Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β · Session Α› Sitting 73

1868.10.12

2,393 rows · 20,199 words · 2 tables · 129 turns

Date
1868.10.12
Presidency
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΛΑΖΑΡΕΤΟΥ
Period
Β
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Γ (1870)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73

Τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1868.

(Σάββατον)

(Ὥρα 3 παρὰ 5′)

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. — Χθὲς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἀνεγνώσθη διὰ πρώτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 40,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων κατοίκων τῶν Καλαβρύτων.

§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι ἀποζημίωσιν, βοήθειαν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ᾖναι. — Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ δευτέραν φοράν. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ δευτέραν φορὰν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§6ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. Βασιλειάδης εἶχε κάμει μίαν αἴτησιν καὶ εἶχε γίνει καὶ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτὸ καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν. — Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δρόσος· (θόρυβος).

§8ΔΡΟΣΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ξηροχωρίου κ. Ἀθ. Πετσάλης χθὲς ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 πρὸς τὸν τοῦ 1868, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτῆς ἀνεκάλυψεν ἑκατομμυρίων δαπανῶν αὐξήσεις τὰς ὁποίας ἔῤῥιψεν εἰς βάρος τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως· (θόρυβος).

§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε νὰ γείνῃ ἡσυχία, διότι δὲν ἀκούομεν.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.

§11ΔΡΟΣΟΣ. Ἂν ἐφυλλολόγει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ πρὸς τὸν τοῦ 1868, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον πολλαὶ δαπάναι δὲν ὑπάρχουν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐνῷ ὑπάρχουν ὁλόκληροι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868. Ἰδίως ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅλαι αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν κατὰ τὸ 1867, ὑπελογίσθησαν δι’ ἐννέα μῆνας, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἀπριλίου. Ἤθελε παρατηρήσει προσέτι πολλὰς ἄλλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐντὸς τοῦ 1867, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Ἤθελε τέλος πάντων πεισθῆ, ὅτι ἡ σύγκρισις ἦτο μία ματαιοπονία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐπιχείρημα ἰσχυρὸν, ἀλλ’ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἠξεύρουν νὰ τοὺς μεταχειρισθοῦν· διὰ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις μεγάλας ἱκανότητας, δεινοὺς νομικοὺς νὰ προσκρούσουν ἀπέναντι τῶν ἁπλῶν ἀριθμῶν. Ὁ κ. Πετσάλης μετὰ ταῦτα ἐνησχολήθη πολὺ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825, καὶ ἀνέφερεν ἐνεργείας τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1863, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰργάσθημεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐθέσαμεν βάσεις ἀναγνωρίσεως καὶ τακτοποιήσεως τῶν δανείων ἐκείνων, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ ἐπιφορτίζουσα τὸν προϋπολογισμόν της μὲ 25,000 λίρας κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ οὔτε διαπραγμάτευσιν καμμίαν ἐκάμαμεν, οὔτε κανὲν ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐσημειώσαμεν· ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις τρίτων, καὶ αὐτῶν ἡ ἀπάντησις ἦλθεν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πετσάλην εἰς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, διότι ἐκεῖνα χρήζουσιν ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Καὶ ὁ κ. Πετσάλης καὶ ἄλλοι ἐκοπίασαν πολὺ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν εἶναι καλή. Μάταιος κόπος, οὐδεὶς ἀντιλέγει, οὐδεὶς ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· τὸ ζήτημα εἶναι ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, ποῖοι εἶναι οἱ ἐργάται τῆς καταστάσεως αὐτῆς· αὐτὸ θὰ ἐξετάσω· πρὶν ὅμως ἐπιχειρήσω τὴν ἐξέτασιν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ γυρίσω ὀλίγον ὀπίσω διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866 δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβεῖς, καθὼς δὲν ἦτο ἀκριβὲς καὶ τὸ πλεόνασμα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον παρέστησεν, ἀνασκευάσας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, καὶ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὰς οἰκονομίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866 εἰς 300,000, νὰ μετατοπίσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς σώφρονος ἐκείνης διοικήσεως, καὶ νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἀνήκουν. Οὔτε καιρὸς, οὔτε τόπος, οὔτε ἀνάγκη εἶναι νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, ἀρκεῖ ὅτι ἀναγνωρίζεται καὶ ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1866 ἐπεχείρησε νὰ κάμῃ σπουδαίας οἰκονομίας, ὅτι προσεπάθησε νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἄνευ νέων φόρων, ἄνευ δανείων, καὶ ἐπέφερεν ἐλαττώσεις μεγάλας προσεγγιζούσας εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι πλήρης, ἂν δὲν ἐπήρχοντο ἔκτακτοι περιστάσεις, προκαλέσασαι νέας δαπάνας καὶ ἂν ἡ διάδοχος κυβέρνησις δὲν ἀντεστρατεύετο πρὸς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν. Μετὰ τὴν μακρὰν ταύτην παρέκβασιν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Δύο ἔχομεν προϋπολογισμοὺς διὰ τὸ ἔτος 1868, τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν παροῦσαν ὑπὸ τοῦ κ. Σίμου· καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος περιέχουν ὅλας τὰς δαπάνας, ὅσαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὸ 1867, καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς πολυτελείας τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐὰν εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Σίμου ὑπερτερῇ ἐκεῖνον τοῦ κ. Κεχαγιᾶ κατὰ 592,000 δραχμῶν, εἰς δὲ τὰς ἐκτάκτους ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ὑπερβαίνῃ τὰς ζητηθείσας παρὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως ἐκτάκτους πιστώσεις κατὰ 3,000,000 περίπου, ἐν συνόλῳ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἀναβιβάζει τὰ ἔξοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα εἰς 46,660,000. Ὅτε ἐδημοσιεύθη ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς, ἐξανέστημεν, διεῤῥήξαμεν τὰ ἱμάτιά μας κατ’ αὐτοῦ· εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχουν πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι συνεμερίσθησαν τῆς ἀγανακτήσεώς μας· αὐτοὶ εἶναι συνεπεῖς, ἔχουν δικαίωμα καὶ σήμερον νὰ κατακρίνουν τὰς δαπάνας αὐτὰς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς δαπάνας αὐτὰς, δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, δὲν ἔχουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα, αὐτοὶ κατακρίνοντες τὰς δαπάνας αὐτὰς κατακρίνουν τὰ ἴδια αὐτῶν ἔργα· διατὶ λέγουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἔκαμον οἰκονομίας; Διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀνατρέπῃ τις δικαιώματα καὶ συμφέροντα ἀποκτηθέντα διὰ νόμων· ὀλίγα παραδείγματα θέλουν σᾶς πείσει περὶ τῆς ἀληθείας. Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἐνόμισε καλὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὴν φάλαγγα, καὶ παρέλαβε φαλαγγίτας, τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ἦσαν ἐξωφλημένα διὰ παραχωρήσεως ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ τοὺς κατέταξαν εἰς τὴν φάλαγγα καὶ τοὺς ἐπροβίβασαν· καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κακὸν μόνον, κύριοι· ἄλλοι φαλαγγῖται κρούουν τὴν θύραν σήμερον, καὶ λέγουν καὶ ἡμεῖς τὰ αὐτὰ ἔχομεν δικαιώματα, καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ἔχετε πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φαλαγγιτῶν. Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἐσύστησε 4 τάγματα εὐζώνων· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνταῦθα χρεωστῶ, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη, ἀφοῦ ἀπέβαλε πᾶν πνεῦμα κομματισμοῦ, ἠθέλησε νὰ φέρῃ βελτιώσεις εἰς τὴν κατάστασίν μας, χωρὶς νὰ προξενήσῃ πρόσκομμα εἰς τὴν κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ φέρῃ παραλυσίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἤλθομεν εἰς τὴν δαπάνην τῶν 4 ταγμάτων, καὶ ἠμφισβητήθη ἡ χρησιμότης αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ ἑτέρας μερίδος δὲν ἐτόλμησαν νὰ προτείνωσι τὴν διάλυσιν, ὄχι τόσον ἴσως διὰ τὴν χρησιμότητα, ὅσον διὰ τὸν φόβον τῶν συνεπειῶν τῶν ἐκ τῆς διαλύσεως. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ τῶν συντάξεων τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν· αὐτοὶ δὲν εἶναι τῆς κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς ἔργον· οἱ ἀξιωματικοὶ μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν ἀποστρατείαν προβιβαζόμενοι, καὶ ἐτέθησαν πολλοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ἤνοιξαν θέσεις διὰ νὰ προβιβασθοῦν ἄλλοι. Ἦλθον οἱ προβιβασμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἐμοίρασε, καὶ οἱ προβιβασμοὶ ἐκεῖνοι, κύριοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐτηρήθη αὐστηρὰ δικαιοσύνη καὶ νομιμότης, ἐγέννησαν παράπονα, ἐγέννησαν ἀξιώσεις, καὶ ἦτο ἑπόμενον ὅταν ἔλαβον τὸν 50στὸν λοχαγὸν καὶ τὸν ἔκαμον ταγματάρχην, ἦτο ἑπόμενον οἱ 49 νὰ ὑψώσουν φωνὴν νὰ παραπονεθοῦν, καὶ αὐτὰ τὰ παράπονα, καὶ αἱ ἀξιώσεις ἔφεραν ἄλλους προβιβασμοὺς, καὶ αὐτοὶ ἐγέννησαν ἄλλα παράπονα καὶ ἄλλας ἀξιώσεις, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἄλλος ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δικαιώσῃ καὶ αὐτοὺς, καὶ τότε θὰ ἔλθουν καὶ ἄλλοι (θόρυβος).

§12ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τότε θὰ δουλεύῃ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ ἔθνος.

§13ΔΡΟΣΟΣ. Ἀνέβην νὰ εἴπω ἀλήθειαν, κύριοι. Βέβαια πρέπει νὰ τεθῇ ἕνας χαλινὸς, διότι δὲν ἠξεύρει κανεὶς ποῦ θὰ φθάσωμεν. Ἐν τῷ οἴστρῳ τῆς ἀρειμανιότητός του, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 ἐσύστησε σχολεῖον Ναυτικὸν διὰ νὰ κάμῃ ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ χρησιμεύσουν οὗτοι εἰς τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐμελέτα νὰ κάμῃ· καὶ δαπανῶνται ἐτησίως δι’ αὐτὸ πόσα νομίζετε; 300,000. Ἦλθε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ ποία ἡ δύναμις τῶν τετελεσμένων· εὑρέθημεν διῃρημένοι, 6 εἶπον νὰ διαλυθῇ καὶ 6 εἶπον νὰ μὴ διαλυθῇ τὸ σχολεῖον. Κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τοῦ 1867 ἔγεινε νόμος, ὁ ὁποῖος προσθέτει εἰς τὰ ὑπάρχοντα πρωτοδικεῖα ἕτερα ἕνδεκα· ἐξ αὐτῶν 3 ἐσυστήθησαν τὸ τῆς Παρνασσίδος τὸ τῆς Ἠλείας καὶ τὸ τῆς Λευκάδος· ἡ ἐπιτροπὴ ἐνησχολήθη καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ τὶ ἐγένετο; ὑψώθη φωνὴ ὑπὲρ καταργήσεως τῶν τριῶν συστηθέντων πρωτοδικείων, ὑψώθη ἑτέρα ὑπὲρ τῆς συστάσεως καὶ τῶν ἐπιλοίπων, ὑψώθη τρίτη φωνὴ, νὰ συστηθοῦν πλειότερα πρωτοδικεῖα. Ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν συμφερόντων ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ τίποτε καὶ παρεδέχθη τὴν πίστωσιν τῶν τριῶν· πιστεύω δὲ, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις θὰ ἐπανέλθουν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπετε ἐκ τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις — διότι πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς ἕκαστον τὰ οἰκεῖα, ἐκληρονόμησε τὰς ὑπερόγκους αὐτὰς δαπάνας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1867, τοὐλάχιστον τὰ ἐννέα δέκατα. Βλέπω σήμερον εὐχαρίστως, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦν νὰ φέρωμεν τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα εἰς ἰσοῤῥοπίαν, ὅτι ὅλοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ κατορθώσωμεν ἓν περίσσευμα ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ φέρωμεν τακτοποίησιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ νὰ συνομολογήσωμεν καὶ δάνειον, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Εἰς τὴν καλὴν αὐτὴν διάθεσιν εὐτυχῶς μᾶς συντρέχει ἡ θεία πρόνοια· ἡ ἐφετεινὴ εὐφορία ἔφερεν αὔξησιν εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ εἰς τὸ ἔλαιον, κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασε διὰ τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τοῦ ἐλαίου, τῆς σμύριδος καὶ τοῦ πεμπτημορίου τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων φθαρτῶν κτημάτων, αἱ βεβαιώσεις τοῦ 1868 ὑπερβαίνουν τὰ 35,000,000· καὶ ὅταν αἱ βεβαιώσεις ὑπερβαίνουν τὰ 35,000,000, δὲν διστάζω, καὶ πᾶς ἄλλος ἐντριβὴς εἰς τὰ οἰκονομικὰ θὰ συμφωνήσῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ σημειούμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ 33½ ἑκατομμύρια θὰ εἰσπραχθῶσιν· ἐὰν λοιπὸν εἰσπράξωμεν 33½ ἑκατομ. τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορίζεται εἰς 500,000 δραχμῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος ἡ κυβέρνησις νὰ δεχθῇ πᾶσαν ἄλλην ἐλάττωσιν ἐξόδων, ἡ ὁποία δὲν φέρει προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐπρόσθεσεν ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιήσῃ ὑπὲρ τὸ 1,000,000 ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν λοιπὸν οἰκονομήσητε 2,000,000 ἐξ αὐτῶν, τότε τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐξόδων θὰ μεταβληθῇ εἰς περίσσευμα 1 καὶ ½ ἑκατομμυρ. Ἡ ἰσοῤῥοπία ὅμως αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ διαταράττεται ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ἔκτακτοι δαπάναι καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐλαττώσωμεν. Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, ὅπως παρουσιάζονται, κατατάσσονται εἰς τέσσαρας κατηγορίας· εἰς τὴν πρώτην ἀνήκει ἡ δαπάνη διὰ τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας, περὶ αὐτῶν τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν· εἰς τὴν δευτέραν ἡ δαπάνη τῶν ἐκτάκτων μέτρων, καὶ περὶ αὐτῶν τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἰς τὴν τρίτην ἡ δαπάνη τῆς ναυπηγίας τοῦ ἐν Τεργέστῃ θωρηκτοῦ καὶ περὶ αὐτῆς τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἰς τὴν τετάρτην ἡ δαπάνη τοῦ ὁπλισμοῦ. Ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ πίστωσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ διακοσίων χιλιάδων ἐζητήσαμεν πληροφορίας, ἐξ ὧν ἐξάγεται ὅτι, ἐκ τῆς πιστώσεως αὐτῆς ἔγεινε χρῆσις 889,000 δραχμῶν καὶ 300,000 ἐπληρώθησαν εἰς προμηθείας, τὰς ὁποίας εἶχε παραγγείλει ὁ Κ. Βότσαρης κατὰ τὸ 1867.

§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει πίστωσις 500,000 ἐξ αὐτῶν ἐπληρώθησαν αἱ 300,000· ἄρα ἔμεινε καὶ διαθέσιμος ποσότης.

§15ΔΡΟΣΟΣ. Ἄρα μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 300,000 μένουν 500,000, ἐξ αὐτῶν ἠγοράσθησαν ἵπποι, καὶ ἱπποσκευαί. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ἀγορασθῶσιν, ἀφοῦ ηὐξήθησαν οἱ ἱππεῖς, ἠγοράσθησαν τὰ ὅπλα περὶ τῶν ὁποίων ἔγεινε προηγουμένως λόγος. Μένει τώρα τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀγορᾶς τῶν ἄλλων 15,000 ὅπλων· περὶ αὐτῶν καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα ἔρευνα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη δὲν ἐνησχολήθη εἰς τὴν πίστωσιν αὐτήν· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας τὰς περιστάσεις, νὰ πληροφορηθῶμεν ἐὰν ἔχωμεν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν καὶ τότε ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν. Κατὰ τὰς σημειώσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1868 ἔκ τε τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν φθάνει μέχρις 11,000,000. Τὸ ἥμισυ περίπου ἐξ αὐτῶν ἐκαλύφθη διὰ δανείου.

§16ΖΑΪΜΗΣ. Πόσον νομίζετε ὅτι εἶναι τὸ ἔλλειμμα....;

§17ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ γνωστοποιήσῃ τί δάνειον ἐπραγματοποίησεν ἀπὸ τὴν Ἰόνιον τράπεζαν....

§18ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπομεν· εἶναι σημειωμένον, καὶ ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω πάλιν.

§19ΔΡΟΣΟΣ. Αὐτὸ, κύριε Κεχαγιᾶ, εἶναι ἀδιάφορον....

§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν, διότι δὲν ἐκαλύφθη τὸ ἥμισυ διὰ δανείου.

§21ΔΡΟΣΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐκαλύφθη τὸ ἥμισυ διὰ δανείου, τοῦτο θὰ εἰπῇ ὅτι θὰ λάβωμεν ἀνάγκην μεγαλειτέρου δανείου· διότι διὰ δανείου πάντοτε θὰ καλυφθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέσα διὰ συνάψῃ αὐτὸ τὸ δάνειον. Ἠξεύρετε τὴν ἀμηχανίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ εἰς θεραπείαν αὐτῆς πρέπει νὰ συντρέξωμεν ὅλοι, διότι ὅλοι ἔχομεν συμφέρον εἰς τὴν διόρθωσιν· εἰς ταύτην ἐνδιαφέρεται καὶ κυβέρνησις καὶ βουλὴ καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις. Ἂς εἴπω δύω λέξεις καὶ διὰ τὰς προπαρασκευάς· αἱ ἔκτακτοι προπαρασκευαὶ, τὰς ὁποίας ἐπεχείρησαν κατὰ τὸ 1867, ἐὰν ἐγένοντο διὰ νὰ τεθῇ εἰς κατάστασιν πολέμου ἡ Ἑλλὰς, ἦσαν ἀνεπαρκεῖς, ἐὰν ἐγένοντο διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς κατάστασιν εἰρήνης, ἦσαν περιτταὶ καὶ ὀλέθριαι, διότι μᾶς ὑπέβαλον εἰς δάνειον βαρύ. Ἡ Ἑλλὰς σύγκειται ἀπὸ νήσους καὶ ξηρὰν, καὶ ἡ ξηρὰ περικυκλοῦται πανταχόθεν ἀπὸ θαλάσσας· καὶ ἡ ἀρχαία ἱστορία καὶ ἡ νεωτέρα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένη, καὶ νὰ πράξῃ μέγα τι ἄνευ θαλασσίας δυνάμεως. Διὰ τοῦτο ὁ μαγαλοφυὴς Ἀθηναῖος ἀνεφώνει «μέγα γὰρ τὸ τῆς θαλάσσης κράτος.» Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν μίαν μοῖραν, καὶ νὰ τὴν διατηρήσωμεν εἰς ἐνέργειαν, καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἀνάλογον στρατὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἄνευ τούτων εἶναι μωρία νὰ ἐκθέσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν τύχην τοῦ ἔθνους. Εἰς τὴν ἐπανάστασιν, κύριοι, τὴν τελευταίαν εἴχομεν τὰ σιταροκάραβα· μὲ αὐτὰ τὰ πυρπολικὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ διατηρῶσι τὴν κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης καὶ νὰ ἀντιπαρατάσσωνται εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ· καὶ ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τὰ διατηρῶμεν ἐπὶ ἓξ μῆνας εἰς ἐνέργειαν, οὔτε ὁ Ἰμβραήμης κατήρχετο εἰς τὴν Κρήτην, οὔτε ἐκεῖθεν μετέβαινεν εἰς τὴν Πελοπόννησον, οὔτε τὸ Μεσολόγγιον ἔπιπτε δι’ ἔλλειψιν τροφῶν, οὔτε τὰ Ψαρὰ κατεστρέφοντο. Λοιπὸν χρημάτων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ δι’ αὐτῶν δυνάμεθα πολλὰ νὰ πράξωμεν, οὐδὲν δὲ ἄνευ αὐτῶν. Ἕνας μέγας στρατηγὸς καὶ αὐτοκράτωρ ἔλεγεν ὅτι ἐκ τῶν μαχομένων ἐκεῖνος θὰ ἡττηθῇ, τοῦ ὁποίου πρῶτον θὰ κενωθῇ τὸ βαλάντιον· ὁ πόλεμος γίνεται διὰ τῶν χρημάτων· δὲν μετροῦνται αἱ δυνάμεις τῶν ἐθνῶν κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουν, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως αὐτῶν.

§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε περὶ τῶν δύω ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις.

§23ΔΡΟΣΟΣ. Εἶπον ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐλαττώσῃ ἡ ἐπιτροπή.

§24ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μένετε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς;

§25ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς· εἶπεν ὁ βουλευτὴς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν βουλήν. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν ἔγεινε καμμία συζήτησις, ἀνεγνώσθη μόνον καὶ ἐστάλη εἰς τύπωσιν.

§27ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ φέρετε.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐθεώρουν καὶ ἐπίστευον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφορᾷ ἰδίως τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐγήρασαν εἰς τὴν μελέτην τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Ἐθεώρουν λοιπὸν ἐμαυτὸν ἀκατάλληλον νὰ ἔλθω εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν τόσῳ σπουδαίαν καὶ ὅλως ξένην καὶ ἀπὸ τὰς γνώσεις μου καὶ ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσίν μου· ἀλλὰ ἡ συζήτησις αὕτη ἔλαβε διαστάσεις λίαν ἐκτεταμένας, διότι εἰς αὐτὴν ἐξετυλίχθησαν αἱ ἀρχαὶ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα διαχωρίζουν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος. Ἀνήκων λοιπὸν εἰς ἓν κόμμα ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν ἐλλειπῆ, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον· λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἀναχωρῶν, πράττω τοῦτο. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι, νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένη, καὶ ὅλοι ἐπάνω κάτω εἴμεθα ὥριμοι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Οἱ προαγορεύσαντες, τόσον τῆς μιᾶς, καθὼς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος, εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται ἡ πολιτικὴ πάσης κυβερνήσεως. Μὲ αὐτοὺς πληρέστατα συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἰδέας ἐμφορούμενος θέλω ἐξετάσει ἐν τῷ κατόπτρῳ αὐτῷ τὴν πολιτικὴν γέννησιν, ὕπαρξιν καὶ πορείαν τοῦ παρόντος ὑπουργείου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, τὸ ὑπουργεῖον τῆς μερίδος ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ἐγὼ, ἀπεχώρησε, καί τοι ὑποστηριζόμενον ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἀπὸ μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἀπεχώρησε, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τὴν πολιτικήν του οὔτε ἐξωτερικῶς, οὔτε ἐσωτερικῶς, οὔτε κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς τύπους. Ἐπροτίμησε λοιπὸν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐξουσίαν, περὶ τῆς ὁποίας τόσος ἐγένετο θόρυβος, εἰς μίαν λέγω ἄλλην μερίδα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀπεσύρθη, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὸ διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, ὡς γνωρίζετε. Τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, κύριοι, ἐξέδοτο πρόγραμμα καὶ τὸ πρόγραμμά του ὅλοι τὸ γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε· τὸ πρόγραμμά του δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συνέχεια τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐν τῷ προγράμματί του ἔλεγεν, ὅτι θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν Κρήτην, θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐπιταχύνωμεν τὰς προπαρασκευὰς τοῦ ἔθνους. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ὡμολόγησεν, ὅτι παρέλαβε τὴν πολιτείαν εἰς καλὴν κατάστασιν· τοὐλάχιστον δὲν ἔλεγεν, ὅτι παρέλαβε τὴν πολιτείαν ἐν τῷ μέσῳ πολιτικῆς καχεξίας. Τὰ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔπεσεν, ἢ ἐτροποποιήθη, σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζετε· τὸ διεδέχθη ὁ κύριος Βούλγαρης ἐν μέρει προσλαβὼν πρόσωπα τοῦ ὑπουργείου νέα, ἐν μέρει μέλη τινὰ τοῦ ὑπουργείου Μωραϊτίνη. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐξέδοτο, κύριοι, πρόγραμμα εἰς τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν πρόσκλησιν, καὶ ἑπομένως ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ κράτους· ὡμολόγησε δὲ, ὅτι ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ πολιτικῆς καχεξίας. Βεβαίως, κύριοι, ὅταν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, τὸ τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη, εἶπεν, ὅτι παρέλαβε τὴν ἐπικράτειαν εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν μὲ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ ὑπουργεῖον, ἐὰν πιστεύσωμεν τώρα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 25 Ἰανουαρίου ἐν τῷ προγράμματί του εἶπεν ἀλήθειαν, ἡ πολιτικὴ καχεξία, τὴν ὁποίαν διεκήρυξε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 25 Ἰανουαρίου, ἦτο ἡ καχεξία, τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη, ἢ τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν καχεξίαν πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ ἔλαβεν ὕπαρξιν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ἀπορῶ, κύριοι, πῶς ἠδυνήθησαν, λέγω, νὰ συγχωνεύσωσι τὰς ἀρχάς των, τὴν πολιτικήν των, καὶ τὴν 25 Ἰανουαρίου νὰ συνυπογράψωσιν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα. Τοῦτο βεβαίως ἀνήκει, ἁρμόζει εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσωσιν. Ἡ ἐποχὴ τῆς 20 Δεκεμβρίου ἀπὸ τῆς 25 Ἰανουαρίου δὲν εἶναι λίαν μεμακρυσμένη, δὲν ἀπέχει παρὰ 35 ἡμέρας καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εὑρέθησαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν δύο προγράμματα, τα ὁποῖα εἶχον ὅλως διόλου ἀλλοίας καὶ ἀντιθέτους ἀρχάς. Μολαταῦτα οἱ παρόντες ὑπουργοὶ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι, εἶχον τὴν τόλμην νὰ ὑπογράψωσι δύο προγράμματα περιέχοντα ὅλως διόλου ἀντιθέτους ἀρχὰς πολιτικῆς· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μὴ δώσω διὰ τοῦτο πολλὴν πεποίθησιν, πολλὴν πίστιν εἰς ὅσα μετὰ ταῦτα εἶπον. Ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, δὲν ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσιν ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅταν σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐτήρησαν τὸ πρόγραμμά των, δὲν ἐτήρησαν ὅ,τι ἐπηγγέλλοντο οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, οὔτε ὡς ὑπουργοὶ ἀκόμη, τότε βεβαίως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀμφιβάλλω εἰς ὅ,τι καὶ ἂν εἶπον καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών των καὶ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου. Τὴν 25 Ἀπριλίου, γνωρίζετε, κύριοι, ὅτε ἐκαλούμεθα διὰ Βασιλ. διατάγματος νὰ συνέλθωμεν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων μας· μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ θέσωσι τὰ μεγαλήτερα ψεύδη εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως, δὲν ἐδίστασαν, λέγω, νὰ ἀπατήσωσι τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ ὑποβάλωσι δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους λόγον διαψευσθέντα ἐπισήμως· καὶ διὰ τοῦτο εἰς μίαν παράγραφον ἔχουν γράψει ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ (λέγει δηλ. ὁ βασιλεὺς), «Ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης τῶν βουλευτικῶν ἔργων διακοπῆς, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίου κυρώσεως χρηζόντων φορολογικῶν νόμων καθυστέρησε. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν αἵ τε δημόσιαι δαπάναι καὶ αἱ εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν ὑπαγόμεναι φορολογίαι ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντων. Ἕνεκα τούτου οἱ ὑπουργοί Μου παρηγγέλθησαν ἵνα διαδοχικῶς ὑποβάλωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν Ὑμῶν τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους δύω ἐτῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς παραγράφου ταύτης τοῦ Βασιλ. λόγου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω κᾀμμίαν ἀνάπτυξιν, διὰ νὰ ἀποδείξω τοὺς κ. ὑπουργοὺς ψευδομένους. Δύω προϋπολογισμοὺς εἶπον, καὶ δύω προϋπολογισμῶν ἐσύστησεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὄχι μόνον δύω, ἀλλὰ σχεδὸν οὔτε ἕνα προϋπολογισμὸν ἔφερον εἰς τὴν βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ὅ,τι δὲ συζητεῖται εἰς τὴν βουλὴν σήμερον, κύριοι, δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς, εἶναι ἀπολογισμός. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπωσιν ἴσως, δύω προϋπολογισμοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον· ἀντιβαίνει τοῦτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ὅταν ἀντιβαίνῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρὸς τί νὰ θέσητε εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως μίαν φράσιν ἀντισυνταγματικὴν, νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἐκφράσῃ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους; Καὶ ὅταν, κύριοι, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶχον τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ κάμουν τὴν Α. Μεγαλειότητα, τὸν Σ. Βασιλέα, νὰ ψευσθῇ ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω κόσμου, θὰ διστάσωσι νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ν’ ἀντικρούσωσι καὶ τὰς πλέον πασιφανεῖς ἀληθείας; ἀφίνω τὴν ἐκτίμησιν πλέον εἰς ὑμᾶς, κύριοι. Ἔπεσε τέλος πάντων τὸ σπάταλον ὑπουργεῖον τοῦ 1867 καὶ ἡ Ἑλλὰς τέλος ἀνεκουφίσθη», ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τὸ λεγόμενον τῆς σπατάλης τὸ διεδέχθη, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἀσωτείας, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς τὰ ἀόριστα μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγεν ὁ κ. Δρόσος, βουλευτὴς Τήνου, καταβὰς πρὸ ὀλίγου τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἰσχυρισθεὶς «ὅτι ἐκληρονόμησε τὴν κατάστασιν αὐτήν.» Μεταξὺ δὲ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἐβάρυναν τὸ δημόσιον ταμεῖον, τί σᾶς εἶπε; τοὺς φαλαγγίτας· καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς φάλαγγος τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυναν τὸ δημόσιον ταμεῖον; 20,000 ἢ 25,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος· καὶ ποῦ δίδονται, κύριοι; εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἵδρυσαν αὐτὸ τὸ βῆμα· ἀλλὰ ὁ κ. Δρόσος εἶδε τοὺς φαλαγγίτας, τοὺς κεκυφῶτας ὑπὸ τοῦ βάρους τοῦ γήρατος καὶ τῶν πόνων τῶν ἐντίμων πληγῶν, τὰς ὁποίας φέρουν, δὲν εἶδεν ὅμως τοὺς πλωτάρχας καὶ τοὺς ἄλλους βαθμοφόρους τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὰς τριόδους, καὶ τοὺς ἐβαθμολόγησεν, καὶ οἱ ὁποῖοι, κύριοι, (ἐκτὸς ἑνὸς ὀνόματος ὡς μόνον γέρας φέρουσι καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουδούρη, πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν συμπολίτευσιν. Σᾶς εἶπον, κύριοι, δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, δὲν δύναμαι νὰ πολεμήσω μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, ἂν καὶ ἐσπούδασα μαθηματικὰ, διότι ἄλλο εἶναι τὸ ἓν, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο· θέλω ἐξετάσει ὅμως τὸ πρᾶγμα πρακτικῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῶσιν οἱ κ. ὑπουργοὶ νὰ καλύψωσι τὸ φῶς ὑπὸ τὸ μόδιον. Διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, κατεκρίθη ὡς σπάταλος ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις; βεβαίως διότι ἐξώδευσε πολλὰ κατὰ τὸ πρόγραμμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βούλγαρη· ποῦ ἐξωδεύοντο αὐτὰ τὰ πολλά; εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἰς τὸν ἀριθ. τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων· ἂς μᾶς εἴπῃ τώρα ὁ κ. Βούλγαρης, τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἀπέλυσε τοὺς ὑπαλλήλους, ἠλάττωσε τὸ προσωπικὸν καὶ ἔκοψε πολλὰς δαπάνας εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; ποίας ἔκοψε δαπάνας; κατὰ τί ἠλάττωσε τὸ προσωπικὸν εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν; κατὰ τίποτε, κύριοι· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ηὔξησε τὰς θέσεις, τὰς ἐπολλαπλασίασεν· ἕπεται, κύριοι, ὅτι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν ἦτον πρόγραμμα δι’ ἄλλον λόγον παρὰ πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Ποίαν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ Μᾶς εἴπητε τώρα πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ νὰ μᾶς φέρητε ἀριθμοὺς ἐδῶ, καὶ νὰ μᾶς διαμφισβητῆτε, ὅτι ὁ δεῖνα ἀριθμὸς εἶναι ἀληθὴς καὶ ὁ δεῖνα δὲν εἶναι ἀληθής; μᾶς εἴπετε, ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἔσφαλε καὶ τὸ ἀπεκαλέσατε σπάταλον, ἀλλὰ ὑμεῖς, κύριοι, ὄχι μόνον δὲν περιωρίσατε τὰ ἔξοδα τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπηυξήσατε καὶ διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου, Σᾶς εἶπον, ἂν ἐκεῖνοι ἦσαν σπάταλοι, σεῖς εἶσθε ἄσωτοι! Ἀλλά, κύριοι, τί λέγω; ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσῃ πρόγραμμα οἰκονομικὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ παραβιάσῃ τὸ Συνταγματικὸν πρόγραμμα εἰς τὴν γέννησιν αὐτὴν τοῦ ὑπουργείου; δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι· «ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκύσησέ με ἡ μήτηρ μου». Γενομένου λόγου προχθὲς ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἰδίου ἀντικειμένου, καὶ ὁμιλοῦντος τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ὁ κ. Βούλγαρης εἶπεν, ὅτι αἱ παρασκευαί, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον, ἦσαν ἀγυρτίαι· δὲν θὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὴν λέξιν αὐτὴν τοῦ προέδρου τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦσαν ἀγυρτίαι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί εἶναι ἀγύρτης. Ἀγύρτης εἶναι ὁ ἀπατεών, ὁ λέγων ἄλλα καὶ πράττων ἄλλα· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὀνομασθῇ, κύριοι, ἀγύρτης ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μένων εἰς τὴν τήρησιν τῆς πολιτικῆς του καὶ τῶν Συνταγματικῶν του ἀρχῶν δίδει τὴν παραίτησίν του ἐκ τῆς ἐξουσίας, καί τοι ἔχων ἀκράδαντον πλειοψηφίαν. Ἀγύρτης δύναται ὅμως νὰ ὀνομασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπέδειξα, ἐπηγγέλλετο ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ἄλλα, καὶ ἐντὸς τῆς ἐξουσίας ἔπραξεν ἄλλα. Ἀγύρτης λέγεται ὁ ἐπισήμως ψευδόμενος χάριν τῆς ἐξουσίας. Κατηγόρησαν σήμερον, κύριοι, τοὺς 97 βουλευτὰς τῆς παρελθούσης Βουλῆς· δὲν ἤμην βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, δὲν θεωρῶ ὅμως εὐπρεπὲς νὰ ἔρχωνται βουλευταὶ μιᾶς νεωτέρας Βουλῆς νὰ κατηγοροῦν ὁλόκληρον τὴν μερίδα τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους· ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ τοῦτο ἐφάνησαν συνεπεῖς πραγματικῶς. Εἷς, κύριοι, ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν 97 ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τὴν ὑπουργικὴν καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐτιμήθη, ὥστε καθεῖξε τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, εἶναι ὁ κ. Ἀβέρωφ.

§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀντιπροέδρου.

§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, μᾶς ἐπροέδρευσε. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἷς ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του καὶ ἦλθε πρὸς ἐσᾶς, κύριοι, τὸν ἐθεωρήσατε ἱκανὸν καὶ νὰ σᾶς προεδρεύσῃ ἀκόμη· αὐτοὶ εἶναι οἱ 97. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Κρίνατε λοιπόν, κύριοι, ἐὰν ἦτο πλέον συνεπὴς ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις τοῦ 1867 ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868. Δὲν ἦλθον, κύριοι, διὰ συκοφαντιῶν νὰ κατηγορήσω τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, ὅπως κάμνουν ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ κατηγοροῦν ἀπόντας ἀνθρώπους, (διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὑμεῖς γνωρίζετε), τοὺς κατηγορῶ ἐπὶ ὡρισμένων πραγμάτων καὶ τοὺς προκαλῶ, ἂν δύνανται, νὰ τὰ ἀναιρέσωσι· (θόρυβος). Ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων Σ. Πετιμεζᾶς, καταδείξατέ μας, εἶπε, τὰς ἐπεμβάσεις τῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν ἐμβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ... αἱ ἐκλογαὶ ἤδη ἐπεκυρώθησαν σχεδὸν ὅλαι, καὶ οἱ βουλευταὶ ὅπως δήποτε εἰσῆλθον, καὶ εἶναι σήμερον συνάδελφοί μας· δὲν θεωρῶ σήμερον εὐπρεπὲς καὶ εὐγενὲς, νὰ ἔλθω νὰ κατηγορήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συναδέλφους, διότι ἐγώ, ὅταν ἦτον ὁ καιρὸς, ἐπολέμησα τὰς παρανομίας, καὶ σεῖς εἶσθε μάρτυρες. Μία ἐκλογὴ ὑπολείπεται ἀκόμη, μία ἐπαρχία δὲν ἀντιπροσωπεύεται, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Ζακύνθου· ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴν ἀντιπροσωπεύεται, διότι ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ὁ ἀγαπητὸς τοῦ λαοῦ ἐκείνου, εἶχε πλειονοψηφίαν 4 χιλιάδων ψήφων καὶ ἐπολεμήθη ἀπὸ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον χάριν αὐλοκολάκων ἐλεεινῶν. Ἀλλά, κύριοι, τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν πότε τὴν ἠκυρώσατε; κατὰ τὴν 9 Ἰουνίου 1868· καὶ τί ἔχομεν σήμερον; 12 Ὀκτωβρίου 1868· παρῆλθον 4 καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν 5 μῆνα, καὶ ἠξεύρετε ποῦ εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι; οἱ πάρεδροι μόλις διετάχθησαν νὰ συντάξωσι μὲ τοὺς ἱερεῖς τοὺς καταλόγους. Καταδείξατέ μας, λέγουν, τὰς ἐπεμβάσεις· καὶ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο παρὰ μία ἐπέμβασις εἰς μίαν ἐπαρχίαν τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία, ἐνῷ διηνύσαμεν ὁλόκληρον τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς βʹ. βουλευτικῆς περιόδου, δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου; Ὅλα δὲ ταῦτα γίνονται διὰ νὰ ἠμπορέσουν ν’ ἀλλάξουν τὸ φρόνημα τοῦ τόπου. «Αἱ λῃστεῖαι τοῦ παρελθόντος ἐδήωσαν, κατέστρεψαν τὴν χώραν» λέγουν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου κατεδίωξεν ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τὴν λῃστείαν, καὶ κατέστρεψεν αὐτὴν σχεδὸν ὁλόκληρον, κατέστρεψε σπουδαίας συμμορίας· ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἔξωθεν τῆς Ἀττικῆς πέντε λεπτὰ, δὲν ἦτο εὔκολον εἰς κανένα τῶν πολιτῶν νὰ ἐξέλθῃ χωρὶς τὸν φόβον, ὅτι θέλει λῃστευθῆ ἢ θέλει πέσει αἰχμάλωτος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ περιβοήτου Κίτσου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατέστρεψε καὶ τὴν λῃστρικὴν συμμορίαν ἐκείνην καὶ ἄλλας ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἐν Στερεᾷ.

§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις περὶ τούτου.

§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μάλιστα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προκαλέσητε χθές· δὲν ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ λάβῃ ἡ συζήτησις αὐτὰς τὰς διαστάσεις. «Δικαιοσύνην δὲν εἴχομεν εἰς τὸ παρελθὸν,» λέγουν καὶ φωνάζουν· φέρετέ μας τὰς ἀποδείξεις, ὅτι δὲν εἴχομεν δικαιοσύνην εἰς τὸ παρελθόν! ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην εἰς τὸ παρὸν, καὶ ἔχομεν προχείρους τὰς ἀποδείξεις καὶ ἔχομεν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Εἰσαγγελέως Ναυπλίας καὶ τὰ συμβαίνοντα ἐν Οἰτύλῳ ἐναντίον σημαντικοῦ πολίτου τῆς Ἑλλάδος· ἡ ἐγκύκλιος παραγγέλλει πῶς πρέπει νὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις των οἱ δικασταὶ καὶ ἐπὶ πολιτ. ὑποθέσεων· ἔχομεν τὸ ἀσεβὲς ἐκεῖνο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ναυπλίας συνεπεία παραγγελίας τῶν ὑπουργῶν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης.

§34ΣΙΜΟΣ. Ψεῦμα.

§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ λέγει ἡ ἐγκύκλιος· ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐψεύδετο, ἔπρεπε νὰ ᾖναι παυμένος, ἐνόσῳ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, δὲν σᾶς πιστεύω καὶ μάλιστα Σᾶς· ἐδῶ εἶναι ἡ ἐγκύκλιος· ὅταν λέγω πράγματα, ἔχω καὶ προχείρους τὰς ἀποδείξεις, διότι δὲν σᾶς ὁμοιάζω διὰ νὰ συκοφαντῶ καὶ ψεύδωμαι.

§36Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Τὴν ἀνεγνώσατε ἄλλοτε.

§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν ἄλλας πράξεις πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Βουλῆς, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀστυνομικὰ συμβάντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ· ὅλοι τὰ γνωρίζετε, καὶ σᾶς εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι ζήτημα καθίσταται σήμερον, ἐὰν ᾖ ἀσφαλέστερος ὁ ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος ἐντὸς τῆς ἀστυνομίας τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ἐντὸς τῆς συμμορίας τοῦ Λύγκου. «Τὸ ὑπουργεῖον τῆς σπατάλης, λέγουν, τὸ ὁποῖον ἀλύπητα ἐξώδευεν. Καὶ τί ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, κύριοι; Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὡς πρὸς τὸν στρατιωτικὸν κλάδον. Ηὔξησε, μᾶς λέγουν, κατὰ 4 τάγματα τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν· τοῦτο τὸ ἔκαμε σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· σεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς φειδοῦς, τῆς οἰκονομίας, τῶν Συνταγματικῶν ἀρχῶν, τί ἐπράξατε; σεῖς ὄχι μόνον ἐτηρήσατε τὰ 4 τάγματα, τὰ ὁποῖα τότε κατεπολεμήσατε, ἀλλ’ ἐκάματε ἐναντίον τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος αὐθυπάρκτους λόχους, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐκάματε ἀκόμη πολιτοφύλακας, δημοτοφύλακας, καὶ τοὺς ἐπληρώσατε ἐναντίον τοῦ Νόμου· διότι ἔχετε νόμον τινὰ, ὅστις νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ πολιτοφύλακας πρὸς εἴσπραξιν τῶν χρημάτων; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον ἄσωτοι εἶσθε, ἀλλὰ καὶ παράνομοι. Θὰ ἔλθω ἤδη, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ περὶ μιᾶς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας μᾶς ἔφερε τὴν ἔκθεσιν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε 3,200,000 δραχ. πρὸς ἀγορὰν ὅπλων, ὅταν δὲ χθὲς ἐλέγαμεν, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἐβίασεν ὑμᾶς νὰ δαπανήσητε αὐτὸ τὸ μέγα ποσὸν τῶν 3,200,000 δι’ ἀγορὰν ὅπλων, τί μᾶς ἔλεγαν; ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη σήμερον, ὅλος ὁ στρατὸς τῆς Εὐρώπης εἶναι ὡπλισμένος μὲ τὰ ὅπλα τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως, καὶ θέλετε ἡμεῖς νὰ ἀφήσωμεν τὸν στρατόν μας, νὰ μὴ ᾖναι ὡπλισμένος μὲ τὰ ὅπλα αὐτὰ τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως; ἄνοιξα, κύριοι, τὰ πρακτικὰ τὰ περυσινὰ, ἓν φύλλον μάλιστα, διότι δὲν εὗρον πρακτικὰ, δὲν ἐσύμφερεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ διανεμηθοῦν, ἂν καὶ ᾖναι ἀναγκαῖα κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ ᾖναι γνωστοὶ εἰς ὑμᾶς οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐῤῥέθησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου τότε.

§38ΣΙΜΟΣ. Ποῖα πρακτικά;

§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης. Εὗρον ὅτι ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, διὰ τοῦ ἰδίου βουλευτοῦ Κ. Σ. Πετιμεζᾶ ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἔθνος πλούσιον καὶ ἕτοιμον νὰ κάμωμεν πόλεμον, δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς ἀγορὰν ὅπλων τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως· αὐτὸ ὑπεστήριζε καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς οἰκονομίας Βαλασόπουλος, διότι αἱ ἐφευρέσεις ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τελειοποιοῦνται, ἑπομένως ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ πρέπει νὰ περιμένωμεν τὸ τελευταῖον στάδιον καὶ τὴν τελευταίαν ἐφεύρεσιν, καὶ τότε ν’ ἀγοράσωμεν· ἐφέτος τὰ πράγματα ἤλλαξαν· αἱ σκέψεις τῶν κυρίων αὐτῶν ἐντελῶς μετεβλήθησαν, καὶ κατ’ αὐτοὺς αἱ ἐφευρέσεις ἔφθασαν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη ν’ ἀγοράσωμεν ὅπλα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο μόνον σήμερον τὸ λέγουν. Χθὲς δὲ ἔλεγον τὰ ἐναντία, καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των· τὸ λέγει ὁ κύριος Δρόσος, ὅστις ἐνθέρμως ἦλθε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ὁ ἴδιος κύριος Σ. Πετιμεζᾶς καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, ἰδοὺ τί λέγουν, ἀφοῦ ἔκαμαν μίαν ἐκτεταμένην ἔκθεσιν περὶ τῶν 3,200,000· «ἐν ᾗ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται καταστάσει, καλὸν ἦτο ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλας εὐτυχεστέρας καὶ καταλληλοτέρας περιστάσεις ἡ προμήθεια αὕτη, καὶ διὰ θυσίας ἀκόμη, ἐὰν ἐκ τῶν συναφθεισῶν συμφωνιῶν ὑποκείμεθα εἰς ῥήτραν τινά.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τί λέγουν καὶ τότε, τὴν 5 Ὀκτωβρίου 1868, πρὸ 6 τοὐτέστιν ἡμερῶν; Πῶς δὲ ἐδικαιολόγησαν σήμερον τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ; (θόρυβος). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τὰ μέλη αὐτὰ τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τὸ θεωροῦν πάντοτε οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς, τῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἄλλαι ἦσαν αἱ σκέψεις τῶν μελῶν ἐκείνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν συνετάττετο ἡ ἔκθεσις, καὶ ἄλλαι εἶναι αἱ σκέψεις ὑπὸ τὰς ὁποίας συζητεῖται σήμερον ἡ ἔκθεσίς των. Τότε ἐγένετο σκέψις πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, τώρα γίνεται σκέψις πρὸς σωτηρίαν ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Τότε λοιπὸν εἶχον ἀνάγκην νὰ γράψουν ὅσα ἔγραψαν, σήμερον ἔχουν ἀνάγκην νὰ εἴπουν ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν τῶν μεγάλων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπερέβησαν τὰς δαπάνας τοῦ 1867 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν κατὰ δύω ἑκατομμύρια, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ ἐβάπτισαν οἱ κύριοι τακτικὰ, ἐνῷ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου τὰ ἐβάπτισαν ἔκτακτα, πλὴν καὶ εἰς τοῦτο κατὰ τὸ αἰώνιον σύστημά των δὲν λέγουν ἀλήθειαν, διότι, ἐὰν ἦσαν τακτικὰ, ἔπρεπε νὰ τὰ φέρουν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅταν ἔκαμε τὰς παραγγελίας, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο δεσμευμένον νὰ δεχθῇ πᾶσαν παραγγελίαν καὶ συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἤθελε κάμει· περιεφρόνησε δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ὅσα ἔγραψαν ἐν τῇ ἐκθέσει των· καὶ εἶχε δίκαιον, διότι τὰ μέλη ταῦτα ἀνεκάλεσαν τὰ ὅσα ἔγραψαν ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι ἐνόμιζαν πῶς αἱ συμφωνίαι ἐγένοντο ἀπὸ μόνον τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συναδέλφων του· ὅταν ὅμως ἔμαθαν τὸ ἐναντίον, ἀνεκάλεσαν τὰ γραφέντα, ὡσὰν ἡ παραγγελία ν’ ἀλλάζῃ χαρακτῆρα γενομένη ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπουργούς· ἐκτὸς, λέγω, τῶν ἄλλων δαπανῶν, προέβησαν καὶ εἰς παρανόμους προβιβασμούς. «Ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα, εἶπαν, καὶ τὰ πληρώματα ἄλλα ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸν ἀέρα, ἄλλα εἰς τὴν θάλασσαν». Αἴ! καὶ διότι ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα ἦτο ὑπεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, τὸ ὁποῖον ἐκάθητο ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ Βουβουλίνα ἐξεσφενδονίζετο εἰς τὸ στενὸν τῆς Μάγχης ἀπὸ φυσικοὺς λόγους καὶ αἴτια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα τῶν δυνάμεων παντὸς ἀνθρώπου; Ἀλλ’ ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα, ἐπληρώθη καὶ ἐπληρώθη ὑπὲρ τὸ μέτρον. Ἐξεσφενδονίσθη προχθὲς τὸ πυριτοποιεῖον εἰς τὸ Ναύπλιον ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Βούλγαρη καὶ ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης ἔβαλε τὴν φωτιὰν, ἂν καὶ δὲν ἀποζημιωνώμεθα ἀπὸ κανένα· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συκοφάνται, σεῖς δὲ ἀκολουθεῖτε τὸ σύστημά σας. Τὰ ἔξοδα, εἶπεν ὁ κύριος Δρόσος, τὰ ἐγέννησεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις καὶ τὰ ἐκληρονόμησεν ἡ παροῦσα. Αἴ! ἂς τὸ παραδεχθῶμεν· σεῖς ὅμως διατί δὲν τὰ ἐμποδίζατε; ἡμεῖς ἐκάμαμεν αὐτὸ τὸ κακὸν, σεῖς διατί δὲν τὸ ἐσταματούσατε; ἡμεῖς ἐδιορίσαμεν δοκίμους, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν τὸν πόλεμον, αὕτη ἦτον ἡ πολιτική μας, σᾶς τὸ εἴπομεν· ἂν ἐπλανήθημεν, ὁ καιρὸς θὰ τὸ ἀποδείξῃ· σεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς εἰρήνης διατί ἐγεμίσατε τὸν τόπον ἀπὸ δοκίμους, λογιστὰς, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ θέσιν οὔτε ὄρθιος νὰ σταθῇ, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς τὰ λιμεναρχεῖα; Παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καθ’ ὅλον τὸ κράτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἕκαστος αὐτῶν διωρίσθη. Κατηγορεῖτε πάντοτε ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ὅτι ἐγένετο τοῦτο, ὅτι ἐγένετο τὸ ἄλλο καὶ ἀκόμη δὲν ἠμπορέσατε νὰ φέρετε ἓν συγκεκριμένον γεγονὸς, μίαν συγκεκριμένην περίστασιν διὰ νὰ κατηγορήσετε. Δὲν ἁρμόζει, κύριοι, εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ, εἰς τὸ ὁποῖον (θόρυβος) εἶπεν, ἐννοῶν τὴν μερίδα τοῦ Κουμουνδούρου, ὅτι ἐκεῖνοι ἔμειναν εἰς τὴν θέσιν των, δὲν ἐννοῶ ὅμως ἀνάνδρους τινάς, οἱ ὁποῖοι ἐλειποτάκτησαν ἀπὸ τὰς θέσεις των· οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεται ὁ κύριος Σ. Πετιμεζᾶς ἔχουν τὸν λόγον πολὺ ἰσχυρότερον ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις κατηγόρησε, καὶ δύνανται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἀπαντήσωσιν· εἰς ἐμὲ μόνον δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν εὑρίσκω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπαινίχθη ἐκτὸς τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον εὑρίσκω ἐκτὸς τῆς θέσεώς του.

§40ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Μπράβο.

§41Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μπράβο, κύριε Κουρκουμέλη, μπράβο σινιόρε. (γέλωτες). Διότι ἐξ ὅσων σᾶς ἀνέπτυξα σᾶς ἀπέδειξα μέχρι τοῦδε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο, ὅταν ἦτο ἀντιπολίτευσις· ἐκτὸς πλέον ἐὰν ἐννοοῦν οἱ βουλευταὶ οἱ συμπολιτευόμενοι ὅτι ὀφείλουν νὰ ἀκολουθοῦν τὰ πρόσωπα· ἀλλ’ ὄχι, αἱ πολιτικαὶ μερίδες ἀναγράφουν προγράμματα καὶ εἰς πᾶσαν μερίδα ὑπάρχει ἀρχηγός τις, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦν οἱ ἄλλοι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ πολιτικὴ πειθαρχία.

§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀρχηγός σου;

§43Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι, νὰ τὸν μάθῃς. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ὁ ἀρχηγὸς κρατεῖ τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ὑψωμένην εἰς τὰς χεῖράς του, ὀφείλουν νὰ τὸν ἀκολουθῶσιν· ὅταν ὅμως βλέπουν τὴν σημαίαν πίπτουσαν ἀπὸ τὰς χεῖρας του καὶ τὰς χεῖρας ἀνικάνους νὰ κρατῶσι τὴν σημαίαν, τότε ὀφείλουν νὰ τὴν λάβουν καὶ ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ βαδίσουν τὸν δρόμον τῆς τιμῆς, τὸν ὁποῖον ἄλλοι χάριν τῆς ἐξουσίας ἀνάνδρως ἐγκατέλιπον.

§44ΣΙΜΟΣ. Ἐσκέφθην, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ πολὺ ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ ν’ ἀναβάλω τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λαλήσω ἐπὶ τῶν καθέκαστα.

§45ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν· δυνατώτερα.

