμησις, ἣν κάμνει ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος· Ἐγὼ ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερ. καὶ ἤθελον βλέπει ἀντικρύ μου τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἢ μεθ’ ἧς συνειργάσθην ὡς πρέσβυς, ἤθελον ἔλθει εἰς μίαν κάποιαν συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῶσιν ἔγγραφα, ὡς τὸ ἔκαμα προχθὲς, καίτοι καθαρῶς ἀντιπολιτευόμενος τὸ ὑπουργεῖον· ὅταν ἔμελλον νὰ κάμωσι μίαν ἐπερώτησιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, τὸν προειδοποίησα.....
§142ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Τὸ εἶπον εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἰδέας του.
§143ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα αὐτὸ τὸ μικρὸν παράπονον, ὅπερ εἶχα. Θέλει ἡ πλειοψηφία νὰ παύσῃ καὶ πρέπει νὰ παύσωμεν, διότι θέλει ἡ πλειοψηφία καὶ διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν πρέπει νὰ μᾶς εἴπουν ὅ,τι εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅτι δὲν θέλομεν ἀπάντησιν πρὸς Β. λόγον, ὅπερ τὸ ἀποκρούω· καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ μίαν φράσιν, ἣν ἄλλοτε εἶχε μεταχειρισθῆ πρὸς ἐμὲ, καὶ νὰ τοῦ εἴπω, μὴ συκοφαντῆτε. Τὸ ἀποκρούω· ἡ ἔκφρασις προῆλθε βέβαια ἐκ τῆς συγχύσεως τοῦ κ. προέδρου, τώρα ὅμως ὅταν ἡσύχασεν ὀλίγον ἀπὸ τὸν θυμόν του, πιστεύω ὅτι θὰ μετενόησε δι’ αὐτήν. Ἀλλά, κύριοι, δώδεκα ὡρῶν συζήτησις ἢ δεκαπέντε τὸ πολὺ ἐπὶ ἀντικειμένου τοιούτου, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἱκανή; καὶ ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερ. ἦλθε χθὲς καὶ μᾶς ἐξέθεσε τὴν πολιτικὴν, ἣν σκοπεύει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ παροῦσα κυβέρνησις καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, μετὰ ταῦτα ἀπῄτησε νὰ κλείσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις καὶ μὲ κόπον συγκατετέθη νὰ παραταθῇ ὀλίγον ἡ συζήτησις, ἐνῷ ἡμεῖς πρεσβεύομεν πολιτικὴν ἀντίθετον ἐκείνης, ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ ν’ ἀντιπαρατάξωμεν τὰς παρατηρήσεις μας. Ἰδοὺ διὰ τὶ λέγω, ὅτι κλείεται πρόωρα ἡ συζήτησις καὶ παρεμποδίζεται ὁ λόγος. Ὑποκύπτομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας. Σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι κακῶς σκέπτονται ὅσοι ἀντιθέτως αὐτῷ σκέπτονται, ἀλλ’ ἡ μερίς μας καυχᾶται, ὅτι ἔχει τὴν ὑποστήριξίν της ἐν τῷ τόπῳ. Μᾶς εἶπεν ὅτι κακῶς σκέπτονται ἐκεῖνοι, ὅσοι θέλουν νὰ συγκρίνουν τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Πεδεμοντίου, καὶ ἐπὶ τῆς ἀξιώσεώς του ταύτης ἐμνήσθη καὶ τὰ προῤῥηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου Κ. Δεληγεώργη, ὅστις ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐνθυμεῖται καλῶς ὅ,τι ὅλος ὁ κόσμος ἐλησμόνησε καὶ λησμονεῖ ὅ,τι ὅλος ὁ κόσμος ἐνθυμεῖται· καθότι χθὲς ἐλάλησε περὶ τὰς 2½ ὥρας διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ 1866, τὴν ὁποίαν κανεὶς ἄλλος εἰμὴ μόνος ὁ Κ. Δεληγεώργης τὴν ἐνθυμεῖται, ἄφησε δὲ κατὰ μέρος καὶ τὰ 1868 καὶ τὰ 1869 καὶ οὔτε λέξιν περὶ αὐτῶν ἐπρόφερεν, ἐνῷ ζωντανὰ ὅλα εἶναι ἐνώπιόν μας, καὶ μόνος ὁ Κ. Δεληγεώργης τὰ ἐλησμόνησε. Βασιζόμενος λοιπὸν καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν· μὴ ζητῆτε νὰ κανονίζητε τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος καθ’ ὃν τρόπον ἐκανόνισεν ἄλλοτε τὴν ἰδικήν του τὸ Πεδεμόντιον· εἶναι σφάλμα· διότι τὸ Πεδεμόντιον εἶχεν ὑλικόν, εἶχεν ὅπλα, τὸ Πεδεμόντιον εἶχε στόλους, εἶχε συμμάχους. Ἐὰν ἀφίνατε νὰ ἐκταθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, εἴχομεν πολλὰ ν’ ἀντιτάξωμεν· μίαν μόνον παρατήρησιν κάμνω πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ Πεδεμόντιον εἶχε νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Αὐστρίας, τὸ Πεδεμόντιον εἶχε νὰ πολεμήσῃ κατὰ τόσων δυναστειῶν ἐντὸς τῆς Ἰταλίας, εἶχε νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς παντοκρατορίας τοῦ Πάπα.
§144Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἑρμηνεύετε τὸ φρόνημά μου.
§145ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰπέτε το.
§146Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶπον ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μὲ τὸ Πεδεμόντιον, καὶ ἐγὼ ἀνήρεσα τὴν παραβολήν. Δὲν ἐπικρίνω τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος διενοήθη ν’ ἀκολουθήσῃ, ἀλλ’ εἶπον μόνον, ὅτι ἐὰν ἡ Κρήτη ἀπέτυχε, νὰ μὴ νομίσῃτε ὅτι ἦτο συμβεβηκὸς ἔκτακτον· διότι πῶς ἐπέτυχε τὸ Πεδεμόντιον καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπέτυχε; τὸ Πεδεμόντιον δὲν εὑρίσκετο εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς παραβολῆς ταύτης δὲν διενοήθην νὰ ψέξω.........
§147ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, κ. Δηλιγιάννη, «ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ὅπως καὶ τὸ Πεδεμόντιον δὲν εἰμποροῦσε μόνη της νὰ ἄρῃ τὸν πόλεμον».
§148ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχομαι καὶ ἐπαναλέγω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνέβην τὸ βῆμα διὰ νὰ παραπονοῦμαι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ διατυπωθῶσιν αἱ βάσεις αἱ πολιτικαὶ, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν κρίσιν ἑκάστου ἡμῶν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ὁ τόπος ἔπειτα ἀπὸ μίαν ἐθνικὴν συμφορὰν, ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου κλείεται, καὶ κλείεται ἀποτόμως· εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐκφρασθῇ ποίαν πολιτικὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν θέλει ἀκολουθήσῃ, ἂν θέλῃ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην, ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ ᾖναι εὐρεῖα, ἀλλὰ τὴν κλείετε, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, λέγετε.
§149Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁμιλήσατε, κ. Λομβάρδε, ὅσον θέλετε περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§150ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁμιλήσατε σᾶς εἶπον καὶ σᾶς πέρυσι, καὶ καθήμεθα νὰ σᾶς ἀκούωμεν ἐδὼ, ὅσον θέλετε, μέχρι μεσονυκτίου· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἀρκεῖ αὐτὸς ὁ χρόνος τῶν δύο τριῶν ὡρῶν; δὲν ἀρκεῖ, καὶ ἡ εὐθύνη εἶναι ἰδική σας.
§151Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρατείνεται ἡ συζήτησις......
§152ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μέχρι μεσονυκτίου; Ἂς προβῶμεν εἰς ἄλλο. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἰς μίαν προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς κυβερνήσεως, καὶ εἶναι σωστόν. Δὲν πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ, εἴτε ἡ πλειοψηφία αὐτὴ ὡς τι αὐθύπαρκτον καὶ χωριστὸν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν πρόκειται νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά της ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον· οὐδὲν ἧττον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠθέλησε νὰ δείξῃ, ὅτι ἀλληλεγγύη τῆς κυβερνήσεως ταύτης μετὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐνυπάρχει καὶ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ ἡ πλειοψηφία, καὶ ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἴπῃ, τοῦτο νὰ τὸ παραδεχθῆτε, ἐκεῖνο νὰ τὸ ἀποῤῥίψετε· καὶ δὶς ἢ τρὶς ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τῆς τροπολογίας τῆς προταθείσης ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀποκρούει τὸν ά. παράγραφον τῆς μειοψηφίας διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπε· δὲν θέλω νὰ τοὺς ἐπαναφέρω· νομίζω ὅτι δὲν ἤθελε, δὲν τὸν ἐσύμφερε νὰ εἰσδύσῃ καλὰ εἰς τὸ ζήτημα, νὰ τὸ θέσῃ καθαρὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου παραγράφου εἶναι αὕτη, ὅτι διὰ τοῦ παραγράφου τῆς πλειοψηφίας ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ πρωτοκόλλου ἐβασίζετο εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου, ἡ δὲ μειοψηφία χωρὶς νὰ ἐπικρίνῃ σᾶς διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου δὲν ἀποφαίνεται, ἐὰν καλὴ ἢ κακὴ ἦτο ἡ παραδοχὴ, ἐὰν ἐβασίζετο ἢ ὄχι εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου Ὅτι τοῦτο ἦτο κατὰ τὴν γνώμην σας τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου καὶ διὰ τοῦτο σεῖς ὑπεγράψατε τὸ πρωτόκολλον δὲν σᾶς κατακρίνω, διότι ἠναγκάσθητε νὰ τὸ πράξητε διὰ νὰ ἀπομακρύνητε τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ μὴ ἐκφράσῃ ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασ. λόγον τὴν ἐκτίμησιν αὑτῆς περὶ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ μὴ εἴπῃ τὴν ἰδέαν της ἐπ’ αὐτοῦ ἀπαντῶσα πρὸς τὴν κυβέρνησιν, μὴ τοῦτο θέλει νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶνε καλῶς ἔγεινε, διότι αὐτὸ ἀπῄτουν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; δὲν θέλει δὲ, καθὼς παρετηρήθη χθὲς, δυσαρεστήσει τὰς μεγάλας δυνάμεις, διότι αὐταὶ δὲν ἐνδιεφέροντο εἰμὴ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀδιαφοροῦσι δὲ ἂν νομίζωμεν ἡμεῖς ὅλοι ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου ἦτο νὰ μὴ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο, διότι σκεφθῆτε πρὸς τοῖς ἄλλοις τί θὰ αἰσθανθῶσιν οἱ ἀδελφοί μας, ἐὰν ἀκούσωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον δὲν ἐξέφρασεν οὔτε παράπονον, ἀλλὰ καὶ ἀκόμη χειρότερον, ἐκήρυξε τὰ γενόμενα ὡς ὑπηρετήσαντα τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ τόπου. Τὴν δευτέραν παράγραφον τὴν ἀποκρούει ἐπίσης ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διότι λέγει, ἂν ψηφίσωμεν τὴν παράγραφον ταύτην, παραβιάζομεν τὸ καθῆκόν μας, ἐπειδὴ πρέπει νὰ φέρωμεν κατηγορίαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868. Δὲν πρόκειται, λέγει, περὶ παρωνυχίδος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπάντησιν. Ἴσα, ἴσα ὅμως, λέγω ἐγὼ, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀπαντήσει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ βλάψῃ τὸ ζήτημα ἡ σιωπὴ ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασ. λόγον, ἐν ᾧ ἀπ’ ἐναντίας δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ, ἐπειδὴ δὲν εἶναι παροῦσα ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868. Ἀλλὰ πῶς τὴν κατακρίνετε, κ. ὑπουργὲ, διὰ τοῦ προγράμματός σας, διὰ τοῦ ὁποίου εἴπατε δημοσίᾳ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτο ἡ αἰτία........
§153ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς ἐξωτερ.). Ἔχετε τὸ πρόγραμμα;
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα· λέγετε ὅτι μετὰ τριακονταετίαν δὲν εὑρέθημεν νὰ ἔχωμεν τίποτε πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν πείθεται, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 ἦτο ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς σημερινῆς θέσεως, πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν παράγραφον· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ὅτι τῳόντι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 φέρει ὅλην τὴν εὐθύνην, ὀφείλει νὰ ἐκφρασθῇ, καὶ θὰ ᾖναι τοῦτο ἐγγύησις ὅτι θὰ προβῇ ἀργότερα καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν, ἐνῷ ἡ μὴ παραδοχὴ τῆς παραγράφου αὐτῆς ἐν τῇ ἀπαντήσει, ἠξεύρετε τὶ θὰ εἰπῇ; Μᾶς εἴπατε χθὲς, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξηγοῦντες διατὶ δὲν ἐζητήθη ἄχρι τοῦδε εὐθύνη ἐν τῇ Ἑλλάδι, εἴπατε ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι εἴμεθα ἀνατολικὸς λαὸς καὶ εὐκόλως λησμονοῦμεν. Οὕτως ἐὰν τώρα ὑπερπηδήσωμεν τὸ ζήτημα, ἀργότερα ὁ καιρὸς θὰ ᾖναι περασμένος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς πολὺ καλὰ διευθύνθη διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν του· ἀφ’ ἑνὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπερασπίζεται τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868, ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἂν θὰ δώσῃ εὐθύνας τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπέτυχε τὸν σκοπόν του, διότι ἐνῷ φαίνεται ὅτι ζητεῖ μεγαλείτερον, ἀποκρούει τὸ μικρότερον· βέβαιον εἶναι ὅμως ὅτι ἐὰν ὑπερπηδήσωμεν τὸ ζήτημα τώρα καὶ τὸ ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ του ἀργότερα, δὲν θὰ ἔλθῃ ποτὲ εἰς συζήτησιν. Ἐνῷ τοὐναντίον, ὅταν ἡ μομφὴ τεθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν, καὶ ἡ κατηγορία ἀργότερα θὰ ἔλθῃ βεβαίως. Μὲ ἐξέπληξε καὶ ἐμὲ τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τῆς παραγράφου ταύτης τῆς τροπολογίας ἔφερεν ὁ κύριος ὑπουργὸς διὰ νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν· ἐννοῶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Καλλιφρονᾶ, ὅτι ἐὰν γίνῃ παραδεκτὴ ἡ παράγραφος αὐτὴ, ταράσσεται ἡ ἁρμονία τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν. Τὸν παρετήρουν χθὲς, ὅτι ἐνῷ ἔλεγε τοῦτο, ἐπροσπάθει νὰ τὸ εἴπῃ μὲ ἕνα τρόπον, ὥστε ὄχι νὰ τὸ ἀκούσῃ καθαρὰ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ εἰς τρόπον ὥστε νὰ τὸ ἀκούσῃ καὶ νὰ μὴ ἀκούσῃ.
§155ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι, τὸ εἶπα δυνατὰ διὰ νὰ ἀκουσθῇ.
§156ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ δι’ ὑμᾶς ἀλλὰ διὰ τὸν κ. ὑπουργόν. — Καὶ ἐπερίμενον ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἤθελε κάμει τὴν παρατήρησιν ὅτι αὐτὸ ἦτο ἀνευλάβεια. Μᾶς εἴπατε ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς συζητήσεις, καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς ῥίψητε τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως μεταξὺ μιᾶς προτάσεως ἡμῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη τοῦ 1868; Ἐπιτρέπεται τοῦτο εἰς τὸν κ. Καλλιφρονᾶν, διότι αὐτὸς ἔχει ἰδίαν θεωρίαν περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἰς τὸν νοῦν του, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις δύναται νὰ διδάξῃ τοὺς περισσοτέρους ἡμᾶς τὰ ἀφορῶντα τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, αὐτὸς νὰ παρεμβάλλῃ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως εἰς τοιαύτην πρότασιν, μᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεὺς, ἐὰν κατακριθῇ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868; τί ἐννοεῖτε; ὁ βασιλεὺς μὲ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη εἶναι ἴσως ἀπὸ κοινοῦ ὑπεύθυνος; ἡ δὲ Βουλὴ ἐὰν εἴπῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι αἰτία τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς ἦτον ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη, θὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος ὁ Βασιλεὺς; θὰ δυσαρεστηθῇ ὁ Βασιλεὺς;
§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Οὐδέποτε οὐδὲ διενοήθην ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε· ἀναγνώσατε τὰ πρακτικά.
§158ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χθὲς ἤκουσα νὰ εἴπητε καθαρὰ ὅτι καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, ἐὰν ἡ παράγραφος αὕτη τεθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν, θέλει διαταράξει τὴν ἁρμονίαν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικ.). Ὄχι, ἐὰν ἐπιτρέπετε, δύναμαι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὶ εἶπον· ἐγὼ δὲν ἐνόησα ποτὲ ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ κατάκρισιν κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868, ὅτι δύναται νὰ δυσαρεστηθῇ ὁ Βασιλεὺς· ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἐκλέγει τοὺς ὑπουργούς του καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἐὰν ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βουλῆς, ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ κυβερνήσεως ἥτις δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ βασιλέως· ἐγὼ εἶπον ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ ὅπως εἶπον.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅμως ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ λόγοι σας, δὲν εἶναι αὐτή. Σᾶς ἐνθυμίζω ἀκόμη τί εἴπατε σήμερον. Σήμερον μᾶς εἴπατε, Κ. ὑπουργέ· διατί θέλετε νὰ εἰσαγάγετε τὴν παράγραφον αὐτὴν, ἐνῷ αὐτὴ προσβάλλει τὰ δικαιώματα τοῦ Ἡγεμόνος;
§161ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τοῦ κοινοβουλίου, διότι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§162ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅπως δήποτε καὶ ἂν μεταχειρισθῆτε τὰς λέξεις, εἴτε ὅτι προσβάλλεται τὸ κοινοβούλιον εἴτε ὁ Βασιλεὺς, ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ καθόλου τὸ ὄνομα τοῦ ἡγεμόνος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ ὅτι οὐδεμία προσβολὴ προσγίνεται οὔτε εἰς τὸν βασιλέα οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκφράσωμεν τὴν κρίσιν μας ἐπὶ τοῦ 1868. Ἐπὶ τέλους ἂν θέσωμεν τὸ ζήτημα καθαρῶς, χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ τὸ καλύψωμεν οὕτως ἢ ἄλλως. Δύο καὶ δύο κάμνουν τέσσαρα. Τὸ πτῶμα τῆς Κρήτης κεῖται ἐνώπιόν σας· οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ τοῦ κράτους ἐποδοπατήθησαν· ἡ χώρα μας παρεβιάσθη· ὁ Ἕλλην ἐταπεινώθη· δὲν αἰσθάνεσθε μικρότεροι ἢ κατὰ τὸ 1867; Ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν ἠναγκάσθη νὰ κλίνῃ ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου καὶ νὰ παραδεχθῇ τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῆς Τουρκίας πρωτόκολλον. Εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ πολιτικὴ τοῦ 1868; πρέπει νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ᾖναι ὑπεύθυνος ἢ δὲν ᾖναι· θ’ ἀρνηθῆτε νὰ ἐκφρασθῆτε; στέκει εἰς σᾶς νὰ τὸ ἀποφασίσητε· πρέπει νὰ σκεφθῆτε ὅμως μήπως καὶ πάλιν ἐντὸς ὀλίγου ἀκούσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπον· «ἄξιοι εἶσθε τῆς τύχης σας». Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλήσω καὶ ἄλλην φορὰν προτείνω ἤδη τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰς τὸν ἕβδομον τῶν παραγράφων τοῦ σχεδίου τῆς πλειονοψηφίας, εἰς τὸ μέρος τὸ ὁποῖον συσχετίζεται ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸ ἀντικείμενον τῶν ὑπὸ συζήτησιν δύω πρώτων παραγράφων. Προτείνω δηλ. τὸ ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ μετὰ μεγίστης χαρᾶς ἤκουσε τὴν Υ. Μ. ἀναγνωρίζουσαν ὅτι πρώτην κατέχει θέσιν μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ κράτους. Ἡ Βουλὴ ἀνακηρύσσουσα τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην ὡς τὴν πρωτίστην τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἔθνους, θέλει ὑποστηρίξει πρόθυμος πάντα τὰ πρὸ τὸν σκοπὸν τοῦτον προταθησόμενα αὐτῇ μέτρα καὶ θέλει παρέξει ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα τῇ ζητηθῶσι μέσα· ἐλπίζει δὲ ὡς καὶ ἡ Υ. Μ. ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων θέλει συντελέσει ὑπὲρ τῆς ταχείας ἱκανοποιήσεως τῆς πρώτης ταύτης ἐθνικῆς ἀνάγκης.» Βλέπετε, κύριοι, ὅπου δὲν σᾶς ἀπησχόλησα πολύ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι μία τροπολογία ἀφορῶσα ἄλλην παράγραφον· ἂς τελειώσωμεν πρῶτον αὐτὴν τὴν παράγραφον.— Νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις τῆς παραγράφου ταύτης.
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, βλέπω τῳόντι ὅτι ἡ ὑπομονή σας ἐξηντλήθη καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ καταχρασθῶ αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετοπίσθη ἀπὸ τὴν τροχιάν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ μείνῃ στενῶς περιωρισμένη καὶ ἔλαβε διαφόρους καὶ ἐκτεταμένας διαστάσεις. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ εἶναι ἀδύνατον καὶ μάλιστα εἰς τὴν παροῦσαν ὥραν, καθ’ ἣν πάντες ἀπεκάμετε καὶ εἶσθε ἐξηντλημένοι, ν’ ἀκολουθήσω τὴν συζήτησιν καθ’ ὅλον αὑτῆς τὸ στάδιον. Ἡ παροῦσα Βουλή, κ. βουλευταί, προσκαλεῖται ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφον αὑτῆς, ἑπομένως νὰ ἐκφράσῃ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ἐπὶ ἑνὸς συγκεκριμένου γεγονότος, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς τῳόντι διὰ τὸν ἑλληνισμὸν ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος ἔτους. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν τοῦτο γεγονὸς εἶναι ὡρισμένη· δυστυχῶς ὅμως πολιτική τις μερὶς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἀκολουθοῦσα μίαν παράδοξον τακτικὴν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῶν συζητήσεων, ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπεμάκρυνεν ἐντελῶς ἀπὸ τὸ κύριον ἀντικείμενον, ἔφερε λέγω ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως αὐτῆς ζήτημα ξένον, ἀφορῶν κυβέρνησιν μὴ ὑφισταμένην, διὰ νὰ διεκδικήσῃ πάθη ἰδιαίτερα, ἀτομικὰ, πάθη ἀγενῆ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν αὐτήν. Ἡ μερὶς λοιπὸν αὐτὴ, ἡ ὁποία ὡς σᾶς εἶπον ἀκολουθεῖ πρωτότυπον τακτικὴν εἰς τὰς συζητήσεις, ἐνῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπρόκειτο περὶ ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, δι’ ἑνὸς τῶν εὐγλωττοτέρων ῥητόρων αὐτῆς μετέφερε τὴν συζήτησιν ἀλλοῦ, παραβιάσασα τὸ ἄσυλον τοῦ ἀνευθύνου, καὶ δι’ ὑπαινιγμῶν, δι’ ὑποθέσεων καὶ ἄλλων πλαγίων μέσων ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ μομφὴν ἐκεῖ ὅπου δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν αἱ μομφαί. Μετ’ ὀλίγον, ἐν ᾧ ἐπρόκειτο ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐλπίζουσα τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, κηρύττεται πολέμιος τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔλεγε καὶ ἐξακολουθεῖ λέγουσα ὅτι ὑποστηρίζει, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ λέγηται ἀντιπολίτευσις καὶ νὰ χαρακτηρίζεται ὡς μειονοψηφία. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μειονοψηφία, ὅταν ὑποστηρίζῃ τὸ ὑπουργεῖον; καὶ πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν ἦναι ἀντιπολίτευσις; καὶ μολαταῦτα εἰς τὴν μερίδα αὐτὴν εἶναι ὅλα συγχωρημένα· ἐπετέθη λέγω εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου κατὰ τοῦ ὑπουργείου πρὸς ἐκπόρθησιν τῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν εἶναι πολὺ ἀφωσιωμένη· ἀπέτυχεν ἡ ἔφοδος, ἐπανῆλθε πάλιν, ὡς λέγει, εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§165ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Συμφωνησάντων ὑμῶν.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι καθαρὰ ἐν τῇ Βουλῇ· λέγομεν ὅτι εἴμεθα πολέμιοι τοῦ ὑπουργείου, δὲν μεταβάλλομεν τὸν χαρακτῆρα ὡς ἀντιπολίτευσις. Ἡ μερὶς αὕτη λοιπὸν ἀφήσασα κατὰ μέρος τὸ κύριον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πολὺ, ὡς ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ἡ κυβέρνησις, ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν πράξεων τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς τελευταίας εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως, ἐπελήφθη ξένου ζητήματος· ἔφερεν ἐνώπιόν σας ὁλόκληρον τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868, καὶ κατέβαλε πάντα κόπον διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰς αὐτὴν ὀφείλεται ἡ δυστυχὴς ἔκβασις τῶν τελευταίων συμβάντων εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Προέβη δὲ καὶ μέχρι κατακρίσεως τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ὡς ἀντισυνταγματικῶς γενομένου, καθὼς καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1867 ὡς πράξεως ἀντισυνταγματικῆς καὶ ἀντιπατριωτικῆς.
§167ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀντιπατριωτικὴν μάλιστα, ὄχι ὅμως καὶ ἀντισυνταγματικήν.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἠθέλησαν τοιουτοτρόπως νὰ θέσωσιν εἰς ἀμφιβολίαν τὰς προνομίας καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα ἀπέδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα. Τί ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν ῥητόρων της καὶ ἐξόχως διὰ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς; ὅτι ἐὰν ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867 ἐπ’ ὀλίγον χρόνον ἔμενεν εἰσέτι εἰς τὰ πράγματα, ἤθελε φέρει τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν ὄχι ἄλλο, τουλάχιστον ἤθελε φέρει ἀφεύκτως τὴν Κρήτην. Ἡ πολιτικὴ αὕτη, λέγουν, ἔπεσε καὶ αἱ χρυσαῖ ἐλπίδες περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος κατεστράφησαν. Δηλαδὴ, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖ ὅπου εὐθύνη δὲν ὑπάρχει, διότι πολλάκις ἐπανέλαβον ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ἐν ᾧ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ μεγάλης κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἔπεσεν, ἐν ᾧ ἐὰν ἔμενεν εἰς τὰ πράγματα ὀλίγον χρόνον ἢ μέχρι τοῦ Μαρτίου 1868, ὅτε ἐτελείωνεν ἡ προθεσμία τῶν περιλαλήτων συμμαχιῶν, ἤθελε φέρει ὡς τὸ μικρότερον ἀγαθὸν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης· ἡ κυβέρνησις ὅμως αὕτη ἔπεσε, διότι τὴν ἔῤῥιψεν ὁ ἡγεμών· ἄρα ὁ ἡγεμὼν δὲν ποθεῖ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, διότι, καίτοι γνωρίζων ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867 ἦτον πολιτικὴ ἐθνικὴ, πολλὰ καὶ μεγάλα ὑπισχνουμένη εἰς τὸ ἔθνος, τὴν ἀπεμάκρυνε μολαταῦτα. Αὗται εἶναι, κύριοι, βλασφημίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἐκ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ κυβέρνησις νὰ τῆς εἴπω ὅτι ἔσφαλε μὴ ἀποκρούσασα αὐτὰς, ἐν ᾧ ὡς ἄλλην παραπλησίαν περίπτωσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος, ὅτε ἐλέχθησαν ἴσως ἧττον ἀσεβεῖς λόγοι, ἐξανέστη ἡ κυβέρνησις καὶ ἰσχυρῶς ἀπέκρουσεν αὐτοὺς διὰ τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἔθιξαν ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν τοῦ 1868, ἔθιξαν ὅλα τὰ ζητήματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ προέβησαν μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ προσβάλωσιν ἀκόμη καὶ τὴν Βουλὴν ὡς κακῶς συγκροτηθεῖσαν καὶ ἐξελεγχθεῖσαν, καὶ ἑπομένως νὰ θέσωσιν εἰς ἀμφισβήτησιν ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ἀποφάσεις καὶ νομοθετήματα αὐτῆς· καὶ διατί; διότι συνέβη νὰ λείπῃ ἀπὸ αὐτὴν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ φίλος του κ. Λομβάρδος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου πλεῖστοι ἐκ τῶν φίλων των. ὄντες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νῦν ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ κ. Ζαΐμη διευθυνομένην ἀντιπολίτευσιν, ἀποτελουμένην ἀπὸ πολλοὺς βουλευτὰς, ἐν οἷς καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, εἶχον παρακολουθήσει βῆμα πρὸς βῆμα ὅλας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐξελέγχοντες, κατακρίνοντες καὶ ἐπικρίνοντες αὐτάς. Κατηγόρησαν τὸ σύστημα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ προηγουμένη Βουλή, τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅμως ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἐνθέρμως πρὸ ὀλίγου ὡς τὸ καταλληλότερον καὶ τὸ ὑποσχόμενον ὅλας τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν. Ἀλλά, κύριοι, αὐταὶ αἱ θεωρίαι αἱ ἀντισυνταγματικαὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀνθρώπους ἔχοντας τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνῶσι τὴν πατρίδα.
§169ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπροτείναμεν μειονοψηφίαν καὶ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν.
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν ποῖος εἶναι ὁ νεκροθάπτης τῆς Κρήτης.
§171ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ καταστρέφουσι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· καὶ βεβαίως, ὅταν μία νέα Βουλὴ ἔρχεται νὰ ἐξελέγξῃ καὶ νὰ κατακρίνῃ τοσοῦτον σκληρῶς, ὅπως ἔπραξεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, τὴν συγκρότησιν καὶ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Βουλῆς, πολίτευμα συνταγματικὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Εἶναι περιττὸν νὰ καθήμεθα ἐδῶ συζητοῦντες καὶ ψηφίζοντες, διότι θὰ ἔλθῃ ἄλλη Βουλὴ νὰ κατακρίνῃ, νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ἴσως ν’ ἀναιρέσῃ τὰς πράξεις μας. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ μερὶς ἡ πολιτική, ἡ ὁποία θέλει νὰ καταβάλῃ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα καὶ νὰ ἐπιβληθῇ οὕτως εἰπεῖν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπικρίνουσα τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη ἐπῆρεν ἀπὸ τὰς τριόδους καὶ τὰς ἀγυιὰς εἰδήσεις καὶ φήμας, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἔῤῥιψεν ἐνώπιόν σας ὡς προερχομένας δῆθεν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην διὰ νὰ διαβουκολήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην· ἔλεγεν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Λομβάρδος, κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, δέκα θωρακωτὰ μᾶς ἔρχονται· γράφουν ἀπὸ τὰς Πάτρας ὅτι Δανικὰ πλοῖα ἔρχονται. Αὐτὰ τὰ ἔλεγον τότε εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος κάκιστα ἔπραξε νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, νομίζων ὅτι προσβάλλει τὸν κ. Βούλγαρην.
§172Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο ἐδῶ· κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον (θόρυβος).
§173ΛΕΚΚΑΣ. Πρέπει νὰ ἐντρεπώμεθα, κύριοι, νὰ ἀποκαλύπτωμεν αὐτὰς τὰς ἀσχημίας καὶ ἔπρεπε νὰ ἐντρεπώμεθα διὰ τὰ αἴσχη μας· μίαν ἑβδομάδα ἀναφέρομεν τὰ αἴσχη τῆς Ἑλλάδος· νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅλοι οἱ ἄρχοντες πταίουν δι’ αὐτὰ (θόρυβος).
