1869.06.07
1,762 rows · 15,038 words · 120 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2.
Τῆς 7 Ἰουνίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 8 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι βουλευταὶ δὲν ὡρκίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσιν. Προσέρχονται πολλοὶ βουλευταὶ καὶ ὁρκίζονται.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΟΡΚΩΜΟΣΙΑΣ.
Ἐν Ἀθήναις, τῇ 7 Ἰουνίου τοῦ 1869 προσελθόντες οἱ ἄρτι ἀφιχθέντες καὶ φέροντες εἰσιτήρια βουλευταὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, ὤμοσαν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νενομισμένον ὅρκον, ἔχοντα ὡς ἑξῆς. Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου.
Ὁ Προσωρ. Πρόεδρος
Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ.
Ὁ ἱερεὺς Ἰωάν. Κυριαζῆς. Οἱ γραμματεῖς Μ. Παρίσσης Α. Μησυρλῆς. Οἱ ὁρκισθέντες Γ. Ῥοῦφος, Ἰάκω. Πολυλᾶς, Ἰ. Δεστούνης, Π. Κωσταντᾶς, Κ. Κοκκινώρης, Γ. Ἀρώνης, Λ. Μαντζαβῖνος, Α. Γκοῦσκος, Ἀλέξ. Δόσιος, Γ. Δρακονταειδῆς, Ι. Τοπάλλης, Π. Κ. Μανέτας, Ν. Λοῦβρος, Ἀνδρέας Γαΐτας Φωσκάρδης, Ι. Σούλης Βάρκας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥρα ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς ὡρίσθη ἡ 8 π. μ. παρακαλοῦνται λοιπὸν οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ προσέρχωνται κατὰ ταύτην ἀκριβῶς.
§3ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικὰ ἤκουσα, ὅτι «ὁρκισθέντες οἱ ἔχοντες εἰσιτήρια βουλευταί·» μεταξὺ ὅμως τῶν ὑπογραψάντων εἶναι καὶ ὁ κ. Π. Κυριακός, ὅστις δὲν ἔχει εἰσιτήριον, εἶναι ἁπλοῦς ἰδιώτης, ἔχω περὶ τούτου ἔνστασιν.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ εἰσιτήριον δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀποδίδουν. Τὸ εἰσιτήριον τί εἶναι; εἶναι μία ἁπλῆ εἰδοποίησις, ἡ ἐκτέλεσις γεγονότων λαβόντων χώραν, π. χ. ἂν ὑπῆρξε μία ἀπαρίθμησις ἀπὸ τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, ἂν ὑπῆρξε μία ἀνακήρυξις καὶ ἔγκρισις, ἂν αὐτὴ ἡ ἀνακήρυξις ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ἔπαρχον, ἂν ὁ ἔπαρχος εἰδοποιήθη, ὅτι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα ἀνεκηρύχθη βουλευτής· τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ, καὶ τὸ λεγόμενον εἰσιτήριον δὲν ἔχει ἀξίαν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι εἶναι αὐτὴ ἡ γενομένη εἰς τὸν ἔπαρχον εἰδοποίησις, παρ’ αὐτοῦ ἐπαναλαμβανομένη εἰς τὸ ἄτομον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἂν λείψῃ, δὲν σημαίνει τίποτε. Ἡ εἰδοποίησις εἶναι ἁπλοῦς τύπος, καὶ ἂν λείψῃ ὑπάρχουν ὅλα τὰ λοιπὰ στοιχεῖα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει χώραν ἡ ἔνστασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ.
§5ΧΑΤΖΗ ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀποκρούω τὰς παρατηρήσεις τοῦ προαγορεύσαντος, διότι ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἰσερχώμεθα ἐνταῦθα ἄνευ εἰσιτηρίου, ὁ τυχὼν ἤθελεν εἰσέρχεσθαι, καὶ ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ εἰσιτήριον. Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτε πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι δὲν ἔφερε τὸ εἰσιτήριόν του, ἔκαμε κάκιστα. Δὲν εἶναι ὁ λόγος περὶ προσώπου σήμερον, εἶναι περὶ ἀρχῶν· ἂν δ’ ἀπὸ τοῦδε ἀρχίσωμεν νὰ καταφεύγωμεν εἰς πλάγια μέσα, πολὺ κακὴν ἐντύπωσιν θὰ κάμωμεν Πρέπει νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰ νόμιμα καὶ τὰ καθεστῶτα.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ ἅπαξ ἐκινήθη τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ, πρέπει νὰ τεθῇ καθαρῶς χωρὶς νὰ καταφεύγωμεν εἰς πλάγια μέσα, ἀλλὰ νὰ τὸ λύσωμεν προσκεκολλημένοι εἰς τὸν νόμον. Τί πρόκειται, τί ζητοῦμεν; Αὐτὸ εἶναι κανονισμένον. Ἂν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ, ἂς εἴπουν διατὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§7Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καθόσον ἡ κυβέρνησις ἀνεμίχθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε ῥητὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευσεν αὐτῷ νὰ δώσῃ εἰσιτήριον εἰς τὸν κ. Κυριακόν, ἀφῆκε δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἔχει κυριαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἕκτου βουλευτοῦ Ἀττικῆς... Ἰδοὺ τί διέτρεξεν· ὅτε ἐξεδόθη τὸ πρόγραμμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, αὕτη συμμορφουμένη πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προηδρεύετο κατὰ τὸ 1865 ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, προσδιώρισε διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς πέντε ὡς ἐκλεκτέους βουλευτάς. Τινὲς τῶν δημάρχων προσδιώρισαν ἕξ, ἄλλοι ὅμως πέντε. Ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ κ. Νομάρχου ἀνεκήρυξεν ἕξ. Ὁ κ. Νομάρχης Ἀττικῆς ἔπραξε κάκιστα, ἐνῷ ἐπροκήρυξε πέντε, ν’ ἀνακηρύξῃ κατόπιν ἕξ, διότι οὕτως ἀνῄρει ὁ ἴδιος τὸ πρόγραμμα δι’ οὗ ὁ λαὸς τῆς Ἀττικῆς ἐκαλεῖτο νὰ ἐκλέξῃ πέντε μόνον βουλευτάς. Ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 58 δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακηρύττῃ ὅσους θέλει βουλευτὰς, καὶ ἐπειδὴ ὡς ὅλοι γνωρίζετε, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει ἕτερον καθῆκον ἢ ν’ ἀπαριθμήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς τῶν διαφόρων δήμων, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν ἐπαρχίαν καὶ κατόπιν ν’ ἀνακηρύττῃ τοὺς λαβόντας τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν ὡς βουλευτὰς, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργῇ, ὅσους θέλει βουλευτάς. Ὁ Νομάρχης, ἀφοῦ ἔλαβε μέρος καὶ ἀνεκήρυξεν ἓξ βουλευτὰς ἐζήτησε παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἐπεξηγήσεις καὶ διασαφήσεις, καὶ διαταγὰς, ἂν δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰδοποιητήριον εἰς ἕκτον βουλευτήν. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἐντὸς τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν ἐπέτρεψεν εἰς οὐδεμίαν ἐπαρχίαν νὰ ἐκλέξῃ πέραν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὅστις προσδιωρίσθη διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης. Εἴς τινας μόνον ἐπαρχίας ἐπέτρεψε νὰ ἐκλέξωσι περισσοτέρους, διότι ἡ Βουλὴ εἶχε παραδεχθῆ τοῦτο πέρυσι. Ὅταν τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, σεβόμενον τὴν προηγουμένην πρᾶξιν ἀπεφάσισεν ὅτι ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς, δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ ἕκτον εἰσιτήριον, ἄφησε δὲ ἀκέραιον εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἂν ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν νὰ ἐκλέγῃ ἓξ βουλευτάς· τότε δὲ θὰ γεννηθῶσι καὶ ἕτερα ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται σήμερον. Τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀποδοχῆς ἕκτου βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν δύναται σήμερον νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Προσέξατε, κύριοι, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 58, διότι ἠκολούθησαν καὶ ἕτερα ὅλως διόλου ἔκρυθμα πράγματα εἴς τινας ἐπαρχίας. Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, ὅτι εἰς ἑτέρας ἐπαρχίας, μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν βουλευτῶν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν εἰδοποιητηρίων συνῆλθον εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν κατάστημα, πολῖται τινες καὶ συνέταξαν πρωτόκολλον, καὶ ἀνεκήρυξαν καὶ ἑτέρους βουλευτάς. Ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶναι ἔργον πλέον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐντὸς τῶν καθηκόντων της ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τοιαύτας πράξεις. Τὸ εἰσιτήριον ἐκεῖνο ἐκήρυξα ἄκυρον, καὶ κατὰ συνέπειαν σκοπεύω, νὰ τιμωρήσω καὶ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐξελθοῦσα τῆς δικαιοδοσίας της, ἐχορήγησεν εἰσιτήριον εἰς βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος οὔτε εἶχε προκηρυχθῆ, οὔτε εἶχεν ἀνακηρυχθῆ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὸν κ. Π. Κυριακὸν, καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ βραδύτερον, ἂν ἡ Ἀττικὴ πρέπῃ νὰ ἀποστείλῃ ἓξ βουλευτάς· τούτου δ’ ἁρμοδία θέσις εἶναι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας ταύτης. (κατέρχεται τοῦ βήματος).
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί ἔγινε περὶ τῆς Ἀταλάντης;
§9Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν, ἐνῷ κατηρχόμην τοῦ βήματος, τί γίνεται περὶ τῆς Ἀταλάντης. Ἰδοὺ τί ἔτρεξε. Τὸ ὑπουργεῖον οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβεν, ὅτι ἐπρόκειτο εἰς τὴν Ἀταλάντην νὰ ἐκλεχθῶσι τρεῖς βουλευταὶ, διότι τὸ ὑπουργεῖον διέταξε νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαὶ ἐντὸς τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦ 1865. Εἰς τὴν Ἀταλάντην τινὲς δήμαρχοι εἶχον προκηρύξει τρεῖς βουλευτάς· ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ἐν τῷ προγράμματι, δὲν προσδιώρισε ὁριστικῶς τὸν ἀριθ. τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπαρχία θέλει ἐκλέξει, ὅσους βουλευτὰς προσδιορίσωσιν οἱ δήμαρχοι. Τινὲς τῶν δημάρχων προσδιώρισαν τρεῖς· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 58 ἀνεκήρυξεν τρεῖς βουλευτὰς καὶ ὁ ἔπαρχος ἐχορήγησεν εἰσιτήριον εἰς τρεῖς. Ἀνέφερε τοῦτο εἰς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος, οὗτος δὲ καλῶς ποιῶν καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ νόμου καὶ τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὸν ἐπέπληξεν, εἰπὼν, ὅτι ἔκαμε κάκιστα, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ διαταγὴ τοῦ νομάρχου, ἔσπευσα νὰ ἐγκρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ, δι’ ἧς ἀπεδοκίμαζε τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐπάρχου Λοκρίδος.
§10Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἓν ζήτημα γενικὸν, οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ κράτους. Πρέπει δὲ νὰ λυθοῦν δύο ζητήματα, τὸ προκαταρκτικὸν, καὶ τῆς οὐσίας. Ἂν τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἔχῃ ἡ κυβέρνησις, ἢ τὸ σύνολον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν μιᾶς ἐπαρχίας· ἂν τὸ πρῶτον, ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία δίδεται εἶναι ὀρθὴ, ἂν τὸ δεύτερον, δὲν εἶναι ἀληθής. Ἡ Βουλὴ λέγω, πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ ἄρθρον 58 ῥητῶς λύει τὸ ζήτημα τίς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακηρύξεως. Τί λέγει;.... «Ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κατατίθενται τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας· τούτου γενομένου, ἀναγινώσκονται ἀμέσως τὰ πρακτικὰ τῆς διαλογῆς ἑκάστου τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς ἐπήκοον τῶν παρόντων· μετὰ ταῦτα γίνεται τὸ ἄθροισμα τῶν ψήφων καὶ ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ἀναδεικνύει τοὺς ἐκλεχθέντας· Οἱ οὕτω πλειονοψηφήσαντες ἀνακηρύσσονται πάραυτα βουλευταὶ καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν καθίστανται γνωστὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν διὰ δηλοποιήσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις γνωστοποιεῖ τοῦτο ἐγγράφως ἰδίᾳ καὶ εἰς ἕκαστον τῶν ἐκλεχθέντων.» Βλέπετε, ὅτι σαφέστατα ἀποδίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακηρύξεως εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ, δὲν κάμνει ἄλλο, παρ’ ἁπλῶς εἰδοποίησιν κοινοποιεῖ. Ἂν λοιπὸν ὑποτεθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἀληθὴς, νομίζω, ὅτι ὁ ἕκτος βουλευτὴς Ἀττικῆς δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί καὶ ἕβδομος;
§12Ι. ΛΕΚΚΑΣ. Τί βιάζεσθε, κ. Πετράκη; ἡμεῖς ἐν καιρῷ θὰ ὑποστηρίξωμεν 8.
§13ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς προεκήρυξεν ἓξ, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεκήρυξεν ἓξ, νομίζω, ὅτι ὁ ἕκτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν τυπικὴν εἰδοποίησιν τὴν ἀπαιτουμένην ἀπὸ τὸ ἄρθρον 58. Ἂν δ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη μὴ ὑποτεθῇ ἀληθὴς, ἀλλ’ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, δίδουσα διὰ τοῦ νομάρχου εἰσιτήριον, τότε τοῦτο πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, διότι τότε ἀναγκαία συνέπεια εἶναι, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἄκυρον πᾶν εἰσιτήριον μὴ διδόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκλογῆς τοῦ 65 ἢ 68. Ἂν δ’ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐδόθησαν εἰσιτήρια παρὰ τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, διατί νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς;
§14Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, εἰμὴ τὸ Σύνταγμα· ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προσδιορίζει δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Εἰς τοῦτο εἶμαι συμφωνότατος. Ἅμα γίνῃ ἡ ἐκλογὴ συνέρχονται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προσδιορίζουν μετὰ ταῦτα ποῖοι ἔλαβον τὴν πλειοψηφίαν καὶ τοὺς ἀνακηρύττουν· ὁ ἀριθμὸς ὅμως προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ σύνταγμα· καὶ ἂν ἐγένετό που παρεκτροπὴ, πρέπει νὰ τὴν τιμωρήσωμεν. Δὲν δέχομαι νὰ προσδιορίζουν οἱ δήμαρχοι τὸν ἀριθμὸν, διότι τότε ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς. Ἡ κυβέρνησις κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἁρμοδία νὰ προσδιορίσῃ. Τὰ δημοτολόγια μᾶς παρουσιάζουν τὸν ἀριθμόν. Ἂν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἐγκριθῇ νὰ ἔχῃ ἡ Ἀττικὴ ἓξ ἢ ἑπτὰ βουλευτὰς, καλῶς, τώρα ὅμως δὲν ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ δώσῃ εἰσιτήριον χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸ σύνταγμα. Ὅπως ἡ κυβέρνησις δυνάμει τοῦ πληθυσμοῦ, διανέμει τοὺς τακτικοὺς εἰς ὅλον τὸ κράτος, οὕτως αὕτη γνωρίζει καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποψηφίων.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κ. Πετράκης προεκάλεσε τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἕκτου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἑρμηνεύουσα ῥητὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος. Τοῦτο, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν κατηρτίσθη εἰσέτι. Σήμερον ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ καταρτισθῇ. Τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ῥητῶς διέταξαν πῶς καταρτίζεται, εἶπον ὅτι, καταρτίζεται ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες φέρουν εἰδοποιητήριον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν δύναται μεμονωμένη νὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν εἰσιτηρίων, ἢ εἰδοποιητηρίων. Ἀλλὰ δύνανται νὰ παρακαθήσουν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἕδρας, ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες εἰδοποιητήριον νομίμου ἀρχῆς περιβεβλημένον μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους; εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἂν παρεκκλίνωμεν, αἱ συνέπειαι ἔσονται μεγάλαι. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ὑπάρχουν αἱ διαθέσεις ν’ αὔξησῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δικαίωμα οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, εἶναι δικαίωμα τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁ λαὸς ἀριθμηθῇ καὶ εὑρεθῇ, ὅτι ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τῶν 40 ἢ 50 χιλιάδων ψυχῶν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, καὶ τότε ὁ ἐκλογεὺς ψηφοφορῶν, ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζει ποῖον ἀριθμὸν βουλευτῶν θὰ ψηφίσῃ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασιν. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ οὔτε γενικῶς, οὔτε κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων, ἁπλῶς μόνον ἂν ἄνθρωποι ὑπογράψαντες τὸ πρωτόκολλον ἢ εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλήν, ἄνευ εἰσιτηρίου ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρακαθήσουν. Ἡ γνώμη μου ὁπωσδήποτε εἶναι, ὅτι μόνον πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡς βουλευταὶ, οἱ φέροντες τὰ εἰδοποιητήρια καὶ περιβεβλημένοι μὲ τοὺς νομίμους τύπους.