§46ΣΙΜΟΣ. Ὀλίγη ὑπομονὴ, καὶ καθὼς ἡ παροιμία λέγει, ὅτι ἡ ὄρεξις ἔρχεται εἰς τὸν τρώγοντα ἔρχεται καὶ ἡ φωνὴ εἰς τὸν λαλοῦντα. Ἐσκέφθην, λέγω, ἐπὶ πολὺ ἐὰν ἔπρεπε νὰ λαλήσω, ἵνα μὴ παρεμβάλω παράτασιν ἴσως περιττὴν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὰ οὐσιώδη θέλουσι ῥηθῆ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἰσχυρίσθησαν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ κυβερνήσει μ’ ἔπεισε νὰ λάβω καὶ ἐνταῦθα τὸν λόγον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ περιέλθῃ εἰς ἐσφαλμένας ἢ ὑπερβολικὰς ἰδέας ἡ Βουλή. Ἀπέδωκαν, κύριοι, ἕνα χαρακτῆρα, ἓν πρόσωπον, ἕνα ῥόλον, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν εἶναι πραγματικὸς, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ἰδίως περὶ τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος, δὲν δύναμαι νὰ μὴ λαλήσω, ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἄρχομαι λοιπὸν λέγων ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ θεωρήσω ὡς μὴ παραδεδεγμένα παρ’ ἐμοῦ πράγματα τὰ ὁποῖα ἅπαξ παρεδέχθην, διότι τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρός μου· ἀλλὰ, μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, πρέπει καὶ θέλω νὰ ἐξηγήσω τί κυρίως εἶναι τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς εἶπα, θεωρῶ ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀληθῆ συμβαίνοντα. Καὶ πῶς, κύριοι; Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι αὐτὴ ἡ μεγάλη, αὐτὴ ἡ ἀκράτητος καὶ ἀπεριόριστος δύναμις τοῦ κράτους; εἶναι αὐτὸς, δὲν λέγω ὁ πρωθυπουργὸς, διότι ὁ πρωθυπουργὸς εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων, ἀλλ’ ὁ πανθυπουργὸς, ἐκεῖνος ὅστις θὰ κανονίσῃ ὁλόκληρον τὴν κυβέρνησιν, ὅστις τὰ πάντα θὰ πράττῃ κατ’ ἀρέσκειαν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δικαίως τὰ πάντα θ’ ἀποδίδωνται; Δὲν εἶναι τοιοῦτό τι, κύριοι. Βεβαίως τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι σπουδαῖον, ἡ ἐπιῤῥοὴ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως εἶναι πάντοτε ἰσχυρὰ, καὶ αἱ γνῶμαί του θὰ εὑρίσκωσι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον παραδοχὴν παρὰ τοῖς συναδέλφοις του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μὴν ἔχῃ τὰ ὅριά του· διότι, ἂν ἦτον ἄλλως, τότε ὁλόκληρος ἡ κυβέρνησις ἤθελε συγκεντρωθῆ εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, ἑνὸς μόνου ὑπουργοῦ· καὶ τότε ὅλαι τῆς κυβερνήσεως αἱ ὑποθέσεις ἤθελον θεωρεῖσθαι καὶ ἐπιψηφίζεσθαι ὑπὸ μίαν καὶ μόνην ἔποψιν, τὴν οἰκονομικήν· ὅπερ δὲν εἶναι ποσῶς, δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ἐντελῶς ἀληθές. Ἔπειτα, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μίαν γνώμην, οἱ δὲ λοιποὶ ὑπουργοὶ, ἢ οἱ πλειότεροι ἐξ αὐτῶν ἄλλην, τί κάμνει τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;

§47ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.

§48ΣΙΜΟΣ. Ναὶ, παραιτεῖται, λέγετε, καὶ ἐπερίμενα ἀπάντησιν τοιαύτην. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ ὅστις παντὸς ἄλλου προθυμότερον γνωρίζω τὸν τοιοῦτον δρόμον, σᾶς λέγω ὅτι ἡ παραίτησις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ μὴ πολὺ ἀγαπῶντος τὴν ἐξουσίαν, εἶναι σοβαρώτερόν τι παρὰ νὰ γίνεται ἄνευ ἀποχρώσης καὶ εὐλογοφανοῦς αἰτίας. Τὸ ἠθικὸν αὐτὸ σῶμα, τὸ καλούμενον ὑπουργεῖον, εἶναι μία ἑταιρία πολιτικὴ, εἶναι μία ἕνωσις ἀνθρώπων συνερχομένων πρὸς ὃν ἀποβλέπουσι σκοπὸν, συμφωνούντων εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς, καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος. Ἀλλὰ, καθὼς εἰς ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχῃ καὶ ἕκαστος αὐτῶν ἰδίαν γνώμην ἐπὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως, μάλιστα εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν ἴδιον αὑτοῦ κλάδον. Τί γίνεται λοιπὸν ὅταν συμβαίνωσιν αἱ κατὰ τὰ καθέκαστα τοιαῦται διαφωνίαι; Ἐννοεῖται οἴκοθεν ὅτι γίνονται ἀμοιβαῖαι παραχωρήσεις· ἄλλως δὲν ὑπάρχει ἐργασία συλλογική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψωσι πάντοτε οἱ πάντες εἰς τὸν ἕνα· ἀλλ’ ἂν, ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ δεῖνα πράγματος ἀποφάσεως τῶν πολλῶν, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὑπουργὸς φέρ’ εἰπεῖν τῶν Οἰκονομικῶν, νομίσῃ ὅτι ἡ ἐκ μέρους του παραχώρησις ἔφθασεν εἰς τὸ ὅριον ἐκεῖνο, ἐπέκεινα τοῦ ὁποίου δὲν συμβιβάζονται πλέον ὁ χαρακτήρ του, ἡ ὑπόληψίς του, αἱ ἀρχαί του, αἱ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς κυβερνήσεως πεποιθήσεις του, τότε παραιτεῖται· προτήτερα ὄχι· ὄχι πάντοτε. Καὶ αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην πιστεύσατέ την λεγομένην παρ’ ἐμοῦ, ὅστις, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠγάπησά ποτε τὴν ἐξουσίαν τόσον, ὥστε χάριν αὐτῆς νὰ παραβλέψω ἀληθεῖς πεποιθήσεις. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καὶ αὐτὸ τὰ ὅριά του, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀπεριόριστος. Ἔπειτα, κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ γνωρίζετε καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν εἶναι σαφῶς εἰς ὅλους ὑμᾶς ἀνεπτυγμένον. Αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος θέλει νὰ ᾖναι τόσον κεκηρυγμένος ἐχθρὸς τοῦ ἄλλου ἐκείνου πολυδαπάνου ὑπουργείου, εἶναι πολὺ σφικτότερα συνδεδεμένον δι’ ἀμοιβαίων ἀναγκῶν μὲ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, παρόσον κοινῶς νομίζεται. Λέγομεν ὅτι δὲν διοικεῖται ὁ τόπος ἀρκετὰ εὐθηνά· καὶ βεβαίως τὸ σύνολον τῆς στρατιωτικῆς οἰκονομίας δὲν συνίσταται εἰς τὰς μερικὰς ἐκείνας δαπάνας, τὸ ἐκ τῶν ὁποίων ἄτοπον δὲν εἶναι ἴσως τόσον μέγα, καὶ, ἂν ᾖναι, δύναται νὰ διορθωθῇ, ἀλλ’ εἰς τὸ μέγα στρατιωτικὸν ζήτημα, τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· καὶ ἐδῶ πολλοὶ, καὶ ἰδίως ὁ προῤῥηθεὶς ἔντιμος βουλευτὴς, λέγουν «τί κάθεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν διοικεῖ μὲ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ μὲ ὀλιγώτερον μέρος τοῦ στρατοῦ, καθὼς ἐδιοίκησεν ὁ δεῖνα εἰς τὴν δὲν ἠξεύρω ποίαν πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν ἐποχήν;» καὶ θέλουν καὶ ἐπικαλοῦνται εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην σύμμαχον τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Αἴ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι κατὰ δυστυχίαν τόσον ἀνεξάρτητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ τὸν σύρῃ ἀτιμωρήτως εἰς τὰς ζητουμένας, εὐλόγως βέβαια δι’ ἄλλους λόγους, οἰκονομίας. Τί θέλετε, κύριοι; νὰ λέγωμεν ἀληθείας πικρὰς ἢ ψεύδη εὐάρεστα; Δὲν διοικούμεθα, κύριοι, μὲ ὀλίγον στρατὸν, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον. Ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῆς δυνάμεως διὰ τὴν διοίκησιν πολὺ περισσοτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ ζητούμενα οἰκονομικὰ μέτρα ὑπαγορεύουν. Τίποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν γίνεται ἄνευ στρατοῦ· μάθετέ το καὶ γνωρίσατέ το, διότι εἶναι ἀλήθεια. Τί ὠφελεῖ νὰ λέγωμεν λόγους γλυκεῖς, νὰ κολακεύωμεν ἀλλήλους, νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου εἶναι τοσαύτη παρ’ ἡμῖν, ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς γυμνὸς νὰ ὑποτάσσῃ εἰς τὴν θέλησιν αὑτοῦ τὰ πάντα; Ὅστις θέλει δύναται νὰ τέρψῃ ἴσως τοὺς ἀκούοντας, νὰ δημαγωγήσῃ, ἂν θέλῃ, λέγων τὸ ἐναντίον· ἀλλοίμονον ὅμως καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἐκείνους, διότι διαψεύδονται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Τὰ πράγματα λοιπὸν εἶναι ἐναντία τῆς αἰσιοδοξίας ταύτης, καὶ τὰ πράγματα εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἐγὼ ὡς πολίτης ἤθελα νομίσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, καθὼς βεβαίως καὶ ὅλοι ὑμεῖς, ἂν συνέβαινε καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν μακάριον ἐκεῖνον τόπον, τὸν ὁποῖον συχνάκις ἐνταῦθα ἀναφέρομεν, ὅπου ἡ δύναμις τοῦ νόμου εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε εἷς μόνος ἀστυνομικὸς κλητὴρ, δι’ ἁπλῆς ῥάβδου, — τί λέγω ῥάβδου; — διὰ τεμαχίου μικροῦ ῥάβδου, διαλύει καὶ ἀποστέλλει ἡσύχους εἰς τὰ ἴδια ἑκατοντάδας χιλιάδων συνηθροισμένων ἀνδρῶν. Ἀλλὰ συμβαίνουσιν οὕτω τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν; Ὄχι, κύριοι· ὅλον τὸ ἐναντίον. Καλὸν ἢ κακὸν, εὐάρεστον ἢ δυσάρεστον, πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν· διότι κατάστασιν καλλιτέραν ἂς μὴν ἐλπίζωμεν ἄνευ ἀληθείας. Σήμερον ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὰ, διότι ἐπαναλέγω ὅτι τίποτε ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐκτελεῖται ἄνευ στρατοῦ. Θέλετε νὰ εἰσπράξετε φόρους; ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ· θέλετε νὰ συγκεντρώσετε νεοσυλλέκτους; ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ· θέλετε νὰ συλλάβετε φυγοδίκους; ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ. Καὶ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ὡς ἐξ ἁμίλλης ζητοῦν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύναμιν καὶ πάντοτε δύναμιν. Πρῶτος λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀνάγκην δυνάμεως, καὶ πλείστης δυνάμεως, πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων· καὶ ὅταν ἀποτείνεται πρὸς τὸν συνάδελφόν του, ζητῶν οἰκονομίας, καὶ χάριν οἰκονομιῶν ἐλάττωσιν δυνάμεων, ἐκεῖνος μειδιῶν τῷ ἀπευθύνει ἀναπολόγητον ἀπάντησιν· «Σὺ μοῦ ἀπασχολεῖς τὰς πλειοτέρας δυνάμεις». Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ κυβερνήσει. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Καὶ ἰδοὺ, πρὸς γνῶσιν καὶ φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, διατὶ ἐν Ἑλλάδι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ὅσον θέλει, καὶ ὅσον ὀφείλει νὰ θέλῃ, ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος εἰς τὸ προτείνειν καὶ ὑποστηρίζειν τὰς μεγάλας στρατιωτικὰς οἰκονομίας. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν ἀνοχήν της εἰς τὴν ἐξέτασιν ποῦ κυρίως στέκει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι. Πρὸς τὸ παρὸν θέλω καὶ ἐγὼ νὰ λαλήσω περὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ λαλήσω περὶ ἀριθμῶν, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ σταθῶ εἰς τὰς γενικότητας αὐτῶν, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ κρατήσητε, ἂν θέλετε, ὅλοι εἰς τὴν μνήμην σας, καὶ οὕτω νὰ ἠμπορέσετε νὰ κάμετε σύγκρισιν· διότι, ἂν ἀναμίξω ὁλικοὺς καὶ μερικοὺς ἀριθμούς, γενικότητας καὶ λεπτομερείας, θὰ σᾶς σκοτίσω, ἀντὶ νὰ σᾶς φωτίσω, καὶ τότε δὲν θὰ προέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἡ Βουλὴ, τοῦ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει. Κύριοι, τὸ ἔτος 1866, καὶ λέγω τὸ 1866, διότι τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀποτελεῖ τὸ ὅριον, τὸ σημεῖον τῆς εἰς τὴν αὔξησιν τροπῆς τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἔτος 1866 ἔδωκε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα χρήσεως· ἔσοδα 30,297,974, ἔξοδα 31,119,536. Εἶναι τὸ ἔτος ἐκεῖνο καθ’ ὃ ἐπεχειρήθησαν πολλαὶ οἰκονομίαι. Ἠλπίσθησαν περισσότεραι, κατωρθώθησαν ὀλιγώτεραι, ἠμφισβητήθησαν διάφοροι καταλογισμοὶ, ἐξετιμήθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκτιμᾶται διαφοροτρόπως τὸ ἀποτέλεσμα. Μόνον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἴδατε μετὰ πόσης περισκέψεως ἐθίγοντο τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἵνα μὴ ἀναξεσθῶσι πληγαὶ καὶ γεννηθῶσιν ἀντεγκλήσεις. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ 1867. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου ἔφερεν ἔσοδα μὲν 32,592,335, ἔξοδα δὲ 28,158,698, ἤτοι προαγγελλόμενον περίσσευμα δρ. 4,133,637 Ἦτον ἡμέρα ἀγαλλιάσεως βέβαια διὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Παρνασσίδος, τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε φέρων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἠδυνήθη νὰ διαδηλώσῃ ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ τὸ ἔχει προωρισμένον εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου δανείου. Ἐταμιεύθη ἀληθῶς τὸ περίσσευμα τοῦτο; ἐξεπληρώθη ἡ χρυσῆ αὐτὴ ἐλπίς; Θὰ μάθωμεν μετ’ ὀλίγον τί τρέχει περὶ τούτου, καὶ ἂν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ εὑρίσκωνται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἰς ἥττονα θέσιν τῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867. Πρὸς τὸ παρὸν ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868, ἀφοῦ σημειώσωμεν μόνον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1867 συνεπληρώθη ἔπειτα δι’ αἰτήσεων εἰδικῶν πιστώσεων εἰς δρ. 32,684,470. Εἶναι ἀκριβῆ τὰ ποσά, κ. Κεχαγιᾶ;

§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω, διότι θὰ ὁμιλήσω κατόπιν μὴ συμφωνῶν μεθ’ ὑμῶν εἰς πολλά.

§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἐβγάζει 31 ἑκατομμύρια.

§51ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ δὲ τί εἶπα; ἔλαττον τότε τῶν 31 ἑκατομμυρίων. Ἆ! μὲ συγχωρεῖτε· εἶπα 32,683,470. Εἶπα λάθος· ἐνόουν 30,683,470. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δραχ. 30,683,470 τοῦ 1867, ἔρχεται ὁ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1868, ὅστις, ὁμοῦ μετὰ δύω εἰδικῶν πιστώσεων αἵτινες συνώδευσαν αὐτὸν μετὰ ταῦτα, ἀνέβη εἰς δρ. 34,093,986, φέρει δηλ. διαφορὰν πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ 1867 ἐκ δρ. 3,410,516. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῶν δύο ἐτῶν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, περιπλέξας χθὲς διαφόρους ἀριθμοὺς ἄλλους, ἰσχυρίσθη ἀνωτέραν τὴν διαφορὰν ταύτην· ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔντυπον ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠκούσατε καὶ τοὺς λόγους τῶν διαφόρων ῥητόρων, καὶ δύνασθε νὰ κάμητε τὴν παραβολήν. Εἰς τί συνίσταται καὶ πῶς ἀναλύεται ἡ διαφορὰ αὕτη; Καθὼς τὸ ὁλικὸν ποσὸν αὐτῆς, δύνασθε εὐκόλως νὰ φυλάξητε, ἂν θέλητε, εἰς τὴν μνήμην σας καὶ τὰ διάφορα μερικὰ ποσὰ, ἐξ ὧν τὸ ὁλικὸν ἀποτελεῖται. Εἶναι ὅλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸ 1867, καὶ κατὰ τὸ 1868 θὰ ἰδῆτε διατί ὑπάρχουν. Εἶναι πρῶτον ἓν νέον ποσὸν 1,805,180 δρ. εἰς τὸ δημόσιον χρέος· τὸ ποσὸν μιᾶς ἑξαμηνίας τόκων καὶ χρεωλύτρων τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ Λονδίνου, περὶ ὧν ὑπεγράφη σύμβασις ὑπὸ τοῦ πρώην ὑπουργείου, δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1867· τόκοι καὶ χρεώλυτρα τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκαττομμυρίων δὲν ὑπῆρχαν τοσαῦτα· τὸ ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν συμβάσεως εἰς ἀποζημίωσιν τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου βασιλέως Ὄθωνος, ὑποβληθείσης ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑπῆρχεν. Εἰς ταῦτα προστιθεμένης καὶ προσθέτου τινὸς πιστώσεως ἐκ δρ. 117,000, ἕνεκα περαιτέρω πραγματοποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ ἄλλων τινῶν δανείων, συνομολογηθέντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καὶ προσθήκης ἄλλης πιστώσεως εἰς τὰς συντάξεις, ἕνεκα χορηγίας 50,000 δρ. εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, καὶ συντάξεών τινων ἀπονεμηθησομένων εἰς τοὺς πρώην ἀστυνομικοὺς φύλακας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἀφαιρουμένων ἐξ αὐτῶν ἐλαττώσεών τινων ἐκ τῶν τόκων τοῦ ἀνοικτοῦ μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοῦ, καὶ ἐκ τῶν χρεῶν Ἑπτανήσου, καθὼς καὶ ἔκ τινων συντάξεων, ἐναπολείπεται ἡ εἰρημένη ὑπέρβασις τῶν δραχ. 1,805,180. Δεύτερον, ἔχομεν ἓν ἄλλο ποσὸν 600,000 περίπου δρ. ἀποδοθὲν εἰς ἔξοδα ὁδοποιΐας. Τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀπεδόθησαν μόνον διὰ τοὺς 6 μῆνας, διότι κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἔτους ἐμβῆκεν εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος. Εἶναι λοιπὸν παράδοξον ὅτι τὸ ὅλον εἶναι διπλάσιον τοῦ ἡμίσεως; Τρίτον, ἔχομεν ἀκόμη ἓν νέον διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ποσὸν 60,000 δρ. διὰ προσθήκην μισθῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων. Ὁ νόμος ἐκανόνισε τὴν τοιαύτην προσθήκην κατὰ πενταετίαν, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων κανονίσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 βαρύτερον καὶ κατὰ τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867. Τέταρτον, ἐπιβαρύνονται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξ ἀνάγκης τὰ δύω ὑπουργεῖα, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, τὸ μὲν διὰ δραχ. 700,000, τὸ δὲ διὰ 400,000. Τὸ πρῶτον εἶχεν ὑπολογίσει, τὸ 1867, τὴν δαπάνην τῆς συστάσεως τῶν νέων τεσσάρων ταγμάτων τῶν εὐζώνων καὶ δι’ ἄλλας τινὰς θέσεις ἐπὶ μόνους ἐννέα μῆνας· ὑπολογίζονται ἤδη δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἐκρίθη ἀπαραίτητος ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἡ σύστασις τεσσάρων ἔτι αὐθυπάρκτων λόχων ὁμοίων τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καὶ προσέτι ἡ πληρότης τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ· καὶ τελευταῖον ἡ τιμὴ τῆς μερίδος τοῦ ἄρτου, ἀποδειχθεῖσα μὴ ἐπαρκὴς, ἐδέησε νὰ σημειωθῇ κατά τι ἀνωτέρα. Ἐξ ἄλλου μέρους αὐτὰ τὰ νομοθετήματα τοῦ 1867 ὥρισαν τὸν διπλασιασμὸν σχεδὸν τῶν πληρωμάτων τῶν πολεμικῶν πλοίων, καὶ ἀπεφασίσθη προσέτι ἡ διατήρησις πλειοτέρων πλοίων ἐν ἐνεργείᾳ κτλ. Ταῦτα πάντα ἀποτελοῦσιν ὑλικὸν ποσὸν δρ. 3,565,180, ἤτοι ἀνώτερον τῶν δρ. 3,418,516. Προέρχεται τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν διαφόρων ὑπουργείων ἐγένοντο ἀλλοῦ μὲν ἐλαττώσεις, ἀλλοῦ δὲ προσθῆκαι, καὶ αἱ πρῶται ἀπέβησαν ἀνώτεραι τῶν δευτέρων, ὑπαγορευθεισῶν καὶ τούτων ὑπὸ καλῶς ἐννοουμένης καὶ ἀναποφεύκτου κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἀνάγκης. Ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὰ δασονομεῖα. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐν συνειδήσει ἀνάγκην ζωτικωτέραν ταύτης, διά τε τὸ παρὸν καὶ ἰδίως διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ἥτις βεβαίως ἀποτελεῖ σπουδαῖον καὶ αὐτὴ λόγον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, περὶ τῆς βαθμηδὸν ἀναβλαστήσεως τῶν καταστραφέντων ἢ περὶ τῆς ὁλοτελοῦς μετ’ ὀλίγον ἀπογυμνώσεως, τῆς δυσειδοῦς ἀποφαλακρώσεως τοῦ δυστυχοῦς ἡμῶν ἐδάφους. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψις τῶν δασῶν; Εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῆς γῆς, εἶναι ἡ στέρησις πάσης ζωογόνου ἰκμάδος, εἶναι ἡ ἀκαρπία τοῦ ἐδάφους, εἶναι ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τῶν καιρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, εἶναι ἡ ἀποκτήνωσις τῶν κατοίκων! Αὐτὴ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ, αὐτὴ ἡ πολυθρύλλητος ὑπέρβασις τοῦ 1868 πρὸς τὸ 1867, ἥτις εἴδατε ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρβασις, εἶναι ἀπ’ ἐναντίας μικρά τις ἐλάττωσις 155 περίπου χιλιάδων δραχμῶν· διότι τὰ λοιπὰ ἢ εἶναι, ὡς εἴδαμεν, ἀπόῤῥοια προϋπαρχουσῶν ὑποχρεώσεων, ἢ εἶναι συνέχεια καὶ συμπλήρωσις πληρωμῶν, λογισθεισῶν μὲν ἐπὶ μῆνάς τινας τοῦ προλαβόντος ἔτους, λογιζομένων δὲ φυσικῶς ἐφ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἀκολούθου. Ἀκολούθως θέλω λαλήσει περὶ τῆς ἀλληλουχίας τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀσκούντων ἐπ’ αὐτὰ ἐπιῤῥοήν. Πρὸς τὸ παρὸν λέγω μόνον, ὅτι αἱ ἑκούσιαι δαπάναι τοῦ 1868 δὲν εἶναι ἀνώτεραι, εἶναι μάλιστα κατά τι κατώτεραι τῶν κανονισθεισῶν τὸ 1867. Τὰ νέα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τὸ 1867, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ πορεία τῶν νέων μέτρων. Τί σημαίνει ἂν τὸ ἓν ἔτος ἐλόγισεν ἐν τῇ πορείᾳ ταύτῃ ἓξ ἢ ἐννέα μῆνας αὐτοῦ, καὶ τὸ ἕτερον δώδεκα; Ἠμποροῦμεν καὶ κατὰ τοῦτο ν’ ἀλλάξωμεν τὴν φύσιν τῶν καιρῶν καὶ τῶν πραγμάτων; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει πράγματι αὐτὴ ἡ φαινομένη ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τοῦ 1867; Βλέπετε ὅτι ἀκαταμάχητος λογικὴ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαίαν ταύτην τῶν ἀριθμῶν ἀλληλουχίαν; Ἔπειτα, κύριοι, καὶ ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νὰ τὸ παρατηρήσετε· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868 συνετάχθη μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ὑπερβαλλούσης εἰλικρινείας· μετὰ τῆς πεποιθήσεως ἀνθρώπου ὅστις, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ καθ’ ὅλας, δὲν ἔπαυσε φρονῶν καὶ πειθόμενος, καὶ θέλων νὰ κατασταθῇ φρόνημα καὶ πεποίθησις καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι μία μόνον ὑπάρχει ὁδὸς σωτηρίας, ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας. Μετὰ τῆς ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ὑπερακριβείας συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868, ἐσόδων τε καὶ ἐξόδων. Σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν, ἔχων ἤδη κεκτημένην τὴν βεβαίωσιν διαφόρων εἰσοδημάτων, νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1868 θέλουν ὑπερτερήσει κατὰ δύω ἑκατομμύρια τὰ προϋπολογισθέντα. Ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον νὰ τὸ εἰπῇ τώρα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ εἰπῶ τότε, μὴ θέλων νὰ ῥιψοκινδυνεύσω εἰς τὰς προϋπολογιστικάς μου εἰκασίας. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὰ ἀληθῆ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγορεύουν εἰς αὐτὸν νὰ προϋπολογίζῃ περιεσκεμμένως καὶ νὰ μὴ ῥιψοκινδυνεύῃ οὔτε ἐπὶ προσθήκῃ εἰς τὰ ἔσοδα, οὔτε ἐπὶ ἐλαττώσει εἰς τὰ ἔξοδα. Ἂν ἐπλανήθην λοιπὸν εἰς τὰ ἔσοδα, χαίρω ὅτι δὲν ἐπλανήθην, εὑρεθέντος ἐλλείμματος, ἀλλ’ εὑρεθείσης ὑπερβάσεως. Ἂς βεβαιωθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπλανήθην, οὕτως εἰπεῖν, ἐν γνώσει, βιάσας δηλαδὴ ἐμαυτὸν νὰ σταθῶ εἰς τὰ ὅρια ταῦτα, εἰς τὴν ἐκτεθεῖσαν ταύτην ἀρχὴν, ἂν καὶ αἱ ἐλπίδες μου περὶ τῆς εὐφορίας ἦσαν ἀνώτεραι τοῦ πραγματικοῦ ἀποτελέσματος. Ἐβεβαιώθησαν, π. χ. εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς 270,000 κοιλὰ ἐπέκεινα τοῦ περυσινοῦ εἰσοδήματος, καὶ μὲ ἀναλογίαν σίτου μεγαλειτέραν. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ὄχι μόνον εἶχα ἀφορμὴν νὰ τὸ περιμένω, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἀκόμη ἤλπισα, διότι μέχρι τινὸς ὑπῆρξεν ἐλπὶς τῆς αὐτῆς εὐφορίας εἰς τὰ ὀρεινὰ, καθὼς καὶ εἰς τὰ πεδινὰ μέρη, ἐνῷ τὰ πρῶτα ἔπαθον ἐκ τῆς μετὰ ταῦτα ἀνομβρίας. Τὰ αὐτὰ ἐσκέφθην καὶ περὶ τῆς ἐλαιοκαρπίας. Τὴν ὑπέθετα λοιπὸν, καὶ μεγαλειτέραν τὴν ὑπέθετα, τὴν εὐφορίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτον ἁπλῆ εἰσέτι ὑπόθεσις, δὲν τὴν ἔλαβα, δὲν κατεδέχθην νὰ τὴν λάβω τότε ὡς βάσιν προϋπολογισμοῦ· διότι ἠδύνατό τις νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ· τί γνωρίζεις; ἐβεβαίωσας τίποτε; Δὲν ἔπραξα λοιπὸν οὕτως, οὔτε εἰς τὰ ἔσοδα, οὔτε εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐζήτησα πάντοτε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι μία ἀλήθεια. Δὲν ἤθελα νὰ φέρῃ ὀπίσω του αὐτὰς τὰς εἰδικὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀλλάσσουν τὴν φύσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ. Καὶ νομίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν πεντακοσίων τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν, δι’ οὗ ἔκλεισα τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868, ἤθελε φανῆ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ, ἂν δὲν ἐνεφορούμην ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἰδέας τῆς ἀληθείας καὶ τῆς εἰλικρινείας; Καὶ ἂν ἤθελα μόνον νὰ μὴ φανῇ ἔλλειμμα, ἤθελα φανῆ τόσον γλίσχρος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα σήμερον βεβαιοῦνται κατὰ δύω ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων; Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον. Μήπως εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐξόδων δὲν μετεχειρίσθην αὐτὴν τὴν ἰδίαν εἰλικρίνειαν, αὐτὴν τὴν ἰδίαν πρὸς τὴν ἐν γνώσει τῶν εἰδικῶν πιστώσεων ἐπιφύλαξιν ἀποστροφήν; Ἓν μόνον, ἀλλὰ σπουδαῖον καὶ σαφὲς, παράδειγμα θέλει σᾶς πείσει καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἀνοίξατε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1868, καὶ θέλετε εὑρεῖ ἓν ποσὸν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν περιπλέον τοῦ ποσοῦ τοῦ 1867 εἰς ἀποδοχὰς χαρτοσήμου. Τί εἶναι, κύριοι, αἱ ἀποδοχαὶ χαρτοσήμου; Εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἀρχαί τινες ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου. Οὐδεὶς παραπονεῖται, οὐδεὶς ἐπικρίνει τὴν αὔξησιν τῆς τοιαύτης δαπάνης, ὡς δηλοῦσαν αὔξησιν συγχρόνως εἰσοδημάτων· ὁ δὲ οἰκονομικὸς νόμος τάσσει ἐτησίως τὴν δαπάνην ταύτην μεταξὺ ἐκείνων διὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Οἱ ὑπουργοὶ λοιπὸν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιθυμοῦν νὰ φαίνωνται οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν ἠλαττωμένοι, καὶ ἵνα ἴσως ἔχωσιν ἀφορμὴν νὰ αὐξάνωσιν ἄλλα ἄρθρα, ἐλαττόνουν ἀκινδύνως τὴν δαπάνην ταύτην καὶ τὰς ὁμοίας· ὁ δὲ κύριος Κεχαγιᾶς θὰ ἐνθυμῆται ἀστεῖά τινα κατὰ τοῦτο εἰς παρελθούσας ἐποχὰς, καθὼς καὶ ἐγὼ ἄλλοτε τὸν ἐνθυμήθην. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ προσθέσω ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐνῷ, ὄχι μόνον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 δὲν τὰς εἶχεν, ἀλλ’ οὔτ’ αὐτὸς ὁ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑποβληθεὶς πρῶτος προϋπολογισμὸς τοῦ 1868. Τί μ’ ἐβίασε νὰ πράξω τοῦτο; Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια. Βλέπετε λοιπὸν, ἐπαναλέγω, κύριοι, ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἀδόλου ἀκριβείας συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868· εἴδετε δὲ ἐπίσης πρὸ ὀλίγου ὅτι ὄχι μόνον δὲν νεωτερίζει εἰς αὔξησιν δαπανῶν ἐπὶ τοῦ 1867, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας αἱ ἀρχικαὶ, αἱ ἐλεύθεραι αὑτοῦ δαπάναι εἶναι κατά τι κατώτεραι. Ἀλλὰ προβλέπω τὴν ἀπάντησιν πολλῶν. «Δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐδαπανήσατε ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1867· ἔπρεπε νὰ δαπανήσετε ὀλιγώτερα, πολὺ ὀλιγώτερα, ἀφοῦ μάλιστα καὶ κατεκρίνατε τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 ὡς πολυδάπανον». Περὶ τούτου θέλω ἐξηγηθῆ σαφῶς ἐντὸς ὀλίγου· πρὸ τούτου ὅμως σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Τριφυλίας. Ὁ ἔντιμος κύριος Σωτηρόπουλος, λαλῶν περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ παραβάλλων τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύω προϋπολογισμῶν εἶπε μετά τινος ἀσπλαγχνίας· «Ἐκείνη τοὐλάχιστον ἡ ἄλλη Κυβέρνησις εἶχε τὴν γνῶσίν της· ἐφέρθη μὲ πολλὴν ἐπιτηδειότητα καὶ παρουσιάσθη πολὺ εὐπροσώπως εἰς τοὺς δανειστὰς μεθ’ ὧν ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ δάνειον· διότι ἔλεγεν· ἰδοὺ ἔχω περίσσευμα καὶ μὲ αὐτὸ ἐξασφαλίζω τὰ χρεώλυτρα καὶ τοὺς τόκους τοῦ δανείου.» Αὐτὰ εἶπε, συγχαίρων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὁ κύριος Σωτηρόπουλος. Καὶ βεβαίως ὁ κύριος Κεχαγιᾶς μετὰ στόμφου τινὸς, ἀθώου βεβαίως, εἶπε τότε τοιούτους τινὰς λόγους. Ἡ διαδεχθεῖσα Κυβέρνησις ἐφέρθη μετὰ πλείονος μετριοφροσύνης· δὲν ἐτόλμησε νὰ δείξῃ περίσσευμα, καὶ μόνον σήμερον ὁ νῦν ὑπουργὸς ἔρχεται νὰ λαλήσῃ περὶ περισσεύματος. Ἀλλ’ ἂν ἐκεῖνοι μὲν ὠφελοῦντο μέχρι τέλους ἐκ τῆς αὑτῶν ὑπερηφανίας, ἡμεῖς δὲ ἐβλαπτόμεθα ἐκ τῆς ἡμετέρας μετριοφροσύνης, ἤθελε συμβῆ τι τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀνεκτὸν εἰς τὴν θείαν δικαιοσύνην. Καὶ λοιπὸν δὲν συνέβη· καὶ λοιπὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συγχαίρω, καθὼς ὁ κύριος Σωτηρόπουλος τὴν τοῦ 1867, εὑρίσκεται μέχρι δραχμῆς εἰς τὴν αὐτὴν ἀπαραλλάκτως ὡς ἐκείνη κατάστασιν πρὸς τοὺς ὑποτιθεμένους δανειστάς. Ὁ δυσπιστῶν ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἀριθμῶν, ἀριθμῶν ὅμως σαφῶν καὶ ἐπισήμων. Εἶπεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς· «ἔχω περίσσευμα τεσσάρων ἑκατομμυρίων καὶ τόσων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὸ φυλάττω προωρισμένον εἰς ἐξασφάλισιν τῶν μελλόντων δανειστῶν». Ἔγεινεν αὐτό; ἐταμιεύθη ποσὸν τοσοῦτο; Ὄχι, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος κύριος Κεχαγιᾶς κατήντησεν ἐπὶ τέλους νὰ περιορίσῃ τὸ φανταστικὸν τοῦτο ταμίευμα εἰς τρία ἑκατομμύρια. Ἔμεινε τοὐλάχιστον ἕως ἐδῶ ἡ κολόβωσις; Ὄχι· ἠκούσατε τὸν κύριον Βαλασόπουλον λέγοντα πρὸ ὀλίγου ὅτι αὐτὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς δύω· ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὅτι, ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὁ κύριος Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κύριος Βαλασόπουλος εὑρίσκονται ἐν ἴσῃ ἀκριβῶς μοίρᾳ· διότι ἰδοὺ τί βλέπω εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1867, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1867.

§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔκθεσιν, συνδέονται καὶ μὲ τὸ δάνειον. Τώρα ἀναμιγνύετε καὶ τὰ δάνεια. Παρακαλῶ νὰ τὰ χωρίσετε.

§53ΣΙΜΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδώσω πλήρη δικαιοσύνην. Μὴν ἀνησυχῆτε. Ἰδοὺ τὶ βλέπω·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
«Βεβαιωθέντα ἔσοδα τὴν 31 Δεκεμβρίου 1867 41,202,144

§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφαιρέσατε τὰ δάνεια.

§55ΣΙΜΟΣ. Θὰ πράξω ἔτι καλλίτερον δι’ ὑμᾶς. Καὶ τί συμφέρει ἂν ἁπλῶς ἀφαιρέσω τὰ δάνεια; Ἂν ἀφαιρέσω τὰ δάνεια, τὰ συναφθέντα κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ἔκτακτον δηλαδὴ μέρος τῶν ἐσόδων, θ’ ἀφαιρέσω ἐπίσης, ἀντικρὺ αὐτῶν, καὶ τὸ ἔκτακτον μέρος τῶν ἐξόδων, ὅπερ εἶναι ὅ,τι φέρουν ἐπέκεινα τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἔστω καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ τότε, ὡς θέλετε παρατηρήσει, τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἑπομένως ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἔτι μικροτέρα. Θέλω λοιπὸν ν’ ἀφήσω πρὸς τὸ παρὸν ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν ἀκριβέστερον ἄλλοτε, καὶ νὰ σᾶς πιστώσω μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους συναφθέντων δανείων. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Βεβαιωθέντα ἔσοδα τὴν 31 Δεκεμβρίου δρ. 41,202,144
Ἔξοδα ψηφισθέντα διὰ τοῦ προϋπολο-
γισμοῦ καὶ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων
ἐπίσης » 39,713,470
Διαφορὰ, ἤτοι περίσσευμα » 1,488,674
Σᾶς προσθέτω λοιπὸν τώρα διὰ τὰ
συναφθέντα ἐν τῷ ἔτει δάνεια πληρω-
θὲν ποσὸν τόκων καὶ χρεωλύτρων » 993,086,94
Διαφορὰ, ἤτοι περίσσευμα » 2,487,760,94

Ὅταν λοιπὸν ἀφ’ ἑτέρου παραδεχθῶμεν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδήλωσεν ὁ ἔντιμος κύριος Βαλασσόπουλος ὑπέρβασιν βεβαιώσεως ἐκ δύω ἑκατομμυρίων, τότε ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ χρεώσωμεν μὲν τοῦτον διὰ δραχ. 539,983, ὅσας φέρει τὸ δεικνυόμενον ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα, νὰ πιστώσωμεν δὲ καὶ αὐτὸν διὰ δραχ. 972,500 διὰ τὸ περιπλέον τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων· ὥστε ἡ μερὶς αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,432,517, ἀπέναντι τῆς τοῦ ἐντίμου κυρίου Κεχαγιᾶ, ἀνερχομένης εἰς δρ. 2,427,760,94, καὶ οὕτω φαίνεται ὑπερτερῶν μάλιστα ὁ κύριος Βαλασόπουλος κατὰ δραχ. 4,756:6, εἰς τὸ ἐπιζητούμενον παρὰ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου δικαίωμα τοῦ νὰ λαλήσῃ πειστικὴν, ὡς εἶπε, γλῶσσαν πρὸς τοὺς μέλλοντας δανειστάς.

§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα.

§57ΣΙΜΟΣ. Παρέκβασιν ἀντὶ παρεκβάσεως καὶ εὐτραπελίαν ἀντὶ εὐτραπελίας. Ἀνέλυσα ὅσα εἴπατε περὶ τοῦ περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867.

§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ 1868 εἰς πόσα τὰ λογαριάζετε;

§59ΣΙΜΟΣ. Εἰς τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τῆς προσθήκης τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.

§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα λογαριάζετε τὰ πραγματικῶς εἰσπραχθησόμενα; 35 εἶναι ἡ βεβαίωσις.

§61ΣΙΜΟΣ. Περισσότερα, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Βαλασοπούλου.

§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν θ’ ἀφαιρέσετε τόσα τοῖς ἑκατὸν διὰ καθυστερήματα;

§63ΣΙΜΟΣ. Τί ἐμβαίνουν τὰ καθυστερήματα, ἀφοῦ τὰ συμπεράσματά σας τὰ ἐσύρετε ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἆ! τώρα ἐνθυμοῦμαι· ἴσως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι εἶπεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ περὶ τούτου ὁ κύριος Κεχαγιᾶς. Τῳόντι ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὅστις ἐνίοτε εἶναι ὁπωσοῦν δογματιστής, «ὑπελόγισα, λέγει, οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθησόμενα». Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἀντιπαράθεσιν ἡμῶν, διότι δὲν παραδέχομαι ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις μου ἐγένοντο μὲ ὀλιγωτέραν τῆς αὐτοῦ πρὸς τὰ κάτω μᾶλλον ἢ πρὸς τὰ ἄνω ῥοπήν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. Ἐνταῦθα ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ ζητήσω ἢ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν πολὺ ἀναγκαίαν. Δὲν ἐνόησα καλῶς χθὲς, ἀλλὰ μοὶ εἶπαν ὅτι ὁ κύριος Κεχαγιᾶς εἶπεν ἐκ τῆς θέσεώς του, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ὁποίου εἶχα τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ εὑρεθέντων ἐκ τοῦ δανείου μετρητῶν, ἔλαβε καὶ ἄλλα τρία ἑκατομμύρια ἔκτοτε ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου.

§64ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο· ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων δανείων. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε πόσα ἐλήφθησαν ἐκ τοιούτων δανείων;

§65ΣΙΜΟΣ. Περὶ τούτων ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε ἀκριβῆ σημείωσιν. Εἶναι 1,000,000 δρ. τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, 1,200,000 δραχ. νομίζω τῆς Ἰονικῆς, καὶ μικρά τινα ἄλλα. Περὶ ἄλλου πράγματος ἐζήτησα διασάφησιν, καὶ ἀρκεῖ κατὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ λαλήσω περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως ἡμῶν καὶ τοῦ σχετικῶς πρὸς ταύτην δυνατοῦ τῶν ἀμέσων οἰκονομιῶν. Λυποῦμαι, κύριοι, εἰσερχόμενος εἰς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ λυποῦμαι ἐρχόμενος νὰ λαλήσω μετὰ τὰς ἀκουσθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντεγκλήσεις· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ πρὸ πάντων λογικοί. Ἐρωτᾶτε διατὶ, μεταβληθέντος τοῦ ὑπουργείου, δὲν μετεβλήθη ἀθρόα καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἐρωτήσατε λοιπὸν καὶ τὴν θάλασσαν διατὶ, καὶ παρελθούσης τῆς τρικυμίας, φυλάττεται ἐπ’ αὐτῆς ὁ σάλος. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι πολλὰ πράγματα γίνονται ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἄλλον λόγον ὑπάρξεως, εἰμὴ ὅτι εἶναι συνέπεια τῶν προγενομένων; Καὶ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν σήμερον εἶναι γαλήνιος καὶ ὀλιγοδάπανος; Τὸ αἰσθάνομαι, κύριοι, καὶ τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα, ἂν δὲν τὸ γνωρίζῃ, ἂς τὸ μάθῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον φιλόπατρις ὑπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ᾖναι ἔργον θελήσεως, εἶναι ἔργον ἀνάγκης. Ἐλάλησα, κύριοι, περὶ ἀντεγκλήσεων, καὶ δυσάρεστοι βέβαια εἶναι αἱ ἀντεγκλήσεις, ἀπευθυνόμεναι ἀπὸ προσώπων εἰς πρόσωπα. Προτιμότερον θὰ ἦτον ἂν αὐταὶ αἱ δύω ἀντεγκαλούμεναι ἐποχαὶ ἐσυζητοῦντο ἀφηρημένως· ἂν ἤρχοντο ἐνταῦθα προσωποποιούμεναι, ὡς αἱ δύω ἐκεῖναι γυναῖκες τοῦ Προδίκου ἢ τοῦ Λουκιανοῦ, καὶ διεκδικοῦσαι τὰ δίκαιά των. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε τι ἡ μία ἐξ αὐτῶν δὲν ἤθελεν ἔχει πολὺ ἄδικον ἂν, ἀποτεινομένη πρὸς τὴν ἑτέραν, ἔλεγε τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις· «Ἂν ἔκαμα ὅσα μὲ κατηγορεῖς, σὺ, μῆτέρ μου, πταίεις;» Δὲν ἦλθαν αἱ δύω αὐταὶ γυναῖκες, ἀλλ’ ἦλθεν ἀντ’ αὐτῶν εἷς καὶ μόνος ἀνὴρ, διαδραματίζων τὸ διπλοῦν τοῦτο πρόσωπον, ὁ ἔντιμος κύριος Σωτηρόπουλος, ὅστις καὶ πολλὰ ἐλάλησε καὶ πολλὰ ζητήματα θαῤῥαλέως ἔθιξεν. Εἶναι περίεργος ἡ παροῦσα θέσις τῆς Βουλῆς· πλανώμεθα καὶ δὲν ἠξεύρομεν πῶς νὰ σκεφθῶμεν· δὲν βλέπομεν σαφῶς τί ἕκαστος ἐπαινεῖ ἢ κατηγορεῖ, τί ἀποδέχεται καὶ τί ἀποκρούει. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος διεκδικεῖ τὰς τιμὰς καὶ τῶν δύω ἐποχῶν· καὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ 1866 καὶ τῆς ἐλευθερίου τοῦ 1867. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἐπικρίνω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, οὔτε νὰ προκαταλάβω τὸν πρῴην συνάδελφόν μου ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μορφώσαντα ἤδη ἰδέας τινὰς περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν αὐτῶν πιστώσεων. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐξ αὐτῶν ὅσοι ἐνθυμεῖσθε τὴν μεγάλην ἐκείνην διαμάχην περὶ ἁρμοδιότητος τῶν χρήσεων 1866 καὶ 1867, δὲν ἠδυνήθητε βεβαίως νὰ μὴ θαυμάσετε τὴν ἐπιδεξιότητα μεθ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας κατώρθωσε χθὲς νὰ οἰκονομήσῃ τὴν φιλοτιμίαν ἀμφοτέρων τῶν διαφερομένων μερῶν. Ἀλλὰ πῶς ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὁ ὑπερασπιστὴς ἀμφοτέρων τῶν ἡμιετιῶν τοῦ 1866, παραδέχεται καὶ ὑποστηρίζει τὴν ἐναντίαν ὁδὸν τοῦ 1867, καὶ τὴν τότε ἐν τῇ Βουλῇ διαγωγὴν αὐτοῦ; Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος· en homme Converti, ὡς ἄνθρωπος διὰ φωτισμοῦ μεταβληθείς. «Εἶμαι, κύριοι, εἶπεν, ἄνθρωπος τῶν οἰκονομιῶν·» ἀλλὰ πῶς ν’ ἀντιστασθῇ τις εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου τῶν Στρατιωτικῶν ὅστις μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «Θὰ ταπεινωθῆτε, κύριοι;» Ἐνεδώκαμεν λοιπόν. Παράδοξον πρᾶγμα! Ὅταν θέλετε νὰ φανῆτε τόσον αὐστηροὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διατὶ δὲν ἐδείξατε τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα καὶ πρὸς ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ πότε λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἄρνησις, ἂν ἄρνησις πρέπει νὰ γείνῃ; Ὅταν τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἀθεράπευτον; ἢ ὅταν εἰς τὴν ἀρχὴν ἔρχεταί τις καὶ σᾶς λέγῃ «Θὰ ταπεινωθῆτε; μὴν ἐνδίδετε;» Ναὶ, κύριοι, ἂν σωφρονῶμεν, ἂν μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ν’ ἀπαντήσωμεν ὅ,τι ἡ συνείδησις μᾶς ὑπαγορεύει. Δὲν ἤμην εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ἀλλ’ ἂν τὴν κατέκρινα, καὶ τὴν κατέκρινα πικρῶς, εἶναι ὅτι εἰς τοιαύτην ἐποχὴν μεγάλην, μεταβατικὴν, κρίσιμον, ἠρνήθη νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της. Ὑπομονὴ ἂν ἦτον εἰς τοὺς κοινοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς διαδεχομένους ἀλλήλους ἄνευ διαφορᾶς, ὅταν ἐβράζαμεν εἰς τὸ ζωμί μας, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, καὶ ὅσα ἐσωδεύαμεν τόσα καὶ ἐξωδεύαμεν! Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐπρόκειτο νὰ ἐμβῶμεν εἰς ζυγὸν νέων μεγάλων δανείων καὶ νὰ προεξοφλήσωμεν τὸ μέλλον, νὰ μὴ λάβῃ κἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸν κόπον, τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσῃ, τοὐλάχιστον νὰ δείξῃ ὅτι ἀποφασίζει ἐν γνώσει; ἀλλ’ ἀφοῦ τῆς ἔδειξαν μερικὰ ἔγγραφα, χωρὶς κἂν νὰ τῆς τὰ ἀφήσουν, καθὼς τὰ δείγματα ἐκεῖνα τῶν λαθροχειριστῶν, νὰ παραδεχθῇ τὰ πάντα ἀνεξετάστως, καὶ νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ μᾶς λέγουν· Μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργός·—Θὰ ταπεινωθῆτε; Θὰ ὑποχωρήσετε;—Καὶ πῶς, κύριοι; Καὶ ἔχει λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς τόσον μαγικὴν δύναμιν, ὥστε μήτε κἂν νὰ πρέπῃ νὰ ἐξετασθῇ ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ, ἂν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν μέσα ἐπιθετικῆς ἀντιστάσεως; Καὶ τί σημαίνει, κύριοι βουλευταὶ, ὑποχώρησις, ὅταν ὑπαγορεύεται ὑπὸ λόγων κοινοῦ συμφέροντος ἢ κοινῆς ἀνάγκης; Ὑπεχώρησεν ὁ ἀλύγιστος Πάλμεστρων καὶ ἡ κραταιὰ Ἀγγλία εἰς τὸ ζήτημα τῶν δουκάτων τοῦ Ἔλβα. Ὑπεχώρησεν ὁ ἰσχυρὸς Ναπολέων καὶ ἡ μεγάλη Γαλλία εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Αὐστροπρωσσικοῦ πολέμου. Καὶ ὑπεχώρησαν ἀμφότεραι, καὶ ἡ Αὐστρία μετ’ αὐτῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Πολωνίας. Καὶ ἀκόμη λέγετε· Μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργός·—Θὰ ὑποχωρήσετε; Καὶ ἔπειτα, ἠξεύρετε πῶς προβαίνει ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποχωρήσεως, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη; Προβαίνει, κύριοι, ὄχι κατὰ λόγον ἀριθμητικῆς προόδου, ἀλλὰ κατὰ λόγον προόδου γεωμετρικῆς, καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐσπούδασαν τὰ μαθηματικὰ μὲ ἐννοοῦσιν. Ἂν ἡ ὀφειλομένη σήμερον ὑποχώρησις εἶναι ἴση μὲ ἓν καὶ αὔριον ἴση μὲ δύω, δὲν θὰ ᾖναι μεθαύριον ἴση μὲ τρία, ἀλλ’ ἴση μὲ τέσσαρα, καὶ τὴν ἄλλην μὲ ὀκτὼ, μὲ δεκαὲξ καὶ καθεξῆς. Καὶ τί ἦσαν, κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; καὶ ποῦ κατέληξαν; καὶ πῶς κατωρθώθη ἡ μὴ ὑποχώρησις; καὶ τί ὠφέλησεν ὁ στόμφος τῶν λόγων; Καὶ ὑπομονὴ ἂν ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἔμενεν ἁπλῶς ἄνευ ὠφελείας· ἀλλὰ κατέλιπεν ὀλέθρια, ἀκαταλογίστως ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Καὶ σήμερον θέλετε νὰ μὴν ἔχετε συμπάθειαν πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες σᾶς λέγουν· Ἡμεῖς δὲν ἠθέλαμεν κάμει αὐτὰ τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγειναν, δὲν ἠμποροῦμεν ἐν ἀκαρεῖ καὶ διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ τὰ ἐξαφανίσωμεν. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα μεταξὺ ἄλλων, τὸ παράδειγμα τῶν πρεσβειῶν. Τί ἦσαν αἱ πρεσβεῖαι καθ’ ὃν καιρὸν συνιστῶντο; Καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα καὶ πρὸς ὃν σκοπὸν συνιστῶντο, ἔργον ὅλως ἄστοχον. Ἄνδρες ῥητῶς καὶ ἐπιδεικτικῶς ἀποστελλόμενοι νὰ πείσωσι διὰ λόγων τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Γαλλίαν νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν πολιτικὴν αὑτῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἦτον τάχα ἐπιχείρησις φέρουσα πιθανότητα ἐπιτυχίας; Καὶ ἐν τούτοις αἱ πρεσβεῖαι αὗται, ἅπαξ συσταθεῖσαι, δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ καταργηθῶσι· διότι ἐγγίζονται φιλοτιμίαι ἐθνικαὶ, καὶ γεννῶνται διπλωματικαὶ δυσχέρειαι. Ἡ πρεσβεία τῆς Ἀμερικῆς δὲν κατηργήθη, ὁ πρέσβυς μόνον μετετέθη, καὶ ὡστόσον ἀκόμη μέχρι τοῦδε δὲν ἐξωμαλίσθη ὁλοτελῶς τὸ ἐκ τούτου ἀποτέλεσμα. Τοῦτο, κύριοι, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ διορθωθῇ ὅ,τι δὲν ἔγεινε καλῶς, ὅσον εἶναι τὸ νὰ μὴ γείνῃ ἀπ’ ἀρχῆς ὅ,τι νὰ γείνῃ δὲν ἔπρεπε. Τὰ γενόμενα ἔγειναν ὡς ἂν ἤθελαν νὰ διαιωνίζεται ἡ ἀπάτη (θόρυβος), νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ὁ προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἡσυχάσατε οἱ ἀνησυχοῦντες. Τὸ μέλλον τῆς πατρίδος δὲν εἶναι μονοπώλιον ἐπιδείξεως καὶ ἀστοχίας· εἰργάσθημεν καὶ ἄλλοι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον· ἀλλ’ ἐπρεσβεύσαμεν ὅτι δὲν εἶναι αἱ ἐπιδεικτικαὶ καὶ θορυβώδεις παρασκευαὶ, ἀλλ’ αἱ φρόνιμοι προδιαθέσεις, αἱ φέρουσαι εἰς τὸ αἴσιον μέλλον. Διὰ νὰ ἔλθῃ τι εἰς τὴν ὕπαρξιν, πρέπει νὰ σχηματισθῇ πρῶτον ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον μέλλον, πρέπει νὰ πιστευθῶμεν πρῶτον ἄξιοι αἰσίου μέλλοντος. Ἰδοὺ ἡ ὁδὸς, ἡ μόνη ἀληθὴς ὁδός· καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν εἶναι ὁδὸς ἐπιδείξεως, ἀλλ’ εὐθύτητος καὶ ἀληθείας. Οἱ φρονοῦντες ἄλλως δὲν ἐργάζονται ἀληθῶς ὑπὲρ τῆς φιλτάτης πατρίδος. Ἡ μεγάλη ἰδέα, οὕτω πως ἐνεργουμένη, δὲν εἶναι μεγάλη ἰδέα· εἶναι ἄρνησις τῆς μεγάλης ἰδέας· εἶναι μικρὰ ἰδέα. Λαλῶ ἄνευ πάθους, ἢ μᾶλλον μετὰ μόνου τοῦ πάθους τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ ἄνευ προσωπικῆς ἀπεχθείας. Τί ὠφέλησαν, κύριοι, αἱ ἄστοχοι ἐνέργειαι τοῦ 1854; Καὶ νομίζετε ὅτι, ἂν ἐκεῖναι δὲν προϋπῆρχαν, αἱ ἔτι ἀστοχώτεραι τοῦ παρελθόντος ἔτους, θὰ εὕρισκαν ἔξω τόσον ὀλίγην ὑποδοχήν; Ἡ ἄστοχος λοιπὸν ἐνέργεια δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἀποτυχία· εἶναι ὀπισθοδρόμησις πολλῶν δεκάδων ἐτῶν. Πράττων ὅταν δὲν πρέπῃ, χάνεις τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νὰ πράξῃς καὶ ὅταν πρέπῃ. Ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν πατριωτικῶν ἰδεῶν, ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων, αἱ ἐπιβλαβῶς ἐπιδεικτικαὶ ἐνέργειαι πρέπει ν’ ἀποκρούωνται καὶ νὰ στιγματίζωνται. Καὶ ἂν, κύριοι, ὑπάρχωσι σκηναὶ, διὰ τὰς ὁποίας τήκεται συγχρόνως καὶ ἀγωνιᾷ ἡ καρδία παντὸς Ἕλληνος καὶ παντὸς χριστιανοῦ, ἂς ἀπευθύνωμεν ὅλοι εὐχὰς καὶ δάκρυα εἰς τὸν οὐράνιον Πατέρα, ἵνα, ἐν τῇ θαυματουργῷ Αὑτοῦ φιλανθρωπίᾳ, σώσῃ τὰ πλάσματα Αὑτοῦ ἐκ τῶν κινδύνων! (Συγκίνησις καὶ ἀλλαχοῦ θόρυβος). Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος κύριος Κεχαγιᾶς εἶπε μεγάλην ἀλήθειαν, λέγων ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κρατήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν οὔτε τρεῖς μῆνας. Ναὶ, αὐτὴ εἶναι ἀλήθεια, ἀλλ’ ἠξεύρετε ποῦ δὲν εἶναι ἀλήθεια; Δὲν εἶναι ἀλήθεια ἡ βεβαίωσις ὅτι καὶ ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ εὐκόλως. Σᾶς εἶπα περὶ τῶν πρεσβειῶν· τὰ αὐτὰ δύναταί τις νὰ εἰπῇ καὶ περὶ ἄλλων, καὶ ἰδίως περὶ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Τί θέλετε νὰ πράξῃ σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν λέγετε· ἀφοῦ δὲν ἔχομεν πόλεμον, ἂς ἀφοπλισθῶμεν ἀμέσως.....;