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, κύριοι βουλευταί ........
§175ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι· δὲν εἶναι ψεῦδος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐῤῥέθη διὰ τὰ πλοῖα, διότι ἐρωτηθεὶς ὁ κύριος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια πρέπει νὰ τὰ δώσητε καὶ ἐγὼ τὰ πάντα τὰ ἔχω ἕτοιμα.
§176ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μετὰ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§177ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρόεδρος, λέγω, τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀνὴρ σοβαρός, ἀνὴρ σπουδαῖος, ἀνὴρ γνωστὸς διὰ τὰς περιφανεῖς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀείποτε προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα του, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ δημοκοπήσῃ διὰ τοιούτων ἀγυρτιῶν καὶ διὰ τοιούτων ψευδῶν διαδόσεων· ἐλυπεῖτο, διότι εὑρέθη εἰς μίαν δυσχερῆ διὰ τὴν πατρίδα του περίστασιν, ἀλλ’ εἶχε τὸ θάῤῥος, εἶχε τὴν γενναιότητα, εἶχε τὸν πατριωτισμὸν νὰ διεξαγάγῃ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν εὐτολμίαν καὶ παῤῥησίαν.
§178ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, κ. πρόεδρε;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἔχει. Ἡσυχία, κύριοι.
§180ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρέστησαν λοιπὸν τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ὡς ἐποχὴν ὀλεθρίαν, ὡς ἐποχὴν δυστυχῆ διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ ἐλησμόνησαν τὴν ἐποχὴν τοῦ 1867, ἐποχὴν τῷ ὄντι ἀφήσασαν λυπηρὰς ἀναμνήσεις εἰς τὸν τόπον, ἐποχὴν τὴν ὁποίαν κατεδίκασεν ὁλόκληρος ἡ συνείδησις ἡ ἐθνικὴ, διότι τὰ πάντα εἶχον καταπέσει καὶ ἐξευτελισθῆ, καὶ αἱ ἐπαρχίαι εἶχον παραδοθῆ ὡς τιμάριον εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ οἱ πολῖται εἶχον διαιρεθῆ εἰς δυναστεύοντας καὶ δυναστευομένους, καταπιέζοντας καὶ καταπιεζομένους· ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν μελῶν τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ εἴπουν, ὁποίαν ἰδέαν εἶχον περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἐν ἔτει 1867. Παρέβαλον λοιπὸν τὰς δύω αὐτὰς ἐποχὰς, καὶ εὗρον, ὅτι ἡ ἐποχὴ τοῦ 1867 ἔμελλε νὰ φέρῃ, ἂν ἔμενεν εἰς τὰ πράγματα, διότι μία κακόβουλος καὶ ἀόρατος ἐνέργεια κατέστρεψε τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της, ἔμελλε νὰ φέρῃ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, καὶ ἡ ἐπάρατος πολιτικὴ τοῦ 1868 τὸ πᾶν κατέστρεψεν· ἐγκατέλιπε τοὺς πρόσφυγας, ἐγκατέλιπε τὴν Κρήτην, ἐγκατέλιπε τὰς προπαρασκευὰς, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡλίου φαεινότερον ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ προπαρασκευαὶ τοῦ εἰρηνικοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη ἦσαν πολὺ ἀνώτεραι τῶν ἐκτάκτων καὶ πομπωδῶν προπαρασκευῶν τῆς πολιτικῆς τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου τοῦ 1867, καὶ ἐν τούτοις ἀπεδείχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867 κατέστρεψε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ ἡ πατρίς. Ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπέδειξε διὰ τῆς νευρώδους ἀγορεύσεώς του, ὅτι περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1867, ὅτε ἠναγκάσθη ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀφῆκε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης εἰς κατάπτωσιν ἐλεεινὴν, ὑπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ διπλωματικὴν ἔποψιν. Ἤθελον ἐλαττώσει βεβαίως πολὺ τὴν ἀξίαν καὶ τὸ κῦρος τῶν λόγων τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ προσθέσω εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ἀσθενῆ μου ἐπιχειρήματα. Ὁ ἔντιμος φίλος μου καὶ συνάδελφός μου κ. Βαλασόπουλος, μέλος τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀπέδειξεν ἐντεῦθεν δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων, ποία διαφορὰ ὑπῆρξεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν μεταξὺ τῶν δύω ἐτῶν τοῦ 1867 καὶ 1868· εἶναι περιττὸν ἑπομένως νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους αὐτοὺς, διότι ἐπίσης ἤθελον ἀδικήσει τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὴν ἐμβρίθειαν, μεθ’ ὧν ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ κύριος Βαλασόπουλος. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἦτο καὶ μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, ὅτι δὲν παραδέχθημεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1868 τοὺς βουλευτὰς τῆς Κρήτης, ἐνῷ ἐὰν ἐδεχόμεθα τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κύριον Χριστόπουλον, τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἐλύετο· δὲν ἤθελε πλέον ὑπάρχει, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Χριστόπουλος, ὑπ’ ὄψιν ἐν Εὐρώπῃ Ἑλληνοτουρκικὸν ζήτημα, θὰ ὑπῆρχε ζήτημα Ἑλληνοκρητικόν. Εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς ἐὰν ἠδύνατο νὰ προσαρτίσῃ εἰς ἑαυτὴν τὰς δούλας ἐπαρχίας διὰ τῆς ἀποστολῆς βουλευτῶν! Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, περὶ τὸ ὁποῖον ἐπὶ 1½ ὥραν ἐνδιέτρεψεν ὁ κύριος Χριστόπουλος χθὲς, ἐφέρθη πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις συνεκροτεῖτο, ὡς σᾶς προεῖπον, ἀπὸ ἔντιμα πρόσωπα, ἂν καὶ δὲν συνεκάθηντο μετ’ αὐτῶν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κουμουνδοῦρος, Χριστόπουλος καὶ Λομβάρδος, καὶ ἡ κυβέρνησις λίαν εὐχερῶς ἀπήντησε δι’ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Ἰουλίου 1868· ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπε τότε ὅτι ἀμὴ ποθούσης τῆς κυβερνήσεως οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις περὶ τῶν αἰσθημάτων αὐτῆς ὡς πρὸς τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἀπαντᾷ ἐπὶ τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι οἱοςδήποτε πατριωτισμὸς καὶ ἂν κατέχῃ τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἠδύναντο οὗτοι παρὰ διὰ ψυχρᾶς κρίσεως νὰ προσενεχθῶσιν ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀντιπροσώπων νήσου, ἥτις δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν συνεδέθη μετ’ αὐτῆς·» καὶ ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον, ἢ διὰ νὰ ἐξακολουθῶσιν αἱ δημοκοπίαι ἀκόμη; Ὀλίγον βραδύτερον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1868 προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διαμειφθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλὴ, ὅπως κρίνῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ἡ παραδοχὴ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις τότε εἶπε δι’ ἑνὸς τῶν ῥητόρων της, ὅτι ἡ κατάθεσις τοιούτων ἐγγράφων δὲν ἐζητήθη πώποτε παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι εἶχε θεωρηθῆ τὸ ζήτημα ὡς λελυμένον· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ἡ Βουλὴ, καὶ θὰ πεισθῇ ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη ἐνήργησαν ἑλληνικώτατα, πατριωτικώτατα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, μὴ δεχθεῖσαι ἀντιπροσώπους τῆς Κρήτης, ὡς νήσου ἐλευθέρας προσηρτημένης εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τὰ πράγματα δεινῶς ἤθελον περιπλεχθῆ ἔκτοτε ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§181ΚΟΡΙΖΗΣ. Μὰ δὲν ἦτον Βουλὴ τότε.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμέμφθησαν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ὅτι ἀπεδίωξεν ἐντεῦθεν διὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τοὺς πρόσφυγας ἀδελφοὺς, καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος μετὰ πατρικῆς στοργῆς, μετὰ περιπαθείας καὶ μετ’ ἄκρας συγκινήσεως σᾶς παρέστησεν ἐντεῦθεν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔπραττεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη κατὰ τῶν ἀθώων παίδων καὶ τῶν ἀθώων καὶ ἀδυνάτων γυναικῶν, ἡ κυβέρνησις δηλαδὴ τοῦ κυρίου Βούλγαρη, δὲν ἤθελε τὰ πράξει οὔτε αὐτὴ ἡ Τουρκία οὔτε αὐτὸς ὁ Ἀαλῆ πασσᾶς! Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη πέρυσι, κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§183ΚΟΡΙΖΗΣ. Μὰ δὲν ἦτο Βουλὴ πέρυσι.
§184ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1868 ὁ βουλευτῆς Δωρίδος ἐπανέλαβε τὴν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἐπερώτησίν του περὶ ἀναχωρήσεως 400 γυναικοπαίδων Κρητῶν, καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ἀμέσως τότε, «ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν ἀναχώρησίν των παρευρέθησαν ἀστυνομικὰ ὄργανα, τοῦτο ἐγένετο ἵνα μὴ συμβαίνουν ἄτοπα, συμβάντα κατ’ ἄλλας ἀναχωρήσεις μεταξὺ τῶν διαμενόντων καὶ ἀναχωρούντων Κρητῶν·» καὶ ἡ Βουλὴ εὐχαριστήθη εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐθεώρησεν ἀρκετὴν τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, καὶ μολαταῦτα διὰ νὰ κάμουν οἱ κύριοι οὗτοι θόρυβον περισσότερον καὶ πάταγον, διὰ νὰ δημοκοπήσωσιν, ἐπαναφέρουν ζητήματα λελυμένα.
§185ΚΟΡΙΖΗΣ. Μὰ δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ πέρυσι.
§186ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ, κύριε πρόεδρε, θὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις ἢ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις;
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς παρεκάλεσα, δὲν θέλουν. Κύριοι, παρακαλεῖσθε διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ ἀφήσητε νὰ τελειώσῃ, καὶ ὅστις θέλει νὰ κάμῃ παρατηρήσεις ἔρχεται κατόπιν· θέλει νὰ κάμῃ μίαν ἀπολογίαν καὶ δὲν τοῦ τὸ συγχωροῦμεν ὕστερον ἀπὸ τόσα ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868; Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι.
§188ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σεβώμεθα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§189ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὅπως ἐκάμετε πέρυσιν, ὅπου δὲν ἀφίνετε κανένα νὰ ὁμιλήσῃ.
§190ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅπου τοὺς κατεβάζατε κάτω τοὺς ῥήτορας καὶ εἴχατε τὴν ἀναισχυντίαν νὰ τοὺς δέρνετε κιόλας.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις ἐκ τῶν ἑδρευόντων εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, τὸ ὄνομα, τὴν ὑπόληψιν ἐκείνων......
§192ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τοῦ ὑπενθυμίζω μόνον.
§193ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀφορμὴν εἰς τοῦτο, διότι ἐγὼ συζητῶ ἡσύχως.—Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, κύριοι, ὅτι κατηγορεῖται ἴσα, ἴσα ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη διὰ τὴν ἀπέλασιν τῶν προσφύγων Κρητῶν ἐξ Ἑλλάδος, ἐνῷ κυρίως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἢ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκόμη ἡ Τουρκία διέκοψε τὰς σχέσεις της μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἰσχυριζομένη ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παρενέβαλλε προσκόμματα εἰς τὴν παλινόστησιν τῶν προσφύγων Κρητῶν. Ἐὰν ὑπῆρχε περισσοτέρα εἰλικρίνεια μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἂν τὰ πράγματα ἐξετίθεντο τοὐλάχιστον μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ ἀπάθειαν, βεβαίως δὲν ἤθελε παραταθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος παρεμπίπτοντος, ἀφορῶντος πολιτικὴν καὶ ἐνέργειαν παρελθούσης κυβερνήσεως, καὶ ξένου ὅλως διόλου τοῦ κυρίου ζητήματος. Ἀλλὰ, λέγουν, ἐξώθησε τὰ πράγματα ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ ἡ ἐξώθησις αὕτη ἐπέφερε τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων. Ὄχι, κύριοι, ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη ἠκολούθησε μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἀπέναντι τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, πολιτικὴν καθαρῶς Ἑλληνικὴν, πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὸ 1866 ἠκολούθησε, πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν εἰς τοὺς διαδόχους της καὶ κατὰ τὸ 1867, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἀπομακρυνθῶσιν οὔτε κατὰ κεραίαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην.
§194ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, σᾶς τὸ εἶπον καὶ χθὲς, εἶναι ψεῦδος.
§195ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ψεῦδος. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὴν ἰδίαν πολιτικὴν, τὰ λέγουν τὰ πρακτικά.
§196ΚΟΡΙΖΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ὅπου ἔφτιασες σύ· ὅλην τὴν νύκτα ἐκάθησο ἐδῶ.
§197ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης, ὡς εἰλικρινὴς καὶ τίμιος ὑπουργὸς, μὴ ὁμοιάζων τοὺς τοῦ 1868, εἶπεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ξένου δὲν κάμνει οὐδεμίαν διάκρισιν κυβερνήσεως.
§198ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκολούθησε, λέγω, τὴν πολιτικὴν τὴν Ἑλληνικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867, καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐκληροδότησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη τοῦ 1868, καὶ διὰ ταῦτα ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, κύριος Π. Δεληγιάννης, ὁμιλῶν μετὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Αὐστρίας περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἔλεγεν εἰς αὐτὸν, ἀπαντῶν εἴς τινα ἐρώτησίν του, ὅτι βεβαίως, κ. πρέσβυ, δὲν ἐλάβομεν ἀφορμὴν παντάπασι νὰ μεταβάλωμεν τὴν πολιτικήν μας ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Καὶ ποία ἦτο ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἀπέναντι τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος; ἡ συντήρησις τῶν ἀδελφῶν προσφύγων, ἡ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν, καὶ ἡ τήρησις τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν οἱ διεθνεῖς νόμοι ἐπιβάλλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν κατὰ τὰ 1868 ἐχορηγήθησαν, καὶ ἐχορηγήθησαν, μέσα, καὶ μάλιστα ἠμπορῶ νὰ εἴπω πλειότερα ἀπὸ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν κατὰ τὰ 1867, εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ βεβαίως τῆς κυβερνήσεως, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου Κ. Ζαλώνη, μέλους τῆς ἐν Σύρῳ ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ σᾶς βεβαιώσῃ πόσα χρήματα ἐστάλησαν ἐκ τῆς Κεντρικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐν Κρήτῃ ἐπανάστασιν· ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἐπαναστάται δὲν ἠδύναντο δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία (θόρυβος).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν τελειόνομεν οὕτω, κύριοι.
§200ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤμην πολὺ συντομώτερος ἐὰν δὲν μὲ διεκόπτετε.—Ἐὰν λέγω, κύριοι, δὲν ἠδύναντο οἱ ἐπαναστάται νὰ παραλαμβάνωσι τὰς τροφὰς καὶ τὰ πολεμεφόδια ἀπὸ τὰ παράλια μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεβιβάζοντο, ἕνεκα τῶν μέτρων καὶ τῶν μέσων τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας πρὸς διακοπὴν τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν ἐπαναστατῶν, ἢ ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἐπιβαρυνόντων τοὺς ἐπαναστάτας, τί πταίει ἡ Ἑλλάς, τί πταίει ἡ κυβέρνησις, τί πταίουν αἱ ἐπιτροπαί; Θὰ ἔπταιον βεβαίως αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐν Κρήτῃ. Ἀδίκως λοιπὸν παρεπονέθη ὁ κύριος Μάτσας, ὅτι ἔμεινε νῆστις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἔμεινε πολλὰς ἡμέρας ἄνευ καπνοῦ, ὅτι ἔμεινε πολλὰς ἡμέρας ἄνευ κρέατος, διότι τὰ πάντα ἐστέλλοντο ἀνελλιπῶς καὶ κατὰ τὰ 1868 ὅπως καὶ κατὰ τὰ 1867 ἐν Κρήτῃ· ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν ἐπαναστατῶν δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον.
