1868.10.11
2.322 στίχοι · 19.603 λέξεις · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72.
Τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1868.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 2½ Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δύω ἐπερωτήσεις ἐγένοντο χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τῆς μιᾶς καταφαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τοὺς ζητηθέντας καταλόγους. Ἑτέρα δὲ ἐπερώτησις ἦτο τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριχωνίας, τοῦ νὰ κατατεθοῦν τὰ ἐντάλματα, οἱ κατάλογοι τῶν ὁδηγῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Περὶ αὐτῆς τῆς τελευταίας αἰτήσεως δὲν καταφαίνεται τίποτε εἰς τὰ πρακτικὰ, ἂν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἢ ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν. Ἡ κατάθεσις τῶν ἐνταλμάτων συνδέεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τόση συζήτησις. Ὁ κατάλογος συνδέεται μὲ τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις μᾶς εἶπε, εἴμεθα ἐνώπιον ὑμῶν διὰ νὰ δώσωμεν λόγον, ζητήσατε ἔγγραφα, σᾶς τὰ καταθέτομεν.
§3ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἅπαξ καὶ δὶς, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ συζητηθοῦν μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν (θόρυβος)· ἄλλως τε, κύριοι, δι’ αὐτῶν τῶν ἐπερωτήσεων θέλετε νὰ φέρητε προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§4ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Θανασούλας Μοναστηριώτης, ἀντέλεξεν εἰς τὰ ὀλίγα λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Μαυρομμάτη, ὅτι ὁ κ. Στάϊκος εἰς τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐζήτησε τὸν κατάλογον ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας διὰ νὰ ἰδοῦμεν ἀπὸ τὴν Ἀμαλιάπολιν ἕως εἰς τὸ Ἄκτιον πόσοι ὁδηγοὶ εἶναι διὰ τὴν ἀνατολικὴν καὶ δυτικὴν Ἑλλάδα· καὶ τοῦτο ἐζήτησα ἁπλῶς, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Μοναστηριώτης λέγει, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐξέλεγξιν πρέπει νὰ ἔλθωσι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ διέλθωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἐπικυρώσωμεν, νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν ἐξέλεγξις; Ἀλλ’ ἂς τὸ βάλωμεν καὶ αὐτὸ κατὰ μέρος καὶ ἂς ῥίψωμεν πέπλον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§7ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπόσπασμα τῆς ἐπερωτήσεως νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, ἐξυβρίσθην ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ φιλοτιμίας εἶναι ἀνώτερον .... (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί πηγαίνετε καὶ ἀναμιγνύεσθε μὲ τοὺς ἀστυνόμους;
§10ΔΑΓΡΕΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου δὲν θέλω νὰ τὸ φέρω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐννοῶ τί θέλετε νὰ εἰπῆτε.
§12ΔΑΓΡΕΣ. Προκειμένου περὶ τάξεως καὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας .... (θόρυβος).
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθήσατε, κ. Δαγρέ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατ’ αἴτησιν τῆς Βουλῆς καθυπέβαλεν εἰς τὸ προεδρεῖον διάφορα ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν ἀλληλογραφίαν περὶ τῶν πλοίων καὶ τῶν ἀποστολῶν εἰς Λονδῖνον. Τὰ ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον καὶ ὅστις τῶν βουλευτῶν θέλει, ἂς ἔλθῃ νὰ τὰ μελετήσῃ.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔχω νὰ σᾶς ὑποβάλω, κύριοι βουλευταὶ, μίαν πρότασιν νόμου τὴν ἑξῆς· (Καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασιν νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὑπογεγραμμένην ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν κ. κ. Ῥοντίρη καὶ Ἡλιοπούλου).
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι κατεπείγουσα.
§17ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν φιλανθρωπίαν αὐτῆς καὶ τὴν εὐμένειαν πρὸς τοὺς δυστυχεῖς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον καθὼς γνωρίζετε πάντες ἀπὸ φοβερὰν πυρκαϊὰν, ἡ ὁποία κατέστρεψε 53 οἰκίας καὶ ἐργαστήρια καὶ ἔῤῥιψε πλῆθος οἰκογενειῶν εἰς τοὺς δρόμους. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιστατικοῦ τούτου ἐκ τῶν διαφόρων ἀρχῶν, εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν πίστωσιν 40,000 δραχμῶν διὰ νὰ ἀπονεμηθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους. Γνωρίζετε ποῖον εἶναι τὸ κλίμα τῶν Καλαβρύτων· ὁ χειμὼν ἐπέρχεται ἐκεῖ φοβερὸς καὶ οἱ πλεῖστοι μένουν ἄστεγοι καὶ θέλουν ὑποφέρει· ὅπως δήποτε ἅμα λάβουν μικρὰν βοήθειαν θὰ ἀνεγείρουν μικρὰς οἰκίας. Βεβαίως κἀνὲν δικαίωμα δὲν ἔχω νὰ ζητήσω νὰ ὑποχρεωθῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως· ἀλλ’ ἀναφέρομαι ἁπλῶς εἰς τὴν φιλανθρωπίαν σας καὶ σᾶς παρακαλῶ ἐξαιρετικῶς νὰ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ πρώτην φοράν.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καθιερώθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἡ τριπλῆ συζήτησις τῶν πιστώσεων· καὶ τότε καὶ τώρα κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, διότι τότε δὲν εἰσηκούσθην. Αἱ πιστώσεις δὲν εἶναι παρὰ ἀπόσπασμα τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἅπαξ συζητεῖται, δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ ποῖον λόγον αἱ πιστώσεις νὰ συζητῶνται τρὶς, ἐνῷ εἶναι μέρη τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως, ἂν δέχηται ἡ Βουλὴ, ἂς συζητῶνται ἅπαξ αἱ πιστώσεις, ἵνα μὴ χάνεται ὁ καιρός.
§20ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι νόμος αἱ πιστώσεις.
§21ΣΙΜΟΣ. Ὁ σκοπὸς δι’ ὃν ἐξαιρεῖται ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι προφανὴς, διότι ἵνα συζητηθῇ τρὶς ἀπαιτεῖται πολὺς καιρὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν. Ἄλλως τε δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ὑφίσταται καὶ μίαν προεξέτασιν. Ὁ σκοπὸς τῆς τριπλῆς συζητήσεως εἶναι νὰ μὴ ἁρπάζωνται αἱ προτάσεις, ὅπερ δὲν δύναται νὰ συμβῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ συνδρομῆς τῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς παθόντων κατοίκων Καλαβρύτων. Πρώτη ἀνάγνωσις).
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§23Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Λόγου προχθὲς γενομένου περὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ὅπλων Σασεπὼ, ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἂν δὲν ἔχῃ καμμίαν ἄλλην δυσκολίαν.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§26ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἴσως, ἂν εἰδικῶς δὲν μ’ ἐπροκάλουν οἱ ἀξιότιμοι κκ. Σωτηρόπουλος καὶ Κεχαγιᾶς. Οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι κύριοι δὲν ἐδίστασαν νὰ μὲ προκαλέσουν ἐφ’ ὅσων ἄλλοτε ἐξηγήθην ἐπὶ τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς τε παρελθούσης καὶ τῆς ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως. Πάντες δ’ ἐνθυμεῖσθε ὅτι μ’ ἀπεκάλεσαν ἀσυνεπῆ, καὶ ὅτι εἴμεθα ἀνακόλουθοι. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ τὰς νέας τοῦ ἔθνους ἐκλογὰς τὰ τρία τέταρτα ἐξ ὑμῶν ἤλθατε εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἑπομένως εἶναι πολὺ πιθανὸν οἱ περισσότεροι τοὐλάχιστον ν’ ἀγνοῆτε τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ν’ ἀγνοῆτε τὴν πάλην, ἡ ὁποία συνεκροτήθη μεταξὺ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας ἑκάστη μερὶς ἠσπάζετο. Καὶ παρετήρητα, κύριοι, ὅτι ἡ ἄγνοια αὕτη δύναται νὰ καταστήσῃ τὴν διάνοιαν πολλῶν ἐξ ὑμῶν ἴσως ἐπισφαλῆ, διότι ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας εἶναι τοῦ νὰ σφάλλῃ τις ὅταν καλῶς δὲν γνωρίζῃ τὰ πράγματα ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι ἡ κατανόησις τῆς πορείας τῆς πολιτικῆς τῆς τε παρελθούσης καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἔλεγχος ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς δύνασθε νὰ πορευθῆτε. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπικαλοῦμαι καὶ σήμερον τὴν εὐμένειάν σας, τὴν προσοχὴν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θέλω παρασταθῆ ἐνώπιόν σας, καθὼς καὶ ἄλλοτε τοιοῦτος πρὸς ὑμᾶς ἐφάνην. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θέλετε μὲ διακόπτει, διότι τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ εἶναι βάσανον ἀνυπόφορον, ὅταν τις ἔχῃ νὰ λαλήσῃ περὶ σπουδαίων πραγμάτων διὰ μακρῶν, καὶ ὅτι ἕκαστος ὑμῶν θέλει λάβει τὰς ἀναγκαίας ἐπὶ τοῦ λόγου μου σημειώσεις, ὅπως κατόπιν ἀνασκευάσῃ αὐτὰς, διότι πάντες καθῆκον ἔχετε νὰ συντελέσητε εἰς τὸν φωτισμὸν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς. Τί εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ἑνὸς ἔθνους; Εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς αἰτίας, ἡ δὲ αἰτία εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους ἐκείνου. Οἱ τακτικοὶ προϋπολογισμοὶ παρουσιάζονται κατ’ ἔτος εἰς τὰ ἔθνη, διότι κατ’ ἔτος ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους ὅσους ἐψήφισαν πρὸς ἴδιον αὑτῶν ὄφελος. Οἱ ἔκτακτοι προϋπολογισμοὶ προϋποθέτουσιν ἔκτακτον κατάστασιν εἰς ἣν περιέρχεται ἓν ἔθνος. Οἱ ἔκτακτοι προϋπολογισμοὶ, τὰ δάνεια καὶ οἱ φόροι ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἔθνη ἐπὶ ἐκτάκτων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἓν ἔθνος θέλει νὰ ὑπερασπίσῃ ἢ τὴν ἀνεξαρτησίαν του, ἢ τὴν τιμήν του, ἢ τὰ δικαιώματά του, ἢ πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐπιθετικὸν πόλεμον. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἐδίστασε νὰ ῥίψῃ μίαν ἰδέαν, καὶ τὴν ἐπαινῶ διὰ τοῦτο. Ἡ ἰδέα αὐτὴ ἦτον ὁ πόλεμος. Καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον κατηγορήσει τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἂν ἐξ ἁγνῆς πεποιθήσεως ἐπρόβαλλε τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸ ἔθνος· διότι ὅταν, κύριοι, μία πεποίθησις προέρχεται ἐξ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, καὶ ἐσφαλμένη ἂν ᾖναι δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ, διότι οἱ ἄνθρωποι ὑπόκεινται εἰς σφάλματα κατὰ τὰς κρίσεις των καὶ τὰς πεποιθήσεις. Ἡμεῖς ὅμως κατηγορήσαμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἰδέαν, διότι δὲν τὴν ἐπιστεύσαμεν εἰλικρινῆ, ἐκτὸς ὅτι δὲν ἦτο οὔτε πρακτικὴ, οὔτε ὠφέλιμος. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἐναντίαν πολιτικήν. Ἰδοὺ πῶς εὑρέθη τότε διῃρημένη ἡ Βουλὴ εἰς δύω διαφορετικὰς, συγκεκριμένας καὶ καθαρὰς ἰδέας. Καὶ ἀληθῶς, ὅταν μία Κυβέρνησις ἔῤῥιψε μίαν ἰδέαν, ἔπρεπεν ἡ ἰδέα αὕτη νὰ πολεμηθῇ διὰ τῆς ἐναντίας ἰδέας, νὰ συζητηθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται, νὰ ὑποκύψωσιν ὅλαι αἱ πράξεις αἱ συνδεόμεναι μετὰ τῆς ἰδέας ταύτης εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἔθνους, ἵνα ἀποφασίσῃ ποίαν πολιτικὴν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ. Κύριοι βουλευταὶ, ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠγόρευον, δὲν ἠξεύρω ἐπί τίνος θέματος, εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐζήτησε μόνον διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἓν ἑκατομμύριον, ἀλλὰ δέκα ἀκόμη· ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἦτο ἀκριβὲς, δὲν ἠξεύρω, ἂν εἰσέτι ἐπιμένῃ καὶ σήμερον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἑκατομμυρίου δὲν ἐζήτησε καὶ 10 ἀκόμη.
§27ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν; Διὰ τὸ 68;
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁμιλεῖτε διὰ τὸ 67. Αὐτὸ ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ δὲν ἀφίνει καμμίαν ἰδέαν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἑκατομμυρίου ἐζητήθησαν καὶ ἄλλα διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας παρασκευὰς τοῦ πολέμου καὶ οὐχὶ διὰ τὰς παρασκευὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐπολεμήσαμεν, τὰς τακτικὰς παρασκευάς. Διότι θὰ ἦναι ἀφροσύνη νὰ εἴπῃ τις εἰς τὸ ἔθνος νὰ μὴ παρασκευάζεται τακτικῶς καὶ νὰ μὴ τακτοποιῇ τὰς δυνάμεις του, τὰς ὁποίας ἔχει ἐν ἐνεργείᾳ. Ἐδῶ ὑπῆρξεν ἡ διαφορά. Οἱ μὲν ἐζήτουν νὰ βαδίσουν ἐμπρὸς, νὰ ὁπλίσουν τὸ ἔθνος καὶ τὸ ῥίψουν εἰς τὸν ἀγῶνα, ἡμεῖς, λέγομεν ὄχι, διότι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰλικρινῶς δὲν ἔλεγε, δὲν ἐφρόνει ὅ,τι ἔλεγε, πρὸς ἀληθῆ ἐμπαιγμὸν τοῦ ἔθνους. Ἐπειδὴ ὅμως, ὁσάκις πρόκειται νὰ λαλήσωμεν περὶ τοιούτων πραγμάτων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους τὰς ἀποδείξεις, δὲν διστάζω νὰ παρουσιάσω αὐτὰς, ὅπως καταδειχθῇ ὅτι ἄλλα ἔλεγεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἄλλα ἔπραττε καὶ ἄλλα ἐφρόνει. Κύριοι, ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς, τὰ δάνεια, οἱ φόροι, αἱ ἰδιαίτεραι πληρωμαὶ ἀποδεικνύουν ποῦ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελε νὰ βαδίσῃ. Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ὁ πρώην πρωθυπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἐδίστασε νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι θέλουν ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν πολιτικὴν τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Δεληγεώργης ἀνέγνωσε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Τρικούπη, ἀλλὰ ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, διότι ἔκτοτε φαίνεται δὲν τὸ εἶδα εἰς κανὲν μέρος, νομίζω ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἀναφερόμενον εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Κρήτης εἶχε κἄτι τι ἀπειλητικὸν μέσα καὶ δι’ αὐτὰς τὰς Δυνάμεις. Κύριοι, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε συλλάβει τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, ἐζήτητε τὰ μέσα ἀπὸ τὸ ἔθνος. Ἐδῶ, κύριοι, παρακαλῶ νὰ μοῦ συγχωρήσητε μικράν τινα παρέκβασιν. Πῶς σᾶς εἶπον χθές; 34,000,000 ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ διὰ τῶν πιστώσεων θέλομεν φθάσει εἰς τὰ 46. Τί εἶναι ὅμως αἱ ζητούμεναι πιστώσεις; εἶναι πίστωσίς τις διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὁπλισμοῦ, καὶ αἱ πιστώσεις τὰς ὁποίας γνωρίζετε διὰ τὴν συντήρησιν ἢ διὰ τὰ Κρητικὰ ἔξοδα, διὰ νὰ τὰ συμπεριλάβω εἰς μίαν λέξιν. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ κυβέρνησις παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἠξεύρετε τί ἐζήτησεν; ὄχι 46, ἀλλὰ 60 ἑκατομμύρια, διότι 33,541,404, εἶχεν ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς, 13,145,000, ὁ ἔκτακτος· εἰς ταῦτα δὲν συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τὰ κρητικὰ, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἤθελον ἀναβῆ εἰς 10, 11, 12 ἑκατομμύρια· δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, διότι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἐκκαθάρισις τῶν ἐξόδων αὐτῶν κατ’ ἔτος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ προσθήκη αὕτη γείνῃ εἰς τὸν τακτικὸν καὶ ἔκτακτον προϋπολογισμὸν, ἔχομεν 58,686,404. Ἰδοὺ λοιπὸν τὶ ἐζήτει ἡ κυβέρνησις καὶ τί ζητεῖ σήμερον. Εἴμεθα λοιπὸν ἢ δὲν εἴμεθα συνεπεῖς μ’ ὅσα τότε ὑπεστηρίξαμεν; Ἐὰν, κύριοι, τὸ ἔθνος ἦναι ἠναγκασμένον νὰ δαπανήσῃ 10, ἢ 12,000,000, διὰ τοὺς ἀδελφοὺς Κρῆτας, εἶναι διὰ τοῦτο ἔνοχος ἡ πολιτικὴ, ἢ ὑμεῖς; εἶναι ἔνοχος ἡ σημερινὴ κυβέρνησις; εἰς ποῖον σημεῖον ὑμεῖς εὕρετε τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς; Ἀλλὰ, κύριοι, πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε κατ’ ἐπιφάνειαν τὴν ἰδέαν νὰ φθάσῃ εἰς ἕνα πόλεμον; θέλω σᾶς ἀποδείξει τὴν φοβερὰν ἐκείνην πλάνην, τὴν ὁποίαν ἀπεκάλυψα καὶ τότε ἐφωτίσθη τὸ ἔθνος, καὶ ἐξεβάλαμεν τὴν ἀληθῆ αὐτὴν κραυγήν. Ἐγὼ καὶ τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγον εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, θέλεις νὰ πολεμήσωμεν; τί θέλεις κατορθώσει μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 50,000,000; θέλετε νὰ φθάσωμεν ἐπὶ μεγάλας ἰδέας; πρέπει νὰ κάμωμεν μεγάλας καὶ φοβερὰς θυσίας, πρέπει νὰ λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὴν σημαίαν τοῦ 1821, νὰ καταστρέψωμεν τοὺς οἴκους μας, νὰ προσφέρωμεν ὅλην τὴν περιουσίαν μας, νὰ ὁπλίσωμεν τοὺς βραχίονάς μας, καθὼς οἱ μεγάλοι καὶ φοβεροὶ ἐκεῖνοι πρόγονοί μας, καὶ τότε ἂν ἔχετε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ τόλμην, καὶ ἂν ἦσθε προπαρεσκευασμένοι πρὸ πάντων ἐξωτερικῶς, διότι κανὲν ἔθνος δὲν δύναται νὰ ταράξῃ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου, ἐὰν δὲν ἦναι ἀσφαλισμένον ἀπὸ τὰ γειτονικὰ ἔθνη, καὶ διὰ τοῦτο κανὲν ἀπὸ τὰ μεγάλα ἔθνη δὲν τολμᾷ νὰ ῥίψῃ τὸν δαυλὸν τοῦ πολέμου εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐὰν προηγουμένως διὰ συνθηκῶν δὲν ἔλθῃ εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ ἥμισυ τῶν δυνάμεων ἐναντίον τῶν ὁποίων μέλλει νὰ ἀντιταχθῇ. Ταῦτα λοιπὸν, κύριοι, ἐλέγαμεν τότε, ὅτι διὰ νὰ ζητήσῃς μεγάλα πράγματα χρειάζονται μεγάλαι θυσίαι, 50,000 ἀνδρῶν. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκβασιν ἑνὸς πολέμου καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἡ κυβέρνησις τότε, εἴχομεν δίκαιον νὰ ἀμφιβάλλωμεν διὰ τὴν εἰλικρίνειάν της, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν ἐπέρασε πολὺς καιρὸς καὶ ἡ πρασίνη καὶ ἡ κυτρίνη βίβλος μᾶς ἐφώτισεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὅπως, κύριοι, ἀποπλανήσουν τὴν κοινὴν τότε γνώμην, μόλις εἶχεν ἐκραγῆ ὁ ἀγὼν τῆς ἀγαπητῆς Κρήτης καὶ πάραυτα ἐταράχθησαν αἱ ἐπαρχίαι τῶν Μεθορίων. Ἔπρεπε νὰ ὑψωθῇ τοὐλάχιστον κατὰ πλάνην ἡ ὡραία ἐκείνη ἰδέα διὰ νὰ τὰς ταράξῃ ἐκ βάθους. Καὶ τῷ ὄντι ἤρχισαν μερικὰ κινήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέληξαν πρὸς δυστυχίαν ἡμῶν, ἀλλὰ τὰ κινήματα αὐτὰ δὲν ἦσαν εἰλικρινῆ· ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν τὰ ὑπεστήριζε, τὰ ἀπέκρουε, τὰ κατεδίκαζε, διότι μόλις ἡ κυβέρνησις αὕτη ἐσχηματίσθη καὶ ἐπὶ τῆς πορείας της φαίνεται ὅτι ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Ἀκούσατε τί ἀπάντησιν ἔδωκε τότε ἡ κυβέρνησις. Ὁ κύριος Τρικούπης ἔγραφεν ὅτι «καίτοι αἱ πράξεις αἱ παροτρύνουσαι τὴν κυβέρνησιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν ταύτην.............» Ἠκούσατε, κύριοι, ὁποίας διαβεβαιώσεις ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔδωκε πρὸς τὴν Εὐρώπην, ἢ πιστεύετε ὅτι ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ὁποίαν ἔδωκε διαβεβαίωσιν πρὸς τὰς μεγάλας δυνάμεις; ἢ νομίζετε ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ σκοπὸν εἶχε νὰ ἐξαπατήσῃ διὰ νὰ παρασκευασθῇ, καὶ τότε νὰ ῥίψῃ τὸ προσωπείον, διότι καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν δυνάμεων ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ, διότι διὰ νὰ ἐμπαίξῃς μίαν μεγάλην δύναμιν σοῦ εἶναι συγκεχωρημένον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦσαι ἕτοιμος καὶ νὰ ἔχῃς τὸ ξίφος εἰς τὰς χεῖρας. Εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς εἰς τοιαύτην κατάστασιν; Ὑπῆρξε λοιπὸν σκοπὸς πολέμου ἐθνικοῦ; Τὸ βλέπετε καθαρώτατα· τοῦτο ἀνεπτύχθη καὶ πέρυσι, καὶ βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ λόγος τὸν ὁποῖον σᾶς προανέφερα ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἶχαν λάβει μέρος εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ποῦ ὑπῆρχεν ἡ διαφορὰ τῆς τότε συμπολιτεύσεως ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν· αὐτὸ εἶναι τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ἡ μάχη, καὶ εἰς τὴν μάχην ταύτην ὁ κύριος Κεχαγιᾶς δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποδυθῇ. Ἀλλ’ ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ἔδαφος αὐτὸ εἶναι ὀλισθηρὸν, τότε ἀντὶ νὰ σταθῇ εἰς τὸ ἔδαφος τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν ὑπερκειμένην κορυφὴν, καὶ ὡς ἄλλος Τουρένος ἀνέμενε νὰ τὸ ἀφήσῃ, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ σταθῇ. Κατέβη λοιπὸν εἰς τὸ πεδίον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέπτυξε τὰ πράγματα, ἠρίθμησεν ἀριθμοὺς, διὰ νὰ πτοήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροαζομένων. Κύριοι, ἡμεῖς ἐνομίζαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῶμεν καὶ πολεμήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχεν ὀλισθήσει καὶ ἐδύνατο νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος μέχρι καταστροφῆς· ἐζήτει ἀπὸ ἡμᾶς 60 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ἂν ἐλάμβανεν ἀκόμη τὴν ἀφροσύνην μὲ αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα νὰ ῥίψωμεν τὸν κύβον, ἐδυνάμεθα νὰ σταθῶμεν εἰς κανὲν σημεῖον; καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν συμμάχους νὰ μᾶς βοηθήσωσι καὶ διὰ χρημάτων καὶ ὅπλων καὶ συμμαχιῶν; Εἴδομεν λοιπὸν τὸ φοβερὸν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη μᾶς ἔσυρε, καὶ τὴν ἐπολεμήσαμεν. Σήμερον, κύριοι, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ἀκριβῶς νὰ φυλάττῃ τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πάλης αὐτῆς. Τί σᾶς εἶπε, κύριοι, τότε ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν; θέλω νὰ ἑτοιμασθῇ τὸ ἔθνος, ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἡ ὁποία εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ μόνον ἐννοεῖ ἡ μεγάλη ἰδέα πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ ἐντὸς τοῦ κράτους, καὶ ἐκ τοῦ κράτους νὰ ἐξέλθῃ ἔξω· κύριοι, ἅμα ἀφαιρέσαντες τὴν ἰδέαν αὐτὴν τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν, ἔλθετε νὰ ἐξετάσωμεν ἢ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ᾖναι ἐντὸς τοῦ προγράμματός της, ἢ, καθὼς λέγουσιν οἱ κύριοι Σωτηρόπουλος καὶ Κεχαγιᾶς, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἰδέαν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν; Ὄχι, κύριοι, δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, δὲν εἶναι ἀληθές. Τί ζητεῖ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή; τὰς πιστώσεις ὅσαι εἶναι ἀναπόφευκτοι διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Τί ζητεῖ διὰ τὰς παρασκευὰς τὰς ἐθνικάς; ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα πάραυτα νὰ ἴδω τὸ σχέδιον τοῦτο, εἶναι σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἢ μόνον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι κύριοι, πόσα τοιαῦτα δύνανται νὰ παραβληθῶσι; Οὐδέποτε θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν ἑνὸς καὶ μόνου ὑπουργοῦ. Δὲν ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὰς πιστώσεις ταύτας, καὶ ἐγὼ πράγματι ὑπέθεσα ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἶχον ὅλα τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Προχθὲς, κύριοι, σᾶς ὑπεβλήθη πίστωσις ἡ ὁποία ζητεῖται διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτῶν τῶν ὅπλων καὶ βεβαίως πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ πίστωσις, ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε νὰ ἀνακαινισθῇ ὁ στρατὸς, ἡ δὲ πίστωσις ἦλθε μετὰ τὴν φροντίδα τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προμηθευθῇ τὰ ὅπλα. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν εἰλικρινῶς, νὰ συζητήσωμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ φωτισθῶμεν μεταξὺ μας καὶ νὰ φωτίσωμεν δὲ καὶ τὴν κοινωνίαν· εἶναι ἔκτακτος ἡ προπαρασκευὴ, ἡ ἐξόπλισις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ διὰ τῶν ὅπλων τῶν νέων ἐπινοήσεων, διὰ τῶν ὅπλων τοῦ Σασεπὼ ἢ διὰ τῶν ὅπλων τῶν ἀμερικανικῶν; Κύριοι, πρέπει νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα ὅπλα, ἐὰν τύχωσιν ἀπέναντι τῶν ὅπλων τῆς νέας κατασκευῆς ἔχωσιν ἀποτελεσματικὴν ἀξίαν καθὼς ἓν πρὸς δέκα· τοὐτέστι, ἐὰν ἔχω δέκα ἄνδρας ὡπλισμένους μὲ τὰ ὅπλα τῆς νέας κατασκευῆς καὶ ὁ ἀντίπαλός μου ἔχῃ ἑκατὸν ἄνδρας μὲ τὰ ὅπλα τῆς παλαιᾶς κατασκευῆς, εἰς ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας θέλω τὸν καταστρέψει, τοσαύτη εἶναι ἡ δύναμις τῶν ὅπλων τούτων. Ἐπομένως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐξοπλισθῇ διὰ τῶν ὅπλων τούτων, ἀφοῦ ὅλοι οἱ στρατοὶ τοῦ κόσμου καὶ αὐτῆς τῆς Τουρκίας ἐξωπλίσθησαν μὲ τὰ ὅπλα ταῦτα· εἶναι τοῦτο ἔκτακτος παρασκευὴ ἢ τακτικὴ ἀποδεικνύουσα τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν ἑνὸς ἀχρήστου ὁπλισμοῦ; διότι τί δύναται νὰ κάμῃ ὁ στρατὸς, ἐὰν ἀντὶ νὰ ἔχῃ ὅπλα, ὡς τὰ τοῦ ἀντιπάλου, ἔχῃ καλάμια; ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον καὶ καθῆκον καὶ τὸ καθῆκον εἶναι τακτικὴ τῆς ὑπηρεσίας ἐνέργεια, εἶναι τακτικὴ παρασκευή. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κύριε Κεχαγιᾶ καὶ Σωτηρόπουλε, σᾶς ἐρωτῶ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν; βεβαίως δὲν θέλετε ἀπαντήσει ναί, διότι δὲν ἔχετε σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ σταθῆτε. Κύριοι, μᾶς ἠφάνισαν κατὰ δυστυχίαν αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι παρασκευαὶ καὶ ὄχι μόνον ἔγειναν πρὸς ἀπάτην γενικὴν, ἀλλὰ μᾶς ἠφάνισαν καὶ χρηματικῶς· ὅταν παρηγγέλθησαν τὰ πλοῖα τὰ κατασκευαζόμενα ἐν Τεργέστῃ καὶ Λονδίνῳ, οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν πρέπει νὰ ἔχωμεν πλοῖα. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε πολὺ ὀρθῶς, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ ἐξωπλισμένους στόλους καὶ στρατοὺς, καὶ ἂν ἔχῃ φόβον πολέμου, ἐντὸς τριῶν μηνῶν πρέπει νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα· συνεπῶς μὲ ὅλα ταῦτα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ τακτικὸς ἐζήτησε νὰ ἐξοπλίσῃ ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων τακτικῶν στρατευμάτων εἴκοσι χιλιάδας ἄνδρας, ὁ δὲ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς ἐζήτησε τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν στρατοῦ ἀπὸ εἴκοσι χιλιάδας ἄνδρας δηλαδὴ 17,000, ἐζήτησε τακτικὴν δύναμιν, ἐζήτησε δὲ νὰ ἐξοπλίσῃ καὶ 20,000, διότι ἤθελε νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον· τρεῖς μῆνες μᾶς ἔλεγον λοιπὸν χρειάζονται διὰ νὰ κατασκευάσωμεν τὰ πλοῖα καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα μετὰ ταῦτα ἕτοιμοι· ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἂν καὶ ἐνθυμῆται ὅλα ταῦτα, ἔπρεπε βεβαίως νὰ εἴπῃ κάτι τι περὶ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀλλὰ πρὸς ἐξέλεγξιν ἐπέτυχεν ἓν σημεῖον ἀσφαλές. Ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπε χθὲς ὅτε ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν αὐτόν; διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς εἶπεν, ἢ τὸν ψηφίζετε ἢ θὰ ταπεινωθῶμεν, καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἓν μέρος τοῦ λόγου, τὰ δὲ ὑπόλοιπα μέρη τὰ ὁποῖα παρέστησαν εἰς βαθμὸν ὅλως ἀδύνατον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, ὁ κύριος Σωτηρόπουλος τὰ ἀπεσκέπασε, διότι εἶδεν ὅτι ἐστέκετο ἐπὶ τοῦ κεκλιμμένου ἐπιπέδου. Κύριοι, διὰ τρεῖς μῆνας παρηγγέλθησαν τὰ πλοῖα ἐκεῖνα ἵνα κατασκευασθῶσι καὶ σήμερον δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὅτι πλησιάζει τὸ ἔτος, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ἰδέαν νὰ πολεμήσωμεν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀληθῶς ἔκαμνε τὸ λάθος νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, συλλογισθῆτε τί ἠθέλαμεν πάθει· διότι τὸ ἓν πλοῖον ἐτινάχθη εἰς τὸν ἀέρα, ἅμα ἐξῆλθε τοῦ λιμένος, τὸ ἄλλο ἦτο διὰ τρία μίλια τὴν ὥραν, καὶ τὸ πλοῖον τῆς Τεργέστης κύριος οἶδεν ὑπὸ ποῖον σχέδιον κατασκευάζεται, ἡ ταχύτης μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐκπλεύσῃ, ἔκαμεν αἴφνης καὶ αὐτὸ τὸ πλοῖον ἀντὶ νὰ κάμῃ δεκατέσσαρα μίλια τὴν ὥραν, κάμνει μόλις τέσσαρα, καὶ τώρα εἶναι ποδαλγὸν, οὐδόλως κινεῖται. Μᾶς ἠφάνισαν λοιπὸν λέγω αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι παρασκευαὶ, διότι τὸ δάνειον ὁλόκληρον ἐξηντλήθη χωρὶς νὰ παραγάγῃ καμμίαν ἐθνικὴν ὠφέλειαν. Εἶσθε, λέγει, κύριοι, εἰς τὴν σειρὰν, μᾶς ἀκολουθεῖτε εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς. Ἀκούσατε τί ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη· ὄχι μόνον δάνεια καὶ φόρους καὶ πιστώσεις ἐκτάκτους ἐζήτησεν, ἀλλὰ καὶ νόμον ἔκαμε δυνάμει τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ ὁ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατός. Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ 1867 εἰς 31,300 ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας, καὶ ἡ μὲν τακτικὴ θέλει εἶσθαι 14,300, ἐξ ὧν δύω χιλιάδες ἐθελονταὶ πολῖται Ἕλληνες, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι μᾶς ἐζήτησαν 31,000 στρατὸν τῆς γραμμῆς, 14,000 ἐξ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι μόνιμος, καὶ 17,000 ἔκτακτος· καὶ δὲν ἠρκέσθησαν νὰ λάβωσι τούτους, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς ἔπρεπεν ὅποιον ἐπρόφθαναν ἀπὸ τοὺς δρόμους νὰ τὸν κατατάξωσιν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, ὅπως οἱ τοιοῦτοι ἐκπορθήσωσι τίς οἶδε; τὴν Βιέννην. Μὴ λησμονῆτε τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ νόμου, διότι ἀληθῶς κατὰ τὴν ἰδέαν σας ἐλάλησαν περὶ τῶν περιφήμων ταγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐσιώπησεν, καὶ τὰ ὁποῖα ηὔξησαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἰδίαν μὲ ὑμᾶς σειράν; ζητοῦμεν ἐξ ὑμῶν 31,000 ἀνδρῶν; Ἕτερον, κύριοι· ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1867 εἰς 2,000 ὑπαξιωματικοὺς κτλ. καὶ οὗτος ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ δι’ ἐθελοντῶν, ἔπρεπε καὶ διὰ θαλάσσης νὰ παρασκευασθῶμεν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τίποτε δὲν εἴχαμεν, οὔτε τὰ ἀτμόπλοια τὰ ὁποῖα παρηγγέλθησαν, ἀλλ’ ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ζητήσῃ πιστώσεις, ὅπως ἐξοπλίσῃ καὶ τὰ πληρώματα, καὶ ἐξ αὐτῶν ἄλλα μὲν ἐτινάχθησαν εἰς τὸν ἀέρα, ἄλλα δὲ ἴσως δὲν ὑπάρχουν ἀκόμη. Κύριοι, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 νομίζω ὅτι εἶπεν ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν τὰ 13,000,000, δὲν ἔχω ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀλλὰ πιστεύω.
§31ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα 13.
§32ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν, κύριοι, ὑπεβλήθη ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς τὸν ἐπολεμήσαμεν, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀγοράσωμεν ἀκριβὰ, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι διὰ μὲν τὸ ἐσωτερικὸν ἦτο μία ἀπάτη, διὰ δὲ τὸ ἐξωτερικὸν μία ἀποσύνθεσις· καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀκόμη ἐζήτουν τότε ὅπως τὸ ⅓ τοῦ δανείου ἐξοδεύεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὰ δὲ ⅔ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Τότε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνέβην τὸ βῆμα καὶ εἶπα, μὴ ψηφίσητε αὐτὸν τὸν νόμον, ὡς ἔχει, διότι ἐὰν ἐξ αὐτοῦ πραγματοποιηθῇ τὸ ⅓, θέλουν τὸ δαπανήσει εἰς ἀνάγκας τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, καὶ προσετέθη ἡ λέξις «τὸ ἑκάστοτε πραγματοποιούμενον», ὅπως ἐξοδευθοῦν τοὐλάχιστον τὰ ⅔ δι’ ἐξοπλισμὸν τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ οὗ θὰ ληφθῇ.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 13,000,000 δὲν ἐπραγματοποιήθησαν· ἑπτὰ μόνον διέθεσε, τὰ δὲ ἓξ τὰ διέθεσε τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον. Μὴ λέγωμεν 13 ἑκατομμύρια.
§34ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί λέγει ὁ νόμος δὲν γνωρίζω· ἂς ἀπαντήσουν οἱ ὑπουργοί.— Κύριοι, παρατηρήσατε, ὅτι ὅ τε κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦλθον καὶ ἐπέπεσαν κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως νὰ τὴν ἐλέγξωσιν ὡς σπάταλον καὶ ὡς ὑποκύψασαν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ μάθητε ἀκόμη καὶ πῶς τὸ ἐπεκαλέσθησαν τὸ σύστημα τῶν αὐθυπάρκτων λόχων. Ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησε νὰ σχηματίσῃ, καθὼς προεῖπα, τὸν στρατόν της ἀπὸ 14,000, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, δὲν ἐδίστασε διὰ διατάγματος νὰ σχηματίσῃ τὰ 4 ἐκεῖνα τάγματα. Ἀκούσατε τί ἐπάθαμεν δι’ ἐκείνων τῶν ταγμάτων, καὶ τί ἴσως πρόκειται ἀκόμη νὰ πάθωμεν. Τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσθησαν τὰ 4 ἐκεῖνα τάγματα, ἐξεδόθη τὴν 19 Φεβρουαρίου 1867. Ὅτε λοιπὸν οἱ κύριοι ἦλθον καὶ μᾶς ἐζήτουν νὰ σχηματίσουν αὐτὰ τὰ 4 τάγματα, ἀντεστάθην, διότι ὅστις δὲν γνωρίζει ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῶν ἐθελοντῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς τάξεις, ἐκεῖνος μόνον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ· καὶ ἡμεῖς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὡς ἐκ τῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν διηνύσαμεν ἐν τῷ στρατῷ, τὰ περιστατικὰ αὐτὰ, ἀντέστημεν· ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τότε ὑπηγόρευον αὐτὸ τὸ μέτρον κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν κυβερνώντων. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν, ἀφοῦ εἴδομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προσβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐζητήσαμεν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ κυβέρνησις, ἂν τὰ τάγματα ταῦτα θέλουν ὑπάρξει εἰς τὸν στρατὸν, ὅπως αἱ ἀνάγκαι ὑπαγορεύουν, καὶ ὄχι μόνον τὸ διαβεβαιοῖ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ διατάγματος ἔθεσε διάταξιν τοιαύτην· «πάντες οἱ ἐν τῷ στρατῷ ἰσχύοντες νόμοι καὶ κανονισμοὶ ἰσχύουσι καὶ διὰ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων κτλ.». Ποῖος ὅμως ἦτον ὁ σκοπὸς τῶν 4 ταγμάτων; ἀκούσατε. «Σχηματίζονται 4 αὐθύπαρκτα τάγματα εὐζώνων, ἀπαρτίζοντα μέρος τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὡρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μεθορίων καὶ συνδρομὴν τῆς χωροφυλακῆς». Ἐξεδόθη λοιπὸν τὸ ἀναγκαῖον διάταγμα, καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς πίστωσιν, ἠγοράσθησαν τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα· καὶ ποῖα ὅπλα; δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὅπλα ἄχρηστα. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ μὲ τοῦτο τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι κατόπιν θέλω σᾶς λαλήσει περὶ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ ἐν Ἑλλάδι, καὶ θέλω σᾶς δείξει πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ προμήθεια διὰ νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὸ ἔθνος. Λοιπὸν, κύριοι, τὰ τάγματα ταῦτα ἐσχηματίσθησαν ὅπως πολεμήσωσι τὴν ληστείαν· ποίαν; ἐκείνην ἣν ἡ ἀγυρτικὴ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐγέννησεν. Ὅσοι ἀνήκετε εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν δὲν πιστεύω κανεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἐλησμόνησε τὰς οἰμωγὰς τῶν τότε ἀντιπροσώπων τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς ἦλθον καὶ σᾶς εἶπον, ἂν καὶ ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τῆς τότε συμπολιτεύσεως, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος εἶχον πληρώσει εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν 700,000 δραχμὰς λύτρα.
§35ΒΑΛΑΤΣΟΣ. Ἓν ἑκατομμύριον.
§36ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκούετε; ἓν ἑκατομμύριον, λέγουν οἱ νῦν ἀντιπρόσωποι· οἱ ἄλλοι πέρυσιν ἔλεγον 700,000. Ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια Φθιώτιδος, μὴ δυνάμενα πλέον νὰ ὑποφέρωσι τὴν φοβερὰν ἐκείνην βάσανον ἐκ τῶν λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι διήρχοντο τὰς πόλεις μετὰ τῶν σημαιῶν αὐτῶν καὶ ἔτρωγον καὶ ἔπινον μετὰ τῶν ὑπαλλήλων, γενικῶν γραμματέων καὶ ἀξιωματικῶν τῆς δημοσίας δυνάμεως, μὴ δυνάμενα νὰ ὑποφέρωσιν, ἔκαμαν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, καὶ ὅμως ἐλθοῦσα ἡ κυβέρνησις διὰ διατάγματος τὰ διέλυσεν, ὁ δὲ λαὸς τὰ ἐξέλεξε πάλιν ὀπίσω. Ἐπλημμύρησε, κύριοι, ὁ τόπος ἐκεῖνος ἀπὸ λῃστάς· καὶ ἠξεύρετε εἰς τὰς κοινωνίας, τὰς ἀρτισυστάτους μάλιστα, πόσην ἐπιῤῥοὴν ἔχουν τοιούτων κακῶν συνδρομαὶ, διδόμεναι ἀπὸ μίαν κυβέρνησιν; πιστεύετε καὶ ἐννοεῖτε τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταλάβῃ ἅπασαν τὴν κοινωνίαν μιᾶς ἐπαρχίας, ὅταν βλέπῃ ὅτι λῃστὴς εἶναι ἄνθρωπος μεταξὺ κομμάτων, ἔχει σημαίαν, καὶ μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κυβερνήσεως βαπτίζει, ἔρχεται εἰς γάμον, λαμβάνει λύτρα καὶ ζῇ ὡς ἄλλος κατακτητής. Καὶ ἠξεύρετε μέχρι ποῦ προέβη ἡ λῃστεία ἐκεῖ; νὰ καλέσῃ καὶ ἀντιπροσώπους εἰς γεύματα, τὸν Ἀποστολίδην καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τὸν Μανωλίδην. Τοιοῦτον ὑπῆρχε τὸ κράτος καὶ τελευταῖον τὰ ἀποτελέσματα....
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκείνους, ποῦ ἐπῆγαν εἰς τὴν Κρήτην λέγετε;
§38ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκείνους, ποῦ ἐστείλατε. — Τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ψευδοῦς ἐκείνης ἐπαναστάσεως, μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ μᾶς σπρώξουν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ πέρατα τῆς αὐτοκρατορίας, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ποίας. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, ἡ λῃστεία ἐκεῖ εἶχε φθάσει εἰς τοιαύτην ἀκμὴν, ἐσυστήθησαν τὰ τάγματα διὰ νὰ τὴν καταδιώξουν, ἀλλὰ τάγματα κακῶς συντεταγμένα δὲν εἶναι τάγματα. Νομίζετε, ὅτι ἂν τοιαῦτα ἔχετε τάγματα, πιστεύετε ὅτι ἔχετε τάγματα διὰ τὸν πόλεμον καὶ μάλιστα εἰς τὰ ὄρη ἐκεῖνα, ὅπου πέντε μόνον ἄνθρωποι ἀντετάττοντο ἐναντίον τῆς Τουρκικῆς δυναστείας; ἔπρεπε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ εὕρῃ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ἔπρεπε νὰ στρατολογηθῶσιν εἰδικοὶ διὰ τὴν λῃστείαν ἄνθρωποι, ὅπως τὴν καταδιώξουν. Σᾶς ἐρωτῶ σήμερον τὰ ἀποτελέσματα ἐν Καρπενησίῳ, ἐν Ἀγρινίῳ εἶναι τὰ αὐτὰ, ὁποῖα καὶ τότε; Ἔχετε σήμερον τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ διὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐξώδευσε τόσα χρήματα, εἰς ὅσα ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία δὲν ἤθελε φθάσει;
§39ΘΡ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. ....... (θόρυβος).
