1869.07.12
153 στίχοι · 1.127 λέξεις · 24 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 12 Ἰουλίου 1869.
(Σάββατον)
Ὥρα 8 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθουν οἱ νεοφερμένοι βουλευταὶ νὰ ὁρκισθῶσιν.
§2ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸν ὅρκον τῶν Ἰακωβάτων.......
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον (θόρυβος).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θορυβῆτε, κύριοι, δὲν γνωρίζετε, τί θὰ εἴπῃ ὁ ἀγορεύων (θόρυβος).
§5ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς εἴπομεν, ὅτι ἡ μὴ ἐπίθεσις τῆς χειρὸς δὲν καθιστᾷ ἄκυρον τὸν ὅρκον, διότι ἂν τοῦτο παραδεχθῶμεν, ὁ ὅρκος, ὃν ἔδωκαν οἱ βουλευταὶ τὴν πρώτην ἡμέραν εἶναι ἄκυρος. Οἱ Ἰακωβάτοι, ἵνα δείξωσιν ὅτι δὲν ἔχουν πλαγίους σκοποὺς, ὅτι εἶναι θεοσεβέστατοι μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ ὅρκου ἀσπάζονται τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον· νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ὑψηλότερον τῆς ἐπιθέσεως τῆς χειρός (θόρυβος).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή· (ἀναγινώσκει τὰ πρακτικά). «Μετὰ μακρὰν συζήτησιν ζητοῦντος τοῦ κ. Ἰακωβάτου τὸν λόγον ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἂν ὁ βουλευτὴς Πάλης μὴ δοὺς τὸν ὅρκον ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ναὶ ἢ ὄχι· ἐλύθη δ’ ἀποφατικῶς, δι’ ἀναστάσεως· κηρύξαντος δὲ τοῦ προέδρου τὸ ἀποτέλεσμα, μετὰ σύντομον συζήτησιν, ἐτέθη καὶ δεύτερον ζήτημα, ἂν οἱ βουλευταὶ Πάλης μέχρις οὗ δώσωσι τὸν ὅρκον (κατὰ τοὺς νενομισμένους τύπους), ἔχωσι τὸ δικαίωμα ψήφου ναὶ ἢ ὄχι· ἐλύθη ἀποφατικῶς.»
§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθιερωμένοι τύποι εἶναι δύο (θόρυβος).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ νεοφερμένοι νὰ παρουσιασθοῦν νὰ ὁρκισθῶσιν. (Προσέρχονται παρὰ τῷ βήματι, παρόντος καὶ τοῦ ἱερέως, οἱ κύριοι Ζαλώνης καὶ Δελαπόρτας, οἵτινες ἐπιθέτουσι τὰς χεῖράς των ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἔλθουν καὶ οἱ Ἰακωβάτοι (θόρυβος). (Προσέρχονται καὶ οἱ ἀδελφοὶ Ἰακωβάτοι καὶ ὁ κ. Χαριτᾶτος καὶ παρίστανται μ’ ἐσταυρωμένας χεῖρας.)
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐπιθέσουν τὰς χεῖράς των εἰς τὸ εὐαγγέλιον (θόρυβος). (Οἱ Ἰακωβάτοι καὶ ὁ κύριος Χαριτάτος ἀσπάζονται τὸ εὐαγγέλιον).
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπαίζουσι τὴν θρησκείαν.
§12ΔΑΓΡΕΣ. Οὐδεμία διαφορά, οὐδεμία διάκρισις δύναται νὰ γίνῃ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἤδη, δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζωμεν τὰ θεῖα· ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ· (θορυβώδεις διάλογοι μεταξὺ πολλῶν βουλευτῶν καὶ τῶν Ἰακωβάτων. Οἱ Ἰακωβάτοι ἀποχωροῦσι. Ὁ κ. Χαριτάτος θέτει τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ βήματος ἐφ’ οὗ κεῖται τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον, θόρυβος μέγας, πολλοὶ βουλευταὶ συσσωρεύονται περὶ τὸ βῆμα.)