§16Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, διότι μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. Λυκοῦργος. Δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἐν γένει, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πῶς προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς ἑκάστης ἐπαρχίας. Προσδιορίζεται ἀπὸ μίαν ἐπίσημον ἀπογραφὴν, ἢ οὔ; Δεύτερον ζήτημα εἶναι, ἐὰν μόνον, διότι φέρω ἓν ἁπλοῦν εἰδοποιητήριον τῆς Νομαρχίας ἢ τοῦ Ἐπάρχου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθω. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσέλθῃ, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν τὸ ἐπέτρεψεν; ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεκηρύχθη ἀριθμὸς βουλευτῶν πλέον τοῦ ἐκ τῶν προτέρων ἀνεγνωρισμένου κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1868; αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν θέλω νὰ ἐξηγήσω· δὲν ὑποστηρίζω τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ν’ ἀποφασίσῃ γενικῶς δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Λέγει ὁ προλαλήσας, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ, διότι δὲν εἶναι κατηρτισμένη· δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ᾖναι γενικὴ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας· δὲν ἀντιλέγω νὰ παρακαθήσῃ ὁ τρίτος βουλευτὴς μιᾶς ἐπαρχίας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ αὐτὸ δικαίωμα πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς· ἴσα, ἴσα, πολεμοῦν τοὺς τύπους ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸ εἰδοποιητήριον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς πρέπει νὰ ᾖναι ἰσοδύναμον μὲ τὸ τῆς ἄλλης ἐπαρχίας Ἀταλάντης. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ζήτημα θέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της πρέπει νὰ ᾖναι γενικὴ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰσιτήριον τοῦ Νομάρχου τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ εἰσιτήριον ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ, ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ἔλαβε δυνάμει μιᾶς ἀνακηρύξεως, τότε πρέπει νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὁ τρίτος βουλευτής.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λυκοῦργον, καὶ λυποῦμαι διότι ἔλαβε χώραν αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νομίζω ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων πρέπει νὰ ᾖναι προσδιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, καὶ νομίζω ἐγὼ διότι ἠκολούθησα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ, ὄχι κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀλλὰ μετὰ μεγάλης ἀκριβείας πρέπει νὰ προσδιορίζῃ αὐτὸν, νὰ λέγῃ αὐτὸς εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ ἀναλογία. Καὶ, νομίζω ἴσως τῷ ὄντι ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων μας εἶναι νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται κατόπιν βουλευταὶ ἐξ ἀπροόπτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· πρόκειται νὰ κανονίσωμεν πόσους βουλευτὰς δικαιοῦται νὰ δώσῃ ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς; ὄχι τοῦτο· ἀλλὰ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὄχι ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν τῶν γνωμῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ λάβωσι χώραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται Εἶναι ἀρκετὸν μόνον τὸ εἰδοποιητήριον νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν εἴσοδον ἑνὸς βουλευτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ; καὶ, ἂν τὸ εἰδοποιητήριον αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῆς ἀνακηρύξεως καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, ὅπως σήμερον συμβαίνει, εἶναι αὐθαίρετος ἡ εἰδοποίησις αὕτη τῆς ἀρχῆς εἶναι αὐτὸ ἀρκετὸν νὰ καταστρέψῃ ὅλα τὰ προηγούμενα;
§18ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀρκετώτατον· μάλιστα.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ᾖναι αὐτὸ ἀρκετὸν, τότε ἠμπορεῖ ὁ τυχὼν Ἔπαρχος καὶ Νομάρχης νὰ ἀποκλείσῃ οἱονδήποτε, καὶ ὁ κ. Ἀνάργυρος καὶ παμψηφίαν ἐὰν ἔχῃ εἰς τὰς Σπέτζας, νὰ καθήσῃ ἔξω. Βεβαίως ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ ἄλλη.
§20Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Ἀνάργυρε. Προσθέτω εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὅτι δὲν δέχομαι νὰ μὲ δικάσῃ ὅστις ἔλθῃ ἐδῶ δι’ εἰδοποιητηρίου ὑπεράριθμος. Ἐκατάλαβα ὅτι ἡ Λοκρὶς ἔχει τρεῖς, ἀντὶ δύω· δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ δικάσῃ ὁ τρίτος, μήτε ὁ ἕκτος τῆς Ἀττικῆς, διότι ἡ Ἠλεία ἔχει περισσοτέρους, ψηφοφόρους, ἔχει δεκατέσσαρας χιλιάδας· δὲν δίδω τὸ κεφάλι μου εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἔρχεται ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι γίνεται μία μεγάλη παρεξήγησις εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ λεγομένου εἰσιτηρίου· τί λέγει ὁ νόμος περὶ εἰσιτηρίου; Διόλου, ποῦ ποτε· ἐδῶ ἀνεφάνη δὲν ἠξεύρω πόθεν. Ὁ νόμος λέγει ἁπλῶς, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἰδοποιεῖται πῶς ἐξελέχθη, καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ κάμῃ τὸ χρέος του· ποῦ ποτε ὅμως δὲν λέγει, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐκλογῆς του· ἄπαγε, κύριοι! Ὁ νόμος λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἀφοῦ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ, ἀνακηρύττεται τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ ἀλήθεια· τὸ δὲ εἰδοποιητήριον λέγει εἰς τὸν βουλευτὴν ὅτι, ἐξελέχθης καὶ πήγαινε νὰ κάμῃς τὸ καθῆκόν σου. Τελευταῖον, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι ὅταν ἠθέλησαν νὰ παραβιάσουν τὸν νόμον, τότε καθιέρωσαν τῶν εἰδοποιητηρίων τοὺς τύπους. Τὰ εἰδοποιητήρια, ἐπαναλαμβάνω εἶναι μία ἁπλῆ εἰδοποίησις πρὸς τὸν βουλευτὴν νὰ ὑπάγῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ καθῆκόν του. Λοιπὸν δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ν’ ἀνακηρύττῃ αὐτὴ αὐθαιρέτως τὴν εἴσοδον τοῦ βουλευτοῦ· διότι σᾶς βεβαιῶ κατὰ τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἠμπορεῖ πολλάκις νὰ συμβῇ νὰ ἔλθουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες δικαίωμα, μὲ μόνον αὐτὸ τὸ χαρτὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Τώρα, κύριοι, ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ἓν πρᾶγμα· ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ἴσως, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι εἰς τὰς ὁποίας νομίμως δὲν ἀνεκηρύχθη περισσότερος ἀριθμὸς, ὁ περισσότερος αὐτὸς ἂς καθήσῃ μέχρις οὗ λύσει αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ Βουλή· ὄχι ὅμως, διότι δὲν ἔχει εἰσιτήριον νὰ μείνῃ ἔξω, αὐτὸ εἶναι ἀδικώτατον πρᾶγμα. Νὰ εἴπητε παραδείγματος χάριν, εἰς τὰς Ἀθήνας προσδιωρίσθησαν πέντε βουλευταί· αὐτὸ γνωρίζει ἡ ἐπαρχία, καμμία μεταβολὴ, ἐπίσημος μεταβολὴ δὲν ἔγινε, λοιπὸν πέντε πρέπει νὰ μείνουν· ἐὰν ὅμως παρουσιασθῇ ἕκτος καὶ ἔχει εἰσιτήριον, αὐτὸ εἶναι αὐθαίρετον· καὶ κατόπιν ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσῃ ἓξ ἢ ἑπτά. Ἀλλὰ διότι ἕνας ἔχει εἰσιτήριον τοῦ Νομάρχου, ἢ διότι ἕνας γραμματεὺς τοῦ ἐκάθησε εἰς τὸ αὐτί του νὰ κάμῃ ἕνα χαρτὶ, διὰ τοῦτο πρέπει καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν; Λοιπὸν νομίζω, ἐὰν συμφωνῇ ἡ Βουλὴ, πῶς ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ μείνωμεν εἰς τὸν προηγούμενον ἀριθμὸν εἰς τὸ ὁποῖον πέρυσι εἴμεθα, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ δικαιώματος νὰ προσθέσῃ ἢ ὄχι, νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκδοσιν εἰδοποιητηρίου ἢ μὴ, διότι ἡ πεῖρα μᾶς τὸ ἀπέδειξε τὸ εἰδοποιητήριον· τὸ εἰδοποιητήριον δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν μήτε ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τύπος.
§22ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἤκουσα καλῶς τὰς ἀγορεύσεις ὅλων, αἱ ὁποῖαι δὲν διαφέρουν μεταξύ των. Ἑπομένως διετύπωσα αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§23Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτίας, αὐτὰ τὰ γεγονότα ἕνεκα τῶν ὁποίων προέκυψεν ἡ σημερινὴ συζήτησις, καὶ αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἄλλοι μὲν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος, ἄλλοι δὲ ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου, προέτειναν, ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτίας καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα, νὰ ἐκθέσω αὐτὰ ὡς συνέβησαν, ἐλπίζω νὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν αὐτὴν ἀπορίαν, εἰς ἣν καὶ ἐγώ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τηρήσεως τύπων· δὲν πρόκειται οὐδὲ ν’ ἀμφισβητήσωμεν δικαίωμά τι, οὐδὲ νὰ ἀναγείρωμεν δικαίωμά τι. Πρὸ πάσης πράξεως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀκόμη ἡ βασιλικὴ ἐξουσία πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, νὰ τὴν ἐγκαινιάσῃ, νὰ τὴν καθιδρύσῃ εἰς τὴν πλήρη ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων της, τότε δὲν ὑπάρχει Βουλὴ, δὲν εἶναι παρὰ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἀστυνομία. Ἡ ἀστυνομία λοιπὸν αὕτη φροντίζει καὶ κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουν συνέλθει οἱ ἔχοντες τὴν πρόληψιν βουλευταὶ, τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία θὰ ἔλθῃ πρὸς αὐτοὺς, καὶ θὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ θὰ ἐγκαινιάσῃ. Ἡ ἀστυνομία αὕτη ἐκδίδει ἓν πρόγραμμα, καὶ διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, κανονίζει τὸν τρόπον τοῦτον. Τὸ πρόγραμμα εἶναι πρᾶξις ἀστυνομικὴ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ πρόγραμμα κανονίζει τίνες εἶναι οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν. Κανονίζει λοιπὸν ὅτι συνέρχονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουν εἰδοποίησιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὅτι ἐξελέχθησαν βουλευταὶ, ὅτι συνέρχονται, ὅσοι ἔχουν μίαν ἰδιότητα πραγματικὴν, καὶ οἵτινες ἀποτελοῦν ὅλον τὸν ὄγκον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐγένοντο αὐτὰ ἐδῶ, καὶ προχθὲς ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἀπήγγειλε τὸν Βασιλικὸν λόγον πρὸς ἔναρξιν τῆς Βουλῆς. Τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ἦσαν οἱ ἔχοντες εἰδοποιητήρια τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς διὰ τῶν ὁποίων εἰδοποιοῦντο ὅτι ἐγένοντο βουλευταὶ, καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς ἐπικρατείας· ἐδόθη ὅρκος παρὰ τῶν συνελθόντων βουλευτῶν, καὶ τότε εὑρίσκεται εἰς τὸ χαρτὶ τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν, ὅτι ὑπάρχει ὑπογραφὴ ἑνὸς ἀνθρώπου· πῶς; δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω· ὅστις δὲν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, διότι δὲν ἦτο οὔτε δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ ὅμως εὑρίσκεται ἡ ὑπογραφὴ του! Νομίζετε, ὅτι δὲν ἐκπλήττεσθε; εἶναι ζήτημα ὅτι ἡ ὑπογραφὴ κακῶς ἐτέθη; ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος; ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ ἔντιμος κύριος Κυριακὸς, ὅστις νομίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα διὰ νὰ θεωρηθῇ ἐν καιρῷ ὡς ἕκτος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς, ἐστερήθη ἑνὸς δικαιώματός του, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν τοῦ ἐστάλη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τοῦ σταλῇ εἰδοποιητήριον· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκλογικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ λύσωμεν σήμερον· νομίζω, ὅτι μεθαύριον, ὅταν γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς, θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν ὅμως φέρουν τὸ ζήτημα ὡς προκαταρκτικὸν πρὸς καταρτισμὸν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, νομίζω ὅτι, πρέπει νὰ λυθῇ ὅτι ὁ κύριος Π. Κυριακὸς κακῶς ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον, οὔτε ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο.
§24ΤΙΝΕΣ. Κατὰ λάθος ἔγινεν.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνετε ὅμως ἀπὸ τοὺς κυρίους ὡς ζήτημα προκαταρκτικῆς συνεδριάσεως. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. πρόεδρος, ὡς συμβᾶσαν ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίας ἐπαρχίας συνέβη· ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὁποία ἔγινε διὰ τὸν κύριον Κυριακὸν, ὅτι εἶναι πολὺ ὥριμος καὶ ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ, ἐνῷ ἡ πρότασις διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας εἶναι ἄωρος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ· ἐγὼ δὲν γνωρίζω εἰς τίνας ἐπαρχίας ἐδόθησαν περισσότερα εἰδοποιητήρια παρ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ δοθοῦν. Ἐάν τις ἔχῃ δισταγμὸν, ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας, ἐδόθησαν περισσότερα, ἂς φέρῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρὸς καταρτισμὸν τῆς παρούσης συνεδριάσεως, ὄχι ὅμως καὶ ἐπὶ τοῦ κ. Κυριακοῦ, διότι ἡ πρόληψις εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐχόντων εἰδοποιητήρια νομίμου ἀρχῆς· ἐνῷ ὁ Κυριακὸς δὲν ἔχει τοιοῦτον. Προτείνεται ὅμως τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ Κυριακὸς ἠδικήθη· εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπήντησεν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὅτι τὸ πρόγραμμα δὲν ἐξεδόθη διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς δι’ ἓξ βουλευτὰς, ὅτι συνῆλθεν ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν, ὅστις μετὰ τοῦ νομάρχου, εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθοῦν ἓξ βουλευταὶ, ἀλλ’ ὁ ἴδιος νομάρχης ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον ὅτι θὰ γίνουν πέντε. Νομίζω λοιπὸν πῶς εἶναι καθαρὸν τὸ ζήτημα.
