1868.09.27
2,853 rows · 23,877 words · 240 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1868.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 3 παρὰ 25|60.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθουν νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ βουλευταὶ Σύρου. Ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ Σύρου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου Κερκύρας.
§3ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ἐκλογαὶ, αἱ ἐκθέσεις διενεμήθησαν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρῆλθεν ὁ ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ὡρισμένος χρόνος. Ἔχομεν εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαιοκάρπου.
§5ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ προεδρεῖον καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς θὰ ἦναι σύμφωνοι νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ ἐπιτροπὴ, καθ’ ὅσον τὸ τοῦ ὑπουργείου, τὸ μετεφέραμεν εἰς νόμον ὁλόκληρον, ἑπομένως ἂν συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εὑρισκόμενα εἰς μεγάλην ἀπόστασιν, θὰ μᾶς φέρῃ σύγχυσιν εἰς τὴν συζήτησιν.
§6ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν τάξιν ἀπαιτεῖται νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, ἂν τὸ ὑπουργεῖον παραδέχεται καὶ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ γείνωσι δεκταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις.
§7ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν σκέψιν ὑμῶν τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσῃ σήμερον ἡ Βουλὴ, κατηρτίσθη ὑπὸ τῶν τριῶν βουλευτῶν τῆς Κερκύρας, καὶ πρὶν ἀκόμη υἱοθετηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὑπεβλήθη εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Προβελέγιον, ἀπὸ τὸν σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Οἰκονομίδην καὶ ἀπὸ τὸν καθηγητὴν τοῦ πανεπιστημίου κ. Ῥάλλην· τὰ ὀνόματα αὐτῶν μόνον ἀπαγγελλόμενα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ δώσουν κῦρος εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξηγοῦν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ μόλον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐπέμενε νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ ἧς προανέφερα, ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ ἐν τῷ διαστήματι 4 ἡμερῶν μίαν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Πιστεύω, κ. πρόεδρε, ὅτι εἶναι καλὸν ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω, ἂν ἔχουν ὅλοι εὐκρινῆ ἰδέαν, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐμελέτησα ἱκανῶς καὶ δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ ἰδέαι μου δὲν εἶναι καθ’ ὅλα διευκρινισμέναι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔρχεται νὰ τροποποιήσῃ νόμον, ὃν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐψήφισε πέρυσι ἡ Βουλή, καὶ μάλιστα ὅταν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν φέρονται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ τροποποιηθῇ ἡ δεῖνα ἢ δεῖνα διάταξις, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη βεβαίως θέλει ἐξασκήσει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ψήφου ἑνὸς ἑκάστου. Προτείνω λοιπόν, νὰ εὐαρεστηθῇ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν ἐκείνων.
§8ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ὅ,τι ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας περὶ γνωμοδοτήσεων καὶ ἐκθέσεων νομικῶν δὲν γνωρίζω τίποτε, ὅ,τι γνωρίζω εἶναι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε νομοσχέδιον κατὰ τὴν τάξιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν, παραδεχόμενοι ἢ ἀποῤῥίπτοντες τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς· οὕτως εἰσάγονται τὰ νομοσχέδια καὶ συζητοῦνται καὶ οὕτω ἀναφέρει καὶ ὁ κανονισμός. Δὲν δύναται ἡ κυβέρνησις, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ζητήσῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχει ἤδη παρουσιάσει τὸ νομοσχέδιον, νὰ παρουσιάζῃ καὶ γνωμοδοτήσεις καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, διότι τὰ ἰδιαίτερα δὲν ἔρχονται ἐνταῦθα.
§9ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι τοῦτο, καὶ μοὶ φαίνεται πολὺ ἐνδεχόμενον ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἀγνοῇ, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ, διότι δὲν ἦτο τότε ὑπουργός· ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅμως δὲν τὸ ἀγνοεῖ, καὶ παρακαλῶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ διασαφήσεις, ἂν συνέστη ἐπιτροπὴ καὶ ἂν ἔκαμε γνωμοδότησιν. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ τὴν γνωμοδότησιν, εἶναι μία εὐχὴ, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ἡ Βουλὴ, ἢ τοὐλάχιστον οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν· θὰ ἰδῆτε ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, διατὶ λοιπὸν νὰ χάσωμεν καιρόν. (θόρυβος).
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω διόλου, ἂν συνέστη τοιαύτη ἐπιτροπὴ καὶ τίνα γνωμοδότησιν ἔκαμεν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἂν ἡ κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην νὰ λάβῃ οἱασδήποτε γνώσεις καὶ συνιστᾷ ἐπιτροπὰς, δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ φέρῃ τὰς γνώμας των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἄλλως τὰ δικηγορικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα διορίζει καθῃμέραν, τί ἄλλο εἶναι ἢ ἐπιτροπαί· εἶναι ὑπόχρεως δὲ νομίζετε νὰ φέρῃ τὰς γνωμοδοτήσεις των ἐνταῦθα; Τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε δικαίωμα, οὔτε ἀρχὴ, οὐδὲ ἡ γνωμοδότησις δύναται νὰ ἔχῃ κἀμμίαν ὑποχρέωσιν. Καὶ λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς δικηγόρους, δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν καὶ εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις των.
§11ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὃν λόγον ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις τὴν γνώμην τῶν νομομαθῶν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ζητεῖ καὶ ἡ Βουλή.
§12ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κύριος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἂν ὑπῆρξε τοιαύτη ἐπιτροπὴ καὶ ἂν ὑπάρχῃ γνωμοδότησις· νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, ἂν θέλῃ νὰ τὴν προσαγάγῃ ἢ μή. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία νὰ τὴν προσαγάγῃ.
§13ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ μοὶ εἴπητε πότε συνέστη ἡ τοιαύτη ἐπιτροπὴ, διότι καθεκάστην συνιστῶνται ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα ἐπιτροπαὶ διὰ διαφόρους λόγους.
§14ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν ἦλθεν ὁ κύριος Κουρκουμέλης καὶ Παπαδάτος καὶ ὑπέβαλον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη υἱοθέτησεν ἡ κυβέρνησις, τότε ἡ κυβέρνησις συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔστειλε μόνον τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ δὲν ἔκαμε γνωμοδότησιν· τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Οἰκονομίδης καὶ ὁ κ. Ῥάλλης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσυστήθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§15ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι ἐξώδικον.
§16ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν κυβέρνησιν.
§17ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω πῶς θέλετε νὰ φέρετε ἐδῶ διαφόρους γνωμοδοτήσεις· ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ φέρῃ τοιαύτας. Ἡ κυβέρνησις συνέταξε νομοσχέδιον ἐν πεποιθήσει καὶ τὸ ἔφερε νὰ συζητηθῇ· τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ γνωμοδότησις.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ὅταν εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔγεινε μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ κατεπείγοντος· μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι βιάζεται νὰ εἰσαγάγῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ συζητήσῃ κατεπειγόντως, διότι διάφοροι πληροφορίαι δοθεῖσαι ἐκ Κερκύρας ἢ ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πόλεως Κερκύρας ἔπεισαν τὴν κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος, ὁ πέρυσιν ἐκδοθείς. Οἱ λόγοι οὗτοι θὰ ἦναι πάρα πολὺ ἰσχυροὶ, ἵνα ἀναγκάσωσι τὴν κυβέρνησιν νὰ τροποποιήσῃ νόμον μόλις ἰδόντα τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καὶ μὴ εἰσέτι ἐφαρμοσθέντα. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν ν’ ἀκούσωμεν αὐτοὺς τοὺς λόγους, διότι ἴσως πείσωσι καὶ ἡμᾶς νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου ἐκ τῶν προτέρων χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς συζητήσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μᾶς εἴπωσι τοὺς λόγους, διότι θ’ ἀπαντήσω ἐγώ.
§19Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ θεωρήσῃ τὰ νομοσχέδια κατεπείγοντα. Εἰς τὴν ἀπόφασίν της αὐτὴν εἴτε λόγοι ἐλέχθησαν εἴτε μὴ, ἐσχημάτισε τοιαύτην πεποίθησιν, ἄλλως δὲν ἤθελε τὰ θεωρήσει κατεπείγοντα. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνοδεύονται μὲ ἔκθεσιν.
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔκθεσιν μόλις δέκα στίχων.
§21Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσάγει τὴν πρότασιν, ἐκεῖνος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ φέρῃ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς προτάσεως· οὐδεὶς δύναται νὰ διαγράψῃ εἰς τὸν ἄλλον τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλει συνοδεύσει τὴν πρότασίν του. Ἐνταῦθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαιοκαρποῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς συζήτησιν, ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ὑπουργείου, ἡ ὁποία ἐκθέτει τοὺς λόγους. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν, ἂς ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πῶς δυνάμεθα ν’ ἀντικρούσωμεν τοὺς λόγους τοῦ ὑπουργείου χωρὶς νὰ τοὺς γνωρίζωμεν.
§23Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις........
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἷς τῶν Κερκυραίων βουλευτῶν ἂς λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§25ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι τρεῖς ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν τῆς ἐξοχῆς Κερκύρας ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὁ νόμος, ὅστις ἔγεινε δεκτὸς πέρυσιν, εἶναι πολύπλοκος, πολυδάπανος, πολυέξοδος, πολυχρόνιος, ὥστε ναὶ μὲν ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς ἐκτιμήσεις τοῦ ἐλαιοκαρποῦ, ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται μάλιστα οἱ πτωχοὶ βεβαίως θὰ δυσκολευθοῦν νὰ τὸν ἐκτελέσωσι. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐνῷ ἐξ ἑνὸς διὰ τοῦ εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου διατηρεῖται ἡ οὐσία τοῦ νόμου τοῦ περυσινοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ἁπλοποιεῖται ἡ ἐκτίμησις, διότι πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεων οὐχὶ οἰκιῶν, ἀμπέλων, πρόκειται περὶ ἐλαιοκαρποῦ, ὅστις κρέμαται καὶ ὅστις πίπτει καὶ φθείρεται. Πρέπει νὰ εὕρωμεν τρόπον νὰ συμβιβάσωμεν, ὥστε καὶ οἱ γεωργοὶ νὰ μὴ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ᾖναι ἐν καταστάσει νὰ ἐκτιμήσουν τὸν καρπόν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις τὸ ἐπεξεργάσθη καὶ τὸ συνώδευσε μὲ πολλὰς τροποποιήσεις. Δὲν ζητοῦμεν βεβαίως ἀδίκους διατάξεις, οὔτε καταδεχόμεθα νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ ζητοῦμεν ἀδικίας. Ἂς ἔμβωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.....
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς εἰπῆτε, ἰδοὺ τί ζητοῦμεν, ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται, πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ πολλὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ...(θόρυβος). Πρόκειται ὁ νέος νόμος ν’ ἀντικαταστήσῃ νόμον ὑπάρχοντα κατὰ πολλὰς αὐτοῦ διατάξεις. Ἡ ἀντικατάστασις εἰς τοὺς νόμους δὲν γίνεται ἄνευ ἀνάγκης καὶ χάριν παιδιᾶς, γίνεται ἕνεκα ἀνάγκης ἀποδεδειγμένης, κατεπειγούσης, μὴ δυναμένης νὰ θεραπευθῇ κατ’ οὐδένα ἕτερον τρόπον· ἐπιθυμοῦμεν ἤδη νὰ μάθωμεν ποῖά εἰσι τὰ πλημμελῆ μέρη τοῦ νόμου ἐκείνου, εἰς ποίας διατάξεις φρονεῖτε νὰ φέρητε διόρθωσιν, ὥστε νὰ κρίνωμεν καὶ ἡμεῖς, ἦσαν ὄντως πλημμελῆ ἐκεῖνα τὰ μέτρα, διὰ τῶν νέων διατάξεων ἐπέρχεται διόρθωσις; διότι τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν οἴκοθεν καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἔκθεσιν ὑπουργοῦ περιέχουσαν πέντε λέξεις. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν εὐκρινῶς νὰ μᾶς ἐξηγήσητε ποῖαι ἦσαν αἱ πλημμελεῖς διατάξεις.
§27ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἂν δὲν ὑπῆρχον αἴτια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μεταξύ μας, καὶ ἂν ἠθέλομεν τὰ δύω μέρη νὰ εἴμεθα ἐν καλῇ πίστει, βεβαίως ἡ συζήτησις ἤθελεν εὐκολυνθῆ μεγάλως· ἐν ᾧ οἱ βουλευταὶ τῆς ἐξοχῆς Κερκύρας ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὁ περσινὸς νόμος εἶναι πολύπλοκος, πολυδάπανος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα σήμερον ἀντιτείνουν· ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, βέβαια ὑμεῖς ὅλοι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἰδῆτε ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραί.
§28ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μᾶς χειραγωγήσητε (θόρυβος).
§29ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Π. χ. τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νόμου (θόρυβος)· εἶναι τὸ ἀντικείμενον τὸ ἁπλούστερον τοῦ κόσμου, διότι περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ τούτου· ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν, τί σᾶς ζητοῦμεν νὰ κανονίσητε; τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου Κερκύρας· διὰ τί σᾶς ζητοῦμεν κανόνας διὰ τοῦτο, ποῖος ὁ λόγος; διὰ τί δὲν χρειάζεται κανονισμός, ὅπως κανονίσητε τὰς ἐκτιμήσεις τοῦ ἐλαιοκάρπου τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος; διότι εἰς τὴν Κέρκυραν ἔχομεν ἕνα ἐξαιρετικὸν τρόπον τοῦ συλλέγειν· ἂν παντοῦ μαδοῦνται τὰ δένδρα, εἰς τὴν Κέρκυραν ἀφίνουν τὸν καρπὸν καὶ πίπτει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διαρκοῦντος τοῦ χειμῶνος, καὶ συχνὰ τὴν ἄνοιξιν πολλάκις, καὶ συλέγεται καθὼς πίπτει· ὁ γεωργὸς τὸν συλέγει ὅταν θέλῃ καὶ ἂν θέλῃ τὸν ἀφίνει καὶ σήπεται πολλάκις. Τώρα ἂν ἔχουν δύο ἄνθρωποι δικαίωμα εἰς αὐτὸν τὸν καρπόν, πῶς θὰ κάμουν νὰ τὸν μοιράσουν; ἂν ὁ τρόπος τῆς συλλογῆς ἤθελεν εἶσθαι ὁ τῆς μαδήσεως τοῦ δένδρου, καθὼς εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἤθελον πηγαίνει νὰ τὸν μαδοῦν καὶ μοιράζουν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ὑπηγόρευσε τὸ μέσον τῆς ἐκτιμήσεως.
§30ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι εἰς τὰ καθέκαστα.
§31ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (θόρυβος)......
§32ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἐν τῇ καλῇ πίστει.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδού, κύριοι βουλευταί, εἰσήχθη ἓν νομοσχέδιον πρὸς ἀντικατάστασιν ἑνὸς ἄλλου νόμου. Ἠξεύρετε ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν κανονισμὸν τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Τί θὰ εἰπῇ τὸ κατ’ ἀρχήν; τὸ νὰ καταδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως ἑνὸς νόμου· τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε.
§34ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν). Εἰς τὰ καθέκαστα (θόρυβος)......
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ διευκρινήσωμεν, κύριοι, μίαν ἰδέαν μὲ τὴν συμπολίτευσιν, ἡ ὁποία μᾶς παραπέμπει εἰς τὰ καθέκαστα. Εἰς τὰ καθέκαστα ἠμπορεῖ ἓν μέρος νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, καὶ τὸ ἄλλο νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς· ἂν θὰ μᾶς πείσετε, ὅτι ἡ δεῖνα διάταξις εἶναι μεταβλητὴ, τότε θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§36ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα!
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ἀποδείξατέ μας τώρα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως.
§38ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς τροπολογίας τοῦ νόμου, ἂν δὲν συζητήσῃ τις τὰ καθέκαστα (θόρυβος). Ὁ λόγος τῆς τροπολογίας εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος εἶναι πολύπλοκος, πολυδάπανος καὶ πολυχρόνιος· τῷ ὄντι, κύριοι, ἀπαιτεῖται πολὺς καιρὸς ὅπως ἐκπεραιωθῇ μία ἐκτίμησις, εἶναι περιστάσεις καθ’ ἃς θέλομεν ἕνα μῆνα ὅπως ἐκπεραιωθῇ ἡ ἐκτίμησις καὶ προκειμένου μάλιστα περὶ καρποῦ κρεμαμένου. Ἔχομεν προθεσμίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συντομευθῶσι καὶ μολαταῦτα εἶναι παρατεταμέναι, ἔχομεν ἔξοδα κτλ. Τέλος πάντων σᾶς ἀναγγέλλομεν, ὅτι δὲν προτιθέμεθα εἰμὴ νὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον ἁπλούστερον καὶ ὄχι πολυδάπανον, νὰ μὴ ἀπαιτῆται καὶ πολὺς χρόνος. Λοιπὸν δύνασθε ἄνευ κινδύνου νὰ ἔμβητε εἰς τὰ καθέκαστα· ἂν ἀναγνωρίσετε, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ μεταβολαὶ νὰ τὰς παραδεχθῆτε, εἴτε μὴ νὰ τὰς ἀποῤῥίψητε.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐρωτηθεὶς ὁ εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνες οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν κατάργησιν τοῦ μόλις προχθὲς δημοσιευθέντος νόμου; καὶ μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα, ὅτι τρεῖς τῶν ἀντιπροσώπων Κερκύρας τῆς ἀντιθέτου μερίδος εἶπον, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι πολύπλοκος καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἀπειρίας ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πόλεως. Καὶ ἐξεύρετε, κύριοι, ποῖος εἶναι αὐτός; ὁ Κ. Κουρῆς, εἷς τῶν σπουδαιοτέρων, καὶ ἂς μοι ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι θεωρεῖται ὡς ὁ Πρόεδρος τῶν δικηγόρων Κερκύρας, κατά τε τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν νοημοσύνην, δὲν εἶναι φίλος μου, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ τὸν σέβωμαι διὰ τὰς διαθρυλλουμένας γνώσεις του καὶ τὴν ἀποδιδομένην αὐτῷ τιμιότητα. Σήμερον δὲ ἐλθόντες τινὲς τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων Κερκύρας μετὰ τοῦ Κυρίου Κουρκουμέλη εἰς συνδιάλεξιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶπεν αὐτοῖς ὅτι εἶναι πολύπλοκος ὁ νόμος· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιόν σας τί πρᾶγμα εἶναι; ἀπήντησαν οἱ λοιποὶ—τὸ ἐδικόν μου εἶναι σατανικὸν, ἀπεκρίθη ὁ Κύριος Κουρκουμέλης.
§40ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον αὐτό;
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, τὸ εἴπατε εἰς τὸν Κ. Ῥωμαῖον.
§42ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ὁ Κ. Ῥωμαῖος τὸ λέγει αὐτό;
§43ΡΩΜΑΙΟΣ. Τὸ ἀρνεῖσθε, Κύριε Κουρκουμέλη; ἀρνεῖσθε, ὅτι σᾶς εἶπον τὸ ἐδικόν σας εἶναι σατανικὸν; καὶ μοῦ εἴπατε ναί· ὅτι δηλαδὴ εἶναι σατανικόν;
§44ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐγώ;
§45ΡΩΜΑΙΟΣ. Τὸ ἀρνεῖσθε, ἀλλὰ θὰ ἀποδειχθῇ καὶ ὄχι τόσον ἐντίμως διὰ σᾶς τοὺς μεγαλοσχήμους ........
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν παραξενεύομαι, ὅτι ὁ Κ. Κουρκουμέλης ἀρνεῖται ἀναφανδὸν αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν ἐνώπιον ἀξιοτίμων ἀνθρώπων, διότι πολλάκις πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ δι’ ἐπισήμων ἐκθέσεων καὶ ἐγχωρίων καὶ ξένης Κυβερνήσεως, καὶ ἤδη ἔχει τὴν τόλμην νὰ τὰ διαψεύδῃ ...........(θόρυβος).
§47ΤΙΝΕΣ. Τί ἐμβαίνετε εἰς αὐτά;
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρέπει νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς αὐτὰ, κύριοι, αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τοῦ λέγειν ὡς πρὸς ἐμὲ ...... (θόρυβος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρέπει νὰ ἀναπτυχθῶσι, κύριοι, ὅλα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συνδυάζονται καὶ μὲ τὸν καταργούμενον νόμον καὶ μὲ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν νέαν πρότασιν (θόρυβος).
§51ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Αἱ προσωπικότητες νὰ λείψουν.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν σᾶς ἔκαμον διδάσκαλόν μου· ταῦτα δὲν εἶναι καθ’ ὅλου προσωπικά.
§53ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν πολλοὺς ῥήτορας ἡμεῖς, ἀφήσατέ τον νὰ ὁμιλήσῃ, ὅπως θέλει, μὴ τὸν ἀποστένετε ἐπίτηδες.
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν, Κύριοι, περὶ τοῦ νόμου τούτου διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ τροποποίησις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος ἂν πάντοτε ἦναι οἷος ὑπὸ τοῦ κατηγόρου παρίσταται, βεβαίως καὶ αὐτὴ ἡ ποινικὴ νομοθεσία, ἡ ὑπαγορεύουσα τοὺς κανόνας καὶ τοὺς τύπους τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, ἤθελεν εἶσθαι περιττή· ἡ ὀρθὴ ὅμως χρῆσις τοιούτου δικαιώματος ὁπόσους δὲν ἀπέδειξεν ἀδεξίους συκοφάντας, ὁπόσων δὲ κατηγορουμένων τὰς κεφαλὰς δὲν ἔστεψε μὲ τὰς δάφνας τῆς ἀθωότητος καὶ τῆς τιμῆς! Πολλάκις ἡ αἰσχροκέρδεια ἐξάπτει τὴν φαντασίαν καὶ ὁ αἰσχροκερδὴς οὐδὲν βλέπει ἔμπροσθέν του εἰμὴ φοβεροὺς ἀνταγωνιστάς, αὐτὸ συμβαίνει καὶ μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀτόμων. Ταῦτα ὅμως λύει ἡ ἰδιωτικὴ αὐθαιρεσία ἢ τὸ ξίφος τοῦ ἰσχυροτέρου, ἤ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁσάκις κατήγορος καὶ κατηγορούμενος εὑρίσκουσι δικαιοσύνην παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ἤ ἡ κοινωνικὴ ἐπανάστασις, ὅταν ἡ ἐξουσία φατριάζῃ ὑπὲρ τοῦ κατηγόρου (θόρυβος). Ἡ ἰδέα τοῦ κέρδους ἐγέννησεν εἰς τοὺς λαοὺς τὸ κατακτητικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται διὰ τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιθέσεως, μεταξὺ δὲ τῶν ἀτόμων τὴν ἀτομικὴν ἐπίθεσιν καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων μερίδων ἡ ἰδέα τοῦ κέρδους τῶν ὀλίγων πρὸς βλάβην τῶν πολλῶν παράγει τὴν φατρίαν ἐκείνην τῶν ὀλίγων, ἡ ὁποία λέγεται ὀλιγαρχία καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ μᾶλλον ἀφόρητος, εἴτε παρίσταται ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀπολύτου μοναρχίας εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ συνταγματισμοῦ. Εἰς τοὺς λαοὺς ὅπου ἀκμάζει ἡ ὀλιγαρχία εἴτε λόγῳ ἐξωτερικῆς κατακτήσεως εἴτε λόγῳ διαφθορᾶς τῶν ἠθῶν τῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις παρακολουθεῖ τὰς κυβερνήσεις. Τῳόντι τί ἄλλο εἶναι ἡ ἰδιοκτησία εἰμὴ ἡ ἔκφρασις τῆς ἐλευθέρας ὑλικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀτόμου, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρακτικὴ ἐλευθερία· καθὼς ὁ λόγος εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἐλευθέρας συνειδήσεως καὶ οὗτος τοῦ πνευματικοῦ ἀτόμου, οὕτω καὶ ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἐλευθέρας ἰδιοκτησίας καὶ τανάπαλιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν πολλάκις, ὅταν μία κοινωνία ἀποκτᾷ ἐλευθέρους θεσμούς, γεννᾶται εὐθὺς τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς ἐλευθέρας ἰδιοκτησίας, διότι ὀλιγαρχία καὶ ἐλευθέρα ἰδιοκτησία δὲν δύνανται οὐδέποτε νὰ συμβιβασθῶσιν. Ὅ,τι δὲ παντοῦ καὶ πάντοτε, κύριοι, συνέβη ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο συμβαίνει νῦν καὶ ἐν Κερκύρᾳ, διότι οἱ αὐτοὶ ἀμετάβλητοι φυσικοὶ νόμοι διέπουσι παντοῦ καὶ πάντοτε τὰ τῶν ἀνθρώπων. Ἐν Ἀμερικῇ, κύριοι, παρήγαγε τὸ πολίτευμα τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες ἐκεῖ ὠνομάζοντο δοῦλοι. Ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Ἡγεμονίαις ἅμα τὸ ἔθνος εἰσῆλθεν εἰς τὰ δικαιώματά του καὶ ἐγκαθίδρυσεν ἐλευθέρους θεσμούς, ἐγεννήθη ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας τῆς ἰδιοκτησίας τῶν καλλιεργητῶν, καὶ σήμερον ἡ σοφὴ ἐκείνη Κυβέρνησις τῆς ἀδελφῆς Δανίας κατέστησεν ἰδιοκτήτας τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τῶν κτημάτων, ἅτινα ἐκαλλιέργουν οὐχὶ ὡς ὠφέλιμοι, κύριοι, ἢ ὡς συνιδιοκτῆται, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι ἀργυρώνητοι. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ Ῥωσσίᾳ· καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν καλλιεργητῶν χορηγεῖται ὡς συνέπεια τῆς ἰσοπολιτείας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν ἢ εἰσάγονται οἱ λαοὶ οὗτοι· ὥστε, κύριοι, αἱ ἐν Κερκύρᾳ διενέξεις, αἱ ὁποῖαι ποιοῦσι τοσοῦτον πάταγον καθ’ ἅπαντα τὸν ἑλληνικὸν κόσμον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν εἶναι προϊὸν τῆς φαντασίας ὀλίγων δημοκόπων, ὡς οἱ ἐναντίοι ἰσχυρίζονται, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συγκρούσεως τῶν παθῶν τῶν βουλευτῶν, εἶναι προϊὸν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, τοὺς ὁποίους πρὸς τιμὴν τοῦ τόπου τούτου εἰσήγαγεν ἐν Κερκύρᾳ ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις, διότι ἄνευ τούτων ὁ ἑλληνικὸς ἐκεῖνος λαὸς ἤθελε διατελεῖ εἰσέτι ὑπὸ τὴν πραγματικὴν κοινωνικὴν δουλείαν. Ὁ ἀνταγωνισμὸς δὲ ὁ ὑφιστάμενος μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν καταχρηστικῶς λεγομένων ἰδιοκτητῶν, μολονότι εἶναι ἀνταγωνισμός, ἔχων τὰς ἱστορικὰς πηγάς του ἐκ τῶν ἀπωτέρων χρόνων ἤθελεν εἰσέτι εὑρίσκεσθαι εἰς τὸ στάδιον τῆς κατάρας καὶ τῶν στεναγμῶν. Ἤδη ὅμως ὁ λαὸς ἀπαιτεῖ ἐλευθέραν ζωὴν, καθὼς ἔχει καὶ ἐλευθέραν πολιτείαν, οἱ δὲ ὀλιγαρχικοὶ ἐκεῖνοι, συνειθίσαντες εἰς τὸ ἄρχειν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, θέλουσιν ὅπως καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Γεωργίου Αʹ. καὶ ὑπὸ τὴν αὔραν τοῦ Συντάγματος τῶν 1864 διατηρῶσι τὰ προνόμιά των, ὁ δὲ λαὸς μένει ἐστερημένος καὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰσότητος. Αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι θεωρία, διότι ὁ κύριος Μαρκορᾶς ἐν φυλλαδίῳ γαλλιστὶ δημοσιευθέντι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα Κερκύρας» καταγγέλλων τὸν λαὸν ἐν ὀνόματι τῆς ὀλιγαρχικῆς μερίδος, ἧς εἶναι τὸ ἀπεξηραμένον ῥόδον, ῥητῶς λέγει, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς κακῆς συντάξεως τῆς πολιτείας, ἐκ τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας τὸ νέον πολίτευμα εἰσήγαγεν εἰς Κέρκυραν· κλαίει δὲ καὶ ὀδύρεται, καὶ δάκρυα θολερὰ ῥίπτει ἐνθυμούμενος τὴν τάξιν τοῦ παρελθόντος, ἣν παραβάλλει πρὸς τὸ ἄδικον παρόν. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησίς του νὰ θέλωσι νὰ καταστραφῇ τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα καὶ οἱ νόμοι τῆς κοινωνίας ταύτης χάριν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἄλλου ὀλιγαρχικοῦ πρὸς βλάβην μιᾶς μερίδος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὁ κύριος λοιπὸν Μαρκορᾶς χύνει μόνον τὰ πολύτιμα δάκρυά του ἐπὶ τάφου καλύπτοντος τὴν κόνιν τῶν ἀναμνήσεών του. Ὥστε, κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλῶς τῆς ἰδιοκτησίας· ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο καλύπτεται ἡ ἀντίδρασις τοῦ παρελθόντος κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος· ἐν αὐτῇ κοχλάζουσιν αἱ ἀντεπαναστατικαὶ ἰδέαι τῶν προνομιούχων κατὰ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἣν καθιέρωσεν ὁ λαὸς κατὰ τῶν πρῴην ὀλιγαρχικῶν. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἐλευθερία πανταχοῦ ἐν ταῖς ἀπηρχαιωμέναις κοινωνίαις παρίσταται ὑπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐν γένει λαμβάνει μορφὴν ἀνάλογον τῶν συμφερόντων, ἅτινα ἀντιδρῶσιν κατ’ αὐτῆς. Τοιοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν Κερκύρᾳ· καὶ συγχωρήσατέ με ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Νῆσον ταύτην ὑπὸ τὴν πολιτικὴν, τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν αὐτοῦ, διότι συνδέεται μὲ τὴν παρελθοῦσαν καὶ ἐνεστῶσαν κατάστασιν τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ ἐννοήσητε οὔτε αὐτὸ το μικρὸν ζήτημα τῶν ἐκτιμήσεων, ἂν δὲν ἠξεύρετε τὸν ὀργανισμὸν τῆς κοινωνίας ἐκείνης, ἐξ ἧς ἐγεννήθησαν τὰ μαρτύρια καὶ ὁ ζυγὸς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, διότι αἱ ἐκτιμήσεις εἶναι μία τῶν ἀναλύσεων, αἵτινες θλίβουσιν τὸν τράχηλόν των. Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας συνδέεται μὲ τὸν πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν ὀργανισμὸν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, καὶ ἑπομένως χάνεται εἰς τὰ σκότη τῶν αἰώνων. Ἡ κοινωνία τῆς Κερκύρας ὁμοιάζει μὲ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον κατεσκευάσθη ὑπὸ τῶν κατακαθισμάτων τῶν διαφόρων χειμάρων τῶν κατὰ διαφόρους καιροὺς πλημμυρησάντων τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ἑπομένως ἡ διάγνωσις τοῦ ἐδάφους ἐκείνου εἶναι πολὺ δύσκολος, διότι καθὼς διὰ τὴν διάγνωσιν τῶν γεωλογικῶν στρωμάτων πρέπει νὰ κατέχῃ τις τὴν γεωλογικὴν ἐπιστήμην, οὕτω διὰ τὴν μελέτην τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν κοινωνικὴν ἱστορίαν τοῦ λαοῦ. Ὅπως λοιπὸν μάθῃ ἡ Βουλὴ, ἂς μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, πρῶτον ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐννοήσωμεν τί ἐστὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ κοινωνικὸν τῆς Κερκύρας ζήτημα. Τὴν Κέρκυραν, κύριοι, κατεῖχον μέχρι τῆς δωδεκάτης ἑκατονταετηρίδος οἱ Βυζαντινοὶ, ἑπομένως ὁ λαὸς αὐτῆς ἦτο κοινωνικῶς ὠργανισμένος, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἅπαντες οἱ λοιποὶ λαοὶ τοῦ ἀπεράντου Ῥωμαϊκοῦ Κράτους. Τοὺς Βυζαντινοὺς διεδέχθησαν κατὰ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους χρόνους πρῶτον οἱ Ἑνετοὶ, διότι ἡ Κέρκυρα κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν Φράγκων διανομὴν τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, ἔτυχε κλῆρος εὐπρόσδεκτος Δολκάλου τοῦ τυφλοῦ, ὅστις ὡδήγησε τοὺς σταυροφόρους περὶ τὴν δεκάτην τρίτην ἑκατονταετηρίδα εἰς τὴν κατάκτησιν τοῦ Βυζαντινοῦ θρόνου (θόρυβος). Οἱ Ἑνετοὶ, κύριοι, καταλαβόντες τὴν Κέρκυραν, δὲν ἠθέλησαν καθ’ ὅλου νὰ μεταβάλουν τὰ καθεστῶτα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς πολιτείας πρὸς τοὺς ὑπηκόους (θόρυβος).