§66ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ οἱ προβιβασμοί.....;

§67ΣΙΜΟΣ. Δὲν θέλω νὰ λαλήσω τώρα περὶ τῶν καθέκαστα· λαλῶ γενικῶς· οὔτε ἀναλαμβάνω νὰ ἐξηγήσω ἐγὼ τὰ πάντα. Σᾶς εἶπεν ὅμως ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι αἱ γινόμεναι περὶ τοὺς προβιβασμοὺς ἀδικίαι ἐπιφέρουν ἐνίοτε ἐξ ἀνάγκης οἰκονομικὰ ἀτοπήματα· καὶ ὅταν προβιβάζεται ὁ πεντηκοστὸς, ἡ ἀδικία δὲν θὰ ἐπανορθωθῇ, εἰμὴ προβιβαζομένων καὶ ἄλλων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος ἀμέσου ἀφοπλισμοῦ· ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται, κύριοι, νὰ λέγετε τοῦτο σεῖς, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουν εἰσέτι καὶ ζητήματα πολιτικὰ ἐκκρεμῆ, σεῖς οἵτινες στέκεσθε μὲ τὸ τηλεσκόπιον εἰς τὰς χεῖρας παρατηροῦντες μὴ τυχὸν ταπεινωθῇ ἡ κυβέρνησις, καὶ μήπως ἡ φωνὴ τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας ἀκούεται περισσότερον παρ’ ὅσον πρέπει, καὶ ὅταν αἱ ἐφημερίδες διασαλπίζωσιν, ὅτι ὁ πρέσβυς οὗτος παρευρέθη ἐν τῷ δεῖνα ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐνῷ ἱκανοὺς μῆνας ἀπετέλεσα μέρος αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου, καὶ κανεὶς πρέσβυς, οὔτε τῆς Τουρκίας, οὔτε τῆς Ἀγγλίας, οὔτε τῆς Γαλλίας, οὔτε τῆς Ῥωσσίας εἰσῆλθέ ποτε εἰς αὐτὸ, ἐκτὸς ἄν ποτέ τις ἐξ αὐτῶν ἐζήτησέ τινα τῶν ὑπουργῶν εἰς παρακείμενόν τι δωμάτιον, πῶς, λέγω, συμβιβάζεται ἡ παρ’ ὑμῶν αἴτησις τοῦ ἀφοπλισμοῦ πρὶν ἢ διευθετηθῶσι πολλὰ εἰσέτι μένοντα ἐκκρεμῆ ζητήματα; Κύριοι, τὸ ἐπαναλέγω· ἂς ἤμεθα δίκαιοι, ὥστε ν’ ἀποδίδωμεν εἰς ἕκαστον τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων καὶ ὄχι εἰς ἄλλον· καὶ ἂς ἤμεθα λογικοὶ, ὥστε νὰ μὴ παραγνωρίζωμεν ὅτι καὶ ἡ διόρθωσις τῶν κακῶν δὲν γίνεται ἄνευ ἀποχρώσης δόσεως χρόνου. Ὅλοι σήμερον συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πορείας ἐκείνης, ἥτις ἔφερε τὰ παρόντα δεινὰ, ἀφοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐντίμου ταύτης μερίδος (τῆς ἀριστερᾶς) ἠκούσθη βεβαίωσις, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ ἐπὶ πολύ. Διαφωνοῦμεν μόνον εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις. Περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν ὅσα ἔπρεπε, καὶ ὁ ἀμερόληπτος κόσμος δύναται νὰ κρίνῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, τὸ οἰκονομικόν. Καλῶς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ἀναμνησθεὶς τοῦ λόρδου Ῥῶσσελ, εἰπόντος ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ὅταν τὸ σπουδαῖον, τὸ μεγαλεῖον, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ζητήματος τούτου ἦναι τόσῳ ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένον, δὲν ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, ἀντὶ νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν ὡς ἀφετηρίαν κομματικῶν προσβολῶν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ὡς μασγκάλι, νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς ἔδαφος οὐδέτερον, ἱερὸν, χρῆζον ἀνεξαιρέτως τῆς ἀμερολήπτου προσοχῆς πάντων; Μετὰ λύπης δὲ ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετσάλης ἀπομακρύνεται τοῦ κανόνος τούτου, ὅστις φαίνεται ἀπόῤῥοια τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ μνείας, εἰπὼν ὅσα εἶπε περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ Λονδίνου. Διατί δὲν ἔλαβα, εἶπε, τὸν κόπον νὰ κάμω ταξείδιον, ἢ διατί δὲν ἔστειλα κανένα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ μάθω βέβαια, τί τρέχει περὶ τῶν παλαιῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κύριος Πετσάλης, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις, ὑπογραφεῖσα παρὰ τοῦ προλαβόντος ὑπουργείου; Ναὶ, ἤκουσα, ὡς δὲν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω, τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Παρνασσίδος εἰπόντα· «Ναὶ μὲν ἡ σύμβασις αὕτη ἔγεινε παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ εἶχε προθεσμίαν». — «Λοιπὸν τὴν ἀποκρούετε, τὸν ἠρώτησα, Κύριε Κεχαγιᾶ;» — «Ὄχι», εἶπε τότε. Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι καλὸν πρᾶγμα, εἶναι πρακτικὸν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ συνομολογῇ χρηματικὴν σύμβασιν, καὶ ἔπειτα νὰ τὴν ἀθετῇ, νὰ τὴν ποδοπατῇ, χωρὶς μήτε κἂν νὰ τὴν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ σεβαστοῦ τούτου Σώματος πρὸς συζήτησιν, καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, καθὼς ὑπεχρεώθη νὰ πράξῃ; Δὲν ἐπερίμενα τοιαύτην ὑπόδειξιν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ. Παρῆλθε, λέγει, ἡ προθεσμία. Ναὶ, ἀλλ’ οἱ πράκτορες αὐτοῦ καὶ ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμόνως ἐζήτησαν τὴν παράτασιν, τὴν σιωπηλὴν παράτασιν, ἕως ὅτου συνέλθῃ ἡ Βουλή. Καὶ πανταχόθεν οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος ἔγραφαν. Προσέξατε, μὴν ἀθετήσετε τὴν ὁμολογηθεῖσαν σύμβασιν· ἤθελε τοῦτο εἶναι τὸ καίριον τραῦμα (le coup de grace) κατὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν Μωραϊτίνη καὶ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη τὰ αὐτὰ ἔγραψαν πρὸς τοὺς ἐν Λονδίνῳ πράκτορας αὑτῶν. Καὶ ποῖος, κύριοι βουλευταὶ, καλῶς σκεπτόμενος δὲν ἐννοεῖ ὅτι, ἐνῷ τοσαύτη εἶναι ἡ κατὰ τὰ χρηματικὰ κακὴ περὶ ἡμῶν ἐξωτερικὴ ἰδέα, αὐτὸ μᾶς λείπει ἀκόμη ν’ ἀθετῶμεν καὶ σημερινὰς συμβάσεις; Σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς· δὲν ἔχω πολλὰς ἐλπίδας εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπερίμενεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς τὰ ἄμεσα τοὐλάχιστον ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὡμολογήθη ἅπαξ, τὰ ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῆς συμβάσεως κακὰ τὰ προβλέπω τόσον μεγάλα, τόσον πολὺ βλαπτικὰ, ὥστε ἔρχομαι ἐξ ἀνάγκης νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ θὰ ψηφίσω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ αὐτῆς.

§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ πάντων ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἦτον ἐναντία.

§69ΣΙΜΟΣ. Βέβαια θὰ τὴν ψηφίσῃ, ἀφοῦ τὴν εἰσάγει· καὶ τὴν εἰσάγει διότι τὴν συνωμολογήσατε. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναφέρω, ὅτι εἶχα τὴν ἀτυχίαν δὶς ἐλθὼν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὕρω καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ζήτημα πίστεως ἐξωτερικῆς ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκρινα μὲν καθὼς εἶχεν ὁμολογηθῆ, ἠναγκάσθην δὲ νὰ τὸ παραδεχθῶ φόβῳ τῶν κακῶν τῆς ἀθετήσεως συνεπειῶν. Κατὰ τὸ 1860, ὀλίγον πρὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶχε παραδεχθῆ ὁ προκάτοχός μου κύριος Κουμουνδοῦρος τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις περὶ ἐνιαυσίου πληρωμῆς ἐννεακοσίων χιλιάδων φράγκων· καὶ τοῦτο κατὰ συνέπειαν τῆς ἐργασίας τῶν σταλέντων ἐνταῦθα ἐπιτρόπων τῶν Δυνάμεων. Ὁ μακαρίτης βασιλεὺς Ὄθων μὲ ἠρώτησε περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ, ὅστις εἶχα ἐργασθῆ πρό τινος καιροῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετὰ τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου, καὶ κατηρτίσθη παρ’ αὐτοῦ ἓν σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πληρωμὴ ἤρχιζεν ἀπὸ 300,000 φράγκων καὶ ηὔξανε κατ’ ὀλίγον καὶ κατὰ περιόδους, εἶπα ὅτι ἀτυχῆ ἐθεώρουν τὴν παραδοχὴν ἐκείνην, ὄχι μόνον διότι ἐπεβάρυνεν ἀμέσως τὸν τόπον δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἀλλὰ, τὸ χειρότερον, διότι ἡ ὑποχρέωσις ἦτον μονομερὴς, καὶ αἱ Δυνάμεις ἠδύναντο, ὡς ῥητῶς ἐπεφυλάσσοντο, νὰ μᾶς ζητήσωσιν αἴφνης ὅσα ἤθελαν ἐκ τῶν πρὸς αὐτὰς ὀφειλομένων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τείνωμεν εἰς ὁριστικὴν καὶ ἀμφοτεροβαρῆ συνθήκην. Ὁ βασιλεὺς, ἐγκρίνων τὰ λεγόμενα, μὲ ἐπρότρεπε νὰ εὕρω τρόπον διορθώσεως.— Δὲν ὑπάρχει, Μεγαλειότατε, ἀπεκρίθην, τρόπος ἀποφυγῆς, ἀφοῦ ἡ ὑπογραφὴ τῆς κυβερνήσεως τῆς Υ. Μ. ἐτέθη Πᾶσα ἐκ μέρους ἡμῶν ἀπόπειρα καὶ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ φέρῃ καὶ τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν καιρίως θὰ βλάψῃ.— Μετ’ ὀλίγον καιρὸν εἷς τῶν ἡμετέρων πρέσβεων, ἀνὴρ ἄλλως τιμίου καὶ σεβαστοῦ χαρακτῆρος, γράφων πρὸς τὸν βασιλέα, παρένειρε, δὲν ἠξεύρω πως, τὴν ἰδέαν τῆς ἀρνήσεως. Ὁ βασιλεὺς μ’ ἐκάλεσε, μοὶ ἔδειξε τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἐλαλήσαμεν καὶ πάλιν ἐκτενῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπέμεινα εἰς τὰς ἰδέας μου, καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ βασιλεὺς ἐφαίνετο προθυμούμενος νὰ δοκιμάσῃ τὴν συμβουλήν· — Μεγαλειότατε, τῷ εἶπα τελευταῖον, ἔχετε καλὸν πρέσβυν, ἀναδεχόμενον νὰ πείσῃ τὴν Δύναμιν, παρ’ ᾗ εἶναι ἐμπεπιστευμένος, εἰς τὸ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρὸς αὐτὴν ἀθέτησιν τῶν συμφωνηθέντων. Δὲν μένει εἰμὴ νὰ εὕρητε καὶ ἕνα καλὸν ὑπουργὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ αὐτά. Ἐπετρέψατέ μοι νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Υ. Μ. μεθ’ ὑποκλινεστάτης εὐλαβείας, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι ὁ ὑπουργὸς οὗτος. Ὁ βασιλεὺς ἐμειδίασε καὶ μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ πληρώσω. Καὶ οὕτως ἐπλήρωσα, καὶ εἶμαι ὁ μόνος ὑπουργὸς, ὅστις ἐπλήρωσα ἄνευ ἐκβιάσεως, διότι μετὰ ταῦτα, ἀναβληθείσης, ἕνεκα περιστάσεων, τῆς πληρωμῆς, ἐπῆλθεν ἐκβίασις, παραχωρηθέντος καὶ ἐξακολουθοῦντος νὰ μένῃ ὑπεγγύου τοῦ ἡμίσεως τῆς προσόδου τοῦ τελωνείου Σύρου. Τὴν δευτέραν φορὰν ηὗρα ἐνώπιόν μου τὴν σύμβασιν αὐτὴν τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ Λονδίνου.....

§70Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω μίαν λέξιν, καὶ ἴσως δὲν θὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεσθε. Ἡ σύμβασις αὐτὴ, αὐτὸ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἔχετε, περιέχει διατάξεις αἱ ὁποῖαι δυσφημίζουν τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, καθὼς θέλει φανῆ εἰς τὴν συζήτησιν.

§71ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον, κύριε βουλευτὰ, περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ θέματός μου τὴν ἔφερα μόνον ὡς παράδειγμα.

§72Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐν περιπτώσει λοιπὸν καθ’ ἣν διὰ διπλωματικῆς ὁδοῦ πρόκειται νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις (θόρυβος)... ... ἡ συζήτησις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸ δίκαιον δύνανται νὰ ἐξαφανίσωσιν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως νὰ σωθοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.

§73ΤΙΝΕΣ. Εὖγε!

§74ΣΙΜΟΣ. Εἶχα λοιπὸν, λέγω, παραδεχθῆ, καί τοι διαφωνῶν ῥιζικῶς πρὸς τὸν τρόπον, τὴν σύμβασιν ταύτην, ὄχι τόσον, ἐπαναλαμβάνω, ἐλπίζων τὰ καλὰ, τὰ ἀμέσως καλὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ὅσον φοβούμενος καὶ ἀποφεύγων τὰ ἐκ τῆς ἀθετήσεως βέβαια καὶ μεγάλα κακά. Ἡ σύμβασις τίποτε δὲν ὑπόσχεται, εἰμὴ μόνον τὸ ἄνοιγμα τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου εἰς τὰ οἱαδήποτε ἡμέτερα χρεώγραφα. Καὶ ἀπατᾶται ὁ ἔντιμος κύριος Πετσάλης νομίζων, ὅτι ἡ ὁμολογήσασα αὐτὴν Κυβέρνησις εἶχε συγχρόνως καὶ συμφωνίαν νὰ συνάψῃ νέον δάνειον. Ἤθελε μόνον, ὡς τὴν ἐπρότρεπαν οἱ δανεισταὶ ἐκεῖνοι, νὰ παρασκευάσῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἐξευρέσεως καὶ τῆς εὐκολύνσεως δανείου.

§75Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μετὰ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἐκτεταμένως, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὸς ἦτον ὁ σκοπός.

§76ΣΙΜΟΣ. Σκοπὸς μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι συμφωνία. Τοῦτο κἀνεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοῇ. Οὔτε σεῖς, κύριε Πετσάλη, δύνασθε ν’ ἀγνοῆτε τὰ γνωστότατα αὐτὰ πράγματα. Πρέπει μάλιστα νὰ ἤμεθα δίκαιοι πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐκείνους, τοὺς κατόχους τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ χρεωγράφων, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ποτὲ δὲν ἐλάλησαν ἄλλην γλῶσσαν. Διάφοροι τῶν προλαβόντων ὑπουργῶν, ἰδίως μάλιστα ὁ κύριος Γιαννόπουλος, ἐπροσπάθησαν νὰ ἑνώσουν τὰ δύω πράγματα, τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων καὶ τὴν συνομολόγησιν νέου, καὶ πάντοτε ἡ ἀπάντησις ἦτον ἡ αὐτή. «Ἐκπληρώσατε τὰς ὑποχρεώσεις σας, κάμετε ὅ,τι πρέπει πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, ἀποκτήσατε διὰ τούτου ὑπόληψιν καὶ τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, καὶ προσπαθήσατε οὕτω νὰ εὕρετε καὶ θέλετε εὑρεῖ δάνειον.» Ποτὲ αὐτοὶ δὲν ἐλάλησαν ἄλλην γλῶσσαν. Εἰς ἄλλο τι πρᾶγμα εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου· ὅταν εἶπεν ὅτι ὅλα τὰ δάνεια, ὅλα τὰ χρέη τοῦ τόπου, πρέπει νὰ κανονισθῶσι δι’ ἑνὸς γενικοῦ μέτρου. Εἰς τοῦτο εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι πάντοτε σύμφωνος. Ἀδύνατον ἄλλως ν’ ἀνυψωθῇ ἡ κοινὴ πίστις. Ὅταν εἶπα ὅτι δὲν ἐνέκρινα ἀπ’ ἀρχῆς τὰ γενόμενα, ἐνόουν ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ σύμβασις δὲν ἦτον ὁ καταλληλότερος ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἓν τῶν ἀτοπημάτων εἶναι ὅτι ἐγεννήθη σχίσμα μέγα, καὶ ἀποχώρισις τῶν ὁμολογιούχων τῆς ἠπείρου Εὐρώπης, καὶ ἰδίως τῆς Ὁλλανδίας, οἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι μερίδα εὐκαταφρόνητον. Τὰ πράγματα δὲ ἠρεθίσθησαν ἐπὶ τοσοῦτο, ὥστε, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἔχει τινὰ ὑπ’ ὄψιν, φοβοῦμαι ὅτι ἡ δυσμένεια ἐκείνων τοὺς ὁποίους θ’ ἀφήσωμεν ἔξω θὰ ἦναι ἰσχυροτέρα τῆς εὐμενείας τῶν ἄλλων. Ὅθεν πάντοτε ἡ ἐδική μου ἰδέα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὁπωσδήποτε καὶ οἱ πρῶτοι. Ἀλλὰ πάλιν λέγω. Τί ποιητέον τώρα, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν σύμβασιν; Δὲν ἀγνοῶ τὰς δυσχερείας τῆς ἡμετέρας θέσεως· ἐκτιμῶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου κυρίου Κρεστενίτου· φοβοῦμαι τὰς ἠθικὰς τοὐλάχιστον συνεπείας τῆς ἐπικυρώσεως καὶ μὴ ἐκπληρώσεως· συλλογίζομαι τὸ μέγα βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, κατὰ τὸ παρὸν μὲν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, μετὰ δὲ πέντε ἔτη δύω ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος· ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω· Τί ποιητέον, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν σύμβασιν; Τίς συνετὸς καὶ φιλόπατρις ἄνθρωπος, γνωρίζων τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατάστασιν τῆς ἡμετέρας πίστεως, ἤθελε μᾶς συμβουλεύσει ν’ ἀθετήσωμεν καὶ τὴν σύμβασιν ταύτην; Ὀλίγα, πολλὰ ὀλίγα, ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος κύριος Πετσάλης περὶ τῆς ἄλλης συμβάσεως, τῆς μετὰ τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Βασιλέως Ὄθωνος, διότι τὰ πλεῖστα εἶναι προσωπικά. Τιμῶμαι, κύριοι, διότι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου εἰς πρᾶξιν τοιαύτης δικαιοσύνης. Μόνον εἰς ὅ,τι εἶπε περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τούτου ἡ Βουλὴ, ἀπαντῶν λέγω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐγένετο· σύμβασις ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἐλάλησα, κύριοι βουλευταί, ἐν παρεκβάσει καὶ προκληθεὶς ἐπὶ τῶν δύω τούτων συμβάσεων, καί τοι γνωρίζων ὅτι ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις δὲν ἔχει χώραν ἐνταῦθα, ὡς μέλλουσα νὰ ἔλθῃ ἀκολούθως. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν δημοσίαν πίστιν δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀλλότριον τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς σήμερον οἰκονομικοῦ ζητήματος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, αὐτὸ τὸ φοβερὸν ζήτημα, τὸ ὂν σήμερον δι’ ἡμᾶς ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου, σύγκειται τῷ ὄντι, ὡς πάντοτε καὶ ὡς πανταχοῦ, ἐκ τῶν δύω τούτων, οἰκονομίας καὶ πίστεως. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι, ἠξεύρετε ἰδιαζόντως σήμερον παρ’ ἡμῖν, τί εἶναι κατὰ τὸ σύνολον αὐτοῦ, τί εἶναι καὶ κατὰ τὰς εἰρημένας δύω αὐτοῦ ἐπόψεις, τί εἶναι τέλος πάντων τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι ζήτημα τάξεως, ζήτημα πειθαρχίας, ζήτημα κυβερνήσεως καὶ κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωστῶν ἐκείνων λόγων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παλινορθώτου τῶν Γάλλων βασιλείας, εἰπόντος· «Δότε μοι καλὴν πολιτικὴν, καὶ σᾶς δίδω καλὴν οἰκονομίαν»· Donnez moi de la bonne politique, et je vous donnerai des bonnes finances· οὔτε τῶν τοῦ ἄλλου ἐκείνου τοῦ ἰδίου ἔθνους πολιτικοῦ, ὅστις ἔλεγε· Le premier besoin d’ un peuple est d’ avoir un gouvernement; le second d’ avoir un bon gouvernement, ὥστε ἡ πρώτη ἀνάγκη τῶν λαῶν εἶναι νὰ ἔχωσι κυβέρνησιν, διότι ἡ καλὴ κυβέρνησις ἔρχεται μετὰ τὴν κυβέρνησιν. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν, τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀλήθειαν δὲν τὴν βεβαιόνει ἡ συνείδησις ἑκάστου; Πῶς θὰ στερεωθῇ πίστις, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κυβέρνησις ἰσχυρὰ εἰς τὴν ὁποίαν οἱ συμβαλλόμενοι νὰ πιστευθῶσι; Καὶ αἱ οἰκονομίαι! Αἱ οἰκονομίαι τῶν ἀδυνάτων κυβερνήσεων δὲν εἶναι οἰκονομίαι, εἶναι ζημίαι καὶ ἀπώλειαι. Διὰ νὰ γείνωσιν ἀληθεῖς οἰκονομίαι, πρέπει νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ κυβέρνησις ἰσχυρά.

§77Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε κυβέρνησιν ἰσχυράν;

§78ΣΙΜΟΣ. Ἐννοῶ ὅ,τι δυστυχῶς δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν. Ἐννοῶ κυβέρνησιν στηριζομένην μὲν αὑτὴν ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ καὶ ἔχουσαν τὴν ἰσχὺν νὰ στηρίζῃ τὸν νόμον καὶ νὰ τὸν ἀναδεικνύῃ σεβαστὸν καὶ φοβερόν. Ἐννοῶ κυβέρνησιν εὐθεῖαν, δικαίαν, ἀπροσωπόληπτον, ἄκαμπτον καὶ ἀδυσώπητον πρὸς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου. Μόνον τοιαύτη κυβέρνησις δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ οἰκονομίας. Θέλετε παραδείγματα; Ἀκούσατε δύω. Περὶ στρατοῦ εἴπαμεν ἀρκετά· καὶ ἐκεῖ εἶναι καὶ τοῖς τυφλοῖς δῆλον ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς ὑλικῆς δυνάμεως ἔρχεται κατ’ ἀντίστροφον λόγον τῆς αὐξήσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων· ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπαλληλίαν. Γνωρίζομεν καὶ παραπονούμεθα ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι, καθὼς ἔλεγαν οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Ἑπτανήσιοι, ἁπλᾶ μισθολόγια. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν οἰκονομίας εἰς τοὺς μισθούς. Οἰκονομίαι τοιαῦται δύνανται νὰ γείνωσι κατὰ δύω τρόπους· ἢ δι’ ἐλαττώσεως μισθῶν, ἢ δι’ ἐλαττώσεως προσώπων. Τὸ πρῶτον κἀνεὶς εὖ φρονῶν δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει τὸ προτιμήσει. Τὸ δεύτερον εἰς τί συνίσταται; Νὰ ἔχωμεν δι’ ὀλιγωτέρων προσώπων τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ περισσοτέρων. Ἐν ἄλλοις λόγοις νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν φιλεργίαν. Ἂν, ἐλαττώσαντες τὰ πρόσωπα, δὲν ηὐξήσαμεν τὴν προσωπικὴν φιλεργίαν, τί κατωρθώσαμεν; Τίποτε· ἐπροξενήσαμεν μάλιστα ζημίαν. Ἐκερδήσαμεν ἐκ τῶν ἐξόδων πέντε, καὶ ἐχάσαμεν ἐκ τῶν ἐσόδων δέκα. Λέγεται τοῦτο καὶ εἶναι οἰκονομία; Ὄχι· λέγεται καὶ εἶναι ἀπώλεια. Ποῖος θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλοὺς καὶ ἱκανοὺς ὑπαλλήλους; ποῖος θ’ ἀναδείξῃ αὐτοὺς φιλοτίμους καὶ φιλέργους; Κυβέρνησις ἰσχυρὰ καὶ σταθερὰ, εὑρίσκουσα ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμίν της, γνωρίζουσα νὰ κάμῃ ἀφόβως καὶ ἀμειλίκτως χρῆσιν τῶν ἀμοιβῶν καὶ τῶν ποινῶν, καὶ ἐμπνέουσα εἰς πάντας τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν φόβον, τὰ δύω ταῦτα ἐλατήρια τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας, ἢ κυβέρνησις ἀδύνατος, ἐφήμερος, σαλευομένη, ζητοῦσα νὰ εὕρῃ ὅπου τύχῃ στηρίγματα ὑπάρξεως καὶ διαρκείας, καὶ τῆς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι γνωρίζουν ὅτι ὄχι εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν πράξεις, ἀλλ’ εἰς τὰς συστάσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου πρέπει νὰ ζητῶσι τὴν διατήρησιν καὶ προαγωγὴν αὑτῶν; Πιστεύσατε, κύριοι· λαλῶ ἐκ πείρας, ἐκ πολλῆς καὶ λυπηρᾶς πείρας. Ὀλέθρια εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀστόχων οἰκονομιῶν καὶ ἀδυνάτων κυβερνήσεων. Δύω εἰδῶν εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ὑπαλλήλων· ἡ μία φανερὰ, ὁρατὴ τοῖς πᾶσιν, ἡ ἄλλη κρυπτομένη εἰς τοὺς μυχοὺς τῶν γραφείων. Ἡ πρώτη, ἡ ἀλληλογραφία πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, φέρ’ εἰπεῖν, καλῶς ἢ κακῶς θὰ γείνῃ, διότι φαίνεται καὶ παρατηρεῖται· ἀλλ’ ἡ δευτέρα, ἡ ἐπιτήρησις, αἱ ἐξελέγξεις κτλ. τί γίνονται; ἀμελοῦνται, ὀπισθοδρομοῦν, καὶ ἡ ζημία παρέπεται ἐν μὲν τῷ παρόντι πολὺ ἀνωτέρα τῆς μελετηθείσης ὠφελείας, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι ἀκαταλόγιστος. Ἀκούσατε καὶ δεύτερον παράδειγμα. Λέγομεν, καὶ ὅλος ὁ κόσμος λέγει, ὅτι τὸ ἐν ἐνεργείᾳ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα εἶναι ἄδικον, ἐπαχθὲς, βανδαλικὸν, προσβάλλον μίαν τῶν κυριωτέρων ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὡς φορολογοῦν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον· καὶ, ἕως ὅτου κατορθώσωμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν, εὐχαριστούμεθα νὰ τὸ κατακρίνωμεν. Ἐγὼ εἶπα κατ’ αὐτοῦ τὰ ὀλιγώτερα. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος συνέταξεν ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπόμνημα, εὐφυῶς συντεταγμένον, καὶ μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ τὸ ἐκδώσῃ. Τῷ ἔδωκα τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὸ μετενόησα, διότι ἐσκέφθην ὅτι σύστημα ὑπάρχον καὶ ἐφαρμοζόμενον δὲν πρέπει, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ἐφαρμόζεται, νὰ στιγματίζεται τόσον. Ἐπρόβλεπα δὲ καὶ προβλέπω ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἀκόμη, ἕως ὅτου δυνηθῶμεν ἐπιτυχῶς νὰ τὸ ἀντικαταστήσωμεν. Ἄλλως τε εἶναι καὶ σπουδαία τις φορολογικὴ ἀρχὴ, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων προσόντων τῆς φορολογίας εἶναι ἡ εὐκολία τῆς εἰσπράξεως, εἴτε ἐκ τῆς συνηθείας εἴτε ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς. Ὅθεν καὶ ἠπόρησα πάντοτε καὶ ἀπορῶ διατί, πρὶν ἢ μεταβάλωμεν ἐν γένει τὴν ἡμετέραν φορολογίαν, γίνεται συχνάκις λόγος περὶ μεταβολῆς τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ εὐχεροῦς φορολογίας, τεθειμένου μάλιστα ὅτι ἡ ἀναλογία αὐτῆς δὲν εἶναι πρὸς βλάβην ἡμῶν τῶν παλαιῶν τοῦ βασιλείου κατοίκων. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ὁρμώμενος ἐπρότεινα πρὸ ὀλίγου, καὶ ὑμεῖς ἐδέχθητε, τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων τῆς Θήρας.—Τί κάμνετε; μοὶ εἶπε τότε ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς, ὅστις, ὡς εἶπα, ἀγαπᾷ ἐνίοτε νὰ ᾖναι ὀλίγον δογματιστής, θέλετε νὰ φέρετε ἀναχρονισμόν; ἡμεῖς θέλομεν νὰ εἰσάξωμεν γενικὸν ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς γῆς σύστημα, καὶ σεῖς μᾶς φέρετε πρότασιν περὶ καταργήσεως αὐτοῦ ἐν Θήρᾳ; Κατὰ θεωρίαν εἶχε δίκαιον· ἀλλὰ τί ἤθελεν εἰπεῖ ἂν ἔβλεπε, καθὼς εἶδε βέβαια, διότι ἐχρημάτισε πρὸ ὀλίγου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τὸ προωρισμένον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς καὶ προοδοποίησις τῆς ὅλης φορολογίας, ἀφίνει καθυστέρημα (horrendum dictu!) 40 τοῖς ἑκατόν; Καταλαμβάνετε, κύριοι; Ὅταν δὲν θὰ ἔχετε σῖτον νὰ λάβετε ἢ νὰ κατάσχετε διὰ τῶν εἰσπρακτόρων σας, ἀκολουθουμένων ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅταν θὰ πρόκηται νὰ ἔρχεται ὁ γεωργὸς εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ δωδεκατημόριον νὰ πληρόνῃ, καθὼς ἀλλαχοῦ, βλέπετε ποία κατάστασις σᾶς περιμένει, ἐὰν δὲν ἔχετε κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, δυναμένην νὰ ἐντυπώσῃ εἰς τὸν μυελὸν ἑκάστου ὅτι δὲν ἀποφεύγονται αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου. Μὴ πονοκεφαλῆτε λοιπὸν, ζητοῦντες ἀλλοῦ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰμὴ εἰς τὴν ὕπαρξιν ἰσχυρὰς καὶ δικαίας κυβερνήσεως. Ἐκεῖ μόνον εἶναι θεραπεία· ἐκεῖ, ὄχι ἀλλοῦ. Αὐτὴν ζητεῖτε νὰ ἔλθῃ, καὶ τὰ λοιπὰ ἔρχονται ἀφ’ ἑαυτῶν. Οὕτως ἄλλοτε καὶ εἰς τὸν Σωτῆρα Χριστὸν ἄλλος, ἄλλα ἔλεγε ζητῶν, ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. Τί τοὺς ἀπεκρίθη ὅμως ὁ Σωτήρ; Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσονται ὑμῖν. Τὰ αὐτὰ, κύριοι βουλευταὶ, δύναμαι καὶ ἐγὼ, τελευτῶν τὸν λόγον, νὰ ἐκφωνήσω πρὸς ὑμᾶς· Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τῶν νόμων καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτῶν, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσονται ὑμῖν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ πολλῶν μερῶν τοῦ βουλευτηρίου).

§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συνήθως, κύριοι, ἡ πολιτικὴ ἀφορᾷ ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ πραγματοποιήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, ἑπομένως δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ προΐδητε τὸ μέλλον. Ποία δὲ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐξήγησε, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἐξέθεσεν ὁ κύριος ὑπουργός; εἶναι πολεμική; ὄχι· εἶναι εἰρηνική; ὄχι, κύριοι, οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο· θὰ ἀκούσητε· καὶ πρὶν σᾶς εἴπω τί ἐνόησαν ἀμφότεροι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω κατὰ πόσον διαφέρει ἡ μία ἰδέα ἀπὸ τὴν ἄλλην, καὶ ἀφίνω εἰς ἐκτίμησιν ὑμῶν νὰ κρίνητε, ποία εἶναι ἡ προτιμοτέρα διὰ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μας. Κύριοι, δύω ὁδοὶ ὑπάρχουν διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἔχουσι μεγάλην σημασίαν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ ἔχουσι μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὸ μέλλον της· δύω, λέγω, εἶναι αὗται αἱ ὁδοὶ, ἡ μία τῆς εἰρήνης, αὐτὴ τὴν ὁποίαν μᾶς συμβουλεύει πρὸ πάντων μία προστάτις δύναμις, ἀλλὰ φίλη περισσότερον τῆς Τουρκίας· ἡ πολιτικὴ αὕτη συνίσταται εἰς τοῦτο, μᾶς λέγουν παραιτηθῆτε ἀπὸ ἀξιώσεις, ἐπιδοθῆτε εἰς τὸ ἐμπόριόν σας καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν σας, καὶ ἔχοντες τὴν προστασίαν τῶν τριῶν μεγάλων δυνάμεων δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φοβηθῆτε καὶ νὰ διατρέξητε κανένα κίνδυνον ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας. Καὶ τῳόντι, ἡ Γαλλία, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ῥωσσία ἐγγυήθησαν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἀναχωροῦντες, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τόσου στρατοῦ καὶ δημοσίας δυνάμεως, ἀλλὰ νὰ καταστήσωμεν ἀνθηρὰν τὴν γεωργίαν μας καὶ τοὺς φόρους νὰ ἐλαττώσωμεν. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ μία πολιτική· ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν; ὄχι· διότι ἔχομεν τὴν προστασίαν τῶν τριῶν αὐτῶν δυνάμεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὁδὸς, τὴν θέλετε; τὴν ἀσπάζεται τὸ ἔθνος; ἀποφασίσατε, ἀποφανθῆτε, ὅτι αὐτὴν θέλομεν καὶ ὄχι τὴν ἄλλην. Ἔρχεται, κύριοι, καὶ ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, ἡ ἄλλη εἶναι, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ ῥιψοκίνδυνος, ἀλλὰ καὶ ἡ μόνη ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς εὐχὰς, τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ τὴν κληρονομίαν τὴν ὁποίαν μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας, μὴ νομίζητε ποτὲ, ὅτι ἀκολουθοῦντες τὴν ἄλλην ὁδὸν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὄχι· ἰδοὺ τὰ πράγματα τὸ ἀπέδειξαν, ἡ Κρήτη ἀγωνίζεται ἐπὶ τρία ἔτη, κατεστράφη, ἴδατε αὐταὶ αἱ μεγάλαι δυνάμεις νὰ εἴπωσιν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄξιοι νὰ ἐλευθερωθῶσι καὶ ἑνωθῶσι μὲ τὴν Ἑλλάδα; ὄχι· λοιπὸν περιμένετέ ποτε, ὅτι, καταγινόμενοι εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ γινόμενοι γεωργοὶ καὶ μπακάλιδες, περιμένετε, λέγω, ἀκολουθοῦντες αὐτὴν τὴν ὁδὸν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν; λοιπὸν θέλει ἡ κυβέρνησις αὐτὴν τὴν πολιτικήν; αὐτὸ ἐννοεῖ; Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο, κύριοι, ἐὰν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος κατὰ τὴν κρίσιν της, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἀπατῶμαι, ὅταν εἶδε τὴν Κρήτην σφαγιαζομένην, ὅταν εἶδεν, ὅτι, μία φοῦκτα ἀνθρώπων, αὐτοὶ οἱ Κρῆτες, ἀλλὰ θάῤῥος ἔχοντες, καρδίαν καὶ πατριωτισμόν, εἰς πᾶσαν πρότασιν τῆς Τουρκίας ἀντεστάθησαν, καὶ ἔλεγον, ἢ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ θάνατος, ὅταν, λέγω, ἴδαμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ καὶ δι’ ἄλλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἐγκαταλείψῃ, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, μάλιστα.........

§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, τὴν παρελάβατε αὐτὴν τὴν κατάστασιν (θόρυβος).

§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἴχομεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ εἴχομεν αὐτὸ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸν κύβον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετάθη ἡ κυβέρνησις ἐκείνη πρὸς τὸ ἔθνος καὶ ἐζήτησε καὶ αὔξησιν φόρων καὶ δάνειον· ἀληθῶς ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπεδέχετο τὴν πολιτικήν μας. Εἶναι περιττόν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ποῖα ἦσαν τὰ μέσα μας. Τοῦτο ὅμως ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε ὅτι, πῶς μὲ τόσην μικρὰν δύναμιν διενοήθητε τοιοῦτόν τι; μάλιστα· ἐν πρώτοις, κύριοι, ηὔξησε τοὺς φόρους διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ πίστιν, δεύτερον ἐψήφισε δάνειον 25 ἑκατομμύρια φράγκων, καὶ προώδευε λαμπρὰ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι οἱ ὁμογενεῖς μας χωρὶς ν’ ἀποβλέπουν εἰς ἀσφαλείας καὶ ὠφελείας, ἤνοιγαν τὸ βαλάντιόν των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν περιωρίσθη εἰς αὐτὸ τὸ στενὸν ὅριον, διότι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ εἴπῃ, πῶς μὲ 20, 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια; ἤθελον χρειασθῆ περισσότερα· καὶ σήμερον ὁ κ. Σίμος εἶπεν ὅτι χρειάζονται καὶ 100 ἑκατομμύρια. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐπίστευον, ὅτι οἱ ἕλληνες ἤθελον δώσει 100 ἑκατομμύρια μὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐθυσίασε, 100 ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους......

§82ΣΙΜΟΣ. Δὲν εἶπα αὐτό.

§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν σας αὐτὸ εἴπετε, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε, καὶ δὲν θέλω νὰ ἔρχωμαι εἰς προσωπικότητας μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὑπολήπτομαι. Ἔμεινε, λέγω, μόνον εἰς αὐτὰ τὰ στενὰ ὅρια, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῶν 25 ἑκατομμυρίων; εἴδετε αὐτὴν τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν τότε ἡ ἀντιπολίτευσις, ὁ κ. Βούλγαρης, κατεπολέμει, καὶ σήμερον τὸ ὑπουργεῖόν του τὴν ἐπαινεῖ. Τὴν σύμβασιν αὐτὴν τὴν ἐκάμαμεν διὰ νὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας τοῦ χρηματιστηρίου, αἵτινες ἦσαν κεκλεισμέναι εἰς τὰ χρεώγραφα τὰ ἑλληνικὰ, καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ναὶ κύριοι οἱ ὁμογενεῖς μας ἐν Ἀγγλίᾳ, αὐτὸς ὁ Σπάρταλης, διὰ ν’ ἀποτελέσωμεν πλειονοψηφίαν μεταξὺ τῶν ὁμολογιούχων ἠναγκάσθησαν ν’ ἀγοράσωσιν ὁμολογίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεδέχθησαν νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀντὶ 7 ἑκατομμύρια λιρῶν δι’ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ ὄχι νὰ δώσωμεν ἀμέσως χρήματα τὸ ἓν ἑκατομμύριον λίρας, ἀλλ’ ὁμολογίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν 5%· τὰ ὁμόλογα ταῦτα ἐννοεῖται, διαπραγματευόμενα ἐντὸς τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Ἀγγλικοῦ, βεβαίως δὲν ἤθελον ἔχει τὴν ἀξίαν 100 ἀντὶ 100· ἤθελον εἶμαι εὐχαριστημένος, καθὼς καὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογιοῦχοι τὸ ἔλεγον, νὰ διαπραγματευθοῦν 50%. Τὰ χρεώγραφα τῆς Ἰταλίας, τὸ 5% ἔφερε τὰ 50 ἢ 60· πρὶν δὲ λάβῃ τὴν Βενετίαν εἶχον καταντήσει 30%. Λοιπὸν θὰ ἤμεθα πολὺ εὐχαριστημένοι νὰ μείνουν εἰς τὸ 50%. Ἠξεύρετε τὸ ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον τὸ δάνειον τοῦτο ἐξασφαλίζεται; Ἀντὶ 15,000,000 δραχμῶν, διότι 1,000,000 λίρας ἀνὰ 28 δραχ. μᾶς φέρουν 28,000,000 δραχ. ἐὰν ἐξαγοράζωνται αἱ ὁμολογίαι κατὰ 50%, ἰδοὺ μὲ 14,000,000 τὸ δάνειον ἐξοφλεῖται, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀντιπολίτευσις διεμαρτύρετο τότε κατὰ τῆς θηλιᾶς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὡς ἔλεγον ἐμέλλομεν νὰ θέσωμεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνθυμήθην μίαν φράσιν τοῦ κυρίου Σίμου, ἐνῷ ἀνέφερε τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλάβαμεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως, τί εἶπε διὰ τὸ δάνειον; ὅτι εἶναι μία θηλειὰ, τὴν ὁποίαν θέτομεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἔθνους· ὥστε τὴν σύμβασιν τῶν 25,000,000 τὴν εὑρίσκει ὅτι, εἶναι ἡ θηλειά. Λοιπὸν δὲν περιωρίσθημεν εἰς αὐτὰ τὰ στενὰ ὅρια, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν, ὥστε, ἐὰν τῳόντι ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ ῥίψωμεν τὸν κύβον, νὰ ἔχωμεν τὰ χρηματικὰ ἔσοδα πρόχειρα. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσωμεν· αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἦλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν ἀντίθετον πολιτικὴν, εἶχε τὴν ὁδὸν τῆς εἰρήνης. Καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν Κ. Σῖμον νὰ συγκρίνῃ τὰ ἔξοδα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐμβῆκεν εἰς τοιοῦτον σχέδιον, μὲ τὸ ἐνεστώς. Ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔλεγε, δὲν τὸ ἔκρυπτεν ὅτι αὐτὸ ἐπεδίωκεν ἠμπορῶ νὰ πλανῶμαι. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δικαιολογεῖται λέγουσα τί νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ σεῖς ἐδαπανήσατε τόσα, καὶ ἐσκορπίσατε τόσα, πῶς ἡμεῖς θὰ μείνωμεν κατώτεροι; Εἶναι, κύριοι, ὀρθὸς λόγος αὐτὸς λεγόμενος ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἦλθε νὰ ῥίψῃ τὴν ἄλλην πολιτικήν; ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι δὲν εἴμεθα τῆς πολιτικῆς τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, ὅπως ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, εἴμεθα τῆς τῶν τακτικῶν παρασκευῶν. Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι, τοῦτο; Τὸ ἔλεγε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἡ ἀντιπολίτευσις; ὄχι· ἠξεύρετε τί ἔλεγε; μάλιστα θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὰς προπαρασκευὰς, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐνόντων. Καὶ ἠξεύρετε τί ἔλεγε μὲ τὸν ἐνόντα; Ἐὰν μένουν περισσεύματα θέλομεν τὸν στρατόν μας νὰ τὸν βελτιώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις σήμερον ζητοῦσα πίστωσιν διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 3,200,000, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν, αὐτὰ τὰ 3,200,000, εἶναι ἐκ τῶν ἐνόντων, ὄχι· εἶναι ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα σεῖς κατηγορήσατε τότε, διότι ἐλέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἥτις δαπανᾷ διὰ δανείων, αὐτὴ μίαν ἡμέραν θὰ φέρῃ τὴν καταστροφήν. Πῶς σήμερον ἄνευ ἀνάγκης καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἔρχεσθε καὶ αὐξάνετε τὰ ἔξοδα αὐτὰ τοῦ στρατοῦ; καὶ εἷς ὀβολὸς καθίσταται πάνυ περιττὸς, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο ὡς ἀξίωμα, πρέπει αἱ κυβερνήσεις, τὰ ἔθνη, νὰ ᾖναι φειδωλὰ, φιλάργυρα εἰς τὰ περιττὰ, καὶ γενναῖα εἰς τὰ ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα. Καὶ ἠπόρησε προχθὲς ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τῷ ἀνέφερον τὴν δαπάνην τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως, ἥτις ἔφθανε κατ’ ἔτος εἰς 30,000, αἱ ὁποῖαι ἐξοδεύονται κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· καὶ τί εἶπεν; ἀπέναντι τόσων ἑκατομμυρίων δὲν πειράζει νὰ δοθοῦν εἰς τοὺς οἰκείους μου 30,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Καὶ δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος τὸ νὰ λέγητε ὅτι, ἀφοῦ σεῖς δαπανᾶτε τόσα ἑκατομμύρια, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τοὺς οἰκείους μας νὰ δαπανήσωμεν ὀλίγας χιλιάδ. δραχμάς. Ποῖος λόγος ὑπηγόρευε 15 χιλιαδ. ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠγόρασεν, ἀφοῦ ἀποκρούετε τὴν πολιτικὴν τὴν ἄλλην, τὴν τολμηράν; Ἀλλ’ ὁ κύριος Σῖμος ἐπρόσθεσε· μὰ ἔχομεν καὶ κινδύνους διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἤμεθα προητοιμασμένοι. Ἐγὼ τὸν βεβαιῶ ὅτι, ὅταν ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, κανένα κίνδυνον δὲν ἔχει. Ὁ κύριος Σῖμος, καθὼς καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, εὗρον τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον προχθὲς ὅτι καταστρέφεται ἡ Ἑλλὰς, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν νὰ ἀνορθωθῇ τὸ μέλλον της, ἐὰν διαθέτῃ στρατὸν ἄνω τῶν δυνάμεών της καὶ ναυτικὴν δύναμιν· καλλίτερον μέσον δὲν θέλουν οἱ ἐχθροί μας παρὰ νὰ διατηρῶμεν 15 καὶ 17 χιλιάδας στρατοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἵνα καταστραφῶμεν διὰ παντὸς, διότι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακύψωμεν τὸν αὐχένα. Λοιπὸν ἡ μία ὁδὸς τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι λίαν ἐπιζήμιος, εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἴσως οἱ ἐχθροί μας ἐπιθυμοῦν. Ὄχι, ἢ τὴν μίαν θὰ ἐκλέξετε, καὶ αὐτὴν δὲν τὴν δέχεσθε, ἢ τὴν ἄλλην, καὶ αὐτὴ ἡ ἄλλη ἡ βιομηχανικὴ τῳόντι θὰ μᾶς σώσῃ. Ἡ μέση ὁδὸς εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος, διότι θὰ ἐργάζεται μία τάξις ἀνθρώπων διὰ νὰ τρέφῃ μίαν ἄλλην, καὶ τὸ ἄλλο τὸ χειρότερον θὰ στερῇ χεῖρας ἐργατικὰς ἀπὸ τὰς ἐργατικὰς τάξεις καὶ θὰ τὰς προσθέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Δύω ζημίας θὰ ὑποφέρωμεν. Τὰ πλοῖα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐπαραγγείλαμεν ὁ Γεώργιος, καὶ τὸ ἄλλο, ἀνέγνωσα τὰς ἐκθέσεις, μάλιστα ὁ Γεώργιος εἶναι εἰς ἀρίστην κατάστασιν κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἀναδέχεται αὐτὸς ὁ ἐργοστασιάρχης μὲ ἰδίας δαπάνας νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν μηχανήν· καὶ ἀφοῦ ὁ Κουμελᾶς καὶ ὁ Παλάσκας συσταίνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ἐργοστασιάρχου, ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐνῷ ἐὰν ἀκολουθῇ τὴν ἄλλην πολιτικὴν, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ τοῦ πλοίου; ἠξεύρετε ὅτι 300,000 δραχ. ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ Ἀτμοδρόμωνος, καὶ ἄλλαι τόσαι δι’ αὐτὸ, καὶ ἄλλαι 300,000 ἀκόμη διὰ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον κατασκευάζεται ἐν Τεργέστῃ. Ἀφοῦ ἀκολουθῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης, ἔχετε ἀνάγκην νὰ ὑποβάλετε τὸ ἔθνος εἰς αὐτὰς τὰς δαπάνας; Λοιπὸν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἐὰν ἀκολουθήσῃ τὴν ξένην ὁδὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι θὰ προβῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, διότι θὰ τὴν καταστήσῃ μίαν ἡμέραν νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ μέλλον· ἐὰν διανοῆται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπολέμει, καὶ συστέλλεται νὰ τὸ εἴπῃ, κάμνει πολὺ κακὰ νὰ μὴ τὸ εἴπῃ, διότι δὲν θὰ εὕρῃ πίστιν· οἱ ὁμογενεῖς μας προσφέρουν τὸν ὀβολόν των χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ· ἐὰν τὸν κρύπτῃ, δὲν θὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις λεπτόν. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ πλέον ἐπιβλαβὴς, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσα δαπάνη τείνουσα εἰς αὔξησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν ἀκολουθῇ αὐτὴν τὴν ἄλλην πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἐναντίαν τῆς προλαβούσης, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποκρούσῃ. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς· μήπως νομίζετε, ὅτι ἔμεινεν εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τότε ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλήν; ὄχι· ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐσύστησεν ἔτι 4 ἀπομάχους λόχους καὶ 4 αὐθυπάρκτους; Λοιπὸν ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ, διότι ἠκολούθησε τὴν ἀντίθετον πολιτικὴν, ἐξ ἐναντίας ηὔξησε τὴν δύναμιν. Χθὲς, κύριοι, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς θέλων νὰ παραστήσῃ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν ἀνακόλουθον ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, καθ’ ἧς ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, τί εἶπεν; ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ κυρίου Τρικούπη διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπέσχετο νὰ καταβάλῃ τὰς ἐπιδρομὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὰ μεθόρια, καὶ ὡς ἐκ τούτου τί συμπέρασμα ἐξήγαγεν; ὅτι, ἐνῷ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυττε τὸν πόλεμον, ἰδοὺ ἐνεργεῖ καὶ ὑπόσχεται νὰ καταβάλῃ τὰς ἐπιδρομάς. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, κύριε Πετιμεζᾶ, καὶ πᾶς ἄλλος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ποτὲ δὲν διενοήθη διὰ τοιούτων ἐπιδρομῶν καὶ κινήσεων νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν πόλεμον· ἄλλως πλανᾶσθε καὶ τὴν συκοφαντεῖτε.

§84ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Τὸν Κυριάκον τὸν ἐστείλατε· τὸ ἀρνεῖσθε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;

§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἀρνοῦμαι. Ἂν ἦτο ἀληθὲς, κύριε Δυοβουνιώτη, διατί κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἔστειλεν ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; σεῖς ἐλέγετε χθὲς, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκοντο εἰς συνεντεύξεις, εἰς γεύματα· πῶς συμβιβάζεται ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ Σύνορα; διότι ἦταν τῳόντι ἐπιβλαβεῖς.

§86ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Ἄφησόν με νὰ εἴπω δύω λόγους.

