1869.07.19
664 rows · 5,392 words · 103 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 19 Ἰουλίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 8 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν συγκατατίθενται οἱ ἀγορεύσαντες, ἀπὸ τῆς ὁμιλίας τοῦ προέδρου μέχρι τοῦ μέρους ὅπου λέγουν τὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅλαι αἱ ἀγορεύσεις νὰ ἐξαλειφθοῦν.
§3ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· διότι τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ ἀπεικονίζουν ἀκριβῶς τὰ γενόμενα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλά. Λοιπὸν ἄλλη ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη τὰ πρακτικὰ ὅπως ἔχουσιν. Ὁ κύριος Κοντόσταυλος ζητεῖ ἄδειαν.
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν μετ’ ὀλίγον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνεται· εἶναι καλὸν, ἐὰν ἐγκρίνετε, νὰ μὴ φεύγῃ κανεὶς ἄνευ ἀδείας.
§12ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κοντόσταυλος ἀνεχώρησε λόγῳ ὑγείας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου ἀλλὰ περὶ ἄλλων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ προεδρείου, καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ ἀναγγείλω, διότι παραβιάζεται ἡ κανονισμένη τάξις.
§14Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σύμφωνα, κύριοι, μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν, ἐξ ἧς φαίνεται ποία πραγματοποίησις καὶ χρῆσις ἐγένετο κατὰ τὸ 1868 τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων, καθὼς καὶ κατὰ τὰ 1867.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§16ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐτυπώθησαν τὰ ἄλλα, ἂς μὴ τυπωθῇ καὶ αὐτό.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ τυπωθῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν τύπον.
§19ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τὰ τέλη τῆς συνεδριάσεως· καὶ ἐπειδὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ οὔτε λόγος ἔγινε κἂν ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐὰν, κύριοι, ἡ Βουλὴ προτίθεται εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, νὰ λοξοδρομήσῃ καὶ νὰ κάμῃ ἐκδρομὴν, ἐπιλαμβανομένη τῆς συζητήσεως καὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ξένων ὅλως διόλου τοῦ ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅπως παραδείγματος χάριν συνέβη πρό τινων ἡμερῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, καθ’ ἣν ἐγενόμεθα ἀκροαταὶ ἐπὶ δύω καὶ ἐπέκεινα ὥρας τῆς ἱστορίας τῶν ῥιζοσπαστῶν καὶ τῶν κατ’ αὐτοὺς καταχθονίων τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ἡ Βουλὴ προτίθεται νὰ κάμῃ τοιαύτας λοξοδρομίας, κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κύριος Λομβάρδος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὥστε αὐτὴ ἡ λοξοδρομία νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς μίαν ὡρισμένην ἐποχήν. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐξελέγξεως κυβερνητικῶν πράξεων παρελθουσῶν, ἡ ἐξέλεγξις αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν γενικωτέρα καὶ δικαιοτέρα. Διὰ νὰ ᾖναι λοιπὸν τοιαύτη, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὥστε νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἤδη πρὸς αὐτὴν· νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας ἐν γένει τὰς κυβερνητικὰς πράξεις τουτέστι διορισμοὺς, παύσεις, μεταθέσεις, προβιβασμοὺς καὶ διρισμοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς, παρασημοφορίας, Βασιλικὰς χάριτας καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἀπὸ ἐγκαθιδρύσεως τῆς νέας Βασιλείας μέχρι σήμερον, ἤτοι ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1863 μέχρι σήμερον, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ αὐτὴ ἐξέλεγξις ὅλων ἐν γένει τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Διότι δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐξετάσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων μιᾶς μόνον κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα........
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία παρηνόμησεν;
§21ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θ’ ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας αἱ κυβερνήσεις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν ἔπραξαν, ἐὰν εἰς τὴν κυβέρνησιν μένῃ νὰ κάμῃ τὴν δέουσαν ἐκτίμησιν τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἐνεργεῖ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, καὶ νὰ παρακληθοῦν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἕκαστος, τὰς κυβερνητικὰς πράξεις τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν κλάδον αὐτοῦ.
§22ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ὁ κύριος Παππαμιχαλόπουλος ἔλαβε τὴν φροντίδα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Λομβάρδου, βλέπω ὅτι ἔγιναν ἀντιπρόσωποι διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκάθησαν καὶ ἐτελείωσαν. Ἐὰν ἐπανέλθουν τότε μάλιστα (θόρυβος)· ἡμεῖς θὰ τὰ βγάλωμεν ὅλα εἰς φῶς· δὲν ἤλθαμεν ἐδῶ νὰ γίνωμεν παππαγάλλοι, καὶ ὅπου ἐπροχώρησε τὸ κακὸν, ὅπου ἔφθασεν ἡ πατρίδα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἔχομεν σκοπὸν ἀπὸ τὸ βῆμα νὰ τὰ μιλήσωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν ἱκανοποίησιν διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ εἴμεθα. Ἐδῶ ἐξοδεύθησαν ἑκατομμύρια, ἐδῶ ἐχύσαμεν ἓν πολύτιμον αἷμα τῆς Κρήτης· ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ εὔγουν εἰς φῶς, ν’ ἀκούσῃ τὸ ἔθνος καὶ ἡ κοινωνία· εἰ δὲ μὴ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν νέαν βασιλείαν ἕως τώρα, αὐτὰ εἶναι τοῦ κακοῦ.
§23ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ φέρουν ὡρισμένην κατηγορίαν οἱ ζητοῦντες τὰ ἔγγραφα.