§40ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ζαΐμη· θέλω σᾶς εἴπει πῶς προέρχονται τὰ ἔξοδα καὶ ἂν σήμερον ἠμπορεῖς νὰ διορθώσῃς ὅσα εἶναι ἀδιόρθωτα (θόρυβος). Δὲν φοβοῦμαι ἐγὼ ἀπὸ διακοπάς, θέλω νὰ ἀναπνεύσω ὀλίγον. — Κύριοι, σᾶς εἶπον πρότερον ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη μᾶς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ πληρώσῃ τὰ τάγματα ἐκεῖνα κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι μόνον τὸ ὑπεσχέθη ἀπ’ ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος τὸ ὥρισε. Μᾶς ἠπάτησε, κύριοι, οἰκτρῶς καὶ ἔφερε τὴν πίστωσιν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία διέφυγε τὴν προσοχήν μας, καὶ ἐψηφίσθη ἐναντίον τῶν νόμων παράνομος καὶ ὑπερβολικὴ μισθοδοσία. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν σᾶς ἀνέφερε τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἀμέσως δὲν δύνασαι νὰ ὑποχρεώσῃς τινὰ νὰ μεταβάλῃ μισθοδοσίας, αἱ ὁποῖαι ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ἐπεφυλάχθημεν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ηὔξησε, λέγει, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ταγμάτων, κύριοι, ἐσχηματίσθησαν καὶ λόχοι ἱππικοῦ καὶ λόχοι σκαπανέων. Κατηγορεῖτε τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ, κύριε Σωτηρόπουλε, ἂν ἐνθυμῆσθε, ἐλέγχεσθε σεῖς, οἵτινες ὑπεστηρίξατε τὰς πράξεις αὐτὰς διὰ τῆς ψήφου σας καὶ τοῦ λόγου σας. — Οὐδὲ ἔπρεπε, κύριοι, νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐδὲ πρέπει νὰ εἰσέλθω, διότι ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μίαν ἐκτενῆ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, νὰ ἀποδείξῃ διὰ ποίους λόγους ἐπρότεινε τὰς προσθαφαιρέσεις, τὰς ὁποίας προτείνει· διότι, κύριοι, αἱ περισσότεραι τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι διάφοροι, τὰς ὁποίας ὑποθετικῶς ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν. Δὲν ἦτο λοιπὸν ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι εἰς πολλὰ μέρη ἐπεφυλάχθημεν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, καὶ ὡς παράδειγμα ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 40,000 δραχμὰς πίστωσιν διὰ τὸ ἱππικὸν, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν ὄχι νὰ μὴ δοθῇ, διότι πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ στρατῶνος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου· ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ αὐξήσῃ ἡ τροφὴ τῶν ἀνδρῶν κατὰ 6 λεπτὰ, νομίζω, ἐπρομηθεύθη 300 τόσους ἵππους, καὶ, κύριοι, αἱ τροφαὶ τόσον τῶν ἀνδρῶν, καθὼς καὶ τῶν ἵππων, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἐπιφέρωσιν αὔξησιν ἐξόδων! Ἰδοὺ μία ἄλλη αὔξησις, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲ λέξιν ἀνέφερον, καὶ ὅμως ηὔξησε λέγουν ὁ προϋπολογισμός· δύνανται λοιπὸν οἱ ἄνδρες καὶ οἱ ἵπποι νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης; Ἄλλο· ζητεῖ 75,000 διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ὑλικοῦ, ἡμεῖς εἴπομεν, ἂς ζητήσῃ 75,000 πίστωσιν, ἂν ὑπερετιμήθη τὸ ὑλικόν. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς αἱ διαφοραὶ εἶναι ὑποθετικαὶ, ἀλλ’ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος λίαν ἐπιτήδειος ἔκαμεν ἕνα ὁρμαθὸν ἀριθμῶν τοὺς ἥνωσε καὶ τοὺς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον, ὅπως ταράξῃ τὰ πνεύματα. Κατὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος χθὲς ἔδειξε μεγάλην δεινότητα. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἄλλα ἔξοδα ἀκόμη ἀναπόφευκτα ἐψηφίσθησαν διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται οὐδεμία κυβέρνησις νὰ ἐμποδίσῃ. Τὸν νόμον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς φάλαγγος τὸν ἔφερεν ἡ κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου, τὸν ἐπολέμησεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς· ἀλλὰ κατόπιν τὰ ἐσυμβίβασαν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸν νόμον αὐτόν.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τί τὸν κατηγορεῖς;
§42ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὺ τὸν ἐπολέμησας, ἐγὼ τὸν ὑπερασπίσθην, διότι τὸν ἐνόμισα ἔργον δικαιοσύνης, οὐχ ἧττον ἔφερεν αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ της ἀπέδειξεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι καὶ ἐντὸς τῶν ἀρχῶν της ἔμεινε, καὶ οὐδεμίαν ἔκτακτον παρασκευὴν ἔκαμε, καὶ ἀκόμη καὶ παρουσίασεν ἕνα προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς θέλετε νὰ παραστήσητε ἐξωγκωμένον· τὸν κατήρτισαν δὲ τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγκαίως αἱ πράξεις σας, καὶ σεῖς εἶσθε ἔνοχοι, ἂν ᾖναι καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐξωγκωμένος. Καὶ ἰδοὺ διὰ τί· διὰ πρώτην φορὰν ἀνεγράφησαν τὰ ἑξῆς κονδύλια· διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια 800,000. Δύναται ἡ σημερινὴ κυβέρνησις νὰ ἀπαλείψῃ τὸ κονδύλιον τοῦτο ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀφοῦ ἐκλείσθησαν αἱ συμβάσεις μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ 1824; Διὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἔκλεισε μετὰ τῶν κληρονόμων τοῦ Ὄθωνος, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐδήμευσε μὲν τὴν τότε περιουσίαν τοῦ Ὄθωνος, ἀλλὰ διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐπεφυλάχθη νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ· ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ ἦτον ἀναπόφευκτος. Διὰ τὸ δάνειον τῶν 6,000,000 ἀνεγράφησαν 110,000. Διὰ τὸ δάνειον τῶν 28,000,000 853,500. Εἴμεθα ἡμεῖς ἔνοχοι, ἂν ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρόνωμεν τόκους; ἔπρεπε νὰ χρεωκοπήσωμεν; ἔγεινεν ἄλλοτε ἡ ἀναγραφὴ αὕτη; ἄρα εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ σεῖς τὴν ἐπροκαλέσατε. Διὰ συντάξεις 67,000 δραχμαὶ, εἶναι αἱ συντάξεις τῶν Γερουσιαστῶν κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγραφῇ καὶ ἐξογκώσῃ τὸν προϋπολογισμόν; Ὑπάρχει, κύριοι, αὔξησις 400,000 διὰ πληρώματα τῶν πλοίων, ἀλλὰ σεῖς τὰ κατετάξατε αὐτὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ διαλύσωμεν· καὶ ἂν ἀκόμη πληρώνωμεν 350,000 διὰ τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸν Πειραιᾶ, ποῖοι προὐκάλεσαν τὰς δαπάνας ταύτας ἡμεῖς ἢ σεῖς; Ἀποδίδονται 425,000 διὰ τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιίας, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν διὰ τοῦ δημοσίου. Εἶναι τοῦτο, κύριοι, ἐξόγκωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἂν ἐξαιρέσητε λοιπὸν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, θέλετε ἴδει ὅτι ὁ ὑπολογισμός σας ἀναστρέφεται, τὸ ἀποτέλεσμα ἀντιστρέφεται, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868 φέρεται οἰκονομικώτερος τοῦ 1867. Εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν αὐτή; οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι αὐτοί; Βέβαια· ἀλλ’ ὄχι διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐξεκούφανον τὰ ὦτα τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπετέθησαν οἱ κύριοι Εὐθύμιος Κεχαγιᾶς καὶ Σωτήρ. Σωτηρόπουλος. Εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ἐπαπειλούμεθα ἀπὸ φοβερὸν ἔλλειμμα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἴσως 12,000,000 δραχμ. Ἀλλὰ πόθεν προέρχεται; ἀπὸ τὸ καθῆκον πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῖος ἐπολέμησεν αὐτό;
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, πόθεν πηγάζει τὸ ἔλλειμμα, οὐχὶ ἀπὸ ἐκτάκτους προπαρασκευάς· αἱ ἔκτακτοι προπαρασκευαὶ τῆς πρώην κυβερνήσεως εἶναι 60,000,000 καὶ αἱ τακτικαὶ τῆς σημερινῆς εἶναι 30,000,000. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε πολὺ καλὰ, ἔχομεν τὸ φοβερὸν ἔλλειμμα, ἀλλὰ πόθεν θὰ τὸ πληρώσωμεν; Τὸ δάνειον ἐστείρευσε, φόρους νέους δὲν δυνάμεθα νὰ βάλωμεν. Οὔτε τὸ δάνειον δὲν ἠξεύρω ἂν ἐστείρευσεν ἢ θὰ εὑρεθῇ τρόπος. Ἂν δὲν ἐῤῥίπτετε τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὸν ἀέρα, τώρα δὲν θὰ ἤμεθα εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔῤῥιψεν εἰς ἐμὲ παρήγορον ἰδέαν, παρέστησεν ὅτι ὁ φόβος αὐτὸς ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει, καὶ παρέστησε περίσσευμα καὶ θετικὸν μάλιστα· ἐξ αὐτῆς τῆς πηγῆς θὰ ἀντλήσωμεν δυνάμεις ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύουν ἱερὰ χρέη. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ σπατάλη, ἡ ἐξομοίωσις ἡμῶν μὲ ὑμᾶς; προσθέσατε τὰ 13,000,000 τῆς ἐκτάκτου προπαρασκευῆς τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως καὶ ἔχετε ἀποτέλεσμα 59,000,000. Ἁπλῆς ἀριθμητικῆς ἔχετε ἀνάγκην, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι βέβαιον. Ὑποστηρίζομεν λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν, διότι παρεξετράπη ἀπὸ τὸ πρόγραμμά μας, ἀπὸ τὰς ἀρχάς μας; Ὄχι, ἐντὸς τῶν ἀρχῶν μας πορεύεται, διὰ τοῦτο τὴν ὑποστηρίζομεν. Οὐδόλως θαυμάζω, ἂν ὑπερασπίζωνται τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης· ἔχουν καθῆκον καὶ αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι φίλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς αὐτὴν τὴν μερίδα, αὐτὴν τὴν θέσιν ἐξέλεξαν, αὐτὴν κατέχουν τὴν σήμερον, τοὺς ἐπαινῶ. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς κατέχομεν τὴν θέσιν μας καὶ ὑποστηρίζομεν τὸ πρόγραμμά μας, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν θέσιν αὐτὴν· ἂν ἄλλοι τὴν ἐγκατέλειψαν, ἕκαστος ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις ἀκόμη θέλω προσθέσει, διότι ἐξ ἀρχῆς τῆς συνόδου δὲν ἠθέλησα νὰ λαλήσω περὶ μερικῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πλαγίως πολλάκις καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον ἤγγισαν. Ἐνόμισα καθῆκον, ὅτι ἔπρεπε νὰ σιωπήσω διὰ τὴν ἀνοχὴν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δεικνύῃ ἡ ἐπικρατήσασα μερὶς πρὸς τὴν μὴ ἐπικρατήσασαν, ἀλλὰ σήμερον δὲν θέλω σιωπήσει· ἀπειράκις ἐλθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκηρύξατε ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἔκαμε φοβερὰς ἐπεμβάσεις καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἶπεν, ἰδοὺ οἱ φίλοι σας σᾶς ἐγκατέλειψαν, ἦλθον μὲ ἡμᾶς.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς τὸ εἶπε.
§47ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§48ΣΤΑΪΚΟΣ. .... (θόρυβος).
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατε, κύριε Στάϊκε, νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§50ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς περιφρονοῦμεν τὰς ἀπειλὰς πάντοτε, βέβαια.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡσυχάσατε· ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἄλλοτε σᾶς ἐπροκάλεσε, νομίζω, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, νὰ μᾶς εἴπητε, εἰς ποίαν ἐπαρχίαν ἔχετε νὰ ἀναφέρητε ἐπεμβάσεις, καὶ ἐγὼ, κύριοι, σᾶς προκαλῶ νὰ εἴπητε, ποῖοι εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως.
§52ΖΕΡΒΟΣ. Ὅλοι ἀπὸ τὴν Σῦρον. (θόρυβος).
§53ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κάποιος εἶπε τῆς Σύρου, παρακαλῶ, τίς εἶναι αὐτός; (θόρυβος)
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατε, κύριε Γλαράκη. (θόρυβος) Ὁ πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα.
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εὐχαριστῶ, κύριοι, διὰ τὰς μικρὰς διακοπὰς, διότι ἐγὼ ἀναπνέω. Κύριοι, προκαλῶ τὸν κ. Ζαΐμην μὲ τὸν ὁποῖον συνηγωνίσθην νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν εἰς τὰ Καλάβρυτα ἡ κυβέρνησις ἔκαμεν ἐπέμβασιν ὑπὲρ ἡμῶν.
§56ΖΑΪΜΗΣ. Τὰ εἴπατε, καὶ τὰ εἴπαμεν.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκαλῶ τὸν κ. Πετσάλην.
§58ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃς τὴν τόλμην αὐτὴν, (θόρυβος), ἔπρεπε νὰ ἦσαι σὺ διὰ νὰ ἀπευθύνῃς τὴν ἐρώτησιν εἰς ἐμὲ, ἀφοῦ ἠξεύρεις πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης μὲ ἐπολέμησε μὲ ὅλα τὰ μέσα.
§59ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ψεύματα· εἶσαι φαῦλος.
§60Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐσὺ εἶσαι φαῦλος.
§61ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶσαι ἀγύρτης. (θόρυβος μέγας καὶ διαπληκτισμοὶ).
§62ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ἀπευθυνόμενος πρὸ τὸν ῥήτορα) ἐσὺ ὁ ὁποῖος κἀμμίαν ἀλήθειαν δὲν ἀναγνωρίζεις.....
§63ΔΑΓΡΕΣ. Κ. πρόεδρε, ὁ κύριος Βουδούρης αὐθαδῶς ὑβρίζει, (θόρυβος) (ὁ κύριος πρόεδρος κρούει διαρκῶς τὸν κώδωνα). Πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμὸν, ἢ νὰ ἀνακληθοῦν αἱ ὕβρεις αἱ κατὰ τοῦ κ. Πετσάλη, ἢ ἄλλως νὰ φέρουν μίαν ἀπόφασιν ὅτι ἔχουν μερικοὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζουν (θόρυβος).
§64ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Δὲν συγχωροῦμεν εἰς κἀνένα νὰ ἀπειλήσῃ ἐδῶ μέσα.
§65ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν συγχωροῦμεν αὐθαδῶς καὶ ἀναγώγως νὰ ὑβρίζωνται οἱ βουλευταί.
§66ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σεῖς ὑβρίζετε.
§67ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμόν. Καπηλεῖον εἶναι ἐδῶ μέσα;
§68ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Αἱ ἐκτὸς τῆς σειρᾶς τοῦ λόγου φράσεις ὀνομάζονται γραμματικῶς «μεταξυλογία.»
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Πετιμεζᾶ.
§70ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε πρόεδρε, νὰ εἴπητε ὁρίστε· ὑπάρχει κανονισμὸς, ὅστις ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παρεκτραπῇ τις, νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, εἰ δὲ ἄλλως θὰ προκαλέσητε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Πετσάλης ὠργίσθη, ὅστις εἶναι ἄνθρωπος τοῦ λόγου καὶ τῶν συζητήσεων.... (θόρυβος) τοῦτο ἐπίστευα ὅτι δὲν εἶναι μία προσβολὴ καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἠρώτησα καὶ μὲ εἴπατε, ἐὰν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔγεινεν ἐπέμβασις.
§72Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε ἂν ἔγειναν ἐπεμβάσεις ἢ ὄχι;
§73Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τοῦτο σᾶς προκαλῶ νὰ μὲ εἴπητε (θόρυβος)· οὐδόλως, κύριοι, εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο· αὐτὴ ἡ πρᾶξις εἶναι κυβερνητικὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ λαλήσω ὡς βουλευτὴς καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ μοὶ τὸ ἀρνηθῇ· ὅταν σεῖς λέγετε, ὅτι ἔγεινεν αὐτὸ καὶ αὐτὸ, δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν δὲν ἔγεινε; κύριοι, ἐννοῶ ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἔβλεπον καὶ δὲν ἤκουον ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ, δὲν ἤθελον κάμει λόγον, ἀλλὰ ὅταν ἤδη παρουσιάσθησαν ἐκεῖ καὶ ὡμολόγησαν, τοῦτο ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶ;
§74Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα εἰς τὴν ἐπιτροπήν....
§75Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κύριον Πετσάλην, ἀλλὰ διὰ τοῦτο, διότι εἶπεν ἔγειναν ἐπεμβάσεις· ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀρχὰς, οὐχὶ δὲ ἀπὸ τὴν Στρατιωτικήν.
§76Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα.
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί λοιπὸν δὲν μὲ ἐπεριμείνατε μέχρι τέλους νὰ μὲ ἀκούσητε; Εἶχα λοιπὸν δίκαιον. Καὶ λοιπὸν, κύριοι, ἠκούσατε τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετσάλη καὶ στηριζόμενος εἰς αὐτὴν, ὅτι ἡ Στρατιωτικὴ δύναμις δὲν ἐπενέβη, σᾶς ἐρωτῶ ποῦ συνίσταται ἡ ἐπέμβασις· ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν Στρατιωτικὴν οὐδεμία ἄλλη ἐπέμβασις, ἐὰν ἀφαιρέσητε αὐτὴν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ διὰ τῶν κομμάτων.
§78ΤΙΝΕΣ. Διὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν.
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἀρχῶν μέχρι σήμερον εἶναι τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως· δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι πᾶσα κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ τὸ προσωπικὸν τῆς ἐμπιστοσύνης της, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων. Τὴν ἀρχὴν ταύτην τὴν παραδέχονται πάντες καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ μία κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης της. Λοιπὸν, ὅπου δὲν ὑπάρχει Στρατιωτικὴ, οὐδεμία ὑπάρχει ἐπέμβασις, διότι ὅσον θέλετε καὶ ἂν διατείνεσθε τὸ ἐναντίον, ὁ ἔπαρχος, ὅστις θὰ διορισθῇ εἰς ἓν μέρος ὄχι ψηφοφόρους δὲν θέλει ἀφαιρέσει, ἀλλὰ οὐδὲ νερόν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐπέμβασις ἀρχῶν δὲν ἔγεινε· ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις εἶχε διορίσει τοὺς φίλους της, ὅταν ἦλθεν ἡ ἐνεστῶσα ἠθέλατε νὰ μὴ διορίσῃ κανένα; πρέπει νὰ ᾖναι μωρὰ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἥτις καλεῖται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους καὶ δὲν ζητεῖ νὰ διορίσῃ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ποῦ λοιπὸν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ ἐπέμβασις; ναὶ, τὸ ὁμολογῶ· ὑπῆρξεν ἐπέμβασις τῶν κομμάτων, κύριοι, ἔγεινε παρεκτροπὴ φέρ’ εἰπεῖν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, εἰς δύω διαφόρους δήμους, ἀλλὰ πόσαι τοιαῦται δὲν συνέβησαν κατὰ τὸ 1865 (θόρυβος) ἐπὶ ἄρχοντος Κουμουνδούρου;
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν συκοφαντεῖτε· οὕτως ἐδιοίκησεν ὁ Κουμουνδοῦρος;
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπεκυρώσατε μίαν ἐκλογὴν καὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· ποῦ λοιπὸν ἔγεινεν ἐπέμβασις; ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Πικουλάκης νὰ εἴπῃ ἐὰν διὰ παρανομιῶν ἔγεινε βουλευτής.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχεν οὐδεὶς εἰσιτήριον.
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ εἰσιτήριον ὅτι δὲν τὸ ἔλαβε κανεὶς δὲν εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἡ προηγουμένη πολιτικὴ διὰ τὴν ὁποίαν ἐλέχθησαν τοσαῦτα, καὶ ἡ σημερινὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη τὸ ἔθνος, ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τοῦ φαινομένου τούτου καὶ σᾶς τὸ εἶπεν καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος λέγει δὲν ἐδίστασε τὸ ἔθνος νὰ σᾶς πιστεύσῃ.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων.
§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω διὰ τὴν διάφορον πολιτικήν. Μετὰ τὴν διάλυσιν λοιπὸν ἐκείνην τὸ ἔθνος ἠθέλησε νὰ ἀλλάξῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἤλλαξε κατὰ τὰ ¾ καὶ ὡς ἐκ τούτου ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἶναι τῆς ἐκλογῆς του, καὶ ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι κανεὶς ὁ ὁποῖος ἠξεύρει ὅτι εἶναι προϊὸν μιᾶς ἐκλογικῆς ἐπεμβάσεως καὶ δὲν τὸ λέγει, καὶ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ τὸ εἴπῃ οὐδεὶς, διότι εἶμαι βέβαιος πῶς αὐτὸ δὲν ἔγεινε, καὶ ἐὰν τοιοῦτό τι ἔγεινεν, καὶ ἐὰν ἡ παροῦσα κυβέρνησις ὑπέδειξε τοὺς βουλευτὰς διατὶ ἤθελε νὰ τοὺς ἐγκαταλείψῃ; ἄλλως, κύριοι, τὰ ὀλίγα ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω διὰ νὰ μάθῃ τὸ κοινόν.
§86ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§87Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν τὸ ἠξεύρῃς, καλά. Διὰ νὰ μάθῃ τὸ κοινὸν μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν τὸ ψεῦδος καὶ ἡ συκοφαντία ἠθέλησε νὰ τὴν καλύψῃ. Αὐτὰ λοιπὸν εἶχα νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς δύο ἰδέας τῆς πολιτικῆς, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868, τὸν ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας διὰ νὰ ψηφίσητε, καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ 1868, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις διὰ τῆς ὑπογραφῆς της ἔφερεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐζήτησεν 60 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἐζήτησε παρὰ ἕνα προϋπολογισμὸν διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας, καὶ τίποτε περιπλέον, καὶ διὰ τὰς τυχὸν παρουσιασθησομένας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντικρούσῃ, οὐδεὶς ὅστις ἐχεφρονεῖ· εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὸ πλέον καθαρὸν σημεῖον. Κύριοι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔχουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ ἐγὼ σήμερον τὸν πόλεμον κατὰ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα εἶχε μίαν πολιτικὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπροκάλεσε καὶ δάνεια καὶ αὔξησιν τῶν φόρων, ἀλλὰ ἡμεῖς ἔχομεν τώρα ἀνάγκην νὰ μάθωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν γνῶσιν ποία εἶναι ἡ πολιτική σας, ποίαν ἐκ τῶν δύο παραδέχεσθε, τὴν πολιτικὴν τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, ἢ τὴν ἑτέραν, ἢ ἄλλην τινὰ τρίτην, διότι τὰ ἔθνη δὲν κυβερνῶνται ἄνευ πολιτικῆς ἰδέας καὶ πολιτικοῦ σκοποῦ. Τὰ ἔθνη ἔχουν συμφέροντα καὶ ἐσωτερικὰ καὶ πολιτικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἕκαστος εὔκολον νὰ εἰσδύσῃ. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν κονδυλίων ἐν γένει αὐτοῦ. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἐκθέσεων τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας ἑκάστου ἐγγράφου, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἀνέσει ὅλα ταῦτα καὶ τὰς διαφόρους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· λοιπὸν ἐκεῖ, κύριοι, θέλετε εὕρει ὅλον αὐτὸν τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος καὶ ἐκεῖ θέλετε πολεμήσει ἐκ τοῦ συστάδην ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἀριθμοὺς, διότι πῶς θέλετε τώρα ἐν τῷ μέσῳ 1000 ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν 1000 ἰδέας, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι σαφεῖς, καὶ προσφέρω ἀποδείξεις τῶν λόγων μου; Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος χθὲς, ὅτι τόσοι γαιάνθρακες ὑπῆρχον εἰς τὸν Πόρον καὶ ὅτι τόσοι χρειάζονται· ἀλλ’ ἠξεύρετε ποῖος τοὺς ἐπρομήθευσεν; ἡμεῖς, ἡ κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου, ἢ τοῦ Μωραϊτίνη; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν τὸ γνωρίζουν· ὁ κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ὑπάρχουν, ποῖος ὅμως τοὺς ἐπρομήθευσε δὲν σᾶς εἶπε· νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγὼ, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὸ ἤξευρε καὶ δὲν σᾶς τὸ εἶπεν· ἡ κυβέρνησις ἔχουσα ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ἑταιρίας τινὸς, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παραχωρῇ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς συνδρομῆς γαιάνθρακας. — Ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Μωραϊτίνη, δὲν ἠξεύρω πως ἐσυμφώνησαν μὲ τὴν ἑταιρίαν καὶ παρεδέχθησαν 1700 τόνους γαιανθράκων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο τόσος λόγος· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἠρνήθη νὰ παραδεχθῇ τοὺς γαιάνθρακας αὐτοὺς, διατί; διότι ἐζήτησε καὶ ἐπληρώθη 75 δραχμὰς δι’ ἕκαστον τόνον, δηλαδὴ ἐδέχθη νὰ πληρωθῇ 75 δραχμὰς δι’ ἕκαστον τόνον, ἐν ᾧ ἕκαστος τόνος τὸ πολὺ ἔχει 45 δραχμὰς, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας μᾶς τὰς ἔδωκεν αὐτὸς ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ παρουσίᾳ ἐμοῦ τε καὶ τῶν διαφόρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ὅταν ὁ κ. Π.... .... ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὰς τὰς πληροφορίας, καὶ τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ποῖος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν συμφωνίαν, τὸ νὰ μὴ ὀφείλῃ νὰ παραιτήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοὺς γαιάνθρακας, καὶ τοὺς ἔστειλαν εἰς τὸν Πόρον, σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει ἂν ἐκλείσθη ἢ ὄχι ἡ συμφωνία.....
§89Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν ἐδέχθη, καὶ ἐπρότεινε νὰ πληρωθῇ 75 δραχμὰς δι’ ἕκαστον τόνον, ἐνῷ εἶχον 45, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν τοὺς ἐδέχθη. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι σᾶς ἀνέφερα τὸ παράδειγμα τῶν γαιανθράκων, ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν σᾶς ἀνέφερε καὶ τοὺς λόγους· διὰ τοῦτο εἶχα δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι περιεπλέξατε τοὺς ἀριθμοὺς, ἐσαστίσατε τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀκροωμένους. Διὰ τοῦτο μετὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου θέλω συναγωνισθῆ· ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, δὲν ἔχουν μέρος εἰς αὐτὴν τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσω νὰ εἴπω περὶ αὐτῶν εἰς τὰ καθέκαστα.
§90Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.............
