1869.07.25
4.183 στίχοι · 35.994 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35.
Τῆς 25 Ἰουλίου 1869.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 8 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὑπάρχει τις ἀντίῤῥησις εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν ἢ δύο παρατηρήσεις εἶχεν ὁ Κ. Λομβάρδος τὰς ὁποίας ἐνεκρίναμεν, διότι δὲν εἶχον σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ σύστασις τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου, καθὼς γνωρίζετε, ἔχει ἕνα σκοπὸν ὑψηλὸν, ὠφέλιμον καὶ διὰ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους καὶ διὰ τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος πέμπει τοὺς ἀντιπροσώπους του. Εἰς τὰ στενογραφήματα καταχωροῦνται αἱ ἰδέαι, αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς καὶ ἑνὸς ἑκάστου βουλευτοῦ, καὶ πᾶσα παρεξήγησις γινομένη διαλύεται ὡς ἱστὸς ἀράχνης· αὐτὸς ὅμως ὁ θεσμὸς, ἵνα εἴπω οὕτως, αὐτὸ τὸ γραφεῖον κατήντησεν ἔργον ἀνωφελὲς, διότι πρὸ δύο χρόνων ἔχομεν νὰ ἴδωμεν τὰ στενογραφήματα τῆς Βουλῆς· ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ καὶ νὰ ἐκπληροῖ τὴν ἀποστολήν του ἢ πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ἐνόμισα ὅτι τὸ πρῶτον ἦτο μέτρον ἀναγκαῖον καὶ κατάλληλον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν ἂν ἦτον ἐφικτὸν νὰ διατηρηθῇ καὶ νὰ λειτουργῇ κατὰ τὴν ἀποστολήν του. Εἰς χεῖρας ἔχετε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τὰ προχθεσινὰ, τὰ ὁποῖα ἀπὸ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἦσαν ἕτοιμα, ἀλλ’ ἡ διανομὴ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, διότι ἔλειπε τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν τοῦ γραφείου· ἀλλὰ τό ἔργον εἶναι δυσχερὲς μὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, καὶ τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην. Ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι σύμφωνος ὅτι αὐτὸ τὸ γραφεῖον πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ ἐνισχυθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπαιτοῦνται τὰ ἑξῆς· ά) Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρακληθῇ νὰ προσδιορίσῃ ἓν τμῆμα τοῦ τυπογραφείου, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς νὰ ἐργάζηται νυχθημερὸν εἰς τὴν τύπωσιν τῶν στενογραφημάτων, διὰ νὰ ἐξέρχωνται τὸ πρωῒ καὶ νὰ τὰ ἀναγινώσκῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον νὰ μάθῃ τί τρέχει· βʹ. δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι παρὰ πέντε στενογράφοι καὶ ἡ ἐργασία αὐτῶν, ὁσάκις παρατείνεται ἡ συζήτησις, εἶναι δυσκολωτάτη, καὶ ἂν συμπέσῃ ν’ ἀσθενήσῃ εἷς ἐξ αὐτῶν τότε τὸ ἔργον πάλιν διακόπτεται· νομίζω, λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια τοῦ νὰ προσκολληθοῦν ἕνας ἢ δύο μαθητευόμενοι εἰς αὐτὸ τὸ γραφεῖον διὰ νὰ δυνηθῇ, ὁσάκις ἀπουσιάζει ὁ εἷς ἢ κωλύεται, νὰ ἔρχηται ἕτερος εἰς ἀντικατάστασιν. Τέλος παρατηρῶ, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὴν καλωσύνην ἅμα ἀγορεύσωσι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς δωμάτιον ἰδιαίτερον διὰ νὰ κάμουν τὰς διορθώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται εἴτ’ ἐξ ἀπροσεξίας τοῦ στενογράφου, εἴτε διότι δὲν ἤκουσε καλῶς, (αὐτὰ συμβαίνουν πανταχοῦ καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα), διὰ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ὁ τύπος νὰ ἐπιταχύνῃ. Ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ τὶ τρέχει· κατὰ τὸν ἐπιψηφισθέντα πέρυσι προϋπολογισμὸν τὸ προσωπικὸν τοῦ Τυπογραφείου περιωρίσθη κατὰ πολὺ εἰς τρόπον ὥστε τὰ μέγιστα δυσκολεύεται ἡ ὑπηρεσία καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην προσθήκης προσωπικοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πίστωσις· νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ προστιθῇ ποσόν τι διὰ τὴν προσθήκην ὀκτὼ, δέκα ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ προφθάνουν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§7ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅταν ἔγινεν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἀρκοῦν.
§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Οἱ ἐργάται αὐτοὶ θὰ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ Βουλὴ, κατόπιν θὰ παύωνται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκκρεμῆ καὶ πολλὰ ἄλλα ἔργα.
§10ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τότε τὸ προσωπικὸν θὰ κανονίσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ τύπωσις τῶν ξένων ἔργων.
§12ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Θὰ φέρω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ πᾶσα τύπωσις ἰδιωτικῶν συγγραμμάτων εἰς τὸ Β. Τυπογραφεῖον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διότι βλάπτονται καὶ τὰ ἰδιωτικὰ τυπογραφεῖα.
§14Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ, διότι οἱ ξενογράφοι πληρόνονται καὶ ἀφοῦ παύσῃ ἡ Βουλὴ· τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φέρει πρόσκομμα, εἶναι ὅτι τινὲς κύριοι λαμβάνοντες τὰ στενογραφήματα πρὸς διόρθωσιν τὰ κρατοῦν δέκα ἡμέρας. Ἄλλως τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀρκετὸν, δὲν βλάπτει δὲ ἂν τὰ στενογραφήματα ἔλθουν μετὰ πέντε ἡμέρας· δυνάμεθα νὰ τὰ λαμβάνωμεν καὶ εἰς βιβλία δεμένα ἔπειτα ἀπὸ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου· ἡμεῖς τὰ ἀκούσαμεν καὶ δὲν ἔχομεν τόσην περιέργειαν· αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἶναι πολλά. Τέσσαρες στενογράφοι εἶναι πολλοί.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀρκετοί.
§16Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν τὴν μίαν ἡμέραν ᾖναι πολλὰ στενογραφήματα, ἂς ἀναβληθοῦν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Πρὸς τὶ νὰ προσθέτωμεν ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους νὰ πληρόνωμεν; αὐτὰ τὰ γνωρίζω ὡς ἐκ τῆς πράξεως· ἔκαμα Πρόεδρος καὶ γνωρίζω τὸ πρᾶγμα.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φρονῶ ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δύναται νὰ φανῇ ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον πρὸ πάντων διὰ τῆς δημοσιότητος· ὅσον τὸ δυνατὸν πρέπει νὰ φωτίζηται ὁ τόπος καὶ ὁ κόσμος εἰς τὸ τὶ συμβαίνει ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅσον περισσότερον πρέπει νὰ βοηθῆται ἡ δημοσιότης· οἱαδήποτε δαπάνη δύναται νὰ γίνῃ εἰς τὸν τύπον καὶ θὰ ᾖναι δαπάνη ἡ ὁποία μὰ τὸ ναὶ δὲν θὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὰ οἰκονομικά μας, οἱαδήποτε δαπάνη καὶ ἂν ἤθελε προταθῇ, ἤθελον τὴν ὑποστηρίξει καὶ μάλιστα ἐκφράζω τὰς εὐχαριστήσεις μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἔβαλεν ὅλην τὴν συνήθη του δραστηριότητα, ἵνα ἔχῃ ἐνήμερον τὸ γραφεῖον εἰς τὰς συζητήσεις· τοῦτο πρέπει νὰ ἐξακολουθήσητε, κ. Πρόεδρε, τὴν μίαν ἡμέραν νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις καὶ τὴν ἑτέραν ἡμέραν νὰ δημοσιεύωνται διὰ νὰ μανθάνῃ ὁ κόσμος. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀνώτατοι δικασταὶ, ἀνώτατος δικαστὴς εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη, οὐχὶ τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι συνέρχονται εἰς τὰ θεωρεῖα, ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος, τῶν ἐπαρχιῶν, αὐτὴ πρέπει νὰ φωτίζηται, αὐτὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ συμβαίνοντα ἐδῶ μέσα καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ν’ ἀπεικονίζῃ τὶ γίνεται ἐδῶ μέσα καὶ νὰ ἐπανορθοῖ τὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα πίπτει ἡ δημοσιογραφία, παριστῶσα ἀντιθέτως τὰ πράγματα, φέρουσα οὕτω τὸν ἔλεγχον. Πρέπει ἀφοῦ, κ. Πρόεδρε, ἐλάβετε αὐτὸ τὸ μέτρον, διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς ἐκφράζω καὶ πάλιν τὰς εὐχαριστήσεις μου, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ φέρῃ καὶ καρποὺς καὶ τὰ τυπούμενα τὴν ἑπομένην ἡμέραν στενογραφήματα νὰ διανέμωνται. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ μίαν ἰδέαν ὅτι πρέπει εἰς ἕκαστον βουλευτὴν νὰ διανέμηται ἕνας ἀριθμὸς ὡρισμένος τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς, νὰ ἔχῃ δὲ ὁ ἀγορεύων προτίμησιν εἰς τοῦτο, νὰ διανέμηται δὲ ἡ ἐφημερὶς εἰς ὅλους τοὺς Δήμους, καθόσον δὲ, κύριοι, ἀφορᾷ τὸ ἔξοδον τοῦ χάρτου ἡμεῖς καταθέτομεν τὸ ἀνάλογον, καὶ εἰς τοὺς Δήμους, ἂν εἴπωμεν νὰ συνεισφέρουν κἄτι τι, εὐχαρίστως θὰ τὸ κάμουν, διότι θέλουν νὰ γνωρίζουν τὶ ἐνεργοῦμεν καὶ ποῦ βαδίζομεν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν πληρέστατα τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐπαναλαμβάνω τὰς πρὸς αὐτὸν εὐχαριστήσεις.
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναγινώσκουν τὴν ἐφημερίδα εἶναι ὀλίγοι, οἱ ἔξω περιμένουν ν’ ἴδουν τ’ ἀποτελέσματα τῶν πράξεών μας· ἄφετε τὰς προσωπικὰς ὠφελείας καὶ τὰ λόγια, πράξεις χρειάζεται νὰ ἰδοῦν, πράξεις (Θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἀρκούντως ἐξηγήθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ἦλθε δὲ καὶ ἀντίῤῥησις, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι σπουδαία οὔτε ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα· ποῖος ἠρνήθη ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πράξεις; ἀλλ’ αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι μυστικαὶ, μεταξὺ ἡμῶν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ᾖναι σύμφωνος.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Σύμφωνος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν παρεδέχθη (θόρυβος).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη, ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι.
§24ΣΕΡΒΟΣ. Ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου.....
§25ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγινε περὶ τῆς πρώτης προτάσεως;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη, τὸ προεδρεῖον εἶναι ὁμόφωνον.
§27ΦΛΕΣΣΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ (ἐγειρόμενοι). Δὲν παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§28ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ψηφοφορίαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμωμεν λοιπὸν τὸ ἀντίστροφον.
§30ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης εἶπεν, ὅτι ἡ μεγάλη βραδύτης προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι πολλοὶ τῶν βουλευτῶν λαμβάνουν τὰ στενογραφήματα καὶ βραδύνουν ἐπὶ δέκα ἡμέρας· παραδέχομαι τοῦτο διὰ μίαν στιγμὴν, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη εἶναι ἡ αἰτία τοῦ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ στενογραφήματα τῆς Βουλῆς τοῦ 1865; Ὑποστηρίζω πληρέστατα τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Λομβάρδου, τὴν ὑποστηρίζω δι’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Λομβάρδος ἀνέφερεν· ἡ οἰκονομία δὲν εἶναι ἀναγκαία νὰ γίνηται παρὰ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον δαπανᾷ ἄνευ λόγου. Ἐδῶ, κ. Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς εἶναι πολὺ σπουδαῖος, πολὺ ἱερὸς, ἀπορῶ δὲ διατί ταράττονται οἱ κύριοι ἀπὸ τὴν ταχεῖαν δημοσίευσιν τῶν στενογραφημάτων;
§31ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Δὲν μᾶς μέλλει πολὺ (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§32ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πράξεων καὶ οὐχὶ λόγων· ἀπὸ τὰ στενογραφήματα θ’ ἀποδειχθῇ ποῖος προτείνει πράγματα καὶ ποῖος ἀποῤῥίπτει (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἡ συζήτησις τῶν πολιτικῶν ζητημάτων ἐν τῇ Βουλῇ τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ γνώμη τῶν διαφόρων βουλευτῶν, καὶ ἴσα ἴσα διὰ τῆς ταχείας δημοσιεύσεως ζητεῖται νὰ μάθῃ ὁ κόσμος ποῖοι ζητοῦν πράγματα. Κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου.
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμόν. Πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ συζητῆται 24 ὥρας μετὰ τὴν ὑποβολήν της· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, κύριοι, ἐπὶ τούτου, διότι εἴμεθα διηρημένοι.
§34ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ βουλευτὴς Ἠλείας, εἶναι παράκαιρος καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω σοφιστική· ὡμίλησε δὶς ἤδη ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως· δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ, προκειμένου περὶ τοιούτων προτάσεων, καὶ νὰ ζητῶμεν οἰκονομίαν ὅπου αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ἄσκοπος· ἡ οἰκονομία τὴν ὁποίαν προτείνουν εἶναι ἐπιβλαβὴς, διότι ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία δαπανᾷ πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ τοῦ σώματος, πρὸς κατάρτισιν αὐτοῦ, δικαιοῦται νὰ μάθῃ τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή· ἡ ἐπαρχία δικαιοῦται νὰ μάθῃ τί εἶπεν ὁ βουλευτὴς καὶ τί ἐψήφισεν· ἡ πρότασις λοιπὸν αὐτὴ τῆς οἰκονομίας δὲν συνιστᾷ τοὺς προτείναντας, ἂς ἐπιφυλαχθοῦν ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ στηρίξωσιν οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν παραβλάπτουν τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας.
§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη· δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ καταχωροῦνται εἰς τὴν ἐφημερίδα καὶ τὰ πρωτόκολλα τῶν ψηφοφοριῶν.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἡ συζήτησις, μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας (θόρυβος).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, ἴσως δὲν ἔγεινεν ἀρκοῦσα ἐξήγησις· δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ μιᾶς μεγάλης δαπάνης· ἡ πρότασις τοῦ προέδρου περιστρέφεται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται νὰ καταρτίσῃ τὸ μέρος τοῦ ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνασχολῆται εἰς τὴν τύπωσιν τῶν στενογραφημάτων, 2) ἂν ἐγκρίνετε εἷς ἢ δύω νέοι νὰ προστεθοῦν δόκιμοι μαθητευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως οὔτε ἀντιμισθίαν δὲν θὰ λαμβάνουν.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ λαμβάνουν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ, θὰ ἔχητε ἕνα ἔλεγχον τῆς συνειδήσεώς σας, διότι ἡ ἐργασία εἶναι μεγάλη καὶ δυσχερής· ἂν πονέσῃ τὸ κεφάλι ἑνὸς στενογράφου ἔπαυσεν ἡ ἐργασία.
§41Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ........
§42ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδόλως ὁμιλεῖτε ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, καθὼς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Κρεστενίτης· ἡ παραδοχὴ τοῦ νὰ ἔχωμεν καὶ στενογραφημένα πρακτικὰ τῶν συζητήσεών μας ἐγένετο ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως· ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐφηρμόσατε ἡμεῖς, κ. πρόεδρε, νὰ δημοσιεύωνται τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἐγκαίρως· τώρα σήμερον ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν κανονισμὸν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν νὰ ἔχωμεν στενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ ζητοῦμεν νὰ παραλάβητε τὸ κατάλληλον ἀναγκαῖον προσωπικόν.
§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν.
§44ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί κανονισμόν; σήμερον πρόκειται νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς στενογραφίας.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσθέτω μάλιστα ὅτι σήμερον εἰς μάτην ἐξοδεύομεν, διότι ἔχομεν στενογράφους χωρὶς νὰ ἐκτυποῦνται τὰ στενογραφημένα πρακτικά.
§46ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐρωτήσατε πάλιν, κ. πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τοῦ γραφείου ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, παρουσιάσθη ἔνστασις· ἂς γίνῃ τὸ ἀνάπαλιν, οἱ μὴ παραδεχόμενοι...... (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν)
§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θέλομεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι νέα πρότασις.
§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν 15 ζητήσουν τὴν ὀνεμαστικὴν κλῆσιν, πρέπει νὰ γίνεται δεκτή.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κ. βουλευτὰ, τί ἐννοεῖτε;
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατυπώσατε ὑμεῖς τὴν ἰδικήν σας (θόρυβος).
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώσωμεν. ἠρωτήσατε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν κρίσιν της ἡ Βουλὴ ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν σας. Τινὲς λέγουν ὄχι, καὶ ζητοῦν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ζητοῦν ὅταν ᾖναι 15, λέγω δὲ ὅτι ἔχουν καὶ ἄλλο δικαίωμα, αὔριον ἂν θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν τὸ ζήτημα, τοὺς παρακαλῶ δὲ νὰ τὸ ἐπαναφέρουν διὰ γὰ λάβουν καιρὸν νὰ σκεφθοῦν, διότι ἂν σκεφθοῦν καλλίτερα θὰ ἰδοῦν ὅτι αὔριον δὲν συμφέρει νὰ τὸ κινήσουν, διότι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα πλέον νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰ Ἀγγλικὰ ἔθιμα, διότι ὅταν ἀκούσῃ ἡ Ἀγγλία, ὅτι ἐγένετο πρότασις περὶ μὴ δημοσιεύσεως, δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην ἐπικαλούμεθα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Θαυμάζω ὅτι γίνεται ἔνστασις διὰ τὸ φῶς· ὅστις θέλει τὸ σκότος ἂς κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς του.
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος θέλει διὰ χάριν προσώπων αὐτὴν τὴν πρότασιν. Κύριοι, μὴ χαλᾶτε τὸν κανονισμὸν, πρέπει νὰ γίνῃ πρότασις, πρέπει νὰ παρέλθουν 24 ὧραι, καὶ ἀφοῦ ἐκάματε πρότασιν, κ. πρόεδρε, ὑμεῖς πρέπει νὰ ἐβγῆτε, ἀπὸ τὴν θέσιν σας, νὰ ἔλθῃ ἄλλος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ κανονισμοῦ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σήμερον τηρεῖται πληρέστατα, τί ἄλλοτε ἐγένετο σεῖς τὸ ἠξεύρετε.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλοῦ γεγονότος, περὶ προτάσεως μηδαμινῆς, μὴ ἐχούσης σχέσιν μὲ τὴν ἀποστολὴν ἑκάστου ἡμῶν καὶ μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ κοινοβουλίου, δὲν ἤθελον βεβαίως λάβει τὸν λόγον, οὐδὲ φέρει γνώμην, ἤθελον ἀφήσει ἡμᾶς νὰ σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσητε. Ὅταν ὅμως ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος εἰσήγαγε, τείνῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προϋποθέτει ἡ σύστασις στενογραφίας, καὶ ἡ σύστασις στενογραφίας διὰ τὰ πρακτικὰ ἐν τῇ Βουλῇ προϋποθέτει ἰδίως τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἔχει καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται, δηλ. τὴν πλήρη δημοσίευσιν τῶν πράξεων τοῦ κοινοβουλίου, τῶν φρονημάτων ἑκάστου τῶν βουλευτῶν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ σᾶς κάμνει τιμήν.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς στενογραφίας ἐγένετο ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς ἐγὼ ἐπρότεινα καὶ ὑπεστήριξα. Ἐπεθύμουν νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν τὸ νὰ δημοσιεύωνται τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιοῦσαν τῶν συνεδριάσεων, ἐζήτησα δὲ τοῦτο καὶ ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως ἐπανειλημμένως παρὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς· δυστυχῶς τίποτε δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην οὔτε κατὰ τὴν ἑπομένην. Πολλάκις ἐγὼ ὡς ἰδιώτης, πολλάκις ἐζήτησα νὰ γνωρίσω τῆς πράξεις της Βουλῆς καὶ τὰ λεχθέντα· προσέφυγον εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ της Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τὰ εὗρον. Ἡ τακτικὴ αὕτη ματαιοῖ τὸν σκοπὸν τῆς στενογραφίας καὶ ἐπάγει δαπάνην τοῦ δημοσίου ταμείου χωρὶς νὰ δρέπωνται οἱ καρποὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἡ δαπάνη αὕτη γίνεται· καὶ στενογραφημένα πρακτικὰ ἔχομεν μόλις κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ἀφίνομεν δὲ οὕτω στάδιον εὐρὺ εἰς τὴν διαστροφὴν τῶν λεγομένων ἐνταῦθα καὶ τῶν πράξεών μας, οὕτω δὲ πλανᾶται τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ προκαλεῖται ψόγος ἄδικος κατὰ τοῦ κοινοβουλίου· εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μόλις ἐκλεχθέντα, ὑπέβαλον τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ σήμερον βλέπομεν νὰ διανεμηθῇ τὸ φύλλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτίθενται αἱ πράξεις μας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, δι’ ὃ σπεύδω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου· ἀλλ’ ἀπαιτεῖται δαπάνη διὰ πρόσληψιν δύο ὑπαλλήλων, 60 δραχ. κατὰ μῆνα διὰ καθένα, δαπάνη ἐπὶ 6 μῆνας ἀναβαίνουσα εἰς 720 δραχμάς, ἡ φειδὼ αὐτῶν τῶν δραχμῶν ἀναγκάζει τὴν Βουλὴν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι; ἤθελον, κύριοι, σᾶς ἐνθυμήσει ὅτι ἡ διάκρισις ἡ σπουδαιοτέρα, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων καὶ τῶν μὴ κοινοβουλευτικῶν εἶναι ἡ δημοσιότης· ἤθελον σᾶς ἐνθυμήσει ὅτι εἰς τὰς ἐπικρατείας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι συνταγματικὰ ἔθιμα, ἀλλ’ ὄχι κοινοβουλευτικὰ συστήματα, θὰ ἰδῆτε περιορισμοὺς μεγάλους· τὰ θεωρεῖα εἶναι περιωρισμένα, ἡ ἐκτύπωσις καὶ δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν εἶναι περιωρισμένη· ἀλλὰ τὸ θεωρῶ περιττὸν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλετε παραλείψει οὐδὲν ὑπὲρ τῆς πλήρους διαδόσεως, τῆς πλήρους δημοσιότητος, οὐχὶ ἑκουσίως, ἀλλ’ οὐδ’ ἀκουσίως, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ παραμικρᾶς δαπάνης καὶ πολλοῦ καρποῦ.
§59Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς νὰ μὴν ᾖναι στενογραφήματα, εἴπομεν νὰ μὴν ᾖναι τόσον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ κάθηται· εἴμεθα διακριτικοὶ, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φοβούμεθα τὴν σπατάλην. Θέλετε νὰ βάλητε 30 πρόσωπα; δὲν θὰ γείνῃ τίποτε· θέλετε λοιπὸν, διὰ νὰ μὴ νομίσητε ὅτι ἡμεῖς παραλόγως φειδόμεθα, θέλετε νὰ ἐξοδεύσωμεν; μάλιστα, σεῖς μίαν φορὰν καὶ ἡμεῖς δύο· μὴ τηρᾶτε, ποῦ δὲν ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τοῦδε, ἦτον ἡ ἔλλειψις τοῦ διευθυντοῦ καὶ πταίουν καί τινες ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς παρὰ πολὺ περιφιλαύτους, οἱ ὁποῖοι ἐπαίρναμεν τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ κρατούσαμεν 10 ἡμέρας καὶ ἐβάζαμεν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων, μεταβάλλομεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπομεν, καὶ ἤρχοντο οἱ ἄλλοι κατόπιν καὶ ἔκαμνον τὴν ἀπάντησιν καὶ δὲν ἔβγαινεν ἔννοια, δὲν ἐσυμφώνει καθόλου ἡ ἀπάντησις.
§60ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ φωτογραφία τῶν ῥητόρων, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν χρόνου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσα ἴσα διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὰ, κύριε Λυκοῦργε, ἐπισπεύδομεν τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν, καὶ ἡ τύπωσις, ἡ ὁποία ἐξῆλθε χθὲς ἀπὸ τὰ πιεστήρια, δεικνύει ὅτι αὐτὴ ἡ βραδύτης, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε, δὲν ἔλαβε χώραν· οἱ ἀγορεύσαντες ἔσπευσαν καὶ ἐδιόρθωσαν τοὺς λόγους των καὶ ἀμέσως ἐτυπώθη.
§62Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπιμένομεν πλέον· ἐξηγήθημεν μόνον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλως τε τὴν ὀλίγην αὐτὴν δαπάνην θὰ τὴν κρίνητε μεθαύριον, διότι θὰ ἔμβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπή.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπερίμενα εὐχαριστίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Κρεστενίτου. — Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§67ΣΕΡΒΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ὁρισθείσης πέρυσι περὶ ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις. Τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον· ἔχει ὡς ἑξῆς.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
Περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ἐγγεγραμένων καὶ ἀγράφων ὑποθηκῶν κατὰ τὰς Ἰονίους Νήσους. Ἡ διὰ Νόμου ΡΞΗʹ. χορηγηθεῖσα προθεσμία πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ἐγγεγραμμένων ἢ ἀγράφων γενικῶν ὑποθηκῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους, περὶ ἧς ἐπρονόησεν ὁ ΡΝΒʹ. Νόμος, παρατείνεται ἐπὶ ἕτερα τρία ἔτη ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς διὰ τοῦ ΡΞΗʹ. Νόμου ταχθείσης προθεσμίας. Ἀθήνῃσι τῇ 15 Ἰουλίου 1869. Γ. Σέρβος, Σ. Λεονταράκης, Ἰω. Τοπάλλης, Α. Κ. Μεταξᾶς, Ἀνδρέας Γαΐτας Φωσκάρδης, Ἀνδρέας Κ. Παπαδάτος, Μάρκος Παΐζης, Ἀλεξ. Σταματόπουλος, Κ. Πανάρετος, Κ. Πεταλᾶς, Ἰω. Δεστούνης, Ἀντ. Γοῦσκος, Ἰω. Σούλης Βάρκας, Γ. Δρακονταειδῆ, Ἁγ. Μαντσαβῖνος, Γ. Δελαπόρτας, Γ. Ἀρώνης.
§68ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι, κύριοι, ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον.
§70ΤΙΝΕΣ. Τὸ περὶ δανείου.
§71Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐτυπώθη.
§72ΤΙΝΕΣ. Ἐτυπώθη.
§73Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν διενεμήθη· ἂς ἀναγνωσθῇ μολαταῦτα διὰ δευτέραν φοράν. Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ δανείου 9.000,000, νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ δευτέραν φορὰν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θὰ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἡ τύπωσίς του ἐβράδυνεν ἕνεκα τῆς παρεμπτώσεως τῶν στενογραφημάτων. Κύριοι, οἱ ἐγγεγραμμένοι ἀπὸ χθὲς εἶναι Μίλησης, Κουμουνδοῦρος, Γρηγοριάδης· οἱ ἐγγραφέντες σήμερον Μιχαλόπουλος, Χατζίσκος, Πετσάλης, ἐπειδὴ χθὲς ὡμίλησεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ κ. Μίλησης θέλει νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλον ἐναντίον;
§75ΤΙΝΕΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτιμᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§78Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ἀνέρχομαι, κύριοι, ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ καθησυχάσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ζακύνθου κ. Λομβάρδον, ὅστις χθὲς τελειόνων τὸν λόγον, ἐπροκάλεσε τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν αἱ ἐλπίδες τὰς ὁποίας ὁ κ. Βαλασόπουλος εἶπεν, ὅτι εἶχε τὸ πρῴην ὑπουργεῖον περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ πρωτοκόλλου, ἂν αἱ ἐλπίδες αὗται ἦσαν βάσιμοι ἢ ὄχι. Ἀλλὰ ἀνέρχομαι, Κύριοι, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον· ἀνέρχομαι διὰ νὰ ἐπιφέρω ἀνακωχήν τινα εἰς διαμειφθέντας δορατισμοὺς μεταξὺ δύο μερίδων τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάμιξίς μου λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐνῷ εἶναι ὑπέρτατον καθῆκον τοῦ ὑπουργείου, προσδοκῶ ἴσως, ὅτι θέλει ἔχει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ φέρῃ ἠρεμίαν τινὰ μεταξὺ δύο ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπροσπάθησαν νὰ ἐμπήξωσιν ἀμοιβαίως τοὺς ὄνυχάς των εἰς τὰ σπλάγχνα των. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν προσδοκίαν μου ταύτην οὐδετερόνει ἄλλος φόβος· ἀνεμίχθη καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866, καὶ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη προπαρασκευάζει τὴν πανοπλίαν της διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτήν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἀπεμακρύνθημεν εἰς ἀπώτατον πέλαγος; ἐνῷ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται νὰ δώσῃ εὐθύνην τῶν πράξεών του, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὠπισθοπόρησε λίαν ταχέως καὶ εἰς τὸ 1867 καὶ εἰς τὸ 1866 καὶ εἰς τὸ 1865 καὶ εἰς τὸ 1864, καὶ ὅτι ἀνεκίνησε καὶ αὐτὴν τὴν κόνιν τοῦ μακαρίτου Δαρείου; Τὸ κατ’ ἐμὲ, σᾶς λέγω εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου, νομίζω, ὅτι ἐβαδίσαμεν τηλεγραφικῶς εἰς τὰ ὀπίσω· ἓν καθῆκον κυριώτατον εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, τὸ παρόν. Ἀφίνων λοιπὸν τὰ διαμαχόμενα ἔτη κατὰ μέρος, εὔχομαι, ἵνα μεταξὺ αὐτῶν ἐπέλθῃ ἠρεμία, καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πορείας τοῦ ὑπουργείου, κατὰ τε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Θέλω εἶσθαι, Κύριοι, συντομώτατος· διότι καὶ τὴν συντομίαν ἀγαπῶ καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ τῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς μὲ ἀκροάζεται ἡ Βουλή· ἄλλως τε νομίζω, ὅτι καὶ τριήμερος συζήτησις ἐπὶ μιᾶς παραγράφου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον εἶναι ἀρκετὴ συζήτησις, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν σήμερον τέλος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὅτε, κύριοι, τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἐπανάστασιν τῆς πολυδακρύτου Κρήτης δὲν εὗρεν· ἀντὶ ἐπαναστάσεως εὗρεν ἐν Ἀθήναις τὸν κόμητα Βαλεύσκην, ἀναμένοντα ἐντὸς 24 ὡρῶν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν πρόσκλησιν, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀποδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου τῶν Παρισίων. Πρὶν ἀναλάβω τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου ὤφειλον νὰ ἐξετάσω ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου· ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ, ποῖα εἶναι τὰ ὑποστηρίγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρειδόμενον τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἀπέφευγε τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου· ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ τὰς συμμαχίας τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου· ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ περὶ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἐπιθέσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Μία φωνὴ, Κύριοι, φωνὴ ἀπελπιστικωτέρα καὶ αὐτῆς τῆς ποιήσεως τοῦ Βύρωνος, μία φωνὴ εἶπεν· «δὲν ἔχομεν τίποτε!» οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχομεν μεταβολῆς τοῦ πρωτοκόλλου· οὐδεμίαν συμμαχίαν ἔχομεν, οὐδὲν ἔρεισμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιζόμενοι νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀποφυγὴν τοῦ πρωτοκόλλου· ἀντὶ ἐνθαῤῥυντικῶν τηλεγραφημάτων εἶδον τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα προέτρεπον τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου πρὸς ἀποφυγὴν κινδύνων προφανῶν τοῦ ἔθνους. Ἰδοὺ τὶ εὕρομεν, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅταν ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ τὸ πρωτόκολλον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· πρῶτον, διότι ἤλπιζε τὴν μεταβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, τὴν ἤλπιζε δὲ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης· δεύτερον δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τὸ πρωτόκολλον, διότι, ἂν τὸ ἀπεδέχετο, ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὸ τελεσίγραφον τῆς Τουρκίας, ἡ δὲ ἀποδοχὴ τοῦ τελεσιγράφου τῆς Τουρκίας κατέσταινε δούλην τὴν Ἑλλάδα. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὸν πρῶτον λόγον. Ἤλπιζεν, εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον τὴν μεταβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου, στηριζόμενον εἰς τὸ εἰρηνικὸν πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἦτον λόγος οὗτος δυνάμενος νὰ πείσῃ μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ παραδώσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὰς συνεπείας ἑνὸς πολέμου, τοῦ ὁποίου τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν προφανῆ; τὸ εἰρηνικὸν πνεῦμα τῆς Εὐρώπης ἦτον ἐξ ἐναντίας ἡ ἀπόδειξις, ὅτι, ὅταν σύστασις Εὐρωπαϊκὴ ἐπέμενε εἰς τὴν παραδοχὴν, τὸ εἰρηνικὸν αὐτὸ πνεῦμα ἔπρεπε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς ὑπῆρχε πρὸς μεταβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου. Σᾶς ἀνέγνωσε, κύριοι, ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔγγραφον τῆς Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον ἔφερε χρονολογίαν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς, ἀλλὰ καὶ χρονολογίαν μετὰ ταῦτα ἐὰν ἔφερε, τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τι διότι ἡ Εὐρώπη, ἀφοῦ δὲν ἐδέχθη τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλλάδος, εἶπεν, ὅτι δύναται ν’ ἀκούσῃ τὰς παραστάσεις του ἀλλ’ αἱ παραστάσεις αὗται τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, καθότι δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, ἀποδεικνύουν ὅλαι αἱ βίβλοι τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ἐδημοσίευσεν. Ὅλοι οἱ πρέσβεις ἔγραφον εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐσυμβούλευον νὰ μὴν ἀντιστῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, διότι ἂν ἀνθίστατο, ἡ Εὐρώπη ἤθελε τὴν ἐγκαταλείψει εἰς μονομαχίαν μετὰ τῆς Τουρκίας· ἀλλὰ τὴν μονομαχίαν αὐτὴν ἐπίστευεν ὁ κ. Βαλασόπουλος ὅτι ἠδύνατο νὰ τὴν ὑποφέρῃ ἡ Ἑλλάς; ἦτον ἡ Ἑλλὰς προπαρεσκευασμένη διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν μονομαχίαν; ἢ φρονεῖ ὁ κ. Βαλασόπουλος ὅτι διὰ τῆς ἐκτυπώσεως ἐρυθρῶν γραμματίων εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος τοιαύτην δοκιμασίαν; Ἂν, κύριοι, ἐπρόκειτο ἡ Ἑλλὰς δι’ 100 ἑκατομμυρίων χαρτονομισμάτων νὰ κινήσῃ τὸν πόλεμον, Ὤ! τοῦτο ἴσως εἶναι γελοιωδέστερον καὶ τοῦ γελοίου. Οὐδὲν λοιπὸν, κύριοι, πραγματικὸν, θετικὸν, ὡρισμένον γεγονὸς εὕρομεν ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς ἔδιδε τὴν ἐλαχίστην ἐλπίδα, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελε μεταβάλει τὸ πρωτόκολλον τῶν Παρισίων, ἐξ ἐναντίας τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εὕρομεν, μᾶς ὑπεχρέουν τὸ ταχύτερον ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν κοινὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ ἀποφύγωμεν κίνδυνον προφανῆ τοῦ τόπου. Ἐλπίζω λοιπὸν ὅτι ὁ φίλος μου κ. Λομβάρδος καθησύχασε, διότι ἐπληροφορήθη ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον, οὐδὲν θετικὸν γεγονὸς ὑπῆρχε δυνάμενον νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ἐλαχίστην ἐλπίδα τῆς μεταβολῆς τοῦ πρωτοκόλλου. Ἀλλ’ εἶχεν, εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἐλπίδα τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ἤθελε μεταβληθῆ. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἴδιον πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἴδιον κυβερνώντων νὰ πιστεύσωσιν ἐπὶ τὰς ἁπλᾶς ἐλπίδας αὑτῶν, ἐπὶ τὰς ἁπλᾶς πεποιθήσεις των, οὐχὶ εἰς πεποιθήσεις πεφωτισμένας, στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἁπλᾶς ἐλπίδας, καὶ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἀτομικῶν ἐλπίδων αὑτῶν νὰ ῥίψωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον, τοῦ ὁποίου τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶσθαι ἄγνωστον; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν νομίζω, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην στηριζόμενος ἁπλῶς ἐπὶ ἐλπίδος, ἐπὶ ἀτομικῆς πεποιθήσεως, καὶ ταύτης οὐχὶ πεφωτισμένης. Ἐπὶ τοιούτων ἐλπίδων τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ διὰ ν’ ἀποκρούσῃ γενικὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, ἀποδεχθὲν τὸ πρωτόκολλον ἔπραξε τοῦτο μετὰ μεγάλης λύπης, ἀλλὰ τὸ ἔπραξε διὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπον (Εὖγε). Καὶ τὸ ὑπουργεῖον δύναται μετὰ τοῦ θάῤῥους ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἄλλοτε ὡμίλει ὁ ἔνδοξος ῥήτωρ τῆς Ῥώμης, δύναται νὰ εἴπῃ· «ὁρκίζομαι ὅτι ἔσωσα τὴν πατρίδα μου» (χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν Κ. Βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Αὐτὴ λοιπὸν, κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον εὗρεν, ὅταν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ κράτους, ἦτο κατάστασις τοιαύτη, ὁποίαν σᾶς τὴν ἐξήγησα. Ἡ ἐλπὶς λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κύριος Βαλασόπουλος ἐξήνεγκεν, ἡ ἐλπὶς αὕτη ἦτο ματαία, ἦτον ἐκ τῶν ἐλπίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι λέγονται ἐλπίδες τρέφουσαι κενοὺς βροτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα, λέγει, νὰ παραδεχθῶμεν τὸ πρωτόκολλον, διότι τότε ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ τελεσίγραφον τῆς Τουρκίας.
§79ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον.
§80ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπες.
§81ΖΑΪΜΗΣ. Μολονότι ἡ διάθεσίς μου εἶναι νὰ μὴ ἐξέλθω τελείως τοῦ ἐδάφους τοῦ 1869, μολαταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μικράν τινα ἐκδρομὴν καὶ εἰς τὸ 1868. Ἦτο δυνατὸν τὸ τελεσίγραφον τῆς Τουρκίας νὰ ἐμποδισθῇ; ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὴν Εὐρώπην νὰ συνέλθῃ εἰς σύνοδον ἐν Παρισίοις; Τὸ κατ’ ἐμὲ λέγω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ. Λυποῦμαι, διότι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 δὲν κατώρθωσεν ὅ,τι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 εὐτυχῶς δι’ ἐπιτηδείας πολιτικῆς, ηὐτύχησε νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, δυστυχῶς ὅμως τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ καὶ δὲν τὸ κατώρθωσε.....
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ..........
§83ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 εἶχεν ὀλίγην ζωὴν, τρεῖς μῆνας μόνον.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐπεμελήθη....
§85ΖΑΙΜΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ κεβέρνησις τοῦ 1868 ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ἐξάγω δὲ τοῦτο ἐξ αὐτῆς τῆς ἀλληλογραφίας, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἀλληλογραφίαν ταύτην θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἰς ὅλας τὰς συνδιαλέξεις τοῦ Ἕλληνος πρέσβεως μετὰ τῶν πρέσβεων ὄχι μόνον τῶν δυτικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ ἑτέρας δυνάμεως ἢ μετὰ φίλου, ὡς συνήθως χαρακτηρίζουσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὸν Πρέσβυν τῆς Ῥωσσίας Ἰγνατιὲφ, θέλετε παρατηρήσει ὅτι καὶ αὑτὸς ὁ πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἀπέτρεπε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς διακοπὴν τῶν σχέσεων καὶ ἤνοιγε τὴν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐμποδισθῇ ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν συγκρότησιν τῆς Συνόδου. Δεχθῆτε, εἶπε πολλάκις ὁ κύριος Ἰγνατιὲφ, τὴν ἀρχὴν τοῦ τελεσιγράφου, φιλονεικήσατε τὰς βάσεις του, χρονοτριβήσατε περὶ αὐτὰς καὶ θέλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κερδήσει πολὺν καιρόν. Δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς, ἔλεγεν ὁ κ. Ἰγνατιὲφ εἰς τὸν Δεληγιάννην, νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἡ γλῶσσα τῶν πρέσβεων τῶν δυτικῶν δυνάμεων ἦτο τραχυτέρα καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἀναφέρω, ἀναφέρω μόνον τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἰγνατιέφ, ὅστις ἐθεωρεῖτο, ὡς εἶπον, φίλος τῆς Ἑλλάδος. Ἀπέναντι τοιούτων συμβουλῶν τί ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868; ὤθησεν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν Σύνοδον τῶν Παρισίων καὶ αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀδύνης ἠναγκάσθημεν νὰ ὑπογράψωμεν. Αὐτοί, κύριοι, ἦσαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐν Παρισίοις συνόδου. Ἀλλ’ ἐνῷ μετὰ λύπης ὑπέγραφε τὴν ἀποδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου, τὸ ὑπουργεῖον ἀπέτεινε πρὸς τὴν σύνοδον ἔκθεσιν ἐν εἴδει διαμαρτυρήσεως ἢ μᾶλλον ἐν εἴδει ἐπιφυλάξεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀνατολῇ. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἴσως πολλοὶ δὲν τὴν ἀνέγνωσαν, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἴσως καταθέσει ἢ ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ἐνόμισεν ὅτι, ὡς εὗρε τὰ πράγματα, ὤφειλε νὰ πράξῃ, ὡς ἔπραξε, διὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπον. Ἀλλά, κύριοι, ἡ λυπηρὰ λύσις τοῦ δράματος τούτου πρέπει νὰ μᾶς δώσῃ μάθημα, ὡς πολὺ ὀρθῶς σας εἶπε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ εὐφραδὴς βουλευτὴς Μεσσήνης, πρέπει νὰ μᾶς διδάξῃ, καὶ πρέπει νὰ μᾶς διδάξῃ πολλὰ καὶ ποικίλα, περισσότερα ἴσως ἐκείνων, ἃ ἐξέθηκεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην καλῆς διοικήσεως, τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πίστεως αὐτῆς καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ὑλικῆς καταστάσεώς της· ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταβάλῃ τὸ φρόνημα τῆς Εὐρώπης. Μὴ ἐλπίζωμεν τίποτε, κύριοι, ἐν ὅσῳ ἡ δημοσία γνώμη τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· καὶ δυστυχῶς ἡ κοινὴ γνώμη καὶ κατὰ τὸ 1867 καὶ κατὰ τὸ 1868 καὶ κατὰ τὸ 1869, ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης δὲν ἦτον ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ποῖον ἐνθουσιασμὸν ἐξήγειρεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ 1824 ἡ καταστροφὴ τοῦ Μεσολογγίου, ὁ θάνατος τοῦ Μπότσαρη, τὰ ἆθλα τοῦ Κανάρη. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πᾶσαν τοιαύτην πρᾶξιν διεδέχετο εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ ὑμνῳδία τοῦ Βίκτωρος Οὐγκὼ, τοῦ Δελαβὶν, τοῦ Λαμαρτίνου· καὶ μόλον τοῦτο ἡ ἱστορία τοῦ Ἀρκαδίου, ἂν καὶ δὲ δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Μεσολογγίου, οὐχ ἧττον ὅμως δύναται νὰ προσεγγίσῃ, ἐπειδὴ τὸ ῥεῦμα τῆς κοινῆς γνώμης ἦτον ἐναντίον, τὸ Ἀρκάδιον δὲν διήγειρεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ αἰσθήματα, ἅτινα διήγειρεν ἡ καταστροφὴ τοῦ Μεσολογγίου.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§87ΖΑΪΜΗΣ. Διατί; Διότι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης δὲν ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι, διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ ἡμῶν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν πρόοδον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἠρέμα, ἡσύχως καὶ σπουδαίως, ἄνευ πατάγου καὶ ἄνευ θορύβων. Ναὶ, κύριοι, ὁ ἑλληνισμὸς ὀφείλει ἐν ἁρμονίᾳ νὰ βαδίζῃ μὲ τὰ ἄλλα χριστιανικὰ στοιχεῖα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς προφυλάξεις, ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον του, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ παραβλάψῃ τὸ μέλλον τῶν ἄλλων φυλῶν, ὀφείλει ὅμως νὰ ἔχῃ πάντοτε ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις καὶ προφυλάξεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, δυνάμεθα νὰ προετοιμάσωμεν τὸ μέλλον ἡμῶν, βελτιοῦντες τὴν ἐσωτερικήν μας κατάστασιν, προστατεύοντες σπουδαίως, ἀλλ’ ἠρέμα, ὡς εἶπον, καὶ ἄνευ πατάγου τὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἑλληνισμὸν, θεμελιοῦντες τὴν πίστιν ἡμῶν, οἰκονομοῦντες χρήματα καὶ προβλέποντες διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περίστασιν ἔν διαθέσιμον κεφάλαιον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀρκεῖ. Ἡ Ἑλλὰς διὰ τὸ μέλλον της ἔχει ἀνάγκην συμμαχιῶν, καὶ πᾶς πολιτικός, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους, πρώτιστον σκοπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐγκαταλελειμμένην ἄνευ συμαχιῶν, διότι μόνη της ἡ Ἑλλὰς, σᾶς τὸ εἶπεν χθὲς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῇ γνωστὴν μονομαχίαν· πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποβλέπῃ εἰς συμμαχίας, ἀλλ’ εἰς συμμαχίας σπουδαιοτέρας ἐκείνων, ἃς ἠννόει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μίλησης.