§24ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα καὶ ζητῶ, ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις νὰ ἐξετασθοῦν· πῶς θ’ ἀποδειχθῇ ἄλλως, ἐὰν ᾖναι καλὰ ἢ κακά; διατὶ νὰ ἐξετάσωμεν μόνον τὸ 1868 καὶ ὄχι καὶ τὸ 1867 καὶ τὸ 1866 καὶ πρίν; ἐὰν θέλῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις αὐτὰς, ἂν ἔγιναν καλαὶ ἢ κακαί, πρέπει νὰ ἐξελεγχθῶσιν ὅλαι αἱ πράξεις τῶν διαφόρων κυβερνήσεων ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς βασιλείας μέχρι σήμερον. Ἡ πρότασίς μου αὐτὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ τις ν’ ἀντιτάξῃ κατ’ αὐτῆς οὐδεμίαν κατηγορίαν. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι θέλει.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν ὁ προτείνας τὴν παρουσίασιν τῶν ἐγγράφων ὅλων, τῆς ὑπηρεσίας ὅλων τῶν κλάδων εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν, εἰλικρινῶς μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαχειρισθέντων τὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου τούτου, νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ περιορίσῃ, νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ μίαν ἄλλην περίοδον ὡρισμένην καὶ κρίσιμον διὰ τὸν τόπον, διὰ τὰ ἐπενεχθέντα ἀποτελέσματα καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν εἰδικὴν καὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· ἄρχεται ἡ ἐποχὴ αὕτη ἀφ’ ὅτου ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης.
§26ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω ἐτῶν εἶναι ἡ διαφορά.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Τότε ἤθελα συμφωνήσει καὶ ἐγώ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ καθῆκον ἀπαραίτητον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἶναι τὸ νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ πῶς διεχειρίσθησαν οἱ διευθύναντες τὴν τύχην του, οἱ ἀναλαβόντες νὰ διεξαγάγωσι τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις, πῶς διεχειρίσθησαν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν εἰς τὸ διάστημα αὐτό. Ἡ ἀναδρομὴ ὅμως πέραν τοῦ διαστήματος αὐτοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ τὰ ἀναγκαιότερα ἔγγραφα ὄχι διὰ τελωνοφύλακας.
§28ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτην πρότασιν ἔκαμε καὶ ὁ κ. Λομβάρδος περὶ εἰρηνοδικῶν καὶ εἰρηνοδικειακῶν παρέδρων καὶ τῶν τοιούτων· ἐγὼ λέγω περὶ νομαρχῶν καὶ στρατηγῶν ἀκόμη.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ οὐσιώδη καὶ σπουδαῖα, εἰ δὲ μὴ ἐὰν ζητῇ διὰ φύλακας καὶ κλητῆρας, θὰ χρονοτριβῇ ἐπὶ ματαίῳ καὶ θὰ καταλήξῃ εἰς ἕνα μηδέν. Τὸ ἐννοῶ, εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον· διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας· καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε περὶ παρέδρων καὶ λοιπὰ, ἠξεύρετε, οἱ εἰρηνοδικειακοὶ πάρεδροι δικάζουν σήμερον, ἔχουν ψῆφον, ἀποφασίζουν περὶ εἰδικῶν καὶ γενικῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, καὶ ὑπάρχει ἐποχὴ, καθ’ ἣν οἱ πάρεδροι ἀντικαθιστῶσιν ἄλλους, ἂν καὶ ᾖναι ἀγράμματοι ἄνθρωποι, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Νομίζω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Παππαμιχαλόπουλον νὰ συμφωνήσῃ μαζύ μας, ὥστε νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα σπουδαῖα, ὅσα ἐζητήθησαν, καὶ νὰ ζητηθῶσιν ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξεῤῥάγη τὸ Κρητικὸν κίνημα, ἀπὸ τὸ 1866.
§30ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττά· ἔχομεν ἀνάγκην ἐδῶ καὶ πέραν τί πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς τὸ παρὸν, καὶ μετὰ ταῦτα ὅταν ἔλθῃ ὁ χειμὼν καὶ εἶναι κρύα τὰ αἵματά μας, ἂς τὰ ζητήσουν αὐτά.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, ὄχι τώρα.
§32ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Διὰ μίαν πρᾶξιν τοῦ πεπτωκότος ὑπουργείου, ἀκόμη χύνονται αἵματα.
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀναμάρτητος βαλέτω λίθον. Πολλάκις ἤλθομεν καὶ ἐξητάσαμεν τὰ παρελθόντα καὶ ἐμείναμεν μέχρι λόγων. Ἔχομεν ἀνάγκην· ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων προχωρεῖ ἐπὶ τὸ χεῖρον καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ κακὸν νὰ προχωρήσῃ. Ἐὰν ἐξετάσητε ποῖος ἔσφαλε καὶ ποῖος ὄχι, ὅλοι εἴμεθα συνένοχοι.