§91ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§92ΤΙΝΕΣ. Αὔριον ἠμπορεῖς νὰ ὁμιλήσῃς ἐπ’ αὐτοῦ, διότι σήμερον ἔχουν ἄλλοι τὸν λόγον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§94ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὁσάκις προσβάλλεταί τις, ὁσάκις θέλει, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον· αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος προτίθεμαι νὰ κάμω καὶ ἐγὼ χρῆσιν, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κύριοι, δὲν ἠθέλησά ποτε νὰ σᾶς ἀνησυχήσω, ἂν καὶ ἐγένετο δὶς μέχρι τοῦδε πρόκλησις καὶ προσβολὴ, ὅτι ἐγένοντο ἐπεμβάσεις εἰς τὴν Σύρον ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ εἶναι ζήτημα δεδικασμένον ἤδη· ἐπανελήφθη ὅμως καὶ τρίτην φορὰν καὶ τοῦτο τὸ ἐξηγῶ, ὅτι ἡ σιωπή μου ἐξελήφθη ὡς συγκατάθεσις, καὶ αὐτὸ ἐθράσυνεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνειθίζουν νὰ ὑβρίζουν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις· ὄχι νὰ ἔλθω εἰς τὰ καθέκαστα, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Ἐν Σύρῳ δὲν ἔγινεν οὐδεμία ἐπέμβασις ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὅτι καὶ ἂν ἐγίνετο θὰ ἦτο πρὸς ζημίαν ἡμῶν, διότι ἡ Σύρος κατοικουμένη ἀπὸ ἀνεπτυγμένους ἀνθρώπους δὲν ἀνέχεται ἐπεμβάσεις· διότι ἂν ἐπὶ στιγμὴν ἡ Σύρος ὑπώπτευεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελε νὰ μᾶς ὠφελήσῃ δι’ ἐπεμβάσεων, ἤθελε κατεξαναστῆ καθ’ ἡμῶν καὶ τοῦτο ἤθελε μᾶς βλάψει περισσότερον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπεμβάσεις δὲν ἐγένοντο καὶ οἱ ἐκλεχθέντες ἐξελέχθησαν καὶ ἀναγνωρίζουσι τὴν ἐκλογὴν των εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῶν καὶ τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἡ ἐπαρχία ἔχει πρὸς αὐτούς. Σᾶς φαίνεται παράξενον ἡ ἀποτυχία ἑνὸς, ὅστις ἐγήρασεν εἰς τὴν πολιτικήν; Μάθετε ὅμως, ὅτι δὲν τὸν ἐβλάψαμεν ἡμεῖς· ἀλλὰ τὸν ὠφελήσαμεν μᾶλλον· αὐτὸ ὁμολογεῖται. Ἀληθῶς εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους σας, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν Σύρον (θόρυβος).
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπεδιώχθη, διότι ἔγειναν ἐπεμβάσεις, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, ὅστις ἐνθυμεῖτο προηγούμενα. Ἑπομένως δὲν ἠδικήθη (θόρυβος).
§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου καὶ ἤδη ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀπαντήσει του δὲν ἔλεγεν ὅτι αἱ ἰδέαι μου ἦσαν ἕωλοι, ὃ ἐστὶ σκουριασμέναι· εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς ὅπως ἐδιοικήθη μέχρι τοῦ 1854. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ἔξοδα ηὔξησαν ἀναλόγως τῆς προόδου καὶ τῆς τάξεως τοῦ τόπου· ἀλλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἔξοδα ἀνεπτύχθησαν ἀντιστρόφως εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν· ὅσον πτωχύνει ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, τόσον τὰ ἔξοδα ἀναπτύσσονται. Ἔχω τοὺς προϋπολογισμοὺς μέχρι τοῦ 1854· τί λέγουν; 15, 16, 17, 18 ἑκατομμύρια· τί ἔχομεν σήμερον; 35, 36 ἑκατομμύρια· περὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν λέγω, περὶ τῶν ἐκτάκτων δὲν λέγω. Ποῖαι εἶναι αἱ νέαι ἀνάγκαι εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ ἔθνος; Προσετέθησαν τρεῖς νομοί· τί θέλομεν διὰ τὴν διοίκησιν αὐτῶν τῶν νομῶν; 2, 3 ἑκατομμύρια· κανεὶς νομὸς δὲν ἐξοδεύει περισσοτέρας τῶν 700,000 δραχμῶν, ἂς θέλωμεν δὲ ἓν ἑκατομμύριον, διότι ἔχομέν τινα φρουρὰν ἐκεῖ κτλ. Προσθέσατε καὶ διὰ πληρωμὴν τόκου. Ἀλλὰ μὲ αὐτὰς ὅλας τὰς δαπάνας δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναβιβάσω περισσότερον τῶν 28,000,000 δραχμῶν τὰ ἔξοδα δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐρωτῶ τὸν κύριον συνάδελφόν μου εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἰδικήν μας μίαν τῶν πλέον προσοδοφόρων, καὶ μίαν ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην ὑπηρεσίας, τί προσετέθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρὸ 14 ἐτῶν; εἷς νομάρχης ὑπῆρχεν, εἷς ἔφορος, εἷς ταμίας, καὶ εἷς εἶναι καὶ ἤδη, εἷς λόχος ἐφρούρει, εἷς τέλος καὶ σήμερον φρουρεῖ, εἷς μοίραρχος ὑπῆρχεν, εἷς εἶναι καὶ σήμερον. Ὅλα εἶναι τὰ αὐτὰ, τί προσετέθη; ἕνα 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὸν νόμον τοῦ 60, προσθέσατε ἓν ἑκατομμύριον καὶ 200 χιλιάδας, ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν 26 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν εἰς τὴν Λακεδαίμονα ἐπὶ 12 ἔτη ἔργον καὶ τυραννούμεθα τόσα ἔτη διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας καὶ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τὸ τελειώσωμεν. Τί ἐξώδευσεν ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτό; 400 χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ δεκατρία ἔτη, ὃ ἐστὶ 30 χιλιάδας. Ποῦ ἔγειναν αἱ δαπάναι, ἀφοῦ δὲν ἔγειναν εἰς τὰς ἐπαρχίας; Πόσους χωροφύλακας ἔχομεν εἰς τὴν Σπάρτην; ποτὲ δὲν ὑπερέβησαν τοὺς 15 ἐντὸς τῆς Σπάρτης, καὶ εἰς ὅλον τὸν νομὸν 120· δὲν ἔφθανεν εἷς μοίραρχος νὰ τοὺς διοικήσῃ, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ νόμος εἰς τὰ 60 καὶ προστεθῇ λοχαγὸς ὡς ἀντιμοίραρχος εἰς τὴν διοίκησιν 120 στρατιωτῶν; Δὲν ἔφθανεν εἷς δεσμοφύλαξ μὲ 15 δραχ. ἐπιμίσθιον διὰ τοὺς προσωποκρατουμένους, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος; Σᾶς λέγουν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς Ἑλλάδος ἀνεπτύχθησαν· δὲν θέλω νὰ καταβῶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ σᾶς καταδείξω ἓν πρὸς ἓν ὅλα τὰ ἔξοδα. Εἰς ἓν ὅμως κονδύλιον ὑπερεπλεόνασαν τὰ ἔξοδα. Ἰδοὺ τὶ ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ 54, 4,841,000, μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ 950,000 μισθοὶ φαλαγγιτῶν καὶ ἀπομάχων καὶ ἑτέρων συνταξιούχων στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Σμολένσκης κατὰ τὰ 56 ἔῤῥιψεν εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὶ μένει ἂν ἀφαιρέσωμεν αὐτά; 3 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν προϋπολογισμὸν τακτικὸν 8 ἑκατομμύρια· ἑπομένως ἐτριπλασιάσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τί ἔχομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν; 1,300,000 εἰς τὰ 54 καὶ ἐξαιρῶ 300 χιλ. τὰς συντάξεις, τὰς ὁποίας ἔῤῥιψαν ὡσαύτως εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μένει ἓν ἑκατομμύριον· τί ἐξοδεύομεν σήμερον; 2½ ἑκατομμύρια· ἐτριπλασιάσθη καὶ ἐδὼ ὁ προϋπολογισμός. Ἰδού, κύριοι, πῶς ἀνεπτύχθησαν τὰ ἔξοδα. Τί περισσοτέραν ἀσφάλειαν ἔχει σήμερον ὁ τόπος ἀφ’ ὅ,τι ἔσχε τότε, ὅτε εἴχομεν 4 τάγματα πεζικοῦ καὶ 8 τάγματα ὁροφυλακῆς, μὲ τὰ τέσσαρα τὰ ἤδη τῶν ἐλαφρῶν· ἔχομεν λοιπὸν τώρα πέντε τάγματα πεζικοῦ περισσότερα καὶ τοὺς αὐθυπάρκτους λόχους Πέρυσι κατέκριναν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, διότι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐθεώρησε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἀναγκαῖα τὰ τάγματα τὰ εὐζωνικά, καὶ εἰς τὴν κατάκρισιν ἤμην σύμφωνος. Δὲν δέχομαι ὅμως ὅ,τι εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι οἱ στρατιῶται εἶναι ἄτακτοι καὶ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν τάξιν τοῦ στρατοῦ· ἐρωτήσατε ἀξιωματικοὺς ἐκ τῶν τεχνικῶν σωμάτων, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς εἰποῦν, ὅτι οἱ ὁροφύλακες ἦσαν πολὺ καλοὶ, μὲ μίαν κάππαν καὶ μὲ ἕνα τορβὰ ἔχει ὅλον τὸν στρατωνισμόν του, τὸ νοσοκομεῖόν του, καὶ δὲν τοῦ δίδεται παρὰ μία σφάντζικα τὴν ἡμέραν. Ἀλλ’ ἔγεινε τότε ἡ διάλυσις διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ ἐπεβάρυνε τὸ ἔθνος μὲ τρία πεζικὰ τάγματα περισσότερον. Διὰ τὶ, κύριε ὑπουργὲ τῶν στρατιωτικῶν, διατηρεῖς τὰ τέσσαρα εὐζωνικὰ τάγματα; διότι δὲν δύναμαι νὰ συγκεντρώσω τοὺς στρατευσίμους. Πόσοι σοὶ λείπουν; Τὸ ⅓· διὰ τὶ δὲν συγχωνεύεις τὰ τρία τάγματα τοῦ πεζικοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχεις τὸ τρίτον τῶν στρατευσίμων; Τὰ διατηρῶ διὰ τῶν ἐφέδρων. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα μῦθον· ἠρώτησαν ποτὲ τὴν Κουκουβάγιαν διὰ τὶ ἔχει μεγάλην κεφαλήν· εἶμαι γραῖα· καὶ διὰ τὶ σοῦ λείπει ἡ οὐρά; — εἶμαι πουλακίδα· (γέλως). Διατηρῶ, λέγει, τὰ 4 τάγματα τῶν εὐζώνων, διότι μοὶ λείπουν 3 τάγματα στρατοῦ, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν στρατευσίμων· καὶ διὰ τὶ δὲν συγχωνεύεις τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτῶν τῶν ταγμάτων, ἀλλὰ προβιβάζεις καθ’ ἡμέραν;—διότι διατηρῶ τοὺς ἐφέδρους. Ἔχομεν πολυτέλειαν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπιβαρύνει τὸ Ἔθνος καὶ προβαίνει εἰς βλάβην τοῦ στρατοῦ, διότι, ἂν προχωρῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξοδεύοντες, ἐντὸς ὀλίγου δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ στρατόν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μὲ ποίαν ὑπερηφάνειαν ἔφερον ἓν γαλόνιον τῆς τιμῆς ἄλλοτε, καὶ σήμερον οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοὶ φέρουν τὰς πολιτικὰς στολάς των, διότι τότε διεκρίνοντο ὀλίγιστοι μὲ τὸ διακριτικὸν αὐτὸ σημεῖον, σήμερον ὅμως ἔχομεν παμπληθεῖς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἰσοβάθμους. Βλέπετε, ἔντιμοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἀνεπτύχθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀναλόγως τῆς ἀναπτύξεως τοῦ Ἔθνους, οὔτε ἐγὼ ἔχω σκωριασμένας ἰδέας.
§97ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐκάματε ἀναχρονισμούς.
§98ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εὔχομαι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐφέρατε τῶν ἐσόδων, νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐνθυμοῦμαι μίαν περίστασιν κατὰ τὰ 58 ἢ 59 εἰς τὴν Γερουσίαν ἔγεινε τρομερὰ συζήτησις καὶ φιλονεικία μεταξὺ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑνὸς ἀντιπολιτευομένου γερουσιαστοῦ, λέγοντος ὅτι ὁδεύομεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν· ἑπτὰ ἔχω ἑκατομμύρια περίσσευμα, ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς, καὶ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς ἦτο καὶ ὑπουργὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους, καὶ ὅτε ἐτέθη ἓν ἑκατομμύριον διὰ ὁπλισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, καθόσον εἶπεν ὅτι ἐχάλασε τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐνῷ διὰ τὰ λυχνάρια τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος ἐξώδευτε πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου.
§99Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τὰ λυχνάρια ἐξωδεύθησαν μόνον 32 χιλιάδες δραχμῶν.
§100ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τριάκοντα δύω χιλιάδες ἐξωδεύθησαν διὰ τὰ παλούκια, τὰ ὁποῖα σὺ ἐφύτευσες εἰς τοὺς δρόμους καὶ ὑπῆγες εἰς τὸ Ναύπλιον. (θόρυβος).
§101Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶμαι συνήγορος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἤδη δὲν πρόκειται περὶ ἐποχῆς, πρόκειται περὶ διαχειρίσεως ... ...(θόρυβος).
§102ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πάντοτε οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων ἐφάνησαν ἐξωγκωμένοι. Ὁ παρὼν προϋπολογισμὸς εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας συντεταγμένος, ὁ δὲ κύριος Σῖμος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ ἐλάττωμα τὸ ἰδικόν μου ν’ ἀνεβοκατεβαίνῃ τὸ βῆμα, δὲν ἦλθε νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ τέκνον του. Ἔχομεν ἀνάγκην οὐχὶ οἰκονομιῶν 80 καὶ 100 δραχμῶν ἢ χιλιάδων, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων, ἂν θέλετε νὰ προλάβωμεν τὴν πλήρη χρεωκοπίαν. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὴν παροῦσαν ἢ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐσπεύδαμεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ πρὸ τινων ἐφθάσαμεν. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ περὶ προμηθείας ὅπλων τῶν δύω ἑκατομμυρίων δὲν ἐλήφθη ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν· ἀλλὰ ἤθελα νὰ μάθω, εἶχε γνῶσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅλοι συνεφωνήσαμεν νὰ προλάβωμεν νὰ μὴ γίνῃ ἓν τοιοῦτον ἔξοδον, ἀλλ’ ἐνῷ ἐπρονοούσαμεν τοῦτο, ἐμάθαμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ δύω ἑκατομμύρια νὰ πληρώσωμεν. Εἰς τὸ ἄκουσμα αὐτὸ προσκαλοῦμεν τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῷ εἴπομεν νὰ τὸ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν τοιοῦτον ποσόν. Καὶ χθὲς εἶπον καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν ἦτο παρὼν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀκούσῃ· μᾶς εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ὁπλισθῇ ὁ στρατὸς μὲ τὸ νέον σύστημα, ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἐνεργεῖται ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ὁπλισμοῦ ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ βαλαντίου, διότι ὅστις δανείζεται, ἵνα φορέσῃ πολυτελῆ ἐνδυμασίαν, θὰ τοῦ τὴν πάρουν μετ’ ὀλίγον καὶ θὰ μένῃ γυμνός. Ἔχομεν περίσσευμα ἵνα πληρώσωμεν τὰ δύω ἑκατομμύρια; μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ τὸ συνάλλαγμα, πρέπει νὰ τὸ πληρώσωμεν εὐθύς. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς εὑρίσκεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ναὶ ἢ ὄχι; ὄχι λέγουν καὶ ἀπὸ τὰς δύω μερίδας· τότε ποίαν ὑπηρεσίαν ἔχει; ἔχει ἐκείνην ἣν ἐκτελεῖ πᾶς στρατὸς ἐν καιρῷ εἰρήνης· δὲν ἤρκουν λοιπὸν διὰ τοῦτο τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ὅλοι ὁμολογεῖτε· τί ἔχουν νὰ κάμουν οἱ στρατιῶται φέροντες τὸ ὅπλον; νὰ τουφεκίσουν ἐχθροὺς; ὄχι· ἔχουν νὰ τουφεκίσουν κανένα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν; δὲν ἔχομεν κανένα παράδειγμα. Αἱ περὶ τὰ ὅπλα καθημεριναὶ ἀνακαλύψεις προβαίνουν γιγαντιαίοις βήμασιν, ἡ μία ἐφεύρεσις ἀφίνει τὴν ἄλλην ὀπίσω. Ἡμεῖς πῶς θὰ προμηθεύσωμεν ὅπλα, τὰ ὁποῖα ὕστερον ἀπὸ 6 μῆνας ἴσως νὰ μὴ ἀξίζουν τίποτε ἢ ὅσον τὰ παλαιὰ μὲ τὰ πυριτόβολα; Δὲν ἦτο φρόνιμος λοιπὸν ἡ προμήθεια αὐτή. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν 36 ἑκατομμυρίων πραγματοποιεῖται, διότι ἔχομεν εὔφορον ἔτος. Εἶναι ὅμως προϋπολογισμὸς τακτικῶν ἐξόδων καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν ἔχομεν ἴσως τοιαύτην εὐφορίαν καὶ τότε ἐκ τῶν 36 θὰ βεβαιωθῶσι 32· ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰ 4; Καὶ μήπως δὲν εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν δεινὴν θέσιν εἰς ἔτη κατὰ συνέχειαν εὔφορα καὶ περιῆλθον μετ’ ὀλίγον εἰς χρεωκοπίαν; Δι’ ὅλους τοὺς λόγους, κύριε συνάδελφε καὶ ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἰδέαι μου δὲν εἶναι ἕωλοι, δὲν εἶναι ἀναχρονιστικαὶ, εἶναι, ἰδέαι τὰς ὁποίας καὶ σὺ καὶ πᾶς ἄλλος ἔχει συμφέρον νὰ αἰσθάνεται, καὶ τὰς ἐκφράζομεν καὶ πρέπει νὰ τὰς ἐκφράζωμεν ἵνα σκεφθῶμεν· διότι ἡ ἐθνικὴ χρεωκοπία ἔχει ἓν ἄμεσον ἀποτέλεσμα — τὴν ἀναρχίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ὅστις ἔχει νὰ χάσῃ. Ἂν ἡ χρεωκοπία ἤρχετο μόνη της, εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἔρχεται μὲ τὴν ἀναρχίαν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὰ ἔξοδα μὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ 54. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἠδύνατο ν’ ἀναβαίνῃ μόνον εἰς 25 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι οἱ φύλακες, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦν καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους εἰς τὴν οἰκονομίαν, καὶ δὲν δίδουν τὸ παράδειγμα τῆς σπατάλης αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ὁ κ. Σῖμος. Ὁ Κορφιωτάκης εἶχε τὸν Τζαβέλαν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρωθυπουργόν του, καὶ μολονότι ἔγινε τότε ἡ ἐν Χαλκίδι ἐπανάστασις τοῦ Κριζιώτη, ἠθέλησεν ὁ Τζαβέλας νὰ κάμῃ προβιβασμοὺς, τότε ὁ Κορφιωτάκης ἐπῆγεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἶπεν, ἐὰν ὑπογράψῃς τοὺς προβιβασμοὺς, ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ. Αὐτὴν τὴν θέσιν εἶχον οἱ ὑπουργοὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Σῖμος ὅμως οὐ μόνον δὲν ἔκαμε τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν ἰδικόν του ἔδωκε τὸ σημεῖον τῆς οἰκονομίας. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερίας θὰ ἰδῆτε, ὅτι συνεπλήρωσε θέσεις ἄνευ ἀνάγκης. Κύριοι, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἰδιώτης δὲν ὑπεστήριξα πολιτικὴν, ἥτις νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν πολλὰ ἔξοδα· πάντοτε ὑπεστήριξα τὰς οἰκονομίας, καὶ ὁσάκις μοὶ ἐδόθη διαχείρισις, οἰκονομικῶς ἐφέρθην. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐστηρὰς οἰκονομίας, διότι ἡ σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου βλάπτει καὶ τὸν πολίτην. Πρέπει νὰ φέρωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ 69 ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομιῶν, ὅπως ἔχωμεν περίσσευμα, ὅπερ ν’ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ ὀφειλὰς, ἃς ἔχομεν ἀπέναντι παλαιῶν ὀφειλῶν.
§103ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, κ. Σωτήριος Πετμεζᾶς, ὡς καλῶς πρέπει νὰ ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἀκροατήριον, σκοπὸν κύριον προετίθετο νὰ φέρῃ τὴν σύγχυσιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς συγχύσεως ν’ ἀποσπάσῃ τὴν προσοχήν σας ἀπὸ τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς προκειμένης συζητήσεως. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐγὼ εὑρεθεὶς ὑπὸ τὸ κράτος ἐρεθισμοῦ δι’ ἀπροσδόκητόν τινα ἐρώτησιν, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς ἐμὲ, καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἐπερίμενα, ὕστερον ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἔγινα παραίτιος διακοπῆς τινος. Ἀλλὰ, κύριοι, προεκλήθην, οὕτως εἰπεῖν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω βραχέα τινὰ, ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πετμεζᾶς. Ἐγὼ, ἐὰν ἐνθυμῆσθε καλῶς, εἶχον εἰπεῖ ἄλλοτε, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, ἡ στρατιωτικὴ δύναμις διετέλεσεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων της οὐδετέρα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἦτον ἡ θέλησις ὅλου τοῦ ὑπουργείου. Ἂν ἐγὼ δὲν ἐπολεμήθην ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας, τὸ ὀφείλω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν κ. Σπυρο–Μήλιον καὶ εἰς ἕτερόν τινα καὶ οὐχὶ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, οὔτε εἰς ὅλον τὸ ὑπουργεῖον, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἰσχυρίσθη τὸ ἐναντίον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τουτέστιν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς διαφόρων ἐπαρχιῶν. Ἡ κυβέρνησις μὲ ἐπολέμησεν εἰς τὴν ἐκλογήν μου δι’ ὅλων τῶν μέσων, δι’ ὧν ἠδύνατο, δι’ ὅλων τῶν ἀρχῶν, διοικητικῶν τε καὶ δημοτικῶν, μὲ ἐπολέμησε διὰ τῆς ἀστυνομίας· ἡ δὲ ἀστυνομία εἶναι συγχρόνως ὑλικὴ δύναμις, ἔχουσα κλητῆρας, οἵτινες εἶναι ὡς στρατιῶται. Πῶς ἄρα θεωρεῖτε τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν, μικράν; Τὸ βάρος αὐτὸ κυβερνήσεως, διαθετούσης τεσσαράκοντα ἓξ ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμόν της καὶ ἐχούσης τοιαῦτα μέσα, ἵνα προσελκύσῃ ἀνθρώπους, ὡς καθ’ ἑκάστην παρατηροῦμεν, τὸ θεωρεῖτε μικρόν; Εἶναι μικρὸν τὸ βάρος τῆς κυβερνήσεως, ὅταν τίθηται αὕτη ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἵνα κατασυντρίψῃ τὸν ἐναντίον ὑποψήφιον; Εἰς μίαν ἐκλογήν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐγένετο συζήτησις, ὁ κ. Ῥοντήρης σᾶς ἀνέπτυξεν ὅλα τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη μετεχειρίσθη ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Σύρου· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ μὴν ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ μέτρα ἦσαν ἀρκετὰ νὰ φέρωσι ὅπερ παρουσιάσθη ἀποτέλεσμα, τὸ ἀναδεῖξαν βουλευτὴν Σύρου τὸν κ. Γλαράκην. Ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, εἰς τὰς ἐκλογὰς εἶναι ἔγκλημα, εἶναι κακούργημα· ἡ κυβέρνησις ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, παύει νὰ ᾖ τοιαύτη ἐνεργοῦσα διὰ τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντά της καὶ μεταχειριζομένη μέσα ξένα, τὰ ὁποῖα ὑπεξαιρεῖ, ὑποκλέπτει, ἤτοι τὰ μέσα τοῦ ἔθνους. Ἂν εἶχον ἰδικά των μέσα τὰ ἄτομα τῶν κυβερνώντων, ἵνα πολεμήσωσιν, ὤφειλον νὰ παραιτήσωσι τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ καταβῶσιν εἰς τὸ στάδιον τῆς πάλης πρὸς τοὺς ἀντιπάλους των, ἵνα τοὺς πολεμήσωσι διὰ τῶν ἀτομικῶν των μέσων καὶ οὐχὶ διὰ τῶν τοῦ ἔθνους. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ φέρω ἐνώπιόν σας ἓν πρόσφατον παράδειγμα, διὰ νὰ πεισθῆτε ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην περὶ τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπεμβαίνει ἡ κυβέρνησις οὐχὶ βεβαίως μὲ τὸν βάρβαρον καὶ ἀνήθικον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεμβαίνουσιν αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις διατί ἐπεμβαίνει. Ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐκείνης ἐγένετο λόγος περὶ τῆς κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐπικρατείας κ. Ῥουὲ ὑπολαβὼν ἐδικαίωσε τὴν διαγωγὴν τῆς Γαλλικῆς κυβερνήσεως, εἰπὼν, ὅτι «ἂν ἅπαντες οἱ πολῖται ἠσπάζοντο τὸ καθεστὼς, ἠσπάζοντο τὴν νέαν Δυναστείαν, ἂν δὲν ἐγνωρίζομεν, προσέθετο, ὅτι ὑπάρχουσι πολέμιοι τοῦ νῦν καθεστῶτος καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας, τότε βεβαίως ἤθελε πράττει ἔγκλημα ἡ κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ μεταξὺ δύω παλαιόντων ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς. Ἀλλά, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν ἀμύνης ἀπέναντι φανερῶν ἐχθρῶν τοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας· ζητοῦμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὴν Δυναστείαν ἀναφανδὸν ἐπιβουλευομένην· ὅταν παύσωσιν ὑφιστάμενα τὰ ζητήματα ταῦτα, ἡ κυβέρνησις θέλει παραιτηθῆ πάσης ἐπεμβάσεως.» Ἀνέφερον τὸ παράδειγμα τοῦτο, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποία εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις περὶ τῆς ἐπεμβάσεως, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, καὶ μὲ ποῖον τρόπον τὴν δικαιολογεῖ· εὐτυχῶς ὅμως εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδεὶς διαμφισβητεῖ τὸ νέον καθεστὼς, οὔτε ἡ νέα δυναστεία γνωρίζω νὰ ἔχῃ τινὰ πολέμιον μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ γενικὸς ἀγορητὴς τοῦ ὑπουργείου ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν;
§104ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταδέχομαι νὰ σοῦ ἀπαντήσω εἰς αὐτὰς τὰς λέξεις.