§26Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ζήτημα, ἀπὸ ζήτημα διατυπώσεως, ἔλαβε παρακαίρως, βέβαια, θέσιν οὐσιαστικήν· διὰ τοῦτο πρὶν προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς βουλευτὴς βέβαια, θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐπραγματεύθη ὁ κύριος πρωθυπουργός· ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἀναβὰς τὸ βῆμα, σᾶς ἐλάλησεν ἱστορικῶς περὶ τῶν διατρεξάντων ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς· σᾶς εἶπεν, ὅτι παρακολουθῶν τὰ προηγούμενα ἑνὸς ἄλλου πρωθυπουργοῦ προεκήρυξα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ὅτι πέντε βουλευταὶ πρέπει νὰ ἐκλεχθοῦν κατὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλά τινες τῶν δημάρχων δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ νομάρχου, προκηρύξαντες ἕξ. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας συνῆλθον αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ἀνεκήρυξαν ἓξ βουλευτὰς, ὁ δὲ νομάρχης ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐξέδωκε πρόγραμμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν, κηρύξας ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἀντιπροσωπεύεται κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἀπὸ ἓξ βουλευτὰς, ἤτοι ἀπὸ τὸν Α, Β, Γ, Δ. Τούτου δοθέντος, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ποῖον ἐκ τῶν δύω ἐγγράφων εἶναι ἰσχυρώτερον, τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου, δηλονότι τὸ ἀνακηρύσσον, ὅτι τοιοῦτοι βουλευταὶ ὀνομαστὶ θὰ ἀντιπροσωπεύσουν τὴν ἐπαρχίαν, ἢ τὸ εἰδοποιητήριον, τὸ ὁποῖον ὁ νομάρχης στέλλει εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν βουλευτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ἀπόσπασμα τοῦ ἀνακηρυτηρίου; Κατὰ τὴν ἰδέαν μου, κύριοι, ἡ ἀνακήρυξις ἐκ μέρους τοῦ νομάρχου εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον ἔγγραφον, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ κοινὸν ἑκάστης ἐπαρχίας ἀναγνωρίζει ὅτι ἀντιπροσωπεύεται κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ὡς εἶπον, ἀπὸ τούτους, ἢ ἐκείνους. Τὸ δὲ εἰδοποιητήριον ἔχει σημασίαν, ὅλως διόλου δευτερεύουσαν· καθόσον ἐκ περισσοῦ ὁ νομάρχης εἰδοποιεῖ τὸν ἐκλεχθέντα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, ὡς μέλλων νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν δεῖνα, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν δημιουργεῖ ἄρα τὸν βουλευτὴν τὸ εἰδοποιητήριον· τούτου τεθέντος, κύριοι, δύναται ὁ νομάρχης ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεκήρυξε τοὺς κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐκλεχθέντας βουλευτὰς, δύναται, λέγω, εὐλόγως νὰ τοῖς ἀρνηθῇ καὶ τὸ εἰδοποιητήριον; Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν λέγω, ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τῷ ἀρνηθῇ τὸ εἰδοποιητήριον, τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε, τὸ δημόσιον ἔγγραφον, λέγω, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκήρυξε εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν τοὺς ἐκλεχθέντας βουλευτὰς, κατέχει τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τοῦ εἰδοποιητηρίου, καὶ ἀντικαθιστᾷ αὐτό. Καὶ, κύριοι, ἵνα δυνηθῶ νὰ κατασταθῶ πειστικώτερος, ὑποθέσατε μίαν κυβέρνησιν, (ἥτις δὲν ἦλθεν, οὔτε πιστεύω ὅτι θέλει ἔλθει εἰς τὴν πατρίδα μας), μίαν κυβέρνησιν, ἥτις θέλει προκαταρκτικῶς νὰ μορφώσῃ μίαν Βουλὴν καθ’ οὓς τύπους καὶ ἰδέας αὐτὴ ἔχει. Αὕτη μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν παραγγέλλει εἰς τὸν δεῖνα νομάρχην ὅτι τοσαῦτα εἰδοποιητήρια δώσατε, εἰς ἐκεῖνον καὶ εἰς ἐκεῖνον. Οὕτως ἔχετε Βουλὴν μορφωμένην κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τάσεις τῆς κυβερνήσεως, ἥτις Βουλὴ ἐξελέγχει κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς ἐκλογὰς, καὶ μορφώνει ψευδῆ ἀντιπροσωπείαν· κύριοι, δὲν ὑποστηρίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται κατ’ ἀπόλυτον κανόνα νὰ γίνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ λόγιον, ὅστις θέλει τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὰς συνεπείας. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἰς τὸν νομάρχην, νὰ ἀρνῆται εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸ εἰδοποιητήριον, ποτὲ δὲν δύνασθε νὰ σχηματίσητε Βουλὴν· καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἅμα προσκληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκλέγῃ τοὺς βουλευτάς του, πᾶσα ἄλλη ἰδέα καὶ πρᾶξις παύει, καὶ ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ συνέλθουν εἰς τὴν προσδιωρισμένην ἡμέραν οἱ βουλευταί. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τῆς κοινωνίας ἁπάσης κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, δὲν ὑπάρχει ὑπέρτερος τίτλος ἵνα συνέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ καταρτισθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ ἐξουσίαι. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ὁ νομάρχης, καὶ βλέπετε ὅτι μόνον εἰς τὸν τύπον περιορίζομαι, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀνακυρύσσῃ κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, πόσους βουλευτὰς ἐξελέξατο ἡ ἐπαρχία, ἂν δικαίως οὗτοι εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Πόσους ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐκλέξῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στέλλῃ ἑκάστη ἐπαρχία; τοῦτο δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὸ ἐξετάσω· μένει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξελέγξεως. Τὸ ζήτημα ὡς εἶπον εἶναι, ἐὰν μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ νομάρχου, ὁ ἴδιος νομάρχης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἀπόσπασμα τῆς πράξεως αὐτῆς εἰς τὸν ἀνακηρυχθέντα βουλευτήν.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφοῦ δὲν τὸν προεκήρυξεν ὁ ἴδιος νομάρχης πρὸ τῆς ἐκλογῆς;
§28Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ μέλει περὶ τούτου· δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν, διότι θὰ μὲ ἐμβάσητε εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ τότε θὰ ἐξετάσω ἂν τὸ εἶπαν οἱ δήμαρχοι.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι.
§30ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπάν τινες Λοιπὸν, κύριοι, καθὼς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας σᾶς εἶπεν, μὴ στηριχθῆτε ἐπάνω εἰς τὰ εἰδοποιητήρια, μὴ δώσητε σημασίαν εἰς τὰ εἰδοποιητήρια τοιαύτην, οἵαν ἀληθῶς δὲν ἔχουν, οὕτω λέγω καὶ ἐγὼ ὑμῖν λάβετε ὡς βάσιν τὸ ἀναπιστευτήριον, ὅπερ εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ εἰδοποιητηρίου. Ἔρχομαι, κύριοι, μετὰ ταῦτα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤγειρεν ἐνταῦθα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι, κύριοι, ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων συνταγματικῶν ζητημάτων. Ὁ κύριος ὑπουργὸς, σᾶς εἶπεν· πρὶν καταντικρύσῃ ἡ Β. ἐξουσία τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ἀστυνομικά τινα καθήκοντα μέχρι τῆς συγκεντρώσεως ἐν τῇ Βουλῇ τῶν βουλευτῶν. Ἤθελεν εἶσθαι, κύριοι, εἰς μίαν προκαταρκτικὴν συνεδρίασιν λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἐπιληφθῶ καὶ ἀναπτύξω τοσοῦτον σπουδαῖον ζήτημα, ὅπερ ἀπαιτεῖ, ἐμβριθῆ συζήτησιν καὶ προπαρασκευὴν σπουδαίαν· διὰ τοῦτο θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἤτοι εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ὁρίων μεταξὺ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς ἀναλήψεως, οὕτως εἰπεῖν, τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, ἢ ἀκριβέστερον τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀναλαμβάνει ἡ Βουλὴ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τοῦ νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ βουλευτικοῦ Σώματος. Σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι, πρὶν ἢ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία ἀναγγείλῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, τὴν νόμιμον σύστασιν αὐτοῦ, κάπως παρεισέφρυσεν ἄνθρωπός τις, ὡς βουλευτὴς καὶ εὑρέθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας τὸ ὄνομά του. Ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ, ἔχετε ὥραν καθ’ ἣν γνωρίζετε ἀκριβῶς, πότε ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἰσῆλθε; Γνωρίζετε βεβαίως, κύριοι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον διώρισεν ἐνταῦθα ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νὰ παραλαμβάνῃ τὰ εἰσιτήρια καὶ δέχηται ὡς βουλευτὰς, τοὺς ἔχοντας τοιαῦτα ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ τὸ προσωρινὸν προεδρεῖον ἐσυστήθη, ἀμέσως ἡ ἐξουσία του ᾤχετο, παύει, ἐκλείπει· καὶ τὸ προεδρεῖον ἀναλαμβάνει τὴν ἐξουσίαν του. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην λοιπὸν, εἰσῆλθεν αὐτὸς, ἐπέδειξε τὸ ἀνακηρυττήριον ἔγγραφον τοῦ νομάρχου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκηρύχθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὡς βουλευτὴς, ἐδέξατο αὐτὸν τὸ προεδρεῖον, ὡρκίσθη καὶ ὑπεγράφη τακτικὰ, νομίμως καὶ φανερά. Τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλου ζητήματος. Ἐκ παραβολῆς πρὸς τὸ προκείμενον ἐρωτηθεὶς, ἔδωκε πληροφορίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ εἰς ἄλλην τινὰ ἐπαρχίαν ἐναντίον τῶν παραγγελιῶν τοῦ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως, ἐξελέχθη καὶ ἀνεκηρύχθη τρίτος βουλευτὴς, ὅτι ὁ ἔπαρχος ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν εἰδοποιητήριον, ἢ εἰσιτήριον, ὅπως τὸ λέγομεν ἀτόπως, καὶ ἐν τούτοις ὁ βουλευτὴς αὐτὸς εἰσήχθη εἰς τὸ περίβολον, ὡρκίσθη ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου, χωρὶς ἔνστασις οὐδεμία νὰ γίνῃ, καὶ ὅμως, κύριοι, ἅμα ὁ νομάρχης ὡς εἶπεν ὁ πρωθυπουργὸς ἐπληροφορήθη, ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον ἐξέδοτο ἀτόπως ὁ ἔπαρχος, κατέκρινεν αὐτὸ, ἤτοι, μ’ ἄλλας λέξεις σιωπηλῶς τὸ ἀκύρωσεν. Τὴν πρᾶξιν ταύτην συνεπῶς ἐπεδοκίμασεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Τώρα, σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πράξεως, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ Λοκρίδος καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς; ἢ διὰ νὰ εἴπω καλλίτερα τῆς πράξεως τοῦ νομάρχου τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ τοῦ ἐπάρχου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης; Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ᾖναι συνεπὴς πρέπει νὰ θέση εἰς ἴσην μοίραν ἀμφότερα· διότι, κύριοι, νὰ δεχθῶμεν μίαν βάσιν, ἥτις νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ αὐτὸ βάρος, καθόσον, ἂν θελήσωμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν πολλὰ μέτρα καὶ πολλὰ βάρη εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσιν ἐνταῦθα, τότε δὲν δυνάμεθα ἀληθῶς νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης σᾶς εἶπε, θέλετε νὰ ἦσθε συνεπεῖς; εἴπατε ὅτι, ὅσοι ἐναντίον τοῦ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως ἔλαβον εἰδοποιητήρια, αὐτοὶ δὲν θέλουσιν ἔχει μέρος ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, τὰ δὲ δικαιώματα αὐτῶν θέλομεν ἐξετάσει κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν· αὐτὸ μάλιστα, τὸ ἐννοῶ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω ὅτι ὅπου ὑπάρχουσιν εἰδοποιητήρια, θὰ γίνῃ οὕτω, ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχουσι, θὰ γίνῃ ἄλλως· διότι τὸ τοιοῦτον, δὲν εἶναι ὀρθόν· αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ὀρθὸν καὶ πιστεύω ὅτι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, σκέπτεται κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καθὼς καὶ ἐγὼ σκέπτομαι. Κύριοι, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προκαταρκτικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν μὲ τὸ αὐτὸ αἴσθημα, χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ ἐρεθίσωμεν τὰ πάθη καὶ χωρὶς νὰ θελήσωμεν νὰ φέρωμεν διαιρέσεις, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νοῦν κανενὸς, κύριοι. Διὰ τοῦτο, θέλω παρακαλέσει πάντας, τὰ ἐκλογικὰ ζητήματα νὰ συζητηθῶσιν εἰρηνικῶς καὶ ἐν ἀδελφικῇ ἀγάπῃ, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰ κύρια ἔργα ἡμῶν μὲ τὴν αὐτὴν σύμπνοιαν.
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπω, ἐπροτάθη κατ’ ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας, ἦτον ἁπλούστατον· καὶ δὲν ἐννοῶ οὔτε τὸν λόγον, οὔτε τὸ συμφέρον, νὰ δοθῶσι εἰς αὐτὸ διαστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ. Τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας, εἶναι τὸ ἀκόλουθον, «πρόσωπόν τι ἀξιοῦν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καί τοι μὴ ἔχον εἰς χεῖρας εἰδοποιητήριον, προσῆλθε καὶ ὑπέγραψε τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκοδοσίας· τὸ πρόσωπον τοῦτο εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ οὕτως;»· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις καὶ ν’ ἀφήσωμεν ὅλα τ’ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἀνέμιξάν τινες ἐνταῦθα, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς ὁ κατάλληλος. Κύριοι, εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν λαμβάνουν μέρος, εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον παραγόμενον ἐκ τοῦ εἰδοποιητηρίου, εἶναι βουλευταί· δυνατὸν νὰ συμβῇ, ὥστε τινὲς κατόπιν τῶν ἐξελέγξεων νὰ ἐξέλθωσιν, ἀλλὰ ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἐξελέγχηται ἡ Βουλὴ δι’ ἑαυτῆς, ἀπαιτεῖ ὅπως οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰς ἐξελέγξεις ὡς βουλευταί, θεωρῶνται κατὰ τεκμήριον τοιοῦτοι. Μὴ συγχέωμεν τὰς κυρίας ἐργασίας μὲ τὰς προκαταρκτικάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἀποτελεῖται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοὺς φέροντας εἰδοποιητήρια.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ νόμος εἰς ποῖον μέρος ἀναφέρει τὸ εἰδοποιητήριον;
§33ΣΑΡΑΒΑΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὁ νόμος λέγει ὅτι ἀνακηρύσσονται οἱ βουλευταὶ καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἰδοποιεῖ τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν ἐκλεγόμενον· τὰ εἰδοποιητήρια εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, Lettres de créance, μὲ αὐτὰ τὰ εἰδοποιητήρια δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ· τόσον εἶναι βέβαιον, ὥστε καὶ εἰσιτήριον ὠνόμασαν τὸ εἰδοποιητήριον. Ἀναντίῤῥητον, λοιπόν, ἀναμφισβήτητον, εἶναι, ὅτι εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος, παρὰ ἐκεῖνος μόνον, ὅστις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν πρόληψιν ὅτι εἶναι βουλευτής. Ἡ δὲ πρόληψις αὕτη, δύναται κατόπιν νὰ φανῇ ὅτι ἦτο ψευδής, καὶ ὅτι δὲν ἦτο τις νόμιμος βουλευτής, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν γίνῃ τοῦτο, δι’ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον φέρει εἰς τὰς χεῖράς του, θεωρεῖται νόμιμος βουλευτής. Ἀλλὰ τὴν τόσῳ λογικὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, θέλουν νὰ τὴν παραγνωρίσουν, φοβούμενοι τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν δύνανται νὰ προκύψωσιν. Ἐάν, λέγουν, παραδεχθῆτε, ὅτι μόνον οἱ ἔχοντες εἰδοποιητήρια δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, τότε θέλετε δώσει εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τὴν δύναμιν ἄλλους νὰ ἀπομακρύνῃ, καὶ ἄλλους νὰ εἰσαγάγῃ· ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, οὔτε τόσον πιθανὴ, οὔτε τόσον ἐπίφοβος εἶναι, ὅσον ὁ προλαλήσας μᾶς τὴν παρέστησε· ἀλλ’ ἔστω νὰ προέλθουν καὶ ἀτοπήματα, μήπως ἀποφεύγομεν αὐτὰ μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνουσι; θέλετε λοιπὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα; ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ σύγκρουσις μεταξὺ ἐκείνων καὶ τοῦ εἰδοποιητηρίου τοῦ νομάρχου ἢ ἐπάρχου, τί θέλει γίνει τότε; τίς θέλει εἰσέλθει εἰς τὴν Βουλήν; Πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς χεῖρας διὰ νὰ λύσωσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα; Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαμῶν, ἐὰν ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἔλαβον εἶναι ἀκριβής, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπὶ τῆς ἀνακηρύξεως ἐπιτροπῆς λέγει, ὅτι ἕνας τῶν ἐπιλαχόντων, εἶναι βουλευτής· τότε κατὰ τὴν θεωρίαν σας αὐτὸς πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ οὐχὶ ὁ λαβὼν τὸ εἰσιτήριον (θόρυβος). Ἀλλά, κύριοι, διὰ τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου, διατί δὲν φέρετε τὸ ζήτημα τοῦτο; ὁ νομάρχης ἢ ἔπαρχος δὲν ἔδωκεν εἰσιτήριον εἰς κανένα, διότι ὀρθῶς σκεπτόμενος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, οὕτω πως ἔπρεπε νὰ κάμῃ. Λοιπόν, διατί νὰ μὴ φέρωμεν καὶ τοὺς δύο κατὰ τὴν ἰδέαν σας ἐπιτυχόντας βουλευτάς;
§34ΜΠΟΥΤΟΣ. Διότι δὲν ἀνεκήρυξε κανένα οὐδὲ ὁ νομάρχης, οὐδὲ ἡ ἐπιτροπή.
