1869.07.09
1.046 στίχοι · 9.091 λέξεις · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 9 Ἰουλίου 1869.
(Τετάρτη.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.— Κύριοι βουλευταὶ, τὴν ἑνδεκάτην τρέχοντος μηνὸς ἡμέραν παρασκευὴν εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης καὶ παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ στείλῃ πρεσβείαν, ἥτις νὰ παρευρεθῇ εἰς τὸν ναόν.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλέσατε δύο βουλευτὰς καὶ κληρώσατέ την. (Γίνεται ἡ κλήρωσις).
§5ΠΑΡΙΣΣΗΣ (γραμματεύς). Οἱ λαχόντες, κύριοι, εἶναι οἱ κ.κ. Σωτηρόπουλος, Μουρίκης, Χρηστίδης, Λομβάρδος, Α. Ζαΐμης, Ῥωμαῖος, Λάπας, Ἀγγελίδης, Διοβουνιώτης καὶ Γεωργίου.
§6ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων, τὸ ὁποῖον ὡς παρετήρησα χθὲς ἔκαμε πολὺ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς πλείστους ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας, δὲν εἶναι ζήτημα αὐτοφυὲς, οὔτε λαμβάνεται ὡς ἐπιχείρημα ἱκανοποιήσεως ἀτομικῶς τῶν ἀποτυχόντων· εἶναι προϊὸν παρανομίας, εἶναι ἀποτέλεσμα καθαρᾶς παραβιάσεως ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος. «Η Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα ψήφου» κτλ. τὸ δεύτερον ἐδάφιον «ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς.» Ὁ πληθυσμὸς ἑκάστης ἐπαρχίας διττῶς δύναται νὰ ᾖναι γνωστὸς, ἢ δι’ ἀντιγράφων τῶν δημοτολογίων ἢ διὰ γενικῆς ἀπογραφῆς τοῦ κράτους. Ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1864, ὅτε κατηρτίσθη τὸ πολίτευμα ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἀπογραφὴ ἐγένετο· παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα· ἰδιοτρόπως καὶ αὐθαιρέτως, οὕτως εἰπεῖν, ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποψηφίων ἑκάστης ἐπαρχίας. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀντίγραφα τῶν δημοτολογίων, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Ἀττικῆς, ἐὰν ἐλάμβανον αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, 8, 9 βουλευταὶ θὰ ἐλαμβάνοντο· ἴσως ἐνόμιζον ὅτι ὑπῆρχον σφάλματα καὶ δὲν τὰ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν. Δὲν εἶμαι φίλος τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω μίαν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ ἐνεργήσῃ γενικὴν ἀπογραφὴν, ἐνῷ πᾶσαι αἱ προηγούμεναι κυβερνήσεις εἶχον αὐτὸν τὸν ὑλικὸν καιρὸν, ἂν ὄχι πρὸ τῶν ἐκλογῶν, τοὐλάχιστον μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς παρεπονέθη κατὰ τὸ 1865, οὐδεὶς ὅμως ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ παράπονα αὐτῆς, παρεπονέθη εἰς τὰ 1868 καὶ ἐζητήθη ἐπιμόνως, ἀλλὰ δὲν ἔγινεν ἡ ἀπογραφή· διάταγμα ὑπῆρχεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπουργείας τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη, ἀλλὰ δὲν ἐνεργήθη· ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι; δὲν εἶναι ἐδικόν μου νὰ τὸ ἐξετάσω. Ὁ ἐπιλαχὼν σήμερον δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ χάριν φιλοτιμίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν τακτικὴν τροχιὰν καὶ ν’ ἀποκτήσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι μᾶς παραχωροῦσιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἡ Ἀττικὴ δὲν θέλει δῶρα· καὶ ἠξεύρετε διατί; ὄχι διότι ἔχει ὑπερηφάνειαν, ἀλλὰ διότι εἶναι βεβαρυμένη ἀπὸ δῶρα· ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὴν εἰδικὴν πρὸς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἔχει τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν ἄπειρον εὐγένειαν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν βλέπετε αὐτὸ τὸ ὡραῖον θέαμα, ἀφοῦ ἔχει τόσας ὑποχρεώσεις, δὲν δέχεται δῶρα, δὲν θέλει δῶρα, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἔχῃ, διότι τότε εὑρίσκεται εἰς βλακώδη κατάστασιν, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματά της. Ὅτι ἡ Ἀττικὴ δικαιοῦται ν’ ἀντιπροσωπεύηται παρὰ ἑπτὰ βουλευτῶν καὶ πλέον, εἶναι ἀλήθεια φαεινοτέρα καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου. Εἰς τὰ 1844, ὅτε ἂν ἐνθυμεῖσθε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἀνετράφησαν καὶ ἔζησαν ἐδῶ, ἡ θέσις τοῦ κανονοστασίου εὑρίσκετο ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπόκεντρος, σήμερον λέγω, ὅτι ἀρκεῖ τις νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ νὰ ἴδῃ ποίαν ἔκτασιν ἔλαβε, τετραπλασίαν, πενταπλασίαν. Καλὰ λοιπὸν ὅλο πάροικοι, ὅλο ξένοι κατοικοῦν αὐτὴν τὴν πόλιν; δὲν ηὔξησεν ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως; νὰ ἴδωμεν· εἰς τὰ 1844 ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, ἦτον μικρὰ, ἀθλία κωμόπολις, σήμερον τί παρουσιάζει ἡ πόλις αὕτη; παρουσιάζει θέαμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἀξίζει τὸν κόπον, ὅταν εἰσέρχεταί τις εἰς αὐτὴν καὶ ἐξέρχεται νὰ σηκώνῃ τὸν πῖλόν του, διότι εἶναι πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται ἡ καλαισθησία, εἰς τὴν ὁποίαν προάγεται τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται ἡ πρόοδος, ὅλα αὐτὰ ἔγιναν ἄνευ τῆς αὐξήσεως τῶν κατοίκων; Ἔχετε ἀκόμη κύριοι, ἓξ δήμους· εἰς τοὺς δήμους τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κρωπίας ἦλθεν ἡ ἑταιρία, καθὼς γνωρίζετε, ἀνέπτυξεν ἐργασίας, ἔφερεν ἐν τῷ τόπῳ πλούτη, ηὔξησεν ἡ εὐζωΐα, οἱ κάτοικοι μόνον δὲν ηὔξησαν; λογικῶς ἀδύνατον· καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δήμους ἡ αὐτὴ ἀναλογία ὑπάρχει· ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὡς ὑπογραμμὸν καὶ κανόνα, ὅτι ἀπὸ τὰ 1844 καὶ ἐντεῦθεν ἡ αὔξησις ἀπείρως ἐγένετο ἰδίως εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ ἀφίνω αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, ἔρχομαι εἰς ἄλλην σκέψιν· τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν εἶναι ἔγγραφα τῆς παρούσης ἐποχῆς, εἶναι ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς τοῦ 1868. Ὁ τότε νομάρχης ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, τί ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀττικῆς.
§7ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπὸ τὰ 1865.
§8ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν θέλω ἀπὸ τὰ 1865, καὶ σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε· εἰς τὰ 1868 ἐρωτηθεὶς ὁ νομάρχης λέγει, ἀπὸ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἀπὸ τὰς ἐξωδίκους πληροφορίας τῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ κάμνει τὸν ὑπολογισμόν της ἐπὶ τέλους τελευτᾷ «ἐκ τούτων πάντων ἐξάγεται πρέπει νὰ δώσῃ τοὐλάχιστον ἓξ βουλευτὰς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ».... ἠξεύρετε πόθεν ἔλαβεν ἡ ἐξουσία τότε τὸ ἐνδόσιμον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν; ἀπὸ ἐνστάσεις, ἀπὸ διαμαρτυρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμον αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ εἰς τὰ 1865· διότι ἐνῷ ἔπρεπε κατ’ ἐμὲ ἅμα κατηρτίσθη τὸ νέον πολίτευμα οἱ πάντες νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ αὐτὸ καὶ νὰ μὴ γίνωσιν αἱ πρῶται ἐκλογαὶ πρὶν καταρτισθῶσι τὰ δημοτολόγια, ἢ πρὶν γίνῃ ἡ ἀπογραφή, αὐθαιρέτως ὅμως εἶπον, ἡ Ἀττικὴ νὰ δώσῃ πέντε βουλευτάς· τὰ συμβούλια καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἠκούσθησαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν νομάρχην πληροφορίας, καὶ ὁ ὑπάλληλός του εἶπεν, τοὐλάχιστον ἓξ ἐὰν δὲν θέλετε περισσοτέρους. Γίνονται ἐκλογαί, ἔρχετε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ πάλιν αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ μαζὶ μὲ τὸν νομάρχην ἐκφράζουν τὴν εὐχὴν, κατ’ ἐμὲ ἂς μὲ συγχωρήσουν νὰ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν ἂν μὴ λέγω ἀπρόσβλητον αὐτὴν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ δίκαιον, τὸ παράπονον, τὴν εὐχὴν τὴν ἐξέφρασαν· ὁ νομάρχης ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ λέγει, ὅτι ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶ δημάρχων καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων μέσων ἐξάγει, ὁ ἀριθμὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἶναι ἀνώτερος τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων ψυχῶν, καὶ ἑπομένως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς πρέπει νὰ ὦσιν ἑπτά. Καὶ πάλιν, κύριοι, σιωπὴ, καὶ πάλιν τὰ δικαιώματα τῆς δυστήνου αὐτῆς ἐπαρχίας παρηγκωνίσθησαν. Ἀπὸ τὸν καταρτισμὸν τῆς τελευταίας Βουλῆς παρῆλθε, δὲν ἠξεύρω πόσος χρόνος, μέχρι τῆς διαλύσεως, καὶ ὅμω, οὐδεμία ἀπογραφὴ, οὐδὲν ἐγένετο. Ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐκλογῶν· εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸν ὑλικὸν καιρὸν, διότι ἔπρεπε νὰ ἐπισπευθῇ πᾶν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὰς ἐκλογὰς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερα· ἐπειδὴ φαίνεται ὑποπτεύει καὶ αὐτὴ τὸ μὴ γνήσιον τῶν δημοτολογίων, μὴ ἔχουσα τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ κάμῃ γενικὴν ἀπογραφὴν, ἀπεφάσισε ν’ ἀκολουθήσῃ τὰ ἴχνη τῶν προηγουμένων κυβερνήσεων καὶ νὰ εἴπῃ, πάλιν πέντε. Ἐξ ὅλων αὐτῶν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι τότε θὰ παύσῃ τὸ δικαίωμα, ὄχι πλέον ἀπαίτησις τῶν ἐπιλαχόντων, ὅταν τακτοποιηθῶμεν, ὅταν ἐνεργηθῇ πᾶν ὅτι ὁ νόμος, τὸ Σύνταγμα κελεύει· διότι ἂν ἐκκαθαρίσωμεν τὰ βιβλία τὰ δημοτικὰ, τὰ δημοτολόγια, ἐκ τούτων θὰ ἐπέλθῃ ἓν γενικὸν βιβλίον· ἡ ἐὰν γίνῃ νέα ἀπογραφὴ θὰ ᾖναι πλέον γνωστὸς καὶ ἀναντίῤῥητος ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ κυβέρνησις ἑκάστοτε θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ὑποδεικνύῃ τοῖς δημάρχοις τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον δὲν τὸν ὁρίζει οὐδείς· ἐὰν ἀναγνώσωμεν μετὰ προσοχῆς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ὁ ὁποῖος πολὺ καλῶς κατηρτίσθη, οὐδεὶς ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν οὔτε ἡ κυβέρνησις, οὔτε ὁ δήμαρχος· ἡ κυβέρνησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, αὐτὴ θὰ ἦναι ἀσφαλὴς γνώμων, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἀρύεται πᾶσα ἐπαρχία τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς· διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖ. Λοιπὸν οὐδεὶς ὁρίζει, ἡ κεντρικὴ ἐξουσία θὰ ὑποδεικνύῃ· ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἐκ τῶν στατιστικῶν δικαιοῦται ἕξ, ἑπτά, καὶ ὀκτὼ βουλευτὰς νὰ ἔχῃ· παύει πᾶσα ἀπαίτησις ἐπιλαχόντων, ἕως ὅτου εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν παράνομον θέσιν, εἰς τοὺς ἰδίους σκοπέλους πάντοτε θὰ προσκρούωμεν καὶ τὰ αὐτὰ θὰ λέγωμεν. Τούτων γενομένων νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν ἀπορίαν τὴν προερχομένην ἀπὸ πατρικὸν ζῆλον εἴς τινας τῶν συναδέλφων μας «Θέλετε δημοτολόγια; μὰ, εἶναι παράνομα· θέλετε νὰ κάμωμεν νέαν στατιστικὴν, ἀλλ’ ἕκαστος θὰ θέσῃ πλεονάζοντα ἀριθμόν». Καὶ ποῖος μᾶς ἐμποδίζει, κύριοι, νὰ εἴπωμεν, δεκαπέντε χιλιάδες θὰ δώσουν ἕνα βουλευτὴν, διατὶ θὰ δώσουν δέκα χιλιάδες ἕνα; ὀλιγότεροι τῶν 150 δὲν πρέπει νὰ ἦναι οἱ βουλευταί· λοιπὸν κάμωμεν τὴν ἀναλογίαν 15 χιλιάδες θὰ δίδουν ἕνα βουλευταί. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ περὶ ἐκλογῶν νόμος μόνον εἶναι σεβαστὸς εἰς τὴν μυστικὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μεταβλητά. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ μίαν μικρὰν πρότασιν ἀντὶ δέκα χιλιάδων, 15 χιλιάδες νὰ θέσουν. Λοιπὸν λείπει καὶ αὐτὸς ὁ σκόπελος τοῦ μέλλοντος. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἐπειδὴ κατ’ ἐμὲ ὑπάρχουσι ἀδικήματα, διότι ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἀττικὴν ἐνδεχόμενον νὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, νὰ δοθῇ τοῦτο, ἀλλ’ ὄχι ἐκ προκαταβολῆς· κατόπιν μιᾶς ἀπογραφῆς, ἐὰν λέγω ἴδητε, ὅτι τινὲς δικαιοῦνται νὰ δώσωσιν καὶ ἑτέρους βουλευτὰς νὰ διαταχθῶσι νέαι ἐκλογαὶ καὶ οὐχὶ νὰ ἔλθωσιν οἱ ἐπιλαχόντες. Ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς εὑρίσκεται εἰς κάποιαν ἐξαιρετικὴν κατάστασιν, ἐπειδὴ ἐσυνείθισα νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν καὶ τώρα δὲν θέλω τὴν κρύψει. Προκειμένου περὶ ἐκλογῶν ἐφάνη εἷς συνδυασμός, τὸ κατ’ ἀρχὰς γνωρίζετε ἐκ τῶν μικρῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, διότι ἄπειρος περὶ τὰς ἐκλογικὰς περιπλοκὰς ἀπεφάσισα εἰς ὅλον τὸ διάστημα νὰ τηρήσω ὅλως ἀμυντικὴν θέσιν, παρετήρησα ὅμως, ὅτι ἐὰν ἦναι ἀξιοκατάκριτος πρᾶξις εἶναι οἱ συνδυασμοί· εἰς τοὺς συνδυασμοὺς ἡ δολιότης, ἡ ἀπάτη, ἡ δωροδοκία, πολλὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς δωροδοκίας, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Σπετσῶν, ἠξεύρετε, κύριοι, οἱ συνδυασμοὶ τὶ ἔφερον; ἐκάλυψαν τὴν ἀλήθειαν, ἡμεῖς δὲν ἐδώκαμεν λίρας, τάλληρα, ἐδώκαμεν ὅμως ῥητινίτην Ἀθηναϊκὸν, ἄφθονον τῆς Τριπόλεως, ἐδόσαμεν αἶγας τῆς Φθιώτιδος, καπότας τῆς.........δὲν εἶναι δωροδοκία αὐτή; ἐκτὸς ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ νὰ κλέψῃ τις διὰ ῥήξεως καὶ λάβῃ ἑκατὸν μόνον δραχμὰς δὲν εἶναι κλοπὴ, εἶναι δὲ κλοπὴ, ἐὰν λάβῃ ἑκατὸν χιλιάδας, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοιουτοτρόπως τοὺς νόμους. Ἠξεύρετε ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνδυασμῶν; ὑποψία τοῦ ἑνὸς μὲ τὸν ἕτερον συντελεῖ εἰς τὸ νὰ στείλῃ ὁ εἷς εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἕνα ἄνθρωπον μὲ διακοσίας ἢ τριακοσίας δραχμάς· τί θὰ εἴπῃ νὰ ἑνώσω ἐγὼ τοὺς φίλους μου μὲ τοὺς ἰδικούς σου; πῶς θὰ τοὺς θεωρήσῃς τοὺς συμπολίτας σου; εὐτυχὴς θὰ ἦτον ἐὰν εὑρίσκετο μία ἐπαρχία, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ λέγουν· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ σᾶς δώσωμεν, ἐὰν θέλετε κάμετέ μας. Ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἦλθεν εἰς τὸ ἴδιον πλημμελὲς μέρος. Ὁ εἷς συνδυασμὸς ὁ καλούμενος ὑπουργικὸς ὡς ἔχων τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, συνέκειτο ἐξ ἓξ ἀτόμων· ἀναντίῤῥητον ἑπομένως ἦτον, καὶ ὁ ἕτερος τῶν συνδυασμῶν νὰ ἦναι ἀπὸ ἕξ. Ὅταν φαίνεται εἰς μίαν κοινωνίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν συνδυασμῶν, πᾶς τις καταλαμβάνει ὅτι οἱ πολῖται κατείχοντο ἀπὸ τὰς ἰδέας, ὅτι ἓξ εἶναι οἱ μέλλοντες νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσωσιν, ὀλίγοι ἀναγινώσκουν τὴν προκήρυξιν τῶν δημάρχων, πῶς ἄρα εἶχε συστηθῆ ἀπὸ ἓξ ὁ συνδυασμὸς αὐτός; Λοιπὸν ἓξ ἐπέτρεψεν ἡ κυβέρνησις; Ἡ κυβέρνησις εἶπε πέντε, ὁ νομάρχης πέντε, ὁ δήμαρχος τῆς πρωτευούσης καὶ ἄλλοι δήμαρχοι ἕξ· δὲν τὸ ἐννοῶ οὕτω, μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνει, ἐξέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐν τούτοις ὁ νομάρχης ἀνακηρύττει ἓξ καὶ τοιχοκολλεῖ τοὺς ἕξ, μανθάνει ἡ ἐπαρχία, ὅτι ἓξ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι, καὶ μετ’ ὀλίγον μανθάνει, ὅτι εἶναι πέντε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αὐτὰ τὰ περιστατικὰ σᾶς πείθουν νὰ παραδεχθῆτε τὸν ἓξ ἀριθμὸν, κάμετέ το· δὲν τὸ παραδέχεσθε; δὲν ἔχω τίποτε νὰ σᾶς εἴπω. Τελειόνων λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ πρῶτον, νὰ συστηθῇ στενῶς εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ γίνῃ ὅσον τάχιστα δύναται ἀπογραφὴ, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς νόμος εἰς τὸ μέλλον, διότι ἡ ἀπογραφὴ καὶ θὰ εἰσάξῃ καὶ θ’ ἀφαιρέσῃ. Διὰ τὸ ἐνεστὼς νὰ χρησιμεύσῃ, ὄχι ὅπου ὑπάρχουν περισσότεροι νὰ τοὺς ἐξαγάγῃ, μόνον διὰ τοὺς ἀδικημένους νὰ γείνῃ τοῦτο. Διὰ τὸν ἕκτον τῆς Ἀττικῆς ἐὰν πεισθῆτε, παραδεχθῆτέ τον, ἐὰν δὲν πεισθῆτε κάμετε, ὅ,τι θέλετε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§10Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι χθὲς ἔντιμοί τινες ἀλλ’ ὀργίλοι βουλευταὶ παρεξήγησαν τὴν ἀπουσίαν μου. Δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἔλθω χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος οἰκογενειακοῦ τῆς Βουλῆς, ἤτοι περὶ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θέλει σταλῆ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς Νάξου· ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τῆς Κυβερνήσεως· οὐδέποτε δὲ ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπουσία αὕτη ἤθελε παρεξηγηθῆ καὶ ἤθελον ἐκτοξευθῆ βέλη κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι παρευρέθη κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν· τοῦτο, κύριοι, οὐδόλως εἶναι βάσιμον. Τὸ ὑπουργεῖον παρευρέθη ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν διὰ δύο κυρίως λόγους· πρῶτον διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐξῆλθον τοῦ καθήκοντος αὑτῶν καὶ ἐπεμβῆκαν οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὰς ἐκλογὰς, δεύτερον ὤφειλε νὰ παρευρίσκεται κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, διὰ νὰ πολεμήσῃ πᾶσαν ἄδικον προσβολὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ν’ ἀποκρούσῃ ἰδέας τινὰς ἀνευλαβεῖς καὶ ἀντικοινοβουλευτικὰς, αἱ ὁποῖαι ἦτο πιθανὸν νὰ ἐκτοξευθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρευρέθη τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Τὸ δύσκολον αὐτὸ σχέδιον, κύριοι, τῆς ἐξελέγξεως παρῆλθε καὶ μὲ ὅλας τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας οἱ ἐχθροὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔγραψαν καὶ ἐκοινοποίησαν περὶ ἐπεμβάσεων αὐτῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἡ κατηγορία αὐτὴ ἀπεδείχθη ψευδεστάτη, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχουσι μόνον φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀντίπαλοι αὐτῆς, οὐδεμία ἐξηνέχθη βάσιμος κατηγορία κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρευρέθη εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν· χθὲς δὲ δὲν παρευρέθη διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐπιλαχόντων, τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσῃ ἐκ νέου τὰς ἰδέας αὑτοῦ, διότι ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπον, ποίαν πορείαν ἠκολούθησε τὸ ὑπουργεῖον, ὡς πρὸς τὰς δύω ἐκλογὰς, εἰς τὰς ὁποίας αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἀνεκήρυξαν ἀριθμὸν βουλευτῶν περισσότερον τοῦ περυσινοῦ, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐξέδωκαν εἰδοποιητήρια. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Π. Κυριακοῦ, ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως· τίποτε περισσότερον δὲν ἔχω νὰ προσθέσω σήμερον. Σᾶς εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τῶν ἀποφασισθέντων ἐπὶ τοῦ 1865 ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τοῦ προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Κουμουνδούρου. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1ον αὐτοῦ, ὁ προσδιορισμὸς τῶν βουλευτῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν, οὐχὶ ἐν γένει ἀπὸ τὸν πληθυσμόν. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, συζητήσασα ἐν μεγάλῃ βίᾳ καὶ κατεσπευσμένως τὸν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν Νόμον, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ τὴν βάσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν βουλευτῶν ὑπὸ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα· κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἐξήρτητο ἀπὸ τὸν πληθυσμόν. Ἀλλ’ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Νόμος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι εἷς πληρεξούσιος ἱστάμενος ἐδῶ, εἶπε, ν’ ἀλλάξωμεν τὴν βάσιν· ἡ Συνέλευσις εἶπε νὰ τὴν ἀλλάξωμεν. Ἤλλαξαν λοιπὸν τὴν βάσιν, καὶ εἶπαν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, εἶναι ῥητὸν «ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστης ἐπαρχίας ἀποστελλομένων βουλευτῶν θέλει εἶσθαι ἀνάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν τῶν δήμων αὐτῆς» ὁρίζει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου. Τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον κατὰ πρώτην φορὰν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν στιγμὴν νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, εὑρέθη εἰς πλήρη ἀμηχανίαν· διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δημοτολόγια· ζητεῖ δημοτολόγια ἐδῶ, ζητεῖ δημοτολόγια ἐκεῖ· εἰς ὀλιγίστας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουν δημοτολόγια, καὶ εἰς πολὺ ὀλιγωτέρας ἐπαρχίας εὑρίσκοντο τοιαῦτα ἀκριβῆ καὶ τέλεια. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ἐκεῖνο ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, «σταματῶ, δὲν ἐνεργῶ ἐκλογάς, δὲν ἐφαρμόζω τὸ Σύνταγμα.» Ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσκολίας, ἐν ᾗ εὑρέθη, καὶ ἐξῆλθε τῆς στενοχωρίας αὐτῆς δι’ ἐπιτηδείου τρόπου· διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Κουμουνδοῦρος, ὅταν εὑρίσκηται εἰς στενοχωρίας δι’ εὐφυεστάτων μέσων ἐξέρχεται αὐτῶν. Τότε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὸ ὁποῖον περιεῖχε σπουδαίους ἄνδρας, εἶπε, πρέπει νὰ ἐξέλθω τῆς δυσκολίας αὐτῆς· δὲν ἔχω δημοτολόγια, δὲν δύναμαι ν’ ἀναστείλω τὰς ἐκλογάς. Ὀρθῶς λοιπὸν σκεπτόμενον, καὶ πολλάκις ἐπῄνεσα τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο εἶπεν, ὅπου ὑπάρχουν δημοτολόγια πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτά, ὅπου δὲν ὑπάρχουν, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1861, καὶ ἔθηκε καὶ ἄλλους τινὰς ὅρους ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, καθὼς φαίνεται εἰς τὴν ἐγκύκλιον αὐτήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω ἤδη, ἀλλ’ ἐντὸς ὀλίγου, καὶ δύνασθε νὰ τὴν ἀναγνώσητε. Ἐξῆλθε λοιπὸν πολὺ εὐφυῶς καὶ εὐστόχως ἀπὸ τὴν δυσκολίαν αὐτήν· ἔκτοτε, κύριοι, τὰ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διεδέχθησαν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ἐκυβέρνησαν καὶ τυχαίως εὑρέθησαν εἰς στιγμὰς ἐκλογῶν, τὰ ὑπουργεῖα αὐτὰ ἠκολούθησαν κατὰ γράμμα τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1865, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη πέρυσι, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἐνεστὼς δὲν ἐδύναντο πλέον νὰ λάβωσιν ἄλλην βάσιν, παρὰ τὴν βάσιν, ἣν ἠκολούθησε τὸ πρῶτον ὑπουργεῖον μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Ἐστηρίχθημεν λοιπὸν εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν, καὶ διετάξαμεν τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, νὰ μὴ παραβῶσι τὸν προσδιορισθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ τοῦ 1865, καὶ 1868 ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι, ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Ὅταν ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἕκτου βουλευτοῦ τῆς Ἀττικῆς, ἐξέδωκα τὴν ἀκόλουθον διαταγὴν πρὸς τὸν νομάρχην τῆς Ἀττικῆς καὶ τῷ εἶπον, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ ἓξ βουλευτὰς, διότι οὔτε ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦ 1865, οὔτε ἄλλη ἀπόφασις τῆς κυβερνήσεως, οὔτε τῆς Βουλῆς, προσδιώρισεν ἀριθμὸν βουλευτῶν ἀνώτερον τῶν πέντε, εἰς δὲ τὸ τέλος τῆς διαταγῆς, κύριοι, τῷ εἶπον ῥητῶς, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, ὅ,τι ἐγκρίνῃ· ῥητῶς ἀνέφερα ταῦτα «εἰς δὲ τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀξιώσεις περὶ ἕκτου βουλευτοῦ καὶ ἀποφασίσῃ ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι ὅ,τι ἐγκρίνῃ» Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἀναγνώρισιν ἕκτου βουλευτοῦ, ἄφησα δὲ ἐντελῶς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ὅ,τι ἤθελεν, ἰδοὺ καὶ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ παρουσία μου, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησαν, δὲν ἦτο παντάπασι ἀναγκαία. Διότι ὅ,τι εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι καὶ σήμερον. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπογραφῆς, ἢ μᾶλλον τῆς καταρτίσεως δημοτολογίων, εἶναι, κύριοι, ἀναπόφευκτος, καὶ αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λέκκας ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὀρθόταται. Ἐπειδὴ δὲ ὁ καταρτισμὸς τῶν δημοτολογίων εἶναι λίαν δύσκολος, καὶ εἶναι πιθανὸν, εἰς πολλὰ μέρη τὰ δημοτολόγια νὰ μιμηθοῦν τὴν τύχην τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, νομίζω ἀναγκαιότατον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων, καὶ περὶ τούτου ἐξέδωκα ἤδη τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ἡτοίμασα τὰ ἀναγκαῖα βιβλία, καὶ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἄρχεται ἡ ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου. Ἴσως δὲ τότε, ἢ εἰς καταλληλοτέραν περίστασιν, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ διαφύγωμεν τοὺς σκοπέλους, τοὺς ὁποίους ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λέκκας, ἴσως εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ παύσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς ἑκάστην ἀνανέωσιν τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπέλθῃ νομοθετική τις πρᾶξις, καὶ ἐὰν ἐξακολουθήσω ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ἐν δέοντι θέλω παρουσιάσει ἓν μόνον ἄρθρον Νομοσχεδίου, διὰ νὰ κανονισθῶσιν ἀκριβῶς τὰ περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
§11Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, καὶ ἐγὼ προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπαρχίας μου νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐξέθηκεν. Εὐχαριστῶ ἀληθῶς τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, διότι εἰς τὸ μέλλον θέλει φέρει λύσιν ὅπως κανονισθῇ ἐν γένει καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν δι’ ἑνὸς γενικοῦ μέτρου. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἤ τις ἄλλη ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ 5, 6, 4, 3 βουλευτάς. Νομίζω, κύριοι, καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ πλέον τῶν 6 βουλευτῶν, καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξήσκησε, καὶ ὅτι ὁ ὡς 6 παριστάμενος θεωρεῖται ὡς βουλευτὴς, καὶ ὄχι ὡς ἐπιλαχών. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας· κατ’ ἐκεῖνο δι’ ἑκάστην δεκάδα χιλιάδος ἐκλέγεται εἷς βουλευτής· διὰ τὸ πλεονάζον, καὶ ἂν εἷς μόνον δημότης πλεονάζῃ, ἐκλέγονται δύο, τρεῖς ἐκλέγονται, ἂν περιπλέον τῶν 20 χιλιάδων καὶ οὕτω καθεξῆς. Τίς ὅμως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι ὁ προσδιορίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας; ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ὅτι ὁρμωμένη ἡ Συνέλευσις ἀπὸ μίαν ἰδέαν τότε, ὅτι αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν κυβερνήσεις ἐπηρέαζον τὰς ἐκλογάς, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰς ἐνεργείας ἢ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις, ἀπὸ τοιαύτην ὡς εἶπον, ἰδέαν ὁρμωμένη ἡ Συνέλευσις, τὰ ἔδωκε ὅλα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ὅτι καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν ἐπικρατεῖ, καὶ ἰδοὺ πῶς· τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖόν τινες λέγουν, τῆς ἐπισήμου ἀπογραφῆς, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις, λέγω ὅτι μόνον οἱ δῆμοι τὸ ἔχουν, διότι μόνον οἱ δήμαρχοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ προσδιορίσουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας (Θόρυβος)· μὴ σᾶς ταράττῃ ἡ ἔκφρασίς μου· σκεφθῆτέ την, καὶ ἂν τὴν εὕρητε ὀρθὴν, παραδεχθῆτέ την, ἄλλως ἀποῤῥίψατέ την. Θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος δὲν δίδει τὸ δικαίωμα ὁ ἐκλογικὸς νόμος νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμόν. Τοὐναντίον εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀναφέρεται ὅτι οἱ δήμαρχοι δημοσιεύουν εἰς τοὺς δήμους τὰ προγράμματα, καὶ ῥητῶς μάλιστα λέγει, προσδιορίζουν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν· καὶ διὰ τί τοῦτο; ἐπειδὴ ἡ ἐκλογὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ δήμου· ποῖος εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ τοῦτο; ὁ δήμαρχος, ὅστις ἔχει ὅλα τὰ δημοτολόγια. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὑποθέτει τακτικὰ δημοτολόγια. Μᾶς εἶπον ὅτι κατὰ τὰ 1865, ἐπειδὴ εὑρέθησαν εἰς μίαν ἀμηχανίαν, διότι οὐδαμοῦ εὗρον τακτικὰ δημοτολόγια, προσδιώρισαν μονομερῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν· ἀλλὰ τοῦτο καθιεροῖ μίαν ἀρχήν; προσβάλλει ἓν δικαίωμα κεκτημένον; Ὄχι· ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου μένει ἡ αὐτή. Ἐὰν ᾖναι κακὴ, μεταβάλετέ την, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ὀφείλετε νὰ τὴν σεβασθῆτε. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι κατὰ τὸν κείμενον ἐκλογικὸν νόμον ἁρμόδιοι διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν εἶναι οἱ δήμαρχοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοτολογίων καὶ ὅτι ἡ καθιερωθεῖσα ἀρχὴ καὶ κατὰ τὸ 1865, 1868, 1869 δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ῥητῶς διὰ τοῦ νόμου καθιεροῦται. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς συνεμορφώθη μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν. Λέγω, συνεμορφώθη· καὶ ὀρθῶς· διότι, ἐὰν εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. νομάρχου δὲν ἀνεφέροντο 6, οἱ κατὰ τόπους ὅμως δήμαρχοι τῆς ἐπαρχίας, τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον αὐτῶν προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν 6· ἓξ ἦτο καὶ ὁ συνδυασμὸς, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος· ἓξ ἄρα κατὰ διάνοιαν ἕκαστος ψηφοφόρος ἐψηφοφόρει. Γίνεται ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ἦτον ἡ ὁλομέλεια τῶν δημάρχων, οἱ ὁποῖοι προσδιώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς 6· λέγω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι οἱ τέσσαρες δῆμοι, τῶν ὁποίων οἱ δήμαρχοι προσδιώρισαν τὸν ἀριθμὸν 6, μόνον ὁ πληθυσμὸς τῶν τεσσάρων τούτων δήμων, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν νὰ ἐκλέξῃ ἓξ βουλευτὰς, διότι εἶναι οἱ δῆμοι τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Φυλῆς καὶ Λαυρίου. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς κατὰ τὸ 1865, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη τότε εἰς ἀμηχανίαν ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἄλλην ἀρχὴν, τὴν ἐναντίαν ὑπεκφυγὴν τοῦ νόμου, ἀμέσως τότε οἱ δήμαρχοι ἀνέφερον πρὸς τὸν νομάρχην, καὶ ὁ δήμαρχος δι’ ἐγγράφου του, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ 6 βουλευτὰς, καὶ μολαταῦτα ἀγνοῶ καὶ ἐγὼ, πῶς εἶχε τὴν ἀτυχίαν ἡ ἐπαρχία νὰ μὴ ἴδῃ τὰ παράπονά της ἀκουόμενα, ἐνῷ ἄλλαι ἐπαρχίαι εἶδον τοιαῦτα παράπονα εὐχαριστούμενα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης, ὅτι τότε παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς ὁ γενόμενος δὲν ἦτο ἀκριβὴς, ὅτι ἅμα μία ἐπαρχία φέρῃ ἀπόδειξιν ἐπίσημον, ὅτι ἔχει ἀνώτερον πληθυσμὸν, παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὐτὴ δύναται νὰ ζητήσῃ αὔξησιν. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Κουμουνδοῦρος, ὡμολόγησε τότε εἰς ἀνάγκην εὑρισκόμενος, παρεδέχθη τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν δημοτολογίων ἠναγκάσθη νὰ εὕρῃ ἓν μέσον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ πέρυσιν ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς καὶ πάλιν διεμαρτυρήθη, ὅτι ὁ σύλλογος δι’ ἀναφορᾶς ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἀδικεῖται, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ καὶ ἓξ, καὶ ἑπτὰ μάλιστα βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ πέρυσιν ἀτυχῶς ἡ ἐπαρχία αὕτη ἠδικήθη, ἐνῷ ἄλλαι ἐπαρχίαι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδωσιν, ὅτι λαμβάνουν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δικαιώματός των· καὶ δὲν ἦσαν ὀλίγαι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἦσαν πέντε, ἓξ, τῆς Σύρου, τῆς Γόρτυνος, τῆς Δωρίδος, τῆς Χαλκίδος καὶ ἄλλαι. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, κύριοι· ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα δίκαιοι, πρέπει νὰ ἤμεθα δι’ ὅλα· ἂν θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἀρχὴν, νὰ τὴν παραδεχθῶμεν δι’ ὅλα, καὶ ὄχι ἐδῶ νὰ λέγωμεν ναί, ἐκεῖ ὄχι. Λοιπὸν λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὸ ἔθνος τὴν κρίνει, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς τάδε ἢ τῆς τάδε Βουλῆς. Ἐὰν νομίζητε, κύριοι, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὸ 1868 καὶ κατὰ τὸ 1865 καὶ ἤδη, προσάγει ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχει πληθυσμὸν πλέον τῶν 50,000· νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τῇ δώσητε καὶ ἕκτον βουλευτήν· ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι δὲν σᾶς πείθουν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἀπόδειξις, τότε βεβαίως δώσατε μέλαιναν τὴν ψῆφόν σας· μὴ λέγετε ὅμως, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐκτιμήσητε τὰς ἀποδείξεις, διότι, ὡς σᾶς προεξέθεσα τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ ἐκλογικὸς νόμος, τὰ δημοτολόγια, τῶν ὁποίων στερούμεθα ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, ἐν ἐλλείψει τῶν δημοτολογίων τούτων, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἄλλας ἀποδείξεις. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργοῦ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπαρχία ἔχει πλέον τῶν 50,000, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὅλων ὑμῶν, ὅτι τοιαύτην θὰ ἔχητε πεποίθησιν, ὅταν σᾶς ὑποβληθοῦν τὰ ἔγγραφα τῶν δημάρχων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὸν ἕκτον βουλευτήν; διατί ν’ ἀδικήσητε μίαν ἐπαρχίαν, ἐν ᾧ δι’ ἄλλα τὸ παραδέχεσθε; Μὴ σᾶς ταράττουν, ὅσα ἔντιμός τις προαγορεύσας σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν καθιερώσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, θὰ καταντήσωμεν ἡμεῖς ἔχοντες 1,300,000 πληθυσμὸν, νὰ ἔχωμεν 300 βουλευτάς. Τολμῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον αὐτὸν ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως νόμου, δὲν λαμβάνονται τοιοῦτοι φόβοι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ θεωρία του καὶ οἱ λόγοι του θὰ ἦσαν ὀρθοὶ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐκλογικὸν νόμον, νὰ καθιερώσωμεν βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑκάστη ἐπαρχία στηριζομένη πρέπει νὰ δώσῃ βουλευτά· τότε ἐδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀντὶ δέκα χιλ. προσδιορίζω τὰς εἴκοσιν ἢ τριάκοντα χιλ. ὅτι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε τῆς Ἱσπανίας καὶ Γαλλίας δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι τότε ἡμεῖς ὅλοι δὲν ἔπρεπε νὰ ἤμεθα παρὰ τριάκοντα πέντε, καὶ ὅμως συντακτικὴ διάταξις τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἤμεθα τοὐλάχιστον 150. Μὴ φοβηθῆτε δὲ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἐγὼ, ὅτι εἶναι μία κατάχρησις τοῦ δικαιώματος. Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω εἰς πόσας ἐπαρχίας, ἀλλὰ εἰς 10 ἢ 11, ἐδώκατε πρόσθετον βουλευτὴν, ὅτι πράγματι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι εἶχον δικαίωμα νὰ λάβουν τὸν πρόσθετον. Ἐὰν ζητοῦν μία ἢ ἑτέρα τις ἐπαρχία ἀκόμη πέμπτον, ἕκτον, ἕβδομον ἢ ὄγδοον βουλευτὴν, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι πράγματι ἠδικήθησαν αἱ ἐπαρχίαι αὗται, καὶ εἰς αὐτὰς νὰ δώσητε περισσοτέρους βουλευτὰς, μήτε εἶναι φόβος, μήτε πρέπει νὰ ταραχθῶμεν τόσον, ὥστε νὰ μὴ καθιερώσωμεν ἀρχὴν, ἣν σέβονται οἱ νόμοι. Ἤδη νομίζω, ὅτι δύω ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εὑρίσκονται εἰς θέσιν......
§12ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Περισσότεραι· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς.
§13Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δύο γνωρίζω ἐγώ· ἐγὼ ὑποστηρίζω, ἐὰν ἐννοήσατε τοὺς λόγους μου, ὅτι μία ἐπαρχία δύναται νὰ προσθέτῃ βουλευτὰς, ὅταν δύναται νὰ φέρῃ ἀποδείξεις τακτικὰς τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Εἶπον ὅτι, ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἐκπληροῖ τὸ πρῶτον, φέρει τὰς ἀποδείξεις τοῦ πληθυσμοῦ· εἶπον δ’ ὅτι ἐξεπλήρωσε καὶ τὰς κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἀπαιτουμένας διατυπώσεις τῆς ἐκλογῆς, δηλ. ὅτι οἱ δήμαρχοι τῆς ἐπαρχίας, προεκήρυξαν τοὺς 6 βουλευτὰς, καὶ ὅτι ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν ἀνεκήρυξεν 6 βουλευτάς.
§14ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλαχόντος, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἐκλογὴ ἢ νὰ ἔλθῃ αὐτός. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ἡ ἐπαρχία ἔχει περισσότερον τῶν 40,000.