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ἀγαπᾷ ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος ἂς προηγηθῇ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Χατζίσκος, ὁ κ. Μπούμπουλης.
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι.
§93ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω κατόπιν· ἂς ὁμιλήσουν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρέπει πρῶτον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Γρηγοριάδης.
§95ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἂς ὁμιλήσουν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑπόδικοι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Χατζίσκος.
§97ΤΙΝΕΣ. Εἶπε κατόπιν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος.
§99ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§101ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύω πληγὰς, κύριοι, κατέφερεν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἧς συμμετέσχον ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος τὸ 1866, ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος κύριος πρωθυπουργός. Ἠρνήθη, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῆς Κρήτης· ἐθεώρησε δεύτερον ἀνάξιον λόγου νὰ μνημονεύσῃ τοῦ 1866 ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μὴ διακοπῆς τῶν σχέσεων. Θέλω ἀντείπει, κύριοι, εἰς τοὺς λόγους τούτους, διότι εἶναι προφανὴς διαστροφὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ζητήματος, ὅπερ συζητοῦμεν. Ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἤθελε κάμει μίαν ἁπλουστάτην σκέψιν, δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς τὸν ἕνα τῶν δύω σολοικισμῶν. Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων ἦτο προϊὸν, ὡς κατέδειξε, κατὰ τὸ 1868 μιᾶς ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς οὐδετερότητος ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς ὑπέρβασις τοιαύτη ἐθεωρήθη, τὸ ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν διέλυσε τοὺς ἐθελοντὰς, μεταβαίνοντας εἰς Κρήτην, οὐδὲ ἐμπόδισε τὰ πλοῖα νὰ παραλαμβάνωσιν ἐκ τῶν λιμένων της τροφοδοσίας, ἃς εἰς τὸν αὐτὸν τόπον καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐπαναστάσεως μετέφερον. Μία ἁπλουστάτη σκέψις ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ σολοικισμοῦ τούτου· ἡ ἐλευθερία, ἣν περὶ τὸ ἐνεργεῖν τοιαύτας πράξεις ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε, δὲν κατάγεται ἀπὸ τοῦ 1867, κατάγεται ἀπὸ τοῦ 1866· καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῶν σχέσεων τὸ 1866, πρέπει νὰ εἶχε τὴν αὐτὴν φρόνησιν τὸ 1866, ἤτοι ἡ πολιτική του καὶ ἡ κυβέρνησίς του, ἣν ὁ κύριος Ζαΐμης ἀπέδωκεν, εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ 1867. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, μόνον τὸ 1866 δύναται νὰ ᾖναι ἄξιον τοιούτου ἐπαίνου. Ὅταν κατὰ πρῶτον ἀποκτᾶται τὸ δικαίωμα, ὅταν κατὰ πρῶτον θεμελιοῦται μία πολιτικὴ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς τὸ 1866 ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, ὥστε τὴν μετέπειτα θεωρηθεῖσαν ὡς ὑπέρβασιν τῆς οὐδετερότητος νὰ μὴ τὴν θεωρήσῃ ἡ Εὐρώπη ὡς ὑπέρβασιν τότε, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐπιτρέψῃ καὶ τὴν ἀνεχθῇ, ἕπεται ὅτι τὸ 1867 δὲν εἶναι παρὰ εἷς ἁπλοῦς ἀντιγραφεὺς τοῦ 1866· καὶ ὅμως, ὅπως κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ ὀμματοϋάλια δύνανται νὰ βλέπωσιν ἄνευ ὀφθαλμοῦ, οὕτω δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ 1867 μόνον δύναται νὰ ᾖναι ἄξιον τοῦ ἐπαίνου, ὅτι κατώρθωσε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα μίαν τοιαύτην ἐλευθερίαν ἐνεργείας, ἥτις κατόπιν κατεκρίθη καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεώθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον καὶ ὑπεχρεώθη νὰ δεσμεύσῃ τὸ μέλλον της! Δὲν πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, καίτοι πολιτευόμενος, παρημέλησε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος τούτου νὰ ἐξετάζῃ τὰ πράγματα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸς τὴν ἰδιότητα ταύτην, ἣν τῷ ἀποδίδω, εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ διαστροφὴ, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον ἔκαμεν, ἀλλὰ σκοπὸν δὲν ἔχω νὰ ζητήσω τὸν συμβιβασμὸν, τὸν ἀφίνω. Ἀποτείνω ὅμως αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. πρωθυπουργόν. Ἀγνοεῖ ἢ δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεχώρησε τῆς Ἑλλάδος ὁ πρῶτος ἐθελοντὴς, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ὁ πρῶτος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ πρῶτος στρατιώτης, τὸ πρῶτον ὅπλον, τὸ πρῶτον πλοῖον, αἱ πρῶται ζωοτροφίαι, ὅτι ἡ Τουρκία ἐξηγέρθη, διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔκαμεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅτι εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ διαβήματά της ἀπέτυχεν; Δὲν φρονῶ, κύριοι, δὲν ζηλεύω οὔτε σκοπὸν καὶ πρόθεσιν ἔχω νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1867, ὅτι ἐξακολουθήσασα τὴν ἰδίαν πολιτικὴν συμπεριφορὰν ἐπέφερε τὴν αὐτὴν εὐμένειαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνεργείας καὶ κατὰ τὸ 1867· διότι δύνασθε νὰ μοῦ ἀποδώσητε ὅ,τι δήποτε εἰς τὸν χαρακτῆρά μου, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἡ πολιτικὴ διαίρεσις μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων καὶ ἐμοῦ ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐξακολουθοῦσα ἠμπορεῖ νὰ ἐγέννησε μεταξύ μας μεγίστας δυσαρεσκείας καὶ ψυχρότητας, ποτὲ ὅμως μὴ πιστεύσῃ κανεὶς, ὅτι ἤθελον ἀφαιρέσει ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου μίαν τιμήν. Ἄλλοτε καὶ χωρὶς αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις οὔτε νὰ τὸ στοχασθῇ, οὔτε νὰ τὸ τολμήσῃ, ἐγὼ κατὰ τὸ 1867 κατακρίνων τὴν πολιτικήν της ὡς πρὸς τὰ ἄλλα τὴν ἐπήνεσα, ὅτι κατενόησε κατὰ τίνα τρόπον ἔπρεπε νὰ πολιτευθῇ, ὅπως διατηρήσῃ ἓν ἀγαθὸν πολύτιμον, τὸ πᾶν διὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, ὅπερ παρέλαβεν ἀπὸ τοῦ 1866, δηλαδὴ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δὲ, κύριοι, ἐξεγείρωμαι κατὰ τοῦ πρὸ μικροῦ συμβάντος ἀτοπήματος, ἐξεγείρομαι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, οὓς σᾶς προεξέθεσα, διότι ἐπεθύμουν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις κυβερνᾷ τὴν πατρίδα μου, νὰ δείξῃ τὴν αὐτὴν ἀρετὴν καὶ τὸ αὐτὸ σέβας πρὸς μίαν κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, ἥτις κατώρθωσεν ἔργον, ὅπερ ἐτίμησε τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας αὐτῆς. Φοβερὰ παράπονα ἤγειρεν ἡ Τουρκία πρὸς τὴν Εὐρώπην ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης. «Θέλετε τὴν πτῶσίν μου, ἔλεγεν εἰς τὴν Εὐρώπην, σεῖς οἱ σύμμαχοι καὶ οἱ προστάται μου, ὅταν ἐπιτρέπητε νὰ γίνηται ἕνας ἀκήρυκτος πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐν Κρήτῃ, διότι ἐγὼ δὲν πάσχω ἀπὸ τοὺς Κρῆτας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος». Καὶ ἡ Τουρκία, ἀντιπροσωπευομένη ἀπὸ Ἕλληνας ἐν Ἑλλάδι, διότι Ἕλληνες εἶναι ἡ πρεσβεία της, δυναμένους νὰ γνωρίζωσι τὰ παραμικρότερα συμβάντα καὶ θέλοντας ἴσως νὰ δεικνύωσι ζῆλον πλέον τοῦ δέοντος ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεώς των καὶ τῶν συμφερόντων της, κατεγίνετο δι’ ὅλης ταύτης τῆς ἀστυνομίας εἰς τὸ νὰ ἐπιτηρῇ πᾶν διάβημα καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, καὶ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν εἴχομεν ἀπὸ μίαν διακοίνωσιν περὶ γεγονότων ἀντιβαινόντων κατὰ τὴν γνώμην της εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ἑκάστη διακοίνωσις ἀπεστέλλετο εἰς ὅλους τοὺς πρέσβεις τῆς Τουρκίας ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἅπασαι αἱ κυβερνήσεις διὰ μιᾶς ἐπελαμβάνοντο τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ αἰτήσει τῆς Πύλης τῶν ζητημάτων ἐκείνων, ἃ οἱ πρέσβεις ἤγειραν. Ἀλλὰ ποτὲ, κύριοι, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἑλκύσουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν ψῆφόν της. Ἡ Εὐρώπη ἀείποτε τοὺς κατεδίκαζε καὶ τὸ μόνον πρᾶγμα, ὅπερ ἔκαμνεν, ἦτο τὸ ἑξῆς. Οἱ πρέσβεις της ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἔκαμνον παράπονα, τῆς ἔλεγον τὰς αἰτιάσεις τῆς Πύλης, ἤκουον τὰς ἀπαντήσεις, ἐξεπλήρωσαν τὸ χρέος των. Μόνον ἅπαξ, ὅταν ἐκ κακῆς πληροφορίας καὶ ψευδοῦς ὁ ἀξιότιμος πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν κυβέρνησίν του τὰ ἑξῆς· «ὁ Ἀτμοδρόμων τῆς Ἑλλάδος ὥπλισε τὸ Πανελλήνιον ἐκ τῶν ἰδίων ἐφοδίων τοῦ πολέμου· ἐν αὐτῷ ἐπεβιβάσθησαν ἐθελονταὶ καὶ ζωοτροφίαι καὶ ὁ Ἀτμοδρόμων παραλαβὼν ὑπὸ τὴν σκέπην του τὸ Πανελλήνιον τοῦτο τὸ συνώδευσε μέχρι Κρήτης»· τότε μόνον, κύριοι, ἦλθεν ἓν τηλεγράφημα πρὸς τὸν αὐτὸν πρέσβυν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ ἔλεγεν· «ἴδατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ εἴπατέ τῳ, ὅτι τοιαῦται πράξεις δύνανται νὰ γεννήσουν ἕνα πόλεμον μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς θέλει ἄρει μόνη της τὸν ἀγῶνα»· ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μοὶ ἀνεκοίνωσε τὸ τηλεγράφημα τοῦ ὑπουργοῦ του· ἐφρόντισα νὰ τὸν ἐξαγάγω τῆς πλάνης, εἰς ἣν εὑρίσκετο· τὸν ἐξήγαγον, διότι αὐτὴ ἦτο μία σκευωρία τουρκικὴ, καὶ ἔκτοτε ἐπανήλθομεν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν καὶ κατάστασιν. Δὲν ἀπῄτησαν παρ’ ἡμῶν αἱ Δυνάμεις νὰ γίνωμεν χωροφύλακες τῆς Τουρκίας, δὲν μᾶς εἶπον δὲν πρέπει ν’ ἁρπάζωμεν ἐκ τοῦ ἐδάφους τῆς Κρήτης καὶ νὰ παραδεχώμεθα γυναικόπαιδα· καὶ ὅταν παρεδώκαμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ τέλη τοῦ 1866, παρεδώκαμεν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν 16,000 γυναικόπαιδα. Δὲν μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε εἰς τὰ πλοῖά σας νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τοὺς λιμένας φορτωμένα ζωοτροφίας, τὰς ὁποίας νὰ φέρωσιν εἰς τὴν ἐπανάστασιν· δὲν μᾶς τὸ εἶπον ποτέ. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει μία ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν πάλιν θὰ σᾶς μνημονεύσω. Μίαν τῶν ἡμερῶν ἦλθε πρὸς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος πρέσβυς τῆς Γαλλίας· ἐκάθησε παρ’ ἐμοὶ περὶ τὰς δύω ὥρας· μοὶ εἶπεν ὅλα τὰ παράπονα τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἠρώτησα· τί ἀπαιτεῖτε παρ’ ἡμῶν; τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; τί δίκαιον ζητεῖτε νὰ ἐφαρμόσωμεν; δείξατέ μας ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς Κρήτης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς· δείξατέ μας μίαν ἐπανάστασιν, ἔχουσαν τὰ δίκαια τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Κρητῶν· δείξατε μίαν ἐπανάστασιν, ποιήσασαν ἀνδραγαθήματα, ὁποῖα ἔκαμεν ἡ Κρήτη· δείξατέ μας ἕνα τόπον, ἐπιμένοντα δι’ ἐπανειλημμένων ἐπαναστάσεων τοσούτους χρόνους εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν του· καὶ ἀφοῦ μᾶς δείξητε ἕνα τόπον, τοιαύτας περιστάσεις, τοιοῦτον ἔθνος, τότε ἔλθετε νὰ μᾶς δείξητε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀδίκων νόμων τῆς οὐδετερότητος. Ὁ πρέσβυς ἀνεχώρησε χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ ἀπειλὰς, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τίποτε, διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ 1866 ἡ μεταξὺ τῶν πρέσβεων καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπηρεσία ἦτο ἁπλῆ, τυπική. Μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἐπειδὴ ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας ὑπέδειξεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἀμέσως θέλω σᾶς εἰπεῖ, ἐνόμισα πρέπον νὰ ἴδω καὶ τοὺς ἄλλους πρέσβεις. Τί μοὶ εἶπεν ὁ κ. Γκομπινώ; «Ἡ ἑταιρία σας τῶν ἀτμοπλοίων εἶναι τὸ ναυαρχεῖον τῆς Κρήτης· πρέπει νὰ λάβητε ἓν μέτρον. Τὸ κομμητάτον τὸ Κρητικὸν εἶναι μία ἑστία μεταδίδουσα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ· πρέπει νὰ λάβητε ἓν μέτρον». Ἐννοεῖται, ὅτι τῷ ἀπήντησα πρεπόντως, τῷ ἐλάλησα καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὰς σχέσεις μεταξὺ λαῶν καὶ Κυβερνήσεων, ἐπιτροπῶν καὶ Κυβερνήσεων, ἐπαναστάσεων καὶ Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶδον καὶ τοὺς ἄλλους πρέσβεις, τὸν κ. πρέσβυν τῆς Ῥωσσίας, τὸν κ. πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας· τοῖς ἀνεκοίνωσα τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου πρέσβεως τῆς Γαλλίας καὶ τοὺς ἠρώτησα, ἐὰν ἐκ συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν ὁ κ. πρέσβυς τῆς Γαλλίας μοὶ εἶπεν ὅσα μοὶ εἶπε· μοῦ ἀπήντησαν· «ἄνευ συνεννοήσεως οὐδεμιᾶς, εἶναι ἀτομικαὶ ἰδέαι αὐτοῦ, ἴσως εἶναι παραγγελία τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ φρονοῦμεν, καί τοι δὲν γνωρίζομεν τίποτε θετικὸν, φρονοῦμεν ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς του ἤθελε δώσει τοιαύτας ὁδηγίας εἰς τὸν πρέσβυν της, ἦτον ἀδύνατον αἱ ὁδηγίαι αὐταὶ νὰ μὴ ἀνακοινωθῶσιν ἐπίσης καὶ πρὸς ἡμᾶς». Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἦτο μόνη ἡ ἀνοχὴ αὕτη· δὲν ἔχομεν μόνον νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀνοχὴν τῆς Εὐρώπης· ἔχομεν πράξεις αὐτῆς μαρτυρούσας τὴν εὐμένειάν της· εἶναι δὲ ὅλως διόλου ἀνυπόστατον καὶ οὐδόλως ἀκριβὲς τὸ ὅτι κατὰ τὸ 1866 ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κρήτη δὲν εἶχον τὴν εὐμένειαν καὶ τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων. Ἡ Ἀγγλία, κύριοι, καὶ ἡ Ῥωσσία παρέλαβον γυναικόπαιδα, παρεβίασαν τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Κρήτης καὶ διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἀπέδειξαν, ὅτι ἀναγνωρίζουν τὸ δίκαιον τοῦ πολέμου τῶν χριστιανῶν, διότι οὐδεμίαν συνδρομὴν ἔδοσαν πρὸς τὰ γυναικόπαιδα τῶν Τούρκων, καὶ ἀπέδοσαν πᾶσαν μομφὴν εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Τούρκων, ὡς ἀγῶνα βάρβαρον, διότι μόνον ἀπὸ τῆς βαρβαρότητος ἠθέλησαν νὰ σώσουν τὰ γυναικόπαιδα, καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἠδύναντο νὰ μεταβῶσι καὶ νὰ τὰ παραλάβωσιν. Ἡ δὲ πρᾶξίς των τοῦ νὰ τὰ μεταφέρωσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ τὰ παραδώσωσιν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Γεωργίου, ἀποδεικνύει ὅτι ὁλόκληρον τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως Αὐτοῦ τὴν εἶχον ἐγκρίνει, ἀφ’ οὗ ἠθέλησαν νὰ καταστήσουν ἀποθήκην τῆς φιλανθρωπίας των καὶ μάρτυρα τῆς ἐπεμβάσεώς των τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλως, κύριοι, ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὁποῖαι ὑπῆρχον αἱ διαθέσεις τῆς διπλωματίας κατὰ τὸ 1866; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀγνοῇ; ἀφ’ ἧς ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις ἐξεῤῥάγη, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐγένετο ἀντικείμενον συνδιασκέψεως τῶν Δυνάμεων, καὶ δὲν ἐβράδυνε πολὺν χρόνον, ὁπότε ἡ Κρήτη κατέκτησεν ὑπὲρ ἑαυτῆς ὅ,τι ἡ Ἑλλὰς ἀγωνιζομένη τὸ 1821 μὲ ὅλον ἐκεῖνον τὸν γνωστὸν ἡρωϊσμὸν μόλις ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ μετὰ παρέλευσιν 5–6 ἐτῶν. Ἡ ἀμείλικτος Ἀγγλία ἐπρότεινε τὴν ἀνακήρυξιν ἡγεμονίας ἐν Κρήτῃ, ἡ Ῥωσσία τὸν Νοέμβριον τοῦ 1866 ἐπρότεινε τὴν ἕνωσιν, ἢ ἐὰν αὕτη ἤθελε θεωρηθῇ πρόωρος ἐπρότεινε τὴν αὐτονομίαν· ἡ Γαλλία τὴν 12 Ἰανουαρίου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ σημειώσῃ καλῶς τὴν ἡμερομηνίαν, τὴν 12 Ἰανουαρίου 1867 ἐπρότεινε τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης. Ἦτο ματαιοπονία τὸ ἔργον τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, τὸ πρὸ δύο ἡμερῶν, ἦτο ματαιοπονία νὰ θελήσῃ νὰ δείξῃ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὑπουργείου του οἱ Δυνάμεις ἐφάνησαν εὐμενεῖς καὶ διαστρέφων τὰ γεγονότα ἐν τῇ διπλωματίᾳ νὰ σφετερισθῇ ὅ,τι δὲν τοῦ ἀνήκει. Ἀφίνω ὅτι ἡ Ῥωσσία εἶχε προτείνει τὴν ἕνωσιν ἀπ’ αὐτὸν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1866, ἀλλ’ ἡ πρότασις τῆς Γαλλίας τὴν 12 Ἰανουαρίου 1867, ἐνῷ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα τὴν 20 Δεκεμβρίου 1866, πρὸ εἴκοσι δηλ. ἡμερῶν, ἡ πρότασις ἠδύνατο, ἡ πρότασις δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἔργα, εἰς πράξεις, εἰς ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867; Ὅταν ὁ Ναπολέων τὴν 12 Ἰανουαρίου 1867 εἶπεν, ὅτι ἐξετάσας τὰ μέχρι τότε γεγονότα ἐν Κρήτῃ εἶδε τὴν ἀσθένειαν τῆς Τουρκίας κατὰ τὸν ἀγῶνα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν Κρητῶν, παρετήρησε τὸν γενικὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις διήγειρε πανταχοῦ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, καὶ ἐπείσθη ὅτι ἡ Κρήτη εἶναι σεσηπὸς μέλος τῆς Τουρκίας, εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις ὅτι ὅλην αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐμόρφωσεν ὁ Ναπολέων ἐκ τῆς εἰκοσαημέρου κυβερνήσεως τοῦ 1867, τῆς ὁποίας αὐτὴν τὴν ἔλευσιν εἰς τὰ πράγματα ἴσως μόλις εἶχε μάθει ἡ Γαλλία; Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, πολιτικοὶ ἄνδρες, ἄνδρες μάλιστα προϊστάμενοι τῶν ἐθνῶν νὰ καταβαίνωσι τοσοῦτον χαμηλὰ, καὶ ἐνῷ ἔχουσι πολλὰ νὰ διεκδικήσωσι, νὰ θέλουν νὰ στερήσουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅ,τι τοῖς ἀνήκει· καὶ δὲν συλλογίζονται ὅτι τοῖς τὸ ἀρνοῦνται ἄνευ ὠφελείας, διότι τὴν σήμερον τὰ πάντα ἡ δημοσιότης φέρει εἰς τὸ μέσον καὶ δὲν δύνανται οὔτε αἱ στρεψολογίαι, οὔτε αἱ διαστροφαὶ τῆς ἀληθείας νὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας;
§102ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρελάβομεν ψυχοῤῥαγοῦσαν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, εἶπεν ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ τὴν ἀπεδόσαμεν ἀνθοῦσαν εἰς τοὺς διαδόχους μας. Δὲν ἔχω, κύριοι, λέξεις νὰ παραστήσω τὸν χαρακτῆρα τῶν λόγων, τῶν προφερθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἓν ἐνθυμίζω μόνον εἰς αὐτὸν διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδώσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸν προσήκοντα χαρακτῆρα εἰς αὐτούς· τὸν ἐνθυμίζω τί εἶπε τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν κατέλαβε τὸ βῆμα ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα· «εὕρομεν, εἶπε, τὴν Κρήτην ἐπαναστατημένην, θέλομεν τῆς δώσει ὅλην τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἱερότης τοῦ ἀγῶνός της καὶ τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος πρὸς αὐτήν· ἐπαινοῦμεν δὲ τοὺς προκατόχους μας διὰ τὴν ἐξαίρετον πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν καὶ ὑπισχνόμεθα ὅτι θέλομεν βαδίσει ἐπὶ τὰ ἴχνη των». Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς γνωρίζει, ἕνας Εὐρωπαῖος, ἐὰν ἤθελεν ἀντιληφθῆ αὐτῶν τῶν ἀντιφάσεων, ἤθελε λάβει χειρίστην ἰδέαν περὶ ἡμῶν καὶ ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἐν ὅσῳ οὕτω πως πολιτευόμεθα εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμωμεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν πρόοδον ἐν τῇ πολιτικῇ. Ἀλλὰ μήπως κἂν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 παρέλαβε τὴν Κρήτην ὑποδεεστέραν ὡς πρὸς τὰ ἔργα τῆς ἐπαναστάσεως; Τὰ μεγαλείτερα ἔργα τῆς ἐπαναστάσεως διαρκεσάσης ἐπὶ τριετίαν ἔγειναν εἰς τὰ 1866· ἡ μάχη τῶν Βρυσῶν, ἡ μάχη τοῦ Βαφὲ, τὸ Ἀρκάδι. Ἡ μάχη τῶν Βρυσῶν εἶναι ἡ μεγαλειτέρα τῶν μαχῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ Κρῆτες κατὰ τοῦ Σουλτάνου· περιεκύκλωσαν ὁλόκληρον τὸν αἰγυπτιακὸν στρατὸν, καὶ ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἐπρότεινε συνθήκας καὶ διὰ συνθηκῶν ἀφέθη ἐλεύθερος· διὰ συνθήκης ὑπογεγραμμένης παρὰ τοῦ αἰγυπτίου ἀρχιστρατήγου, ἀφοῦ οἱ ἐπαναστάται τοῖς εἶχον ἀφαιρέσει 1400 ὅπλα, τὰς σκηνὰς καὶ πολλὰς ἀποσκευάς. Ὑπῆρξαν μάλιστά τινες, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτὴν τὴν συνθήκην δὲν ἐνέκρινον καὶ οἵτινες ἀπεχώρησαν καὶ παραφυλάξαντες ἐπέπεσαν κατὰ τοῦ αἰγυπτιακοῦ στρατοῦ ἀναχωροῦντος· πολλοὺς ἔσφαξαν τῆς ὀπισθοφυλακῆς καὶ πολλὰ ἀφῄρεσαν σκεύη καὶ πολεμεφόδια. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μάχης ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ πρωτίστη τῶν μαχῶν. Τὸ Βαφὲ εἶναι ἡ μόνη ἐκ τοῦ συστάδην μάχη κατὰ τῶν Τούρκων. Τὸ Ἀρκάδι, εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω τι περὶ αὐτοῦ· τὸ Ἀρκάδι ἀπεθέωσε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Θέλω ἀπαντήσει συγχρόνως καὶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου καὶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. πρωθυπουργοῦ, τοῦ μὲν εἰπόντος ὅτι παρελάβομεν ψυχοῤῥαγοῦσαν τὴν ἐπανάστασιν, τοῦ δὲ ἰσχυρισθέντος ὅτι τὸ 1866 ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης δὲν εἶχε τὴν εὐμένειαν τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, ἀναγινώσκων τὸ κύριον ἄρθρον τῆς βασιλίδος τῶν ἐφημερίδων τοῦ Ἀγγλικοῦ «Χρόνου» ὑπὸ ἡμερομηνίαν 31 Δεκεμβρίου 1866. «Οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἐπιῤῥοὴ, ἡ τοὺς προμάχους τοῦ Ἀρκαδίου εἰς τὴν φοβερὰν ἀπόφασίν των ὠθήσασα, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἔδωκαν τὴν ἐλευθέραν συγκατάθεσίν των εἰς τὸ νὰ προσενεχθῶσι θυσία, εἶναι λίαν πιθανὸν, ὅτι ἡ Κρήτη θέλει δρέψει τοὺς καρποὺς τοῦ τρομερωτάτου τούτου γεγονότος. Αὐτοχειρία ὁλοκλήρου λαοῦ, ὡς ἐκείνη τοῦ Ἀρκαδίου ἢ τοῦ Παλαίστρου εἰς τὴν Λίσσαν ἢ καὶ πᾶσα ἄλλη τῶν ἀρχαίων ἢ μεταγενεστέρων χρόνων, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν βάσανον λογικῆς κρίσεως. Αὗται ἐπιδέχονται ὀλίγην τῳόντι, ἢ μᾶλλον οὐδεμίαν ἀπόδειξιν, ἀλλὰ συναρπάζουσι τὸ λογικόν, ὅπερ ἐπιχειρήματα δὲν δύνανται νὰ πείσωσιν. Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι θρησκεία καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ θυσιαστήρια καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα αὑτοῦ. «Ὁ ἐπιμένων νικᾷ». Τὸ ἐφ’ ἡμῖν, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τῆς φοβερᾶς ταύτης τραγῳδίας, ὅπως ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος ἠτενίζομεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κρήτης καὶ τὴν μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν αὐτῆς, ὡς τὸ τὰ μάλιστα ποθητὸν τέλος τοῦ ἀγῶνος. Οὐχὶ διότι εἴχομεν ἰσχυρὰς συμπαθείας ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ἢ διότι ἔχομεν λίαν μεγάλας πεποιθήσεις περὶ τῶν πιθανῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως Γεωργίου δύναται νὰ προσαποκτήσῃ ἐκ ταύτης ἢ ἄλλης τινὸς προσθήκης χώρας, ἀλλὰ διότι πᾶσα ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος προητοίμασεν ἡμᾶς νὰ περιμείνωμεν παρατεταμένον καὶ αἱματηρὸν ἀγῶνα, καὶ ἐπιθυμοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς ἀνθρωπότητος, ὥστε ἔγκαιρος ἐπέμβασις νὰ προλάβῃ τὰς φρικαλέας ὑπερβολάς· τοιαύτας οἵα ἡ τοῦ Ἀρκαδίου δι’ ἐκρήξεως καταστροφή. Ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Ἕλληνες ἀλληλοσφαγῶσιν ἐπὶ μῆνας καὶ ἐνιαυτοὺς ὅλους, τὸ ζήτημα, κατὰ πᾶσαν ἀνθρωπίνην πιθανότητα, θέλει ἀνατεθῆ εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν προστατίδων δυνάμεων. Καλὸν ἦτο νὰ ἐλάμβανον αὗται ἀμέσως τὸ μέτρον τοῦτο κατὰ τὰς πρώτας ἀρχὰς τοῦ πολέμου καὶ νὰ μὴ περιέμενον τὸ ἔπακρον τῶν τελευταίων ἀπελπιστικῶν καταστροφῶν. Ἂν καὶ δὲν ἔχομεν πλέον τὴν περὶ τῆς ἀρετῆς τῆς αὐτοκυβερνήσεως τῶν ἀπογόνων τῶν Ἑλλήνων γοητείαν, ἂν καὶ θερμῶς ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς λύσεως τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι πᾶς Ἄγγλος εἶναι μᾶλλον Ἕλλην ἢ τοῦρκος, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν διαιώνισιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας. Ἡ Ἀγγλία παραιτηθεῖσα τῆς προστασίας τῆς Ἑπτανήσου, ἔδωκεν εἰς τὰς ἄλλας δυνάμεις πραγματικὴν ἀπόδειξιν τῆς συγκαταθέσεως αὑτῆς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνικότητος. Ἡ Κρήτη οὐδέποτε ἔσχε διὰ τὴν Τουρκίαν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας, ἣν εἶχεν ἡ Κέρκυρα καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτῆς νῆσοι διὰ τὴν Ἀγγλίαν. Καθὼς ἡ ἐν Βενετίᾳ τύχη τῆς Αὐστρίας ὑπῆρξε τόσον ἀποφασιστικὴ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τοῦ ἀκαίρου τῶν παραχωρήσεων, ὅσον οἱ κίνδυνοι τοῦ νὰ χάσῃ ἀλλαχοῦ ἐπιμένουσα λίαν πεισματωδῶς προσκολλημένη εἰς θέσιν, μὴ δυναμένην νὰ διατηρηθῇ τοῦ λοιποῦ, οὕτω καὶ ἡ Τουρκία. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν ἐπέτυχον μέχρι τοῦδε νὰ καταβάλωσι τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἕνεκα τοῦ ἀνεπαρκοῦς ἀποκλεισμοῦ τῶν παραλίων τῆς νήσου, καὶ ὅτι τὰ ὀθωμανικὰ καταδρομικά, ἐνισχυόμενα ὑπὸ στολίσκου ἀτμοκινήτων κανονοφόρων, θέλουν θέσει τέρμα εἰς τὴν ἀποβίβασιν τροφῶν καὶ πολεμεφοδίων καὶ οὕτω θέλει ἀναγκάσει τοὺς ἐπαναστάτας νὰ συνθηκολογήσωσιν. Ἀλλ’ ἡ νῆσος θέλει μείνει ἔρημος ἀπὸ τοὺς κατοίκους αὐτῆς πρὶν ἢ ὑποταγῇ. Ἂν ἡ θέσις τῆς Τουρκίας δύναται νὰ ᾖναι ἐπισφαλής, δὲν θὰ χειροτερεύσῃ διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Κρήτης, οὔτε τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ τὴν εἰς αὐτὸ παραχώρησιν τῆς Κρήτης θὰ καταστῇ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ τὸν μεγαλείτερον κίνδυνον εἰς τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν. Ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ῥωμουνίας διήγειρε τὴν ἅμιλλαν τῆς γείτονος Σερβίας, καὶ δὲν εἶναι ἴσως μακρὰν ὁ καιρὸς, ὁπότε ἐπὶ τῶν τειχῶν τοῦ Βελιγραδίου ἡ ἡμισέληνος θέλει ὑποχωρήσει εἰς τὸν σταυρόν. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἀρκαδίου ἐξῆρε τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν του· ἡ δὲ παράτασις τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος ἐν τῇ νήσῳ εἶναι εὐνοϊκὴ πρὸς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπείρου. «Διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Κρήτης ἡ Τουρκία δὲν ἠδύνατο ἴσως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἡσυχίαν τῆς Ἠπειρο–Θεσσαλίας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἤθελε περιορίσει τὴν αὔξησιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ ἤθελε δυνηθῆ νὰ φέρῃ ὅλην αὐτῆς τὴν δύναμιν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ εἰς ἓν μόνον σημεῖον. Ἡ Κρήτη εἶναι ἀπομεμακρυσμένον καὶ σεσηπὸς μέλος τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλ’ ὅμως πολλὰ εἶναι τὰ ζωτικὰ μέρη, δι’ ὧν ὁ δρόμος ἄγει εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς.» Αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, κύριοι, διεῖπον τὴν κοινὴν γνώμην ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, καὶ τοιαῦτα ἦσαν τὰ αἰσθήματα τῆς κοινῆς γνώμης τῶν μεγάλων ἐθνῶν· ἔχετε περὶ τούτου μυρίας ἀποδείξεις. Τὸ πρῶτον κομιτάτον, κύριοι, τὸ ὁποῖον συνεστήθη ὑπὲρ τῆς Κρήτης, ἦτο τὸ κομιτάτον τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Λονδίνου, κομιτάτον περιλαμβάνον τοὺς ἀρίστους τῶν Ἄγγλων, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ δείξουν τὴν συμπάθειαν τοῦ ἔθνους των πρὸς τὴν Ἑλλάδα παρέλαβον συμπαρέδρους ἐν τῷ κομιτάτῳ Ἕλληνας καὶ οὕτως ἀπετέλεσαν τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀγγλοελληνικὸν κομιτάτον. Πλὴν δὲ τούτου τὸ κομιτάτον ἐκεῖνο ἐσύστησεν ὑποκομιτάτον ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς αὐτὸ ἐπέτρεψεν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εἰς τοὺς προξένους αὐτῆς νὰ λάβωσι μέρος. Ἐν Παρισίοις ἐσυστήθη ἕτερον κομιτάτον ὑπὲρ εὐοδώσεως τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, περιλαμβάνον ὅλους τοὺς μεγάλους πολιτικοὺς τῆς Γαλλίας· κομιτάτον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ ἐξαπλώσῃ τὴν ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἰδέαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ἀποστόλους καὶ εἰς ἄλλα μέρη καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας, κομιτάτον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ὁ μέγας πολιτικὸς καὶ φιλόσοφος Γκιζώ, ὁ ὁποῖος, ὅταν προσεκλήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτὸς ἐστόλισε μὲ ὀλίγας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ Κρήτης λέξεις, περικλειούσας ὁλόκληρον τὸν περὶ ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης στοχασμόν του καὶ τὰς ὁποίας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω. Ἀμέσως θέλω τὸ μεταφράσει. «Je voudrais être sûr que les pauvres Crétois continueront à lutter contre leurs maux. Je n'en suis pas à demander pour eux le succès. Que la lutte persévère, le succès viendra. Il y a des spectacles que l Europe ne supporte pas longtemps. Je suis et je veux rester hors de toute action politique. Je suis entré, il y a quelques jours, dans ma 80e année; je ne vis plus que dans le passé en ce monde et dans l'avenir d'un autre monde. Mais s'il vient un moment ou je puisse croire que mon nom peut encore servir sérieusement la cause grecque, je le lui donnerai de grand coeur.» (Ἤθελα νὰ ἦμαι βέβαιος ὅτι οἱ δυστυχεῖς Κρῆτες θέλουν ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγωνίζωνται κατὰ τῶν δεινῶν των. Δὲν ζητῶ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἐπιτυχίαν. Ἂς ἐξακολουθήσουν τὸν ἀγῶνά των καὶ ἡ ἐπιτυχία θέλει ἐπέλθει. Διότι ὑπάρχουσι φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη δὲν ἠμπορεῖ ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ ὑποφέρῃ. Εἶμαι καὶ θέλω νὰ μένω μακρὰν πάσης πολιτικῆς ἐνεργείας. Εἰσῆλθον ἀπό τινων ἡμερῶν εἰς τὸ ὀγδοηκοστὸν τῆς ἡλικίας μου· ζῶ μόνον ἐν τῷ παρελθόντι τοῦ κόσμου τούτου, τὸ δὲ μέλλον μου ἀνήκει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Ἀλλ’ ἐὰν ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἤθελα πιστεύσει ὅτι τὸ ὄνομά μου δύναται ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσῃ σπουδαίως τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, θέλω τοῦ τὸ παραχωρήσει ἐξ ὅλης καρδίας»). Ἐὰν δὲ, κύριοι, τὸν ὀγδοηκονταετῆ γέροντα, μέγαν ἄνδρα, μέγαν φιλόσοφον καὶ μέγαν πολιτικὸν τῆς Γαλλίας διεπέρασαν τοιαῦτα αἰσθήματα, ἐὰν ὁ μέγας οὗτος πολιτικὸς τοιαύτας ἔκαμε πολιτικὰς κρίσεις ὑπὲρ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, τίς τολμᾷ ὑβρίζων τὸ 1866, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ὁποίου συνέβη, ὑβρίζων νὰ λέγῃ, δὲν ὑπῆρχε συμπάθεια ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ καὶ ὁ ἀγὼν ἦτο ἀπηλπισμένος καὶ ἀτυχής! Ὁ Γκιζὼ ἀντιπροσωπεύει ἓν κόμμα ἐν τῇ Γαλλίᾳ, δὲν εἶναι ἓν ἄτομον καὶ ἄτομον αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκομεν ἡμεῖς. Τίς, κύριοι, τῶν μεγάλων δημοσιολόγων τῆς Εὐρώπης, τίς δὲν ἐθεώρησε τιμήν του νὰ λάβῃ τὸν κάλαμον καὶ γράψῃ ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τοῦ εὐτυχοῦς πέρατος αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ στεφανώματος τοῦ ἀγῶνος τῶν Κρητῶν διὰ τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ποία ὑπόθεσις, κύριοι, τῶν ἄλλων λαῶν ἐπροκάλεσεν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν τὴν ὁμόθυμον ἀγάπην καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἁπάντων; οὔτε τῆς Ἰταλίας, οὔτε τῶν Σλαβικῶν φυλῶν, οὔτε τῆς Πολωνίας· διότι κᾀμμία ἐκ τῶν ἐθνικοτήτων τούτων δὲν ἔχει γενικὰς παγκοσμίους συμπαθείας. Ὅσοι δὲ ὑπήρξατε κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, βεβαίως θέλει ἐνθυμεῖσθε, ἂν ἀναπολήσετε ἀκριβῶς, τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον, καὶ θέλετε ὁμολογήσει ὅτι ὁ ὑπὲρ τῆς Κρήτης δὲν ὑπῆρξε κατώτερος. Εἶμαι δὲ ὑπερβέβαιος, κύριοι, περὶ μιᾶς ἀληθείας καὶ εὔχομαι νὰ παρουσιασθῇ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ εὐτυχεστέρους οἰωνοὺς νὰ δοκιμάσῃ τὴν ἀλήθειαν αὑτήν· ἐὰν δὲν ἤθελεν ὑπάρξει τι, τὸ ὁποῖον νὰ ταράξῃ τὴν ἁρμονίαν, ἥτις τὸ 1866 ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν συμφερόντων τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης ὑπὲρ Ἑλλάδος, ἡ Κρήτη ἤθελεν ἔλθει ἀφεύκτως πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἤθελεν ἀνήκει εἰς αὐτήν. Ἔχω ὅλον τὸ δίκαιον νὰ βεβαιώσω τὴν ἀλήθειαν ταύτην, διότι δὲν βλέπω τίποτε συντεῖνον ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1866· ἐνθουσιασμὸς τῆς κοινῆς γνώμης παγκόσμιος, Κομητάτα καὶ ἑταιρίαι ὑπὲρ Κρήτης, συνεισφοραὶ πανταχόθεν, διαπραγματεύσεις, ἐπέμβασις καὶ παραλαβὴ γυναικοπαίδων, πρότασις ἡγεμονίας, πρότασις ἑνώσεως. Τοιαύτην παρέλαβεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν Κρήτην, ὅταν ἦλθε τὴν 20 Δεκεμβρίου 1866· δὲν τὴν παρέλαβε ψυχοῤῥαγοῦσαν, καὶ διὰ τοῦτο ἄριστα ποιῶν, ἐξύμνησε τὴν κυβέρνησιν τὴν πρὸ αὐτοῦ καὶ τὴν πολιτικήν της εἰσερχόμενος εἰς τὰ πράγματα. Λυποῦμαι δὲ διότι τὸν ἔπαινον, οὗτινος ἦτο ἄξιος διὰ τοῦτο, τὸν κατέστρεψε διὰ τῆς προχθεσινῆς ὁμιλίας του· διότι ἴσως εὑρεθοῦν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ τοῦ εἴπουν, ὅτι ταῦτα πάντα ὡμολόγησε τότε διὰ νὰ ἐπαναπαύσῃ τὸ ἔθνος, εὐχαριστημένον διὰ τὴν καλὴν κατάστασιν τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς· ἴσως τὰ εἶπε διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὅτι ἂν μετῆλθε μυρίας μηχανοῤῥαφίας, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐσκόπει ὅμως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα καὶ νὰ ἐκκλίνῃ τῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ὁ Κρητικὸς ἀγὼν ἀπέτυχε, συγχέων τὰ πάντα, ὑποβάλλων τοὺς πάντας εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστὴν καὶ δι’ ἐπιτηδειοτάτου τρόπου ἐξαιρῶν μόνον ἑαυτὸν, ἠρνήθη πᾶσαν ἀλήθειαν καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν ὁμιλίαν του, ἡ ὁποία εἶναι ὁ καλλίτερος μάρτυς καὶ εἶναι μεγάλοις γράμμασιν ἐγκεχαραγμένη εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἰδοὺ τὸ τέχνασμα εἰς τὸ ὁποῖον προσέφυγε διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ διατηρήσῃ διάφορον τὸν ἰδικόν του παρονομαστὴν ἀπὸ τοῦ τῶν ἄλλων. Ἔπραξα ὅσα ἠδυνάμην, λέγει, ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ προέβαινον εἰς καλὸν τέλος τὰ ἔργα μου, ἀλλὰ τὰ κατέστρεψεν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπελθούσης μετ’ ἐμὲ κυβερνήσεως. Τοιουτοτρόπως ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μίαν πρόχειρον ἀπάντησιν περιποιοῦσαν εἰς αὐτὸν τιμὴν πρὸς πάντας ἐκείνους, ὅσοι ἦταν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης καὶ τῶν μεγάλων ἰδεῶν, λέγων πρὸς αὐτοὺς, ἅμα ἦλθον εἰς τὰ πράγματα προεκήρυξα ὅλας τὰς μεγάλας ἰδέας· ἐπεθύμουν τὴν ἐπανάστασιν τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἔκαμον προπαρασκευὰς, ἐὰν δὲ ἀπέτυχεν ἡ Κρήτη, οἱ διάδοχοί μου πταίουσιν. Ἐὰν ὅμως ἤθελε παρουσιασθῆ τις, ὅστις ἤθελε κάμει εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀδίκως κατεστράφη καὶ ἡ Κρήτη καὶ Ἑλλάς, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ποτὲ εἰς πέρας, πρὸς αὐτοὺς ἔχει πρόχειρον ἑτέραν ἀπάντησιν, ὅτι ἐγὼ, ἐὰν μὲ ἐσυμβουλεύοντο, δὲν ἤθελον γνωμοδοτήσει ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, καὶ τὸ ἀπέδειξα τὸ 1865. Ἀλλ’ εἶναι τόσον ἀληθὲς αὐτὸ, κύριοι, ὅσον ἦσαν καὶ τὰ ἄλλα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ 1866 ἡ Ἑλλὰς ἐκυβερνᾶτο ὑπὸ τῆς ἀχρόου κυβερνήσεως τοῦ μακαρίτου Ῥούφου καὶ ὅτι περὶ τὰ τέλη τοῦ Μαΐου καὶ ἀρχὰς Ἰουνίου ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παρουσιάσθη εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα γινώσκω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κύριος Βούλγαρης, διότι τὰ ἐξέθεσε πρὸς ἡμᾶς ὁ Βασιλεὺς ἐγγράφως — εἶπεν ὅτι «ἔχει ὅλην τὴν προθυμίαν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Μεγαλειότητά του καὶ τὴν πατρίδα, παρατηρεῖ ὅμως ὅτι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων ἐθολώθη, ὅτι τὰ πράγματα ἐξογκοῦνται, ὅτι αἱ περιστάσεις γίνονται σοβαραὶ καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀναγκασθῆ ἴσως νὰ μεταβάλῃ θέσιν πολιτικήν· ἀναγνωρίζω, εἶπε τὸ ὑπουργεῖον πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι αἱ δυνάμεις μου εἶναι ὑποδεέστεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀποδώσω τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, ὅπως καλέσῃ εἰς τὰ πράγματα τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου». Αὐτὸ ἦτο, κύριοι, τὸ προοίμιον τοῦ λόγου τοῦ βασιλέως, ὅταν μίαν ἡμέραν ἐκάλεσεν εἰς τὰ ἀνάκτορα τὰ τρία προειρημένα πρόσωπα. Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἐμορφώθη ἡ κυβέρνησις τοῦ 1866. Δὲν ἠδυνήθημεν, κύριοι, ἀπὸ κοινοῦ νὰ σχηματίσωμεν κυβέρνησιν καὶ οἱ τρεῖς. Ἀποχωρήσαντος τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκεν εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον καὶ ἐμὲ νὰ σχηματίσωμεν ὑπουργεῖον· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος μοὶ εἶπε τότε, ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν δυσκολίαι νὰ συμπράξωμεν, ἀλλ’ ἰδιαίτεραί τινες περιστάσεις ἀπαιτοῦν νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ, ὅπως συμπράξωμεν μαζὺ, διότι ὑπάρχουν τινὰ μυστήρια ἀφορῶντα τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα θέλω σοὶ μεταδώσει, καὶ ἄνευ ἐμοῦ μόνος δὲν θέλεις τὰ γνωρίσει. Ἐν τούτοις, κύριοι, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συμπράξωμεν· τοῦτο δὲ οὐδόλως μὲ ἐπηρέασε, διότι ἤξευρον περὶ τίνος ἐνόει, δηλ. περὶ τῆς μεγάλης ἰδέας, περὶ τῶν κομητάτων τῶν Ἰταλικῶν καὶ τῆς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτέ.