§35ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἔθεσαν οἱ προλαλήσαντες, κ. Μποῦτε, δὲν εἶναι, τίς ἀνεκηρύχθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν κτλ. ἀλλ’ ἂν ὑπαρχούσης διαφωνίας μεταξὺ τῆς ἐπὶ τῆς ἀνακηρύξεως ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ νομάρχου, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ τότε ἀναντιῤῥήτως, θέλει συμβῇ, πολλοὶ νὰ ἔχουν τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν εἰσιτήρια ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰσιτήρια ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἡ ἀνακήρυξις ἔγινε καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ ὅταν παρέλειψεν αὕτη νὰ δώσῃ τὸ εἰσιτήριον, δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ αὐτὸς ὁ βουλευτής; καὶ ὅταν τὸ ἐναντίον, εἰς μὴ ἀνακηρυχθέντα δοθῇ εἰδοποιητήριον, αὐτὸ ἔχει ἰσχύν;
§37ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς τεθειμένον, δύνασθε πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἐξετάσητε τὰ παράπονα τῶν μὴ λαβόντων εἰδοποιητήρια καὶ ν’ ἀποφανθῆτε ποῖοι πρέπει νὰ εἰσέλθωσιν; κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν μίαν βάσιν, ἥτις ἀναντιῤῥήτως, μ’ ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα κακῶς ἐφαρμοζομένη, ἐνδέχεται μεθ’ ἑαυτῆς νὰ φέρῃ, εἶναι σαφὴς, συνεπὴς καὶ μᾶς ἐξάγει ἀπὸ μίαν δυσκολίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἀνάγκη νὰ χωρίσητε τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἀπὸ τὸ τοῦ τύπου. Παραδεχόμενοι σήμερον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος ὁ Κ. Κυριακὸς εἰς τὴν ὁρκωμοσίαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔλαβεν εἰσιτήριον, δὲν ἕπεται ὅτι ἀποκλείομεν αὐτὸν ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὸ δικαίωμά του εὑρεθῇ βάσιμον, καὶ ἀναγνωρισθῇ ἐν καιρῷ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅλως ξένα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεμίχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθὼς καὶ τὰς προκλήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα, ζητῶν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ, ποῖον σύστημα παραδέχεται διὰ μίαν ἄλλην ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη εἰσιτήριον παρὰ τὴν γνώμην της. Ποτὲ, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν καθιεροῖ γενικὰς ἀρχὰς διὰ νὰ τῆς χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγὸς εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐξελέγξεως, ἀλλὰ ὡς ὁρκωτὸν δικαστήριον, ἀποφαίνεται. Λοιπὸν τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, αὐτὸ πρέπει νὰ λύσωμεν σήμερον, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλο ζήτημα, ὅστις θέλει ἂς τὸ φέρῃ, καὶ δύναται νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ· τώρα πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο, ὁ ὑπογράψας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψῃ, ἀφοῦ δὲν εἶχεν εἰσιτήριον; καὶ ὅταν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ, τότε νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἐάν τις θέλῃ νὰ φέρῃ καὶ ἄλλο ζήτημα. Ἐγὼ διατυπῶ τὸ ζήτημα, οὕτω πως· «ὁ Παναγῆς Κυριακὸς ὑπογράψας εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐκδεδομένον εἰδοποιητήριον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὑπέγραψεν ἄνευ δικαιώματος;»
§38Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ διατυπῶ τὸ ἄλλο ζήτημα οὕτως· «καὶ τὸ εἰδοποιητήριον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραχωρῆται ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ὅταν φέρῃ ἀριθμὸν περισσότερον;»
§39ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλῃ τις νὰ θέσῃ ἄλλο ζήτημα, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, καὶ νὰ γίνῃ ζήτημα τὸ τοιοῦτον. Ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ πολύπλοκον. Ὁ Κ. Κρεστενίτης δύναται νὰ προτείνῃ ἑκατὸν ζητήματα, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναμίξωμεν μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἑπομένως ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως ἐπροτάθη.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀφορμὴ, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν συζήτησιν τὴν σημερινὴν, δὲν ἀπαιτεῖ, ὥστε ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ οὕτω γενικῶς. Ὅπως οἱ ὀπαδοὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης γνώμης ἔθεσαν τὸ ζήτημα, τοῦτο εἶναι πάντη περιττόν. Καὶ ἐὰν εἰς ἄλλας περιστάσεις ᾖναι ὀρθὸν, ὅτι τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἀποφάσεων ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοσαύτην ἀξίαν, νομίζω, ὅτι ὁ κανὼν οὗτος δὲν ἰσχύει, δὲν εἶναι ὀρθός. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἀπολύτως, διότι ἡ περίστασις μᾶς ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου τούτου. Δύω συστήματα ἀνεπτύχθησαν· κατὰ τὸ ἓν σύστημα, τὸ εἰδοποιητήριον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἔχει ἀπόλυτον ἰσχύν· κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ εἰδοποιητήριον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, ὅλην δὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ἔχει ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως. Ἐὰν εἴχομεν, κύριοι, ἕνα ὅρον τοῦ Συντάγματος, μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ῥητὴν, ἀναμφισβήτητον, ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν· διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κατωτέρα τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ Συνέλευσις ἔθεσε, καὶ ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται μὲ αὐτούς. Ἀλλ’ ἀπόδειξις, ὅτι τοιοῦτον ῥητὸν νόμον δὲν ἔχομεν, εἶναι ἡ συζήτησις ἡ παρατεταμένη, ἥτις ἔγινε καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον τοσοῦτοι διακεκριμένοι ἄνδρες μέρος. Βεβαίως, κύριοι, δὲν θέλω ποτὲ ὑποστηρίξει, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ σημερινὸν, εἶναι ζήτημα ἁπλούστατον τύπου· διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ μετατρέψωμεν εἰς ἁπλοῦν ζήτημα τύπου ἓν ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλει συγκροτηθῆ, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θέλει μορφώσει τὴν Βουλήν. Ἑπομένως εὔχομαι, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ τῷ ἀποδώσῃ ἀξίαν ὑπερτέραν. Εἰς τόπον μάλιστα, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐξῆλθε μιᾶς ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σπουδαίαν ἀφορμὴν ἔδωκαν αἱ κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρεκτροπαὶ, ἐκεῖ τὰ κακὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωσι σπουδαίαν σημασίαν. Εἶναι ἄτοπον, κύριοι, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, νὰ μορφώνῃ διὰ τοῦ εἰσιτηρίου κυριαρχικῶς καὶ ἀνεξετάστως τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ μόρφωσις αὕτη νὰ ἐξακολουθῇ, μέχρις οὗ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς, ἐξέλθῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ᾖναι ὀρθὸν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ τὸ ἕτερον σύστημα· δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ σύστημα τοῦ ν’ ἀποδώσωμεν αὐτὴν ταύτην τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς τρία ἢ τέσσαρα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν παρέχουν καμμίαν ἐγγύησιν καὶ τὰ ὁποῖα συγκροτοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀνακηρύξεως. Ὅστις ἀποτροπιάζεται τὰς ἐκ τοῦ πρώτου συστήματος ἐνδεχομένας καταχρήσεις, πρέπει ν’ ἀποτροπιάζηται καὶ τὰς τοῦ δευτέρου· οὔτε εἶναι διόλου ἀληθὲς, ὅτι οἱ καταφερόμενοι κατὰ τοῦ εἰδοποιητηρίου συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας· διότι ἐλευθερία δὲν θὰ εἴπῃ παραλυσία· ἡ ἐλευθερία, διὰ νὰ ᾖναι ἀληθὴς, πρέπει νὰ περιέχῃ τὴν τάξιν. Τότε εἶναι εἰλικρινεῖς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν οἱ ὁμιλοῦντες κατὰ τῶν εἰδοποιητηρίων, ἐν ὀνόματι αὐτῆς, ὅταν μὲ τὴν αὐτὴν ὀργὴν, μὲ τὴν αὐτὴν δριμύτητα ἐπιτίθενται καὶ κατὰ τῆς δευτέρας γνώμης, τῆς γνώμης δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀνακηρύξεως κυριαρχικῶς κανονίζουσι τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Τί κακὸν δύναται νὰ πράξῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ παραβλέπουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνακηρυχθέντων ὑποψηφίων; Νὰ δώσῃ εἰσιτήρια εἰς πλείονας. Τί κακὸν δύνανται νὰ πράξωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς ἀνακηρύξεως; Παραβλέπουσαι τὸν ἀριθμὸν τὸν νόμιμον, νὰ δώσωσιν εἰσιτήρια εἰς πλείονας. Ἡ αὐτὴ λοιπὸν κατάχρησις· ἑπομένως ἡ Βουλὴ τὸν αὐτὸν δρόμον πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ, εἴτε ἐδῶ εὑρίσκει τὴν κατάχρησιν, εἴτε ἐκεῖ, εἴτε τὸ εἰδοποιητήριον εἶναι ψευδὲς, εἴτε ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως εἶναι ψευδής. Δὲν βλέπω, κύριοι, καμμίαν διαφοράν· ἐὰν θέλητε, βλέπω μίαν μόνον, ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτὲ ὁ τόπος μας, νὰ καταντήσῃ εἰς τοιοῦτον ἐξευτελισμὸν, ὥστε ν’ ἀναβιβάσῃ ἄνδρας εἰς τὴν ἐξουσίαν, οἵτινες νὰ ἐπιχειρήσωσι διὰ ψευδῶν εἰσιτηρίων νὰ μορφώσωσι νόθον Βουλήν. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι κυβερνήσεις, αἵτινες νὰ χαρισθῶσιν εἰς τρία ἢ πέντε ἄτομα. Ἐὰν ὅμως κηρύξωμεν, ὅτι, ὅστις κατορθώσῃ ν’ ἀνακηρυχθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι βουλευτὴς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὸ κακὸν θὰ πλεονάσῃ καὶ τὸ σκάνδαλον θὰ ᾖναι μέγα. Πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰσῆλθεν ὁ κ. Κυριακός. Θέλω ἐξετάσει κατ’ ἀμφότερα τὰ συστήματα τὴν εἴσοδόν του, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ λύσις θέλει εἶσθαι ὁμόφωνος. Πρῶτοι παρουσιάζονται ἐξ ἡμῶν, οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην, ὅτι ἄνευ εἰδοποιητηρίου δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδείς. Ὁ κ. Κυριακὸς δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ, κατὰ τὴν γνώμην αὐτήν, διότι εἰδοποιητήριον ὁμολογουμένως δὲν ἔχει. Ἔρχονται οἱ ἕτεροι, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως εἶνε τὸ πᾶν, αὐτὴ κατισχύει, καὶ ὁ κ. Κυριακὸς, ἔχει τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἀλλὰ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἔκνομος καὶ αὐθαίρετος; Τίς δὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Βουλή, ὑποκύπτουσα εἴτε εἰς αὐθαίρετον εἰδοποιητήριον, εἴτε εἰς αὐθαίρετον ἀνακήρυξιν, ἐξ ἴσου παρανομεῖ; Ὅ,τι ἤθελε κάμει μία ψευδὴς εἰδοποίησις, τὸ αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ ἐπὶ ψευδοῦς ἀνακηρύξεως. Τί ἔκαμεν ἡ ἀνακήρυξις; Ἀνεκήρυξαν ἕξ, ἀντὶ πέντε βουλευτῶν. Τινὲς δήμαρχοι, λέγουν, προεκήρυξαν ἕξ. Τί σημαίνει; Βλέπομεν, Κύριοι, τὴν κατάχρησιν, καὶ δὲν τὴν ὀνομάζομεν; Ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὰς πράξεις μας εἰλικρινεῖς, ὑπερήφανοι καὶ φιλότιμοι· ὅπου εὑρίσκομεν τὴν κατάχρησιν, πρέπει νὰ τὴν ὀνομάζωμεν μὲ τὸ ὄνομά της. Ἠμπορεῖ, κύριοι, νὰ εἴπῃ ὁ κ. Κυριακὸς, ὅτι προσεκλήθησαν οἱ ψηφοφόροι διὰ ἕξ, ὅταν τινὲς δῆμοι προσεκλήθησαν μόνον διὰ πέντε; Δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τινὲς δῆμοι προσεκλήθησαν διὰ πέντε; Ὅταν δὲ οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν ὀκτὼ δήμων τῆς ἐπαρχίας ἐψήφισαν πέντε βουλευτάς, δύναται ὁ κ. Κυριακὸς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐξελέχθη ἕκτος βουλευτής, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τριάκοντα μόνον ψήφους ὑπερβαίνει τὸν ἐρχόμενον κατόπιν του; Καὶ ἂν εἷς μόνος δῆμος ἐψήφισε πέντε, ὁ κ. Κυριακὸς δὲν εἶναι βουλευτής, ἀλλ’ ἐπιλαχών, δηλαδὴ ἀποτυχών. Ἡ δὲ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως, ἥτις ἐχειροτόνησεν αὐτὸν ἕκτον βουλευτὴν καθ’ ὑπέρβασιν, εἶναι αὐθαίρετος, καὶ ἑπομένως ἀνίσχυρος. Διατί λοιπὸν νὰ θελήσητε νὰ κάμητε κανονισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πάντοτε ὀρθοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βάσιν ἐσφαλμένην; Διατί νὰ εἴπητε περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἰσέρχωνται οἱ βουλευταί, ἐνῷ ὁ νόμος τίποτε δὲν λέγει περὶ τούτου; Οὔτε ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ μορφώνῃ Βουλήν, οὔτε αἱ ἐπιτροπαί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ θεωρία καὶ ἡ φιλελευθέρα. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ συμφέρον, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ συγκροτοῦντες τὴν ἐπιτροπήν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὰ κόμματα, οἱ ὁποῖοι καὶ νὰ δωροδοκηθοῦν ἠμποροῦν εὐκολώτερον, πῶς ἠμποροῦν αὐτοί, ὅταν δυσπιστῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ κατακτήσουν αὐτοὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μας; Ὅπως λοιπὸν θ’ ἀποκρούσω τὴν ὑπέρβασιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποκρούω καὶ ἐκείνην τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἤκουσα δὲ, κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῇ κανείς, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Ἀθηνῶν ἐγένετο παρ’ ὅλων τῶν δημάρχων πρόσκλησις δι’ ἕξ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι διϊσχυρίζοντο καὶ ὑπῆρχεν, ἤθελον χαρισθῆ εἰς τοὺς φίλους τῶν ἐλευθεριῶν, παραδεχόμενος, ὅτι οἱ δήμαρχοι δύνανται νὰ προσδιορίζουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων. Τίποτε ὅμως δὲν τοὺς ὠφελεῖ σήμερον ἡ θεωρία αὕτη. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀπέχῃ ἀπὸ πᾶσαν ἀπόλυτον καὶ θεωρητικὴν λύσιν· εἰς τὸ ζήτημα δὲ ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ, οὔτε κατὰ τὴν μίαν γνώμην, οὔτε κατὰ τὴν ἄλλην.
§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, ἀπ’ ἀρχῆς, παρεκάλεσα δηλ. νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα καθαρόν, διότι ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἔλαβον, ὅτι ἄλλο ζήτημα πρόκειται καὶ ἄλλο συζητεῖται. Δὲν πρόκειται, ἂν θὰ ἔχῃ 5 ἢ 6 βουλευτὰς ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς· ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὐτό, ἠμπορῶ νὰ ἦμαι ὑπὲρ, ἠμπορῶ νὰ ἦμαι καὶ κατά. Δὲν πρόκειται, ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι βουλευτὴς ὁ κ. Κυριακὸς, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὐτό, ἠμπορῶ νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ· τοῦτο δὲν πρόκειται σήμερον. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον, ὑψηλότερον, σημαντικώτερον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἵνα μὴ ἀπατηθῶμεν. Ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται ἐν τῇ Βουλῇ; καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅπως ἀντικρύσῃ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ; Μόνος, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν; Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ὀρθὸν τοῦτο, διότι ἐγὼ, κύριοι, δὲν τοῦ τὸ ἔδειξα τὸ εἰσιτήριον τοῦ Νομάρχου, τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν σοῦ τὸ δείχνω, καθὼς καὶ πέρυσι, διότι, κατ’ ἐμὲ, πρεσβεύω, ὅτι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρόκειται ν’ ἀντικρύσουν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ μὲ ἐξελέγξῃ· καὶ ἐφέτος, καὶ πέρυσι, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, δὲν τὸ ἐδείξαμεν, εἴπομεν, ὅτι ἐὰν ἔχητε διαταγὴν νὰ μὴ δεχθῆτε ὅσους δὲν δείξουν τὰ εἰσιτήριά των, ἀποχωροῦμεν, δὲν εἰσερχόμεθα. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι μόνον οἱ ἔχοντες εἰδοποιητήρια δύνανται νὰ εἰσέλθουν τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν Βουλῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ αὐτοὶ μόνοι ν’ ἀντικρύσουν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ἰδέτε ποῦ φθάνομεν Διὰ τοῦτο, λέγω, προσέχετε, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ ζήτημα. Μὴ παραϋψώνομεν τὰς ὑποθέσεις, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβοῦν τὰ τοιαῦτα. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς ἐννόησα, δὲν πιστεύω εἶπε νὰ φθάσῃ ὁ τόπος εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τοὺς Νομάρχας νὰ δώσουν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μὴ ἐκλεχθέντας νὰ εἰσέλθουν.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἀπολύτως.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μοῦ τὸ ἐνθυμήσατε. — Προσέθεσεν, ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐπαρχίας, ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ μία κυβέρνησις. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς παιδείας, ὅτι πολλὰ πράγματα ὑπεθέσαμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνωσι, καὶ ὅμως ἔγιναν· πολλὰ πράγματα ὑπέθετε μέχρι πρὶν τῆς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς πέρυσι νὰ συμβῶσι, καὶ συνέβησαν.