§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἀκούω τίποτε. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἀπέκρουσε τὰς ἐπιδρομὰς, διότι αἰσθάνεται ὅτι ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος συνίσταται εἰς τὴν δύναμιν τὴν δυναμένην νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ ὄχι εἰς λῃστρικὰς ἐπιδρομὰς, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν, καὶ θὰ βλάψουν ὁσάκις ἐπιχειρίζωνται τοιαῦτα. Ἐννοοῦσα, ὅτι ἡ δύναμις συνίσταται εἰς αὐτὸ καὶ μόνον, οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιχειρήσει τι ἐναντίον τῆς συγκαταθέσεως καὶ τοῦ βασιλέως, τοῦ ὁποίου εἶναι δικαίωμα νὰ κηρύττῃ πόλεμον, καὶ τοῦ ἔθνους, ἀπέκρουσε πᾶσαν ἐπιδρομὴν, διότι εἶναι βλαβερὸν εἰς τὰ συμφέροντα ἡμῶν τῶν ἰδίων. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις, ὅπως καὶ χθὲς σᾶς εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διαιρεῖται εἰς δύω μέρη, εἰς προϋπολογισμὸν τακτικὸν καὶ προϋπολογισμὸν ἔκτακτον. Κύριοι! ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ· ἔκτακτον προϋπολογισμὸν σᾶς εἶπεν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἔχω, διότι διανοοῦμαι νὰ πράξω τοῦτο. Ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχεν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν, παρὰ, ἐὰν ἔλεγε, θέλω ἔκτακτον δαπάνην διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Αὐτὸν τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω ὅτι ἔχει ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν ἔχει τοιοῦτον, θέλει αὔξησιν στρατοῦ, θέλει ἀγορὰν ὅπλων. Καὶ ἠξεύρετε ποία διαφορὰ δαπάνης ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ τῆς προλαβοῦσης κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐνεστώτης; Ἀκούσατε καὶ θ’ ἀπορήσητε πῶς ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκαμε τόσα, ἠγόρασεν ὅπλα, πυρίτιδα, πλοῖα, τίνος ποσοῦ ἔκαμε χρῆσιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν ἠγόρασε παρὰ μόνον 1,000,000, διότι ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὅπλα ἠγόρασεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε τὰς δαπάνας τῆς Κρήτης, καθὼς τὰς εἶχε καὶ ἡ ἐνεστῶσα· ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε καὶ ἓν ἄλλο, μίαν καλὴν ὀφειλὴν, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἐκ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866, 2½ ἑκατομμύρια περίπου καθυστερήματα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ βασιλεὺς εἶχε νὰ λάβῃ 3½ μηνῶν τὴν βασιλικὴν χορηγίαν· ἐκ τούτου δύνασθε νὰ συμπεράνετε, πόσοι μισθοὶ καθυστεροῦντο εἰς τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους. Λοιπὸν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε τὰ ἔξοδα τῆς Κρήτης, εἶχε μίαν ὀφειλὴν ἀπὸ τὸ 1866, καὶ ἠδυνήθη αὕτη ἡ σπάταλος νὰ φέρῃ ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ διάδοχος κυβέρνησις εὗρεν ἄνευ ὀφειλῆς. Ὑποθέσατε ἴσως, ὅτι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν μεγάλου ποσοῦ δαπανῶν· θὰ ἴδητε τώρα τίνος ποσοῦ ἔκαμε χρῆσιν ἡ παρελθοῦσα, καὶ τίνος ἡ παροῦσα, μ’ ὅλον ὅτι δὲν λέγει ποῖα εἶναι τὰ δάνειά της. Ἀκούσατε, κύριοι! ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἐπραγματοποίησε δάνειον ἐκ τῶν 28,000,000, 10,259,000· διέθεσεν ἐξ αὐτῶν 7,704,000, καὶ ἔμεινε παρακαταθήκη εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς νέας κυβερνήσεως 2,551,000· θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὰ 4,000,000, τί τὰ ἔκαμεν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐνεστῶσαν. Ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἔλαβε 7,404,000 ἐν ὅλῳ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, χωρὶς νὰ κάμῃ ἄλλο δάνειον. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 7,700,000 ἐπλήρωσε δι’ ἀγορὰν τῶν πλοίων, τουτέστι τριῶν ταχυπλόων, Ἀμφιτρίτης, Μπουμπουλίνας καὶ Κρήτης, ἡ ὁποία παρεχωρήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πλοίου «ὁ Γεώργιος», διότι εἶχε πληρωμένον ὁλόκληρον τὸ τίμημα 70,000 λίρας· διὰ τὴν πρώτην δόσιν, κατασκευαζομένου ἐν Τεργέστῃ 40,000, ἐν συνόλῳ 110,000 λίρας, ἤτοι δραχμὰς 3,113,000. Ἐκτὸς τούτου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν 1,200,000 δι’ ἀγορὰν ὅπλων, πυρίτιδος κλπ, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν γυμναί· ὁ Ναύσταθμος δὲν εἶχε τὸ παραμικρόν. Τὰ ποσὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα βλέπετε, ἐδαπανήθησαν ὄχι δι’ ἀγορὰν πλοίων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀγορὰν ἄλλου ὑλικοῦ· λοιπὸν 4,313,000 ἐδαπάνησε διὰ τὴν προμήθειαν αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ. Σᾶς ἔλεγαν χθὲς διὰ νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ὅτι 13,000,000 ἔῤῥιψαν εἰς τὸν ἀέρα· καὶ βλέπετε μόνον 4,313,000· ὅσα δὲ ἔμειναν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ, δηλ. 3,400,000, τὰ μεταχειρίσθη διὰ τὴν Κρήτην, καὶ διὰ νὰ φέρῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐνήμερον. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς παρούσης κυβερνήσεως· θέλετε ἴδει ὅτι ἡ διαχείρισίς της θ’ ἀποδείξῃ δύω τινὰ, ἢ ὅτι ἔχει καὶ ἄλλας δαπάνας, καὶ δὲν τὰς παρουσιάζει, ἢ ὅτι αἱ εἰσπράξεις της ἔμειναν πολὺ ὀπίσω· ἐξηγήσατέ μας, κύριοι, δώσατε λόγον τί ἐκάματε τὰ χρήματα, καὶ θέλετε μᾶς πείσει. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι ἀφήσαμεν προκαταβολὴν εἰς τὴν τράπεζαν ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου 2,554,000. Ἐπραγματοποίηθησαν κατόπιν μέχρι σήμερον 1,563,400, ἐν ὅλῳ 4,117,000 ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων. Ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χρεωλυτικῶς 1 ἑκατομμύριον, ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν. —Λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξεύρω, διότι ἐρωτῶ καὶ δὲν μὲ λέγουν τί δάνεια ἐπραγματοποιήθησαν. Ἓν ἑκατομμύριον καὶ 200,000 αὐτὸ τὸ βλέπω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Σίμος. Ἔλαβον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας 400,000 δραχμὰς, ἔλαβον τὰ ἀσφάλιστρα τῆς Μπουμπουλίνας, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 600,000 περίπου. Ποῖα ἄλλα δάνεια, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκάματε;

§88ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ σᾶς παρουσίασα τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω ἀπὸ τὸ λογιστήριον.

§89ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐμπνεύσητε πίστιν, ὅταν κρατῆτε μυστικὸν τὴν διαχείρισιν. Ἓν τῶν πρώτων στοιχείων τῆς πίστεως εἶναι ἡ δημοσιότης. Μὴ ἐλπίζετε, ὅτι οὕτω πράττοντες δύνασθε νὰ λάβητε ὀβολόν. Ὅσα δάνεια ἐκάματε ἔπρεπε νὰ τὰ δείξητε· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ μαντεύσωμεν.

§90ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς τὰ ἐδείξαμεν.

§91ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλα δὲν ἔχετε;

§92ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§93ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἀντιθέτους. Λοιπὸν ἐλάβατε 6,717,000, αὐτὰ δὲν τὰ διαφιλονεικεῖτε. Θέλω νὰ ἤμεθα σύμφωνοι. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 67 ἐδημοσιεύθη τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου 2,554,000· ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους μέχρι σήμερον ἐπραγματοποιήθη 1,563,000 οὐχὶ 1,800,000 ὡς λέγετε. Λοιπὸν 4,117,000 ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων.

§94ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῶν 28 ἑκατομμυρίων.

§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν μ’ ἐννοεῖτε.

§96ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς σημειώσεις ἔχω.

§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἐπιδέχονται τὴν παραμικρὰν παρεξήγησιν, 4,117,000 ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, 1 ἑκατομμύριον δάνειον ἐσωτερικὸν χρεωλυτικὸν, 1 ἑκατομμύριον 200,000 ὡς ὁμολογεῖ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας 400,000, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν· ὥστε ἔχομεν 6,717,000. Ἀσφάλιστρα τῆς Μπουμπουλίνας 600,000, 7,317,000. Σᾶς ἐρωτῶ τί ἐκάματε αὐτὰ τὰ χρήματα; Λέγετε, ὅτι τὰ ἔσοδα εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἰδικά μας, διότι τὸ ἔτος ὁμολογουμένως ἦτο εὔφορον. Τί ἀγοράσατε; Ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔχετε τὰς πιστώσεις τῆς Κρήτης, διὰ τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἦλθεν ἀντίῤῥησις, οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπορῶ πῶς χθὲς ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἠθέλησε νὰ σκιαμαχήσῃ, διότι σκιαμαχία εἶναι ὅ,τι ἀντιλέγει τις, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Λοιπὸν ἀφοῦ ἔχετε τὸ πλέον εὔφορον ἔτος, ἀφοῦ ἔχετε τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων καὶ τὰς ἐφαρμόσατε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, διότι ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις πέρυσι τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἐφήρμοσε περὶ τὰ μέσα τῆς ἑξαμηνίας, ὡς τὸ δασμολόγιον καὶ ἄλλα, ἀφοῦ ἔχετε τοὺς αὐτοὺς φόρους, τὰ αὐτὰ δάνεια, διὰ τί παρουσιάζετε σήμερον τοιοῦτον ἔλλειμμα, διὰ τί δὲν εἶσθε ἐνήμεροι; Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἢ ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ κρύπτετε δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐκάματε, ὡς παράδειγμα φέρω τὸ στρατόπεδον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκάματε δαπάνας καὶ πίστωσιν δὲν ἐφέρατε....

§98Σ. ΜΗΛΙΟΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ.

§99ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦτο μὲ κάμνει νὰ ὑποθέτω, ὅτι ὅπως ἀποκρύπτετε αὐτὴν τὴν δαπάνην, ἀποκρύπτετε καὶ ἄλλας, ἢ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι πιθανὸν ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἶναι πολὺ ὀπίσω, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει κακὴν διοίκησιν. Ἐνῷ πέρυσι κατεκρίνατε τὴν κακὴν διοίκησιν, σᾶς ἐλέγαμεν, ἂν ὑπῆρχε μεροληπτικὴ διοίκησις, δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις αὐτὴ νὰ ἐνεργήσῃ τόσας εἰσπράξεις, ὥστε νὰ καλύψῃ τὰς καθυστερήσεις, τὰς ὁποίας εὗρεν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, καὶ οὕτως ἔφερεν ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 35 ἑκατομμυρίων, ἤθελε κάμει πολὺ καλλίτερον νὰ μᾶς εἴπῃ τί ποσὸν εἰσέπραξε μέχρι τοῦδε, οὐχὶ τί ἐβεβαιώθη, διότι τὰ καθυστερούμενα δὲν εἶναι ἔσοδα. Δὲν τὸν συμφέρει ν’ ἀναφέρῃ τοιοῦτόν τι, διότι θέλει ἀποδειχθῆ ἡ μεροληπτικὴ διοίκησις, ἕνεκα τῆς ὁποίας παρῆλθεν ἡ καθυστέρησις. Τί ἄλλο, κύριοι, μᾶς διακρίνει τῳόντι; Ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ἐσεβάσθη τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων, ὁ ὁποῖος ἔλεγε τὰ ⅔ πρέπει νὰ διατεθοῦν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ καὶ τὸ ⅓ μένει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως, καὶ οὕτω διέθεσεν ὅ,τι ἐδαπάνησεν· ἡ ἐνεστῶσα ὅμως κυβέρνησις περιεφρόνησε καὶ τὴν διάταξιν ἐκείνην, καὶ περιμένει νὰ ἐνεργήσῃ δάνειον, ὅταν δὲν τὸ διαθέτῃ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Τὰ 2,550,000 ἀπαρτίζουν ὁλοσχερῶς τὰ ⅔ ἐκ τοῦ πραγματοποιηθέντος κεφαλαίου κατὰ τὸ 68, ἢ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔχῃ νὰ παρουσιάσῃ ὑλικὸν τόσου ποσοῦ ἢ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν ὅπως τὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν 3 ἑκατομμυρίων 570 χιλιάδων παρουσιάζει μόλις 800,000 ἀγορὰν ὑλικοῦ. Πῶς διεθέσατε τὰ ἄλλα, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν παρεβιάσατε, καὶ ὅταν παρουσιάζωνται τοιοῦτοι λόγοι, ἐνίσχυσις βεβαίως δὲν ἐπέρχεται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλῆτε περὶ καλῆς πίστεως. Ἐπεθυμοῦσα ὁ κύριος Σῖμος, ἢ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικ. νὰ ἤρχετο νὰ δικαιολογήσῃ τὸ τοιοῦτον· τί ἐγένοντο τὰ 3,570,000, ἅτινα ἦταν κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν, δηλ. τὰ ⅔ τοῦ δανείου, καθότι δὲν παρουσιάζονται ἢ 800,000 ἀγορὰ ὑλικοῦ, ὅπερ μετεχειρίσθητε διὰ τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ δι’ αὐτὰς εἴχατε καὶ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήσατε, καὶ τὰ πραγματικὰ ἔξοδα. Βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς ἐσεβάσθημεν τὸν νόμον, σεῖς τὸν παρεβιάσατε. Ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, ὡς πρὸς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς τακτικὰς, καὶ θὰ ἦμαι συντομώτατος, διότι πρὸς ὑπεράσπισίν μου ἔρχεται τὸ στόμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σίμου καὶ ἡ ὑπογραφή του συνάμα. Ὑμεῖς κατεκρίθημεν ὑπὸ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ σήμερον συμπολιτεύσεως, ὡς σπάταλοι, διότι ἐπαναφέραμεν θέσεις καταργηθείσας ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866 ἕνεκεν οἰκονομίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἐχλεύαζε τοὺς ἐπιθεωρητάς, ἐξ ὧν ἐκ τῶν 4 ἐπανεφέραμεν δύο ἢ τρεῖς, καὶ τοὺς ὠνόμαζεν ἐπιθεωρητὰς τῶν τελωνείων, ἐπιθεωρητὰς τῶν Σολωνείων. Σεῖς ὅμως οὐ μόνον διετηρήσατε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐφέραμεν, ἀλλ’ ἐφέρατε καὶ ἄλλους, ἐξεπληρώσατε τὸν νόμον καθ’ ὅλα. Ἀκούσατε τί λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκειμένου περὶ δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς κατέκρινε σπατάλους. Ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν ἐν μέρει τὰς πράξεις τῆς προκατόχου κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, κ. Χρηστίδου καὶ κ. Δεληγεώργη, δὲν ἐπαναφέραμεν ὅλας τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας οἱ ὀργανικοὶ νόμοι μᾶς ἐπέτρεπον ἢ ἐν μέρει· καὶ διὰ τοῦτο μᾶς ἀπεκάλεσαν σπατάλους. Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι τῆς φειδοῦς, τῶν οἰκονομιῶν, καὶ δὲν μένουν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα τοῦ σπατάλου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ ὑπερβαίνουν, καὶ ὑπομονὴ ἂν περιωρίζοντο εἰς δαπάνας προβλεπομένας ὑπὸ τῶν νόμων, προέβησαν καὶ εἰς τοιαύτας λίαν παρανόμους, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Σῖμος εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν πολὺ ἐκοπίασαν τόσον ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὡς καὶ ὁ κ. Σῖμος νὰ μᾶς ἐξηγήσουν τοὺς λόγους τῆς αὐξήσεως τινῶν κονδυλίων καὶ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σωτηρόπουλος οὐδόλως ἀνέφερε. Διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν συμβάσεων οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, ὁ κύριος Σωτηρόπουλος περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸν νόμον. «Ταμεῖον συντάξεων πολιτικῶν ὑπαλλήλων» ἐνταῦθα προσθέτουν 50,000 δραχμὰς περισσότερον τῶν ὅσων εἶχεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις. Αὐτὴν τὴν βοήθειαν τοῦ ταμείου ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις δὲν ἔκαμε, διότι ἤθελε προστεθῆ καὶ ἕτερος μῶμος σπατάλης. Μικρὸν τὸ ποσὸν καὶ ἴσως δίκαιον. Ἔρχεται ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν ὑπουργείου» 30,402. Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως. Ἐκεῖναι αἱ θέσεις αἱ συμπληρωμέναι ἀπὸ τὸ σπάταλον ὑπουργεῖον ἔρχεται τὸ ὑπουργεῖον τῆς φειδοῦς καὶ λέγει, εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι.

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.

§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχετε ἀκόμη ὀλίγην ὑπομονὴν, καὶ περαίνω τὸν λόγον μου. Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους μερικὰς ἰδέας τοῦ κ. Σίμου, ὡς λ. χ. ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τοῦ 24 καὶ 25· (θόρυβος).

§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί τὰ θέλεις αὐτά.

§103ΕΤΕΡΟΙ. Περὶ αὐτῶν εἰς τὰ καθέκαστα· (θόρυβος).

§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλὰ σᾶς κάμνω τὴν χάριν, παραιτοῦμαι τοῦ μέρους τούτου· ἀλλὰ δὲν θὰ παραιτηθῶ ἑτέρας ἰδέας τοῦ κ. Σίμου, ὅτι ἵνα βελτιωθοῦν τὰ οἰκονομικά μας ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Σῖμος λέγων ἰσχυρὰν κυβέρνησιν; Ἰσχυρὰν κυβέρνησιν, συνταγματικὴν κυβέρνησιν κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ἐννοῶ παρ’ ἐκείνην ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην πλειονοψηφίαν.

§105Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ σέβεται τοὺς νόμους.

§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον προσὸν μιᾶς ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως· ἕτερον προσὸν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πίστιν εἰς τοὺς πολίτας διὰ τὴν καλὴν διοίκησίν της. Ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις; Ἰσχυρὰ κυβέρνησις εἶναι ἡ στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἠθικῆς, ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Δύναται ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὰ στοιχεῖα ταῦτα; ὄχι· δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, διότι ἐν πρώτοις ἐξηπάτησε τὸν λαὸν ὑποσχεθεῖσα ἐλάττωσιν φόρων, ὅπερ δὲν ἔκαμεν. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν αὐτὴ μὴ ἐκπληρώσασα τὰς ὑποσχέσεις της δὲν δύναται νὰ ἐνισχυθῇ· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ προσαπαιτεῖται καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, τοῦ λαοῦ. Μὴ πιστεύῃ ὁ κ. Σῖμος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις ποτὲ ἰσχυρά, μὴ στηριζομένη εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ μὴ πιστεύῃ, ὅτι παραβιάζουσα τοὺς νόμους δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχύν· ἀδύνατον. Λοιπὸν ποῖα τὰ προσόντα, μὲ τὰ ὁποῖα παρουσιάζεσθε ὡς ἰσχυρὰ κυβέρνησις; κανέν· ἀπεναντίας παρεβιάσατε τοὺς νόμους, ἐδώκατε ψευδεῖς ὑποσχέσεις· ἄρα ἐξηπατήσατε τὸν λαόν. Οὕτω πως πολιτευθέντες νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὰ στοιχεῖα ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως; Εὔχομαι νὰ τὰ εἴχετε, ἀλλὰ δὲν τὰ ἔχετε.

§107ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Τὰ ἔχομεν καλλίτερα ἀπὸ σᾶς.

§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ πιστεύετε ἀπὸ διαλύσεις καὶ ἄλλα.

§109ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὰ λόγια θὰ μᾶς κάμετε ...

§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὕτω πως πολιτευόμενοι πιστεύσατε, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅτι καὶ γελάδια ἂν φέρετε ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§111ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶχον ποσῶς σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος· ἕνεκα τούτου δὲν θέλετε παραξενευθῆ, ἂν ταύτην τὴν στιγμὴν, δὲν θέλετε μ’ εὕρει ἀκριβῆ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, οὔτε κατάλληλον νὰ σᾶς περιπλέξω διὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ νὰ σᾶς παραστήσω ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων, ὡς ἔπραξαν ἄλλοι προσβάλλοντες τὸ ὑπουργεῖον. Ἄλλωτε, κύριοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀποτελέσας μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, σήμερον δὲ διατελῶν μέλος τῆς κυβερνήσεως, ὤφειλον, προκαλούμενος ἀπὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἐνταῦθα, νὰ δικαιολογήσω τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν παροῦσαν διαγωγήν μου, ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιόν σας μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἐλάλησα εἰς ἄλλας περιστάσεις χωρὶς τίποτε νὰ μὲ πτοήσῃ.

§112ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται.

§113ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κανένα δὲν διέκοψα· ὅλους ἤκουσα μὲ στωϊκὴν ἀπάθειαν· ὀφείλετε λοιπὸν καὶ ὑμεῖς, ἀποδίδοντές μοι τὰ ἴσα, νὰ μὲ ἀκούσετε καὶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἄλλως ἕκαστος λαλεῖ κατ’ ἴδιον τρόπον, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τῷ διαχαράξῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως τῶν σκέψεών του. Ἤμην, κύριοι, ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἤμην ἐναντίος τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν δὲν εἶχον φωνὴν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μὲ ἀπεμάκρυναν περιστάσεις, τὰς ὁποίας ῥίπτω εἰς λήθην, εἶχον φανῆ μεταξὺ τῶν φίλων μου εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας· πολλάκις διὰ τῆς δημοσιογραφίας δὲν ὤκνησα νὰ φέρω εἰς τὸ κοινὸν τὰς σκέψεις μου· ἐὰν ἤμην, κύριοι, ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡρμώμην ἀπὸ δύω αἴτια· πρῶτον, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων βλάπτει τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, δεύτερον, διότι ἡ ἅπαξ γινομένη ἐξόγκωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιφέρει ἀνυπέρβλητα προσκόμματα περὶ τὴν ἐλάττωσίν του ἐν ἀνάγκῃ ἀπολύτῳ, ὡς ἡ παροῦσα. Κατακρίνων τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐλυπούμην διὰ τὸ τότε γινόμενον, ἀλλὰ διὰ τὰς συνεπείας τοιούτου μέτρου. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον πῶς ἔρχονται καὶ παρίστανται πολέμιοι αὐτῆς τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ αὐτουργοὶ αὐτοῦ τοῦ κακοῦ· Ἤλθομεν, κύριοι, εἰς μίαν κυβέρνησιν διάδοχον μιᾶς ἄλλης, τὴν ὁποίαν κατεκρίναμεν ὡς σπάταλον· ἂν ἐλυπήθημεν, ἐλυπήθημεν τῳόντι, διότι ἐγείναμεν κληρονόμοι μιᾶς κυβερνήσεως, ἥτις μᾶς ἀφῆκε τοιαύτας συνεπείας. Καὶ τί μᾶς λέγουν, κύριοι; σεῖς δὲν ἐπρεσβεύσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων; δὲν ἐπρεσβεύσατε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; πῶς λοιπὸν ἔρχεσθε σήμερον καὶ παραδέχεσθε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ὡς ἡμεῖς τὴν ἐκάμαμεν, ἡμεῖς τὴν ὡρίσαμεν; ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἀντίθετοι, τοιαύτην τηροῦντες γλῶσσαν, ὁμοιάζουν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις κατακρίνει τὸν κληρονόμον διὰ τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπέβαλεν ὁ κληρονομηθεὶς καὶ τὰ ὁποῖα πληρόνει. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσάγητε ἓν ὁποιονδήποτε ἔξοδον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, γεννῶνται δικαιώματα καὶ συμφέροντα, ἐὰν δ’ ἑπομένως θελήσητε νὰ ἀφαιρέσητε ἀποτόμως αὐτὴν τὴν δαπάνην τὴν γεννήσασαν τὰ δικαιώματα καὶ συμφέροντα, θέλετε ἀπαντήσει ἰσχυρότατον πρόσκομμα, τὴν σύγκρουσιν τῶν συμφερόντων πολλῶν οἰκογενειῶν ζημιουμένων ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς δαπάνης. Ἐὰν μίαν π. χ. θέσιν ὑπαλλήλου καταργήσητε, θέλετε ἴδει 50 ὑπὲρ αὐτοῦ ὑψοῦντας φωνήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν δύνασθε διὰ μιᾶς νὰ κάμετε μίαν ἐλάττωσιν καὶ μάλιστα εἰς περιστάσεις εἰς ἃς εὑρισκόμεθα· δὲν δύνασθε νὰ καταπαύσητε διὰ μιᾶς τὰ κακῶς γενόμενα· αὐτὰ ἀπαιτοῦν χρόνον· τὸ κακὸν εὔκολα γίνεται, δυσκόλως ὅμως θεραπεύεται. Μᾶς κατακρίνουν, ὅτι δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα τὰ τακτικά· πότε δὲ μᾶς λέγουν τοῦτο; ὅτε αὐτοὶ οὗτοι οἱ κατακριταὶ γινώσκουν, ὅτι μᾶς ἐκληροδότησαν τὴν πληρωμὴν τόκων. Ὅταν ἄλλοτε ἐλαλοῦμεν κατὰ τῆς ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν, ἤμεθα εἰς ἄλλην περίστασιν, ἦτον ἄλλη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς πατρίδος, ἄλλαι αἱ ἀνάγκαι τότε καὶ ἄλλαι σήμερον. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς λέγουν, εἴχαμεν μίαν πολιτικὴν ἄλλην, τὴν ἐκπεφρασμένην, τὸ ἐκηρύξαμεν, ἐπροσπαθήσαμεν νὰ κάμωμεν στόλον, στρατὸν καὶ τὰ τοιαῦτα· σεῖς σήμερον, οἵτινες εἶσθε ἐναντίοι εἰς τὰ τοιαῦτα, τί ζητεῖτε; Διατὶ ἐπιδιώκετε τὴν προμήθειαν νεωτέρου ὁπλισμοῦ; διατὶ μᾶς παρακολουθεῖτε εἰς τὰς προπαρασκευάς; Πρὸς ταῦτα, κύριοι, ἀπαντῶμεν, ὅτι διαφέρομεν ἀπὸ ὑμᾶς κατὰ τοῦτο, καὶ τὸ καυχώμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ λέγωμεν λόγους πολὺ ἀπέχοντας τῶν πραγμάτων. Ἐλέγετε, κύριοι, τότε νὰ κηρύξετε τὸν πόλεμον, πῶς δὲ ἐκηρύξατε τοῦτον; διὰ τῶν λῃστῶν· τούτους ἐθέσατε ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς ἐπαναστάσεως, καὶ δι’ αὐτῶν μείζονα κακὰ ἐπῆλθον παρ’ ὅ,τι ἤλπιζέ τις, καὶ ἐθυσιάσατε καιρίως τὸν ἑλληνισμὸν καὶ τὴν πατρίδα. Ἂν σήμερον ἐπαρχίαι τινὲς πάσχωσιν ὑπὸ τῆς λῃστείας, αἰτία εἶσθε ὑμεῖς οἱ σήμερον κατακριταί μας. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανῶμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστείλωμεν τὴν λῃστείαν, νὰ καταδιώξωμεν τοὺς λῃστὰς, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν δημοσίων χρημάτων ἐνίσχυσε τὸ πεπτωκὸς ὑπουργεῖον, καὶ μᾶς λέγουν, τί θέλετε τὸν ὁπλισμόν! Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀντὶ τούτου καλλίτερον ἠδύναντο νὰ εἴπωσι τὶ θέλετε τὸν στρατὸν; διαλύσατέ τον. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ἔχουν στρατόν· τί τὸν θέλομεν ἡμεῖς; ἐὰν τοιοῦτόν τι εἴπητε σεῖς, ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ λέγετε ὅτι θέλετε στρατὸν καὶ τὸν θέλετε ἄοπλον, εἶναι ἐναντίον πάσης λογικῆς, παντὸς ὀρθοῦ συλλογισμοῦ· Ὄχι, κύριοι, δὲν εἴμεθα βεβαίως τῆς πολιτικῆς τῆς ἐκπεφρασμένης, τῆς ψευδοῦς, τῆς ὁποίας ὀπαδοὶ ἐδείχθητε ὑμεῖς, εἴμεθα τῆς πολιτικῆς τῆς καθαρᾶς, εἴμεθα τῆς πολιτικῆς τῆς καρδίας, εἴμεθα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς ἕκαστον ἕλληνα· ἀλλὰ συγχρόνως σεβόμεθα ἑαυτοὺς, ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα, δὲν θέλομεν ποτὲ νὰ ἐκμεταλευθῶμεν τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος πρὸς ἴδιον ὄφελος, δὲν θέλομεν νὰ ἐκμεταλευθῶμεν τὰς ἰδέας τὰς ἱερὰς μόνον διὰ νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν· προτιμῶμεν νὰ γίνωμεν θύματα πολιτικῆς ὑπαγορευομένης ἀπὸ τὰ σπουδαῖα συμφέροντα τῆς πατρίδος παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ μᾶς θέσητε· ἐννοοῦμεν, κύριοι, τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ζητεῖτε νὰ μᾶς ἐκβιάσητε νὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν τὴν πολιτικήν μας. Ἔχομεν, κύριοι, συνείδησιν. Θέλομεν δώσει ἐν καιρῷ λόγον πρὸς τὴν πατρίδα, συναισθανόμεθα βαθέως τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὴν πατρίδα, πρὸς τὸν θρόνον, πρὸς τὸ πᾶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία περίστασις θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν· θέλομεν δὲ δείξει ἐν καιρῷ διὰ τῶν πραγμάτων ὁπόσον εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Δὲν πτοούμεθα ἀπὸ τὰς συκοφαντίας, θέλομεν περιφρονήσει ταύτας, θέλομεν ἐμμείνει πιστοὶ εἰς τὸ σημεῖόν μας. Δὲν θέλομεν ἀπομακρυνθῆ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἱστάμεθα. Οὐδὲν θέλει μᾶς πτοήσει. Ἐννοοῦμεν, κύριοι, τὰς δυσχερείας, ἐννοοῦμεν τὰ πολλαχόθεν καθ’ ἡμῶν διευθυνόμενα βέλη, ἀλλὰ θέλομεν ἐμμείνει ὡς πιστοὶ στρατιῶται σταθεροὶ ἐπὶ τοῦ σημείου, ὅπερ συνάδει πρὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ συμφέροντος τῇ πατρίδι. Αἱ ἀντιῤῥήσεις, αἱ ἀντεγκλήσεις, αἱ ἐγκλήσεις, αἱ παρεμβαλλόμεναι δυσχέρειαι δὲν θέλουσι ποτὲ μᾶς ἀποδειλιάσει, οὔτε θέλουσιν ἀναστείλει τὴν πορείαν μας. Θέλομεν ὑπερνικήσει πάσας τὰς δυσχερείας. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι πάντες δὲν στερεῖσθε τοῦ πατριωτισμοῦ, ὅστις ἔγκειται τῷ Ἕλληνι, ἀλλὰ φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τινὲς ἀποπλανῶνται ἴσως, πολλοὶ δ’ ἕτεροι ὠθοῦνται καὶ ἀπὸ ἄλλας ἰδίας σκέψεις. Μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰς πράξεις του ἐλαύνεται ὑπὸ φατριασμοῦ, ἀλλὰ ποῖοι σᾶς εἶπον τοῦτο; ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἱερὸν, οὔτε ὅσιον εἶχον. Βλέποντές με, κύριοι, ταύτην τὴν στιγμὴν, δὲν ἀνακαλεῖτε ἆρά γε περίστασίν τινα, ὅτι οἱ ἀποδίδοντες εἰς τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον φατριασμὸν ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον, ὅτε ἐν τοῖς πράγμασι διετέλουν; Λέγουν, ὅτι ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομικὴ δὲν ὑπάρχει εὐάρεστος, ποῖος ἀρνεῖται, κύριοι, τοῦτο; Οὐδείς. Διαφέρομεν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ἐκληρονομήσαμεν τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν ἐπὶ τὸ βέλτιον διὰ μιᾶς· ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ πράξωμεν, τὸ ἐπράξαμεν. Δὲν πιστεύω, κύριοι, σκεπτόμενοι καλῶς νὰ ἀποδώσητε ἐν πεποιθήσει τοιαύτας ἰδέας, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξετόξευσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου· ἄλλως δὲ, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἀγορεύσεις καὶ ἐπὶ πᾶσι τὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι τὰ ἐλλείμματα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὁποῖα ἐνώπιόν σας παρίστανται, καὶ ὅτι ταῦτα δύνανται εὐκόλως νὰ καλυφθῶσι δι’ ἑνὸς μικροῦ δανείου.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.

§115ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβε διαστάσεις πολὺ εὐρείας καὶ σπουδαίας, τὰ σπουδαιότερα ζητήματα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἀνεπτύχθησαν ἐδῶ· εἶναι πολλοὶ οἱ ἐγγραφέντες, συγχρόνως ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ μερικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἶναι ἐδῶ, ἔχουν ὑποχρεώσεις ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς των· νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὁ καιρὸς προέβη, δυνάμεθα τὴν Δευτέραν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.

§116ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Πάλιν ἀναβολάς;

§117ΦΙΛΗΜΩΝ. Διότι τὸ ζήτημα σήμερον ἔλαβεν ἄλλον χαρακτῆρα.

§118ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ τελειώσουν.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρὲς, ὁ κ. Δημητρακάκης, ὁ κ. Βαλατσὴς ἔχουν τὸν λόγον, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς;

§120ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν εἰς τὰ καθέκαστα.

§121ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχομεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας αὐτὴν τὴν συζήτησιν, πρέπει τοὐλάχιστον σήμερον νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ καὶ νὰ ἔλθωμεν μεθαύριον εἰς τὰ καθέκαστα.

§122ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι θὰ κάμωμεν πρότασιν, κύριοι· μετὰ μίαν τόσον διαρκῆ συζήτησιν, ἥτις διαρκεῖ τρεῖς ἡμέρας φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἓν ἀποτέλεσμα, μία ἀπόῤῥοια τῆς συζητήσεως αὐτῆς· διὰ τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποβάλλει τὴν ἀκόλουθον πρότασιν· (τὴν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον).

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;

§124ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι ὑπὲρ τοῦ κ. Δεληγεώργη.

§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον εἰς κανένα ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τοῦ τόπου, νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις.

§126ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.

§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπεράνω ὅμως τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων ὑπάρχει λογικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ηὐδόκησε ν’ ἀποθέσῃ εἰς τὸ πλάσμα του καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρισθῇ χωρὶς νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὕπαρξίν του. Ὁποία ἀπαίτησις ὑπάρχει σᾶς παρακαλῶ; Συζητοῦμεν ἐπὶ 6 περίπου ὥρας καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι οἱ κκ. Βουλευταὶ εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ δύο ἀκόμη. Ἅμα τοῦτο ἀποφασίζετε νὰ τὸ κάμωμεν, ἂν ὑπάρχῃ σκοπὸς νὰ τελειώσωμεν ἀφεύκτως ἀπόψε, βέβαια θέλω ἀναδεχθῆ τὸ βάρος· καὶ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, παρακαλῶ, νὰ μὴ κάμῃ παράπονον ὅτι θὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν· ἂν ὅμως δὲν ᾖναι ἀναπόφευκτον νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, τότε ἐπιφυλάττομαι.