§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παῦσε νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Κύριε πρόεδρε, ἐπαναφέρατε τὴν ἡσυχίαν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οἱ Ἑνετοὶ, κύριοι, οἵτινες ἦσαν οἱ πρῶτοι ξένοι οἱ καταλαβόντες τὸν ἑλληνικὸν ἐκεῖνον τόπον, μετέβαλον μόνον τὴν πολιτικὴν κυβέρνησις τοῦ τόπου, δὲν ἠθέλησαν δὲ καθ’ ὅλου νὰ μεταβάλωσι τὸν ὀργανισμὸν τῆς κοινωνίας, ὅστις ἴσχυεν ἐπὶ τοῦ κράτους τῶν Βυζαντινῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα οὔτε ὁ θόρυβος, οὔτε αἱ κραυγαὶ τῶν ἐναντίων δύνανται νὰ διαψεύσωσι. Τῷ ὄντι, τὸ πρῶτον Συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέδωκαν τὸν τόπον εἰς δέκα τυχοδιώκτας Ἑνετοὺς, λέγει ῥητῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως τῆς κοινωνίας, ὡς συνέβαινεν εἰς τὰς τότε μεταπολιτεύσεις τὰς γενομένας ὑπὸ κατακτητῶν, ὅπερ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς μελετῶντας τὴν ἱστορίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ σχετικὴ περικοπὴ τοῦ συμβολαίου τούτου, σωζομένου εἰς τὰ χαρτοφυλάκεια τῆς Ἑνετίας. quos omnes homines ipsius laci et alios in ipsis insulis consistentes debemus in suo statu tenere nihil ab aliquo emplius exigantes quam quod facere consueverant tomporibus Graccorum Imperatornm. Τουτέστι ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῶν κατοίκων τῆς Νήσου καὶ νὰ μὴ ἀνακτήσωμεν οὐδὲν πλέον τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Καὶ πάλιν ἡ Κέρκυρα ἠκολούθησε τὰς τύχας τῆς ἀπέναντι ἑλληνικῆς χώρας κατεχομένης ὑπὸ Βυζαντινῶν ἀρχόντων, οἵτινες τὸν τιμαριωτικὸν θεσμὸν ἐτήρησαν ὑποδιαιρέσαντες μόνον τὰ δέκα εἰς εἴκοσι καὶ τέσσαρα τεμάχια, ὅπως πλείονας εὐεργετήσωσιν εὐνοουμένους ἕλληνας ἰσχυροὺς τοῦ τόπου. Περιελθούσης τῆς νήσου εἰς τὴν κυριαρχίαν τῶν Αὐδηγηνῶν, ἰδοὺ ἓν τῶν διαταγμάτων Καρόλου τοῦ βασιλέως τῆς Νεαπόλεως, τὰ ὁποῖα οὗτος ἐξέδωκεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ ἀστικὴν κατάστασιν τῆς νήσου. Salvis usibus et consuetudinis dictae civitatis et insulae καὶ πάλιν juxta usum et consuetudinem civitatis et insulae supradictae. Μετὰ τούτους περιῆλθεν ἡ νῆσος εἰς τὴν ἑνετικὴν κυριαρχίαν, καθ’ ἣν οἱ Ἑνετοὶ, ὡς θέλομεν ἰδεῖ, ἐπὶ τέσσαρας σχεδὸν αἰῶνας δὲν μετέβαλον τὰς βάσεις τοῦ Βυζαντινοῦ οἰκοδομήματος. Ἀλλ’ οἱ Γάλλοι μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1797, ὁπότε ἔλαβον τὴν νῆσον συνεπείᾳ τοῦ διαμελισμοῦ τῆς ἑνετικῆς ἐπικρατείας. Μετὰ τούτους ἦλθον οἱ Ἑνετοὶ, οἵτινες, ὡς θέλομεν ἰδεῖ, καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον τῆς κυριαρχίας των, δὲν μετέβαλον τὰς βάσεις τοῦ Βυζαντινοῦ οἰκοδομήματος, καὶ μετ’ αὐτοὺς ἐπεχείρησαν νὰ καταργήσωσι σύστημα, ὅπερ κατέστη ἀφόρητον, καὶ παρήγαγεν ὅ,τι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, τὴν ἀνάγκην τῆς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἐμόρφωσε τὰς περὶ ἀνθρωπότητος φιλοσοφικὰς ἰδέας τοῦ αἰῶνός μας. Τῷ ὄντι ὁ Ναπολέων, ἅμα ἐγένετο κύριος τῆς Κερκύρας, ἐξέδωκε διάταγμα, δι’ οὗ κατήργει τὸ τιμαριωτικὸν σύστημα εἰπὼν. «Tous les piess de corfu sont abolis» τὸ ἔγγραφον τοῦτο διατηρεῖται εἰς τὸ χαρτοφυλάκειον Κερκύρας, τὸ ὁποῖον πολλοὶ καὶ εἶδον καὶ ἀνέγνωσαν καὶ ἐμελέτησαν Τοὺς Γάλλους διεδέχθησαν οἱ Ῥωσσοτοῦρκοι, οἵτινες ἐπανέφεραν εἰς τὴν ζωὴν τὸ τιμαριωτικὸν σύστημα, διότι βάσις τοῦ Συντάγματος ἐκείνου ἦτο ἡ ὑπὸ τῶν προὐχόντων κυβέρνησις τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περιῆλθεν ἐκ νέου εἰς τους τιμαριούχους, οἱ ὁποῖοι ἐξησφάλισαν τὰς προνομίας των. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ χορηγηθῶσιν αἱ ἐλευθερίαι εἰς τοὺς λαοὺς, ἡ ἀφαίρεσις αὐτῶν εἶναι πρᾶγμα σφόδρα ἐπικίνδυνον. Ὁ Ναπολέων ἐχορήγησε δημοκρατικὰς ἐλευθερίας εἰς τὸν τόπον, ἐνέπνευσε τὴν λαοσωτήριον ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος καὶ ἀδελφότητος. Ἑπομένως ἡ μετὰ τὸ 1800 ἐπάνοδος τοῦ τιμαριωτισμοῦ διήγειρε τὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν, καθ’ ἣν διεπράχθησαν πάμπολλαι ὠμότητες καὶ κατὰ τῶν ἀτόμων καὶ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Συνεπεία ὅμως τῆς κοινωνικῆς ταύτης ἐπαναστάσεως ὑπῆρξε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1803, ὅπερ κατήργησεν ὄχι πραγματικὰ δικαιώματα τῶν τιμαρίων, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τῶν προσώπων δικαιοδοσίαν τῶν τιμαριούχων· ὅσοι δὲ ἐμελετήσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ μεσαιῶνος, ὡς πρὸς τὴν τιμαριωτικὴν κατάστασιν ἐν γένει τῆς Εὐρώπης, γνωρίζετε, ὅτι μὲ τὰ τιμαριωτικὰ δικαιώματα συνεδέοντο καὶ διάφοροι δικαιοδοσίαι δικαστικαὶ καὶ διοικητικαὶ, ἃς ἐξήσκουν οἱ τιμαριοῦχοι. Ἐπανῆλθον οἱ Γάλλοι τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ μετὰ τούτους ἐγκατεστάθησαν οἱ Ἄγγλοι εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου· ἕνεκα ὅμως τῶν διαφόρων πολέμων, οἱ ὁποῖοι ἠρήμονον τότε τὴν Εὐρώπην, οὔτε οἱ Γάλλοι οὔτε οἱ Ἄγγλοι ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῶν Νήσων. Μόνος δὲ ὁ Ἄδαμ, ὁ φιλάνθρωπος καὶ φιλελεύθερος ἐκεῖνος ἀνὴρ ὢν γραμματεὺς τοῦ Μαιτλάνδου καὶ μετὰ ταῦτα διαδεχθεὶς αὐτὸν εἰς τὴν τοῦ Λόρδου μεγάλου Ἁρμοστοῦ ἐπελήφθη τοῦ τιμαριωτικοῦ θεσμοῦ, ὅπως ἐκκαθαρίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ καταστήσῃ ἰδιοκτήτας τούς τε καλλιεργητὰς καὶ δικαιούχους. Ἐπροκάλεσε λοιπὸν διαφόρους νόμους, δι’ ὧν κατήργησε τὰ καταπιστεύματα, τὰς τιμαριωτικὰς καὶ κοινὰς ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομὰς, καὶ προπαρεσκεύαζε τὴν διάλυσιν τῶν ὑφισταμένων τότε ἀγροληπτικῶν δικαιωμάτων, διότι, ὡς ἐλέγετο ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ σύστημα τῶν ἀγροληψιῶν παρήγαγε τὸ τῶν ἐκτιμήσεων, ὅπερ ἦτο σύστημα ζυγοῦ, σύστημα τυραννίας καὶ σύστημα ληστεύσεως τῆς περιουσίας τῶν καλλιεργητῶν, διότι καὶ οἱ σοφώτεροι κυβερνῆται καὶ ὁ μᾶλλον πεφωτισμένος νοῦς, ἐὰν θελήσῃ νὰ καταγίνῃ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ συστήματος τῶν ἐκτιμήσεων, ὅπως δι’ αὐτῶν ὁρισθῶσι τὰ ἀγροδοτικὰ δικαιώματα, εἶναι ἀδύνατον, ἢ πολὺ δύσκολον, νὰ εὕρῃ σύστημα τέλειον, σύστημα πλῆρες, σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἀθλίου γεωργοῦ. Δυστυχῶς αἱ πράξεις αὗται τοῦ φιλολάου Ἁρμοστοῦ Ἄδαμ ἀπήρεσκον εἰς τὴν κυβερνῶσαν τάξιν τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν τοῦ τόπου, δι’ ὃ ἀνεκλήθη εἰς Λονδῖνον· διότι πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἐπάθαινον καὶ οἱ Ἁρμοσταὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁσάκις ἀπήρεσκον εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ὅ,τι παθαίνουν οἱ ἔπαρχοι καὶ λοιποὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους τούτου, ὁσάκις ἀπαρέσκωσιν εἰς ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς ἢ ἄλλους ἰσχυρούς. Νύκτωρ ἀπεβλήθη ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ ἐπεβιβάσθη εἰς ἀτμόπλοιον, ὅπερ μετέφερεν αὐτὸν εἰς Τεργέστην καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λονδῖνον· ὁ δὲ διάδοχός του ἔλαβε ῥητὰς διαταγὰς τοιαῦτα ζητήματα οὐδέποτε νὰ θίξῃ, καὶ τῷ ὄντι τὰ μὲν νομοσχέδια ταῦτα ἔμειναν μόνον ἐγγεγραμμένα ἐπὶ τοῦ χάρτου, οἱ δὲ ἐκδοθέντες νόμοι ἢ κατηργήθησαν ἢ ἔμειναν εἰς ἀχρηστίαν. Σᾶς ἐξέθεσα διὰ βραχέων τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ἐκείνου μέχρι τοῦ ἔτους 1839, καθ’ ὅσον ἐφάπτηται τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις καὶ τὸν κοινωνικὸν διοργανισμὸν τῆς Νήσου διὰ νὰ ἐννοήσητε τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν γεωργῶν καὶ τῆς ὀλιγαρχίας. Οἱ νόμοι εἶναι προϊόντα ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας παράγει ἡ κοινωνικὴ κατάστασις τῶν λαῶν καὶ διὰ τοῦτο διὰ νὰ ἐννοήσητε τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν ἢ τὸν ὀργανισμὸν τῆς κοινωνίας, ἀφ’ οὗ παρήχθη κατάστασις, ἣν προσκαλεῖσθε νὰ χειρουργήσητε. Δυνάμει τῶν νόμων τῆς εὐγενείας εἰς τὸν εὐγενῆ δὲν ἐπετρέπετο νὰ καταγίνηται οὔτε εἰς τὸ ἐμπόριον οὔτε εἰς τὴν βιομηχανίαν οὔτε εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν ἁπλῆν διαχείρισιν ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας ἢ ἀναστολῆς τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων των. Ὁ εὐγενὴς οὐδὲν ἄλλο καθῆκον εἶχεν ὡς ἄνθρωπος κοινωνικός, εἰμὴ μόνον νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ τόπου, τὸ λεγόμενον Συμβούλιον τῶν 150. Ἡ Κέρκυρα δυστυχῶς ἐδιοικεῖτο μὲ σύστημα ἰδιότροπον μέν, φυσικὸν δὲ ἴσως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ πόλις ἦτο τάξις κοινωνικὴ δεσπόζουσα ἐν γένει τῶν χωρίων, διότι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως οἱ ἰδίως λεγόμενοι ἀστοὶ ἢ πολῖται εἶχον τὴν ὑπεροχὴν ἀπέναντι τῶν κατοίκων τῶν ἀγροτικῶν ἐπαρχιῶν ἀνεξαρτήτως τοῦ γένους ἢ τῆς καταγωγῆς. Κατ’ ἀρχὰς μὲν πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις τῆς κοινότητος, οἱ κανονισμοὶ περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, συνεζητοῦντο ἐν κοινῷ συμβουλίῳ τῶν ἀστῶν, ἀλλ’ ἔπειτα ἀνεπτύχθη καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἰδέα τῆς ὑπεροχῆς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀλίγων, ὅπως δεσπόζωσιν ἐπὶ τῶν πολλῶν καὶ ἑπομένως ἐκ τοῦ γενικοῦ συμβουλίου προῆλθε τὸ συμβούλιον τῶν 150, ὅπερ συνεκρότουν οἱ πράγματι εὐγενεῖς, οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ Libro d’ oro (Χρυσῆν Βίβλον). Εἰς οὐδένα τῶν εὐγενῶν τούτων, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπετρέπετο νὰ ἔχῃ ψῆφον, ἐὰν ἐτόλμα νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς ἀγροὺς ἢ ἐπιληφθῇ τῶν ἀγροτικῶν του ὑποθέσεων. Τῷ ὄντι ψήφισμα ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ ἰδίου συμβουλίου ἐν ἔτει 1610 περὶ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ἀναστέλλει τὸ δικαίωμα τῆς εὐγενείας εἰς πάντα τολμῶντα νὰ μετέλθῃ γεωργικὸν ἐπιτήδευμα ἢ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ τὴν περιουσίαν του ἁπλῶς. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὁ πληθυσμὸς ὅλος διῃρεῖτο εἰς εὐγενεῖς, ἀστοὺς καὶ χωρικούς. Ὁ εὐγενὴς ἦτο τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀνθρωπότητος ἐν Κερκύρᾳ, ὁ ἀστὸς ἦτο μία βαθμὶς κατωτέρα, ὁ δὲ χωρικὸς ὁ ῥαγιᾶς, ἀφ’ οὗ ἐδικαιοῦντο νὰ τρέφωνται αἱ ἀνώτεραι τάξεις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους βλέπομεν πολλὰς ἀνάγκας διεγερθείσας μεταξὺ ἀστῶν καὶ χωρικῶν, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει πρωΐμως ἀνεπτύχθη ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας καὶ πολλαὶ κατεβλήθησαν προσπάθειαι ὅπως καθιδρυθῇ ἡ ἰσότης κατ’ ἀρχὰς μεταξὺ ἀστῶν καὶ εὐγενῶν. Σᾶς εἶπον λοιπόν, κύριοι, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἀπετέλουν τὴν τάξιν τῶν ῥαγιάδων καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ μεμψιμοιρία κατὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶναι πράγματα μαρτυρούμενα, οὐχὶ ὑπὸ μεροληπτικῶν συγγραφέων, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἱστορίας, ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐγχωρίου νομοθεσίας τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος κοινωνίας. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ ἀπόδειξις. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι μέχρι τῆς δευτέρας ἐλεύσεως τῶν Ἐνετῶν εἰς Κέρκυραν ἡ κατάστασις τῶν χωρικῶν οὐδόλως μετεβλήθη. Ἔμεινε δηλαδή, οἵα ἦτο καὶ ἐπὶ Βυζαντινῶν. Ἔχομεν εὐτυχῶς ἱστορικὰς πηγὰς διὰ νὰ βεβαιωθῶμεν ὁποία ἡ κατάστασις τῶν Κερκυραίων χωρικῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μία συνθήκη μεταξὺ Κερκυραίων καὶ Ἐνετῶν, ἡ συνθήκη τῆς ἀφιερώσεως τῆς Κερκύρας εἰς τὴν προστασίαν τῶν Ἐνετῶν ἐφ’ ὅρῳ διατηρήσεως τῶν προνομίων καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς νήσου μᾶς χορηγεῖ ἀκριβεστάτας ἀποδείξεις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας των. Τὸ ἄρθρον ἕκτον τῆς συνθήκης ταύτης ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κερκυραϊκὴν ἐκκλησίαν ἡ ὁποία ἦτο ὁ πρῶτος ἰδιοκτήτης, διότι οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἐδώρουν εἰς αὐτὴν ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν καὶ φορολογικὰ δικαιώματα καὶ ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν τοῦ στέμματος, καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς τιμαριούχους, οἱ ὁποῖοι τὸ δημόσιον ἀντεπροσώπευον, νὰ στερῶσι τοὺς χωρικοὺς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας των τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει εἰς τὴν συνθήκην ταύτην. «VI Item, cum Calesia Corfiensis, Barones, feudatarii, et alii de civitate praedicta habeant eorum villanos, vassatos, emgararios caniscarios, sive raccomandatos, a quibus anno quolibet exiqunt jura realia, et personalia, redditus, et proventus, adquos tenentus’ quo jure, sieorum aliqui recusant, possunt ipsos capere in persona propria auctoritate, et corum Capitaneo praesentare, et in carcerem ipsius Capitanei de mandato, ponere, et tamdiu retineve, donec fecerint de praedictis debitis satisfactionem condiquam contenta est Du catis beniquitas, quod per Rectores suos haec eadem in omni bus de caetero observentur, si vassali, villani, et alii supradicti capti fuerint, cum conscientia, et voluntate Rectroum suorum prae-dictorum.» Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κερκυραϊκὴν ἐκκλησίαν, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς βαρώνους, τιμαριούχους καὶ εἰς ἄλλους δικαιούχους νὰ ἔχωσι τοὺς ἑαυτῶν villanos, vassatos, angararios caniscarios sive raccomandatos. Ὥστε οἱ κάτοικοι τῆς νήσου διῃροῦντο εἰς τέσσαρας κατηγορίας, ἀνταποκρινομένας πρὸς τέσσαρας διαφόρους καταστάσεις εἰς ἃς ἡ κοινωνία ἦτο διωργανισμένη. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὶ ἐσήμαινεν ἑκάστη τῶν τεσσάρων τούτων κατηγοριῶν, διότι τοιουτρόπως θέλομεν μάθει ποῖαι αἱ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς τοὺς δικαιούχους ἢ εὐγενεῖς καὶ ποῖαι πρὸς τοὺς γεωργοὺς ἢ χωρικούς· δηλαδὴ τίνες ἦσαν οἱ κύριοι τῆς γῆς, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι εἰσεπράττοντο διάφορα ποσοστὰ τῶν προϊόντων παρὰ τῆς προνομιούχου τάξεως. Villanus, ἐλέγετο ὁ κάτοικος ἀγροτικοῦ κτήματος, ἤτοι ὁ καλλιεργητὴς ἢ χωρολήπτης κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς, διότι villa ἢ χωρίον εἶναι κατοικίαι ἐντὸς ἀγροτικῶν κτημάτων χρησιμεύουσαι ὡς διαμοναὶ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ κτήματος. Οἱ villani οὗτοι εἶναι οἱ μεταγενεστέρως ὀνομασθέντες καὶ voloni ἤτοι ἀγρολῆπται ἢ χωρολῆπται. Οἱ χωρολῆπται οὗτοι ἐκαλλιέργουν τὰς γαίας τῶν εὐγενῶν ἐφ’ ὅρῳ ἀπολαυῆς ἑνὸς μέρους τῶν προϊόντων τοῦ κτήματος ἀντὶ μισθοῦ, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ μεταξὺ αὐτῶν συμβολαίου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καλλιέργεια ἦτο διηνεκὴς, παρεχωρεῖτο εἰς τὸν villanum ἢ ἀγρολήπτην καὶ μέρος ἀπολύτου κυριότητος ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπερ ἦτο τὸ ἥμισυ τῆς ἀναλογίας τῶν καρπῶν. Τοῦτο ἦτο ἀναγκαία συνέπεια τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς εὐγενοκρατείας, ἥτις μὴ δυναμένη ὡς ἐν Εὐρώπῃ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὸ κέντρον τῶν κτήσεών της καὶ ἐκ τοῦ πύργου της νὰ καθίσταται ἄγρυπνος μάστιξ τῶν δουλοπαροίκων, ἄφινε τὸν καλλιεργητὴν ἐλεύθερον διαχειριστὴν τοῦ κτήματος, καὶ ἑπομένως παρεχώρει εἰς αὐτὸν καὶ μέρος τῆς κυριότητος τῆς γῆς, ὅπως προάγωνται ἥ τε καλλιέργεια καὶ αἱ βελτιώσεις διὰ διαφόρων μονίμων φυτειῶν. Ὥστε ὁ vilanus ἢ ἀγρολήπτης ἐγίνετο πράγματι συνιδιοκτήτης τῶν γαιῶν τοῦ Βαρώνου, τιμαριούχου καὶ λοιπῶν χωροδοτῶν. Ἡ κατηγορία λοιπὸν τῶν κατοίκων ἡ περιλαμβάνουσα τὴν τάξιν τῶν villanorum ἢ ἀγροληπτῶν, συνίσταται εἰς ἄθροισμα ἀνθρώπων ἀποκτησάντων δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῆς γῆς ὡς ἀντιμισθίαν τῶν ἐργασιῶν των ἐπὶ τῆς βελτιώσεως τῶν βαρωνικῶν, τιμαριωτικῶν, ἐκκλησιαστικῶν καὶ λοιπῶν κοινῶν κτημάτων. Τί δὲ ἦσαν οἱ vassati, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῶν κατοίκων τῶν ἀγρῶν; Οἱ vasali εἴτε ὑποτελεῖς ἦσαν τάξις ἀνθρώπων ἐχόντων γαίας τῆς ἐλευθέρας κυριότητός των, ἀλλ’ ὑπαγομένων εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φορολογικοῦ δεκάτου. Τὰ ἐπὶ Βυζαντινῶν εἰσπραττόμενα φορολογικὰ δέκατα παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς τιμαριούχους ἐκπροσωποῦντας τὸ δημόσιον, ὡς τοῦτο μαρτυρεῖται ὑπὸ πολλῶν ἱστορικῶν, καὶ ἰδίως ἐγγράφων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑφ’ ὧν μαρτυρεῖται, ὅτι πολλαὶ οἰκογένειαι ἐξῃρέθησαν κατὰ διαφόρους καιροὺς τῆς πληρωμῆς φορολογικοῦ τέλους πρὸς τοὺς τιμαριούχους λόγῳ μεγάλων ἐκδουλεύσεων, τὰς ὁποίας προσήνεγκον εἰς τὴν κυβέρνησιν ἢ συνεισφέροντες χρήματα ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ἀριστεύσαντες ἐν πολέμῳ, ἢ ᾠκοδομήσαντες μέρος τῶν πελωρείων φρουρίων μὲ τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι κυβερνήσεις περιέβαλον τὴν πόλιν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ πλείστων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν αἱ χωρικαὶ οἰκογένειαι τῶν Σκαλιδᾶ, Κομπολίτου, καὶ Ἐλευθεριώτου, καὶ περὶ ὧν ἐξεδόθη εἰδικὸν ψήφισμα ὑπὸ τῆς δημοκρατικῆς κυβερνήσεως τοῦ ἔτους 1797 πρὸς διατήρησιν τῶν προνομίων τούτων. Ἔχω, κύριοι, ἀνὰ χεῖρας ὁρμαθὸν τοιούτων ἐγγράφων, ὧν παραλείπω τὴν ἀνάγνωσιν, ὅπως μὴ καταναλίσκω τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου δύναται ἕκαστος νὰ λάβῃ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ κατ’ ἰδίαν εἰς τὴν πρωτότυπον Λατινικὴν καὶ Ἰταλικὴν διάλεκτον. Ὥστε ἀπεδείχθη ἤδη, ὡς καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ καὶ ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ καὶ ἐν τοῖς πρῴην Ἰονίοις Δικαστηρίοις, ὅτι μεταξὺ τῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων (jura-realia), τὰ ὁποῖα οἱ τιμαριοῦχοι εἰσέπραττον, ἦταν ὡς καὶ ἐν τῇ δυτικῇ Εὐρώπῃ, ἦσαν καὶ τὰ φορολογικὰ τοῦ δημοσίου τὰ ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων εἰσπραττόμενα. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν τρίτην τάξιν τῶν κατοίκων, οἵτινες καλοῦνται angararii ἢ προσωπικοὶ ἀναγκαστοὶ ἐργάται, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις, οἵτινες ὁμοιάζουσι πρὸς τοὺς servi della gleba, ἤτοι πρὸς τοὺς βωλοδούλους. Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργάζωνται ἓν μέρος τοῦ ἔτους εἰς τὰ κτήματα τῶν τιμαριωτῶν. Οἱ τιμαριοῦχοι καθὸ ἀντιπρόσωποι τοῦ δημοσίου ἔλαβον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καρποῦνται καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι προσέφερον εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ ἄθλιον ἐκεῖνο σύστημα τοῦ μεσαιῶνος. Ἡ προσωπικὴ ὅμως ἐργασία δὲν ἐτελεῖτο πράγματι, ἀλλ’ ἐξετιμᾶτο καὶ ἐπληρώνετο ἢ εἰς χρήματα ἢ εἰς εἴδη καὶ ἐξησφαλίζετο ἡ πληρωμὴ διὰ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τῶν ὑποτελῶν. Ἑπομένως τὸ κατ’ ἀρχὰς προσωπικὸν τοῦτο δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἐργασίας μετεβλήθη εἰς πραγματικὸν καὶ ἐπεβάρυνεν οὐχὶ τὸ ἄτομον ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν. Εἰμὶ δὲ ἕτοιμος νὰ διαψεύσω δ’ ἐπισήμων ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἔχω ἀνὰ χεῖρας, οἱονδήποτε τολμήσῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἱστορικὴν ἀκρίβειαν τῶν γεγονότων τούτων. Οἱ δὲ κανισκάριοι ἢ προστατευόμενοι ἦτο τετάρτη κοινωνικὴ τάξις, εἰς ἣν ὑπήγοντο οἱ ἄνθρωποι, οἱ κατέχοντες τὴν ἑαυτῶν περιουσίαν ὡς εἰκονικοὶ καλλιεργηταὶ τῶν τιμαριούχων. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κινδυνεύοντες νὰ ἀπολέσωσι τὰ κτήματά των, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἥρπαζον οἱ ἰσχυροὶ διὰ νὰ συσσωματώσωσι μετὰ τῶν ἰδικῶν των, ἔκαμνον εἰκονικὰ συμβόλαια μετά τινος ἰσχυροῦ δι’ ὧν συνωμολογεῖτο, ὅτι τὸ κτῆμα ἐλάμβανε δῆθεν χωρικὸς ἀπὸ αὐτὸν ἐν εἴδει συγκρατείας ἢ κανισκεύσεως. Ὡς ἀμοιβὴν δὲ τῆς προστασίας ταύτης ἐτέλει ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὸν ἰσχυρὸν δῶρον συνιστάμενον ἢ εἰς μέρος τῶν προϊόντων ἢ εἰς ὡρισμένον ποσὸν καρπῶν, ὁπότε ἐλέγετο τὸ δῶρον τοῦτο συγκράτεια. Συχνότερον ὅμως τὸ δῶρον συνίστατο εἰς πτηνὰ ἢ ἄλλα ζῷα, ὁπότε κυρίως ἐλέγετο τὸ δῶρον τοῦτο κανίσκιον Διὰ τοῦτο ἡ σύμβασις μεταξὺ προστάτου καὶ προστατευομένου ἐλέγετο κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν συγκράτεια καὶ ἀνενεοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀνὰ πενταετίαν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν, ἐλέγετο κανίσκευσις καὶ ἦτο διηνεκής. Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἦτο μόνον ἐν Κερκύρᾳ, διότι εἶναι σύστημα μεσαιωνικὸν καὶ ὁμοιόμορφον καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ὅσοι δὲ ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ τιμαριωτισμοῦ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι οἱ μικροὶ ἰδιοκτῆται πολλάκις ἠναγκάζοντο νὰ γίνωνται δοῦλοι τῶν μεγάλων διὰ νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν των. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς συνέβη ἐν Κερκύρᾳ, ἔνθα ἡ τιμαριωτικὴ ἀγροληψία καὶ ἐμφύτευσις δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἢ ἡ δουλοπαροικία, ἢ ἡ φορολογία, ἡ συγκράτεια καὶ τὸ κανίσκιον, ἡ ἀμοιβὴ τῆς προστασίας τῶν ἰσχυρῶν ἢ ἡ βία τῆς τιμαριωτικῆς αὐθαιρεσίας. Εἶχον δὲ τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς φυλακίζουν τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἐντὸς τῶν ἰδίων φυλακῶν, διότι ὅλα τὰ δικαιώματα ταῦτα ἦσαν δικαιώματα τοῦ δημοσίου εἰσπραττόμενα καταναγκαστικῶς· αὐτοὶ δὲ ἦσαν ἐπικαρπωταὶ ἁπλοῖ, διότι ἦσαν ὑπάλληλοι τοῦ κράτους λαμβάνοντες αὐτὰ ὡς ἀμοιβήν. Βεβαίως ὁ μὴ γινώσκων τὰ καθ’ ἕκαστα τῆς νομοθεσίας ταύτης ἤθελε νομίσει, ὅτι παραλογίζομαι λέγων ταῦτα, διότι κατὰ τὸν μεσαιῶνα πάντες οἱ δοῦλοι ὑπέκειντο εἰς προσωπικὴν κράτησιν, εἰς ἄλλας βασάνους καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον θέλησιν τοῦ δεσπότου καὶ ἡ καταναγκαστικὴ εἴσπραξις ἐν Κερκύρᾳ ἦτο ἄμεσος συνέπεια τῆς καταστάσεως ταύτης· ἀλλ’ εἶναι περίεργον ὅτι ὑπάρχει θεσμὸς ἐγχώριος, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ φυλάκισις τοῦ χωρικοῦ, ἐνόσῳ ἦτο ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς πόλεως· ὥστε ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἦτο ἐν γένει ἐξησφαλισμένη, ὁ δὲ περιορισμὸς αὐτῆς ἦτο ἁπλῆ ἐξαίρεσις χάριν τῶν βαρώνων, τῶν τιμαριούχων καὶ τῆς ἐκκλησίας· φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε καὶ τότε ἡ διαστολὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ δημόσιον καὶ τῶν πρὸς ἰδιώτας καθυστερουμένων. Καὶ ἵνα μὴ νομίζωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοί μου, ὅτι ἀναφέρω γεγονότα μὴ στηριζόμενα εἰς ἱστορικὰς ἀληθείας, ἀναγινώσκω τὸν σχετικὸν νόμον. Ἰδοὺ εἷς τῶν πολλῶν νόμων περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν χωρικῶν, οἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὴν συλλογὴν τῶν ἐγχωρίων νόμων Κερκύρας ὑπὸ Βογιάκου. Τὸ ἄρθρον τέταρτον τοῦ νόμου τούτου τῆς 7 Ἰουλίου 1788 λέγει. «Οἱ χωρικοὶ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους δὲν δύνανται νὰ προσωποκρατῶνται εὑρισκόμενοι εἰς τοὺς ἀγρούς· δύνανται δὲ νὰ προσωποκρατῶνται μόνον ὅταν ἔρχωνται εἰς τὴν πόλιν ἢ εἰς τὰ προάστεια». Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυε μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος. Λοιπὸν τί συμπεραίνομεν ἐντεῦθεν; συμπεραίνομεν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῆς Κερκύρας κατείχετο ὑπὸ τῶν χωρικῶν ἐπὶ διαφόροις τίτλοις. Καί τινα μὲν τῶν κτημάτων ἦσαν ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία των, ἐπιβεβαρυμένη μὲ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον εἰσέπραττε καὶ ἅτινα ἀντ’ αὐτοῦ ἐλάμβανον οἱ τιμαριοῦχοι καὶ οἱ λοιποὶ βαρῶνοι ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ἕτερα πάλιν κατείχοντο ὡς παροικίαι, ἄλλα δὲ ἦσαν μὲν ἰδικά των, ἀλλὰ κατεῖχον αὐτὰ ἐν ὀνόματι τῶν εὐγενῶν, ὅπως τὰ ἐξασφαλίσωσιν ἐκ τῆς ἁρπαγῆς ἄλλων ἰσχυρῶν. Καὶ ἐπειδὴ τὰ λόγῳ ψιλῆς κυριότητος, ἢ προστασίας, ἢ φορολογίας, ἢ αὐθαιρεσίας πληρωνόμενα δίκαια δὲν ἠδύναντο ἀπ’ εὐθείας οἱ δικαιοῦχοι νὰ λαμβάνωσιν εἰς εἴδη, οἱ χωρικοὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συλλογῆς, τῆς ἐκθλίψεως, τῆς βιομηχανικῆς προετοιμασίας χορηγοῦντες εἰς αὐτοὺς μέρος οὐχὶ τῶν αὐτουσίων καρπῶν, ἀλλὰ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων συμφώνως πρὸς τὰς συμφωνίας ἢ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐπέβαλε. Τὸ δικαίωμα ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων λέγεται ἐν συνόψει ὠφέλιμος κυριότης, ἧς στοιχεῖα εἶναι ἡ αἰώνιος κατοχὴ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας μεταβιβάσεως εἰς τρίτους ἢ ὑποθηκεύσεως κ.τ.λ. τὰ δικαιώματα τῶν τιμαριούχων βαρώνων κλπ. λέγονται ψιλὴ κυριότης, ὡς μόνον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἐτησία ἢ διετὴς εἴσπραξις ἑνὸς μέρους τῶν προϊόντων τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ μόνον δικαίωμα νὰ διαθέσῃ εἰς τρίτους. Ἡ ψιλὴ δὲ κυριότης καὶ ἡ ὠφέλιμος κυριότης οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μετὰ τῆς συνιδιοκτησίας ἢ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιφανείας ἢ ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ὡς ἐκ τῶν ἰσχυόντων ἐν Ἑλλάδι νόμων καὶ ἐθίμων, διότι ἡ ὠφέλιμος καὶ ἡ ψιλὴ κυριότης παρήχθη ἐκ τοῦ τιμαριωτικοῦ δικαίου, ἐξηγεῖται μόνον διὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ τιμαριωτικοῦ θεσμοῦ. Τοιαύτη λοιπὸν ἦτο ἡ κοινωνικὴ κατάστασις τοῦ τόπου τούτου ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας, ἐξ ἧς παρήχθησαν αἱ ἐν Κερκύρᾳ ὑφιστάμεναι κοινωνικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ ἐπιμένουσιν ὡς παράσιτα νὰ ζῶσιν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς νεωτέρας κοινωνίας εἰς τὸ πεῖσμα τῆς προόδου. Κύριοι, ἀφοῦ λοιπὸν περιέγραψα τὴν κοινωνικὴν ταύτην κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη νὰ ἔμβω εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκτιμήσεων, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς ἐπασχολεῖ. Σώζονται νόμοι καὶ συμβόλαια περὶ ἐκτιμήσεων διαλαμβάνοντα ἕως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1480. Ἀπὸ τοῦ ἔτους λοιπὸν τούτου δυνάμεθα διὰ τοῦ θετικωτέρου τρόπου νὰ βεβαιωθῶμεν πῶς ἐκανονίζοντο τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ νὰ πληροφορηθῶμεν περὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα προεκάλεσαν τὴν βαθμιαίαν τροποποίησιν τοῦ ἀρχικοῦ συστήματος τῶν ἐκτιμήσεων, ἤτοι τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων τοῦ ψιλοῦ κυρίου, θέλει δὲ προκύψει ἡ ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια, ὅτι οἱ μεταγενέστεροι νόμοι, οἱ νομοθετηθέντες περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχον, εἰμὴ τὸν σφετερισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν γεωργῶν καὶ τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ ἀποκλειστικῇ ὠφελείᾳ τῶν τιμαριούχων καὶ τὴν παραβίασιν τῶν συμβολαίων. Κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1480 ἐξεδόθη διάταγμα ἐπὶ τοῦ προβλεπτοῦ Μπαλόνη, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων ἤτοι ἀγροληπτικῶν προϊόντων, μετὰ τῶν σχετικῶν ποινικῶν διατάξεων ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον οἱ γαιωκάτοχοι πρὸ τῆς βεβαιώσεως σφετερισθῆ, ἤτοι κλέψει, κατὰ τὴν σημερινὴν γλῶσσαν τῶν κυρίων τούτων, τὰ δικαιώματα τῶν ψιλῶν κυρίων. Τὸ ἄρθρον 8ον τοῦ διατάγματος τούτου λέγει (θέλω ἀναγινώσκει αὐτὸ κατ’ ἔννοιαν Ἑλληνιστὶ, διότι εἶναι Ἰταλιστὶ γεγραμμένον)· «Οὐδεὶς ἄνθρωπος, ἢ πρόσωπον, ὅστις ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, νὰ χορηγήσῃ μερίδιον, δέκατον, τέταρτον, ἐλαίου, οἴνου, σίτου, κριθῆς καὶ παντὸς ἄλλου σπειρομένου εἰς τὴν γῆν, μὴ τολμήσῃ ἢ ἀξιώσῃ νὰ συλλέξῃ ἢ τρυγήσῃ κἀνὲν τῶν εἰρημένων προϊόντων, εἰμὴ ἀφοῦ προσκαλέσῃ τὸν ἀρχικὸν κύριον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ τελῇ, ἢ τὸν ἐπιτετραμμένον του, διὰ νὰ λάβῃ ἄδειαν ἀπὸ τὸν κύριον τοῦτον ἐπὶ ποινῇ ὑπερκύρων 100 δι’ ἑκάστην παράβασιν, ἐκ τῆς ὁποίας ποινῆς τὸ ἥμισυ εἶναι ὑπὲρ τῆς κοινότητος καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὸν κύριον τοῦ τόπου, πρέπει δὲ νὰ πληρώνῃ εἰς τὸν κύριον τὸ ἀνάλογον μερίδιόν του ἐκ τῶν προϊόντων βεβαιούμενον μὲ ὅρκον καὶ ἄνευ ἄλλης ἀποδείξεως. Ἐν ἔτει 1504 ἐξεδόθη ἕτερος νόμος περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὅστις αὐταῖς λέξεσι διαλαμβάνει ὅ,τι καὶ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ εἰρημένου νόμου τοῦ ἔτους 1480. Ἀμφότεροι δὲ οἱ νόμοι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὰς σελίδας 33 καὶ 40 τῆς συλλογῆς τῶν ἐγχωρίων νόμων ὑπὸ Βογιάκου, καὶ ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Βλέπετε λοιπὸν ὁποία καὶ ἡ πίστις ὑπῆρχε τότε εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς βίας καὶ τῆς τιμαριωτικῆς αὐθαιρεσίας μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλο μέσον ἀποδείξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀγροδότου ἢ τιμαριούχου ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δένδρων παντὸς εἴδους καὶ τῆς γῆς εἰμὴ μόνον ὁ ὅρκος ἤτοι ἡ συνείδησις τοῦ ἀγρολήπτου. Βεβαίως ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ καλλιεργηταί, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον κατὰ τὸ λέγειν τῶν ἀντιπάλων μας τὰ κτήματα εἰς καλλιέργειαν, τὰ ἐλάμβανον αὐτὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων διὰ τοῦ ὅρκου των, ὅπως μὴ ἐκτίθωνται εἰς τὰς αὐθαιρέτους γνώμας τῶν τρίτων, τοὐτέστιν εἶχον πάντοτε, ὡς μέσον βεβαιώσεως καὶ ἐπαληθεύσεως τῶν ὑποχρεώσεών των, τὴν συνείδησίν των καὶ οὐχὶ τὴν φιλοκέρδειαν τῶν δικαιούχων· δὲν προέβλεπον βεβαίως, ὅτι μετὰ 4 ἢ 5 αἰῶνας ἤθελον ἐλθεῖ ἄνθρωποι νὰ ἐπιβάλουν τρόπον ἴδιον ἐκτιμήσεως, ἀνατρέποντα τὰ κεκτημένα δικαιώματά των καὶ προσδιορίζοντα τὰς ὑποχρεώσεις τῶν καλλιεργητῶν διὰ τῶν ὑπηρετῶν των. Τὸ αὐτὸ ἀπαντᾶται καὶ εἰς ἕτερον ἐγχώριον περὶ ἰδιοκτησίας θεσμόν, ἐκδοθέντα περὶ τὸ ἔτος 1504, τὴν 12 9βρίου· λέγει δὲ τὰ αὐτά, τοὐτέστιν ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἀγρολήπτης παραβῇ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἤτοι ἀφαιρέσει τὰ προϊόντα πρὸ τῆς βεβαιώσεως αὐτῶν, ὑπεξαιρῶν οὕτω μέρος τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλονται εἰς τὸν ἀγροδότην, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον 100 ὑπερπύρων, ἅτινα εἶναι Βυζαντινὰ νομίσματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν τῶν προϊόντων, ἐπεβάλετο πάλιν ὅρκος εἰς τὸν ἀγρολήπτην, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἀπόδειξις ἐπετρέπετο. Ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου ἤρξαντο πολλαὶ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν, διότι τὸ ὀλιγαρχικὸν πνεῦμα τῶν εὐγενῶν καὶ ἡ συμπαρομαρτοῦσα τυραννία ἐκορυφοῦτο. Τὸ ὀλιγαρχικὸν πνεῦμα ἀναπτύσσεται εἰς τὰς προνομιούχους τάξεις τῶν λαῶν, ἀναλόγως τῆς ἀσθενείας τῆς κεντρικῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν 15ον καὶ 16ον αἰῶνα ἡ Ἐνετικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτον ἄλλο εἰμὴ φάσμα Κυβερνήσεως εἰς τὸν μυχὸν τοῦ Ἀδρία, διότι ὡς ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν πολέμων κατὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν βαρβάρων λαῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν, μόλις τὸ ὄνομα τῆς ἐξουσίας ἐντὸς τοῦ Κράτους ἦτο γνωστόν, εἰς δὲ τὰς μεμακρυσμένας ἀποικίας διοικηταὶ ἦσαν οἱ ἀληθῶς Δεσπόται τῶν κατοικούντων ἐν αὐταῖς. Οἱ ὑπάλληλοι εἰς μέρη μὴ ἔχοντα συγκοινωνίαν μετὰ τῆς πρωτευούσης, καὶ ἑπομένως μακρὰν τῆς ἐξελέγξεως τῆς κοινῆς γνώμης καθίστανται ἀόριστοι. Ὁ ὑπάλληλος ἦν φύσει αὐθαίρετος καὶ τυραννόφρων κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ ἡ τάσις αὕτη ἀκόμη σήμερον οὔτε διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων, οὔτε διὰ τῆς ταχύτητος τῶν ἀτμοπλοίων, οὔτε διὰ τῆς ἐποπτείας τοῦ τόπου ἢ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν σωμάτων μεταβάλλεται. Τὸ ἔργον τῶν διοικητῶν ἦτο ἡ πίεσις πρὸς χάριν τῶν ἰσχυρῶν ὅπως πλουτῶσι διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἀδυνάτων· ἑπομένως παρέδιδον ἅπασαν τὴν ἐνεργητικὴν ἐξουσίαν των εἰς τὰς αὐθαιρέτους χεῖρας τῶν τιμαριωτῶν, μεθ’ ὧν συνεμερίζοντο τὰ λάφυρα τῆς τυραννίας κατὰ τῶν παραγωγικῶν τάξεων τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ. Ἐγκατελείφθησαν λοιπὸν τὰ συμβόλαια, τὰ ἔθιμα καὶ οἱ νόμοι ἀνετράπησαν καὶ ἤρξαντο οἱ τιμαριοῦχοι τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων οὐχὶ διὰ τῆς καταμετρήσεως τῆς πραγματικῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς προεκτιμήσεως ἐπὶ τῶν δένδρων τῆς πιθανῆς παραγωγῆς. Οἱ χωρικοὶ ἐπανέστησαν κατὰ τῆς χρήσεως τοῦ νέου τούτου μέσου τῆς βεβαιώσεως τῶν προϊόντων, ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν γενομένην ἀδικίαν καὶ ἐξέδωκε διάταγμα ἀπαγορεῦον οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα ἤθελον τολμήσει νὰ εἰσαγάγουν οἱ κύριοι οὗτοι ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ τῶν ἐθίμων καθιερωθέντος, τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν περιγραφήν, ὅπως δι’ αὐτοῦ οἱ κύριοι οὗτοι βεβαιοῦσι τὸ δίκαιόν των καὶ λαμβάνωσι τὰ εἰσοδήματά των. Τοῦτο συνέβη κατὰ τὰ 1622 10 Φεβρουαρίου, ἤτοι μετὰ 200 σχεδὸν ἔτη ἀπὸ τοῦ πρώτου νόμου τοῦ Ἀντωνίου Μπελάνη γενικοῦ διοικητοῦ Κερκύρας. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ διοικητὴς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ δίδων καὶ τὴν ἀπάντησιν πρὸς ἑκάστην αἴτησιν αὐτῆς ἐκφράζεται ὡς ἀκολούθως. Συγχωρήσατέ με καὶ πάλιν ν’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον Ἑλληνιστὶ κατὰ τὴν ἔννοιάν του, διότι εἶναι Ἰταλικόν. «Διὰ τοῦτο διακηρύττομεν πρὸς τούτοις, ὅτι οἱ χωρικοὶ οἱ ὑποκείμενοι εἰς Βαρωνίας ἢ εἰς ἄλλους ἰδιοκτήτας ἐν καιρῷ τῆς συλλογῆς τῶν σιτηρῶν, οἴνου, ἐλαίου καὶ παντὸς ἄλλου ὑποχρεοῦνται νὰ γνωστοποιῶσι τοῦτο εἰς τοὺς κυρίους τῶν γαιῶν ἢ εἰς τοὺς πράκτοράς των διὰ νὰ ἔλθωσιν ἢ νὰ πέμψωσι διὰ νὰ ᾖναι παρὼν εἰς τὰς συλλογὰς ἢ τρυγητοὺς καθ’ ὃν καιρὸν ὡρίσθη· καὶ μὴ ἐκτελούντων τοῦτο τῶν κυρίων, οἱ χωρικοὶ δύνανται νὰ κάμνωσι τὰς εἰρημένας ἐργασίας καὶ νὰ δίδωσιν ἐνόρκως τὸ ὀφειλόμενον μερίδιον εἰς τοὺς δικαιούχους ἢ τοὺς πράκτοράς των κτλ.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς μερίδος καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐγίνετο ἢ διὰ τῆς αὐτουσίας διανομῆς τῶν προϊόντων ἢ δι’ ἐνόρκου βεβαιώσεως τοῦ ἀγρολήπτου.
§58ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τῶν χωρικῶν εἶπον τοῦτο.
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν οἱ Ἐνετοὶ εἰργάζοντο, ὄχι ὅμως ὡς πράττει τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἀφ’ οὗ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ Συμβόλαια δὲν ὁρίζουν τὸν τρόπον τοῦ ὁρισμοῦ τῶν μερίδων, ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπεν ἄλλο μέσον ἀποδείξεως τῶν ἐγγείων δικαιωμάτων εἰμὴ τὸν ὅρκον τοῦ καλλιεργητοῦ, ἤρξαντο διὰ γραπτῶν συμφωνιῶν νὰ ὁρίζωσι τὸν τρόπον τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν μερίδων, ὥστε ἐκ τῆς 16ης ἑκατονταετηρίδος μέχρι σήμερον, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπηγορεύθησαν αἱ συνομολογήσεις ἀγροληψιῶν, ὡρισμένος ἐν τοῖς συμβολαίοις ὑπάρχει ὁ τρόπος τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν μερίδων τῶν ἀγροδοτῶν. Ἑπομένως ἄλλοι μὲν συνεφώνησαν νὰ δίδωσι τὸ ¼, ⅕ ἢ ⅒ τῶν αὐτουσίων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἤθελον παραχθῆ ἐν τῷ τμήματι, ἄλλοι δὲ ὑπεχρεώθησαν ἅμα ὡριμάσωσιν οἱ καρποὶ καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου ἢ τοῦ Νοεμβρίου νὰ ἐκλέγωσιν ἕκαστος ἕνα ἐκτιμητὴν, ἀμφότεροι οἱ ἐκτιμηταὶ θὰ ἐκλέγωσι τὸν τρόπον καὶ ἐπιδιαιτητὴν καὶ οὗτοι ὁμοῦ σκεπτόμενοι ἐπὶ τόπου θέλουν ἐκδίδει ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς μερίδος, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν καλλιεργητὴν διὰ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν ἀγροδότην. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν συμβόλαιον, δι’ οὗ οἱ συμβαλλόμενοι, ἤτοι ὁ ἀγρολήπτης καὶ ὁ ἀγροδότης, ἀφ’ οὗ συνομολογοῦσι τοὺς ὅρους τῆς ἀγροληψίας, λέγουσιν ὡς πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις τὰ ἑξῆς· «Μὲ ὑπόσχεσιν τοῦ ἄνωθεν Κουρκούλου, ὅτι εἴτι ἤθελε ποιήσει μέσα εἰς τοὺς ἄνωθεν τόπους σπείρει, ἐμφυτεύσει εἰς καιρὸν τοῦ καθενὸς καρποῦ τῆς κάθε χρονιᾶς νὰ συντρέχῃ νὰ φέρνῃ πρὸς τὴν ἄνωθεν κυρίαν ἀρχόντισσαν ἐδῶ εἰς τὸ παρὸν χωρίον μέρος τέταρτον, ἤγουν τρία μερτικὰ νὰ μένουν τοῦ ἄνωθεν Κούρκουλου, καὶ ἕνα μερτικὸ νὰ λαμβάνῃ ἡ ἄνωθεν ἀρχόντισσα· καὶ διὰ ταῖς ἄνωθεν ἐλιαῖς, τὸν κάθε καιρὸν πάσης ἐσοδείας, ἤγουν εἰς κάθε δεύτερον χρόνον μετὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ νὰ βάνουν ἕνα πρακτικὸν τὸ κάθε μέρος νὰ ξετιμόνουν τὸν καρπόν κτλ.» Ἕτερον ἀγροτικὸν συμβόλαιον τοῦ ἔτους 1500, σῳζόμενον ἐν τῷ χαρτοφυλακείῳ τῆς νήσου, διότι ἡ συλλογὴ τῶν συμβολαίων εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν ἀρχαίων ἐγγράφων Κερκύρας. Ἰδοὺ λοιπὸν ποίους ὅρους περιέχει τοῦτο, ὡς πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὑπὸ τῶν συμβολαίων, μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων ἰδιωτῶν, ὁρίζεται καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προσδιορίζονται αἱ μερίδες τῶν προϊόντων ἐπὶ τῶν κοινῶν κτημάτων. Κατὰ τὸ ἔτος 1799, ὁπότε συνέστη ἡ ἰονικὴ Δημοκρατία, ἥτις μ’ ὅλον τὸν κόμπον τοῦ ὀνόματός της, οὐδὲν ἄλλο ἦτο, εἰμὴ ἡ ἑνετικὴ ὀλιγαρχία, μ’ ὅλον τὸν στενοκέφαλον ἐγωϊσμόν της, μεταθέσασα εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους τὸν θρόνον τοῦ γλυλίζοντος λέοντός της. Δυστυχῶς ὅμως οἱ νόμοι, τὰ διατάγματα, ἐν γένει αἱ πράξεις τῆς κυβερνήσεως ἀντικατεστάθησαν εἰς τὰ συνομολογηθέντα μεταξὺ ἰδιωτῶν συμβόλαια. Ποίαν δὲ ἐπιῤῥοὴν ἐξήσκει ἡ τάξις τῶν χωρικῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων πράξεων τῆς κυβερνήσεως, ἔχομεν μίαν προκήρυξιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ἐκ τῶν χωρικῶν προσεκαλοῦντο μόνον τέσσαρες εὐνοούμενοι τοῦ πρυτάνεως τῆς νήσου, καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐξέθετον τὰ παράπονά των καὶ τὰς σκέψεις των περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς τάξεώς των, ὁ δὲ πρύτανις ἐλάμβανε σημείωσιν, ἐσκέπτετο μετὰ τῆς κεντρικῆς κυβερνήσεως καὶ ἀπεφαίνετο ἀποῤῥίπτων, ἢ παραδεχόμενος τὰς σκέψεις ταύτας, ὥστε διὰ τῶν μέσων τούτων μόνη ἡ θέλησις τῶν ἀγροδοτῶν μετέβαλε τὰ συμβόλαια τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἡ προκήρυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν πρὸς τὸν Κερκυραϊκὸν λαὸν, ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον Σύνταγμα, τὸ ὀνομασθὲν Βυζαντινόν. Θέλω δὲ ἀναγνώσει τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν πρωτότυπον αὐτοῦ μετάφρασιν, διότι εἶναι ἀρκετὰ περίεργος ἡ γλῶσσα καὶ αἱ ἐν αὐτῷ ἰδέαι.