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βέβαια ὅμως τῆς μεγάλης ἰδέας.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτὲ δὲν συνέβη τοῦτο, οὔτε συνεννοούμην μετ’ αὐτῶν, οὔτε τίποτε.
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ ὑπὸ τὸ πρίσμα τίνων ἰδεῶν ἐσχηματίσθη ἡ κυβέρνησις τοῦ 1866, ὅπως προεῖπον, καὶ ἰδοὺ ὁποίας ἰδέας εἶχε περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς νέας κυβερνήσεως ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἐμέλλομεν νὰ σχηματίσωμεν αὐτὴν οἱ δύω. Ἐπὶ τέλους ἀνετέθη ἡ κυβέρνησις εἰς τὸν κύριον Βούλγαρην, ὁποῖος προσεκάλεσεν ἀμφοτέρους. Ὅταν ἐπῆγον, προσκληθεὶς διὰ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν κύριον Βούλγαρην, δὲν εὗρον τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐκεῖ. Διατί δὲν εἶναι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος; ἠρώτησα τὸν πρόεδρον· δὲν θέλω, μοὶ εἶπε, διότι ἐγείρει ἀξιώσεις τινὰς, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐκπληρώσω· ὁποία ἡ ἀξίωσίς του; ζητεῖ πρὶν δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του εἰς τὸ νὰ μεθέξῃ τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσω, νὰ δώσω τὴν διαβεβαίωσιν ἐγγράφως καὶ τὸ ἔγγραφον νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὸ θυλάκιόν του, «ὁποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως». Εἴχετε δίκαιον, τῷ εἶπον, νὰ θεωρήσητε ἀπαράδεκτον μίαν τοιαύτην πρότασιν, διότι οὐδέποτε πρωθυπουργὸς δύναται ν’ ἀφήσῃ ἔγγραφον περικλεῖον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὰ μυστήρια τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μιᾶς κυβερνήσεως εἰς χεῖρας ἑνὸς ἰδιώτου· διότι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ ἔτι χειρότερον ἀκόμη, ἠδύνατο νὰ γείνῃ, καθὼς καὶ ἔγεινε, ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἐζήτει αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, διότι δὲν εἶχε τίποτε νὰ φοβηθῇ ἀπὸ τὸν κύριον Βούλγαρην. Ὁ κύριος Βούλγαρης δὲν εἶχε σχέσεις, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τὸ εἴπω, διότι τὸ πιστεύω καὶ τὸ φρονῶ, δὲν εἶχε σχέσεις οὔτε μὲ τὰς Ἠπειροθεσσαλικὰς ἐπιτροπὰς, οὔτε πιστεύω νὰ διετήρει ἀλληλογραφίαν μὲ κομητάτα πρὸς ἀναστάτωσιν εἴτε τῆς Ἠπείρου, εἴτε τῆς Θεσσαλίας, εἴτε τοῦ Ἀρχιπελάγους, εἴτε ὁποιασδήποτε ἄλλης χώρας δούλης. Προχωρῶ, κύριοι· ἐφθάσαμεν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ὑπουργείου· εἴμεθα παρόντες οἱ τρεῖς· ἀφοῦ δὲ κατηρτίσαμεν τὸ προσωπικὸν, ἔμεινε νὰ διαθέσωμεν τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπεν· ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἂς μὴ γείνῃ καμμία πρότασις, διότι θέλω σᾶς προτείνει πρόσωπον, τό ὁποῖον πιστεύω ὅτι ἀμφότεροι θέλετε ἀποδεχθῆ, εἶναι ὁ στρατηγὸς Καλλέργης. Τοῦτο δὲν τὸ ἀναφέρω δι’ ἄλλον λόγον, κύριοι, εἰμὴ διὰ νὰ δείξω εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 τὸ προεδρευόμενον ἀπὸ τὸν κύριον Βούλγαρην ὁ Συνταγματάρχης Ζυμβρακάκης, Κρὴς, ὡς ὑπουργὸς, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, τὸν ὁποῖον δικαιολογοῦντες, κύριε Λομβάρδε, ἠθελήσατε νὰ παραστήσητε ὡς ἐναντίον πάσης ἐξεγέρσεως τῆς Κρήτης, ἐπρότεινεν ἕτερον Κρῆτα, τὸν στρατηγὸν Καλλέργην....
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἦτο αὐτό.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα καὶ εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, λέγω, ὅτι ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 εἶχεν ἕνα Κρῆτα ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήγαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος τὸ συμπέρασμα ὅτι ἴσως ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ὑπῆρξε μία τῶν αἰτιῶν τῆς ἐξεγέρσεως τῆς Κρήτης, πρῶτος τὴν ἰδέαν ταύτην εἶχεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος· ὁ κύριος Ζυμβρακάκης μάλιστα δὲν ἀπετέλεσε μέρος τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866 ἐν ἀρχῇ· προσελήφθη μετὰ ταῦτα. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἀπεχώρησε τότε καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡμεῖς ἐξεδώκαμεν τὸ πρόγραμμά μας. Ἐπίθεσις φοβερὰ ἐκ μέρους τοῦ τύπου τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, τὴν πολιτικὴν, τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου! Ἄθλιοι, μᾶς ἔλεγον, εἰς τοιαύτας ἐποχὰς παρουσιάζεσθε νὰ διοικήσητε τὴν Ἑλλάδα καὶ κρύπτεσθε ὄπισθεν τοῦ προσκηνίου; Δὲν ἔρχεσθε φανερὰ νὰ εἰπῆτε ποία εἶναι ἡ πολιτική σας ἡ ἐξωτερική! δὲν ἔρχεσθε φανερὰ νὰ κηρύξητε τὰς ἀρχάς σας ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος! Καὶ τί εἴπομεν ἡμεῖς εἰς τὸ πρόγραμμά μας; ὅτι εἰσερχόμεθα ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως· ἠθελήσαμεν νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ πάσης μομφῆς ὅτι εἰσέρχεται μὲ κακοὺς σκοποὺς, ὅτι εἰσέρχεται νὰ διαταράξῃ τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἢ τὴν τῆς Ἀνατολῆς εἰρήνην, ὅτι εἶχε σκοποὺς οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὴν γυμνώσει τῆς ἀναποφεύκτου διὰ τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος εὐμενείας τῆς Εὐρώπης. Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι· ἦτον ἡ ἐπέτειος ἑορτὴ τοῦ Σουλτάνου. Κατὰ χρέος ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὤφειλον νὰ παρευρεθῶ εἰς τὸ ἐπίσημον γεῦμα τῆς πρεσβείας καὶ ὤφειλον νὰ προπίω ἐπισήμως ὑπὲρ τῆς ὑγείας τοῦ Σουλτάνου. Φοβερὸς κοπετὸς καὶ πάταγος! προδότης ὁ Δεληγεώργης! προέπιεν ὑπὲρ τοῦ Σουλτάνου! ἐκραύγαζον αἱ ἐφημερίδες αἱ ἀντιπροσωπεύουσαι τὰς ἀρχὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἠγνόουν ὅτι εἰς τὸ ἴδιον γεῦμα παρευρίσκετο καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ὅτι ἂν ἐγὼ προέπιον, προέπιον ἠναγκασμένος τοὐλάχιστον, ἐνῷ αὐτὸς ἔφερεν ἓν παράσημον καὶ διὰ τοῦτο ἐκομίσθη ἐκεῖ τὸ παράσημον τῆς Τουρκίας (ἱλαρότης, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νὰ φυλάττητε τὴν δέουσαν τάξιν, νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέατρον.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, συνιστᾶται ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνισις τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως ἐν Ἑλλάδι. Συνιστᾶται ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ καὶ συνιστᾶται ἀπὸ τίνας, κύριοι; συνιστᾶται ἀπὸ τοὺς στενοὺς φίλους τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ 1867· καὶ δὲν ἦταν μόνον αὐτοὶ εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπιτροπὴν, διότι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ὅτι κακῶς ἔκαμαν νὰ συστήσωσι κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ φατριασμοῦ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔμελλε νὰ διευθύνῃ ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνδιεφέροντο πάντες, καὶ οὕτω νὰ τὸν στερήσωσι τῆς κοινῆς προθυμίας, καὶ οὕτως ἐξῆλθον τινὲς ἐξ αὐτῶν, διότι νομίζω ὅτι ἦτο καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν, ὁ δὲ κ. Χριστόπουλος παρέμεινεν. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἀπεδοκίμαζεν οὔτε ξένος ὅλως ἦτο τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἀναστατώσεως ἄλλων ἀκόμη μερῶν· ἐὰν δὲ, κύριοι, τὸ 1865 ἀπέῤῥιψε πρότασιν γενομένην δῆθεν πρὸς τὴν κυβέρνησίν του περὶ ὑποστηρίξεως μιᾶς ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς ἄλλην αἰτίαν· ἡ αἰτία ἦτο, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἀνήκει εἰς δύω ἐποχὰς, ἡ μία ἐποχὴ εἶναι ἡ πρὸ τοῦ 1866, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ μετὰ τὸ 1866. Πρὸ τοῦ 1866, κύριοι, βεβαίως δὲν ἐσυλλογίζετο τοιαύτας ἰδέας· οὐδέποτε ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν του οὔτε ἰδέα προπαρασκευῶν, οὔτε ἰδέα ἐπαναστάσεως, οὔτε ἰδέα καμμία ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὴν σήμερον συνιστᾷ ὡς ἀποτελούσας τὸν πυρῆνα ἐξ οὗ θὰ βλαστήσει ἡ μεγάλη Ἑλλάς. Πρὸ τοῦ 1866, κύριοι, κατὰ τὸ 1859 εὑρέθη μία Βουλὴ, ἐντὸς τῆς ὁποίας καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος ἦτο ὡς ὑπουργός· εὑρέθη μία Βουλὴ ἡ ὁποία ἐνόμισε καθῆκον της ἐκ τοῦ στερήματος τοῦ ταμείου νὰ ἐξάξῃ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν καὶ νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς ὁπλισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐσυλλογίσθη, ὅτι ἐὰν αὐτὸς ὁ τόπος ἔχῃ ἕνα προορισμὸν, πρέπει τέλος πάντων νὰ γείνῃ μία ἀρχὴ πρὸς τοῦτον. Ὁ θεσμὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅπως τὸ ἔθνος ἀποκτήσῃ μίαν ἐθνικὴν δύναμιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἀτενίζῃ εἰς μέγα μέλλον· ἀρχίζοντες δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν εἰς τὸ νὰ ἐκγυμνάζωμεν τὴν ἐθνοφυλακὴν, εἰς τὸ νὰ ὁπλίζωμεν αὐτὴν, θέλομεν κατορθώσει μετά τινα χρόνον νὰ ἔχωμεν τὴν ἐθνικὴν ταύτην δύναμιν. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἔλειπε τότε ἀπὸ τὴν Βουλὴν· ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ἑκατομμύριον· τρέχουν καὶ τὸν εἰδοποιοῦν τί ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ· ὀργίζεται, ἔρχεται ἐκεῖ, προσπαθεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔργον, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον· ἀναχωρεῖ λέγων, ὅτι θέλει παραιτηθῆ, μεταβαίνει εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ παραιτεῖται. Ἔχομεν λοιπὸν δύω πράξεις καὶ μίαν ἀπραξίαν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ἐμφαινούσας ἄλλον ἄνθρωπον πρὸ τοῦ 1866, ἄλλον μετὰ τὸ 1866. Ἔχομεν ὅτι παρῃτήθη ἕνεκα τῆς ψηφίσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρὸς ἔναρξιν ὁπλισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἔχομεν ἓν πρακτικὸν τοῦ 1864 ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν ἐξέγερσιν τῆς Κρήτης· ἔχομεν καὶ τὴν ἀπραξίαν του καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα χρόνον τῆς μακρᾶς ὑπουργείας του. Ὡς πρὸς τὸ πρακτικὸν ὅμως τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐρωτῶ πάντα λογικὸν ἄνθρωπον, κατὰ μείζονα λόγον ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς πάντα πολιτικὸν ἐμβριθῆ, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἄνευ πλαγίου σκοποῦ ἦναι ἠναγκασμένη ποτὲ μία κυβέρνησις νὰ διατυπώσῃ εἰς ἐπίσημον πρακτικὸν μίαν πρότασιν γενομένην προφορικῶς εἰς ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἀπὸ ἄτομα ὑποβάλλοντα μίαν ἰδέαν καὶ ἐρωτῶντα, ἂν ᾖναι καιρὸς νὰ ἐπαναστατήσωμεν;» Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι κἄτι τι ὑποκρύπτεται ὑπὸ τὸ πρακτικὸν τοῦτο· διότι δὲν θέλω ποτὲ ὑποθέσει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον μωρόν. Μωρία εἶναι νὰ ἐκθέσῃ τις διὰ τῆς ἐπισημότητος μίαν ἰδέαν ὑπάρχουσαν εἰς ἕνα λαὸν φρονοῦντα περὶ ἐπαναστάσεως, ἐὰν ἡ ἐρώτησις ἦτο σοβαρά· ἔτι μεγαλειτέρα μωρία, ἐὰν δὲν εἶχε καμμίαν σοβαρότητα καὶ ἦτο ἀτομικὴ γνώμη· καὶ ἔτι μεγαλειτέρα, ἐὰν δὲν ἀπευθύνετο πρὸς μίαν κυβέρνησιν ἀλλὰ πρὸς ἕνα ὑπουργόν. Τί ἀνάγκην εἶχεν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1864 νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως; ποῖον σκοπὸν ἐπεδίωκεν ἡ διατύπωσις ἐν ἐπισήμῳ πρακτικῷ αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως τῆς κυβερνήσεως; ἑνὸς πρακτικοῦ, τοῦ ὁποίου ἐδόθησαν καὶ ἀντίγραφα, τὰ ὁποῖα μάλιστα καὶ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τῶν ὁποίων τινὲς ἠθέλησαν νὰ δημοκοπήσωσιν εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Δύσεως, καταφερομένης κατὰ τῆς Κρήτης, καὶ τοῦ ὁποίου πρακτικοῦ ἐγένετο μνεία μετὰ καυχήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κρήτης; Πολὺ χαμηλὰ κατεβίβασε τὴν ὑπόληψίν του ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐπικαλεσθεὶς τὸ πρακτικὸν μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κρήτης· ἠδύνατο νὰ οἰκειοποιηθῇ αὐτὰς τὰς ἰδέας ὡς δημόσιος ἄνθρωπος εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ δημοσίου νὰ εἴπῃ, αἱ πεποιθήσεις μου εἶναι αὗται, εἶναι εἰλικρινεῖς, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀποσύρομαι, δὲν ζητῶ τὴν ἐξουσίαν, ἂς ἔλθῃ ἄλλος νὰ διευθύνῃ (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Τοῦτο εἶναι ἰδίωμα ὄχι μόνον ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν τόπων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν τόπων οἱ ὁποῖοι διοικοῦνται ἀπὸ προσωπικὰς κυβερνήσεις. Παρατηρήσατε, κύριοι, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἰδέας τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων, τὸν Ναπολέοντα· φέρει τὸ πρόσωπον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας αὐτὸς νομίζει ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ. Θέλει τὴν φιλίαν μετὰ τῆς Ἰταλίας; προσκαλεῖ τὸν ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ φιλία αὕτη εἶναι ὠφελιμωτάτη εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Γαλλίας. Ἅμα ὅμως ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπει ὅτι ἡ Γαλλία ἀρκετὰ ὤθησε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ πρὸς τὸν Πάπαν, φέρει τὸν ἄνδρα ὁ ὁποῖος φρονεῖ ὅτι τοῦ Πάπα ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀξία δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ ὅτι ἡ Γαλλία δὲν πρέπει νὰ καταφέρῃ τὸν πέλεκυν κατ’ αὐτοῦ ἀλλὰ νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ. Τί εἶναι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Ναπολέοντος ἐνώπιον τῆς εὐθύνης αὐτοῦ; εἶναι μηδὲν, εἶναι γραφεῖς· κυβέρνησις εἶναι ὁ Ναπολέων· ἡ εὐθύνη εἶναι εἰς αὐτόν· εὐθύνην δὲν ἔχουν ἐκεῖνοι, ἀλλ’ αἱ πεποιθήσεις των εἶναι σεβασταὶ καὶ τὰς σέβεται καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ὁ ἴδιος. Ὁ αὐτοκράτωρ νομίζει ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προσβολὴ κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος νὰ παρουσιάζηται εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος φρονῶν συγχρόνως λευκὰ καὶ μαῦρα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ δὲν καταδέχεται νὰ ἐξευτελίσῃ οὕτω πως κανένα ἄνδρα τῆς Γαλλίας. Παρέδωκα ὅμως, λέγει, τὴν Κρήτην ἀνθοῦσαν εἰς τοὺς διαδόχους μου. Εἶναι τόσον ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, ὅσον ὑπῆρξαν ἀληθεῖς καὶ οἱ δύω πρὸ αὐτοῦ συλλογισμοί του. Δὲν ἰσχυρίζομαι ἐγὼ οὔτε καταδέχομαι νὰ τὸ πράξω, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος διὰ τοὺς προκατόχους του, ὅτι παρέδωκε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ψυχοῤῥαγοῦσαν εἰς τοὺς διαδόχους του. Ἰσχυρίζομαι ὅμως κἄτι τι ἄλλο· ἰσχυρίζομαι ὅτι πολιτικῶς καὶ διπλωματικῶς ἡ ἐπανάστασις εἶχε πέσει. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀκμαία ἡ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, ὅτι οἱ Κρῆτες δὲν ἐπολέμουν μὲ ἐνθουσιασμόν, ὅτι δὲν ἠνδραγάθουν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ζωηρὸν τὸ αἴσθημα εἰς αὐτούς· ἰσχυρίζομαι ὅμως ὅτι πολιτικῶς καὶ διπλωματικῶς ἡ Κρήτη ἦτο πεσμένη. Ἰσχυρίσθησαν, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν των ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης διπλωματικῶς ἐπροόδευσε καὶ ὅτι παραδίδοντες αὐτὴν εἰς τοὺς διαδόχους των, τὴν ἄφινον εἰς ἄριστον σημεῖον ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ· καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἔφερον καὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 1867 ἐγένετο ἡ τετραπλῆ διακήρυξις τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, τὸ συνεζήτησα καὶ κατὰ τὰ 1867 μετὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Κ. Κουμουνδούρου καὶ ἐναντίον αὐτῆς· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ τὸ συζητήσω ἐκ νέου, διότι, ἀποροῦντες ἑτέρων ἀποδείξεων, ταύτην καὶ μόνην παρουσιάζουσιν εἰς ἀπόδειξιν αὐτῆς τῆς μεγάλης νίκης. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὸ ἰσχυρίζοντο, ὅστις ἤθελε νὰ μάθῃ, καὶ πρῶτος ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὁποία δόξα ὀφείλεται εἰς τὸ 1867 ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, τὴν declaration ἔπρεπε νὰ ἰδῇ, τὴν διακήρυξιν τῶν 4 Δυνάμεων ὤφειλε ν’ ἀναγνώσῃ. Τῷ ὄντι, κύριοι, κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 1867 αἱ δυνάμεις συνέταξαν ἓν ἔγγραφον ὑπογραφὲν παρὰ τῆς Γαλλίας, τῆς Ῥωσσίας, τῆς Πρωσσίας καὶ τῆς Ἰταλίας· ἔλειπον ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Αὐστρία, ἡ μὲν Αὐστρία διότι ἐπέδωκεν ἰδίαν διακοίνωσιν, ἡ δὲ Ἀγγλία, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἔμεινεν ὅλως ἀμέτοχος εἰς τὰς συνδιασκέψεις τῶν Δυνάμεων. Τί φέρεται ἐν τῇ προκηρύξει ἐκείνῃ, ἐν τῇ διακηρύξει ἐκείνῃ; φέρεταί τι ὑπὲρ Κρήτης; ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ ἐγγράφῳ ἡ παραμικρὰ ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Κρήτην ἢ πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμένεια; Δύο πράγματα, κύριοι, ἀποφασίζει ἡ διακοίνωσις ἐκείνη· ἀπὸ κοινοῦ πρὸς τὸν Σουλτάνον ἀπευθυνομένη ἡ Εὐρώπη τῷ λέγει· «σὲ προετρέψαμεν καὶ σοὶ ἐδώκαμεν πολλάκις κατὰ τὸ παρελὸν συμβουλάς· δὲν ἠθέλησες νὰ μᾶς ἀκούσῃς· ἤδη σοὶ ἀρνούμεθα πᾶσαν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν συνδρομὴν καὶ σὲ ἐγκαταλιμπάνομεν εἰς τὴν τύχην σου νὰ πολεμήσῃς μὲ τοὺς λαούς.» Πρέπει νὰ μὴ ἀνέγνωσέ τις ποτὲ διπλωματικὸν ἔγγραφον, πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάξιος ν’ ἀντιληφθῇ τῶν στοιχειωδεστέρων ἰδεῶν τῆς πολιτικῆς, ἵνα μὴ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὴν θλιβερὰν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδοσαν εἰς αὐτὸ πάντες οἱ ἔχοντες τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν δύναμιν νὰ κρίνουν ἔγγραφον ὅπερ καθιέρου τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ἐπεμβάσεως τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης μεταξὺ τοῦ Σουλτάνου καὶ τῶν λαῶν του, καὶ δεύτερον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν Κρητῶν εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις. Τί ἐζήτει ἐν τούτοις, κύριοι, ἡ Ἑλλάς; τί ἐζήτει ἡ Κρήτη; τί ἐζήτουν πάντες οἱ ἐλπίζοντες καὶ ποθοῦντες ἓν εὐτυχὲς τέλος τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης; Ἤλπιζον καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ ἡ Εὐρώπη νὰ κηρύξῃ ὅτι ἀφίνει τοὺς Κρῆτας νὰ πολεμῶσι μέχρις ἐξοντώσεως μὲ τὴν Ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν; Ἤλπιζον νὰ ἴδουν ἀναμὶξ τὴν ὑπογραφὴν εἰς τὸ αὐτὸ ἔγγραφον τῶν τεσσάρων δυνάμεων, διακηρυττουσῶν ὅτι δὲν ἔχουσι σκοπὸν οὐδόλως νὰ ἐπέμβωσιν; Ἂν δὲ, κύριοι, ὅτε οἱ Κρῆτες ἐπανεστάτησαν, οὐδὲν ἄλλο ἤλπιζον παρ’ ὅτι ἀγωνισθέντες, ἀποδείξαντες καὶ πάλιν ὡς ἄλλοτε διὰ παραδειγμάτων μεγάλης ἀνδραγαθίας, ὅπως ἄλλοτε ἔπραξεν ἡ Ἑλλὰς, ἀποδείξαντες ὅτι εἶναι ἄξιοι ἀνεξαρτησίας, ἤθελον λάβει τὴν συνδρομὴν τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τέλους, καὶ ἤθελον ὑποχρεώσει τὴν Τουρκίαν οὕτω νὰ ἐνδώσῃ, ἕπεται ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐκώλυε τὸν δρόμον καὶ κατέστρεφε πᾶσαν ἐλπίδα· ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς μὴ ἐπεμβάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο διωμολόγησεν, ἦτο ἡ καταστρεπτικωτέρα ἀπόφασις, ἡ ἀπελπισία τῆς Κρήτης. Ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης οἱ Κρῆτες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐλπίσωσιν εἰς τὴν ἐπέμβασιν καὶ τὴν μεσολάβησιν τῆς Εὐρώπης, διότι ἡ Εὐρώπη ὡρισμένως καὶ ἐγγράφως εἶχε κηρύξει πρὸς τὴν Τουρκίαν, «δὲν θέλω ἐπέμβει μεταξὺ Σοῦ καὶ τῆς Κρήτης»· ἓν δικαίωμα διετήρησεν, εἶπεν ἡ Εὐρώπη, ἡ τετραπλῆ αὕτη συμμαχία· ὅταν ἡ φιλανθρωπία ἤθελε κατασταθῆ νόμος, τότε θέλω σεβασθῆ τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας· φιλανθρωπίαν δ’ ἐνόει τὴν παραλαβὴν τῶν γυναικοπαίδων καὶ πράξεις παραπλησίας, οὐδόλως δὲ ἐπέμβασιν. Μόνον λοιπὸν τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας δὲν ἀπηλλοτρίωσεν ἡ Εὐρώπη διὰ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, πᾶσαν ὅμως πολιτικὴν συνδρομὴν ἠρνήθη καὶ εἶπε πρὸς τοὺς Κρῆτας, «Σᾶς ἀφίνω νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ πολεμῆτε ὅσον θέλετε, γνωρίζοντες ὅτι παρ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν ἐπέμβασιν πρέπει νὰ περιμένετε· νὰ πολεμῆτε πρὸς τὴν αὐτοκρατορίαν, πρὸς τοὺς στόλους καὶ τοὺς στρατοὺς αὐτῆς». Ἔλεγε δὲ πρὸς τὴν Ἑλλάδα· ἀπελπίσθητι. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποίαν συνεννόησιν τῆς Εὐρώπης κατώρθωσεν ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1867 πρὶν ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων. Ἔκτοτε δὲν ἔγεινε πλέον λόγος οὔτε ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας περὶ Ἡγεμονίας, ὡς εἰς τὸ 1866· οὔτε λόγος περὶ ἑνώσεως καὶ αὐτονομίας ὑπὸ τῆς Ῥωσσίας, ὅπως κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1866· οὔτε περὶ ἑνώσεως ὑπὸ τῆς Γαλλίας ὡς ἐγένετο κατὰ τὴν 12 Ἰανουαρίου 1867. Τοὐναντίον ἀπεφασίσθη παρὰ τῶν τεσσάρων δυνάμεων ἀπόφασις ἀνακοινωθεῖσα πρὸς τὸν Σουλτάνον, καὶ δι’ αὐτοῦ ἀπετελέσθη συμβόλαιον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Εὐρώπης, ὅτι αἱ δυνάμεις δὲν θέλουν ἐπέμβῃ, καὶ ὅτι οἱ Κρῆτες θέλουν ἐξακολουθεῖ ν’ ἀγωνίζωνται μόνοι. Ταῦτα δὲ κηρύττω λίαν φυσικὰ ἀποτελέσματα διὰ τοὺς ἑπομένους λόγους. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ Κυβέρνησίς του ὑπεσχέθησαν μὲν ἐν ἀρχῇ ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ ἴχνη τῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων των, μετὰ παρέλευσιν ὅμως δύω μηνῶν μετέβαλον πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ τῶν προκατόχων του συνίστατο εἰς τοῦτο· «ν’ ἀποφύγουν πᾶσαν δυσμένειαν τῆς Εὐρώπης, ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα τῶν πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἔμφρονος ταύτης πολιτικῆς ἠξιώθησαν, τῇ συνδρομῇ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀνδραγαθημάτων καὶ τῇ συνδρομῇ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης τῶν λαῶν, ν’ ἀξιωθῶσι μιᾶς ἐπεμβάσεως, ἡ ὁποία συνετέλεσε τόσον οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν των». Οἱ προκάτοχοι τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἀπέφυγον παντὶ σθένει τὴν δυσμένειαν τῆς Εὐρώπης· ἡ δυσμένεια, κύριοι, τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι φοβερὰ, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς δὲν προσβάλλῃ καίρια, σπουδαῖα, μεγάλα συμφέροντα εὐρωπαϊκά. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866 πάσῃ δυνάμει ἐπροσπάθησε νὰ περιορίσῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ ὅλως ξένον τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου, ὅστις μόλις ἀκουσθῇ ἐμβάλλει εἰς ταραχὴν, ἐμπνέει φόβους, διεγείρει τὰς εὐρωπαϊκὰς συμμαχίας ἐναντίον τῶν ἐπιχειρούντων. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως τοῦ 1867 ἀπεπλανήθη, θέλουσα ν’ ἀκολουθήσῃ, ὡς ἄλλοτε εἶπε καὶ ἀκόμη λέγει, τὴν πολιτικὴν τῆς Ἰταλίας. Δὲν ἐπεμβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐθνοτήτων καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἡ Ἰταλία ἐμορφώθη, διότι διὰ μακροῦ τὸ ἐσυζήτησα μετὰ τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως τοῦ 1867 κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους ἐκείνου· λέγω μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 ἔσφαλε, καὶ τὸ σφάλμα κατέφερε θανάσιμον πληγὴν ἐναντίον τῆς Κρήτης, διότι ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας. Τὴν ἕνωσιν τῆς Ἰταλίας ἐμόρφωσεν ἡ δυσπιστία τῆς Εὐρώπης; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Ἐξ ἐναντίας ἐμόρφωσεν αὐτὴν ἡ σύμπτωσις τῆς θελήσεως ἁπασῶν τῶν Δυνάμεων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἡ Πρωσσία, κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἐναντία τῆς ἀναστάσεως τῆς Ἰταλίας, διότι ἤθελε τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς Αὐστρίας. Ἡ Ῥωσσία δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἐναντία τῆς ἀναστάσεως τῆς Ἰταλίας, διότι ἐπεθύμει τὴν πτῶσιν τοῦ Πάπα. Ἡ Γαλλία εἶναι πασίγνωστον, διατὶ ἐπεθύμει τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς· ἤθελε τὰς Ἄλπεις ὡς φυσικὸν ὅριον τῆς Γαλλίας. Ἡ Ἀγγλία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐναντία, διότι ἤθελε τέλος πάντων νὰ παύσῃ αὐτὸς ὁ κρατὴρ, ἐξ οὗ ἐξήρχοντο κατὰ καιρὸν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι πόλεμοι μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Γαλλίας, οἱ ὁποῖοι ἐξηπλοῦντο ὕστερον καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἤθελεν εἰς τὸ πλάγιον τῆς Γαλλίας νὰ ὑψωθῇ ἰσχυρά τις δύναμις, ὡς εἶναι ἡ Ἰταλία, οὐδὲ ἀπηρέσκετο καὶ αὐτὴ εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ Πάπα. Ἡ Ἰταλία ὀφείλει οὐχὶ εἰς τὰ ἀνδραγαθήματά της, ὅσον εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἀνάστασίν της· οὐχὶ ὅμως διότι ἀντετάχθη κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ διότι τὰ συνεκέντρωσεν ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ὅταν ἐπαγγέλλεσθε, κύριοι, νὰ λύσητε τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, νὰ φέρετε μεταβολὴν καὶ εἰς τοὺς λαοὺς, καὶ εἰς τὰς δυνάμεις, καὶ εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὴν ὅλην ὕπαρξιν τῆς ἐκεῖ κοινωνίας, καὶ εἰς τὰ ἔθιμα, καὶ εἰς τὴν θρησκείαν καὶ εἰς τὰ πάντα, σεῖς οἱ μικροὶ, οἱ δυνάμενοι μὲν νὰ ἀνάψητε τὸν σπινθῆρα, μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ διευθύνητε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ πολὺ περισσότερον νὰ τὸν φέρητε εἰς ἀγαθὸν πέρας, τί ἄλλο ἐκάματε εἰμὴ ὅτι συνεκεντρώσατε πασῶν τῶν Κυβερνήσεων τὴν δύναμιν καὶ τὸν νοῦν ἐναντίον σας; Διότι δὲν ἐγκρίνω τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐπικρατοῦν, ἀλλὰ δὲν κεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐμοῦ, οὔτε εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἄλλων νὰ τὰς μεταβάλωμεν, καὶ αἱ ἰδέαι αἵτινες ὑπάρχουν περὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος εἶναι αὐταί. Πόλεμος τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος εἶναι κατὰ τοὺς Εὐρωπαίους ζήτημα περὶ θρησκείας, ζήτημα περὶ πολιτισμοῦ. Διὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος ὑπολαμβάνουν τὸν πανσλαβισμόν. Ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος ἐννοοῦσιν, ὅτι θέλει ἐπενέγκει εἰς τὸ θρησκευτικὸν αὐτῶν δόγμα ἔκπτωσιν. Δι’ αὐτοὺς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα εἶναι ἡ φοβερωτέρα μάστιξ, διότι θέλει ἐκδιώξει ἀπὸ τὴν Εὐρώπην διὰ πολλοὺς χρόνους τὴν εἰρήνην· διότι τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα εἶναι τοσοῦτον περιεκτικὸν συμφερόντων, ὥστε δὲν ὑπάρχει σχεδὸν Δύναμις καὶ λαὸς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συμμετάσχῃ. Ὡς παράδειγμα ἔχοντες λοιπὸν τὴν Ἰταλίαν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1867, ἔφερον ἐν μέσῳ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολῆς καὶ μιμούμενοι, ὡς λέγουν, τὴν Ἰταλίαν προεκήρυξαν τὴν ἀναστάτωσιν τῶν λαῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἦτον ἑπόμενον, κύριοι, μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς νὰ μεταβληθοῦν αἱ συμπάθειαι καὶ αἱ ἰδέαι περὶ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, καὶ ὁ Κρητικὸς ἀγὼν νὰ θεωρηθῇ ὡς μία ἀφετηρία πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς κινδύνους οὓς προεξέθεσα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης ἐθεώρησε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ὡς ἐπηρεάζον τὰ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια αὐτῆς συμφέροντα, καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς Κρήτης καὶ Ἑλλάδος, οὐχὶ ὡς ἐσκέφθησαν ἕως τότε, ἀλλὰ κατ’ ἀντίθετον τρόπον, διότι οἱ ἐπιδιωκόμενοι σκοποὶ ἐθεωρήθησαν ἀντίθετοι. Ὁ Σουλτάνος προσεκλήθη ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ θριαμβευτικῶς περιῆλθεν ὅλας τὰς αὐλάς. Ἡ Εὐρώπη ἤθελε διὰ τῆς ἐπισκέψεως ταύτης νὰ δώσῃ τρανὸν δεῖγμα, μίαν τρανὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος, κύριοι, πρέσβυς τῆς Τουρκίας ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶδε τὴν τροπὴν τῆς πολιτικῆς κατ’ αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ παρουσία του εἶναι περιττή. Καὶ τῷ ὄντι μόλις ἐπανῆλθεν ἐκ τοῦ μακροχρονίου ταξειδίου του (ἐγὼ δὲν ἤμην τότε ὑπουργὸς) τὸν ἠρώτησα· πῶς εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἐν μέσῳ τοῦ 1867, ἀκμάζοντος τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀνεχώρησες; καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦτον περιττὸν νὰ ἦμαι ἐδῶ, τὸ ζήτημα εἶχε καταντήσει ζήτημα τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξετάσω τὰς συμμαχίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου· ἐκεῖνο μόνον ὅπερ παρετήρησα εἶναι ὅτι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἥτις ἔχει πατροπαράδοτον πολιτικὴν τὴν λύσιν τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ εἰς ἣν ἁρμόζει νὰ τὴν ἔχῃ, ἡ Ῥωσσία, ὠπισθοδρόμησε διαρκούσης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου· ὠπισθοδρόμησε πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1867, καὶ τὸν Ὀκτώβριον εἶπε διὰ τῆς τετραπλῆς διακοινώσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρεμβῇ μεταξὺ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Τουρκίας. Φαίνεται καὶ αὐτὴ ὑπογεγραμμένη ἐν τῇ διακηρύξει καὶ ἡ δύναμις αὕτη πρώτη ἐπρότεινε τὴν συνεννόησιν τῶν Δυνάμεων καὶ τὸ κείμενον τῆς πράξεως. Δὲν γνωρίζω τὰς συμμαχίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου οὔτε θέλω νὰ τὰς ἐξετάσω· ἡ παρουσία ὅμως τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ πράγματα δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀπουσίαν τῆς Ῥωσσίας ἀπὸ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος Δύναμαι κἄτι τι ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ λαοὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν Δυνάμεων, καὶ ὅταν βλέπῃ τις πάσας τὰς Δυνάμεις, μηδ’ αὐτῆς τῆς Ῥωσσίας ἐξαιρουμένης, ἀντικειμένας εἰς τὴν ἔγερσιν τῶν λαῶν, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπηλπισμένος, ὅτι δύναται ν’ ἀνακινήσῃ τὸν λαὸν ἐκεῖνον καὶ νὰ τὸν σύρῃ πρὸς ἐπανάστασιν, εἴτε Κουμουνδοῦρος καλεῖται, εἴτε ὁπωσδήποτε. Ἐγὼ βλέπω τὴν Σερβίαν ἔχουσαν ἑκατονταπλασίαν δύναμιν πλέον τῆς Κρήτης· ἡ Κρήτη ἐν τούτοις πολεμεῖ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας της, λαμβάνει τὰ ὅπλα ἀνὰ πέντε ἢ δέκα ἔτη· εἰς τὴν Σερβίαν ὅμως μικρὸν κατὰ μικρὸν, ὡς εἰς τὸν πάσχοντα τὰ ἰατρικὰ δίδονται κατὰ δόσεις, χωρὶς ἐπαναστάσεως δίδεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, μὲ φέρουσιν εἰς σπουδαῖον ζήτημα, ὅπερ ἔθεσεν, ἂν οὐχὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ βεβαίως ὁ κ. Λομβάρδος. «Διὰ τί ἔπεσαν εἰς τὰ 1867, ἐνῷ εἶχον ἀπέραντον πλειονοψηφίαν»; Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν πρέπει τις διόλου νὰ τὰ θίγῃ, ἂν δὲν θέλῃ νὰ τὰ ἐκτυλίξῃ· καὶ εἰς τοῦτο τὸ σφάλμα ὑπέπεσεν ὁ κ. Λομβάρδος· τὸ ἔθιξε μόνον καὶ κατόπιν τὸ ἀφῆκε καὶ ἀπῆλθεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι εἶναι ἡ δευτέρα ἧττα ἣν ὑπέστησαν. Τὴν πρώτην, ὡς εἶπον, ὑπέστησαν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς διπλωματίας. Εἶναι δευτέρα αὕτη ἧττα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς εἶπεν ὅτι εἶχε συμμαχίας. Πολὺ καλὰ, ἀλλ’ αἱ συμμαχίαι ἔχουν καὶ τὸ τέλος των. Ὁ Βασιλεὺς δέχεται τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας μὲ τὸ πολιτικὸν σύστημά των καὶ ἀφίνει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐθύνην περὶ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλ’ ὡς προϊστάμενος τοῦ ἔθνους, ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, καθόσον βλέπει τὰ πράγματα, νὰ ζητῇ ἐξηγήσεις, διότι, καί τοι στερεῖται τῆς εὐθύνης, εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης καὶ ἔχει τὴν ἀνωτάτην ἠθικὴν εὐθύνην εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς πᾶσαν τυχὸν βλάβην, ἥτις ἤθελεν εἰς αὐτὸ προσγίνει. Ἠνέχθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου περιβαλλομένην μὲ ὅλους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς καὶ συνταγματικοὺς ὅρους, ἀλλ’ ἦλθε καὶ ὁ καιρὸς μιᾶς κρίσεως. Δὲν ἤρκει τὸ ὅτι τὰ Κομητάτα, ἡ φιλοπατρία τῶν Ἑλλήνων, τὸ φρόνημα τῶν ὁμογενῶν διετήρουν τὴν ἐπανάστασιν εἰς Κρήτην. Δὲν ἤρκει ἡ πρόοδος τῆς ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ, ἀπῃτεῖτο καὶ πρόοδός τις ἐν τῇ πολιτικῇ, ἐν τῇ διπλωματίᾳ. Ὁ Βασιλεὺς παρετήρησεν ὀπισθοδρόμησιν, ἑπομένως ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867. Ἡ προκήρυξις τῶν 4 Δυνάμεων εἰς τὸν Βασιλέα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προξενήσῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν εἰς πάντα ἐμβριθῆ πολιτικὸν ἄνδρα. Ἡ ἐγκατάλειψις αὐτὴ, ἡ ἐπισήμως δηλωθεῖσα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἀόρατος ἀπὸ ἕνα ἡγεμόνα ἔθνους. Ὁ Βασιλεὺς, καί τοι βέβαια δὲν γνωρίζω τὰ διατρέξαντα μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου Του καὶ αὐτοῦ, ὑποθέτω, ὅτι ἔθεσε τὸ ζήτημα καθαρῶς· δείξατέ μοι τὴν διέξοδον ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ μετέπειτα. Ἡ δὲ πτῶσις τοῦ ὑπουργείου ἦτο ἄμεσος καὶ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀποτυχίας τῆς πολιτικῆς του. Εἶχον συμμαχίας, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἀλλ’ αἱ συμμαχίαι, κύριοι, εἶναι πάντοτε ὠφέλιμοι; δύνανται δὲ νὰ μὴ ἔχωσι τέλος; Εἶχον συμμαχίας καὶ ἑτοίμαζα τὸ ἀνάλογόν μου, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, (διότι δὲν θέλω κάμει χρῆσιν λόγου μὴ ῥηθέντος εἰς τὸ λεπτὸν τοῦτο ζήτημα). Ἑτοίμαζες τὸ ἀνάλογόν σου· ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ ἀνάλογον τοῦτο; Ἐὰν εἰς τὸ 1869 δὲν εἴχομεν παρὰ μόνον στόλον μὲ 80 πυροβόλα, πῶς ἠδυνάμεθα νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς συμμαχίας, τῶν ὁποίων τὸ τέλος ἦτο τὸν Μάρτιον τοῦ 1868; Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ τὸν Μάρτιον τοῦ 1868 εἰμὴ ὅσα εἶχε τὴν ἡμέραν τῆς πτώσεώς της. Τί εἶχε δὲ τὴν ἡμέραν τῆς πτώσεώς της; μηδέν· 30,000 στρατὸν, εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ποῦ εἶναι αἱ 30,000; Ἐσυζήτησα ἄλλοτε τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅσοι ἦσαν συνάδελφοι ἐνθυμοῦνται τὴν ἔκτασιν τῆς συζητήσεως. Ἡ Ἑλλὰς ἀνέκαθεν, ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, ἔσφαλε θανάσιμον ἁμάρτημα νὰ μὴ ἐκλέξῃ σύστημα πολλαπλασιάζον ἐν καιρῷ πολέμου τὸν στρατὸν τῆς εἰρήνης κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἐξετάζω ποῖοι πταίουν· ἔρχομαι μόνον εἰς τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρήτη ἐπανεστάτησε· τότε δὲν εἶχε παρὰ ἓν μόνον μέσον ἡ Ἑλλὰς νὰ ἑτοιμάσῃ στρατὸν ἐκ τοῦ προχείρου, ὅπως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπε καὶ ἠνόει νὰ λύσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα· δὲν εἶχε παρὰ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τί ἔπραξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο, οὐχὶ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ ἕνα τοιοῦτο μέτρον, ἀλλὰ νὰ καταστρέψῃ· ἀνέθεσε διὰ Νόμου τὴν στολὴν καὶ τὸν ὁπλισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς βάρος τοῦ ἐθνοφύλακος, διώρισε δὲ προγυμναστὰς τῆς ἀνυπάρκτου ἐθνοφυλακῆς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος, τοὺς μὴ γινώσκοντας τὰ γυμνάσια τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι δύω τὴν στιγμὴν ταύτην· ἕνα ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ἀξιωματικὸν κάλλιστον καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα καὶ δικαίως φέροντα τὸν βαθμὸν, τὸν κ. Μάνεσιν, τὸν διώρισαν προγυμναστὴν τῆς ἀνυπάρκτου ἐθνοφυλακῆς Τριχωνίας, ἐν ᾧ δὲν ἐγύμνασε ποτὲ στρατιώτην ὡς ἀνήκων εἰς τὰ ἄλλοτε ἐλαφρὰ σώματα· διώρισαν προγυμναστὴν ἀνώτερον τῆς ἐθνοφυλακῆς Μεσολογγίου τὸν Συνταγματάρχην Σκυλοδῆμον, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐγύμνασε ποτὲ, ὡς ἀξιωματικὸς τῆς φάλαγγος, στρατιώτην, καὶ εἰς ὅλας τὰς πόλεις διωρίσθησαν τοιοῦτοι, ἐκτὸς δύω μόνον, τοῦ κ. Καπετανάκη καὶ ἑτέρου τινὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, γνωρίζετε ὅτι οὐδεμία ὤθησις ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἐκ τοῦ προχείρου προσπαθοῦντος νὰ διεγείρῃ καὶ λύσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν· οὔτε κατάλογοι ὑπάρχουν, οὔτε στελέχη, οὔτε γυμνάσια κἄν ἐγένοντο. Ἔπλασαν ὅμως εἰς τὸ χαρτὶ ἑτέραν τινὰ δύναμιν· εἶπον ὅτι θὰ σχηματίσουν ἔκτακτον στρατιὰν ἐν μέρει ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἐν μέρει ἐξ ἀποστρατευσαμένων. Πρώτην φορὰν ἤκουσα ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ ἔκτακτος στρατιὰ ὑπὸ ἐθελοντῶν· οἱ ἐθελονταὶ εἶναι πολῖται, καὶ πολίτας δύνανται νὰ πάρουν ὅσους θέλουν· ἔκτακτος στρατιὰ λέγεται ἐκείνη, ἥτις εἰς δεδομένην στιγμὴν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ τακτικῷ στρατῷ, ἐν ᾧ δὲν εἶναι εἰς τὰς τάξεις του ἐν καιρῷ εἰρήνης· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου εἴδους, ἠδύναντο νὰ γράψωσι 100,000, ἵνα μὴ εἴπω περισσοτέρας. Περιπλέον ἡ ἔκτακτος στρατιὰ θὰ συνεκροτεῖτο ἐκ τῶν ἀποστράτων ἀπὸ τὰ 1833. Ὠνειρεύθητε χίμαιραν μεγαλειτέραν; ὅταν ἤμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1866, ἐκάμαμεν ὑπολογισμὸν περὶ τῶν ἐφέδρων, πόσους ἠδυνάμεθα νὰ συλλέξωμεν, καὶ ποιήσαντες ὅλας τὰς ἀφαιρέσεις τὰς φυσικὰς, εὕρομεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν 800 ἄνδρας. Ἦλθον οἱ ἄνδρες τῆς μεγάλης ἰδέας, καὶ ἐνόμιζον ὅτι διὰ Νόμου πλάττονται οἱ στρατοὶ, καὶ εἶπον ὅτι δὲν δυνάμεθα κατὰ τὸν ὑπάρχοντα Νόμον νὰ ἔχωμεν εἰμὴ 800 ἄνδρας, ὅθεν νομοθετήσατε ὅπως πάντες οἱ ἀφυπηρετήσαντες ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου συνέλθωσιν εἰς ἔκτακτον στρατιάν. Αὐτὸς εἶναι ὁ στρατὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν σχεδίῳ, ὅτε τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1867 ἀπεπέμφθησαν· ὥστε ἡμεῖς αὐτοὶ, κύριοι, θέτομεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔθεσεν ὁ κ. Λομβάρδος χθὲς, καὶ τοὺς ἐρωτῶμεν· Διὰ τί ἐπέσατε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἐν ᾧ εἶσθε πανίσχυροι; Πρέπει νὰ μᾶς εἴπητε διὰ τί ἐπέσατε, διότι δὲν πίπτουν αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζονται κοινοβουλευτικῶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ὅμως σᾶς ἔδωκα τὴν λύσιν. Σᾶς ἀπέδειξα ὅτι ἔπεσαν ἐν τῇ διπλωματίᾳ ἀπὸ τὸν 8βριον τοὐλάχιστον, καὶ ὅτι ἔπεσαν καὶ ἐν τῷ τόπῳ, ὃν οὐδόλως παρεσκεύασαν· καὶ δι’ ἀμφότερα δὲν ἐδύναντο νὰ μένουν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ὁ Βασιλεὺς ἄριστα ποιῶν, ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξε, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἐνδεχόμενον νὰ εὑρέθησαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶπον· Μεγαλειότατε, ἡμεῖς δὲν φεύγομεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἣν ἐπροκηρύξαμεν· ὑπεσχέθημεν νὰ λύσωμεν τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ θὰ τὸ λύσωμεν· ἡ προθεσμία εἶναι μετ’ οὐ πολύ. Οἱ Βασιλεῖς ὅμως δὲν ἐκθέτουν τὰ ἔθνη εἰς τοιούτους κινδύνους, οὔτε ἐπιτρέπουν νὰ ἀνέρχωνται μέχρι τῶν κυβερνήσεων τοιαῦται ἰδέαι καὶ τοιοῦτοι συλλογισμοί. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ δώσω καί τινας ἄλλας ἐξηγήσεις, ἀφορώσας τὰς αἰτίας, δι’ ἃς προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ 1869 μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου σήμερον πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελον νὰ ὑπογράψω εἰς τὸ πρωτόκολλον. Ἀλλὰ ἐλπίζω πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἀπαντήσεως νὰ μοὶ δοθῇ καιρὸς πρὸς τοῦτο, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσω· ἄλλως τε δὲ δὲν εἶναι καί τις ζημία, ἐὰν τὸ παραλείψω.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω περιορισθῆ, κύριοι, ὅλως διόλου εἰς τὸ ζήτημα τὸ προσωπικὸν, καὶ θέλω εἶσθαι λίαν σύντομος. Τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν θέλομεν ἐξετάσει ξεχωριστὰ καὶ θέλετε μάθει ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν γραφείων τῶν εὐρωπαϊκῶν κυβερνήσεων, πῶς κρίνεται ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866· ἐθεωρεῖτο ὡς ἀναξία λόγου, καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, τὸ λέγει ὁ ὑπουργὸς μεγάλου ἔθνους· δὲν δύναμαι δὲ ν’ ἀκολουθήσω, ὡς ἐπεθυμοῦσα τὸν κ. Δεληγεώργην, εἰς τὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Βασιλέως διατρέξαντα· εἶναι, κύριοι, τὸ στάδιον δύσκολον, εἰς τὸ ὁποῖον, ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσουν ὡς ὑπουργοὶ, δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθουν ἀκινδύνως· καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως ὑπεφέραμεν ὅλας τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἡ μοχθηρία καὶ ἡ κακοήθεια δύνανται νὰ ἐπισύρωσιν καθ’ ἡμῶν (χειροκροτήματα). Εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν· μίαν μόνον λέξιν λέγω, ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἐπειδὴ καὶ περὶ τούτου ἔκαμε λόγον ὁ κ. Δεληγεώργης· ἐξ ἀρχῆς ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέτυχε, ἀπέτυχε καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατεφύγαμεν εἰς αὐτήν. Ἔρχομαι ἤδη ἀλλοῦ· τὸ πολιτικὸν ζήτημα θέλει ἀναπτυχθῆ ἐκτεταμένως. Διατί νὰ σημειωθῇ εἰς πρωτόκολλον ἡ κατὰ τὸ 1864 συμβουλή μας τοῦ νὰ μὴ ἐκραγῇ κίνημά τι ἐπαναστατικὸν εἰς τὴν Κρήτην; Ἦτο μία ἐπίσημος εἰδοποίησις ἢ ἦτο ἀτομικαὶ ἐξηγήσεις μόνον καὶ ἐπὶ τῶν ἀτομικῶν ἐξηγήσεων οὔτε λόγος μεγάλος ἔπρεπε νὰ γίνῃ, οὔτε πρωτόκολλον νὰ συνταχθῇ; Συγχωρημένον εἶναι εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συκοφαντοῦν νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐγένοντο μὲ σκοπὸν πλάγιον· ἄνθρωποι κακόβουλοι δὲν ἐξετάζουσι τὰς πράξεις, ἀλλὰ συκοφαντοῦσι τὰς διανοίας. Ἂν σπουδαίως τότε ἐμελετᾶτο ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ καὶ τότε ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν κ. Δηλιγιάννη, ὅστις ἐνθυμεῖται ὅτι μεγάλη ἀλληλογραφία ἀντηλλάγη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων του ἐν Κρήτῃ, ὅπου ἐγίνοντο τότε ἐνέργειαι καὶ προσπάθειαι πρὸς ἐξέγερσιν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, κύριοι, διατί ἐζήτησα νὰ συνταχθῇ τὸ πρωτόκολλον; διὰ νὰ μὴ συμβῇ ὅ,τι μετὰ ταῦτα συνέβη, δηλαδὴ ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον ἐκήρυττεν εἰρηνικὰ φρονήματα ἐν γένει, εἷς ἢ δύω ὑπουργοὶ ὤθησαν εἰς ἐπανάστασιν· ἐπεθύμουν λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ὁλόκληρος νὰ συμφωνήσῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ὅλην καὶ παραδεχθῇ τὴν ἰδέαν ὅλην χωρὶς νὰ τὴν διαστρέφωσι τινὲς ὑπουργοὶ ἔπειτα καὶ γίνωσιν οἱ αἴτιοι τῶν κακῶν. Κύριοι, δὲν εἶμαι διόλου ὀπαδὸς τῶν παρακινδυνευμένων καὶ ἀσκόπων κινημάτων. Εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀνετοίμως ἐνεργουμένη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει. Ὤφειλον λοιπὸν καὶ ἐπιτοπίως ν’ ἀποτρέψω τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ διὰ τί, ἀφοῦ τοιαύτην εἶχον πεποίθησιν, ὅταν ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις δὲν ἐπέμενον καὶ δὲν ἠρχόμην δημοσίως νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως; Ἡ ἐπανάστασις ἐξεῤῥάγη, ἡ πατρὶς ἐζήτει συνδρομὴν· ὅταν ἡ Κρήτη ἐκαίετο καὶ τὸ αἷμα ἔῤῥεεν, ἡ Ἑλλὰς συνεκινεῖτο, ἐγὼ ὡς τίμιος ἄνθρωπος καὶ ὡς ἀληθὴς πατριώτης ἔπρεπε νὰ συνεισφέρω τὸν ὀβολόν μου ὑπὲρ τοῦ κινήματος τούτου ἢ νὰ παρεμβάλω κατὰ τὴν πορείαν του δυσκολίας καὶ ἐμπόδια; νομίζω, ὅτι ἔπραξα τὸ χρέος μου, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως παρ’ ὅ,τι ἔπραξα· ηὗρα τὴν Κρήτην πάσχουσαν, κινδυνεύουσαν καὶ ἐνεργοῦσαν· ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποστηρίξω τὸ κατὰ δύναμιν. Ἰδοὺ διατί, ἀντὶ νὰ πολεμήσω καὶ παρεμβάλω δυσκολίας συνεκινήθην καὶ ἐγὼ καὶ ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνάμην διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, ἀφοῦ καιρὸς δὲν ἦτο τὸ νὰ κάμω νὰ μὴν ἐκραγῇ. — Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνέφερε συμβεβηκότα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν μεταξὺ ἡμῶν πρὶν τῆς συγκροτήσεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, καὶ ἤθελε νὰ ἐξάξῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐζήτησα συνεργάτην τὸν Καλλέργην καὶ ὅτι ἦσαν ἐπαναστατικοὶ οἱ σκοποί μας καὶ ὅτι ἐζήτησα συνεννόησιν μὲ τὰ κομητάτα. Πρῶτον· ὁ Καλλέργης ἦτο ἐναντίος τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐνήργησεν· ὁ Δεληγεώργης λοιπὸν δὲν λέγει ἀλήθεια· μὲ τὸν Καλλέργην εἴμεθα τῆς αὐτῆς γνώμης· ὁ κ. Δεληγεώργης τὴν μετ’ αὐτοῦ συνεννόησίν μου ὄχι καλῇ τῇ πίστει παρεξηγεῖ· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἄλλως ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τούτου, καὶ ἀπορῶ πῶς διαστρέφει τὰ πράγματα σήμερον· ἐνόμιζα καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸ παντὸς κινήματος ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ σπουδαίως τὴν θέσιν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ· ὅταν δὲ ἠθέλαμεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα αἴσιον, καιρὸς ἦτο τότε νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐγνώριζε τὴν πεποίθησίν μου, τὴν ὁποίαν σήμερον διαστρέφει. Δὲν ἔλαβον δὲ μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης ἐζήτει νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸν διορισμὸν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἵνα ἀποκτήσῃ πελατείαν καὶ αὐτός· ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβω μέρος εἰς πελατείαν ἐκ τῶν ὑπουργείων· ἐνόμιζα ἀπεναντίας, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ περιέχῃ ὅλους τοὺς ἐπισήμους ἄνδρας, διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν σπουδαῖαι, ὁ πόλεμος τῆς Γερμανίας ἠπείλει τὴν ἡσυχίαν, καὶ ἤθελον ὅλαι αἱ ἐπισημότητες νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ ν’ ἀντιταχθῶσιν ἐναντίον τοῦ χειμάῤῥου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ· διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Βούλγαρην νὰ μᾶς εἴπῃ τί φρονεῖ. Δὲν ἤθελον, κύριοι, τὸ σχηματισθὲν ὑπουργεῖον νὰ τακτοποιήσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἐπειδὴ δὲν εὗρον στοιχεῖα τοιαῦτα εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνεκροτεῖτο, ἀπεσύρθην· ἰδοὺ ὁ δεύτερος λόγος δι’ ὃν δὲν ἔλαβον μέρος. Ὁ ἴδιος λόγος, κύριοι, μὲ ἔκαμε ν’ ἀποσυρθῶ καὶ εἰς τὰ 1859· καὶ τότε σπουδαία τις ἐνέργεια δὲν ὑφίστατο, καὶ τότε σχέδια ἐνάερια ὑπῆρχον, ἡ δημοκοπία ἐζήτει νὰ ἐξάψῃ τὰ πράγματα διὰ νὰ κερδήσῃ δυνάμεις, ἠπάτα τὴν κοινὴν πεποίθησιν, μᾶς ἠνάγκαζαν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας ἵνα καθιερώσωμεν ἕνα θεσμὸν διὰ ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ὅστις, πληρέστατα ἀπεδείχθη, ἦτο ἀνεπαρκής. Ἐγνώριζον ὅτι βάσιν εἶχον ὅλα αὐτὰ τὴν δημοκοπίαν καὶ παίγνιον τῆς δημοκοπίας δὲν ἐγενόμην· νὰ παραβιάσουν ἤθελον τὸν προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις χρέος εἶχεν οὔτε λεπτὸν νὰ μὴ συγχωρῇ νὰ ἐξοδεύηται εἰς μάτην, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα· διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μένω εἰς ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐσπατάλα, διὰ νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ εἰς τοὺς ὁμοίους του. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἔχω νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν μέρος. Ὑπῆρξα, ἐπαναλαμβάνω, ἐναντίος τῶν ἀνοήτων κινημάτων καὶ ἀντετάχθην· ἤθελον ἡ Ἑλλὰς νὰ προετοιμάσῃ τὴν θέσιν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτουν ὑπουργεῖον σπουδαῖον ἐξ ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καὶ ἤθελον αὐτὸ νὰ εἴπῃ ποῦ ἔχει σκοπὸν νὰ τρέξῃ· παρῄτησα τὸ ὑπουργεῖον τὸ 1859, διότι δὲν ὤφειλον νὰ ἐπιβαρύνω τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ ἓν ἑκατομμύριον ματαίων ἐξόδων. Κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ προσωπικὸν ζήτημα ἐξηντλήθη. Ἄλλοι θέλουν διεξέλθει τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ θέλει σᾶς ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅπου δὲν εἶναι παραμορφωμένοι, ὅπου δὲν ἐμπεριέχουν ψεύδη, εἶναι ἰσχυρισμοὶ ἁπλοῖ τῆς φαντασίας, τοὺς ὁποίους ἐξέφεραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ προσελκύσουν μερικὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα, πιστεύω, εὐκολώτατα ἤθελεν ἀνταλλάξει μὲ ἓν παράσημον εἴτε τῆς Τουρκίας, εἴτε ἄλλης τινος Δυνάμεως· θέλει ἀποδειχθῇ, ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866 ἐθεωρήθη ἀναξία ἀπαντήσεως καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Εὐρώπη καὶ μετὰ τὴν περιοδείαν τοῦ Σουλτάνου εἰς τὴν Εὐρώπην ἐξηκολούθει διατελοῦσα ὑπὲρ ἡμῶν, καταδικάζουσα τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν κακὴν ἐνέργειαν τῆς Τουρκίας, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλιπεν εἰς τὴν τύχην της ὡς ἐφέτος ἡμᾶς.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε μίαν μικρὰν διακοπήν;
§115ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, ἡμίσειαν ὥραν.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Μίαν ὥραν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται διακοπὴ μιᾶς ὥρας. (ὥρα 12½) Ὥρα 1½ μ. μ.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε, κύριοι βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς ἕδρας σας. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§119ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ προαγορεύσας ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων ἐπεχείρησεν ὁδοιπορίαν αἰσθηματικὴν, τοσούτῳ ἐκτεταμένην, ὥστε ἀδύνατον θὰ ᾖναι νὰ τὸν παρακολουθήσω. Τὸ στάδιον τῶν αἰσθηματικῶν διηγήσεων εἶναι τοσοῦτον εὐρὺ, ὥστε, ἂν ἐπιχειρήσω νὰ παρακολουθήσω τὸν προαγορεύσαντα, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θέλομεν τελειώσει ταχέως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Δὲν ἐσυνείθισα, κύριοι, συζητῶν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, νὰ τὰ συζητῶ ὑπὸ τὸ μέτρον τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν συμπαθειῶν μου, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο γνωρίζετε, ὅτι ποτὲ δὲν ἐπεζήτησα δι’ ὡραίων λόγων τὰς χειροκροτήσεις· ἀντετάχθην πάντοτε κατὰ πράξεων, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀδίκους, ἀδιαφορῶν ὁποία ἔμελλε νὰ ᾖναι ἡ τύχη μου. Τὴν κρίσιν τῆς ἱστορίας ἐπεζήτησα κυρίως, ἥτις εἶναι μὲν βραδεῖα, ἀλλ’ ἀσφαλής. Οὐδὲ ἐπεθύμησα ἢ ἤγειρον τὴν ἀξίωσιν, ζῶντος ἐμοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ ἐμοῦ, νὰ τύχω ἀμοιβῆς τινός· διὰ τοῦτο καὶ ἤδη εἰς ταύτην ἀποβλέπων ἐμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἥψατο, κύριοι, τῆς ἱστορίας πολλῶν ἐτῶν μετὰ πικρίας, τὴν ὁποίαν κατὰ δυστυχίαν ἡ εἰρηνικὴ καὶ μετριαστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἴσχυσε κατὰ τὴν φράσιν του νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀετοὺς τοῦ 1866 καὶ 1867 νὰ μὴ ἀλληλοσφαγῶσιν. Ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, παραδόξως ἡ ὀργὴ ἐμεγαλύνθη, τὰ πάθη ἐξήρθησαν ἔτι περισσότερον· βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριοι, ὅτι τὸν δρόμον αὐτὸν δὲν θέλω ἀκολουθήσει, διότι οὐδέποτε ἐπιτίθεμαι, ἀείποτε ἀμύνομαι. Πορεύομαι τὴν εὐθεῖάν μου καὶ ὁσάκις ἀπαντήσω προσκόμματα, ποιοῦμαι χρείαν τῶν ὅπλων τῆς ἀμύνης, οὐδέποτε τῆς ἐπιθέσεως. Τοιαύτη, κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀληθὴς πορεία ἑνὸς πολιτικοῦ, ὅστις διαχειρίζεται τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Πορεύου τὴν ὁδόν σου ἀνεξαρτήτως τοῦ τὶ συμβαίνει δεξιὰ ἢ ἀριστερά, παραμέρισε μόνον τὰ προσκόμματα· ἂν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ συναντήσῃς πρόσωπα παρακολουθοῦντά σε, ποίησον αὐτῶν χρῆσιν κατὰ τὴν ἀξίαν των. Πρὸ πάντων δὲ, κύριοι, ἂς ἐνθυμώμεθα ὅτι αἱ στιγμαὶ τῆς συνοδοιπορίας καὶ τῆς συμπράξεως μετά τινος κατὰ τὴν πολιτικὴν πορείαν μας, πρέπει νὰ ὦσιν σεβασταί. Πάντα ὅσα ἐῤῥέθησαν ὑπὸ φιλίαν, ἐμπιστοσύνην, πρέπει νὰ μένωσι κεκαλυμμένα ὑπὸ τὸν ἱερὸν πέπλον τῆς ἐχεμυθίας, ὅπως δήποτε μετὰ ταῦτα καὶ ἂν μεταβληθῶσιν αἱ σχέσεις μας. Ἡ συνεργασία αὕτη, κύριοι, ἐγένετο, ὡς εἶπον, ὑπὸ τὸν ἱερὸν δεσμὸν συνεννοήσεως, ἐγένετο ὑπὸ τὸν ἱερὸν δεσμὸν φιλικῆς συνεννοήσεως· ἡ μετὰ ταῦτα διάστασις δὲν μεταβάλλει τὰς ὑποχρεώσεις. Βεβαίως ὅμως, κύριοι, δύνανται νὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου ἐν ἄλλῃ περιπτώσει, ἀλλ’ οὐδέποτε ὀρθὸν νὰ ἐκθέσῃς τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχες κατὰ τὰς ὥρας ταύτας. Ἐναντία διαγωγὴ αὐξάνει τὰς πικρίας τοῦ βίου, τὰς ὁποίας ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ ἐλαττόνωμεν. Ἀναμιμνησκόμενος, κύριοι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου τῆς πολιτικῆς πορείας τοῦ 1866, ἐνέβαλεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἐγώ, χωρὶς ἴσως νὰ τὸ γνωρίζῃ. Ἀφοῦ, κύριοι, ἡ ἐν Ἀθήναις δευτέρα ἐθνικὴ συνέλευσις ἀνεκάλεσε τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀφῄρει τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν ὑπουργῶν τοῦ Μιαούλη ἢ τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος, ὅπως εὐχαριστήθῃ ἡ ἐθνοσυνέλευσις νὰ τοὺς καλέσῃ, μᾶς ἐδίδετο τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῶν πολιτικῶν τῆς πατρίδος μας. Εἴχομεν, κύριοι, μίαν ἱστορίαν πολιτικὴν εἰς τὸν τόπον τοῦτον, εἴχομεν μίαν ἱστορίαν πατρικήν, καὶ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη καὶ ἤδη καὶ πρότερον, ἤνοιγε καὶ πρὸς ἡμᾶς τὸ στάδιον τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν πατρίδα. Τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, κατὰ τὴν κρίσιν μας, μᾶς ἐκάλουν νὰ συνασπισθῶμεν τότε μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μεταπολιτεύσεως, ἀποδεχθέντες, κύριοι, τὰ καθεστῶτα, οὕτως, ὅπως τὰ καθιέρωσεν ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ αἱ συνθῆκαι τῶν δυνάμεων. Ἡ εἰλικρίνειά μας ἡ προτέρα πρὸς τὸ καθεστὼς ὑπῆρχεν ἱκανὴ ἐγγύησις τῶν εἰλικρινῶν αἰσθημάτων μας καὶ τῆς εἰλικρινοῦς συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μεταβολῆς. Ποῖαι ἦσαν αἱ ἰδέαι μας περὶ τῆς μεταβολῆς, ποῖαι ἦσαν αἱ κρίσεις ἡμῶν περὶ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ δὲν εἶχον ἐνεστότατά τινα, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιριάσουν εἰς τὸ νέον στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμέλλομεν νὰ εἰσέλθωμεν. Ἡ νέα πολιτεία μας, κύριοι, ἦτο εἰλικρινής. Καὶ, κύριοι, ἡ εἰλικρίνεια αὕτη ἦγεν ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ συνασπισθῶμεν μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη, ὅστις ἦτο ἡ μετουσίωσις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς μεταπολιτεύσεως· ἔπρεπεν εἰς τὰς χεῖρας αὐτὰς νὰ καταθέσωμεν τὰς νέας ἰδέας ὡς εἰς βασανιστήριον τῆς ἀληθείας. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, καὶ λυποῦμαι διότι ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀνὴρ δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος.
§120ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περιφρονεῖ τὴν πατρίδα, ὅσον δὲν τὴν ἐπεριφρόνησε κανένας.
§121ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι, εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ ἐν ὀνόματι τῆς εὐνομίας, τῶν καταπατουμένων δικαιωμάτων τῆς πατρίδος του, ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἔρχεται καὶ καταλύει μίαν δυναστείαν, ὀφείλει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ παρέχῃ ἑαυτὸν ὡς παράδειγμα τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του, εἰς τὰ δικαιώματα τῶν καθεστωσῶν ἐξουσιῶν. Δυνατὸν, κύριοι, οἱ κριταὶ, οἱ ἐπικριταὶ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν νὰ ὦσι μορφωμένοι μονομερῶς· τὸ τοιοῦτο δυνάμεθα δικαίως νὰ τὸ ἐλέγξωμεν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν λογοδοσίαν Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς θεωρίαν τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν ἔχει νὰ εἴπῃ, «σεῖς μονομερῶς μὲ δικάζετε σήμερον, μονομερῶς θὰ Σᾶς δικάσω καὶ ἐγὼ αὔριον.» Ἐὰν τοιαύτη ὑπάρξῃ ἡ θεωρία τοῦ πολιτεύματός μας, βεβαιωθῆτε ὅτι ἀτόπως ἐποιήσατε μίαν μεταβολὴν τῆς 10 8βρίου.
§122ΔΑΓΡΕΣ. Μήπως ἡ μεταβολὴ στηρίζεται εἰς ἄτομον;
§123ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς προσπαθήσωμεν κύριοι, νὰ μὴ εἴπῃ ἡ ἱστορία ὅτι ἀνεποδογυρίσθη, ὅ,τι ἐδημιουργήσαμεν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη· ὅτι ἀνεποδογυρίσθη ὅ,τι ἔκαμε, νὰ μᾶς θεωρήσῃ ἡ Εὐρώπη καὶ ὁ κόσμος ὡς ἔθνος, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ δημιουργηθῇ τίποτε.
§124ΔΑΓΡΕΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§125ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσβάλλω κανένα.
§126ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἔφερε τὸν Ὄθωνα, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔφερε καὶ τὸν Γεώργιον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ βῆμα, κύριοι, δίδει πᾶσαν ἐλευθερίαν διὰ πᾶσαν ἰδέαν· ἕκαστος ἔρχεται καὶ ἀντικρούει· μὴ διακόπτετε.
§128ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω κύριοι, ὅτι ὡς οἱ ποιήσαντες τὴν μεταβολήν, οὕτω καὶ ἐγὼ ἔχω συμφέρον ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων, διότι κοινὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ κοιναὶ αἱ συμφοραὶ τῆς πατρίδος πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας. Καθιερεῖ τις ἀρχήν τινα, πλὴν μετὰ τὴν καθιέρωσιν, αὕτη εἶναι κοινὸν κτῆμα· δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἔπραξα τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ ἀνήκει ἡ ἀποκλειστικὴ ἀπόλαυσις τοῦ ἀγαθοῦ. Κτῆμα κοινὸν, Κύριοι, εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς 10 8βρίου, διότι ὅλην τὴν Ἑλλάδα διέπουσι. Δὲν ἦτο δίκαιον λοιπὸν νὰ ἐξετάζωμεν ἐρήμην σήμερον τὴν διαγωγὴν τοῦ Κ. Βούλγαρη· δὲν ἐπεθύμουν κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἀπουσιάσῃ ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τάττεται εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν ἐπιζώντων. Ἔχω μεγίστην ὑπόληψιν πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην· τὸν ἐγνώρισα ἐκ τοῦ πλησίον· συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ 1855, 1856, 1857· ἐξετίμησα τὸν νοῦν του καὶ τὰ πατριωτικά του αἰσθήματα· μετὰ δὲ τὴν μεταπολίτευσιν συνέπραξα μετ’ αὐτοῦ καὶ συνυπούργευσα· τὸν εὗρον ἀκραιφνῆ πατριώτην, δὲν κατηγορῶ τὰς ἀρχάς του, οὔτε θέλετε μὲ ἀκούσει κατὰ τὴν διήγησιν ἢ κατὰ τὴν ἐξερεύνησιν τῆς πολιτικῆς του, ὅτι ἐβουλεύθη ἐκ προθέσεως ἀντιπατριωτικόν τι· ἀντιπατριώτας ἐγὼ δὲν βλέπω εἰς τὴν Ἑλλάδα, βλέπω πλανωμένους καὶ πλανῶντας, ἀλλ’ ἀντιπατριώτας δὲν εἶδα, οὐδ’ ὁ θεὸς νὰ τὸ δώσῃ ἵνα ἴδω εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐπιλαμβάνομαι, Κύριοι, τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς τοῦ 1866, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. Ῥοῦφος πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὑπέβαλεν εὐσεβάστως εἰς τὴν Μεγαλειότητά Του τὴν δυσχερῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Εἶπεν Αὐτῷ, ὅτι τὰ πράγματα πέριξ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν ἔχουσι κακῶς. Αἱ χεῖρές μου ἀδυνατοῦσι νὰ κρατήσωσι τὸ πηδάλιον τοῦ Κράτους. Τίποτε εἰλικρινέστερον ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἁπλουστάτου ἐκείνου ἱστορικοῦ ἀνδρός. Μόνη ἡ εἰλικρινὴς αὕτη ἐξήγησις πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἀρκεῖ ν’ ἀναδείξῃ ἕνα ἄνδρα μέγαν πολιτικόν. Ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις ἀπαιτεῖ νοῦν ὑγιᾶ καὶ καρδίαν πατριώτου, ὅπως εἴπῃ τῷ Βασιλεῖ ὅτι ἄλλο τι ἀπῃτεῖτο, παρὰ τὴν προγονικὴν ὑπόληψιν τοῦ γέροντος αὐτοῦ νοικοκύρη κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας ὥρας. Ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. Ῥούφου ἀναβιβάζει αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν τῶν μεγάλων πολιτῶν. Δὲν ἔζη διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν αἰσθημάτων οὐδ’ ἐζήτησε νὰ παγιώσῃ τὴν ὑπόληψίν του διὰ τῶν χειροκροτήσεων· τὰ πολιτικὰ ταῦτα ἀθύρματα ἐγνώριζε, ὅτι παρέρχονται ὁμοῦ μὲ τὴν στιγμήν· ἐγνώριζεν ὅμως ὅτι ἡ ὑπόληψις παραμένει, ὅταν ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ κατανοήσας τοὺς καιροὺς καὶ τὰς περιστάσεις κηρύττῃ ὅτι δὲν χρησιμεύει· αὐτὸ ἠνόησεν ὁ ἀείμνηστος Ῥοῦφος, καὶ προσελθὼν εἶπε τῷ Βασιλεῖ· δὲν ἀντέχουσιν αἱ χεῖρές μου νὰ διευθύνωσι τὸ σκάφος τῆς πολιτείας· ἡ Εὐρώπη σαλεύει, ἡ Ἑλλὰς νοσεῖ. Ὅταν ὁ Κανακάρης ἐχρησίμευε, δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν βοήθειαν κανενός· ἤδη δὲν χρησιμεύει. Κάλεσον εἶπε ἄλλους πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτεία» Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συναίσει αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ δικαιώματί του ἐκάλεσε, νομίζω, τὸν Κ. Δεληγεώργην καὶ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τοὺς ἐπεφόρτισε νὰ μορφώσωσιν ὑπουργεῖον. Διὰ τί δὲν τὸ ἐμόρφωσαν; Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου οἱ ἴδιοι· αἱ πληροφορίαι κατὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις διαφέρουσιν· ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν ἀνήκει νὰ εἰσέλθω εἰς μυστήρια, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐκοινώνησαν. Καλεῖται κατόπιν ὁ κ. Βούλγαρης μετὰ τοῦ ὁποίου συνεπράττομεν ἡμεῖς οἱ περὶ τὸν μακαρίτην Μιαούλην. Ἐκαλέσθη νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον· χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ εὐγένεια, ἡ χαρακτηρίζουσα τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἄνδρα εἰς τὰς σχέσεις του, ἀνεπτύχθη ἁβροφρονέστατα πρὸς ἡμᾶς. Ἀναχωρῶν ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, μετέβη εἰς τοῦ Κ. Μιαούλη τὴν οἰκίαν· ἐκεῖ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὅτι ἡ Μεγαλειότης του τὸν ἐπεφόρτισε νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συμπράξῃ, μορφώνων ὑπουργεῖον μετ’ αὐτοῦ. Ὁ μακαρίτης Μιαούλης συνεκάλεσε τοὺς φίλους του, ἐξέθεσεν ὅσα εὐγενῶς ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ὁ Κ. Βούλγαρης καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην τῶν συντρόφων του. Ἡ γνώμη ἡμῶν, κύριοι, δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ βραδύνῃ νὰ ἐξηγηθῇ, διότι ἦτο μεμορφωμένη· ἡ Ἑλλὰς ἐξήρχετο ἀπὸ μίαν ῥιζικὴν μεταβολήν· ἡ ῥιζικὴ αὕτη μεταβολὴ συνετάραξε τὸ καθεστώς, παρέλυσεν ὅσους θεσμοὺς διοικητικοὺς εἶχε μορφώσει ἡ πρότερον κατάστασις· χρεωστῶ δὲ πρὸς τιμήν της νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐπήνεγκε τὰς καταστροφὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἴδομεν εἰς μεταβολὰς εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐξετάζων τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μου, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς ἀντίθετον θέσιν εὑρισκόμην, δὲν κρύπτω τὴν ἀλήθειαν. Ἀφοῦ, κύριοι, ὡς εἶπον, τὰ πράγματα τῆς πατρίδος διέκειντο κακῶς, οἱ δεσμοὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας εἶχον παραλύσῃ, τὸ Ταμεῖον ἦτο ἄνευ χρημάτων, ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν δύσκολος, πολιτικαὶ δὲ ἀτομικότητες καὶ φατρίαι πανταχοῦ τοῦ Κράτους μορφωμέναι ἀλληλομάχουν· πέριξ δ’ ὑμῶν τὰ σημεῖα τοῦ καιροῦ ἐφαίνοντο δεινά· ἡ Ἰταλία παρεσκευάζετο εἰς μέγαν ἀγῶνα, παρεσκευάζετο ἵνα ἐπιχειρήσῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κίνδυνον, παρεσκευάζετο νὰ εἴπω ὀρθότερον τὸ Πιεμόντε νὰ μεταποιηθῇ εἰς Ἰταλίαν καὶ ὁ δοὺξ τῆς Σαβοΐας, ὁ μικρὸς αὐτὸς βασιλεὺς τοῦ Πιεμόντε, ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ ν’ ἀνακηρυχθῇ βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας· ὁ δὲ γέρων βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας νὰ ἀναλάβῃ τὸ στέμμα τῆς γερμανικῆς αὐτοκρατορίας, καὶ νὰ ποιήσῃ τὴν ἑνότητα τὴν γερμανικήν· Ἀφοῦ ταῦτα πάντα εἶχον οὕτω, τί ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τὸν τόπον ἓν μονομερὲς ὑπουργεῖον; Ἐπρόκειτο, ὡς βλέπετε, κύριοι, νὰ συνταραχθῇ ἐκ βάθρων ἡ Εὐρώπη, νὰ καταπολεμηθῇ μία μοναρχία στρατιωτικὴ, ἡ Αὐστρία, ἡ ἔχουσα ἐξησκημένους στρατοὺς, καὶ χρησιμεύουσα ὡς βάσις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ζυγοστασίου καὶ ὡς φραγμὸς εὐρωπαϊκὸς μεταξὺ Ἄρκτου καὶ Δύσεως. Μεγάλα λοιπὸν συμφέροντα ἐπρόκειτο νὰ συγκρουσθῶσιν, θρόνοι ἐκλονίζοντο, αἱ ἐθνικότητες ἐταράττοντο, τὸ πᾶν ἐδείκνυεν ὅτι εἰς τὴν σύγκρουσιν ταύτην, ἄγνωστον ποῖος ἤθελεν ἐπιτύχῃ. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη ὑπουργείου ἰσχυροῦ· ἀλλ’ ἰσχυρὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἓν ὑπουργεῖον συγκείμενον μὲν ἐκ τοῦ πρώτου πολιτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀναντιῤῥήτως, τοῦ Κ. Βούλγαρη, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀνδρῶν συνάμα, οἵτινες ἀνῆκον κατὰ τὴν κρίσιν τινων τότε εἰς μίαν ἐποχὴν παρεληλυθυῖαν. Τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὑπῆρξε κατὰ τὴν κρίσιν μας ὁ ὁδηγὸς ἡμῶν, καὶ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην μᾶς ὑπηγόρευε νὰ μὴ δεχθῶμεν ὑπουργεῖον οὕτω μεμορφωμένον. Παρηγγείλαμεν λοιπὸν τὰς ἰδέας μας τῷ Κ. Βούλγαρη δι’ ἑνὸς τῶν συντρόφων μας, ὅστις ἔλαβε μετὰ ταῦτα μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868.
§129ΤΙΝΕΣ. Τοῦ Σίμου.