§44ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς παιδείας κ.λπ). Τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως τὴν διετυπώσατε, τὴν ἐθεώρησα ἀδύνατον, ὅπως καὶ ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Χριστόπουλος· τὴν ὑπόθεσιν εἶπον.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ νομίζετε ἀδύνατον τοῦτο;
§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀδύνατον λέγω ἐγώ.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ὁ πλέον γεροντότερος καὶ πολύπειρος εἰς τὰ πολιτικὰ κ. Κρεστενίτης, λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ παρὰ τὴν γνώμην τούτου, συγχωρήσατέ μοι, νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς μεγάλου διπλωμάτου. Ὅταν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Γλάδστων ἐπιστρέφων ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ἐπληροφόρησε τὰ διατρέξαντα ἐκεῖ εἰς τὸν Πάλμεστρων· ὁ μακαρίτης Πάλμεστρων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε, φαίνεται, πολλὴν ὄρεξιν ν’ ἀκούῃ, τοῦ λέγει, νὰ σοῦ τελειώσω τὴν πληροφορίαν σου μὲ δύω λέξεις; ὅ,τι εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἐνθυμηθῆτε, κύριε ὑπουργὲ, προηγούμενα, καὶ θέλετε παραδεχθῇ ὅτι ἂν δὲν ᾖναι πιθανὸν, ἀλλ’ εἶναι δυνατόν· ἀλλ’ ἂν καὶ τοῦτο δὲν ᾖναι δυνατὸν, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν τὸ ἄλλο τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ν’ ἀποκλείσῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐπαρχίας; τοῦτο δὲν ἐπηρεάζει τὸν ἀριθμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπηρεάζει ὅμως τὸν προορισμὸν τῆς Βουλῆς; Ἂν ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ τέσσαρας ἢ πέντε ἐπαρχίας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους αὐτοὶ θέλουν, τοῦτο δὲν ἐπηρεάζει τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς; Ὄχι ὅ,τι θὰ συμβῇ ἢ ὅ,τι συνέβη σήμερον· δότε μοι τὴν βεβαίωσιν, ὅτι θὰ εἶσθε σεῖς αἰωνίως, καὶ ἡμεῖς ἀφίνομεν τὴν συζήτησιν. Ἂν λοιπὸν, κύριοι, ἀναγνωρίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν σήμερον, ὁ κ. Κυριακὸς, ἐπειδὴ δὲν ἔλαβεν εἰδοποιητήριον παρὰ τοῦ Νομάρχου δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, μὰ τὸ ναὶ, δὲν ἠξεύρω ποῦ κεῖνται αἱ ἐλευθερίαι μας, διὰ τὰς ὁποίας ἐνδιαφερόμεθα, καὶ δικαίως ὅλοι. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ γενικὸν ζήτημα καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προσέξῃ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ λεπτοῦ ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος τώρα. Ἔστω, ὅτι χρειάζεται τὸ εἰδοποιητήριον τοῦ Νομάρχου, ἔστω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία μόνη ἡ ἀνακήρυξις τῆς ἐπιτροπῆς, ἔστω ὅτι χρειάζεται νὰ χαλιναγωγήσωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Νομάρχου καὶ τῶν ἐπιτροπῶν διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, ὅστις ἀσφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν· εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, καὶ ἐπιτροπαὶ καὶ Νομάρχης δὲν ἀνεκήρυξαν; αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ὁ Νομάρχης δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς εἶναι βουλευτὴς Ἀττικῆς; δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ἂν ἦναι ἢ ὄχι· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐπιφυλάττω ἐλευθέραν τὴν γνώμην μου· ἀλλ’ ἂν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν στιγμὴν αὐτὴν, τί ἄλλο περισσότερον ἀπαιτεῖται; Ἂν, μὰ τὸ ναὶ, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν τοῦ κ. Κυριακοῦ ἔξελθε, δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ κανενὸς ἄλλου. Δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ψῆφον ταύτην τὴν στιγμὴ, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν δύναται νὰ σταθῇ ἐδῶ μέσα. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ὑπέγραψα τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας, ἴσως δὲν τὸ ὑπογράψω καθόλου, διότι θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ φέρω ἴσως ἓν ζήτημα, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ σταθῶ ἐδῶ; Ἂν τὸ λαμβάνετε ὑπὸ τὴν καθαρὰν ἔποψιν θὰ εἰπῆτε ναί. Ἀλλ’ ἔστω θέλετε νὰ προβῆτε εἴς τι ὡρισμένον; Εἰπέτε γενικῶς, ὅσοι δὲν ἀνεκηρύχθησαν, ὅσοι ἐξελέχθησαν ὑπεράνω τοῦ προσδιορισθέντος ἀριθμοῦ, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἂν βασίσητε τὴν ἀπόφασίν σας ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς ἐλλείψεως τοῦ εἰδοποιητηρίου, φαντάσθητε τὰς συνεπείας. Ἑπομένως ἐγὼ ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ἰδέαν, ὅτι σήμερον δὲν ἔπρεπε νά ἔλθῃ τὸ ζήτημα· σήμερον ἀμφισβητεῖτε τὴν εἴσοδον· σήμερον πρόκειται νὰ ἐγκαταστήσωμεν τὸν ὑπάλληλον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μορφώσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως θέλῃ. Ἂς εἴπωμεν λοιπὸν, οἱ ἐκλεχθέντες εἰς ἀριθμὸν ὑπεράνω τοῦ προσδιορισθέντος, δὲν θεωροῦνται ὡς βουλευταὶ, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς σχετικῆς ἐκλογῆς.
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Οἱ βουλευταὶ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβουν τὰ καθήκοντά των ἂν δὲν ὀμόσουν τὸν ὑπὸ τοῦ συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν ὅρκον τὸν ἔκαμα.
§50Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπεγράψατε.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡμίλησα ὅμως τώρα (γέλως).
§52ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις χρησιμεύει νὰ δικαιολογήσῃ μίαν ἰδέαν τοῦ Ἱερωνύμου Βένθαμ περὶ τακτικῆς τῶν πολυμελῶν σωμάτων, ὅτι ἐῤῥέθησαν ἐν αὐτοῖς αἱ μεγαλήτεραι παραδοξολογίαι, καὶ ἐτέθησαν ζητήματα, τὰ πλέον ἀντικείμενα πρὸς τὴν λογικήν. Ἡ ὑπόθεσις, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὑπὸ τῶν λαβόντων τὸν λόγον, δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλης ἀναπτύξεως, θέλω μόνον ἀνακεφαλαιώσω τινά. Εἶναι παράδοξον πῶς ἐπιμένουν τινὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ, προκειμένου ἐξελέγξεως ἐκλογῆς ἢ προκαταρκτικοῦ ζητήματος ἀφορῶντος τὸν τύπον μιᾶς ἐκλογῆς ἢ ἑνὸς βουλευτοῦ, ἔχουν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι πρέπει νὰ προβαίνῃ διὰ κανονιστικῶν διατάξεων καὶ γενικῶν· τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ πρώτην φορὰν ἤκουσα ἓν τοιοῦτον ζήτημα παρουσιαζόμενον ἐνώπιον νομοθετικοῦ σώματος. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρώτατον ὅπως ἐπαρουσιάσθη ἐξ ἀρχῆς, καὶ ὅστις ἀπομακρύνεται αὐτοῦ, δὲν ἐπιδιώκει μίαν λύσιν εὐθεῖαν καὶ εὔκολον. Τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη εἶναι αὐτὸ, ἄνθρωπός τις καλούμενος Κυριακὸς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ τεκμήριον τοῦ νόμου διὰ νὰ φέρῃ τὸν τίτλον, σφετερίζεται ἕνα τίτλον καὶ παρουσιαζόμενος ὁρκίζεται μετὰ τῶν λοιπῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίμως ἔχουν τὸ τεκμήριον τοῦ νόμου, καὶ ὑπογράφει καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας. Δὲν πρόκειται νὰ θέσωμεν κανόνα γενικὸν, τί πρέπει νὰ γίνῃ περὶ ὅλων ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὸ τεκμήριον εἶναι ἰσχυρὸν, ἀλλ’ ἀκολούθως ἠμπορεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀληθείας τῶν γεγονότων καὶ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ δεδομένου ζητήματος. Ὁ προλαλήσας ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωγὴν, ἀποκρούων ὅτι τὸ εἰσιτήριον εἶναι τὸ μόνον γνώρισμα, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὁ νόμος εἰς συγκρότησιν μιᾶς Βουλῆς ἐν Ἑλλάδι. Τὸ σύνταγμα ἐκανόνισε τὰς διαφόρους ἐξουσίας, τὴν ἐκτελεστικὴν, τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξασκουμένην ὑπὸ τοῦ βασιλέως καὶ ὑπὸ μιᾶς Βουλῆς ἀντιπροσώπων· ἀλλ’ ὡς εἶναι φανερὸν ἡ νομοθετικὴ δὲν δίδεται διαρκῶς εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, δὲν εἶναι ὡς ἡ βασιλικὴ· τὸ δικαίωμα ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος τοῦ νὰ ἐξασκήσῃ νομοθετικὴν ἐξουσίαν δι’ ἀντιπροσώπων. Ὁ νόμος λοιπὸν ἐκανόνισε κατὰ ποῖον τρόπον γίνεται ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν, ἐπροσδιώρισε μίαν σειρὰν πράξεων, ἐκ τῶν ὁποίων ὅλων πρέπει ν’ ἀποτελεσθῇ μία ἐκλογή. Καὶ τελευταῖον ὁ νόμος ἐπροσδιώρισεν ἓν γνώρισμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ἡ ἐκπλήρωσις ὅλων αὐτῶν τῶν πράξεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ ἐκλογὴ νόμιμος. Τελευταία πρᾶξις εἶναι τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τὸ εἰδοποιητήριον. Ἂν παραλείψωμεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, τότε καταντῶμεν εἰς ἀτοπήματα μεγάλα, θέτομεν ὡς ἀρχὴν τὴν ἀναρχίαν· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται καὶ νὰ λαμβάνῃ θέσιν ἐνταῦθα, ἀξιῶν ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς βουλευτής. Ὅταν δὲν ἔχωμεν ἓν γνώρισμα, ἓν τεκμήριον ἀσφαλὲς, ἐξ οὗ νὰ γνωρίσωμεν τὰ πρόσωπα, πῶς θ’ ἀποκρούσωμεν τὴν σύγχυσιν τοῦ νὰ δύναται ἕκαστος εἰσερχόμενος νὰ λαμβάνῃ θέσιν μεταξὺ τῶν βουλευτῶν; δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικά. Ἂν ὁ νόμος ἄφησε τοῦτο ἀόριστον, ἀκανόνιστον, ὅπως ἰσχυρίσθησάν τινες, τότε ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ λύεται, ὅπως εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας, διὰ τρόπου, ὄχι πολὺ εὐγενοῦς, διὰ γρονθοκοπημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰς ἄτοπον ἀπαγωγὴ τοῦ ἐναντίου συστήματος. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅταν πρόκειται περὶ συγκροτήσεως, οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι, ἡ νομοθεσία προσθέτει ἓν γνώρισμα ἀδιαφιλονείκητον, καθ’ οὗ δὲν ὑπάρχει ἔνστασις, ὅτι εἶναι ὁ φέρων αὐτὸ βουλευτής· καὶ θέλετε ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴν ἔχωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν μας, τὰ συμφέροντά μας; Δείξατέ μοι ἕνα κανόνα νὰ ἐξέλθωμεν ἀπ’ αὐτὸν τὸν λαβύρινθον. Νὰ παραδεχθῶμεν τὰς πράξεις τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ἐπιτροπῶν; ἡ ἱστορία αὐτῶν εἶναι πασίγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ ἡ πλειοψηφία νὰ διαιρεθῇ καὶ συντάξωσιν ἀνακηρύξεις ἀντιθέτους. Πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα; Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἄνευ εἰδοποιητηρίων, εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκροτηθῇ Βουλή· αὐτὸ εἶναι τὸ τεκμήριον τοῦ νόμου· ἀφοῦ καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ νόμιμον τεκμήριον, τότε προβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν, καὶ τότε τὰ τεκμήρια θὰ δύνανται νὰ προστατεύσωσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοιουτοτρόπως εἰσῆλθον...... Γενικῶς ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Κυριακοῦ. Ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθοῦν τὸ ἐναντίον, παρετηρήσατε, ὅτι ὅλοι ἐσυζήτησαν ὄχι τὸν τύπον, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν· ἠθέλησαν νὰ συγκρίνουν τὴν ἀξίαν τῆς πράξεως τῆς ἀνακηρυττούσης τοὺς βουλευτὰς καὶ τὴν ὁποίαν συντάσσει ἢ ἐκδίδει μία ἐπιτροπὴ, ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει ἡ διοικητικὴ ἀρχή· ἐπροχώρησαν ν’ ἀποδείξουν συγκεκριμένως τὴν σημερινὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἐδῶ ἀνεκηρύχθησαν 6 βουλευταὶ ὑπὸ τεσσάρων δημάρχων καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἀληθῶς αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὴν οὐσίαν· ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προτέρων αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ἀνάξια προσοχῆς. Ὅταν ἐξ ἀρχῆς δὲν προεκηρύχθησαν 6 βουλευταὶ εἰς Ἀθήνας, ὅταν 4 μόνον δήμαρχοι ἐπροκήρυξαν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, καὶ 4 ἐπροκήρυξαν μόνον τὸν ἀριθμὸν 5, εἶναι ἀδύνατον αὐτὴ ἡ πρᾶξις νὰ μεταβληθῇ μετὰ ταῦτα, νὰ τροποποιηθῇ διὰ μεταγενεστέρας πράξεως, καὶ ἐὰν ὁ λαὸς προσεκλήθη νὰ ἐκλέξῃ 5 βουλευτὰς, νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐξελέξατο 6. Ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει πᾶσα ἐπαρχία, πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένος, οἱ ψηφοφόροι νὰ γνωρίζουν, ὑπὲρ πόσων βουλευτῶν πρόκειται νὰ δώσουν τὴν ψῆφόν των, καὶ ὄχι μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ ἐκλογὴ, κατὰ προαίρεσιν εἴτε ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς ὅλων τῶν ἰδιαιτέρων συλλόγων, εἴτε καὶ ἑνὸς μέρους αὐτῆς, ν’ ἀναδείκνυνται πρόσωπα περισσότερα. Αὐτὸ ἀντιβαίνει ὄχι μόνον εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἂν τυχὸν συνέβαινε τοῦτο εἰς ἄλλο μέρος, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἀγγλίαν, αὐτὴ ἡ πρᾶξις δὲν ἤθελε μείνει ἀτιμώρητος· ἐκεῖ ἡ Βουλὴ χαίρει ἡ ἰδία τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, καὶ βεβαίως ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει τὸ τεκμήριον τοῦ νόμου λάθρα νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν βουλευτικὸν περίβολον, νὰ ὁρκισθῇ καὶ νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον τοῦ ὅρκου, αὐτὸ ἤθελε θεωρηθῇ μία πρᾶξις ἀντικειμένη εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἴσως, καὶ εἰς ῥητὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Ἀγγλικὸν κράτος. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ὁδηγῆται ὑπὸ ῥητοῦ νόμου, καθόσον ἡ ἰδία εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἠμπορεῖ πολὺ καλὰ νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς περίστασιν νέους. Ἐδῶ λοιπὸν ἀρκεῖ νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος αὐτὴ ἡ πρᾶξις χωρὶς καμμίαν ἄλλην συνέπειαν, πρὸς τιμὴν ἀκόμη τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πρᾶξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποδεικνύει, ὅ,τι παρεπονούμεθα πρὸ ἐτῶν, μίαν χαλάρωσιν τῶν νόμων, καὶ μίαν περιφρόνησιν τῶν δημοσίων καθηκόντων· εἶναι καὶ τόλμη μεγάλη, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος αὐτὸς ἔδειξε, καὶ ὅτι εἶναι τόλμη μεγάλη, τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ διαγωγὴ τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν Γυθείου. Ἐκεῖνοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦσαν καὶ ἰσχυρότεροι κατὰ τὴν ῥώμην, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παλαίσουν, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, εἴτε καὶ τακτικώτερον ἀκόμη, ἐὰν ἐπρόκειτο κλοπιμαίως νὰ εἰσέλθωσιν. Ὅταν θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ εἰδοποιητήριον εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις νὰ λαμβάνῃ θέσιν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου πρὸς ἔναρξιν τῆς Βουλῆς ὡς βουλευτὴς, τότε εἶναι βέβαιον, ὅτι θέλομεν νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ἀντὶ Βουλῆς νὰ συστήσωμεν μίαν ἐκκλησίαν τοῦ λαοῦ. Προκειμένου περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν σεβασμὸν εἰς τοὺς τύπους, τοὺς περιεχομένους ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Αὗται αἱ ἀόριστοι ἐλευθερίαι, αἱ συγκεχυμέναι, πρὸς τὰς ὁποίας πολὺ τρέχουν τινὲς, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὠφέλησαν τὰ ἔθνη, ἀλλὰ μόνον τὰ ἔβλαψαν. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐλευθεριῶν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις, ποίας ἐλευθερίας θέλει, καὶ νὰ μὴ συγχέῃ τὴν ἀναρχίαν μὲ τὴν ἐλευθερίαν, διότι ποία μεγαλειτέρα ἀναρχία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, παρὰ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀφεθῇ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ὄχλου, νὰ ἔρχηται ἐδῶ νὰ συζητῇ ὁ ὄχλος; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τοιαῦται ἐλευθερίαι ᾖναι ὠφέλιμοι εἰς τὰ ἔθνη. Αἱ ἀφῃρημέναι λοιπὸν λέξεις, δὲν χρησιμεύουν παντάπασιν. Ἐὰν ὑπάρχουν βουλευταὶ, οἵτινες ἔλαβον καλῶς εἰσιτήρια, καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσοῦτον προφανὲς, ὥστε ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ἡ ἀπόφασις τοῦ προκειμένου ζητήματος δὲν ἀποκλείει τὰ λοιπὰ ζητήματα, δὲν πρέπει ὅμως καὶ νὰ συγχύζητε τὸ ἓν ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο. Ἑπομένως ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, κ. Σαράβα.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις.