§15ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Ὅλοι οἱ δήμαρχοι προεκήρυξαν 6;
§16ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Σχεδὸν ὅλοι.
§17ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά.
§18ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ὁ πληθυσμὸς τῶν τεσσάρων δήμων αὐτὸς καὶ μόνος ἀρκεῖ, διὰ νὰ δώσῃ 6 βουλευτάς· εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῶν δήμων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Φυλῆς καὶ Λαυρίου, διότι αὐτὸς καὶ μόνος ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν ἀναβαίνει πλέον τῶν 50,000. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι τὸ πρῶτον στοιχεῖον, τὰς ἀποδείξεις περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν τῆς ἐπαρχίας, τὰς ἔφερεν ἡ ἐπαρχία μας. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα τῆς Ἀττικῆς.
§19ΤΙΝΕΣ. Τί τὰ θέλετε;
§20ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπασχολήσω πολὺ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἶναι τὰ ἔγγραφα ὅλων τῶν δημάρχων, τοῦ δημάρχου Ἀθηνῶν, ὅστις σᾶς λέγει, τὸ σπουδαιότερον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει, ὅτι ἔχει δημοτολόγια, ὅτι εἰς αὐτὰ ἐνυπάρχουσι 15, 16 χιλιάδες, σημειωμένοι, ὅτι ἐκ τούτων συμπεραίνει ν’ ἀπεβίωσαν κατὰ τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία περὶ τὰς 2 χιλιάδας, ὅτι οἱ ἐναπολειπόμενοι φέρουν πληθυσμὸν πλέον τῶν 50000. Ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται. Ἠξεύρετε, ὅταν οἱ πλεῖστοι τῶν ἐν Εὐρώπῃ διαμενόντων ὁμογενῶν εἶναι δημόται ἐνταῦθα, ἂν δὲν ἔρχωνται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμά των, εἶναι ἰδική των ἀμέλεια, δὲν εἶναι ἰδική μας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου καὶ μόνου δύνασθε εὐσυνειδήτως ν’ ἀποφασίσητε, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ἔχει πληθυσμὸν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων διὰ νὰ δώσῃ πλέον τῶν 5. Παραλείπω τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Πειραιῶς, εἰς τὸ ὁποῖον φαίνεται αὔξησις 4000 ἀπὸ τὰ 1861 καὶ ἐδῶθεν. Ἐπίσης οἱ ἄλλοι δήμαρχοι πιστοποιοῦν ἀπὸ τὰ 1861 μίαν μεγάλην αὔξησιν. Παραλείπω ἐπίσης τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν δημάρχων εἶναι ἀληθῆ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε ἐν συνειδήσει ὅτι ἡ ἐπαρχία δικαιοῦται νὰ δώσῃ 6 βουλευτάς. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα. Ἐτήρησαν οἱ δήμαρχοι αὐτοὺς τοὺς τύπους τοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου διαγεγραμμένους; τοὺς ἐτήρησαν. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας νέας ἐκλογῆς, διότι ὡς σᾶς προεῖπον, καὶ οἱ δήμαρχοι προεκήρυξαν 6 καὶ οἱ ἐκλογεῖς εἶχον ὑπ’ ὄψιν 6, διότι σᾶς προεῖπον, ὅτι ὁ συνδυασμὸς ἀπετελεῖτο ἀπὸ 6, καὶ ὁ σύλλογος τῶν προέδρων τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς 6 ἀνεκήρυξεν, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως παρόντος καὶ μὴ ἀντιλέξαντος. Λοιπὸν καὶ ἡ προκήρυξις καὶ ἡ ἀνακήρυξις ἐγένετο. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ εἰσιτήριον εἶναι εἷς τύπος ἁπλοῦς, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀπολύτων συστατικῶν, ὅτι εἶναι ἁπλῆ εἰδοποίησις. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι, εἰς ὅσας ἐπαρχίας εὗρον τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγουν καὶ τὸν πρέποντα βουλευτήν. Μὴ ταραχθῆτε, κύριοι, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ γίνῃ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, ὄχι· εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν παρεχωρήσατε, οὐδεὶς παρεπονέθη. Ἂν ᾖναί τινες ἐπαρχίαι, ἔστω καὶ δέκα ἀδικημέναι, νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην, παρὰ ἀπὸ ἕνα φόβον μὴ ὑπάρχοντα, νὰ εἴπητε, δὲν θέλομεν τὴν νέαν αὔξησιν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ταράξῃ ἡ ἰδέα ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ παύσουν τὰ παράπονα, δὲν θὰ κανονισθοῦν τὰ δικαιώματα μετ’ ὀλίγον. Τὶ θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, δὲν πρέπει νὰ σᾶς ταράξῃ, διότι πρόκειται περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν αὐτοὺς εἶμαι ὑπὲρ τοῦ 6ου βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐπαρχίαν ἔχουσαν αὐτὰ τὰ προσόντα, τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὰ ἀπαιτούμενα κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, θεωρῶ δὲ ὡς τοιαῦτα τὴν προκήρυξιν καὶ ἀνακήρυξιν.
§21ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἷς τῶν μεγαλειτέρων ἀνδρῶν τοῦ κόσμου, πρόγονός μας θέλων νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐδίστασε ν’ ἀντιτείνῃ εἴς τινα ἀρχαῖόν του διδάσκαλον. Νομίζω, ὅτι ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἦτον ὁ Ἀριστοτέλης, ὅστις καὶ τώρα ὁμολογεῖται ὡς τοιοῦτος. Ἐλπίζω ὁ φίλος μου νὰ μὴ δυσαρεστηθῇ νὰ τοῦ εἴπω, ὅταν τελειώσωμεν νὰ ἴδῃ τὰ στενογραφήματα, ὅτι τριῶν λογιῶν ἐγύρισε· πότε εἶπεν, ὅτι καλὰ ἐκάμαμεν, καὶ πότε τὸ ἓν καὶ πότε τὸ ἄλλο. Ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἔκαμε τίποτε καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμῃ. Καὶ παρακαλῶ μὴ σφίγγεται, διότι ὁ ἐπιλαχὼν, τὸν ὁποῖον εἶπε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὁ 6ος βουλευτὴς, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἂν καὶ οἱ 4 δῆμοι ἐψηφοφόρησαν 6, ἴσως θὰ ἦτον ἄλλος ὁ 6ος, διότι ὁ Μακρυγιάννης, ὡς ἐπληροφορήθην πολλὰ ὀλίγους ψήφους 50, 60 ἔχει ὀλιγωτέρας καὶ ἴσως ἦταν αὐταί. Θὰ γίνῃ λοιπὸν νέα ἐκλογὴ, καὶ ὅταν αὐτὴ γίνῃ τότε θὰ ἔχωμεν μίαν τάξιν ἀπογραφῆς, καὶ πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸ δικαίωμα κατὰ χάριν, θὰ τὸ χάσουν, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸ ἔχουν, θὰ τὸ λάβουν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξαιρῇ μίαν ἐπαρχίαν. Πολὺ καλὰ ἐξηγήθη ὁ κ. Ζαΐμης, εἰπὼν ὅτι, πολὺ καλὰ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰ 1865, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπαινέσῃ τὸν πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤμην καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς, λέγω ὅτι, ἐπειδὴ ἦτον ἀτελὴς ἡ ἀπογραφὴ καὶ πρὸς χάριν τῶν ἐχόντων δικαίωμα, διὰ νὰ μὴ ἔχουν παράπονα ὅπου τὰ δημοτολόγια εἶχον μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐπέρναμεν τὰ δημοτολόγια, ὅπου αἱ ἀπογραφαὶ, ἐπέρναμεν τὰς ἀπογραφάς. Διὰ τοῦτο καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔκαμαν τὰ αὐτὰ καθὼς καὶ αὐτή. Λέγω λοιπὸν νὰ μὴ γνωμοδοτοῦμεν ἐξαιρετικὰ πράγματα. Ἐγὼ σέβομαι τὸ δεδικασμένον. Κύριοι· ἄλλος μᾶς ἐπιπλήττει, ἄλλος μᾶς κάμνει ἔφεσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι θὰ μᾶς καταστρέψῃ. Ἡμεῖς ἔχομεν συνείδησιν. Ἀφίνομεν εἰς τὸν θεὸν, ὁ ὁποῖος ὅταν θέλῃ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστρέψῃ. Ἕκαστος ἔχει τὴν κρίσιν του. Ἔχομεν τὸν θεὸν μάρτυρα, ὅτι θὰ ἐνεργήσωμεν ἐν συνειδήσει. Διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις.
§22ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Κρεστενίτην, ὅτι κανεὶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εὑρίσκῃ τὸν λόγον καὶ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζει μίαν πρότασιν, καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀνευρίσκῃ, ἂν ᾖναι δικαία νὰ τὴν ὑποστηρίζῃ, ὄχι ἂν ἔχῃ φιλίαν. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι οὐδέποτε ἤμην ἐναντίος, ὅτι οἱαδήποτε ἐπαρχία, ὅταν ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει πληθυσμὸν πράγματι ἀνώτερον, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν της· καὶ εἰς τὰ 1865 τὸ ὑπεστήριξα καὶ τώρα.
§23Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐλυπήθην, ὅταν μὲ εἶπεν ἀνόητον, ὅταν ἔκαμα παραβολὴν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἱσπανίαν, καὶ αὐτὸς παραπονεῖται. Χαίρω διότι μὲ ἐκέντησε νὰ τῷ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅταν θεωρήσωμεν τὰ στενογραφήματα, θὰ ἴδωμεν ποῖος παρεξετράπη. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν μου, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται), Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἄρθρον 68 τοῦ συντάγματος ὑποστηρίζω. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ διατάττει κατὰ τὴν πληθὺν τῶν κατοίκων ν’ ἀποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων, ὄχι, καθὼς τινες ἐξήγησαν, οἱ δήμαρχοι. Διότι κατὰ τὸν κύριον Πετσάλην, ὅστις ἠθέλησεν ἐχθὲς νὰ παίξῃ βέβαια, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνουν τὰ παιγνίδια καὶ πράγματα, ὅταν ἀφήσωμεν τὴν διάκρισιν εἰς τοὺς δημάρχους καὶ ἐπάρχους ἐὰν δὲν ἴδωμεν 100 θὰ ἴδωμεν 50. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν ὑποψηφίων δὲν ἀνήκει εἰμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὰ μέσα καὶ ἐν γνώσει διατάττει· διότι δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναγνωρίσω εἰς κανένα νὰ γνωρίζῃ τῆς ἐπαρχίας μου τὴν πληθὺν καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. Ἐγὼ παρατηρῶ, κύριοι, νὰ νομίζουν, ὅτι ἔχουν περισσοτέρους κατοίκους δημότας· ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω· διότι βλέπω 12,000 δημότας, 13,000 εἰς τὰ Καλάβρυτα, 13,500 εἰς τὴν Ἠλείαν. Πῶς λοιπὸν εἶναι ὀλιγώτεροι ψηφοφόροι καὶ περισσότεροι δημόται; Βλέπω ὅτι τὰ δημοτολόγια τὰ ὁποῖα ἔγιναν δὲν ἔγιναν, κατ’ ἐμὲ κατὰ χάριν. Ἡ Κυβέρνησις διανέμει τοὺς κληρούχους κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πληθύος. Μοὶ ἐπιφορτίζεις περισσότερον βάρος, θὰ μοὶ δώσῃ καὶ περισσότερα δικαιώματα· θὰ εὑρεθοῦν πολλαὶ ἐπαρχίαι μετὰ τὴν ἀπογραφὴν νὰ χάσουν, καὶ ἄλλαι ν’ ἀπολαύσουν. Νομίζω λοιπὸν νὰ παύσῃ πᾶσα αἴτησις παράλογος ἐναντία τοῦ συντάγματος.