§130ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηγγείλαμεν δι’ ἑνὸς τῶν φίλων μας εἰς τὸν μέλλοντα κ. πρωθυπουργὸν τὰς ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ καιροῦ ἐκείνου σκέψεις καὶ κρίσεις μας καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ μορφώσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων δύναμίν τινα πολιτικὴν μεγάλην, εὐρύνων τὰς βάσεις τοῦ μέλλοντος ὑπουργείου, διὰ τῆς προσλήψεως πολλῶν ἰσχυρῶν προσώπων καὶ ἐπὶ τῆς εὐρείας ταύτης βάσεως στηριζόμενος νὰ κηρύξῃ δημοσίᾳ μίαν πολιτικὴν φανεράν, γενναίαν. Ἐπροτείναμεν λοιπὸν νὰ καλέσῃ, καὶ μόνον αὐτὸς ἠδύνατο νὰ καλέσῃ, διότι εἶναι ὁ ἀρχαιότερος καὶ ὁ πρῶτος πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος· (δὲν θέλω νὰ πειράξω κανένα τῶν ἐντίμων πολιτικῶν, οἵτινες εἶναι σήμερον ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· οὕτω παρίσταντο εἰς ἡμᾶς τὰ πράγματα κατὰ τὰ 1866·) μόνος λοιπὸν αὐτὸς, ἠδύνατο νὰ καλέσῃ ὑπὸ τὴν σημαίαν του ἅπαντας τοὺς πολιτικοὺς καὶ μετ’ αὐτῶν νὰ μορφώσῃ Κυβέρνησιν ἰσχυράν· ἐὰν δὲ, εἴπομεν, μείνῃ θέσις τις καὶ δι’ ἡμᾶς, ἐκλέξατε ὅποιον θέλετε, ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ θέσις, εἴμεθα οἱ τελευταῖοι ὑπηρέται τῆς μεγάλης ἐκείνης Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς μεγάλης πολιτικῆς ἤθελε μορφώσει. Ἡ κυβέρνησις αὕτη πρέπει νὰ κηρύξῃ φανερὰ τί ζητεῖ· πρέπει νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν τόπον ἀπροκαλύπτως τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· πρέπει νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τοὺς λαοὺς ὅτι τὰ οἰκονομικὰ εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι κενὸν, ὅτι ἐνδεχόμενον τὸ ἔθνος νὰ παρασυρθῇ εἰς περιπετείας, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ ἄνευ χρημάτων· ἔχει ἀνάγκην λοιπὸν νὰ φορολογήσῃ, ἔχει ἀνάγκην νὰ τακτοποιήσῃ τὰ δάνεια, ἔχει ἀνάγκην τέλος πάντων νὰ εὐρύνῃ τὴν πολιτικήν του, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ τοὺς λαοὺς εἰς στενοχωρίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν του οὕτω δύνανται νὰ σωθῶσιν. Ἐνεστερνίσθημεν, ὡς βλέπετε, κύριοι, καὶ ἐπροτείναμεν τὴν ἐκπεφρασμένην πολιτικὴν, διὰ τὴν ὁποίαν τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη μᾶς κατηγοροῦν. Κατὰ τὴν κρίσιν μας, κύριοι, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι μικρὰν παρέκβασιν καὶ τὴν πεποίθησίν μας, ἡ πολιτικὴ μιᾶς ἐθνικῆς κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ᾖναι καθαρὰ, γνωστὴ· τὰ μέσα μόνον τῆς ἐκτελέσεως πρέπει νὰ μὴ ᾖναι γνωστὰ· ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ πολιτικῆς καὶ τῶν μέσων τῆς ἐκτελέσεως· ἔγκειται τῇ φύσει ἐλευθέρου συνταγματικοῦ πολιτεύματος τόπου, ἔνθα τὰ βουλευτικὰ σώματα ἔχουν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συζητεῖν καὶ ἀποφαίνεσθαι, ἤτοι τὸ δικαίωμα τοῦ συντρέχειν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν κυβερνήσεων, καὶ ὅπου τὸ ὑπουργεῖον εἶναι τέκνον τῆς πλειονοψηφίας, νὰ συζητῇ δημοσίᾳ τὴν πολιτικήν του. Εἰς κράτη, κύριοι, ἔνθα αἱ κυβερνήσεις δὲν εἶναι τέκνα τῆς πλειοψηφίας, ἐκεῖ ἀληθὴς ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει. Προσωπικὴ ἀσφάλεια, ναὶ, ἀσφάλεια πρὸς ἐξάσκησιν ὅλων τῶν ἐπαγγελμάτων ναὶ, ἐλευθερία ὅμως τοῦ νὰ διαθέτῃ τὸ ἔθνος ἑαυτὸ κατὰ βούλησιν ὄχι. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὴς ἐλευθερία, κύριοι, ἐὰν αἱ κυβερνήσεις δὲν ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἤτοι ἐὰν τὸ κοινοβούλιον δὲν κυβερνᾷ διὰ τῆς μορφώσεως τοῦ ὑπουργείου καὶ δὲν διοικεῖ διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω ἀληθὴς ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἔθνει τούτῳ. Πιθανὸν ὁ εἷς κύριοι, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς νὰ ᾖναι εἷς μέγας Ἀλέξανδρος, πιθανὸν ὁ εἷς νὰ ᾖναι εἷς Καῖσαρ, πιθανὸν νὰ ᾖναι εἷς Ναπολέων Γʹ· ταῦτα ὅμως εἶναι συμβεβηκότα καιρικά· συνέχεια ἀσφαλοῦς πολιτικῆς, συνέχεια ἀληθοῦς δόξης, συνέχεια ἐνεργείας πρὸς τὴν εὐδαιμονίαν ὑπάρχει εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἶναι διαρκές. Πᾶσα πρᾶξις ἀποῤῥέουσα ἀπὸ τὸν ἕνα εἶναι βασιλοδώρητος, κάλλιον νὰ ᾖναι εθνοδώρητος. Καὶ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν λέγω ταῦτα τὰ εἰς ὅλους ὑμᾶς γνωστὰ λόγια, εἷς ἀρχηγὸς τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως ἐν Εὐρώπῃ, πεπειραμένος ὅμως εἰς τὸ σχολεῖον τῆς δυστυχίας, ἀνὴρ ὅστις ἐπείνασε καὶ ἔπαθεν ὅσα παθαίνουσι καὶ πάσχουσιν οἱ τελευταῖοι πολῖται, ἀνὴρ ὅστις ἐδοκίμασεν ὅλας τὰς πικρίας τῶν ἐξοριῶν, ὅλας τὰς στενοχωρίας τοῦ πεπτωκότος, ὁ ἀνὴρ οὗτος ὅστις εἶναι ἡγεμὼν σήμερον μεγάλου κράτους, ἐνόησεν ὅτι ἡ προσωπικὴ κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐπὶ μακρόν. Δυνατὸν νὰ κυβερνήσῃ τις ἐκτάκτως ἕως οὗ ἡ κοινωνία λάβῃ τὴν κανονικὴν αὐτῆς θέσιν, τούτου ὅμως παρερχομένου τὰ ἔθνη ἐπιζητοῦν ν’ ἀναλάβωσι τὰ δικαιώματά των. Οὐδεμία ἀνάμνησις εὐεργεσιῶν! Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν μέλλοντα πρωθυπουργόν μας βάσιν εὐρεῖαν εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς κυβερνήσεως, περιλαμβάνουσαν ἐν αὐτῇ καὶ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Κ. Δεληγεώργην, καὶ ὅσους ἄλλους ἐκ τῶν πολιτικῶν ἤθελε πιστεύσει ὅτι φέρουσι τὰ χαρακτηριστικὰ ἐκεῖνα ὑπολήψεως καὶ ἐπιῤῥοῆς ἐν τῷ τόπῳ, ἅτινα ἀπῃτοῦντο πρὸς ἀνύψωσιν τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν δὲ ἔμενε θέσις καὶ δι’ ἡμᾶς εἶχε καλῶς, ἄλλως ὑπηρετούσαμεν ὡς σᾶς εἶπον ὡς οἱ τελευταῖοι στρατιῶται. Κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως ταύτης, κύριοι, ἀγνοῶ τί συνέβη εἰς τὰς σκέψεις τοῦ Κ. Βούλγαρη. Γνωρίζω μόνον ὅτι ἦλθεν πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέρως εἷς συγγενὴς αὐτοῦ, καὶ μὲ παρεκάλεσεν ἐκ μέρους τοῦ Κ. Βούλγαρη νὰ δεχθῶ ἓν οἱονδήποτε ὑπουργεῖον. Ἐννοεῖτε ὅτι ἐκολακεύθην διὰ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως μοὶ ἔκαμεν ὁ Κ. Βούλγαρης, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναί τις, ὅστις δὲν εὐχαριστεῖται ἐκτιμώμενος ἀπὸ ἄνδρας οἵτινες διαπρέπουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἀλλ’ ἀπεποιήθην εἰπὼν ὅτι μὴ δεχθεισῶν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας οἱ περὶ τὸν μακαρίτην Μιαούλην ἐπρότειναν, μόνος ἐγὼ ἤμην ἄχρηστος πλέον· ὡς ἄτομον δὲν ἐχρησίμευα, μάλιστα ἤθελα βλάψει τὸ ὑπουργεῖον. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κύριον νὰ φέρῃ τὰς εὐχαριστήσεις μου πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ μὴ δυσαρεστηθῇ διὰ τὴν ἄρνησίν μου ταύτην Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην, οὐδεμίαν εἴδησιν πλέον διεβίβασεν εἰς τὸν Κ. Μιαούλην. Ἐκάλεσε τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ἀγνοῶ, τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν Κ. Δεληγεώργην, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίους ἄλλους καὶ ἠσχολήθη νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον· τί ἔτρεξε κατὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἂς τὸ εἴπωσιν, εἰς ἐμὲ δὲν ἀνήκει νὰ εἴπω τί. Ἐμορφώθη, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη κατὰ μῆνα Ἰούνιον ἄνευ ἡμῶν, ἄνευ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ λυπηρὰ δι’ ἡμᾶς τοὺς περὶ τὸν Κ. Μιαούλην περίστασις τοῦ νὰ τεθῶμεν εἰς χωριστὴν θέσιν ἀπὸ τὸν Κ. Βούλγαρην· λέγω λυπηρὰ, διότι ἐξακολουθῶ νὰ τηρῶ ἀκόμη, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ θέσις μου ἀπέναντι αὐτοῦ σήμερον, τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς εἶχον περὶ τοῦ πολιτικοῦ τούτου ἀνδρός. Ἤδη, κύριοι, κλείει ἡ ἱστορία τῶν ἐξηγήσεων τῶν ἀτομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιῆλθον ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, καὶ τῆς μερίδος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας ἀντεπροσώπευεν εἷς ἐνάρετος πολιτικὸς καὶ τοῦ ὁποίου ἡ στέρησις ἐζημίωσε καὶ τὸ ναυτικὸν ἰδίως καὶ τὴν πατρίδα, ὁ ἀοίδιμος Μιαούλης. Σᾶς εὐχαριστῶ δὲ, διότι μὲ ἠκούσατε εὐμενῶς εἰς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσω καὶ δι’ ἐμὲ αὐτὸν καὶ διὰ τὸν ἀποθανόντα φίλον μου ἔτι δὲ καὶ διὰ τοὺς ἀπόντας. Ἐμορφώθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη κατὰ τὸν Ἰούνιον, περιλαμβάνον ὡς ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν ἀρχίσω τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1866, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ μιᾶς πράξεως τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, τὴν ὁποίαν τόσον σφοδρῶς κατηγόρησεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἐζήτησε, λέγει, ἀπὸ τὸν κ. Βούλγαρην, ὅτε ἐκαλέσθη παρ’ αὐτοῦ νὰ δεχθῇ ὑπουγεῖον, νὰ τὸν δώσῃ ἐγγράφως τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς του, καὶ, κύριοι, μετ’ ὀργῆς, μὴ ἁρμοζούσης εἰς διακεκριμένον πολιτικὸν εἶπε, πῶς ἐτόλμησε πολιτικὸς ἄνθρωπος νὰ ζητήσῃ τοιοῦτον ἔγγραφον διὰ νὰ τὸ φέρῃ μετὰ ταῦτα ὡς ἰδιώτης εἰς τὴν τσέπην του; Κύριοι, ἐξ ὅσων σᾶς ἐξήγησα ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου περὶ τῶν πολιτικῶν σχέσεων τῶν ἀναστρεφομένων εἰς τὰ πολιτικὰ, ἐννοεῖτε, ὅτι ἀντίκειμαι εἰς τὰς ἰδέας ταύτας τοῦ φόβου. Καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ζητήσῃ ἐγγράφως τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἐργασθῇ. Οἱαιδήποτε καὶ ἄν ἦσαν αἱ μετὰ ταῦτα περιπέτειαι αὐτῶν, κύριοι, αἱ βάσεις, αἵτινες ἔμελλον νὰ σημειωθῶσιν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἐπειδὴ κοινῶς θὰ διαχειρίζοντο μετὰ τῶν συναδέλφων του, κοινὴ θὰ ἦτο καὶ ἡ τιμὴ ἢ ἡ ζημία. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν ἢ νὰ ποιήσητε καλὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ἐμβαίνω, κύριοι, τώρα κυρίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866, ἐὰν πολιτικὴ ὑπῆρχε. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ ἔχητε ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι ὡς γνωρίζετε περιορίζομαι εἰς τὰς ἀγορεύσεις μου εἰς τὰς ἀναγκαίας συζητήσεις καὶ δὲν συνειθίζω νὰ ἐκτείνω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἐξέδωκε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 κατὰ μῆνα Ἰούνιον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἕν πρόγραμμα. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο συνέκειτο ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὀργάνων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ προγράμματι, ὅτι ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τῆς μεταπολιτεύσεως, ἤτοι νὰ ἀνεγείρῃ τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν τάξιν καὶ δι’ αὐτῶν νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ μέλλον. Κύριοι, ὁποιονδήποτε πρόγραμμα καὶ ἄν λάβητε εἰς χεῖρας οἱασδήποτε κυβερνήσεως, οἱουδήποτε κράτους, στοιχηματίζω ἐὰν εὕρητε ἄλλας φράσεις. Τάξιν καὶ εὐνομίαν ἐπαγγέλλονται ἅπαντα τὰ ὑπουργικὰ προγράμματα. Ἔρχεται, κύριοι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική. «Ἐλεύθεροι λέγει πάσης προκαταλήψεως, ἐν τῷ ἀδήλῳ μέλλοντι θέλομεν ἐνεργήσει κατὰ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος». Εἶναι, κύριοι, πολιτικὴ αὕτη; Ὅπως ἐννοήσωμεν καλῶς τί ἐστὶ πολιτικὴ ἄς ἐξετάσωμεν τὸν ὁρισμὸν αὐτῆς. Λέγοντες πολιτικὴ ἐννοοῦμεν βεβαίως οὐχὶ τὴν κατ’ ἐπιστήμην σημασίαν τῆς λέξεως, ὁποίαν τὴν ὁρίζει ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τὰ πολιτικά του, ἀλλὰ τοιαύτην ὁποίαν τὴν παραδέχονται οἱ περὶ τὰ κυβερνητικὰ ἀσχολούμενοι ἢ μᾶλλον οἱ περὶ κυβερνητικά. Πολιτικὴ λοιπὸν κατὰ τούτους ἔχει νὰ εἴπῃ σύστημα ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ διακυβερνᾷ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς πατρίδος του, ἢ διαχειρίζεται τὰ ἐξωτερικά. Αἱ ἀρχαὶ δ’ αὗται εἶναι ἢ πόρισμα τῆς δημοσίας γνώμης ἢ πεποίθησις ἀτομική. Τί δ’ ἐπιζητῶμεν μορφόνοντες πολιτικὰς ἰδέας; ἐπιζητῶμεν τὴν ἐπικράτησιν αὐτῶν, διότι κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας, ἡ πατρὶς ἐὰν μὲν περὶ ἐσωτερικῶν πραγμάτων πρόκειται, θέλει εὐδαιμονήσει, ἐὰν δὲ περὶ ἐξωτερικῶν θέλει ἀποκτήσει μείζονα ὑπόληψιν, μείζονα δόξαν παρὰ τοῖς ἔθνεσι. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ σφαίρα εἴτε μεγάλη εἶναι αὕτη, εἴτε μικρὰ, ἀγωνίζεται παντὶ σθένει, ἀγωνίζεται μετὰ κόπου καὶ μετὰ βασάνων, πολλάκις δὲ καὶ μετὰ ζημίας τῆς περιουσίας αὑτοῦ, ὅπως φθάσῃ κατὰ τὸ ἐνὸν νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα του. Τούτου τεθέντος, κύριοι, προβῶμεν εἰς τὸ χαρακτηρισμὸν τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου. «Ἐλεύθεροι πάσης προκαταλήψεως, λέγει τὸ πρόγραμμα, θέλομεν ἐν τῷ ἀδήλῳ μέλλοντι, ah mon Diau! ἐπιζητήσει τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἡ ἄδηλος πολιτικὴ αὕτη δύναται νὰ ὀνομασθῇ πολιτικὴ Ἐνέδρας· πολιτικὴ d’ embuesade· ὁμοιάζη, κύριοι, τοὺς κυνηγοὺς ἐκείνους, οἵτινες μὴ δυνάμενοι νὰ κτυπήσωσι ἐπιτυχῶς τὰ διατρέχοντα πετῶντα πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, παρακάθηνται εἰς ἄκραν τινα, ὅπου ὑπάρχει ὕδωρ καὶ περιμένω νὰ τὸν βοηθήσῃ ἡ τύχη, ὅπως περάσῃ πτηνόν τι, καὶ τὸ σκοτώνωσι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐν τῷ ἀδήλῳ μέλλοντι ἐπιζητουμένη. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ εἰς τόπον ἐλεύθερον πρέπει νὰ ᾖναι πολιτικὴ φανερά. Ὅταν ὁ Λουδουβῖκος ΙΔʹ. ἔλεγεν ὅτι «ἡ ἐπικράτεια εἶναι ἐγὼ» τότε, ὡς εἶπε μέγας τις πολιτικὸς, εἷς ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς τὸ παλάτι, νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ βασιλέως ἐκείνου καὶ ἡ πολιτικὴ ἦτο τετελεσμένη. Ἀλλ’ ὁ λαός, κύριοι, δὲν κατοικεῖ εἰς παλάτια· τὸν λαὸν πρέπει νὰ τὸν ζητήσητε πανταχοῦ καὶ ἂν ἀληθῶς ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν λαόν, πρέπει ἐδῶ νὰ μορφῶται ἡ πολιτική. Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, αὐθεντία γνωμῶν εἰς τὸν τόπον μας δὲν ἐμορφώθη εἰσέτι, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω γνώμην μεγάλου ἀνδρὸς πολιτικοῦ περὶ τῆς πολιτικῆς ἑνὸς ἔθνους. Λαλεῖ πρὸς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τῆς Γαλλίας. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω Γαλλιστὶ καὶ νὰ σᾶς τὸ μεταφράσω.
§131ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τίνος λόγος εἶναι;
§132ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ κυρίου Θιέρσου, ῥηθεὶς τὸν Φεβρουάριον 1868 ἐν τῷ Γαλλικῷ κοινοβουλίῳ.
§133ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἤκουσεν ἡ πατρίς του.
§134ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν ἀκούει ὁ Ναπολέων τόρα.
§135ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγινώσκει τὴν μετάφρασιν. «Ἡ ἀποστολή μας (τοῦ νομοθετικοῦ σώματος) εἶναι νὰ μορφώσωμεν τὴν ἐθνικὴν θέλησιν. Εἶναι ἔργον δημόσιον, γινόμενον δημοσίως.... Γνωρίζω καλῶς ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἵτινες λογίζονται σπουδαῖοι καὶ βαθεῖς λέγοντες. Τί εἶδος πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις γίνεται δημοσίως. Οὗτοι παραγνωρίζουσιν ὄχι μόνον τὸν καιρόν των, ἀλλ’ ὅλους τοὺς καιρούς. «Ἡ καλητέρα πολιτικὴ ἐγένετο πάντοτε δημοσίως. Ὅ,τι κάμνει τὸ μεγαλεῖον μιᾶς πολιτικῆς εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ὀρθότης». «Notre rôle est donc de formuler la volonté nationale. C'est une œuvre publique faite publiquement.... Je sais bien que des esprits qui se croient serieux et profonds disent: Mais quelle est cette politique qui se fait en public ? Ces esprits mé connaissent non seulement leur temps, mais touts les temps. La meilleur politique s'est toujours faite publiquement. C'est ce que fait la grandeur d'une politique, c'est sa verité et sa justesse». Καλητέρα λοιπὸν πολιτικὴ κατὰ τὸν Κ. Θιὲρς εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἥτις γίνεται δημοσίᾳ· παρακατιὼν δ’ ἐπιλέγει· «ἀφότου τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος ἠδυνήθη, μετὰ μακρὰς περιπετείας, νὰ καθιερώσῃ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ᾖναι τέκνον τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου, ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ὅτι ἐλανθάσθη ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους τούτου· συζητουμένης δὲ τῆς πολιτικῆς, ἐξακολουθεῖ λέγων, φανερὰ, τί θυσιάζεται; τὸ μυστικόν· καὶ τὸ μυστικὸν τῆς τάσεως ἑκάστου ἔθνους δὲν εἶναι γνωστόν; Ἂν καὶ, λέγει, ἡ Ῥωσσία, δὲν συζητεῖ τὴν πολιτικήν της φανερὰ, δὲν γνωρίζετε ποῦ τείνει; Ἂν ἡ Αὐστρία, δὲν λέγει φανερὰ τὴν πολιτικήν της, δὲν τὴν ἠξεύρετε ποῦ τρέχει; λοιπὸν θυσιάζετε λέγω, τὸ μυστικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους δὲν ἔχετε». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἰς ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον αὐτοδιοικεῖται, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ βουλευτικὸν σῶμα κυβερνᾷ διὰ τῆς ὑποδείξεως τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, διοικεῖ δὲ, ὡς εἶπον, διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς κυβερνητικῆς πορείας, ἄδηλος πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν, οὐδ’ εἶναι πολιτικὴ, καθ’ ὅσον αἱ τάσεις ἑνὸς ἔθνους, ὡς εἶπον, συζητοῦνται δημοσίᾳ, καθότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ αὐτὸ εἰς ποίας θυσίας θὰ ὑποβληθῇ μέχρις ὅτου φθάσει εἰς τὸ ἐπιζητούμενον ἀποτέλεσμα. Ἴδωμεν ἤδη, κύριοι, ἂν ἡ ἄδηλος αὕτη πολιτικὴ ἦτο κοινὴ τοῦ ὑπουργείου, μεμορφωμένου ὅπως ἡμεῖς τὸ ἐννοοῦμεν ἤτοι τέκνου τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὑπουργείου πολιτικῆς ἀλληλεγγύης, ὅπως καὶ τὸ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἄλλοτε, καὶ ὅπως πιστεύω ὅτι θὰ ᾖναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ διαδεχθῇ τὸ παρὸν, οὐχὶ τώρα, ἀργότερα ἐν τῷ μέλλοντι (ἱλαρότης) πολὺ ἀργά...... Θέλω, κύριοι, σᾶς διηγηθῆ τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἡ κυβέρνησις αὕτη δὲν ἦτο ὑπουργεῖον ἀλληλεγγύης, ἀλλ’ ὑπουργοὶ à departement δηλ. ἓν ἕκαστον ἄτομον ἠργάζετο χωριστὰ διὰ τὸ ὑπουργεῖόν του· καὶ ὅτι ἡ λεγομένη πολιτικὴ δὲν ἦτο κοινή. Ἐξεῤῥάγη ἡ ἀτυχὴς ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ περάτων ἕως περάτων συνεκινήθη, ὁμοῦ δὲ καὶ οἱ ἐν διασπορᾷ διατελοῦντες ὁμογενεῖς συνεκινήθησαν Ὑπάρχει θεῖόν τι προσὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας, τὸ ὁποῖον ἔνθα γῆς εὑρίσκονται τοὺς συγκινεῖ διὰ τὴν κοινὴν πατρίδα. Εἶναι τοῦτο, κύριοι, ἱερὰ ἐντολὴ ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὴν ὁποίαν παρέλαβον διὰ τῆς θείας μεταλήψεως ἐν τῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅτε ὁ τελευταῖος αὐτοκράτωρ τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέλλων νὰ πέσῃ εἰς τὰς ἐπάλξεις τῆς πόλεως, ἦλθεν εἰς τὸν ναὸν καὶ ἐκοινώνησε μετὰ τοῦ λαοῦ του τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Διασπαρέντες δὲ παρέλαβον μεθ’ ἑαυτῶν τὸ μυστήριον τῆς ἐθνικότητος. Ἐρώτησον τὸν εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς γῆς καὶ ἂν εὑρίσκεται ἕλληνα περὶ τῆς πατρίδος του, θέλει σοὶ δείξω τὴν ἀνατολήν. Ὑποτάσσεται κατ’ ἀνάγκην εἰς πᾶσαν ἐξουσίαν, φέρει ὅμως ἐν ἑαυτῷ τὸ μυστήριον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριοι, ἕνεκα τοῦ ὁποίου συγκινεῖται πᾶς ἕλλην, διὰ τὰ παθήματα οἱουδήποτε ἑλληνικοῦ μέρους. Συνεκινήθη λοιπὸν, κύριοι, πᾶσα ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς ἐξεγέρσεως πολέμου ἐν Κρήτῃ. Ἀναντιῤῥήτως καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 ἕλληνες ἦσαν· τὸ ἴδιον μυστήριον ἐν τῇ καρδίᾳ των φέρουν, ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας διαφέρει· ἐπειδὴ δὲ ἓν κοινὸν γνωστὸν πολιτικὸν πρόγραμμα δὲν εἶχον διαγράψει, ὅταν ἀπεφάσισαν νὰ λάβουν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, διαφοροτρόπως περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος εἷς ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἐσκέφθη. Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παρουσίαν Κρητὸς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπηγόρευσεν τὸ μέτρον τοῦτο, διότι αὐτὸς ἐσυμβούλευσε τὸν κ. Βούλγαρην νὰ λάβῃ Κρῆτα ὑπουργὸν, τὸν Καλέργην, χρεωστῶ, κατὰ παρέκβασιν, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, πάλιν περὶ ἑνὸς νεκροῦ, τοῦ μακαρίτου στρατηγοῦ Καλλέργη, ἀφοῦ συνέπεσε μόνος ἐγὼ νὰ εἶμαι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ. Ὁ στρατηγὸς Καλλέργης δὲν ἦτον ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, ὁ στρατηγὸς Καλλέργης ἔλεγε, «μὲ ζητοῦν οἱ συμπολῖται μου Κρῆτες, ὑποθέτοντες ὅτι φέρω μαζί μου τοῦ αὐτοκράτορος τὰς δυνάμεις καὶ τὰ χρήματα, ἅμα δὲ μάθουν ὅτι δὲν ἔχω τίποτε, θὰ μὲ διώξουν, καὶ ἔχουν δίκαιον, διότι ἀπὸ ἕνα γέροντα στρατηγὸν τὶ περιμένουν νὰ τοὺς κάμῃ;» Καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἔστειλαν πρὸς αὐτὸν πληρεξουσίους καὶ ἔγγραφα οἱ Κρῆτες, διὰ τῶν ὁποίων τὸν ἀνεκήρυττον γενικὸν ἀρχηγὸν τῆς Κρήτης· τὰ ἔγγραφα ταῦτα παρέδοτεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι δὲν σκοπεύῃ νὰ δεχθῇ τὸν διορισμόν, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τὸ δημοσιευθὲν ἔγγραφον τοῦ κυρίου Ἔρσκιν ἡμερομηνίας Αὐγούστου ἢ Σεπτεμβρίου τοῦ 1866, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι τὸν ἐκάλεσεν ἡ Α. Μ. ἐλάλησεν αὐτῷ καὶ τῷ εἶπε· «τὸν στρατηγὸν τὸν ζητοῦν εἰς Κρήτην, ἀλλὰ ἂς ὑπόσχωμαι ὅτι οὔτε αὐτός, οὔτε ἄλλος τῆς ὑπηρεσίας μου θὰ μεταβῇ ἐκεῖ· ἀλλὰ, κύριε πρέσβυ, παρακαλῶ εἴπατε εἰς τὴν Βασίλισσαν ὅτι οἱ χριστιανοὶ τῆς Κρήτης πάσχουν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη συγκινεῖ ὅλον τὸν λαόν μου, καὶ, κύριε, δύναται ἐπὶ τέλους ὁ λαὸς νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ νὰ λάβω μέρος καὶ ἐγώ,» Εὐγενὴς ἰδέα! ἀντίθετος εὐτυχῶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔθετον ἀτόπως εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπάτησε τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος· ἦτο σύμφωνος ἡ κυβέρνησις ὅλη εἰς τὸ ν’ ἀκολουθήσῃ μίαν πολιτικήν· ἅμα ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης; ὄχι· Ἀλλέως ἐσκέπτετο ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου τὰ αἰσθήματα τὰ πατριωτικὰ καὶ τὰς πολυτίμους γνώσεις δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ διαφιλονικήσω ἐν οὐδενὶ χρόνῳ, ἄλλω, ἐσκέπτετο ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἄλλως ὁ πρωθυπουργό... Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶμαι φίλος τῶν ἀνακαλύψεων δὲν θέλω εἴπῃ, καὶ δὲν θέλω προκαλέσει τὸν νῦν πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ τί ἔτρεξε τότε μεταξὺ τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ· αὐτὰ, κύριοι, πρέπει νὰ τὰ καλύψῃ ἡ σιωπὴ ἤδη, ὅπως τὰ ἀνακαλύψῃ ἡ ἱστορία. Δὲν ἐπεθύμει ὁ κύριος πρόεδρος τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κρήτης; ἄπαγε· ἐὰν ἡ Κρήτη παρεχωρεῖτο τότε ἢ σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ πρῶτος ὅστις ἤθελε χειροκροτήσει, ἀναντιῤῥήτως, θὰ ἦτο ὁ κύριος Βούλγαρης· ἀλλ’ ὁ πατριωτισμὸς, κύριοι, ἔχει ἐν ἑκάστῳ ἰδίους κανόνας, καθ’ οὓς πραγματοποιεῖται, καθ’ οὓς δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν του· καὶ ὁ κ. Βούλγαρης εἶχε τοὺς ἐδικούς του. Ἄφησεν ὅλως ἀβοήθητον τὴν Κρήτην; ὄχι· ἀλλ’ ἤρκει ὁ ἄρτος;... Ὑπὸ τὴν διάφορον πολιτικὴν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν ἢ μὲ τὴν στέρησιν πάσης πολιτικῆς φθάνομεν, κύριοι, εἰς τὸν Δεκέμβριον (τὸ ὑπουργεῖον ἔγεινε τὸν Ἰούλιον). Ἄρχεται ἡ ὑπουργικὴ κρίσις· ἀναβάλλεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ 40 ἡμέρας· συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ· τὸ ὑπουργεῖον δὲν παρουσιάζεται ἐνώπιον αὐτῆς· ἐξακολουθεῖ ἡ ὑπουργικὴ κρίσις, ἐπὶ τέλους ἔχεται ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τὸ ζήτημα περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὑπουργείου. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα δὲν τίθενται μόνον ἐνώπιόν σας, τίθενται καὶ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν μόνοι σεῖς εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ῥίπτετε τὰ ὑπουργεῖα, τὸ πολίτευμα θὰ ἦτο χωλόν. Εἶναι λοιπὸν δίποδον, δηλ. τέλειον, καὶ ὅπως σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κρημνίζητε τὰ ὑπουργεῖα, ἀπαράλακτα καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ μεταβάλῃ· καὶ σεῖς μὲν ἔχετε τὴν εὐθύνην ὅταν ῥίπτετε τὸ ὑπουργεῖον, τὸ δὲ διαδεχόμενον ὑπουργεῖον διὰ τὸ ἀποχωροῦν ὑπέχει τὴν εὐθύνην διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἀπαραβίαστος, οὐχὶ δὲ καὶ ἱερὸς, ὡς ὑπῆρχεν εἰς τὸ προηγούμενον Σύνταγμα, καθότι τὸ ἀφῄρεσεν ἡ τελευταία συνέλευσις. Ἄρχεται λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπουργείου ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, (ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔφυγε καὶ θὰ μοῦ χρειασθῇ).
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα θὰ ἔλθῃ.
§137ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρχεται λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἐπειδὴ κύριοι διεδέχθημεν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἡμεῖς, δηλ. ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ σύντροφοί του, ὑπεχόμεθα τὴν εὐθύνην τῆς πτώσεώς του· δὲν εἶναι οὕτω, κ. ὑπουργὲ, τῶν ἐξωτερικῶν;
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§139ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέχομεν λοιπὸν τὴν εὐθύνην τῆς πτώσεως τοῦ Κ. Βούλγαρη, καὶ κατὰ συνέπειαν ἠξεύρομεν τοὺς λόγους, ὅσοι ἐῤῥέθησαν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν Κ. Βούλγαρην· εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεφώνησε καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συναίσει του ἀπεδέξατο τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Κατόπιν ὁ Κ. Δεληγεώργης ἀνεκάλεσε τὴν γνώμην του. Οὕτως εἶναι Κ. Κουμουνδοῦρε;
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§141ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἢ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τί συνέβη καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης ἀνεκάλεσε τὴν γνώμην του. Ἐξάγεται ὅμως ἐκ τούτων ὅτι δὲν ὑπῆρχεν πολιτικὴ σύμφωνο, τοὐλάχιστον ἐξωτερική. Τὴν 14 Δεκεμβρίου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μὴ γνωρίζων ὁ Κ. Δεληγεώργης, τί σκέπτεται ὁ Κ. Βούλγαρης καὶ ἀνυπόμονος νὰ μάθῃ τί συμβαίνει εἰς τὰς κυβερνητικὰς χώρας, βαρυνθεὶς βεβαίως τὸν τοιοῦτον ὑπουργικὸν βίον, ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν Κ. Βούλγαρην, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ λέγει, κατ’ ἔννοιαν θὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἐπειδὴ παρατηρῶ ὅτι παραιτεῖσθε πάσης ἐνεργείας ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν φίλων μας, εἰκάζω ὅτι ἔχετε σκοπὸν νὰ παραιτηθῆτε· ἐγὼ δὲ μὴ θέλων νὰ ἐμπερδεύσω τὰ πράγματα περισσότερον ἀποσύρομαι. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια. Ὀλίγας ἡμέρας ἔπειτα ὁ Κ. Βούλγαρης παρῃτήθη, χωρὶς νὰ προσέξῃ διόλου περὶ μειοψηφίας ἢ πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὁ πολιτικὸς οὗτος ἀνήρ, διὰ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεθύμει καὶ ὀρθῶς, νὰ φέρῃ ἓν σχέδιον πολιτικὸν ἀληθὲς καὶ νὰ ἦναι πεπεισμένος ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ μίαν ὑποστήριξιν ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων ἦτο γνωστόν, ὅτι τὴν πολιτικὴν τοῦ Κ. Βούλγαρη δὲν τὴν ἤθελε καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ Κ. Δεληγεώργης μετανοεῖ καὶ ἀντιτάσσεται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν διαλύεται. Ἐν ᾧ δὲ οὗτος ἐπαραπονεῖτο ὅτι παραμελεῖται ἡ πλειοψηφία καὶ οἱ φίλοι των, καὶ παρετήρει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ πρὶν παρουσιασθῶσιν εἰς αὐτήν· ὁ Κ. Βούλγαρης παραιτεῖται, χωρὶς νὰ δοκιμάσῃ τὴν τύχην του ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δώσῃ τὴν εὐχαρίστησιν εἰς τοὺς ἀντιπάλους του νὰ τὸν ῥίψωσι διὰ τῆς πλειονοψηφίας των. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τῆς πολιτικῆς περιπετείας τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, μοὶ ἐπῆλθεν εἰς τὴν μνήμην μου ἓν ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὸ 1782. Ἦτο πρωθυπουργὸς ὁ λόρδος Νόρθ. Ἡ πλειονοψηφία ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἅμα συνῆλθε τὸ παρλαμέντον ἦτο ὅλη κατ’ αὐτοῦ· ὁ λόρδος Νόρθ ἐγνώριζε τὴν θέσιν του, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ τὴν τιμὴν εἰς τοὺς ἀντιπάλους του νὰ τὸν ῥίψωσι κατόπιν μιᾶς συζητήσεως ἐμπιστοσύνης, ἤθελε νὰ προλάβῃ τοῦτο. Ἐπροσδιωρίσθη λοιπὸν ἡμερησία διάταξις ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἦτο ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ὑπουργείου Νόρθ· ἡ συνεδρίασις ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ μέχρι τῆς 4 ἢ 5 ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον· οἱ βουλευταὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ μετέβησαν εἰς τὸ βουλευτήριον — ὁ χειμὼν ἦτο βαρὺς καὶ χιὼν πυκνὴ ἔπιπτεν ἀδιακόπως — ἐπὶ τῇ ὑποθέσει λέγω ταύτῃ ἀπέπεμψαν τὰς ἁμάξας των, ὅπως ἐπιστρέψωσιν περὶ τὰς 4 ἢ 5 μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις· ὁ λόρδος Surrey ἦτον ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅστις ἔμελλε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τρέχει πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὅπως ζητήσῃ πρῶτος τὸν λόγον· ὁ λόρδος Νόρθ ἐπίσης ἔπραττε τὸ αὐτό· ὁ Λόρδος Νόρθ ἔφθασε πρῶτος νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἀντικείμενον ὅπερ ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καλεῖται εἰς συζήτησιν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ διότι τὸ ὑπουργεῖον παρῃτήθη καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν παραίτησιν ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως. Οὕτως ἡ συνεδρίασις διαλύεται. Ὁ λόρδος Νόρθ δὲν εἶχεν ἀφήσει τὴν ἅμαξάν του νὰ ἀναχωρήσῃ. Τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου δυσανεσχέτων ἱστάμενα διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἁμαξῶν των. Ὁ Νὸρθ ἐμβαίνων εἰς τὴν ἅμαξάν του εἶπε πρὸς τοὺς ἀναμένωντας. «Ἔχω τὴν ἅμαξάν μου. Νὰ τὶ θὰ εἰπῇ νὰ ἠξεύρῃ τις τὸ μυστικόν». Νὰ τι θὰ εἰπῇ, Κύριοι, λέγω κ’ ἐγὼ νὰ μὴν ἠξεύρῃ ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ μυστικὸν τοῦ Κ. Βούλγαρη (ἱλαρότης). Αὐτὴ ἦτον ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1856, πολιτικὴ ἄνευ πολιτικῆς, ἄνευ ἀλληλεγγύης. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἤτοι ὡς τὴν διατύπωσεν οὗτος. Ἡ κατὰ τὸ 1866 πολιτικὴ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἥτις κατὰ τὴν παράστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε, ἂν δὲν ἐπήρχετο παραδόξως ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ἔτους τούτου ἡ Κρήτη θὰ ἦτον προσηρτημένη εἰς τὴν Ἑλλάδα, διετυπώθη εἰς ἓν ὑπόμνημα αὐτοῦ· διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἄνευ ὅπλων, ἄνευ πολέμου, ἄνευ αἵματος ἡ Κρήτη ἔμελλε νὰ ἐλευθερωθῇ, διότι κατὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην αὕτη ἐπεχωρίζετο (localiser) ἀπὸ τὸ μέγα ζήτημα τὸ ἀνατολικὸν, ὅπερ τρομάζει τὴν Εὐρώπην. Ἡ Τουρκία ἤθελε σκοτισθῆ, ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ἀποτυφλωθῆ καὶ δὲν ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι ἡ Κρήτη ἀνήκει εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ὅπως μὴ ἐννοῇ τις, Κύριοι, ὅτι ἡ Κρήτη συνέχεται μὲ τὴν Ἀνατολὴν ἀδιασπάστως, πρέπει νὰ μὴν ἠξεύρῃ οὔτε αὐτὴν τὴν Γεωγραφίαν τῶν Σχολείων, οἱ δὲ Φουὰτ καὶ Ἀλῆς, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπόμνημα τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἔμελλε ν’ ἀποκοιμήσῃ ἀπέδειξαν, ὅτι γνωρίζουσι πλείονα καὶ μέγιστα. Ἀπεμόνωσε, λέγει, τὸ ὑπόμνημα τὴν Κρήτην, διότι ἔχει ἴδια δικαιώματα. Ναὶ Κύριοι ἴδια δικαιώματα καὶ ἀπαράγραπτα, ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ κατὰ μέρος εἶναι κοινὰ δι’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Ὅπου εἷς Ἕλλην πολεμεῖ ὑπὲρ τοῦ ὅλου πολεμεῖ, ὑπὲρ ὅλων τῶν ἐθνικῶν ἰδίᾳ δικαιωμάτων, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ πάσης τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανωσύνης. Λέγων, Κύριοι, ὑπὲρ ὅλης τῆς χριστιανωσύνης τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, πιστεύω ὅτι δὲν φρονεῖτε, ὅτι εἰσέρχομαι ὡς ἐχθρὸς εἰς τὰς χώρας τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Τουρκίας. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς γείτονος χώρας. Ἔχομεν, ὅσον τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ζήσωμεν ἐν εἰρήνῃ, ἐν γειτονικῇ ἀγάπῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Σουλτάνου, πλὴν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ, οὐδὲ νὰ σκανδαλισθῇ, μετερχόμενοι ἔργα εἰρήνης καὶ ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως ν’ ἀσχολώμεθα συνάμα νὰ τηρήσωμεν τοὺς μετὰ τῶν ὁμογενῶν ἡμῶν φυλετικοὺς δεσμοὺς καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν μετὰ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀδελφικὴν ἀγάπην. Μᾶς συνδέουσι θρησκεία, ἱστορία κοινῶν παθημάτων, κοινὴ τύχη ἐν τῷ μέλλοντι. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖνε ἡ παροῦσα θέσις μιᾶς ἑκάστης αὐτῶν, αὕτη ἐπὶ τέλους θέλει παρακολουθήσει καὶ θέλει φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς ὃ καὶ αἱ λοιπαὶ ἀδελφαὶ αὐτῆς. Δύναταί τις ἐξ αὐτῶν νὰ προτερήσῃ εἰς ἀνεξαρτησίαν, νὰ βηματίσῃ πρὸς τὸν πολιτισμόν· πλὴν ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ὅλων τούτων θέλει ἐπέλθῃ. Εἶνε φυσικὴ συνέπεια τῶν κοινῶν αἰτιῶν, αἵτινες παρήγαγον τὴν κοινὴν σημερινὴν αὐτῶν τύχην. Αἱ φυλετικαὶ διενέξεις κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, τὰς ὁποίας ξέναι τῶν συμφερόντων τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανῶν ἐγέννησαν, εἶνε λυπηρὰ ἀναντιῤῥήτως φαινόμενα, πλὴν δὲν πρέπει νὰ μᾶς θορυβῶσι. Μόλις ψελλίζει ἡ Ἀνατολὴ τὰς πρώτας λέξεις πολιτικοῦ βίου. Αἱ κατὰ μέρος ἐθνικότητες τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἰδέας, ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ὀργῶσαι εἰς πρόοδον εἰς ἀνάπτυξιν φέρονται μεταξύ των, ὡς τὰ μικρὰ τέκνα πατρός τινος, τὰ ὁποῖα συγκατηγοροῦνται μεταξύ των, ἀγνοοῦντα, ὅτι ἕνεκα τῆς νηπιότητός των, τῆς ἀδυναμίας των δὲν ἐξεπληρώθη ἐπιθυμία των τις καὶ οὐχὶ διότι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ παρενέβαλλε πρόσκομμα. Ἡλικιούμενα ἐννοοῦσιν, ὅτι εἶνε ἀδελφοὶ καὶ ἀνετράφησαν ἐν τῇ αὐτῇ στέγῃ, ἐν συμφέροντι ἀδελφικῷ. Μὴ ταρασσόμεθα λοιπὸν ἐκ τῶν διενέξεων, ἃς προσπαθῶμεν νὰ φωτίζωμεν τοὺς ὑποπίπτοντας εἰς τὰς πλεκτάνας, καὶ ἂς εἴμεθα ἡμεῖς οἱ μᾶλλον ὑπομονητικοί. Ὅπως ἐννοήσωμεν, κύριοι, ἂν διετύπου τὸ ὑπόμνημα πολιτικὴν καὶ ποίαν, ἀκούσατε τὴν τελευταίαν παράγραφον ἤτοι τὸ συμπέρασμά του. Ἀφοῦ διηγήθη ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης ἀπὸ τοῦ 1830, ὅπως ὅλοι τὴν γνωρίζητε καὶ ὅλοι τὴν ἐπανέλαβον, εἴτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, εἴτε ἀλλαχοῦ συμπεραίνει. «Τηλικούτων ἐπικειμένων κινδύνων ἡ κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος συγκινεῖται. Γινώσκει κάλλιστα, ὅτι τὰ παθήματα καὶ αἱ συνεχεῖς αὗται κρίσεις ἐντεῦθεν παραγόμεναι δὲν δύνανται ἄλλως νὰ παύσωσιν, εἰμὴ τῇ συγχρόνῳ παύσει τῶν παραγουσῶν αὐτὰ αἰτιῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξεν εὔκολον (ἀκούσατε) εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Α. Μ. διὰ τῆς ἀναγραφῆς γνωστῶν γεγονότων νὰ σκιαγραφήσῃ πιστὴν εἰκόνα τῆς ἐπικινδύνου ταύτης καταστάσεως, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ ἀπέβαινε δυσχερές, ἂν προὔκειτο ν’ ἀποφανθῇ γνώμην, περὶ τῶν μέτρων, ὅσα αὐτὰ καὶ μόνα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγγυηθῶσιν εἰς τοὺς Κρήτας ὕπαρξιν μᾶλλον συνᾴδουσαν πρὸς τὴν ἱστορίαν των καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης.» Διηγήθη, κύριοι, τὰ δικαιώματα τῆς Κρήτης καὶ ἅμα ἔφθασε νὰ ἐξηγήσῃ τί ζητεῖ, δὲν ἠδυνήθη νὰ διατυπώσῃ γνώμην. Σᾶς ἐρωτῶ εἶναι πολιτικὴ αὕτη. Καὶ ἂν ἀληθῶς εἶναι τοιαύτη διατὶ ὅτε ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ 1866 προσέφερεν εἰς αὐτὸν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις διαφορετικὰς ἰδέας εἶχεν ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ ὑπουργείου διατὶ νὰ μὴ δεχθῇ τὴ διάλυσιν; Κύριος οἶδε ἂν ἡ δυστυχὴς Κρήτη δὲν θὰ εὕρισκε καλητέραν τύχην, διότι ἤθελεν ἰδεῖ ἐξ ἀρχῆς ὅτι κανεὶς δὲν τὴν συνέτρεχε! Ὑπῆρχεν ἰδέα πολιτικὴ ἢ δὲν ὑπῆρχεν; ἐὰν ὑπῆρχεν ὡς διατείνονται, αὕτη ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ ἐπικρατοῦσα. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς σκέψεις τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ νὰ κατισχύσῃ ἀπέναντι ἁπασῶν τῶν ἄλλων περιπετειῶν. Ὁ κ. Βούλγαρης ὅστις ἐγνώριζε τὴν ἑαυτοῦ πολιτικὴν καὶ εἶχε πεποιθήσεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν τὸν ἐμπόδιζε κανὲν πρόσκομμα, δὲν ἐφοβεῖτο νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικήν, ἣν εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ ἥτις ἂν ἦτο ἡ τοῦ ὑπομνήματος ὁ κ. Δεληγεώργης ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ τὴν πορείαν τοῦ κ. Βούλγαρη, ὑποστηρίζων τὰς ἰδέας του εἰς τὴν ἑπομένην Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τὴν ἀξίαν τῆς πολιτικῆς του δὲν ἐπίστευε, τὸ μυστικὸν τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βούλγαρη δὲν τὸ ἤξευρε, ὅτε ἔμαθε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Ἠθέλησε νὰ ἀπομονώσω τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, εἶπεν, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἄλλοτε καὶ νὰ μὴ τὸ σαβανώσω εἰς τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἀνατολῆς, εἰς δὲ τὴν σημερινήν του ἀγόρευσιν σᾶς ἐξήγησεν ἐν ἐκτάσει τί εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνατολῆς. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ κατέστη παροιμιακὸν διὰ πᾶσαν δύσκολον ὑπόθεσιν, εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν. Ἡ λύσις αὐτοῦ εἶναι ἄγνωστος καὶ περὶ ἧς ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του! Ἡ ἱστορία του ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ Τοῦρκοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὸ 1455. Ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πάντες γνωρίζουσιν αὐτό. Καὶ ἐπειδὴ τὸ γνωρίζουν, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἠξεύρουν καὶ οἱ κανόνες τῆς λύσεως δὲν εὑρέθησαν, δύναται ἓν ὑπόμνημα ἑνὸς μικροῦ ὑπουργοῦ, πτωχοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος νὰ τὸ μεταβάλῃ; Κύριοι, εἶναι φυσικοί τινες κανόνες κατὰ τῶν ὁποίων δὲν δύναται καμμία λογικὴ νὰ ἰσχύσῃ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἂν βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦ Δουνάβεως σταματῶ τὸν ῥοῦν· θὰ γελάσητε. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ χωρίσητε τὴν Κρήτην ἀπὸ τὴν λοιπὴν ἐπικράτειαν τοῦ Σουλτάνου. Εἰπέτε μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνατολῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ συλλήβδην, διὰ τοῦτο ὁσάκις μέρος τι τῆς ἐπικρατείας τῆς Τουρκίας ἐπαναστατεῖ, πρέπει νὰ τὸ ἀποκόπτουν καὶ βαθμηδὸν νὰ ἐπέλθῃ ὁ θάνατος τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ Αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου μετὰ πάσης ἡσυχίας. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι κενὴ πρακτικότητος· τότε μόνον ἀποσπῶνται χῶραι ἀπὸ ἐπικράτειάν τινα, ὅταν κινηθῶσι τὰ βάθρα αὐτῆς καὶ ὅτε ἵνα σωθῇ αὕτη δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἄλλως, ἢ νὰ δεχθῇ μίαν ὀδυνηρὰν ἐγχείρισιν. Ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἰατρὸς ἤκουσα, ὅτι τότε ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη διατάσσει ἐγχείρισιν, ὁσάκις ἡ πληγὴ ἐπαπειλεῖ τέτανον εἰς ὅλον τὸ σῶμα. Ἀπεχώρησα, λέγει, τὴν Κρήτην ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν, ἀλλ’ ἀκούσατε τὶ λέγει ὁ κ. Στάνλεϋ τὴν 3|15 Φεβρουαρίου ἐν τῷ βουλευτηρίῳ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐσυμβούλευον τὸν ἀποχωρισμὸν τῆς Κρήτης (ὄχι τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος.) «Τὸ προηγούμενον τοῦτο θὰ ἦτο ὀλεθριώτατον εἰς τὸ κράτος της (τῆς Τουρκίας), διότι ἂν ἡ ἐπανάστασις ἔμελλε νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα τοῦ χωρισμοῦ μιᾶς ἐπαρχίας, ἡ δυσαρέστησις καὶ ἡ ταραχὴ δὲν θὰ ἔπαυε ποτε.» Διὰ νὰ ἴδωμεν δὲ ὅτι καὶ τὸ ἀνακτοβούλιον τοῦ Βοσπόρου εἶχε ἐπίσης σπουδαίαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων του ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὶ εἶπεν ὁ Φουὰτ πασᾶς ὅταν ὁ Βουρὲ ἐξ ὀνόματος τῆς κυβερνήσεώς του καὶ κατόπιν οἱ ἄλλοι πρέσβεις παρουσιάσθησαν πρὸ αὐτὸν καὶ τὸν ἐσυμβούλευσαν νὰ κηρύξῃ αὐτόνομον τὴν Κρήτην ἢ νὰ δεχθῇ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ὅπως ἀποφανθῶσιν οὕτως οἱ Κρῆτες ἂν θέλωσι νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ἢ νὰ ἑνωθῶσι μὲ τὴν Ἑλλάδα. «Καὶ ἂν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔλθῃ ἡ ἐπανάστασις, εἶπεν ὁ Φουὰτ Πασσᾶς, τοιαύτην ἀρχὴν δὲν τὴν καθιεροῦμεν.» Βλέπετε κύριοι, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ποιῶμεν παιδικὰς τινὰς προτάσεις, περὶ λύσεως ζητημάτων, ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς, ὡς τὰ μικρὰ παιδιὰ, κλείωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ φρονοῦμεν, ὅτι οὐδεὶς μᾶς βλέπει, οἱ ἔχοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀνοικτοὺς πολὺ καλὰ ἐννοοῦσιν. Διὰ τῆς ἀπομονώσεως λοιπὸν ἡ Κρήτη δὲν ἐσώζετο μόνον διὰ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως· διὰ τῆς ἀπειλῆς. Ἐξετάσωμεν, κύριοι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐντυπώσεως ἣν ἐπέφερεν τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ ὁποῖον τρίτην ἤδη φορὰν φέρεται ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ αὐτοῦ ἐνώπιόν μας. Ἂν, κύριοι, εἶχον τὴν ὄρεξιν νὰ διηγηθῶ ἱστορίας ὑπομνημάτων, ἤθελον σᾶς εἴπει, ὅτι πολλὰ τοιαῦτα ἀπευθύνθησαν ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις. Καὶ ὁ κ. Πάϊκος καὶ ὁ κ. Μιαούλης, καὶ αἱ μετὰ ταῦτα κυβερνήσεις ἀπηύθηνον σοβαρώτερα, σπουδαιότερα, ἐντονώτερα ὑπομνήματα περὶ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Ἂς ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξεσφενδονίσθη εἰς τὴν δημοσιότητα, διὰ τῆς ἐν Βρυξέλαις Βελγικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἰδοὺ ἡ κρίσις τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπομνήματος, οὐχὶ βεβαίως τῆς γραμματικῆς συντάξεως. Ὁ Στάνλεϋ τῷ Κόμητι Κόβλεϋ· 27 Αὐγούστου 1866. «Ἐπεθύμουν νὰ μάθω (γράφει εἰς Παρισίους) τί φρονεῖ ὁ κύριος Δρουὲν Δελσὺη περὶ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ κ. Δεληγεώργη, τοῦ διαβιβάσαντος ἀντίγραφον πρὸς τοὺς πρέσβεις τῶν τριῶν Δυνάμεων, ἐξ ὧν ἓν ἀπέστειλέ μοι ὁ κ. Ἔρσκιν». Ὁ Κόμης Στάνλεϋ ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ τί φρονεῖ ἡ κυβέρνησις τῶν Γάλλων περὶ τοῦ ὑπομνήματος. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐν Παρισίοις 28 Αὐγούστου 1866. Ὁ Κόμης Κάουλεϋ τῷ Λόρδῳ Στάνλεϋ· «Τὴν περὶ Κρήτης διακοίνωσιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, θεωρεῖ ὁ κ. Δρουὲν Δελουὴς μικροῦ λόγου ἀξίαν. Ἀγνοεῖ μάλιστα ἂν θὰ ἀπαντήσῃ πρὸς αὐτήν. (γέλως). Ἀκούσατε, κύριοι, τὰς κρίσεις περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑπομνήματος. Ἀπέδειξα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ μέχρι τοῦδε, ὅτι πολιτικὴ ἀλληλεγγύη δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον 1866· ὅτι πεποίθησιν εἰς τὴν πολιτικὴν του τὴν ἄγνωστον ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶχεν· χορηγεῖ ὁ Βασιλεὺς τὴν διάλυσιν, διὰ νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τὰς ἰδέας του καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀποχωρίζονται τοῦ κ. Βούλγαρη· δὲν θέλει τὴν διάλυσιν· περιμένει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπομνήματος ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἡ Εὐρώπη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο Μεγάλων Δυνάμεων λέγει δὲν ἀξίζει ἀπάντησιν. Ἰδοὺ λοιπὸν πολιτικὴ ἄνευ πολιτικῆς πολιτικὴ ἀρνητική! Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, κύριοι, τὴν πολιτικὴν ταύτην, σχετικῶς πρὸς τὴν Κρήτην. Ἐν ἀπουσίᾳ παντὸς ἔργου τῆς κυβερνήσεως ἐπλήρωσε τὰ ἔξοδα τῆς ὁμιλίας του κ. Δεληγεώργη τὸ αἷμα τοῦ Βαφαὶ, ἡ ἀνατίναξις τοῦ Ἀρκαδίου, καὶ ἡ αἰχμαλωσία τοῦ αἰγυπτιακοῦ στρατοῦ εἰς Βρύσαις. Ἦλθαν λοιπὸν τὰ ἐθνικὰ κατορθώματα τῶν Κρητῶν καὶ ἀνεπλήρωσαν τὴν ἀπουσίαν πάσης πολιτικῆς τοῦ 1866. Πραγματικῶς, κύριοι, ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶνε παράδοξος. Αἱ πολιτικαὶ ἐνέργειαι τοῦ 1866 ἐξῆψεν τὸν πατροπαράδοτον ἡρωϊσμὸν τοῦ Ἕλληνος, ὡς οἱ στίχοι τοῦ Τυρταίου εἰς τοὺς Σπαρτιάτας! Βλέπετε, κύριοι; ὅτι ἄνευ τοῦ Ἀρκαδίου, ἄνευ τοῦ Βαφαὶ, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Δεληγεώργη θὰ ἦτον ἄχαρις. Ἀλλά, κύριοι, τὰ κατορθώματα ταῦτα εἶναι ἄξια τῆς ἑλληνικῆς μεγαλοκαρδία., δὲν εἶναι ὅμως ἔργα τῆς πολιτικῆς σας. Δὲν μᾶς λέγουν οἱ πολιτικοὶ τοῦ 1886, τίνι τρόπῳ ἐξεμεταλεύθησαν διὰ τῶν ἐγγράφων καὶ ὀργάνων των εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ κατορθώματα ταῦτα τῆς Κρήτης; τίνι τρόπῳ ἐπωφελήθησαν πολιτικῶς τὰ κατορθώματα αὐτῶν; Ἡ δημοσιογραφία τῆς Εὐρώπης, κύριοι, ἐχλεύασε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀρκαδίου. Ἡ δημοσιογραφία εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι χεὶρ ἑλληνικὴ ἔβαλε πῦρ εἰς τοὺς ὑπονόμους καὶ ἀνέτρεψε τὸ Ἀρκάδιον, ἀλλ’ ἡ βόμβα τοῦ Τούρκου, «Καὶ ἂν δὲν ἀπεστέλετο τῇ φροντίδι τοῦ μακαρίτου στρατηγοῦ Καλέργη μία εἰκὼν τοῦ Ἀρκαδίου μετὰ περιγραφῆς εἰς τὴν Illustration ἤθελεν λησμονηθῆ τὸ Ἀρκάδιον!... Μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δεληγεώργης ἓν ἄρθρον τοὺς Times καὶ τὸ ἀνέγνωσεν in extenso ἐν ἐκτάσει. Ἂν ἐγνώριζον, ὅτι ἐπὶ ἐφημερίδων ἔμελλεν νὰ οἰκοδομήσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου τὴν ἀξίαν της πολιτικῆς του, ἤθελεν σᾶς φέρει πολλὰς ἐφημερίδας τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐφημερίδας ἐπισήμους, δι’ ὧν ἐχλευάσθη καὶ ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, καὶ τὸ Ἀρκάδιον, καὶ τὸ Βαφφὲ καὶ ἡ Βρύσαις· καὶ δὲν εὑρίσκετο μία ἐπίσημος ἑλληνικὴ φωνὴ ἐν Εὐρώπῃ ν’ ἀντιτάξῃ μίαν λέξιν. Ἀπομόνωσις εἰς τὴν Εὐρώπην λοιπὸν, διότι οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος εὑρίσκετο νὰ ἐξελέγξῃ τὰ ψεύδη τοῦ φιλοτουρκισμοῦ, ἀπομόνωσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866 δὲν ἀνταπεκρίνετο, οὔτε εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε εἰς τὰ τῆς ἀντιπροσωπίας. Μία τοιαύτη ἀπομεμονωμένη, ἔρημος πολιτικὴ κατάστασις, κύριοι, πιστεύετε ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν πατροπαράδοτον ὑπὲρ τῆς Τουρκίας πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης ἢ ἤθελεν ἐνθαῤῥύνει τοὺς Κρήτας; ὄχι βέβαια. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866 ἐπήνεγκε τὰς μάχας τῶν Βρυσῶν, τοῦ Βαφὲ καὶ τοῦ Ἀρκαδίου· καὶ βεβαίως, ἄν τις ἐκ τῶν ἐν ταφιασθέντων ἐκείνων ἡρώων ἐκεῖ, ἤκουε τὰς συζητήσεις αὐτὰς, βεβαίως ἤθελεν ἀγανακτήσει, διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅτε ἀπέθνησκεν οὔτε τὸ ὑπόμνημα ἐγνώριζε, οὔτε τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἀνέγνωσε πρὸς τούτος, κύριοι, μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς μεγάλου ἀνδρὸς, ὅστις ἐκυβέρνησε τὴν πατρίδα του ἐπὶ μακρὸν, ὅστις ἐμόρφωσε πολιτικὴν ἐπιστήμην ἐν τῇ πατρίδι του, καὶ ἤδη ἐν τῇ ἀποχωρήσει του διδάσκει διὰ τῆς πεῖρας καὶ τῶν γνώσεών του τὸν κόσμον, τοῦ σεβασμίου λέγω Γκιζώ. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ὁ σοφὸς οὗτος φιλέλλην ἐκφράζει τὰ αἰσθήματά του. Ὅστις ἔλαβε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ ὑπομνήματα εἶδεν ἐκεῖ τὰ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ζωηρὰ αὐτοῦ αἰσθήματα καὶ τὰς εὐχάς. «Ἐμορφώσατε, λέγει, μίαν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὴν ἐβάλατε εἰς ἓν στενὸν κιβώτιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ κινηθῇ, δὲν ἀναπνέει· ἂν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ταράσσεται, τὸ σφάλμα εἶναι τῆς Εὐρώπης.» Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην ἐπιστολῆς. Γνωρίζω, κύριοι, ἑτέραν τινὰ ἐπιστολήν, γραφεῖσαν ἀπὸ ἐπίσημον ἐπίσης πρόσωπον, ἥτις λέγει περὶ τῶν συστηθέντων κομητάτων· «δὲν δυνάμεθα, λέγει, νὰ κατορθώσωμεν τίποτε περὶ τῶν πόθων τοῦ Ἕλληνος, ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει ἄλλας φροντίδας, ἡ δὲ πολιτικὴ εἶναι ὕποπτος διὰ τὰς τοιούτου εἴδους ἐργασίας· ἀποτανθῆτε ἀλλοῦ (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§142ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἤλθομεν ἐδὼ ν’ ἀκούσωμεν ἱστορίας.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκουράσθημεν.