§128ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς ᾖναι τὴν Δευτέραν.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7½ Μ. Μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
2Τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1868.
3(Σάββατον)
4(Ὥρα 3 παρὰ 5′)
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προτεραίας.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
9§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. —
11Χθὲς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἀνεγνώσθη διὰ πρώτην φορὰν τὸ
12νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 40,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀπο-
13ζημίωσιν τῶν παθόντων κατοίκων τῶν Καλαβρύτων.
14§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι ἀποζημίωσιν, βοήθειαν.
15§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ᾖναι. — Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ
16ἀναγνωσθῇ διὰ δευτέραν φοράν.
17Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ δευτέραν φορὰν
18ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
19§6ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. Βασιλειάδης εἶχε κάμει μίαν αἴτησιν
20καὶ εἶχε γίνει καὶ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, δὲν
21ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτὸ καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν εἰς
22τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
23§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν. — Ἐπὶ τῆς
24συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δρόσος·
25(θόρυβος).
26§8ΔΡΟΣΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ξηροχωρίου κ. Ἀθ. Πετσάλης χθὲς
27ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 πρὸς τὸν
28τοῦ 1868, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτῆς ἀνεκάλυψεν ἑκατομ-
29μυρίων δαπανῶν αὐξήσεις τὰς ὁποίας ἔῤῥιψεν εἰς βάρος τῆς
30ἐνεστώσης κυβερνήσεως· (θόρυβος).
31§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε νὰ γείνῃ ἡσυχία, διότι δὲν
32ἀκούομεν.
33§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
34§11ΔΡΟΣΟΣ. Ἂν ἐφυλλολόγει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, τὸν
35ὁποῖον ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ πρὸς τὸν τοῦ 1868, ἤθελε παρατη-
36ρήσει, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον πολλαὶ δαπάναι δὲν
37ὑπάρχουν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐνῷ ὑπάρχουν ὁλόκληροι εἰς τὸν
38προϋπολογισμὸν τοῦ 1868. Ἰδίως ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ
39ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅλαι αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγει-
40ναν κατὰ τὸ 1867, ὑπελογίσθησαν δι’ ἐννέα μῆνας, ἤτοι ἀπὸ 1
41Ἀπριλίου. Ἤθελε παρατηρήσει προσέτι πολλὰς ἄλλας δαπάνας,
42αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐντὸς τοῦ 1867, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν
43συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους αὐτοῦ.
44Ἤθελε τέλος πάντων πεισθῆ, ὅτι ἡ σύγκρισις ἦτο μία ματαιο-
45πονία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐπιχείρημα ἰσχυρὸν,
46ἀλλ’ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἠξεύρουν νὰ τοὺς μετα-
47χειρισθοῦν· διὰ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις μεγάλας ἱκανότητας,
48δεινοὺς νομικοὺς νὰ προσκρούσουν ἀπέναντι τῶν ἁπλῶν ἀριθμῶν.
49Ὁ κ. Πετσάλης μετὰ ταῦτα ἐνησχολήθη πολὺ εἰς τὴν ὑπόθεσιν
50τῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825, καὶ ἀνέφερεν ἐνεργείας τοῦ
51ὑπουργείου τοῦ 1863, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος. Εἶναι ἀλη-
52θὲς, ὅτι εἰργάσθημεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐθέσαμεν βά-
53σεις ἀναγνωρίσεως καὶ τακτοποιήσεως τῶν δανείων ἐκείνων,
54καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ ἐπιφορτίζουσα τὸν
55προϋπολογισμόν της μὲ 25,000 λίρας κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ οὔτε δια-
56πραγμάτευσιν καμμίαν ἐκάμαμεν, οὔτε κανὲν ποσὸν εἰς τὸν
57προϋπολογισμὸν ἐσημειώσαμεν· ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῇ ἡ
58συγκατάθεσις τρίτων, καὶ αὐτῶν ἡ ἀπάντησις ἦλθεν εἰς τοὺς
59διαδόχους ἡμῶν.
60Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πετσάλην εἰς τὰ ἄλλα ἀντι-
61κείμενα, διότι ἐκεῖνα χρήζουσιν ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Καὶ ὁ
62κ. Πετσάλης καὶ ἄλλοι ἐκοπίασαν πολὺ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ἡ
63οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν εἶναι καλή. Μάταιος κόπος, οὐδεὶς
64ἀντιλέγει, οὐδεὶς ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ
65κατάστασις· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· τὸ ζήτημα εἶναι ποῖα
66εἶναι τὰ αἴτια, ποῖοι εἶναι οἱ ἐργάται τῆς καταστάσεως αὐ-
67τῆς· αὐτὸ θὰ ἐξετάσω· πρὶν ὅμως ἐπιχειρήσω τὴν ἐξέτασιν,
68εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ γυρίσω ὀλίγον ὀπίσω διὰ νὰ παρα-
69τηρήσω, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου πε-
70ρὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866 δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβεῖς,
71καθὼς δὲν ἦτο ἀκριβὲς καὶ τὸ πλεόνασμα τοῦ ἑνὸς καὶ
72ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον παρέστησεν, ἀνασκευάσας
73τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, καὶ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν λῆξιν
74τῆς χρήσεως μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠθέ-
75λησε νὰ περιορίσῃ τὰς οἰκονομίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866
76εἰς 300,000, νὰ μετατοπίσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς σώφρονος
77ἐκείνης διοικήσεως, καὶ νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἀνή-
78κουν. Οὔτε καιρὸς, οὔτε τόπος, οὔτε ἀνάγκη εἶναι νὰ ζητήσω-
79μεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, ἀρκεῖ ὅτι ἀναγνωρίζεται
80καὶ ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1866
81ἐπεχείρησε νὰ κάμῃ σπουδαίας οἰκονομίας, ὅτι προσεπάθησε νὰ
82φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἄνευ νέων φό-
83ρων, ἄνευ δανείων, καὶ ἐπέφερεν ἐλαττώσεις μεγάλας προσεγ-
84γιζούσας εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι πλήρης,
85ἂν δὲν ἐπήρχοντο ἔκτακτοι περιστάσεις, προκαλέσασαι νέας
86δαπάνας καὶ ἂν ἡ διάδοχος κυβέρνησις δὲν ἀντεστρατεύετο
87πρὸς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν.
88Μετὰ τὴν μακρὰν ταύτην παρέκβασιν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προ-
89κείμενον. Δύο ἔχομεν προϋπολογισμοὺς διὰ τὸ ἔτος 1868, τὸν προϋ-
90πολογισμὸν τὸν συνταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν παρελθοῦ-
91σαν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συν-
92ταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν παροῦσαν ὑπὸ τοῦ κ. Σίμου· καὶ
93ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος περιέχουν ὅλας τὰς δαπάνας, ὅσαι ἐδημιουργή-
94θησαν εἰς τὸ 1867, καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος εἶναι τὸ ἀπαύγασμα
95τῆς πολυτελείας τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐὰν εἰς τὰς τακτικὰς δαπά-
96νας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Σίμου ὑπερτερῇ ἐκεῖνον τοῦ κ.
97Κεχαγιᾶ κατὰ 592,000 δραχμῶν, εἰς δὲ τὰς ἐκτάκτους ὁ
98προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ὑπερβαίνῃ τὰς ζητηθείσας
99παρὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως ἐκτάκτους πιστώσεις
100κατὰ 3,000,000 περίπου, ἐν συνόλῳ ὁ προϋπολογισμὸς
101τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἀναβιβάζει τὰ ἔξοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα εἰς
10246,660,000. Ὅτε ἐδημοσιεύθη ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς, ἐξανέ-
103στημεν, διεῤῥήξαμεν τὰ ἱμάτιά μας κατ’ αὐτοῦ· εἰς τὰς τάξεις
104τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχουν πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι συνεμερίσθη-
105σαν τῆς ἀγανακτήσεώς μας· αὐτοὶ εἶναι συνεπεῖς, ἔχουν δικαίω-
106μα καὶ σήμερον νὰ κατακρίνουν τὰς δαπάνας αὐτὰς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι,
107οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς
108δαπάνας αὐτὰς, δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, δὲν ἔχουν τὸ αὐτὸ
109δικαίωμα, αὐτοὶ κατακρίνοντες τὰς δαπάνας αὐτὰς κατακρί-
110νουν τὰ ἴδια αὐτῶν ἔργα· διατὶ λέγουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ συ-
111στήματος τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἔκαμον οἰκονομίας; Διότι δὲν
112εἶναι εὔκολον νὰ ἀνατρέπῃ τις δικαιώματα καὶ συμφέροντα
113ἀποκτηθέντα διὰ νόμων· ὀλίγα παραδείγματα θέλουν σᾶς πεί-
114σει περὶ τῆς ἀληθείας. Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἐνόμισε καλὸν
115νὰ φέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὴν φάλαγγα, καὶ παρέλαβε φαλαγγίτας,
116τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ἦσαν ἐξωφλημένα διὰ παραχωρή-
117σεως ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ τοὺς κατέταξαν εἰς τὴν φάλαγγα καὶ
118τοὺς ἐπροβίβασαν· καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κακὸν μόνον, κύριοι·
119ἄλλοι φαλαγγῖται κρούουν τὴν θύραν σήμερον, καὶ λέγουν καὶ
120ἡμεῖς τὰ αὐτὰ ἔχομεν δικαιώματα, καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπα-
121νέλθωμεν εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ἔχετε πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ
122ἀριθμοῦ τῶν φαλαγγιτῶν. Ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 ἐσύστησε 4
123τάγματα εὐζώνων· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν-
124ταῦθα χρεωστῶ, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰρ-
125γάσθη, ἀφοῦ ἀπέβαλε πᾶν πνεῦμα κομματισμοῦ, ἠθέλησε νὰ
126φέρῃ βελτιώσεις εἰς τὴν κατάστασίν μας, χωρὶς νὰ προξενήσῃ
127πρόσκομμα εἰς τὴν κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ φέρῃ παραλυσίαν εἰς
128τὴν ὑπηρεσίαν· ἤλθομεν εἰς τὴν δαπάνην τῶν 4 ταγμάτων, καὶ
129ἠμφισβητήθη ἡ χρησιμότης αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ καὶ τῆς
130μιᾶς καὶ ἑτέρας μερίδος δὲν ἐτόλμησαν νὰ προτείνωσι τὴν διά-
131λυσιν, ὄχι τόσον ἴσως διὰ τὴν χρησιμότητα, ὅσον διὰ τὸν φό-
132βον τῶν συνεπειῶν τῶν ἐκ τῆς διαλύσεως. Ἔχομεν τὸν νόμον
133περὶ τῶν συντάξεων τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν·
134αὐτοὶ δὲν εἶναι τῆς κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς ἔργον· οἱ ἀξιω-
135ματικοὶ μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν ἀποστρα-
136τείαν προβιβαζόμενοι, καὶ ἐτέθησαν πολλοὶ ἀξιωματικοί, οἱ
137ὁποῖοι ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ
138ἤνοιξαν θέσεις διὰ νὰ προβιβασθοῦν ἄλλοι. Ἦλθον οἱ προβιβα-
139σμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ
140ἐμοίρασε, καὶ οἱ προβιβασμοὶ ἐκεῖνοι, κύριοι, εἰς τοὺς ὁποίους
141δὲν ἐτηρήθη αὐστηρὰ δικαιοσύνη καὶ νομιμότης, ἐγέννησαν πα-
142ράπονα, ἐγέννησαν ἀξιώσεις, καὶ ἦτο ἑπόμενον ὅταν ἔλαβον τὸν
14350στὸν λοχαγὸν καὶ τὸν ἔκαμον ταγματάρχην, ἦτο ἑπόμενον
144οἱ 49 νὰ ὑψώσουν φωνὴν νὰ παραπονεθοῦν, καὶ αὐτὰ τὰ παρά-
145πονα, καὶ αἱ ἀξιώσεις ἔφεραν ἄλλους προβιβασμοὺς, καὶ αὐτοὶ
146ἐγέννησαν ἄλλα παράπονα καὶ ἄλλας ἀξιώσεις, καὶ φοβοῦμαι,
147ὅτι μετ’ ὀλίγον ἄλλος ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δικαιώσῃ καὶ
148αὐτοὺς, καὶ τότε θὰ ἔλθουν καὶ ἄλλοι (θόρυβος).
149§12ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τότε θὰ δουλεύῃ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς
150τὸ ἔθνος.
151§13ΔΡΟΣΟΣ. Ἀνέβην νὰ εἴπω ἀλήθειαν, κύριοι. Βέβαια πρέπει
152νὰ τεθῇ ἕνας χαλινὸς, διότι δὲν ἠξεύρει κανεὶς ποῦ θὰ φθάσωμεν.
153Ἐν τῷ οἴστρῳ τῆς ἀρειμανιότητός του, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867
154ἐσύστησε σχολεῖον Ναυτικὸν διὰ νὰ κάμῃ ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ
155χρησιμεύσουν οὗτοι εἰς τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐμελέτα νὰ κάμῃ·
156καὶ δαπανῶνται ἐτησίως δι’ αὐτὸ πόσα νομίζετε; 300,000.
157Ἦλθε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ ποία ἡ
158δύναμις τῶν τετελεσμένων· εὑρέθημεν διῃρημένοι, 6 εἶπον νὰ
159διαλυθῇ καὶ 6 εἶπον νὰ μὴ διαλυθῇ τὸ σχολεῖον. Κατὰ τὸ ἔτος
160αὐτὸ τοῦ 1867 ἔγεινε νόμος, ὁ ὁποῖος προσθέτει εἰς τὰ ὑπάρ-
161χοντα πρωτοδικεῖα ἕτερα ἕνδεκα· ἐξ αὐτῶν 3 ἐσυστήθησαν
162τὸ τῆς Παρνασσίδος τὸ τῆς Ἠλείας καὶ τὸ τῆς Λευκάδος· ἡ
163ἐπιτροπὴ ἐνησχολήθη καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ τὶ ἐγέ-
164νετο; ὑψώθη φωνὴ ὑπὲρ καταργήσεως τῶν τριῶν συστηθέντων
165πρωτοδικείων, ὑψώθη ἑτέρα ὑπὲρ τῆς συστάσεως καὶ τῶν ἐπι-
166λοίπων, ὑψώθη τρίτη φωνὴ, νὰ συστηθοῦν πλειότερα πρωτοδι-
167κεῖα. Ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν συμφερόντων ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
168ἠδυνήθη νὰ κάμῃ τίποτε καὶ παρεδέχθη τὴν πίστωσιν τῶν
169τριῶν· πιστεύω δὲ, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις θὰ ἐπανέλ-
170θουν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπετε ἐκ
171τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυ-
172βέρνησις — διότι πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς ἕκαστον τὰ
173οἰκεῖα, ἐκληρονόμησε τὰς ὑπερόγκους αὐτὰς δαπάνας ἀπὸ
174τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1867, τοὐλάχιστον τὰ ἐννέα δέκατα.
175Βλέπω σήμερον εὐχαρίστως, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦν νὰ φέρωμεν
176τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα εἰς ἰσοῤῥοπίαν, ὅτι ὅλοι αἰσθάνονται
177τὴν ἀνάγκην νὰ κατορθώσωμεν ἓν περίσσευμα ἄνευ τοῦ ὁποίου
178δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ φέρωμεν τακτοποίησιν εἰς τὰ οἰκο-
179νομικὰ, καὶ νὰ συνομολογήσωμεν καὶ δάνειον, τοῦ ὁποίου ἔχο-
180μεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Εἰς τὴν καλὴν αὐτὴν διάθεσιν εὐτυχῶς
181μᾶς συντρέχει ἡ θεία πρόνοια· ἡ ἐφετεινὴ εὐφορία ἔφερεν αὔξησιν
182εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ εἰς τὸ ἔλαιον, κατὰ τὰς ση-
183μειώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασε
184διὰ τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τοῦ ἐλαίου,
185τῆς σμύριδος καὶ τοῦ πεμπτημορίου τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιη-
186θέντων φθαρτῶν κτημάτων, αἱ βεβαιώσεις τοῦ 1868 ὑπερβαί-
187νουν τὰ 35,000,000· καὶ ὅταν αἱ βεβαιώσεις ὑπερβαίνουν τὰ
18835,000,000, δὲν διστάζω, καὶ πᾶς ἄλλος ἐντριβὴς εἰς τὰ
189οἰκονομικὰ θὰ συμφωνήσῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ σημειούμενον εἰς τὸν
190προϋπολογισμὸν, τὰ 33½ ἑκατομμύρια θὰ εἰσπραχθῶσιν· ἐὰν
191λοιπὸν εἰσπράξωμεν 33½ ἑκατομ. τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορί-
192ζεται εἰς 500,000 δραχμῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομι-
193κῶν ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος ἡ κυ-
194βέρνησις νὰ δεχθῇ πᾶσαν ἄλλην ἐλάττωσιν ἐξόδων, ἡ ὁποία δὲν
195φέρει προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐπρόσθεσεν ὅτι δὲν
196θὰ πραγματοποιήσῃ ὑπὲρ τὸ 1,000,000 ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ
197ὁποῖαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν λοιπὸν οἰκονο-
198μήσητε 2,000,000 ἐξ αὐτῶν, τότε τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν
199ἐξόδων θὰ μεταβληθῇ εἰς περίσσευμα 1 καὶ ½ ἑκατομμυρ. Ἡ
200ἰσοῤῥοπία ὅμως αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ διαταράττεται ἀπὸ τὰς
201ἐκτάκτους δαπάνας. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ἔκτα-
202κτοι δαπάναι καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐλαττώσωμεν. Αἱ ἔκτακτοι
203δαπάναι, ὅπως παρουσιάζονται, κατατάσσονται εἰς τέσσαρας κα-
204τηγορίας· εἰς τὴν πρώτην ἀνήκει ἡ δαπάνη διὰ τοὺς πρόσφυγας
205Κρῆτας, περὶ αὐτῶν τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν· εἰς τὴν
206δευτέραν ἡ δαπάνη τῶν ἐκτάκτων μέτρων, καὶ περὶ αὐτῶν τί-
207ποτε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἰς τὴν τρίτην ἡ δαπάνη τῆς
208ναυπηγίας τοῦ ἐν Τεργέστῃ θωρηκτοῦ καὶ περὶ αὐτῆς τίποτε
209δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἰς τὴν τετάρτην ἡ δαπάνη τοῦ
210ὁπλισμοῦ. Ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ πίστωσις τοῦ
211ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ διακοσίων χιλιάδων ἐζητήσαμεν πλη-
212ροφορίας, ἐξ ὧν ἐξάγεται ὅτι, ἐκ τῆς πιστώσεως αὐτῆς ἔγεινε
213χρῆσις 889,000 δραχμῶν καὶ 300,000 ἐπληρώθησαν εἰς προ-
214μηθείας, τὰς ὁποίας εἶχε παραγγείλει ὁ Κ. Βότσαρης κατὰ τὸ
2151867.
216§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει πίστωσις 500,000 ἐξ αὐτῶν ἐπληρώ-
217θησαν αἱ 300,000· ἄρα ἔμεινε καὶ διαθέσιμος ποσότης.
218§15ΔΡΟΣΟΣ. Ἄρα μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 300,000 μένουν
219500,000, ἐξ αὐτῶν ἠγοράσθησαν ἵπποι, καὶ ἱπποσκευαί. Καὶ
220ἦτο ἑπόμενον νὰ ἀγορασθῶσιν, ἀφοῦ ηὐξήθησαν οἱ ἱππεῖς, ἠγο-
221ράσθησαν τὰ ὅπλα περὶ τῶν ὁποίων ἔγεινε προηγουμένως λόγος.
222Μένει τώρα τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀγορᾶς τῶν ἄλλων 15,000
223ὅπλων· περὶ αὐτῶν καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα ἔρευνα. Ἡ
224ἐπιτροπὴ ἀκόμη δὲν ἐνησχολήθη εἰς τὴν πίστωσιν αὐτήν· πρέπει
225νὰ ἐξετάσωμεν ὅλας τὰς περιστάσεις, νὰ πληροφορηθῶμεν
226ἐὰν ἔχωμεν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν καὶ τότε ἐν γνώσει ἡ Βου-
227λὴ νὰ χορηγήσῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν.
228Κατὰ τὰς σημειώσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, τὸ
229ἔλλειμμα τοῦ 1868 ἔκ τε τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δα-
230πανῶν φθάνει μέχρις 11,000,000. Τὸ ἥμισυ περίπου ἐξ αὐτῶν
231ἐκαλύφθη διὰ δανείου.
232§16ΖΑΪΜΗΣ. Πόσον νομίζετε ὅτι εἶναι τὸ ἔλλειμμα....;
233§17ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ
234γνωστοποιήσῃ τί δάνειον ἐπραγματοποίησεν ἀπὸ τὴν Ἰόνιον
235τράπεζαν....
236§18ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπομεν· εἶναι σημειωμένον, καὶ ἠμ-
237πορῶ νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω πάλιν.
238§19ΔΡΟΣΟΣ. Αὐτὸ, κύριε Κεχαγιᾶ, εἶναι ἀδιάφορον....
239§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν, διότι
240δὲν ἐκαλύφθη τὸ ἥμισυ διὰ δανείου.
241§21ΔΡΟΣΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐκαλύφθη τὸ ἥμισυ διὰ δανείου, τοῦτο
242θὰ εἰπῇ ὅτι θὰ λάβωμεν ἀνάγκην μεγαλειτέρου δανείου· διότι
243διὰ δανείου πάντοτε θὰ καλυφθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν, κύ-
244ριοι, νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέσα διὰ
245συνάψῃ αὐτὸ τὸ δάνειον. Ἠξεύρετε τὴν ἀμηχανίαν εἰς τὴν ὁ-
246ποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ εἰς θεραπείαν αὐτῆς πρέπει νὰ συντρέ-
247ξωμεν ὅλοι, διότι ὅλοι ἔχομεν συμφέρον εἰς τὴν διόρθωσιν· εἰς
248ταύτην ἐνδιαφέρεται καὶ κυβέρνησις καὶ βουλὴ καὶ συμπολίτευ-
249σις καὶ ἀντιπολίτευσις.
250Ἂς εἴπω δύω λέξεις καὶ διὰ τὰς προπαρασκευάς· αἱ ἔκτακτοι
251προπαρασκευαὶ, τὰς ὁποίας ἐπεχείρησαν κατὰ τὸ 1867, ἐὰν ἐγένον-
252το διὰ νὰ τεθῇ εἰς κατάστασιν πολέμου ἡ Ἑλλὰς, ἦσαν ἀνε-
253παρκεῖς, ἐὰν ἐγένοντο διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς κατάστασιν εἰρήνης,
254ἦσαν περιτταὶ καὶ ὀλέθριαι, διότι μᾶς ὑπέβαλον εἰς δάνειον
255βαρύ. Ἡ Ἑλλὰς σύγκειται ἀπὸ νήσους καὶ ξηρὰν, καὶ ἡ
256ξηρὰ περικυκλοῦται πανταχόθεν ἀπὸ θαλάσσας· καὶ ἡ ἀρχαία
257ἱστορία καὶ ἡ νεωτέρα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ
258ᾖναι ἐξησφαλισμένη, καὶ νὰ πράξῃ μέγα τι ἄνευ θαλασσίας
259δυνάμεως. Διὰ τοῦτο ὁ μαγαλοφυὴς Ἀθηναῖος ἀνεφώνει «μέγα
260γὰρ τὸ τῆς θαλάσσης κράτος.» Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ ἀποκτή-
261σωμεν μίαν μοῖραν, καὶ νὰ τὴν διατηρήσωμεν εἰς ἐνέργειαν,
262καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἀνάλογον στρατὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὐλά-
263χιστον ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἄνευ τούτων εἶναι μωρία
264νὰ ἐκθέσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν τύχην τοῦ ἔθνους. Εἰς τὴν
265ἐπανάστασιν, κύριοι, τὴν τελευταίαν εἴχομεν τὰ σιταροκάραβα·
266μὲ αὐτὰ τὰ πυρπολικὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ διατηρῶσι τὴν κυ-
267ριαρχίαν τῆς θαλάσσης καὶ νὰ ἀντιπαρατάσσωνται εἰς τὰς μεγά-
268λας δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ· καὶ ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τὰ διατη-
269ρῶμεν ἐπὶ ἓξ μῆνας εἰς ἐνέργειαν, οὔτε ὁ Ἰμβραήμης κατήρχε-
270το εἰς τὴν Κρήτην, οὔτε ἐκεῖθεν μετέβαινεν εἰς τὴν Πελοπόννησον,
271οὔτε τὸ Μεσολόγγιον ἔπιπτε δι’ ἔλλειψιν τροφῶν, οὔτε τὰ
272Ψαρὰ κατεστρέφοντο. Λοιπὸν χρημάτων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ
273δι’ αὐτῶν δυνάμεθα πολλὰ νὰ πράξωμεν, οὐδὲν δὲ ἄνευ αὐτῶν.
274Ἕνας μέγας στρατηγὸς καὶ αὐτοκράτωρ ἔλεγεν ὅτι ἐκ τῶν μα-
275χομένων ἐκεῖνος θὰ ἡττηθῇ, τοῦ ὁποίου πρῶτον θὰ κενωθῇ τὸ
276βαλάντιον· ὁ πόλεμος γίνεται διὰ τῶν χρημάτων· δὲν μετροῦν-
277ται αἱ δυνάμεις τῶν ἐθνῶν κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν
278ὁποῖον ἔχουν, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως
279αὐτῶν.
280§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε περὶ τῶν δύω ἑκατομμυρίων
281διὰ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις.
282§23ΔΡΟΣΟΣ. Εἶπον ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐλαττώσῃ ἡ ἐπιτροπή.
283§24ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μένετε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς;
284§25ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ
285ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων.
286§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτή-
287σεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς· εἶπεν ὁ βουλευτὴς ὅτι
288τὸ νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν βουλήν.
289Σᾶς πληροφορῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν ἔγεινε καμ-
290μία συζήτησις, ἀνεγνώσθη μόνον καὶ ἐστάλη εἰς τύπωσιν.
291§27ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ φέρετε.
292§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
293§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ
294λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι
295ἐθεώρουν καὶ ἐπίστευον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως
296τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφορᾷ ἰδίως τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ
297ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐγήρασαν εἰς τὴν με-
298λέτην τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Ἐθεώρουν λοιπὸν ἐμαυτὸν ἀκα-
299τάλληλον νὰ ἔλθω εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν τόσῳ σπου-
300δαίαν καὶ ὅλως ξένην καὶ ἀπὸ τὰς γνώσεις μου καὶ ἀπὸ τὴν
301ἐκπαίδευσίν μου· ἀλλὰ ἡ συζήτησις αὕτη ἔλαβε διαστάσεις λίαν
302ἐκτεταμένας, διότι εἰς αὐτὴν ἐξετυλίχθησαν αἱ ἀρχαὶ τῶν κομ-
303μάτων, τὰ ὁποῖα διαχωρίζουν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος. Ἀνήκων
304λοιπὸν εἰς ἓν κόμμα ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν ἐλλειπῆ, ἐὰν δὲν
305ἐλάμβανον τὸν λόγον· λοιπὸν ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἐξ αὐτῆς τῆς
306ἀρχῆς ἀναχωρῶν, πράττω τοῦτο. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι, νὰ
307ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις
308αὐτὴ εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένη, καὶ ὅλοι ἐπάνω κάτω εἴμεθα
309ὥριμοι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
310Οἱ προαγορεύσαντες, τόσον τῆς μιᾶς, καθὼς καὶ τῆς ἄλλης
311πτέρυγος, εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο
312παρὰ τὸ κάτοπτρον, ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται ἡ πολιτικὴ πάσης
313κυβερνήσεως. Μὲ αὐτοὺς πληρέστατα συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Ἀπὸ
314αὐτῆς τῆς ἰδέας ἐμφορούμενος θέλω ἐξετάσει ἐν τῷ κατόπτρῳ
315αὐτῷ τὴν πολιτικὴν γέννησιν, ὕπαρξιν καὶ πορείαν τοῦ παρόντος
316ὑπουργείου.
317Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, τὸ ὑ-
318πουργεῖον τῆς μερίδος ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν
319νὰ ἀνήκω καὶ ἐγὼ, ἀπεχώρησε, καί τοι ὑποστηριζόμενον ἐντὸς
320τοῦ κοινοβουλίου ἀπὸ μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἀπεχώρησε,
321διότι δὲν ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τὴν πολιτικήν του οὔτε ἐξω-
322τερικῶς, οὔτε ἐσωτερικῶς, οὔτε κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς τύ-
323πους. Ἐπροτίμησε λοιπὸν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐξουσίαν, περὶ
324τῆς ὁποίας τόσος ἐγένετο θόρυβος, εἰς μίαν λέγω ἄλλην μερίδα
325τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀπεσύρθη, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὸ
326διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, ὡς γνωρίζετε.
327Τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, κύριοι, ἐξέδοτο πρόγραμμα
328καὶ τὸ πρόγραμμά του ὅλοι τὸ γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε· τὸ
329πρόγραμμά του δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συνέχεια τῆς πο-
330λιτικῆς τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, τοῦ ὑπουργείου Κουμουν-
331δούρου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐν τῷ προγράμματί του ἔλεγεν,
332ὅτι θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν Κρήτην, θέλομεν καταβάλει πᾶ-
333σαν προσπάθειαν, ὅπως ἐπιταχύνωμεν τὰς προπαρασκευὰς τοῦ
334ἔθνους. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ὡμολόγησεν, ὅτι παρέλαβε τὴν πο-
335λιτείαν εἰς καλὴν κατάστασιν· τοὐλάχιστον δὲν ἔλεγεν, ὅτι
336παρέλαβε τὴν πολιτείαν ἐν τῷ μέσῳ πολιτικῆς καχεξίας. Τὰ
337ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔπεσεν, ἢ ἐτροποποιήθη, σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν
338νὰ τὸ γνωρίζετε· τὸ διεδέχθη ὁ κύριος Βούλγαρης ἐν μέρει προσ-
339λαβὼν πρόσωπα τοῦ ὑπουργείου νέα, ἐν μέρει μέλη τινὰ τοῦ
340ὑπουργείου Μωραϊτίνη.
341Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐξέδοτο, κύριοι, πρόγραμ-
342μα εἰς τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν
343Βασιλέα τὴν πρόσκλησιν, καὶ ἑπομένως ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ
344κράτους· ὡμολόγησε δὲ, ὅτι ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ πολιτικῆς κα-
345χεξίας. Βεβαίως, κύριοι, ὅταν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, τὸ
346τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη, εἶπεν, ὅτι παρέλαβε τὴν ἐπικράτειαν εἰς
347καλὴν κατάστασιν καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ
348τὴν αὐτὴν πολιτικὴν μὲ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ ὑπουργεῖον, ἐὰν
349πιστεύσωμεν τώρα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 25 Ἰανουαρίου ἐν τῷ
350προγράμματί του εἶπεν ἀλήθειαν, ἡ πολιτικὴ καχεξία, τὴν ὁποίαν
351διεκήρυξε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 25 Ἰανουαρίου, ἦτο ἡ καχεξία, τὴν
352ὁποίαν ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη,
353ἢ τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν καχεξίαν πρέπει νὰ τὴν ἀποδώ-
354σωμεν εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ ἔλαβεν ὕπαρ-
355ξιν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ἀπορῶ, κύριοι, πῶς ἠδυνήθησαν,
356λέγω, νὰ συγχωνεύσωσι τὰς ἀρχάς των, τὴν πολιτικήν των, καὶ
357τὴν 25 Ἰανουαρίου νὰ συνυπογράψωσιν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρό-
358γραμμα. Τοῦτο βεβαίως ἀνήκει, ἁρμόζει εἰς τοὺς κυρίους ὑπουρ-
359γοὺς νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσωσιν. Ἡ ἐποχὴ τῆς 20 Δεκεμβρίου ἀπὸ
360τῆς 25 Ἰανουαρίου δὲν εἶναι λίαν μεμακρυσμένη, δὲν ἀπέχει
361παρὰ 35 ἡμέρας καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εὑρέθησαν ὑπουρ-
362γοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν δύο προγράμματα, τα ὁποῖα εἶχον
363ὅλως διόλου ἀλλοίας καὶ ἀντιθέτους ἀρχάς.
364Μολαταῦτα οἱ παρόντες ὑπουργοὶ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι,
365εἶχον τὴν τόλμην νὰ ὑπογράψωσι δύο προγράμματα περιέχοντα
366ὅλως διόλου ἀντιθέτους ἀρχὰς πολιτικῆς· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν
367οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μὴ δώσω διὰ τοῦτο πολλὴν πεποίθησιν,
368πολλὴν πίστιν εἰς ὅσα μετὰ ταῦτα εἶπον. Ἀλλ’ ὄχι, κύριοι, θὰ
369σᾶς ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, ὅτι
370οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, δὲν
371ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσιν ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἐντὸς τοῦ Συντάγ-
372ματος. Καὶ ὅταν σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγ-
373γράφων, ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐτήρησαν τὸ πρόγραμμά
374των, δὲν ἐτήρησαν ὅ,τι ἐπηγγέλλοντο οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμε-
375νοι, οὔτε ὡς ὑπουργοὶ ἀκόμη, τότε βεβαίως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
376ν’ ἀμφιβάλλω εἰς ὅ,τι καὶ ἂν εἶπον καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών
377των καὶ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου. Τὴν 25 Ἀπριλίου, γνωρίζετε,
378κύριοι, ὅτε ἐκαλούμεθα διὰ Βασιλ. διατάγματος νὰ συνέλθωμεν
379πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων μας· μετὰ τὴν διά-
380λυσιν τῆς Βουλῆς, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ θέσωσι
381τὰ μεγαλήτερα ψεύδη εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως, δὲν ἐδίστα-
382σαν, λέγω, νὰ ἀπατήσωσι τὸν Βασιλέα, καὶ νὰ ὑποβάλωσι δι’
383αὐτοῦ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους λόγον διαψευσθέντα
384ἐπισήμως· καὶ διὰ τοῦτο εἰς μίαν παράγραφον ἔχουν γράψει
385ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ (λέγει δηλ. ὁ βασιλεὺς), «Ἕνεκα τῆς ἐ-
386πελθούσης τῶν βουλευτικῶν ἔργων διακοπῆς, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ
387προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίου κυρώσεως χρηζόντων φο-
388ρολογικῶν νόμων καθυστέρησε. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν αἵ τε
389δημόσιαι δαπάναι καὶ αἱ εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν ὑπαγό-
390μεναι φορολογίαι ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸ
391παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντων. Ἕνεκα τούτου οἱ ὑπουργοί Μου
392παρηγγέλθησαν ἵνα διαδοχικῶς ὑποβάλωσιν εἰς τὴν ἐπιψή-
393φισιν Ὑμῶν τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς φορολογικοὺς
394νόμους δύω ἐτῶν.
395Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς παραγρά-
396φου ταύτης τοῦ Βασιλ. λόγου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω
397κᾀμμίαν ἀνάπτυξιν, διὰ νὰ ἀποδείξω τοὺς κ. ὑπουργοὺς ψευ-
398δομένους. Δύω προϋπολογισμοὺς εἶπον, καὶ δύω προϋπολογι-
399σμῶν ἐσύστησεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν
400κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὄχι μό-
401νον δύω, ἀλλὰ σχεδὸν οὔτε ἕνα προϋπολογισμὸν ἔφερον εἰς τὴν
402βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ὅ,τι δὲ συζητεῖται εἰς τὴν βουλὴν σή-
403μερον, κύριοι, δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς, εἶναι ἀπολογισμός.
404Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπωσιν ἴσως, δύω προϋπολογισμοὺς δὲν εἶναι
405δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον· ἀντιβαίνει
406τοῦτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ὅταν ἀντιβαί-
407νῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρὸς τί νὰ θέσητε εἰς
408τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως μίαν φράσιν ἀντισυνταγματικὴν, νὰ
409ἔλθῃ νὰ τὴν ἐκφράσῃ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους; Καὶ
410ὅταν, κύριοι, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶχον τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤ-
411ῥος νὰ κάμουν τὴν Α. Μεγαλειότητα, τὸν Σ. Βασιλέα, νὰ ψευ-
412σθῇ ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔσω καὶ τοῦ
413ἔξω κόσμου, θὰ διστάσωσι νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ,
414ν’ ἀντικρούσωσι καὶ τὰς πλέον πασιφανεῖς ἀληθείας; ἀφίνω
415τὴν ἐκτίμησιν πλέον εἰς ὑμᾶς, κύριοι.
416»Ἔπεσε τέλος πάντων τὸ σπάταλον ὑπουργεῖον τοῦ 1867
417καὶ ἡ Ἑλλὰς τέλος ἀνεκουφίσθη», ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τὸ λε-
418γόμενον τῆς σπατάλης τὸ διεδέχθη, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τῆς
419ἀσωτείας, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς τὰ ἀόριστα
420μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγεν ὁ κ. Δρόσος, βουλευτὴς Τήνου,
421καταβὰς πρὸ ὀλίγου τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ
422ὑπουργεῖον, ἰσχυρισθεὶς «ὅτι ἐκληρονόμησε τὴν κατάστασιν αὐ-
423τήν.» Μεταξὺ δὲ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἐβά-
424ρυναν τὸ δημόσιον ταμεῖον, τί σᾶς εἶπε; τοὺς φαλαγγίτας·
425καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς φάλαγγος τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυναν
426τὸ δημόσιον ταμεῖον; 20,000 ἢ 25,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος·
427καὶ ποῦ δίδονται, κύριοι; εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
428ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἵδρυσαν αὐτὸ τὸ βῆμα· ἀλλὰ ὁ κ. Δρόσος
429εἶδε τοὺς φαλαγγίτας, τοὺς κεκυφῶτας ὑπὸ τοῦ βάρους τοῦ γή-
430ρατος καὶ τῶν πόνων τῶν ἐντίμων πληγῶν, τὰς ὁποίας φέρουν,
431δὲν εἶδεν ὅμως τοὺς πλωτάρχας καὶ τοὺς ἄλλους βαθμοφόρους
432τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὰς τριόδους, καὶ τοὺς
433ἐβαθμολόγησεν, καὶ οἱ ὁποῖοι, κύριοι, (ἐκτὸς ἑνὸς ὀνόματος ὡς
434μόνον γέρας φέρουσι καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ἐπικαλοῦμαι
435τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουδούρη, πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀλη-
436θείας τῶν λόγων μου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν συμπολίτευσιν.
437Σᾶς εἶπον, κύριοι, δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, δὲν δύναμαι νὰ
438πολεμήσω μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, ἂν καὶ ἐσπούδασα μαθηματικὰ,
439διότι ἄλλο εἶναι τὸ ἓν, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο· θέλω ἐξετάσει ὅμως
440τὸ πρᾶγμα πρακτικῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν
441δὲν θὰ δυνηθῶσιν οἱ κ. ὑπουργοὶ νὰ καλύψωσι τὸ φῶς ὑπὸ τὸ
442μόδιον. Διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, κατεκρίθη ὡς σπάταλος ἡ πα-
443ρελθοῦσα κυβέρνησις; βεβαίως διότι ἐξώδευσε πολλὰ κατὰ τὸ
444πρόγραμμα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βούλγαρη· ποῦ ἐξωδεύ-
445οντο αὐτὰ τὰ πολλά; εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἰς τὸν ἀριθ.
446τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων· ἂς μᾶς εἴπῃ τώρα
447ὁ κ. Βούλγαρης, τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἀπέλυσε τοὺς ὑπαλλή-
448λους, ἠλάττωσε τὸ προσωπικὸν καὶ ἔκοψε πολλὰς δαπάνας εἰς
449τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; ποίας ἔκοψε δαπάνας; κατὰ τί ἠλάτ-
450τωσε τὸ προσωπικὸν εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν,
451εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον
452τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, εἴτε εἰς
453τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν
454Ναυτικῶν; κατὰ τίποτε, κύριοι· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
455ηὔξησε τὰς θέσεις, τὰς ἐπολλαπλασίασεν· ἕπεται, κύριοι, ὅτι τὸ
456πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν ἦτον
457πρόγραμμα δι’ ἄλλον λόγον παρὰ πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας.
458Ποίαν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ Μᾶς εἴπητε τώρα πόσα εἶναι τὰ ἔ-
459σοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ νὰ μᾶς φέρητε ἀριθμοὺς ἐδῶ,
460καὶ νὰ μᾶς διαμφισβητῆτε, ὅτι ὁ δεῖνα ἀριθμὸς εἶναι ἀληθὴς καὶ
461ὁ δεῖνα δὲν εἶναι ἀληθής; μᾶς εἴπετε, ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπουρ-
462γεῖον ἔσφαλε καὶ τὸ ἀπεκαλέσατε σπάταλον, ἀλλὰ ὑμεῖς, κύριοι,
463ὄχι μόνον δὲν περιωρίσατε τὰ ἔξοδα τῆς παρελθούσης κυβερνή-
464σεως, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπηυξήσατε καὶ διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ
465λόγου, Σᾶς εἶπον, ἂν ἐκεῖνοι ἦσαν σπάταλοι, σεῖς εἶσθε ἄσωτοι!
466Ἀλλά, κύριοι, τί λέγω; ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσῃ πρόγραμμα οἰ-
467κονομικὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ παρα-
468βιάσῃ τὸ Συνταγματικὸν πρόγραμμα εἰς τὴν γέννησιν αὐτὴν
469τοῦ ὑπουργείου; δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι· «ἐν ἀνομίαις συνε-
470λήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκύσησέ με ἡ μήτηρ μου».
471Γενομένου λόγου προχθὲς ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἰδίου ἀν-
472τικειμένου, καὶ ὁμιλοῦντος τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως
473αὐτοῦ, ὁ κ. Βούλγαρης εἶπεν, ὅτι αἱ παρασκευαί, τὰς ὁποίας
474ἔκαμε τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον, ἦσαν ἀγυρτίαι· δὲν θὰ ἀφήσω
475ἀπαρατήρητον τὴν λέξιν αὐτὴν τοῦ προέδρου τῆς σημερινῆς
476κυβερνήσεως· ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦσαν ἀγυρτίαι, πρέπει νὰ
477ἐξετάσωμεν τί εἶναι ἀγύρτης. Ἀγύρτης εἶναι ὁ ἀπατεών, ὁ λέ-
478γων ἄλλα καὶ πράττων ἄλλα· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὀνο-
479μασθῇ, κύριοι, ἀγύρτης ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μένων εἰς τὴν
480τήρησιν τῆς πολιτικῆς του καὶ τῶν Συνταγματικῶν του ἀρ-
481χῶν δίδει τὴν παραίτησίν του ἐκ τῆς ἐξουσίας, καί τοι ἔ-
482χων ἀκράδαντον πλειοψηφίαν. Ἀγύρτης δύναται ὅμως νὰ ὀνο-
483μασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπέδειξα, ἐπηγγέλλετο
484ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ἄλλα, καὶ ἐντὸς τῆς ἐξουσίας ἔπραξεν ἄλλα.
485Ἀγύρτης λέγεται ὁ ἐπισήμως ψευδόμενος χάριν τῆς ἐξου-
486σίας. Κατηγόρησαν σήμερον, κύριοι, τοὺς 97 βουλευτὰς τῆς
487παρελθούσης Βουλῆς· δὲν ἤμην βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλὴν
488ἐκείνην, δὲν θεωρῶ ὅμως εὐπρεπὲς νὰ ἔρχωνται βουλευταὶ μιᾶς
489νεωτέρας Βουλῆς νὰ κατηγοροῦν ὁλόκληρον τὴν μερίδα τῆς
490πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους· ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ τοῦτο
491ἐφάνησαν συνεπεῖς πραγματικῶς. Εἷς, κύριοι, ἐκ τῶν βουλευ-
492τῶν τῶν 97 ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τὴν ὑπουργικὴν καὶ ἐπὶ
493τοσοῦτον ἐτιμήθη, ὥστε καθεῖξε τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, εἶναι
494ὁ κ. Ἀβέρωφ.
495§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀντιπροέδρου.
496§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, μᾶς ἐπροέδρευσε.
497Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἷς ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του
498καὶ ἦλθε πρὸς ἐσᾶς, κύριοι, τὸν ἐθεωρήσατε ἱκανὸν καὶ νὰ σᾶς
499προεδρεύσῃ ἀκόμη· αὐτοὶ εἶναι οἱ 97.
500(Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
501Κρίνατε λοιπόν, κύριοι, ἐὰν ἦτο πλέον συνεπὴς ἡ παρελ-
502θοῦσα κυβέρνησις τοῦ 1867 ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1868.
503Δὲν ἦλθον, κύριοι, διὰ συκοφαντιῶν νὰ κατηγορήσω τὸ παρὸν
504ὑπουργεῖον, ὅπως κάμνουν ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, (δεικνύει τὴν
505δεξιὰν πτέρυγα), οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ κατηγοροῦν ἀπόντας
506ἀνθρώπους, (διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὑμεῖς γνωρίζετε), τοὺς κα-
507τηγορῶ ἐπὶ ὡρισμένων πραγμάτων καὶ τοὺς προκαλῶ, ἂν δύ-
508νανται, νὰ τὰ ἀναιρέσωσι· (θόρυβος).
509Ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ βουλευτὴς Καλα-
510βρύτων Σ. Πετιμεζᾶς, καταδείξατέ μας, εἶπε, τὰς ἐπεμβάσεις
511τῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν ἐμβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ
512ζήτημα αὐτὸ... αἱ ἐκλογαὶ ἤδη ἐπεκυρώθησαν σχεδὸν ὅλαι,
513καὶ οἱ βουλευταὶ ὅπως δήποτε εἰσῆλθον, καὶ εἶναι σήμερον συ-
514νάδελφοί μας· δὲν θεωρῶ σήμερον εὐπρεπὲς καὶ εὐγενὲς, νὰ
515ἔλθω νὰ κατηγορήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συναδέλφους,
516διότι ἐγώ, ὅταν ἦτον ὁ καιρὸς, ἐπολέμησα τὰς παρανομίας, καὶ
517σεῖς εἶσθε μάρτυρες. Μία ἐκλογὴ ὑπολείπεται ἀκόμη, μία ἐπαρ-
518χία δὲν ἀντιπροσωπεύεται, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Ζα-
519κύνθου· ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴν ἀντιπροσωπεύεται, διότι
520ὁ φυσικὸς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ὁ ἀγαπητὸς τοῦ λαοῦ ἐκείνου,
521εἶχε πλειονοψηφίαν 4 χιλιάδων ψήφων καὶ ἐπολεμήθη ἀπὸ
522τὸ παρὸν ὑπουργεῖον χάριν αὐλοκολάκων ἐλεεινῶν. Ἀλλά, κύριοι,
523τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν πότε τὴν ἠκυρώσατε; κατὰ τὴν 9 Ἰουνίου
5241868· καὶ τί ἔχομεν σήμερον; 12 Ὀκτωβρίου 1868· παρῆλ-
525θον 4 καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν 5 μῆνα, καὶ ἠξεύρετε ποῦ
526εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι; οἱ πάρεδροι μόλις διετάχθησαν νὰ
527συντάξωσι μὲ τοὺς ἱερεῖς τοὺς καταλόγους.
528Καταδείξατέ μας, λέγουν, τὰς ἐπεμβάσεις· καὶ τί ἄλλο
529εἶναι τοῦτο παρὰ μία ἐπέμβασις εἰς μίαν ἐπαρχίαν τῆς ἀδελ-
530φῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία, ἐνῷ διηνύσαμεν ὁλόκληρον τὴν πρώ-
531την Σύνοδον τῆς βʹ. βουλευτικῆς περιόδου, δὲν ἀντιπροσω-
532πεύεται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου; Ὅλα δὲ ταῦτα γίνονται διὰ
533νὰ ἠμπορέσουν ν’ ἀλλάξουν τὸ φρόνημα τοῦ τόπου.
534«Αἱ λῃστεῖαι τοῦ παρελθόντος ἐδήωσαν, κατέστρεψαν τὴν
535χώραν» λέγουν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Κουμουνδούρου κατε-
536δίωξεν ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν τὴν λῃστείαν, καὶ κατέστρεψεν
537αὐτὴν σχεδὸν ὁλόκληρον, κατέστρεψε σπουδαίας συμμορίας·
538ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἔξωθεν τῆς Ἀττικῆς πέντε λεπτὰ,
539δὲν ἦτο εὔκολον εἰς κανένα τῶν πολιτῶν νὰ ἐξέλθῃ χωρὶς τὸν
540φόβον, ὅτι θέλει λῃστευθῆ ἢ θέλει πέσει αἰχμάλωτος εἰς τὰς
541χεῖρας τοῦ περιβοήτου Κίτσου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατέστρε-
542ψε καὶ τὴν λῃστρικὴν συμμορίαν ἐκείνην καὶ ἄλλας ἐν Πελο-
543ποννήσῳ καὶ ἐν Στερεᾷ.
544§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις περὶ τούτου.
545§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μάλιστα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν
546προκαλέσητε χθές· δὲν ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ λάβῃ ἡ συζήτη-
547σις αὐτὰς τὰς διαστάσεις.
548«Δικαιοσύνην δὲν εἴχομεν εἰς τὸ παρελθὸν,» λέγουν καὶ φω-
549νάζουν· φέρετέ μας τὰς ἀποδείξεις, ὅτι δὲν εἴχομεν δικαιο-
550σύνην εἰς τὸ παρελθόν! ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιο-
551σύνην εἰς τὸ παρὸν, καὶ ἔχομεν προχείρους τὰς ἀποδείξεις καὶ
552ἔχομεν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Εἰσαγγελέως Ναυπλίας καὶ τὰ συμ-
553βαίνοντα ἐν Οἰτύλῳ ἐναντίον σημαντικοῦ πολίτου τῆς Ἑλλάδος·
554ἡ ἐγκύκλιος παραγγέλλει πῶς πρέπει νὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφά-
555σεις των οἱ δικασταὶ καὶ ἐπὶ πολιτ. ὑποθέσεων· ἔχομεν τὸ
556ἀσεβὲς ἐκεῖνο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα
557Ναυπλίας συνεπεία παραγγελίας τῶν ὑπουργῶν τῶν οἰκονομικῶν
558καὶ τῆς δικαιοσύνης.
559§34ΣΙΜΟΣ. Ψεῦμα.
560§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ λέγει ἡ ἐγκύκλιος· ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς
561ἐψεύδετο, ἔπρεπε νὰ ᾖναι παυμένος, ἐνόσῳ εὑρίσκεται εἰς τὴν
562θέσιν του, δὲν σᾶς πιστεύω καὶ μάλιστα Σᾶς· ἐδῶ εἶναι ἡ ἐγ-
563κύκλιος· ὅταν λέγω πράγματα, ἔχω καὶ προχείρους τὰς ἀπο-
564δείξεις, διότι δὲν σᾶς ὁμοιάζω διὰ νὰ συκοφαντῶ καὶ ψεύ-
565δωμαι.
566§36Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Τὴν ἀνεγνώσατε ἄλλοτε.
567§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν ἄλλας πράξεις πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν
568τῆς Βουλῆς, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀστυνο-
569μικὰ συμβάντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ· ὅλοι τὰ γνωρίζετε, καὶ σᾶς
570εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι ζήτημα καθίσταται
571σήμερον, ἐὰν ᾖ ἀσφαλέστερος ὁ ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος ἐντὸς
572τῆς ἀστυνομίας τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ἐντὸς τῆς συμμορίας τοῦ
573Λύγκου.
574«Τὸ ὑπουργεῖον τῆς σπατάλης, λέγουν, τὸ ὁποῖον ἀλύ-
575πητα ἐξώδευεν. Καὶ τί ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, κύριοι;
576Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὡς πρὸς τὸν στρατιωτικὸν κλάδον.
577Ηὔξησε, μᾶς λέγουν, κατὰ 4 τάγματα τὴν στρατιωτικὴν δύ-
578ναμιν· τοῦτο τὸ ἔκαμε σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν
579ὁποίαν περιέβαλε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία·
580σεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς φειδοῦς, τῆς οἰκονομίας, τῶν Συν-
581ταγματικῶν ἀρχῶν, τί ἐπράξατε; σεῖς ὄχι μόνον ἐτηρήσατε
582τὰ 4 τάγματα, τὰ ὁποῖα τότε κατεπολεμήσατε, ἀλλ’ ἐκά-
583ματε ἐναντίον τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος αὐθυπάρκτους
584λόχους, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐκάματε ἀκόμη πολιτοφύ-
585λακας, δημοτοφύλακας, καὶ τοὺς ἐπληρώσατε ἐναντίον τοῦ Νό-
586μου· διότι ἔχετε νόμον τινὰ, ὅστις νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν
587ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ πολιτοφύλακας πρὸς εἴσ-
588πραξιν τῶν χρημάτων; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον ἄσωτοι
589εἶσθε, ἀλλὰ καὶ παράνομοι.
590Θὰ ἔλθω ἤδη, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ περὶ μιᾶς πι-
591στώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονο-
592μικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας μᾶς ἔφερε τὴν ἔκθεσιν ἡ ἐπὶ τοῦ
593προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ παρὸν
594ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε
5953,200,000 δραχ. πρὸς ἀγορὰν ὅπλων, ὅταν δὲ χθὲς ἐλέγαμεν,
596ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἐβίασεν ὑμᾶς νὰ δαπανήσητε αὐτὸ
597τὸ μέγα ποσὸν τῶν 3,200,000 δι’ ἀγορὰν ὅπλων, τί μᾶς