§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν αὐτὴν, εἶναι ὅλως ἄκαιρος καὶ ἄσκοπος· ἡ Βουλὴ δὲν ἐζήτησε, παρὰ ἔγγραφα ἀναγκαῖα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου· δηλαδὴ ἡ κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα θέλουσα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν της διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς συνδιασκέψεως, εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι, μὲ ἠνάγκαζεν εἰς τοῦτο καὶ ἡ ἔλλειψις μέσων τινῶν, καθὰ θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ὑπεμνήσθη εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις συνεπὴς ἦλθε καὶ παρεκατέθεσε τὰ ἔγγραφα αὐτά. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἐζήτησε καί τινας πληροφορίας πέραν τῶν ὁρίων τούτων καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ ἔλθουν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, πολὺ δὲ περισσότερον αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος. Ἀλλὰ πιστεύω πῶς ὅλη ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ, οἱανδήποτε ἔκτασιν καὶ ἂν λάβῃ θὰ ᾖναι πολὺ ματαία, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἐὰν θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ παρουσίασις ἐγγράφων τοιούτων, δύνανται νὰ ζητηθοῦν τοιαῦτα· ἀπὸ τοῦδε ὅμως νὰ ἀσχολήσωμεν τὴν κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς, νομίζω ὅτι εἶναι μάταιον καὶ ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβές. Κύριοι, πάντες κατ’ ἐμὲ ὀφείλομεν πολὺ σπουδαίως νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐργασθῶμεν διὰ τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τάξεως· αἱ ἐπαρχίαι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀσφάλειαν, τὸ ἐμπόριον κατεστράφη, αἱ συναλλαγαὶ ἔπαυσαν, αἱ συγκοινωνίαι μεταξὺ τῶν ἀτόμων διεκόπησαν, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ ἐρίζομεν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ἐφάνη εἰς τὸν τόπον μας ἓν ἄλλο μεγαλείτερον κακόν, ἐφάνη ἡ δολοφονία. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μάταια. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Κρεστενίτην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ῥίψωμεν βλέμμα εἰς τὸ παρελθόν· μάλιστα, ἀλλὰ βλέμμα ἀμερόληπτον. Ἐὰν ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἀνεξέταστον τὸ παρελθὸν, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἐγγύησιν περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ματαία.
§35ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ πῶς ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίων ἀντικειμένων ἀναμιγνύονται πράγματα τόσον μικρὰ καὶ ἀνούσια, ὥστε κινδυνεύει κανεὶς νὰ χάσῃ τὰς προσδοκίας, ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Τί σᾶς λέγουν; νὰ φέρουν κατάλογον πόσους ὑπαλλήλους μετέθεσαν, ἐπροβίβασαν καὶ ἐδιώρισαν, ἐὰν σᾶς εἴπῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι δικαίωμά μου ἦτο νὰ παύσω, διορίσω καὶ μεταθέσω, δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω λόγον, τότε τί γίνεται; Ἐὰν εἴπῃς ῥητῶς, ὅτι εἰς τὰς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1847 τὸν νομάρχην τὸν δεῖνα, τὸν μετέφερες ἐκεῖ καὶ ἔκαμες τοῦτο τὸ κακόν· ἀλλὰ γενικῶς τις, ἀφῃρημένως νὰ ζητῇ καταλόγους τοιούτους! Θὰ σοῦ εἰπῇ, ὅτι εἶναι δικαίωμά μου καὶ πήγαινε εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς κυβερνήσεως νὰ τὰ εὕρῃς. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν αὐτὸ, δὲν ἐννοῶ πῶς νὰ τὸ ἐξετάσω. Κύριε ὑπουργὲ Κουμουνδοῦρε τῆς τότε ἐποχῆς, ἢ Βούλγαρη, σᾶς ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῆτε τόσον ποσὸν, καὶ ὑπεχρεώθητε νὰ κάμητε χρῆσιν ῥητὴν εἰς τὸ δεῖνα ἀντικείμενον, νὰ μᾶς φέρητε ὑλικὸν, νὰ πάρετε πλοῖα, ἢ τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο· καὶ σεῖς ἐπήρατε τὸ κακὸν ὑλικὸν, δὲν ἀνταπεκρίθητε εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν καὶ τὰ λοιπά· ὅταν ἔλθῃ κανεὶς καὶ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα, ὅτι σοὶ ἔδωκα τόσα ἑκατομμύρια, καὶ σοὶ ἔδωκα καὶ τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλὰ σεῖς δὲν τὴν ἐκάματε, αὐτὰς τὰς ἐξελέγξεις ὄχι μόνον τὰς θεωρῶ ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν νὰ ὑψώσουν τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Εἶναι καλλίστη ἡ σκέψις τοῦ κ. Κρεστενίτου· σήμερον ὅσοι ὁμιλοῦμεν, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἄλλως πως· ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἓν ὑπουργεῖον δὲν ἔκαμε καλὴν χρῆσιν, ἀλλὰ καὶ ἐβράδυνε νὰ κάμῃ ὀρθὴν ἐκτίμησιν καὶ τὰ τοιαῦτα, αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑψόνουν τὴν Βουλὴν· ἀλλά περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι τόσον εὐτελὲς, ὥστε τὰ εὑρίσκω, ἐὰν θέλω, εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὰ τοιαῦτα δὲν χρήζουν κανενὸς λόγου. Κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν λόγον περὶ ὅλων αὐτῶν.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω μίαν ἰδέαν, καὶ ὀφείλετε πάντες, τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ἄργους, διότι ἡ ἰδέα αὕτη καθιερόνει τὸ ἀνεξέλεγκτον.
§37ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ, ἀλλὰ ῥητὴν κατηγορίαν νὰ φέρητε καὶ ὡρισμένας ἐποχάς.