§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνασθε ν’ ἀπέλθητε. Ἐξακολουθεῖτε, κ. Χριστόπουλε.
§145ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν λάβω τὸν λόγον θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ 1866· διότι αἱ συζητήσεις αὗται ἀπεκάλυψαν πολλὰ πράγματα, τὸ δὲ ἔθνος περιμένει σήμερον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐξακολουθεῖτε, Κ. Χριστόπουλε.
§147ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐλπίζετε πολὺ ἀπὸ τὰ κομητάτα, λέγει ἡ ἐπιστολή, διότι ἐν τῇ Εὐρώπῃ αἱ τοιούτου εἴδους ἐνέργειαι ὑπόπτως θεωροῦνται· κατορθώσατε σεῖς νὰ μετατρέψητε τὴν πολιτικὴν τοῦ αὐτοκράτορος· τὰ ἰδικά μας κομητάτα, αἱ ἰδικαί μας συνδρομαὶ δὲν ὠφελοῦν, δυνατὸν νὰ ἐνοχοποιοῦν». Καὶ τῳόντι, τὰ κομητάτα ἐκεῖνα μόλις γεννηθέντα ἐξέλιπον. Ἐσυστήθησαν, λέγει, καὶ πάλιν χάριν τῆς πολιτικῆς των κομητάτα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου οἱ μεγαλείτεροι ἄνδρες ἀπετέλουν μέρος. Κύριοι, τὰ κομητάτα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τοὺς ὁμογενεῖς· ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς προξένους της νὰ λάβουν μέρος καὶ περιωρίσθη ἡ ἐνέργειά των εἰς τὴν διατροφὴν τῶν γυναικοπαίδων, τὰ δὲ πρῶτα κεφάλαια κατετέθησαν ἀπὸ ὁμογενεῖς. Ἂν δὲ ἐγένοντο καὶ ἐγένοντο συνδρομαὶ αὐταὶ ὀφείλονται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ὅστις εἶναι ἔμφυτος. Εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὅτι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς Κρήτης τὴν καθιέρωσεν ἡ πολιτικὴ τοῦ 1866. Ὅπως ἐστόλισε τὴν πολιτικήν του ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς Κρήτης μὲ τὰ αἵματα τοῦ Ἀρκαδίου καὶ τοῦ Βαφὲ, οὕτω καὶ μὲ τὰ αἵματα τῶν πατέρων μας μὲ τοὺς ἀγῶνας τοῦ 1821 ἠθέλησε νὰ στολίσῃ τὴν πενιχρὰν διπλωματικήν του ἐνέργειαν. Τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας μετήλθομεν κατὰ τὸ 1841 ἐπὶ τῆς Κρήτης, τὴν μετήλθομεν ἐπὶ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἐξεγέρσεων τοῦ μακαρίτου Βελέντζα, τὴν μετήλθομεν κατὰ τὰ 1854, ὄχι ὡς σήμερον ἁπλῆν, (ὁ κύριος Σοῦτσος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε γινώσκει τί λέγω), ἀλλὰ κατά τινα τρόπον τολμηρόν. Καὶ ἔρχονται σήμερον τὴν πολιτικὴν τῶν ἐνδόξων πολιτικῶν τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν πολιτικὴν τοῦ Κουντουριώτου, τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Κωλέτη, τῶν γονέων μας νὰ τὴν οἰκειοποιῶνται οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ λέγουν ὅτι καθιέρωσαν πολιτικὴν ἐλευθέρας ἐνεργείας εἰς τὰ 1866, δι’ ἑνὸς κενοῦ πολιτικῆς ὑπομνήματος. Δὲν ἔφερε λοιπὸν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἡ πολιτική του· τὰ μὲν στρατιωτικὰ κατορθώματα ἦσαν κατορθώματα τῶν Κρητῶν, αἱ δὲ προσφοραὶ ἀποτέλεσμα τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων· ἡ δὲ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης διὰ στόματος τοῦ Κ. Μουτιὲ διερχομένου ἐξ Ἀθηνῶν τί εἶπε· Μουτιὲ τῷ Γοβινώ, 12 Ὀκτωβρίου 1866 Παρίσιοι. «.... Διὰ τρόπου φιλικωτάτου εἶπον (τοῖς ὑπουργοῖς) ὅτι πρὸ πολλοῦ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία παρεδέχθησαν πολιτικὴν συντηρητικωτάτην διὰ τὴν Τουρκίαν...... Ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις δὲν θὰ εἶχεν ἐν τοῖς νῦν καιροῖς εὐλόγους προσδοκίας περὶ διπλωματικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ὁποίας ἐφάνη ἐλπίζουσα...... Ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶπον οὐδ’ ἕνα λόγον, ὅστις νὰ ὑποτεθῇ ὡς ἐνθάῤῥυνσις τῶν ἐλπίδων τῆς στιγμῆς».
§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μόλις εἶχεν ἐκραγῆ ἡ ἐπανάστασις.
§149ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Πρὸ πάντων δὲ προσεπάθησα λέγει νὰ μὴ δώσω καμμίαν ἐλπίδα ἢ θάῤῥος. Αὐτά, κύριοι, εἶπεν ὁ Κ. Μουτιὲ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ πεσόντος ὑπουργείου τοῦ 1866 καὶ μὲ τοιαύτας ἐξωτερικὰς διαθέσεις παρέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου. Ἐξέτασα ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσε. Οὕτως εἶχον λοιπὸν τὰ πράγματα ἐξωτερικῶς· ἐν δὲ τῇ Κρήτῃ τί ἦτο; 500 ἄνδρες εἰς τὸν Ὀμαλόν. Ἐρωτήσατε οἱουσδήποτε Κρῆτας θέλετε. Εἷς δὲ ἐκ τῶν ἀρχηγῶν των μεταβάντων ἐντεῦθεν ἐκεῖ ἔγραφε «ἡ Κρήτη πίπτει»· περὶ δὲ τοῦ Πετροπουλάκη ὅστις εἶχε φθάσει ἐκεῖ καὶ «ἕτερος ἀρχηγὸς ἔφθασε ἀλλ’ ἀνωφελές». Ἡ δὲ συνέλευσις διῃρημένη καὶ ἑτοίμη νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῆς Εὐρώπης. Μετὰ τὴν λυπηρὰν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε τόσας συμφορὰς εἰς τὴν πατρίδα εἶνε καλὸν νὰ ἐκθέτωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν, ἵνα διδασκόμεθα ἐκ τῶν συμφορῶν· μὴ θέλομεν νὰ κατοπτριζώμεθα ὡς Νάρκισσοι ἐπὶ τῷ μικρῶν πράξεών μας, πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν· διότι ἐνόσῳ δὲν λέγομεν τὴν ἀλήθειαν ἀδύνατον νὰ ὀρθοποδήσωμεν. Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου καὶ εἰς τοιαύτην εὗρε κατάστασιν τὰ πράγματα ἐξωτερικῶς καὶ Κρητικῶς. Ἀντὶ δὲ τῆς πικρᾶς γλώσσης ἣν ἴδωμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι μετεχειρίσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κ. Βούλγαρη ὁ Κ. Μουτιέ, ἰδοὺ τί ἔγραφε τὴν 25 Ἰανουαρίου 1867 περὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Ὁ Μουτιὲ τῷ Γκοπινώ. 25 Ἰανουαρίου 1867. «Ἔμαθον τὴν μόρφωσιν τοῦ νέου ὑπουργείου...... Δὲν ἀδιαφοροῦμεν πρὸς πᾶν ὅ,τι συντελεῖ ν’ αὐξήσῃ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας· ὡς ἀμοιβὴν ὅμως τῆς εὐνοίας μας καὶ τῆς μερίμνης ἡμῶν εὐλόγως ἀξιοῦμεν, ἵνα μὴ θελήσῃ νὰ μᾶς περιπλέξῃ πρὸ τῆς ὥρας καὶ παρὰ τὴν ἡμετέραν θέλησιν. Πρέπει δὲ ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν θέσιν ἀφ’ ἧς ἐν καιρῷ ἁρμοδίῳ καὶ ὁπόταν ἡμεῖς κρίνωμεν κατάλληλον νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑπαγορεύσωμεν ὅ,τι ἂν φανῇ ἡμῖν συμφερώτερον». Δὲν γράφουν, κύριοι, εἰς κοινὰς Κυβερνήσεις τοιούτου εἴδους ἔγγραφα· γράφουν εἰς Κυβερνήσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔχουν πεποίθησιν ὅτι θὰ προκύψῃ τι. Παρακαλῶ λέγει νὰ μὴ μᾶς παρασύρετε ἀώρως καὶ παρὰ τὴν ἡμετέραν θέλησιν. Ὅλοι, κύριοι, οἱ γράψαντες περὶ δυνάμεων καὶ περὶ πλούτου τῶν ἐθνῶν, ἐν τοῖς πρώτοις κατέταξαν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν Κυβερνήσεων. Ἐκεῖ ὅπου ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπάνω εἰς τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις καὶ εἰς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, τὸ κράτος εἶναι ἰσχυρόν, εἶνε ἔνδοξον. Καί, κύριοι, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου. Ἀπορεῖ ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου πῶς εἰς τόσον ὀλίγον διάστημα χρόνου ἀφοῦ ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, παρουσιάσθη ὁ Βουρὲ εἰς τὸν Φουὰτ Πασᾶ, ὡς ἠξίωσεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐν ὀνόματι τῶν τεσσάρων δυνάμεων καὶ ἐπρότεινε τὴν παραχώρησιν τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, πῶς μετεβλήθη λέγει τοσοῦτον ταχέως ἡ πολιτική. Ἡ μόρφωσις, κύριοι, τῶν διαθέσεων τῆς διπλωματίας γίνεται ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης· ἡ διπλωματία προσπαθῇ νὰ προλαμβάνῃ περιπλοκὰς, πρὶν τὴν καταλάβωσι τὰ γεγονότα· ὁ δὲ χρόνος δὲν κανονίζει τὰς σκέψεις, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, ἄλλως τε ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον ὅτε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα μέχρι τοῦ ἀπριλίου 1867 εἶνε μικρὸς ὁ χρόνος; Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κουμουνδούρου ἦλθε δυνάμει τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, δυνάμει τῶν συμπαθειῶν τῶν ὁμογενῶν· ἐμορφώθη φύσει, δὲν προεσυμφωνήθη. Εἶδε λοιπὸν ὁ κ. Μουτιὲ, ὅτι τὰ πράγματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαμβάνουσιν ἀλλοίαν μορφὴν, ἀπ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐγνώριζεν, ὅταν ἀνεχώρησεν· ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤρχισε σπουδαίως νὰ διεκδικῇ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης· ἔσπευσε λοιπὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Πύλην τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διέτρεχε, διότι ἤθελε νὰ προλάβῃ ἀναντιῤῥήτως γενικώτερόν τι πάθημα τῆς Τουρκίας, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα μία μεγάλη δύναμις, ὡς μαρτυρεῖ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἡ Ῥωσσία, ἐνδιαφέρετο καὶ ὑπεκίνει ἕνα συνασπισμὸν μεταξὺ τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ πρὸ πάντων τὴν συμφωνίαν μετὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας. Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐξηγεῖται διὰ τῆς παραθέσεως τῶν ἐγγράφων, πῶς ἐξηγεῖται, λέγω, διατὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου ἔλαβε χώραν ἡ μεγάλη αὕτη εἰς τὴν Τουρκίαν πρότασις περὶ Κρήτης. Δὲν θέλω ἐνδιατρίψει, κύριοι, ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου, θὰ τὴν διέλθω ἐπὶ τροχάδην, διότι αὕτη ὀλίγας ἐλπίδας εἶχεν εἰς τὴν διπλωματίαν, τῆς ὁποίας ἐγνώριζον ὅτι μεγαλεῖτερα εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα κανόνιζον τὰς σκέψεις καὶ τὰ διαβήματα. Προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διακοινώσεως, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1867 ἀπὸ τὰς τέσσαρας δυνάμεις εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης ᾠκοδόμησε τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κουμουνδούρου. Κύριοι, ἐπιτετραμμένον εἶναι εἰς ἐμὲ, ὅστις δὲν διεχειρίσθην τὰ διπλωτικὰ τῆς πατρίδος νὰ παρεξηγῶ τὰ διπλωτικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ εἰς ἄνδρα διαχειρισθέντα τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ μορφώσαντα σύστημα, κατὰ τὴν ἀξίωσίν του, πολιτικῆς ἐξωτερικῆς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Τίς ὑπηγόρευσε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἡ Ῥωσσία κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἡ Ῥωσσία, ὡς εἶπον καὶ ἀνωτέρω, εἶχεν συμφέρον νὰ δώσῃ συνδρομὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἂν λοιπὸν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὴν Ῥωσσίαν, ἥτις ἀπεδέχθη νὰ συντρέξῃ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην, σημαίνῃ ἐγκατάλειψιν τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἡ ἀντίφασις εἶναι παράδοξος. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔχει ὅλως διαφορετικὴν σημασίαν. Κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας, κύριοι, ἀνεφαίνετο ἐν τῇ κεντρικῇ Εὐρώπῃ εἰρηνική τις πολιτική. Ἡ Αὐστρία ἐπιχειρισθεῖσα τὴν ἀνακαίνησίν της, ἐχάραξε πολιτικὴν συντηρήσεως ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς διὰ παραχωρήσεων δικαιωμάτων εἰς τοὺς χριστιανοὺς, ὅπως προληφθῶσι μεγάλα καὶ φοβερὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὅτι τὴν ἠπείλουν, καθ’ ἣν ὥραν ἡ Αὐστρία ἠσχολεῖτο εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὑτῆς διάπλασιν. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἀποτύχῃ ἡ τάσις αὕτη, ἥτις προεκάλει εἰς σύμπραξιν καὶ πολλὰς δυνάμεις. Τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ τότε; νὰ παρεμβληθῇ φραγμός τις διὰ κοινῆς τινος πράξεως καὶ κοινοῦ διαβήματος εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀποδεικνύοντο ὅτι τὴν ἐγκαταλείπουν εἰς τὴν τύχην της, ὅτι ἀφίνεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ὑπηκόων της. Ἐπιστεύετο ὅτι διὰ τοῦ διαβήματος τούτου ἡ Τουρκία πτοουμένη ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς τὰς περὶ Κρήτης εἰσηγήσεις καὶ ἤθελεν ἀποτύχει τὸ αὐστριακὸν σχέδιον· ἐπίστευον δὲ ταῦτα διότι τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶχον δεινῶς τότε, διότι ἡ Ῥουμουνία ἐκινεῖτο, ἡ Σερβία ἔβραζεν, ἡ δὲ Βουλγαρία δὲν ἐκοιμᾶτο. Ἐὰν ἀληθῶς τὸ κοινὸν τοῦτο διάβημα ἐκίνησεν ἡ Ῥωσσία καὶ οὕτως ἔχει, ἐὰν κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην ἡ Ῥωσσία ἐπεθύμη νὰ συντρέξῃ τὴν Ἑλλάδα, πῶς εἰμπορεῖ νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι ἡ κοινὴ αὕτη διακοίνωσις, τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ Αὐστρία, οὔτε ἡ Ἀγγλία ὑπέγραψαν ἦτον ἐπιζήμιος διὰ τὴν Ἑλλάδα; Αἱ διαθέσεις τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς ἦσαν φιλοτουρκικαὶ, τῆς Αὐστρίας ἐπίσης, δὲν ἐδύναντο λοιπὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῶσιν πρᾶξιν, ἥτις συνέτρεχεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς Τουρκίας. Δὲν ἠδύνατο ἡ Ῥωσσία νὰ συνασπίσῃ τὴν Εὐρώπην κατὰ τῆς Ῥωσσίας. Δὲν ἔπεσε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἐνώπιον τῆς κοινῆς διακοινώσεως, ἥτις ἐγκατέλιπε τὴν Τουρκίαν ἀπροστάτευτον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Αὕτη συνέτρεχε τὰ ἐξεργετικὰ σχέδια τοῦ κ. Κουμουνδούρου μάλιστα. Πίπτει λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. Δεληγεώργης, διὰ τῆς παρεξηγήσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἐγγράφου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τὴν Ῥωσσικὴν πολιτικὴν, ἥτις συνέτρεχε τὴν Ἀνατολὴν κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην διὰ τὴν ὁποίαν πρᾶξιν δυσαρεστηθεῖσαι βεβαίως ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Αὐστρία δὲν ὑπέγραψαν!! Πίπτει, ὡς εἶπον, καὶ διὰ τῆς λογικῆς καὶ διὰ τῶν πραγμάτων ἡ περὶ τῆς διακοινώσεως ἰδέα τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς ἐποχῆς ὅτε παρητήθη τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, τὰ πλοῖα τῆς Εὐρώπης ἐξηκολούθουν νὰ μεταφέρουν οἰκογενείας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἔπαυσαν παρὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Εἰς ἐσφαλμένον λοιπὸν συλλογισμὸν περιῆλθεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ οὗτος διὰ συλλογισμῶν ὀρθῶν ἔπεσεν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὀκτωβρίου. Πιστεύσατε δὲ ὅτι ἀπὸ τῆς διπλωματίας, ὡς εἶπον ὑμῖν, οὐδεμίαν εἴχομεν ἐλπίδα, ἅ τε γνωρίζοντες, ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης κανονίζουν τὰ διαβήματα αὐτῆς. Ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 σᾶς ἐξέθεσε ποῖα μέτρα εἶχε λάβει διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον διακοπῆ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας, Τὸ σύστημα τῆς ἀμύνης τὸ ὁποῖον εἶχε παραδεχθῆ βάσιν εἶχε τὴν σύμπραξιν τῶν χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Διῃρεῖτο ὅμως εἰς τρεῖς κλάδους· ὑποστήριξις τῆς Κρήτης διὰ παντὸς μέσου. Ἕνεκα τούτου κατεσκευάσθη στολίσκος τῆς Κρήτης ἐκ ταχυπόρων ἀτμοπλοίων ἤτοι τὸ Ἀρκάδι, Βουβουλίνα, Ἕνωσιν, Κρήτη, Ἀμφιτρίτη. Τὸ μικρὸν ναυτικὸν τῶν θωρακωτῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ προλαμβάνῃ τὰ πραξικοπήματα τοῦ Χοβὰρτ καὶ ἡ συνένωσις ἡ γενικὴ τῶν χριστιανῶν, τὴν ὁποίαν ἐπίστευεν ὅτι τὴν εἶχε καταρτίσῃ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκετο ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργείου ὅτε ἐπῆλθεν ὑπουργικὴ κρίσις. Δὲν κρίνω ὀρθὸν, κύριοι, νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ ἀλλάξῃ τὴν κυβέρνησίν του. Οἱ διαδεχθέντες ἡμᾶς, ἔχουν τὴν εὐθύνην τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους παρητήθημεν. Ἂν οἱ λόγοι οὗτοι μᾶς ἐπιβαρύνωσιν, ἂς τοὺς ἐκθέσουν ἐνώπιόν σας.
§150ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κρύπτονται, ὤφειλον νὰ δώσουν λόγον.
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Μωραϊτίνης ὅστις σᾶς διεδέχθη δὲν εἶναι εἶναι ἐδῶ.
§152Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀντιπροσώπευαν ὅλους (ψιθυρισμοί).
§153ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχουν νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἕνεκα σφαλμάτων ἡμῶν ἀπεσύρθημεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἂς μᾶς καταγγείλωσιν. Ἔχομεν, κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας καὶ τῆς φρονήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν αἱ διανοητικαὶ δυνάμεις ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν. Ὅταν ἴδαμεν ὅτι πολιτικὴ ἄλλη ἔμελλε νὰ διαδεχθῇ τὴν ἡμετέραν, ἀδιαφοροῦντες πόθεν προήρχοντο αἱ αἰτίαι, παρεκαλέσαμεν τὴν Α. Μ. νὰ παραδώσῃ εἰς ἐκείνους τὴν ἐξουσίαν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον δεχθῆ νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν νέαν πολιτικήν. Φθάνομεν, κύριοι, ἤδη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη καὶ ὡς βλέπετε πλησιάζομεν εἰς τὸ τέλος.
§154ΤΙΝΕΣ. Δόξα σοι ὁ Θεὸς (γέλως).
§155ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§156ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, διέλθει ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα τόσοι ἄλλοι εὔγλωττοι ῥήτορες, τόσοι δεινοὶ πολιτικοὶ διῆλθον μετὰ τοσαύτης ἐπιτυχίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· τὸ βουλευτήριον γνωρίζει ἤδη τὰ διατρέχοντα, ὁ κόσμος, χάρις εἰς τὰς προσπαθείας τοῦ ἐντίμου προέδρου μας, ἀναγινώσκει σήμερον τὰς ὁμιλίας σας καὶ κρίνει τὴν ὥραν ταύτην ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Θέλω ἐξετάσει ὑπό τινα πολιτικὴν ἔποψιν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1868 μέχρι τῆς συστάσεως τῆς Συνδιασκέψεως, ἵνα ἴδωμεν πῶς ἡ Ἑλλὰς δεσμία καὶ ἡ Κρήτη νεκρὰ ἦλθον νὰ κριθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου αὐτοῦ τῆς Εὐρώπης. Ποῦ ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ τείνῃ ἡ πολιτικὴ μιᾶς ἑκάστης τῶν κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διεχειρίσθησαν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου τῆς Κρήτης; Ἔπρεπε νὰ τείνῃ οὐχὶ εἰς τὸ νὰ δικασθῇ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ πορεία αὐτῆς νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε, ὅταν ἡ Συνδιάσκεψις ἔμελλε νὰ ἔλθῃ (καὶ ἔπρεπε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι θὰ ἐγένετο μία συνδιάσκεψις) νὰ δικάσῃ, οὐχὶ ἑλληνοτουρκικὸν ζήτημα ἀλλ’ ἑλληνοκρητικόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἑλληνοπρεπὴς πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ μετέλθωσιν αἱ κυβερνήσεις. Ἀλλὰ ποίαν πολιτικὴν μετῆλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη; Ποίαν σύνεσιν διπλωματικὴν, κύριοι, ἀνέπτυξε τὸ διπλωματικὸν γραφεῖον τῆς οἰκίας Χατζῆ Πέτρου; Ἐκ τῆς διηγήσεως, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς κάμει, θέλετε ἐννοήσει πῶς ἐχάσαμεν τὸ ἑλληνοκρητικὸν ζήτημα καὶ πῶς ἐδικάσθημεν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ὡς ζημιώσαντες τὴν Τουρκίαν. Ἡ διπλωματικὴ πορεία τῆς ἑλληνικῆς Καγκελαρίας ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἥτις ἔπρεπε νὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ φέρῃ ἐνώπιον μιᾶς Συνδιασκέψεως ζήτημα ἑλληνοκρητικὸν καὶ ὄχι ἑλληνοτουρκικὸν ἥμαρτεν. Ἡ πολιτικὴ πορεία μιᾶς κυβερνήσεως, ἢ ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια καθὼς τὴν λέγουσιν, δὲν πρέπει νὰ ἦναι τὸ δὴ λεγόμενον casuel, περιστατική, δηλονότι ὁσάκις παρουσιάζεται περίστασίς τις, τότε νὰ ἔρχεται εἰς ἐνέργειάν τινα· ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια δέον νὰ ἦναι προνοητική· πράττουσα δὲ νὰ ἔχῃ προχείρους τὰς ἀφορμάς, τὰς αἰτίας ἢ τὰς προφάσεις περὶ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, τὰς ὁποίας νὰ μεταχειρίζεται εἰς πᾶσαν περίστασιν καὶ ὁσάκις ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσει. Ἀνεφάνη τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης· ἡ Κρήτη πολεμοῦσα ἐκήρυξεν ὅτι θέλει νὰ συνενωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Κρήτη ὑπέστη τὸν ἀγῶνα μετὰ καρτερίας καὶ τέλος εἶδεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπισύρῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν μέριμναν τῶν Κυβερνήσεων· εἶδεν ὅτι αἱ ἐνταῦθα ἐργασίαι ἐματαιώθησαν, διότι ἡ Τουρκικὴ πολιτικὴ ἀφοῦ ἀπέτυχε πανταχοῦ, ἀφοῦ ἀπέτυχε διὰ τῶν χρημάτων της καὶ τοῦ αἵματός της ἐπάνω εἰς τὴν Κρήτην, ἔστρεψε τὰς ἐνεργείας της εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἡ Τουρκία, κύριοι, ἀνενέωσε τὴν πολιτικὴν τοῦ Πέρσου ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς Ἑλλάδος. Νὰ βλάψῃ αὐτὴν ἐζήτησε διὰ χειρῶν ἑλληνικῶν, ὄχι, κύριοι, ἐγκληματικῶν, ποτὲ, ὁ θεὸς μὴ τὸ δώσοι, ἀλλὰ διὰ πεπλανημένων πολιτικῶν, κεφαλῶν στενῶν, νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης. Ἐζήτησεν ἡ Κρήτη τὴν αὐτονομίαν της, ἐκήρυξε τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἡ Ἑλλὰς δὲν τῆς ἀπεκρίθη, τὴν συνέτρεξεν ὅμως καὶ οὕτως οἱονεὶ τὴν ἀπεδέχθη. Ἀλλὰ παρετηρήθη ὅτι τὰ περιστατικὰ ταῦτα δὲν ἤρκεσαν νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἐξέτασιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ἐσυλλογίσθη, κύριοι, ἡ Κρήτη νὰ φέρῃ τὸ ζήτημά της ἐκ παντὸς τρόπου εἰς ἐξέτασιν, καὶ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐπίσημον ἐξήγησιν· ἐξελέξατο λοιπὸν βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ἔπεμψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος. Πᾶσα ἡ ὕπαιθρος Κρήτη, ὅλη ἡ χώρα τῆς Κρήτης εἶχε διαφύγει ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, κατείχοντο μόνον τὰ φρούρια· ἀπαράλλακτα ὅπως εἰς ἐπαρχίας τινας τῆς Ἰταλίας, ὅπου αἱ μὲν ὕπαιθραι χῶραι κατείχοντο ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν, τὰ δὲ φρούρια ὑπὸ τῶν Αὐστριακῶν καὶ ὅμως αὗται ἔπεμψαν τοὺς βουλευτάς των εἰς Τορίνον καὶ τὸ Τορίνον ἔπεμψε τοὺς ἐπιτρόπους του εἰς αὐτάς. Κύριοι, πῶς διεξήγαγον τὸ ζήτημα τῶν ἀποσταλέντων βουλευτῶν ἐκ Κρήτης; Τὰς βασάνους τὰς ὁποίας ὑπέστησαν σᾶς τὰς ἐξέθεσεν ὁ πνευματωδέστατος φίλος μου Κύριος Λομβάρδος. Εὐχαριστῶ τὴν τύχην ὅτι ὁ χείμαρος τῶν ἀνακριτικῶν ἰδεῶν αὐτοῦ παρέβλεψε νὰ συμπαρασύρῃ καὶ τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν τῆς Κρήτης ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θέλω τὸ ἐξετάσει ἐγώ. Πρὶν, κύριοι, προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡ καγκελαρία τοῦ ἀνακτοβουλίου τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 1868· ἤτοι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τοῦ 1868, ἔγραψε πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§157ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγραψαν προηγουμένως οἱ πρέσβεις νὰ μάθωμεν.
§158ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως ἡμῶν καὶ κυρίου — βλέπετε ὅτι αἱ διατυπώσεις εἶναι ἀκριβεῖς. — «Θέλει ἀποκρούσει πάσαις δυνάμεσι τὴν παραδοχὴν τῶν λεγομένων ἐκ Κρήτης βουλευτῶν καὶ δύνασθε νὰ ἦσθε περὶ τῆς μὴ παραδοχῆς βέβαιοι».
§159ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ ἀπῄτουν αἱ δυνάμεις.
§160ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μὴ στενοχωρεῖσθε.
§161ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπῄτησαν αἱ δυνάμεις, κύριοι, τῇ αἰτήσει τῆς Τουρκίας κατὰ μῆνα Ἰούνιον 1868, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν διπλωματικῶν τῶν δημοσιευθέντων, ἐγνώριζεν ὅτι προπαρασκευάζεται διακοπὴ σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐζήτησεν λέγω, ὁ Τοῦρκος πρέσβυς, ἔγραψαν, οἱ πρέσβεις ἐπιβοηθοῦντες τὸν Τοῦρκον πρέσβυν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δεχθῇ τοὺς πληρεξουσίους, τοὺς βουλευτὰς τῆς Κρήτης ἡ Τουρκία θ’ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ διακοπὴν σχέσεων, διακοπὴν σχέσεων, ἥτις καὶ ἄνευ τούτου ἐτελέσθη. Τί σᾶς εἶπον, κύριοι, πρὸ ὀλίγου. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἀληθὴς πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεων τοῦ 1866, 1867 καὶ 1868· ἡ ἀληθὴς διπλωματικὴ ἐργασία, ἡ πεφωτισμένη ἐργασία ἔπρεπε νὰ ἦναι τοῦ νὰ ἔλθῃ ζήτημα Ἑλληνοτουρκικὸν ἐνώπιον τῆς Συνδιασκέψεως καὶ οὐχὶ Ἑλληνοτουρκικόν. Ἠπείλουν νὰ διακόψωσι τὰς σχέσεις, ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, ἐδικαιολόγει τὴν κακὴν χρῆσιν τῶν ἀποσταλέντων αὐτῶν βουλευτῶν· ἐδικαιολόγει νὰ θέσῃ εἰς τὸ δύσκολον καὶ λυπηρὸν δίλημμα τοὺς ἀποσταλέντας αὐτοὺς βουλευτὰς ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868, ἤτοι ἢ νὰ ἀποθάνωσι πολιτικῶς ἢ νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης οἱ ἐν Κρήτῃ. Τί τοὺς εἶπεν ἐλθόντας; ἢ φύγετε ἢ ψωμὶ δὲν ἔχει ἡ Κρήτη· ἢ φύγετε ἢ τὰ παιδιά σας ἀποθνήσκουν εἰς τοὺς βράχους ἄσιτα. Καὶ δὲν συγκινεῖσθε, κύριοι, ἀκούοντες, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ σκληρὰ γλῶσσα τῆς μητρὸς Ἑλλάδος εἰς τὰ ὀρφανὰ τέκνα τῆς Κρήτης; Ἀλλὰ διέλθωμεν, κύριοι, τὸ λυπηρὸν αὐτὸ ἐπεισόδιον καὶ ἂς προβῶμεν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ διπλωματικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Αἱ σχέσεις ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν ἢ δὲν ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσι· τοῖς πᾶσιν ἦτο γνωστὸν, ὅτι μία συνδιάσκεψις πρὶν γεννηθῇ σύγκρουσις ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἔμελλε νὰ γίνῃ, διότι εἶναι καὶ εἰς τὰ ἤθη καὶ εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Εὐρώπης ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων. Ἀφοῦ σύγκρουσις πολεμικὴ δὲν προπαρασκευάζετο, τί ἐνηργήθη διὰ νὰ διεκδικηθῶσι τὰ δίκαια τῆς Κρήτης; Ἀφοῦ τὴν ἀτιμητικὴν κατὰ τὸ λέγειν σας πρότασιν τῆς Εὐρώπης δὲν ἠθέλατε δεχθῆ, αἴ, δὲν σᾶς ἐπῆλθε νὰ κατορθώσατε νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως ἔμελλε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συνδιασκέψεως; Νὰ διακόψητε τὰς σχέσεις διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν βουλευτῶν τῆς Κρήτης. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἐδύνασθε νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς συνδιασκέψεως ζήτημα Ἑλληνοκρητικὸν καὶ ὄχι ζήτημα Ἑλληνοτουρκικόν. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις; Παντάπασιν. Ἀντί, κύριοι, νὰ ἐκδιώξητε ἀπὸ τὴν γῆν ταύτην, τὴν ὁποίαν Κρητῶν αἷμα ἔβαψε περὶ τὴν Ἀκρόπολιν, τὰ τέκνα τῶν πεσόντων εἰς Φάλληρον, δὲν ἦτο καλλίτερον νὰ ἀφήσητε τοὺς βουλευτὰς νὰ κάθηνται εἰς μίαν γωνίαν καὶ ν’ ἀφήσητε τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ νὰ τὸ διεξαγάγητε κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κρήτης ἐν ὥρᾳ ἁρμοδίᾳ; Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ νοήμων διπλωματία δὲν πρέπει νὰ ᾖναι περιστατικὴ ἀλλὰ προβλεπτικὴ. Νὰ ἀποθηκεύῃ ἀφορμάς, αἰτίας, προφάσεις τὰς ὁποίας νὰ μεταχειρίζηται ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ. Ἤρχισαν, κύριοι ν’ ἀναφαίνωνται αἱ δυσχέρειαι μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Εὐρώπη ἀπὸ τὸν Ἰούνιον, εἶχεν ἐκφέρει τὴν ἑτοιμηγορίαν της κατὰ τῆς Ἑλλάδος, πρὶν συνέλθῃ ἡ συνδιάσκεψις· ἡ Τουρκία ἐν Ἑλλάδι εἶχεν ἀποκτήσει ὅ,τι ἐπεθύμει· ἐκοιμᾶτο ἡ Ἑλλάς· γυμνὰ τὰ ταμεῖα, γυμνοὶ οἱ στρατῶνες στρατιωτῶν, στερημένη ἡ Ἑλλὰς συμπαθειῶν· τὰ δικαιώματα τῆς Τουρκίας περιήγοντο ἐν θριάμβῳ εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ τί ἔγραφεν ἡ Τουρκία κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας, ἀκούσατε! «Μέρος τι τοῦ λαοῦ τούτου, (λέγει εἰς τὸ ἀπὸ 18|30 Δβρίου κατηγορητήριόν της ἡ Τουρκία) προεξαρχούσης τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι τοῦ ἀποστέλλειν συμμορίας στρατολογημένας μέχρι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν εἱρκτῶν καὶ τῶν φυλακῶν, ὅπως διαπράξωσι φόνους καὶ λεηλασίας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους γείτονος χώρας, τὸ ἐξοπλίζειν πειρατικὰ πλοῖα πρὸς παραβίασιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τὸ κατακρατεῖν διὰ τῆς βίας δυστυχεῖς πρόσφυγας, οὓς προσείλκυσαν διὰ τοῦ δόλου, ὅπως ὑποστῶσι πάντα τὰ δεινὰ τῆς ταλαιπωρίας καὶ τῆς πείνης, τὸ κακοποιεῖν καὶ δολοφονεῖν ἔτι τοὺς ὑπηκόους τοῦ γείτονος Κράτους, διερχομένους χώραν οὐδετέραν, τὸ μὴ τηρεῖν οὐδεμίαν τῶν ἑαυτοῦ ὑποχρεώσεων, ἑνὶ δὲ λόγῳ, τὸ καταπατεῖν τὰς συνθήκας, τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ τὴν καθολικὴν ἠθικὴν, εἰσὶ μέσα πάντη νόμιμα, καὶ ὅτι ἀφοῦ μετεχειρίσθησαν τὰ μέσα ταῦτα ἐν ἀφθονίᾳ δύνανται ἀκόμη νὰ παρουσιάζωνται ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὡς λαὸς νεαρὸς, σφριγῶν γενναιόφρων, καὶ ἠδικημένος!!» Οὕτως ἔγραφεν ἡ Τουρκία καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραφομένων προσήχθημεν ἐνώπιον τῆς συνδιασκέψεως νὰ κριθῶμεν. Ἔμελλε λοιπὸν νὰ κριθῶμεν ἀναντιῤῥήτως· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας καταφθάσει νὰ ἐκδώσῃ τὸ κατηγορητήριόν της, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα λαὸς καταπατοῦντες τὰ δίκαια τῆς γείτονος χώρας, ἔπρεπε ἀντὶ διὰ τῆς ἀφρόνου ἐκστρατείας τοῦ Πετροπουλάκη νὰ κατηγορηθῶμεν ὡς παραβάται τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἐξαντλοῦντες τὴν ὑπομονὴν τῆς Τουρκίας διὰ γελοίων ἐκστρατειῶν, διὰ τῶν βουλευτῶν νὰ μετατρέψωμεν τὸ ζήτημα εἰς Κρητικόν. Αἱ σχέσεις ἔμελλον νὰ διακοποῦν βραδύτερον· δὲν ἤθελον προτρέψει νὰ τὰς κόψουν εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀλλὰ νὰ ἀφήσουν τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, μέχρις οὗ ἀναφανῶσι τὰ περὶ διακοπῆς, καὶ τότε νὰ πετάξουν ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν. Τοιουτοτρόπως κατ’ ἀνάγκην φρονῶ, ἡ Συνδιάσκεψις ἔμελλε νὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης· Καὶ θέλετε νὰ μάθητε, κύριοι, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἐπίστευεν, ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκδιώξωμεν οὕτως ἀσπλάγχνως τοὺς βουλευτὰς τῆς Κρήτης· ἠξεύρετε ὅτι δὲν τῆς ἐπῆγεν εἰς τὸν νοῦν ποτὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔμελλε νὰ ἀποδιώξῃ μακρὰν τῶν ὁρίων της βουλευτὰς ὁμοφύλους Ἕλληνας; Βεβαίως ὄχι. Ἐπίστευεν, ὅτι ἤθελεν εὑρεῖ ἄλλον τινὰ τρόπον νὰ μὴ δεχθῇ τοὺς βουλευτὰς χωρὶς νὰ ῥηθῇ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ ἡ Κρήτη βουλευτάς. Ἀκούσατε τί λέγει ἔγγραφον, εὑρισκόμενον ἐν τῇ διπλωματικῇ βίβλῳ τῆς Αὐστρίας πρὸς τὸν Κ. Βάουστ ἀπευθυνόμενον τὴν 9 Ἰουνίου 1868 ἀπὸ τὸν Αὐστριακὸν πρέσβυν ἐν Παρισσίοις Κ. Ἄπονυ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Στάνλεϋ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διαμφισβητήσῃ πρὸς τοὺς αὐτοκαλουμένους Κρῆτας ἀντιπροσώπους τὴν νομιμότητα τῆς ἐντολῆς των· τίς ἐξελέξατο αὐτοὺς καὶ δυνάμει τίνος ἐκλογικοῦ νόμου ἐξελέχθησαν. Τίνα ἐπαναστατικὰ εἰσέτι διαμερίσματα καί τινες τούτων οἱ ἀρχηγοὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς νόμιμοι ἀντιπρόσωποι τῶν κατοίκων ὅλης τῆς νήσου κλπ. κλπ.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ἐπίστευεν, ὅτι δὲν ἠθέλαμεν ἐπιμένει νὰ δεχθῶμεν τοὺς βουλευτὰς Κρῆτας εἰς τοὺς κόλπους ἡμῶν· ὑπεδείκνυε δὲ τίνι τρόπῳ δυνάμεθα χωρὶς ν’ ἀπελπίσωμεν τὴν Κρήτην ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὸ τὸ σκάνδαλον· νὰ διαφιλονεικήσωμεν τὴν νομιμότητά των, δηλ. ἂν ἐξελέχθησαν κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμον, ἂν ἡ χώρα ἣν ἀντιπροσώπευον εἶναι πολλὴ καὶ μεγάλη, καὶ ἐὰν τὰ ἐπαναστατικὰ διαμερίσματα εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ στείλουν βουλευτάς· τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποστολῆς δὲ ἐφιλονείκουν, ἀλλὰ τὴν νομιμότητα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς χώρας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις κάλλιον νὰ ἐκόπτοντο διὰ τοῦ ζητήματος τούτου τὸ ἐπαναλέγω, ἢ διὰ τῆς μωρᾶς ἐκστρατείας τοῦ Πετροπουλάκη, ἥτις ἀπεκάλυψε τὸν θάνατον τῆς Κρήτης. Ἔζει ἀκόμη ἡ Κρήτη, ὁ Χοβὰρ δὲν μᾶς εἶχεν ἀποδείξει μηδαμενούς, αὐτὴ ἦτον λοιπὸν ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ διακοπῶσιν αἱ σχέσεις, ὅπως συζητήσωμεν εἰς τὴν Συνδιά σκέψιν Ἑλληνοκρητικὸν ὡς εἶπον ζήτημα καὶ ὄχι Ἑλληνοτουρκικόν; Ἀλλά, κύριοι, ἡ καγκιλαρία τῶν Ἀθηνῶν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ὅλας τὰς διατυπώσεις καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται νὰ προσφέρηταί τις πρὸς τοὺς ὁμοίους του, πρὸς τοὺς ἀνωτέρους του, πρὸς τοὺς ἡγεμόνας του, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἐννοήσῃ τὴν πολιτικὴν ἀξίαν μιᾶς πεφωτισμένης διπλωματικῆς ἐνεργείας· ἐξεδίωξαν τοὺς βουλευτάς, ἔκλεισαν τὸ ζήτημα, ὤ! ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐξουσίας! ἠξεύρετε τί εἶπον εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπιτροπήν; «ἐὰν μείνουν ἐδῶ οἱ βουλευταὶ θὰ συμφωνήσουν μὲ τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ θὰ ῥίψουν τὸ ὑπουργεῖον». Βλέπετε ὅτι......