§201Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὰ τὰ ἠξεύρομεν αὐτά.
§202ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ, κύριε Πετσάλη, καὶ ὅσα εἶπον οἱ ἄλλοι τὰ ἠξεύρατε· ἐγὼ θὰ εἶχον τελειώσει τὸν λόγον μου, ἐὰν δὲν μὲ διέκοπτον, διότι κυρίως μίαν πρότασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Βούλγαρη ὡς πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα· ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, Ἑλληνικὴ καθαρῶς πολιτική. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνουν οἱ κύριοι· ἐξώθει τὰ πράγματα καὶ διὰ τοῦτο διεκόπησαν αἱ σχέσεις καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθον τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον εἰς τὴν πατρίδα. Δὲν τὰ ἐξώθησεν· ἐὰν εἴχετε τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν νὰ μελετήσητε μὲ ἀκρίβειαν καὶ μὲ ἀπάθειαν τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὸ Κρητικὸν ζήτημα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν πρὸ πολλοῦ, ἠθέλατε πεισθῆ, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐπολιτεύθη πατριωτικῶς, συνεπῶς, καὶ Ἑλληνοπρεπῶς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1868 ὡς πρὸ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖοι ἐξώθουν τὰ πράγματα μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ; Αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν τότε ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνουν δεκτοὶ βουλευταὶ τῆς Κρήτης ἐν τῷ Ἑλληνικῷ κοινοβουλίῳ, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ἀκόμη δὲν ἔπαυσαν δίδοντες ἀφορμὰς εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ψυχράνῃ τὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις της. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἀναφέρεται εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ὁ ἑξῆς. Ὁ κ. Ἔλλιοτ ἔλεγεν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει περὶ τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1868, μεταξὺ τῶν ἄλλων· «Η Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπελπισθεῖσα πλέον καὶ ἰδοῦσα, ὅτι οὔτε ἡ ὑπομονή της, οὔτε αἱ παραστάσεις τῶν ἄλλων Δυνάμεων ἐχρησίμευσαν εἰς τὸ νὰ πείσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ λάβῃ διαφορετικὴν πορείαν, ἀπέβαλε τὴν ὑπομονὴν, ἀφ’ οὗ μάλιστα ἔγνω τὰς τελευταίας τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς συζητήσεις, καθ’ ἃς ὁ μὲν Κ. Κεχαγιᾶς ἀπροκαλύπτως εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου ἠγοράσθη ἡ «Ἕνωσις» καὶ παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν κ.λ.π.» Καὶ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπανέλαβεν ὁ Φωτιάδης Βέης εἰς τὸ τελεσίγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκε τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου ἢ τὰς τελευταίας τοῦ Νοεμβρίου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν. «Καὶ τῷ ὄντι, λέγει ὁ Φωτιάδης Βέης, ποίαν ἐλπίδα δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν ἀπέναντι τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος διακηρύξεως ἑνὸς τῶν πρώην ὑπουργῶν, ὅτι μέρους τοῦ τελευταίου δανείου ἐγένετο χρῆσις πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἀτμοπλοίου «Κρήτης», τὸ ὁποῖον χρησιμεύει σήμερον πρὸς μεταφορὰν τῶν ἐθελοντῶν καὶ τῶν πολεμεφοδίων εἰς Κρήτην, περιφρονουμένων οὕτω πάντων τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀπέναντι διακηρύξεως οὕτως ἐπισήμως διαψευδούσης τὰς δοθείσας ἡμῖν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως διαβεβαιώσεις;
§203ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, διὰ τοὺς βουλευτὰς θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὅταν ἦτον εἰς ἐπανάστασιν ἡ Κρήτη, τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχον φύγει πολλοὶ πρόσφυγες καὶ ἦλθον ἐδῶ, καθὼς ἔφυγαν καὶ τώρα ἐσχάτως 60,000 ψυχῶν. Ἔγινεν ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν, τοὺς ἐδεχθήκαμεν ἡμεῖς ὅπου εἴμεθα βουλευταὶ εἰς τὸ Μποῦρτζι· ἐσηκώθησαν εἰς τὸ ποδάρι οἱ πρέσβεις· ἦλθεν εἰς τὸ Μποῦρτσι ἀπέξω ὁ Κόδριγκτων ὁ ναύαρχος τῆς Ἀγγλίας. Ἦλθον καὶ ὁ ἀοίδιμος Ζαΐμης καὶ ὁ ἀοίδιμος Μαυροκορδάτος, ἦλθον νὰ μᾶς εἴπουν κατ’ εἰσήγησιν αὐτῶν νὰ μὴ τοὺς δεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ πατριωτισμὸς ἦτο ἀπ’ ἐπάνω ἀπὸ τὰ μαλιὰ, μᾶς ἔλεγε κρυφὰ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης· μὴν ἀκοῦτε ἡμᾶς, δεχθῆτε τους· καὶ ἐβάλαμεν μάλιστα τὸν Γέρο Ῥενιέρη καὶ πρόεδρον ὄχι μοῦ λὲς αὐτὰ τώρα. Σὲ παρακαλῶ, Κ. Παπαμιχαλόπουλε, μὴ ὁμιλῇς περὶ αὐτῶν, διότι ἤμην ἐδῶ καὶ τὰ ἠξεύρω κατὰ βάθος.
§204ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ Κ. Γρηγοριάδης ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον ἀφορῶν τὸ ζήτημα αὐτό· ἐδῶ εἶναι τὸ ὅλον ἔγγραφα 14, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἐκ συμφώνου εἶπον εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐὰν κάμῃς τὴν ἀνοησίαν αὐτὴν νὰ δεχθῇς βουλευτὰς προερχομένους ἀπὸ ἐπαρχίας ἀνηκούσας εἰς ἄλλην ἐπικράτειαν, θὰ ἐπιφέρῃς τὴν καταστροφήν σου.
§205ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τί σᾶς εἶπον, καὶ ἰδοὺ ἀκόμη μία διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Ὅταν κατηγορήθη τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπὸ ξένους, τὸ ὑπερασπίσθημεν ὡς νὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν περίστασιν ὁ Κ. Π. Δεληγιάννης εἶπε, δὲν ἐνεχόμεθα εἰς ὅσα ἔκαμαν ἄλλοι ὑπουργοὶ πρὸ ἡμῶν. Ἠμποροῦσε ὅμως ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ὅπου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠγόρασε ἀτμόπλοια καὶ τὰ ἔδωσεν εἰς τὴν ἑταιρίαν· ἠγόρασε τὸ «Πανελλήνιον», τὴν «Ὕδραν», τὰς «Ἀθήνας», τὴν «Ἰωνίαν». Αὐτὴ ἡ διαφορὰ εἶναι μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν· ἡμεῖς ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπερασπίσθημεν ὑμᾶς κατηγορηθέντας ἀπὸ ξένους. Σεῖς εἴπετε, δὲν ἐνεχόμεθα εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμον ἐκεῖνοι οἱ ὑπουργοὶ, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ὑπουργῶν τῆς Κίνας.
§206ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶχε τὸν τόπον της ἡ παρατήρησις αὕτη, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς, Κ. Λομβάρδε, αὐτὸς, δηλαδὴ ὁ φίλος μου Κ. Κεχαγιᾶς, δὲν ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του.
§207ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὴν ἐδικαιολόγησε.
§208ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὸ περὶ βουλευτῶν ζήτημα, ἀναγινώσκω ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον ἐκ τῶν πολλῶν. Τὴν 25 Ἀπριλίου τοῦ 1868 ἔγραφεν ὁ κ. Ὑψηλάντης πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Βιέννῃ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος τὸ ἀναγινωσκόμενον ἔγγραφον. Ἡ ἐν Βιέννῃ Βασιλικὴ Πρεσβεία τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν Κύριον Π. Δεληγιάννην. Κύριε Ὑπουργέ, Καθὰ σήμερον τὴν πρωΐαν ἐτηλεγράφησα τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, ἔμαθον ἐκ πηγῆς ἀσφαλοῦς, ὅτι συνεπεία τῆς εἰδήσεως, ὅτι δεκαὲξ βουλευταὶ τῆς Κρήτης ἔμελλον νὰ γείνωσι δεκτοὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, ὁ κ. Μουτιὲ ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν Δοῦκα Γραμὸντ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Βάϋστ περὶ τοῦ πρακτέου, ἐνώπιον συμβεβηκότος τόσον σοβαροῦ καὶ δυναμένου νὰ περιαγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως εἰς ὁδὸν ἀξιοθρήνητον. (Ὑπογ.) ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τὸ τόσον ἐκφραστικὸν δύναται νὰ πείσῃ πάντας ἡμᾶς ποίαν πρᾶξιν ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος δεχομένη τοὺς βουλευτὰς τῆς Κρήτης ὡς βουλευτὰς ἐλευθέρας ἐπαρχίας ἀνηκούσης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τέλος πάντων ἐπῆλθε τὸ δυστυχὲς συμβὰν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τότε, καὶ πρὶν ἀκόμη μάλιστα ἐπέλθῃ ὁριστικῶς ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γεγονότα. Εἶπε λοιπὸν διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Νοεμβρίου 1868, ὅτι ἀπό τινος καιροῦ αἱ σχέσεις ἤρχισαν νὰ τραχύνωνται μετὰ τῆς Τουρκίας, ὅτι γίνεται προσπάθεια ἀπὸ μέρους τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων νὰ προληφθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ τὸν τόπον διὰ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἢ καὶ δι’ ἑνὸς πολέμου, ἀλλ’ ὅτι ὀλίγας ἐλπίδας ἔχει· δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ τὰς ἐνεργείας της ἡ κυβέρνησις, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές, ἐπιφυλάσσεται ἅμα λάβῃ πέρας εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οὐδεμίαν παρατήρησιν ἔκαμεν, οὐδεὶς εἶπε ποῦ τρέχετε; ποῦ σπρώχνετε τὰ πράγματα; ἐδῶ εἰς τὸν περίβολον ὑπῆρχον ἀντιπολιτευόμενοι, ἄνθρωποι φιλοπάτριδες, ἦτο ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ κ. Γρίβας καὶ τόσοι ἄλλοι φίλοι σας, ἐν τούτοις δὲν μᾶς εἶπον ποῦ ἄγετε τὰ πράγματα, τί κάμνετε, ἀλλ’ ἐπερίμενον μὲ ὑπομονὴν νὰ ἴδωσι τὸ ἀποτέλεσμα· ἐπῆλθε δὲ κατὰ δυστυχίαν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, κατόπιν καὶ ἡ κυβέρνησις παρουσιασθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4 Δεκεμβρίου 1868 ἐξέθεσε τὸ δυσάρεστον τοῦτο γεγονὸς καὶ ἀνέγνωσε τὰς τελευταίας διακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς τουρκικῆς πρεσβείας, ἀνεκοίνωσε δὲ καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ μὴ ταπεινωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τοιούτων ἀπαιτήσεων, ἐμπεριεχομένων εἰς τὸ τουρκικὸν τελεσίγραφον, τὰς ὁποίας καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀποκρούσῃ. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν ἀπήντησεν ἀρνητικῶς εἰς τὸ τελεσίγραφον τοῦ φωτιάδου Βέη καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα ἐπεκρότησεν εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, καὶ ἂν ᾖναι συγχωρημένον, θὰ μεταχειρισθῶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ζαΐμη ἐπικροτήσαντος καὶ τούτου τὴν ἀξιοπρεπῆ ἀπάντησιν τῆς κυβερνήσεως (θόρυβος).
ΖΑΪΜΗΣ, ΡΟΥΦΟΣ, ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ.
Οὐδεὶς ἐπεκρότησε.
§209ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ μάλιστα ἤμην κατὰ, ὡμίλησα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§210ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἀντελήφθην ἐγὼ τότε τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, οὕτω τὸ ἐκθέτω. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ὁποιαδήποτε κυβέρνησις καὶ ἂν ὑπῆρχεν εἰς τὰ πράγματα, χωρὶς ν’ ἀτιμάσῃ τὴν πατρίδα, χωρὶς νὰ ταπεινώσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ αὐτὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ τελεσιγράφου· ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς καὶ οὕτως ἀπήντησεν ἀρνητικῶς καὶ Ἑλληνοπρεπῶς ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη.
§211ΔΑΓΡΕΣ. Εὖγε, μὲ τὰ χαρτιὰ (γέλως ἐκ δεξιῶν).
§212ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα, ἀφ’ οὗ ἀνηγγέλθη ἐπισήμως ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, καὶ ἀφ’ οὗ ἡ διακοπὴ ἐπραγματοποιήθη διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Φωτιάδου Βέη, παρουσιάσθη ἡ κυβέρνησις καὶ σᾶς εἶπεν· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, ἔχω ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς ὑποστηρίξεώς σας διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τιμὴν, τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ σεῖς ὅλοι εἶσθε εἰς τὴν περυσινὴν Βουλὴν, καὶ εἶσθε ἐξ ἐκείνων ἐντὸς τῆς σημερινῆς Βουλῆς πλέον τῶν 100 βουλευτῶν, εἴπατε, ἔχει ἡ κυβέρνησις ὅλην τὴν συνδρομήν μας, ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ὑποστήριξίν μας (θόρυβος).
§213ΜΑΛΕΑΣ. Διὰ νὰ μὴ δικαιολογῆται κατόπιν, ὅτι δὲν τὴν ἐπεστηρίξαμεν.
§214Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶχε τὸ μυστήριον (θόρυβος).
§215ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον, εἰς τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς, τότε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων καὶ τὰ ὁποῖα σύσσωμος ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μίαν μόνην ἀντίῤῥησιν ἐπέφερεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἐκεῖνα μέτρα, ὅτι μεταξὺ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέτρεπεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ, νὰ μὴ συμπεριληφθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων· τὴν πρότασιν ταύτην ἀληθῶς καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία ἀπέκρουσε καὶ ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 90 πρὸς 55, ἀρνηθέντων 3, δὲν ἠξεύρω ποῖοι ἦσαν οὗτοι, κατόπιν δὲ ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐκτάκτων μέτρων· τί ἔκρυψεν ἡ κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους; μηδέν.
§216ΔΑΓΡΕΣ. Ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις ......
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§218ΔΑΓΡΕΣ. Ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον, ποῦ στηριζόμενος ὠθεῖ τὰ πράγματα εἰς πόλεμον, ποίας δυνάμεις ἔχει ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς, τοῦ εἴπομεν, ἐπειδὴ εἶναι κρίσιμος ἡ περίστασις, δὲν θέλομεν νὰ τὸν παραβιάσωμεν νὰ ἐξηγηθῇ δημοσίᾳ, ἂς ἐξεύρῃ τὸν τρόπον τῆς ἐξηγήσεως, εἴτε διὰ μυστικῆς συνεδριάσεως εἴτε ἄλλως πως νομίσῃ κατάλληλον· κατόπιν ἰδιαιτέρως ὁ κ. Βούλγαρης ἐκάλεσε τὸν κ. Ζαΐμην, Δεληγεώργην καὶ 4 ἢ 5 ἄλλους ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί εἶπε; σᾶς ἔφερα ἐδῶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ χορηγήσητε τὴν συνδρομήν σας καὶ σεῖς καὶ οἱ φίλοι σας, διότι ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς κρίσιμον σημεῖον· δόσατέ μοι τὴν συνδρομήν σας καὶ τότε ἡ Ἑλλὰς ἐξέρχεται ἔνδοξος. Ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρητε τὰ 100 ἑκατομμύρια; τὸν παρετήρησαν ἐκεῖνοι. Ὅσα θέλετε εὑρίσκω, εἶπεν, ἅμα ψηφισθῶσιν αἱ προτάσεις μου. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν οὗτοι ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιοι τῆς ἀποστολῆς των, ὕστερον ἀπὸ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ πρωθυπουργοῦ τοῦ διευθύνοντος τὰς τύχας τῆς πατρίδος νὰ μὴ δώσουν τὴν ψῆφόν των καὶ τὴν συνδρομήν των· ἐγὼ μάλιστα τότε εἶπον, ὅτι ἀφοῦ ἤδη ἐξεπληρώσαμεν τὸ βουλευτικὸν καθῆκόν μας, ὡς πολῖται ἤδη ἀπερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, ἀνήκομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ κατεκρίθην διὰ τοῦτο.