§38ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι κυριωτέρα ἀποστολή σας εἶναι, νὰ ἐξελέγξητε τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ὅταν πρόκηται νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος ποῖος λόγος ἐπροκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, ποῖος λόγος τὴν παρέτεινεν ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη, ποῖος ἠνάγκασε τὸ ἔθνος νὰ ὑποχωρήσῃ. Καὶ ὅταν, κύριοι, εὑρίσκωνται ἄνθρωποι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδίως ἐκτὸς καὶ λέγουν, ὅτι τὸ ἔθνος ἠτιμάσθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ παρὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὅπου ἦλθεν, ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι. Δὲν ἠννόησα νὰ περιορίσω τὸν ἔλεγχον, τὸν θέλω πλήρη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Κρήτης, διότι δὲν ἀγνοῶ, ὅτι τὸ κίνημα αὐτὸ ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐπεβάρυνε τὸ ἔθνος, τὸ ἔφερεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Τὸ ἔθνος δὲν εἶναι εἰς χειροτέραν κατάστασιν παρὰ πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· μολονότι δικαιοῦνται νὰ εἴπουν, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πτῶσιν ἑνὸς κινήματος, εἰς τὸ ὁποῖον συνεισέφερεν ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ τὴν συμμέθεξίν του δὲν θέλει τὴν ἐμποδίσει οὐδεμία δύναμις εἰς οἱανδήποτε περίστασιν. Ὑπέκυψεν ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου, ἀλλὰ δικαιοῦται πάντοτε, νὰ σκέπτεται ἐθνικῶς περὶ τοῦ μέλλοντος. Ποῖος λοιπὸν ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι πλεῖστοι ἐθελονταὶ ἔχοντες τὸ εὐγενὲς αἴσθημα ἐπανῆλθον, καὶ τί κάμνουν; ἦτον ἑπόμενον λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ σαλευθοῦν τὰ θεμέλια τῆς δημοσίας τάξεως. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κρεστενίτου καὶ Δανοπούλου.
§39ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιστρατεύονται εἰς τοὺς λόγους μου αἱ ἰδέαι σου.
§40ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπόρεσε νὰ εὐδαιμονήσῃ καὶ δὲν θὰ εὐδαιμονήσῃ ποτὲ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπιληφθῇ αὐστηρᾶς ἐξελέγξεως. Δὲν πρέπει νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ νὰ μάθωμεν ποῦ ἐδόσαμεν τὴν περιουσίαν μας, τὴν ὁποίαν καὶ νὰ μᾶς δημεύσουν ἐδόσαμεν δικαίωμα; καὶ δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ μάθωμεν πῶς διεχειρίσθησαν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐδώκαμεν, διὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ὅτι αὐτὸ ἔκαμαν καὶ αὐτὸ ἐγένετο; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ζητήτωμεν τὴν ὑποβολὴν ἐγγράφων, ὄχι βέβαια διὰ κλητῆρας καὶ τὰ τοιαῦτα.
§41ΤΙΝΕΣ. Τῶν διαχειρίσεων τῶν χρηματικῶν.
§42ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ χρηματικαὶ διαχειρίσεις ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα.
§43ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§44ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς εὐθύτητος τῆς ὁμιλίας μου, ἀπὸ τὸν κ. Δαγρὲν, κατ’ ἐμὲ, διεστράφη.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν τῆς προτάσεώς του, τὴν πρότασίν μου τὴν χθεσινὴν, διὰ τοῦτο βιάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἠθέλησε νὰ τὴν ἐπικρίνῃ σήμερον, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἦτο περίστασις, χθὲς, ὅτε ἐπρότεινα, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὁ κ. βουλευτὴς εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ σηκωθῇ καὶ ἀντιτείνῃ καὶ ἐπικρίνῃ, σήμερον δὲ ἡ πρότασις ἐκείνη ἐγένετο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὁ κ. βουλευτὴς δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρότασίν μου, ἠμποροῦσε νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ λέγω αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§46ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔγεινε καμμία ἀπόφασις. Τὰ πρακτικὰ, κ. πρόεδρε.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀντέτεινε χθὲς καθόλου· τὴν πρότασιν, τὴν ἐδέχθη παμψηφεὶ, διότι ὅ,τι ἐζήτουν, ἦτο στενῶς συνδεδεμένον μὲ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Δὲν ἐζήτησα νὰ παρουσιασθῇ γενικὸς λογαριασμὸς ὅλων τῶν παύσεων καὶ διορισμῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868, ἀλλὰ οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ παύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ τίνι προτάσει τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐγένοντο ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην. Ἐζήτησα δ’ αὐτὸν τὸν κατάλογον, καθότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Δαγρὲς, πρόκειται νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διεχειρίσθησαν τὴν ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν λοιπὸν καὶ ἐρευνήσωμεν διὰ τῆς παρουσιάσεως ταύτης ἂν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1868 πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς, ἣν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν Ἑλλάδι, ἂν μετεχειρίσθη καὶ τὰ δικαστήρια ὡς ὄργανα. Ἰδοὺ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησα τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις. Ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασίν σας· ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο θὰ σᾶς βοηθήσουν ὅλαι αἱ πράξεις αἱ κυβερνητικαὶ ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς νέας βασιλείας· καὶ νομίζετε, ὅτι συνδέεται τοῦτο μὲ τὴν ὀδυνηρὰν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὅτι συνδέεται μὲ τὸ ἀντικείμενον, ἐφ’ οὗ μᾶς προσκαλεῖ ὁ βασιλικὸς λόγος; Ἂν συνδέεται, εἴπατε τοὺς λόγους καὶ ἐγὼ πρῶτος θὰ σᾶς ὑποστηρίξω. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἔτι· καὶ εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀντιτείνω εἰς τὰς σοφὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἠλείας καὶ φίλου μου κυρίου Κρεστενίτη· εἰς τὴν νουθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ παρελθόντα, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἀπ’ ἐδῶ κι’ ἐμπρός.