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§163ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνας ἄνθρωπος. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἁπλῆ ἐπιθυμία τοῦ διατηρεῖν τὴν ἐξουσίαν ἢ μὴ πεφωτισμένη πολιτικὴ διεξαγωγὴ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης ἀντὶ νὰ παρασκευάσῃ ἐνώπιον τῆς Συνδιασκέψεως Ἑλληνοκρητικὸν ζήτημα, ἔφερε ζήτημα Ἑλληνοτουρκικόν.
§164ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον τοῦτο.
§165ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐσκέφθησαν καὶ οἱ ἀρχηγοί σας. Καὶ εἰς ποίαν ὥραν; εἰς μίαν ὥραν καθ’ ἣν ἡ Κρήτη εἶχεν ἀποθάνει, ἡ Ἑλλὰς ἐσωτερικῶς ἐσπαράττετο ἀπὸ τὰ πάθη, ὁ δὲ λόρδος Στάνλεϋ ἔλεγε πρὸς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλλάδος Κύριον Βλάϊλαν, «ὁποίας συμπαθείας θέλετε ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ἐνῷ λεηλατεῖτε τὰ καταστήματα τὰ πιστωτικά; Ποίαν ὑπόληψιν θέλετε, ὅταν ὡς ἄγριοι τρέχετε νὰ ἁρπάσητε τῆς χήρας τὸ λεπτόν, ὅταν ὡς ἄγριοι τρέχετε νὰ σφετερισθῆτε τὴν περιουσίαν τῶν ὁμογενῶν, τὴν ὁποίαν παρακατέθεσαν ἐκεῖ διὰ σκοποὺς οὓς αὐτοὶ ἐθεώρησαν κοινωφελεῖς. Ποίαν προστασίαν θέλετε, ὅταν καθιερώσατε ἕνα νόμον δι’ οὗ δύνασθε νὰ λύσετε πᾶν συμβόλαιον, ἀρκεῖ μόνον νὰ πορισθῆτε χρήματα;» Τοιαύτη ἦτο, κύριοι, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἡ Ἑλλάς, ὅτι παρέστη ἐνώπιον τῆς Συνδιασκέψεως· προπαρασκευασμένα τὰ πάντα, παραδεδεγμένον τὸ τελεσίγραφον τῆς Τουρκίας, καταδεδικασμένη ἐκ τῶν προτέρων ἡ Ἑλλὰς, καὶ δὲν ἔμενεν ἢ νὰ ἐκπληρωθῇ εἷς ὅρος, ἤτοι νὰ ἐγγράψωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ προαποφασισθέντα εἰς ἓν πρωτόκολλον, ὅπερ νὰ λάβῃ τὴν πατριωτικὴν γενναιότητα ὁ φίλος μου Ζαΐμης νὰ ὑπογράψῃ καὶ νὰ σώσῃ οὕτως ἀπὸ κινδύνους τὸν τόπον. Εὔχομαι, κύριοι, νὰ ἐπιζήσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κυρίου Ζαΐμη ὅσον ἐπιζῇ ὁ Λυκαβητὸς, ἀλλ’ ἂς εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ἓν τοιοῦτον πατριωτικὸν γεγονὸς δὲν θέλει δυνηθεῖ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐγχαράξῃ εἰς τὴν ἱστορίαν του. Δυστυχήματα καὶ πόνους θέλει ὑποφέρει. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη τῶν κυβερνώντων! Ἐτελείωσα, κύριοι, ὅσας παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κυρίου Δεληγιώργη καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὅσων ἤκουσα λεχθέντων παρὰ τῶν ἄλλων Κ. βουλευτῶν. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν λόγων καὶ τῶν σκέψεών μου καθωδηγήθην ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἐδιηγήθην ἱστορίαν ἁπλῶς, ἐξήγησα ἔγγραφα ἁπλῶς. Δὲν ἐπετέθην κανενὸς, δὲν ἐπιθυμῶ τὴν καταδίκην κανενὸς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ καθιερωθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς εὐθύνη. Εἰς τὰ κράτη, κύριοι, τὰ πολιτευόμενα συνταγματικῶς, ἡ μόνη βάσις, τὸ μόνον συντηρητικὸν στοιχεῖον εἶναι ἡ εὐθύνη. Ἂς συνειθίσωμεν εἷς ἕκαστος νὰ κηρύττωμεν τὰς ἀρχάς μας φανερὰ καὶ νὰ ὑποφέρωμεν τὰς συνεπείας καὶ τὰς εὐθύνας. Ὅτε ἐφέτος ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας παρουσιάσθη εἰς τὸ κοινοβούλιον νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ Κοινοβουλίου, διηγούμενος τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐκστρατείας τοῦ Μεξικοῦ εἶπεν. «Πᾶσα κυβέρνησις ὑπόκειται εἰς σφάλματα, ἡ δὲ τύχη δὲν μειδιᾷ εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις μας». Μετὰ δὲ τὴν πρὸ ὀλίγου ἀποτυχίαν εἰς τὰς ἐκλογὰς, προκειμένου νὰ παραιτηθῇ ὁ Κύριος Δισδραέλης τοῦ ὑπουργείου, εἶπεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του. «Ἐν συνειδήσει ὑπηρέτησα μέχρι σήμερον, ἐν συνειδήσει ἐπορεύθην· δὲν λέγω, ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστος, ὁ Θεὸς εἶναι ἀλάνθαστος.» Μιμούμενοι, κύριοι, τὰ μεγάλα ταῦτα παραδείγματα, ἂς μὴν ἐπιῤῥίπτωμεν μακρὰν ἡμῶν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μας. Ὅπως ἐπιζητοῦμεν τοὺς ἐπαίνους, οὕτω δὲν πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν καὶ τὰς εὐθύνας.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§167ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§168ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, τώρα.
§169Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν μοὶ συμβαίνει νὰ φέρω, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς σπουδαιοτάτης αὐτῆς συζητήσεως. Τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς ἀποτελεῖ ὄχι μόνον ἡ ἐμβρίθεια τῶν ἀγορευσάντων μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ τὸ τιμαλφὲς τῶν συμφερόντων, τῶν ὁποίων ἡ δυστυχὴς ἔκβασις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος· προσέτι γεγονότα τῷ ὄντι λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα τὰ ἔθνη, ὅταν καταδικάζωνται ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης νὰ ὑποφέρωσι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσί ποτε. Δυστυχῶς ὅμως ἀναβαίνω τὸ βῆμα, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες ἀπεκάμετε· καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὀφείλω ὄχι μόνον νὰ ὑπερασπίσω τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν τῆς προσχωρήσεως εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς ἐν Παρισίοις συγκροτηθείσης συνόδου, ἀλλὰ καὶ νὰ διαφωτίσω γεγονότα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τῶν ὁποίων οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἐμνήσθησαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ μνεία σκοπὸν εἶχε νὰ παραστήσῃ τὴν κυβέρνησιν ταύτην ἢ ἐκείνην καλῶς ἢ κακῶς, πεφωτισμένως ἢ μὴ ἐνεργήσασαν, ἐνῷ σήμερον ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νὰ προσπαθήσω νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου μετὰ πάσης συντομίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὐχερὲς, διότι ἡ ὕλη εἶναι σπουδαία καὶ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς δέον νὰ ᾖ παρατεταμένη. Πρὸ παντὸς ἄλλου ὅμως καὶ πρὶν ἢ ἄρξομαι τοῦ λόγου ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς ἓν ἀπρόοπτον τῷ ὄντι δι’ ἐμὲ γεγονός. Ὁ πρόεδρος τοῦ κατὰ τὸ 1867 κυβερνήσαντος τὸν τόπον ὑπουργείου ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προχθὲς τὴν πολιτείαν τῆς κυβερνήσεώς του καὶ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι διεῖπον αὐτὴν, ἐξήλεγξε δὲ τὴν πολιτείαν τῆς διαδόχου κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέδωκε κατὰ μέγα μέρος τὴν δυστυχῆ ἔκβασιν τῆς τῷ ὄντι πολυτίμου ὑποθέσεως, ἥτις δίδει ἀφορμὴν εἰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Δυστυχῶς ὁ πρόεδρος τῆς διαδόχου κυβερνήσεως ἐνόμισε, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πολιτείαν τῆς κυβερνήσεώς του· δὲν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ σεβαστὸν τῷ ὄντι παράδειγμα ἑνὸς ἄλλου προέδρου ἄλλης κυβερνήσεως εἰς ἄλλην παρελθοῦσαν ἐποχὴν· ἐννοῶ τὸν ἀείμνηστον Ἀλέξανδρον Μαυροκορδάτον. Δὲν εἶχεν ἐκεῖνος οὔτε κἂν τὸ δικαίωμα νὰ συνεδριάζῃ πλέον ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς τότε, διότι αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1844 ἀνεδείχθη βουλευτὴς εἶχον ὅλαι ἀκυρωθῆ ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου· ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μαρτυρήσῃ πρῶτος τὸ σέβας πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπολογηθῇ· δυστυχῶς δὲν συμβαίνει τοῦτο σήμερον καὶ δὲν ἤκουσα εἰμὴ μόνον τὴν συνηγορίαν τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868 ὑπὸ ἑνὸς μόνον τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἡ ἐπίθεσις καὶ ἡ συνηγορία ἔφερε πάλην καὶ τὴν πάλην ἐνόμισεν ὁ πρόεδρος τῆς ὑφισταμένης κυβερνήσεως, ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατευνάσῃ συντελῶν νὰ τραπῇ ἡ προσοχὴ τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις αὕτη ἤρξατο καὶ ἔπρεπε νὰ στραφῇ. Ἀλλ’ οἱ λόγοι τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως παρεξηγήθησαν ἀπὸ ἔντιμον φίλον μου, ἡ παρεξήγησις αὕτη προεκάλεσεν ἐξηγήσεις αὐτοῦ ὀλίγον δριμείας καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ συναδέλφου μου καὶ προέδρου τοῦ ὑπουργείου κ. Ζαΐμη. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἴσως θέλει μεταμεληθῆ διὰ τὴν δριμύτητα τῶν κατὰ τοῦ κ. Ζαΐμη φράσεων του, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπαναλάβω ἢ τῷ ὑπομνήσω τί ὁ κ. Ζαΐμης περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866 εἶπεν. Ὁ κ. Ζαΐμης ὡμίλει περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867 καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868. Ὁ ἔντιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠρώτησε αὐτόν· τί λέγετε περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1866; καὶ ὁ κ. Ζαΐμης τῷ εἶπεν, δὲν λέγω τίποτε διότι τρεῖς μῆνας μόνον ἔμεινεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ ἔκφρασις αὕτη τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν ἀποτελεῖ ὀλιγωρίαν τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866, ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης ὑπέλαβεν, ἦτο ἔκφρασις εἰλικρινὴς τῆς πεποιθήσεως αὐτοῦ, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1866 δὲν εἶχε ἓν ἀξιοσημείωτον συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν προκαλοῦσαν τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κοινοβουλίου. Ὁ Ἡγεμὼν ἐν τῷ λόγῳ, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἔμελλε νὰ διαλάβῃ περὶ τῆς προσκλήσεως, ἡ ὁποία ἀπευθύνθη πρὸς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Παρισινῆς συνόδου καὶ περὶ τῆς προσχωρήσεως τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς συνόδου ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ ὑφὴ τοῦ λόγου ἐπεκρίθη καὶ ἐπεκρίθη καὶ εἰς ἰδιαιτέρους κύκλους καὶ δι’ ὀργάνων τῆς δημοσιογραφίας ἡμεροβίων καὶ περὶ μὲν τῆς ὑπὸ τούτων γενομένης ἐπικρίσεως δὲν ἀξιῶ νὰ κάμω κανένα λόγον· ἀλλ’ ἐπεκρίθη καὶ ὑπὸ ὀργάνων τῆς δημοσιογραφίας, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἐν τῇ Ἀθηναϊκῇ κοινωνίᾳ ὡς ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ἐπεκρίθη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ ἔντιμον φίλον μου, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως ἐκτιμῶ, τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσίς τις μεταξὺ τοῦ προγράμματός σας, τὸ ὁποῖον ἐξεδώκατε τὴν 25 Ἰανουαρίου, ὅταν ἤλθετε εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ τοῦ Β. λόγου, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ἐντεῦθεν ὁ Βασιλεὺς; Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι τὸ ἔργον σας εἶναι ἀτελὲς, ἔλεγεν ὁ ἔντιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ συμπληρώσητε ἐκφέροντες μίαν γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868, ἀποφαινόμενοι ἐὰν τὴν θεωρῆτε ἔννομον ἢ οὔ, ἐὰν τὴν κρίνετε συμφέρουσαν εἰς τὸ ἔθνος ἢ ὄχι;» Βεβαίως εἶμαι δικαιολογημένος μὴ θέλων νὰ διέλθω ἐν σιγῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἁμιλλώμενος νὰ πείσω τὸν ἔντιμον φίλον μου καὶ ὑμᾶς τοὺς ἀκούοντας ὅτι ἡ αἰτίασις αὐτοῦ δὲν ἦτον ὀρθή. Τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἀποτελῶ μέρος, ἐσχηματίσθη μετὰ μίαν κρίσιν ὑπουργικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν προεκάλεσεν ἡ ἔκφρασις τῆς δυσπιστίας τοῦ κοινοβουλίου ἀλλ’ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἡ ἔκβασις τοῦ ὁποίου ἔπεισε τὸν Βασιλέα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ μεταδίδῃ πλέον τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν. Ἡ κυβερνητικὴ κρίσις ἐκείνη, ἡ παραταθεῖσα ἐπὶ ἡμέρας, ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας της· ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη παρητήθη, ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη συνεστήθη, ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα, ἡ δὲ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ὤφειλε βεβαίως νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις, τὰς ἀφορμὰς ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑπουργείου· ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρώτην ἀλλὰ τὴν σπουδαιοτάτην τῶν πράξεών της ἕνεκα τῆς ὁποίας παρῃτήθη ἡ προκάτοχος κυβέρνησις καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὁποίας συνεστήθη τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ὁ Β. λόγος εἶναι βεβαίως ἔργον ὑπουργικὸν καὶ ὑπόκειται εἰς πᾶσαν κρίσιν. Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ τοῦτο, οὔτε διανοοῦμαι νὰ εἴπω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ὅσα ὡς δοκίμιον μᾶλλον πρωτοπείρων συγγραφέων ἀνέγνων ἔν τινι φύλλῳ τῆς δημοσιογραφίας· ὁ Β. λόγος ὅμως δὲν εἶχε καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβῃ πάλιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἔγραψε διὰ τοῦ προγράμματος. Ἡ ὑπουργικὴ κρίσις ἦτο τετελεσμένον καὶ γνωστὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀναγγελθῇ τὸ πρῶτον εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὡς οὐδ’ ἡ σύστασις τῆς νέας κυβερνήσεως· ἡ πρᾶξις τῆς προσχωρήσεως εἰς τὴν διακοίνωσιν τῆς συνόδου ἔπρεπε μόνη νὰ μνημονευθῇ οὐχὶ ἵνα ἀναγγελθῇ εἰς τὸ κοινοβούλιον, διότι ἦτον ἤδη γνωστὴ, ἀλλ’ ἵνα προκληθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ ἀπόφανσις τοῦ κοινοβουλίου. Ὁ Β. λόγος ἔκαμε λοιπὸν μνείαν μόνον ἐπὶ τοσοῦτον ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κοινοβουλίου· οὔτε ἦτον ἀνάγκη ὁ Β. λόγος νὰ περιλάβῃ ἐκφράσεις κρίσεως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων κυβερνήσεων, διότι ὁ Β. λόγος ὡς ἔργον ὑπουργικὸν δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ εἰ μὴ τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ προκληθῇ ἡ ἔκφρασις τοῦ κοινοβουλίου. Ἐὰν οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος γράφοντες τὸν Β. λόγον, ἑπομένως μὴ ἀσκοῦντες δικαίωμά τι, τὸ ὁποῖον ὡς μέλη τυχὸν τοῦ κοινοβουλίου ἔχουσιν, ἀλλ’ ἀσκοῦντες καθῆκον ὡς σύμβουλοι τοῦ στέμματος, ἤρχοντο νὰ ἐκφέρωσι κρίσεις ἐπὶ παρελθόντων συμβεβηκότων, νομίζω ὅτι ᾠκειοποιοῦντο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ σύνταγμα δὲν ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς· ἡ δὲ οἰκειοποίησις δικαιωμάτων μὴ ἀποδιδομένων εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου ἐπιφέρει συντάραξιν τῆς ἁρμονικῆς ἐνεργείας τῶν διαφόρων ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐγκαταστημένων ἐξουσιῶν. Διὰ παραπλήσιον λόγον θέλω ὡσαύτως διστάσει νὰ σᾶς συστήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλος ἐπίσης ἔντιμος φίλος μου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὑπέβαλε προχθές. Βεβαίως τὸ μεγαλεῖον τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, τὸ μεγαλεῖον τῆς συμφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ τόπος, ἔκαμεν αὐτὸν νὰ νομίσῃ ὅτι τὸ κοινοβούλιον, διὰ νὰ μαρτυρήσῃ τὴν θλίψιν του καὶ διὰ νὰ ἐπιδειχθῇ μετὰ πόσης σοβαρότητος ἐξετάζει τὸ ζήτημα, ἔπρεπεν εἰς τοῦτο μόνον νὰ περιορισθῇ καὶ μηδένα λόγον νὰ φέρῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐν τῷ Β. λόγῳ φερομένων προτάσεων. Ἐκτιμῶ τὸν σκοπὸν τοῦ ἐντίμου φίλου μου, τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ· ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ σκοποῦ του τούτου δὲν ἦτο οὔτε ὀρθὴ οὔτε ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων ἐστηριγμένη. Ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ συνεκαλεῖτο εἰδικῶς πρὸς τοῦτον καὶ μόνον τὸν σκοπὸν, ἦτο καθὼς λέγουν ad hoc, ἠννόουν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι Βουλὴ συνήθης, κληθεῖσα νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα τῇ ἀνέθηκε καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν νομοθετικὴν ἀποστολὴν τοῦ ἔτους. Ὡς τοιαύτη λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἐπὶ ἓν καὶ μόνον ἀντικείμενον, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ φέρῃ ἀπάντησιν ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ὁ Β. λόγος διαλαμβάνει. Τὸ κύριον ὅμως καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἶναι νὰ ὑπερασπίσω τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν τῆς προσχωρήσεως εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς συνόδου. Πρέπει ἀπὸ αὐτῆς νὰ ἀρχίσω τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ ἀγορεῦσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μέλος τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1868 ἐξέφερε δισταγμοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς πράξεως ταύτης τῆς κυβερνήσεως τοῦ Κ. Ζαΐμη. Οἱ δισταγμοὶ του τῳόντι πρέπει νὰ ἀποκρουσθῶσιν. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει κανεὶς νὰ ὑποφέρῃ πολὺν κόπον διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς δισταγμοὺς τούτους. Οἱ δισταγμοὶ τοῦ Κ. Βαλασοπούλου δὲν ἦσαν μόνον δισταγμοὶ ἄμεσοι ἀλλ’ ἦσαν δισταγμοὶ ἀκόμη ἔμμεσοι. «Δὲν ἠδύνατο, εἶπε, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς συνόδου ἄνευ παραβάσεως τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων του». Ἑπομένως οἱ προσχωρήσαντες εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς συνόδου παρέβησαν τὰ ἱερώτερα καθήκοντά των. Θέλω ἐξετάσει, ἐὰν εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Κ. Βαλασοπούλου· καταλείπω ἐν πρώτοις δύω ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς προέταξε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδικάσθη ἐρήμην καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἡ Παρισινὴ σύνοδος ἀπεφαίνετο καὶ ἡ Ἑλλὰς προσεκαλεῖτο νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν διακήρυξίν της, κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἡ Τουρκία παρέβαινε τὰς ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἄγγλου τὸ γένος Ὀθωμανοῦ ναυάρχου Χόβαρτ. Παραλείπω τὰ δύω αὐτὰ ἐπιχειρήματα, διότι προβαίνων εἰς τὸν λόγον θέλω θίξει αὐτὰ καὶ θέλω τὰ ἐξετάσει ἰδίᾳ, διότι ἴσως θέλω τότε διευκολύνει ὑμᾶς εἰς τὸ νὰ φθάσητε εἰς ἄλλο συμπέρασμα. Ἔρχομαι ὅμως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς βάσεως τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ· εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οὐσιωδεστέρου τῶν ἐπιχειρημάτων του ὅτι ἡ Εὐρώπη πολλάκις μετέβαλε τὰ πρωτόκολλά της. «Μετέβαλε, σᾶς εἶπε, τὸ πρωτόκολλον κατὰ τὸ 1827 περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, μετέβαλε τὴν συνθήκην τῆς 2/14 Νοεμβρίου περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου· δὲν εἶναι λοιπὸν πρᾶγμα φυσικῶς ἀδύνατον νὰ φανῇ καὶ πάλιν ἡ Εὐρώπη μεταβάλλουσα τὰς ἀποφάσεις της». Ἀφοῦ δὲ δὲν ἦτο κατὰ τὸν Κ. Βαλασόπουλον ἀδύνατον ἡ Εὐρώπη νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀποφάσεις της, ὁ Κ. Βαλασόπουλος, δικαιολογῶν τὴν ἄρνησιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ Κ. Βούλγαρη, ἐπέφερε λέγων ὅτι καὶ εἶχε πιθανότητας ὅτι ἤθελε κατορθωθῆ ἡ μεταβολὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Παρισινῆς συνόδου. Ἐστήριξε δὲ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη τὰς πιθανότητάς του περὶ μεταβολῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Παρισινῆς συνόδου εἰς τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ σχηματίσῃ, διότι εἶχε κατορθώσει νὰ διΐδῃ τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Εὐρώπῃ πνεῦμα· εἶχε κατορθώσει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη νὰ διΐδῃ ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης ὅλης ἦτο ὑπὲρ τῆς εἰρήνης· ἑπομένως ἡ Εὐρώπη ἦτο διατεθειμένη νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης καὶ διὰ τοῦτο ὁ Κ. Βούλγαρης ἰδὼν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἐξέλθῃ τῆς περιπλοκῆς ἐσκέφθη περὶ τοῦ πολέμου καὶ ἤρχισε νὰ ἀπειλῇ τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν, φοβουμένην περὶ τῆς εἰρήνης, νὰ ἀλλάξῃ τὸ πρωτόκολλον. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ Κ. Βαλασσόπουλος δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν παράπονον κατ’ ἐμοῦ διὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ συλλογισμοῦ του τούτου· διότι μεταφράζω αὐτὸν πιστῶς. Μετέβαλεν ἡ Εὐρώπη τὰς προχείρους σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχε συῤῥάψει κατὰ τὸ 1827 πρὸς τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· τὰς μετέβαλε διότι ὁ ἀγὼν τῆς Ἑλλάδος ἐπεκράτει· τὰς μετέβαλε διότι ἐπείσθη ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπικράτεια ἐκείνη κατὰ τὰς προχείρους ἐκείνας ἰδέας της, δὲν ἐξησφάλιζε τὴν εἰρήνην τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐπεθύμει. Τὰς μετέβαλε, διότι ἐφοβεῖτο καὶ τότε καθὼς φοβεῖται πάντοτε, ὅτι ἦτο πολλὰ ἐνδεχόμενον νὰ ἀποτύχῃ ὁ σκοπὸς, ὄχι μόνον ὁ φιλάνθρωπος καὶ χριστιανικὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ πολιτικὸς, τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τῆς ἀποσπάσεως τῆς χώρας ἐκείνης ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν· ἀλλὰ πῶς ἤθελε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Σύνοδος ἀπήγγειλε ἐπὶ τῆς Ἑλληνο–τουρκικῆς διαφορᾶς, ἀφοῦ ὁ Κρητικὸς ἀγὼν πλέον δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἀναζωπυρωθῇ, ἀφ’ οὗ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἐλάχιστος φόβος, ὅτι ἤθελε διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη τῆς Ἀνατολῆς! Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔπειθον αὐτὴν ὅτι αἱ ἀπειλαὶ τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶχον κανένα σπουδαῖον χαρακτῆρα! Γνωρίζετε ὅλοι τί εἷς μέγας ἡγεμὼν εἶπεν ὑπομειδιῶν εἰς τὰ ἀνάκτορά του ἐν ἑσπερινῇ συναναστροφῇ, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐζήτει δάνειον 100 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐψήφισε τοῦτο. Τῳόντι ἠθέλομεν εἶσθαι πολλὰ ἁπλοῖ, κύριοι, ἐάν ποτε ὑπελαμβάνομεν ὅτι αἱ διαδόσεις τὰς ὁποίας ἐκ τῶν οἰκιῶν μας διεδίδομεν εἰς τὸ κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς γραφείοις συνετάσσομεν ὡς δοκίμια καλλιεπείας ἢ γραφῆς, ὅτι αἱ προκλήσεις, αἱ ἄνευ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἄνευ μεμελετημένου σπουδαίου σκοποῦ, τὰς ὁποίας ἀπευθύναμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι ὅλα ταῦτα ἐδύναντο ποτὲ νὰ ἀνησυχήσωσι τὴν Εὐρώπην. Γνωρίζει ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὡς κράτος νὰ πολεμήσῃ μεμονωμένη πρὸς τὴν Αὐτοκρατορίαν τῆς Τουρκίας, οὐδ’ εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ τοῦτο ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μας προγράμματος, ὥς τινες διϊσχυρίσθησαν, ἐπικρίναντες τότε τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἐκεῖνο, διότι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ καὶ τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ κράτους καὶ τὰς κατὰ ξηρὰν δυνάμεις αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ κανένα φόβον νὰ ἀνησυχήσῃ μὴ ὁ πόλεμος γίνῃ ἐθνικός. Τὸν ἐθνικὸν πόλεμον δὲν δύναταί τις νὰ προκαλῇ δι’ ἁπλῶν σχεδιασμάτων οὔτε διὰ διαδόσεων μὴ στηριζομένων ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Διὰ νὰ ἐγερθῇ τὸ ἔθνος, διὰ νὰ ἐξεγερθῇ εἰς ἐθνικὸν πόλεμον, πρέπει νὰ ἐνθουσιασθῇ, καὶ διὰ νὰ ἐνθουσιασθῇ ἓν ἔθνος καὶ ἰδίως τὸ Ἑλληνικὸν πρέπει νὰ ἐνθουσιασθῶσι πρῶτοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦσι νὰ τὸ ἐνθουσιάσωσι. Δὲν ἐνθουσίαζε ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης τοὺς συμπολίτας του κατὰ τὸ 1825 διὰ προκηρύξεων διὰ νὰ δώσουν τὴν περιουσίαν των· τοὺς ἐνθουσίαζε καταγράφων πρῶτος εἰς τὸν κατάλογον τῶν συνεισφορῶν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ὅτι ἤθελε καταγράψει ἕκαστος τῶν Ὑδραίων (εὖγε!) Ἡ ἄρνησις διὰ τὴν προσχώρησιν πρὸς τὴν διακήρυξιν τῆς Παρισινῆς Συνόδου κατ’ ἐμὲ ἦτον ἀδικαιολόγητος, οὐδὲ δύναται νὰ αἰτιολογήσῃ αὐτὴν εὔλογός τις ἀφορμὴ, λόγος τις στηριζόμενος ἐπὶ τῆς λογικῆς καὶ ἐπὶ τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν πρόκειται νὰ φέρῃ κρίσιν τόσον μεγάλην οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων ἀλλ’ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος του. Προσέτι ἐσυνδυάσθη κατὰ σύμπτωσιν ἀτυχῆ διὰ τὸν τόπον τοῦτον μετὰ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατῳκεῖτε εἰς Ἀθήνας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὰ γεγονότα ἐκεῖνα μαρτυροῦσι τὴν ἐπιμονὴν, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι οἵτινες ἦσαν τότε ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰσέλθῃ εἰς τὸ ὀλισθηρὸν ἐκεῖνο στάδιον, ἠνόουν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν χρήσει ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, διὰ νὰ πλανήσωσι τὸ δημόσιον φρόνημα τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ ἐξασκήσωσι τοιουτοτρόπως πίεσιν ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ ἡγεμόνος, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ὁ ἡγεμὼν μεταδίδων τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῶν μέσων ἐκείνων, διότι εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν· δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ διέλθω ἐν σιγῇ αὐτὰ, διότι νομίζω ὅτι ὅσον καὶ ἂν δικαιολογῶσι τὰς πράξεις ἑνὸς πολιτευομένου αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ, ὅσον ἐπίμονος καὶ ἂν ᾖναι ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πεποιθήσεών του θέλησις αὐτοῦ, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐξέρχεται τῆς τροχιᾶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι καὶ ἡ ἠθικὴ διαγράφουσιν εἰς τὴν ἐνέργειάν του. Αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ, αἱ ψευδεῖς διαδόσεις, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς πολιτευομένους. Ἀλλὰ δὲν θεωρεῖτε, ὅτι ἦτο εὔλογος ἀφορμὴ διὰ νὰ εἰκάσῃ τις ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλῃ ἡ συνδιάσκεψις τὴν διακήρυξίν της, ἀφοῦ ἐκ διακοινώσεως ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη κατόπιν, τοῦ λόρδου Κλάρενδων πρὸς τὸν κ. Ἔλλιοτ, συνάγεται ὅτι ἡ συνδιάσκεψις δὲν εἶχε διαλυθῆ καὶ ὅτι ἔμενεν ἀκόμη ἐν Παρισίοις; Καὶ διατί λοιπὸν δὲν διαλύεται ἡ συνδιάσκεψις παρὰ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἐὰν ἔβλεπε τὴν Ἑλλάδα μὴ παραδεχομένην τὴν διακήρυξίν της, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὴν μᾶλλον ἀποδεκτὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα; Δευτέρα σκέψις, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος ἔντιμος βουλευτὴς ἐντεῦθεν, καὶ δὲν νομίζετε ὅτι ἡ συνδιάσκεψις αὕτη ἡ ὁποία δὲν διελύθη διὰ νὰ μαρτυρήσῃ τὴν διάθεσίν της πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἡ συνδιάσκεψις αὐτὴ, ἡ ὁποία εἶχε μέλη τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας καὶ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ῥωσσίας, ἀντιπροσώπους δύω εὐμενῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα πολιτικῶν, ὅτι ἡ συνδιάσκεψις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας, ἀπὸ τὴν φιλελληνικὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ῥωσσίας; Ἰδοὺ αἱ σκέψεις τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Ἡ συνδιάσκεψις δὲν διελύθη, διότι τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον συνῆλθε νὰ κανονίσῃ δὲν εἶχεν ἐξαντληθῆ· ἐξέδωκε μόνον διακήρυξιν, τὴν ἐκοινοποίησε εἰς τὰ δύω διαμαχόμενα μέρη, ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὴν ἀπάντησιν τῶν διαμαχομένων μερῶν. Ἀλλὰ συγχρόνως πρὸς ἑκάτερον τῶν διαμαχομένων μερῶν εἶχε δηλώσει ὅτι, ἀπαιτεῖ ὡς ἀπάντησιν προσχώρησιν ἁπλῆν καὶ καθαράν. Δὲν θέλετε νὰ προσχωρήσητε ἁπλῶς καὶ καθαρῶς; εἶπεν ἡ διακήρυξις τῆς συνδιασκέψεως καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ προέδρου αὐτῆς, ἐγὼ ἀποσύρομαι καὶ σᾶς ἀφίνω νὰ ἰδῆτε τὴν τύχην σας. Σᾶς εἶπε λοιπὸν τί ἤθελε κάμει ἐὰν ἠρνεῖσθε, ἤθελε σᾶς ἀφήσει νὰ μονομαχήσητε μετὰ τῆς Τουρκίας· αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Δὲν εἶχε λοιπὸν μείνει ἀδιάλυτος διὰ νὰ ἀναψηλαφήσῃ τὴν ὑπόθεσίν σας, διότι ἡ ὑπόθεσίς σας δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἀναψηλαφηθῇ, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἀναψηλαφηθῇ, θέλω σᾶς ἀποδείξει κατόπιν ὅταν ἔλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κειμένου αὐτῆς τῆς declaration τῆς διακηρύξεως. Δὲν εἶπον ταῦτα διὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ταπείνωσιν ἢ τὴν συντριβὴν πολιτευομένων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μὲ συνδέει ἀνάμνησις παλαιᾶς συμπράξεως μὲ τὸν ἀρχηγὸν ἑνὸς τῶν πολιτικῶν κομμάτων· εἶναι ἀληθὲς ὅτι μὲ συνδέουσι δυσάρεστοι ἀναμνήσεις μὲ ἄλλον ἄλλου πολιτικοῦ κόμματος ἀρχηγόν· ἀλλ’ ἐννοῶ ποῖον πάθημα, ποία ζημία εἶναι εἰς τὴν πολιτείαν, ὅταν οἱ πολιτευόμενοι καὶ μάλιστα οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πρώτην τάξιν συντρίβωνται, καὶ δὲν θέλω νὰ συμπράξω εἰς τὴν συντριβὴν οὐδενὸς, ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ διασώσω ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ διασωθῇ· διότι πᾶν ὄνομα, τὸ ὁποῖον διασώζεται ἀπὸ τὴν καταστροφήν, πᾶς ὄγκος καὶ πᾶσα ὑπόληψις ἡ ὁποία ἤθελε μείνει ἀμείωτος, εἶναι ἓν κέρδος εἰς τὸν τόπον καὶ τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ἐφεύρω δικαιολογίας εἰς ἀποφάσεις ἀσυνέτους καὶ πείσμονας, οὐδὲ νὰ σιγήσω ἐπὶ πράξεων ὀλεθρίων καὶ ἀσυγχωρήτων. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ δικαιολογήσω πρῶτον τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Ζαΐμη τὴν προτιμήσασαν νὰ ὑπογράψῃ καὶ προσχωρήσῃ εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων· διότι ἐὰν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο οὕτω νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ ἐὰν ἡ πρᾶξίς της αὐτὴ ἤθελεν ἀθετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὴν ἀτιμίαν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὸν πόλεμον· οὐδ’ ἤθελε βεβαίως ἀναλάβει ἣν ἀνέλαβε βαρεῖαν εὐθύνην· ὑπέκυψεν ὅμως εἰς τοῦτο διότι ἡ ἀνάγκη ἦτον ἀνυπέρβλητος, ἡ δ’ ἔλλειψις τῶν πρὸς πόλεμον ἀναγκαίων τόσῳ ἀνεπαρκὴς ὥστε βεβαίως ἔτρεχον τὸν ἔσχατον κίνδυνον τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τίς ἡ αἰτία τῆς πλοκῆς ταύτης; μήπως ἔπταισεν εἰς τοῦτο ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου καὶ ἕνεκα τοῦ πταίσματος αὐτοῦ περιεπλάκη ὁ τόπος εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον δυσχερῆ καὶ ἀκανθώδη, εἰς ὑπόθεσιν τῆς ὁποίας ἡ δυστυχὴς ἔκβασις κατέστρεψε νῆσον περιλημένην, ἀδελφὴν, καὶ προσέτι αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου τούτου; Τοιαύτη ἐπιθυμία ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τὸν ἔντιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867, ὅστις ἔφερε τὰς κρίσεις του ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867 καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ 1868. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναδράμω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοὺς χρόνους ἐκείνους χωρὶς, καὶ βεβαιῶ πάντας, νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ ψέξω οὐδένα, οὐδὲ νὰ ἐπαινέσω τινά. Παραδέχομαι καὶ διατελῶ πεπεισμένος ὅτι οὐδενὸς Ἕλληνος καρδία εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν αἰσθάνεται παλμοὺς ἐπὶ ὑποθέσεων τόσῳ ἐθνικῶν. Παραδέχομαι καὶ διατελῶ πεπεισμένος ὅτι διάνοια Ἕλληνος δὲν ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ ἐπιζήμια διὰ τὸ ἔθνος διανοήματα· ἀλλ’ ὀφείλω ὅμως νὰ ἀναδράμω εἰς τοὺς χρόνους τούτους, διὰ νὰ ἐξετάσω τὰ γεγονότα καὶ ἀνεύρω τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὡς εἶπον δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου ἢ μόνον ἐκ πεπλανημένων κρίσεων. Καὶ ἐν πρώτοις διαφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ μιᾶς παρεκβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε παραβαλὼν τὸ Πεδεμόντιον μὲ τὴν Ἑλλάδα. Καθ’ ἓν καὶ μόνον κατὰ τὴν κρίσιν μου ὁμοιάζουσι τὸ Ἑλλην. Βασίλειον καὶ τὸ πρώην βασίλειον τοῦ Πεδεμοντίου ἢ τῆς Σαρδηνίας, κατὰ τὸν πόθον, κατ’ οὐδὲν ἄλλο ὁμοιάζουσιν. Ἕνα πόθον εἶχε τὸ βασίλειον ἐκεῖνο, νὰ συγκεντρώσῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὅλας τὰς Ἰταλικὰς χώρας καὶ ἀποτελέσῃ μετ’ ἐκείνων τὸ Βασίλειον τῆς Ἰταλίας· ἕνα πόθον ἔχει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, νὰ συνέλθῃ ὅλη ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀποτελέσῃ ἓν κράτος. Ἀλλὰ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων τὸ Πεδεμόντιον ἠδυνήθη νὰ εὐτυχήσῃ, νὰ ἴδῃ πραγματοποιούμενον τὸν πόθον αὐτοῦ, ἦτον τὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου; ἀλλὰ αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ συνεδυάζοντο μετὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πεδεμοντίου, εἶναι αἱ αὐταὶ μὲ τὰς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον; ἰδοὺ κατὰ τί διαφωνοῦμεν μὲ τὸν ἔντιμον κ. Κουμουνδοῦρον. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ μέσα τοῦ παλαιοῦ βασιλείου τοῦ Πεδεμοντίου θέλομεν εὕρει, ὅτι ὁ βασιλεὺς Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ οὐδὲ μετὰ τὴν μεγάλην καταστροφὴν τοῦ 1848 εὑρέθη εἰς τὴν ἀπορίαν τῶν μέσων, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλλην· βασίλειον πρὸ μικροῦ εὑρέθη. Ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς φέρω καὶ ἀναγνώσω ἔκθεσιν κατὰ τὸ 1858 ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν βασιλέα τῆς Σαρδηνίας περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν μέσων τοῦ στρατοῦ του, καὶ μοὶ ἦτο δυνατὸν κατόπιν νὰ παραβάλω αὐτὴν μὲ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ὅπως ἐγράφη εἴς τινα ἐφημερίδα, ἀλλὰ ἐκτελῶν πιστῶς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προγράμματος ἔδωκεν, εἶμαι βέβαιος ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἤθελεν ἀποκοπῆ δάκρυ ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἑκάστου ἡμῶν, διότι δὲν ἤθελεν εὕρει τις ἐνταῦθα οὐδὲ τὸ πολλοστημόριον τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς τὸ Πεδεμόντιον οὔτε τὰ ἐργοστάσια, οὔτε τὰ χυτήρια οὐδὲ τὰ ἄλλα εἴδη τοῦ πολέμου, τῶν ὁποίων ηὐπόρει ἡ ἐπικράτεια ἐκείνη. Καὶ ἐνῷ δὲν εἶχεν ἡ Ἑλλὰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε τὸ Πεδεμόντιον κατὰ τὸ 1858, δὲν εὑρίσκετο οὐδὲ εἰς τὰς εὐτυχεῖς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας τὸ εὐτυχὲς ἐκεῖνο κράτος εὑρέθη. Ὁ εὐφραδὴς φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς ἀφηγήθη, καὶ ἔῤῥιψεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων τοῦ Πεδεμοντίου καὶ τῶν σχέσεων, εἰς ἃς διετέλουν πρὸς αὐτὸ αἱ διάφοροι εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς συμπτώσεως τῶν συμφερόντων τῶν Εὐρωπαϊκῶν τούτων δυνάμεων πρὸς τὰ τοῦ βασιλείου τοῦ Πεδεμοντίου. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον δὲν εἶχεν οὐδὲ τὴν ἀποστροφὴν δυνάμεώς τινος μεγάλης πρὸς τὸν βουρβωνικὸν οἶκον τῆς Νεαπόλεως, οὐδὲ τὴν ζηλοτυπίαν τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων· δὲν εἶχε κανένα, ὅστις νὰ ὁρμᾶται ἐξ ἰδιαιτέρου τινὸς λόγου καθιστῶντος αὐτὸν συμπαθῆ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· ἐκ τοῦ ἐναντίου δὲν εὕρισκεν εἰμὴ ὑπονοίας πανταχοῦ καὶ πανταχοῦ παρεξηγήσεις.