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶν’ αὐτά; πῶς ἐμπαίζονται τὰ θεῖα!
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι. (Μετὰ πολλὰς προτροπὰς τῶν βουλευτῶν ὁ κ. Χαριτάτος συνῄνεσε νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου, καὶ οὕτως ὡρκίσθη μετὰ τῶν κυρίων Ζαλώνη καὶ Δελαπόρτα.)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου. Ἄρχεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Θ. Κανακάρη, Ἀθ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ Κ. Γρηγοριάδου ὡς γεροντοτέρου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 163. Ὁ κ. Χρηστίδης ἔλαβεν 96, ὁ δὲ κ. Σωτηρόπουλος 67, ὥστε πρόεδρος ὁριστικὸς τῆς Βουλῆς ἐξελέχθη ὁ κ. Δ. Χρηστίδης. Κύριοι Βουλευταί! Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὁποίαν μὲ περιεβάλετε τιμὴν ὡς πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐξελέγξεων ἐφρόντισα νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ἂν δὲ δὲν ἠδυνήθην ὁλοσχερῶς νὰ ἐκπληρώσω αὐτό, ἀπόδοτε τὴν ἔλλειψιν ταύτην εἰς μόνην τὴν ἀπειρίαν μου. Κατερχόμενος τῆς ἕδρας αὐτῆς ὀφείλω ν’ ἀπονείμω τὰς βαθυτάτας εὐχαριστήσεις μου εἰς τοὺς κυρίους γραμματεῖς τοῦ προεδρείου διὰ τὴν συνδρομήν, ἣν μοὶ παρέσχον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἔργων μου, πρὸς δὲ τοὺς κυρίους βουλευτάς, διὰ τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχον συνδρομήν.
§17Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν εὐαρέσκειάν της καὶ τὰς εὐχαριστήσεις της πρὸς τὸν προσωρινὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς γραμματεῖς.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διαδεχόμενος τὸν προσωρινὸν πρόεδρον Κ. Νικόδημον ἐπὶ τῆς ἕδρας, προσφωνεῖ αὐτῷ τὰ ἑξῆς.)
§20Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Ναύαρχε. Εἶμαι λίαν ὑπερήφανος, διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς μὲ προσδιώρισεν εἰς τὴν ὑψηλὴν ταύτην λειτουργίαν διάδοχόν σας. Ἀνὴρ γηραιὸς, ἀλλ’ ἐλάχιστος μεταξὺ τῶν ἐπιζώντων ἀγωνιστῶν, καυχᾶται δικαίως, ὅτι ἀντικαθιστᾷ τὸν ἐπίσης γηραιὸν ἀλλ’ ἀτρόμητον καὶ ἔνδοξον ναύτην τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐποχῆς. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ συγχώρησόν μοι, κύριε ναύαρχε, νὰ σᾶς ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου, διότι μὲ ὅσην ἀταραξίαν ψυχῆς ὠλιγώρεις τοὺς μεγάλους κινδύνους τοῦ ἀγῶνος, μὲ ἄλλην τόσην ἀξιοπρέπειαν ἐπρυτάνευσας ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ, κατὰ τὸ δυσχερὲς στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν αὐτῆς. Ἐλθὲ ἤδη, κύριε ναύαρχε, νὰ δώσωμεν ἀλλήλοις τὸν συνήθη ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν, καὶ ἂν ὁ Ὕψιστος δὲν τὸ ἀπεφάσισεν εἰσέτι, ἂς μὴ ᾖναι ὁ ἀσπασμὸς οὗτος ὁ τελευταῖος. (Πρὸς τὴν Βουλὴν δὲ, καταλαβὼν τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, τάδε). Κύριοι Βουλευταί. Πρὶν ἢ καταλάβω τὴν ἕδραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφός σας μὲ ἀνεβίβασε, ὀφείλω νὰ σᾶς ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν ὑψηλὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν μὲ περιεβάλετε. Θέλω ἀφήσει εἰς τὰ πράγματα, ἐγκαίρως, νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τῆς σημερινῆς