§24ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασίς του ἀνάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 36 ἄρθρου τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι προσδιορίζουν οἱ δήμαρχοι, καὶ αὐτὸς λέγει, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸν προσδιορίσῃ.
§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ἂν, ὅταν γίνῃ ἡ ἀπογραφὴ, εὑρεθῇ ὅτι τινὲς ἐπαρχίαι ἔχουν δικαίωμα νὰ δώσουν περισσοτέρους νὰ τοὺς δώσουν ἀμέσως.
§26ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δεχόμεθα αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὅτι ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπαρχία τις ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον, τότε νὰ διαταχθῇ νέα ἐκλογή.
§27ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι βουλευταὶ, ἡ προκειμένη συζήτησις περιστρέφεται εἰς ἐπαρχιακὰ δικαιώματα, ὀφείλω βεβαίως καὶ ὑποχρεωτικῶς νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, καὶ ἐντὸς τοῦ δικαίου καὶ δι’ ἀποδείξεων ἐναργῶν καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων (διάλογοι). Δὲν ἔχετε ὄρεξιν ν’ ἀκούσητε, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι, ἢ ὅλους τοὺς ἐπιλαχόντας θὰ παραδεχθῆτε, ἢ ὅλους θὰ τοὺς ἀποῤῥίψητε· δὲν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἰδιοῤῥύθμως ἕκαστος ὑποβάλλει, καὶ καθήσατε, δὲν θὰ κανονίσητε τὴν συζήτησιν, κύριε Κ. Πετσάλη, σεῖς. Αἱ ἐπαρχίαι, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχουν ὑπέρτερον ἀριθμὸν δικαιοῦνται ν’ ἀποστείλουν καὶ πλείονας βουλευτὰς, καὶ ὁ κανὼν οὗτος πρέπει νὰ ᾖναι γενικὸς δι’ ὅλας, ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐξαίρεσις θὰ ᾖναι ἀδικία. Θὰ λάβητε λοιπὸν μίαν βάσιν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ συζητήσητε, καὶ ὅταν κάμετε παρέκβασιν, ἐννοεῖται, ὅτι φέρεσθε ἀπὸ προσωπικότητας. Ἂν αἱ ἐπαρχίαι ἔχουν πληθυσμὸν ἀνώτερον, κακῶς ἰσχυρίσθη τις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικαιωθῶσι, διότι αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν κατὰ πολὺ, καὶ δίδομεν ἀφορμὰς νὰ μᾶς παραστήσουν τοιούτους ἢ τοιούτους. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὐδενὸς, ἂν ἀπονείμωμεν δίκαιον, εἴμεθα ἐντὸς τοῦ καθήκοντός μας καὶ δὲν πτοούμεθα, ἂν δὲν ἀπονείμωμεν δίκαιον, τότε μάλιστα πρέπει νὰ ἐντρεπώμεθα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ὅταν τις ἀποδείξῃ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν προσθήκην τοῦ ἐλλείποντος βουλευτοῦ. Σᾶς παρουσιάζω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἐξ ὧν προκύπτει ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Φθιώτιδος ὑπερέβη τὰς 40,000 (ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως ἐγγράφου καὶ διακόπτεται).
§28ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν ἐσυζητήθη ἡ ἀρχή· σᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ πρόσθετος βουλευτὴς ἄνευ ἀπογραφῆς; Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Τσιριμῶκος, εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθῃ αὐτό.
§29ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι δεύτερον αὐτὸ, ἀλλ’ εἶναι πρῶτον.
§30ΜΕΤΑΞΑΣ. Περὶ τῆς τάξεως ἐσυζητοῦμεν κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν.
§31ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι· θὰ ὁμιλήσωμεν γενικῶς καὶ εἰδικῶς, καὶ δὲν θὰ κατέβω ἀπ’ ἐδῶ, ἂν δὲν ἀφήσετε ν’ ἀκουσθῶ· ἢ ἡ συζήτησις θὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ὅσαι ἔχουν δικαίωμα ἢ ἐξέρεσις δὲν θὰ λάβῃ χώραν. Λοιπὸν ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ὅταν ἀποδειχθῇ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἐπαρχία τις ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον, ἡ Βουλὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ διαταχθῇ νέα ἐκλογὴ, ἂν ἡ μέχρι τοῦδε ἐνεργηθεῖσα δὲν ἐθεωρήθη πλήρης. Αὐτὸ τοῦτο ὑπεστήριξε καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου της, εἰποῦσα ὅτι, διέταξε μὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεῖνα σκέψεων τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ θεωρεῖ τὴν Βουλὴν ἁρμοδιωτέραν νὰ κανονίσῃ αὐτόν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι οἱ δύο ἐπιτυχόντες Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος εἶναι εἰς κρείττονα θέσιν κανενὸς, διότι καὶ αὐτῶν ἡ ἐνέργεια δὲν ἔγινε πλήρης· διότι τινὲς αὐτῶν ἐπροκηρύχθησαν ἀπό τινας δήμους, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπὸ ὅλους· εἰς τὴν Ἀττικὴν δὲν ἐπροκήρυξαν τρεῖς δῆμοι, εἷς δὲ τὴν Λοκρίδα τέσσαρες δῆμοι. Ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, κύριοι ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Φθιώτιδος, ἡ ἔχουσα 10 δήμους ἀποτελουμένους ἀπὸ 115 χωρία, καὶ τέσσαρας πόλεις, ἐν αἷς ὑπάρχουν ὡς ἔγγιστα 1,800 οἰκογένειαι, ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τῶν 45,000. Οἱ δέκα δήμαρχοι ὑπ’ εὐθύνην των καὶ ἀναδεχόμενοι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου βεβαιοῦσιν αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ὁ Νομάρχης καὶ εἰς τὰ 1865 καὶ εἰς τὰ 1868 καὶ εἰς τὰ 1869 βεβαιοῖ ὅτι ὁ πληθυσμὸς ὑπερέβη τὰς 40,000. Οἱ πρόεδροι τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα συγχρόνως μὲ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ἄλλων Βουλευτῶν ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ ἐπαρχία κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ καὶ ἄλλον βουλευτὴν καὶ ἀναγνωρίζουν ὡς τοιοῦτον τὸν κύριον Παππακώσταν. Δὲν εἶναι, κύριοι, πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρεται τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ πεισθῆτε δὲ καὶ σεῖς ὅτι ἡ Φθιῶτις κέκτηται τοῦ δικαιώματος καὶ 5 βουλευτοῦ, ὅταν ἴδητε, ὅτι κατὰ τὸ 1861 ἐπὶ τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν ἀνέβαινεν εἰς 39,750· ἐλλείποντο λοιπὸν 250 κάτοικοι διὰ ν’ ἀποκτηθῇ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀπὸ τὰ 1862 ἕως τώρα φυσικῶς ηὔξησε κατὰ πολὺ μεγαλείτερον ἀριθμὸν, διότι μόνον τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καθ’ ἃ ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, ὅπερ ἐσχάτως ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν ἐξάγεται, ὁ πληθυσμὸς κατ’ ἔτος αὐξάνει κατὰ 264 ψυχὰς, ὅπου δὲν μᾶς ὑπελείποντο παρὰ 250· μόνον ἀπ’ αὐτὰ τὰ τρία ἔτη ὁ πληθυσμὸς ὑπερέβη τὰς 40,000. Προσθέσατε ὅτι ἕνεκα τῆς τελευταίας ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλίας, ἦλθον καὶ ἐνεγράφησαν δημόται ἐπέκεινα τῶν 500 οἰκογενειῶν, ἦλθον πολὺ περισσότεραι, ἀλλ’ ἐπανῆλθον καὶ ἔμειναν τόσαι μόνον. Αὐτοὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέφρασα εἶναι ἱκανοὶ νὰ σᾶς πείσουν νὰ καθιερώσητε τὴν ἑξῆς γενικὴν ἀρχὴν δι’ ὅλας ἐν γένει τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἔχουν ἔγγραφα ἐπίσημα τῶν δημάρχων καὶ ἐπάρχων. Ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῶν ά, β, γ, κλπ. ἐπαρχιῶν ἵνα ἐκλέγωσι ἑκάστη τόσους βουλευτάς, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Λυκούργου, διότι ὁ κ. Λυκοῦργος ἐκ προθέσεως καὶ ἀπὸ φόβους ὅλως διόλου ἰδανικοὺς, ὑποβάλλει πρότασιν στεροῦσαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει μία ἐπαρχία, καὶ αὐτὸ δὲν συνάδει διόλου μὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδίδῃ δικαιοσύνην καὶ ὄχι ν’ ἀφαιρῇ τοιαύτην.