§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρὸς τὸ παρόν.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸς τὸ παρόν. Τὴν τακτικὴν ταύτην τὴν ἐδοκιμάσαμεν, ἀξιότιμε συνάδελφε, εἰς τὸ διάστημα 40 ἐτῶν, τοῦ ν’ ἀφίνωμεν πρὸς τὸ παρὸν ἀνεξέλεγκτον τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ σκεπτώμεθα πῶς νὰ διορθώσωμεν τὸ μέλλον. Ποῦ σᾶς ἔφερε; σεῖς οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογεῖτε. Σήμερον πρέπει ν’ ἀλλάξωμεν τακτικήν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πῶς διαχειρίζεται ἡ ἐξουσία ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν τώρα· διότι πρόκειται περὶ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου ἐλακτάρησε ἢ λακταρεῖ ὁ Ἑλληνισμός· πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἀμφισβητῶ τι. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἂν τὸ ἤκουσα καλῶς, ἀναφέρουν τὰ ἑξῆς, ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ὑπουργοῦ παρόντος, ν’ ἀποσταλῇ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸς γνῶσίν του. Ἐγὼ, κύριοι, οὔτε ἠμφισβήτησα, οὔτε ἀμφισβητῶ, ἐξ ἐναντίας ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου· μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει σχέσιν μὲ τὸ Κρητικὸν ζήτημα.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι γελοῖον νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔγινεν ἀπόφασις.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκειται ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον νὰ λοξοδρομήσῃ εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, ξένον τοῦ κυρίου ζητήματος, ὡς ἐλοξοδρόμησε εἰς ἑτέραν περίπτωσιν, εἰς τοιαύτην περίστασιν ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως ᾖναι δικαία, νὰ ᾖναι γενικὴ καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ἔλεγχον μόνον πράξεις μιᾶς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅλων τῶν κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διεχειρίσθησαν τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς βασιλείας· διότι ἔκτοτε ἐπράχθησαν πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν τὴν τύχην τῆς πατρίδος. Τοιαύτην δὲ πρότασιν ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσῃ, διότι συνέπεσε νὰ διατελέσῃ ὑπουργὸς, διότι θέλει οὕτω ν’ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην. Ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, μὲ τὸ Κρητικὸν ζήτημα; τὶ θέλει ὁ κύριος Λομβάρδος; νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ ἔλεγχον πράξεις ὡρισμένας τοῦ κ. Βούλγαρη· καὶ διατὶ δὲν θέλει νὰ ἐπεκτανθῇ καὶ εἰς τὰς πράξεις τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων; Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὥστε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξέλεγξιν αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς νέας βασιλείας μέχρι σήμερον.
§55ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ κ. Λομβάρδος ἐπιμένῃ, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι ἔκαμε τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν· εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου ζητήσαντος ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι δύναται τὰς πληροφορίας αὐτὰς νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως ὅπου κατεχωρίσθησαν τὰ διατάγματα, ὁ κύριος Λομβάρδος εἶπεν ἀρκοῦμαι, φέρετε τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως νὰ τὴν ἰδῶ, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι, παρὰ νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐφημερίδες τῆς κυβερνήσεως διὰ νὰ ἰδῶμεν τὰ διατάγματα.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ (θόρυβος).
§57ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ὅτε ὁ νέος πρόεδρος ἀνέλαβε τὴν ἕδραν του, σὺν τοῖς ἄλλοις εἶπεν «ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι μέγας, ποτὲ δὲν τὴν ἐγκατέλειψε.» Ἐγὼ ὁ ἀφανὴς ἐπικαλοῦμαι τὴν δεξιάν του σήμερον διὰ νὰ ἰδῶ ἂν πραγματικῶς μᾶς ἐγκατέλειψε· καὶ τότε κατ’ ἐμὴν ἰδέαν θὰ πεισθῶ ὅτι δὲν μᾶς ἐγκατέλιπεν, ἂν σᾶς φωτίσῃ νὰ παραδεχθῆτε τὴν πρότασίν μου. Εἶναι ἰδική μου ἰδέα. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐλεεινοτέραν τῶν καταστάσεων. Δύο νομοὶ τοῦ κράτους εἶναι εἰς ἐντελῆ ἀποσύνθεσιν. Ἐκεῖ δὲν ἰσχύουν οἱ νόμοι καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Γεωργίου, εἰς τὴν φθιώτιδα καὶ Ἀκαρνανίαν. Τέρατα τῆς κοινωνίας συλλαμβάνουν τὸν πολίτην, τοῦ ἀφαιροῦν τὴν περιουσίαν του, καταστρέφουν τὰ πάντα. Στρατὸς εὐγενὴς, καλλίστη ζύμη, δυστυχῶς ὅμως πολλὰ θέλει καὶ ὀλίγον πειθαρχεῖ· πλοῖον ἴσως οὐδὲν ἔχομεν· ἡ φύσις δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ εὐνοϊκὴ, τὰ εἰσοδήματά μας θὰ ᾖναι ὀλιγώτερα τοῦ περυσινοῦ ἔτους· αἱ συναλλαγαὶ θὰ παύσουν· ἂν ζῶμεν, ζῶμεν ἀπὸ τοὺς κόπους τοῦ γεωργοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ ναύτου, καὶ ἀπὸ τὸ πολυμήχανον τῶν ἐμπόρων· τὸ ἕτερον εἶναι εἰς ἀποσύνθεσιν· τί μέλλει γενέσθαι; ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ καλλιτέρευσις καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ συντρέξωμεν ὅλοι. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τῶν πλείστων προλαλησάντων, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία τοῦ παρελθόντος φέρει τὴν καταστροφὴν τοῦ μέλλοντος· ἀλλ’ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας. Εἶναι μία τῶν κρισιμωτέρων περιστάσεων ἡ σημερινὴ, ἀφ’ ὅσας εὑρέθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· πρέπει νὰ ὁμοφρονήσωμεν, ν’ ἀφήσωμεν εἰς μέρος τὰς ἰδιαιτέρας συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας· ὅλοι ἀνήκομεν εἰς ἓν κόμμα, καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ἔχουν κόμματα, διότι διὰ τῆς ἀντιζηλίας τῶν κομμάτων ἐπέρχεται ἡ ἀλήθεια· ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκεῖνο τὸ κράτος ὅπου δὲν ὑπάρχουν κόμματα· τοιοῦτον γεγονὸς ἐπιφέρει ἢ μέγα κακὸν ἢ μέγα καλόν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ζοῦν τὰ κόμματα· πρέπει, κύριοι, εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος νὰ θυσιάσωμεν τὸ πᾶν. Πῶς, κύριοι, ἐπῆλθε τὸ κακόν; βεβαίως ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως. Ἂν εἴχομεν νομοθέτας Σόλωνας ἢ Λυκούργους ἴσως δὲν θὰ ἤρχετο· νὰ ζητήσωμεν ἤδη ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ὅλον τὸ παρελθὸν δὲν εὑρίσκομεν ἤδη, οὔτε ἀρχὴν οὔτε τέλος· τὸ κακὸν κατ’ ἐμὲ, φρονῶ νὰ τὸ περιορίσωμεν εἰς πεπερασμένου χρόνου διάστημα· ποῖον εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα; ἀπὸ σήμερον. Σήμερον εἴμεθα εἰς κακὸν σημεῖον· ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ προσκληθῇ νὰ εἴπῃ, διατὶ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, πῶς εὑρίσκεται τὸ κράτος διοικητικῶς, οἰκονομικῶς, τί χρήματα ἔλαβε, ποίας πιστώσεις ἔλαβε, ποῦ τὰς ἐδαπάνησε, κατόπιν νὰ μᾶς εἴπῃ, διατί κατὰ μέγα μέρος ἐστενοχωρήθη εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου; τίς ὁ πταίστης; ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη νὰ μᾶς δώσῃ λόγον, καὶ ὄχι λόγον μὲ τὰ χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς φέρουν, πόσας πιστώσεις ἔλαβε, ποῦ εὑρίσκεται ὁ Φουντουκλῆς, ὁ Μάνος· αὐτὰ εἶναι σοβαρὰ καθήκοντα. Τί ἔκαμες τὰ χρήματα, ποῦ τὰ ἐδαπάνησες, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι τὸν ἠνόησα, καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτήσωμεν, ποία εἶναι ἡ προγενεστέρα κυβέρνησις, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ μὲ ποίας ἑτοιμασίας ἤθελε νὰ περιπλέξῃ τὴν τύχην ἑνὸς λαοῦ ὁλοκλήρου. Τί ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύο μῆνας εἰς τὴν Φθιώτιδα· ἔχετε τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν; ζητήσατε πάντα ταῦτα· ἄλλως ἂς σιωπήσωμεν, καὶ νὰ μὴ καθήμεθα ἐδῶ νὰ κάμνωμεν ὅπως κάμνουν τὰ γραΐδια, τὰ ὁποῖα φιλονεικοῦν, ποῖον ἔχει περισσότερον ψιμμύθιον· ἐγὼ, κύριοι, ἐννοῶ ἀπὸ τὸ 66 ὅλα τὰ ὑπουργεῖα νὰ δικασθοῦν.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπεστήριξαν οἱ φίλοι μας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ἂν καὶ οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκετο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐζήτησε νὰ μᾶς δικάσῃ ἀπόντας. Τὴν ἰδέαν ταύτην χιλιάκις τὴν ὑπεστηρίξαμεν, πολὺ περισσότερον σήμερον, ὅτε εἴμεθα παρόντες· ἂν ἠθέλετε περιμείνῃ, ἡμεῖς ἠθέλομεν φέρει τὸ ζήτημα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐζητήσατε τὰ πρακτικὰ σᾶς ἀναγινώσκονται. (Ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Λομβάρδου).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἐστάλησαν, διότι μόλις πρὸ ὀλίγου ἐνεκρίθησαν.
§61ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ὑπέβαλα πρότασιν καὶ παρακαλῶ νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις, πρῶτον νὰ δοθῶσι πληροφορίαι ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Βασιλείας μέχρι σήμερον, καὶ ἑτέρα ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι σήμερον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖαι πληροφορίαι;
§63ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει περὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων (θόρυβος). Τέλος πάντων συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μὲ τὴν τοῦ κ. Δαγρὲ, νὰ ὑποβληθῶσιν ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι σήμερον.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ 66, κύριοι, ἤμην πρόεδρος καὶ ἐζητήθη ἀπόσπασμα νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι ἐπῆραν χρήματα καὶ γεννήματα ἀπὸ τὰς προσόδους· ἐπῆλθεν ὅμως μηδὲν ἀποτέλεσμα, μέχρι λόγων πηγαίνομεν καὶ εἰς τὰ πράγματα ὅταν ἐρχώμεθα ὀπισθοδρομοῦμεν.
§66ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὑπεκφυγὴ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητοῦν Ἡμεῖς ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ λόγου τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὅπου ἐτελείωσε, πῶς ἐτελείωσε, ποῖα πράγματα συνέβησαν καὶ ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἀόριστον εἰς τὴν Βουλὴν· ζητεῖτε νὰ φέρῃ ἡ κυβέρνησις ἐδῶ τὰ ἔγγραφα τῆς διοικήσεως τοῦ 1866, 1867, 1868; Τί ζητεῖτε; ὡρισμένως.
§68ΔΑΓΡΕΣ. Ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κ. Λομβάρδος διὰ τὸ 68, ζητοῦμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 66 νὰ κατατεθῇ.
§69Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐλᾶτε ἐδῶ νὰ μᾶς δώσητε ἀπολύτως καὶ ἀορίστως λόγον τῆς διαχειρίσεως. Ἡ Βουλὴ μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ κατηγορίας. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς συνταγματικὸν κράτος. Ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν τῆς ἐπιβάλλει ὁ νόμος, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον διὰ ταύτην παρ’ ὅταν παραβῇ τοὺς νόμους, ὅτε ὁ βουλευτὴς κάμνει ἐπερώτησιν καὶ φέρει κατηγορίαν.