§54ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Ν’ ἀναγνωσθοῦν αἱ προτάσεις, καὶ νὰ ἴδωμεν, ποία εἶναι ἀπωτέρα.
§55ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, ἐξηντλήσαμεν ἱκανὰς ὥρας καὶ ἀνεπτύχθημεν, μοὶ φαίνεται, ἄνευ ἀνάγκης. Πρόκειται ἡ λύσις ἑνὸς ἁπλουστάτου ζητήματος τυπικοῦ, καὶ τὸ κατηντήσαμεν ζήτημα θεωρητικὸν, ζήτημα συνταγματικὸν, ζήτημα δικαίου, καὶ τέλος πάντων ἐξηντλήθημεν, ἐπαναλαμβάνω ἐπὶ ματαίῳ. Ὁ φόβος τῶν ἐνδιαφερομένων περὶ τῶν ἐλευθεριῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι μάταιος. Θὰ μὲ συγχωρήσητε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θέλοντες ν’ ἀποφύγωμεν ἓν ἄτοπον, ὑποπίπτομεν εἰς ἓν σπουδαῖον ἄτοπον. Τί εἶναι τὸ εἰδοποιητήριον; Τὸ εἰδοποιητήριον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ αἱ συνέπειαι τῶν ἐκλογικῶν πράξεων. Τί πρέπει νὰ προηγηθῇ τοῦ εἰσιτηρίου; Πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ πρόγραμμα. Τὸ πρόγραμμα πρέπει νὰ κηρύξῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅτι δικαιοῦται νὰ ψηφοφορήσῃ τόσους βουλευτάς. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ πρέπει νὰ δημοσιεύουν οἱ δήμαρχοι, νὰ φωτισθοῦν οἱ ἐκλογεῖς, διὰ νὰ μορφώσουν πεποίθησιν μεταξὺ τῶν 10, τῶν 20 τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὸν ἀγῶνα, ποῖοι εἶναι τῆς πεποιθήσεώς των. Ἔρχεται ἡ δευτέρα πρᾶξις. Αἱ ἐπιτροπαὶ, οἱ πρόεδροι τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν περιφερειῶν μετὰ τοῦ δημάρχου, τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, συνερχόμενοι εἰς ἓν, ἐνεργοῦν τὴν ἀρίθμησιν τῶν ψήφων, ἀνακηρύττουσι τοὺς ἐκλεχθέντας βουλευτὰς, ἐπὶ τῇ βάσει βεβαίως τοῦ ἐκδοθέντος καὶ προσδιορισθέντος προγράμματος, καὶ κατόπιν ἄρχεται ἡ ἐργασία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἰδοποιεῖ τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἰδίᾳ ἕκαστον τῶν ἐκλεχθέντων, ὅτι ἀνεδείχθησαν οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ εἰδοποιητήριον εἶναι συνέπεια καὶ ἀποτέλεσμα σειρᾶς πράξεων ἐκλογικῶν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκφράσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπαρχίας. Εἶναι λοιπὸν εἰδοποιητήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φέρει αὐτοὺς τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι ἐξεδόθη εἰδοποιητήριον μὴ περιβληθὲν μὲ τοὺς τύπους αὐτούς. Αὐτὸ τὸ εἰδοποιητήριον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὸ Σύνταγμα, ὁ νόμος, ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου εἰς ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν τοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὴν πολιτείαν, ὑπέθεσεν, ὅτι τὰ ὄργανα αὐτὰ, δὲν στεροῦνται ἠθικῆς, δὲν στεροῦνται συναισθήσεως καθήκοντος. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι εἶναι φόβος καθιερουμένης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἡ Βουλὴ νὰ συγκροτῆται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων, καὶ λοιπῶν. Ἐγὼ ὅταν συλλογίζωμαι αὐτὴν τὴν σκέψιν, ταράττομαι, καὶ ἔχω πρόσφατα παραδείγματα. Ἐὰν φοβῶνται τὴν ἐξουσίαν, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐμπιστοσύνης ἠμποροῦν νὰ καταχρασθοῦν, τότε πρέπει νὰ φοβούμεθα πολὺ περισσότερον, αὐτὴν ταύτην τὴν ἐξουσίαν· διότι ἡ ἐξουσία, ὄχι μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ νὰ μορφώσῃ πλειοψηφίαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, καὶ κατόπιν θὰ μάθητε τὴν ἐπαρχίαν. Εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἠξεύρετε, τί συνέβη; Ἐγένοντο ἐνέργειαι παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς σημερινῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν, ἐγένοντο λέγω ἐργασίαι νὰ μορφωθῇ πλειονοψηφία τῶν ἐπιτροπῶν δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν, διὰ ν’ ἀποκλεισθῇ εἷς καὶ νὰ ἐκδοθῇ εἰσιτήριον εἰς ἄλλον· τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ἡ ἀρίθμησις τῶν ψήφων, συνῆλθον οἱ πρόεδροι· τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤνοιξαν τὰ πρακτικὰ, συνελήφθη ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠρνήθη ὁ εἰρηνοδίκης νὰ λάβῃ μέρος, καὶ ἀντικατεστάθη παρὰ τοῦ παρέδρου, γνωστοῦ διὰ τὰ φρονήματά του. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, λέγει· «δὲν ἀναγνωρίζω τὸ περιεχόμενον μιᾶς κάλπης, κατὰ συνέπειαν δὲν ἀνακηρύττω τὸν ἐκλεχθέντα ὡς βουλευτήν· ἡ ἀρχὴ, εἶπε· δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ εἰδοποιήσω, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος φαίνεται βουλευτὴς διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἐκλογέων. Τώρα καθιερώνοντες τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰ εἰσιτήρια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ δὲν ἀναφέρωνται εἰς νόμον ῥητὸν, ἀλλὰ καθιερώθη, ἀφ’ ὅτου ἐσυνταγματίσθημεν, δι’ αὐτῶν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν· ἀπὸ τὰ 1843 καθιερώθη αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ ἔχων εἰσιτήριον, καὶ λέγων εἰσιτήριον, ἐννοῶ εἰσιτήριον νομάρχου περιβεβλημένον μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, τότε περιπίπτετε εἰς ἄτοπα, τότε θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐνεργήσητε ἄλλας προεξελέγξεις, καὶ θὰ ἰδῆτε εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, ὅτι θὰ ἔχετε διπλᾶς καὶ τριπλᾶς ἀνακηρύξεις, καὶ θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐδῶ. Λοιπὸν σκέπτομαι ἐν πεποιθήσει, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ μὴ καθιερώσῃ μίαν ἀρχὴν ὀλεθρίαν. Ἐθαύμασα μὲ ἕνα τῶν προλαλησάντων, ὁ ὁποῖος ἐστηρίχθη εἰς ἓν μέρος τοῦ τύπου καὶ ἐπί τινος μέρους αὐτοῦ ἀνήγειρε τὸ οἰκοδόμημά του, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς καλῶς λαβοῦσαν χώραν τὴν εἴσοδον τοῦ Κυριακοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ ὁ νομάρχης ἀνεκήρυξαν τὸν κ. Κυριακὸν ὡς ἕκτον βουλευτὴν καὶ τὸ ἐδημοσίευσαν καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Λαβὼν αὐτὸ τὸ μέρος παρέλειψε τὸ οὐσιωδέστερον, τὸ πρῶτον τῆς προκηρύξεως, παρέλειψε καὶ τὸ δεύτερον τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδωκεν εἰσιτήριον, καὶ διατὶ δὲν ἔδωσε; Πιστεύετε, ὅτι ὁ νομάρχης, ὁ λαβὼν μέρος εἰς τὴν ἀνακήρυξιν, ἠθέλησε νὰ φατριάσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν εἰδοποιητηρίου εἰς τὸν Κυριακόν; Βεβαίως ὄχι· ἀλλ’ ὁ νομάρχης ἴσως εἶδεν, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὑπέπεσεν εἰς λάθος λαβὼν μέρος εἰς τὴν ἀνακήρυξιν· δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑποπέσῃ καὶ εἰς δεύτερον. Ἠρνήθη κατὰ συνέπειαν τὸ εἰσιτήριον καὶ ἔπραξε καλῶς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Κυριακοῦ, ἐὰν ὁ κ. Κυριακὸς δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ἔχων εἰσιτήριον μὲ τοὺς νομίμους τύπους περιβεβλημένον, ὅπως ὁ νόμος ἀπαιτεῖ;
§56ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι τὸν λόγον διότι ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι καὶ ὑπὲρ τοῦ νόμου. Δὲν ἤθελον ζητήσει βεβαίως νὰ μειονεκτήσῃ ἡ ἐπαρχία μου· θέλω ὑπὸ τὸ γενικὸν μέτρον τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τόσον ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καθὼς καὶ ὑπὸ τὸν τύπον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι περὶ τῆς οὐσίας δὲν γίνεται λόγος ἤδη, ἀλλ’ ἔχει πολλὴν ἐπιῤῥοήν. Τί συζητοῦμεν τώρα; Μίαν ἔκφρασιν, μίαν ἀξίωσιν τῆς ἐπαρχίας, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη νὰ ἔχῃ πλείονας τῶν 5, ἢ 6 ἢ 7. Εἰς τοῦτο συντάσσομαι καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ δύναται τοῦτο νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ πρόκειται προκαταρτικῶς, ποῖοι νὰ εἰσέλθουν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπάρχει ἕνας, θεωρούμενος ὑπεράριθμος κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένον ἀριθμόν. Λέγω βεβαίως καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία αὐτὴν τὴν στιγμὴν, νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου· διότι διὰ νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸ θὰ λάβῃ ὄχι μόνον τὴν ἀξίωσιν τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ θὰ λάβῃ καὶ τὰ δικαιολογοῦντα τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τοῦ ἀριθμοῦ· διότι ἐπ’ αὐτοῦ βασίζεται τὸ δικαίωμα. Τώρα ἂν εἶναι εἷς περισσότερος ἢ ὀλιγώτερος, δὲν εἶναι δικαίωμα βουλευτικὸν, δὲν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικόν· εἶναι δικαίωμα ἀνώτερον, εἶναι δικαίωμα συνταγματικὸν, διότι τὸ σύνταγμα ὁρίζει καὶ δὲν ἀφίνει οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ κατὰ θέλησιν· θέλω ἡ δεῖνα ἐπαρχία νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρους ἢ περισσοτέρους βουλευτάς· οὐδαμῶς· ἑκάστη ἐπαρχία ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ τόσους βουλευτάς, ὅσον πληθυσμὸν ἔχει. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ κανόνος τοῦ συντάγματος, οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον, καμμία ἀπόφασις δύναται νὰ ᾖναι ἰσχυρά. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος λέγομεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ περιστατικά, ὅσα ἀπαιτοῦνται. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ μέτρον δὲν δύναται νὰ ᾖναι μόνον δι’ ἡμᾶς, θὰ ᾖναι γενικὸν· ὅσαι ἄλλαι ἐπαρχίαι ἔχουν τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ ἰδική μας, ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται τώρα νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι τώρα νομοθετικὴ, εἶναι ἁπλοῦν δικαστήριον, καὶ ἀκόμη δὲν ἐσχηματίσθη εἰς δικαστήριον, διότι σχηματίζεται μετὰ τὴν κλήρωσιν, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς προεξελέγξεως. Τώρα εἶναι προκαταρκτικὴ, εἶναι μία συνάθροισις βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἀποτελοῦν νόμιμον σύλλογον, διότι δὲν ἐνομιμοποιήθη ἀκόμη, δὲν ἐξηλέγχθη ἡ Βουλή. Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς τώρα, δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καμμίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ χρειάζεται προεξέλεγξις. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω πᾶσαν ἀπόφασιν καὶ λέγω, ὅτι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ γραφεῖα, ἢ εἰς τὰ τμήματα, δὲν ἠξεύρω· πέρυσιν εἴχατε ἐπιτροπὴν, διότι εἶναι ἀμφίβολον καὶ τοῦτο, ποία θὰ ᾖναι ἡ προεξέλεγξις, ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ ἔχωμεν τμήματα. Λοιπὸν ἐκεῖ νὰ ἐξελεγχθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἔπειτα. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τῶν κυρίων Κρεστενίτου καὶ Κατσικαπῆ.) «Οἱ ἐναντίον τοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου τοῦ προσδιορίζοντος σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας ἀνακηρυχθέντες καὶ λαβόντες ἢ μὴ εἰδοποιητήρια, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πρὶν αὕτη ἀποφανθῇ ὁριστικῶς, ἐπὶ τῶν τοιούτων ἐκλογῶν, καὶ ἀναγνωρίσῃ αὐτοὺς ὡς νομίμους βουλευτάς.» (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ κ. Σαράβα). «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ Παναγῆς Κυριακὸς ὑπέγραψεν ἄνευ δικαιοδοσίας εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας τῶν βουλευτῶν.»
§57ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§58ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ἡ ἄλλη.
§59ΣΑΡΑΒΑΣ (ὑπουργὸς παιδείας). Δὲν πρόκειται περὶ ἀπωτέρας, ἀλλὰ περὶ προτάσεως συνθέτου καὶ περὶ προτάσεως ἁπλῆς. Ἡ μὲν πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. γραμματεὺς, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κυρίων Κατσικαπῆ καὶ Κρεστενίτου, εἶναι σύνθετος, διότι περιλαμβάνει πολλὰς ἐκλογὰς καὶ πολλὰ πρόσωπα· ἡ δὲ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶναι ἁπλῆ, καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν ὅταν μία πρότασις ᾖναι σύνθετος, αὐτὴ χωρίζεται, καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ κ. Κατσικαπῆς, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφοφορηθῇ, πρέπει νὰ χωρισθῇ, καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπλούστατον, διότι ὁ εἷς ἠμπορεῖ νὰ ἐπιμένῃ εἰς μίαν πρότασιν καὶ ὄχι τὴν ἄλλην, καὶ θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν. Λοιπὸν προτείνω, νὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, διότι ἡ μὲν ἄλλη εἶναι σύνθετος, αὐτὴ δὲ ἁπλῆ.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ μὲν μία λέγει, ὅτι ὁ δεῖνα μὴ ἔχων εἰσιτήριον.....
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων εἶναι, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς εἰσῆλθεν οὐχὶ νομίμως.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Κυριακὸς εἰσῆλθεν οὐχὶ νομίμως, διατί; Διότι δὲν ἔχει εἰσιτήριον, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀκόμη εἶναι καὶ ἄλλο εἰσιτήριον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προγράμματος. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ ἰδική μας πρότασις περιέχει τὸ περισσότερον, καὶ ἡ ἰδική σας τὸ ὀλιγώτερον. Λοιπὸν λέγετε μίαν περίστασιν· ἡ ἔλλειψις εἰσιτηρίου δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθῃ. Λέγω, τὸ παράνομον εἰσιτήριον δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθῃ.
§63ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἐκείνη ἡ πρότασις, τῆς ὁποίας παραδεχθείσης πίπτει πᾶσα ἄλλη. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τοῦ Κυριακοῦ, ἡ ἄλλη δὲν πίπτει.
§64ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι καμμία πρότασις δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι πρὸ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καμμία ἄλλη πρότασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ. Περὶ ὑπεραρίθμων δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφασίσωμεν οὔτε προσωρινῶς, οὔτε διαρκῶς.
§65ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λύεται τὸ ζήτημα, ὅταν προσδιορίσωμεν, ποία εἶναι ἡ φύσις τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐξασκεῖ ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Βουλή. Ἐὰν ᾖναι νομοθετικὰ, τότε ἠμπορεῖ ὡς ἀπωτέρα ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ κ. Κρεστενίτης καὶ Κατσικαπῆς, νὰ ὑπερισχύσῃ τῆς συζητήσεως· ἐὰν ὅμως τελῇ καθήκοντα δικαστικὰ, εἶναι νόμος ῥητὸς, κανὼν ἀπαράβατος, ὅτι ποτὲ τὰ δικαστήρια δὲν προβαίνουν εἰς ἀπόφασιν κανονιστικήν. Ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ ἁμάρτημα, ἐὰν ἕως τώρα δὲν ἔχῃ ἄλλο, θὰ ᾖναι αὐτὸ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ τὸ σημαντικώτερον, καὶ βεβαίως θὰ κάμῃ τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν εἰς πάντα ξένον, σήμερον προκειμένης ἐξελέγξεως, προκειμένου ζητήματος ὅλως δικαστικοῦ. Τί εἶναι τὸ ζήτημα; Ἐὰν καλῶς ὡρκίσθη ἓν ἄτομον, ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ προτιμῶ νὰ ψηφοφορήσω μίαν ἄλλην πρότασιν, ποῖα προσόντα πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον εἶναι δεκτὸν νὰ ὁρκίζηται· ἂς ἀφήσω, ὅτι εἶναι σόφισμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης της νὰ εἴπῃ παῤῥησίᾳ, καλῶς ἢ κακῶς ὡρκίσθη· ἀλλὰ προσέτι εἶναι καὶ εἷς τρόπος, ὡς εἶπον, σόλοικος ἐπιστημονικῶς καὶ λογικῶς. Σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της· ἐὰν ψηφοφορήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, αὐτὴ λύει τὸ ζήτημα, καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα συναφὲς, ἐπειδὴ ἀφορᾷ ἄλλα πρόσωπα καὶ οὐχὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον· ἂν πρόκηται καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς δικαστικοὺς τύπους, διότι καὶ εἰς τὰ δικαστήρια συνάφεια ὑπάρχει μεταξὺ τῶν αὐτῶν προσώπων, οὐχὶ δὲ μεταξὺ ἄλλων, ὥστε νομίζω, ὅτι τὰ πρόσωπα κακῶς ἔλαβον θέσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἐκ τῶν προτέρων τὸ εἰδοποιητήριον καὶ κατόπιν δύναταί τις νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν....