§32ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι περιστάσεις, κύριοι, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ πεποιθήσεις εἰς τὰ ἄτομα εἶναι τόσον ἰσχυραὶ, ὥστε τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὰ ἄτομα ἀπὸ τὸ νὰ κάμνουν αὐτό. Τοῦτο συμβαίνει ἐν ἐμοὶ, κύριοι, ἤδη, διότι ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν περὶ τοῦ γράμματος καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, ὥστε δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐκθέσω τὴν πεποίθησίν μου ταύτην οὔτε ἡ φιλία πρὸς τὰ ἄτομα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διότι καὶ πρὸς τὸν κ. Δόσιον καὶ πρὸς τὸν κύριον Κυριακοῦ αἰσθάνομαι μεγάλην συμπάθειαν, μήτε τὸ ἀσθενὲς τῶν δυνάμεών μου εἰς τὸ ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας. Δὲν θέλω εἶσθαι ποσῶς ἐναντίος νὰ παραδεχθῶ οὐχὶ ἓξ ἀλλὰ δέκα βουλευτὰς, ἂν ἀποδειχθῇ νομίμως ὅτι ἔχει πληθυσμὸν ἀνάλογον, καθὼς ἐπίσης θέλω δεχθῆ καὶ ψηφοφορήσει τὴν ἰδέαν τοῦ φίλου μου Δοσίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου. Ἀφ’ ὅτου, κύριοι, ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τῶν ὑπεραρίθμων βουλευτῶν, παρατηρῶ ὅτι ἀποδίδουν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοιαύτην ἐξήγησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἄντικρυ τῆς πραγματικῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ θέλει ἔχει ἴσως τοῦτο τὰς πλέον ὀλεθρίας συνεπείας, ὅπως θέλω ἐξηγηθῆ, ἂν εὐτυχήσω νὰ ἐξηγηθῶ εἰς τρόπον καταληπτόν. Πολὺ καλὰ, κύριοι, καὶ πολὺ εἰλικρινῶς καὶ πάντοτε ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις του καὶ εἰς τὰς πράξεις του ἐχαρακτήρισε τὸν κύριον Ζαΐμην ἡ εἰλικρίνεια, πολὺ καλὰ ἐξηγήθη εἰπὼν ὅτι ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος ἐσυζητήθη ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει μὲ τοιαύτην βίαν, ὥστε δὲν ἔδωκε καιρὸν εἰς διασαφήσεις καὶ ἐξηγήσεις, καὶ ἔμειναν πολλαὶ διατάξεις σκοτειναί. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως καὶ ἠκολούθησα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξηγήσωσι καὶ ἀναπτύξωσι τὸν νόμον αὐτὸν, οἱ δὲ ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξούσιοι τότε, ὄχι διότι δὲν ἠθέλησαν, ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὰ ἤθη τὰ ἰδικά μας δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις καὶ ἰδίως τοιαύτας, ὁποίας ἔπρεπε νὰ δώσωσιν πρὸς φωτισμὸν ἡμῶν. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ὁ νόμος περὶ ἐκλογῶν σκοτεινὸς κατὰ τὸ μέρος τοῦτο; εἶναι κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν λίαν σαφὴς καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας ἢ παρεξηγήσεως. Τοὺς λόγους, οἵτινες ἀποδεικνύουν τὸ σαφὲς τοῦ νόμου ἐξέθηκεν ἀκριβέστερον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου κύριος Χρηστίδης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς, ἐπανέλαβε δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς σήμερον, καὶ δὲν ἐπίστευον ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν νὰ ἔμεινεν ἀμφιβολία, ἀλλ’ ὅ,τι ἄλλοι φρονοῦν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σκέψεώς των καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τοὺς μετατρέψῃ, διότι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Διὰ ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, ὅπως εἶπε σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργός. Πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας γίνεται μία πρᾶξις, ἥτις ὀνομάζεται ἀπογραφή· τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐνεργοῦσιν οἵ τε δημοτικοὶ καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι· τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πράξεως αὐτῆς συγκεντροῦται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λαμβάνει τύπον ἐπισήμου πράξεως, ὅταν δημοσιεύεται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς κυβερνήσεως. Ὁ νόμος λοιπόν, ὁ ὁποῖος ἀπῄτησεν ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν νὰ ᾖναι ἀναλόγως τῶν δημοτῶν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτην τινὰ πρᾶξιν, τὴν ἀπογραφὴν τῶν δημοτῶν στηριζομένην εἴτε εἰς τὰ δημοτολόγια, εἴτε εἰς ἰδιαιτέραν ἀπογραφήν, ἥτις τοιαύτη ἔγινε κατὰ τὸ 1861. Τώρα ποῖος δύναται οὐχὶ αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ εἴπῃ ὄχι νὰ ὁρίσῃ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν ὁρισμὸν τῶν δημοτῶν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων; ποῖος ἄλλος εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ τοῦτο, παρὰ ἡ κυβέρνησις; Τοῦτο καὶ ἐγένετο· αἱ κυβερνήσεις ὅλαι ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι σήμερον ἀναλαβοῦσαι τὴν ἐξουσίαν, οὕτως ἐξήγησαν γραμματικῶς τὸν νόμον καὶ οὕτως ἐφήρμοσαν αὐτόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένοντο αὐξήσεις τινὲς εἴς τινας ἐπαρχίας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐξηγήσεως τοῦ νόμου· διότι ἡ ἰδία κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔλαβεν ἐξ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προσδιορίζῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστης ἐπαρχίας τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἡ ἰδία κυβέρνησις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ βεβαιοῦντα τὸν πληθυσμόν, ὥρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ποσόν. Ἀνέφερον, κύριοι, μάλιστα μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Δωρίδος· ἀλλ’ ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ αὔξησις ἐκεῖ ἐγένετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δηλ. ἐπίσημα ἔγγραφα δημοτολογίων, ἀπογραφικοὶ πίνακες ἔπεισαν τὴν κυβέρνησιν καὶ διὰ τοῦτο ἡ κυβέρνησις εἶπε, πρέπει νὰ δώσῃ ἡ ἐπαρχία αὐτὴ τρεῖς βουλευτάς, ὅπερ καὶ ἐγένετο, πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὅμως.
§33ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγινεν ἀπογραφή;
§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας ἀπογραφῆς τοῦ 1861.—Τὸ αὐτό, κύριοι, συνέβη καὶ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ηὔξησεν. Ἀνέφερον τὴν ἐπαρχίαν Βονίτσης, εἰς αὐτὴν δὲν ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, πέρυσι, διότι εἶχεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 1847 μέχρι τοῦ 1856. Δὲν ἠξεύρω ποία περίστασις ἠλάττωσεν αὐτούς. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 τίποτε ἄλλο δὲν ἔκαμε παρὰ ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ εἶχε κεκτημένον. Ἀλλά, κύριοι, ὅ,τι ἰδίως μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, εἶναι ἡ κακὴ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου. Ἐῤῥέθησαν, κύριοι, πολλὰ καὶ πολλοὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ μόνον εἶναι ἁρμοδία νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Ἠξεύρετε, κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι οἱ νόμοι ἐξηγοῦνται πολλαπλῶς, εἴτε κατὰ γράμμα, εἴτε κατ’ ἔννοιαν· ἐδὼ δὲν βλέπω μήτε εἰς τὴν κατὰ γράμμα μήτε εἰς τὴν κατ’ ἔννοιαν ἐξήγησιν αὐτήν, συμβιβαζόμενον τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὴν ὁποίαν ἔδοσαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι καὶ ἰδίως ὁ κύριος Δανόπουλος, καὶ ἀπορῶ πῶς περιέπεσεν εἰς τὸ λάθος αὐτό. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἔχει οὕτω· (ἀναγινώσκει αὐτὸ). Πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως εἰς τὸ μέλλον, διότι θὰ εἶχε κακὰς συνεπείας τὸ τοιοῦτον. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξήγησαν οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες· εὐτυχῶς μάλιστα ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἄρθρου εὑρίσκεται ἡ ἄλλη πρᾶξις, δηλαδὴ ἐκεῖ ὅπου ἤθελησε νὰ δώσῃ ὁ νόμος τὸ δεικνύει, τὸ προσδιορίζει ῥητῶς, τὸ ἔδωσε δηλαδὴ εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ νομάρχην νὰ προσδιορίζῃ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας· διότι δύναται νὰ ὁρίσῃ ναὸν ἢ σχολεῖον ἢ ἄλλο οἰκοδόμημα· λοιπὸν ὅπου ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ νόμος δικαίωμα, προσδιώρισε, τὸ ἔδωκε πολὺ καθαρά· εἰς τὸν δήμαρχον δὲν ἔδωκε κανὲν δικαίωμα προσδιορισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῆς κοινοποιήσεως· δηλαδὴ ποίας ὥρας ἄρχεται ἡ ψηφοφορία καὶ πότε λήγει· ὁ νόμος ὁρίζει, ὁ δήμαρχος κοινοποιεῖ πρὸς τοὺς συνδημότας του, ταῦτα πρὸς γνῶσιν των· ὁ δήμαρχος ἀναφέρει τὰ γεγονότα, ἀλλὰ δὲν προσδιορίζει τὰ πράγματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ δήμαρχος ὑποχρεοῦται νὰ γνωστοποιῇ εἰς τοὺς κατοίκους ἤδη ἀποφασισθέντα. Ὁ δήμαρχος ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ ἀναφέρει τὰς ὥρας καὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ δὲν προσδιορίζει ὁ δήμαρχος τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ νομάρχου· ὁ δήμαρχος ἀναφέρει ἐπίσης ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν.
§35ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τοῦ τὸ ἔδωκε τὸ δικαίωμα;
§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ὑποχρέωσις· ὑποχρεοῦται ν’ ἀναφέρῃ τὰς ὥρας, τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν.
§37ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἰδίας ἐκτιμήσεως, προαιρέσεως καὶ δυνάμεως αὐτὸς ἔχει τὴν ἐντολήν; πόθεν τὴν ἔλαβεν;
§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν θὰ ἔχετε ἀνάγκην νὰ μ’ ἐρωτήσητε, κύριε Δανόπουλε, ἐὰν προσείχατε εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, τοῦ κυρίου Χρηστίδη καὶ τοῦ κ. Κρεστενίτη, οἱ ὁποῖοι εἶπον πῶς ἐξηγεῖται ὁ Νόμος καὶ πῶς ἐφηρμόσθη· ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὕτως ἐξήγησε τὸν Νόμον, τοιαύτη κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ ἡ ἀληθὴς ἔννοια. Εὑρίσκονται ὅμως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τοῦ Νόμου. Τί προκύπτει ἐκ τούτου; ἔρχεται ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τοῦ νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ Νόμος αὐθεντικῶς, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστὸς, διὰ νὰ ὑποχωροῦν πάντες εἰς αὐτὸν, διότι ἡ κακὴ ἐξήγησις ἔδωσε χώραν εἰς παρεκτροπάς· διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Λοκρίδος ἐφηρμόσθη οὕτως ὁ Νόμος, εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἄλλως· ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ νόμος ἐφηρμόσθη οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀποφύγῃ τὰς κακὰς συνεπείας τῆς παρεξηγήσεως αὐτῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ ὑπεσχέθη σήμερον ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ἑπομένως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ προλάβῃ πολλὰ κακά. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐπαρχιῶν· ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπαρχία τις ἔχει πληθυσμὸν, μάλιστα· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν πολλοὶ εἶναι τοῦ νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος ἐφ’ ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἐκτελῆται ἀπὸ ὅλους ἐν γένει διὰ τοῦ ἰδίου τρόπου, διότι ἡ διάφορος ἐκτέλεσις θὰ φέρῃ πολλὰ παρατράγωδα, τὰ ὁποῖα καὶ τὴν Βουλὴν αὐτὴν θ’ ἀπασχολήσωσι πολὺ, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν δυσάρεστον πάντες. Λοιπὸν ἐπιμένω νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, ἀλλ’ ἐπειδὴ δίδουν τινὲς ἄλλην ἐξήγησιν ἀπαιτεῖται μία αὐθεντικὴ ἑρμηνεία αὐτοῦ, καὶ πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει καταρτίσει νόμον ἐξηγοῦντα καὶ ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον αὐτόν.