§70ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ σημεῖα τὰ χθεσινὰ καὶ προχθεσινὰ, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ προανακρούσματα προπαρασκευῶν διὰ τὴν μεγάλην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐπειδὴ καὶ οἱ προτείναντες καὶ ἡμεῖς καλὰ καλὰ δὲν ἐννοήσαμεν τὶ ζητοῦμεν, καὶ ἀκόμη ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις δὲν θὰ κατανοήσωμεν, νομίζω, ὅτι τὸ προεδρεῖον κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ στείλῃ τὰ πρακτικὰ ὅπως ἔχουσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους αἰτήσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, θὰ ἴδῃ ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τί δύναται καὶ πρέπει νὰ παρουσιάσῃ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ μία πρότασις· τὴν δέχεται ἡ Βουλή; Ἀλλέως φέρετε μίαν ἔγγραφον πρότασιν ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§72ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου.
§73ΔΑΓΡΕΣ. Διατί νὰ μὴ γίνῃ καθαρά; Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη συνεπεία τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ πρὸ τῆς συζητήσεως.....
§74ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶπεν, ἐπειδὴ λείπει ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Λομβάρδου νὰ σταλῇ ἀντίγραφον εἰς τὸν ὑπουργόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις, τίποτε ἄλλο.
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁσάκις ζητεῖται πληροφορία τις καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἔρχεται ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ αἰτοῦντος, καὶ ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς γίνεται λόγος, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ὑπουργὸς, ἐννοεῖται ὅτι ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ ὁποία τῷ γνωστοποιεῖται διὰ νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας.
§77ΔΑΓΡΕΣ. Μὲ διεκόψατε, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ ἄλλοτε νὰ μὴ ἐπιτρέπητε, ἐνῷ ἀγορεύει τις, τὸν λόγον εἰς ἄλλον. Δὲν τὸ εἶπεν ἡ Βουλὴ χθὲς, τὸ λέγει σήμερον· ἀλλὰ προσθέτει ἡ Βουλὴ, ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κύριος Λομβάρδος διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1868 τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν, νὰ ἐκταθῇ μέχρι τοῦ 1866, ὅτε ἐξεῤῥάγη τὸ κίνημα τῆς Κρήτης καὶ ὥρισε πρῶτον τὰς παύσεις καὶ διορισμοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δεύτερον τὰ δάνεια, τὰς συνεισφορὰς τῶν ὁμογενῶν καὶ τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Αὐτὰ δὲ θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅταν θὰ συζητηθῇ ὁ Βασιλικὸς λόγος.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γράψατέ την.
§79ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιστεύω, ὅτι θὰ συμφωνήσουν ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες μὲ τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἰδού· εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε εἰμὴ προπαρασκευὴ διὰ τὴν ἀπάντησιν. Ὁ κύριος Κατσικαπῆς τί εἶπε; ὡμίλησεν ὡς καλὸς βουλευτὴς καὶ καλὸς πατριώτης κατὰ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Φθιώτιδος· ὁ κύριος Πετιμεζᾶς; τὰ αὐτὰ, καὶ ἔτι μεγαλείτερα. Τὸ ὑπουργεῖον θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅτε καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς βουλευτὴς εἶναι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἔκαμαν λόγον περὶ τούτου, καὶ θὰ ἔλθῃ προετοιμασμένον· θὰ ἴδῃ ὁμιλίας ἄλλων περὶ τοῦ δανείου, καὶ θὰ ᾖναι ἡτοιμασμένον νὰ ἀπαντήσῃ· ὥστε ὅλων αἱ αἰτήσεις εἶναι εἰς τὰ πρακτικὰ, ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν λέγει τίποτε σήμερον· δίδομεν νὰ ἐννοήσῃ ἡ κυβέρνησις τί θέλομεν, καὶ νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὸ κοινὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου θὰ γίνουν συζητήσεις σπουδαῖαι. Αὐτὸ ἐννοῶ, διότι ἐντὸς τῶν πρακτικῶν ὑπάρχουν ὅλαι αἱ ἰδέαι· καὶ ἂς περιμείνωμεν τὰς ἀπαντήσεις.