§105ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖον ἤθελε νὰ πείσῃ περὶ ὅσων ἔλεγε; Τὸ ἀκροατήριον; τὴν Ἑλλάδα; Ὑμᾶς αὐτούς; Ἀλλὰ προκειμένου περὶ γεγονόνων τῆς συγχρόνου ἱστορίας, ἅτινα καθεξῆς θέλει παραλάβει ἡ ἀδυσώπητος ἱστορία, ἦτον ἀνάγκη τόσων μόχθων καὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, διὰ νὰ καταπείσῃ τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, περὶ πραγμάτων, ἅτινα ἀντελήφθη ἰδίαις αἰσθήσεσιν αὐτὸ, ἔχον ἐντὸς τῆς συνειδήσεώς του τὰς ἀποδείξεις; Τῳόντι ἦτο ματαιοπονία. Ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἔλαβον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις, φρονῶ, εἶναι καὶ ἡ ἐντύπωσις ὅλης τῆς Βουλῆς, εἶναι αὕτη. Ὁ κ. Σ. Πετμεζᾶς, ὁ πρὸ ὀλίγου εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν περὶ ἐκλογῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, ἤτοι τοῦ 1867, μετὰ τὴν ματαίωσιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀπεφάσισε νὰ μεταχειρισθῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ νῦν ὑπουργείου τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα εἶχεν ἐπινοήσει διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην· τούτου ἕνεκα ὀλίγην διάθεσιν ἔδειξεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἀριθμῶν καὶ μᾶλλον ἐξέτεινε τὸν λόγον περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 καὶ περὶ ἐκείνης τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου. Ὅθεν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους σχεδὸν ἡ ἀγόρευσίς του εἰς ταῦτα κυρίως περιεστράφη· ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω τὸν ἀκολουθήσει εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην ἀλλὰ θέλω ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ θέσιν, ἐκκαθαρίζων αὐτὸ ἀπὸ τὰ παράσιτα ζητήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ τὸ περιπλέξῃ. Πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 καὶ περὶ διαχειρίσεως τοῦ νῦν ὑπουργείου· ἄρχομαι λοιπὸν τοῦ λόγου. Κύριοι. Ὁ Λόρδος Ῥῶσσελ, ἀρχηγὸς τοῦ Οὐϊγγικοῦ κόμματος, ὅστις ἐδιοίκησεν ὡς πρωθυπουργὸς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ συνειργάσθη μετὰ τοῦ λόρδου Παλμερστῶνος, λαβὼν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς τελευταίας συνθήκης περὶ ἑνώσεως τῆς ἑπτανήσου μετὰ τοῦ πρῴην βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ πρωτόκολλα καὶ συνθήκας περὶ ἀνεγέρσεως τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἄλλας λέξεις πρόσωπον γνωστὸν καὶ δημοτικόν, οὕτως εἰπεῖν, ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, εἶπεν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν, la question Grèque c'est une question financière. Ἐν τούτῳ ἄρα τῷ ζητήματι συγκεφαλαιοῦται πᾶν ἄλλο ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, συγκεφαλαιοῦται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, διότι ἓν κράτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τακτοποιημένα τὰ οἰκονομικά του, δὲν δύναται ἐσωτερικῶς μὲν νὰ ἔχῃ τάξιν, εὐνομίαν καὶ πρόοδον, ἐξωτερικῶς δὲ ἀσφάλειαν. Ἓν κράτος ὀφείλει ν’ ἀναπτύξῃ προηγουμένως τοὺς ἐσωτερικοὺς πόρους του, νὰ ᾖναι οἰκονόμον εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας, ἵνα ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην καὶ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του οὐ μόνον πρὸς ὁμογενεῖς ἕνεκα φιλαυτίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς ξένους ἕνεκα συμφέροντος. Πρὶν λύσῃ ἕκαστον ἔθνος τὸ οἰκονομικόν του, ζήτημα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε παρὸν, οὔτε μέλλον. Αἱ προστάτιδες δυνάμεις, ὅταν ἀποκατέστησαν τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον, ἔχουσαι μεγαλειτέραν φιλοστοργίαν παρ’ ὅσην δεικνύουσι σήμερον, καθὼς καὶ αἰσθήματα φιλελληνικώτερα, καὶ γνωρίζουσαι, ὅτι ἐκ τοιούτου ζητήματος ἐξηρτᾶτο ἡ ἑδραίωσις καὶ ἀνάπτυξις τοῦ ἔργου των, κατέβαλον μεγάλας προσπαθείας πρὸς τὰς τότε κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, ἵνα εἰσαγάγωσιν οἰκονομίας καὶ περιστείλωσι τὴν σπατάλην. Τὰς κατεστενοχώρησαν πολὺ, ὡς εἰξεύρετε, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς 3ης Σεμπτεβρίου ὑπεγράφη σύμβασις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ἐγγυηθεισῶν τὸ δάνειον τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας περιωρίζοντο τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 12 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἡ σύμβασις βεβαίως ἐκείνη μετὰ τὴν 3 7βρίου ἐσχίσθη, διότι νέαι ἀνάγκαι μετὰ τὴν μεταβολὴν παρουσιάσθησαν, ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισαν αἱ ἴδιαι καὶ δὲν ἐπέμεινον εἰς τὴν ἐκτέλεσίν της. Ἡ περίστασις αὕτη τοῦ νὰ μὴ τηρηθῶσιν οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐπέβαλον, ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι πρέπει νὰ ἐξαγοράζωνται πάντοτε διὰ μεγάλων θυσιῶν ἀπὸ τὰ ἔθνη. Τούτου ἕνεκα πολὺ ὡρίμως πρέπει νὰ σκέπτηται ἕκαστος πρὶν ἀποφασίσῃ νὰ θυσιάσῃ ἐλευθερίαν, ἀποκτηθεῖσαν διὰ πολλῶν θυσιῶν καὶ πολλάκις αἱμάτων. Ἀλλ’ ὄχι μόνον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Εὐρώπης ἔβλεπον τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα τοιουτοτρόπως, ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοὶ τοῦ ἀγῶνος ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τοὺς ὁποίους ὀφείλω νὰ θαυμάσω διὰ τὰ πατριωτικά των αἰσθήματα, διότι ἀναντιῤῥήτως ἔδειξαν μεγαλειτέραν φιλοπατρίαν παρὰ τοὺς μεταγενεστέρους των· αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, λέγω, Μαυροκορδάτος, Κωλέτης καὶ Μεταξᾶς, ἀπέδειξαν, ὅτι κατενόησαν τὸ ζήτημα οὕτω πως, μεταχειρισθέντες μεγίστην φειδὼ καὶ οἰκονομίαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους, εἰς δὲ τὴν ἐποχὴν των οὐδέποτε αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ὑπερέβησαν τὰ 14 ἑκατομμύρια. Εἰς ὅλα τὰ κράτη, τὰ διελθόντα ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἐθεωρήθη ἀναγκαία πρὸς ἀπόκτησιν τῆς αὐτονομίας ἢ τῶν ἐλευθεριῶν των, τὸ πρῶτον παρουσιαζόμενον ζήτημα εἶναι τὸ οἰκονομικόν· αὐτὸ τὸ ζήτημα παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της, τεθὲν ἐπὶ τῆς τραπέζης ὑπὸ τοῦ πρώτου ὑπουργείου, προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς καὶ πολίτου, Βασιγκτῶνος. Δύω ἰδέαι παρουσιάσθησαν, ἡ μὲν τῶν δημοκρατικῶν προτεινάντων τὴν γενικὴν χρεωκοπίαν καὶ ἡ ἄλλη τῶν Οὐίγγων, οἵτινες ἀπέκρουσαν τὴν χρεωκοπίαν, λέγοντες, ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅλα τὰ χρέη του, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, καὶ νὰ τ’ ἀποτίσῃ εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν. Ὁ Βάσιγκτων δὲν ἦτο μέγας νοῦς, ἂν καὶ ὑπῆρξε μέγας πατριώτης, διότι δὲν εἶχε κάμει σπουδὰς ἐπίτηδες, ἵνα εὑρεθῇ κυβερνήτης τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κράτους τῶν Ἀμερικανῶν, εἶχεν ὅμως ἀρκετὰς πρακτικὰς γνώσεις καὶ ὀρθὸν φυσικὸν νοῦν. Αὐτὸς εἶχε σχηματίσει τὸ ὑπουργεῖόν του ἐκ τῶν δύο κομμάτων, τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ τῶν Οὐίγγων, διότι τοῦτο ἀπῄτει τὸ δημόσιον τότε συμφέρον, ὁ δὲ ἴδιος ἐκράτει τὴν πλάστιγγα μεταξὺ των, ἀσπαζόμενος εἴτε τῆς μιᾶς, εἴτε τῆς ἄλλης μερίδος τὰς ὀρθοτέρας ἰδέας, καὶ κατὰ τοῦτο ἐφάνη ἄξιος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς, ἣν ἔσχεν. Ὁ Βάσιγκτων λοιπὸν προσετέθη εἰς τὴν μερίδα τῶν Οὐίγγων, οἵτινες ἀπέκρουσαν τὴν χρεωκοπίαν. Βεβαίως οἱ δημοκρατικοὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐφαντάσθησαν τὴν μεγάλην κίνησιν καὶ τὴν κολοσσαίαν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν μετὰ ταῦτα τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία ἤθελον λάβει εἰς τὴν εὐδαίμονα ἐκείνην χώραν, καθὼς καὶ εἰς μεγάλα τινὰ κράτη τῆς Εὐρώπης· παρετήρουν μόνον τὴν τότε κατάστασίν των καὶ διὰ τοῦτο προέτειναν τὴν χρεωκοπίαν, διότι τὰ χρέη τῆς Ἀμερικῆς ἦσαν μεγάλα καὶ δυσβάστακτα, ὁ δὲ λαὸς πτωχός, ἡ γεωργία του ἐγκαταλελειμμένη, αἱ χῶραί του ἔρημοι καὶ κεφάλαια δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ ἐδανείζοντο ἀπὸ τὴν Εὐρώπην μὲ 12, 16 καὶ 20%. Λοιπὸν ἔβλεπον τὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ δημοκρατία ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποκατάστασίν της, τὸ ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ὅλων αὐτῶν τῶν χρεῶν. Τὸ αὐτὸ ζήτημα παρουσιάζεται σήμερον εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἤτοι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία τῆς ἑνώσεως καὶ τὸ μέλλον τοῦ νῦν βασιλείου. Τὸ αὐτὸ ζήτημα παρουσιάσθη καὶ παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα· δυστυχῶς ὅμως δὲν κατενοήθη ἀρκούντως ὑπὸ τῶν προσώπων, ἅτινα εἶχον τὴν δύναμιν νὰ δειχθῶσιν ὠφέλιμα καὶ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των, σώζοντα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ θλιβερὸν αὐτὸ σημεῖον τῶν οἰκονομικῶν της πραγμάτων, εἰς ὃ νῦν εὑρίσκεται. Ὁ Ὄθων, ὅστις ἐν πολλοῖς εἶχεν ἐπιδώσει, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὡς τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ἔμεινεν ὀπίσω. Ἐὰν ὁ Ὄθων ἤθελε κατανοήσει ἐγκαίρως τὴν σημασίαν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε παραδεχθῆ λύσιν σύμφωνον πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι καὶ ὁ ἴδιος ἐνδιεφέρετο καὶ ὤφειλε νὰ ἐνδιαφέρηται εἰς αὐτό. Ὅπως πάντες γινώσκομεν καὶ ὅπως ἡ ἱστορία μίαν ἡμέραν θέλει βεβαιώσει, ἡ θέλησις τοῦ Ὄθωνος ὑπῆρξε πάντοτε ἰσχυρὰ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεώς του ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἀφ’ ὅτου αὐτὸς ἐνηλικιώθη καὶ ἔφυγεν ὁ Ἀρμανσπὲργ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐξώσεώς του, χωρὶς ν’ ἀναφέρωμεν λεπτομερείας, πάντες γινώσκετε, ὅτι ἡ θέλησίς του ἦτον ἰσχυρὰ καὶ ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι, τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα, ἤτοι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, ἐγκατελείφθη εἰς τὴν τύχην του. Μέχρι τοῦ 1843, ὡς προεῖπον, ὑπῆρξεν οἰκονομία τις, ἀπὸ δὲ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1854, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Συντάγματος ἠρχίσαμεν νὰ ἐξοδεύωμεν κἄτι περισσότερον, ἀλλ’ ὄχι καὶ πολύ· διετηρεῖτο ἀκόμη κἄποια συστολὴ εἰς τὰς δαπάνας, κἄποια φειδὼ, κἄποιος φόβος τέλος πάντων. Ἀπὸ τοῦ 1854 ὅμως μέχρι τοῦ 1868 βλέπετε ποῦ ἐφθάσαμεν. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ συνέλευσις ἐκυβέρνησε μὲ ἕνα προϋπολογισμὸν 18 ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ ὑπουργεῖον Βούλγαρη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως Γεωργίου, παρουσίασε προϋπολογισμὸν 22 ἑκατ. μόνον. Μετὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὅλα τὰ μετὰ ταῦτα ἀνεβίβασαν τὴν τακτικὴν δαπάνην εἰς 28 καὶ 32 καὶ νῦν εἰς 35 ἑκατομμύρια. Τώρα ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ νῦν ὑπουργείου· καὶ πρῶτον πρέπει νὰ χωρίσωμεν αὐτὸν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν σύγχυσιν, εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους. Προϋπολογισμὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑπέβαλε, καθὼς οὔτε τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἀμφότερα μεταχειρίσθησαν διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τὸ μέσον τῶν πιστώσεων. Λοιπὸν τὸ βιβλίον αὐτὸ, ὅπερ πάντες ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας, δὲν διαλαμβάνει εἰμὴ τακτικὰς δαπάνας καὶ περιορίζεται εἰς μόνον αὐτάς. Τώρα πῶς πρέπει, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ὑπῆρξεν οἰκονομικὸν ἢ ὄχι; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὡς ὅρος συγκρίσεως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867, ὅστις παρὰ πολλῶν καὶ παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου κατηγορήθη ἄλλοτε ὡς σπάταλος· ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅστις δὲν ἀνεγνώριζον ὡς ὀρθὴν τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἂν καὶ ἔβλεπον, ὅτι αἱ ἐξογκώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ ἐξ ἀναγκῶν συνήθων, προήρχοντο ἐκ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, οὐχ ἧττον προσηλούμην εἰς τὴν πραγματικὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, χωρὶς ν’ ἀποδέχωμαι, ὡς δικαιολογίαν, τὸν λόγον τῶν προπαρασκευῶν. Ἂς ἀνοίξωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868, ἵνα τὸν παραβάλωμεν πρὸς ἐκεῖνον τοῦ 1867. Ὅλοι οἱ λόγοι, ὅσοι ἐῤῥέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Σ. Πετμεζᾶ πρὸς σύγχυσιν τῶν δύο προϋπολογισμῶν, ἦσαν ἔπεα πτερόεντα. Προκειμένου λόγου περὶ προϋπολογισμοῦ, οἱ ἀριθμοὶ εἶναι εὐγλωττότεροι πάντων καὶ ὁ διϊσχυριζόμενός τι ὀφείλει δι’ ἀριθμῶν νὰ τὸ ἀποδεικνύῃ. Ἂς ἀρχίσωμεν λοιπὸν τὴν σύγκρισιν. Ἀλλὰ πρὶν προχωρήσωμεν, ἂς θεωρήσωμεν πρῶτον τὴν πρᾶξιν τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σίμου, δι’ ἧς οὗτος προθέτει 2,310,081 δραχμὰς ἐξ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867, ὅθεν ἔχομεν οὕτως ὁλικὸν ποσὸν ἐτησίων δαπανῶν 30,683,470, ἀπέναντι τακτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 ἐκ 34,093,986, διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ἐκ τοιαύτης ἀριθμητικῆς ἐργασίας δραχμῶν 3,410,516. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ πιστεύωμεν, ὅτι τὸ νῦν ὑπουργεῖον δὲν εἶχε τακτικὰς ἄλλας δαπάνας νὰ ζητήσῃ ἀκολούθως διὰ πιστώσεων, ἐκτὸς τῶν προϋπολογισθεισῶν ἤδη, ἠθέλαμεν συγχωρήσει τὴν προσθήκην τῶν πιστώσεων, γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Σίμου, εἰς προσδιορισμὸν τῆς ὅλης δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867. Ἀλλά γνωρίζομεν, ὅτι ὅλα τὰ ὑπουργεῖα φέρουσι μετὰ ταῦτα τοιαύτας πιστώσεις, ὁ δὲ διάδοχος τοῦ κ. Σίμου ἀνέγνωσεν ἤδη τοιαύτας κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀναβιβάζων τὰς δαπάνας ὑπὲρ τὸν ἀριθμὸν, τὸν σημειωθέντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 ὑπὸ τοῦ κ. Σίμου. Ποῖον ἄρα δικαίωμα εἶχεν ὁ κ. Σίμος νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀριθμητικὴν ἐργασίαν, ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη μέλλει νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, ἐνῷ πρὸς ταύτας ὁμοῦ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ ὁλικὴ ποσότης τῆς διαφορᾶς τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν δύο ὑπουργείων; Βλέπομεν δυστυχῶς, ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐξάνουσι τὰ κεφάλαια τῶν δαπανῶν διὰ πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας των, ἑτοίμου οὔσης νὰ τὰς παραδέχηται, ὅπερ εἶναι φανερὰ ἀναίρεσις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν τὸ γράμμα τοῦ συνταγματικοῦ νόμου ἦτον ἰσχυρὸν, ἐὰν οὐδεὶς τῶν ὑπουργῶν ἠδύνατο μὲ εὐκολίαν μεγάλην νὰ ζητῇ συμπληρωτικὰς πιστώσεις, τότε βεβαίως ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶ ὡς ἀληθῆ τὴν λογιστικὴν ἐργασίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σίμου, προσθέντος εἰς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1867 καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν μετὰ ταῦτα πιστώσεων τῆς χρήσεως ἐκείνης. Προχωροῦντες εἰς τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 παρατηροῦμεν τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν αὐτοῦ ἀνερχόμενον εἰς 34,093,986, ἐνῷ τὸ προϋπολογισθὲν κατὰ τὸ 1867 εἶναι 28,373, 389, ἄρα διαφορὰ εἰς αὔξησιν δαπανῶν 5,720,597. Αὐτοὶ, κύριοι, εἶναι ἀριθμοὶ καὶ οὐδεὶς ἂς μὴ φαντασθῇ, ὅτι ἔχει τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ καταστρέψῃ τὴν διὰ τῶν ἀριθμῶν ἀπόδειξιν. Τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς, ὅστις ἀμφιβάλλει, δύναται ν’ ἀνοίξῃ τὸ βιβλίον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ τοὺς ἴδῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,720,597 ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Σῖμος ἐπρόσθεσεν, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου ἐκ δραχμῶν 2,310,081, ἔχομεν πάλιν περίσσευμα δαπανῶν 3,410 516. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τῆς ὑπερβάσεως μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον μέμφομαι τὸν κ. Σίμον, ἀλλὰ καὶ διότι ἔκαμε χρῆσιν τοῦ περισσεύματος, ἵνα παρουσιάσῃ τὸ ἔλλειμμα μικρότερον, μεταχειρισθεὶς καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ περιλάβῃ παντάπασιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, διότι αὐτὸ εἶναι ἡ ἄγκυρα τῆς ἐλπίδος εἰς πᾶν Κράτος κατάχρεων, ὡς τὸ ἰδικόν μας. Ἐπὶ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῆς προσόδου ὅλα τὰ ἔθνη ἔθεσαν τὴν βάσιν των περὶ τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν των, πρὸς βαθμιαίαν ἀπότισιν τῶν χρεῶν, ἅτινα ἐξ ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπεφορτίσθησαν, ὁ δὲ κ. Σῖμος διοικήσας πολλάκις τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μένῃ ἀνέπαφον πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν, ἢ διὰ νὰ καλύψῃ ἄλλας ἀπροσδοκήτους δαπάνας, προεξώφλησεν, ὅπως πολλοὶ τῶν γερουσιαστῶν τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, προεξώφλουν τὸν μισθόν των, εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Στάγκαλη. Τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐργασία τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σῖμος ἔκαμεν.
§106ΣΙΜΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὁμολογεῖ, ὅτι τόσον ἐξετιμήθησαν μετὰ φειδοῦς, ὥστε εὗρε δύω ἑκατομμύρια.
§107Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω μετὰ ταῦτα περὶ αὐτοῦ· σταθῆτε. Τὸ σύστημά σας εἶναι σύστημα χρεωκοπικόν· οὐδεὶς μεταχειρίζεται ἐκ προοιμίων, προεξοφλῶν εἰς ματαίας δαπάνας τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου του, ὅταν ἔχῃ ὑπέρογκα χρέη ν’ ἀποτίσῃ· ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐνθυμήθην, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης βεβαιότητος περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἡ κοινοτέρα οἰκονομικὴ φρόνησις ἀπαιτεῖ νὰ μὴ γίνεται ἀμέσως χρῆσις τῆς προϋπολογισθείσης αὐξήσεως. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ φειδὼ οἰκονομικὴ καὶ αὐστηρὰ διαχείρισις. Ἀλλ’ ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ ποσὸν τῆς ὑπερβάσεως σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπῆρχον ὑποχρεώσεις νέαι, τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραλείψῃ τὴν ἀναγραφὴν μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ τὰς ὁποίας δὲν περιεῖχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, ἀλλὰ νέα κεφάλαια εἶναι μόνα τὰ ἑξῆς—προσθήκη τόκων δανείου 28 ἑκατομμυρίων δρ. 853,500, σύμβασις χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825 δρ. 800,000, σύμβασις ἀποζημιώσεως κληρονόμων Ὄθωνος δρ. 150,000, προσθήκη τόκων δανείου 6 ἑκατομ. δρ. 119,000, συντάξεις κλητήρων Ἑπτανήσου 67,000, τὸ ὅλον 1,990,180, τοῦ ὁποίου ἀφαιρουμένου ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ὑπερβάσεως 3,410,516, ὑπολείπεται πάλιν ποσὸν 1,420,336, εἰς τὸ ὁποῖον προστιθεμένων καὶ τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἃς ἀνωτέρω περιέλαβεν ὁ κ. Σῖμος, ἵνα αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867, ἔχομεν βεβαίαν αὔξησιν δαπανῶν, χωρὶς τῶν νέων ἀναγραφῶν, ποσὸν 3,730,417.