§219ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λέγετε κατόπιν αὐτά. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, δὲν τὰ ἐζήτησεν ἵνα προκαλέσῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας· τὰ ἐπροκάλεσε, διότι ὡς ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἕνας πόλεμος καὶ βεβαίως ὡς κυβέρνησις, κύριοι, ὤφειλε νὰ προπαρασκευασθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν αἱ πομπώδεις προπαρασκευαὶ τοῦ 1867 δὲν ἐφάνησαν ποῦ, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ, διὰ ν’ ἀμυνθῇ ἐναντίον πολέμου, τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία ἠδύνατο νὰ κηρύξῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ κυβέρνησις ἐξέθεσεν ὅλα τὰ διατρέξαντα, ὅλην τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν, οὐδὲν ἔμεινε μυστικὸν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ πάντα ἐξετέθησαν μὲ ὅλην τὴν λεπτομέρειαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη προεκάλει πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἤθελε μόνον νὰ παρασκευασθῇ, ἀφοῦ παρουσιάσθη ἡ ἀπροσδόκητος αὐτὴ περίστασις. Ἐξέθεσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν πολιτικήν της καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πολιτικῆς της, καὶ ἡ Βουλὴ τὰ συνεζήτησε, τὰ ἐνέκρινεν ὁμοψήφως, χειροκροτοῦσα· αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ ἐπικρατοῦσα τότε τοὐλάχιστον πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ ταπεινωθῇ ἡ Ἑλλὰς, παραδεχομένη τὸ τελεσίγραφον, ἀλλὰ νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων καὶ νὰ προτιμήσῃ νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον πολέμου, ὅστις ἠδύνατο νὰ προκύψῃ, ὡς εἶπεν, ἐκ τῆς διακοπῆς ταύτης· αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ὑπ’ αὐτὴν ἦτο ἑπομένως καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, κύριοι, τὴν συνεμερίζετο καὶ ἡ Βασιλεία (θόρυβος).
§220ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφήσατε τὴν Βασιλείαν.
§221ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἂν ἡ Βασιλεία δὲν συνεμερίζετο τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπ’ αὐτῆς ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅπως ἀφῄρεσε τὴν ἐμπιστοσύνην του ὁ Βασιλεὺς καὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου περὶ τὸ τέλος τοῦ 1867.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§223ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ ἔθνος, ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν συνόλῳ· τώρα τί ζητεῖτε; νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἴδια; νὰ ἐξετάσωμεν; νὰ ἐπικρίνωμεν; νὰ κατακρίνωμεν; νὰ μεμφθῶμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν δικασθεῖσαν, τὴν συζητηθεῖσαν, τὴν παραδεχθεῖσαν, τὴν ἐγκριθεῖσαν ἀπὸ τὸ ἔθνος; τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐναντίον τῶν κοινοτέρων ἀρχῶν καὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κᾀμμία Βουλὴ νέα νὰ ἐξελέγξῃ, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀναιρέσῃ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος τετελεσμένου. Ἂν πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ ἡ Βουλὴ τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πολιτικῆς της, ὡς ἀκούω τινὰς τῶν κυρίων βουλευτῶν ψιθυρίζοντας ἀπὸ τὰς ἕδρας των, βεβαίως οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐδικάσθη, μοὶ φαίνεται ὅτι τίποτε ἀτοπώτερον, τίποτε ἀσεβέστερον πρὸς τὰς καθιερωμένας συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ ἐλευθερίας· λοιπὸν, κύριοι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται οὐχὶ ἀπόφασίς τις νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ 4 ἡμέρας μᾶς βασανίζει περὶ τοῦ ζητήματος τῆς πολιτικῆς τοῦ 1868, ἦτον ἀσυγχώρητος, ἦτο ἀπαράδεκτος, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπεριόριστος, ἕκαστος ἀναβαίνων τὸ βῆμα, ἀντὶ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ἤρχισεν ὁμιλῶν περὶ πραγμάτων παρελθόντων. Ἡ συζήτησις δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ περιορισθῇ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου ἐκδίδουσα οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἢ ἐκφέρουσα μομφήν τινα, διότι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο θέλει εἶσθαι ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ἀπέναντι τοῦ δεδικασμένου· σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι παραβαίνοντες τὸν κανόνα τοῦ δεδικασμένου θέτετε εἰς ἀμφιβολίαν τὰς πράξεις καὶ ἀποφάσεις σας· Θὰ ᾖναι ἄνευ ἀποτελέσματος ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν σήμερον μέλλετε νὰ ἐκφέρητε ἐπὶ τῆς παραδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως ἐκ μέρους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν καὶ 16 ἄλλοι βουλευταὶ μετ’ ἐμοῦ. «Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου ὑπουργείου περὶ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς· διότι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ καὶ αἱ συνδεόμεναι μετ’ αὐτῆς πράξεις του ἐσυζητήθησαν ἐν τῷ ἁρμοδίῳ χρόνῳ ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ περιεβλήθησαν μὲ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, αἱ ἀποφάσεις τῆς ὁποίας εἰς οὐδεμίαν ἀναθεώρησιν ὑπόκεινται.» Οἱ Βουλευταὶ Δ. Ζέγγελης, Ι. Ζαλλώνης, Π. Κ. Μανέτας, Καπιτσίνης, Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ν. Γκίκας, Β. Σκαλτσοδῆμος, Κ. Δυοβουνιώτης, Δ. Τσιτσάρας, Κ. Ζουλούμης, Ι. Καλογιάννης, Κ. Στεργιαλόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ι. Ν. Φλέσσας, Ι. Βαλασσόπουλος, Ι. Δ. Λέκκας. Τελειόνων τὸν λόγον, διότι ἀρκετὰ ἐξετάθην, ἐν ᾧ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μακρυγορήσω, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, λέγω ὅτι θεωρῶ ὅλως περιττὸν καὶ ἀνάξιον ἑνὸς κοινοβουλευτικοῦ σώματος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ὕβρεις, εἰς τὰς συκοφαντίας καὶ εἰς τὰς μομφὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεῤῥίφθησαν κατὰ προσώπων σεβαστῶν. Αἱ συκοφαντίαι, αἱ ὕβρεις αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσουν μέχρις αὐτῶν τῶν προσώπων· πρὸ πάντων δὲ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868, ὁ ἀξιοσέβαστος ἀρχηγὸς τῆς μεταπολιτεύσεως κ. Βούλγαρης, ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, ὥστε κἀμμία ὕβρις, κἀμμία μομφὴ, οὐδεμία συκοφαντία δὲν δύναται νὰ τὸν ἐγγίσῃ.
§224ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί, εἶναι ἀνεύθυνος;
§225ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ κ. Βούλγαρης ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας διὰ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε, προθύμως ἤθελε προσέλθει ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους καὶ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμὸν, ὅστις τὸν χαρακτηρίζει, ἤθελεν ἐκθέσει τὴν πολιτικήν του, τὰς ἐνεργείας του, τὰς πεποιθήσεις του· δὲν προσῆλθεν ὅμως, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή. Ἰδοὺ ὁ μόνος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἦλθε νὰ γίνῃ αὐτήκοος τῶν κατ’ αὐτοῦ μομφῶν καὶ συκοφαντιῶν, τὰς ὁποίας ἀφειδῶς ἐπέῤῥιψε μία ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὴ μερὶς, καὶ τὰς ὁποίας θὰ πληροφορηθῇ μετ’ ἀδιαφορίας, ἵνα μὴ εἴπω μετὰ περιφρονήσεως.
§226ΔΑΓΡΕΣ. Τί φρονεῖ ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ἡ μερίς του, ἔκαμε καλῶς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀποδεχθεῖσα τὸ πρωτόκολλον;
§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τούτου θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§228ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὁ κ. Βούλγαρης δὲν εἶχεν ἑτέραν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του ὑπὲρ αὐτοῦ, μόνον ἡ αὐταπάρνησις, τὴν ὁποίαν ἔδειξε, μὴ στέρξας νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς χεῖράς του, ἐν ᾧ παρεκλήθη νὰ τὴν κρατήσῃ, παραδεχόμενος τὸ πρωτόκολλον τῆς συνδιασκέψεως, τοῦτο μόνον ἤρκει νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν ὑψηλοτέραν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς (θόρυβος). Δὲν ἐξετάζω ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον παραδεχθὲν τὴν διακήρυξιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων· ὁ Κ. Βούλγαρης ὅμως, ἂν ἤθελε, ἠδύνατο νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἂν ἦτο φίλαρχος, ὅπως τὸν παρεστήσατε σεῖς (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα) ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ πολὺ καλὰ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας δεχόμενος τὴν διακήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁμοφώνως σύμπασα ἡ Εὐρώπη καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου....... (θόρυβος)· ἐνόμισεν ὅμως, ὅτι τοῦτο πράττων, δὲν ὑπηρετεῖ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, ὅτι ἤθελε διαψεύσει τὸ παρελθόν του καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτίμησε ν’ ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων. Μόνη λοιπὸν αὐτὴ ἡ περίστασις τοῦ νὰ ἀφήσῃ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας τὴν ἐξουσίαν, ἐν ᾧ ἠδύνατο νὰ τὴν κρατήσῃ, εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσαν ἀφειδῶς κατ’ αὐτοῦ οἱ συκοφάνται του.
§229Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ πρότασις νὰ τυπωθῇ, διότι εἴμεθα ζηλότυποι· τότε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, εἶπον ὅμως, ὅτι δίδομεν ὅλην τὴν συνδρομὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη διὰ νὰ εὕγῃ ἀπὸ τὸν λαβύρινθον, ἀλλὰ φυλάττομεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας.
§230Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως, καθότι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξεπλήρωσαν ἐντελῶς τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ἂν θέλετε καὶ μὲ ἀφθονίαν. Ἔλαβον ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τῆς παρουσίας αὐτῆς τῆς προτάσεως νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἀρχὴ συνταγματικῶς σόλοικος, ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον καὶ ἂν δὲν ἤμην ὑπουργὸς ἀλλ’ ἁπλοῦν μέλος τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι παύει ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν, διότι ἐπικυροῦνται αἱ πράξεις ὑπὸ μιᾶς πλειοψηφίας.
§231ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν μένουν ὑπεύθυνοι.
§232Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν ἀκολουθεῖ αὐτοὺς μέχρι παραγραφῆς τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἠμποροῦν πάντοτε ν’ ἀναζητηθῶσι, ν’ ἀνακριθῶσι καὶ καταδικασθῶσι. Τὰ μέλη ἑνὸς κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐπεκύρωσαν τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν πολιτικὴν ἑνὸς ὑπουργείου ἔχουν μόνον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν οὐχὶ νομικὴν, καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια μέλη δύνανται νὰ παρουσιάσουν ἐκ νέου ἀναψηλάφησιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς ἑνὸς ὑπουργείου καὶ νὰ δώσουν τὴν ἐναντίαν ψῆφον. Ἐκ τούτων τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ κοινοβούλιον, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι αἱ ἀληθεῖς συνταγματικαὶ ἀρχαὶ, ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι θέλει πράξει σφάλμα ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τὴν πρότασιν........ Ὡς προεῖπον, ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν δύναται πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν νὰ ἐξετασθῇ· δὲν εἶναι δὲ βεβαίως κατάλληλος ἡ σημερινὴ ἐποχὴ διὰ νὰ γίνῃ ἐξέτασις τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868 εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Β. λόγον· αὐτὸ εἶναι ἔργον καθαρὸν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἔσφαλε, ὅτι προσέβαλε τοὺς νόμους, ὅτι ἔβλαψεν ἐθνικὰ συμφέροντα τέλος· διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἔχει ἀπολύτως καὶ δὲν εἶναι βεβαίως οὔτε ἠθικὸν τοῦτο, οὔτε κατάλληλον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868 καὶ τοῦ 1869, ὅτι ἡ κυβέρνησίς του ἐκείνη προσέβαλε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἢ παρεβίασε τοὺς νόμους. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε καὶ οὓς ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν, ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι περισσότεροσν· κατὰ τοσοῦτο δὲ μᾶλλον οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως ὀφείλουν ν’ ἀποκρούσουν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, καθόσον θεωρεῖται, ὑποτίθεται πάντοτε εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη, ὁσάκις ἡ ἀντιπολίτευσις φέρει μίαν τροπολογίαν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐμφαίνει μίαν πλαγίαν μομφὴν καὶ κατὰ τῆς ἰδίας κυβερνήσεως. Ἑπομένως λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ συγχρόνως καὶ τὴν τροπολογίαν τῆς μειοψηφίας.
§233ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς εἰς ψηφοφορίαν, κύριε πρόεδρε.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ κηρύξω ἐξηντλημένην τὴν συζήτησιν;
§235ΟΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα ἤδη πρότασις καὶ αὐτὴν προτείνω εἰς ψηφοφορίαν, οἱ παραδεχόμενοι.......
§237ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σηκωθῆτε 15.
§239ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπογεγραμμένοι (θόρυβος).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν (Ἀναγινώσκεται).
§241ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ (Ὑπὲρ τοὺς 15 ἐγείρονται). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§242Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ φεισθῶσι χρόνου.
§243ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε......
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε ψηφολέκτας. (Προσέρχεται ὁ Κ. Ῥηγόπουλος).
§245ΛΕΚΚΑΣ. Δύω λέξεις, κύριε πρόεδρε· δὲν ἐννοῶ τὴν ἄπειρον ἐπιμονὴν τῶν κυρίων εἰς τὸ νὰ ζητῶσι τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· εἴπομεν ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει.....
§246ΤΙΝΕΣ. Μὰ κύριε πρόεδρε, ἔκλεισε ἡ συζήτησις.
§247ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας θὰ ὁμιλήσω. Σκοπίμως θέλετε νὰ χάνετε τὸν καιρόν; ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔκλεισεν ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω (θόρυβος)· τί ζητεῖτε νὰ ἀποδείξητε ὅτι εἴμεθα 17, τὸ ἠξεύρομεν, δὲν εἶναι ἐντροπή· ὅπως ὑπέγραψα, ἔχω τὴν γεναιότητα καὶ εἰς τὰς ἀγυιὰς νὰ νὰ τὸ εἴπω. Δὲν ἐντρέπεσθε! (μέγας θόρυβος).
§248ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν τῆς Ἀττικῆς, ὅτι, ὅταν πρέπῃ νὰ πάρῃ ἕνα κανονισμὸν νὰ διαβάσῃ, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι γίνεται πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ὅλα αὐτὰ ποῦ λέγει ἠμπορεῖ νὰ τὰ εἴπῃ εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ εἰς ἄλλους.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Κύριε Βαλασόπουλε, ὁρίσατε ἕνας ἀπὸ σᾶς ψηφολέκτης.
§250ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε καλλίτερα, ἀκριβέστερα ποία εἶναι ἡ πρότασις.
§252ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν ἠκούσαμεν (Ἀναγινώσκεται).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναρμοδιότητος λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§254ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ νὰ ἀνασυζητηθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς σημερινῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς παραδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου. (Γίνεται ἡ κατὰ τὸν κανονισμὸν ψηφοφορία).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121· οἱ 104 ἀπέῤῥιψαν τὴν πρότασιν, οἱ 20 ἦταν ὑπέρ. Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ πρότασις διὰ ψήφων 104 κατὰ 20. Ἔρχεται τώρα ἡ τροπολογία.