§66ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν πρώτοις, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἐκλογικῶν, καὶ τοῦτο τὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν πεφωτισμένην σύνεσιν τῶν κ. βουλευτῶν, πρότασις ὑπουργικὴ δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ.
§67Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ παρίσταται καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της.
§68ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην καθήκοντα δικαστικὰ, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἱδρύεται, συγκροτεῖται se constitue, ἑπομένως ἡ προπαρασκευαστικὴ αὐτῆς ἐργασία δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς κανόνας τοὺς δικαστικοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξεν, ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ῥητῶς ἐπὶ ἀτόμων, ἐπὶ γεγονότων. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διαγράψῃ γενικόν τινα κανονισμὸν τῆς διαγωγῆς της, διότι ὡς εἶπον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Βουλὴ ἐνιδρύεται, ὅπως προβῇ εἰς τὰς δικαστικὰς αὐτῆς ἐργασίας ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑποθέτετε ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ ζητημάτων ἐξελεγκτικῶν καὶ πρὶν τῆς συστάσεως τῶν τμημάτων; Παντάπασι. Τὰ τμήματα καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ συνίστανται οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολύνωσι διὰ τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ἔργων τὴν ταχεῖαν ἐξέλεγξιν, ἑπομένως οἱ κανόνες τῶν δικαστηρίων δὲν ἐφαρμόζονται, διότι τὰ δικαστήρια τὰ διέπουσι κανόνες ἀπαράβατοι τὴν δὲ Βουλὴν τὸ νόμιμον αὐτῆς συμφέρον, ὑπεράνω τοῦ ὁποίου δὲν τίθεται ἕτερον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἤτοι περὶ τοῦ ποία τῶν δύο προτάσεων νὰ προτιμηθῇ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν λύει τὸ ζήτημα, τὸ ἀφίνει ἐκκρεμές, ἐνῷ ἡ τοῦ κ. Κρεστενίτου λύει τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τοὺς κ. ὑπουργούς, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, εἶναι πρότασις μᾶλλον κυβερνητική, ἐνῷ ἡ τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἀμφίβολος. Δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ἀτόμου τινός, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἢ οὔ νὰ εἰσέλθῃ, ἀλλὰ περὶ τοῦ τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ, ὡς διαγράφουσα κανόνα γενικὸν πορείας τῆς Βουλῆς. Διότι, κύριοι, δὲν εἶναι ἡ κυβέρνησις ἡ κανονίζουσα τὴν νομολογίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐνεργῶνται αἱ ἐνταῦθα ἐργασίαι, ἀλλ’ ἡ Βουλή.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. (ὑπουργὸς Ἐκπαιδεύσεως) Δὲν ἐνόμιζα, κύριοι, ὅτι ἤθελε γεννηθῇ ἀμφισβήτησις ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως· ἀμφιβάλλω ἂν καμμία Βουλὴ ἔχει παρόμοιον προηγούμενον, δηλ. πρὶν νομίμως καταρτισθῇ νὰ διαγράψῃ γενικὰς ἀρχάς. Θέλετε νὰ καθιερώσητε μίαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν δὲν καθιέρωσεν ὁ νόμος; δὲν ἔχετε νὰ ψηφίσητε ἀρχὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ νόμῳ· θέλετε νὰ ψηφίσητε ἀρχὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ νόμῳ; εἶναι περιττόν. Εἴτε λοιπὸν ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν εἴτε ὑπὸ τὴν ἄλλην ἡ ἰδέα, ἐξ ἧς ὁρμᾶσθε, δὲν ἔχει ἀξίαν. Ἄλλως τε, κύριοι, ἡ Βουλή, ἐκτὸς μόνον ὅταν νομοθετῇ, ποτὲ δὲν διαγράφει γενικὰς ἀρχὰς, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον πρὶν ἔτι προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαγράψῃ γενικὰς ἀρχὰς, διότι ἐν ἑκάστῃ ἐκλογῇ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ δικαστικὰ καθήκοντα, μάλιστα οὐχὶ τὰ καθήκοντα τῶν κοινῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων· αὕτη εἶναι ἀρχὴ ἀνεγνωρισμένη ἀπὸ ὅλους τοὺς δημοσιογράφους, ἀποφαίνεται δηλ. ἂν ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν γνώμην της. Ἡ πρότασις τῶν κ.κ. Κρεστενίτου καὶ Κατσικαπῆ, περιέχει δύο τινά· πρῶτον τὴν καθιέρωσιν μιᾶς ἀρχῆς, τῆς ὁποίας οὔτε τὴν ἀναγκαιότητα οὔτε τὴν σκοπιμότητα βλέπω· δεύτερον τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ἐφαρμόζει ἐπὶ πολλαπλῶν περιπτώσεων· διότι ἀναντιῤῥήτως, ὅπως διετυπώθη ἡ πρότασις, δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον εἰς μίαν ἐκλογὴν, ἀλλ’ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας. Ἑπομένως ἡ πρότασις αὐτὴ παρουσιάζει τὸ σύνθετον, ἐνῷ ἡ ἰδική μας πρότασις εἶναι ἁπλῆ, ἀναφέρεται μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν· ἄρα τὰ σύνθετα ζητήματα περιλαμβάνουν τὴν λύσιν τῶν εἰδικωτέρων περιπτώσεων, ἐξ ὧν συντίθενται. Ἐάν, κύριοι, εἰς μίαν ἐκλογὴν, προτείνεται ἡ ἀκυρότης 5 δήμων, ἐγὼ δὲ προτείνω τὸ ἄκυρον ἑνὸς μόνου δήμου, διότι ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ 4 ἕτεροι δῆμοι εἶναι ἔγκυροι, δὲν θέλετε εἰπεῖ, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασίς μου, διότι δὲν ἐμπεριέχει τὰς ἄλλας; ἐνῷ ἂν τεθῇ πρῶτον τὸ ἄκυρον τῶν 5 δήμων, θέλετε δεσμεύσει τὴν γνώμην μου. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὸ νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα.
§70Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ πρότασίς μου δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξελέγξεως, δὲν ζητῶ παρὰ ἐξαίρεσιν δικαστῶν, καὶ λυποῦμαι, διότι ἀντιπράττω ἐνώπιον δύω νομικῶν. Πρὶν φθάσω εἰς τὴν δίκην, ζητῶ ἐξαιρέσεις δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μὲ δικάσουν· τὸ ἐννοοῦν οἱ κύριοι νομικοί; Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Κυριακὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ. Ζητῶ ἐξαίρεσιν δικαστῶν. Ποῦ ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὰς ἐξελέγξεις; τὶ πρότασιν ἔκαμα;
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προτεραιότητος ὀλίγας λέξεις. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη οὕτως· εἷς τῶν βουλευτῶν ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰδοποιητήριον καὶ χωρὶς νὰ ὁρκισθῇ, ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς χθεσινῆς ὁρκωμοσίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ εἰδοποιητήριον δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ τοῦ ἀποδώσουν, εἰς δευτέραν του δὲ ὁμιλίαν εἶπεν, ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὴν θεωρίαν περὶ εἰδοποιητηρίων, ἐπειδὴ ὁ κ. Κυριακὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ἕκτος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐνῷ ἡ Ἀττικὴ μέχρι τοῦδε ἔδιδε πέντε, συμφωνῶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατ’ αὐτοῦ.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατ’ ἀρχήν.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε, κατ’ αὐτοῦ. Ἀνέφερον τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὄχι διότι θέλω περιορισθῆ εἰς αὐτήν, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ ἐξετάσω ὅλας. Ὁ κ. Χριστόπουλος συνεζήτησε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰσχύος τῶν εἰδοποιητηρίων καὶ ὑπῆρξε κατ’ αὐτῶν. Ἡ κυβέρνησις ὑπερασπίσθη τὴν ἰσχὺν τῶν εἰδοποιητηρίων καὶ διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἔφερε πρότασιν. Ἐγὼ συζητῶν εἶπον, ὅτι εἴτε ἡ μία γνώμη εἶναι ὀρθή, ὅτι τὸ εἰδοποιητήριον ἰσχύει, εἴτε ἡ ἑτέρα, ὅτι ἡ ἀνακήρυξις ἰσχύει, καὶ κατὰ τὰς δύω γνώμας ὁ κ. Κυριακὸς δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ. Τώρα, κύριοι, ποία τῶν δύω προτάσεων εἶναι ἀπωτέρα; ἀπωτέρα κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει ὅλας τὰς γνώμας, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ σήμερον μέρος τῆς Βουλῆς, διότι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὑπουργῶν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, ἀτόπως ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος· ἡ πρότασις τοῦ κ. Κρεστενίτη καὶ Κατσικαπῆ, τί λέγει; «Οἱ ἐναντίον τοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου τοῦ προσδιορίζοντος σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, ἀνακηρυχθέντες καὶ λαβόντες ἢ μὴ εἰδοποιητήρια δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ, διότι δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι διὰ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἀποδίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς δημάρχους.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουν ἕτεροι, οἱ ὁποῖοι τὸ παραδέχονται, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ψηφοφορήσουν. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως διατάττει νὰ ἐκλεχθοῦν δύο βουλευταὶ εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ὅλοι δὲ οἱ δήμαρχοι, ἐνεργοῦν ἐντὸς τοῦ προγράμματος καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, προκηρύττουν ὅμως ἀντὶ δύο, τρεῖς βουλευτάς· ὅσοι νομίζετε, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα θὰ ψηφοφορήσητε, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἐξέλθῃ ὁ κ. Κυριακός, διότι τὸ πρόγραμμα δὲν ἀνέφερεν ἕξ, ἀλλὰ διότι οὔτε εἰδοποιητήριον ἔχει, οὔτε ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως στηρίζεται εἰς τὴν ὑφ’ ὅλων τῶν δημάρχων τῆς ἐπαρχίας, προκήρυξιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἓξ βουλευτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα, διότι περιλαμβάνει τὸν ἕνα· καὶ ἑπομένως ὅλας τὰς γνώμας.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην ἤμεθα σύμφωνοι καὶ ἀπορῶ πῶς διαφωνοῦμεν εἰς τὸ συμπέρασμα· καὶ ἐγώ, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν δίδομεν κανὲν κῦρος, οὔτε εἰς τὴν ἀνακήρυξιν, οὔτε εἰς τὸ εἰδοποιητήριον· ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐδῶ, ἂν ἡ ἀνακήρυξις κάμνει τὸν βουλευτὴν, διότι ἤθελεν εἶσθαι μωρὸς, ὅστις ἤθελεν ἰσχυρισθῆ τοῦτο· πρόκειται ἂν λαβούσης χώραν τῆς ἀνακηρύξεως καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, ἡ ἀνακήρυξις τοῦ νομάρχου τοῦ συμπράξαντος ἐξουδετερώνει καὶ ἐκμηδενίζει πᾶσαν πρᾶξιν, διότι ὁ Παναγῆς Κυριακὸς σᾶς παρουσιάζεται μὲ ἔγγραφον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ κύριος Κυριακὸς ἐξελέχθη ἕκτος βουλευτὴς, καὶ τοῦτο τὸ βεβαιοῖ ὁ Νομάρχης· κατόπιν ὅμως εἶπεν εἰς τὸν Κυριακὸν εἰς σὲ δὲν τὸ λέγω. Ἡ ἰδιοτροπία τοῦ Νομάρχου ἰσχύει νὰ στερήσῃ τὸν Κυριακὸν νὰ ἐξέλθῃ βουλευτής. Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομάρχου καὶ εἴπομεν, ὅτι αὐτὴ δὲν ἔχει ἰσχύν. Ἐν γένει οὔτε ἡ πρᾶξις τοῦ Νομάρχου, οὔτε ἡ ἀνακήρυξις ἔχει ἰσχύν. Δὲν λύεται δ’ ἐντεῦθεν τὸ ζήτημα, ἂν τὸ πρόγραμμα τὸ δημοσιευθὲν ἀπὸ τοὺς δημάρχους προσδιορίζει πέντε ἢ ἕξ, δύο ἢ τρεῖς, καὶ ἐὰν ἐναντίον τοῦ προγράμματος ἔρχεται εἰς περιπλέον, αὐτὸς θὰ παρακαθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ θὰ μᾶς δικάσῃ· ὄχι. Βλέπετε, ὅτι ἤμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι οἱ ἐναντίον τοῦ προγράμματος......
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίνος προγράμματος;
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν διαφωνοῦμεν ἐδῶ τὸ διορθώνομεν ἀπὸ ὅποιον θέλετε ἂς ἐκδοθῇ, παρουσιαζόμενοι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ καθίσουν εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρχὴ, καὶ ἡ Βουλὴ ὡς δικαστήριον δὲν καθιερώνει ἀρχάς· καὶ τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγουν περὶ τοῦ Κυριακοῦ, ὅτι δὲν ἔχει εἰσιτήριον; εἶναι ἀρχὴ ἐφαρμοζομένη εἰς ἕνα πρόσωπον. Καὶ εἰς τὰς δύω περιπτώσεις περὶ τοῦ αὐτοῦ πρόκειται. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα ἀποβλέπει ἕνα ἄνθρωπον, ἡ δὲ ἰδική μας πολλούς. Ἡ μία ἔχει τὴν προτεραιότητα; ἐκείνη ἡ ὁποία λύει τὰ ζητήματα καὶ δὲν ἀφίνει κανέν. Σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Σαράβα. Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται μία ἐκλογὴ καὶ ἀκυροῦνται δύο δῆμοι, πρῶτον γίνεται ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὅλου καὶ ἔπειτα ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος δήμων (θόρυβος).
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω καθαρῶς τὴν γνώμην μου ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων. Θέλω καταψηφίσει εἰς πᾶσαν ἐκλογὴν, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιάζει ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ ὑφ’ ὅλων τῶν δημάρχων προκηρυχθέντος, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρέπει δι’ οὐδενὸς μέσου νὰ μὴ θέλωμεν νὰ παραβῶμεν τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν τακτικὴν πορείαν τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἐγεννήθη εἰδικὸν ζήτημα περὶ τοῦ κ. Κυριακοῦ, πρόκειται περὶ μιᾶς ἀταξίας· εἷς κύριος ἐπῆγεν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ ὑπέγραψε τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν οἱ λαβόντες μέρος εἰς ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν· ἡ ἀταξία αὕτη ἐπρόκειτο νὰ διορθωθῇ καὶ ἐγεννήθησαν αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν· πάντες ἐσυμφωνήσαμεν, ὅτι ἀτάκτως ὑπεγράφη καὶ ζητοῦμεν τὴν διαγραφὴν, αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δὲν εἶναι δὲ τόσον δίκαιον νὰ θέλωμεν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τύχης τῶν ἄλλων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον μέρος νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν ἐκλογήν των καὶ τὰ δικαιώματά των. Εἶναι δὲ τόσον βέβαιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ, ὅσον ἐνθυμεῖσθε, ἀφοῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέβη τοῦ βήματος, τότε κάποιος τῶν συναδέλφων τοῦ ὑπενθύμισε, τρόπον τινὰ ἵνα τὸν πειράξῃ, καὶ ἑτέραν ἐκλογὴν, καὶ ἐν παρόδῳ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπέ τι περὶ ἐκείνης. Ζήτημα περὶ αὐτῆς δὲν ἐτέθη, πολὺ ὀλιγώτερον περὶ τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κρεστενίτη. Ἀναγνώσατε τὴν πρότασιν· (ὁ γραμματεὺς τὴν ἀναγινώσκει).
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πότε λοιπὸν θὰ κάμωμεν μίαν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ θὰ γίνῃ μία ἔκτακτος συζήτησις; πῶς ἡμεῖς νομοθετικὸν σῶμα, θὰ ἔλθωμεν νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικὰς διατάξεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος οὕτως ἐν παρόδῳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κυριακοῦ; θέλομεν ἐξ ἐναντίας νὰ μακρύνωμεν τὴν συζήτησιν καὶ τὴν σήμερον καὶ τὴν αὔριον διὰ νὰ κάμωμεν κανονιστικὰς διατάξεις. Λέγω δὲ ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν εἰσάγει ὁ κύριος Σαράβας αὕτη περικλείει ὅλας τὰς ἄλλας.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμποροῦσε νὰ εἶχε δίκαιον ὁ κύριος Δεληγεώργης, ἐὰν ὑπῆρχε πρόγραμμα· ὅταν ὅλως οὐδὲν πρόγραμμα ὑπάρχῃ, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸ παρουσιαζόμενον ἀποτέλεσμα (θόρυβος), οὐδὲν πρόγραμμα προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν πέντε (θόρυβος).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ποίαν τῶν δύω προτάσεων θέλει νὰ ψηφοφορήσῃ;
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι θὰ ψηφοφορηθοῦν καὶ αἱ δύω προτάσεις· τότε ἂς ψηφοφορηθῇ πρώτη οἱαδήποτε.