«ΚΗΡΥΓΜΑ
Ὁ ἐξοχώτατος Πρύτανις Κερκύρας κάνει δημοσίως νὰ γνωρίσουν, καὶ νὰ ἠξεύρουν. Ἰδοὺ ὁποῦ ἐσυστήθη ἡ Πολιτεία μας μὲ τρόπους τοὺς πλέον στερεοὺς, εὐτυχισμένους διὰ νὰ στερεωθῇ ἀσφαλῶς ἡ ἔσωθεν εὐτυχία μας. Δὲν ἔχομεν νὰ φοβούμεσθε τίποτης ἀπὸ τὰ ἔξω. Ἡ τύχη μας εἶναι θεμελιωμένη μὲ στερεαῖς, καὶ βέβαιαις ἀρχαῖς. Ἡ ὑψηλὴ Πόρτα προστατεύει διὰ τὴν συνενωμένην Ῥεπούμπλικα. Ὁ μέγας Ἰμπεράτορας, καὶ αὐτοκράτωρ πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν βεβαιόνει τὴν εὐτυχίαν της. Ὁ βασιλεὺς τῆς μεγάλης Βρετανίας την γνωρίζει. Ἔτζι καὶ ὁ μονάρχης τῆς Πρωσίας, ὁμοίως καὶ ὁ αὔγουστος Ἰμπεράτορας τῶν Ῥωμάνων Φραγγίσκος δεύτερος. Μετὰ ὀλίγον θέλει κάμουν συμπαθιτικὴν ἀντιβοὴν ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης. Ἡ Κέρκυρα δὲν φοβᾶται πλέον τὸ σίδηρον τοῦ ἐχθροῦ. Ὕστερον ἀπὸ τέτοιαν πολιτικὴν τύχην, δὲν χρείζεται ἄλλο, πάρεξ νὰ παρακινηθῇ, νὰ βασταχθῇ, καὶ νὰ διαφυλάττεται ἐσωτερικῶς. Τὸ σῶμα τὸ νομοθετικὸν, αἱ καταστημέναι ἐξουσίαι, σᾶς τάσσουν τὴν πλέον ἀκατάπαυστον, καὶ στοχαστικὴν ἐνέργειαν, διὰ νὰ προξενηθῇ ἡ εὐτυχία σας. Ἡμεῖς θέλει ἐπικαλέσομεν (εἰς τὴν ἡμέραν 25 Ἀπριλίου τρέχοντος, ἀφιερομένη εἰς τὸν Ἅγιον ἀπόστολον, καὶ εὐαγγελιστὴν Μάρκον,) τὴν θείαν βοήθειαν. Ἂς ἑνωθοῦν εἰς ταῖς ἐδικαῖς μας παρακάλεσαις, καὶ ἐκείναις ὅλου τοῦ λαοῦ; Ὁ αὐτὸς λαὸς ἂς δείξῃ εἰς τοιαύτην ἡμέραν, μὲ κάθε τρόπον ἑτοιμασίας ἐξωτερικῆς, καὶ τὴν ἐσωτερικὴν χαράν. Ἂς βασιλεύῃ εἰς τὸν τόπον μας ἡ ἁγία μας ἐκκλησία, ἡ πλέον ἀκριβὴς δικαιοσύνη, ἡ μετριότης, ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη, καὶ ἀπὸ τὴν εὐτυχισμένην κοινὴν ἁρμονίαν, ἂς γνωρίσῃ ὁ καθ’ ἕνας, ὁ πλούσιος, ὁ πτωχὸς, ὁ εὐγενὴς, καὶ ὁ πολίτης, τὴν ἰδίαν του εὐτυχίαν. Ἂς χαίρονται ὅλοι τὸ ἐκλεκτὸν χάρισμα, ὁ καθ’ ἕνας ἂς χαρῇ. Καὶ διατὶ ὡς καὶ οἱ ἀγαπημένοι μας ἔξω ἐγκάτοικοι, μέρος λαοῦ ὅπου μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην θέλει θεωρεῖται νὰ ἀγροικῆσαι ἀπὸ τὴν φωνήν μας ταῖς ἐξέρεταις, καὶ στερεαῖς γνώμαις τῆς διοικήσεως, εἴτε Γοβέρνου, ἀνακαλοῦμεν τεσσάρους προεστοὺς ἀπὸ τοὺς φρονίμους καὶ στοχαστικοὺς τῆς κάθε μπαντιέρας νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν χώραν τὴν δευτέραν κυριακὴν τοῦ ἐρχομένου Μαΐου, ἤγουν εἰς τὰς 12 εἰς τὴν οἰκίαν μας, ὅθεν θέλει τους παραστήσομεν τοὺς ἠγαπημένους ἐδικούς μας στοχασμοὺς, καὶ θέλει δεχθοῦμεν, καὶ τοὺς ἐδικούς τους, διὰ νὰ ἀπολαυθῇ μὲ ἀγάπην τὸ μέγα τέλος τῆς κοινῆς ὁμονοίας, καὶ ὑποταγῆς εἰς τοὺς νόμους, καὶ εἰς ταῖς καταστημέναις ἐξουσίαις. Ἡ κατοικία μας δὲ θέλει εἶναι πάντα ἀνοιχτὴ, διὰ νὰ δεχώμεσθαι κάθε παράπονον, ἐὰν ἀπὸ τὰ διωρισμένα κριτήρια, καὶ Μαγιστράτα δὲν ἤθελε δοθῆ ἐκείνη ἡ δικαία, καὶ σωστὴ εὐχαρίστησις τῶν προστρεχόντων. Κορφοὺς 23 Ἀπριλίου 1801. Ε. Π. ΣΤΑΜΟΣ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟΣ Πρύτανις Κερκύρας. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΕΡΒΟΣ Σεκρ.» Ὁ ἅγιος Μάρκος ἦτο ὁ προστάτης τῆς Ἑνετίας, ἡ δὲ ἑορτὴ αὐτοῦ ἐθεωρεῖτο ἐθνικὴ καὶ ὡς τοιαύτην δὲν παρέλειψαν νὰ θεωρῶσι καὶ ἐν Κερκύρᾳ οἱ ἀπόγονοι τῶν Ἐνετῶν κατὰ τὴν μετανάστευσιν τῆς ἑνετικῆς πολιτείας κατὰ τὰς Ἰονίους Νήσους. Σημειώσατε, ὅτι τὸ δημόσιον τοῦτο ἔγγραφον, ὡς εἴδατε ἐκ τῆς ἀναγνώσεώς του, ἀποτεινόμενον πρὸς τὸν λαὸν, ἀποκλείει τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων, οὓς φαίνεται, ὅτι θεωρεῖ παρίας. Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων ἀρχῶν στηριζομένη καὶ ὑπὸ τοιούτων ὀλιγαρχικῶν ἰδεῶν ἐμπνεομένη κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐξέδωσε τὸ πρῶτον διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἐν γένει τὴν ἐκτίμησιν ὑποχρεωτικὴν ἐναντίον τῶν συμπεφωνημένων. Μόλον τοῦτο, κύριοι, ἡ ἐκτίμησις ἐκανονίσθη ὑπὸ τοῦ διατάγματος τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1799, ἀφ’ οὗ ἐλήφθησαν τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, ὡς πρὸς τὰς παθήσεις τοῦ ἐλαιοκαρποῦ, καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν μεριδίων, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ταῦτα προεξετιμῶντο. Καὶ σημειώσατε, ὡς εἶπον, ὅτι δυνάμει πλείστων συμβολαίων κατὰ τὰς προγενεστέρας ἐποχὰς, πολλάκις ὁ ἐλαιοκαρπὸς διενέμετο αὐτούσιος· βεβαίως οἱ βουλευταί τῆς πόλεως, ἀμφισβητοῦντες τοῦτο θὰ εἴπωσιν ἴσως, ὅτι οὐδέποτε εἰσήχθη ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ τὸ σύστημα τοῦ διανέμειν τὸν καρπὸν αὐτούσιον. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δύναμαι νὰ ἀποδείξω διὰ συμβολαίων, τυπωθέντων παρὰ τῶν τιμαριούχων, καὶ ὅπως μὴ λάβωσι τὸν κόπον νὰ μὲ ἀνασκευάσωσιν. Ὑπάρχει συμβόλαιον ἀπὸ τὸ ἔτος 1750, τῆς 24 Νοεμβρίου, μεταξὺ ἑνὸς ἀγρολήπτου χωρικοῦ καὶ ἑνὸς τιμαριούχου. Μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ὅρων τοῦ συμβολαίου εἶναι καὶ ὁ ἀκόλουθος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν τῶν προϊόντων. «Καὶ ἀπὸ εἴτι σπείρει σὲ αὐτὸ καὶ ἐξαποστείλει ὁ κύριος μέρος δέκατον, καὶ ἂν φυτέψῃ ἀπὸ αὐτὰ εἰς κλήματα ἀμπελίων καὶ ἐλαιῶν νὰ πληρώνῃ μέρος τέταρτον, κόπτοντας ἄρατα προπαρτσιὸν ἀπὸ τὸ ἄνωθεν κανίσκιον κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς ἄνωθεν ἐμπαρουνίας, ὁποῖο ἄνωθεν κανίσκιον........ ἀνακράζοντας πάντα τον ἐκλαμπρότατον Μπαροῦνο ἤ τε τοὺς εὑρισκομένους παντοναρέους τῆς ἄνωθεν ἐμπαρουνίας εἰς τὸν καιρὸν θέρους καὶ ἁλωνίου νὰ ᾖναι παρὼν, νὰ θεωροῦν τὸ δίκαιόν τους, ὅσον δὲ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου καὶ πατήματος καὶ σύρμα τοῦ κρασίου, καὶ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ ἐλαιοτρύγου. Καὶ οὕτως ἐσυμφώνησαν ἐνώπιον μαρτύρων κτλ.» Λοιπὸν ἐτρυγῶντο αἱ ἐλαῖαι, τοὐτέστιν ἐμαζεύοντο ἀπὸ τὸ δένδρον, καὶ ὁ καλλιεργητὴς ὤφειλε νὰ προσκαλέσῃ προφορικῶς τὸν ἰδιοκτήτην διὰ νὰ μοιράσωσι τὰ προϊόντα, ὅπως συνηθίζεται σήμερον ἐν Ἑλλάδι· διατὶ τοῦτο νὰ μὴ προτανθῇ καὶ διὰ τὴν Κέρκυραν καθὼς ἐσυνηθίζετο; (θόρυβος).
§60ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς τώρα.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐὰν θέλητε, εἶναι καιρός· ἐὰν ὅμως δὲν θέλητε, καὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ σύρωμεν τοὺς χωρικοὺς τῆς Κερκύρας εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους ὡς κακούργους, τότε δὲν εἶναι καιρὸς βεβαίως (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ λάβω ὀλίγην ἄνεσιν, διότι δὲν ἀντέχω εἰς τὸν κόπον τῶν συζητήσεων ὡς ἐκ τοῦ καύσωνος.
§62ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Νὰ δοθῇ 5 λεπτῶν διακοπὴ, διότι θὰ ἐξακολουθήτῃ μίαν ὥραν ἀκόμη.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δεκτὸν κατὰ τὸν κανονισμόν.
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν πειράζει, ἂς ἀποθάνωμεν πιεζόμενοι. Τὸ σύστημα λοιπὸν, κύριοι, τῶν ἐκτιμήσεων κατ’ ἀρχὰς ἐκανονίσθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς γερουσίας τοῦ 1799 καὶ διὰ διαταγμάτων, κυρουμένων ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, μεταῤῥυθμίζετο ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως ὡς ἀπήτουν τὰ συμφέροντα τῆς τάξεως τῶν ἀγροδοτῶν· ἀλλ’ ἐν ἔτει 1810 ἐξεδόθη ὁ 6ος νόμος τοῦ 7ου κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ συλλέξῃ τὰ προηγούμενα διατάγματα καὶ ἔθιμα, καὶ νὰ μεταβάλῃ ταῦτα εἰς νόμον κοινοβουλευτικόν. Ἀναφέρω τὸν νόμον τοῦτον, διότι περιέχει ὠφελίμους τινὰς διατάξεις ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν. Ἀμέσως κατηργήθη, διότι δὲν ἦτο ἀρεστὸς εἰς τοὺς ἀγροδότας, ὧν τὰ συμφέροντα ἔπρεπε κυρίως καὶ νόμος ἀποκλειστικῶς νὰ προστατεύσῃ.
§65ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πότε ἐσχηματίσθη;
§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1842. — Εἶναι ὁ 6ος νόμος τοῦ 7ου κοινοβουλίου, ὅστις καθιέρωσε πρώτην φορὰν διὰ νομοθετικῆς πράξεως τὸ σύστημα τῶν ἐκτιμήσεων. Τὸ προοίμιον τοῦ νόμου τούτου ἐκφράζει καθαρῶς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, καὶ τὰς πηγὰς, ἀφ’ ὧν ἠρύσθη τὰς διατάξεις αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει τὸ προοίμιον). Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὑπάρχουσι σποραδικῶς διατάξεις δυνάμεναι νὰ γείνωσιν ὠφέλιμοι ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἐνισχυόμεναι μάλιστα καὶ ἐκ τῶν ἐπιχωρίων λεγομένων κανονισμῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς γερουσίας τοῦ Ἰονίου Κράτους· διὰ τὸν λόγον τοῦτον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἢ ὁ νόμος οὗτος ἴδῃ τὸ φῶς τοῦ Ἡλίου, προτοῦ ἐφαρμοσθῆ, καθὼς πρόκειται νὰ πάθῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὁ ΣΜΕ Νόμος σήμερον, ἕτερος νόμος ἐξεδόθη, πιστεύω ἐξ ἄρθρων 26 δι’ οὗ κατεστράφη πᾶσα δικαία διάταξις, ἥτις δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ἀγροδότας νὰ γείνωσι δεσπόται τῶν ἀγροληπτῶν Ἐνῷ δὲ δυνάμει τῶν συμβολαίων καὶ τῶν ἐθίμων, ὁσάκις ὁ ἐλαιοκαρπὸς κατεστρέφετο ἢ ἔπιπτεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους σεσηπὼς, ὑπεχρεοῦντο οἱ ἀγροδόται νὰ ἀναστείλωσι τάς τε ἐκτιμήσεις καὶ τὰς ἀπαιτήσεις των, ἐνῷ δυνάμει τῶν ἐθίμων καὶ τῶν συμβολαίων, ὁσάκις ἐπέκειτο ἢ συνέβη ἤδη θεομηνία ἔπρεπε νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐκτιμήσεις ἢ ἡ χορήγησις μερίδων κατηργήθησαν ὅλα ταῦτα καὶ ἐπετράπει εἰς μόνην τὴν διοίκησιν νὰ λαμβάνῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ἐν περιπτώσει ἀπολύτου φθορᾶς· δηλαδὴ ποτέ. Διὰ τοῦτο, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὶς ἐγένετο ἀναστολὴ μόνον ἐκτιμήσεων. Ἠξεύρετε πόσην σημασίαν δύναταί τις νὰ δώσῃ εἰς ἕνα νόμον, ὅταν οὗτος συνίσταται εἰς ἀφῃρημένας λέξεις. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἐγένετο ἐκτίμησις, ἐπειδὴ ἦτο ὁ ἐλαιοκαρπὸς τοιοῦτος, ὥστε μόλις ἐκάλυπτε τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων καὶ ἡ φθορὰ δὲν ἦτο ἀπόλυτος, οἱ ἀγροδόται ἐξετίμων ὅλον τὸ προϊὸν, ἡ δὲ κυβέρνησις, συνισταμένη ἐξ αὐτῶν, δημοκοποῦσα ἀπέφευγε τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Τοιουτοτρόπως μετὰ τὴν ἐκτίμησιν ὤφειλεν ὁ γεωργὸς νὰ πληρώσῃ μερίδιον χωρὶς οὔτε τὰ ἔξοδα νὰ ἀποζημιωθῇ ἐκ τοῦ ἐκτιμηθέντος κτήματος, ὑπεχρεοῦτο ἑπομένως νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐλευθέραν ἰδιοκτησίαν του διὰ νὰ πληρώσῃ, διότι ἐῤῥίπτετο εἰς τὴν φυλακὴν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ θεὸς ἔστειλε τὴν φθορὰν τοῦ ἐλαιοκαρποῦ καὶ ὤφειλεν ὁ γεωργὸς νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὰς πράξεις τοῦ θεοῦ. Ὁ νόμος οὗτος ἐβελτιώθη μετὰ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τῆς ἐκτιμήσεως ὑπὸ τοῦ ἑνδεκάτου κοινοβουλίου.
§67ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖον ἔτος;
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ 1857, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ἐπειδὴ παρετηρήθη, ὅτι πολλαὶ καταχρήσεις ἐγένοντο εἰς τὰς ἐκτιμήσεις ἕνεκα τῆς τῶν ἐκτιμητῶν ἠθικῆς καὶ νοητικῆς ἀνικανότητος, πολλάκις οἱ ἀγροδόται ἐλάμβανον τοὺς ὑπηρέτας ἢ ἐργάτας ἢ ἄλλους πειναλέους τῶν τριόδων καὶ ἐχειροτόνουν αὐτοὺς ἐκτιμητὰς τῶν ἀγροληπτικῶν κτημάτων Δι’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ θεομηνίαι καὶ ἡ φυσικὴ κατάστασις τῶν καρπῶν, ἀλλὰ πρὸς τούτοις, διότι αὐθαιρέτως προσδιώριζον καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν μεριδίων τοῦ καρποῦ. Τὸ ἑνδέκατον Κοινοβούλιον, νομίζω, εἰς ὃ παρίστατο καὶ ὁ κύριος Κουρκουμέλης ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς τοιοῦτος ὑπεστήριξε τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέδωκε νόμον συμπληρωτικὸν περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν ἀγροληπτῶν ἐκ τῶν μεροληπτικῶν, κούφων πολλάκις, αὐθαιρέτων καὶ ἀξιοποίνων πράξεων τῶν τοιχοδιωκτῶν τούτων. Τὸν νόμον δὲ τοῦτον ἐπρότεινεν αὐτὴ ἡ Ἰονικὴ Κυβέρνησις. Λυποῦμαι ὅτι τὰ πρακτικὰ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου δὲν ἐτυπώθησαν, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀναιρέσῃ ὁ κύριος Κουρκουμέλης. Ὁ νόμος αὐτὸς καθιέρωνε προσόντα εἰς τοὺς ἐκτιμητάς· κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ὁρκισθῇ ὁ ἐκτιμητὴς, νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ προσόντα του, νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐκλεξίμων ἐκτιμητῶν καὶ ἐκ τοῦ καταλόγου τούτου νὰ λαμβάνηται. Ὁ κατάλογος οὗτος ἔπρεπε νὰ σχηματίζηται προτάσει τῶν περιοχικῶν συμβουλίων. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ κύριοι αὐτοὶ, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πόλεως προτείνουν τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος τούτου, ὅπερ καθιέρωσεν καὶ ὁ ΣΜΕʹ. Νόμος, ἐν ᾧ τὸ ἑνδέκατον Κοινοβούλιον λέγει ῥητῶς διὰ τῆς ἐπισήμου αὑτοῦ νομοθετικῆς γλώσης, ὅτι ἡ ἀμάθεια, ἡ ἀνικανότης καὶ ἡ κακοήθεια τῶν ἐκτιμητῶν ἐγίνετο ἡ αἰτία μεγάλων ἀδικημάτων καὶ καταστροφῶν κατὰ τῶν ἀγροληπτῶν, καὶ ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τούτων ἐκδίδει νόμον περὶ τῶν προσόντων τῶν πραγματογνωμόνων τοῦ ἐλαιοκάρπου. (Ἀναγινώσκει τὸ προοίμιον τοῦ Νόμου.) Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι σπουδαῖοι λόγοι ἀρυσθέντες ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν πραγμάτων ὑπηγόρευσαν τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν, προτάσει τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἰονίου Κυβερνήσεως καὶ νῦν βουλευτοῦ κυρίου Κουρκουμέλη. Τὸν νόμον ὅμως περὶ ἐκτιμήσεως τῆς Ἰονίου Πολιτείας κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς κατήργησεν ὁ ΡΝʹ. ἐπὶ σκοπῷ δικαιοτέρας διανομῆς τῶν ἀγροληπτικῶν προϊόντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀρθοτέρων διατάξεων τοῦ κοινοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος (θόρυβος). Μὴ θορυβῆτε, κύριοι, διότι δὲν πτοούμεθα· ἐκθέτομεν τὰ πράγματα οὐχὶ ἐλπίζοντες νὰ σᾶς πείσωμεν, ἀλλ’ ὅπως αὐξήσωμεν τὴν εὐθύνην, ἣν ἀναδέχεσθε παραδεχόμενοι προτάσεις τῶν τριόδων τῆς Κερκύρας. (θόρυβος).... Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἐφώναζε κατὰ τοῦ ΡΝʹ. νόμου, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἀπεφάσισε νὰ καταστρέψῃ αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν ἀγροδοτῶν ἐφαρμόζον τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅμως, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐσώθη ὁ λαὸς, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτον πρωτοφανὴς καρποφορία, ἀλλὰ μέχρι τῆς 20 Νοεμβρίου δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κόκος εἰς τὰ δένδρα, κατέπεσεν ὅλος ὁ καρπὸς καὶ μόλις οἱ γεωργοὶ ἔλαβον τὰ ἔξοδά των.
§69ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες ἔλαιον ἔγεινε.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔπειτα λέγετε αὐτὰ τὰ συνήθη ἐπιχειρήματά σας. Πιστεύω νὰ μὴ τὸ ἀγνοῆτε, ὅτι ἐδόθησαν διάφοροι ἀναφοραὶ εἰς τὸν Βασιλέα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλαι ἐκθέσεις εἰς τὴν δημοσιογραφίαν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, ὅπως κανονισθῇ τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐκτιμήσεων ἐκ νέου. Ἡ Κυβέρνησις ἐσύστησε διαφόρους ἐπιτροπὰς τῷ ὄντι καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κερκύρᾳ, αἱ ὁποῖαι συνέταξαν διάφορα σχέδια νόμων, περὶ ὧν ἐγράφησαν διάφορα φυλλάδια ὑπὸ τῶν ἀγροδοτῶν· ὅλα αὐτὰ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν συντάξασαν τὸ ὁριστικὸν σχέδιον τοῦ νόμου, ὅπερ ἐγένετο παραδεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ΣΜΕʹ. νόμος.
§71Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προχθὲς ἀπεφασίσθη νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἀντίτυπον τοῦ παλαιοῦ νόμου, διότι πῶς νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ ὑποθέσεως .......
§72ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα ὅταν ἔλθωμεν, πρέπει νὰ τὸν ἔχωμεν.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἅμα, κύριοι, συνῆλθεν ἡ παροῦσα Βουλὴ, ὅπω, παρεξηγηθῇ ἡ χρησιμότης τοῦ εἰδικοῦ τούτου νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη ὅπως ὑπαγάγῃ τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας Κερκύρας εἰς τὸ κοινὸν ἑλληνικὸν δίκαιον, κανονίζῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ ἀγροδοτῶν καὶ ἀγροληπτῶν, ἤρχισαν τὰς ἀνάνδρους αὑτῶν συκοφαντίας καὶ διαβολὰς κατὰ τῶν τότε ἀντιπροσώπων ...
§74Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς προηγουμένως.
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μετεχειρίσθησαν λοιπὸν ὅλα τὰ μέσα τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς διαβολῆς κατ’ ἐκείνης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως ἐναντίον μου, ὅτι ἐπλαστογραφήσαμεν δῆθεν τοὺς νόμους τούτους· ποῖος ὁ σκοπός; ἐξηγεῖται οὗτος σήμερον, ὅτε ἔφερον νέον νόμον πρὸς αὐθαίρετον καταστροφὴν τοῦ νόμου ἐκείνου στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας των. Ὤφειλον, ὡς ἐπράξαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, νὰ συντάξουν νομοσχέδιον μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν λεπτομερῆ, νὰ ὑποβάλουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων τὰς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις των ν’ ἀποφασίσῃ. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὰς ἐκ νομομαθῶν ἀνδρῶν, ὅπως δώσωσιν αὗται τὴν γνώμην των καὶ συντάξουν τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον καὶ ἐπιφέρουν τὴν ἀπαιτουμένην θεραπείαν ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις. Ἀλλὰ βλέποντες οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τυφλὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀντιπολίτευσιν, οὐδόλως ἐννοοῦσι τὸ ζήτημα, ἐδανείσθησαν τὴν ὑπογραφὴν δύω τῶν ὑπουργῶν, οὐδόλως ἐννοούντων τί ὑπέγραψαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἠθέλησαν νὰ ἐκθέσουν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόληψιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὃν τυφλῶς ὑποστηρίζουσι χάριν μικρῶν συμφερόντων φατριαστικῶν. Οἱ βουλευταὶ τῆς πόλεως Κερκύρας κατὰ τὴν διαληφθεῖσαν Βουλὴν ἦσαν ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μεθ’ ἡμῶν· μετ’ αὐτῶν συνειργάσθημεν, συνεσκέφθημεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ συνεζητήσαμεν ὅλας τὰς διατάξεις τῶν νόμων τούτων ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Ἐπιτροπὴ συγκεκροτημένη ὑπὸ τῶν κυρίων Ἰωάννου Σούτζου, Παππαρηγοπούλου, Προβελεγίου, τοῦ μακαρίτου Κυπριάδου, Σωτηροπούλου, Λομβάρδου, Κουμουνδούρου, Μπαλάνου, μετὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν σχεδὸν συζήτησιν ἤλθομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον βλέπετε μεταβεβλημένον εἰς νόμον. Ὥστε τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ὑπέστησαν ὅλας τὰς δοκιμασίας καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πρακτικῆς· διατί δὲν ἐμιμήθησαν τὸ παράδειγμα ἡμῶν, διατί δὲν ἠκολούθησαν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἤκουε μᾶλλον τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς πόλεως ἢ ἡμᾶς, οἵτινες ὑπεστηρίζομεν αὐτήν.
§76ΣΑΡΑΒΑΣ. Λέγουν ὅτι ἐφαγώθη ἓν ἄρθρον.