§256ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. (ὑπὲρ τοὺς 15 ἐγειρόμενοι) δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§257ΜΠΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι· (ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§258ΠΙΠΙΝΟΣ. Δι’ ἀναστάσεως;
§259ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§261ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§262ΛΕΚΚΑΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία, κ. Λομβάρδε, καὶ εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, ἐναντίον τῆς τάξεως.
§263ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἐξήγησις, πῶς θὰ ψηφοφορήσῃ ἕκαστος. Σοῦ λέγουν μερικοὶ, δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν καταψηφίσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ θέσις της ἐδῶ, ἄλλοι σοῦ λέγουν θὰ τὴν καταψηφίσω. Ἰδοὺ ἡ διαφορά.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Προκαλοῦμαι εἰς ἐξήγησιν. Χθὲς εἶπον, ὅτι νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἀλλὰ σήμερον ἀπέληξα εἰς ἄλλο συμπέρασμα, ἀφ’ οὗ εἷς τῶν βουλευτῶν ἀπέδωκε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν, ἤτοι ὅτι ἡ μὲν γνώμη τῆς πλειονοψηφίας σκοπεῖ νὰ βεβαιώσῃ τὸν κόσμον καὶ τὸν ἡγεμόνα, ὅτι θὰ τηρήσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν, ἡ δὲ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἔχει ἄλλον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν ὁ κ. Μίλησης, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος, ἔκτοτε ἐκηρύχθην κατὰ τῆς γνώμης τῆς μειονοψηφίας καὶ ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς τροπολογίας.
§265ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀναβαίνων τὸ βῆμα ποδοκροτεῖται καὶ ἕνεκα τοῦ μεγάλου θορύβου δὲν ἀκούεται).
§266ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἀφ’ οὗ ὑπέγραψα τὴν τροπολογίαν.
§267ΦΩΝΑΙ. Ψηφοφορία!!!
§268ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἔχομεν τὴν ἰδίαν ἰδέαν περὶ τοῦ συμβεβηκότος αὐτοῦ μὲ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐγκρίνομεν καὶ συμφωνοῦμεν, ὅτι καλὰ ἔκαμε καὶ ὑπέγραψεν. Ἡ τροπολογία δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν.
§269ΠΕΤΡΑΚΗΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§270ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΠΟΔΟΚΡΟΤΟΥΝΤΕΣ. Κάτω!
§271ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τὴν αὐτὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν, αὐτὴν δίδω καὶ ἐγώ· ἑπομένως παρατηρῶ ὅτι....(ἕνεκα ἐπανειλημμένων ποδοκροτημάτων καὶ τοῦ ἐκ τούτων θορύβου ὁ ῥήτωρ δὲν ἀκούεται).
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δοθεῖσα ἐξήγησις παρὰ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἐνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά.
§273ΔΑΓΡΕΣ. Κάμνω τὴν διασάφησιν, ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς τροπολογίας δὲν ἀποκλείει τὴν Βουλὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσεται ἐν καιρῷ.
§274ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνόμους!
§275ΛΕΚΚΑΣ. Βέβαια, διότι οἱ ἄρχοντές μας κατ’ ἐμὲ εἶναι πάντες ἔνοχοι. (Ἐνταῦθα γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατὰ τὸν κανονισμὸν ψηφοφορία).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 137, κατὰ τῆς τροπολογίας 97, ὑπὲρ 40, ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία. Ἀναγινώσκεται ἡ πρώτη, ἡ δευτέρα, ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη παράγραφος τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἐφ’ ἑκάστης αὐτῶν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας, ἔχουσαι ὡς ἑξῆς. Βασιλεῦ, «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μετ’ εὐφροσύνης εἶδον ἐν μέσῳ αὐτῶν τὴν Ὑμ. Μεγαλειότητα. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος κληθεῖσα ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης ν’ ἀποφανθῇ ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας, ἂν ἀποδέχηται τὰς ὑπ’ αὐτῶν ὁμοφώνως ἀνακηρυχθείσας ἀρχὰς τοῦ μεταξὺ Ἐθνῶν δικαίου, τὰς ἐγγραφείσας ἐν τῷ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων τούτων συνταχθέντι ἐν Παρισίοις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους πρωτοκόλλῳ, ἔπραξε συμφώνως πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ ἔθνους, παραδεχθεῖσα τὰς ἀρχὰς ταύτας, αἵτινες, εἰ καὶ στενὴν εἶχον συνάφειαν μετὰ καρτερικοῦ ἀγῶνος δεινοπαθούντων ἀδελφῶν, ὑπὲρ ὧν οὐδέποτε παύσεται ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφερομένη καὶ μεριμνῶσα, καὶ ἡ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὰς καρδίας πάντων ἡμῶν, οὐχ’ ἧττον καθίσταντο σεβασταὶ μετὰ τὴν ὁμόφωνον ἀνακήρυξιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν ῥηθεισῶν Δυνάμεων. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποδοχὴ τῆς ὁμοψήφου γνώμης τῶν Δυνάμεων τούτων ἐκτιμηθήσεται δεόντως ὑπ’ αὐτῶν καὶ καταστήσει αὐτὰς εἰς τὸ μέλλον εὐμενεῖς πρὸς τὸν ἱερὸν πόθον τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Ὑμ. Μ. συνετὴν ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγουμένου αὐτῇ δικαιώματος θελήσασα νὰ γνωρίσῃ τὴν ψῆφον τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδειξε διὰ τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας, μεθ’ ὧν διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ, ὅτι ἀσπάζεται τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν σώφρων ἐλευθερία ἑδραιόνει τὴν τάξιν καὶ κρατύνει τὸ φρόνημα ἁπάντων ὑπὲρ τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν, ὑπὲρ ὧν οὗτος πολλὰ ἐμόχθησε καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων σπουδαίως ἐνδιαφέρεται. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐξελέγχουσα τὰς ἐκλογὰς, ὁδηγὸν εἶχεν εἰς τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς τὴν αὐστηρότητα καὶ τὸ δίκαιον, φρονοῦσα ὅτι οὕτως ἐνισχύει τὴν ἐπ’ αὐτὴν πεποίθησιν τοῦ Ἔθνους. Χαίρομεν, Βασιλεῦ, πληροφορούμενοι ὅτι αἱ μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων σχέσεις τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος διατηροῦνται φιλικαί. Ἀναγινώσκεται ἡ 5η παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἡ ληστεία ἀπὸ πολλοῦ ἤδη θρασυνθεῖσα, δικαίως ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πεποίθαμεν δ’ ὅτι ἡ ἀποκλειστικὴ ἀνάθεσις τῆς καταδιώξεως τοῦ κακοῦ τούτου εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν καὶ τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἡ συνδρομὴ τῶν πολιτῶν ἕξουσιν εὐάρεστα ἀποτελέσματα· ἀλλὰ ταῦτα ὡς ἐκ τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς μεθορίου γραμμῆς ἔσονται μικρὰ, ἐὰν μὴ ἐκτελεσθῇ ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς γείτονος δυνάμεως ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας σύμβασις περὶ καταστολῆς τῆς ληστείας. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ αἰσθανομένη τὴν ἀνάγκην νομοθετικῶν τινων μέτρων χρησίμων εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, θέλει ἐξετάσει μετὰ προθυμίας καὶ προσοχῆς τὰ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὑποβληθησόμενα περὶ τούτου νομοσχέδια. Ἀναντιῤῥήτως δὲ ἡ ἀδυσώπητος τιμωρία τῶν ὑποθαλπόντων τὴν ληστείαν συντελέσει τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς μάστιγος ταύτης».
§277ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ἐξηντλήθημεν καὶ κατὰ τὴν ὑπομονὴν καὶ κατὰ τὰς δυνάμεις, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς παραγράφου αὐτῆς διὰ τὴν Δευτέραν, ἄλλως ἐπιμένω νὰ μὴ δοθῇ ὁ λόγος.
§278ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐμένα τὸν λόγον.
§279ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐμένα.
§280ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐμένα.
§281ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξ ἀρχῆς εἴπομεν νὰ περαιώσωμεν τὴν ἀπάντησιν καὶ κατόπιν εἰς κατάλληλον περίστασιν νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ ληστείας.
§282ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω· τὰ μέτρα περὶ ληστείας θὰ συζητηθοῦν δι’ ἰδιαιτέρου νόμου.
§283ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι πῶς χάνω τὸ δικαίωμα· εἶναι σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον καὶ τί μὲ ὠφελεῖ νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν Δευτέραν;
§284Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Εἴτε θέλετε τὴν Δευτέραν εἴτε ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, εἶμαι προθυμότατος ν’ ἀπαντήσω.
§285ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ἡ ἰδέα μόνον τοῦ νὰ γίνῃ λόγος ἐν τῷ Β. λόγῳ περὶ ληστείας εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε πρέπει νὰ συζητηθῇ προτοῦ δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλέα. Πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν ν’ ἀναβάλωμεν ἓν ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον;
§286ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἀναβάλλομεν.
§287Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Ἂς προσδιορισθῇ τὴν Δευτέραν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§288ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σὲ παρακαλεῖ ὅλη ἡ Βουλή.
§289ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἂν εὐαρεστῆται ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ τὴν πρώτην συνεδρίασιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου, διότι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ λίαν ἐκτεταμένως καὶ ὅλοι θὰ ὁμιλήσωμεν.
§290ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι, θέλοντες νὰ ὁμιλήσωμεν ἐκπληροῦμεν ἐντολὴν ἱερὰν 40,00 κατοίκων ὑποφερόντων διὰ τὴν λῃστείαν· δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν· δὲν ἔχομεν ἄλλο ἱερώτερον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσωμεν (θόρυβος). (Ὁ Κ. Χατζῖσκος καταβαίνει τοῦ βήματος.) Ἂν ὁ Κ. Χατζῖσκος ὑποχωρῇ ἐγὼ δὲν ὑποχωρῶ.
§291ΛΑΠΑΣ. Δὲν σοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ δημοκοπῇς· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐπαρχίας καθὼς ἐσὺ (διάλογοι περὶ τὸ βῆμα).
§292ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἔγινε μία πρότασις ν’ ἀναβληθῇ μετὰ τὴν ἀπάντησιν, διότι ἔχομεν ὅλοι τὸ αὐτὸ συμφέρον.
§293ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ ἔχωμεν τὴν Δευτέραν Βουλήν;
§294ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πῶς δὲν θὰ ἔχωμεν!
§295ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν Δευτέραν ἐξ ἅπαντος;
§296ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§297ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου· δὲν εἰμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον (θόρυβος καὶ διάλογοι παρατεταμένοι). Ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε, διότι εἶναι 250 αἰχμάλωτοι δι’ ἓν ἔτος.
§298Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ εἰς τὰ 1867 ἦσαν.
§299Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ δίδετε τὸν λόγον νὰ τοὺς πείσω ὅλους; Ἂν δὲν ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ οὔτε ἡ ἀπάντησις δὲν ἔχει ἰσχύν. Αὔριον νὰ γίνῃ συνεδρίασις ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις διὰ τὰ λῃστρικά.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἕτοιμα τὰ πρακτικά.
§301ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας παρακαθήμενοι πλησίον τοῦ νεκροῦ ὡς πάλαι ποτὲ αἱ μυροφόραι, τὸν ἐκλαύσαμεν ἐπὶ πολὺ, ἐκαταράσθημεν τὸν χάρον καὶ ᾐτιάθημεν τὸν ἰατρὸν (θόρυβος).
§302ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Νὰ ἐπέλθῃ ἡ τάξις, κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ ἀκούωμεν.
§303ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οἱ ὁποῖοι διὰ λόγων ἐκτεταμένων καὶ ἐπανειλημμένων ὡς καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἀθωότητά των καὶ τὴν εἰς τοὺς ἀντιπάλους των ἐνοχὴν περὶ τῆς θανούσης. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες (θόρυβος), ἡ ἡρωϊκὴ Κρήτη τῆς ὁποίας τὰ ἀνήκουστα μαρτύρια παρεπίκραναν τὴν καρδίαν μας δὲν ἀπέθανεν, ἀπέθανε διὰ νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ μετ’ ὀλίγον μεθ’ ὅλης τῆς μεγάλης Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταὶ, ὅ,τι δὲν ἔχει ἓν ἄτομον, ὅ,τι δὲν ἔχει ἓν ἔθνος εὔκολον νὰ τὸ μάθῃ καὶ ὁ φίλος καὶ ὁ ἐχθρὸς· ἀρκεῖ νὰ καταβάλῃ ὀλίγους κόπους καὶ ἔξοδα· ὅ,τι ἔχει ὅμως ἓν ἄτομον, ὅ,τι ἔχει ἓν ἔθνος δύσκολον ἢ ἀδύνατον νὰ τὸ μάθῃ εἴτε ὁ φίλος εἴτε ὁ ἐχθρός. Καὶ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἔχει πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ μάθῃ οὐδὲ ἡ Εὐρώπη, οὐδὲ ἡ Τουρκία· τῆς ἐλλείπουσιν ὅμως τρία τινα κυρίως, ἡ εὐμένεια τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ καλλιεργήσῃ τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον οἱ ἰσχυρότεροι τῶν ἰσχυρῶν εἶναι καὶ προστάται τῆς Ἑλλάδος καὶ κέκτηνται δικαιώματα τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους μας· ἐλλείπει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἄνωθεν· ἐλλείπει ἡ περίνοια καὶ ἡ προσοχὴ τῶν κυβερνώντων, τὴν ὁποίαν ἔχουν μὲν οἱ Ἕλληνες ἀλλ’ ὁ φατριασμὸς καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς δὲν ἀφίνουν νὰ ἐξασκήσουν. Προέταξα εἰς τὸν λόγον μου, κύριοι, αὐτὰ τὰ ὀλίγα, διότι καί τοι ζητήσας ἐγκαίρως τὸν λόγον, δὲν ηὐτύχησα νὰ τὸν λάβω ἐν δέοντι, διὰ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου ἐν ἐκτάσει, διὰ νὰ προσθέσω εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὴν πατρίδα μου, νὰ μὴ καταφεύγωσιν εἰς αἰτιάσεις, νὰ μὴ περιμένουν νὰ τοὺς ἀπωθοῦν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτὰ τὰ πράγματα. Πρόκειται, κύριοι, ἤδη περὶ ληστείας, περὶ δημοσίας ἀσφαλείας· ἀλλὰ τὶ νὰ σᾶς εἰπῶ, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω εἰδικῶς εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἐὰν δὲν ὁμιλήσω συνάμα καὶ περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι σήμερον ἀπονεμομένης δικαιοσύνης, διότι αὕτη συνδέεται στενώτατα μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂν καὶ εἶσθε ἐξηντλημένοι κατὰ τὴν ὑπομονὴν ἕνεκα τῶν πολλῶν ὡρῶν τῆς σημερινῆς μάλιστα ἐργασίας καὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος καύσωνος σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε, διότι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς κακῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος μας, περὶ τῆς ὁποίας ὅλοι ἔχετε τὸ αὐτὸ συμφέρον. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του ὠνόμασε τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ κράτους ἐπιούσιον ἄρτον. Ἐγὼ θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον νὰ μεταφέρω αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς τὴν ἀμερόληπτον, εἰς τὴν εὐσυνείδητον καὶ εἰς τὴν ἐγκαίρως ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης Ὅταν, κύριοι, ἔχωμεν δικαστήρια καλῶς κατηρτισμένα, καὶ ἀπὸ δικαστὰς ἀμερολήπτους, εὐσυνειδήτους καὶ νομομαθεῖς συγκεκροτημένα, ὅταν, λέγω, ἔχωμεν πλήρη δικαιοσύνην, ἀνεπηρέαστον καὶ εὐσυνείδητον, ἔχομεν ἀναμφισβητήτως τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἔχομεν καὶ πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, διότι καὶ ὁ στρατὸς ἔχει τὰ δικαστήριά του· ἔχομεν ἐκλογὰς νομίμους, καὶ βουλευτὰς γνησίους ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ· ἔχομεν οἰκονομίας, διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπομακρύνει ἐκ τῆς πατρίδος μας τὴν κατάχρησιν, τιμωρουμένων τῶν καταχραστῶν ὑπαλλήλων· ἔχομεν διοίκησιν δικαίαν καὶ πατριωτικὴν, διότι ἡ δικαιοσύνη ἐπίσης ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πατρίδα μας τὴν αὐθαιρεσίαν, τὴν πίεσιν, τὴν δωροδοκίαν ἀπὸ τοὺς καταχραστὰς ὑπαλλήλους καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἔχομεν θετικὴν ἐσωτερικὴν ὕπαρξιν, ἐξωτερικὴν ὑπόληψιν. Ὅταν, κύριοι, δὲν ἔχωμεν δικαιοσύνην πλήρη, πιστεύσατε τότε ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε. Ναὶ ἔχωμεν πολλὰ καλὰ γραμμένα εἰς τὸ χαρτὶ, ἀλλὰ πράγματι δὲν ἔχομεν οὐδὲν πλῆρες· καὶ εὐλόγως, κύριοι, ὀνομάζουν τινὲς τὸ Βασίλειόν μας χαρτοβασίλειον Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν νὰ πραγματευθῶ κατὰ πρῶτον περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι σήμερον δικαιοσύνης, περὶ τῶν δικαστηρίων, καὶ ἑπομένως ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ γείνω καταληπτὸς, διὰ νὰ φθάσω κἄπως κανονικώτερον εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ συμπεράσματά μου θέλω ἀνατρέξει ἐπί τινων σχετικῶν προηγουμένων. Ἐὰν, κύριοι, ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν παρελθουσῶν βουλευτικῶν συνόδων καὶ περιόδων, ἀφ’ ἧς ἐσυνταγματίσθη ἡ Ἑλλὰς, θὰ ἀπαντήσητε σπανιώτατα νὰ γίνεται λόγος περὶ δικαστῶν, καὶ πολὺ περισσότερον περὶ δικαστηρίων· καὶ ἂν ἐγένετο λόγος, ἐγένετο μετὰ πολλῆς λεπτότητος καὶ μετὰ τοῦ δέοντος σεβασμοῦ πρὸς τὰ μέλη τῆς τρίτης δυνάμεως τοῦ Κράτους, τουτέστι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ δὲ λόγος περιεστρέφετο, ὅτι ὁ δεῖνα δικαστὴς εἶναι δικαστὴς ἀμερόληπτος, τίμιος, εὐσυνείδητος, ἀλλὰ στερεῖται νομικῶν γνώσεων, καὶ ὡς ἐκ τούτου χωλαίνει ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ καὶ ἄλλοι ῥήτορες ἔλεγον, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιόν μας νομομαθεῖς, μετ’ ὀλίγον ἐπανέρχονται ἐκ τῆς Εὐρώπης νομομαθεῖς, καὶ ἡ πατρίς μας θέλει ἔχει τότε τὰ δικαστήρια τῶν προγόνων μας. Τὰς πεποιθήσεις ταύτας, τὴν καλὴν ταύτην ἰδέαν τοῦ κοινοῦ περὶ τῶν δικαστηρίων μας ἐκείνων τὴν εὑρίσκετε; εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς τελευταίας συνελεύσεως· ἡ ἐθνοσυνέλευσις θέλουσα νὰ ἔχῃ ἡ πατρίς μας ἐκλογὰς νομίμους καὶ βουλευτὰς γνησίους ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, κατέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν αὐτῶν· ὁ δὲ ἐκλογικὸς νόμος μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου.