§108ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ εἴπαμεν χθές.
§109Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν εἶμαι ἐξῳκειωμένος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διακόπτῃ οὐδεὶς, καθὼς ἐγὼ δὲν διακόπτω κᾀνένα. Ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν νέων ἀναγραφῶν, συνισταμένων εἰς 1,990,180, μένει ὑπέρβασις 3,740,317, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 πρὸς ἐκεῖνον τοῦ 1867, θέλω τὸ ἀποδείξει καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Δὲν χρειάζεται εἰμὴ ν’ ἀνοίξητε τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστου τῶν ὑπουργείων, ἵν’ ἀναγνώσητε κατὰ πόσον ἕκαστον αὐτῶν ἐξώγκωσε τὰς τακτικὰς δαπάνας. Τὰ ποσὰ, ἅτινα θέλω σᾶς εἴπει, ἀντέγραψα ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων προϋπολογισμῶν, ἐκ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως ἑκάστου αὐτῶν· ὑπουργεῖον οἰκονομικῶν ἐπὶ πλέον 3,988.423, ὑπουργεῖον ἐξωτερικῶν 43,954, ὑπουργεῖον δημ. ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκκλησιαστικῶν 158,263, ὑπουργεῖον στρατιωτικῶν 642,138, ὑπουργεῖον ναυτικῶν 575,614, τὸ ὅλον 5,408,932.» Ὅταν ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ τὸ ποσὸν 1,990,180, τὸ ἐκ τῶν νέων ἀναγραφῶν, μένει ὑπόλοιπον βεβαίας ὑπερβάσεως 3,418,212. Εἶχον ἄρα δικαίωμα οἱ νῦν ὑπουργοὶ νὰ κατηγορῶσι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ὡς σπάταλον, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶχεν ἐπιγράψει ἐπὶ τῆς πολιτικῆς του τὸν πόλεμον, ἐνῷ οὗτοι ἐπέγραψαν τὴν εἰρήνην; Τοὺς μένει ἀπολογία τις διὰ τὴν τοιαύτην ὑπέρβασίν των, ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος, ἐνώπιον τῶν ξένων, ἐνώπιον τῆς ἱστορίας; Καὶ δὲν εἶναι οὗτοι, οἱ σπρώχνοντες τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἄβυσσον, διὰ τῆς χρεωκοπίας, εἰς ἣν τὸ ἀδικαιολόγητον σύστημα τῆς σπατάλης των φέρει; Ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομία, ὁ μόνος τίτλος, τὸν ὁποῖον εἴχατε διὰ νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ὁποίαν περιέμενεν ὁ κόσμος ἀπὸ σᾶς; δὲν περιέμενε βεβαίως νὰ ἔλθητε, ἵν’ αὐξήσητε κατὰ τοσοῦτον τὰς δαπάνας, ἄνευ εὐλόγου αἰτίας, ἀφοῦ ὑπήρξατε οἱ κατήγοροι τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου· εἴχατε ἐνώπιόν σας ἱερὰν ὑπόθεσιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦδε ἔκαμε μεγίστας θυσίας καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχουσι ζωηρότατοι πόθοι ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς· αὐτὴ ἡ ἱερὰ ὑπόθεσις ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥοφήσῃ τὸν νοῦν σας καὶ ν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν χεῖρά σας, ὅτε ὑπεγράφετε αὐξήσεις εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους (εὖγε). Ἂν ὑμεῖς ἐνεπνέεσθε ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων τῶν λοιπῶν ἑλλήνων, βεβαίως ἠθέλατε σταματήσει εἰς τὴν κλίσιν πάσης σπατάλης. Μία δραχμὴ, κύριοι, οἰκονομουμένη ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ τῶν πασχόντων προσφύγων, τὰ δὲ ἀσωτευθέντα ἑκατομμύρια ἤθελον χρησιμεύσει νὰ ἐμποδίσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ φθάσῃ ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης εἰς τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τοῦ δράματος. Ποῖαι εἶναι λοιπὸν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπράξατε, διὰ νὰ παλαίσητε πρὸς τὰς ἀναπτυσσομένας δυσχερείας, ὅπως ἔλθητε εἰς σωτηρίαν τῆς Κρήτης; Εἶναι ἀναγκαῖαι ὅλαι αἱ δαπάναι, ἃς ἀνεγράψατε; Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ κάμῃ οἰκονομίας 5 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἱερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Ἂς ἀφήσωμεν τώρα αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἓν ἄλλο· ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Σίμος τὸ ἐκ τῶν τακτικῶν δαπανῶν προκύπτον ἔλλειμμα εἰς 585,986 περιώρισεν, ἀλλ’ ἦλθεν ὁ διάδοχός του καὶ τὸν διέψευσε. Καὶ κατὰ τοῦτο ἐφάνη ὁ διάδοχός του εἰλικρινέστερος, ἀναβιβάσας αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα εἰς ἓν ἑκατομμύριον.
§110ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι 600,000.
§111ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀνεβιβάσατε ἀγορεύων τὰ ἔξοδα εἰς 35 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἔσοδα εἰς 34. Τέλος πάντων ὁ διάδοχος ὑπουργὸς ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα περιπλέον 100,000, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ οἱ δύω εἶσθε πολὺ λανθασμένοι. Εἶσθε λανθασμένος πρῶτος ὑμεῖς, κύριε νεώτερε ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, διότι, πρᾶγμα πρωτάκουστον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, στηρίζεσθε ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων, ἵνα προσδιορίσητε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθησομένων, ἑπομένως ἠσπάσθητε σύστημα πολὺ λανθασμένον.
§112ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἶναι 35,000,000, μὲ παρεξηγεῖτε.
§113ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μὲ ἀναιρέσητε. Ἂς μὲ συγχωρήσωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μὴν ἔχω καμμίαν πίστιν οὔτε εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισαν καὶ οἱ δύο, οὔτε εἰς ἐκεῖνο τῶν ἐξόδων. Ἐὰν εὐαρεστῶνται τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν δαπανῶν ν’ ἀναβιβάσωσιν εἰς 500 ἢ 600 χιλ. ἢ καὶ εἰς 1,000,000, ἐγὼ δυστυχῶς φρονῶ, ὅτι θὰ εἶναι 3,000,000, τὸ ὀλιγώτερον, διότι οὐδεὶς αὐτῶν ἐξέπεσε τὰς καθυστερήσεις, αἵτινες συνήθως εἶναι ἀπὸ 5–10 τοῖς ἑκατόν· ὁ καιρὸς θ’ ἀποδείξῃ τίς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὕστερον ἀφοῦ, κύριοι, σᾶς ἀπέδειξα τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ὑπερβάσεων, προκυπτουσῶν ἐκ τῶν ἀνακεφαλαιώσεων τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πέντε ὑπουργείων καὶ φθανουσῶν εἰς 5,408,392, ἀφαιρουμένων τῶν ἐλαττώσεων τῶν δύω ὑπουργείων τῶν ἐσωτερικῶν κατὰ δραχμὰς 244,942 καὶ τῆς δικαιοσύνης 44,819, πῶς θὰ χαρακτηρίσετε τὴν πρᾶξιν τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, προσδιορίζουσαν τὰς ὑπερβάσεις τῶν διαφόρων ὑπουργείων ἐπὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν εἰς μόνον 1,058,844, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του; Ἀπορῶ πῶς δὲν ἔκαμε τὴν ἁπλῆν αὐτὴν λογιστικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος μὲ καλὴν πίστιν καὶ μὴ θέλων ν’ ἀπατήσῃ δύναται νὰ πράξῃ, ἤτοι τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀνακεφαλαιώσεων τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐλαττώσεων, μετὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὸ καθαρὸν ποσὸν τῶν ὁλικῶν ὑπερβάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868. Δὲν πιστεύω, ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐπλανήθη, ἀλλὰ διὰ τῆς τέχνης τῶν ἀριθμῶν ἠθέλησε νὰ ἐλαττώσῃ τὰς κακὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες ἤθελον γεννηθῆ ἐκ γυμνῆς τῆς ἀληθείας, ὅταν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ ὑπερβάσεις τοῦ οἰκονόμου ὑπουργείου Βούλγαρη πρὸς τὸ σπάταλον τοῦ Κουμουνδούρου εἶναι κατὰ 3 περίπου ἑκατομ. καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν νέων ἀναγραφῶν καὶ μετὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν καθ’ ὁλοκληρίαν συμπεριληφθεισῶν δαπανῶν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Τί εἶπεν ὅ τε νῦν ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Βαλασόπουλος καὶ ὁ κ. Σ. Πετμεζᾶς, ὁ πρὸ ὀλίγου χολωθεὶς ἀδίκως ἐναντίον μου, ἵνα δικαιολογήσωσι τὰς αὐξήσεις τῶν τακτικῶν δαπανῶν; Ἀμφότεροι κατεφέρθησαν κατὰ μιᾶς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἀνακολούθου, διότι εὑρισκομένη εἰς τὰ πράγματα τὸ 1867, ἐκήρυττεν, ὅτι τὰ ἔξοδα ἑνὸς προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τὰ ἔσοδα. Νομίζω, ὅτι οἱ θέσαντες τοιαύτην ἀρχὴν, οὐδέποτε ἐνόησαν, ὅτι ἀναγκαῖον νὰ δαπανῶνται ὅλα τὰ ἔσοδα ἑνὸς κράτους, διὰ νὰ μὴ μένῃ ποτὲ περίσσευμα ἐκ τῆς διαχειρίσεως, διότι εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ἡ ὁμιλία τῶν δύω ὑπουργικῶν ῥητόρων. Ἂν ᾖναι οἰκονομικὴ ἀρχὴ τῳόντι ὑγιὴς καὶ ἀναγκαία διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἐκείνη, τὸ νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔσοδά μας, θέλοντες νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὴν ἱκανοποίησιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ οὐδέποτε νὰ στηριζώμεθα περὶ αὐτῶν ἐπὶ δανείων. Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθει αὐστηρῶς ἐξ ἀρχῆς, οὐδέποτε οἱ προϋπολογισμοί της ἤθελον κλείει μὲ ἔλλειμμα. Εἶναι ἀρχὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν ὅλα τὰ μικρὰ κράτη, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν, νὰ παραδέχωνται ὡς οἰκονομικὸν δόγμα, καὶ μάλιστα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν χρεωμένα, διότι ἕτερον μέσον δὲν ἔχουσι ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς χρεωκοπίας, εἰμὴ τακτοποιοῦντα τὰ οἰκονομικά των, διὰ τῆς χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν των. Παντάπασι λοιπὸν ἡ ἀρχὴ ἐκείνη δὲν ἐδικαίου τὴν κυβέρνησιν, ἥτις διωμολόγησεν ἐπιβλαβεῖς συμβάσεις, ἀδικαιολογήτους ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, ἐδημιούργησε θέσεις καὶ ἐπροβίβασε παρὰ τὸν νόμον καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ ἐν γένει περιεποιήθη τὰ συμφέροντα τῶν οἰκείων καὶ φίλων της, μὲ μεγίστην ζημίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μοὶ δείξωσιν ἓν δημόσιον ἔργον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1868, ἓν ἔργον ἀφορῶν τὴν Ἑλλάδα· ἂς μοὶ δείξωσιν ἓν τι ὁποιονδήποτε, ἔχον γενικὴν ὠφέλειαν. Αἱ ὠφέλειαι, ἃς ἤθελον παρουσιάσει, εἶναι ἰδανικαί! Δικαιολογοῦνται μὲ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· ἀλλὰ ποία ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, ἀφορωσῶν τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῶν ἐκτάκτων, ἀφορωσῶν τὴν περίθαλψιν καὶ βοήθειαν τῶν Κρητῶν; Οὐδεμία. Ποῖος ποτὲ σᾶς ἐμπόδισε μέχρι σήμερον νὰ δαπανᾶτε ὑπὲρ τῶν Κρητῶν ἢ σᾶς ἐζήτησε κἂν λόγον περὶ οὕτω δαπανωμένων; Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, μέχρι τινὸς μόνον ἀκολουθήσας τὰς ἐργασίας της, παρεδέχθη ὅλας τὰς πιστώσεις, ὅσας ἐζητήσατε χάριν τῶν Κρητῶν. Ποῦ μόνον ἐσταμάτησε; Ποῦ ἐζήτησε λόγον; Ἐκεῖ ὅπου τὸ ὑπουργεῖον ἐξέκλινε τῆς τροχιᾶς του, δαπανῆσαν εἰς προμήθειαν ὅπλων, διότι τὸ ἔθνος δὲν ἐννοεῖ ἄλλας ἐκτάκτους δαπάνας σήμερον παρὰ τὰς ἀναγκαίας ὑπὲρ τῶν Κρητῶν. Σᾶς ἐζήτησε λόγον διὰ ταύτας; Ὄχι. Τί προτείνετε πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς δαπάνης διὰ τὴν προμήθειαν ὅπλων; Τὴν προπαρασκευὴν, τὴν ὁποίαν κατεκρίνατε εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου. Προσέτι λέγετε, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ὁπλισμοῦ ἦτον ἀναγκαία καὶ ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τότε διατί νὰ πληρώσητε αὐτὰ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, προσδιωρισμένον εἰς ἕτερον σκοπόν; Οἱ ὁμιλήσαντες πρὸ ἐμοῦ σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε τοιαύτης δαπάνης, ἱκανοῦ λογιζομένου τοῦ ὑπάρχοντος ὁπλισμοῦ πρὸς τὰς ὑφισταμένας χρείας, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν πόλεμον. Κακίστη λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τοῦ νὰ παραγγείλητε ὅπλα Σασσεπῶ, ὅταν ἡ Κρήτη δι’ ἔλλειψιν μέσων κινδυνεύῃ νὰ ὑποταχθῇ ἄνευ ὅρων εἰς νέον ζυγόν· ὅταν τὰ ὅπλα αὐτὰ καὶ τὰ ἐν Ἀμερικῇ ἕτερα παραγγελθέντα τοῦ Ῥεδιγκτῶνος δύνανται μετὰ ἓξ μῆνας, ἀφοῦ τεθῶσιν εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας, ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐκ τῆς προόδου τῆς τέχνης ἄχρηστα. Κύριοι, οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος νὰ μᾶς κηρύξῃ ἡ Τουρκία τὸν πόλεμον· κατὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου εἴμεθα ἐντελῶς ἠσφαλισμένοι. Ἀπόδειξις ἀναμφίλεκτος τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἐταπεινώθη τοσοῦτον, οὔτε θέλει ταπεινωθῆ εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν, διὰ τὸ ταπεινὸν καὶ ψοφοδεὲς τῶν ἐκφράσεων· οὐδεμία ἐπροφέρθη λέξις ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων Κρητῶν! Διὰ τοιαύτης γλώσσης, οἵαν μετεχειρίσθη ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, παρέστησε τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν χωροφύλακα τῆς Τουρκίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Μὴ φοβεῖσθε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἔχητε πόλεμον, ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ διαγωγή σας πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ὅθεν διατὶ νὰ δαπανήσητε κακῶς 3 ἑκατομμύρια διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν εἰς προμήθειαν περιττῶν ὅπλων καὶ νὰ περιορίσητε οὕτω τὰ μέσα, ἅτινα θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἐξακολούθησιν τῶν πρὸς τὴν Κρήτην βοηθειῶν; Τί θέλουσι σᾶς χρησιμεύσει τὰ Σασσεπὼ, τὰ ὁποῖα ἐθέσατε εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀφοῦ χάνεται ἡ Κρήτη; Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὅτι μελετᾶτε δι’ αὐτῶν νὰ τρέξητε ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ εἰς σωτηρίαν της. Ἀλλὰ τότε παραδέχεσθε τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν, τὴν ὁποίαν δὲν τολμᾶτε φανερὰ νὰ κηρύξητε, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλὴ, φωτισθῇ τὸ ἔθνος. Ἐὰν πάλιν ἐναποθέσητε τὰ ὅπλα αὐτὰ, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς μέλλοντα χρόνον, τὰ ὅπλα αὐτὰ, καὶ ἐὰν δὲν κατασταθῶσιν ἐκ τῶν ἀνακαλύψεων τῆς τέχνης ἐντελῶς ἄχρηστα, θὰ ὀξειδωθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν, ὡς ἄλλοτε τὰ Ῥωσσικὰ, μείναντα ἐπὶ πολλὰ ἔτη, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη αὐτῶν. Διατί λοιπὸν νὰ βαρύνητε τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος μὲ περιττὴν δαπάνην δραχμ. 3,200,000; Δὲν ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπάρχωσι τὰ χρήματα αὐτά; Διότι ὅταν τις ἔχῃ χρήματα δὲν ἀργεῖ, εἰς τὴν σημερινὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, νὰ προμηθευθῇ ἐγκαίρως ὅ,τι θέλει. Βεβαίως τὰ μεγάλα ἔθνη, κινοῦντα ἓν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίου στρατὸν, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐναποθέτωσι πρότερον μέρος ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν των, ἀλλὰ τὰ μικρὰ δὲν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ἅτινα μικρὸν ἀριθμὸν πρόκειται νὰ προμηθευθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐναποθέτωσι πρότερον ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν των, μεταχειρίζονται πολλὰς ἐρεύνας ἐπιστημονικὰς καὶ πρακτικὰς, πρὶν ἀποφασίσωσι τὴν δαπάνην. Ἐνθυμοῦμαι ν’ ἀνέγνωσα πρό τινων μηνῶν εἰς ἐφημερίδα Γαλλικὴν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ὑπὸ τριῶν στραταρχῶν, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν ὅπλων τοῦ Σασσεπὼ καὶ τὰ εὗρεν ἐλαττωματικά· ἑπομένως ἔχουσα ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ της κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν, ἔδωκε παραγγελίας εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἰς προμήθειαν ἑτέρου εἴδους. Ἡ Ἑλλὰς, ἀναγκαζομένη σήμερον νὰ ζῇ ἐν εἰρήνῃ, δὲν ἔχει χρείαν νὰ μιμῆται ὅλας τὰς προόδους τῆς ἀνακαλύψεως ἐπὶ τῆς τελειότητος τῶν ὅπλων, διότι δὲν ἔχει καὶ τὰ μέσα ν’ ἁμιλλᾶται πρὸς ὅλας τὰς ἀνακαλύψεις, ἅς τινας βαθμηδὸν ἡ ἐπιθυμία ἐφευρεύσεως πρὸς ταχυτέραν καὶ μείζονα καταστροφὴν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους δύναται νὰ ἐπινοήσῃ μέχρι τοῦ ἐντελεστέρου τρόπου. Καὶ ἐὰν εἶχεν ἡ Ἑλλὰς τὰ μέσα νὰ μεταβάλῃ τὸν ὁπλισμόν της, ἄνευ θυσίας μεγαλειτέρων συμφερόντων, ὤφειλε νὰ περιμείνῃ, οὐδεμιᾶς ἀνάγκης κατεπειγούσης, μέχρις οὗ σταματήσῃ τοὐλάχιστον διά τινα χρόνον ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἐκ τῆς μανίας τῶν ἀνακαλύψεων ἐπὶ τοῦ πυροβόλου. Χαίρω δὲ, διότι ἡ διαταγὴ τῶν προμηθειῶν πηγάζει ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οὐχὶ ἐκ μόνου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἤθελε τότε φέρει ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, καθ’ ἃς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Κύριοι, ἐπὶ τῶν συζητήσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Γαλλίας ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ αὐτῆς κ. Θιέρσος εἶπεν, ὅτι ἡ πιστοτέρα εἰκὼν πάσης κυβερνήσεως εἶναι ὁ προϋπολογισμός της, οὗτος εἶναι ἡ φωτογραφία τῆς πολιτικῆς της. Τὴν εἰκόνα τοῦ παρόντος ὑπουργείου εἴδετε εἰς τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ σπατάλου ὑπουργείου καὶ κατὰ πόσον ἐβάδισε σύμφωνα μὲ τὴν εἰρηνόφιλον πολιτικὴν, ἣν ἐκήρυξεν ὡς ἀρχήν του! Μεταβαίνω ἤδη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἀναγραφῶν τινων νέων, ἃς δὲν ἐθεώρησα οὔτε φρονίμους εἰς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τῆς Ἑλλάδος, οὔτε δικαίας. Βεβαίως ἡ διαγραφὴ αὐτῶν περιορίζει τὴν ὑπέρβασιν τῶν 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς ὀλιγώτερα. Καὶ πρῶτον, κύριοι, θὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, τὴν δαπάνην τοῦ ὁποίου ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησε ν’ ἀπαλείψῃ προσωρινῶς ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868. Ἐρωτῶ, ἦτο συνετὸν καὶ οἰκονομικὸν ἔργον εἰς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, δαπανῶσα ἐκτάκτως καὶ ἔχουσα μεγίστας οἰκονομικὰς δυσχερείας, νὰ σπεύσῃ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Σῖμος εἰς Λονδῖνον, (οὐχὶ προσωπικῶς, ἀλλὰ διὰ παραγγελίας) ὅπως ἀποπερατώσῃ ἐκκρεμῆ διαπραγμάτευσιν ἀπὸ τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν ἐγκατέλειψεν;
§114ΣΙΜΟΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν λάβητε τὸν λόγον ἀπαντᾶτε.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου συνῆψε σύμβασιν μὲ τοὺς κατόχους τῶν χρεωγράφων, ἀλλ’ ὑπάρχει ὅρος μέχρι τῆς δεῖνος προθεσμίας, ἥτις παρῆλθε πρὸ μηνῶν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία ἐξ αὐτῆς ὑποχρέωσις.
§117ΣΙΜΟΣ. Τὴν ἐπικρίνετε λοιπόν;
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· ἀλλ’ εἴπατε πῶς εἶσθε ὑποχρεωμένοι.
§119ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βλέπετε πῶς δὲν εἴχετε δίκαιον, κύριε Σῖμε. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς εἶχον πληροφορηθῇ καὶ ὅπως πείθομαι, διότι εἶναι ἄνθρωπος πρακτικὸς, ἐζήτησε τὸν συμβιβασμὸν τῆς διαφορᾶς αὐτῆς μὲ τὸν σκοπὸν νὰ κατορθώσῃ ἓν δάνειον διὰ τῶν ἰδίων κατόχων, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ προχωρήσας ἐνόησεν, ὅτι ἦτον ἀνέφικτος ὁ σκοπός του, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλείψῃ ἀμέσως τὴν διαπραγμάτευσιν, ἀλλ’ ἔφθασεν εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον αὐτῆς καί τότε ἐπιτηδείως ἀπηλλάγη. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς διαπραγματεύσεως, τὴν σύμβασιν δὲν ἐδέχθησαν πάντες οἱ κάτοχοι, ἀπαιτοῦντες περισσοτέρας θυσίας ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο καὶ διῃρέθησαν, ὡς ταῦτα ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐτέθη λοιπὸν ἐντὸς τῆς συμβάσεως, γενομένης μὲ ἕνα ἀριθμὸν ἐκ τῶν κατόχων, ὅρος ἐπιφυλάττων τὸ δικαίωμα πρὸς τοὺς διαφωνοῦντας καὶ προθεσμία ἀνατρεπτικὴ, ἐντὸς τῆς ὁποίας ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἐπικυρώσεως ἀμφότερα τὰ μέρη. Ἡ προθεσμία αὕτη, παρελθοῦσα ἀνωφελῶς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, κατέστησε τὴν σύμβασιν ἄκυρον καὶ μὴ οὖσαν. Τοιαύτην σύμβασιν ἠθέλησε νὰ κυρώσῃ ὁ κ. Σῖμος, ἐπιφορτίζων εἰς τὴν ῥάχιν τῆς Ἑλλάδος 55 χιλιάδας λιρῶν στερλινῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς στερεῖται νὰ πληρώσῃ τὰ γλίσχρα σιτηρέσια τῶν Κρητικῶν οἰκογενειῶν καὶ κρατεῖ τὰ ταμεῖά της ἑρμητικῶς κεκλεισμένα. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τοιαύτην σύμβασιν, διότι τοιαύτη τις δὲν τῇ ἐπεβάλετο ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὗρεν αὐτὴν καθὼς καὶ ἐκ τῆς διαφόρου πολιτικῆς της. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεφάσισε τὴν θυσίαν τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων ἐπὶ ἐπαχθέσιν ὅροις, ἀλλ’ ἠναγκάζετο εἰς τοῦτο ἐκ τῆς πολιτικῆς του, ἀπαιτούσης δάνειον, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀπολαύσῃ. Σεῖς ὅμως ἀσπασθέντες πολιτικὴν ἐναντίαν τῶν προπαρασκευῶν καὶ μὴ εὑρισκόμενοι εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἀπεδείξατε πολλὴν ἀκρισίαν καὶ ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ, διότι ἠδύνατο τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ὅπως τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου.