§170ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέφερε τὸ Πεδεμόντιον διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι ἐπεζήτησε συμμαχίας καὶ ὅτι ἄνευ συμμάχων τὸ Πεδεμόντιον δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τίποτε.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἀνατείλει προσέτι πρὸ μικροῦ εἷς μέγας Ἡγεμὼν, ὅστις ἐκράτει τὴν τύχην τοῦ πρώην βασιλείου τῆς Σαρδηνίας καὶ τὴν ὡδήγει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τῆς χώρας ἐκείνης· ἡγεμὼν τοῦ ὁποίου ἡ αἴγλη ἦτον φωτεινὴ καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη ἐχαιρέτησεν ὡς σώζοντα αὐτὴν ἀπὸ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἠπείλουν τὰς πολιτείας καὶ τὰς κοινωνίας αὐτὰς τῆς Εὐρώπης. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι οἱ πόθοι τοῦ Πεδεμοντίου ἐξεπληρώθησαν εἰς τὸ Σολφερῖνον. Ἀλλὰ ποῖαι αἱ σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς δυνάμεις καὶ ποῖαι αἱ σχέσεις ἑκάστης τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων πρὸς τὸ Ἑλλην. βασίλειον; τώρα θέλει πεισθῆ ὁ κ. βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ὅτι ἦτον ἀναγκαία ἡ παρέκβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, διότι ἤθελον νὰ φθάσω εἰς τὸ μέρος τοῦτο. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου παρακαλῶ καὶ τὸν ἔντιμον φίλον μου ἐκ Μεσολογγίου καὶ τὸν ἔντιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης καὶ παρακαλῶ πάντας ὑμᾶς, κύριοι, νὰ μὴν νομίσητε ὅτι ὁρμῶμαι ἐξ ἰδιαιτέρου τινὸς σκοποῦ, ἐξ ἄλλης τινος ἐπιθυμίας· ἐπιθυμῶ καὶ σκοπῶ μόνον νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ πεισθῶμεν ὅλοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῶμεν ἁπλᾶ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον, οὔτε νὰ δίδωμεν εἰς αὐτὰ πάντοτε ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν τῆς ἐνεργείας καὶ σκοπὸν ἢ πρόθεσιν τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Τὰ συμβεβηκότα ταῦτα εἶναι πολλάκις ὄχι γεγονότα αὐτομάτως συμβαίνοντα, ἀλλὰ συνέπεια συνδυασμῶν συμφερόντων καὶ ἐνεργειῶν κειμένων ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ μὴ ἐπηρεαζομένων τὸ παράπαν ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς ἐνεργείας. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ μιᾶς μεγάλης ἐπικρατείας κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1867, ἦτον δυσμενὴς, ὅπως νομίζω, ὅτι ὁ φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, καὶ ὅτι ἐνῷ ἦτον δυσμενὴς ἐξηυμενίσθη, οὐδὲ δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι κατὰ τὸ 1866 ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος ὅλος δὲν ἐπόθει ἄλλο τι εἰμὴ τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Αἱ κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸ 1866 περιεσπῶντο ἀπὸ ἓν μέγα συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον τότε ἐτελεῖτο, τὸ συμβεβηκὸς τῆς Γερμανίας· τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο συνετάραξε τὰς κυβερνήσεις ὅλας καὶ ἐκίνησε τοὺς λαοὺς, νομίζοντας ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ ἀρχὴ μεγάλων συμβεβηκότων. Αἱ κυβερνήσεις ὅλαι ἐπεθύμουν νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀφορμὴ, ἥτις ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἔκκαυσιν τῆς ἐμπρηστικῆς αὐτῆς ὕλης· ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκρήγνυται ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις. Ἐπεθύμουν λοιπὸν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Γαλλίᾳ νὰ μὴ διαρκέσῃ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις οὐδὲ μῆνας τινὰς, διὰ νὰ παύσωσιν αἱ ἀφορμαὶ, αἵτινες ἐκ ταύτης ἠδύναντο νὰ δοθῶσι καὶ αἵτινες πιθανὸν νὰ προκαλέσωσιν ἢ νὰ παρασκευάσωσιν ἕνα πόλεμον. Δύναμαι νὰ σᾶς φέρω πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων μου μίαν συνέντευξιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων μὲ τὸν τότε πρεσβευτὴν ἐν Παρισίοις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὰς ἀναγνώσω τὸ μέρος ἐκεῖνο, διότι νομίζω, ὅτι δὲν κάμνω ἀποκάλυψίν τινα, ἡ ὁποία δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένη. (Ἐνταῦθα ὁ ἀγορεύων ἀνέγνω ἀποσπάσματα ἐξ ἐκθέσεως τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος φερούσης χρονολογίαν τῆς 6 Φεβρουαρίου 1867 φέροντα οὕτω· «Κληθεὶς, λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς Ἀθήνας ὤφειλον νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο μοὶ ἐπέβαλεν αὐτὴ ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα συμπαθὴς πολιτικὴ τῆς Γαλλίας. Βλέπων ὅτι ἡ Ἑλλὰς «ἐπεθύμει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς πρὸς τὴν Γερμανίαν ἀπασχολή«σεως τῆς Εὐρώπης καὶ εἰργάζετο παρασκευάζουσα πράγματα εἰς τὴν Εὐρώπην, ὤφειλον νὰ φωτίσω τὴν Ἑλλάδα ὅτι ἡ τοιαύτη πορεία, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἠδύνατο νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπ’ αὐτῆς τὰς συμπαθείας τῆς Γαλλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐνδέχετο νὰ παρασκευάσῃ δυσχερείας διὰ τὴν Ἑλλάδα.») Ἡ ἔννοια τῶν λόγων τούτων καὶ ἄλλων· κατωτέρω ἐν τῷ αὐτῷ ἐγγράφῳ ἐκτιθεμένων εἶναι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβάλωσιν οἱ Κρῆτες αὐτὰς τὰς ἀνησυχίας, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ὑπολάβωσιν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς εἰς τὴν Γερμανίαν ἀπασχολήσεως τῆς Εὐρώπης. Ὁ ἀγὼν τῆς Γερμανίας ἀπασχολεῖ αὐτὴν, ἡ δ’ Εὐρώπη δὲν θέλει ποτὲ λησμονήσει ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντα αὐτῆς τὸ ἐπιτρέπουσι, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δύναται νὰ συνδυασθῇ μὲ τὰς περὶ ἰσοῤῥοπίας ἰδέας, δὲν θέλει λησμονήσει ποτὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀξίωσιν τῆς νήσου ἐκείνης. Ὁ κύριος Μουτιὲ λοιπὸν λέγει, ὅτι δὲν ἦτον ἡ Γαλλία δυσμενὴς κατὰ τὸ 1866, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων μαρτυριῶν, οὐδ’ εἶχεν ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μετὰ τοῦ κ. Βούλγαρη, τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδωκαν εἰς αὐτήν. Μὴ νομίζετε, ἔλεγεν, ὅτι δύνασθε νὰ μᾶς ἐπιβάλητε τὰς σκέψεις σας, ἔχομεν ἄλλας σκέψεις, ἔχομεν ἄλλα συμφέροντα, τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης· καὶ ἐπειδὴ τότε ὑπῆρχε τὸ Γερμανικὸν ζήτημα ἐκκρεμὲς, ἐπειδὴ ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐπέκτασιν τοῦ κλύδωνος, ὅστις ἠπείλει τὴν Εὐρώπην, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῆτε, ὄχι διότι δὲν θέλομεν νὰ ἑνωθῇ μεθ’ ὑμῶν ἡ Κρήτη, ἀλλὰ διότι τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Ἡ πολιτικὴ λοιπὸν τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1866 ἦτον ἐντελῶς ἄσχετος μὲ τὴν Ἑλληνικὴν ἐνέργειαν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1867 ἐπίσης ἦτον ἄσχετος μὲ τὰς ἐνεργείας τὰς ἐντεῦθεν γενομένας· ἐὰν δὲν ἐπηρέαζε τὰς διαθέσεις τῆς Εὐρώπης πλέον τὸ Γερμανικὸν ζήτημα, εἶχεν ὅμως ἕνα σκοπὸν, μίαν αἰτίαν, νὰ συνδυασθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης μετὰ τῶν συμφερόντων τῆς ἄλλης Εὐρώπης. Οὐδὲ ἦτο, κύριοι, δυνατὸν ἐπὶ τῶν σκέψεων τούτων τῶν κυβερνητικῶν νὰ ἐξασκήσωμεν ἐπιῤῥοὴν ἢ νὰ ἐπιδράσωμεν ἐπὶ τοῦ δημοσίου πνεύματος τῆς Εὐρώπης καὶ νὰ διασείσωμεν τὴν εἰρήνην ἢ νὰ διαταράξωμεν τὸ διάγραμμα τῶν συμφερόντων τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τῶν ἀγωνισθέντων ἐν Κρήτῃ ἐντὸς τοῦ 1866 καὶ ἐντὸς τοῦ 1867, ὅτε ἦτο ἡ ἐπίτασις τοῦ ἀγῶνος, ἐξήγειρον τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ· ἀλλ’ ὁ ἐνθουσιασμὸς δὲν ἦτον εἰμὴ θαυμασμὸς καὶ ἐξεφράσθη μετὰ τῆς ἀδιαφορίας ἐκείνης, μεθ’ ἧς οἱ θαυμασμοὶ ἐκφράζονται ἐὰν δὲν ἦναι ἐνθουσιασμοί. Ἐσυστήθησαν κομητάτα πολιτικὰ καὶ ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὰ ἐπίσημα πρόσωπα, καὶ ὁ κ. Γκιζὼ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ὁ δοὺξ τοῦ Βρόγλυ καὶ ὁ Πρίγκηψ τοῦ Βρόγλυ καὶ ἄλλα πολλὰ πρόσωπα· ἀλλὰ τὶ κατώρθωσαν τὰ κομητάτα ταῦτα; Νὰ εἰσπράξωσιν ἐν Παρισίοις δισχίλια μόνον φράγκα. Διατί; Διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὰ κομητάτα ταῦτα δὲν ἀνῆκον εἰμὴ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν μόνον; Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν φίλων τῆς αὐτοκρατορίας· ὁ Baron Brenier ὃν σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι, Γερουσιαστὴς, ἦτον καὶ εἶναι φίλος τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ συστήματος καὶ ἰδίως φίλος τοῦ κυρίου Ῥουέρου. Καὶ ἐν τούτοις δισχίλια μόνα φράγκα εἰσεπράχθησαν, οὐδ’ ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκον τὰ κομητάτα τὰ ὁποῖα ἐν Παρισίοις συνεστήθησαν κατὰ τὰ 1825 καὶ 1826· τότε δὲν ἦτο θαυμασμὸς ἀλλ’ ἐνθουσιασμὸς, ὅστις ἦτον ἀκατάσχετος· τότε αἱ γυναῖκες αὗται εἶχον ἐνθουσιασθῆ· ἡ σεβαστὴ σύζυγος τοῦ φιλέλληνος Φορμίνου Διδότου ἀνέβαινεν ἕως εἰς τὸ ἕβδομον πάτωμα τῶν οἰκιῶν νὰ ζητήσῃ συνδρομὰς, καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Παρισίων ἄνοιγον τὸ βαλάντιόν των ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος· ὅταν παρουσιάζετο Ἕλλην, ἐξενίζετο ὡς ὁ καλλίτερος τῶν ξένων. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐνθουσιασμὸς παρῆλθε, ὄχι διότι δὲν μᾶς ἀγαπῶσι πλέον, ἀλλὰ διότι ἐξέλιπεν ἡ αἰτία αὐτοῦ, ἕνεκα αἰτιῶν καὶ λόγων ἀνεξαρτήτων τῶν πρὸς ἡμᾶς σχέσεων τῶν κατοίκων τῶν Παρισίων, ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἡμῶν. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι ἐψεύσθησαν τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα ἔτρεφον, μεγάλας ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου στηρίζοντες ἐλπίδας, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστήσῃ αὐτὰ πραγματικὰ ὡς ἐπλάσθη τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον. Ἡ πολιτικὴ τῆς δύσεως καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος καὶ κατὰ τὰ μέσα αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰ τέλη δὲν ἦτον εἰμὴ ὁποία ὑπηγορεύετο νὰ ἦναι ὑπὸ μόνης τῆς πλοκῆς τῶν συμφερόντων τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐπικρατειῶν καὶ ὑπὸ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἑκάστη αὐτῶν ἔκαμνε καὶ τῶν περιστάσεων αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Εἰς δὲ τὰς διαθέσεις τῶν δυνάμεων ἥκιστα ἐπέδρασαν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐνέργειαι. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου ἔχω μαρτύρια διὰ τῶν ὁποίων θέλουν ἐξηγηθῆ αἱ ἐνέργειαι τῶν μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὑπὲρ Κρήτης γενόμεναι, θέλουν ἐξηγηθῆ κατὰ διάφορον τρόπον παρ’ ὅπως ἐξηγήθησαν ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν ἀπετάνθη πρὸς τὴν Πύλην ἡ συμβουλὴ τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ παραδεχθῇ τὴν συμβουλὴν ἢ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν αἱ Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ἀπηύθυναν περὶ τῆς ἐπιτοπίου διαβεβαιώσεως καὶ ἐξετάσεως τῶν πόθων τῶν Κρητῶν καὶ ἡ Πύλη ἠρνήθη, ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ ἐν Παρισίοις Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκοντο αἱ συμβουλεύσασαι δυνάμεις ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. (Ἀνέγνω τεμάχια τῶν ὑπ’ ἀριθ. 202 καὶ 212 ἀπὸ 13|25 Σεπτεμβρίου καὶ 22 Σεπτεμβρίου (4 Ὀκτωβρίου) 1867 ἐκθέσεων τοῦ ἐν Παρισίοις Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 340 ἀπὸ 18|30 Σεπτεμβρίου 1867 ἐκθέσεως τοῦ ἐν Πετρουπόλει Πρέσβεως τοῦ Βασιλέως). Κατὰ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ὅταν ἡ Πύλη ἠρνήθη νὰ παραδεχθῇ τὰς περὶ τῆς ἐπιτοπίου ἐξετάσεως διὰ διεθνοῦς ἐπιτροπῆς συμβουλὰς τῆς Εὐρώπης, ὁ ἐν Παρισίοις Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἔλεγε πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι, ἀρνουμένης τῆς Πύλης, οὐδὲν πλέον ἔχουσιν αἱ δυνάμεις νὰ ἐνεργήσωσιν, ἀφ’ οὗ ἡ βάσις τῆς συνεννοήσεως αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας διὰ τὰς ἐπὶ τῆς Πύλης ἐνεργείας των ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἦτον νὰ μὴν ἐξέλθωσι τοῦ κύκλου τῶν συμβουλῶν, οὐδὲ νὰ ἐπιλάβωνται ποτὲ μέτρου τινὸς φέροντος τὸν χαρακτῆρα τῆς agression, τοῦ ἐκβιασμοῦ· καὶ ὅταν ὁ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος τῷ ἐπρότεινε νὰ ἄρωσι τὸν ἀποκλεισμὸν τὰ πλοῖα τῆς Γαλλίας καὶ Ῥωσσίας, ὁ Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἀπήντησεν ὅτι τοῦτο εἶναι πρᾶξις ἐκβιασμοῦ καὶ ὅτι ἦτον καλλίτερον ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ῥωσσία νὰ μὴν ἐσυμβούλευον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Τουρκίαν τὴν παραχώρησιν τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι οὕτω προεκάλεσαν τὴν ἀπόλυτον ἄρνησιν αὐτῆς, ἐν ᾧ, ἂν συνεβούλευον εἰς τὴν Πύλην τὸν σχηματισμὸν Ἡγεμονίας ἐν Κρήτῃ, ἴσως, εἴτε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν εἴτε μεταγενέστερον, νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς Κρήτης. Προσέτι ὅταν ὁ ἐν Παρισίοις Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἔλεγε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, παριστῶν τὴν δυσάρεστον διὰ τὰς δυνάμεις ἄρνησιν τῆς Τουρκίας, νὰ πράξῃ τι μετὰ τὴν διακοίνωσιν τῶν τεσσάρων δυνάμεων, ἣν ἐν τέλει τοῦ 1867 ἀπηύθυναν εἰς τὴν Πόρταν, καὶ τὴν ὀλίγωρον δι’ αὐτὰς καὶ καταχρωμένην τῆς ἀνοχῆς τῶν δυνάμεων ἄρνησιν τῆς Πύλης, τὴν ἐξήγησιν δὲ ἥτις ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἀνοχὴν τῶν δυνάμεων, ὑποληφθησομένην ὡς ἀντίφασιν μὲν αὐτῶν πρὸς ὅσα διὰ τῶν διακοινώσεών των εἶχον προβάλει, ὡς ἄρνησιν δὲ τῆς ἀνατεθειμένης αὐταῖς προστασίας τῶν χριστιανῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἔλεγε πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος· «τί νὰ πράξωσιν αἱ δυνάμεις; ἂς περιμείνωμεν καὶ τὴν ἔκβασιν τῆς εἰς Κρήτην ἀποστολῆς τοῦ Ἀαλῆ Πασᾶ.» Κατὰ δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Πετρουπόλει Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικὸν ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσαν «ἔπαιζεν ἡ Τουρκία καὶ δικαίως, διότι εἰς τὴν γενναιότητα καὶ εἰς τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν αὐτῆς ἐναπέθηκαν τὴν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος.»
§172ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι διπλωματικῶς δὲν ἠλπίζομεν νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§173ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Κύριος Χριστόπουλος ἔκαμεν ἄλλην ἀνάπτυξιν τῶν περὶ τούτου καὶ ἄλλο ἐδήλωσε φρόνημα.
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει τὸ ἔγγραφον;
§175ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 13/25 1867.
§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπόσχομαι νὰ δείξω εἰς τὸν Κύριον Δηλιγιάννην ἐπίσημα ἔγγραφα, λέγοντα τὸ ἐναντίον.
§177ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐχαρίστως θέλω δεχθῆ τὴν ἀναίρεσιν καὶ ἀκούσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§178ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τί συμβάλλουσι ταῦτα εἰς τὴν δικαιολόγησιν τῆς πολιτικῆς τοῦ 1869; (θόρυβος).
§179ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ δύναμαι νὰ παρουσιάσω ἔγγραφα σπουδαιότερα ἀναφέροντα τὸ ἐναντίον.
§180ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγγραφα ἐπίσημα δὲν εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἰδιωτικάς.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλα ἔχουσιν ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, καὶ ἡ ἀπάντησις ἂς χρησιμεύσῃ πρὸς φωτισμὸν οὐ μόνον τοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν μεγάλην ἰδέαν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες περὶ τῶν ἐνεργειῶν μας. Δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπως ποτ’ ἂν θέλομεν, ἀλλ’ ἂς πεισθῶμεν ὅλοι ὅτι αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν δὲν ἐπιδρῶσιν εἰς τὰς σκέψεις οὐδὲ μεταβάλλουσι τὰς διαθέσεις τῶν μεγάλων δυνάμεων. Εἰπὼν ταῦτα δὲν ἐννόησα ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1866, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1866 ἢ τοῦ 1867 ἔβλαψε κατά τι τὸ Κρητικὸν ζήτημα· ἐξ ἐναντίας ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἰδίως τοῦ 1867, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ 1866, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 οὐδὲν παρέλειψεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐντεῦθεν, ἵνα διατεθῇ εὔνους ἡ Εὐρώπη ὑπὲρ τῶν Κρητῶν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, εἶπον, νὰ κρίνω τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1866, ἐπειδὴ τότε δὲν ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Δύσει καὶ δὲν ἔχω ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου τὴν ἀλληλογραφίαν αὐτῶν, ἵνα ἴδω τὰς ἐνεργίας, αἵτινες ἐντεῦθεν ἐγένοντο. Αἱ ἐνέργειαι ὅμως αὗται ἐγένοντο ἴσως δι’ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφῆκαν ἴχνη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1866 τῶν ἐξωτερικῶν, ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Δυνάμεις, δὲν νομίζω ὅτι ἀδικῶ τὸν Κ. Δεληγεώργην διατεινόμενος, ὅτι δὲν ἔχω ἕτερα μέσα, ἵνα κρίνω περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης λοιπὸν δὲν ἔχω ὡρισμένα διδόμενα, ἵνα στηριζόμενος ἐπ’ αὐτῶν, προσδοκῶ τι ἐκ τῆς Εὐρώπης, οὐδὲ κατὰ τὸ 1867, οὐδὲ κατὰ τὸ 1868. Εἶχον ὅμως ἓν ὡρισμένον διδόμενον, ὅτι ἐδύναντο νὰ γεννηθῶσι προσδοκίαι, ἠδύναντο αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι ἀμυδραὶ νὰ μεγαλυνθῶσι, πιθανότητες νὰ παρουσιασθῶσι τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκβάσεως τῶν πόθων, ἐὰν ὁ ἀγὼν παρετείνετο ἐν Κρήτῃ· διότι ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ περιστατικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπιδρῶντα ἐπὶ τῶν συμφερόντων ἑκάστης τῶν Δυνάμεων, ἐπὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν σκέψεων ἑκάστης τῶν ἐπικρατειῶν, τὰς ὁποίας αὗται ἔκαμνον πρὸς διατήρησιν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἤθελε καταστήσει ἡ παράτασις τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος εὐμενῆ τὴν διάθεσιν αὐτῶν πρὸς λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους τὰ ἀπρόοπτα ἐκεῖνα περιστατικὰ ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσιν. Ἡ ἔκβασις λοιπὸν ἡ εὐκταία δὲν ἦτο βεβαία, δὲν ἦτο οὐδὲ πιθανή. Ὡς εἶχον τὰ κατὰ τὴν Εὐρώπην πράγματα, μία μόνον πιθανότης ὑπῆρχεν ἐν τῇ διατηρήσει τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Τάχα ἡ ὕπαρξις τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λουξεμβούργου; οὕτω πως ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν πρὸς ἡμᾶς συμπαθειῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὰς κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ἰδέας ἀγαθὰς ἢ κακὰς, ἐλπίδα ἢ δυσπιστίαν περὶ ἡμῶν τῶν ἀτόμων, τῶν πολιτευομένων καὶ ἀποτελούντων ἑκάστοτε τὴν Κυβέρνησιν, ὁρμώμεναι ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον πολιτευόμεθα ἢ συνεννοούμεθα μετὰ τῶν ξένων κυβερνήσεων· δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι δυνάμεθα διὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν νὰ μεταβάλωμεν προλήψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καθ’ ἡμῶν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀγαθοπιστίαν ἡμῶν, καὶ ὡς πρὸς τὰς πρὸς εὐνομίαν διαθέσεις ἢ ἐνεργείας ἡμῶν. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγομεν τὰ κοινὰ πράγματα καὶ τὰς διεθνεῖς σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων εἶναι ἀλάνθαστον διὰ τὰς τοιαύτας κρίσεις τῶν Δυνάμεων ὁρμητήριον· ἀλλ’ αἱ διαθέσεις τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν ἐπηρεάζοντο ἐκ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν καὶ ἠδύναντο ν’ ἀποβῶσιν ἐπὶ τέλους εὐμενεῖς ἕνεκα γεγονότων ἀπροόπτων, ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἡμῶν. Ἂν κατὰ μίαν ὡρισμένην ἐποχὴν ὁ Κρητικὸς ἀγὼν εὗρε συνδρομὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ παρὰ τοῖς ὁμογενέσιν· ἂν κατὰ μίαν ἄλλην ἐποχὴν ἡ συνδρομὴ ἦτο μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα, δὲν εἶμαι ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ φέρω καμμίαν γνώμην, οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται ὡς ὑπουργῷ· ἴσως ἠμποροῦν νὰ προταθῶσιν εἰς τὸ κοινοβούλιον ἐπιχειρήματα πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ἐγὼ εἶμαι ἐντελῶς εἰς τοῦτο ἀναρμόδιος· καὶ ἂν αἱ συνδρομαὶ αὐταὶ τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῶν ἀλλαχοῦ ὁμογενῶν ἦναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀγαθῆς ἢ κακῆς κρίσεως περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἢ ἐκείνην κυβερνώντων τὴν χώραν, ἐπίσης δὲν εἶμαι ἁρμόδιος. Ἀλλ’ ἤκουσα ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἐξενεχθείσας κρίσεις πολὺ δριμείας κατὰ κυβερνήσεως ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς κρύψω, κύριοι, ὅτι, ἂν αἱ κρίσεις αὗται, αἵτινες ἐξετέθησαν ὑπὸ ἐντίμων συναδέλφων ἡμῶν κατὰ τῆς ὡρισμένης ἐκείνης κυβερνήσεως, δύνανται νὰ ἀποδειχθῶσιν ὑπὸ γεγονότων, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς κρύψω, ὅτι βεβαίως οἱ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους κυβερνήσαντες ὑπέχουσιν εὐθύνην, οὐδὲ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι δὲν πρέπει, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν πολιτείαν νὰ ἐπιζητῆται ἡ εὐθύνη τῶν κυβερνώντων. Ἂν δὲ παρεπονέθησάν τινες κατὰ τῆς διδομένης ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος ἀμνηστείας εἰς τοὺς πολιτευομένους, δὲν πρέπει τὸ παράπονον τοῦτο νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ δημοσίου φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ· εἴμεθα λαὸς κατοικῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ μεσημβρίᾳ, εἴμεθα ζωηροὶ καὶ ἀποδεχόμεθα ζωηρῶς τὰς ἐντυπώσεις· ἀλλ’ ὅσον ἡ ζωηρότης εἶναι μεγάλη, τόσον καὶ εὐκόλως χαλαροῦται, ὅταν τὰ συμβάντα τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν τὰς ἐντυπώσεις ἐκείνας παρέρχωνται. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν τὸ μέγεθος καὶ ἡ αὐστηρότης τῆς ἐπικρίσεως, ἂν τὸ μέγεθος τῶν παραλείψεων ἢ τῶν παραβάσεων, τὰς ὁποίας ἀπευθύνουσι κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 68, καὶ ἂν ἡ ἀντιστοιχοῦσα εἰς τὸ μέγεθος τοῦτο εὐθύνη δύναται νὰ ἐπιζητηθῇ διὰ τῆς προτεινομένης τροπολογίας εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον. Ὑποθέτω, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ καθῆκον πρὸς ἐπιζήτησιν εὐθύνης, τὸ καθῆκον τοῦτο δύναται νὰ ἐξασκῇ κατὰ πάντα ἕτερον καιρὸν ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀπάντησιν καὶ διὰ καταλλήλου καὶ μᾶλλον προσαρμόζοντος εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν παραλείψεων ἢ τῶν παραβιάσεων τρόπου, ἢ διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον. Διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὰ κοινοβούλια ἐκφράζουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι ἐπὶ τῆς πορείας καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διατελεῖ διευθύνουσα τὰ πράγματα τοῦ κράτους καὶ αὐτῆς ἰδίως τῆς γνώμης ἔχει ἀνάγκην ὁ Ἡγεμών. Ἡ ἔκφρασις τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ κυβερνήσεως παρελθούσης δὲν ἔχει κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, μὴ ὑπαρχόντων πλέον ἐν τῇ κυβερνήσει τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελεσάντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868· ἄλλως τε τὰ φρονήματα τοῦ κοινοβουλίου δύνανται καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς περιόδου νὰ μεταβληθῶσι καὶ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν βουλὴν τοῦ 1844, ἥτις ἤρξατο ἐκφέρουσα γνώμην καὶ ψῆφον κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, ἥτις δὲν ὑπῆρχε τότε ἐν τοῖς πράγμασιν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἐπρόφθασε νὰ κλείσῃ τὴν περίοδον, ὅτε ὁ κόσμος εἶδε περιστοιχούμενον τὸν ἀρχηγὸν τῆς κατηγορηθείσης κυβερνήσεως διὰ τῆς συμπαθείας πολλῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον ᾖναι διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἡγεμὼν καὶ ὁδηγηθῇ ἂν πρέπῃ νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὴν ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν ἢ ὄχι, ἡ πρότασις ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἀναγκαία καὶ ὀρθή, ἀλλὰ ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ κυβερνήσεως μὴ ὑπαρχούσης εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἱστορικὴ ἔκφρασις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν λυσιτέλειαν παρέχει εἰς τὴν πολιτείαν, οὐδὲ ὁδηγίαν τινά· ἂν δὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἵα ὁδηγία περὶ τοῦ μέλλοντος, τὸ μέλλον κανονίζεται οὐχὶ ὑπὸ τῆς νῦν ἐκφραζομένης γνώμης τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς γνώμης, ἣν μέλλει νὰ ἐκφέρῃ ἐν τῷ χρόνῳ καθ’ ὃν πρόκειται νὰ τελεσθῶσι τὰ συμβάντα· τὸ κανονίζει ἡ διαγωγὴ τοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ οὐχὶ προγενεστέρα ἔκφρασις αὐτοῦ· ἂν δὲ ἡ ἔκφρασις, ὅπως μάλιστα εἶναι διατετυπωμένη, ἔχῃ σκοπὸν τὴν ἐπιζήτησιν τῆς δικαστικῆς εὐθύνης, τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης εὐθύνης τῶν κυβερνώντων, νομίζω, ὅτι καθὼς πολὺ εὐφυῶς παρέστησεν ἄλλοτε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιφρονᾶς, ἡ πρότασις συνταράσσει τὴν ἁρμονικὴν ἐνέργειαν τῶν ἐν τῷ συντάγματι καθεσταμένων ἐξουσιῶν. Πρὶν ἢ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς μειοψηφίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω δύω λέξεις ἐπὶ δύω ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, καθ’ ἣν ἔδωκα ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὑπόσχεσιν. Ἡ πλασθεῖσα ὑπὸ τῆς Εὐρώπης εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν τῶν Παρισίων ὑποδεεστέρα θέσις δὲν ἦτο λόγος δικαιολογῶν τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη νὰ ἀρνηθῇ τὴν προσχώρησιν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Συνόδου, οὐδ’ ἐνδεικνύων εἰς αὐτὴν ἐλπίδα μεταβολῆς τοῦ πρωτοκόλλου· οὐδ’ ἡ ἀθέτησις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους ὑπὸ τοῦ Hobart. Τὴν διὰ τοῦ πρώτου γενομένην ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἀδικίαν κατέδειξεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως τῆς προσχωρήσεως· ἡ δευτέρα ἀποτελεῖ ὕβριν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ διότι δὲν ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν τὰ μέσα νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν ὕβριν ἐκείνην, διὰ τοῦτο ἐθλίβημεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ ἑλληνισμὸς ὅλος. Θέλω τώρα φέρει τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς φράσεως καὶ ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς τροπολογίας. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν περιέχει ἀκραιφνῆ ἐξήγησιν τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ προτίθεται νὰ ἐκφράσῃ. «Μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους, λέγει, εἶδεν ἡ Ἑλλὰς ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Α. Μεγαλειότητος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τὴν ἑαυτῆς συναίνεσιν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς τελευταίας ἐν Παρισίοις συνδιασκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.» Ἂν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐσκόπει νὰ θέσῃ εἰς τὸ στόμα τῆς Βουλῆς τὴν ἔκφρασιν θλίψεως, διότι ἡ Ἑλλὰς ἀπεχώρησεν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς συνόδου, δὲν συμφωνῶ παντάπασιν. Ἐθλίβη ἡ Ἑλλὰς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν τιμήν της προσβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ναυάρχου τῆς Τουρκίας, ἐθλίβη ὅταν εἶδε καταπίπτοντα ἀγῶνα προσφιλῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ δὲν λυπούμεθα, διότι προσεχωρήσαμεν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς συνόδου. Ἡ διακήρυξις εἶναι ἀναγραφὴ ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, οὐδὲ διεμφισβητήσαμεν ποτὲ ἢ διαμφισβητοῦμεν νῦν τὴν ὀρθότητα αὐτῶν· ἂν ὑπάρχῃ χωρίον τι ἐν τῇ διακηρύξει τῆς Παρισινῆς συνόδου, τὸ ὁποῖον κατά τι εἶναι ἀσαφές, ἡ ἀσφάλεια τοῦ χωρίου τούτου δὲν ἤθελε δικαιολογήσει τὴν ἔκφρασιν ἄλγους. Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἡ ἔκφρασις τὴν ὁποίαν προτείνει νὰ φέρῃ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογος πρὸς τὸ μέγεθος τῶν αἰτιῶν, τὰς ὁποίας ἐν αὐτῇ τῇ παραγράφῳ ἀφηγεῖται. «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, Μεγαλειότατε, πιστοὶ διερμηνεῖς τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τοῦ Ἑλλην. λαοῦ δὲν δύνανται ἢ νὰ μεμφθῶσι τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὅπερ δι’ ἀκατανοήτου πολιτικῆς πορείας ἐσωτερικῆς τε καὶ ἐξωτερικῆς περιήγαγε τὴν πατρίδα εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν νὰ ἴδῃ τὴν μὲν χώραν καὶ τοὺς νόμους αὐτῆς παραβιαζομένους ἐνόπλως ὑπὸ ξένων, ἱερὰ δὲ δίκαια παρορώμενα ἐπισήμως καὶ ἀδελφὸν λαὸν κύπτοντα ἐκ νέου ὑπὸ σκληρὰν δουλείαν». Ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1868 ἦτο τοιαύτη, ὁποία καταγγέλλεται, καὶ ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα ὁποῖα περιγράφονται, τὸ συμπέρασμα εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογον πρὸς τὰς αἰτίας οὐδὲ ὑπάρχει κενόν τι ἐν τῇ νομοθετικῇ διατάξει τῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εὐκολύνῃ τὴν ἐπιζήτησιν τῆς εὐθύνης κατ’ ἄλλον τρόπον. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν τῆς προτάσεως τῆς προταθείσης ὑπὸ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογον καὶ ἑπομένως μὴ σπουδαῖον· νομίζω δ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία πάντοτε σπουδάζει καὶ πρέπει νὰ σπουδάζῃ. Εἶναι δὲ ἀποῤῥιπτέον καὶ δι’ ἕτερον σκοπὸν, ὃν ἐνδέχεται νὰ θέλωσι νὰ ἐπιζητήσωσι, διὰ σκοπὸν πολιτικόν· ἀλλὰ ὁ μέλλων οὗτος σκοπὸς, ὁ κανονίζων ἐντελῶς τὸ μέλλον οὗτος σκοπὸς, δὲν δύναται νὰ ἐπιζητηθῇ σήμερον καὶ νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς σημερινῆς γνώμης τοῦ κοινοβουλίου· θέλει δὲ κανονισθῇ ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου εἰς τὸν μέλλοντα ἐκεῖνον χρόνον, ὅταν θὰ προταθῇ ἡ πραγματοποίησις τοῦ σκοποῦ. Ἡ ἐπιζήτησις δικαστικῆς εὐθύνης δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ οὗ τρόπου εἰσάγεται ἡ πρότασις τῆς τροπολογίας, οὐδ’ ἔχει χώραν ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ Β. λόγου· διότι ἡ ἐπιζήτησις τῆς εὐθύνης δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὸ σύνταγμα οὔτε ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, οὔτε ὑπὸ ἄλλου τινὸς, παρὰ μόνον ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου καὶ ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ δικαστηρίου. Διὰ τοῦτο γνωμοδοτῶ, ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτεινομένης τροπολογίας ὑπὸ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἑπομένως μένει εἰς τὸ κοινοβούλιον ὁπόταν θέλῃ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀντικείμενα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν εἰς τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἰδέα νὰ συντάξῃ τὴν τροπολογίαν της· διὰ τοῦτο δὲ προτείνω ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν παράγραφον, ὅπως συνετάχθη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπομένως ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας.
§183ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον ν’ ἀποῤῥιφθῇ, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
§184ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον, αὔριον........
§185ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχομεν σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας· ἐγὼ δηλῶ ὅτι ἔχω νὰ φέρω παρατηρήσεις· μέχρι τοῦδε ἐγένετο ἐξέτασις τῶν πολιτικῶν τοῦ 1865, 1866 κτλ. ἐπὶ τῆς τροπολογίας ὅμως δὲν ἔγινεν ἀνάπτυξις καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ δώσητε καιρόν.
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε.
§187ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, δὲν ἠμπορῶ τώρα, ἀπὸ τὰς 8 εἶμαι ἐδῶ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καμμία μερὶς δὲν δύναται αὐτοβούλως νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ.
§189ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν τὴν γνώμην μας, κύριε πρόεδρε· ἐπεθύμουν νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς τροπολογίας, διότι φρονῶ ὅτι ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἐγένετο ἡ προσήκουσα συζήτησις, πρὸ πάντων δὲ αἱ δύω παράγραφοι δὲν ἀνεπτύχθησαν, καθόσον ἡ συζήτησις ὑπῆρξε λίαν γενικὴ καὶ ἀόριστος, ἡ δὲ ἔννοια τῆς τροπολογίας δὲν ἀνεπτύχθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερά). Ὄχι, ὄχι.
§191ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν, κύριε πρόεδρε, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶμαι ἀπὸ τὰς ὀκτὼ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον καὶ ὁ νοῦς μου παρέλυσε καὶ ὁ στόμαχός μου εἶναι κενὸς, δὲν εἶμαι λοιπὸν εἰς κατάστασιν νὰ φέρω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θεωρῶ καθῆκον ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ἡ πλειοψηφία δὲν θέλῃ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, θὰ θεωρήσω ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ παρατηρήσεις.
§192ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητοῦμεν, κύριοι, τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν ἐσυζητήθη οὔτε ἡ παράγραφος τῆς πλειοψηφίας, οὔτε ἡ παράγραφος τῆς μειοψηφίας, ἔπειτα δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν πιστεύω νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Συζητοῦμεν ἤδη τρεῖς ἡμέρας, δὲν θὰ τὴν ἀπασχολήσωμεν παρὰ λεπτὰ τινα. Αὔριον ἡ ἀπάντησις τελειόνει· διατί θέλετε σήμερον νὰ μᾶς βιάσητε; Ἂν θέλετε νὰ μᾶς βιάσητε, θὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν πλέον τῆς αὔριον.
§193ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρατε αὐτό; (θόρυβος.)
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀφήσατε εἰς τὸν πρόεδρον νὰ διευθύνῃ, δὲν εἶναι καθεὶς ἁρμόδιος. Ἐδῶ, κύριοι βουλευταί, γίνεται ἡ παρατήρησις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, κατόπιν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ λαλῶν· ἀφήσατε λοιπὸν νὰ τελειώσῃ καὶ εἰς σᾶς ἀπόκειται κατόπιν νὰ ἀποφασίσητε.
§195ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ ἦναι καλὸν νὰ βιάσητε, κύριοι, τὴν μειοψηφίαν νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ καὶ δὲν ἠμπορεῖ οὔτε νὰ ὑπερψηφίσῃ, οὔτε νὰ καταψηφίσῃ, διότι δὲν εἶναι διευκρινημένη ἡ ψῆφός της. Θέλετε νὰ τελειώσητε ἀπόψε; ἔχετε προηγούμενα, αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε· ἀλλὰ πιστεύω ὅτι τὸ ἄλλοτε εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ζητήματος τοιούτου, ὁποῖον ὑπονοοῦν καὶ αἱ δύο παράγραφοι. Ἡμεῖς δὲν σᾶς φέρομεν περισσότερα προσκόμματα, αὔριον θὰ τελειώσωμεν. Παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἰδιαιτέρως τὸ ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ αὐτό· μήπως θὰ στείλητε τὴν ἀπάντησιν ἀπόψε πουθενά; αὔριον τελειόνομεν.
§196ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμειναν εἰς τὸν καύσωνα τῆς μεσημβρίας καὶ τώρα φωνάζουν ὅπου ὑπάρχει δρόσος (θόρυβος).
§197ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι πρὸ ὀλίγου ἠναγκάσθην νὰ διακόψω ῥήτορα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγόρευσις διήρκεσε πλέον τῶν τεσσάρων ὡρῶν· ἀνέτρεξε μέχρι τοῦ 1453, πῶς διέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως καὶ τῆς τροπολογίας; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησεν ἅπαξ, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐπίσης ἅπαξ καὶ λίαν συντόμως, καὶ τοῦτο διὰ νὰ παρέξωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ λαλήσῃ καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ πάθους, ἡ γλῶσσα ἡ ἐπιτετηδευμένη (θόρυβος μέγας). Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν ποτὲ καὶ μακρὰν τῆς ἐξουσίας καὶ κατέχοντες αὐτὴν νὰ περιστείλωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ, κύριε πρόεδρε, μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, ἐνῷ ἔχομεν ἄλλα σπουδαιότερα ζητήματα καὶ ἰδίως τὸ περὶ δανείου.
§198ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν φανερὰ, αὔριον τελειόνομεν.
§199ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀπόψε.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραξενεύομαι διὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, εἶναι συνεπὴς μὲ ὅσα ἔπραξε πέρυσιν. Ἀποτείνομαι εἰς τὴν πλειοψηφίαν, εἰς τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν, καὶ τῆς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῶμεν τὰ παρελθόντα. Διατί ἐπιμένετε, ἐνῷ σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς ἄλλας παραγράφους; σᾶς ὑποσχόμεθα δημοσίως νὰ τελειώσωμεν αὔριον· ἂν ὅμως ἐπιμένητε, εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν εἰς 5 καὶ 6 ἡμέρας.
§201Θ. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θέλει νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν, ἀπ’ ἐναντίας, καθὼς σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δαγρὲς, ἄφησε πληρεστάτην ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας. Ἀλλὰ, κ. Λομβάρδο, λέγει, ὅτι δὲν ἔγεινεν ἡ προσήκουσα συζήτησις· καὶ ἂν δὲν ἔγεινεν ἡ προσήκουσα συζήτησις, πταίει τὸ ὑπουργεῖον; ἂν ἐνησχολήθησαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς κοσμογονίας θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἔγεινε συζήτησις; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδεμία συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ, διότι ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ Ἱππολύτου, περὶ τῆς Δήμητρος, καὶ ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταναλώσητε τὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως, αἱ ὁμιλίαι αὗται δὲν ἀποτελοῦν συζήτησιν. Δὲν εἶμαι οὐδόλως ἐναντίος εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀρκεῖ αὔριον νὰ μὴν ἀρχίσωμεν τὰς αὐτὰς ἱστορίας.
§202ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, αὔριον τελειόνομεν.
§203ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις.
§204ΦΩΝΑΙ. Καθήσατε κάτω (θόρυβος).
§205ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ, Ζαΐμην, διότι δέχεται τὴν ἀναβολήν· ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐπιμένει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, διότι δὲν τολμᾷ νὰ ὁμιλήσῃ.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός.
§207Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν σπεύδει τὸ ὑπουργεῖον νὰ κλεισθῇ ἡ συζήτησις· εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συζητήσωμεν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν καὶ αὔριον εἰς τὴν ἱστορίαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνος. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ ἀπάντησις διὰ τὸν τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ τὴν Κυριακὴν θὰ ἀναχωρήσουν καὶ εἶναι πιστευτὸν τὴν δευτέραν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἂν ἀποδέχωνται, ὅτι αὔριον ὁριστικῶς πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν, ἄλλως θὰ ἐπιμείνωμεν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε, διότι θὰ μείνῃ ὁ βασιλικὸς λόγος ἄνευ ἀπαντήσεως.
§208ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι· αὔριον τελειόνομεν ἀφεύκτως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ 20 Μ. Μ.