§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε. Ὅταν εἷς βουλευτὴς φέρῃ μίαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν τὴν φέρει ἐπὶ ματαίῳ, ἐπιπολαίως, διότι ἔχει ἐσχηματισμένην μίαν γνώμην, ἔχει μίαν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ φέρῃ εἰς ἐξέτασιν διὰ νὰ πληροφορηθῇ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ ὅταν προτείνῃ πλέον μίαν πρότασιν δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ προτείναντος μόνον, γίνεται γενικὴ, εἶναι καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς ὅλης Βουλῆς. Ὁ πρῶτος προτείνων εἶχε μίαν ἰδέαν, ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ ἓν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποδείξει εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Τοῦτο ἤγειρε τὴν περιέργειαν καὶ εἰς ἄλλους, νὰ ζητήσωσιν ἔτι ἐκτενεστέραν τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου καθὼς καὶ ἐκείνη τοῦ κ. Δαγρὲ, εἶναι ὡρισμέναι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη· ἡ μία δὲν ἐμποδίζει τὴν ἄλλην· ἡ μία εἶναι περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅσοι διωρίσθησαν ἢ ἐπαύθησαν κατὰ τὸ 1868 ἄνευ προτάσεως τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἄλλοι εἶπον νὰ ἐξετασθῇ καὶ διὰ τὸ 1867 τὸ τοιοῦτον, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ αὐτὴ τάξις διεῖπε καὶ τὸ 1867, καὶ τὸ 1866. Ὁ κύριος Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ δικαστικὸν, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει τὸ πρᾶγμα, τὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα διῆλθε μετὰ σκληρᾶς δοκιμασίας ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφέρεται κυρίως εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, καὶ τότε εἶπεν ὁ Δαγρὲς, ὅτι νὰ ἔλθῃ ὅλη ἡ διαχείρισις ἡ τότε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς παύσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς χορηγηθείσας δωρεὰς, καὶ τὰ δάνεια καὶ τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Διατί δὲν εὑρίσκετε ὡρισμένας τὰς προτάσεις, ἀλλ’ ἀμφιβάλλετε; νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ προτάσεις εἶναι πολὺ καλαὶ καὶ ὡρισμέναι. Ἡ τελευταία εἶναι ἀπὸ τὸ 1866, τόσον αἱ δικαστικαὶ μεταβολαὶ, καθὼς καὶ αἱ διοικητικαὶ, καθὼς καὶ τὰ δάνεια καὶ αἱ συνεισφοραὶ καὶ ἡ χρῆσις αὐτῶν. Θέλετέ τι πλέον ὡρισμένον; ἀμφιβάλλετε; ὡρισμέναι εἶναι. Καὶ βεβαίως καλῶς ἔκαμαν ὅσοι ἔδωκαν νύξιν, διότι ἠμποροῦν νὰ χρειασθοῦν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως. Εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἀπάντησις πιστεύω τὴν δευτέραν νὰ παρουσιασθῇ. Καλὸν λοιπὸν εἶναι νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι καὶ ἐφωδιασμένοι μὲ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην διακοπῶν. Τὸ νὰ κάμωμεν τὸ ὑπουργεῖον καρδιογνώστην, τί ζητοῦμεν, καὶ νὰ στείλωμεν τὰς προτάσεις ἀτελεῖς ὡς ἐῤῥέθησαν, αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν. Λοιπὸν χρειάζεται νὰ ᾖναι ὡρισμέναι, καὶ τοιαῦται εἶναι, καὶ οὕτω πρέπει νὰ σταλῶσιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα τοὺς ἀγορεύσαντας νὰ ὑποβάλωσιν ἕκαστος τὴν πρότασίν των ἀκριβῶς καὶ σαφῶς, ὅπως τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἕως τώρα παρουσιάσθησαν δύο μόνον, ἡ μία εἶναι τοῦ κυρίου Παππαμιχαλοπούλου, ἡ ὁποία λέγει «Προτείνω νὰ ὑποβληθῶσι πρὸς ἐξέτασιν πᾶσαι αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις, οἷον διορισμοὶ, παύσεις, προβιβασμοὶ δικαστικῶν, διοικητικῶν, οἰκονομικῶν καὶ λοιπῶν ὑπαλλήλων ὡς καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, αἱ παρασημοφορίαι, βασιλικαὶ χάριτες, ἡ διαχείρισις τῶν δανείων καὶ ἄλλαι συνεισφοραὶ, αἱ ὑποτροφίαι καὶ τὰ λοιπὰ, ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς νέας δυναστείας, ἤτοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1864 μέχρι σήμερον» (Φωναὶ, ὤ, ὤ, ὤ)—Ἡ δευτέρα τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου. «Νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τ’ ἀφορῶντα τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἔγγραφα ἀπὸ τὸ 1866, ὅτε ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοκόλλου.» Λοιπὸν δύνασθε νὰ συγχωνεύσητε τὴν πρότασίν σας, κ. Παππαμιχαλόπουλε, μὲ τὴν τοῦ κ. Ῥηγοπούλου;
§82ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥηγοπούλου ἐμπεριέχεται εἰς τὴν ἰδικήν μου.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα, κύριοι, εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου· ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω, ἂν ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἄλλους.
§84ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου πρόκειται νὰ ἐκτοπισθῇ εἶμαι σύμφωνος, ἀλλ’ ἂν παντάπασι πρόκειται ν’ ἀποκλεισθῇ, ἔχω τὸν λόγον καὶ παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξω.
§85Ι. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ, κύριε πρόεδρε. (Θόρυβος).
§86Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς ἢ ναυτικοὺς βαθμοὺς, διορίζει καὶ παύει ἅπαντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους».
§87ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ διορίζῃ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν;
§88Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχετε τοιαύτην κατηγορίαν; φέρετέ την.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ὑποστηρίζει ἄλλος τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου;
§90ΛΕΚΚΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς, κύριε πρόεδρε.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου ὡς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου τώρα.
§92ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁρισθῇ τὸ πότε θὰ προσαχθοῦν.
§93ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου.
§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα· ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Διάλογοι).
§95ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐθέσατε ἓν ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχετε δικαίωμα οὔτε σεῖς, οὔτε ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ πληροφορίας· τὸ ὑπουργεῖον θὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ἢ τὰς δέχομαι ἢ ὄχι· δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφοφορήσῃ· ὥστε τὸ νὰ θέσητε ἓν τοιοῦτον ζήτημα ἐπράξατε ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἰδοποιήσω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ, εἶναι καὶ μένει καὶ θὰ μένῃ πλῆρες. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν χρεωστεῖ οὐδεὶς νὰ παραδεχθῇ προτάσεις ἀορίστους καθόλου.
§97ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρισμέναι εἶναι.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ δευτέρα πρότασις ἡ τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς.....
§99ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε!.....
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς. «Νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἀπαντήσεως πάντα τὰ ἀφορῶντα τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἔγγραφα ἀπὸ τὰ 1866 ὅτε ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοκόλλου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἄλλο ἀντικείμενον, παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μοὶ εἴπουν, ἂν τὰ τμήματα συνῆλθον καὶ εἰργάσθησαν.
§101Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τῶν Οἰκονομικῶν ἐτελείωσε.
§102Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὠργανίσθη καὶ ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 π. μ.)