§120ΣΙΜΟΣ. Ὅποιος θέλει εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ τοῦτο.
§121Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Σῖμε, οἰκονομολόγε πρὸς τίνα σκοπὸν ἐφέρατε αὐτὴν τὴν σύμβασιν πρὸς ἐπικύρωσιν, ἀφοῦ βεβαιοῦτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ πᾶς τις; Πρέπει νὰ μοὶ ἀποδείξῃς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, τὸν ἐθνικὸν σκοπόν, καὶ τότε εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὴν ὑποστηρίξω.
§122ΣΙΜΟΣ. Πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐθνικῆς πίστεως, δὲν εἶναι τοῦτο ἐθνικὸς σκοπός;
§123ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς μάτην μὲ διακόπτεις λέγων, ὅτι δι’ ἐθνικὸν σκοπὸν τὸ ἔπραξας. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι οἱ κατὰ τὸ 1868 οἰκονομολόγοι τῆς Ἑλλάδος δοξάζουσιν ἔτι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις της μέλλει ν’ ἀνορθωθῇ ἐκ τῆς συμβάσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825. Εἶναι σχεδὸν μηδὲν τὸ μέσον τοῦτο, εἰς ὃ προσαρτᾶτε τόσην μεγάλην δύναμιν, τόσην μεγάλην σημασίαν.
§124ΣΙΜΟΣ. Τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου εἶναι κλεισμένον δι’ αὐτήν.
§125Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οὐδὲν ἔθνος, ἔχον πολλοὺς δανειστὰς, περιωρίσθη νὰ ἱκανοποιήσῃ μόνον τινὰς, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν πίστιν του· εἰξεύρω, ὅτι σᾶς γαργαλίζουν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς ἀνοίξεως τῶν χρηματιστηρίων, ἐὰν ὑποβάλητε τὸ ἔθνος εἰς μεγάλην θυσίαν—τὴν διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβαλλομένην, ἀλλ’ εἰς τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ τὸ ἄνοιγμα τῶν χρηματιστηρίων, ἀφοῦ πίστιν δὲν ἔχετε; Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, ὅτι αἱ στοιχειωδέστεραι οἰκονομικαὶ γνώσεις λείπουσιν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον! Ἠθέλησε καὶ ἡ Γαλλία ἐπὶ τῆς Ὑπατείας ν’ ἀνορθώσῃ τὴν ἐθνικήν της πίστιν, ἀλλ’ ἐκανόνισε τὴν πληρωμὴν πάντων τῶν χρεῶν της ἀναλόγως τῶν μέσων της, καὶ κατέστη ἐνήμερος καθ’ ὅλας τὰς πληρωμάς. Τοιουτοτρόπως ἀνέκτησε τὴν πίστιν της, ἐπωφεληθεῖσα ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν χρηματιστηρίων. Ἡ Ἑλλὰς τότε θὰ ἀνακτήσῃ τὴν πίστιν της, ὅταν κατορθώσῃ ἓν σύστημα χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως πάντων τῶν χρεῶν της ἀναλόγως τῶν μέσων της καὶ φαινομένη πιστὴ εἰς τὴν τακτικὴν ἐκτέλεσιν τῶν νέων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θέλει ἀναδεχθῆ, καὶ συνάμα ὅταν παρουσιάσῃ οἰκονομικὸν προϋπολογισμὸν κλείοντα μὲ περίσσευμα, καὶ προσέτι ὅταν ἔχῃ ἀνοικτὰ τὰ ταμεῖά της, ὄχι δὲ νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι εὐχαριστοῦντες τοὺς κερδοσκόπους, τοὺς ἀντὶ εὐτελοῦς ἀξίας γενομένους κατόχους τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἐπιτυγχάνομεν τὸν μέγαν αὐτὸν σκοπόν. Σήμερον δὲ, ὅτε κλείομεν μὲ ἔλλειμμα τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν, ὅπερ ἐκ τῆς γενναιοφροσύνης καὶ φιλοπατρίας τῶν ὁμογενῶν, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλπίζεται νὰ καλυφθῇ, τοιαῦται προτάσεις δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν εἶχε περισσότερον σέβας εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς ἑαυτό. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν θέλω κάμει ἔτι· ὅτι καθ’ ἃ ἀνεγνώρισαν ὅλαι αἱ ἑλληνικαὶ κυβερνήσεις, ἐπὶ τριακονταετίαν, ἐπίσης δὲ αἱ προστάτιδες δυνάμεις καὶ ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος, μεταξὺ δὲ τούτου ἡ σπουδαιοτέρα πολιτικὴ ἐφημερὶς τῆς Ἀγγλίας, ὁ Χρόνος, πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐκφρασθεὶς, ἡ Ἑλλὰς νομικὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν εἰρημένων δανείων δὲν ἔχει, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ ἀναλογοῦντος αὐτῇ μέρους, ἐκ τοῦ ὅλου συμφωνηθέντος τότε ὑφ’ ὅλης τῆς ἐν ἐπαναστάσει κατὰ τῆς Τουρκίας εὑρισκομένης ἄλλοτε Ἑλλάδος. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ οἰκτρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου καὶ ἡ εὐτελὴς τιμὴ, εἰς ἣν οἱ σημερινοὶ κάτοχοι ἀπέκτησαν τὰ δάνεια αὐτά· ὀλιγώτερον τῶν 12% καὶ μέχρι τῶν 7 μόνον εἶχον ἐκπέσει τὰ χρεώγραφα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν περιστατικὸν λίαν σπουδαῖον, ὅπερ συνέβη ἐδῶ εἰς τὴν ἰδίαν Ἑλλάδα. Ὁλλανδός τις, κάτοχος περίπου ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐξ αὐτῶν τῶν χρεωγράφων, ἦλθε κατὰ τὸ 1859 ἢ 1860 εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ ποσόν τι ἐξ αὐτοῦ. Ἀφοῦ ἀπηλπίσθη, ἀνεφέρθη πρὸς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, ἐξαιτούμενος ἀπέναντι αὐτῶν ἓξ χιλιάδας δραχμῶν, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν του· ἀλλ’ ἀπέτυχεν ἐντελῶς τοῦ σκοποῦ του, διότι ὁ Ὄθων δὲν ἤθελεν, ὀρθῶς ποιῶν, νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς κερδοσκόπους, οἵτινες εἰς τοιαύτην ἀγαθοεργὸν πρᾶξιν ἠδύναντο νὰ στηρίξωσιν ἑτέρας ἐλπίδας. Ἀγνοῶ, ἂν ἦτον ἐκ τῶν ἀρχαίων κατόχων ἢ τῶν νεωτέρων, τῶν κερδοσκόπων, ἦτον ὅμως πτωχὸς, καὶ μολοντοῦτο οὔτε ἡ ἔνδειά του νὰ χρησιμεύσῃ ἠδύνατο ὡς λόγος πρὸς ἀπόλαυσιν τῆς γλίσχρου ἐκείνης ποσότητος, ἀπέναντι τοῦ τίτλου, δι’ ὃν τὴν ἐζήτει. Τοιαῦτα εἶναι τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα εὗρεν ὁ κ. Σῖμος εἰς τὴν παροῦσαν εὐκαιρίαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, ἕνεκα τῆς θέσεως τῆς Κρήτης, ἵνα θέσῃ ἐπὶ τῆς ῥάχεώς της τὴν μεγάλην αὐτὴν θυσίαν, τὴν πληρωμὴν 1,600,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἓν ἕτερον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νῦν ὑπουργεῖον, ἂν ἐπὶ τοιούτων καὶ τηλικούτων οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς Ἑλλάδος, ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει δυνηθῇ αὕτη, ἱκανοποιοῦσα τὰς ἀνάγκας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων της καὶ φορτωμένη καθ’ ἑκάστην νέα χρέη, χάριν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ εὑρεθῇ συνάμα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐκπληροῖ τακτικῶς καὶ τὰς ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀναδεχομένας ὑποχρεώσεις. Ἄλλως εἰς τί δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἡ στιγμιαίως ἀναγεννωμένη ἐλπὶς τῆς δημοσίας πίστεως, ὅταν μετ’ ὀλίγον μέλλῃ πάλιν μὲ νέαν προσβολὴν νὰ ἐκλείψῃ; Μήπως δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὰ οἰκονομικά σας μέτρα; Ἴδομεν τὴν οἰκονομίαν σας εἰς τὸν συζητούμενον προϋπολογισμόν· ἐξ αὐτῆς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναγραφὰς τῶν ὑποχρεώσεων καὶ θὰ φανῆτε φειδωλότεροι, ἀφοῦ ὑμεῖς εἰς ὅλα ὑπήρξατε σπάταλοι, εἴς τε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας! Τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον σᾶς παρέδωκε 3 ἑκατομ, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομ· ἐπραγματοποιήσατε καὶ ὑμεῖς 1,700,000.
§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλα τρία.
§127ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τόσον χειρότερα. Ἐπήρατε καὶ τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῆς ὁδοποιΐας.
§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἄλλα δύο δάνεια.
§129ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ναί· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ποῦ ἐξωδεύθησαν ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ἀσφάλιστρα τοῦ θωρακωτοῦ Βουβουλίνας καὶ ἕτερα ἀκόμη, ὥστε νὰ παρουσιάζηται ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναγνώσας συγκεχυμένως τινὰς ἀριθμοὺς οἱονεὶ φυλλάδας, χωρὶς νὰ μᾶς χορηγηθῶσιν ἐπισήμως αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§130Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σεῖς εἴχατε μίαν φυλλάδα. Σεῖς ὁ ἴδιος δὲν εἰμπορέσατε νὰ μᾶς δώσητε νὰ καταλάβωμεν. Ἐὰν τὸ ὅλον εἶναι 1,600,000, ἀλλ’ ἂς ἦναι τέλος πάντων, ἀφοῦ ἔχομεν 5,000,000 ἔλλειμμα, θὰ προσθέσωμεν καὶ 1½ νὰ πληρώσωμεν τοὺς κατόχους.
§131ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν λογικὴν αὐτὴν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἀφοῦ ἔχομεν 5,000,000 ἔλλειμμα, ὅπερ εἴμεθα ὁλονὲν εἰς ἀμηχανίαν νὰ θεραπεύσωμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν προσθέτοντες ἀκόμη εἰς αὐτὸ, νὰ εὐκολύνητε τὴν πληρωμήν του; Ἐκτὸς ἂν ἀπεφασίσατε πλέον τὴν χρεωκοπίαν ὁριστικῶς. Ἐπομένως τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὅλαις δυνάμεσιν ἀποκρούω, οὐχὶ διότι θέλω ποτὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ φροντίσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀλλὰ διότι ἀξιῶ, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ διὰ γενικοῦ μέτρου, ἀφορῶντος τὴν ἀπόσβεσιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεών της, ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν, καὶ διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὰ παρόντα μέσα αὐτῆς δὲν τῇ ἐπιτρέπουν νὰ χορηγήσῃ 40% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τόκων καὶ προσέτι 5 τοῖς ἑκατὸν ἐτήσιον τόκον ἐπὶ παγίου χρέους. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τόκους καὶ συντάξεις, ἄνευ τῶν ἀναγραφῶν τῶν δύω συμβάσεων, τῆς μιᾶς τῶν ἀνωτέρω παλαιῶν δανείων καὶ τῆς ἑτέρας περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κληρονόμων Ὄθωνος, ἔχομεν ποσὸν 6,946,370, εἰς ὃ ὅταν προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφῶν αὐτῶν, ἀναλογιζομένων εἰς 1,900,000 κατ’ ἔτος, ἔχομεν τὸ τρίτον τῶν τακτικῶν ἐσόδων μας, πληρωνόμενον οὕτω χωρὶς τὴν ἐκκαθάρισιν οὔτε τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ Ῥοσχίλδ, οὔτε τῶν λοιπῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὅλα βεβαίως ἀνέρχονται μετὰ τῶν τόκων εἰς πολλὰς ἑκατοστύας ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἡ Ἑλλάς, συμβιβάζουσα μὲ 40% καὶ μὲ 5% πάγιον τόκον, πρέπει νὰ καταναλίσκῃ τὰ ⅔ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ της, ἴσως δὲ καὶ πλέον· ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τότε δὲν μένει ποσὸν ἐσόδων διὰ τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀναγνωρίζουσι τὴν ἱερότητα τῶν ὑποχρεώσεων, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ τίμιος ἄνθρωπος τὰ χρέη του ὀφείλει νὰ ἐξοφλῇ εἰς τὴν ἀριθμητικήν των ἀξίαν, εἰς οἱουδήποτε χεῖρας καὶ ἂν εὑρεθῶσι. Τὸ αὐτὸ δοξάζω καὶ διὰ τὰ ἔθνη, διότι μόνον διὰ τοιούτου μέσου δύνανται ν’ ἀνυψώσωσι τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψίν των, ἀλλὰ καὶ ἑδραίως νὰ στηρίξωσι τὴν πίστιν των. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τοῦτο· ὅπως δὲ εὑρίσκεται σήμερον, ὅπως τὴν κατήντησεν ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν κυβερνήσεών της, εἶναι ἀδύνατον σήμερον καὶ θέλουσα ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ χρέη της εἰς τὴν ἀριθμητικήν των ἀξίαν, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ οὐσιωδῶς πρότερον αὐτήν. Τὰς ἐλαττώσεις ταύτας δὲν δύναται νὰ προσδιορίσῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς 40%, ἐὰν, ὡς προεῖπον, δὲν ἀποφασίσῃ νὰ συμβιβάσῃ τὰ ὅλα χρέη της καὶ τότε νὰ σπουδάσῃ αὐστηρῶς νὰ εὕρῃ ποῖα εἶναι τὰ μέσα της. Σήμερον προσφέρουσα 40% εἰς ἐξόφλησίν τινος χρέους, αὔριον ἐνδέχεται ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς δανειστάς της, καὶ τότε τοιαύτη προσφορά, ὁποία γίνεται σήμερον, ἀδικεῖ τοὺς ἄλλους δανειστάς, ὧν δὲν συμβιβάζονται συγχρόνως αἱ ἀπαιτήσεις. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ 20 καὶ 40 τοῖς 100 δὲν πρέπει νὰ λογισθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ποσότητος τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀναλογούσης τῇ σήμερον ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Ἡ συζήτησις περὶ τῶν δανείων αὐτῶν παρουσιάσθη ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸ 1864 πρώτου συσταθέντος ὑπουργείου ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Βούλγαρη, ὁπότε ὁ τότε σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ἕνεκα ὑποσχέσεων ἃς εἶχε δώσει, διερχόμενος μετὰ τῆς Α. Μ. ἐκ Λονδίνου, ἐπίεσε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἵνα φθάσῃ εἰς ἕνα συμβιβασμὸν περὶ αὐτῶν. Τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ ἀπετέλουν ὁ ἴδιος μέρος, ἀλλὰ μέχρι τέλους αὐτὸ ἐπέμεινεν εἰς τὴν προσφορὰν τῶν 20% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου χρέους, χωρὶς νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν πίεσιν.
§132ΣΙΜΟΣ. Καὶ νομίζεις, ὅτι ἦτον ὀλιγώτερον;
§133ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν λογαριασμὸν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἦσαν πολὺ συμφερώτεροι οἱ ὅροι ἐκεῖνοι. Τότε εὑρισκόμεθα εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀφήσαμεν κεφάλαιον ἐννεακοσίων τόσων χιλιάδων δραχμῶν, ὡς περίσσευμα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐτησίου τόκου, εἰς τοιοῦτο ποσὸν ἀνερχομένης, ἐπὶ τοῖς ὅροις ἐκείνοις, τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ σχεδὸν εἰς τὸ διπλάσιον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἀναλογίας, 1,600,000 δραχ., ἃς κατὰ τὴν προκειμένην σύμβασιν, εἰς ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν ὑπολογιζομένης καὶ πρὸς 5% ἐτήσιον τόκον, ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς ἐτησίως νὰ πληρόνῃ. Περὶ τούτου, ἂν ἀμφιβάλῃ τις, δύναται νὰ λάβῃ λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δρόσον. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀνὴρ πρακτικὸς καὶ γνωρίζων τὰς ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη προλαβούσας διαπραγματεύσεις, οὐδέποτε ἤθελε προσφέρει πλέον τῶν 10 καὶ 20, ὅπως ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὡς ἰσχυρίσθην εὑρέθη ὑπὸ τὸ κράτος ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ εὕρῃ δάνειον, χάριν τῶν προπαρασκευῶν καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ προέβη εἰς ὅρους μᾶλλον ἐπιζημίους, ἕνεκα τῶν ὁποίων βραδύτερον ἐπιτηδείως ἀφῆκε τὴν σύμβασιν ν’ ἀκυρωθῇ. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἐὰν τὸ τότε ὑπουργεῖον ἔκαμεν ἓν λάθος, τὸ νῦν ὑπουργεῖον δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ, οὔτε νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς ἄκυρον καταστᾶσαν σύμβασιν, ἐὰν ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Οὐδεμίαν ἀπολογίαν τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς πράξεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀφοῦ ἡ πρᾶξίς του αὕτη ἔπαυσε νὰ ἔχῃ νομικὴν ἰσχύν. Μεταβαίνω ἤδη, κύριοι, ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου, ἀλλὰ προαισθάνομαι, ὅτι ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ μέλλω νὰ παλαίσω πρὸς ἰσχυρὰς συμπαθείας, πρὸς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος φαίνεται εὐκόλως λησμονοῦν καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ, ἐκ τούτου δὲ πάντοτε γενναῖον πρὸς τοὺς ὁπωσδήποτε δυστυχήσαντας, ἀδιάφορον δὲ ἐὰν ἡ θέσις των δὲν χρῄζει τοιαύτης γενναιότητος. Τοιοῦτον αἴσθημα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐλάττωμα, διότι πολλάκις ἐκπληροῦται μὲ ἐθνικὴν ζημίαν. Θὰ ὁμιλήσω, κύριοι, περὶ τῆς ἑτέρας συμβάσεως, ἀφορώσης τὰς ἀποζημιώσεις τῶν κληρονόμων Ὄθωνος, προσδιορισθείσας εἰς 4,500,000 δρ., κατ’ ἔτος δὲ εἰς 300,000 διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον, ἐπὶ πολλὰ ἔτη πληρωνομένας. Βεβαίως εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐβιάζετο ὑπὸ οὐδεμιᾶς κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἐν ταῖς παρούσαις οἰκονομικαῖς δυσχερείαις τῆς Ἑλλάδος, εὑρισκομένης ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σύναψιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Ὅταν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἓξ ἔτη, ἂς ἔμενεν ἀκόμη δύω· ὁ κόσμος δὲν ἤθελε χαλάσει. Ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοιαύτης ὑποθέσεως, ἐπιβαλλούσης ἀμέσως χρηματικὰς θυσίας εἰς τὸ ἔθνος, ἕως οὗ ἴδωμεν τὶ θ’ ἀπογίνῃ τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὴν Ἑλλάδα μέχρι σήμερον εἰς μεγάλας θυσίας καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιζητήσῃ ἔτι μεγαλειτέρας· ἀλλὰ παραλείπω τὸν λόγον τοῦτον, ἵνα ἐξετάσω, ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, τὸ δίκαιον. Ὁ κ. Σῖμος ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν ψήφισμα τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ λόγον περὶ αὐτοῦ οὐδένα κάμνει οὔτε εἰς τὴν σύμβασιν, οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι μὲ τὸν ἐπίμονον χαρακτῆρά του δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὕπαρξιν ἐκείνης τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἀνέτρεψε τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ ἐξώρισεν αὐτὸν ἐπὶ χρόνον ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἰδίως δὲ δὲν ἀνεγνώρισε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, διότι αὐτὸ οὐδὲν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Ὄθωνα ἐπὶ τῶν ἀνακτόρων, οὔτε δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης τέσσαρες γνῶμαι ὑπεστηρίχθησαν, ὡς ἐκ τῆς ἐπισήμου συζητήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προκύπτει.— 1) Ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ δήμευσις. — 2) Ὅτι τὰ ἀνάκτορα εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, διότι ἔγειναν ἐπὶ οἰκοπέδων πληρωθέντων διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου, καθὼς καὶ τὰ μάρμαρα αὐτοῦ ἐξωρύχθησαν ἐξ ἐθνικῶν λατομείων, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος Βουλῶν ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐγγραφομένων ἀποζημιώσεων τῶν γηπέδων.—3) Ὅτι οἱ βασιλεῖς, κατ’ ἀρχαῖόν τινα νόμον τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Εὐρώπῃ, δὲν δύνανται νὰ ἀποκτήσωσιν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, καὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσωσιν, εἶναι τοῦ ἔθνους. — 4) Ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς χρηματικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν Ὄθωνα, δι’ ὅσας δαπάνας κατέβαλε πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὴν ποσότητα ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης ἐκ τῶν δοσοληψιῶν του μετὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους· ταύτην δὲ τὴν ἰδέαν ὑπεστήριξαν καὶ ἔντιμοι φίλοι μου. Μετὰ τὴν συζήτησιν ἡ Συνέλευσις διέγραψεν ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος τὸ ὄνομα τοῦ Ὄθωνος ὡς πρὸς τὸ δίκαιον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἀνεγνώρισε τοῦτο πρὸς τρίτους, ἂν εἶχον ἀπαιτήσεις ἐκ τῆς ἐγέρσεως τῶν ἀνακτόρων. Σκοπὸς της ὑπῆρξε νὰ σπεύσῃ νὰ κηρύξῃ τὰ ἀνάκτορα ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ κατοικήσῃ ὁ Γεώργιος, χωρὶς νὰ λύσῃ ὁριστικῶς οὐδὲν ζήτημα οὔτε κυριότητος, οὔτε ἀποζημιώσεως ὡς πρὸς τὸν Ὄθωνα, ἂν καὶ διὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ ὀνόματός του προεδίκασεν ἀμφότερα. Τινὲς δὲ σήμερον, ἀγνοοῦντες τὴν νομικὴν σημασίαν τῆς λέξεως τρίτος ἔν τινι νόμῳ ἢ συμβολαίῳ, ἰσχυρίζονται, ὅτι τὸ ψήφισμα διὰ τρίτους ἐννοεῖ καὶ τὸν Ὄθωνα, ὅπερ ἀντίκειται οὐ μόνον εἰς τὴν νομικὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς διαγραφῆς τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ εἰς τὸ παραδεχθὲν ψήφισμα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Τρίτος λέγεται τὸ μεταξὺ δύω διαφερομένων προσώπων ἕτερον· ὁ Ὄθων μετὰ τῆς Ἑλλάδος θεωροῦνται τὰ διαφερόμενα πρόσωπα καὶ οὐδεὶς αὐτῶν εἶναι τρίτος. Οἱ Γάλλοι διακρίνοντες εἰς τὴν νομοθεσίαν των τοὺς τρίτους πρὸς τοὺς διαφερομένους καλοῦσιν ἐκείνους ayant-cause. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ἀδικίαν τινὰ κατὰ τῶν κληρονόμων τοῦ Ὄθωνος, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν παραδέχομαι ἀδικίαν καὶ κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὸ ζήτημα, ὅπως ἀφέθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ὑπήγετο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ ἀποφασίσωσιν, ἐὰν ὁ Ὄθων ἔχαιρε δικαίωμα εἴτε κυριότητος, εἴτε ἀποζημιώσεως, εἴτε καὶ οὐδέτερον τούτων. — Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν χαίρει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν ἐθνικὴν ἰδιοκτησίαν. Καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς συμβάσεως νόμος, λύων τὰ ζητήματα ταῦτα διὰ τακτικῆς συζητήσεως καὶ ὄχι δι’ ὑφαρπαγῆς. Δήμευσιν βεβαίως ἦτον ἀνάξιον καὶ ἀπρεπὲς νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ ἰδιοκτησίας τοῦ Ὄθωνος, ἂν εἶχεν ἰδιοκτησίαν. Τὴν δήμευσιν ἀπέκρουσα καὶ τότε ἐν τῇ διανοίᾳ μου, τὴν ἀποκρούω καὶ σήμερον. Τοιαύτη ποινὴ εἶναι ἔργον ἐποχῶν σκοτεινῶν καὶ βαρβάρων, ἀποκρουομένη ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν παραδεχομένου σήμερον αὐτήν. Ὅταν δὲ ὁ κ. Σῖμος, ὡς ὑπουργὸς τοῦ Ὄθωνος, ἐζήτησε νὰ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν τῶν ἐπαναστατῶν τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως, παρεβίαζε διαῤῥήδην ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀναγνωρίζει ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος.