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Θὰ ἴδωμεν περὶ αὐτοῦ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ ΣΜΔʹ. Νόμου, καὶ θέλομεν ἰδεῖ ἴσως, ὅτι ἐφαγώθησαν 32 ἄρθρα· ἐκεῖ ἴσα ἴσα θέλει ἀποδειχθῆ ἡ κακή των πίστις, ὅταν φθάσωμεν ἐκεῖ μὲ τὰς ἀποδείξεις τὰς ἐγγράφους ἀνὰ χεῖρας θὰ ἀνατρέψωμεν τὰς συκοφαντίας, μολονότι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ ποινικὴ ἀνάκρισις, ὡς πληροφορούμεθα. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξωσι, λέγουσιν οἱ γεννάδαι οὗτοι, οἱ νέοι βουλευταὶ, τὴν ἀνικανότητα τῶν βουλευτῶν τῆς πόλεως Κερκύρας, ἤτοι τῶν κ. κ. Παδοβᾶ, Κουρῆ περὶ τὸ νομοθετεῖν.....
§78ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ὄχι ἀνικανότητα, εἶναι ἡ ἀπειρία των.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀνικανότης εἶναι καὶ ἡ ἀπειρία. Ἵνα ἀποδείξωσιν αὐτοὺς ἀνικάνους, τὸν ἑαυτόν των δὲ ὡς τοὺς μόνους ἀνθρώπους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει νὰ ἐναποθέτουν τὴν φροντίδα νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν κοινῶν τῆς νήσου, ἔφεραν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ, κύριοι, τί ζητοῦσι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων; θέλομεν ἰδεῖ ἐντὸς ὀλίγου. Ζητοῦσι λ. χ. τὴν ἐκτίμησιν οὐχὶ τοῦ κρεμμαμένου ἐν τῷ δένδρῳ ἐλαιοκαρποῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ πεσόντος, τουτέστι ζητοῦσι νὰ καταστρέψωσιν ἕνα ὅρον τῶν συμφωνιῶν.
§80Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅστις τὸν ῥίψει.
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. «Ὅστις συνέλεξε τὸν κρεμμάμενον καρπὸν καὶ τὸν πεσόντα», αὐτὸ λέγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§82ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ συζήτησις τώρα εἶναι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐπαρουσιάσθη, ἐὰν ὑπάρχωσι τροποποιήσεις....
§83ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἔτρεξεν ἓν λάθος.
§84ΡΩΜΑΙΟΣ. Λοιπὸν τὸ παραδέχεσθε ὅτι εἶναι λάθος;
§85ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Μάλιστα.
§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐκτιμήσεων ἐν περιπτώσει ἐπικειμένης θεομηνίας ἢ φυσικῆς φθορᾶς, δικαίωμα τὸ ὁποῖον καθιερώθη καὶ ὑπὸ τῶν νόμων τῶν ἀρχαίων, τῶν ἐθίμων καὶ τῶν συμβολαίων. Ζητοῦσι τὴν προδικασίαν τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος καὶ τῆς κατοχῆς τῶν κτημάτων διὰ τῆς ἐκτιμήσεως. Τὰ ζητήματα ταῦτα θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖα, ὥστε ἀνατρέπωσι πρόῤῥιζα ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἰδιοκτησίας ἕνεκα τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ κατάστασις τῆς ἰδιοκτησίας.
§87Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. ...... (θόρυβος).
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατ’ ἀρχήν.
§89ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁποίας ἰδέας ἔχετε, κύριε ὑπουργὲ, κατόπιν.
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Προτείνει τὴν μονομερῆ γενικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ ἀγρολήπτου· διότι κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀγροδότου ἐπῆγε τὸ τέκνον, ἡ σύζυγος, τὸ θυγάτριον τὸ πενταετὲς ἢ ὀκταετὲς, καὶ συνέλεξεν ἀπὸ τὰ ἐλαιόδενδρα ὀλίγον καρπὸν καὶ ἀπὸ κτῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλάκις ὁ ἀγροδότης λαμβάνει μόνον τριακοστὸν μέρος τῶν καρπῶν, διὸ προτείνεται νὰ καταδιώκεται ὁ ἀγρολήπτης ἐπὶ κλοπῇ ὡς κακοῦργος· ἀλλὰ δὲν λέγει τι περὶ τῆς καταπιέσεως, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται κατὰ τῶν ἀγροληπτῶν ὑπὸ ἰδανικῶν πολλάκις ἀγροδοτῶν. Περιφρονοῦνται μὲν τὰ δικαιώματα τῶν ἀγροληπτῶν διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, παραχωροῦνται δὲ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὅλαι αἱ ἰδανικαὶ ἀσφάλειαι εἰς τὸν λεγόμενον ἀγροδότην. Προτείνουσι τὴν κατάργησιν τῶν προσόντων τῶν ἐκτιμητῶν περὶ τῶν ὁποίων σᾶς εἶπα ὀλίγα πρὸ μικροῦ.
§91ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ παλαιὸς νόμος εἶχε παραδεχθῆ προσόντα;
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα.....Ὁ ΣΜΕʹ. νόμος στηριζόμενος ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν παλαιῶν νόμων ὥριζε τὰ προσόντα τῶν ἐκτιμητῶν.
§93ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι αὐτὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ ὁ περυσινός.
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα αὐτὸν λέγω καὶ ἐγώ· καὶ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐγένοντο ἤδη καὶ οἱ κατάλογοι ὁριστικοί.— Ἀλλά, κύριοι, προτοῦ ἐπιληφθῶμεν τοῦ κυρίου θέματος, ἂς ἀναπτύξωμεν προοιμιωδῶς τὴν πρώτην αἴτησιν, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ᾖναι ὀρθὴ ἢ παράλογος καὶ ἄδικος. Ζητοῦσι τὴν περίληψιν τοῦ πίπτοντος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐλαιοκαρποῦ εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὁ ἐκτιμητὴς, ὅταν σκέπτεται καὶ ὑπολογίζει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνηρτημένον ἐπὶ τοῦ δένδρου. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, εἶναι μισάνθρωπον, εἶναι ληστρικόν, εἶναι ἁρπαγὴ τοῦ κόπου καὶ τῶν ἱδρώτων τοῦ γεωργοῦ. Δυνάμει συμβολαίων καθιερώθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀγρολήπτην νὰ οἰκειοποιῆται καὶ θεωρεῖ ὡς ἰδιοκτησίαν του ἅπαντα τὸν καρπὸν, ὅστις πίπτει πρὸ τῆς ὡριμάνσεως· τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκτὸς τῶν συμβολαίων ἀνεγνώρισαν καὶ πάντες οἱ προγενέστεροι νόμοι. Διὸ τοῦτο θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πάντες οἱ νόμοι καὶ οἱ κανονισμοί, οἱ πρὸ τοῦ ΣΜΕʹ. νόμου ἐκδοθέντες καθιέρωσαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγροδότου, τοῦ νὰ ἐκτιμᾷ μόνον τὸν κρεμάμενον καρπὸν καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνῃ τὸν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους πεσόντα ἐπὶ ποινῇ ἀκυρώσεως τῆς ἐκτιμήσεως δι’ ἀνακοπῆς τοῦ ἀγρολήπτου. Τὰ ἐντάλματα ἐκτιμήσεως, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο δυνάμει τῶν νόμων τῆς Ἰονίου Πολιτείας ὑπὸ τῆς εἰρηνοδικειακῆς ἀρχῆς, ὁρίζουσι ῥητῶς, ὅτι μόνον ἐπιτρέπεται νὰ ἐκτιμηθῇ ὁ κρεμμάμενος καὶ ὄχι ὁ πεσὼν καρπός.
§95ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν αὐτό.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ ἀμφισβητεῖτε· καὶ διὰ τοῦτο ἀναγινώσκω ἓν ἔνταλμα ἐκτιμήσεως. Ἰδοὺ τὶ λέγουσιν αἱ δικαστικαὶ αὗται ἀποφάσεις. «Τὸ Εἰρηνοδικεῖον προστάζει κάθε δημόσιον ἄνθρωπον νὰ φερθῇ προσωπικῶς ὁμοῦ μὲ ἐκτιμητὰς εἰς τὰς ἐλαίας, αἱ ὁποῖαι πληρόνουν κάθε λογῆς μερτικὰ τοῦ κυρίου Πολυχρονίου Κωσταντᾶ τοῦ Βικεντίου τῆς πόλεως, καὶ μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ τῆς ψυχῆς των νὰ ἰδοῦν καὶ ἐκτιμήσουν τὸν κρεμάμενον καρπὸν τῶν αὐτῶν ἐλαιῶν τῆς παρούσης ἐσοδείας, γνωστοποιοῦντες προσωπικῶς τοὺς μὲν Κολόνους τῆς χώρας, τῶν προαστείων, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατοικοῦν εἰς τὰς περιοχὰς ὁποῦ εὑρίσκονται τὰ ἐλαιόδενδρα, τοὐλάχιστον τρεῖς ἡμέρας πρὶν τῆς διωρισμένης ἐκτιμήσεως, καὶ τοὺς δὲ κολόνους ὅπου κατοικοῦν εἰς τὰς περιοχὰς ὅπου εὑρίσκονται τὰ ἐλαιόδενδρα, ἐὰν ᾖναι περισσότερον τῶν δέκα, θέλει γνωστοποιηθοῦν μὲ τὸ σήμαμα τοῦ κώδωνος εἰς κάθε χωρίον, τοὐλάχιστον τρεῖς ἡμέρας πρὶν τῆς ἐκτιμήσεως· καὶ ἐὰν ᾖναι ὀλιγώτερον τῶν δέκα θέλει γνωστοποιηθοῦν προσωπικῶς. Καταγράφοντες καταλεπτῶς εἰς μίαν πρώτην ὑπογραφὴν ὅλας αὐτὰς τὰς γνωστοποιήσεις, δηλοποιοῦντες τὴν ἡμέραν καὶ τόπον ὅπου θέλει ἀρχίσουν αἱ ἐκτιμήσεις, καὶ ἔπειτα εἰς ἄλλην ὑπογραφὴν θέλει γραφθοῦν αἱ γινόμεναι ἐκτιμήσεις. Οἱ ἐκτιμηταὶ θέλει ἔχουν χρέος νὰ τὰς κάμουν γνωστὰς διὰ ζώσης φωνῆς εἰς τοὺς αὐτοὺς Κολόνους, ἐὰν οὗτοι ᾖναι παρόντες εἰς τὴν ἐκτίμησιν, καὶ νὰ δηλοποιοῦν εἰς τὴν ὑπογραφὴν, ὅτι τὰς ἔκαμαν γνωστὰς τῶν ἰδίων, καὶ οὕτως κατ’ αἴτησιν τοῦ ἄνωθεν κυρίου Π. Β. Κωσταντᾶ. Αἱ αὐταὶ ἐκτιμήσεις δὲν θέλουν ἔχει κανένα κῦρος, ἐὰν ᾖναι ἐλλειπεῖς ἀπὸ τοιαύτην ξεκαθάρισιν. Καὶ θέλει ἐνεργηθοῦν μὲ τοὺς τρόπους τοὺς διωρισμένους παρὰ τῆς πράξεως ἀριθ. ΚΕʹ. τῆς 2ας ἐκτάκτου συναθροίσεως τῆς 7ης Βουλῆς 1|13 Μαρτίου 1841, καὶ σχετικῶς τῆς πράξεως Μʹ. τῆς 7ης Βουλῆς 26 Μαΐου 1842. Ἐδόθη κτλ.» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸν κρεμάμενον καρπὸν λέγει καὶ ὄχι τὸν πεσόντα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ ἀμφισβητεῖτε, τώρα, κ. Κουρκουμέλη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μὲ τοῦτο ἀποδεικνύετε, ὅτι ὑπάρχει πολλὰ ὀλίγη καλὴ πίστις εἰς τὴν πρότασίν σας, διότι λέγετε ῥητῶς δι’ αὐτῆς, ὅτι θὰ καταδιώκητε ὁ ἀγρολήπτης ὡς κλέπτης, ἐὰν τολμήσῃ νὰ συλλέξῃ τὸν πεσόντα καρπόν. Ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ δύναται νὰ ἀναγνώσῃ τοῦτο.
§97Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον κ. Κουρκουμέλη. «Ἐὰν ἀποδειχθῇ... τὸν πεσόντα ἢ κρεμάμενον καρπόν.»
§98ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐξ ἀπροσεξείας συνέβη τοῦτο.
§99ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂς ἐνοήσῃ ἡ Βουλὴ μὲ πόσην ἐμβρίθειαν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ λέγουν πάντοτε ἐξ ἀπροσεξίας, ὁσάκις ἐξελέγχονται ἐπὶ ἀδικίᾳ........
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Προτάσεις, αἱ ὁποῖαι συντάσσονται μὲ τοιαύτην προσοχὴν καὶ λογικὴν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀνάξιαι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς σκέψεις ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος. Ὁ προτείνων ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτηται περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν προτάσεών του. Εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀντ’ αὐτοῦ ὑποβάλει ἡ ἐπιτροπὴ, καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς καὶ ἀπαλλαγῆς τῆς πληρωμῆς τῶν μερίδων, ἢ ἐλαττώσεως αὐτῆς ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπίκειται ἢ συμβῇ θεομηνία ἢ φυσικὴ φθορὰ πρὸ ἢ μετὰ τὴν ἐκτίμησιν. Κύριοι, ἠξεύρετε, ὅτι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἔχει εἰς τὰς σκέψεις τῶν ἐκτιμητῶν ἡ ἰδέα τῆς φαινομένης καλῆς ἐσοδείας· βεβαίως, ὅταν ὁ ἐκτιμητὴς γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ ἐλαιοκαρπὸς εἶναι ὑγιὴς καὶ εὐτυχὴς, ὅτι θὰ δώσῃ πλουσίαν ἐλαιώδη οὐσίαν, εἰς τὴν ἐκτίμησίν του δὲν εἶναι φειδωλὸς, ὑπολογίζει τὸ ἔξοδον τοῦ ἀγρολήπτου καὶ ἀναλόγως τοῦ κέρδους προσδιορίζει καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὸν ἀγροδότην· ἀλλ’ ὁσάκις ἐπίκειται θεομηνία, ἢ φυσικὴ φθορὰ, κατάπτωσις, σῆψις, καὶ τόσα ἄλλα κακὰ, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ὡς πρὸς τὸ προϊὸν τοῦτο, λαμβάνει ἀμέσως ὑπὸ σκέψιν τὸ ἔξοδον τοῦ δυστυχοῦς ἀγρολήπτου καὶ μετριάζει ἢ προσδιορίζει εὐεργετικώτερον τὰς ὀφειλομένας ὑπ’ αὐτοῦ μερίδας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Ἐνετικὴ κυβέρνησις ἐθέσπισε πάντοτε καὶ ἰδίως ἡ μεγάλη ἐκλησία, ἣν διεδέχθησαν οἱ Δῆμοι, καὶ ἡ ὁποῖα κατεῖχεν ὅλα τὰ κτήματα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἦτο ὁ πρῶτος ἐκεῖ ἰδιοκτήτης, ὅτι ἐν περιπτώσει τοιαύτης δυστυχίας, ἔπρεπε νὰ συσταίνωνται ἐπιτροπαὶ κατὰ τόπους καὶ γίνωνται διάφοροι δοκιμασίαι, ὅπως ἐκ τοῦ ἐξαχθέντος ἐλαίου προσδιορίζεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χορηγῇ ὁ ἀγρολήπτης εἰς τὸν ἀγροδότην. Τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθησαν ἅπασαι αἱ κυβερνήσεις, ὁσάκις ὁ μὲν ἐλαιόκαρπος ἦτο ἄφθονος, ἡ δὲ ποιότης βεβλαμμένη ἐκ φυσικῶν φθορῶν. Ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας διάταγμα τοῦ Γάλλου διοικητοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1813, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐνῷ ὁ Γάλλος διοικητὴς ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀγροληπτικῶν ἐλαιοδένδρων, οὐχ’ ἧττον λέγει εἰς τοὺς χωρικοὺς, μὴ φοβεῖσθε, ἐὰν ἐγὼ δὲν ἀνέστειλα τὸ ἔτος τοῦτο τὴν ἐκτίμησιν. Ἡ κυβέρνησις ἐπιφυλλάσσεται νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μερίδων ἢ τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ἐὰν ἤθελε συμβῇ ἡ συγκομιδὴ νὰ ἦναι δυστυχής. Καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις τῆς προστασίας, μέλος τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πάντοτε ἀπὸ τοῦ δεκάτου, νομίζω, κοινοβουλίου καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης, ὅστις ἐναντίον τῶν χωρικῶν Κερκύρας κρύφα πρωταγωνισθεῖ, τὰς θεομηνίας, τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐκτιμήσεων κτλ. ἔλαβε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1859 ἡ ἐπιχώριος διοίκησις δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν καὶ ὑπεχρεώθησαν οἱ δυστυχεῖς ἀγρολῆπται νὰ πληρώσουν ὑπερόγκους μερίδας, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθον πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων ταλήρων χρέη εἰς τοὺς χωρικοὺς, ἡ Γερουσία διὰ τὴν ἀμέλειαν ταύτην τῆς ἐπιχωρίου διοικήσεως ἐπέπληξε δι’ ἐπισήμου της τὸ ἐπιχώριον συμβούλιον. Ἰδοὺ τὶ λέγει διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὑπὸ ἡμερομηνίαν 29 Δεκεμβρίου 1859 ἡ Γερουσία, μέλος τῆς ὁποίας ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης. «Ἐκλαμπρότατε κύριε (γράφει πρὸς τὸν ἔπαρχον), Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐπισήμου........δι’ οὗ διεβιβάσατε τὰ πρακτικὰ τοῦ ἐγχωρίου συμβουλίου, τα ἀφορῶντα τὸ ἐξαγόμενον τοῦ προϊόντος τῶν ἐλαιῶν τῆς νήσου ταύτης, ὀφείλω νὰ ἀναφέρω ὑμῖν τὰ ἑπόμενα. Ἡ παρὰ τοῦ ἐγχωρίου συμβουλίου γενομένη ἐφαρμογὴ τοῦ 26 ἄρθρου τῆς 25 πράξεως τοῦ ἑβδόμου κοινοβουλίου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραταθῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ προϊόντος τῶν ἐλαιῶν, ὅπως κάλλιον γνωσθῇ τὸ ἐξαγόμενον αὐτοῦ, ἀντίκειται εἰς τὰ προηγούμενα. Τῷ ὄντι προκύπτει, ὅτι τὸ ἐγχώριον συμβούλιον ἐν ἔτει 1851, βασιζόμενον μάλιστα ἐπὶ τοῦ εἰρημένου 26 ἄρθρου τῆς 25 πράξεως τοῦ Ζʹ. κοινοβουλίου, δι’ ἀποφάσεως τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1851 ἐπρότεινε τὴν παράτασιν τῶν ἐκτιμήσεων μέχρι τῆς 10 Νοεμβρίου ε. ν, ἡ δὲ Γερουσία ἐπεδοκίμασε τὴν πρότασιν Τότε ἀπετέλουν μέρος τοῦ ἐγχωρίου συμβουλίου δύο τῶν μελῶν τοῦ παρόντος. Προκύπτει, ὅτι ἀκολούθως, ἓν τῶν παρόντων μελῶν τοῦ συμβουλίου ἐπρότεινε δευτέραν παράτασιν τῶν ἐκτιμήσεων μέχρι τῆς 20 Νοεμβρίου, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ δι’ ἀποφάσεως τῆς 6 Νοεμβρίου 1851 ἐπικυρωθείσης ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἡ γνώμη τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως (Κουρκουμέλη) περὶ τὴν ἔλλογον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου συνάδει πρὸς τὰ μνησθέντα προηγούμενα, ἢ καὶ ἀποστέλλεται ὑμῖν πρὸς ὑμετέραν γνῶσιν. Γενομένων ἤδη τῶν ἐκτιμήσεων, τὸ ἐγχώριον συμβούλιον, καθ’ ἣν ἔλαβεν ἐπιφύλαξιν, ἀναφέρει εἰς τὴν Γερουσίαν τὰ ἐξαγόμενα τοῦ προϊόντος εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα (Δήμους, χωρὶς νὰ συμπεράνῃ διὰ συγκεκριμένης προτάσεως· ὥστε ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐγχωρίου συμβουλίου, καθ’ ἃ συντέτακται, δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ οὐδὲν παρὰ τῆς Γερουσίας μέτρον κτλ.» Βλέπετε τὸ αὐτὸ ἔτος ἔγειναν δύω παρατάσεις, ἡ πρώτη μέχρι τῆς 10 Νοεμβρίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ δυστυχία τοῦ ἐλαιοκαρποῦ, ἡ κυβέρνησις ἔκαμε δευτέραν, μέχρι τῆς 20 Νοεμβρίου.
§101Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔτος νέον ἢ παλαιόν;
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔτος νέον, ἀλλὰ ἀδιάφορον διὰ τὴν χρονολογίαν· ἐγὼ θέλω νὰ ἀποδείξω τὸ γεγονὸς αὐτὸ, τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν τόσον εὐκόλως θέλετε νὰ διαστρέψητε, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε τὴν ἔκφρασιν. Ἰδοὺ καὶ περὶ τῆς δευτέρας ταύτης ἐκτιμήσεως τὶ λέγετε κ. Βαλαωρίτη. «Γενομένων ἤδη τῶν ἐκτιμήσεων κτλ.» ὡς ἀνωτέρω ἀνεγνώσθησαν, δηλαδὴ λέγετε, ἐπειδὴ κακῶς ἐξεπλήρωσε τὸ Συμβούλιον τὸ χρέος του, οἱ ἀγρολῆπται ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι, καὶ ἐπλήρωσαν χρέη, χωρὶς νὰ ὀφείλωσιν, ἔπρεπε νὰ χορηγήσωσιν εἰς τοὺς συνιδιοκτήτας των μερίδας προϊόντων ἐξ εἰσοδημάτων ἰδανικῶν, μὴ παραχθέντων. Ἰδοὺ τῷ ὄντι πράξεις, ἄξιαι τοῦ ὀνόματος τῶν αὐτουργῶν των. Καὶ πιστεύετε, ὅτι δὲν θέλουσι καὶ τὴν Ἑλλάδα πρότυπον βασίλειον!! Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐπίσης σπουδαία καὶ μεγάλη ἐλαιοκαρπία· ὅλοι προέβλεπον, καθὼς ἐφέτος, ὅτι τὰ πλούτη τοῦ Κροίσου ἔμελον νὰ εἰσρεύσουν εἰς τὰ θυλάκια τῶν Κερκυραίων· διότι κατὰ δυστυχίαν ἔχομεν τὴν συνήθειαν οἱ Κερκυραῖοι ἀπὸ τὸν Ἰούνιον νὰ κάμνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ πόσον ἕκαστος θὰ πλουτήσωμεν, διότι ὁμοιάζομεν πάντοτε τοὺς πλουτοῦντας ἐν ὀνείροις· παρῆλθεν ὁ Σεπτέμβριος καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο ἄριστον, ἦλθεν ὅμως ὁ Ὀκτώβριος, καὶ ἐντὸς 10 ἡμερῶν, καὶ ἐβεβαιώθημεν, ὅτι ὁ προβλεπόμενος ἀβδηριτικός μας πλοῦτος ἦτο ὄνειρον πραγματικῶς, διότι ὁ καρπὸς ἤρχισε νὰ καταστρέφηται. Ἡ ἐγχώριος κυβέρνησις, ἥτις συνεκροτεῖτο ὑπὸ ἀγροδοτῶν, ἐπροσποιεῖτο, ὅτι ἤθελε νὰ διατάξῃ τὴν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἀπὸ προφάσεως εἰς πρόφασιν, ἀπὸ αἰτιολογία, εἰς αἰτιολογίαν, καὶ ἀπὸ ἀλληλογραφίας εἰς ἀλληλογραφίαν, ἄφινε νὰ παρέλθῃ ὅλος ὁ χρόνος, ὥστε ἡ προθεσμία αὐτὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὥριζε τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐκτιμήσεων, παρῆλθεν. Ὅπως δὲ καλύψῃ τὴν ἀδικίαν ταύτην μετὰ ταῦτα ἔλαβε τὴν καλοσύνην νὰ δημοκοπήσῃ, ὅτι ἔπταισεν ἡ Γερουσία, ἤτοι ὁ Βαλαωρίτης, ὁ Δαμασκηνὸς καὶ οἱ λοιποί. Ἡ Γερουσία θέλουσα νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἀθωότητά της ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ τύπου ἐγκύκλιον, ὅπως διαψεύσῃ τὰς διαδόσεις τῶν ἐθνοσωτήρων ἐπαρχιακῶν συμβουλίων κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην διετάχθησαν πραγματογνωμοσύναι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται πόσον ἔλαιον ἐδίδεν ὁ ἐλαιοκαρπὸς, καὶ ἐπειδὴ τὸ παραγόμενον ἔλαιον μόλις ἐκάλυπτε τὰ ἔξοδα, τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συμβούλιον ἐδημοσίευσεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν, διότι δὲν ἦτον ἡ φθορὰ ἀπόλυτος. Ἰδοὺ καὶ ὁ λογαριασμός των, ὡς εἶναι εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγινώσκω. Παραλείπω τὰ προοίμια τῆς πράξεως ταύτης καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ διατακτικόν. «Τὸ Συμβούλιον Ἀποφαίνεται νὰ ὑποβληθῇ τῇ ἐκλαμπροτάτῃ Γερουσίᾳ ἡ ἑπομένη ἔκθεσις περὶ τοῦ ἐλαιοκάρπου. Τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ἐπασχοληθὲν περὶ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ά. Νοεμβρίου 1859 δὲν ἠδυνήθη νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀπὸ δύο περιοχικῶν (δημοτικῶν) συμβουλίων ἐκδοθεῖσαν ἀναστολὴν τῶν ἐκτιμήσεων κ.τ.λ.......... Τὸ συμβούλιον ἐπιστῆσαν τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ τούτου ζητήματος καὶ ἀρυσθὲν θετικὰς καὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας κ.τ.λ. δίδει τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ὁ καρπὸς τῶν ἐλαιῶν δυστυχῶς εἶναι φθαρμένος, πλὴν διαφέρει ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν εἰς τὰ διάφορα τῆς νήσου ἡμῶν διαμερίσματα. Οὕτω λ. χ. ὁ ἐν Πευκύμνῃ καρπὸς τυγχάνων καλλιτέρας ποιότητος, εἰς μέρος δὲ τοῦ ἄνω Ὄρους κατωτέρας τοῦ τῆς Λευκύμνης. Εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Μέσης οὐ μόνον εἶναι ἐφθαρμένος, ἀλλὰ καὶ κατάξηρος· ὡσαύτως εἰς τὸ Γύρον καὶ κάτω Ὄρος σχεδὸν πάντως ἐφθάρῃ, κατεξηράνθη καὶ κατέπεσεν εἰς τὴν γῆν. Τὸ ποσὸν τοῦ ὑπὸ τοῦ καρποῦ τούτου παραχθησομένου ἐλαίου εἶναι ὡς ἔγγιστα τὸ ἀκόλουθον εἰς ἕκαστον διαμέρισμα· Ἐν Λευκύμνῃ ἑκάστη ἀλεσία ἀποδίδει ἀπὸ 5 ἕως 8 γαλόνια, ἐν Μέσῃ ἀπὸ 4 ἕως 8, εἰς τὸ ἄνω Ὄρος ἐπίσης ὡς ἐν Μέσῃ, εἰς τὸ Γύρον ἀπὸ 3 ἕως 6 κ.τ.λ.» Ἀλλὰ ἀπὸ 5 ἕως 8 γαλόνια, τὰ ὁποῖα μόλις ἔδωκαν δυσκόλως δύνανται τὰ πρῶτα ἔξοδα νὰ ἔβγουν καὶ ἐὰν αἱ τιμαὶ ᾖναι μέτριαι, διότι πολλάκις τὸ ἐλαιόλαδον πωλεῖται καὶ 1½ καὶ 2 δίστηλα ἀνὰ 12 ὀκάδας ἢ τὴν ξέσταν· σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀγροδότην, ἀντὶ τῶν ἓξ ἢ πέντε γαλονίων, ἓν ποσὸν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον λόγῳ δικαιώματος συνιδιοκτησίας. Εἶναι τοῦτο δίκαιον; δὲν πρέπει ἡ διανομὴ μεταξὺ συνιδιοκτητῶν νὰ ᾖναι ἰσανάλογος τῶν πραγματικῶν παραγωγῶν;
§103Α. ΡΟΥΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ σέξτε;
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἓν μέτρον ἐγχώριον, εἶναι τὸ ἓν τέταρτον τῆς βαρέλας, ἤτοι δώδεκα ὀκάδες, κύριε Ῥούκη....... Σημειώσατε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου (θόρυβος), τὰ περιοχικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα εἶχον τὸν προορισμὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι δημοτικῶν συμβουλίων ἢ μᾶλλον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, διότι ὅ,τι εἶναι σήμερον αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν τότε τὰ περιοχικὰ συμβούλια, αὐτὰ λέγω τά συμβούλια ἐσκέφθησαν νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐκτιμήσεων καὶ τὴν ἐλάττωσιν ἔπειτα τῶν μερίδων, ἀποδείξαντες δι’ ἐκθέσεώς των στηριζομένην ἐπὶ πραγματογνωμοσύνης, ὅτι εἰς μὲν Γύρον ὁ ἐλαιόκαρπος ἐξάγει ἀπὸ τρία ἕως ἓξ γαλόνια, εἰς Μέσην, Λευκύμνην καὶ Ὄρος ὀλιγώτερον. Ἄλλο δὲ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον προφασιζόμενον, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἡ φθορὰ ἀπέῤῥιψε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν ἀναφορὰν τῶν περιοχικῶν ἀρχῶν. Ἡ Γερουσία διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπιπλήττει τὸ συμβούλιον, ὡς παραβὰν τὸ καθῆκόν του χάριν τῶν ἰδιοτελῶν σκοπῶν μιᾶς τάξεως δῆθεν τῆς κοινωνίας, καταδεικνύουσα εἰς αὐτὸ, ὅτι σοφιστεύεται τοῦ νόμου, σκοποῦντος πράγματι νὰ ἀναστείλῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὴν ἐκτίμησιν ἕνεκεν ἐπελθούσης ἀφορίας ἢ φθορᾶς τοῦ ἐλαιοκαρποῦ. Ὥστε βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐκτιμήσεων λόγῳ ἐπικειμένης θεομηνίας ἢ ἀρξαμένης φθορᾶς, ὄχι μόνον δυνάμει τῶν συμβολαίων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τῶν διοικητικῶν ἐθίμων ἐπεβάλετο μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ΣΜΕʹ Νόμου. Ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, ὅστις εἶναι ἁπλοῦν ἀντίγραφον τῶν ἐν Κερκύρᾳ συνταχθέντων σχεδίων, ἡ τότε κυβέρνησις διέταξε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ συλλέξῃ ὅσας ἠδύνατο πληροφορίας, ὅπως δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ αὐτὸν συμφώνως μὲ τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰ ὀρθῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὁ Νομάρχης καὶ πρὸ τῶν σχεδίων τούτων εἶχε συστήσει ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ φρονιμωτέρων ἰδιοκτητῶν· ὁ Ἠλίας Βασιλάκο, ὅστις εἶναι ὁ μεγαλείτερος τῶν ἰδιοκτητῶν, ὁ κ. Λάσκαρης, ὅστις εἶναι δικηγόρος καὶ τιμαριοῦχος, ὁ Ἰωάννης Πιέρης ἐπίσης ἰδιοκτήτης καὶ δικηγόρος καὶ ὁ κ. Προσαλένδης ἐπίσης ἰδιοκτήτης καὶ τιμαριοῦχος, συνέταξαν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ γίνεται λόγος περὶ ἐλαττώσεως τῶν μεριδίων καὶ ἀναστολῆς τῶν ἐκτιμήσεων, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπέρχεται θεομηνία ἢ φθορὰ φυσική. Ἕτερον νομοσχέδιον συνέταξαν οἱ δικηγόροι τῆς Νήσου ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Ἀθανασιάδου, ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν νοημοσύνην του (θόρυβος). Ὁ κύριος Ἀθανασιάδης, πρόεδρος τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐφετῶν, ὁ Κ. Δαμασκηνός, πρόεδρος ἄλλοτε τῆς γερουσίας καὶ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων ἰδιοκτητῶν μετὰ τῶν λοιπῶν δικηγόρων, ὡς εἶπον, συνέταξαν τὸ τελευταῖον σχέδιον, ὅπερ τυπωθὲν ἀνεγνώσθη ἐν γενικῇ συνεδριάσει τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ τόπου εἰς τὸ κατάστημα τῆς ἀναγνωστικῆς ἑταιρίας, ὅπου ἦτο καὶ ὁ κύριος Κουρκουμέλης, καὶ πάντες ἐν μιᾷ φωνῇ ἐχειροκρότησαν αὐτὸ καὶ ἀλλάλαζον δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἐλευθερώθημεν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν δημοκόπων, διὰ συστήματος ἐκτιμήσεων προστατεῦον τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροδοτῶν πληρέστατα. Ἐθεώρουν τὸ σχέδιον τοῦτο ὡς τὸ μέλλον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς μεταβολὴν αὐτοῦ εἰς νόμον, ὅπερ πραγματικῶς συνέβη. Παρεδέχθημεν τῷ ὄντι αὐτὸ ὡς νομοσχέδιον, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τὰς ἐκτιμήσεις τοῦ ἐλαιοκάρπου. Τὸ σχέδιον τοῦτο ὁμοιάζει πρὸς ἕτερον, ὅπερ συνέταξεν ἐν Ἀθήναις ὁ Κ. Καλλιγᾶς, Μωραϊτίνης καὶ ὁ Κ. Ἐπαμινώνδας Μεταξᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν σκέψιν ἐπιτροπῆς συνισταμένης ἐκ τῶν βουλευτῶν Κερκύρας ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων καὶ τοῦ μακαρίτου Κυπριάδου, καὶ τῶν ΚΚ. Μπαλάνου, Προβελεγίου κτλ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἔχουσα ὡς βάσιν τὸ τοῦ Κ. Ἀθανασιάδου, ἤτοι τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροδοτῶν. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν Κερκυραίων, ὅτε ἀναγνώσθη τοῦτο ἐν τῇ ἀναγνωστικῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κερκύρας. Ἰδοῦ κύριοι, τί λέγει ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις. «Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἁπλοποιεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκτιμήσεων· σημειώσατε δὲ ὅτι, ὁ Κ. Κουρκουμέλης σᾶς εἶπε, ὅτι ὁ νόμος οὗτος παρέσχε δυσκολίας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκτιμήσεων. Ἐδῶ ὅμως οἱ ἐν Κερκύρᾳ λέγουσιν, ὅτι ἁπλοποιήθη ἡ ἐκτίμησις.