§304ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τὶ ὁμιλεῖτε, κ. Χατζῖσκε; ποῖος θὰ σᾶς ἀκούσῃ;
§305ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀποτείνομαι εἰς τὰ θρανία.
§306ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Ῥούμελης βουλευταὶ δὲν ὑπάρχουν νὰ ἀκούσουν τὰ παράπονα, δὲν ἐνδιαφέρονται διόλου περὶ τῶν παθημάτων ἡμῶν· τὶ ὁμιλεῖτε;
§307ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ παράπονα πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως· γίνονται αὐτὰ διότι εἴμεθα παράκαιροι· (θόρυβος).
§308ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θέλομεν πρακτικὰ ἀποτελέσματα· θεραπείαν· (θόρυβος).
§309ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, κ. Χατζῖσκε, δὲν θέλετε δι’ αὔριον ἐκτάκτως νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον;
§310ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§311ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἀπαρτία, εἶναι.
§312ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔρχεται ἡ πρώτη περίοδος καὶ (θόρυβος). Ἔρχεται ἡ δευτέρα περίοδος, καὶ τὰ κρούσματα ἐκεῖνα...
§313ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Μίαν στιγμὴν, κ. πρόεδρε, ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος παρατηροῦν ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀκούσωσιν καὶ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, προτείνω καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν ἀγορεύοντα νὰ διακόψῃ, καὶ παρακαλοῦμεν, χάριν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης ὅλους τοὺς βουλευτὰς νὰ ἔλθωσι τὴν Δευτέραν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§314ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§315ΤΙΝΕΣ. Αὔριον μάλιστα.
§316ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, διακόπτω τὴν ὁμιλίαν μου ἐδῶ, καὶ μένω τὴν Δευτέραν νὰ ἐξακολουθήσω.
§317ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ θυμοῦ ἀναπηδῶν ἐπὶ τὸ βῆμα). Ἐγὼ δὲν διακόπτω τὴν ὁμιλίαν μου, ὡς ὁ προαγορεύσας, οὔτε ἐνδίδω εἰς τὰς παρατηρήσεις σας.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§319ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν ἔχω.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατέ τον, δὲν τὸν ἔχετε· δὲν εἶσθε σεῖς παρακαλῶ· μὴ κάμνωμεν οὕτω.
§321ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ὠφείλετε νὰ μὲ ἐγγράψητε.—Κύριοι, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, διότι μετ’ ἀγανακτήσεως προκαλῶ συζήτησιν τὴν ὁποίαν ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τῆς ὥρας θέλουσί τινες νὰ ἀναβάλωσι, σᾶς βεβαιῶ ὅμως ὅτι, ὅταν πρὸς στιγμὴν συλλογισθῆτε ὅτι οὐδεὶς τόπος εἶναι δυστυχέστερος τῆς πατρίδος μου, ὅτι ἀπὸ καμμίαν ἄλλην ἐπαρχίαν δὲν ἀπήχθησαν 250 περίπου αἰχμάλωτοι πρὸ 2 ἐτῶν, ὅτι καμμία ἐπαρχία δὲν ἐπλήρωσε λύτρα ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου (θόρυβος), βεβαιωθῆτε ὅτι αἱ διακοπαὶ εἰς τίποτε δὲν θὰ σᾶς ὠφελήσουν· ἐὰν ἐξακολουθῆτε οὕτω, θὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ θὰ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον μὲ παρακινεῖ νὰ ἐπιμείνω ἵνα φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως· καὶ ὄχι προσωπικότης τις, ὡς τινες δυνατὸν νὰ ὑπέθεσαν· εἶπα λοιπὸν ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐπαρχία εὑρίσκεται εἰς ἀθλιεστέραν κατάστασιν, ἀπὸ οὐδεμίαν ἄλλην ἐπαρχίαν ἐλήφθησαν ἀγέλαι αἰχμαλώτων, οὐδεμία ἄλλη ἐπλήρωσεν ἑκατομμύρια λύτρων. Μετὰ ταῦτα μὴ ὑποθέσητε ὅτι δὲν θὰ καταλήξω εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα (θόρυβος). Ἀφήσετέ με, σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτητε, βλέπετε ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος, ὅστις ταράσσομαι.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καθήσετε σᾶς παρακαλῶ· κάμετε ἡσυχίαν· μὴ διακόπτετε.
§323ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θέλετε, κύριοι, νὰ μάθητε ποῖος τόπος καλῶς διοικεῖται; προσέξατε εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἐρωτήσατε ἐὰν εἴς τινα τόπον ὑπάρχῃ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ἐὰν μάθητε ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ὁ τόπος ἐκεῖνος βεβαιωθῆτε ὅτι εἶναι εὐδαίμων. Θέλετε νὰ μάθητε, ποῖος τόπος διατελεῖ εἰς δυσπραγίαν; μάθετε τὰ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας του, ἂν πληροφορηθῆτε ὅτι αὕτη χωλαίνει καὶ περιπλέον ὅτι εἶναι οἰκτρὰ, ὁ τόπος ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀθλιέστερος καὶ πάσης μερίμνης ἄξιος. Τὸ πρῶτον λοιπὸν γνώρισμα τῆς εὐημερίας τόπου τινος εἶναι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, αὕτη εἶναι ὁ κρῖκος ὁ συνδέων τὸ ἄτομον μὲ τὴν πολιτείαν. Ἄνευ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας οὔτε ἐμπόριον ἔχετε, οὔτε πλούτη, οὔτε συγκοινωνίαν, οὔτε διανοητικὴν ἐλευθερίαν. Τὸ ἄτομον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκέπτηται ἀεννάως περὶ τῆς ἱερᾶς συντηρήσεώς του καὶ περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν ὀφείλει νὰ προλάβῃ τὸν ἐπαπειλοῦντα αὐτὸ κίνδυνον κακούργων, καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, ὁ νοῦς ταπεινοῦται, δουλοῦται. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἐλεεινὴν εὑρίσκεται ὁλόκληρος ἡ Ῥούμελη, ἰδίως ἡ Φθιῶτις, τῆς ὁποίας εἶμαι ἀντιπρόσωπος· ἐκπληρῶ, κύριοι, ἱερὰν ἐντολὴν 45,000 κατοίκων, παριστάμενος σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέτων ὑπ’ ὄψίν σας δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μου καὶ δι’ ἐναργῶν ἀποδείξεων, τὴν δυσπραγίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἀπό τινος χρόνου ἡ πατρίς μου. Ἐὰν ἤθελα παραλείψει τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἤθελον εἶμαι ἔνοχος προδοσίας· ἀνάξιος δ’ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ἐὰν δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τῶν δυστυχημάτων της· καὶ ἦτο χλεύη αὐτόχρημα, ἡ ἰδιότης τοῦ ἀντιπροσώπου. Εὐδαίμων, κύριοι, εἶναι ἡ Πελοπόννησος, εὐδαίμονα εἶναι τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος· δυστυχὴς εἶναι ἡ Ῥούμελη καὶ δυστυχεστάτη ἡ Φθιῶτις. Τόσον μεγάλα εἶναι τὰ δεινὰ, τόσον ποικίλα καὶ πολυειδῆ, τὰ ὁποῖα καταμαστίζουν τὸν τόπον, ὥστε μὲ συνταράττουν ὁλόκληρον, καὶ ἄλγος βαρὺ κατέχει τὴν καρδίαν μου· σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας μου προσέφερα τὸν ἑαυτόν μου πρῶτον θῦμα· καὶ σᾶς τὸ λέγω ἐν συνειδήσει καὶ κατανύξει ψυχῆς. Ἔλθετε Κύριοι εἰς τὴν Φθιώτιδα· βαδίσατε ὀλίγα βήματα, καὶ τὸν πρῶτον πολιὸν γέροντα ὃν θὰ ἀπαντήσητε ἐρωτήσατέ τον, διατὶ γέρων ἐκτείνεις ἱκέτιδα χεῖρα; καὶ θέλει σᾶς ἀπαντήσει, χθὲς ἤμην εὐτυχὴς, ἔζων ἐκ τῶν ἔργων μου, ἀλλ’ οἱ λῃσταὶ μὲ κατέστησαν ἐπαίτην, φονεύσαντες τὰ τέκνα μου, τὴν βακτηρίαν τῶν γηρατείων μου καὶ διαρπάσαντες τὴν περιουσίαν μου. Προχωρήσατε ὀλίγα βήματα καὶ θὰ ἀπαντήσητε μελανείμονα νεάνιδα, βαστάζουσαν εἰς μὲν τὴν ἀγκάλην θηλάζον τέκνον εἰς δὲ τὴν δεξιὰν μικρὸν παῖδα· μὴ πρὸς θεοῦ τὴν ἐρωτήσητε διὰ τί εἶναι ἐπαῖτις· οἱ λῃσταὶ ἐφόνευσαν τὸν σύζυγόν της καὶ ἀπωρφάνευσαν τὰ ἀθῶα πλάσματα. Προχωρήσατε ὀλίγον παρακάτω, καὶ θέλετε ἀπαντήσει ὅμοια πλάσματα. Ἀνὰ πᾶν στάδιον θέλετε μανθάνει ἓν λυπηρὸν δυστύχημα, θὰ σᾶς παρακολουθῇ ἡ διήγησις μιᾶς αἰχμαλωσίας, μία λῃστεία, ἑνὸς φόνου, ἑνὸς ἐμπρησμοῦ, μιᾶς δῃώσεως χώρας. Βλέπετε, λοιπὸν πόσον λυπηρὰ εἶναι ἡ θέσις μου, πόσον δίκαιον ἔχω νὰ σᾶς παρακαλῶ καὶ νὰ ἐπιμένω νὰ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς· διότι, κύριοι, δὲν ἀπέρχεται νὺξ τὴν ὁποίαν ἓν θλιβερὸν συμβεβηκὸς δὲν παρακολουθεῖ. Δὲν συνεπληρώθη, κύριοι, ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον 50 παῖδες τοῦ ἀλληλοδιδακτικοῦ σχολείου Γαρδικίου ἀπήχθησαν ἀγεληδὸν αἰχμάλωτοι καὶ μετὰ τοῦ διδασκάλου, μετεφέρθησαν εἰς μικρὰν ἀπόστασιν τοῦ χωρίου καὶ ἐκεῖ ἐκρατήθησαν δέκα, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπελύθησαν· τὰ αἰχμαλωτισθέντα ἐκρατήθησαν νομίζω 45 ἡμέρας, καθ’ ἃς οἱ δυστυχεῖς γονεῖς ἔτρεχον νὰ προμηθεύσουν τὰ λύτρα· ἐκ τῶν τέκνων τούτων δύο ἐσφάγησαν ὡς ἀρνία, τοῦ ἑτέρου ἀπεκόπη ἡ ῥὶς, καὶ ἑτέρου τὸ οὖς. Ἐπικαλοῦμαι τῆς μαρτυρίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶδεν αὐτὸν, διότι ἤθελε νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸν ἐθεώρησεν ἀνίκανον διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὠτός· ὁ δὲ ὑπουργὸς, καλῶς ποιῶν, τοῦ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ καταταχθῇ ὡς ἀντικαταστάτης, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ λύτρα του. Δὲν εἶναι ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον 10 κάτοικοι τοῦ χωρίου Κομποτάδων ἀπήχθησαν εἰς αἰχμαλωσίαν ὡς ἄγεται εἰς τὸ σφαγεῖον ἀγέλη βοῶν· τεσσαράκοντα ἡμέρας διεπραγματεύοντο οἱ ταλαίπωροι συγγενεῖς των νὰ πληρώσωσιν εἰς τὰ θηρία 15,000 δρ. λύτρα· δὲν συμπληροῦται ἔτος καθ’ ὃ 10 κάτοικοι τοῦ χωρίου Μάκρεσι καὶ Χαλῆλι ἀπήχθησαν αἰχμάλωτοι ἀπὸ τὰ ἁλώνια ὅπου συνεκόμιζον τοὺς καρπούς των. Μοῦ εἶναι, κύριοι, εὔκολον νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω τὰς αἰχμαλωσίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, ἀλλ’ εἶναι θλιβερὸν νὰ ἐπαναλάβω 250 τοιαῦτα τραγικὰ δυστυχήματα· δὲν βλέπω δὲ καὶ τὴν ἀνάγκην, ἀφοῦ οὐδεὶς δυσπιστεῖ, οὐδεὶς ἀντιλέγει καὶ καθ’ ἑκάστην διὰ τοῦ τύπου λαμβάνετε πλήρη γνῶσιν.