ψήφου σας· ἓν μόνον ὀφείλω καὶ δύναμαι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ βεβαιώσω πανδήμως, ὅτι θέλω τηρήσει ἄκραν ἀμεροληψίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νέων καθηκόντων μου. Πρεσβεύων, ὅτι μοναδικὸς ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ ἐλευθέρων πολιτευμάτων καὶ δεσποτικῶν εἶναι ἡ δημοσία συζήτησις, καὶ ὅτι ἐν τῇ εὐρείᾳ καὶ ἐλευθέρᾳ συζητήσει ἀποκαλύπτεται ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, θέλω σεβασθῇ ἐν πᾶσι καὶ ὑπὲρ παντὸς τὴν ἱερότητα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἕκαστος βουλευτὴς ἑδρεύων ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἀπέκτησεν ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Θὰ μὲ συγχωρήσητε ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορεύοντας, νὰ ὦσι λίαν φειδωλοὶ τοῦ χρόνου, μ’ ἄλλας λέξεις νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις αὐτοῦ, ὡς πράγματος ἱεροῦ, ὡς πράγματος πολυτίμου εἰς πάντα καιρὸν καὶ ἰδίως εἰς τὸν παρόντα. Αὐτόπτης μάρτυς τῶν σκληροτέρων δοκιμασιῶν, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθεν ἡ πατρὶς, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος μέχρι σήμερον, ἐσυνείθισα νὰ μὴ ἀπελπίζωμαι, ὁσάκις αἱ περιπλοκαὶ παρίστανται λίαν δυσχερεῖς· πιστεύω ἄλλως τε, καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦλθεν ἐκ νέου εἰς τὴν ζωὴν, διὰ ν’ ἀποθάνῃ, οὐδὲ διὰ νὰ ζήσῃ ἀδόξως· ἦλθε, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν μέγαν της προορισμόν. Ἀλλ’ οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παράτασις καχεκτικῆς καταστάσεως πραγμάτων, ἂν δὲν συνεπάγεται ἀμέσως μεγάλους καὶ ἐσχάτους κινδύνους, τοὐλάχιστον ῥίπτει τὰ ἔθνη εἰς μαρασμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄνευ μεγάλων θυσιῶν δυσκόλως ἀνακύπτουσιν. Εἶναι καιρὸς νὰ μεριμνήσωμεν σπουδαίως καὶ ἐν ὁμονοίᾳ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν Γην περίοδον τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γης περιόδου, μεγάλη ἀποστολὴ εἶναι ἀνατεθειμένη καὶ θὰ τὴν ἐκπληρώσει, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἂν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐκπληροῖ εἰλικρινῶς καὶ προθύμως τὸ καθῆκόν του. Ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι μέγας, ὁ δεξιὸς βραχίων Αὐτοῦ οὐδέποτε μᾶς ἐγκατέλιπε· τὸ βεβαιοῦν αἱ διάφοροι περιστάσεις, τὸ μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ τοῦ νεαροῦ Ἡγεμόνος, τὸν ὁποῖον ἡ θεία πρόνοια μᾶς ἐξαπέστειλεν. Οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν καρδίαν καὶ εἰς τὸν νοῦν τοῦ νεαροῦ βασιλέως μας, ἔχομεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις εὐτυχοῦς καὶ ἐνδόξου μέλλοντος τῆς πατρίδος, ἀρκεῖ ὅλοι ἡμεῖς εἰλικρινῶς νὰ τὸ θελήσωμεν.
ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ
ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ.
(Ζητωκραυγαὶ πανταχόθεν ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἔθνους). Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων. Πότε ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν δευτέραν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἄλλο τι νὰ προσθέσητε;
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 10½ π. μ.)