§105ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂν θέλετε τὸ συγκρίνομεν κατ’ ἄρθρον πρὸς τὸν ΣΜΕ Νόμον. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν. «Καθιερώνει τὴν ἰσότητα μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου· ἐναποθέτει τὴν διαδικασίαν κυρίως εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν... χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεκτιμήσεως εἰς τὸν ἀγρολήπτην· ὁρίζει ἐχέγγυον ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν πραγματογνωμόνων κλπ.» διότι δὲν ἀρκεῖ ὁ χρόνος πρὸς ἀνάγνωσιν ἐκθέσεων, καὶ ὁ θέλων νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτων ἂς ἀναγνώσῃ τὸ φυλλάδιον, ὅπερ τῷ παρέχω εὐχαρίστως. Τὸ σπουδαῖον, ὡς ἔλεγον, εἶναι ὅτι τὴν κρίσιν ταύτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπεφήμησεν ὁ σύλλογος τῶν ἰδιοκτητῶν ἐν τῇ ἀναγνωστικῇ ἑταιρίᾳ κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς φυλλάδος ταύτης. Ταῦτα λοιπὸν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπον περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐκτιμήσεων ἢ καταργήσεως τῶν μεριδίων ἢ ἐλαττώσεων ἐν περιπτώσει θεομηνίας ἢ ἐπικειμένης ἢ ἐπελθούσης φυσικῆς φθορᾶς, περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ ὁ ἰσχύων ἀστικὸς κώδηξ ἐν ἄρθρῳ 1639 λέγει, ὅτι αἱ προξενηθεῖσαι ζημίαι ἀναλογίζονται εἰς βάρος ἀμφοτέρων, καὶ ἑπομένως αἱ θεομηνίαι καὶ αἱ φυσικαὶ φθοραὶ δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν ἀγρολήπτην.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν συνέβαινε τοιοῦτον δυστύχημα εἶχε τὸ δικαίμα δυνάμει τοῦ κώδικος τοῦ κανονίζοντος τὰς σχέσεις μεταξὺ ἀγροληπτῶν καὶ ἀγροδοτῶν, ν’ ἀπαιτήσῃ οὐχὶ τὴν ἀναστολὴν, ἀλλὰ τὴν κατάργησιν τοῦ χρέους. Τὸ αὐτὸ καθιεροῖ μὲ γενικὰς ἀρχὰς καὶ τὸ ἄρθρον 1218 τοῦ ἰδίου Κώδηκος. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν προτάσεις σκοπὸν ἐχούσας τὴν κατάργησιν δικαιωμάτων καθιερωθέντων ἀπ’ αἰώνων, ὑπὸ τῆς πείρας, τῶν νόμων καὶ τῶν συμβολαίων καὶ τὰ ὁποῖα καταργηθέντα δύνανται νὰ προκαλέσωσι δικαίαν καὶ νόμιμον ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ καὶ ἄλλας συμφορὰς καὶ δυστυχήματα ἐντὸς τῆς κοινωνίας νὰ ἐγείρουν. Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, διότι δὲν εἰμπορῶ πλέον νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν, διότι ἀπαιτοῦνται τρεῖς τουλάχιστον ὧραι ἀκόμη, διὰ νὰ ἐξελέγξω τὰς ἀδικίας, ἃς καθιεροῖ ἡ συζητουμένη πρότασις, νὰ παραβάλω αὐτὴν πρὸς τὸν καταργούμενον νόμον, καὶ πρὸς τὴν ἀστικὴν νομοθεσίαν τῆς ἐπικρατείας, ὅπως ἀποδείξω αὐτὴν ἄδικον, ἀντικοινωνικὴν, ἀντιφατικὴν, καὶ ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἑπομένως ἐν ἀρχῇ ἀπαράδεκτον.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον (θόρυβος).
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μικρὰ διακοπὴ νὰ γίνῃ.
§109ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ ἀναβολὴ μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν δίδεται καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα (θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς κάμωμεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ διακοπήν.
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Νὰ προχωρήσωμεν.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ, ὡς παρατηρῶ, πρόκειται νὰ πιεσθῶ καὶ δὲν ἀντέχω, οὔτε μετὰ πέντε λεπτὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω.
§113ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν θὰ καθίσωμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἰδιοτροπίαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι ἰδιοτροπία (θόρυβος). Δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ καταστραφῶσι δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ λαοῦ.
§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Ζέρβα, δὲν γνωρίζετε περὶ τίνος πρόκειται (θόρυβος).
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι 5½ ἡ ὥρα.
§117ΖΕΡΒΑΣ. Πότε θὰ κάμωμεν τὸν προϋπολογισμόν.
§118ΡΩΜΑΙΟΣ. Τοῦτο εἶναι δουλειὰ ἰδική σας. Σεῖς ἐψηφίσατε νὰ προταχθοῦν τὰ Κερκυραϊκὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ (θόρυβος).
§119Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ὁ Κ. Κωσταντᾶς δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ σήμερον δὲν καταλαμβάνω διὰ τί νὰ γίνῃ διακοπὴ, ἄλλως ἂς ἔλθῃ (θόρυβος).
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσω πλέον σήμερον, ἡ φύσις δὲν μὲ ἐπροίκισε μὲ ἰσχυροὺς πνεύμονας ὡς τοὺς ἰδικούς σας.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πέντε λεπτὰ ἐπληρώθησαν, ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις.
§122ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος θὰ ὁμιλήσῃ ἐκ τῶν ἀντιθέτων, ἀφοῦ ὁ προαγορεύσας δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμά του; (θόρυβος). Παρατηρῶ δὲ τὸ ἑξῆς. Ἐπιτρέπεται ὁσάκις ἕνας ἀγορεύσει νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκουράσθηκα καὶ ἐλᾶτε αὔριον; (θόρυβος).
§123ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἁβροφροσύνην ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐβγάλῃ τοὺς πνεύμονας τοῦ βουλευτοῦ.
§124Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναται νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ χάριν τῆς ἁβροφροσύνης, πρέπει νὰ ᾖναι συγκαταβατικὴ πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας, οὐχὶ ὅμως εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν.
§125ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ ζητήματα.
§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ κάμωμεν διακοπὴν 10 λεπτῶν εἶναι συγκατάβασις δικαία, ὅ,τι ὅμως ζητεῖται ἤδη εἶναι πρωτοφανές.
§127ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι πρωτοφανές.
§128Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπειτα ἔχομεν ἀκόμη καιρόν.
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἓξ ἡ ὥρα.
§130Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ὁ Κ. Κωνσταντᾶς δὲν φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμά του πῶς θὰ τὸν ἀντικρούσωμεν; ποῦ γνωρίζομεν ποῦ θὰ καταλήξῃ;
§131ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ διακοπή.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο.
§133ΡΟΥΚΗΣ. Παρῆλθεν ἓν τέταρτον ἔκτοτε, ἐξεκουράσθη ὁ Κ. Κωσταντᾶς.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἄρχεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Νὰ ἑτοιμασθοῦν τὰ φῶτα (πρὸς τοὺς κλητῆρας).
§135ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀναγκάζεταί τις καὶ ἄκων νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ, τὰ νομοθετικὰ σώματα, ἔχουν κἄποια καθήκοντα ἀπέναντι τοῦ ἀγορεύοντος, καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει ἡ φιλανθρωπία καὶ ὁ πολιτισμός. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, ὅταν εἷς ἀγορεύῃ ἐπὶ πολλὰς ὥρας, οἱ ἴδιοι βουλευταὶ λέγουν εἰς τὸν ἀγορεύοντα «ἀναπαύθητι» reposez vous. Ἑπομένως πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ποῦ εὑρισκόμεθα, εἰς κλίμα ὅπου ἕνας ἄνθρωπος ἀδύνατον νὰ ὁμιλήσῃ τρεῖς ὥρας χωρὶς νὰ κουρασθῇ φυσικῶς καὶ διανοητικῶς. Ὅ,τι ἤδη ἐνταῦθα γίνεται, ἡ ἐπιμονὴ αὕτη, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρήσω, τὸ πολεμῶ ὡς προηγούμενον, διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτοῦ. Ἀπᾴδει εἰς ὅλην τὴν τακτικὴν τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν τῶν ἐχόντων κοινοβούλια· Ἑπομένως ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκούομεν τοσαύτας ὥρας, ἐγὼ αἰσθάνομαι πίεσιν εἰς τὴν κεφαλήν μου, καὶ ὕστερον ἀπ’ αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις δὲν δύναμαι ν’ ἀνθέξω εἰς τὴν ἀκρόασιν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀγορεύοντος καὶ οὐχὶ νὰ διακόψῃ, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, παρῆλθε δὲ καὶ ἡ ὥρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ οὐχὶ ἀπὸ πνεῦμα κομματικόν.
§136ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Ἤθελον ἐννοήσει τὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος ἂν εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα δὲν ἐξηντλήθησαν μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα ἵνα μὴ συζητηθῇ. Ἀληθῶς, κύριοι, ὅταν ἀποδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τοῦ προαγορεύσαντος ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτως καὶ ἀφῃρημένως, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, λαμβάνει χώραν εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης. Καθ’ ἡμᾶς, Κύριοι, κατὰ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς μόνον καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πρακτικῆς. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν τὰ ζητήματα αὐτὰ τοσοῦτον σπουδαῖα, τοσοῦτον, ἐφαπτόμενα κοινωνικῶν ζητημάτων καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως τοιαύτης, ὥστε ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, πᾶν ὅ,τι πρόκειται νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου τῆς Κερκύρας ἦτο τοσοῦτον ἀπομεμακρυσμένη τοῦ ἐδάφους τῆς ἀληθοῦς συζητήσεως εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ τὴν ἐξαντλήσῃ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ, Κύριοι, δικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν, ὅτι δὲν ἦτο τυχαία, ὅτι ἦτο περιεσκεμμένη. Κατὰ συνέπειαν ὅλων τούτων, Κύριοι, καὶ διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐγκαινιάσωμεν τοιαύτην τακτικὴν, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν. Ὁ Κύριος Κωνσταντᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν στερεῖται τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὰς λίαν πεπαλαιωμένας πρὸ 5 καὶ 6 αἰώνων. Ἂν εἶχεν εἰλικρινῆ ἀπόφασιν νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ καταδείξῃ τὰ κακὰ τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίστασιν.
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ.
§138ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡμεῖς τοιαύτην τακτικὴν δὲν δυνάμεθα νά δεχθῶμεν καὶ δὲν θὰ ἐγκαινιάσωμεν τὴν ἀξίωσιν παντὸς ῥήτορος, ὁ ὁποῖος ἀρχόμενος τοῦ λόγου του καὶ ἀπομακρυνόμενος εἰς γεγονότα πρὸ δέκα αἰώνων, νὰ ἔρχηται νὰ ἀπαιτῇ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ σώματος καὶ νὰ ζητῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἐπ’ αὔριον, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται διὰ νὰ λήξῃ ἡ σύνοδος (θόρυβος). Ἐννοοῦμεν, κύριοι, καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα καὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐθιμοταξίας, ἔχομεν ὅμως τὴν εὐθύνην τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως μᾶς ἔδωκε, καὶ αὐτῆς τῆς εὐθύνης δὲν δυνάμεθα οὔτε στιγμὴν νὰ ἀπαλλαχθῶμεν.
§139ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μπράβο! μπράβο,! (Θόρυβος).
§140ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ, τὰς ἐπευφημίας νὰ τὰς κρατήσητε διὰ τὸν ἑαυτόν σας.
§141ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρὸς ποῖον ἀπευθύνεσθε;
§142ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν τὸ μπράβο.
§143ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα.
§144ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἀναγνωρίσωμεν· δὲν δέχομαι οὔτε ἐπευφημίας, οὔτε ἀποδοκιμασίας· τέλος πάντων ἐγὼ αὐτὸς τὸ ἀκολουθῶ προσωπικῶς (Θόρυβος) καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ἀορίστως δύνασθε νὰ ἀποτείνεσθε.
§145ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταλαμβάνω τὶ θέλετε νὰ εἴπητε.
§146ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοιαύτην τακτικὴν σᾶς λέγω δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅταν γίνεται πρὸς ἐξάντλησιν τῆς συζητήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς διατυπώσεις. Καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς βουλευτὴς ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἕως ποίαν ὥραν;
§148ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἠθέλησε νὰ ἀπευθύνῃ μομφὴν πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι διὰ τῶν ἀναβολῶν θέλει νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, θέλει νὰ παραλύσῃ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, μομφὴν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, καθόσον ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς, πάντοτε ἀπὸ τῆς μιᾶς ὥρας ἀκριβῶς εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν της πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συζητήσῃ τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐργασθῇ. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι καλὸς μάρτυς τῆς ἀληθείας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς λέγω. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἓν πρᾶγμα· ἡ ἀγόρευσις, κύριοι, ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ὄρους εἶχε σκοπὸν νὰ παραλύσῃ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, ἵνα διασκεδάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, μὲ λόγους πτερόεντας καὶ μόνον σκοπὸν ἔχοντας τὸ νὰ ἀφήσουν τὴν ἡμέραν νὰ παρέλθῃ χωρὶς νὰ γείνῃ τίποτε; ὄχι κύριοι. Ἐὰν δὲ σᾶς ἀνέφερεν ἱστορικὰ γεγονότα ἀπὸ 1480 ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὄρους, ὁ κύριος ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἴδῃ, ὅτι ἦτο τόσον στενῶς συνδεδεμένα μὲ τὰς ῥητὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ὑπὸ ἐπιψήφισιν νόμος, ὥστε ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ καὶ διαφωτίσῃ τὸ σῶμα, ὅτι κατὰ τὸ 1480 ὁ νόμος περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, πρὸ τεσσάρων τοὐτέστι αἰώνων, ἦτο πολὺ φιλελευθερώτερος, πολὺ πλέον πολιτισμένος ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1868. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἱστορίαν, νὰ τὴν ἀναδιφήσῃ καὶ φέρῃ τοὺς λόγους διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του. Ἀλλὰ ὁ κύριος ὑπουργὸς ἢ δὲν ἤκουσε τὸν βουλευτὴν Ὄρους ἢ δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ὅσα παραδείγματα ἔφερεν, ἦσαν ὅλα ἀναγκαῖα πρὸς φώτισιν τοῦ σώματος τούτου. Εὑρισκόμεθα, λέγει, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς· καὶ τί πταίομεν, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς; μήπως ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν δύναμιν, ὡς ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, νὰ εἴπῃ, «στῆθι ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ σελήνη κατὰ φάραγγα Ἐλῶν,» διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ ὁ χρόνος, ὅπως ἐντὸς αὐτοῦ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τὰ νομοσχέδια ἐντὸς τῆς Βουλῆς; ὁ χρόνος φυσικὰ βλέπετε τρέχει καὶ οὔτε ὁ ὑπουργὸς, οὔτε ἡ συμπολίτευσις, οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ τὸν σταματήσῃ· ἡμεῖς δὲ δὲν παρεμβάλλομεν τὸ παραμικρὸν ἐμπόδιον, διότι ἂν εἴχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μετεχειριζόμεθα τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ λόγου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι παρῆλθεν ἡ πρώτη καὶ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο· διατί; διότι, λέγω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται ἐκτεταμένη κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἑπομένως ἂν εἴχομεν σκοπὸν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ἐξακολουθῶμεν τὰς συζητήσεις, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ἀλλὰ παρῆλθον καὶ αἱ δύο συζητήσεις χωρὶς νὰ λάβῃ κανεὶς τὸν λόγον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καθὼς καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ Κερκυραϊκὰ, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν συζήτησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὄχι μόνον τὸ πνεῦμα, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς λέξεις, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ τὸν σκοπὸν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, καὶ ὅμως, κύριοι, ἀπῄτησε νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον μας ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου ἐν γνώσει τί ψηφίζομεν. Σὲ παρακαλῶ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃς τί ἐννοοῦν τὰ νομοσχέδια, τί λέγουν;
§149Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Παιδείας). Μὲ προκαλεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον ἢ ὄχι· ἐγὼ σᾶς λέγω δι’ ἐμὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν γνωστὸν καὶ διὰ σᾶς περισσότερον ἴσως τῶν λοιπῶν· διότι εἴχατε μέρος ὡς πληρεξούσιος εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ἔλθωμεν εὐθὺς εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ........
§150ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἀνέφερεν ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον ὁ προλαλήσας βουλευτὴς διὰ νὰ ἔλθῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδητε τὰς παρεκτροπὰς, ἃς ἔλαβε, καὶ τὰς διαφόρους φάσεις ἡ νομοθεσία ἐκείνη, ὡς καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτά. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀναγκαῖον, καὶ ἐπειδὴ ἠναγκάσθη νὰ ἀναδράμῃ, κύριοι, μέχρι τοῦ 1480 καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τελειώσῃ, ἔπρεπε νὰ πάθῃ; Τί σᾶς εἶπε κύριοι; «σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι ν’ ἀνθέξω περισσότερον, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταβῶ, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ προχωρήσω.» Ποῖον ἦτο τὸ δίκαιον, τὸ ὀρθὸν, νὰ ἔλθῃ εἷς ἐκ τῶν ἀντιθέτων, νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἰδέας μέχρι τοῦ σημείου ὅπου ἐστάθη, καὶ οὕτω ὁ καιρὸς δὲν ἐχάνετο, οὔτε ἡμεῖς ἠθέλαμεν καταδικασθῆ νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὰ τοιαῦτα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ μομφὴ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἦτο ὅλως διόλου ἄδικος· διότι οὔτε εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἠθέλομεν νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα, οὔτε εἰς τὴν θέλησιν τῆς κυβερνήσεως. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι τὸν πρώτιστον νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην ἡ κυβέρνησις, καὶ ὅστις εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἡμεῖς, κύριοι, ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ· διότι πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι πρέπει νὰ ἐξοδεύῃ ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις, καὶ σεῖς ἀντεκρούσατε τότε αὐτό. Ἡμεῖς λοιπὸν παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὅλα λοιπὸν, ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, δὲν ἦσαν ἀληθῆ.
§151ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Κύριοι, τὴν στιγμὴν ταύτην συζητεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ Κερκυραϊκοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑποθέσατε, ὅτι ἐπειδὴ ἐπισπεύδετε, ἡ συζήτησις αὕτη τελειώνει. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἢ ἕκαστον τῶν κυρίων βουλευτῶν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῇ ἐν γνώσει, ἐὰν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι γνωστή; ἐγὼ λέγω ὄχι, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ δὲν εἶναι εἰς γνῶσιν τοῦ ΣΜΕʹ. νόμου, ὅστις ἐπεψηφίσθη ἀπὸ τὴν προηγουμένην Βουλήν. Εἴδατε ἀντίτυπα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; τῷ ὄντι ἔπρεπε νὰ διανεμηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὅλοι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἐν γνώσει. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἔκαμε πρότασιν ὁ κύριος Λ. Κρεστενίτης, ὡς ἐνθυμεῖσθε. Λοιπὸν λέγω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κύριος Κωνσταντᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ὅτι πρέπει νὰ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐν γνώσει περὶ αὐτοῦ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, ὅπου γίνεται σήμερον, θὰ γείνῃ καὶ αὔριον, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ σκοπὸς τῆς ἐπισπεύσεως εἶναι μάταιος.
§152Α. ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ νόμοι τυποῦνται καὶ δημοσιεύονται.
§153ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔντυπα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ.
§154Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ ἐφημερὶς τῆς κυβερνήσεως ἐμπεριέχει τὸν νόμον.
§155ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἐφημερίδος λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως ἂς σταλῇ ἀπὸ ἓν ἀντίτυπον καὶ ἂς διανεμηθῇ.
§156ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρώτην φορὰν, κύριοι, εἰς ὅλον μου τὸν πολιτικὸν βίον σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὸ 1857 καὶ ἐντεῦθεν, πρώτην φορὰν, λέγω, ἀκούω ὅτι νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη, πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ δημοσιευθῇ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς βουλευτάς. Πρώτην φορὰν ἀκούω νόμος, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ὁποῖος λογίζεται ὡς ἰσχύων, ὅτι αὐτὸς μένει ἄγνωστος εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Οὐδεὶς ποτέ, κύριοι, δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅστις ἰσχύει, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὑπάρχει ἐν τῷ κρυπτῷ δῆθεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἰδιαιτέρα τύπωσις διὰ νὰ μελετήσῃ αὐτὸν τὸν νόμον. Ἕκαστος ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ ἕνα νόμον τυπωμένον καὶ τὸν ὁποῖον, ὅστις τὸν ἀγνοεῖ, δύναται ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ τὸν μελετήσῃ.
§157ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν δὲν συνέπεσε νὰ τὴν ἔχῃ;
§158ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅστις δήποτε ἤθελε νὰ ἴδῃ τὸν νόμον καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες ἔχουσι, καὶ ἠδύνατο ὅστις ἤθελε νὰ λάβῃ ἀπ’ αὐτούς· ἐκτὸς δὲ τούτου νομίζω, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς.
§159ΤΙΝΕΣ. Ἐζητήσαμεν καὶ δὲν μᾶς τὴν ἔδοσαν.