598ἔλεγαν; ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη σήμερον, ὅλος ὁ στρατὸς τῆς Εὐρώπης
599εἶναι ὡπλισμένος μὲ τὰ ὅπλα τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως, καὶ
600θέλετε ἡμεῖς νὰ ἀφήσωμεν τὸν στρατόν μας, νὰ μὴ ᾖναι ὡπλι-
601σμένος μὲ τὰ ὅπλα αὐτὰ τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως; ἄνοιξα,
602κύριοι, τὰ πρακτικὰ τὰ περυσινὰ, ἓν φύλλον μάλιστα, διότι
603δὲν εὗρον πρακτικὰ, δὲν ἐσύμφερεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τυ-
604πωθοῦν καὶ νὰ διανεμηθοῦν, ἂν καὶ ᾖναι ἀναγκαῖα κατὰ τὴν
605συζήτησιν αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ ᾖναι γνωστοὶ εἰς ὑμᾶς οἱ λό-
606γοι οἱ ὁποῖοι ἐῤῥέθησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου τότε.
607§38ΣΙΜΟΣ. Ποῖα πρακτικά;
608§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης. Εὗρον ὅτι
609ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, διὰ τοῦ ἰδίου βουλευτοῦ Κ. Σ. Πετι-
610μεζᾶ ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἔθνος πλούσιον καὶ ἕτοιμον
611νὰ κάμωμεν πόλεμον, δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ καταφύ-
612γωμεν εἰς ἀγορὰν ὅπλων τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως· αὐτὸ
613ὑπεστήριζε καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς οἰκονομίας Βαλασόπουλος,
614διότι αἱ ἐφευρέσεις ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τελειοποιοῦνται,
615ἑπομένως ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ πρέπει νὰ περιμένωμεν τὸ τελευ-
616ταῖον στάδιον καὶ τὴν τελευταίαν ἐφεύρεσιν, καὶ τότε ν’ ἀγο-
617ράσωμεν· ἐφέτος τὰ πράγματα ἤλλαξαν· αἱ σκέψεις τῶν κυρίων
618αὐτῶν ἐντελῶς μετεβλήθησαν, καὶ κατ’ αὐτοὺς αἱ ἐφευρέσεις
619ἔφθασαν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος, καὶ ἑπομένως
620ἀνάγκη ν’ ἀγοράσωμεν ὅπλα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο μόνον σήμερον
621τὸ λέγουν. Χθὲς δὲ ἔλεγον τὰ ἐναντία, καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ,
622ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των· τὸ λέγει ὁ κύριος
623Δρόσος, ὅστις ἐνθέρμως ἦλθε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ
624νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ὁ ἴδιος
625κύριος Σ. Πετιμεζᾶς καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ ἐκ τῆς πτέ-
626ρυγος αὐτῆς, ἰδοὺ τί λέγουν, ἀφοῦ ἔκαμαν μίαν ἐκτεταμένην
627ἔκθεσιν περὶ τῶν 3,200,000· «ἐν ᾗ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
628τους εὑρίσκονται καταστάσει, καλὸν ἦτο ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλ-
629λας εὐτυχεστέρας καὶ καταλληλοτέρας περιστάσεις ἡ προμήθεια
630αὕτη, καὶ διὰ θυσίας ἀκόμη, ἐὰν ἐκ τῶν συναφθεισῶν συμφω-
631νιῶν ὑποκείμεθα εἰς ῥήτραν τινά.»
632Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τί λέγουν καὶ τότε, τὴν 5 Ὀκτω-
633βρίου 1868, πρὸ 6 τοὐτέστιν ἡμερῶν; Πῶς δὲ ἐδικαιολόγησαν
634σήμερον τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ; (θόρυβος).
635Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τὰ μέλη αὐτὰ τῆς
636ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τὸ θεωροῦν πάντοτε οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔ-
637ποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὑπὸ
638τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς, τῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἄλλαι
639ἦσαν αἱ σκέψεις τῶν μελῶν ἐκείνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν
640συνετάττετο ἡ ἔκθεσις, καὶ ἄλλαι εἶναι αἱ σκέψεις ὑπὸ τὰς
641ὁποίας συζητεῖται σήμερον ἡ ἔκθεσίς των. Τότε ἐγένετο σκέψις
642πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, τώρα γίνεται
643σκέψις πρὸς σωτηρίαν ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Τότε λοιπὸν
644εἶχον ἀνάγκην νὰ γράψουν ὅσα ἔγραψαν, σήμερον ἔχουν ἀνάγ-
645κην νὰ εἴπουν ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν τῶν μεγάλων δα-
646πανῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπερέβησαν τὰς δαπάνας τοῦ 1867 εἰς τὸ
647ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν κατὰ δύω ἑκατομμύρια, μὲ τὴν
648διαφορὰν ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ ἐβάπτισαν οἱ κύριοι τακτικὰ,
649ἐνῷ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου τὰ ἐβάπτισαν ἔκτακτα, πλὴν
650καὶ εἰς τοῦτο κατὰ τὸ αἰώνιον σύστημά των δὲν λέγουν ἀλή-
651θειαν, διότι, ἐὰν ἦσαν τακτικὰ, ἔπρεπε νὰ τὰ φέρουν ἐν τῷ
652προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶχεν
653ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅταν ἔκαμε
654τὰς παραγγελίας, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο δεσμευμένον νὰ δε-
655χθῇ πᾶσαν παραγγελίαν καὶ συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς
656ἤθελε κάμει· περιεφρόνησε δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας
657τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ὅσα ἔγραψαν ἐν τῇ ἐκ-
658θέσει των· καὶ εἶχε δίκαιον, διότι τὰ μέλη ταῦτα ἀνεκάλεσαν
659τὰ ὅσα ἔγραψαν ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι ἐνόμιζαν πῶς αἱ συμφω-
660νίαι ἐγένοντο ἀπὸ μόνον τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ
661ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συναδέλφων του· ὅταν ὅμως ἔμαθαν τὸ ἐναντίον,
662ἀνεκάλεσαν τὰ γραφέντα, ὡσὰν ἡ παραγγελία ν’ ἀλλάζῃ χαρα-
663κτῆρα γενομένη ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπουργούς· ἐκτὸς, λέγω, τῶν
664ἄλλων δαπανῶν, προέβησαν καὶ εἰς παρανόμους προβιβασμούς.
665«Ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα, εἶπαν, καὶ τὰ πληρώματα ἄλλα
666ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸν ἀέρα, ἄλλα εἰς τὴν θάλασσαν». Αἴ! καὶ διότι
667ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα ἦτο ὑπεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον Κου-
668μουνδούρου, τὸ ὁποῖον ἐκάθητο ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ Βου-
669βουλίνα ἐξεσφενδονίζετο εἰς τὸ στενὸν τῆς Μάγχης ἀπὸ φυσι-
670κοὺς λόγους καὶ αἴτια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα τῶν δυνάμεων
671παντὸς ἀνθρώπου; Ἀλλ’ ἐξεσφενδονίσθη ἡ Βουβουλίνα, ἐπλη-
672ρώθη καὶ ἐπληρώθη ὑπὲρ τὸ μέτρον. Ἐξεσφενδονίσθη προχθὲς τὸ
673πυριτοποιεῖον εἰς τὸ Ναύπλιον ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Βούλ-
674γαρη καὶ ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης ἔβαλε τὴν
675φωτιὰν, ἂν καὶ δὲν ἀποζημιωνώμεθα ἀπὸ κανένα· ἀλλ’ ἡμεῖς
676δὲν εἴμεθα συκοφάνται, σεῖς δὲ ἀκολουθεῖτε τὸ σύστημά σας.
677Τὰ ἔξοδα, εἶπεν ὁ κύριος Δρόσος, τὰ ἐγέννησεν ἡ παρελθοῦσα
678κυβέρνησις καὶ τὰ ἐκληρονόμησεν ἡ παροῦσα. Αἴ! ἂς τὸ παρα-
679δεχθῶμεν· σεῖς ὅμως διατί δὲν τὰ ἐμποδίζατε; ἡμεῖς ἐκά-
680μαμεν αὐτὸ τὸ κακὸν, σεῖς διατί δὲν τὸ ἐσταματούσατε;
681ἡμεῖς ἐδιορίσαμεν δοκίμους, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θέλομεν νὰ κάμω-
682μεν τὸν πόλεμον, αὕτη ἦτον ἡ πολιτική μας, σᾶς τὸ εἴπομεν·
683ἂν ἐπλανήθημεν, ὁ καιρὸς θὰ τὸ ἀποδείξῃ· σεῖς ὅμως οἱ ἄν-
684θρωποι τῆς εἰρήνης διατί ἐγεμίσατε τὸν τόπον ἀπὸ δοκίμους,
685λογιστὰς, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ θέσιν οὔτε ὄρθιος νὰ
686σταθῇ, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς τὰ λιμεναρχεῖα; Πα-
687ρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον
688τῶν λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καθ’ ὅλον
689τὸ κράτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἕκαστος αὐτῶν διωρίσθη.
690Κατηγορεῖτε πάντοτε ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ὅτι ἐγένετο
691τοῦτο, ὅτι ἐγένετο τὸ ἄλλο καὶ ἀκόμη δὲν ἠμπορέσατε νὰ
692φέρετε ἓν συγκεκριμένον γεγονὸς, μίαν συγκεκριμένην περί-
693στασιν διὰ νὰ κατηγορήσετε.
694Δὲν ἁρμόζει, κύριοι, εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ πολιτικὸν
695μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων κυρίου Σ.
696Πετιμεζᾶ, εἰς τὸ ὁποῖον (θόρυβος) εἶπεν, ἐννοῶν τὴν μερίδα
697τοῦ Κουμουνδούρου, ὅτι ἐκεῖνοι ἔμειναν εἰς τὴν θέσιν των, δὲν
698ἐννοῶ ὅμως ἀνάνδρους τινάς, οἱ ὁποῖοι ἐλειποτάκτησαν ἀπὸ τὰς
699θέσεις των· οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεται ὁ
700κύριος Σ. Πετιμεζᾶς ἔχουν τὸν λόγον πολὺ ἰσχυρότερον ἀπὸ
701ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις κατηγόρησε, καὶ δύνανται ἀπὸ τοῦ
702βήματος αὐτοῦ νὰ ἀπαντήσωσιν· εἰς ἐμὲ μόνον δίδεται τὸ δι-
703καίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν εὑρίσκω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπαι-
704νίχθη ἐκτὸς τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον εὑρίσκω ἐκτὸς
705τῆς θέσεώς του.
706§40ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Μπράβο.
707§41Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μπράβο, κύριε Κουρκουμέλη, μπράβο
708σινιόρε. (γέλωτες). Διότι ἐξ ὅσων σᾶς ἀνέπτυξα σᾶς ἀπέδειξα
709μέχρι τοῦδε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν, εἰς
710τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο, ὅταν ἦτο ἀντιπολίτευσις· ἐκτὸς πλέον
711ἐὰν ἐννοοῦν οἱ βουλευταὶ οἱ συμπολιτευόμενοι ὅτι ὀφείλουν νὰ
712ἀκολουθοῦν τὰ πρόσωπα· ἀλλ’ ὄχι, αἱ πολιτικαὶ μερίδες ἀνα-
713γράφουν προγράμματα καὶ εἰς πᾶσαν μερίδα ὑπάρχει ἀρχηγός
714τις, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦν οἱ ἄλλοι διὰ νὰ ὑπάρχῃ
715ἡ πολιτικὴ πειθαρχία.
716§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀρχηγός σου;
717§43Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι, νὰ τὸν μάθῃς. Ἐν
718ὅσῳ λοιπὸν ὁ ἀρχηγὸς κρατεῖ τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος
719αὐτοῦ ὑψωμένην εἰς τὰς χεῖράς του, ὀφείλουν νὰ τὸν ἀκολου-
720θῶσιν· ὅταν ὅμως βλέπουν τὴν σημαίαν πίπτουσαν ἀπὸ τὰς
721χεῖρας του καὶ τὰς χεῖρας ἀνικάνους νὰ κρατῶσι τὴν σημαίαν,
722τότε ὀφείλουν νὰ τὴν λάβουν καὶ ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ βαδίσουν
723τὸν δρόμον τῆς τιμῆς, τὸν ὁποῖον ἄλλοι χάριν τῆς ἐξουσίας
724ἀνάνδρως ἐγκατέλιπον.
725§44ΣΙΜΟΣ. Ἐσκέφθην, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ πολὺ ἐὰν ἔπρεπε
726νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολο-
727γισμοῦ, ἢ ν’ ἀναβάλω τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὴν ἡμέραν, καθ’
728ἣν ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λαλήσω ἐπὶ τῶν καθέκαστα.
729§45ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν· δυνατώτερα.
730§46ΣΙΜΟΣ. Ὀλίγη ὑπομονὴ, καὶ καθὼς ἡ παροιμία λέγει, ὅτι
731ἡ ὄρεξις ἔρχεται εἰς τὸν τρώγοντα ἔρχεται καὶ ἡ φωνὴ εἰς τὸν
732λαλοῦντα. Ἐσκέφθην, λέγω, ἐπὶ πολὺ ἐὰν ἔπρεπε νὰ λαλήσω,
733ἵνα μὴ παρεμβάλω παράτασιν ἴσως περιττὴν εἰς τὰς ἐργασίας
734τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὰ οὐσιώδη θέλουσι ῥηθῆ ἐπὶ τῶν λεπτομε-
735ρειῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἰσχυρίσθησαν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου περὶ
736τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
737κονομικῶν ἐν τῇ κυβερνήσει μ’ ἔπεισε νὰ λάβω καὶ ἐνταῦθα τὸν
738λόγον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ περιέλθῃ εἰς ἐσφαλμένας ἢ ὑπερ-
739βολικὰς ἰδέας ἡ Βουλή. Ἀπέδωκαν, κύριοι, ἕνα χαρακτῆρα, ἓν
740πρόσωπον, ἕνα ῥόλον, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
741κονομικῶν, ὅστις δὲν εἶναι πραγματικὸς, δὲν εἶναι σύμφωνος
742πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ἰδίως περὶ
743τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος, δὲν δύναμαι νὰ μὴ
744λαλήσω, ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.
745Ἄρχομαι λοιπὸν λέγων ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ θεωρήσω ὡς μὴ πα-
746ραδεδεγμένα παρ’ ἐμοῦ πράγματα τὰ ὁποῖα ἅπαξ παρεδέχθην,
747διότι τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρός μου· ἀλλὰ, μετὰ τὴν ἐ-
748ξήγησιν ταύτην, πρέπει καὶ θέλω νὰ ἐξηγήσω τί κυρίως εἶναι
749τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς εἶπα, θεωρῶ
750ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀληθῆ συμβαίνοντα.
751Καὶ πῶς, κύριοι; Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν
752Οἰκονομικῶν εἶναι αὐτὴ ἡ μεγάλη, αὐτὴ ἡ ἀκράτητος καὶ ἀπε-
753ριόριστος δύναμις τοῦ κράτους; εἶναι αὐτὸς, δὲν λέγω ὁ πρω-
754θυπουργὸς, διότι ὁ πρωθυπουργὸς εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων,
755ἀλλ’ ὁ πανθυπουργὸς, ἐκεῖνος ὅστις θὰ κανονίσῃ ὁλόκληρον τὴν
756κυβέρνησιν, ὅστις τὰ πάντα θὰ πράττῃ κατ’ ἀρέσκειαν, καὶ εἰς
757τὸν ὁποῖον δικαίως τὰ πάντα θ’ ἀποδίδωνται; Δὲν εἶναι τοιοῦ-
758τό τι, κύριοι. Βεβαίως τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
759κῶν εἶναι σπουδαῖον, ἡ ἐπιῤῥοὴ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως
760εἶναι πάντοτε ἰσχυρὰ, καὶ αἱ γνῶμαί του θὰ εὑρίσκωσι κατὰ
761τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον παραδοχὴν παρὰ τοῖς συναδέλφοις του.
762Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μὴν ἔχῃ τὰ ὅριά του· διότι, ἂν
763ἦτον ἄλλως, τότε ὁλόκληρος ἡ κυβέρνησις ἤθελε συγκεντρωθῆ
764εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, ἑνὸς μόνου ὑπουργοῦ· καὶ
765τότε ὅλαι τῆς κυβερνήσεως αἱ ὑποθέσεις ἤθελον θεωρεῖσθαι καὶ
766ἐπιψηφίζεσθαι ὑπὸ μίαν καὶ μόνην ἔποψιν, τὴν οἰκονομικήν·
767ὅπερ δὲν εἶναι ποσῶς, δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ἐντελῶς ἀληθές.
768Ἔπειτα, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
769ἔχει μίαν γνώμην, οἱ δὲ λοιποὶ ὑπουργοὶ, ἢ οἱ πλειότεροι ἐξ
770αὐτῶν ἄλλην, τί κάμνει τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
771§47ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
772§48ΣΙΜΟΣ. Ναὶ, παραιτεῖται, λέγετε, καὶ ἐπερίμενα ἀπάντη-
773σιν τοιαύτην. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ ὅστις παντὸς ἄλλου προθυ-
774μότερον γνωρίζω τὸν τοιοῦτον δρόμον, σᾶς λέγω ὅτι ἡ παραί-
775τησις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ μὴ πολὺ ἀγαπῶντος τὴν ἐξου-
776σίαν, εἶναι σοβαρώτερόν τι παρὰ νὰ γίνεται ἄνευ ἀποχρώσης
777καὶ εὐλογοφανοῦς αἰτίας. Τὸ ἠθικὸν αὐτὸ σῶμα, τὸ καλούμε-
778νον ὑπουργεῖον, εἶναι μία ἑταιρία πολιτικὴ, εἶναι μία ἕνωσις
779ἀνθρώπων συνερχομένων πρὸς ὃν ἀποβλέπουσι σκοπὸν, συμφω-
780νούντων εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς, καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ κυβερ-
781νήσωσι τὸ Κράτος. Ἀλλὰ, καθὼς εἰς ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγ-
782ματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχῃ καὶ ἕκαστος αὐτῶν ἰδίαν
783γνώμην ἐπὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως, μάλιστα εἰς τὰ ἀφο-
784ρῶντα τὸν ἴδιον αὑτοῦ κλάδον. Τί γίνεται λοιπὸν ὅταν συμβαί-
785νωσιν αἱ κατὰ τὰ καθέκαστα τοιαῦται διαφωνίαι; Ἐννοεῖται οἴκοθεν
786ὅτι γίνονται ἀμοιβαῖαι παραχωρήσεις· ἄλλως δὲν ὑπάρχει ἐργα-
787σία συλλογική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψωσι πάντοτε οἱ πάντες
788εἰς τὸν ἕνα· ἀλλ’ ἂν, ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ δεῖνα πράγματος ἀποφάσεως
789τῶν πολλῶν, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὑπουργὸς φέρ’ εἰπεῖν τῶν Οἰκονομι-
790κῶν, νομίσῃ ὅτι ἡ ἐκ μέρους του παραχώρησις ἔφθασεν εἰς τὸ ὅριον
791ἐκεῖνο, ἐπέκεινα τοῦ ὁποίου δὲν συμβιβάζονται πλέον ὁ χαρα-
792κτήρ του, ἡ ὑπόληψίς του, αἱ ἀρχαί του, αἱ περὶ τοῦ τρόπου
793καὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς κυβερνήσεως πεποιθήσεις του, τότε παραι-
794τεῖται· προτήτερα ὄχι· ὄχι πάντοτε. Καὶ αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ
795ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην πιστεύσατέ
796την λεγομένην παρ’ ἐμοῦ, ὅστις, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠγάπησά
797ποτε τὴν ἐξουσίαν τόσον, ὥστε χάριν αὐτῆς νὰ παραβλέψω
798ἀληθεῖς πεποιθήσεις. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν τῶν Οἰκονομικῶν
799ἔχει καὶ αὐτὸ τὰ ὅριά του, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀπε-
800ριόριστος.
801Ἔπειτα, κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ γνωρίζετε καὶ ἄλλο τι,
802τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν εἶναι σαφῶς εἰς ὅλους ὑμᾶς ἀνεπτυγμένον.
803Αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βου-
804λευτὴς Λακεδαίμονος θέλει νὰ ᾖναι τόσον κεκηρυγμένος ἐχθρὸς
805τοῦ ἄλλου ἐκείνου πολυδαπάνου ὑπουργείου, εἶναι πολὺ σφικτό-
806τερα συνδεδεμένον δι’ ἀμοιβαίων ἀναγκῶν μὲ τὸ ὑπουργεῖον
807ἐκεῖνο, παρόσον κοινῶς νομίζεται. Λέγομεν ὅτι δὲν διοικεῖται ὁ
808τόπος ἀρκετὰ εὐθηνά· καὶ βεβαίως τὸ σύνολον τῆς στρατιωτικῆς
809οἰκονομίας δὲν συνίσταται εἰς τὰς μερικὰς ἐκείνας δαπάνας, τὸ
810ἐκ τῶν ὁποίων ἄτοπον δὲν εἶναι ἴσως τόσον μέγα, καὶ, ἂν ᾖναι,
811δύναται νὰ διορθωθῇ, ἀλλ’ εἰς τὸ μέγα στρατιωτικὸν ζήτημα,
812τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· καὶ ἐδῶ πολλοὶ, καὶ
813ἰδίως ὁ προῤῥηθεὶς ἔντιμος βουλευτὴς, λέγουν «τί κάθεται ὁ
814ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν διοικεῖ μὲ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ
815μὲ ὀλιγώτερον μέρος τοῦ στρατοῦ, καθὼς ἐδιοίκησεν ὁ δεῖνα εἰς
816τὴν δὲν ἠξεύρω ποίαν πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν ἐποχήν;» καὶ
817θέλουν καὶ ἐπικαλοῦνται εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην σύμμαχον
818τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Αἴ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
819κονομικῶν δὲν εἶναι κατὰ δυστυχίαν τόσον ἀνεξάρτητος τοῦ
820ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ τὸν σύρῃ ἀτιμωρήτως εἰς
821τὰς ζητουμένας, εὐλόγως βέβαια δι’ ἄλλους λόγους, οἰκονομίας.
822Τί θέλετε, κύριοι; νὰ λέγωμεν ἀληθείας πικρὰς ἢ ψεύδη εὐά-
823ρεστα; Δὲν διοικούμεθα, κύριοι, μὲ ὀλίγον στρατὸν, μόνον καὶ
824μόνον διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον. Ἔχομεν ἀνάγκην
825στρατιωτικῆς δυνάμεως διὰ τὴν διοίκησιν πολὺ περισσοτέρας
826ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ ζητούμενα οἰκονομικὰ μέτρα ὑπαγο-
827ρεύουν. Τίποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν γίνεται ἄνευ στρατοῦ·
828μάθετέ το καὶ γνωρίσατέ το, διότι εἶναι ἀλήθεια. Τί ὠφελεῖ
829νὰ λέγωμεν λόγους γλυκεῖς, νὰ κολακεύωμεν ἀλλήλους, νὰ
830ἰσχυριζώμεθα ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου εἶναι τοσαύτη παρ’ ἡμῖν,
831ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς γυμνὸς νὰ ὑποτάσσῃ εἰς τὴν θέλησιν αὑ-
832τοῦ τὰ πάντα; Ὅστις θέλει δύναται νὰ τέρψῃ ἴσως τοὺς ἀ-
833κούοντας, νὰ δημαγωγήσῃ, ἂν θέλῃ, λέγων τὸ ἐναντίον· ἀλλοί-
834μονον ὅμως καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἐκείνους, διότι διαψεύδονται
835ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Τὰ πράγματα λοιπὸν εἶναι ἐναντία τῆς
836αἰσιοδοξίας ταύτης, καὶ τὰ πράγματα εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ
837ἐγὼ ὡς πολίτης ἤθελα νομίσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, καθὼς βεβαίως
838καὶ ὅλοι ὑμεῖς, ἂν συνέβαινε καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι συμβαίνει εἰς
839τὸν μακάριον ἐκεῖνον τόπον, τὸν ὁποῖον συχνάκις ἐνταῦθα ἀνα-
840φέρομεν, ὅπου ἡ δύναμις τοῦ νόμου εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε
841εἷς μόνος ἀστυνομικὸς κλητὴρ, δι’ ἁπλῆς ῥάβδου, — τί λέγω
842ῥάβδου; — διὰ τεμαχίου μικροῦ ῥάβδου, διαλύει καὶ ἀποστέλ-
843λει ἡσύχους εἰς τὰ ἴδια ἑκατοντάδας χιλιάδων συνηθροισμένων
844ἀνδρῶν. Ἀλλὰ συμβαίνουσιν οὕτω τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν;
845Ὄχι, κύριοι· ὅλον τὸ ἐναντίον. Καλὸν ἢ κακὸν, εὐάρεστον ἢ
846δυσάρεστον, πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν· διότι κατάστα-
847σιν καλλιτέραν ἂς μὴν ἐλπίζωμεν ἄνευ ἀληθείας. Σήμερον ἡ ἀ-
848λήθεια εἶναι πικρὰ, διότι ἐπαναλέγω ὅτι τίποτε ἐν Ἑλλάδι
849δὲν ἐκτελεῖται ἄνευ στρατοῦ. Θέλετε νὰ εἰσπράξετε φόρους;
850ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ· θέλετε νὰ συγκεντρώσετε νεοσυλ-
851λέκτους; ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ· θέλετε νὰ συλλάβετε φυγο-
852δίκους; ἔχετε ἀνάγκην στρατοῦ. Καὶ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ὡς
853ἐξ ἁμίλλης ζητοῦν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύ-
854ναμιν καὶ πάντοτε δύναμιν. Πρῶτος λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν
855Οἰκονομικῶν ἔχει ἀνάγκην δυνάμεως, καὶ πλείστης δυνάμεως,
856πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων· καὶ ὅταν ἀποτείνεται πρὸς τὸν
857συνάδελφόν του, ζητῶν οἰκονομίας, καὶ χάριν οἰκονομιῶν ἐλάτ-
858τωσιν δυνάμεων, ἐκεῖνος μειδιῶν τῷ ἀπευθύνει ἀναπολόγητον
859ἀπάντησιν· «Σὺ μοῦ ἀπασχολεῖς τὰς πλειοτέρας δυνάμεις».
860Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ κυβερνήσει. Πολλοὶ
861ἐξ ὑμῶν ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅστις ἀ-
862γαπᾷ ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ.
863Καὶ ἰδοὺ, πρὸς γνῶσιν καὶ φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, διατὶ ἐν
864Ἑλλάδι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ὅσον θέλει, καὶ
865ὅσον ὀφείλει νὰ θέλῃ, ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος εἰς τὸ προ-
866τείνειν καὶ ὑποστηρίζειν τὰς μεγάλας στρατιωτικὰς οἰκονομίας.
867Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ
868παράσχῃ τὴν ἀνοχήν της εἰς τὴν ἐξέτασιν ποῦ κυρίως στέκει τὸ
869οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι. Πρὸς τὸ παρὸν θέλω καὶ ἐγὼ
870νὰ λαλήσω περὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
871Θὰ λαλήσω περὶ ἀριθμῶν, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ σταθῶ
872εἰς τὰς γενικότητας αὐτῶν, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ κρατήσητε,
873ἂν θέλετε, ὅλοι εἰς τὴν μνήμην σας, καὶ οὕτω νὰ ἠμπορέσετε
874νὰ κάμετε σύγκρισιν· διότι, ἂν ἀναμίξω ὁλικοὺς καὶ μερικοὺς
875ἀριθμούς, γενικότητας καὶ λεπτομερείας, θὰ σᾶς σκοτίσω, ἀντὶ
876νὰ σᾶς φωτίσω, καὶ τότε δὲν θὰ προέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ
877ὁποῖον προσδοκᾷ ἡ Βουλὴ, τοῦ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἐν
878γνώσει.
879Κύριοι, τὸ ἔτος 1866, καὶ λέγω τὸ 1866, διότι τὸ τέ-
880λος τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀποτελεῖ τὸ ὅριον, τὸ σημεῖον τῆς εἰς
881τὴν αὔξησιν τροπῆς τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολο-
882γισμοῦ, τὸ ἔτος 1866 ἔδωκε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα χρήσεως·
883ἔσοδα 30,297,974, ἔξοδα 31,119,536. Εἶναι τὸ ἔτος ἐκεῖνο
884καθ’ ὃ ἐπεχειρήθησαν πολλαὶ οἰκονομίαι. Ἠλπίσθησαν περισ-
885σότεραι, κατωρθώθησαν ὀλιγώτεραι, ἠμφισβητήθησαν διάφοροι
886καταλογισμοὶ, ἐξετιμήθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκτιμᾶται δια-
887φοροτρόπως τὸ ἀποτέλεσμα. Μόνον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας
888εἴδατε μετὰ πόσης περισκέψεως ἐθίγοντο τὰ τοιαῦτα ζητήματα,
889ἵνα μὴ ἀναξεσθῶσι πληγαὶ καὶ γεννηθῶσιν ἀντεγκλήσεις.
890Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ 1867. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους
891τούτου ἔφερεν ἔσοδα μὲν 32,592,335, ἔξοδα δὲ 28,158,698,
892ἤτοι προαγγελλόμενον περίσσευμα δρ. 4,133,637 Ἦτον ἡμέρα
893ἀγαλλιάσεως βέβαια διὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Παρνασσίδος,
894τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε φέρων τὸν προϋπολογι-
895σμὸν τοῦτον, ἠδυνήθη νὰ διαδηλώσῃ ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ
896τὸ ἔχει προωρισμένον εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων εἰς τὴν συ-
897νομολόγησιν νέου δανείου. Ἐταμιεύθη ἀληθῶς τὸ περίσσευμα
898τοῦτο; ἐξεπληρώθη ἡ χρυσῆ αὐτὴ ἐλπίς; Θὰ μάθωμεν μετ’ ὀ-
899λίγον τί τρέχει περὶ τούτου, καὶ ἂν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ εὑ-
900ρίσκωνται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἰς ἥττονα θέσιν τῆς
901τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867. Πρὸς τὸ παρὸν ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν
902ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868, ἀφοῦ σημειώσωμεν
903μόνον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1867 συνεπλη-
904ρώθη ἔπειτα δι’ αἰτήσεων εἰδικῶν πιστώσεων εἰς δρ. 32,684,
905470. Εἶναι ἀκριβῆ τὰ ποσά, κ. Κεχαγιᾶ;
906§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω, διότι θὰ ὁμιλήσω κατόπιν
907μὴ συμφωνῶν μεθ’ ὑμῶν εἰς πολλά.
908§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ
909ἐβγάζει 31 ἑκατομμύρια.
910§51ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ δὲ τί εἶπα; ἔλαττον τότε τῶν 31 ἑκατομ-
911μυρίων. Ἆ! μὲ συγχωρεῖτε· εἶπα 32,683,470. Εἶπα λάθος· ἐνόουν
91230,683,470.
913Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δραχ. 30,
914683,470 τοῦ 1867, ἔρχεται ὁ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεὶς προϋπο-
915λογισμὸς τοῦ 1868, ὅστις, ὁμοῦ μετὰ δύω εἰδικῶν πιστώσεων
916αἵτινες συνώδευσαν αὐτὸν μετὰ ταῦτα, ἀνέβη εἰς δρ. 34,093,
917986, φέρει δηλ. διαφορὰν πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ 1867
918ἐκ δρ. 3,410,516. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν προϋπο-
919λογισμῶν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῶν δύο ἐτῶν. Ὁ ἔντιμος
920βουλευτὴς Ξηροχωρίου, περιπλέξας χθὲς διαφόρους ἀριθμοὺς ἄλ-
921λους, ἰσχυρίσθη ἀνωτέραν τὴν διαφορὰν ταύτην· ἀλλ’ ὑμεῖς, κύ-
922ριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔντυπον ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογι-
923σμοῦ, ἠκούσατε καὶ τοὺς λόγους τῶν διαφόρων ῥητόρων, καὶ
924δύνασθε νὰ κάμητε τὴν παραβολήν. Εἰς τί συνίσταται καὶ πῶς
925ἀναλύεται ἡ διαφορὰ αὕτη; Καθὼς τὸ ὁλικὸν ποσὸν αὐτῆς,
926δύνασθε εὐκόλως νὰ φυλάξητε, ἂν θέλητε, εἰς τὴν μνήμην σας
927καὶ τὰ διάφορα μερικὰ ποσὰ, ἐξ ὧν τὸ ὁλικὸν ἀποτελεῖται.
928Εἶναι ὅλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸ
9291867, καὶ κατὰ τὸ 1868 θὰ ἰδῆτε διατί ὑπάρχουν.
930Εἶναι πρῶτον ἓν νέον ποσὸν 1,805,180 δρ. εἰς τὸ δημόσιον
931χρέος· τὸ ποσὸν μιᾶς ἑξαμηνίας τόκων καὶ χρεωλύτρων τῶν πα-
932λαιῶν δανείων τοῦ Λονδίνου, περὶ ὧν ὑπεγράφη σύμβασις ὑπὸ τοῦ
933πρώην ὑπουργείου, δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1867· τόκοι καὶ χρεώ-
934λυτρα τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκαττομμυρίων δὲν ὑπῆρχαν τοσαῦτα·
935τὸ ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν συμβάσεως εἰς ἀποζημίωσιν τῶν κλη-
936ρονόμων τοῦ μακαρίτου βασιλέως Ὄθωνος, ὑποβληθείσης ἤδη
937εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑπῆρχεν. Εἰς ταῦτα προστιθεμένης καὶ
938προσθέτου τινὸς πιστώσεως ἐκ δρ. 117,000, ἕνεκα περαιτέρω
939πραγματοποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων,
940ὡς καὶ ἄλλων τινῶν δανείων, συνομολογηθέντων ἐπὶ τῇ βάσει
941τῶν κειμένων νόμων, καὶ προσθήκης ἄλλης πιστώσεως εἰς τὰς
942συντάξεις, ἕνεκα χορηγίας 50,000 δρ. εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πο-
943λιτικῶν συντάξεων, καὶ συντάξεών τινων ἀπονεμηθησομένων
944εἰς τοὺς πρώην ἀστυνομικοὺς φύλακας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἀφαι-
945ρουμένων ἐξ αὐτῶν ἐλαττώσεών τινων ἐκ τῶν τόκων τοῦ ἀνοι-
946κτοῦ μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοῦ, καὶ ἐκ τῶν
947χρεῶν Ἑπτανήσου, καθὼς καὶ ἔκ τινων συντάξεων, ἐναπολείπε-
948ται ἡ εἰρημένη ὑπέρβασις τῶν δραχ. 1,805,180.
949Δεύτερον, ἔχομεν ἓν ἄλλο ποσὸν 600,000 περίπου δρ. ἀπο-
950δοθὲν εἰς ἔξοδα ὁδοποιΐας. Τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰ ἔξοδα ταῦτα
951ἀπεδόθησαν μόνον διὰ τοὺς 6 μῆνας, διότι κατὰ τὰ μέσα τοῦ
952ἔτους ἐμβῆκεν εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος. Εἶναι λοιπὸν παράδοξον
953ὅτι τὸ ὅλον εἶναι διπλάσιον τοῦ ἡμίσεως;
954Τρίτον, ἔχομεν ἀκόμη ἓν νέον διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ποσὸν 60,
955000 δρ. διὰ προσθήκην μισθῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων. Ὁ
956νόμος ἐκανόνισε τὴν τοιαύτην προσθήκην κατὰ πενταετίαν, καὶ
957ἑπομένως ὁ νόμος εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων κανονίσει τὸν προϋ-
958πολογισμὸν τοῦ 1868 βαρύτερον καὶ κατὰ τοῦτο τοῦ προϋπο-
959λογισμοῦ τοῦ 1867.
960Τέταρτον, ἐπιβαρύνονται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξ ἀνάγκης τὰ
961δύω ὑπουργεῖα, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, τὸ μὲν
962διὰ δραχ. 700,000, τὸ δὲ διὰ 400,000. Τὸ πρῶτον εἶχεν ὑπο-
963λογίσει, τὸ 1867, τὴν δαπάνην τῆς συστάσεως τῶν νέων τεσσά-
964ρων ταγμάτων τῶν εὐζώνων καὶ δι’ ἄλλας τινὰς θέσεις ἐπὶ μό-
965νους ἐννέα μῆνας· ὑπολογίζονται ἤδη δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος.
966Ἐκρίθη ἀπαραίτητος ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἡ σύστασις τεσ-
967σάρων ἔτι αὐθυπάρκτων λόχων ὁμοίων τῶν εὐζωνικῶν ταγμά-
968των, καὶ προσέτι ἡ πληρότης τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ
969στρατοῦ· καὶ τελευταῖον ἡ τιμὴ τῆς μερίδος τοῦ ἄρτου, ἀπο-
970δειχθεῖσα μὴ ἐπαρκὴς, ἐδέησε νὰ σημειωθῇ κατά τι ἀνωτέρα.
971Ἐξ ἄλλου μέρους αὐτὰ τὰ νομοθετήματα τοῦ 1867 ὥρισαν
972τὸν διπλασιασμὸν σχεδὸν τῶν πληρωμάτων τῶν πολεμικῶν
973πλοίων, καὶ ἀπεφασίσθη προσέτι ἡ διατήρησις πλειοτέρων πλοίων
974ἐν ἐνεργείᾳ κτλ.
975Ταῦτα πάντα ἀποτελοῦσιν ὑλικὸν ποσὸν δρ. 3,565,180,
976ἤτοι ἀνώτερον τῶν δρ. 3,418,516. Προέρχεται τοῦτο ἐκ τοῦ
977ὅτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν διαφόρων ὑπουργείων ἐγέ-
978νοντο ἀλλοῦ μὲν ἐλαττώσεις, ἀλλοῦ δὲ προσθῆκαι, καὶ αἱ πρῶ-
979ται ἀπέβησαν ἀνώτεραι τῶν δευτέρων, ὑπαγορευθεισῶν καὶ
980τούτων ὑπὸ καλῶς ἐννοουμένης καὶ ἀναποφεύκτου κατὰ τὸ
981πλεῖστον μέρος ἀνάγκης. Ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγ-
982μα τὰ δασονομεῖα. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐν συνειδήσει ἀνάγκην
983ζωτικωτέραν ταύτης, διά τε τὸ παρὸν καὶ ἰδίως διὰ τὸ μέλ-
984λον τοῦ τόπου. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐλάττωσιν τῶν
985ἐσόδων, ἥτις βεβαίως ἀποτελεῖ σπουδαῖον καὶ αὐτὴ λόγον.
986Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, περὶ τῆς
987βαθμηδὸν ἀναβλαστήσεως τῶν καταστραφέντων ἢ περὶ τῆς
988ὁλοτελοῦς μετ’ ὀλίγον ἀπογυμνώσεως, τῆς δυσειδοῦς ἀποφαλα-
989κρώσεως τοῦ δυστυχοῦς ἡμῶν ἐδάφους. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι,
990τί εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψις τῶν δασῶν; Εἶναι ἡ ἀποξήρανσις
991τῆς γῆς, εἶναι ἡ στέρησις πάσης ζωογόνου ἰκμάδος, εἶναι ἡ
992ἀκαρπία τοῦ ἐδάφους, εἶναι ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τῶν
993καιρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, εἶναι ἡ ἀποκτήνωσις τῶν κατοίκων!
994Αὐτὴ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ, αὐτὴ ἡ πολυθρύλλητος
995ὑπέρβασις τοῦ 1868 πρὸς τὸ 1867, ἥτις εἴδατε ὅτι δὲν εἶναι
996ὑπέρβασις, εἶναι ἀπ’ ἐναντίας μικρά τις ἐλάττωσις 155 περίπου
997χιλιάδων δραχμῶν· διότι τὰ λοιπὰ ἢ εἶναι, ὡς εἴδαμεν, ἀπόῤ-
998ῥοια προϋπαρχουσῶν ὑποχρεώσεων, ἢ εἶναι συνέχεια καὶ συμπλή-
999ρωσις πληρωμῶν, λογισθεισῶν μὲν ἐπὶ μῆνάς τινας τοῦ προλα-
1000βόντος ἔτους, λογιζομένων δὲ φυσικῶς ἐφ’ ὅλους τοὺς μῆνας
1001τοῦ ἀκολούθου. Ἀκολούθως θέλω λαλήσει περὶ τῆς ἀλληλουχίας
1002τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀσκούντων ἐπ’ αὐτὰ
1003ἐπιῤῥοήν. Πρὸς τὸ παρὸν λέγω μόνον, ὅτι αἱ ἑκούσιαι δαπάναι
1004τοῦ 1868 δὲν εἶναι ἀνώτεραι, εἶναι μάλιστα κατά τι κατώτε-
1005ραι τῶν κανονισθεισῶν τὸ 1867. Τὰ νέα μέτρα ἐλήφθησαν
1006κατὰ τὸ 1867, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ πορεία τῶν νέων μέ-
1007τρων. Τί σημαίνει ἂν τὸ ἓν ἔτος ἐλόγισεν ἐν τῇ πορείᾳ ταύτῃ
1008ἓξ ἢ ἐννέα μῆνας αὐτοῦ, καὶ τὸ ἕτερον δώδεκα; Ἠμποροῦμεν
1009καὶ κατὰ τοῦτο ν’ ἀλλάξωμεν τὴν φύσιν τῶν καιρῶν καὶ τῶν
1010πραγμάτων; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει πράγματι αὐτὴ
1011ἡ φαινομένη ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τοῦ 1867; Βλέπετε ὅτι
1012ἀκαταμάχητος λογικὴ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαίαν ταύτην τῶν ἀριθ-
1013μῶν ἀλληλουχίαν;
1014Ἔπειτα, κύριοι, καὶ ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νὰ τὸ πα-
1015ρατηρήσετε· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868 συνετάχθη μετὰ πολ-
1016λῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ὑπερβαλλούσης εἰλικρινείας· μετὰ τῆς πε-
1017ποιθήσεως ἀνθρώπου ὅστις, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ
1018καθ’ ὅλας, δὲν ἔπαυσε φρονῶν καὶ πειθόμενος, καὶ θέλων νὰ κα-
1019τασταθῇ φρόνημα καὶ πεποίθησις καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς
1020Βουλῆς, ὅτι μία μόνον ὑπάρχει ὁδὸς σωτηρίας, ἡ ὁδὸς τῆς ἀλη-
1021θείας. Μετὰ τῆς ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ὑπερακριβείας συνε-
1022τάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868, ἐσόδων τε καὶ ἐξόδων. Σᾶς
1023εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὑρίσκεται
1024εἰς κατάστασιν, ἔχων ἤδη κεκτημένην τὴν βεβαίωσιν διαφόρων
1025εἰσοδημάτων, νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1868
1026θέλουν ὑπερτερήσει κατὰ δύω ἑκατομμύρια τὰ προϋπολογισθέντα.
1027Ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον νὰ τὸ εἰπῇ τώρα,
1028ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ εἰπῶ τότε, μὴ θέλων νὰ ῥιψοκιν-
1029δυνεύσω εἰς τὰς προϋπολογιστικάς μου εἰκασίας. Φρονῶ, κύριοι,
1030ὅτι τὰ ἀληθῆ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγο-
1031ρεύουν εἰς αὐτὸν νὰ προϋπολογίζῃ περιεσκεμμένως καὶ νὰ μὴ
1032ῥιψοκινδυνεύῃ οὔτε ἐπὶ προσθήκῃ εἰς τὰ ἔσοδα, οὔτε ἐπὶ ἐλατ-
1033τώσει εἰς τὰ ἔξοδα. Ἂν ἐπλανήθην λοιπὸν εἰς τὰ ἔσοδα, χαίρω
1034ὅτι δὲν ἐπλανήθην, εὑρεθέντος ἐλλείμματος, ἀλλ’ εὑρεθείσης ὑπερ-
1035βάσεως. Ἂς βεβαιωθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπλανήθην, οὕτως εἰπεῖν,
1036ἐν γνώσει, βιάσας δηλαδὴ ἐμαυτὸν νὰ σταθῶ εἰς τὰ ὅρια
1037ταῦτα, εἰς τὴν ἐκτεθεῖσαν ταύτην ἀρχὴν, ἂν καὶ αἱ ἐλπίδες μου
1038περὶ τῆς εὐφορίας ἦσαν ἀνώτεραι τοῦ πραγματικοῦ ἀποτελέ-
1039σματος. Ἐβεβαιώθησαν, π. χ. εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς
1040270,000 κοιλὰ ἐπέκεινα τοῦ περυσινοῦ εἰσοδήματος, καὶ μὲ
1041ἀναλογίαν σίτου μεγαλειτέραν. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ὄχι μό-
1042νον εἶχα ἀφορμὴν νὰ τὸ περιμένω, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἀκό-
1043μη ἤλπισα, διότι μέχρι τινὸς ὑπῆρξεν ἐλπὶς τῆς αὐτῆς εὐφο-
1044ρίας εἰς τὰ ὀρεινὰ, καθὼς καὶ εἰς τὰ πεδινὰ μέρη, ἐνῷ τὰ
1045πρῶτα ἔπαθον ἐκ τῆς μετὰ ταῦτα ἀνομβρίας. Τὰ αὐτὰ ἐσκέ-
1046φθην καὶ περὶ τῆς ἐλαιοκαρπίας. Τὴν ὑπέθετα λοιπὸν, καὶ με-
1047γαλειτέραν τὴν ὑπέθετα, τὴν εὐφορίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτον ἁπλῆ
1048εἰσέτι ὑπόθεσις, δὲν τὴν ἔλαβα, δὲν κατεδέχθην νὰ τὴν λάβω
1049τότε ὡς βάσιν προϋπολογισμοῦ· διότι ἠδύνατό τις νὰ μοὶ ἀπαν-
1050τήσῃ· τί γνωρίζεις; ἐβεβαίωσας τίποτε; Δὲν ἔπραξα λοιπὸν
1051οὕτως, οὔτε εἰς τὰ ἔσοδα, οὔτε εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐζήτησα πάν-
1052τοτε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι μία ἀλήθεια. Δὲν ἤθελα νὰ φέρῃ
1053ὀπίσω του αὐτὰς τὰς εἰδικὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀλλάσσουν
1054τὴν φύσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ.
1055Καὶ νομίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν
1056πεντακοσίων τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν, δι’ οὗ ἔκλεισα
1057τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868, ἤθελε φανῆ ἐνώπιον
1058ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ, ἂν δὲν ἐνεφορούμην ὑπὸ τῆς εἰρημένης
1059ἰδέας τῆς ἀληθείας καὶ τῆς εἰλικρινείας; Καὶ ἂν ἤθελα μόνον
1060νὰ μὴ φανῇ ἔλλειμμα, ἤθελα φανῆ τόσον γλίσχρος εἰς τὴν ἐκ-
1061τίμησιν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα σήμερον βεβαιοῦνται κατὰ δύω
1062ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων; Ἀλλὰ μήπως
1063εἶναι τοῦτο μόνον. Μήπως εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐξόδων δὲν
1064μετεχειρίσθην αὐτὴν τὴν ἰδίαν εἰλικρίνειαν, αὐτὴν τὴν ἰδίαν
1065πρὸς τὴν ἐν γνώσει τῶν εἰδικῶν πιστώσεων ἐπιφύλαξιν ἀπο-
1066στροφήν; Ἓν μόνον, ἀλλὰ σπουδαῖον καὶ σαφὲς, παράδειγμα
1067θέλει σᾶς πείσει καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἀνοίξατε τὸν προϋπολο-
1068γισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1868, καὶ θέλετε εὑρεῖ ἓν ποσὸν ἑκα-
1069τὸν χιλιάδων δραχμῶν περιπλέον τοῦ ποσοῦ τοῦ 1867 εἰς ἀπο-
1070δοχὰς χαρτοσήμου. Τί εἶναι, κύριοι, αἱ ἀποδοχαὶ χαρτοσή-
1071μου; Εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἀρχαί
1072τινες ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου. Οὐδεὶς παραπο-
1073νεῖται, οὐδεὶς ἐπικρίνει τὴν αὔξησιν τῆς τοιαύτης δαπάνης, ὡς
1074δηλοῦσαν αὔξησιν συγχρόνως εἰσοδημάτων· ὁ δὲ οἰκονομικὸς
1075νόμος τάσσει ἐτησίως τὴν δαπάνην ταύτην μεταξὺ ἐκείνων
1076διὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις καὶ ἐν ἀ-
1077πουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Οἱ ὑπουργοὶ
1078λοιπὸν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιθυμοῦν νὰ φαίνωνται οἱ προϋπολογι-
1079σμοὶ αὐτῶν ἠλαττωμένοι, καὶ ἵνα ἴσως ἔχωσιν ἀφορμὴν νὰ αὐ-
1080ξάνωσιν ἄλλα ἄρθρα, ἐλαττόνουν ἀκινδύνως τὴν δαπάνην ταύ-
1081την καὶ τὰς ὁμοίας· ὁ δὲ κύριος Κεχαγιᾶς θὰ ἐνθυμῆται ἀστεῖά
1082τινα κατὰ τοῦτο εἰς παρελθούσας ἐποχὰς, καθὼς καὶ ἐγὼ ἄλ-
1083λοτε τὸν ἐνθυμήθην. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ προσθέσω
1084ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐνῷ, ὄχι μό-
1085νον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 δὲν τὰς εἶχεν, ἀλλ’ οὔτ’ αὐτὸς
1086ὁ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑποβληθεὶς πρῶτος προϋπολογι-
1087σμὸς τοῦ 1868. Τί μ’ ἐβίασε νὰ πράξω τοῦτο; Ἡ ἀλήθεια καὶ
1088ἡ εἰλικρίνεια.
1089Βλέπετε λοιπὸν, ἐπαναλέγω, κύριοι, ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἀδό-
1090λου ἀκριβείας συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868· εἴδετε
1091δὲ ἐπίσης πρὸ ὀλίγου ὅτι ὄχι μόνον δὲν νεωτερίζει εἰς αὔξησιν
1092δαπανῶν ἐπὶ τοῦ 1867, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας αἱ ἀρχικαὶ, αἱ ἐλεύ-
1093θεραι αὑτοῦ δαπάναι εἶναι κατά τι κατώτεραι. Ἀλλὰ προβλέ-
1094πω τὴν ἀπάντησιν πολλῶν. «Δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐδαπανήσατε
1095ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1867· ἔπρεπε νὰ δαπανήσετε ὀλι-
1096γώτερα, πολὺ ὀλιγώτερα, ἀφοῦ μάλιστα καὶ κατεκρίνατε τὴν
1097πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 ὡς πολυδάπανον». Περὶ
1098τούτου θέλω ἐξηγηθῆ σαφῶς ἐντὸς ὀλίγου· πρὸ τούτου ὅμως
1099σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς
1100τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Τριφυλίας.
1101Ὁ ἔντιμος κύριος Σωτηρόπουλος, λαλῶν περὶ τῆς ἐξευρέσεως
1102τῶν μέσων εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ παραβάλλων
1103τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύω προϋπολογισμῶν εἶπε μετά τινος
1104ἀσπλαγχνίας· «Ἐκείνη τοὐλάχιστον ἡ ἄλλη Κυβέρνησις εἶχε
1105τὴν γνῶσίν της· ἐφέρθη μὲ πολλὴν ἐπιτηδειότητα καὶ παρουσιά-
1106σθη πολὺ εὐπροσώπως εἰς τοὺς δανειστὰς μεθ’ ὧν ἠδύνατο νὰ
1107συνομολογήσῃ δάνειον· διότι ἔλεγεν· ἰδοὺ ἔχω περίσσευμα καὶ
1108μὲ αὐτὸ ἐξασφαλίζω τὰ χρεώλυτρα καὶ τοὺς τόκους τοῦ δα-
1109νείου.» Αὐτὰ εἶπε, συγχαίρων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὁ κύριος
1110Σωτηρόπουλος. Καὶ βεβαίως ὁ κύριος Κεχαγιᾶς μετὰ στόμφου
1111τινὸς, ἀθώου βεβαίως, εἶπε τότε τοιούτους τινὰς λόγους. Ἡ δια-
1112δεχθεῖσα Κυβέρνησις ἐφέρθη μετὰ πλείονος μετριοφροσύνης· δὲν
1113ἐτόλμησε νὰ δείξῃ περίσσευμα, καὶ μόνον σήμερον ὁ νῦν ὑπουρ-
1114γὸς ἔρχεται νὰ λαλήσῃ περὶ περισσεύματος. Ἀλλ’ ἂν ἐκεῖνοι μὲν
1115ὠφελοῦντο μέχρι τέλους ἐκ τῆς αὑτῶν ὑπερηφανίας, ἡμεῖς δὲ
1116ἐβλαπτόμεθα ἐκ τῆς ἡμετέρας μετριοφροσύνης, ἤθελε συμβῆ τι
1117τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀνεκτὸν εἰς τὴν θείαν δικαιοσύ-
1118νην. Καὶ λοιπὸν δὲν συνέβη· καὶ λοιπὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις,
1119τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συγχαίρω, καθὼς ὁ κύριος Σωτηρόπουλος
1120τὴν τοῦ 1867, εὑρίσκεται μέχρι δραχμῆς εἰς τὴν αὐτὴν ἀπα-
1121ραλλάκτως ὡς ἐκείνη κατάστασιν πρὸς τοὺς ὑποτιθεμένους δα-
1122νειστάς. Ὁ δυσπιστῶν ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἀριθ-
1123μῶν, ἀριθμῶν ὅμως σαφῶν καὶ ἐπισήμων.
1124Εἶπεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς· «ἔχω περίσσευμα τεσσάρων ἑκα-
1125τομμυρίων καὶ τόσων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὸ φυλάττω προ-
1126ωρισμένον εἰς ἐξασφάλισιν τῶν μελλόντων δανειστῶν». Ἔγεινεν
1127αὐτό; ἐταμιεύθη ποσὸν τοσοῦτο; Ὄχι, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος κύριος
1128Κεχαγιᾶς κατήντησεν ἐπὶ τέλους νὰ περιορίσῃ τὸ φανταστικὸν
1129τοῦτο ταμίευμα εἰς τρία ἑκατομμύρια. Ἔμεινε τοὐλάχιστον ἕως
1130ἐδῶ ἡ κολόβωσις; Ὄχι· ἠκούσατε τὸν κύριον Βαλασόπουλον λέ-
1131γοντα πρὸ ὀλίγου ὅτι αὐτὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια πρέπει νὰ
1132περιορισθῶσιν εἰς δύω· ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι κατὰ τοῦτο ἔχει δί-
1133καιον ὅτι, ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου,
1134ὁ κύριος Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κύριος Βαλασόπουλος εὑρίσκονται ἐν
1135ἴσῃ ἀκριβῶς μοίρᾳ· διότι ἰδοὺ τί βλέπω εἰς τὴν προσωρινὴν
1136κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1867,
1137κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1867.
1138§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται
1139εἰς τὴν ἔκθεσιν, συνδέονται καὶ μὲ τὸ δάνειον. Τώρα ἀναμιγνύ-
1140ετε καὶ τὰ δάνεια. Παρακαλῶ νὰ τὰ χωρίσετε.
1141§53ΣΙΜΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδώσω πλήρη δικαιοσύνην. Μὴν ἀνησυ-
1142χῆτε. Ἰδοὺ τὶ βλέπω·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1143«Βεβαιωθέντα ἔσοδα τὴν 31 Δεκεμβρίου 1867 41,202,144
1144§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφαιρέσατε τὰ δάνεια.
1145§55ΣΙΜΟΣ. Θὰ πράξω ἔτι καλλίτερον δι’ ὑμᾶς. Καὶ τί συμφέ-
1146ρει ἂν ἁπλῶς ἀφαιρέσω τὰ δάνεια; Ἂν ἀφαιρέσω τὰ δάνεια,
1147τὰ συναφθέντα κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ἔκτακτον δηλαδὴ μέρος τῶν
1148ἐσόδων, θ’ ἀφαιρέσω ἐπίσης, ἀντικρὺ αὐτῶν, καὶ τὸ ἔκτακτον μέ-
1149ρος τῶν ἐξόδων, ὅπερ εἶναι ὅ,τι φέρουν ἐπέκεινα τοῦ προϋπολο-
1150γισμοῦ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν,
1151ἔστω καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ τότε, ὡς θέλετε παρατηρήσει,
1152τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἐκτάκτων ἐσό-
1153δων καὶ ἑπομένως ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων
1154πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἔτι μικροτέρα. Θέλω λοιπὸν ν’ ἀφήσω
1155πρὸς τὸ παρὸν ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν ἀκρι-
1156βέστερον ἄλλοτε, καὶ νὰ σᾶς πιστώσω μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν
1157ἐντὸς τοῦ ἔτους συναφθέντων δανείων. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1158Βεβαιωθέντα ἔσοδα τὴν 31 Δεκεμβρίου δρ. 41,202,144
1159Ἔξοδα ψηφισθέντα διὰ τοῦ προϋπολο-
1160γισμοῦ καὶ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων
1161ἐπίσης » 39,713,470
1162Διαφορὰ, ἤτοι περίσσευμα » 1,488,674
1163Σᾶς προσθέτω λοιπὸν τώρα διὰ τὰ
1164συναφθέντα ἐν τῷ ἔτει δάνεια πληρω-
1165θὲν ποσὸν τόκων καὶ χρεωλύτρων » 993,086,94
1166Διαφορὰ, ἤτοι περίσσευμα » 2,487,760,94
1167Ὅταν λοιπὸν ἀφ’ ἑτέρου παραδεχθῶμεν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδή-
1168λωσεν ὁ ἔντιμος κύριος Βαλασσόπουλος ὑπέρβασιν βεβαιώσεως
1169ἐκ δύω ἑκατομμυρίων, τότε ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ χρεώσω-
1170μεν μὲν τοῦτον διὰ δραχ. 539,983, ὅσας φέρει τὸ δεικνυόμε-
1171νον ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα, νὰ πιστώσωμεν δὲ καὶ
1172αὐτὸν διὰ δραχ. 972,500 διὰ τὸ περιπλέον τῶν τόκων καὶ
1173χρεωλύτρων· ὥστε ἡ μερὶς αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,432,517,
1174ἀπέναντι τῆς τοῦ ἐντίμου κυρίου Κεχαγιᾶ, ἀνερχομένης εἰς δρ.
11752,427,760,94, καὶ οὕτω φαίνεται ὑπερτερῶν μάλιστα ὁ κύ-
1176ριος Βαλασόπουλος κατὰ δραχ. 4,756:6, εἰς τὸ ἐπιζητούμενον
1177παρὰ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου δικαίωμα τοῦ νὰ λαλήσῃ πει-
1178στικὴν, ὡς εἶπε, γλῶσσαν πρὸς τοὺς μέλλοντας δανειστάς.
1179§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα.
1180§57ΣΙΜΟΣ. Παρέκβασιν ἀντὶ παρεκβάσεως καὶ εὐτραπελίαν ἀντὶ
1181εὐτραπελίας. Ἀνέλυσα ὅσα εἴπατε περὶ τοῦ περισσεύματος τοῦ
1182προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867.
1183§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ 1868 εἰς πόσα τὰ
1184λογαριάζετε;
1185§59ΣΙΜΟΣ. Εἰς τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ
1186τῆς προσθήκης τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπεν ὁ κύριος
1187ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
1188§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα λογαριάζετε τὰ πραγματικῶς εἰσ-
1189πραχθησόμενα; 35 εἶναι ἡ βεβαίωσις.
1190§61ΣΙΜΟΣ. Περισσότερα, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Βαλα-
1191σοπούλου.
1192§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν θ’ ἀφαιρέσετε τόσα τοῖς ἑκα-
1193τὸν διὰ καθυστερήματα;
1194§63ΣΙΜΟΣ. Τί ἐμβαίνουν τὰ καθυστερήματα, ἀφοῦ τὰ συμπε-
1195ράσματά σας τὰ ἐσύρετε ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ;
1196Ἆ! τώρα ἐνθυμοῦμαι· ἴσως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι εἶπεν ἐν τῇ
1197ἐκθέσει αὐτοῦ περὶ τούτου ὁ κύριος Κεχαγιᾶς. Τῳόντι ὁ κύριος
1198Κεχαγιᾶς, ὅστις ἐνίοτε εἶναι ὁπωσοῦν δογματιστής, «ὑπελόγισα,
1199λέγει, οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθησό-
1200μενα». Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἀντιπα-
1201ράθεσιν ἡμῶν, διότι δὲν παραδέχομαι ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις μου
1202ἐγένοντο μὲ ὀλιγωτέραν τῆς αὐτοῦ πρὸς τὰ κάτω μᾶλλον ἢ
1203πρὸς τὰ ἄνω ῥοπήν.
1204Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. Ἐνταῦθα ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
1205ψετε νὰ ζητήσω ἢ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν πολὺ ἀναγκαίαν.
1206Δὲν ἐνόησα καλῶς χθὲς, ἀλλὰ μοὶ εἶπαν ὅτι ὁ κύριος Κεχαγιᾶς
1207εἶπεν ἐκ τῆς θέσεώς του, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ὁποίου εἶχα
1208τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ εὑρε-
1209θέντων ἐκ τοῦ δανείου μετρητῶν, ἔλαβε καὶ ἄλλα τρία ἑκα-