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶπε· διότι τὸ μόνον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἶναι ἡ προταθεῖσα ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς εἰσόδου τοῦ κυρίου Κυριακοῦ ὡς ἕκτου βουλευτοῦ, ἐνῷ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ καὶ Λυκούργου δὲν συνεζητήθη τὸ παράπαν, καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης κατέδειξε τὸ τοιοῦτον, καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν πολλαὶ γνῶμαι ἀντίθετοι· διότι ἄλλοι μοὶ εἶπον ὅτι ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ νομάρχου, ἄλλοι ἐκ τοῦ προγράμματος τοῦ δημάρχου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὥστε τώρα ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως πρόκειται μία τῶν προτάσεων τῶν δύω. Ποία ἐκ τούτων πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ; ποία θεωρεῖται ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως; ἢ τοῦ κυρίου Σαράβα, ἢ τῶν κυρίων Κατσικαπῆ καὶ Κρεστενίτη; Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὑποβάλλει, εἶναι ἐλευθέρα νὰ συζητήσῃ τὴν ἄλλην πρότασιν, καὶ ἀφοῦ τὴν συζητήσῃ νὰ τὴν ψηφοφορήσῃ.
§85ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὑπέβαλα τὴν πρότασιν συνεπείᾳ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι συνέβη καὶ ἕτερόν τι εἰς τὴν Λοκρίδα· ὅτι ὁ ἔπαρχος τῆς Λοκρίδος ἐναντίον τοῦ προγράμματος τοῦ νομάρχου, ἔδωκεν εἰσιτήριον εἰς τὸν κύριον Δόσιον. Τοῦτο βλέπων ὁ νομάρχης ἔσπευσε νὰ ἐπιπλήξῃ τὸν ἔπαρχον καὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὸ εἰσιτήριον.
§86Θ. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ὄχι.
§87ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς λαβὼν γνῶσιν αὐτῆς τῆς πράξεως, ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν τοῦ νομάρχου. Καθόσον προσέθηκεν ὅτι εἰς τὴν Τῆνον συνέβη ἔτι χειρότερον· ὅτι μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ὁ κύριος ἔπαρχος ἔδωκεν εἰσιτήριον εἰς τὸν κύριον Δρόσον. Λοιπὸν ὅλα αὐτὰ συνεζητήθησαν· ἐνόμισα δὲ ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ δὲν ἤθελε γίνει καμμία συζήτησις, καὶ ὅτι ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ὅλα αὐτὰ κακῶς ἔγειναν, καὶ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν θέσιν ἐν τῇ βουλῇ ταύτῃ. Διὰ τοῦτο ἔφερα τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν παρκαλῶ νὰ ψηφίσητε.
§88Θ. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἀποκλείεται νὰ συζητηθῇ κατόπιν.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐλέχθη νὰ ἐνθυμηθῶμεν, πῶς προέβη ἡ συζήτησις, καὶ πῶς ἐφθάσαμεν ἕως ἐδῶ. Εἶπον ὅτι ἀνεκαλύφθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην τινῶν, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψῃ. Κατόπιν ἀφοῦ ἅπαξ ἐφέρθη αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐλέχθη ὅτι καὶ ἄλλο ἄτομον ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ περιβόλου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχῃ· κατόπιν ἀνακαλύπτεται καὶ τρίτον· καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι αὔριον θὰ εἰσέλθουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς· ὅλα αὐτὰ συνεζητήθησαν, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων προσκαλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ναὶ ἢ ὄχι; μᾶς λέγουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσητε γενικὰς ἀρχὰς, διότι σήμερον εἶσθε δικαστήριον. Σήμερον, καθὼς πολὺ καλὰ παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Χρηστόπουλος, δὲν ἤμεθα καθόλου δικαστήριον, ἀλλὰ Βουλὴ, ἡ ὁποία καταρτίζεται· καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν εἰς τὴν στιγμὴν τῆς καταρτίσεώς μας δείξωμεν ὅτι δὲν ὁδηγούμεθα ἀπὸ ἀρχὰς, ἀλλὰ ἀπὸ ἀτομικὰς ἐμπνεύσεις, ὅτι θέλομεν ν’ ἀποκλείσωμεν τὸν Αʹ, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὸν Βʹ. Ἐπὶ τῶν ἀρχῶν, κύριοι, πρέπει νὰ βαδίσωμεν. Πρόκειται σήμερον νὰ εἴπωμεν ἂν θὰ ἦναι βουλευτὴς ἢ ὄχι ὁ Κυριακὸς, ἢ ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι, νὰ ἦναι ἐδῶ; Καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Κυριακοῦ ἀνακαλύπτει ὅτι ὅμοια ζητήματα ὑπάρχουν, δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Δὲν πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ὅλων αὐτῶν; — Ἀλλὰ τί προσπαθοῦν νὰ κάμωμεν; ὅτι σήμερον δὲν κατηναλώσαμεν τὴν πρώτην μας καὶ ἀρκετὰ παρατεταμένην συνεδρίασιν διὰ ζήτημα νομιμότητος καὶ τάξεως, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποκλείσωμεν ἓν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλο ἄτομον. — Ὡς ἐκ τούτου ἐγὼ ὑποστηρίζω καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀνθισταμένους εἴτε βουλευτὰς, εἴτε μέλη τῆς κυβερνήσεως εἶναι, νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος μὲ κρύον αἷμα, ὅπως μὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν μας καὶ ἀπὸ τοῦ πρώτου βήματός μας εἴπουν, ὅτι ὁδηγούμεθα ἀπὸ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας.
§90ΔΑΓΡΕΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Λομβάρδε, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ διασαφίσω· δὲν λέγω ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν νοῦν κανενὸς νὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ συμπαθείας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, καθὼς θέλομεν νὰ τὸ ψηφοφορήσωμεν, αὐτὴν τὴν ἔποψιν παρουσιάζει καὶ οὕτω θὰ τὸ ἐξηγήσουν οἱ ἐχθροί μας.
§92Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἤλπιζα, ὅτι ἤθελε προβῆ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψηφοφορίαν μετὰ τοσαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία πρὸ τεσσάρων ὡρῶν ἐξακολουθεῖ· δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Λομβάρδος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. Λομβάρδος ἦλθε καθαρὰ νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, ὅτι διὰ ζητημάτων τύπων, θέλομεν ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλήν. Τοιαύτην μομφὴν κατ’ οὐδένα λόγον δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, διότι δὲν ἤμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπροκαλέσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ οἱ φίλοι του, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὑποκινοῦντες μίαν ἐρώτησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Λοκρίδος, ἤθελον ἀποδείξει τὴν κυβέρνησιν ἢ ἐμὲ, ὡς ἁρμόδιον ὑπουργὸν, φατριάζοντα. Ἔῤῥιψαν λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς Λοκρίδος ἐν μέσῳ, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ περὶ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν βασιλικὴν συνεδρίασιν· ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς προσώπου ἐντίμου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ τεκμήριον, ὅτι εἶναι βουλευτὴς καὶ ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ μᾶς ῥίψουν, καὶ τὸ ἔῤῥιψαν διὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν κυβέρνησιν φατριάζουσαν, ὅτι εἰς μὲν τὴν Ἀττικὴν δὲν ἐπέτρεψε νὰ χορηγηθῇ εἰσιτήριον εἰς ἕκτον βουλευτὴν, εἰς δὲ τὴν Λοκρίδα, ἐπειδὴ ἔτυχεν ὁ τρίτος βουλευτὴς νὰ ἦναι φίλος τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἐπέτρεψε νὰ χορηγηθῇ εἰσιτήριον εἰς τρίτον. Ὅλον λοιπὸν τὸ ζήτημα καὶ ἡ ἐπασχόλησις ἐπὶ πέντε ὥρας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἐπήγασεν ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξουν τὴν κυβέρνησιν μεροληπτικήν. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν· ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Κυριακὸς, εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ ὑπογράφων εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας τῶν βουλευτῶν; Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν ν’ ἀναμίξουν μὲ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε, διότι καὶ εἰς μὲν τὴν μίαν περίστασιν δὲν ὑπῆρχε τὸ τεκμήριον, ἤτοι τὸ εἰδοποιητήριον, εἰς δὲ τὴν ἄλλην περίστασιν ὑπῆρξεν. Ἐὰν κακῶς ἐδόθη τὸ εἰδοποιητήριον, ἐὰν ἡ ἐπαρχία τῆς Λοκρίδος δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τρεῖς βουλευτὰς, ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ τ’ ἀποφασίσῃ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς· ἀλλ’ οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἑνὸς ἀτόπου καὶ μιᾶς πράξεως, κακῆς ἴσως, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, τὸ ἀπευκτέον ἑνὸς ἐπάρχου, ὅστις ἔδωκεν εἰσιτήριον καὶ περιέβαλε τὸν βουλευτὴν διὰ νομίμου μέσου, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς ἡ αἰτία, ἐξ ἧς ἐπήγασεν ἡ συζήτησις αὐτὴ, ἀλλ’ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ν’ ἀναμίξουν ζήτημα καθαρὸν, μὲ ἄλλο ὅλως διάφορον.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πᾶν ἄλλο εἴχομεν κατὰ νοῦν παρὰ νὰ ἀποδώσωμεν μομφὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον τὸ ὑπουργεῖον ἐκ τῶν προτέρων ἐνήργησεν ὅ,τι ἠδύνατο, μοὶ κακοφαίνεται πολὺ, διότι ὁ κ. Ζαΐμης ἀπέδωκεν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶχεν αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἐὰν, κύριοι, εἴχομεν σκοπὸν νὰ πολεμήσωμεν τὴν κυβέρνησιν, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν τὸ ἐκάμνομεν πλαγίως· ὁ κ. Ζαΐμης ὅμως γνωρίζει, ὅτι δὲν εἴχομεν αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἑπομένως παρακαλοῦμεν νὰ μὴ παρεξηγῶνται αἱ συζητήσεις· ἕκαστος ἔχει τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἀπαιτήσεις του. Καὶ ἠρωτήσαμεν, ὄχι νὰ μάθωμεν ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐνήργησεν, ὅπως ἐδέησεν, ἀλλὰ διότι ἠλπίζομεν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι ὁμόφωνος ν’ ἀπαγορεύσῃ νὰ λάβουν εἰσιτήρια, διότι εἶναι πέραν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας· ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον νομίζει, ὅτι ἄλλην ἀρχὴν πρέπει νὰ ἔχωμεν διὰ τὸ ἓν μέρος, καὶ ἄλλην διὰ τὸ ἄλλο, ἄλλο πρᾶγμα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ θέσω τὸ ζήτημα· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σαράβα............
§95ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ ποία νὰ προηγηθῇ; Οἱ παραδεχόμενοι...
§97ΤΙΝΕΣ. Νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις.....................
§98Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ προηγηθῇ ἡ τοῦ κ. Σαράβα, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ ἡ ἄλλη.
§99Θ. ΖΑΙΜΗΣ (πρωθυπουργός). Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἀποκλείεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα..............
§101ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ ἄλλη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σαράβα νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἄλλης προτάσεως, τότε ἂς ψηφοφορηθῇ.
§104Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ περισσοτέραν εὐκολίαν, κύριε πρόεδρε, ἂς τυπωθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις καὶ ἂς συζητηθῇ αὔριον.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκαλῶ τὴν συζήτησιν τώρα, κύριε πρόεδρε· δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Κρεστενίτου· εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀταλάντης ἐναντίον τῶν δικαιωμάτων ἐψηφοφορήθη ἕνας ἀριθμὸς περισσότερος· τώρα αὐτὸς ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακαθήσῃ ἐδῶ ἢ ὄχι;
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λυκούργου καὶ Κατσικαπῆ, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ ἀκολούθως. Κύριοι βουλευταὶ, ἐδῶ ἠγέρθη διαφωνία μεταξὺ τῆς νεότητος τῶν γραμματέων καὶ παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§107Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἐλύθη πλέον τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριε πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἄλλη τροπολογία ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
Ἀναγινώσκεται ἔχουσα ὡς ἑξῆς·
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1–3 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐνεργεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔτους 1865. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1–3 τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τῆς Βʹ. περιόδου ἐν τῇ Δʹ. συνεδριάσει (2 Μαΐου 1868) τῆς Αʹ. συνόδου ἀκυροῦνται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 7 Ἰουνίου 1869. Λυκοῦργος Κρεστενίτης, Α. Διαμαντόπουλος, Π. Μανωλίδης, Γ. Βαλλιάνος, Ἀνάργυρος Α. Χ. Ἀναργύρου, Γ. Βακαλόπουλος, Α. Λένωσις, Δ. Κουνουπιώτης, Ν. Κατσικαπῆς.
§109ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ᾖναι κανεὶς ἐναντίον ἂς ὁμιλήσῃ.
§110ΤΙΝΕΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, κύριε πρόεδρε, ἐρώτησον... (Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)
§111Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν θὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις;
§112ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν ᾖναι ἐναντίος κανεὶς πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς βουλευτάς.
§114ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ προτείνῃ ὅ,τι θέλει, καὶ ἐγὼ διὰ τὸν ἑαυτόν μου τότε μόνον συμφωνῶ, ὅταν ὑπάρχουν τρεῖς, τέσσαρες, πέντε, ἀνθιστάμενοι εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν· ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐναντίος κἀνείς, δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισίν της. Ὁ κανονισμὸς τοῦ 1865 εἶναι τυπωμένος καὶ ὅλοι τὸν γνωρίζομεν· ὁ σκοπὸς τῆς τυπώσεως εἶναι νὰ λάβωμεν γνῶσιν διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν πεφωτισμένως. Ἐὰν ᾖναι ἐναντίοι τρεῖς ἢ πέντε τότε μάλιστα.
§115ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον· ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἔργον τόσῳ σπουδαῖον, ὅσῳ καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ, διότι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ἐὰν ᾖναι καλὴ, οὐδετεροῖ τὴν μειονότητα τῶν ζητημάτων· δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ᾖναι δίκαιον νὰ σπεύσωμεν διὰ συναρπαγῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς οἱ πλεῖστοι νὰ ἠξεύρουν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἄλλου. Βλέπω ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα αὐτή· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν πρᾶγμα, δὲν εἶναι δίκαιον, ν’ ἀρχίσωμεν ἀμέσως διὰ συστήματος τοιούτου, ἐπὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἂν ὁ κανονισμὸς ἐπιτρέπει τὴν συζήτησιν προτάσεώς τινος ἄνευ τυπώσεως· νομίζω ὅτι οὐδεμία πρότασις συζητεῖται χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ τύπωσις· ἐξαιρετικῶς ἅπαξ μόνον ἀπεφασίσαμεν εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν μιᾶς προτάσεως ἄνευ τυπώσεως· πότε; ὅταν ἐπέκειτο πόλεμος· καὶ ὅμως πολλοὶ τότε ὑπεστήριξαν ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τύπωσις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τύπωσις ὁπωσδήποτε, ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι οὐδεὶς ἐναντίος τῆς προτάσεως αὐτῆς· ἐγὼ βεβαίως εἶμαι ἐναντίος καὶ εἷς μόνος ἐὰν ἤμην, ὅταν ἔχῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὁ εἷς οὗτος πρέπει ν’ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸ σῶμα. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον πῶς ἐξελέγχονται αἱ ἐκλογαὶ διὰ τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἢ διὰ τῶν τμημάτων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις θέλω δείξει ὅτι ἡ ἐξέλεγξις διὰ τῶν τμημάτων εἶναι ἔλλειψις ἐξελέγξεως, εἶναι μία ὄχι τόσον ἀξιέπαινος ἀλληλοπάθεια καὶ ἀμοιβαιότης. Δὲν εἰσέρχομαι διόλου εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ θέλω νὰ ὑποδείξω, νὰ φέρω ἔνδειξιν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ. Διὰ νὰ μελετηθῇ πρέπει νὰ τυπωθῇ ἀναγκαίως. Ἐγὼ λέγω νὰ τυπωθῇ καὶ διότι εἶναι δίκαιον καὶ τὸ θέλει καὶ ὁ κανονισμός, καὶ διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις, διότι οἱ πλεῖστοι τῆς Βουλῆς λείπουν καὶ δὲν ἠξεύρουν περὶ τίνος πρόκειται· ἐγένετο λόγος ὅτι παραπέμπει εἰς ἄρθρα ἄδηλα ἡ πρότασις.
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη εἰς τύπωσιν. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ πότε θέλει ν’ ἀρχίσῃ τὰς τακτικὰς ἐργασίας της.
§118ΤΙΝΕΣ. Ὅταν ἔλθουν ὅλοι.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν δευτέραν εἰς τὰς ὀκτὼ τὸ πρωΐ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 1 καὶ 5. μ. μ.).