§160ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν, κύριοι, τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θέλετε, τὸν νόμον αὐτὸν οἱ βουλευταὶ τοῦ κράτους δὲν τὸν γνωρίζουν καὶ δὲν δύνανται νὰ τὸν εὕρουν, πῶς θέλετε νὰ τὸν γνωρίζουν οἱ πολῖται, εἰς οὓς θὰ τὸν ἐφαρμόσητε; ὅταν ὑποτίθεται, ὅτι σεῖς δυσκολεύεσθε νὰ εὕρητε τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τότε πρὸς τί ἐφαρμόζεται ὁ νόμος; διατί καὶ οἱ πολῖται νὰ μὴ προτείνουν τὴν ἄγνοιαν αὐτοῦ; Ὅστις ἤθελε νὰ μελετήσῃ, κύριοι, τὸν νόμον αὐτὸν, ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ, κύριοι, εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ λάβῃ ἀντίτυπον καὶ τὸ μελετήσῃ, καθὼς πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν οἱ βουλευταὶ νὰ ζητήσωσι τὰ πρακτικὰ τῶν προηγουμένων περιόδων, ὥστε ὁ λόγος αὐτὸς, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρός. Δὲν ἐννοῶ πάλιν, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸν προηγούμενον νόμον, ὅταν πρόκηται, λέγω, νὰ τροποποιήσῃ αὐτόν· ἀλλὰ, λέγω, ὅτι νόμος κοινοποιηθεὶς πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο ν’ ἀναγνωσθῇ ἀπὸ πάντα βουλευτὴν, ὅστις ἤθελε ζητήσει καὶ ἔχει τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὑπάρχει πλῆθος καὶ ἂν θέλετε διανέμανται εἰς τοὺς βουλευτάς· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§161ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον· πρῶτον, ὅτι εἶναι ἀργὰ καὶ καθένας ἐκουράσθη καὶ δεύτερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαῖον καὶ δὲν πρέπει νὰ βιασθῶμεν· ἐὰν νομίζετε δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ καιρὸς, ἂς ἔλθωμεν αὔριον ἀπὸ τὰς 9 ἕως εἴς τὰς 12 καὶ ἀπὸ τὰς 2 καὶ καθεξῆς, αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω.
§162ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πολλαὶ προσπάθειαι, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πολλαὶ προσπάθειαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀπαγγείλας οὕτω μίαν μομφὴν ἢ κατηγορίαν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως (θόρυβος), πολλαὶ προσπάθειαι παρετηρήθησαν μέχρι τοῦδε λέγω καὶ ἐγὼ καὶ παρατηροῦνται καὶ ἤδη κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν τοῦ νὰ ἐπιψηφίζωνται οἱ νόμοι ἀσυζητητί.
§163ΤΙΝΕΣ. Ψεῦδος.
§164ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἀγνοοῦσι, καὶ τὸ πλεῖστον τῆς κοινωνίας γνωρίζει τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς (θόρυβος)· καὶ ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις καὶ εἶχον ἀμφιβολίαν τινὰ, πᾶσα ἀμφιβολία ἐκλείπει ἤδη· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλετε νὰ θέσετε περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ θέλοντες νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὸ φυσικὸν ἀποτέλεσμα τὴν κούρασιν, θέλετε, κύριοι, νὰ συζητῆτε ἐν παραβύστῳ καὶ νὰ ἀποφασίζητε. Καὶ πῶς, κύριοι, θέλετε νὰ ἀποφασίσωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν σχετικὸν νόμον; τὶ ἄλλο ἐσήμαινον οἱ λόγοι τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρὰ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἡ ἀνάπτυξις τῆς συζητήσεως (θόρυβος); ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε διὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Λυκούργου Κρεστενίτη, ὅστις ἔκαμε τὴν πρότασιν ταύτην ἀπὸ προχθὲς καὶ τὴν ὁποίαν σιωπηλῶς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ προέδρου.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠρωτήθη.
§166ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, ὅταν γίνεται πρότασις κατὰ τῆς ὁποίας δὲν γίνεται ἀντίῤῥησις, ἡ πρότασις ἕπεται, ὅτι παραδέχεται.
§167ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ἡ Βουλὴ μάλιστα.
§168ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου.
§169Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅ,τι κυρίως μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον εἶναι ἡ σπουδαιότης καὶ ἡ φύσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ κοινωνικοῦ τῷ ὄντι ζητήματος καὶ ἔχομεν συμφέρον πάντες νὰ τὸ ἐξετάζωμεν ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἂν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν συζητῆται· τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν θέλω ποσῶς νὰ ὑπολάβῃ οὐδεὶς ὅτι ἡ σημερινὴ πλειονοψηφία θέλει νὰ ἀφαρπάσῃ τὸ ζήτημα ἐξ ἐφόδου, καὶ νὰ περιποιήσῃ ὠφέλειαν εἰς τὸ ἓν μέρος καὶ βλάβην εἰς τὸ ἄλλο, διότι καὶ ἂν ἤθελε τὸ ἐπιτύχει, τὰ ἀποτελέσματα ἤθελον εἶναι δεινὰ, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ ἡ Βουλὴ ὅποιον δήποτε θέλει νόμον, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν θὰ ζημιώσῃ ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, ἐὰν δὲν στηρίζεται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ὀρθοῦ. Τὸ συμφέρον, κύριοι, τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι ὄχι νὰ χύσῃ ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν, ἀλλὰ ὕδωρ, θέλομεν ὅλοι νὰ γείνῃ νόμος ὅσον τὸ δυνατὸν διαλλακτικὸς καὶ οὐχὶ ἐρεθιστικὸς, ὅπερ ἐπιθυμοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι Ἑπτανήσιοι. Ἂς μὴ ῥίπτετε λοιπὸν τὴν μομφὴν ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ πάρωμεν ἐξ ἐφόδου τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἀδικήσωμεν τὴν ἀγροτικὴν τάξιν, οὔτε θέλω ἐπίσης, τὸ κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐπιῤῥίψω καμμίαν μομφὴν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θέλει νὰ παρεμβάλῃ προσκόματα εἰς τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὅπως δὲν προσάπτομεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν μομφὴν, δὲν δεχόμεθα οὔτε τὴν ἄλλην μομφὴν τοῦ ὅτι θέλομεν νὰ ἀφαρπάσωμεν τὸ ζήτημα. Τί πρόκειται, κύριοι, ταύτην τὴν στιγμήν; ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου ἐρίζομεν; ἐὰν ὁ κ. Κωσταντᾶς κουρασθεὶς εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν ναὶ ἢ ὄχι· καὶ ἐνταῦθα ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, ὅστις σᾶς εἶπεν ὅτι, πρώτην φορὰν λαμβάνει χώραν τὸ τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἀντικρούσω, διότι συνέβη μίαν ἄλλην φορὰν καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον. Ὅταν, θέλῃ τις, κύριοι, νὰ παρατείνῃ τὸν λόγον ἐκτρεπόμενος εἰς ἀντικείμενα ἐπουσιώδη, εἰς ἱστορικὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ δαπανᾷ τὸν καιρὸν ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι θὰ κουράσῃ καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τοὺς ἄλλους. Ἐννοεῖται ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας τοῦ ἄλλου, ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντοτε ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ τὰς ὥρας τῶν ἄλλων καὶ τὴν ὑπομονήν. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ὁλόκληρον ἡμέραν κατηνάλωσε τὸν καιρὸν εἰς ἐξιστόρησιν ἀπηρχαιωμένων περιστάσεων, ἠδύνατο νὰ μὴ καταναλώσῃ πάλιν τὸν καιρὸν εἰς τὰ αὐτά. Ἐν τούτοις εἰς ἡμᾶς ἀπομένει τὸ καθῆκον νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦναι δίκαιαι αἱ περὶ ἀναβολῆς ἀπαιτήσεις τοῦ κουρασθέντος βουλευτοῦ καὶ ἢ νὰ διακόψωμεν ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ τοῦτο παρετήρησα εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, ὅστις εἶπεν, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν παρουσιάζεται τὸ περιστατικὸν αὐτὸ, ὅτι ὅταν πέρυσιν ἐσυζητούσαμεν πολὺ σπουδαῖα ἀντικείμενα, τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους ἐπιτροπῆς μετὰ τοῦ κυρίου Σωτηρίου Πετιμεζᾶ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, ὡμίλησα δύο ὡς ἔγγιστα ὥρας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· εἴχομεν τὰ φῶτα ἀναμμένα· ἐτελείωσα τὸ γενικὸν μέρος, καὶ εἶχον ἀπαυδήσει, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἔμβω εἰς τὰ καθέκαστα· παρεκάλεσα κατὰ συνέπειαν τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ 10 ἢ 15 λεπτῶν ἀναψυχήν· ὄχι εἶπον αἱ 97.
§170ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 12 ἡμέραι συνεζητοῦντο αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι.
§171Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἦτο γενικὴ συζήτησις.
§172ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος ἦτο ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὸν ἐπεράσατε διὰ μίαν ἡμέραν.
§173Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τοῦ Κ. Καλπακίδου εἶναι παρεμπίπτον.
§174Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ, κ. Κεχαγιᾶ, φέρετε ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τοῦ γεγονότος ἐκείνου, σᾶς λέγω, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς συζητήσεως καὶ ὄχι εἰς τὴν 13, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον· ὡς διϊσχυρίσθη ὁ Κ. Ἀθ. Πετσάλης, παράδοξον ἦτο ἀληθῶς ὅτι συνέβη τότε, διότι τότε μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ ἐξακολουθήσω καὶ ἐξηκολούθησα ἐν μέσῳ ταραχῆς, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ἐπὶ τέλους, ὅτι κλείω τὸν λόγον μου διὰ τὸ γενικὸν μέρος, καὶ ἐπιφυλάττομαι τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἔλθω εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, καὶ ὅμως δὲν παραπονέθη κανεὶς κατ’ ἐκείνης τῆς πράξεως, καὶ πότε ἔγεινε τοῦτο; Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου, ἐν ᾧ τώρα εἴμεθα εἰς τὸ τέλος, 20 μόνον ἡμέραι μένουν, ἑπομένως ἦτο πολλὰ δικαία ἡ αἴτησις τοῦ νὰ διακόψωμεν 15 λεπτὰ, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ· ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν αἱ ἀναπαύσεις ἡμῶν ἂς ὑποφέρουν ὀλίγον. Ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν λόγον, ἢ νὰ ὑποχρεώσωμεν θέλοντα καὶ μὴ τὸν ῥήτορα νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Καλπακίδου, ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ μὴ προβῶμεν, διότι δὲν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον, ὅστις ὑπόκειται εἰς τροπολογίαν σήμερον. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἡ πρότασις ἐπιτυχὴς τοῦ Κυρίου Καλπακίδου· ἐὰν διὰ πᾶν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον ἤδη συντάσσεται ἢ ἀναφέρεται καὶ ἀνάγεται εἰς ἄλλους προηγουμένους νόμους, ὅπως τὸ παρὸν, ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ ὑπηρεσία νὰ συνοδεύσῃ ἐντύπως ὅλους ἐκείνους τοὺς νόμους, δὲν θὰ ἔχωμέν ποτε νόμους· συνήθως συμβαίνει τοῦτο καθ’ ὅσον οἱ ἐλλειπεῖς νόμοι σχετίζονται πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπῃτήσαμεν νὰ τυπωθῶσι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια. Ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐκείνους τοὺς νόμους, διὰ τοῦτο ὑπάρχει βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶμεν τόσα χρήματα κατ’ ἔτος καὶ ὅστις θέλει ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν βιβλιοθήκην καὶ νὰ ζητήσῃ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν νόμον, ἐὰν δὲν τὸν ἔχῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του. Ἄλλως τε τὸ προκείμενον ζήτημα ὄχι μόνον εἶνε γνωστὸν, ἀλλὰ καὶ φυλλάδια ἀντιγράψαντα ὅλα τὰ λεγόμενα τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιόδου διενεμήθησαν εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔγεινε τόσον κοινὸν, ὥστε ἀπηύδησαν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ πολῖται νὰ ἀναγινώσκουν τὰ καθ’ ἕκαστα ἐκδιδόμενα ἐνταῦθα καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἔντυπα φυλλάδια. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δαπανῶμεν τὸν καιρόν μας ἐπὶ ματαίῳ. Ἠμποροῦμεν ἴσως τώρα νὰ ἀναβάλωμεν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἀλλὰ διὰ τοὺς προταθέντας ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων λόγους δὲν ὑπάρχει αἰτία ἀναβολῆς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, διότι δυνάμεθα ἀκόμη νὰ ἐργασθῶμεν μίαν ἢ δύω ὥρας, καθ’ ἃς ὁ Κ. Κωνσταντᾶς ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ συμπεράνῃ τὸ γενικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, ἀφοῦ ἤδη καθεὶς ἐξεκουράσθη, καὶ νὰ ἀφήσῃ αὔριον τὰ καθέκαστα· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου.
§175Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐὰν τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ὑπεβάλετο εἰς ἓν Κοινοβούλιον εὐρωπαϊκὸν ἤθελον γελάσει μὲ τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμαν. Σᾶς λέγουν, ὅτι πρόκειται νὰ ζητήσωμεν τὸν νόμον καθόσον δὲν τὸν γνωρίζομεν, καὶ σᾶς λέγουν μὴ γνωρίζοντες τὸν νόμον πρέπει νὰ προβῆτε. Λυποῦμαι, κύριοι, μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἦλθε μὲ αὐτὸ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν δικαίαν τῆς ἀναβολῆς πρότασιν. Καὶ ποῖον εἶνε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα; ὅτι οἱ νόμοι εἶναι γνωστοί· καὶ τί πρὸς τοῦτο; διότι εἶναι γνωστοὶ οἱ νόμοι, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἀναβολὴ εἰς τὸ βουλευτήριον, ὅταν σᾶς λέγῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θὰ μεταῤῥυθμίσῃ; Εἶναι γνωστοὶ οἱ νόμοι διὰ τὴν ἐφαρμογήν των, κ. Ὑπουργέ· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, τότε μάλιστα ὑπάρχει πρόληψις, ὅτι ὁ νόμος εἶναι γνωστὸς διὰ τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς, ὅταν σᾶς λέγῃ ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν νόμον, δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἐπικαλεσθῇς αὐτὸ τὸ ἀξίωμα. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὰ κοινοβούλια, ὁσάκις πρόκειται καὶ λέγει ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ ἐζήτησε νὰ γνωστοποιηθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ, διότι θὰ ἀντιπαραβάλῃ τὸν παλαιὸν νόμον πρὸς τὸν νέον νὰ ἴδῃ κατὰ τί χωλαίνει ὁ πρῶτος νόμος καὶ ἂν ᾖναι δίκαιον νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἢ ὄχι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μέμψεις καὶ τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰ ἀεροβατήματα τὰ ἄλλα, ἐγὼ ἀπέχω νὰ τὰ συζητήσω· λέγω μόνον, ὅτι, ἀφοῦ πολλοὶ ἢ ἕνας τῶν κυρίων βουλευτῶν λέγει, ὅτι δὲν εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται γνῶσις γενικὴ, ἀλλὰ μερικὴ λέξιν πρὸς λέξιν, καὶ περίοδον πρὸς περίοδον νὰ τὸν παραβάλῃ ὁ βουλευτὴς, ὅταν ἔρχεται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ἕνα νόμον, ἠμπορῶ νὰ ἔχω μίαν γνῶσιν γενικὴν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι αὐτὴ ἡ γνῶσις εἶναι ἀρκοῦσα διὰ νὰ τὸν μεταβάλω λέξιν πρὸς λέξιν καὶ κόμμα πρὸς κόμμα καὶ περίοδον πρὸς περίοδον. Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ σᾶς λέγῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν· ὁμοιάζει τοῦτο μὲ τὸ νὰ ἀπαιτήσητε παρὰ τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ γνωρίζῃ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της, ἐν ἀγνοίᾳ νὰ ψηφοφορήσῃ. Ὅλα λοιπὸν τὰ ἐπιχειρήματα περὶ τῆς δημοσιεύσεως καὶ γνώσεως τῶν νόμων δὲν θέλουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμίαν ὑπόστασιν, διότι δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ τὸ δημόσιον ὁ νόμος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ ὑποτίθεται γνωστὸς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Σήμερον πρόκειται νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσωμεν καὶ πρέπει τὸ νέον νομοσχέδιον νὰ περιεῖχε καὶ τὸν ἀρχαῖον νόμον τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ὁμιλίας τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ, ἠπόρησα μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καρύστου νὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἱστορίαν διὰ νὰ στηρίξῃ τὸν λόγον του, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτή· ἠπόρησα, λέγω, διότι ἠθέλησε νὰ θέσῃ κανόνα τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ οὐχὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀγορεύων ἠθέλησε, ἀλλὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. βουλευτοῦ. Ὁ ἀγορεύων εἶναι κύριος τοῦ λόγου καὶ τοῦ μέτρου τοῦ λόγου του, εἶναι ὁ ἐκτιμητὴς τῆς ἀνάγκης, οὗτος καὶ ὄχι ὁ ἀκούων, ὁ ἀκροατὴς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῇ ἢ ὄχι τὸ ὀρθόν, τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀγορεύοντος. Ἀλλ’ ὅταν πρέπῃ νὰ διαπραγματευθῇ ἓν ζήτημα καθὼς ὁ κ. Κωσταντᾶς, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε νὰ περιορίσω τὸν λόγον μου, ἢ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά μου, τὰ ὁποῖα ἀντλῶ ἐκ τῆς ἱστορίας, δὲν εἶναι ἀναγκαῖα, διότι ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Κωσταντᾶ μὲ ἔπεισαν· ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτιμήσεως, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ περυσινόν, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ὅταν ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς μάλιστα τοῦ νέου νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τὸ παλαιὸν, ἠγνόουν, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, αὐτὸς ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ὁ παλαιὸς νόμος καθιεροῖ, ἦτο νομιμοποιημένος καὶ παραδεδεγμένος ἀπὸ νόμους ἀρχαιοτέρους, ἀπὸ πεῖραν μεγάλην, καὶ ἐνόμιζα, ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν κανονίζεται ἀπὸ τὸν νόμον, μετέβαλα γνώμην σήμερον, ὅταν βλέπω, ὅτι μία πεῖρα τοσούτων αἰώνων καθιεροῖ αὐτὸν τὸν τρόπον. Λοιπὸν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐξιστόρησις, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἱστορία τῶν πραγμάτων· λοιπὸν, διότι ἀνέπτυξε τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Κωσταντᾶς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον ἀλάνθαστος, διὰ τοῦτο τὸ μέτρον τοῦ λόγου του ἦτο ὑπερβολικόν; Ὄχι, κύριοι! αὐτὸς ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, καὶ ὅστις ἔχει σκοπὸν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἀρχαιοτέρου, αὐτὸς συνεζητήθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας· καὶ σήμερον ζητοῦμεν νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσωμεν συζητοῦντες αὐτὸν εἰς μίαν ἑσπέραν; Ἐνῷ πρέπει νὰ καταβάλωμεν διπλασίαν ἐργασίαν, διότι θὰ παραβάλωμεν τὸν νέον πρὸς τὸν παλαιὸν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν χωλαίνῃ ἢ ὄχι· διότι τότε εἴχομεν ἕνα νόμον καὶ σήμερον ἔχομεν δύω νόμους νὰ ἐξετάσωμεν. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Καλπακίδη περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§176Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω προτάσεις ἦλθον, κύριοι, ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Κωσταντᾶ, ἡ μία νὰ τυπώσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ παλαιὸν διὰ νὰ τὸ ἀντιπαραβάλωμεν, δὲν ἠξεύρω σπουδαίως ὁμιλοῦν ἢ ἀστειεύονται.
§177ΔΑΓΡΕΣ. Ἐρωτήσατε τὸν φίλον σας Καλπακίδην.
§178ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μὲ φέρετε ἓν παράδειγμα προγενέστερον, ὅτι ὁσάκις ὑπεβλήθη νόμος τις, δυνάμενος νὰ σχετίζηται ὄχι μὲ ἕνα, ἀλλὰ μὲ δέκα ἄλλους νόμους, εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ ἀνατυπώσῃ καὶ μοιράσῃ τοὺς παλαιοὺς νόμους;
§179ΤΙΝΕΣ. Εἶναι σόφισμα αὐτό.
§180ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σοφίσματα ἠξεύρουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσυνήθισαν νὰ τὰ λέγουν, ἐγὼ δὲν συνείθισα καὶ παρακαλῶ νὰ ἦσθε προσεκτικώτερος κ. Πετσάλη. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι δημοσιευμένον πρὸ 30 τόσων ἡμερῶν καὶ πρὸ 2 μηνῶν; καὶ ἂν δύω μῆνες δὲν ἤρκεσαν, νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπαρκέσουν καὶ ἄλλοι δύω μῆνες, ὅταν δὲν ἔχητε ὄρεξιν νὰ μελετήσητε; εἶναι πολὺ νόστιμον πρᾶγμα νὰ λέγουν ἄνδρες μὲ λογικὴν καὶ ἄνδρες μὲ γνώσεις νομικὰς, ὅτι δὲν γνωρίζουν τοὺς νόμους καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ συζητήσουν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ τετριμμένον ἐπιχείρημα δὲν δύναται ἕκαστος νὰ τὸ μεταχειρίζηται καθ’ ὑμῶν, καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ συζητήσωμεν νόμον νὰ λέγῃ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἕτοιμος, δὲν γνωρίζω τὸν νόμον, πρέπει νὰ τυπωθῇ ὁ νόμος νὰ τὸν μάθω· αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα τετριμμένον διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ λόγος ἐκ τοῦ βήματος τούτου χωρὶς ἔννοιαν καὶ οὐσίαν.
§181ΔΑΓΡΕΣ. Ἄλλοι τὴν ἔφεραν.
§182Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠξεύρω ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἔφερεν ὁ κ. Καλπακίδης τὴν πρότασιν, καὶ ὑπὸ ποῖον πνεῦμα θέλουν ἄλλοι νὰ ἐκμεταλλευθοῦν αὐτήν. Σᾶς παρετήρησα καὶ ἄλλοτε, κ. Δαγρὲ, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου κ. Πετσάλης παρετήρησε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ διατηρῇ ἁβροφροσύνην πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας· τοῦτο ἡμεῖς τὸ ἐπράξαμεν λαμπρότατα καὶ ἐδώκαμεν τὸν ἀναγκαῖον καιρόν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ὀφείλῃ ἁβροφροσύνην πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας, οἱ ἀγορεύοντες, νομίζω, ὅτι ὀφείλουν πολὺ μεγαλειτέραν ἁβροφροσύνην πρὸς τὴν Βουλήν. Ἠθέλησεν ὁ κ. Κωσταντᾶς κατὰ τὸν τρόπον τοῦ συλλογίζεσθαι τὸν ἰδικόν του ν’ ἀναπτύξῃ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Κερκύρας ἀπὸ τὸ 1480, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τίνος νομοσχεδίου; ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ μεγάλον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην ὅλης τῆς ἱστορίας; Ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐλαιῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐάν τις θέλῃ νὰ καταχρασθῇ τὴν ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ εἶναι διὰ λογαριασμόν του, καὶ νομίζω, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ συνδέσῃ πάντα νόμον μὲ τοὺς νόμους τοῦ Ζωροάστρου, δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ εὐκολώτατα, ἀρκεῖ μόνον νὰ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν τὴν νομοθετικὴν τοῦ κόσμου. Τοῦτο δὲν εἶναι διόλου δύσκολον, καὶ ἂν λάβητε τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσητε ὀλίγον, ἠθέλατε ἴδει, ὅτι οἱ νόμοι τῆς νεωτέρας κοινωνίας συνδέονται μὲ ὅλους τοὺς νόμους τοῦ κόσμου. Λοιπὸν, ἐὰν θέλετε, ἐξετάζοντες ἕνα νόμον ν’ ἀνατρέξητε ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ Μεσαιῶνος εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἱστορίαν, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Περσῶν καὶ τοῦ Ζωροάστρου, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον τοῦτο; Ἀλλὰ λέγω, καθὼς ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσῃ τοὺς ῥήτορας, ὀφείλουν ἐπίσης καὶ οἱ ῥήτορες νὰ ἔχουν ὅλην τὴν ἁβροφροσύνην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ μὴ καταχρῶνται τὴν ὑπομονὴν καὶ τὸν χρόνον, ὅστις εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαῖος εἰς τὴν πρόοδο, τῶν ἐργασιῶν της. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους θέλετε ν’ ἀνατυπώσωμεν, συνδέονται μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὁ Κωνσταντᾶς ἀνέγνωσε, διότι ὁ ἐφετεινὸς συνδέεται μὲ τὸν περσινὸν, ὁ περσινὸς μὲ ὅλους τοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑπ’ ὄψιν, καὶ τότε ἦτο καλλίτερον ν’ ἀνατυπώσωμεν ὅλην τὴν Ἑπτανησιακὴν νομοθεσίαν διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς τί τρέχει. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μὲ κἄποιον φόβον βλέπω πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος (δεικνύει τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων καὶ βιβλίων τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ)· βλέπετε ἐδῶ, ὅτι ὁλόκληρος βιβλιοθήκη εἶναι ἀραδιασμένη. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Κ. Κωνσταντᾶς θέλῃ καὶ ἔχῃ σκοπὸν ὅλην αὐτὴν τὴν βιβλιοθήκην νὰ ἐξαντλήσῃ ἀπέναντι τῆς ὑπομονῆς μας, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ θλιβερόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ συνδέσωμεν τὰ πράγματα μὲ τὰ παρελθόντα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ μίαν συνοπτικὴν ἀνάπτυξιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐκτεθῇ ὁ σκοπὸς καὶ τὰ κυριώτερα μέρη· διότι ἄλλως τε ἠμπορεῖ ὅλη αὐτὴ ἡ βιβλιοθήκη νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἓν ὁλόκληρον ἔτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι δύναται μία ἀντιπολίτευσις νὰ παρεμβάλῃ, ὅταν θέλῃ, προσκόμματα, νὰ παρατείνῃ τὰς συζητήσεις· ἀλλ’ ὁσάκις ἔχει πράγματα καὶ λόγους, οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀκουσθῶσιν, εἴτε εἰς τὸ δημόσιον, εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ὑπήρξαμεν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, ᾐσθάνθημεν ὅμως πάντοτε τὴν ὑπομονὴν τῶν ἀκροωμένων, τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδόλως ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν προσκόμματα ὁσάκις ἐπλησίασεν ὁ καιρὸς, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρηματίσατε βουλευταὶ πέρυσιν ὁσάκις ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχω ἀνάγκην νὰ ταχύνητε τὰς ἐργασίας, τὰς ἐταχύναμεν ἀμέσως.
§183ΤΙΝΕΣ. (δεξιόθεν). Ἡμεῖς τί κάμνομεν.
§184Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κ. Κωσταντᾶς χωρὶς νὰ τὸν ἀδικήσω, νομίζω, ὅτι θέλει ἐκτιμήσει τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι περιστρέφονται μόνον εἰς τὰ ἀμοιβαῖα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Ἔπειτα, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν κατ’ οὐδένα λόγον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, ὅτι ἐκουράσθη καὶ ὀφείλετε νὰ τὸν ἀφήσετε νὰ ξεκουρασθῇ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἂν αὔριον κουρασθῇ, ὀφείλομεν νὰ τὸν ἀφήσωμεν διὰ τὴν μεθαύριον· ἡ ἀπάντησις εἶναι λίαν ὑπερβολικὴ καὶ οὐδέποτε ἐτόλμησε εἷς ῥήτωρ τῆς Βουλῆς νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀπάντησιν εἰς τὸ Σῶμα· ὁσάκις τὸ Σῶμα κουρασθῇ, μόνον του πάντοτε διετήρησε αὐτὴν τὴν λεγομένην ἁβροφροσύνην καὶ διέκοψεν ἐπὶ ὀλίγας στιγμάς, καθὼς ἐπὶ Συνελεύσεως καὶ ἐπὶ παρελθούσης Βουλῆς, ἀλλ’ ὄχι καθὼς τώρα ἦλθε νὰ εἴπῃ, παύσατε τὰς ἐργασίας σας, διότι αὔριον θέλω ἐξακολουθήσει. Ἀκόμη, κύριοι, παρατηρῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον περὶ τῶν ξένων κοινοβουλίων δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι τόσον ἀληθῆ, καθότι εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὰ κοινοβούλια τὰ Εὐρωπαϊκὰ, διατηρεῖται πάντοτε ἡ ἁβροφροσύνη. Συνομολογῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ξηροχωρίου, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ μόνον τῆς ἀληθείας εἶπε· ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπῃ καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ ἐπιτρέπει εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ καταχρᾶται τὴν ὑπομονὴν αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναφέρεται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Ζωροάστρου. Ἔπειτα, κύριοι, νομίζω ὅτι ἕνα ἰσχυρισμὸν, ἂν δὲν ᾖναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πασίγνωστοι, τοῦτο γίνεται ἐκεῖ καὶ ἐκεῖνο ἐκεῖ, εἶναι δύσκολον νὰ τὸν ἐκτιμήσουν καὶ οἱ ἄλλοι.