1210τομμύρια ἔκτοτε ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου.
1211§64ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο· ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων δανείων.
1212Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε πόσα ἐλήφθησαν ἐκ τοιούτων δανείων;
1213§65ΣΙΜΟΣ. Περὶ τούτων ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε ἀκριβῆ σημείω-
1214σιν. Εἶναι 1,000,000 δρ. τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, 1,200,000
1215δραχ. νομίζω τῆς Ἰονικῆς, καὶ μικρά τινα ἄλλα. Περὶ ἄλλου
1216πράγματος ἐζήτησα διασάφησιν, καὶ ἀρκεῖ κατὰ τοῦτο ἡ ἀπάν-
1217τησις τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ.
1218Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ λαλήσω περὶ τῆς ἐν γένει κατα-
1219στάσεως ἡμῶν καὶ τοῦ σχετικῶς πρὸς ταύτην δυνατοῦ τῶν ἀ-
1220μέσων οἰκονομιῶν. Λυποῦμαι, κύριοι, εἰσερχόμενος εἰς τὸ θέμα
1221τοῦτο, καὶ λυποῦμαι ἐρχόμενος νὰ λαλήσω μετὰ τὰς ἀκουσθεί-
1222σας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντεγκλήσεις· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤ-
1223μεθα δίκαιοι καὶ πρὸ πάντων λογικοί. Ἐρωτᾶτε διατὶ, μετα-
1224βληθέντος τοῦ ὑπουργείου, δὲν μετεβλήθη ἀθρόα καὶ ἡ οἰκονο-
1225μικὴ κατάστασις. Ἐρωτήσατε λοιπὸν καὶ τὴν θάλασσαν διατὶ, καὶ
1226παρελθούσης τῆς τρικυμίας, φυλάττεται ἐπ’ αὐτῆς ὁ σάλος.
1227Καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι πολλὰ πράγματα γίνονται ἐν τῷ κόσμῳ
1228τούτῳ χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἄλλον λόγον ὑπάρξεως, εἰμὴ ὅτι εἶναι
1229συνέπεια τῶν προγενομένων; Καὶ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἡ κατά-
1230στασις ἡμῶν σήμερον εἶναι γαλήνιος καὶ ὀλιγοδάπανος; Τὸ
1231αἰσθάνομαι, κύριοι, καὶ τὸ σεβαστὸν τοῦτο Σῶμα, ἂν δὲν τὸ
1232γνωρίζῃ, ἂς τὸ μάθῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐ-
1233κεῖνος τὸν ὁποῖον φιλόπατρις ὑπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποβάλῃ
1234εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ᾖναι ἔργον θελήσεως, εἶναι ἔργον
1235ἀνάγκης.
1236Ἐλάλησα, κύριοι, περὶ ἀντεγκλήσεων, καὶ δυσάρεστοι βέβαια
1237εἶναι αἱ ἀντεγκλήσεις, ἀπευθυνόμεναι ἀπὸ προσώπων εἰς πρό-
1238σωπα. Προτιμότερον θὰ ἦτον ἂν αὐταὶ αἱ δύω ἀντεγκαλούμεναι
1239ἐποχαὶ ἐσυζητοῦντο ἀφηρημένως· ἂν ἤρχοντο ἐνταῦθα προσω-
1240ποποιούμεναι, ὡς αἱ δύω ἐκεῖναι γυναῖκες τοῦ Προδίκου ἢ τοῦ
1241Λουκιανοῦ, καὶ διεκδικοῦσαι τὰ δίκαιά των. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε
1242τι ἡ μία ἐξ αὐτῶν δὲν ἤθελεν ἔχει πολὺ ἄδικον ἂν, ἀποτεινο-
1243μένη πρὸς τὴν ἑτέραν, ἔλεγε τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις· «Ἂν
1244ἔκαμα ὅσα μὲ κατηγορεῖς, σὺ, μῆτέρ μου, πταίεις;» Δὲν ἦλθαν
1245αἱ δύω αὐταὶ γυναῖκες, ἀλλ’ ἦλθεν ἀντ’ αὐτῶν εἷς καὶ μόνος
1246ἀνὴρ, διαδραματίζων τὸ διπλοῦν τοῦτο πρόσωπον, ὁ ἔντιμος
1247κύριος Σωτηρόπουλος, ὅστις καὶ πολλὰ ἐλάλησε καὶ πολλὰ ζη-
1248τήματα θαῤῥαλέως ἔθιξεν. Εἶναι περίεργος ἡ παροῦσα θέσις τῆς
1249Βουλῆς· πλανώμεθα καὶ δὲν ἠξεύρομεν πῶς νὰ σκεφθῶμεν· δὲν
1250βλέπομεν σαφῶς τί ἕκαστος ἐπαινεῖ ἢ κατηγορεῖ, τί ἀποδέχε-
1251ται καὶ τί ἀποκρούει. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος διεκδικεῖ τὰς
1252τιμὰς καὶ τῶν δύω ἐποχῶν· καὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ 1866 καὶ
1253τῆς ἐλευθερίου τοῦ 1867. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἐπικρίνω τὸν
1254προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, οὔτε νὰ προκαταλάβω τὸν πρῴην
1255συνάδελφόν μου ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μορφώσαντα ἤδη
1256ἰδέας τινὰς περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐ-
1257κείνου καὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν αὐτῶν πιστώσεων. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι
1258ἐξ αὐτῶν ὅσοι ἐνθυμεῖσθε τὴν μεγάλην ἐκείνην διαμάχην περὶ
1259ἁρμοδιότητος τῶν χρήσεων 1866 καὶ 1867, δὲν ἠδυνήθητε
1260βεβαίως νὰ μὴ θαυμάσετε τὴν ἐπιδεξιότητα μεθ’ ἧς ὁ ἀξιότι-
1261μος βουλευτὴς Τριφυλίας κατώρθωσε χθὲς νὰ οἰκονομήσῃ τὴν φι-
1262λοτιμίαν ἀμφοτέρων τῶν διαφερομένων μερῶν.
1263Ἀλλὰ πῶς ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὁ ὑπερασπιστὴς ἀμφοτέ-
1264ρων τῶν ἡμιετιῶν τοῦ 1866, παραδέχεται καὶ ὑποστηρίζει τὴν
1265ἐναντίαν ὁδὸν τοῦ 1867, καὶ τὴν τότε ἐν τῇ Βουλῇ διαγωγὴν
1266αὐτοῦ; Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος· en homme Converti, ὡς ἄν-
1267θρωπος διὰ φωτισμοῦ μεταβληθείς. «Εἶμαι, κύριοι, εἶπεν, ἄν-
1268θρωπος τῶν οἰκονομιῶν·» ἀλλὰ πῶς ν’ ἀντιστασθῇ τις εἰς τὴν
1269ὁμιλίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου τῶν Στρατιωτικῶν ὅστις μᾶς εἶ-
1270πεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «Θὰ ταπεινωθῆτε, κύριοι;» Ἐν-
1271εδώκαμεν λοιπόν. Παράδοξον πρᾶγμα! Ὅταν θέλετε νὰ φα-
1272νῆτε τόσον αὐστηροὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διατὶ δὲν ἐ-
1273δείξατε τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα καὶ πρὸς ἐκείνους τοὺς ἀνθρώ-
1274πους; Καὶ πότε λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἄρνησις,
1275ἂν ἄρνησις πρέπει νὰ γείνῃ; Ὅταν τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἀθερά-
1276πευτον; ἢ ὅταν εἰς τὴν ἀρχὴν ἔρχεταί τις καὶ σᾶς λέγῃ «Θὰ
1277ταπεινωθῆτε; μὴν ἐνδίδετε;» Ναὶ, κύριοι, ἂν σωφρονῶμεν,
1278ἂν μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ὀφείλομεν νὰ θέ-
1279σωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ν’ ἀπαντήσωμεν ὅ,τι ἡ
1280συνείδησις μᾶς ὑπαγορεύει. Δὲν ἤμην εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βου-
1281λὴν, ἀλλ’ ἂν τὴν κατέκρινα, καὶ τὴν κατέκρινα πικρῶς, εἶναι
1282ὅτι εἰς τοιαύτην ἐποχὴν μεγάλην, μεταβατικὴν, κρίσιμον, ἠρ-
1283νήθη νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της. Ὑπομονὴ ἂν ἦτον εἰς τοὺς
1284κοινοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς διαδεχομένους ἀλλήλους ἄνευ
1285διαφορᾶς, ὅταν ἐβράζαμεν εἰς τὸ ζωμί μας, κατὰ τὴν κοινὴν
1286ἔκφρασιν, καὶ ὅσα ἐσωδεύαμεν τόσα καὶ ἐξωδεύαμεν! Ἀλλ’
1287ἐν ᾧ ἐπρόκειτο νὰ ἐμβῶμεν εἰς ζυγὸν νέων μεγάλων δανείων
1288καὶ νὰ προεξοφλήσωμεν τὸ μέλλον, νὰ μὴ λάβῃ κἂν ἡ Βουλὴ
1289ἐκείνη τὸν κόπον, τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσῃ, τοὐλάχιστον νὰ
1290δείξῃ ὅτι ἀποφασίζει ἐν γνώσει; ἀλλ’ ἀφοῦ τῆς ἔδειξαν μερικὰ
1291ἔγγραφα, χωρὶς κἂν νὰ τῆς τὰ ἀφήσουν, καθὼς τὰ δείγματα
1292ἐκεῖνα τῶν λαθροχειριστῶν, νὰ παραδεχθῇ τὰ πάντα ἀνεξετά-
1293στως, καὶ νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ μᾶς λέγουν· Μᾶς εἶπεν ὁ
1294ὑπουργός·—Θὰ ταπεινωθῆτε; Θὰ ὑποχωρήσετε;—Καὶ πῶς,
1295κύριοι; Καὶ ἔχει λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς τόσον μαγικὴν δύνα-
1296μιν, ὥστε μήτε κἂν νὰ πρέπῃ νὰ ἐξετασθῇ ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν
1297συμφέρῃ, ἂν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν μέσα ἐπιθετικῆς ἀντιστά-
1298σεως; Καὶ τί σημαίνει, κύριοι βουλευταὶ, ὑποχώρησις, ὅταν ὑ-
1299παγορεύεται ὑπὸ λόγων κοινοῦ συμφέροντος ἢ κοινῆς ἀνάγκης;
1300Ὑπεχώρησεν ὁ ἀλύγιστος Πάλμεστρων καὶ ἡ κραταιὰ Ἀγγλία
1301εἰς τὸ ζήτημα τῶν δουκάτων τοῦ Ἔλβα. Ὑπεχώρησεν ὁ ἰσχυ-
1302ρὸς Ναπολέων καὶ ἡ μεγάλη Γαλλία εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Αὐστρο-
1303πρωσσικοῦ πολέμου. Καὶ ὑπεχώρησαν ἀμφότεραι, καὶ ἡ Αὐ-
1304στρία μετ’ αὐτῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Πολωνίας. Καὶ ἀκόμη
1305λέγετε· Μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργός·—Θὰ ὑποχωρήσετε; Καὶ ἔπει-
1306τα, ἠξεύρετε πῶς προβαίνει ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποχωρήσεως,
1307ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη; Προβαίνει, κύριοι, ὄχι κατὰ λόγον ἀ-
1308ριθμητικῆς προόδου, ἀλλὰ κατὰ λόγον προόδου γεωμετρικῆς,
1309καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐσπούδασαν τὰ μαθηματικὰ μὲ ἐννοοῦσιν. Ἂν
1310ἡ ὀφειλομένη σήμερον ὑποχώρησις εἶναι ἴση μὲ ἓν καὶ αὔριον
1311ἴση μὲ δύω, δὲν θὰ ᾖναι μεθαύριον ἴση μὲ τρία, ἀλλ’ ἴση μὲ
1312τέσσαρα, καὶ τὴν ἄλλην μὲ ὀκτὼ, μὲ δεκαὲξ καὶ καθεξῆς. Καὶ
1313τί ἦσαν, κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; καὶ ποῦ κατέληξαν;
1314καὶ πῶς κατωρθώθη ἡ μὴ ὑποχώρησις; καὶ τί ὠφέλησεν ὁ
1315στόμφος τῶν λόγων; Καὶ ὑπομονὴ ἂν ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἔμενεν ἁ-
1316πλῶς ἄνευ ὠφελείας· ἀλλὰ κατέλιπεν ὀλέθρια, ἀκαταλογίστως
1317ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Καὶ σήμερον θέλετε νὰ μὴν ἔχετε συμ-
1318πάθειαν πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες σᾶς λέγουν· Ἡμεῖς δὲν ἠθέλα-
1319μεν κάμει αὐτὰ τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγειναν, δὲν ἠμπο-
1320ροῦμεν ἐν ἀκαρεῖ καὶ διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ τὰ ἐξαφανίσωμεν.
1321Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα μεταξὺ ἄλλων, τὸ παράδειγμα τῶν
1322πρεσβειῶν. Τί ἦσαν αἱ πρεσβεῖαι καθ’ ὃν καιρὸν συνιστῶντο;
1323Καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα καὶ πρὸς ὃν σκοπὸν συνιστῶντο, ἔρ-
1324γον ὅλως ἄστοχον. Ἄνδρες ῥητῶς καὶ ἐπιδεικτικῶς ἀποστελλό-
1325μενοι νὰ πείσωσι διὰ λόγων τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Γαλλίαν νὰ
1326ἐγκαταλίπωσι τὴν πολιτικὴν αὑτῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἦτον τάχα
1327ἐπιχείρησις φέρουσα πιθανότητα ἐπιτυχίας; Καὶ ἐν τούτοις αἱ
1328πρεσβεῖαι αὗται, ἅπαξ συσταθεῖσαι, δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ
1329καταργηθῶσι· διότι ἐγγίζονται φιλοτιμίαι ἐθνικαὶ, καὶ γεννῶν-
1330ται διπλωματικαὶ δυσχέρειαι. Ἡ πρεσβεία τῆς Ἀμερικῆς δὲν
1331κατηργήθη, ὁ πρέσβυς μόνον μετετέθη, καὶ ὡστόσον ἀκόμη μέ-
1332χρι τοῦδε δὲν ἐξωμαλίσθη ὁλοτελῶς τὸ ἐκ τούτου ἀποτέλεσμα.
1333Τοῦτο, κύριοι, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ διορ-
1334θωθῇ ὅ,τι δὲν ἔγεινε καλῶς, ὅσον εἶναι τὸ νὰ μὴ γείνῃ ἀπ’ ἀρ-
1335χῆς ὅ,τι νὰ γείνῃ δὲν ἔπρεπε. Τὰ γενόμενα ἔγειναν ὡς ἂν ἤθε-
1336λαν νὰ διαιωνίζεται ἡ ἀπάτη (θόρυβος), νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ὁ
1337προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἡσυχάσατε οἱ ἀνησυχοῦντες. Τὸ μέλ-
1338λον τῆς πατρίδος δὲν εἶναι μονοπώλιον ἐπιδείξεως καὶ ἀστο-
1339χίας· εἰργάσθημεν καὶ ἄλλοι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρό-
1340νον· ἀλλ’ ἐπρεσβεύσαμεν ὅτι δὲν εἶναι αἱ ἐπιδεικτικαὶ καὶ θορυ-
1341βώδεις παρασκευαὶ, ἀλλ’ αἱ φρόνιμοι προδιαθέσεις, αἱ φέρουσαι
1342εἰς τὸ αἴσιον μέλλον. Διὰ νὰ ἔλθῃ τι εἰς τὴν ὕπαρξιν, πρέπει νὰ
1343σχηματισθῇ πρῶτον ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Διὰ νὰ φθάσω-
1344μεν εἰς αἴσιον μέλλον, πρέπει νὰ πιστευθῶμεν πρῶτον ἄξιοι αἰσίου
1345μέλλοντος. Ἰδοὺ ἡ ὁδὸς, ἡ μόνη ἀληθὴς ὁδός· καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη
1346δὲν εἶναι ὁδὸς ἐπιδείξεως, ἀλλ’ εὐθύτητος καὶ ἀληθείας. Οἱ φρο-
1347νοῦντες ἄλλως δὲν ἐργάζονται ἀληθῶς ὑπὲρ τῆς φιλτάτης πατρί-
1348δος. Ἡ μεγάλη ἰδέα, οὕτω πως ἐνεργουμένη, δὲν εἶναι μεγάλη
1349ἰδέα· εἶναι ἄρνησις τῆς μεγάλης ἰδέας· εἶναι μικρὰ ἰδέα. Λαλῶ
1350ἄνευ πάθους, ἢ μᾶλλον μετὰ μόνου τοῦ πάθους τοῦ πατριωτι-
1351σμοῦ, καὶ ἄνευ προσωπικῆς ἀπεχθείας. Τί ὠφέλησαν, κύριοι, αἱ
1352ἄστοχοι ἐνέργειαι τοῦ 1854; Καὶ νομίζετε ὅτι, ἂν ἐκεῖναι δὲν
1353προϋπῆρχαν, αἱ ἔτι ἀστοχώτεραι τοῦ παρελθόντος ἔτους, θὰ
1354εὕρισκαν ἔξω τόσον ὀλίγην ὑποδοχήν; Ἡ ἄστοχος λοιπὸν ἐνέρ-
1355γεια δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἀποτυχία· εἶναι ὀπισθοδρόμησις
1356πολλῶν δεκάδων ἐτῶν. Πράττων ὅταν δὲν πρέπῃ, χάνεις τὴν
1357εὐκαιρίαν τοῦ νὰ πράξῃς καὶ ὅταν πρέπῃ. Ἐν ὀνόματι αὐτῶν
1358τῶν πατριωτικῶν ἰδεῶν, ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων, αἱ
1359ἐπιβλαβῶς ἐπιδεικτικαὶ ἐνέργειαι πρέπει ν’ ἀποκρούωνται καὶ νὰ
1360στιγματίζωνται. Καὶ ἂν, κύριοι, ὑπάρχωσι σκηναὶ, διὰ τὰς
1361ὁποίας τήκεται συγχρόνως καὶ ἀγωνιᾷ ἡ καρδία παντὸς Ἕλλη-
1362νος καὶ παντὸς χριστιανοῦ, ἂς ἀπευθύνωμεν ὅλοι εὐχὰς καὶ
1363δάκρυα εἰς τὸν οὐράνιον Πατέρα, ἵνα, ἐν τῇ θαυματουργῷ Αὑτοῦ
1364φιλανθρωπίᾳ, σώσῃ τὰ πλάσματα Αὑτοῦ ἐκ τῶν κινδύνων!
1365(Συγκίνησις καὶ ἀλλαχοῦ θόρυβος).
1366Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος κύριος Κεχαγιᾶς εἶπε μεγάλην
1367ἀλήθειαν, λέγων ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κρατήσωμεν αὐτὴν τὴν
1368κατάστασιν οὔτε τρεῖς μῆνας. Ναὶ, αὐτὴ εἶναι ἀλήθεια, ἀλλ’
1369ἠξεύρετε ποῦ δὲν εἶναι ἀλήθεια; Δὲν εἶναι ἀλήθεια ἡ βεβαίωσις
1370ὅτι καὶ ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ εὐκόλως. Σᾶς εἶπα περὶ τῶν
1371πρεσβειῶν· τὰ αὐτὰ δύναταί τις νὰ εἰπῇ καὶ περὶ ἄλλων, καὶ
1372ἰδίως περὶ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Τί θέλετε νὰ πράξῃ
1373σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν λέγετε· ἀφοῦ δὲν
1374ἔχομεν πόλεμον, ἂς ἀφοπλισθῶμεν ἀμέσως.....;
1375§66ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ οἱ προβιβασμοί.....;
1376§67ΣΙΜΟΣ. Δὲν θέλω νὰ λαλήσω τώρα περὶ τῶν καθέκαστα·
1377λαλῶ γενικῶς· οὔτε ἀναλαμβάνω νὰ ἐξηγήσω ἐγὼ τὰ πάντα.
1378Σᾶς εἶπεν ὅμως ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Καλαβρύτων,
1379ὅτι αἱ γινόμεναι περὶ τοὺς προβιβασμοὺς ἀδικίαι ἐπιφέρουν ἐνίοτε
1380ἐξ ἀνάγκης οἰκονομικὰ ἀτοπήματα· καὶ ὅταν προβιβάζεται ὁ
1381πεντηκοστὸς, ἡ ἀδικία δὲν θὰ ἐπανορθωθῇ, εἰμὴ προβιβαζομένων
1382καὶ ἄλλων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Πρόκειται λοιπὸν
1383περὶ ζητήματος ἀμέσου ἀφοπλισμοῦ· ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται,
1384κύριοι, νὰ λέγετε τοῦτο σεῖς, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουν
1385εἰσέτι καὶ ζητήματα πολιτικὰ ἐκκρεμῆ, σεῖς οἵτινες στέκεσθε
1386μὲ τὸ τηλεσκόπιον εἰς τὰς χεῖρας παρατηροῦντες μὴ τυχὸν τα-
1387πεινωθῇ ἡ κυβέρνησις, καὶ μήπως ἡ φωνὴ τοῦ πρέσβεως τῆς
1388Τουρκίας ἀκούεται περισσότερον παρ’ ὅσον πρέπει, καὶ ὅταν αἱ
1389ἐφημερίδες διασαλπίζωσιν, ὅτι ὁ πρέσβυς οὗτος παρευρέθη ἐν τῷ
1390δεῖνα ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐνῷ ἱκανοὺς μῆνας ἀπετέλεσα μέ-
1391ρος αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου, καὶ κανεὶς πρέσβυς, οὔτε τῆς Τουρ-
1392κίας, οὔτε τῆς Ἀγγλίας, οὔτε τῆς Γαλλίας, οὔτε τῆς Ῥωσσίας
1393εἰσῆλθέ ποτε εἰς αὐτὸ, ἐκτὸς ἄν ποτέ τις ἐξ αὐτῶν ἐζήτησέ τινα
1394τῶν ὑπουργῶν εἰς παρακείμενόν τι δωμάτιον, πῶς, λέγω, συμ-
1395βιβάζεται ἡ παρ’ ὑμῶν αἴτησις τοῦ ἀφοπλισμοῦ πρὶν ἢ διευθε-
1396τηθῶσι πολλὰ εἰσέτι μένοντα ἐκκρεμῆ ζητήματα;
1397Κύριοι, τὸ ἐπαναλέγω· ἂς ἤμεθα δίκαιοι, ὥστε ν’ ἀποδίδωμεν
1398εἰς ἕκαστον τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων καὶ ὄχι εἰς
1399ἄλλον· καὶ ἂς ἤμεθα λογικοὶ, ὥστε νὰ μὴ παραγνωρίζωμεν ὅτι
1400καὶ ἡ διόρθωσις τῶν κακῶν δὲν γίνεται ἄνευ ἀποχρώσης δόσεως
1401χρόνου.
1402Ὅλοι σήμερον συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πορείας
1403ἐκείνης, ἥτις ἔφερε τὰ παρόντα δεινὰ, ἀφοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐντίμου
1404ταύτης μερίδος (τῆς ἀριστερᾶς) ἠκούσθη βεβαίωσις, ὅτι ἡ κατά-
1405στασις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ ἐπὶ πολύ. Διαφωνοῦμεν
1406μόνον εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις. Περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν ὅσα ἔπρεπε,
1407καὶ ὁ ἀμερόληπτος κόσμος δύναται νὰ κρίνῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς
1408τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, τὸ οἰκονομικόν.
1409Καλῶς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ἀναμνησθεὶς
1410τοῦ λόρδου Ῥῶσσελ, εἰπόντος ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι
1411ζήτημα οἰκονομικόν. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ὅταν τὸ σπουδαῖον, τὸ
1412μεγαλεῖον, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ζητήματος τούτου ἦναι τόσῳ ἐπι-
1413σήμως ἀνεγνωρισμένον, δὲν ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆ-
1414κον, ἀντὶ νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν ὡς ἀφετηρίαν κομματικῶν
1415προσβολῶν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ὡς μασγκάλι,
1416νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς ἔδαφος οὐδέτερον, ἱερὸν, χρῆζον ἀνεξαιρέ-
1417τως τῆς ἀμερολήπτου προσοχῆς πάντων; Μετὰ λύπης δὲ ὑπο-
1418θέτω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετσάλης ἀπομακρύνεται τοῦ κα-
1419νόνος τούτου, ὅστις φαίνεται ἀπόῤῥοια τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ
1420μνείας, εἰπὼν ὅσα εἶπε περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν παλαιῶν δα-
1421νείων τοῦ Λονδίνου. Διατί δὲν ἔλαβα, εἶπε, τὸν κόπον νὰ κάμω
1422ταξείδιον, ἢ διατί δὲν ἔστειλα κανένα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ
1423μάθω βέβαια, τί τρέχει περὶ τῶν παλαιῶν ἑλληνικῶν χρεω-
1424γράφων. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κύριος Πετσάλης, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις,
1425ὑπογραφεῖσα παρὰ τοῦ προλαβόντος ὑπουργείου; Ναὶ, ἤκουσα,
1426ὡς δὲν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω, τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Παρνασσίδος
1427εἰπόντα· «Ναὶ μὲν ἡ σύμβασις αὕτη ἔγεινε παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ εἶχε
1428προθεσμίαν». — «Λοιπὸν τὴν ἀποκρούετε, τὸν ἠρώτησα, Κύριε
1429Κεχαγιᾶ;» — «Ὄχι», εἶπε τότε.
1430Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι καλὸν πρᾶγμα, εἶναι πρακτικὸν τῆς
1431ὑπολήψεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ συνομολογῇ χρη-
1432ματικὴν σύμβασιν, καὶ ἔπειτα νὰ τὴν ἀθετῇ, νὰ τὴν ποδοπατῇ,
1433χωρὶς μήτε κἂν νὰ τὴν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ σεβαστοῦ τούτου Σώ-
1434ματος πρὸς συζήτησιν, καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, καθὼς ὑπεχρεώθη
1435νὰ πράξῃ; Δὲν ἐπερίμενα τοιαύτην ὑπόδειξιν ἀπὸ τὸν πατριω-
1436τισμὸν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ. Παρῆλθε, λέγει, ἡ προθεσμία. Ναὶ,
1437ἀλλ’ οἱ πράκτορες αὐτοῦ καὶ ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ ἐπανειλημμένως
1438καὶ ἐπιμόνως ἐζήτησαν τὴν παράτασιν, τὴν σιωπηλὴν παρά-
1439τασιν, ἕως ὅτου συνέλθῃ ἡ Βουλή. Καὶ πανταχόθεν οἱ φίλοι τῆς
1440Ἑλλάδος ἔγραφαν. Προσέξατε, μὴν ἀθετήσετε τὴν ὁμολογηθεῖσαν
1441σύμβασιν· ἤθελε τοῦτο εἶναι τὸ καίριον τραῦμα (le coup de
1442grace) κατὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον
1443λοιπὸν Μωραϊτίνη καὶ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη τὰ αὐτὰ ἔγρα-
1444ψαν πρὸς τοὺς ἐν Λονδίνῳ πράκτορας αὑτῶν. Καὶ ποῖος, κύριοι
1445βουλευταὶ, καλῶς σκεπτόμενος δὲν ἐννοεῖ ὅτι, ἐνῷ τοσαύτη
1446εἶναι ἡ κατὰ τὰ χρηματικὰ κακὴ περὶ ἡμῶν ἐξωτερικὴ ἰδέα,
1447αὐτὸ μᾶς λείπει ἀκόμη ν’ ἀθετῶμεν καὶ σημερινὰς συμβάσεις;
1448Σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς· δὲν ἔχω πολλὰς ἐλπίδας εἰς τὰ ἀπο-
1449τελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπερίμενεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς τὰ
1450ἄμεσα τοὐλάχιστον ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὡμολογήθη ἅπαξ,
1451τὰ ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῆς συμβάσεως κακὰ τὰ προβλέπω τόσον
1452μεγάλα, τόσον πολὺ βλαπτικὰ, ὥστε ἔρχομαι ἐξ ἀνάγκης νὰ
1453δηλώσω, ὅτι καὶ θὰ ψηφίσω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφί-
1454σητε ὑπὲρ αὐτῆς.
1455§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ πάντων ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἦτον ἐναντία.
1456§69ΣΙΜΟΣ. Βέβαια θὰ τὴν ψηφίσῃ, ἀφοῦ τὴν εἰσάγει· καὶ τὴν
1457εἰσάγει διότι τὴν συνωμολογήσατε. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἐπι-
1458τρέψατέ μοι ν’ ἀναφέρω, ὅτι εἶχα τὴν ἀτυχίαν δὶς ἐλθὼν εἰς
1459τὴν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὕρω καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν
1460ἄλλην φορὰν ζήτημα πίστεως ἐξωτερικῆς ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον
1461δὲν ἐνέκρινα μὲν καθὼς εἶχεν ὁμολογηθῆ, ἠναγκάσθην δὲ νὰ τὸ
1462παραδεχθῶ φόβῳ τῶν κακῶν τῆς ἀθετήσεως συνεπειῶν. Κατὰ
1463τὸ 1860, ὀλίγον πρὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶχε
1464παραδεχθῆ ὁ προκάτοχός μου κύριος Κουμουνδοῦρος τὴν ὑπο-
1465χρέωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις περὶ ἐνιαυσίου πληρωμῆς ἐννεακοσίων
1466χιλιάδων φράγκων· καὶ τοῦτο κατὰ συνέπειαν τῆς ἐργασίας τῶν
1467σταλέντων ἐνταῦθα ἐπιτρόπων τῶν Δυνάμεων. Ὁ μακαρίτης βα-
1468σιλεὺς Ὄθων μὲ ἠρώτησε περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ, ὅστις εἶχα
1469ἐργασθῆ πρό τινος καιροῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετὰ τοῦ
1470μακαρίτου Μαυροκορδάτου, καὶ κατηρτίσθη παρ’ αὐτοῦ ἓν σχέ-
1471διον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πληρωμὴ ἤρχιζεν ἀπὸ 300,000 φράγ-
1472κων καὶ ηὔξανε κατ’ ὀλίγον καὶ κατὰ περιόδους, εἶπα ὅτι
1473ἀτυχῆ ἐθεώρουν τὴν παραδοχὴν ἐκείνην, ὄχι μόνον διότι ἐπεβά-
1474ρυνεν ἀμέσως τὸν τόπον δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἀλλὰ,
1475τὸ χειρότερον, διότι ἡ ὑποχρέωσις ἦτον μονομερὴς, καὶ αἱ Δυνά-
1476μεις ἠδύναντο, ὡς ῥητῶς ἐπεφυλάσσοντο, νὰ μᾶς ζητήσωσιν
1477αἴφνης ὅσα ἤθελαν ἐκ τῶν πρὸς αὐτὰς ὀφειλομένων, ἐνῷ ἔπρεπε
1478νὰ τείνωμεν εἰς ὁριστικὴν καὶ ἀμφοτεροβαρῆ συνθήκην. Ὁ βασι-
1479λεὺς, ἐγκρίνων τὰ λεγόμενα, μὲ ἐπρότρεπε νὰ εὕρω τρόπον διορ-
1480θώσεως.— Δὲν ὑπάρχει, Μεγαλειότατε, ἀπεκρίθην, τρόπος ἀπο-
1481φυγῆς, ἀφοῦ ἡ ὑπογραφὴ τῆς κυβερνήσεως τῆς Υ. Μ. ἐτέθη
1482Πᾶσα ἐκ μέρους ἡμῶν ἀπόπειρα καὶ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ φέρῃ
1483καὶ τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν καιρίως θὰ βλάψῃ.— Μετ’ ὀλίγον και-
1484ρὸν εἷς τῶν ἡμετέρων πρέσβεων, ἀνὴρ ἄλλως τιμίου καὶ σεβα-
1485στοῦ χαρακτῆρος, γράφων πρὸς τὸν βασιλέα, παρένειρε, δὲν
1486ἠξεύρω πως, τὴν ἰδέαν τῆς ἀρνήσεως. Ὁ βασιλεὺς μ’ ἐκάλεσε,
1487μοὶ ἔδειξε τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἐλαλήσαμεν καὶ πάλιν ἐκτενῶς
1488ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπέμεινα εἰς τὰς ἰδέας μου,
1489καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ βασιλεὺς ἐφαίνετο
1490προθυμούμενος νὰ δοκιμάσῃ τὴν συμβουλήν· — Μεγαλειότατε,
1491τῷ εἶπα τελευταῖον, ἔχετε καλὸν πρέσβυν, ἀναδεχόμενον νὰ
1492πείσῃ τὴν Δύναμιν, παρ’ ᾗ εἶναι ἐμπεπιστευμένος, εἰς τὸ νὰ
1493παραδεχθῇ τὴν πρὸς αὐτὴν ἀθέτησιν τῶν συμφωνηθέντων. Δὲν
1494μένει εἰμὴ νὰ εὕρητε καὶ ἕνα καλὸν ὑπουργὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ
1495αὐτά. Ἐπετρέψατέ μοι νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Υ. Μ. μεθ’ ὑπο-
1496κλινεστάτης εὐλαβείας, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι ὁ ὑπουργὸς οὗτος.
1497Ὁ βασιλεὺς ἐμειδίασε καὶ μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ πληρώσω.
1498Καὶ οὕτως ἐπλήρωσα, καὶ εἶμαι ὁ μόνος ὑπουργὸς, ὅστις ἐπλή-
1499ρωσα ἄνευ ἐκβιάσεως, διότι μετὰ ταῦτα, ἀναβληθείσης, ἕνεκα
1500περιστάσεων, τῆς πληρωμῆς, ἐπῆλθεν ἐκβίασις, παραχωρηθέντος
1501καὶ ἐξακολουθοῦντος νὰ μένῃ ὑπεγγύου τοῦ ἡμίσεως τῆς προ-
1502σόδου τοῦ τελωνείου Σύρου.
1503Τὴν δευτέραν φορὰν ηὗρα ἐνώπιόν μου τὴν σύμβασιν αὐτὴν
1504τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ Λονδίνου.....
1505§70Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω μίαν λέξιν, καὶ
1506ἴσως δὲν θὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πραγματεύε-
1507σθε. Ἡ σύμβασις αὐτὴ, αὐτὸ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ
1508ὁποῖον ἔχετε, περιέχει διατάξεις αἱ ὁποῖαι δυσφημίζουν τὰ
1509δικαιώματα τοῦ ἔθνους, καθὼς θέλει φανῆ εἰς τὴν συζήτησιν.
1510§71ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον, κύριε βουλευτὰ, περὶ τῶν
1511ὅρων τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ θέματός μου
1512τὴν ἔφερα μόνον ὡς παράδειγμα.
1513§72Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐν περιπτώσει λοιπὸν καθ’ ἣν διὰ διπλω-
1514ματικῆς ὁδοῦ πρόκειται νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις (θόρυβος)...
1515... ἡ συζήτησις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸ δίκαιον δύνανται νὰ
1516ἐξαφανίσωσιν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως νὰ σωθοῦν τὰ συμφέροντα
1517τοῦ ἔθνους.
1518§73ΤΙΝΕΣ. Εὖγε!
1519§74ΣΙΜΟΣ. Εἶχα λοιπὸν, λέγω, παραδεχθῆ, καί τοι διαφωνῶν
1520ῥιζικῶς πρὸς τὸν τρόπον, τὴν σύμβασιν ταύτην, ὄχι τόσον,
1521ἐπαναλαμβάνω, ἐλπίζων τὰ καλὰ, τὰ ἀμέσως καλὰ ἀποτελέ-
1522σματα αὐτῆς, ὅσον φοβούμενος καὶ ἀποφεύγων τὰ ἐκ τῆς ἀθε-
1523τήσεως βέβαια καὶ μεγάλα κακά. Ἡ σύμβασις τίποτε δὲν
1524ὑπόσχεται, εἰμὴ μόνον τὸ ἄνοιγμα τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ
1525Λονδίνου εἰς τὰ οἱαδήποτε ἡμέτερα χρεώγραφα. Καὶ ἀπατᾶ-
1526ται ὁ ἔντιμος κύριος Πετσάλης νομίζων, ὅτι ἡ ὁμολογήσασα
1527αὐτὴν Κυβέρνησις εἶχε συγχρόνως καὶ συμφωνίαν νὰ συνάψῃ
1528νέον δάνειον. Ἤθελε μόνον, ὡς τὴν ἐπρότρεπαν οἱ δανεισταὶ
1529ἐκεῖνοι, νὰ παρασκευάσῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἐξευρέσεως καὶ τῆς εὐκο-
1530λύνσεως δανείου.
1531§75Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μετὰ τοῦ κυρίου Κουμουν-
1532δούρου ἐκτεταμένως, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὸς ἦτον ὁ σκοπός.
1533§76ΣΙΜΟΣ. Σκοπὸς μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι συμφωνία. Τοῦτο κἀνεὶς
1534δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοῇ. Οὔτε σεῖς, κύριε Πετσάλη, δύ-
1535νασθε ν’ ἀγνοῆτε τὰ γνωστότατα αὐτὰ πράγματα. Πρέπει μά-
1536λιστα νὰ ἤμεθα δίκαιοι πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐκείνους, τοὺς κα-
1537τόχους τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ χρεωγράφων, ἀναγνωρίζοντες ὅτι ποτὲ
1538δὲν ἐλάλησαν ἄλλην γλῶσσαν. Διάφοροι τῶν προλαβόντων
1539ὑπουργῶν, ἰδίως μάλιστα ὁ κύριος Γιαννόπουλος, ἐπροσπάθησαν
1540νὰ ἑνώσουν τὰ δύω πράγματα, τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν
1541δανείων καὶ τὴν συνομολόγησιν νέου, καὶ πάντοτε ἡ ἀπάντη-
1542σις ἦτον ἡ αὐτή. «Ἐκπληρώσατε τὰς ὑποχρεώσεις σας, κάμετε
1543ὅ,τι πρέπει πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, ἀποκτήσατε διὰ τούτου
1544ὑπόληψιν καὶ τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν τοῦ Χρηματιστηρίου, καὶ
1545προσπαθήσατε οὕτω νὰ εὕρετε καὶ θέλετε εὑρεῖ δάνειον.» Ποτὲ
1546αὐτοὶ δὲν ἐλάλησαν ἄλλην γλῶσσαν.
1547Εἰς ἄλλο τι πρᾶγμα εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
1548Ξηροχωρίου· ὅταν εἶπεν ὅτι ὅλα τὰ δάνεια, ὅλα τὰ χρέη τοῦ
1549τόπου, πρέπει νὰ κανονισθῶσι δι’ ἑνὸς γενικοῦ μέτρου. Εἰς
1550τοῦτο εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι πάντοτε σύμφωνος. Ἀδύνατον ἄλλως
1551ν’ ἀνυψωθῇ ἡ κοινὴ πίστις. Ὅταν εἶπα ὅτι δὲν ἐνέκρινα ἀπ’
1552ἀρχῆς τὰ γενόμενα, ἐνόουν ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ
1553σύμβασις δὲν ἦτον ὁ καταλληλότερος ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις.
1554Ἓν τῶν ἀτοπημάτων εἶναι ὅτι ἐγεννήθη σχίσμα μέγα, καὶ
1555ἀποχώρισις τῶν ὁμολογιούχων τῆς ἠπείρου Εὐρώπης, καὶ ἰδίως
1556τῆς Ὁλλανδίας, οἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι μερίδα εὐκαταφρόνητον.
1557Τὰ πράγματα δὲ ἠρεθίσθησαν ἐπὶ τοσοῦτο, ὥστε, ἂν κρίνωμεν
1558ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὴ ἡ
1559Βουλὴ ἔχει τινὰ ὑπ’ ὄψιν, φοβοῦμαι ὅτι ἡ δυσμένεια ἐκείνων
1560τοὺς ὁποίους θ’ ἀφήσωμεν ἔξω θὰ ἦναι ἰσχυροτέρα τῆς εὐμε-
1561νείας τῶν ἄλλων. Ὅθεν πάντοτε ἡ ἐδική μου ἰδέα εἶναι ὅτι
1562πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὁπωσδήποτε καὶ οἱ πρῶτοι. Ἀλλὰ
1563πάλιν λέγω. Τί ποιητέον τώρα, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν
1564τὴν σύμβασιν; Δὲν ἀγνοῶ τὰς δυσχερείας τῆς ἡμετέρας θέσεως·
1565ἐκτιμῶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου κυρίου
1566Κρεστενίτου· φοβοῦμαι τὰς ἠθικὰς τοὐλάχιστον συνεπείας τῆς
1567ἐπικυρώσεως καὶ μὴ ἐκπληρώσεως· συλλογίζομαι τὸ μέγα βά-
1568ρος τοῦ δημοσίου ταμείου, κατὰ τὸ παρὸν μὲν ἑνὸς καὶ ἡμί-
1569σεως ἑκατομμυρίου, μετὰ δὲ πέντε ἔτη δύω ἑκατομμυρίων
1570κατ’ ἔτος· ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω· Τί ποιητέον, ὅταν ἔχωμεν
1571ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν σύμβασιν; Τίς συνετὸς καὶ φιλόπατρις
1572ἄνθρωπος, γνωρίζων τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατάστασιν τῆς ἡμε-
1573τέρας πίστεως, ἤθελε μᾶς συμβουλεύσει ν’ ἀθετήσωμεν καὶ τὴν
1574σύμβασιν ταύτην;
1575Ὀλίγα, πολλὰ ὀλίγα, ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ
1576ἔντιμος κύριος Πετσάλης περὶ τῆς ἄλλης συμβάσεως, τῆς μετὰ
1577τῶν κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Βασιλέως Ὄθωνος, διότι τὰ
1578πλεῖστα εἶναι προσωπικά. Τιμῶμαι, κύριοι, διότι ἔθεσα τὴν
1579ὑπογραφήν μου εἰς πρᾶξιν τοιαύτης δικαιοσύνης. Μόνον εἰς ὅ,τι
1580εἶπε περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τούτου ἡ Βουλὴ,
1581ἀπαντῶν λέγω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐγένετο· σύμβασις ὑπὸ τὴν
1582κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
1583Ἐλάλησα, κύριοι βουλευταί, ἐν παρεκβάσει καὶ προκληθεὶς
1584ἐπὶ τῶν δύω τούτων συμβάσεων, καί τοι γνωρίζων ὅτι ἡ περὶ
1585αὐτῶν συζήτησις δὲν ἔχει χώραν ἐνταῦθα, ὡς μέλλουσα νὰ
1586ἔλθῃ ἀκολούθως. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν δημοσίαν πίστιν
1587δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀλλότριον τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς σήμε-
1588ρον οἰκονομικοῦ ζητήματος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, αὐτὸ τὸ φοβερὸν
1589ζήτημα, τὸ ὂν σήμερον δι’ ἡμᾶς ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου,
1590σύγκειται τῷ ὄντι, ὡς πάντοτε καὶ ὡς πανταχοῦ, ἐκ τῶν δύω
1591τούτων, οἰκονομίας καὶ πίστεως. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι, ἠξεύ-
1592ρετε ἰδιαζόντως σήμερον παρ’ ἡμῖν, τί εἶναι κατὰ τὸ σύνολον
1593αὐτοῦ, τί εἶναι καὶ κατὰ τὰς εἰρημένας δύω αὐτοῦ ἐπόψεις,
1594τί εἶναι τέλος πάντων τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι
1595ζήτημα τάξεως, ζήτημα πειθαρχίας, ζήτημα κυβερνήσεως καὶ
1596κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν ἀνάπτυ-
1597ξιν τῶν γνωστῶν ἐκείνων λόγων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παλινορθώ-
1598του τῶν Γάλλων βασιλείας, εἰπόντος· «Δότε μοι καλὴν πο-
1599λιτικὴν, καὶ σᾶς δίδω καλὴν οἰκονομίαν»· Donnez moi de
1600la bonne politique, et je vous donnerai des bonnes finances·
1601οὔτε τῶν τοῦ ἄλλου ἐκείνου τοῦ ἰδίου ἔθνους πολιτικοῦ, ὅστις
1602ἔλεγε· Le premier besoin d’ un peuple est d’ avoir un
1603gouvernement; le second d’ avoir un bon gouvernement,
1604ὥστε ἡ πρώτη ἀνάγκη τῶν λαῶν εἶναι νὰ ἔχωσι κυβέρνησιν,
1605διότι ἡ καλὴ κυβέρνησις ἔρχεται μετὰ τὴν κυβέρνησιν. Τὴν
1606ἀλήθειαν αὐτὴν, τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀλήθειαν δὲν τὴν βεβαιό-
1607νει ἡ συνείδησις ἑκάστου; Πῶς θὰ στερεωθῇ πίστις, ὅταν δὲν
1608ὑπάρχῃ κυβέρνησις ἰσχυρὰ εἰς τὴν ὁποίαν οἱ συμβαλλόμενοι νὰ
1609πιστευθῶσι; Καὶ αἱ οἰκονομίαι! Αἱ οἰκονομίαι τῶν ἀδυνάτων
1610κυβερνήσεων δὲν εἶναι οἰκονομίαι, εἶναι ζημίαι καὶ ἀπώλειαι.
1611Διὰ νὰ γείνωσιν ἀληθεῖς οἰκονομίαι, πρέπει νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ
1612κυβέρνησις ἰσχυρά.
1613§77Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε κυβέρνησιν ἰσχυράν;
1614§78ΣΙΜΟΣ. Ἐννοῶ ὅ,τι δυστυχῶς δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν.
1615Ἐννοῶ κυβέρνησιν στηριζομένην μὲν αὑτὴν ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ
1616καὶ ἔχουσαν τὴν ἰσχὺν νὰ στηρίζῃ τὸν νόμον καὶ νὰ τὸν ἀνα-
1617δεικνύῃ σεβαστὸν καὶ φοβερόν. Ἐννοῶ κυβέρνησιν εὐθεῖαν, δι-
1618καίαν, ἀπροσωπόληπτον, ἄκαμπτον καὶ ἀδυσώπητον πρὸς τοὺς
1619παραβάτας τοῦ νόμου. Μόνον τοιαύτη κυβέρνησις δύναται νὰ
1620ἐφαρμόσῃ οἰκονομίας. Θέλετε παραδείγματα; Ἀκούσατε δύω.
1621Περὶ στρατοῦ εἴπαμεν ἀρκετά· καὶ ἐκεῖ εἶναι καὶ τοῖς τυ-
1622φλοῖς δῆλον ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς ὑλικῆς δυνάμεως ἔρχεται
1623κατ’ ἀντίστροφον λόγον τῆς αὐξήσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων·
1624ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπαλληλίαν. Γνωρίζομεν
1625καὶ παραπονούμεθα ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι, καθὼς
1626ἔλεγαν οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Ἑπτανήσιοι, ἁπλᾶ μισθολόγια. Ἔχο-
1627μεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν οἰκονομίας εἰς τοὺς μισθούς.
1628Οἰκονομίαι τοιαῦται δύνανται νὰ γείνωσι κατὰ δύω τρόπους·
1629ἢ δι’ ἐλαττώσεως μισθῶν, ἢ δι’ ἐλαττώσεως προσώπων. Τὸ
1630πρῶτον κἀνεὶς εὖ φρονῶν δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει τὸ προτιμήσει.
1631Τὸ δεύτερον εἰς τί συνίσταται; Νὰ ἔχωμεν δι’ ὀλιγωτέρων
1632προσώπων τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ περισ-
1633σοτέρων. Ἐν ἄλλοις λόγοις νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν φιλεργίαν.
1634Ἂν, ἐλαττώσαντες τὰ πρόσωπα, δὲν ηὐξήσαμεν τὴν προσωπικὴν
1635φιλεργίαν, τί κατωρθώσαμεν; Τίποτε· ἐπροξενήσαμεν μάλιστα
1636ζημίαν. Ἐκερδήσαμεν ἐκ τῶν ἐξόδων πέντε, καὶ ἐχάσαμεν ἐκ
1637τῶν ἐσόδων δέκα. Λέγεται τοῦτο καὶ εἶναι οἰκονομία; Ὄχι·
1638λέγεται καὶ εἶναι ἀπώλεια. Ποῖος θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλοὺς καὶ
1639ἱκανοὺς ὑπαλλήλους; ποῖος θ’ ἀναδείξῃ αὐτοὺς φιλοτίμους καὶ
1640φιλέργους; Κυβέρνησις ἰσχυρὰ καὶ σταθερὰ, εὑρίσκουσα ἐν ἑαυτῇ
1641τὴν δύναμίν της, γνωρίζουσα νὰ κάμῃ ἀφόβως καὶ ἀμειλίκτως
1642χρῆσιν τῶν ἀμοιβῶν καὶ τῶν ποινῶν, καὶ ἐμπνέουσα εἰς πάν-
1643τας τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν φόβον, τὰ δύω ταῦτα ἐλατήρια τῆς
1644ἀνθρωπίνης ἐνεργείας, ἢ κυβέρνησις ἀδύνατος, ἐφήμερος, σαλευο-
1645μένη, ζητοῦσα νὰ εὕρῃ ὅπου τύχῃ στηρίγματα ὑπάρξεως καὶ
1646διαρκείας, καὶ τῆς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι γνωρίζουν ὅτι ὄχι εἰς
1647τὰς ἰδίας αὑτῶν πράξεις, ἀλλ’ εἰς τὰς συστάσεις τοῦ ἑνὸς καὶ
1648τοῦ ἄλλου πρέπει νὰ ζητῶσι τὴν διατήρησιν καὶ προαγωγὴν
1649αὑτῶν; Πιστεύσατε, κύριοι· λαλῶ ἐκ πείρας, ἐκ πολλῆς καὶ
1650λυπηρᾶς πείρας. Ὀλέθρια εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀστό-
1651χων οἰκονομιῶν καὶ ἀδυνάτων κυβερνήσεων. Δύω εἰδῶν εἶναι
1652αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ὑπαλλήλων· ἡ μία φανερὰ, ὁρατὴ τοῖς πᾶσιν,
1653ἡ ἄλλη κρυπτομένη εἰς τοὺς μυχοὺς τῶν γραφείων. Ἡ πρώτη,
1654ἡ ἀλληλογραφία πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, φέρ’ εἰπεῖν, καλῶς ἢ κα-
1655κῶς θὰ γείνῃ, διότι φαίνεται καὶ παρατηρεῖται· ἀλλ’ ἡ δευτέρα,
1656ἡ ἐπιτήρησις, αἱ ἐξελέγξεις κτλ. τί γίνονται; ἀμελοῦνται, ὀ-
1657πισθοδρομοῦν, καὶ ἡ ζημία παρέπεται ἐν μὲν τῷ παρόντι πο-
1658λὺ ἀνωτέρα τῆς μελετηθείσης ὠφελείας, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι ἀ-
1659καταλόγιστος.
1660Ἀκούσατε καὶ δεύτερον παράδειγμα. Λέγομεν, καὶ ὅλος ὁ
1661κόσμος λέγει, ὅτι τὸ ἐν ἐνεργείᾳ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα
1662εἶναι ἄδικον, ἐπαχθὲς, βανδαλικὸν, προσβάλλον μίαν τῶν κυριω-
1663τέρων ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὡς φορολογοῦν τὴν
1664ἀκαθάριστον πρόσοδον· καὶ, ἕως ὅτου κατορθώσωμεν νὰ τὸ με-
1665ταβάλωμεν, εὐχαριστούμεθα νὰ τὸ κατακρίνωμεν. Ἐγὼ εἶπα
1666κατ’ αὐτοῦ τὰ ὀλιγώτερα. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος συνέταξεν
1667ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπόμνημα, εὐφυῶς συντεταγμέ-
1668νον, καὶ μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ τὸ ἐκδώσῃ. Τῷ ἔδωκα τὴν
1669ἄδειαν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὸ μετενόησα, διότι ἐσκέφθην ὅτι
1670σύστημα ὑπάρχον καὶ ἐφαρμοζόμενον δὲν πρέπει, ἐν ὅσῳ ὑ-
1671πάρχει καὶ ἐφαρμόζεται, νὰ στιγματίζεται τόσον. Ἐπρόβλεπα
1672δὲ καὶ προβλέπω ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἀκόμη, ἕως
1673ὅτου δυνηθῶμεν ἐπιτυχῶς νὰ τὸ ἀντικαταστήσωμεν. Ἄλλως τε
1674εἶναι καὶ σπουδαία τις φορολογικὴ ἀρχὴ, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέ-
1675ρων προσόντων τῆς φορολογίας εἶναι ἡ εὐκολία τῆς εἰσπράξεως,
1676εἴτε ἐκ τῆς συνηθείας εἴτε ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος
1677αὐτῆς. Ὅθεν καὶ ἠπόρησα πάντοτε καὶ ἀπορῶ διατί, πρὶν ἢ με-
1678ταβάλωμεν ἐν γένει τὴν ἡμετέραν φορολογίαν, γίνεται συχνάκις
1679λόγος περὶ μεταβολῆς τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ εὐχεροῦς φορολογίας,
1680τεθειμένου μάλιστα ὅτι ἡ ἀναλογία αὐτῆς δὲν εἶναι πρὸς βλά-
1681βην ἡμῶν τῶν παλαιῶν τοῦ βασιλείου κατοίκων. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ
1682πνεύματος ὁρμώμενος ἐπρότεινα πρὸ ὀλίγου, καὶ ὑμεῖς ἐδέχθητε,
1683τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων τῆς Θήρας.—Τί
1684κάμνετε; μοὶ εἶπε τότε ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς,
1685ὅστις, ὡς εἶπα, ἀγαπᾷ ἐνίοτε νὰ ᾖναι ὀλίγον δογματιστής, θέ-
1686λετε νὰ φέρετε ἀναχρονισμόν; ἡμεῖς θέλομεν νὰ εἰσάξωμεν γενι-
1687κὸν ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς γῆς σύστημα, καὶ σεῖς μᾶς φέρετε
1688πρότασιν περὶ καταργήσεως αὐτοῦ ἐν Θήρᾳ; Κατὰ θεωρίαν εἶ-
1689χε δίκαιον· ἀλλὰ τί ἤθελεν εἰπεῖ ἂν ἔβλεπε, καθὼς εἶδε βέβαια,
1690διότι ἐχρημάτισε πρὸ ὀλίγου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι
1691τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων,
1692τὸ προωρισμένον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς καὶ προοδοποίη-
1693σις τῆς ὅλης φορολογίας, ἀφίνει καθυστέρημα (horrendum
1694dictu!) 40 τοῖς ἑκατόν; Καταλαμβάνετε, κύριοι; Ὅταν δὲν θὰ
1695ἔχετε σῖτον νὰ λάβετε ἢ νὰ κατάσχετε διὰ τῶν εἰσπρακτόρων
1696σας, ἀκολουθουμένων ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅταν θὰ
1697πρόκηται νὰ ἔρχεται ὁ γεωργὸς εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ δωδεκα-
1698τημόριον νὰ πληρόνῃ, καθὼς ἀλλαχοῦ, βλέπετε ποία κατάστα-
1699σις σᾶς περιμένει, ἐὰν δὲν ἔχετε κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, δυναμέ-
1700νην νὰ ἐντυπώσῃ εἰς τὸν μυελὸν ἑκάστου ὅτι δὲν ἀποφεύγον-
1701ται αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου.
1702Μὴ πονοκεφαλῆτε λοιπὸν, ζητοῦντες ἀλλοῦ τὴν βελτίωσιν
1703τῶν οἰκονομικῶν, εἰμὴ εἰς τὴν ὕπαρξιν ἰσχυρὰς καὶ δικαίας
1704κυβερνήσεως. Ἐκεῖ μόνον εἶναι θεραπεία· ἐκεῖ, ὄχι ἀλλοῦ. Αὐτὴν
1705ζητεῖτε νὰ ἔλθῃ, καὶ τὰ λοιπὰ ἔρχονται ἀφ’ ἑαυτῶν. Οὕτως
1706ἄλλοτε καὶ εἰς τὸν Σωτῆρα Χριστὸν ἄλλος, ἄλλα ἔλεγε ζητῶν,
1707ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. Τί τοὺς ἀπεκρίθη ὅμως ὁ Σωτήρ; Ζη-
1708τεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην
1709αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσονται ὑμῖν. Τὰ αὐτὰ, κύ-
1710ριοι βουλευταὶ, δύναμαι καὶ ἐγὼ, τελευτῶν τὸν λόγον, νὰ ἐκ-
1711φωνήσω πρὸς ὑμᾶς· Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τῶν νό-
1712μων καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτῶν, καὶ ταῦτα πάντα προστεθή-
1713σονται ὑμῖν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ πολλῶν μερῶν τοῦ βουλευ-
1714τηρίου).
1715§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συνήθως, κύριοι, ἡ πολιτικὴ ἀφορᾷ ἓν σχέδιον,
1716τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ πραγματοποιήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, ἑπο-
1717μένως δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ προΐδητε τὸ
1718μέλλον. Ποία δὲ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐξήγησε, τὴν
1719ὁποίαν ἔδωκεν, ἐξέθεσεν ὁ κύριος ὑπουργός; εἶναι πολεμική;
1720ὄχι· εἶναι εἰρηνική; ὄχι, κύριοι, οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο· θὰ
1721ἀκούσητε· καὶ πρὶν σᾶς εἴπω τί ἐνόησαν ἀμφότεροι, ἐπιτρέψα-
1722τέ μοι νὰ σᾶς εἴπω κατὰ πόσον διαφέρει ἡ μία ἰδέα ἀπὸ τὴν
1723ἄλλην, καὶ ἀφίνω εἰς ἐκτίμησιν ὑμῶν νὰ κρίνητε, ποία εἶναι
1724ἡ προτιμοτέρα διὰ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μας. Κύριοι, δύω
1725ὁδοὶ ὑπάρχουν διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἔχουσι μεγάλην
1726σημασίαν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ ἔχουσι μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς
1727τὸ μέλλον της· δύω, λέγω, εἶναι αὗται αἱ ὁδοὶ, ἡ μία τῆς εἰρή-
1728νης, αὐτὴ τὴν ὁποίαν μᾶς συμβουλεύει πρὸ πάντων μία προ-
1729στάτις δύναμις, ἀλλὰ φίλη περισσότερον τῆς Τουρκίας· ἡ πολι-
1730τικὴ αὕτη συνίσταται εἰς τοῦτο, μᾶς λέγουν παραιτηθῆτε ἀπὸ
1731ἀξιώσεις, ἐπιδοθῆτε εἰς τὸ ἐμπόριόν σας καὶ εἰς τὴν βιομηχα-
1732νίαν σας, καὶ ἔχοντες τὴν προστασίαν τῶν τριῶν μεγάλων δυ-
1733νάμεων δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φοβηθῆτε καὶ νὰ διατρέξητε
1734κανένα κίνδυνον ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας. Καὶ τῳόντι, ἡ Γαλ-
1735λία, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ῥωσσία ἐγγυήθησαν τὴν ἀκεραιότητα τῆς
1736Ἑλλάδος. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἀναχωροῦντες, δὲν ἔχο-
1737μεν ἀνάγκην τόσου στρατοῦ καὶ δημοσίας δυνάμεως, ἀλλὰ νὰ
1738καταστήσωμεν ἀνθηρὰν τὴν γεωργίαν μας καὶ τοὺς φόρους νὰ
1739ἐλαττώσωμεν. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ μία πολιτική· ἔχομεν ἀνάγ-
1740κην στρατοῦ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν; ὄχι· διότι ἔχομεν τὴν
1741προστασίαν τῶν τριῶν αὐτῶν δυνάμεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία
1742ὁδὸς, τὴν θέλετε; τὴν ἀσπάζεται τὸ ἔθνος; ἀποφασίσατε, ἀπο-
1743φανθῆτε, ὅτι αὐτὴν θέλομεν καὶ ὄχι τὴν ἄλλην. Ἔρχεται, κύριοι,
1744καὶ ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις,
1745ἡ ἄλλη εἶναι, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ ῥιψοκίνδυνος, ἀλλὰ καὶ ἡ μόνη
1746ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς εὐχὰς,
1747τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ τὴν κληρονομίαν τὴν
1748ὁποίαν μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας, μὴ νομίζητε ποτὲ, ὅτι
1749ἀκολουθοῦντες τὴν ἄλλην ὁδὸν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὄχι·
1750ἰδοὺ τὰ πράγματα τὸ ἀπέδειξαν, ἡ Κρήτη ἀγωνίζεται ἐπὶ τρία
1751ἔτη, κατεστράφη, ἴδατε αὐταὶ αἱ μεγάλαι δυνάμεις νὰ εἴπω-
1752σιν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄξιοι νὰ ἐλευθερωθῶσι καὶ
1753ἑνωθῶσι μὲ τὴν Ἑλλάδα; ὄχι· λοιπὸν περιμένετέ ποτε, ὅτι,
1754καταγινόμενοι εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ γινόμενοι γεωργοὶ καὶ μπα-
1755κάλιδες, περιμένετε, λέγω, ἀκολουθοῦντες αὐτὴν τὴν ὁδὸν νὰ
1756ἐκπληρώσωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν; λοιπὸν
1757θέλει ἡ κυβέρνησις αὐτὴν τὴν πολιτικήν; αὐτὸ ἐννοεῖ; Ἔρχομαι
1758εἰς τὸ ἄλλο, κύριοι, ἐὰν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα
1759τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος κατὰ τὴν κρίσιν της, διότι ἠμπορεῖ νὰ
1760ἀπατῶμαι, ὅταν εἶδε τὴν Κρήτην σφαγιαζομένην, ὅταν εἶδεν, ὅτι,
1761μία φοῦκτα ἀνθρώπων, αὐτοὶ οἱ Κρῆτες, ἀλλὰ θάῤῥος ἔχοντες,
1762καρδίαν καὶ πατριωτισμόν, εἰς πᾶσαν πρότασιν τῆς Τουρκίας
1763ἀντεστάθησαν, καὶ ἔλεγον, ἢ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ θά-
1764νατος, ὅταν, λέγω, ἴδαμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἐνομίσαμεν,
1765ὅτι ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ καὶ δι’ ἄλλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει
1766πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἐγκαταλείψῃ,
1767καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, μάλιστα.........
1768§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, τὴν παρελάβατε αὐτὴν τὴν
1769κατάστασιν (θόρυβος).
1770§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἴχομεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ εἴχομεν
1771αὐτὸ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν
1772σκοπόν της πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸν κύβον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετάθη
1773ἡ κυβέρνησις ἐκείνη πρὸς τὸ ἔθνος καὶ ἐζήτησε καὶ αὔξησιν φό-
1774ρων καὶ δάνειον· ἀληθῶς ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπεδέχετο τὴν
1775πολιτικήν μας.
1776Εἶναι περιττόν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ποῖα ἦσαν τὰ μέσα μας.
1777Τοῦτο ὅμως ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε ὅτι,
1778πῶς μὲ τόσην μικρὰν δύναμιν διενοήθητε τοιοῦτόν τι; μά-
1779λιστα· ἐν πρώτοις, κύριοι, ηὔξησε τοὺς φόρους διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ
1780πίστιν, δεύτερον ἐψήφισε δάνειον 25 ἑκατομμύρια φράγκων, καὶ
1781προώδευε λαμπρὰ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι οἱ ὁμογενεῖς μας
1782χωρὶς ν’ ἀποβλέπουν εἰς ἀσφαλείας καὶ ὠφελείας, ἤνοιγαν τὸ
1783βαλάντιόν των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν περιωρίσθη εἰς αὐτὸ τὸ
1784στενὸν ὅριον, διότι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ εἴπῃ, πῶς
1785μὲ 20, 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια; ἤθελον χρειασθῆ περισσότερα·
1786καὶ σήμερον ὁ κ. Σίμος εἶπεν ὅτι χρειάζονται καὶ 100 ἑκα-
1787τομμύρια. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐπίστευον, ὅτι οἱ ἕλληνες ἤθελον
1788δώσει 100 ἑκατομμύρια μὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, βεβαιωθῆτε,
1789ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐθυσίασε, 100
1790ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους......
1791§82ΣΙΜΟΣ. Δὲν εἶπα αὐτό.
1792§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν σας αὐτὸ εἴπετε,
1793ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε, καὶ δὲν θέλω νὰ ἔρχωμαι
1794εἰς προσωπικότητας μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὑπολήπτομαι.
1795Ἔμεινε, λέγω, μόνον εἰς αὐτὰ τὰ στενὰ ὅρια, εἰς τὴν αὔξησιν
1796τῶν φόρων καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῶν 25 ἑκατομμυρίων;
1797εἴδετε αὐτὴν τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν τότε ἡ ἀντιπολί-
1798τευσις, ὁ κ. Βούλγαρης, κατεπολέμει, καὶ σήμερον τὸ ὑπουρ-
1799γεῖόν του τὴν ἐπαινεῖ. Τὴν σύμβασιν αὐτὴν τὴν ἐκάμαμεν διὰ
1800νὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας τοῦ χρηματιστηρίου, αἵτινες ἦσαν
1801κεκλεισμέναι εἰς τὰ χρεώγραφα τὰ ἑλληνικὰ, καὶ μετὰ πολλοῦ
1802κόπου ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ναὶ κύριοι
1803οἱ ὁμογενεῖς μας ἐν Ἀγγλίᾳ, αὐτὸς ὁ Σπάρταλης, διὰ ν’ ἀποτε-
1804λέσωμεν πλειονοψηφίαν μεταξὺ τῶν ὁμολογιούχων ἠναγκάσθη-
1805σαν ν’ ἀγοράσωσιν ὁμολογίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεδέχθησαν
1806νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀντὶ 7 ἑκατομμύρια λιρῶν