§134ΣΙΜΟΣ. Κατάσχεσις ἦτο πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ δημοσίου.
§135ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοιαύτη ἀποζημίωσις ἐζητήθη νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ τῶν Βοναπαρτιστῶν ἐπὶ τῆς δευτέρας παλινορθώσεως, τὰ νομοθετικὰ ὅμως σώματα τῆς Γαλλίας τὴν ἀπέκρουσαν, χαρακτηρίσαντα αὐτὴν ὡς δήμευσιν! Σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς νομοθετικῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν λέγω τοῦτο ἀπὸ φόβον, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι δύναμαι εἰς τὸ ἑξῆς νὰ διατρέξω τοιοῦτον κίνδυνον. Δὲν θέλω πολὺ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ βασιλεῖς δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰδιοκτησίαν, διότι τὰ ἔθνη χορηγοῦν αὐτοῖς τά τε ἀναγκαῖα, τὰ τῆς πολυτελείας καὶ τὰ περιττὰ ἀφθόνως. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ὑπῆρξε καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἰσχύουσα, ὑπάρχει δὲ καὶ σήμερον ἐν μέρει. Ὅταν ὁ Λουδοβίκος Φίλιππος τῆς Γαλλίας μετὰ τὴν Ἰουλιανὴν ἐπανάστασιν ἀνηγορεύθη βασιλεὺς, μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ στέμματος μετεβίβασε, τῇ συμβουλῇ Γάλλων νομικῶν φίλων του, ὅλην τὴν περιουσίαν του εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του, δι’ ὃ καὶ οἱ ἐχθροί του εὗρον μετὰ ταῦτα ἀφορμὴν νὰ τὸν κατηγορήσωσι διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην· εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ αὐτὴ ἀρχὴ εἰσέτι ἰσχύει· τὴν γερμανικὴν νομοθεσίαν ἐντελῶς δὲν γνωρίζω· ὁπωσδήποτε ὅμως παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἵνα λυθῇ, ὡς ἀποῤῥέον ἐξ αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς βασιλείας πρὸς τὸ ἔθνος. Ἠδύνατο ἄρα νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνος εἷς ὑπουργὸς ἢ καὶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ δικάσωσι τὰ δικαστήρια, χωρὶς εἰδικῶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Τὸ κατ’ ἐμὲ διαμαρτύρομαι κατὰ τοιαύτης διεξαγωγῆς. Ἔλθωμεν ὅμως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Ὄθωνος. Δὲν ἐννοῶ ὑπόχρεων τὸν Ὄθωνα μόνον εἰς τὰς ἀμέσους δοσοληψίας αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει ἐμμέσως ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πατρός του, ἀναδεχθέντος τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος, ὡς φυσικὸς ἐπίτροπός του, καὶ ἐκ τῶν πρὸς ἡμᾶς ὑποχρεώσεων τῆς Βαυαρίας. Ποῦ θὰ εὕρωμεν ἡμεῖς μετὰ ταῦτα νὰ ἱκανοποιηθῶμεν παρ’ αὐτῆς, ὅταν ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ Ὄθωνος νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἅπασαν τὴν περιουσίαν του; Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ συκοφαντίας, κυκλοφορησάσας κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς οἰκοδομῆς τῶν ἀνακτόρων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ὅμως, καὶ ἐὰν τὸ πρᾶγμα ᾖναι ἀληθὲς, ὁ Ὄθων ὑπῆρξεν ἀθῶος, ὡς κηδεμονευόμενος τότε. Αἱ φῆμαι αὗται ἦσαν, ὅτι εἶχε συστηθῆ ἰδιαίτερον ταμεῖον τοῦ Ναυτικοῦ ἐν Πόρῳ, ἀνεξάρτητον τοῦ Κεντρικοῦ, καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐλήφθησαν χρήματα, χρησιμεύσαντα εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῶν ἀνακτόρων, ὅτε ἦτον ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν συνάμα ὁ Βαυαρὸς Λεσουΐρος. Ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν οὐδὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ, διότι τοσαύτη εἶναι ἡ ἐν αὐτῷ ἀταξία καὶ σύγχυσις τοῦ λογιστικοῦ, ὡς μοὶ εἶπεν εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἐργασθεὶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, ὥστε πρέπει νὰ καῇ ὅλον τὸ λογιστικὸν καὶ ν’ ἀρχίσῃ ἐκ νέου, ἐὰν θέλωμεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ὑπάρξῃ μία τάξις· καὶ περὶ τούτου δύναται νὰ μοὶ ἀντιλέξῃ ὁ νῦν ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν, ἐὰν δὲν λέγω ἀλήθειαν. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς δοσοληψίας, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ὑπάρχωσιν, ἀφοῦ ὁ Ὄθων ἐπὶ τριακονταετίαν ἐδιοίκησε τὸν τόπον, σχεδὸν ὡς ἀπόλυτος Μονάρχης, ἕνεκα τῆς κατὰ πάντα ὑπερισχυούσης θελήσεως καὶ δυνάμεώς του. Γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι ἐπρομηθεύετο εἰς κριθὴν πᾶσαν τὴν τροφὴν τῶν ἱπποστασίων του καὶ τῶν δύο κτημάτων του, Λιόσια καὶ Χασεκῆ, ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν· Πιστεύω ὅτι περὶ αὐτῶν οὐδέποτε ἐπλήρωσεν.
§136Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶσθε πολὺ ἐσφαλμένος.
§137Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ἀποδειχθῇ, ἂν σφάλλω, ὅταν ἐξετασθῶσι περὶ τούτου τὰ δημόσια βιβλία. Τέλος πάντων ὀφείλομεν νομικῶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ διατάξωμεν νὰ ἐκκαθαρισθῶσι πρῶτον αἱ δοσοληψίαι αὗται. Ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον εὐκόλως δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀντικρούσητε, δι’ ἔλλειψιν προχείρων ἀποδείξεων. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἐξεδόθη φυλλάδιον εἰς ἑλληνικὴν γλῶσσαν, διαλαμβάνον τὴν μετάφρασιν πάντων τῶν πρωτοκόλλων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἀναγόρευσιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Ὁ ἐκδότης, γνωστὸς ὢν εἰς τὸ Πανελλήνιον, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχει κατάλογος τῶν ἐπίπλων, τὰ ὁποῖα ὁ πατὴρ τοῦ Ὄθωνος, ὁ Βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας Λουδοβῖκος, τῷ παρεχώρησεν ἐκ τῶν μετεχειρισμένων ἐν τοῖς ἀνακτόροις του, καὶ δι’ αὐτὰ, ἐν οἷς καὶ εὐτελέστατά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ὀνομάσω, ἀπεζημιώθη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἡ δὲ ἀπόδειξις αὕτη εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν λοιπῶν τοῦ τραπεζίτου Ἐϋχθὰλ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐνθυμεῖσθε τὴν συνθήκην τῆς 5 Φεβρουαρίου 1852, δι’ ἧς ὁ Βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας πολλὰ ὑπεσχέθη τότε—τὸ νὰ χορηγῇ τὰ ἔξοδα τοῦ υἱοῦ του μέχρις οὗ ἡ Ἑλλὰς φθάσῃ οἰκονομικῶς εἰς κατάστασιν νὰ τὰ χορηγῇ ἡ ἰδία — σὺν τοῖς ἄλλοις ὑπεσχέθη νὰ στείλῃ σῶμα στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, οἵτινες νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δι’ αὐτοὺς ὑπεσχέθη νὰ πληρώνῃ ὁ ἴδιος, ἐνῷ, ὡς γνωστὸν, πάντες ἐκ τοῦ πτωχοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου ἁδρῶς ἐμισθοῦντο. Πάντα ταῦτα ὑποστηρίζουσι τὰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους ὑποχρεώσεις τοῦ Ὄθωνος πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ οὐδέποτε πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ ποσόν τι ἀποδοτέον τοῖς κληρονόμοις του, πρὶν ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἀνάγκη περὶ τῶν δοσοληψιῶν τούτων νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐρευνήσῃ τὰ δημόσια ἀρχεῖα καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὶν ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν. Τελευταῖον φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ ἐκκαθάρισις τῆς μετὰ τῆς Βαυαρίας δοσοληψίας, ἵν’ ἀποδειχθῇ ποίας νομίμους ἀπαιτήσεις ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἔχῃ· καὶ περὶ τούτων πρέπει ν’ ἀποκριθῇ ἡ περιουσία τοῦ Ὄθωνος, ἂν τοιαύτη σήμερον ὑπάρχῃ ἐνταῦθα. Ταῦτα εἶναι ὅσα ἤθελον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐκτείνας τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς περὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν τοῦ 1821 καὶ 1825, διότι σκοπεύω νὰ μὴ λάβω δευτέραν φορὰν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων. Τὰ δύω ταῦτα ζητήματα ὑπέβαλον ἀτομικῶς, διότι δὲν συμφωνοῦσι περὶ αὐτὰ πάντες οἱ φίλοι μου, καὶ ἑπομένως ἠθέλησα νὰ προλάβω νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν λοιπῶν ὑπουργείων, ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως ὀλίγιστα ὑπολείπονταί μοι νὰ προσθέσω, ἀφοῦ ὁ κ. Σωτηρόπουλος λογικῶς καὶ δι’ ἀριθμῶν κατηγόρησε τὰ πλημμελῆ μέρη μετὰ πλείστης λεπτομερείας καὶ σαφηνείας. Θέλει εὐαρεστηθῆ ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μόνον ὀλίγας παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὰς ὑπερβάσεις τριῶν μόνον ὑπουργείων. Ὁ ὑπουργὸς τῆς δημ. ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 παραβαλλομένου μὲ τὸν τοῦ 1867 ἔχει ὑπέρβασιν 158 χιλ. δραχμῶν, ἴσια ἴσια ἐπανέφερε τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατὰ τὸ 1864, ὢν ὑπουργὸς ἐν αὐτῷ τῷ ὑπουργείῳ, ἀπέκοψα χάριν οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν διὰ προσωπικῆς μου ἐπασχολήσεως καὶ μελέτης ἠδυνήθην καὶ τὴν ὁποίαν οἰκονομίαν ἐσεβάσθησαν οἱ μετὰ ταῦτα ὑπουργοὶ Λομβάρδος καὶ Χριστόπουλος, χωρὶς νὰ φέρωσιν οὐδεμίαν προσθήκην, διότι ἐξ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, ἐξ οὐδεμιᾶς ἐθνικῆς ὠφελείας δικαιολογεῖται. Ἑπομένως εἶναι φανερὸν, ὅτι προσεβλήθησαν δι’ αὐτῆς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, τὰ ἀφορῶντα πρὸ πάντων τὴν ἱερὰν ἐκείνην ὑπόθεσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠλαττώθησαν τὰ πρὸς ὑπεράσπισίν της μέσα, ἕνεκα τῆς γενομένης σπατάλης. Δικαιολογεῖ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης τὴν ὑπέρβασιν αὐτὴν, προτείνων τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προαγωγὴν τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας, ὡς οἱ πρὸ αὐτοῦ νὰ μὴν ἦσαν οὔτε ζηλωταὶ, οὔτε ἱκανοὶ νὰ προαγάγωσιν ἀμφότερα. Ἰσχυρίζομαι ἑπομένως, ὅτι ἐκ τῶν ἀδικαιολογήτων ὑπερβάσεων τοῦ νῦν ὑπουργείου εἶναι καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 158 χιλ. δραχμῶν, εἰς τὸ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεβίβασε τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν εἰς 8,800,000, ὁ δὲ τῶν ναυτικῶν εἰς 2,053,300, μετὰ τῶν ἐκτάκτων δὲ πιστώσεων ἀμφοτέρων τῶν ὑπουργείων—3,000,200 τοῦ μὲν, 600.000 τοῦ δὲ, φθάνει τὸ ποσὸν εἰς τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὰς συντάξεις αὐτῶν, μετακομισθείσας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπερβαίνει καὶ τὸ ἥμισυ. Τοιαύτη οἰκονομικὴ διαχείρισις τῳόντι εἶναι ἀφόρητος, εἶναι τρομερὰ, ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ἐγκαίρως μέτρα· ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς οὐδὲν ἄλλο κράτος καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἕτερον κράτος, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν μὲ τὸ ἑλληνικὸν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εὑρίσκεται πλησίον τῆς ἀποσυνθέσεώς του. Εἰς τὸ τοιοῦτον κράτος εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ τάξις καὶ κυβέρνησις, εἰς αὐτὸ ὑπάρχουσι μόνον ἀξιωματικοὶ νεμόμενοι ὡς τιμάριον τὴν χώραν. Κατὰ τῆς παρουσιαζομένης στρατοκρατίας καὶ ἐν Ἑλλάδι, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅ,τι ὁ μέγας ἱστορικὸς ἀνὴρ καὶ πολιτικὸς τῆς Γαλλίας πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶπεν ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· «δὲν ἀγαπῶ μᾶλλον τοῦ Κ. Γαρνιὲ Παζὲ τὸν παληκαρισμὸν, ἀποστρέφομαι τὴν κτηνώδη δύναμιν· ἀγαπῶ τὴν ἐλευθερίαν, ὡς τὴν ἐννοῶ.» Ἀνακεφαλαιόνων τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις, λέγω, ὅτι τὸ ἔθνος ἀκόμη δὲν ἐφρόντισε νὰ περιορίσῃ τὴν γενομένην ἀεννάως σπατάλην εἰς τὰ δύω αὐτὰ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα κατήντησαν ὁ καρκίνος τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτῶν εἶναι πλημμελής· τοιοῦτος ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἰδίων πραγμάτων· αἱ ἕξεις ἔχουσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῶν ὑπουργείων, εἶναι ἡ λεγομένη γραφειοκρατία, τῆς ὁποίας τὴν ἐπιῤῥοὴν δυσκόλως δύνανται ν’ ἀποφύγωσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπουργῶν. Ἐν Ἑλλάδι 1000 ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἀπαιτοῦν δαπάνην 750–800 χιλ. δραχ. Θέλετε νὰ μάθετε πόσον κοστίζουν εἰς ἄλλα κράτη; Ἡ Γαλλία ἔχουσα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ἕτοιμον στρατὸν 1,200,000 δαπανᾷ 460 ἑκατομ. φράγ. ἤτοι διὰ 1000 ἄνδρας δαπανᾷ ὡς ἔγγιστα 390 χιλ. φράγκα· ἡ βόρειος Γερμανία ἔχουσα στρατὸν 850,000 δαπανᾷ 247 ἑκατομμύρια, ἤτοι διὰ 1000 ἄνδρας 290 χιλιάδας περίπου. Θὰ σᾶς εἴπω ἄλλο θαυμαστότερον· ἡ Ἑλβετία, ἔχουσα ἐν ἀνάγκῃ ἕτοιμον στρατὸν 147 χιλιάδας, δαπανᾷ ἑκατομμύρια 7 κατ’ ἔτος διὰ 147,000 ἄνδρας, ἤτοι διὰ 1000 ἄνδρας ὀλιγώτερον τῶν 50 χιλιάδων φράγκων κατ’ ἔτος. Φαίνεται μυθῶδες τοῦτο, ἂν καὶ πραγματικόν· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δαπανᾷ περισσότερον μικρὰ δημοκρατία, μὲ ὀλίγους πόρους, πανταχόθεν περικυκλουμένη ὑπὸ μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν κρατῶν καὶ ἀναγκαζομένη νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς αὐτονομίας καὶ ἀνεξαρτησίας της, χωρὶς ὑλικῶς νὰ καταστραφῇ καὶ ἑπομένως ἀπολέσῃ τὴν σεβαστὴν θέσιν, ἣν κατέχει ἀπέναντι αὐτῶν. Διὰ τοιαύτης ἄρα μικρᾶς δαπάνης εἶναι ἑτοίμη πάντοτε νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς χώρας της καὶ νὰ ἐκπληροῖ πάσας τὰς πρὸς τοῦτο ἐπιβληθείσας διὰ τῶν συνθηκῶν εἰς αὐτὴν ὑποχρεώσεις. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ τοῦ τελευταίου Αὐστροϊταλικοῦ πολέμου κατὰ τὰς συνθήκας ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν Ἑλβετικὸς στρατὸς ἐκ 30 χιλιάδων μετέβη καὶ κατέλαβε στρατιωτικῶς χώρας ἐξουδετερωμένας μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἰταλίας. Ἐκ τῶν εἰρημένων λέγω, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀλλάξωμεν τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅστις εἶναι πολυδάπανος, χωρὶς νὰ μᾶς χορηγῇ οὐδεμίαν ὠφέλειαν, διότι ἐνῷ δαπανῶμεν τοσαῦτα, οὐδένα στρατὸν ἔχομεν, τὸν δὲ ὑπάρχοντα ἀναλόγως τῆς γινομένης δαπάνης πολλὰ μικρὸν καὶ ἐκ πολλῶν ἀξιωματικῶν συγκροτούμενον, ἀεννάως δὲ ἄνευ τινὸς ἀνάγκης ἢ ὠφελείας προβιβαζομένων πρὸς βλάβην τοῦ ἰδίου ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Εἷς καλὸς ὀργανισμὸς καὶ τὰ στρατιωτικὰ βάρη τοῦ τόπου δύναται ν’ ἀνακουφίσῃ καὶ στρατὸν ἀληθῆ νὰ παρασκευάσῃ, διά τε τὰς παρούσας χρείας καὶ τὰς μελλούσας· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλβετία, μὲ μόνον 7 ἑκατομμύρια φράγκων, νὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐν ἀνάγκῃ ἕτοιμον στρατὸν 147,000, ἡ δὲ Ἑλλὰς μὲ 10–11 ἑκατομμύρια, ἅτινα δαπανᾷ κατ’ ἔτος, νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε 40 χιλ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐσχηματίσθη ἤδη γενικὴ πεποίθησις, ὅτι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἐξώκειλεν εἰς δαπάνας ἀδικαιολογήτους. Βεβαίως, κύριοι, παρ’ ἡμῖν δὲν γίνεται τακτικὴ καὶ αὐστηρὰ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως γίνεται εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη. Ὁ προϋπολογισμὸς θεωρεῖται τὸ οὐσιωδέστατον ἔργον παντὸς νομοθετικοῦ σώματος καὶ εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων. Εἰς τὴν Αὐτοκρατορουμένην Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἄνδρες μὲ πολλὰς γνώσεις καὶ πεῖραν, ἄνδρες οὕτως εἰπεῖν εἰδικοὶ περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διήρκεσαν ἐπὶ δύω μῆνας αἱ συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλον τόσον χρόνον σχεδὸν ἐκεῖναι τοῦ σώματος. Ἀδιάφορον ἐὰν ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ δύω δισεκατομμυρίων, διότι, ὡς προεῖπον, ἀναλόγως οἱ ἐνασχολούμενοι ἐκεῖ περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν ἔχουσι πολλὰς γνώσεις καὶ εἰδικότητα, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν μικροτέραν δεξιότητα, διαχειριζόμενοι μικροτέρας ποσότητας. Ὁπωσδήποτε μικρὸν μὲν εἶναι τὸ κεφάλαιόν μας, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς εἶναι μέγα καὶ περὶ αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν ἅπασαν τὴν προσοχήν μας, ἵνα τὸ ἐξασφαλίσωμεν ἐκ τῆς σπατάλης καὶ τῶν καταχρήσεων, καθὼς ἐν Γαλλίᾳ καταγίνονται διὰ δισεκατομμύρια. Μάλιστα ὅσῳ μικρότερα εἶναι τὰ μέσα ἑνὸς Κράτους, τόσῳ αὐστηροτέρα προσοχὴ ἀπαιτεῖται. Ἀφοῦ τόσον σπουδαία καὶ μεγάλη ὑπάρχει ἡ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτουμένη προσοχὴ, πρέπει οἱ προϋπολογισμοὶ νὰ ὑποβάλωνται ἐγκαίρως ἐν τῇ ἀρχῇ ἀκριβῶς ἑκάστης Συνόδου, διὰ νὰ παραπέμπωνται ἐπίσης ἐγκαίρως πρὸς αὐστηρὰν προεξέτασιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ἐξετάζῃ μὲ προσοχὴν καὶ ἐπιμέλειαν ὅλα τὰ μέρη αὐτοῦ, ὑποβάλλουσα μετὰ ταῦτα πλήρη ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν εἰς τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἄνευ κατεσπευσμένης ταχύτητος νὰ τοὺς συζητῇ καὶ ἀποφασίζῃ. Ἀλλ’ ἐφέτος τί συνέβη; Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 10 Ἰουλίου, σταλεὶς ἑπομένως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μὲ ἐντολὴν ν’ ἀποπερατώσῃ τὰς ἐργασίας της ἐντὸς πέντε ἡμερῶν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της ἐντὸς τοσούτῳ συντόμου χρόνου; Μᾶς ἠπείλουν μάλιστα, ὅτι ἂν βραδύνωμεν περισσότερον, θὰ φέρωσι τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Σῶμα ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τότε τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐγνωμοδότησαν νὰ ἔλθῃ κατακερματισμένος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Σώματος δι’ ἐκθέσεως εἰδικῆς περὶ ἑκάστου ὑπουργείου, ὅπως μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπειλή· ἀλλ’ ἐγὼ, μέλος ὢν τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς καὶ παρατηρῶν τὴν πίεσιν καὶ ὅτι δὲν παρεχωρεῖτο ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της, προσέτι ὅτι εἴμεθα ἐν μειοψηφίᾳ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν συνέπραξα εἰμὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν δύω ὑπουργείων, τοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν καὶ ἀπεχώρησα. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας σημειῶ, κύριοι, οὐχὶ διὰ τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παύσῃ ἡ σπατάλη καὶ νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις εἰς τὴν διαχείρισιν, ν’ ἀσκῇ δὲ τὸ Σῶμα τοῦτο τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀσκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Λαοῦ, πρέπει ἐπιμελῶς νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἐλλείψεις αὗται τῶν κυβερνώντων. Ἠξεύρω, ὅτι εἰς ἄλλην ἐποχὴν οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπεβάλοντο τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου καὶ ἐκυροῦντο ἐντὸς 24 ὡρῶν ἄνευ πραγματικῆς συζητήσεως. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἐζήτησαν ὡς ἔγγιστα νὰ μᾶς ἐφαρμόσωσι καὶ σήμερον.
§138ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τῶν μουγκῶν, τῶν μουγκῶν.
§139ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τελειόνω, κύριοι, ἀνακεφαλαιόνων, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας θέλω ὑποστηρίξει διὰ τῆς ψήφου μου ὅθεν καὶ ἂν προέλθωσιν, εἴτε ἐκ μέρους τῆς συμπολιτεύσεως, εἴτε ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· οὐ μόνον εἶμαι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ ἔσομαι. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 8 παρὰ 20 Μ. Μ.).