§324ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Καὶ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα....
§325ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ αὐτὰ θὰ τὰ εἰπῶ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι. Δὲν ἐσυνείθισα εἰς τὸν βίον μου παρὰ νὰ λέγω ἀληθείας, καὶ νὰ μὴν ἀφαιρῶ ἀπὸ κανένα τὸ δίκαιον.
§326ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐνθυμήσω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐλησμονήσατε.
§327ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἐπιμείνω ἀριθμῶν ἓν πρὸς ἓν τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἀπό τινος καιροῦ, δὲν θὰ μοὶ ἀρκέσῃ ὁλόκληρος ἡ ἡμέρα αὕτη· Πρέπει ὅμως νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι εἰς τοιαύτην θέσιν εἶναι οἱ κάτοικοι, ἀπὸ τοιοῦτον φόβον λίαν δικαίως κατέχονται, ὥστε οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, καὶ νὰ μεταβῇ ὀλίγον μακρὰν, ἐὰν δὲν ᾖναι περιφρουρημένος μὲ 10 λόγχας, δέκα δηλ. στρατιώτας, Μόλις ὁ ἥλιος δύει καὶ αἱ θύραι τῶν οἰκιῶν μας εἶναι κλεισταὶ καὶ εἰς πάντα κτύπον πρέπει νὰ ἐρωτῶμεν, τίς εἶναι; φίλος ἢ ἐχθρός; καὶ νὰ ἐρευνῶμεν καλῶς τὰ κατ’ αὐτὸν καὶ τότε νὰ ἀνοίγωμεν. Ὀφείλω δὲ, κύριοι, εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν νὰ παραλείψω καί τινα ἄλλα, ἕνεκα σπουδαιοτέρων λόγων τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως πάσχομεν μόνον; τὸ δυσάρεστον καὶ λυπηρὸν δι’ ἡμᾶς, τὸ ὁποῖον ὀφείλετε μετ’ ἴσης ἀγανακτήσεως νὰ ἀκούσετε, εἶναι ὅτι καὶ συκοφαντούμεθα. Συνέβη ὥστε ἀνάξιοι ὑπάλληλοι καὶ ἀνίκανοι, οἱ ὁποῖοι διῆλθον πολλάκις διὰ νὰ κερδίσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἀφ’ οὗ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ἀφ’ οὗ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς ἕνα τελικὸν σκοπὸν, ἐσυκοφάντησαν αἰσχρῶς τὸν τόπον. Εἶπον ὅτι ὁ τόπος ὑποθάλπει τὴν λῃστείαν· οὐδεὶς ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ εἶναι ὅστις δὲν προμαχεῖ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως· προσεφέραμεν, κύριοι, καὶ βραχίονας, καὶ στήθη, καὶ περιουσίαν. Ἐπικαλοῦμαι τὸν βουλευτὴν Τριχωνίας Κ. Σκαλτσοδῆμον, ὅταν ἦτον ἀρχηγὸς ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ μεταξὺ λόγων μοῦ ἐζήτησε τὴν συνδρομήν μου· τῷ εἶπα, εὐχαρίστως θὰ σᾶς προσφέρω τὸν βραχίονά μου, καὶ διάταξέ με νὰ ὑπαχθῶ ὑπὸ τὴν διοίκησιν οἱουδήποτε ἀποσπασματάρχου· εἶναι παρὼν καὶ τὸν προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν δὲν ᾖναι ἀληθές· αὐτοπροσώπως ἐδέχθην νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολαυῆς. Εἶμαι ἐγὼ στρατιώτης; ὄχι· ἀλλ’ ἕως αὐτοῦ τοῦ σημείου συντρέχουσιν οἱ κάτοικοι, οἵτινες αἰσχρῶς ἐσυκοφαντήθησαν ἀπὸ ἀνικάνους, ὡς εἶπον, ὑπαλλήλους. Καὶ θέλετε, κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, τὰ ἀπελπιστικὰ νὰ μὴ τὰ μάθῃ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἐκεῖνος ὅστις ἔχει τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ μέριμναν ὅλων ἡμῶν; Ὄχι, ἡ σιγὴ τοῦ βήματος δι’ οἱονδήποτε λόγον εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς πατρίδος. Ἐὰν αὕτη δὲν ἐπεκράτει, δὲν ἤθελε φθάσει εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν αὐτὴν θέσιν ἡ πατρίς. Τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι, κύριοι, δι’ ἡμᾶς ὁ μόνος ὅρμος, ὁ μόνος λιμήν, ἡ μόνη ἄγκυρα, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὰ ἐλπίδας ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος, τὸ βῆμα τοῦτο· αὐτὸ τὸ βῆμα μᾶς ἐναπομένει διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν θύελλαν, ἀπὸ τὴν καταιγίδα. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ ἐξεγείρω αὐτὴν τὴν φωνήν, τὴν ὁποίαν ἐξήγειρον, νὰ προκαλέσω ἐπὶ τοσοῦτον τὴν προσοχήν σας, δι’ ἣν, κύριοι, σᾶς ὀφείλω χάριτας καθ’ ὅσον βλέπω εἰς ὅλων ὑμῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν λύπην ἀφειδῶς διαχυθεῖσαν, ἤθελα παραλείψει τὸ καθῆκον μου· ὀφείλομεν ὅμως, κύριοι, ἅπαντες ἀπὸ κοινοῦ δι’ ἔργων νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὸν ἀτυχῆ τόπον μας. Πρέπει, κύριοι, νὰ συντομεύσω τὸν λόγον, καὶ διότι ἡ ὥρα εἶναι πολύτιμος, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ τελειώσωμεν τὴν εἰς τὸν Β. λόγον ἀπάντησιν, καὶ διότι πρέπει νὰ σεβασθῶ καὶ τὴν ὑπομονήν σας. Δέον ὅμως πρὶν κατέλθω νὰ σᾶς τὸ εἴπω καθαρὰ καὶ διαῤῥήδην, ὅτι ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, τῆς ὁποίας δὲν εἶμαι πολιτικὸς φίλος, κατέβαλε κόπους καὶ ἐπιμελείας, ὥστε ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Φθιώτιδι διατελεῖ σήμερον εἰς καλλίτερον σημεῖον ἀφ’ ὅ,τι προτήτερα· δὲν ἐννοῶ ὅτι ἐξέλιπεν ἡ λῃστεία, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος ἐβελτιώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ εἴπω ὅτι ἀπολαύει ἤδη ὁ τόπος ἡσυχίας οὐδὲν ἧττον ὅμως σημεῖα καλλιτερεύσεως πρὸ πολλοῦ ἀνεφάνησαν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη χαλάρωσις τῶν ἀναγκαίων μέτρων, διότι ἄλλως εὐθὺς ἐπανέρχεται ἡ πρώτη κατάστασις, ἴσως καὶ χείρων. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ ἐγείρω φωνὴν ἠχηρὰν, ἵνα ἀπὸ τοῦ περιβόλου τούτου ἀντηχήσῃ εἰς τὴν εὐαίσθητον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καρδίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν δὲν λάβωμεν ταχύτατα μέτρα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν λαόν. Καὶ ἀλλοίμονον δὲ καὶ εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς συμπολίτας μου, οἵτινες κατοικοῦμεν τὴν Φθιώτιδα. Ἐὰν δέ ποτε ἀκούσητε, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος δίδει συνδρομὴν εἰς τὴν λῃστείαν, μὴ τὸ πιστεύσητε διότι εἶναι λαὸς φιλήσυχος καὶ φιλόνομος. Ἐὰν δὲ καί τις πράξῃ τὸ τοιοῦτον, βεβαίως θὰ τὸ πράξῃ ἐξ ἀνάγκης. Καὶ ἐδῶ ὀφείλουσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὦσι προσεκτικοὶ ἵνα μὴ καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἀδίκως πάσχῃ ὁ λαὸς (Δὲν ὑπαινίττομαί τινα τῶν ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων). (Διάλογοι) — Φέρω ὅθεν, κύριοι, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐὰν αὕτη, χωρὶς νὰ προσκρούῃ εἰς ὑψηλότερα συμφέροντα δύναται νὰ καθέξῃ θέσιν, καὶ ἐὰν καὶ ἡ Κυβέρνησις ᾖναι σύμφωνος ἤτοι. «Εἰς τὴν § παρακατιὸν τῆς ἐκφράσεως ἡ «λῃστεία ἀπὸ πολλοῦ ἤδη θρασυνθεῖσα δικαίως ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως» νὰ προστεθῶσιν· «ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ καθῆκον ἀπαραίτητον ἐξηγοῦσα ὅτι αἱ παραμεθόριοι ἐπαρχίαι δεινῶς πάσχουσιν ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς λῃστείας καὶ ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Ὑμ. Μ. ἐπικαλουμένη.»
§328ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε σκοπὸν νὰ ἐκφράσετε δυσπιστίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§329ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§330ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοιουτοτρόπως ἐκφράζετε δυσπιστίαν.
§331ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν οὕτω φρονῇ ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μεμφθῶ καμμίαν Κυβέρνησιν, ἐκπληροῦσαν εἰλικρινῶς τὸ καθῆκον της καὶ ὑπηρετοῦσαν τὴν πατρίδα.
§332ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Διατί τὴν μεθόριον γραμμὴν καὶ ὄχι ὅλην τὴν Στερεάν;
§333ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐπίστευον νὰ μοὶ κάμετε τοιαύτην ἐρώτησιν, διότι ἐννοῶ ὅλην τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα.
§334ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, διέκοψα τὸν λόγον διὰ τὴν Δευτέραν ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς.
§335ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§336ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν περὶ ληστείας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν.
§337ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχετε μίαν τροπολογίαν μικρὰν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε.
§338ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τροπολογίας καιρὸν τόρα, διότι τότε δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§339ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§340ΕΤΕΡΟΙ. Διαβάσατε τὴν ἀπάντησιν, κύριε πρόεδρε.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης ἔχει κἀνεὶς ἔνστασιν;
§342ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§344ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἡ Βουλὴ, ὁδηγὸν ἔχουσα τὴν φειδὼ ἄνευ βλάβης τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ἐπιληφθήσεται μετὰ προσοχῆς τῆς ἐξετάσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὑποβληθησομένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ ἔτους 1870. Ἀναγνωρίζουσα δ’ ὅτι σειρὰ γεγονότων καὶ τὸ ἱερὸν καθῆκον τῆς περιθάλψεως τῶν προσφυγόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀδελφῶν διετάραξαν τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπήνεγκον τὴν βλαπτικὴν διὰ τὸν τόπον ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, εὔχεται ὅπως αὕτη μὲν ἀρθῇ, ἡ δὲ ἰσοῤῥοπία τῶν οἰκονομικῶν ἐπανέλθῃ ταχέως, διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν μετά τινα χρόνον καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἐν αἷς πρώτην βεβαίως θέσιν κατέχει ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ὑπὲρ ἧς ἀναντιῤῥήτως συντελέσει καὶ ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων.
§345Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Λομβάρδος ἔντιμος Βουλευτὴς τῆς Ζακύνθου προτείνει μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν παράγραφον ταύτην, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ Λομβάρδου, ἥτις ἐκφράζει ζωηρότερα καὶ διὰ χρωματισμοῦ ζωηροτέρου τὴν ἰδέαν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸν Β. λόγον καὶ τὴν ἀπάντησιν. Ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τῆς τελευταίας περιόδου, τουτέστι ἀντὶ τῶν ἑξῆς «διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν κτλ. μετά τινα χρόνον καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἐν αἷς πρώτην βεβαίως θέσιν κατέχει ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ κράτους, ὑπὲρ ἧς ἀναντιῤῥήτως συντελέσει καὶ ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων». Θὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ γραμμαὶ αὗται καὶ θὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Λομβάρδου, ἔχουσα οὕτως. «Ἡ Βουλὴ μετὰ μεγίστης χαρᾶς ἤκουσε τὴν Υ. Μ. ἀναγνωρίζουσαν, ὅτι πρώτην κατέχει θέσιν μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ ἀνακηρύσσουσα τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην ὡς τὴν πρωτίστην τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἔθνους, θέλει ὑποστηρίξει πρόθυμος πάντα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προταθησόμενα αὐτῇ μέτρα καὶ θέλει παρέξει ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα τῇ ζητηθῶσι μέσα· ἐλπίζει δὲ ὡς καὶ ἡ Υ. Μ. ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων θέλει συντελέσει ὑπὲρ τῆς ταχείας ἱκανοποιήσεως τῆς πρώτης ἐθνικῆς ἀνάγκης».
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἠκούσατε, κύριοι, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ κύριος Λομβάρδος εἰς τὸ τελευταῖον.
§347ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἑβδόμην παράγραφον μὲ τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§349ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) Θεωροῦντες ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καθίσταται πληρεστέρα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἀνήκοντος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, μετὰ προθυμίας ἐπιληφθησόμεθα τοῦ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ὑποβληθησομένου περὶ τούτου νομοσχεδίου.
§350ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκταὶ καὶ αἱ ἑπόμεναι παράγραφοι, ὡς ἕπονται, καθὼς καὶ τὸ σύνολον. Ἡ ἐξασφάλισις τῆς τύχης τῶν λειτουργῶν τῆς ἐπικρατείας ὑπισχνουμένη τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, πρὸ πολλοῦ κατέστη ἀνάγκη δημοσία. Διὸ καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει ἐπιμελῶς τὸ εἰς αὐτὴν εἰσαχθησόμενον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Μετ’ ἐπιστασίας ἐπίσης ἐπιληφθήσεται ἡ Βουλὴ τῆς ἐξετάσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς ὑποβληθησομένων νομοσχεδίων περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἁρμονικωτέρας πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου διοργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Τὰ ὑποβληθησόμενα εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδια περὶ διατηρήσεως ἀκεραίου τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀποδειχθεισῶν ἀκαταλλήλων διατάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, περὶ τῶν πτωχεύσεων καὶ χρεωκοπιῶν, ἐξετασθήσονται παρ’ ἡμῶν μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ προθυμίας. Ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ ἀτελὲς τῶν παρ’ ἡμῖν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ αἰσθανομένη τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως αὐτῶν, προθύμως θέλει ὑποστηρίξει τό τε νομοσχέδιον περὶ τομῆς τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, καθὼς καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἀφορῶσαν τὴν τελειοποίησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἡμῶν, διότι οὕτως ἀναπτύσσεται ἡ ὑλικὴ πρόοδος τοῦ τόπου, τὸ ἀναπόσπαστον τοῦτο στοιχεῖον τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ. Ἡ ἀπόκτησις τοῦ δευτέρου Βασιλικοῦ Πρίγκηπος κρατύνουσα ἐπὶ μᾶλλον τὸν μετὰ τοῦ ἔθνους δεσμὸν τῆς Ὑμ. Μ. ἐνέπλησε χαρᾶς τὴν Βουλήν. Περιφρουρείη ὁ Θεὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν καὶ τηρείη αὐτοὺς ὑπὸ τὴν σκέπην Του.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τόρα θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῆς πρεσβεύσεως. (Ἐνταῦθα ἐγένετο ἡ κλήρωσις καὶ ἔλαχον οἱ κύριοι Ἰωάννης Καλογιάννης, Π. Τσαμάλας, Δ. Κουνουπιώτης Θ. Θερμογιάννης, Α. Ἴσκος, Θ. Κανακάρης, Ἀριστ. Λοιδορίκης, Κ. Στεργιαλόπουλος, Α. Διαμαντόπουλος καὶ Τσιριμῶκος.)
§353Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, κύριε πρόεδρε.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ, κύριοι. (ἀναγινώσκονται.)
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν;
§356ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται καὶ ἐγκρίνει αὐτά. Τὴν Δευτέραν ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 λ. 20.