1807δι’ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ ὄχι νὰ δώσωμεν ἀμέσως χρήματα τὸ
1808ἓν ἑκατομμύριον λίρας, ἀλλ’ ὁμολογίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε
1809νὰ πληρώσωμεν 5%· τὰ ὁμόλογα ταῦτα ἐννοεῖται, δια-
1810πραγματευόμενα ἐντὸς τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Ἀγγλικοῦ,
1811βεβαίως δὲν ἤθελον ἔχει τὴν ἀξίαν 100 ἀντὶ 100· ἤθελον εἶμαι
1812εὐχαριστημένος, καθὼς καὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογιοῦχοι τὸ ἔλεγον, νὰ
1813διαπραγματευθοῦν 50%. Τὰ χρεώγραφα τῆς Ἰταλίας,
1814τὸ 5% ἔφερε τὰ 50 ἢ 60· πρὶν δὲ λάβῃ τὴν Βενετίαν
1815εἶχον καταντήσει 30%. Λοιπὸν θὰ ἤμεθα πολὺ εὐχα-
1816ριστημένοι νὰ μείνουν εἰς τὸ 50%. Ἠξεύρετε τὸ
1817ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον τὸ δάνειον τοῦτο ἐξασφαλίζεται; Ἀντὶ
181815,000,000 δραχμῶν, διότι 1,000,000 λίρας ἀνὰ 28
1819δραχ. μᾶς φέρουν 28,000,000 δραχ. ἐὰν ἐξαγοράζωνται αἱ
1820ὁμολογίαι κατὰ 50%, ἰδοὺ μὲ 14,000,000 τὸ δάνειον
1821ἐξοφλεῖται, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀντιπολίτευσις διεμαρτύρετο τότε
1822κατὰ τῆς θηλιᾶς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὡς ἔλεγον ἐμέλλομεν νὰ θέ-
1823σωμεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνθυμήθην μίαν
1824φράσιν τοῦ κυρίου Σίμου, ἐνῷ ἀνέφερε τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον
1825ἐλάβαμεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως, τί εἶπε διὰ τὸ δά-
1826νειον; ὅτι εἶναι μία θηλειὰ, τὴν ὁποίαν θέτομεν εἰς τὸν τρά-
1827χηλον τοῦ Ἔθνους· ὥστε τὴν σύμβασιν τῶν 25,000,000 τὴν
1828εὑρίσκει ὅτι, εἶναι ἡ θηλειά. Λοιπὸν δὲν περιωρίσθημεν εἰς αὐτὰ
1829τὰ στενὰ ὅρια, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν, ὥστε, ἐὰν τῳόντι ἔλθῃ ἡ
1830στιγμὴ νὰ ῥίψωμεν τὸν κύβον, νὰ ἔχωμεν τὰ χρηματικὰ ἔσοδα
1831πρόχειρα.
1832Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσωμεν· αὐτὴ ἡ πο-
1833λιτικὴ δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἦλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν
1834ἀντίθετον πολιτικὴν, εἶχε τὴν ὁδὸν τῆς εἰρήνης. Καὶ ἀπορῶ μὲ
1835τὸν Κ. Σῖμον νὰ συγκρίνῃ τὰ ἔξοδα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης,
1836ἡ ὁποία ἐμβῆκεν εἰς τοιοῦτον σχέδιον, μὲ τὸ ἐνεστώς. Ἐκείνη
1837ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔλεγε, δὲν τὸ ἔκρυπτεν ὅτι αὐτὸ ἐπεδίωκεν
1838ἠμπορῶ νὰ πλανῶμαι. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δικαιολο-
1839γεῖται λέγουσα τί νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ σεῖς ἐδαπανήσατε
1840τόσα, καὶ ἐσκορπίσατε τόσα, πῶς ἡμεῖς θὰ μείνωμεν κατώ-
1841τεροι; Εἶναι, κύριοι, ὀρθὸς λόγος αὐτὸς λεγόμενος ἀπὸ μίαν
1842Κυβέρνησιν, ἥτις ἦλθε νὰ ῥίψῃ τὴν ἄλλην πολιτικήν; ὁ Κ. Πε-
1843τιμεζᾶς σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι δὲν εἴμεθα τῆς πολιτικῆς τῶν ἐκτά-
1844κτων παρασκευῶν, ὅπως ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, εἴμεθα τῆς
1845τῶν τακτικῶν παρασκευῶν. Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι, τοῦτο; Τὸ ἔλεγε
1846καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἡ ἀντιπολίτευσις; ὄχι· ἠξεύ-
1847ρετε τί ἔλεγε; μάλιστα θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὰς προπα-
1848ρασκευὰς, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐνόντων. Καὶ ἠξεύρετε τί ἔλεγε
1849μὲ τὸν ἐνόντα; Ἐὰν μένουν περισσεύματα θέλομεν τὸν στρατόν
1850μας νὰ τὸν βελτιώσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα
1851Κυβέρνησις σήμερον ζητοῦσα πίστωσιν διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν
1852Στρατιωτικῶν 3,200,000, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν
1853τότε ἀντιπολίτευσιν, αὐτὰ τὰ 3,200,000, εἶναι ἐκ τῶν ἐ-
1854νόντων, ὄχι· εἶναι ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα σεῖς κατηγορή-
1855σατε τότε, διότι ἐλέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἥτις δαπανᾷ
1856διὰ δανείων, αὐτὴ μίαν ἡμέραν θὰ φέρῃ τὴν καταστροφήν.
1857Πῶς σήμερον ἄνευ ἀνάγκης καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ,
1858τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἔρχεσθε καὶ αὐξά-
1859νετε τὰ ἔξοδα αὐτὰ τοῦ στρατοῦ; καὶ εἷς ὀβολὸς καθίσταται
1860πάνυ περιττὸς, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο ὡς ἀξίωμα,
1861πρέπει αἱ κυβερνήσεις, τὰ ἔθνη, νὰ ᾖναι φειδωλὰ, φιλάργυρα εἰς
1862τὰ περιττὰ, καὶ γενναῖα εἰς τὰ ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα.
1863Καὶ ἠπόρησε προχθὲς ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τῷ
1864ἀνέφερον τὴν δαπάνην τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως, ἥτις
1865ἔφθανε κατ’ ἔτος εἰς 30,000, αἱ ὁποῖαι ἐξοδεύονται κατὰ τὰς
1866συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· καὶ τί
1867εἶπεν; ἀπέναντι τόσων ἑκατομμυρίων δὲν πειράζει νὰ δοθοῦν
1868εἰς τοὺς οἰκείους μου 30,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Καὶ δὲν εἶναι
1869ἀποχρῶν λόγος τὸ νὰ λέγητε ὅτι, ἀφοῦ σεῖς δαπανᾶτε τόσα
1870ἑκατομμύρια, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τοὺς οἰκείους μας νὰ
1871δαπανήσωμεν ὀλίγας χιλιάδ. δραχμάς. Ποῖος λόγος ὑπηγόρευε
187215 χιλιαδ. ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν
1873Στρατιωτικῶν ἠγόρασεν, ἀφοῦ ἀποκρούετε τὴν πολιτικὴν τὴν
1874ἄλλην, τὴν τολμηράν;
1875Ἀλλ’ ὁ κύριος Σῖμος ἐπρόσθεσε· μὰ ἔχομεν καὶ κινδύνους διὰ
1876τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἤμεθα προητοιμασμένοι. Ἐγὼ τὸν βε-
1877βαιῶ ὅτι, ὅταν ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, κανένα κίν-
1878δυνον δὲν ἔχει. Ὁ κύριος Σῖμος, καθὼς καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς,
1879εὗρον τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον προχθὲς
1880ὅτι καταστρέφεται ἡ Ἑλλὰς, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν νὰ
1881ἀνορθωθῇ τὸ μέλλον της, ἐὰν διαθέτῃ στρατὸν ἄνω τῶν δυνά-
1882μεών της καὶ ναυτικὴν δύναμιν· καλλίτερον μέσον δὲν θέλουν
1883οἱ ἐχθροί μας παρὰ νὰ διατηρῶμεν 15 καὶ 17 χιλιάδας στρα-
1884τοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἵνα καταστραφῶμεν διὰ παντὸς, διότι
1885οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακύψωμεν τὸν αὐχένα.
1886Λοιπὸν ἡ μία ὁδὸς τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυ-
1887βέρνησις εἶναι λίαν ἐπιζήμιος, εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἴσως
1888οἱ ἐχθροί μας ἐπιθυμοῦν. Ὄχι, ἢ τὴν μίαν θὰ ἐκλέξετε, καὶ
1889αὐτὴν δὲν τὴν δέχεσθε, ἢ τὴν ἄλλην, καὶ αὐτὴ ἡ ἄλλη ἡ βιο-
1890μηχανικὴ τῳόντι θὰ μᾶς σώσῃ. Ἡ μέση ὁδὸς εἶναι λίαν ἐπι-
1891κίνδυνος, διότι θὰ ἐργάζεται μία τάξις ἀνθρώπων διὰ νὰ τρέφῃ
1892μίαν ἄλλην, καὶ τὸ ἄλλο τὸ χειρότερον θὰ στερῇ χεῖρας ἐρ-
1893γατικὰς ἀπὸ τὰς ἐργατικὰς τάξεις καὶ θὰ τὰς προσθέσῃ εἰς
1894τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Δύω ζημίας θὰ ὑποφέρωμεν. Τὰ πλοῖα,
1895κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐπαραγγείλαμεν ὁ Γεώργιος, καὶ τὸ ἄλλο, ἀ-
1896νέγνωσα τὰς ἐκθέσεις, μάλιστα ὁ Γεώργιος εἶναι εἰς ἀρίστην κατά-
1897στασιν κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἀναδέχεται αὐτὸς ὁ ἐργοστα-
1898σιάρχης μὲ ἰδίας δαπάνας νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν μηχανήν· καὶ
1899ἀφοῦ ὁ Κουμελᾶς καὶ ὁ Παλάσκας συσταίνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1900τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ἐργοστασιάρχου, ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη
1901τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐνῷ ἐὰν ἀκολουθῇ τὴν ἄλλην πολιτικὴν,
1902τίς ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ τοῦ πλοίου; ἠξεύρετε
1903ὅτι 300,000 δραχ. ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ
1904Ἀτμοδρόμωνος, καὶ ἄλλαι τόσαι δι’ αὐτὸ, καὶ ἄλλαι 300,000
1905ἀκόμη διὰ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον κατασκευάζεται ἐν Τεργέστῃ.
1906Ἀφοῦ ἀκολουθῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης, ἔχετε ἀνάγκην
1907νὰ ὑποβάλετε τὸ ἔθνος εἰς αὐτὰς τὰς δαπάνας; Λοιπὸν ἡ ἐνε-
1908στῶσα Κυβέρνησις, ἐὰν ἀκολουθήσῃ τὴν ξένην ὁδὸν, δύναμαι νὰ
1909εἴπω, ὅτι θὰ προβῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, διότι θὰ
1910τὴν καταστήσῃ μίαν ἡμέραν νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ μέλλον· ἐὰν
1911διανοῆται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπολέμει, καὶ συστέλλεται νὰ τὸ
1912εἴπῃ, κάμνει πολὺ κακὰ νὰ μὴ τὸ εἴπῃ, διότι δὲν θὰ εὕρῃ
1913πίστιν· οἱ ὁμογενεῖς μας προσφέρουν τὸν ὀβολόν των χάριν
1914αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ· ἐὰν τὸν κρύπτῃ, δὲν θὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις
1915λεπτόν. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν πολι-
1916τικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ πλέον ἐπι-
1917βλαβὴς, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσα δαπάνη τείνουσα εἰς αὔξησιν τοῦ
1918στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν ἀκολουθῇ αὐτὴν τὴν ἄλλην
1919πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἐναντίαν τῆς προλαβούσης, πρέπει
1920ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποκρούσῃ.
1921Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς· μήπως νομίζετε,
1922ὅτι ἔμεινεν εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τότε ἐζητήσα-
1923μεν ἀπὸ τὴν Βουλήν; ὄχι· ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐσύ-
1924στησεν ἔτι 4 ἀπομάχους λόχους καὶ 4 αὐθυπάρκτους; Λοιπὸν
1925ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ, διότι ἠκολούθησε τὴν ἀντίθετον πολιτικὴν,
1926ἐξ ἐναντίας ηὔξησε τὴν δύναμιν. Χθὲς, κύριοι, ὁ κύριος Πετι-
1927μεζᾶς θέλων νὰ παραστήσῃ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν ἀνα-
1928κόλουθον ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, καθ’ ἧς ἐκήρυξε τὸν πόλεμον,
1929τί εἶπεν; ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ κυρίου Τρικούπη διὰ τοῦ
1930ὁποίου ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπέσχετο νὰ κατα-
1931βάλῃ τὰς ἐπιδρομὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὰ μεθόρια,
1932καὶ ὡς ἐκ τούτου τί συμπέρασμα ἐξήγαγεν; ὅτι, ἐνῷ αὐτὴ ἡ
1933Κυβέρνησις ἐκήρυττε τὸν πόλεμον, ἰδοὺ ἐνεργεῖ καὶ ὑπόσχεται
1934νὰ καταβάλῃ τὰς ἐπιδρομάς. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, κύριε Πετιμεζᾶ,
1935καὶ πᾶς ἄλλος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ποτὲ δὲν διενοήθη διὰ
1936τοιούτων ἐπιδρομῶν καὶ κινήσεων νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν πόλεμον·
1937ἄλλως πλανᾶσθε καὶ τὴν συκοφαντεῖτε.
1938§84ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Τὸν Κυριάκον τὸν ἐστείλατε· τὸ ἀρνεῖσθε
1939αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
1940§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἀρνοῦμαι. Ἂν ἦτο ἀληθὲς, κύριε Δυοβου-
1941νιώτη, διατί κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἔστει-
1942λεν ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους;
1943σεῖς ἐλέγετε χθὲς, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς
1944Κυβερνήσεως εὑρίσκοντο εἰς συνεντεύξεις, εἰς γεύματα· πῶς
1945συμβιβάζεται ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε νὰ
1946ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ Σύνορα; διότι ἦταν
1947τῳόντι ἐπιβλαβεῖς.
1948§86ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Ἄφησόν με νὰ εἴπω δύω λόγους.
1949§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἀκούω τίποτε. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη
1950ἀπέκρουσε τὰς ἐπιδρομὰς, διότι αἰσθάνεται ὅτι ἡ δύναμις τῆς
1951Ἑλλάδος συνίσταται εἰς τὴν δύναμιν τὴν δυναμένην νὰ προκύψῃ
1952ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ ὄχι εἰς
1953λῃστρικὰς ἐπιδρομὰς, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν, καὶ θὰ βλάψουν ὁσάκις
1954ἐπιχειρίζωνται τοιαῦτα. Ἐννοοῦσα, ὅτι ἡ δύναμις συνίσταται
1955εἰς αὐτὸ καὶ μόνον, οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιχειρήσει τι ἐναντίον τῆς
1956συγκαταθέσεως καὶ τοῦ βασιλέως, τοῦ ὁποίου εἶναι δικαίωμα νὰ
1957κηρύττῃ πόλεμον, καὶ τοῦ ἔθνους, ἀπέκρουσε πᾶσαν ἐπιδρομὴν,
1958διότι εἶναι βλαβερὸν εἰς τὰ συμφέροντα ἡμῶν τῶν ἰδίων. Αὐτὰ
1959εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν.
1960Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχο-
1961λεῖ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις, ὅπως καὶ χθὲς σᾶς εἶπον
1962καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διαιρεῖται εἰς δύω μέρη, εἰς προ-
1963ϋπολογισμὸν τακτικὸν καὶ προϋπολογισμὸν ἔκτακτον. Κύριοι! ὁ-
1964μιλῶ περὶ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ· ἔκτακτον προϋπολο-
1965γισμὸν σᾶς εἶπεν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἔχω, διότι διανο-
1966οῦμαι νὰ πράξω τοῦτο. Ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις δὲν δύ-
1967ναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχεν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν, παρὰ,
1968ἐὰν ἔλεγε, θέλω ἔκτακτον δαπάνην διὰ κατασκευὴν ὁδῶν,
1969καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Αὐτὸν τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν ἐπε-
1970ρίμενα ν’ ἀκούσω ὅτι ἔχει ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν
1971ἔχει τοιοῦτον, θέλει αὔξησιν στρατοῦ, θέλει ἀγορὰν ὅπλων. Καὶ
1972ἠξεύρετε ποία διαφορὰ δαπάνης ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐξόδων
1973καὶ τῆς προλαβοῦσης κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐνεστώτης; Ἀκούσα-
1974τε καὶ θ’ ἀπορήσητε πῶς ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔ-
1975καμε τόσα, ἠγόρασεν ὅπλα, πυρίτιδα, πλοῖα, τίνος ποσοῦ ἔκα-
1976με χρῆσιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, καὶ αὐτὴ ἡ κυ-
1977βέρνησις ἡ ὁποία δὲν ἠγόρασε παρὰ μόνον 1,000,000, διότι
1978ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὅπλα ἠγόρασεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1979κῶν. Ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε τὰς δαπάνας τῆς Κρήτης,
1980καθὼς τὰς εἶχε καὶ ἡ ἐνεστῶσα· ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε
1981καὶ ἓν ἄλλο, μίαν καλὴν ὀφειλὴν, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἐκ τῆς κυ-
1982βερνήσεως τοῦ 1866, 2½ ἑκατομμύρια περίπου καθυστερήμα-
1983τα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας· ἀρκεῖ νὰ σᾶς
1984εἴπω, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ βασιλεὺς εἶχε νὰ λάβῃ 3½ μηνῶν τὴν
1985βασιλικὴν χορηγίαν· ἐκ τούτου δύνασθε νὰ συμπεράνετε, πόσοι
1986μισθοὶ καθυστεροῦντο εἰς τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους. Λοιπὸν ἡ
1987προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶχε τὰ ἔξοδα τῆς Κρήτης, εἶχε μίαν
1988ὀφειλὴν ἀπὸ τὸ 1866, καὶ ἠδυνήθη αὕτη ἡ σπάταλος νὰ φέρῃ
1989ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ διάδοχος κυβέρνη-
1990σις εὗρεν ἄνευ ὀφειλῆς. Ὑποθέσατε ἴσως, ὅτι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς
1991αὐτὸ τὸ σημεῖον αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν μεγάλου
1992ποσοῦ δαπανῶν· θὰ ἴδητε τώρα τίνος ποσοῦ ἔκαμε χρῆσιν ἡ πα-
1993ρελθοῦσα, καὶ τίνος ἡ παροῦσα, μ’ ὅλον ὅτι δὲν λέγει ποῖα εἶ-
1994ναι τὰ δάνειά της. Ἀκούσατε, κύριοι! ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις
1995μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἐπραγματοποίησε δάνειον ἐκ τῶν
199628,000,000, 10,259,000· διέθεσεν ἐξ αὐτῶν 7,704,000, καὶ
1997ἔμεινε παρακαταθήκη εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς
1998νέας κυβερνήσεως 2,551,000· θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὰ 4,000,000,
1999τί τὰ ἔκαμεν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθω
2000εἰς τὴν ἐνεστῶσαν. Ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἔλαβε 7,404,000
2001ἐν ὅλῳ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, χωρὶς νὰ κάμῃ ἄλλο
2002δάνειον. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 7,700,000 ἐπλήρωσε δι’ ἀ-
2003γορὰν τῶν πλοίων, τουτέστι τριῶν ταχυπλόων, Ἀμφιτρίτης,
2004Μπουμπουλίνας καὶ Κρήτης, ἡ ὁποία παρεχωρήθη διὰ τὴν κα-
2005τασκευὴν τοῦ πλοίου «ὁ Γεώργιος», διότι εἶχε πληρωμένον ὁλό-
2006κληρον τὸ τίμημα 70,000 λίρας· διὰ τὴν πρώτην δόσιν, κα-
2007τασκευαζομένου ἐν Τεργέστῃ 40,000, ἐν συνόλῳ 110,000
2008λίρας, ἤτοι δραχμὰς 3,113,000. Ἐκτὸς τούτου εἰς τὸ ὑ-
2009πουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν 1,200,000 δι’ ἀγορὰν
2010ὅπλων, πυρίτιδος κλπ, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν γυμναί· ὁ Ναύσταθ-
2011μος δὲν εἶχε τὸ παραμικρόν. Τὰ ποσὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα βλέπε-
2012τε, ἐδαπανήθησαν ὄχι δι’ ἀγορὰν πλοίων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀγορὰν
2013ἄλλου ὑλικοῦ· λοιπὸν 4,313,000 ἐδαπάνησε διὰ τὴν προμήθειαν
2014αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ. Σᾶς ἔλεγαν χθὲς διὰ νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς
2015τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ὅτι 13,000,000 ἔῤῥιψαν εἰς τὸν ἀέρα·
2016καὶ βλέπετε μόνον 4,313,000· ὅσα δὲ ἔμειναν μέχρι τῆς συμ-
2017πληρώσεως τοῦ ποσοῦ, δηλ. 3,400,000, τὰ μεταχειρίσθη διὰ
2018τὴν Κρήτην, καὶ διὰ νὰ φέρῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐνήμερον. Ἂς
2019ἔλθωμεν εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς παρούσης κυβερνήσεως· θέλετε
2020ἴδει ὅτι ἡ διαχείρισίς της θ’ ἀποδείξῃ δύω τινὰ, ἢ ὅτι ἔχει καὶ
2021ἄλλας δαπάνας, καὶ δὲν τὰς παρουσιάζει, ἢ ὅτι αἱ εἰσπράξεις
2022της ἔμειναν πολὺ ὀπίσω· ἐξηγήσατέ μας, κύριοι, δώσατε λόγον
2023τί ἐκάματε τὰ χρήματα, καὶ θέλετε μᾶς πείσει.
2024Σᾶς εἴπομεν, ὅτι ἀφήσαμεν προκαταβολὴν εἰς τὴν τράπεζαν
2025ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου 2,554,000. Ἐπραγματο-
2026ποίηθησαν κατόπιν μέχρι σήμερον 1,563,400, ἐν ὅλῳ 4,117,000
2027ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων. Ἐδανείσθησαν
2028ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χρεωλυτικῶς 1 ἑκατομμύριον, ἐδανείσθησαν
2029ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν. —Λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξεύρω,
2030διότι ἐρωτῶ καὶ δὲν μὲ λέγουν τί δάνεια ἐπραγματοποιήθησαν.
2031Ἓν ἑκατομμύριον καὶ 200,000 αὐτὸ τὸ βλέπω εἰς τὸν προϋ-
2032πολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Σίμος. Ἔλαβον ἀπὸ τὸ
2033κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας 400,000 δραχμὰς, ἔλαβον τὰ ἀσφά-
2034λιστρα τῆς Μπουμπουλίνας, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 600,000
2035περίπου. Ποῖα ἄλλα δάνεια, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν
2036ἐκάματε;
2037§88ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ σᾶς πα-
2038ρουσίασα τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω ἀπὸ τὸ λογιστήριον.
2039§89ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ
2040ἐμπνεύσητε πίστιν, ὅταν κρατῆτε μυστικὸν τὴν διαχείρισιν.
2041Ἓν τῶν πρώτων στοιχείων τῆς πίστεως εἶναι ἡ δημοσιότης.
2042Μὴ ἐλπίζετε, ὅτι οὕτω πράττοντες δύνασθε νὰ λάβητε ὀβολόν.
2043Ὅσα δάνεια ἐκάματε ἔπρεπε νὰ τὰ δείξητε· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα
2044νὰ τὰ μαντεύσωμεν.
2045§90ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς τὰ ἐ-
2046δείξαμεν.
2047§91ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλα δὲν ἔχετε;
2048§92ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
2049§93ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἀντιθέτους.
2050Λοιπὸν ἐλάβατε 6,717,000, αὐτὰ δὲν τὰ διαφιλονεικεῖτε.
2051Θέλω νὰ ἤμεθα σύμφωνοι. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 67 ἐδημο-
2052σιεύθη τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνε-
2053ται, ὅτι ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
2054ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου 2,554,000· ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ
2055ἔτους μέχρι σήμερον ἐπραγματοποιήθη 1,563,000 οὐχὶ 1,800,
2056000 ὡς λέγετε. Λοιπὸν 4,117,000 ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δα-
2057νείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων.
2058§94ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῶν 28 ἑκατομμυρίων.
2059§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν μ’ ἐννοεῖτε.
2060§96ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς σημειώσεις ἔχω.
2061§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἐπιδέχονται τὴν παραμικρὰν
2062παρεξήγησιν, 4,117,000 ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, 1 ἑκατομ-
2063μύριον δάνειον ἐσωτερικὸν χρεωλυτικὸν, 1 ἑκατομμύριον 200,000
2064ὡς ὁμολογεῖ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν
2065Τράπεζαν καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας 400,000, τὸ ὁποῖον
2066ἡμεῖς εἴχομεν· ὥστε ἔχομεν 6,717,000. Ἀσφάλιστρα τῆς
2067Μπουμπουλίνας 600,000, 7,317,000. Σᾶς ἐρωτῶ τί ἐκάματε
2068αὐτὰ τὰ χρήματα; Λέγετε, ὅτι τὰ ἔσοδα εἶναι πολὺ περισσό-
2069τερα ἀπὸ τὰ ἰδικά μας, διότι τὸ ἔτος ὁμολογουμένως ἦτο εὔ-
2070φορον. Τί ἀγοράσατε; Ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔχετε τὰς πιστώσεις
2071τῆς Κρήτης, διὰ τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἦλθεν ἀντίῤῥησις, οὔτε εἰς
2072τὴν Ἐπιτροπὴν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπορῶ πῶς χθὲς ὁ
2073κύριος Πετιμεζᾶς ἠθέλησε νὰ σκιαμαχήσῃ, διότι σκιαμαχία εἶναι
2074ὅ,τι ἀντιλέγει τις, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Λοιπὸν ἀφοῦ ἔχετε
2075τὸ πλέον εὔφορον ἔτος, ἀφοῦ ἔχετε τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων καὶ
2076τὰς ἐφαρμόσατε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, διότι ἡ παρελθοῦσα
2077κυβέρνησις πέρυσι τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἐφήρμοσε περὶ τὰ
2078μέσα τῆς ἑξαμηνίας, ὡς τὸ δασμολόγιον καὶ ἄλλα, ἀφοῦ ἔχετε
2079τοὺς αὐτοὺς φόρους, τὰ αὐτὰ δάνεια, διὰ τί παρουσιάζετε σή-
2080μερον τοιοῦτον ἔλλειμμα, διὰ τί δὲν εἶσθε ἐνήμεροι; Τί ἀποδει-
2081κνύει τοῦτο; Ἢ ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ κρύπτετε δαπάνας, τὰς ὁποίας
2082ἐκάματε, ὡς παράδειγμα φέρω τὸ στρατόπεδον, διὰ τὸ ὁποῖον
2083ἐκάματε δαπάνας καὶ πίστωσιν δὲν ἐφέρατε....
2084§98Σ. ΜΗΛΙΟΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ λάβω τὸν λό-
2085γον καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ.
2086§99ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦτο μὲ κάμνει νὰ ὑποθέτω, ὅτι ὅπως ἀπο-
2087κρύπτετε αὐτὴν τὴν δαπάνην, ἀποκρύπτετε καὶ ἄλλας, ἢ ἄλλο
2088τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι πιθανὸν ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἶναι πολὺ
2089ὀπίσω, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει κακὴν διοίκησιν. Ἐνῷ πέρυσι κα-
2090τεκρίνατε τὴν κακὴν διοίκησιν, σᾶς ἐλέγαμεν, ἂν ὑπῆρχε μερο-
2091ληπτικὴ διοίκησις, δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις αὐτὴ νὰ ἐνεργήσῃ
2092τόσας εἰσπράξεις, ὥστε νὰ καλύψῃ τὰς καθυστερήσεις, τὰς ὁ-
2093ποίας εὗρεν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, καὶ οὕτως ἔφερεν
2094ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον.
2095Σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐβεβαιώθησαν
2096ἔσοδα 35 ἑκατομμυρίων, ἤθελε κάμει πολὺ καλλίτερον νὰ μᾶς
2097εἴπῃ τί ποσὸν εἰσέπραξε μέχρι τοῦδε, οὐχὶ τί ἐβεβαιώθη, διότι
2098τὰ καθυστερούμενα δὲν εἶναι ἔσοδα. Δὲν τὸν συμφέρει ν’ ἀνα-
2099φέρῃ τοιοῦτόν τι, διότι θέλει ἀποδειχθῆ ἡ μεροληπτικὴ διοίκη-
2100σις, ἕνεκα τῆς ὁποίας παρῆλθεν ἡ καθυστέρησις.
2101Τί ἄλλο, κύριοι, μᾶς διακρίνει τῳόντι; Ἡ παρελθοῦσα κυβέρ-
2102νησις ἐσεβάσθη τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων, ὁ
2103ὁποῖος ἔλεγε τὰ ⅔ πρέπει νὰ διατεθοῦν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ καὶ
2104τὸ ⅓ μένει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ναυτικῆς
2105δυνάμεως, καὶ οὕτω διέθεσεν ὅ,τι ἐδαπάνησεν· ἡ ἐνεστῶσα ὅμως
2106κυβέρνησις περιεφρόνησε καὶ τὴν διάταξιν ἐκείνην, καὶ περιμένει
2107νὰ ἐνεργήσῃ δάνειον, ὅταν δὲν τὸ διαθέτῃ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει.
2108Τὰ 2,550,000 ἀπαρτίζουν ὁλοσχερῶς τὰ ⅔ ἐκ τοῦ πραγμα-
2109τοποιηθέντος κεφαλαίου κατὰ τὸ 68, ἢ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔχῃ
2110νὰ παρουσιάσῃ ὑλικὸν τόσου ποσοῦ ἢ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ κατατε-
2111θειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν ὅπως τὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἀπέ-
2112ναντι τῶν 3 ἑκατομμυρίων 570 χιλιάδων παρουσιάζει μόλις
2113800,000 ἀγορὰν ὑλικοῦ. Πῶς διεθέσατε τὰ ἄλλα, κύριε ὑπουργὲ
2114τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν παρεβιά-
2115σατε, καὶ ὅταν παρουσιάζωνται τοιοῦτοι λόγοι, ἐνίσχυσις βεβαίως
2116δὲν ἐπέρχεται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλῆτε
2117περὶ καλῆς πίστεως. Ἐπεθυμοῦσα ὁ κύριος Σῖμος, ἢ ὁ κύριος
2118ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικ. νὰ ἤρχετο νὰ δικαιολογήσῃ τὸ τοιοῦτον·
2119τί ἐγένοντο τὰ 3,570,000, ἅτινα ἦταν κατατεθειμένα εἰς τὴν Τρά-
2120πεζαν, δηλ. τὰ ⅔ τοῦ δανείου, καθότι δὲν παρουσιάζονται ἢ 800,
2121000 ἀγορὰ ὑλικοῦ, ὅπερ μετεχειρίσθητε διὰ τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ
2122δι’ αὐτὰς εἴχατε καὶ ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήσατε,
2123καὶ τὰ πραγματικὰ ἔξοδα. Βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς ἐσεβάσθημεν
2124τὸν νόμον, σεῖς τὸν παρεβιάσατε.
2125Ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, ὡς πρὸς τὰς ἐκτάκτους δαπά-
2126νας. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς τακτικὰς, καὶ θὰ ἦμαι συντομώτα-
2127τος, διότι πρὸς ὑπεράσπισίν μου ἔρχεται τὸ στόμα τοῦ ὑπουρ-
2128γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σίμου καὶ ἡ ὑπογραφή του συνάμα.
2129Ὑμεῖς κατεκρίθημεν ὑπὸ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ σή-
2130μερον συμπολιτεύσεως, ὡς σπάταλοι, διότι ἐπαναφέραμεν θέσεις
2131καταργηθείσας ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866 ἕνεκεν οἰκονο-
2132μίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἐχλεύαζε τοὺς ἐπι-
2133θεωρητάς, ἐξ ὧν ἐκ τῶν 4 ἐπανεφέραμεν δύο ἢ τρεῖς, καὶ τοὺς
2134ὠνόμαζεν ἐπιθεωρητὰς τῶν τελωνείων, ἐπιθεωρητὰς τῶν Σολω-
2135νείων. Σεῖς ὅμως οὐ μόνον διετηρήσατε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους
2136ἡμεῖς ἐφέραμεν, ἀλλ’ ἐφέρατε καὶ ἄλλους, ἐξεπληρώσατε τὸν
2137νόμον καθ’ ὅλα. Ἀκούσατε τί λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2138κῶν προκειμένου περὶ δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς κατέκρινε
2139σπατάλους. Ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν ἐν μέρει τὰς πράξεις τῆς
2140προκατόχου κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, κ. Χρηστίδου καὶ κ.
2141Δεληγεώργη, δὲν ἐπαναφέραμεν ὅλας τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας οἱ
2142ὀργανικοὶ νόμοι μᾶς ἐπέτρεπον ἢ ἐν μέρει· καὶ διὰ τοῦτο μᾶς
2143ἀπεκάλεσαν σπατάλους. Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι τῆς φειδοῦς, τῶν
2144οἰκονομιῶν, καὶ δὲν μένουν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα τοῦ σπατάλου
2145προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ ὑπερβαίνουν, καὶ ὑπομονὴ ἂν περιω-
2146ρίζοντο εἰς δαπάνας προβλεπομένας ὑπὸ τῶν νόμων, προέβησαν
2147καὶ εἰς τοιαύτας λίαν παρανόμους, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν
2148Οἰκονομικῶν προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ.
2149Σῖμος εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν πολὺ
2150ἐκοπίασαν τόσον ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὡς καὶ ὁ κ. Σῖμος νὰ μᾶς ἐξη-
2151γήσουν τοὺς λόγους τῆς αὐξήσεως τινῶν κονδυλίων καὶ τὰ
2152ὁποῖα ὁ κ. Σωτηρόπουλος οὐδόλως ἀνέφερε. Διὰ τοὺς τόκους
2153τοῦ δανείου τῶν συμβάσεων οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, ὁ κύριος
2154Σωτηρόπουλος περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς
2155τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸν νόμον.
2156«Ταμεῖον συντάξεων πολιτικῶν ὑπαλλήλων» ἐνταῦθα προσ-
2157θέτουν 50,000 δραχμὰς περισσότερον τῶν ὅσων εἶχεν ἡ παρελ-
2158θοῦσα κυβέρνησις. Αὐτὴν τὴν βοήθειαν τοῦ ταμείου ἡ παρελ-
2159θοῦσα κυβέρνησις δὲν ἔκαμε, διότι ἤθελε προστεθῆ καὶ ἕτερος
2160μῶμος σπατάλης. Μικρὸν τὸ ποσὸν καὶ ἴσως δίκαιον. Ἔρχεται
2161ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄρθρον
21621. «Προσωπικὸν ὑπουργείου» 30,402.
2163Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως.
2164Ἐκεῖναι αἱ θέσεις αἱ συμπληρωμέναι ἀπὸ τὸ σπάταλον ὑπουρ-
2165γεῖον ἔρχεται τὸ ὑπουργεῖον τῆς φειδοῦς καὶ λέγει, εἶναι ἀνε-
2166παρκεῖς πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι.
2167§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
2168§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχετε ἀκόμη ὀλίγην ὑπομονὴν, καὶ περαίνω
2169τὸν λόγον μου. Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους μερικὰς
2170ἰδέας τοῦ κ. Σίμου, ὡς λ. χ. ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν χρεωγρά-
2171φων τοῦ δανείου τοῦ 24 καὶ 25· (θόρυβος).
2172§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί τὰ θέλεις αὐτά.
2173§103ΕΤΕΡΟΙ. Περὶ αὐτῶν εἰς τὰ καθέκαστα· (θόρυβος).
2174§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλὰ σᾶς κάμνω τὴν χάριν, παραιτοῦμαι
2175τοῦ μέρους τούτου· ἀλλὰ δὲν θὰ παραιτηθῶ ἑτέρας ἰδέας τοῦ
2176κ. Σίμου, ὅτι ἵνα βελτιωθοῦν τὰ οἰκονομικά μας ἔχομεν ἀνάγ-
2177κην ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Σῖμος λέγων ἰσχυρὰν
2178κυβέρνησιν; Ἰσχυρὰν κυβέρνησιν, συνταγματικὴν κυβέρνησιν
2179κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ἐννοῶ παρ’ ἐκείνην ἡ ὁποία ἔχει με-
2180γάλην πλειονοψηφίαν.
2181§105Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ σέβεται τοὺς νόμους.
2182§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον προσὸν μιᾶς ἰσχυρᾶς
2183κυβερνήσεως· ἕτερον προσὸν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πίστιν
2184εἰς τοὺς πολίτας διὰ τὴν καλὴν διοίκησίν της. Ἐξεπλήρωσε τὴν
2185ἀποστολὴν αὐτὴν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις; Ἰσχυρὰ κυβέρνησις
2186εἶναι ἡ στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἠθικῆς, ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Δύναται
2187ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὰ στοιχεῖα ταῦτα;
2188ὄχι· δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, διότι ἐν πρώτοις ἐξηπά-
2189τησε τὸν λαὸν ὑποσχεθεῖσα ἐλάττωσιν φόρων, ὅπερ δὲν ἔκαμεν.
2190Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν αὐτὴ μὴ ἐκπληρώσασα τὰς ὑποσχέσεις
2191της δὲν δύναται νὰ ἐνισχυθῇ· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύ-
2192νην τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ προσαπαιτεῖται καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς
2193Βουλῆς, τοῦ λαοῦ. Μὴ πιστεύῃ ὁ κ. Σῖμος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κυ-
2194βέρνησις ποτὲ ἰσχυρά, μὴ στηριζομένη εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ
2195μὴ πιστεύῃ, ὅτι παραβιάζουσα τοὺς νόμους δύναται νὰ ἔχῃ
2196ἰσχύν· ἀδύνατον. Λοιπὸν ποῖα τὰ προσόντα, μὲ τὰ ὁποῖα πα-
2197ρουσιάζεσθε ὡς ἰσχυρὰ κυβέρνησις; κανέν· ἀπεναντίας παρεβιά-
2198σατε τοὺς νόμους, ἐδώκατε ψευδεῖς ὑποσχέσεις· ἄρα ἐξηπατή-
2199σατε τὸν λαόν. Οὕτω πως πολιτευθέντες νομίζετε, ὅτι ἔχετε
2200τὰ στοιχεῖα ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως; Εὔχομαι νὰ τὰ εἴχετε,
2201ἀλλὰ δὲν τὰ ἔχετε.
2202§107ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Τὰ ἔχομεν καλλίτερα ἀπὸ
2203σᾶς.
2204§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ πιστεύετε ἀπὸ διαλύσεις καὶ ἄλλα.
2205§109ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὰ λόγια θὰ μᾶς κάμετε ...
2206§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὕτω πως πολιτευόμενοι πιστεύσατε, κύριε
2207πρωθυπουργὲ, ὅτι καὶ γελάδια ἂν φέρετε ἐντὸς τοῦ βουλευτη-
2208ρίου δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροα-
2209τηρίου.)
2210§111ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶχον
2211ποσῶς σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητή-
2212ματος· ἕνεκα τούτου δὲν θέλετε παραξενευθῆ, ἂν ταύτην τὴν
2213στιγμὴν, δὲν θέλετε μ’ εὕρει ἀκριβῆ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, οὔτε
2214κατάλληλον νὰ σᾶς περιπλέξω διὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ νὰ σᾶς
2215παραστήσω ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων, ὡς ἔπραξαν ἄλλοι προσβάλλοντες
2216τὸ ὑπουργεῖον.
2217Ἄλλωτε, κύριοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀποτελέσας μέρος τῆς
2218ἀντιπολιτεύσεως, σήμερον δὲ διατελῶν μέλος τῆς κυβερνήσεως,
2219ὤφειλον, προκαλούμενος ἀπὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο
2220ἐνταῦθα, νὰ δικαιολογήσω τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν παροῦσαν
2221διαγωγήν μου, ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιόν σας μὲ τὸ θάῤῥος
2222ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἐλάλησα εἰς ἄλλας περιστάσεις χωρὶς τί-
2223ποτε νὰ μὲ πτοήσῃ.
2224§112ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται.
2225§113ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κανένα δὲν διέκοψα· ὅλους
2226ἤκουσα μὲ στωϊκὴν ἀπάθειαν· ὀφείλετε λοιπὸν καὶ ὑμεῖς, ἀπο-
2227δίδοντές μοι τὰ ἴσα, νὰ μὲ ἀκούσετε καὶ νὰ μὴ μὲ διακόπτη-
2228τε. Ἄλλως ἕκαστος λαλεῖ κατ’ ἴδιον τρόπον, οὐδεὶς δὲ δύναται
2229νὰ τῷ διαχαράξῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως τῶν σκέψεών του.
2230Ἤμην, κύριοι, ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἤμην ἐναντίος
2231τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν δὲν εἶχον φωνὴν
2232ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μὲ ἀπεμάκρυ-
2233ναν περιστάσεις, τὰς ὁποίας ῥίπτω εἰς λήθην, εἶχον φανῆ μετα-
2234ξὺ τῶν φίλων μου εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας· πολλάκις διὰ τῆς
2235δημοσιογραφίας δὲν ὤκνησα νὰ φέρω εἰς τὸ κοινὸν τὰς σκέψεις
2236μου· ἐὰν ἤμην, κύριοι, ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ
2237τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡρμώμην ἀπὸ δύω αἴτια·
2238πρῶτον, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων βλάπτει
2239τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, δεύτερον, διότι ἡ ἅπαξ γινομένη
2240ἐξόγκωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιφέρει ἀνυπέρβλητα προσκόμ-
2241ματα περὶ τὴν ἐλάττωσίν του ἐν ἀνάγκῃ ἀπολύτῳ, ὡς ἡ πα-
2242ροῦσα. Κατακρίνων τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ τὴν ἐξόγκω-
2243σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐλυπούμην διὰ τὸ τότε γινόμενον,
2244ἀλλὰ διὰ τὰς συνεπείας τοιούτου μέτρου. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄ-
2245ξιον πῶς ἔρχονται καὶ παρίστανται πολέμιοι αὐτῆς τῆς ἐξογ-
2246κώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ αὐτουργοὶ αὐτοῦ τοῦ κακοῦ·
2247Ἤλθομεν, κύριοι, εἰς μίαν κυβέρνησιν διάδοχον μιᾶς ἄλλης, τὴν
2248ὁποίαν κατεκρίναμεν ὡς σπάταλον· ἂν ἐλυπήθημεν, ἐλυπήθημεν
2249τῳόντι, διότι ἐγείναμεν κληρονόμοι μιᾶς κυβερνήσεως, ἥτις μᾶς
2250ἀφῆκε τοιαύτας συνεπείας. Καὶ τί μᾶς λέγουν, κύριοι; σεῖς δὲν
2251ἐπρεσβεύσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων; δὲν ἐπρεσβεύσα-
2252τε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; πῶς λοιπὸν ἔρ-
2253χεσθε σήμερον καὶ παραδέχεσθε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων,
2254ὡς ἡμεῖς τὴν ἐκάμαμεν, ἡμεῖς τὴν ὡρίσαμεν; ἐννοεῖται
2255ὅτι οἱ ἀντίθετοι, τοιαύτην τηροῦντες γλῶσσαν, ὁμοιά-
2256ζουν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις κατακρίνει τὸν κληρονόμον διὰ τὰ χρέη,
2257τὰ ὁποῖα τῷ ἐπέβαλεν ὁ κληρονομηθεὶς καὶ τὰ ὁποῖα πληρόνει.
2258Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσάγητε ἓν ὁποιονδήποτε ἔξο-
2259δον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, γεννῶνται δικαιώματα καὶ συμ-
2260φέροντα, ἐὰν δ’ ἑπομένως θελήσητε νὰ ἀφαιρέσητε ἀποτόμως
2261αὐτὴν τὴν δαπάνην τὴν γεννήσασαν τὰ δικαιώματα καὶ συμ-
2262φέροντα, θέλετε ἀπαντήσει ἰσχυρότατον πρόσκομμα, τὴν σύγκρου-
2263σιν τῶν συμφερόντων πολλῶν οἰκογενειῶν ζημιουμένων ἐκ τῆς
2264ἄρσεως τῆς δαπάνης. Ἐὰν μίαν π. χ. θέσιν ὑπαλλήλου καταρ-
2265γήσητε, θέλετε ἴδει 50 ὑπὲρ αὐτοῦ ὑψοῦντας φωνήν. Βλέπετε
2266λοιπὸν, ὅτι δὲν δύνασθε διὰ μιᾶς νὰ κάμετε μίαν ἐλάττωσιν
2267καὶ μάλιστα εἰς περιστάσεις εἰς ἃς εὑρισκόμεθα· δὲν δύνασθε
2268νὰ καταπαύσητε διὰ μιᾶς τὰ κακῶς γενόμενα· αὐτὰ ἀπαιτοῦν
2269χρόνον· τὸ κακὸν εὔκολα γίνεται, δυσκόλως ὅμως θεραπεύεται.
2270Μᾶς κατακρίνουν, ὅτι δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα τὰ τακτικά·
2271πότε δὲ μᾶς λέγουν τοῦτο; ὅτε αὐτοὶ οὗτοι οἱ κατακριταὶ γι-
2272νώσκουν, ὅτι μᾶς ἐκληροδότησαν τὴν πληρωμὴν τόκων. Ὅταν
2273ἄλλοτε ἐλαλοῦμεν κατὰ τῆς ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν, ἤμεθα
2274εἰς ἄλλην περίστασιν, ἦτον ἄλλη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς
2275πατρίδος, ἄλλαι αἱ ἀνάγκαι τότε καὶ ἄλλαι σήμερον. Ἀλλὰ,
2276κύριοι, σᾶς λέγουν, εἴχαμεν μίαν πολιτικὴν ἄλλην, τὴν ἐκπε-
2277φρασμένην, τὸ ἐκηρύξαμεν, ἐπροσπαθήσαμεν νὰ κάμω-
2278μεν στόλον, στρατὸν καὶ τὰ τοιαῦτα· σεῖς σήμερον, οἵ-
2279τινες εἶσθε ἐναντίοι εἰς τὰ τοιαῦτα, τί ζητεῖτε; Διατὶ
2280ἐπιδιώκετε τὴν προμήθειαν νεωτέρου ὁπλισμοῦ; διατὶ μᾶς πα-
2281ρακολουθεῖτε εἰς τὰς προπαρασκευάς; Πρὸς ταῦτα, κύριοι, ἀ-
2282παντῶμεν, ὅτι διαφέρομεν ἀπὸ ὑμᾶς κατὰ τοῦτο, καὶ τὸ καυ-
2283χώμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ λέγωμεν λόγους πολὺ ἀπέχον-
2284τας τῶν πραγμάτων. Ἐλέγετε, κύριοι, τότε νὰ κηρύξετε τὸν
2285πόλεμον, πῶς δὲ ἐκηρύξατε τοῦτον; διὰ τῶν λῃστῶν· τούτους
2286ἐθέσατε ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς ἐπαναστάσεως, καὶ δι’ αὐτῶν μεί-
2287ζονα κακὰ ἐπῆλθον παρ’ ὅ,τι ἤλπιζέ τις, καὶ ἐθυσιάσατε καιρίως
2288τὸν ἑλληνισμὸν καὶ τὴν πατρίδα. Ἂν σήμερον ἐπαρχίαι τινὲς πά-
2289σχωσιν ὑπὸ τῆς λῃστείας, αἰτία εἶσθε ὑμεῖς οἱ σήμερον κατακρι-
2290ταί μας. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανῶμεν πρὸς τὸν
2291σκοπὸν τοῦ νὰ καταστείλωμεν τὴν λῃστείαν, νὰ καταδιώξωμεν
2292τοὺς λῃστὰς, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν δημοσίων χρημάτων ἐνίσχυσε
2293τὸ πεπτωκὸς ὑπουργεῖον, καὶ μᾶς λέγουν, τί θέλετε τὸν ὁπλισμόν!
2294Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀντὶ τούτου καλλίτερον ἠδύναντο νὰ εἴπωσι τὶ
2295θέλετε τὸν στρατὸν; διαλύσατέ τον. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ἔχουν
2296στρατόν· τί τὸν θέλομεν ἡμεῖς; ἐὰν τοιοῦτόν τι εἴπητε σεῖς, ἐννοῶ,
2297ἀλλὰ νὰ λέγετε ὅτι θέλετε στρατὸν καὶ τὸν θέλετε ἄοπλον,
2298εἶναι ἐναντίον πάσης λογικῆς, παντὸς ὀρθοῦ συλλογισμοῦ· Ὄχι,
2299κύριοι, δὲν εἴμεθα βεβαίως τῆς πολιτικῆς τῆς ἐκπεφρασμένης,
2300τῆς ψευδοῦς, τῆς ὁποίας ὀπαδοὶ ἐδείχθητε ὑμεῖς, εἴμεθα τῆς
2301πολιτικῆς τῆς καθαρᾶς, εἴμεθα τῆς πολιτικῆς τῆς καρδίας, εἴμε-
2302θα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς ἕκαστον ἕλληνα·
2303ἀλλὰ συγχρόνως σεβόμεθα ἑαυτοὺς, ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα, δὲν θέ-
2304λομεν ποτὲ νὰ ἐκμεταλευθῶμεν τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος πρὸς ἴδιον
2305ὄφελος, δὲν θέλομεν νὰ ἐκμεταλευθῶμεν τὰς ἰδέας τὰς ἱερὰς μό-
2306νον διὰ νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν· προτιμῶμεν νὰ γίνωμεν
2307θύματα πολιτικῆς ὑπαγορευομένης ἀπὸ τὰ σπουδαῖα συμφέροντα
2308τῆς πατρίδος παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θέ-
2309λετε νὰ μᾶς θέσητε· ἐννοοῦμεν, κύριοι, τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ζη-
2310τεῖτε νὰ μᾶς ἐκβιάσητε νὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν τὴν πολιτικήν μας.
2311Ἔχομεν, κύριοι, συνείδησιν. Θέλομεν δώσει ἐν καιρῷ λόγον
2312πρὸς τὴν πατρίδα, συναισθανόμεθα βαθέως τὸ καθῆκόν μας πρὸς
2313τὴν πατρίδα, πρὸς τὸν θρόνον, πρὸς τὸ πᾶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδε-
2314μία περίστασις θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς
2315ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν· θέλομεν δὲ δείξει ἐν καιρῷ διὰ τῶν
2316πραγμάτων ὁπόσον εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
2317πατρίδος. Δὲν πτοούμεθα ἀπὸ τὰς συκοφαντίας, θέλομεν περι-
2318φρονήσει ταύτας, θέλομεν ἐμμείνει πιστοὶ εἰς τὸ σημεῖόν μας.
2319Δὲν θέλομεν ἀπομακρυνθῆ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἱστάμεθα. Οὐδὲν
2320θέλει μᾶς πτοήσει. Ἐννοοῦμεν, κύριοι, τὰς δυσχερείας, ἐννοοῦμεν
2321τὰ πολλαχόθεν καθ’ ἡμῶν διευθυνόμενα βέλη, ἀλλὰ θέλομεν ἐμ-
2322μείνει ὡς πιστοὶ στρατιῶται σταθεροὶ ἐπὶ τοῦ σημείου, ὅπερ
2323συνάδει πρὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ συμφέροντος τῇ πατρίδι. Αἱ ἀν-
2324τιῤῥήσεις, αἱ ἀντεγκλήσεις, αἱ ἐγκλήσεις, αἱ παρεμβαλλόμεναι δυ-
2325σχέρειαι δὲν θέλουσι ποτὲ μᾶς ἀποδειλιάσει, οὔτε θέλουσιν ἀνα-
2326στείλει τὴν πορείαν μας. Θέλομεν ὑπερνικήσει πάσας τὰς δυ-
2327σχερείας. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι πάντες δὲν στερεῖσθε τοῦ πατριω-
2328τισμοῦ, ὅστις ἔγκειται τῷ Ἕλληνι, ἀλλὰ φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι
2329τινὲς ἀποπλανῶνται ἴσως, πολλοὶ δ’ ἕτεροι ὠθοῦνται καὶ ἀπὸ
2330ἄλλας ἰδίας σκέψεις. Μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰς πρά-
2331ξεις του ἐλαύνεται ὑπὸ φατριασμοῦ, ἀλλὰ ποῖοι σᾶς εἶπον
2332τοῦτο; ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἱερὸν, οὔτε ὅσιον εἶχον. Βλέπον-
2333τές με, κύριοι, ταύτην τὴν στιγμὴν, δὲν ἀνακαλεῖτε ἆρά γε πε-
2334ρίστασίν τινα, ὅτι οἱ ἀποδίδοντες εἰς τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον
2335φατριασμὸν ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον, ὅτε ἐν τοῖς πράγμασι διε-
2336τέλουν; Λέγουν, ὅτι ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομικὴ δὲν ὑ-
2337πάρχει εὐάρεστος, ποῖος ἀρνεῖται, κύριοι, τοῦτο; Οὐδείς. Δια-
2338φέρομεν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ἐκληρονομήσαμεν τὴν
2339κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν
2340ἐπὶ τὸ βέλτιον διὰ μιᾶς· ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ πράξωμεν,
2341τὸ ἐπράξαμεν.
2342Δὲν πιστεύω, κύριοι, σκεπτόμενοι καλῶς νὰ ἀποδώσητε ἐν
2343πεποιθήσει τοιαύτας ἰδέας, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξετόξευσαν ἀπὸ
2344τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου· ἄλλως δὲ, ἂν λά-
2345βητε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἀγορεύσεις καὶ ἐπὶ πᾶσι τὴν τοῦ
2346κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι τὰ
2347ἐλλείμματα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὁποῖα ἐνώπιόν σας παρίστανται,
2348καὶ ὅτι ταῦτα δύνανται εὐκόλως νὰ καλυφθῶσι δι’ ἑνὸς μικροῦ
2349δανείου.
2350§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
2351§115ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβε διαστάσεις
2352πολὺ εὐρείας καὶ σπουδαίας, τὰ σπουδαιότερα ζητήματα τὰ
2353ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἀνεπτύχθησαν ἐδῶ· εἶναι πολλοὶ οἱ
2354ἐγγραφέντες, συγχρόνως ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ
2355μερικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἶναι ἐδῶ, ἔχουν ὑπο-
2356χρεώσεις ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς των· νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὁ καιρὸς
2357προέβη, δυνάμεθα τὴν Δευτέραν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συ-
2358ζήτησιν.
2359§116ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Πάλιν ἀναβολάς;
2360§117ΦΙΛΗΜΩΝ. Διότι τὸ ζήτημα σήμερον ἔλαβεν ἄλλον χα-
2361ρακτῆρα.
2362§118ΤΙΝΕΣ. Ὄχι νὰ τελειώσουν.
2363§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρὲς, ὁ κ. Δημητρακάκης, ὁ κ. Βα-
2364λατσὴς ἔχουν τὸν λόγον, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς;
2365§120ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν εἰς τὰ καθέκαστα.
2366§121ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχομεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας αὐτὴν τὴν
2367συζήτησιν, πρέπει τοὐλάχιστον σήμερον νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις
2368ἡ γενικὴ καὶ νὰ ἔλθωμεν μεθαύριον εἰς τὰ καθέκαστα.
2369§122ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι θὰ κάμωμεν πρότασιν, κύριοι· μετὰ μίαν
2370τόσον διαρκῆ συζήτησιν, ἥτις διαρκεῖ τρεῖς ἡμέρας φυσικῷ τῷ
2371λόγῳ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἓν ἀποτέλεσμα, μία ἀπόῤῥοια τῆς συ-
2372ζητήσεως αὐτῆς· διὰ τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποβάλλει τὴν
2373ἀκόλουθον πρότασιν· (τὴν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον).
2374§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;
2375§124ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι ὑπὲρ τοῦ κ. Δεληγεώργη.
2376§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον
2377εἰς κανένα ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τοῦ τόπου, νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ
2378περαιτέρω συζήτησις.
2379§126ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
2380§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπεράνω ὅμως τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων
2381ὑπάρχει λογικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ηὐδόκησε ν’ ἀποθέσῃ εἰς τὸ
2382πλάσμα του καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρισθῇ χωρὶς
2383νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὕπαρξίν του. Ὁποία ἀπαίτησις ὑπάρχει σᾶς
2384παρακαλῶ; Συζητοῦμεν ἐπὶ 6 περίπου ὥρας καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν
2385στιγμὴν ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι οἱ κκ. Βουλευταὶ εἰς θέσιν νὰ
2386ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ δύο ἀκόμη. Ἅμα τοῦτο ἀποφα-
2387σίζετε νὰ τὸ κάμωμεν, ἂν ὑπάρχῃ σκοπὸς νὰ τελειώσωμεν ἀ-
2388φεύκτως ἀπόψε, βέβαια θέλω ἀναδεχθῆ τὸ βάρος· καὶ κανεὶς ἐξ
2389ὑμῶν, παρακαλῶ, νὰ μὴ κάμῃ παράπονον ὅτι θὰ παρατείνω τὴν
2390συζήτησιν· ἂν ὅμως δὲν ᾖναι ἀναπόφευκτον νὰ τελειώσωμεν ἀπό-
2391ψε, τότε ἐπιφυλάττομαι.
2392§128ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς ᾖναι τὴν Δευτέραν.
2393§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7½ Μ. Μ.