§39ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ, κύριοι, εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λυκούργου Κρεστενίτη ἔχουσα οὕτω· «Εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα πρότασις περὶ παραδοχῆς ὑπεραρίθμου βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις δὲν προεκήρυξε συνεπείᾳ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων ἑκάστης ἐπαρχίας συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος».
§41ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. «Ὁ ὁποῖος δὲν ἐπροκηρύχθη» διότι δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό.
§42Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐξηγοῦμαι· ἐννοῶ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀδυνατεῖ ν’ ἀποφασίσῃ καὶ πράξῃ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§43ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ὁ ὁποῖος δὲν προεκηρύχθη, νὰ μὴ ἠμπορῇ......»
§44ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θέσατε «κατὰ τὸν νόμον.»
§45ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ὅστις δὲν προεκηρύχθη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.»
§46Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠξεύρετε πῶς εἶναι τοῦτο; βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ θεοῦ.
§47Γ. ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε. Ἐννοοῦν τὴν πρότασιν, ὅπως ἦτον συντεταγμένη, διότι ἦτον εἰδικὴ καὶ συγκεκριμένη, ἀποδίδουσα εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς προκηρύξεως τῶν ὑποψηφίων, δὲν θὰ τὴν ἐννοήσω ὅμως ἐὰν τροποποιηθῇ, ὅπως ζητῆται. Τί θὰ εἴπῃ, «εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις περὶ προσθέτου βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν προεκηρύχθη οὗτος σύμφωνα μὲ τὸν νόμον; Τίποτε· διότι οἱ μὲν νομίζουν, ὅτι ἡ γενομένη προκήρυξις εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, οἱ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος· κατὰ τί λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη, ἂν γίνῃ δεκτὴ, θὰ μᾶς κάμῃ νὰ προχωρήσωμεν ἔστω καὶ ἓν βῆμα; Τί συζητοῦμεν ἐνταῦθα, κ. πρόεδρε, ἀόριστα θέματα ἢ συγκεκριμένα; ἔχομεν πέντε, ἓξ προτάσεις περὶ προσθέτων βουλευτῶν· ἐξ αὐτῶν δύο φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι πρόσθετοι, διότι προεκηρύχθησαν ὑποψήφιοι, ἀνεκηρύχθησαν βουλευταὶ καὶ ἔλαβον εἰδοποιητήρια· ἀπέκτησαν ἑπομένως τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς των ἡ Βουλή. Ἐκτὸς τούτων ὑπάρχουσι καὶ τρεῖς, τέσσαρες προτάσεις, αἱ ὁποῖαι περιστρέφονται εἰς αἴτησιν κειμένην ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Τώρα εἶναι δίκαιον νὰ συνενώσωμεν ὅλας ταύτας τὰς προτάσεις εἰς μίαν γενικὴν καὶ ἀόριστον, ἥτις δὲν λέγει τίποτε; Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ πρότασις ἐψηφίσθη. Ἐρωτῶ τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή; τίποτε· κατόπιν θὰ ἔλθῃ οὐχ ἧττον ἡ πρότασις ἡ συγκεκριμένη, ἂν ὁ δεῖνα βουλευτὴς προεκηρύχθη νομίμως. Ἐπαναλαμβάνω δὲν ἐννοῶ τὴν πρότασιν. Ἂν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ προκήρυξις τῶν ὑποψηφίων πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἔχει καλῶς· ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ ἡ πρότασις αὕτη νὰ γίνῃ τώρα, διότι εἶναι πρότασις νόμου, καὶ οὐχὶ μέτρον προσωρινὸν, εἰδικὸν, λαμβανόμενον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ὅπως δὲ καὶ ἄλλοι εἶπον καὶ ἐγὼ ἐπανέλαβον πολλάκις, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ δὲν νομοθετεῖ, ἀλλὰ λαμβάνει μέτρα εἰδικὰ ἔχοντα ἰσχὺν μόνον ἀναφορικῶς πρὸς τὴν συγκρότησιν αὐτῆς. Λοιπὸν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ἕκτος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καίτοι προκηρυχθεὶς ὡς ὑποψήφιος, καίτοι ἀνακηρυχθεὶς ὡς βουλευτὴς καίτοι λαβὼν εἰδοποιητήριον δὲν ἐμβαίνει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, τοῦτο τὸ καταλαμβάνω· ἠμπορεῖτε ἐπίσης νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ κ. Δόσιος, ὁ ὁποῖος προεκηρύχθη ὑποψήφιος, ἀνεκηρύχθη βουλευτὴς ἐγκύρως καὶ ἔλαβεν εἰσιτήριον, δὲν ἔχει τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ, καὶ τοῦτο τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ τὸ νὰ θέσητε μίαν ἀφοριστικὴν διάταξιν λέγουσαν «δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ προσθήκης βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν προεκηρύχθη οὗτος σύμφωνα μὲ τὸν νόμον,» μὲ αὐτὸ, κύριοι, δὲν λύεται τίποτε· κάμνετε βῆμα σημειωτόν· θὰ ἦσθε καὶ μετὰ τὴν πρότασιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεσθε τώρα. Λοιπὸν προτείνω ν’ ἀποφανθῇ συγκεκριμένως ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος, διότι ἀμφότεραι αἱ ἐκλογαὶ αὗται παρουσιάζουσι τὰ αὐτὰ στοιχεῖα, τοὐτέστιν ἐκλογὰς νομίμως ἐνεργηθείσας, ὑποψηφίους νομίμως προκηρυχθέντας, καὶ βουλευτὰς νομίμως ἀνακηρυχθέντας· ἀμφότεραι ἑπομένως παρέχουν βουλευτὰς, ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν ἡ Βουλή. Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὰς λοιπὰς αἰτήσεις, ἠμπορεῖ ἐπ’ αὐτῶν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ γενικῶς, διότι καὶ αὗται ὑπάγονται ὅλαι εἰς μίαν εἰδικὴν κατηγορίαν. Ὅθεν διατυπώνων τὴν πρότασίν μου, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ πρῶτον εἰδικῶς ἐπὶ τῶν δύο ἐκλογῶν Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος, ἂν ὁ ἕκτος βουλευτὴς τῆς Ἀττικῆς καὶ ὁ τρίτος τῆς Λοκρίδος ἐξελέχθησαν νομίμως καὶ φέρουν τὰ νόμιμα προσόντα· κατόπιν δὲ θ’ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν αἰτήσεων, αἵτινες δύνανται ἐπίσης νὰ διατυπωθῶσιν εἰς εἰδικήν τινα καὶ συγκεκριμένην πρότασιν.
§48ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ προαγορεύσαντος ἔγκειται εἰς τὴν πρότασιν, ὅτι πᾶσα πρότασις περὶ παραδοχῆς προσθέτων βουλευτῶν εἶναι ἀπαράδεκτος ὡς μὴ γενομένη νομίμως. Ἡ πρότασις δὲν ἀφορᾷ τὴν πρότασίν του μόνον, ἀφορᾷ τὰς προτάσεις καὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῆς προσθήκης βουλευτῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐρχόμεθα νὰ λύσωμεν τὰς προτάσεις, τῶν ὁποίων ἐπελήφθη ἡ Βουλή· λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη ἐμπεριέχει αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κύριος βουλευτής.
§49ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε πρόεδρε· ὁ κύριος Μίλησης ἐπροχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐγὼ λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι νόμο, εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἐξελέγξεις της, ὥστε εἶναι κατάλληλον ν’ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶναι ἓν μέρος τοῦ κανονισμοῦ, εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς καὶ ὄχι διὰ τὸ ἔθνος· διὰ τοῦτο εἶναι γενικὴ ἡ πρότασις· τί χρειάζεται νὰ πέσωμεν εἰς προσωπικά; ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν εἶναι παραδεκτὴ ἀπὸ ἡμᾶς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν· «εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα πρότασις περὶ παραδοχῆς ὑπεραρίθμου βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις δὲν προεκήρυξε συνεπείᾳ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων ἑκάστης ἐπαρχίας συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.»
§51ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ἔτσι, νὰ τροποποιηθῇ.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, εἴτε ἐνεργητικὸν εἴτε παθητικόν. Ἡ κυβέρνησις προκηρύττει καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§53ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ τοιαύτη πρότασις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου· «εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα πρότασις περὶ παραδοχῆς ὑπεραρίθμου βουλευτοῦ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, περὶ ὧν ἐγένετο συζήτησις ὡς μὴ γενομένης τῆς προκηρύξεως τοῦ ὑπεραρίθμου βουλευτοῦ».
§55ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πολὺ καλά, συγχωνεύω τὴν ἐδικήν μου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ταμπακοπούλου ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§57ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Νάξου.
§58ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμέρα ἀπεφασίσθη τὸ σάββατον. Καθήσατε παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Νάξου. (Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸν κανονισμόν).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον ψήφους διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Νάξου οἱ κύριοι Μεταξᾶς 68, Τσιριμῶκος 71, Μπούμπουλης 64, Κοτζιᾶς 73, Λοιδορίκης 79, Δημητριάδης 78, ἑπομένως μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι οἱ κύριοι Κοτζιᾶς, Λοιδορίκης καὶ Δημητριάδης. Τὴν παρασκευὴν τὴν 10 ὥραν γίνεται ἡ τελετὴ εἰς τὸν ναόν· παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς πρεσβείας νὰ ᾖναι εἰς τὰς 9½ ἐδῶ. Τὸ δὲ σάββατον γίνεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 20|60.)