§185ΖΑΪΜΗΣ. Ὅλοι διαβάζουν τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ βλέπουν.
§186Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰ φῶτά σας, ἀλλὰ θὰ μᾶς συγχωρήσετε καὶ τὴν ἀμάθειάν μας· εὔκολα, εὔκολα θῦμα δὲν γινόμεθα. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ ὅλοι αὐτοὶ δὲν εἶναι δίκαιοι· τὸ κατ’ ἐμὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τὴν ἀγαπῶ περισσότερον παντὸς ἄλλου, διότι ἐξ αὐτῆς νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ. Διὰ τοῦτο ἐπιζητῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ ἡ χρῆσις αὐτῆς εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ καὶ ἐν γένει αἱ συζητήσεις γίνονται ὄχι μόνον διὰ τοὺς βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸ ἔθνος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, ὅτι ἐπειδὴ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται διὰ νὰ ξεκουράζωνται ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος· εἶναι ἄτοπον καὶ δὲν τὸ παραδέχομαι καθόλου, ἡ Βουλὴ δύναται, ἂν ἦτο ἀναγκαῖον καὶ ἐδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη πέντε ἡμέραι ἀντὶ εἰκοσιπέντε, θὰ μεταβάλλωμεν τὰς ὥρας τῆς συζητήσεως ἀπὸ τὰς 7, διότι ὁ πατριωτισμὸς ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν δὲν ἤθελε συγχωρήσει νὰ ἀφήσῃ κανὲν ἔργον τὸ ὁποῖον εἶναι κοινωφελὲς χωρὶς νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ διὰ τὴν ὠφέλειαν τοῦ κοινοῦ. Πιστεύω ἀκόμη, ὅτι δὲν ἦτο δικαία ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐκάματε, νὰ ἔλθῃ εἷς νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἀντικρούσῃ τὸν Κ. Κωσταντᾶν μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἐστάθη· αὐτὸ εἶναι ἄτοπον, πρὶν καταρτίσῃ τὴν ἰδέαν του καὶ συμπεράνῃ, νὰ ἔλθῃ ὁ ἄλλος νὰ τὸν ἀντικρούσῃ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δυνάμεθα μὲν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας ἀπόψε, ἀλλ’ ὀφείλω ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ λέγῃ ὅτι καταχρᾶται τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ, ὅταν ὁ λόγος, ὅστις ἔρχεται νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν, ᾖναι ἁπλοῦς.
§187ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τότε καλὴν νύκτα σας (ἐγείρονται ἵνα ἀναχωρήσωσι καθὼς καί τινες ἐξ ἀριστερῶν).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ φύγετε, κύριοι, καθήσατε.
§189ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον, Κ. πρόεδρε, δὲν θὰ ἔχωμεν πρακτικὰ ἐπίσημα ἕτοιμα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν, διότι ὅλα ὅσα εἶπον, ἐκτὸς τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§190ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§191ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν δυνάμεθα νὰ καθήσωμεν ἕως τὰ μεσάνυκτα ἐδῶ (θόρυβος).
§192ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἔκαμα τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ἦτο μᾶλλον διὰ νὰ συντέμνωμεν τὸν χρόνον, διότι πολὺ εὔλογον ἦτο, πολὺ δίκαιον καὶ νόμιμον αὔριον ἕνας ἐκ τῶν βουλευτῶν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Κρεστενίτης καὶ οὕτως ἡ Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν. Ἡ πρότασις αὐτὴ, ὅτι εἶναι δικαία, καὶ ὡς πρὸς τὸ βάσιμον αὐτῆς, ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ προσεκτικῶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας νὰ σχηματίσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπιπολαίως τὸ κοινοβούλιον ἐξέφερε τοιοῦτον νόμον. Καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθόν· ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κύριοι, συναισθάνεται τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων. Πῶς θέλετε ν’ ἀναγινώσκωνται τὰ ἄρθρα καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ λέγῃ ναὶ ἀφινόμενοι τρόπον τινὰ εἰς τὴν πεποίθησιν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καὶ οὕτω νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις τοῦ κοινοβουλίου, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι ἀπόῤῥοια τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὀλίγων προσώπων καὶ οὐχὶ ἀπόῤῥοια τῆς Βουλῆς. Ποῖον εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἢ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ ὁ νόμος; σᾶς εἶπον, ἓν νομοσχέδιον εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔχει μεγάλην σχέσιν μὲ ἄλλους προηγουμένους νόμους, πρέπει λοιπὸν ὅλοι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς βουλευτάς; Κατὰ πρώτην ἔποψιν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσιμον, ἤκουσα μάλιστα νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ ἕνα τῶν κυρίων βουλευτῶν ὡς ὀρθὸν ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀμμίαν ὀρθότητα, διότι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς περιπτώσεις ὅλως ἐξαιρετικὰς, σήμερον δὲν εἰσάγεται νόμος, ὅστις νὰ ἔχῃ μικρὰν ἀναφορὰν πρὸς ἕτερον νόμον· τότε τὸ ἐννοῶ, ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον νὰ εἴπωμεν τυπώσατε τὸν νόμον, φέρετέ τον ἐδῶ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τί γίνεται; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἐξεδόθη νόμος ὁ ΣΜΕʹ. συγκείμενος ἐξ ἄρθρων 27, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκαρποῦ καὶ χωρὶς νὰ ἐφαρμοσθῇ παντάπασιν, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καλῶς σκεπτομένη ἐνέκρινεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ νόμος εἶναι πολυδάπανος καὶ πολύπλοκος, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ χωρὶς νὰ περιπλέξῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν χωρικῶν καὶ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Εἴπατε θέτομεν φραγμόν. Ἔχετε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τί εἶναι; νομίζετε, ὅτι εἶναι νόμος ἀνεξάρτητος, αὐτοτελὴς, νόμος τέλος πάντων, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσάγεται εἰς τὸ κοινοβούλιον, εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος μεταῤῥυθμίζει κατ’ ἄρθρον τὸν ΣΜΕʹ. νόμον καὶ τινὰ ἄρθρα ἐκείνου παραδέχεται, τινὰ μεταῤῥυθμίζει καὶ τὸ περισσότερον μέρος ἐξαλείφει· π. χ. τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει «αἱ ἐκτιμήσεις ἄρχονται κατὰ τὴν πέμπτην Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους», ὁ νόμος δὲ ΣΜΕʹ. εἶναι τόσον διάφορος καὶ τόσον ἀπέχει, ὅσον ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, διότι λέγει «αἱ ἐκτιμήσεις ἄρχονται τὴν εἰκοστὴν 8βρίου». Οἱ λόγοι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς διαφορᾶς οὕτω νὰ ἐκτεθῶσι (θόρυβος).
§193ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶναι τυπωμένον τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον.
§194ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ν’ ἀνατυπωθῇ, μόλις εἶναι δύω φύλλα τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δύναται νὰ τυπωθῇ ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς μεσημβρίας καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὥστε τὴν δευτέραν ὥραν μ. μ. νὰ ᾖναι ὑπ’ ὄψιν τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἔκαμα τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς εἰμὴ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή· ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην, ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατενόησα τὴν ἀνάγκην πόσον πρέπει ἕκαστος διὰ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον.
§195ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος εἶναι ἀντικατάστασις τοῦ παλαιοῦ;
§196ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκυροῦται ὁλόκληρος ὁ παλαιός.
§197ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μᾶς προτείνουσι, κύριοι, ἀπὸ τὴν μερίδα ταύτην, τὴν ἀριστερὰν, σήμερον νὰ καθιερώσωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν τοῦ κοινοβουλίου μας τρεῖς ἀρχὰς λίαν περιέργους· πρῶτον μᾶς προτείνεται νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς κατ’ ἀρέσκειαν δικαιοῦται νὰ διακόπτῃ τὰς συζητήσεις καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συνεδρίασιν (θόρυβος).
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὐτὰ εἶναι ἰδικά σας.
§199ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε· θέλω ἔλθει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τοῦτο ζητεῖτε τὸ ἑσπέρας τοῦτο· (θόρυβος).
§200ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἑσπέρας; Ἂν, κύριε βουλευτὰ, ἠθέλατε παρευρεθῇ εἰς Εὐρωπαϊκὰ κοινοβούλια, ἠθέλατε ἀκούσει, ὅτι οἱ ῥήτορες ἀγορεύοντες τὸ ἑσπέρας, λέγουσι (τὸ ἑσπέρας τοῦτο).
§201ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀρχίζουν τὸ ἑσπέρας.
§202ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δευτέρα ἀρχὴ λίαν περίεργος εἶναι ν’ ἀπαντῶσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, πρὶν οὗτοι τελειώσωσι τὸν λόγον των. Τρίτη ἀρχὴ, ὅτι ὁσάκις ἔρχεται μία οἱαδήποτε πρότασις καὶ συσχετίζεται μὲ ὑπάρχοντας νόμους, ἐννοεῖται δὲ ὅτι οἱαδήποτε πρότασις συσχετίζεται μὲ νόμους, πρέπει νὰ τυπῶνται καὶ νὰ διανέμωνται καὶ οἱ νόμοι μεθ’ ὧν ἡ πρότασις συσχετίζεται.
§203ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδικόν σας, τὸ ἐπρότεινεν ὁ κύριος Καλπακίδης.
§204ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐξεμεταλεύθητε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Καλπακίδου· ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀρχῆς ἁπλουστάτου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου Κερκύρας, ὡς θέλω λάβει τὴν τιμὴν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ σᾶς ἀποδείξω, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ κυβέρνησις. Ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κύριος Κωσταντᾶς πρῶτος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠγόρευσεν ἐπὶ δύω ὥρας καὶ ἡμίσειαν, καὶ μετὰ ταῦτα ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἡ ἀριστερὰ μερὶς σπουδαιολογοῦσα ὑποστηρίζει τὴν ἀναβολὴν. Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Κωτζαντᾶ;
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Κωσταντᾶ.
§206ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐν Κερκύρᾳ οὕτως ἐσυνειθίσαμεν νὰ τὸν ἀποκαλοῦμεν. Ἐπὶ δύω καὶ ἡμίσειαν ὥρας ἠγόρευσεν ὁ κύριος Κωσταντᾶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἁπλουστάτου τούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, εἰς τὸ διάστημα μιᾶς μόνον ὥρας.
§207ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὸ θέλετε, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐπιθυμία σας.
§208ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶχε σχέσιν, κύριοι, ὁ μῦθος, τὸν ὁποῖον ὁ Κωσταντᾶς σᾶς ἀνέφερεν, ὡς ἱστορίαν τῆς Κερκύρας, μὲ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶχον σχέσιν αἱ θεωρίαι αἱ πολιτικαὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον (θόρυβος). Ἄλλο τὸ ἀκαδημαϊκὸν καὶ ἄλλο τὸ βουλευτικὸν βῆμα· μεγίστη ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ ὅστις ἀναβαίνει τὸ βῆμα τοῦτο, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν διαφορὰν ταύτην καὶ νὰ μὴ καταχρᾶται τῆς ἀνοχῆς τῶν συναδέλφων του· παρευρέθην εἰς τὸ Ἰταλικὸν κοινοβούλιον (θόρυβος)· μὴ διακόπτετε. Ἂν σέβεσθε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, πρέπει ν’ ἀκούητε καὶ νὰ μὴ διακόπτετε. Παρευρέθην εἰς τὸ Ἰταλικὸν κοινοβούλιον, ὅτε ὁ ἄλλοτε πρωθυπουργὸς Ῥατάτσης, κατηγορηθεὶς ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐδέησε νὰ δώσῃ λόγον. Ἔδωκε λόγον μιᾶς διαχειρίσεως καὶ μιᾶς διοικήσεως, ἡ ὁποία ἐσυσχετίζετο μὲ ἕναν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον καὶ μὲ τὸ μέλλον τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους. Ἠναγκάσθη ν’ ἀγορεύσῃ διὰ μακρῶν καὶ νὰ φέρῃ πολλὰ ἱστορικὰ παραδείγματα, ν’ ἀναγνώσῃ πλεῖστα ὅσα ἐπίσημα ἔγγραφα· ἡ ἀγόρευσίς του ἐξηκολούθει ἐπὶ ἓξ ὥρας· καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ἓξ ὥρας ἠγόρευσε τότε καὶ τότε μόνον ἡ ἁβροφροσύνη τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς εἶπε πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον, ὅτι δύναται ν’ ἀναπαυθῇ, ἀλλ’ ἐπρόκειτο, κύριοι, οὐχὶ περὶ τῆς ἀρχῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου μιᾶς ἐπαρχίας, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ μεγαλείου ἑνὸς ἔθνους. Ἁβροφροσύνην ὀφείλει ἡ Βουλή, σᾶς εἶπον, εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ἀλλ’ ἁβροφροσύνην ὀφείλει καὶ ὁ ἀγορεύων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ καταχρᾶται τῆς ἁβροφροσύνης τῶν συναδέλφων του. Δὲν ἐρχόμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀναπτύσσωμεν θεωρίας ἐπιστημονικὰς καὶ νὰ διδάξωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν ἢ τῶν ἐπαρχιῶν. Ὑποτίθεται, ὅτι καὶ τὰς γνώσεις τὰς ἐπιστημονικὰς ἔχετε, καὶ τὴν ἱστορίαν γινώσκετε· (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἀληθὴς ἁβροφροσύνη νὰ μὴ καταχρᾶταί τις τῆς ὑπομονῆς σας. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠνέχθημεν, ἠκούσαμεν μ’ ὅλην τὴν ὑπομονὴν καὶ συγχρόνως μ’ ὅλον τὸ σέβας τὸν ἀγορεύοντα, διότι ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀκούσωμεν εἰσέτι ἀγορεύοντα καὶ νὰ μείνωμεν ἐνταῦθα ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ διακόπτωμεν τὰς συνεδριάσεις ὁλοκλήρους, χάριν ἀναπαύσεως τῶν ἀγορευόντων, καὶ ὅπως ἐπέλθῃ ἡ λῆξις τῆς συνόδου, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός (θόρυβος). Εἶμαι νέος, κύριοι, εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν πρεσβεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ εἰλικρίνεια μὲ τὴν πολιτικήν. Εἰπέτε το καθαρά, θέλομεν νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν· (θόρυβος).
§209ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Σεῖς τὸ θέλετε.
§210ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Εἰπέτε το καθαρά (θόρυβος). Θέλομεν μὲ τὰ Κερκυραϊκὰ νομοσχέδια νὰ διανύσωμεν ὁλόκληρον τὸν ἀπολειπόμενον χρόνον. Δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπογισμόν.
§211ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν, ὅτι θέλομεν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῶν Κερκυραϊκῶν νομοσχεδίων.
§212ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἔλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Λέγω, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος καὶ ἀχώριστος, ἀπὸ τὴν πολιτικήν· διότι εἶναι ἀπαίτησις παραπολὺ μεγάλη νὰ νομίζῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ὑποκρύψῃ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς διαγωγῆς του καταφανέστατον γίνεται. Διεκόπησαν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἄνευ διατάγματος, ἄνευ αἰτήσεως τῆς Βουλῆς· (θόρυβος). Ἕκαστος γνωρίζει ποῖος τὰς διέκοψε. Προσεπάθησεν ἡ μερὶς αὕτη κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διακοπήν, ἀλλ’ ἡ δικαιολόγησις δὲν ἐπέτυχεν. Ἡ Βουλή, ἂν καλῶς ἔπραξε νὰ προτάξῃ, κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια τὰ Κερκυραϊκά, ἂν, λέγω, κακῶς τὰ προέταξεν, οὐχ ἧττον ὅμως ἀπεφάσισε, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι σεβαστή. Ὁ λόγος οὗτος, τὸν ὁποῖον μᾶς ἀνέφερον, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν ἀποχώρησιν δὲν εἶναι ἐπιτυχής, καθὼς δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς καὶ ὁ λόγος τῆς ὥρας τοῦ ἔτους περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἀποχωρήσεως. Φανερὸς ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἐπέλθῃ ἡ λῆξις τῆς συνόδου, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς (θόρυβος)· Μὴ διακόπτετε, σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ σεβόμενοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου δὲν πρέπει νὰ διακόπτητε, ἀλλὰ νὰ ἔρχησθε ἐντεῦθεν ν’ ἀνασκευάζητε. Ἠνέχθημεν τὸν κ. Κωσταντᾶν ἐπὶ 2½ ὥρας ἀγορεύοντα καὶ ἀναφέροντα μύθους, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι μένομεν ἐνταῦθα νὰ τὸν ἀκούσωμεν, ἀλλὰ δὲν διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν, δὲν περιορίζομεν αὐτὴν εἰς 2½ μόνον ὥρας, διότι οὕτω πως θέλει ἐπέλθει ἡ λῆξις τῆς συνόδου.
§213ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§214ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε εἰς τὸν κ. Κωσταντᾶν· σεβόμεθα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, εἴμεθα ἀνεκτικοί, ἡ μεγαλειτέρα ἁβροφροσύνη ὑπάρχει ἐκ μέρους μας πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, πρέπει ὅμως καὶ οἱ ἀγορεύοντες νὰ ἔχωσιν ἁβροφροσύνην πρὸς ἡμᾶς καὶ ἰδιαιτέρως καλὴν πίστιν. Οὐδεμία ἄρα ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συνεδριάσεως μετὰ μικρὰν διακοπὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ὁ ἀγορεύων νὰ ἀναπαυθῇ, ἦτο πρότασις, ἡ ὁποία δὲν ἀντέκειτο εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, οὔτε εἰς τὴν ἁβροφροσύνην, τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ὀφείλει εἰς τὸν ἀγορεύοντα. Τὸ ἔθιμον τοῦτο δὲν δύναται νὰ καθιερωθῇ, χωρὶς νὰ φέρῃ ὀλεθρίας συνεπείας καὶ χωρὶς νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἴσα ἴσα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου διὰ τοιούτων μέσων, διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ δευτέρα ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε, εἶναι νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ ἀπαντήσωμεν πρὸς ἀγορεύοντα πρὸς τελείωσιν τῆς ἀγορεύσεώς του. Δὲν ἠξεύρω πῶς δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τοῦτο, καὶ καλῶς πράττουν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν νὰ λέγωσι τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν ἐμμένομεν εἰς τοῦτο. Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐνταῦθα μόνοι μας, ὑπάρχουν πλησίον ἡμῶν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦν τὰ διαβήματά μας καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζουν πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ τοιαύτη ἰδέα, τοιαύτη ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐτόλμησάν τινες νὰ προτείνωσι νὰ παραδεχθῶμεν. Ἡ τρίτη ἀρχὴ ἀπεδείχθη καὶ αὕτη λίαν ἄτοπος ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ζητῇ τις νόμους, οἱ ὁποῖοι πρὸ καιροῦ ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ παράξενον πῶς βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν ὅτι τὰ νομοσχέδια προτιμῶνται, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα θὰ συζητηθῶσι πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι λίαν περίεργον πῶς σήμερον ἔρχονται νὰ συζητήσουν τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ πῶς περιμένουν νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ζητοῦν τὴν διανομὴν νόμων καὶ τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς διανομῆς. Πολλὰ νομοσχέδια διενεμήθησαν μέχρι τοῦδε συσχετιζόμενα μὲ πολλοὺς νόμους τοῦ Κράτους· τὰ ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς, ἦλθα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησα τοὺς σχετικοὺς νόμους διὰ νὰ μελετήσω, καθότι ἐννοεῖται ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του δὲν δύναται νὰ φέρῃ μαζί του ὁλόκληρον βιβλιοθήκην. Εἰς οὐδὲν κοινοβούλιον παρεδέχθη ποτὲ ἡ ἀρχὴ, ὅτι νόμοι τυπωμένοι, οἵτινες ἐδημοσιεύθησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους, ὅτι τυποῦνται καὶ διανέμονται, ὁσάκις πρόκειται νὰ τροπολογηθῇ μία οἱαδήποτε διάταξις αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὑπῆρξε μέσον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἀναβολὴ, ὅπως παραλυθῇ μία συνεδρίασις, χωρὶς τίποτε νὰ πράξωμεν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριοι βουλευταὶ, πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν τριῶν ἐκείνων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν εἰμὴ τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ παρατείνωμεν τὰς συζητήσεις ἐπὶ ἁπλουστάτων νομοσχεδίων, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ψήφισιν.
§215ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο.
§216ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἔχει σχέσιν μεγάλην. Ἕνεκα τῆς ὥρας δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλήσητε ὅσον θέλετε ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἀρχῶν καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίξητε. Δὲν θέλει ἐξακολουθήσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων διὰ νὰ σᾶς δείξωμεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀφαρπάσωμεν νόμους, ὅπως ἐπιβαρύνωμεν ἕνα λαόν· ἀπ’ ἐναντίας θέλομεν εὐρεῖαν συζήτησιν καὶ πεφωτισμένην τὴν ψῆφόν σας, ὅ,τι ἀποστρεφόμεθα εἶναι τὰ πλάγια ἐκεῖνα μέσα, ἅτινα ἀνὰ στιγμὴν ἐφευρίσκονται ὑπὸ τῆς ἀριστερᾶς, ὅπως μὴ φθάσωμέ ποτε εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν μας.
§217ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις. Εἰς τὸν Κ. Παραμυθιώτην λέγω, ὅτι πάντοτε δὲν ἐσκέφθην παρὰ εἰς πράγματα καὶ ὄχι λόγια, διὰ τοῦτο ἔκαμα ὅ,τι ἔπρεπε καὶ εἰς τὸν Κ. Παραμυθιώτην. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι διὰ νὰ τρομάξῃ τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν θέλουν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ προτιμήσουν τὰ Κερκυραϊκά· δηλ. ὁ καιρὸς ἐπέρασεν, εἶπε· δηλ. κλείσετε τὰ μάτια σας διὰ τὰ Κερκυραϊκὰ (χειροκροτήματά τινα).
§218ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ζητοῦμεν δικαιοσύνην.
§219ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, σεβαστὸν πραγματικῶς πρέπει νὰ ᾖναι τὸ βῆμα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἐρχόμενος ἐπ’ αὐτοῦ ὀφείλει νὰ λέγῃ πάντοτε ἀλήθειαν, οὐδέποτε νὰ ὁμιλῇ περὶ ἀρχῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁσάκις αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν ἐξέφερεν ἀρχὰς εἰλικρινεῖς καὶ ὑγιεῖς· ὅταν θέλωμεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁμολογουμένως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ σκέπτηται ὀρθῶς καὶ ἔτι περισσότερον, ὅταν τὰ ζητήματα ᾖναι σπουδαῖα καὶ σοβαρά. Πρόκειται, κύριοι περὶ τῶν Κερκυραϊκῶν νομοσχεδίων· ὅσοι ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλοι ὡμολόγησαν τὴν σπουδαιότητα τῶν ζητημάτων, ἐκτὸς τοῦ τελευταίου ἀγορεύσαντος ὅτι τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα οὐδεμίαν ἔχουσι σπουδαιότητα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἔρχεται καὶ ὑβρίζῃ· ἠνέχθητε τὴν ὕβριν καὶ τὴν ἠνέχθημεν καὶ ἡμεῖς μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι τότε μόνον τὸ βῆμα τοῦτο καθίσταται σεβαστὸν, ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἔρχεται εἰλικρινῶς καὶ ἄνευ ἰδιοτελῶν συμφερόντων νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος· ὅταν ὅμως ψηφοφορῇ χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ὅταν ἀτομικὰ συμφέροντα τὸν παρακινοῦν καὶ τὸν ὠθοῦν εἰς ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις ὅλως διόλου ἀνοικείους καὶ ἀρχὰς ἀνακολούθους, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τῷ εἴπω (θόρυβος). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν λέγετε ἀλήθειαν, διότι ἠθελήσατε ν’ ἀποδώσητε μομφὴν εἰς μίαν μερίδα τοῦ κράτους, εἰς ἓν μέρος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κράτους, διότι διεστρέψατε καὶ θέλετε νὰ διαστρέψητε τὰ γεγονότα, ἀποδίδοντες εἰς τὴν δεξιὰν πλευρὰν ὅτι κάμνει ματαίας καὶ ἀσκόπους συζητήσεις ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, καὶ δὲν τὸ διαψεύδω ἐγώ, ἀλλὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικά· ὅταν αὐτὴ ἡ πλευρὰ ἐζήτει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν Κερκυραϊκῶν νομοσχεδίων, ἡ ἐναντία πλευρὰ ἔλεγεν, ὅτι προτιμότερα εἶναι τὰ Κερκυραϊκὰ ζητήματα, τότε ἔλεγεν ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ (θόρυβος)· ἀνήκω εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ἔχω τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς μου. Ὅταν λοιπὸν ἐπίσημος συνεδρίασις καὶ πρακτικὰ διαψεύδουν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πῶς θέλετε σήμερον σεῖς νὰ πιστεύσητε, νὰ ἐπιψηφίσητε τὰς προτάσεις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου; μήπως θέλετε νὰ πιστεύσητε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσῃ ἀρχὰς εἰλικρινεῖς; Ὁσάκις ἐνυπάρχουσι τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα τὰ γενικὰ παραγνωρίζονται διὰ τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν πατρίδα, διότι βλέπω ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ὅτι κατέρχεται εἰς τὸν ὄλεθρον (θόρυβος)· εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου. Ἦλθε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέλει νὰ ἐπιβάλῃ φραγμόν. Ἤλεγξε τὸν κύριον Κωσταντᾶν, διότι ἐξετάθη εἰς τὴν ὁμιλίαν του· ἐὰν ἔχῃ σχέσιν ἡ σειρά, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ κύριος Κωσταντᾶς ἢ ὄχι, δὲν δύναται κανεὶς νὰ τῷ ἐπιβάλῃ κανένα εἰς τὰς σκέψεις του. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐφαρμόσητε ἕνα νόμον καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ νόμος οὗτος ἀνάλογος μὲ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα· ὁσάκις ἀντιβαίνει εἰς αὐτὰ ὁ νόμος, ὄχι μόνον εἶναι ἀνεφάρμοστος, ἀλλὰ καὶ καταστρέφει αὐτὸν τὸν λαόν. Δὲν θέλομεν τὴν συζήτησιν ἡμεῖς ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς περιστάσεως καὶ τῆς ἀρχῆς ἀπεχωρήσαμεν τῶν ἑδρῶν πολλάκις· θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ πάλιν τὴν ἄδειαν νὰ τῷ εἴπω καὶ τῷ ὑπομνήσω αὐτὰ τὰ πρακτικά, θέλετε ἰδεῖ εἰς 2 καὶ 3 διάφορα ζητήματα, ἀπερχομένη αὐτὴ ἡ μερὶς (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἔλεγε, χαίρετε, χαίρετε ἂν ἐξακολουθήσετε τὴν ἐπιψήφισιν.
§220Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἴμεθα μαζύ, κ. Κατσανδρῆ.
§221ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι, κύριοι· εἴμεθα εἰς τὴν σταφίδα.
§222ΡΟΥΚΗΣ. Ἀδιάφορον.
§223ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι· εἶναι ψεῦδος.
§224ΡΟΥΚΗΣ. Εἶσαι ψεύστης ἐσύ.
§225ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ. — Θέλομεν, λέγει, νὰ διασκεδάσωμεν τὸν καιρὸν ἐπὶ ματαίῳ (θόρυβος). Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα, καὶ θέλομεν ἰδεῖ τίς τῶν δύο ἔχει τὸ δίκαιον. Ὅταν, κύριοι, ὅλοι συνομολογοῦν, ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ τὰ Κερκυραϊκὰ εἶναι σπουδαῖα καὶ σοβαρά, καὶ διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν συζητήσεων, καὶ ἡ διαφωνία μας εἶναι ὅτι οἱ μὲν θέλουσι τροχάδην καὶ διὰ νυκτὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, οἱ δὲ θέλουσιν ἐν ἀνέσει· τώρα θέλομεν ἐξετάσει ἂν, ὅπως ἐγὼ πιστεύω ὅτι τὰ κερκυραϊκὰ αὐτὰ ζητήματα εἶναι σπουδαῖα, δύναταί τις νὰ ἀποφασίσῃ ἔχων τὸν νοῦν συγκεχυμένον καὶ ἀπηυδισμένον ἕνεκα τῆς πολυώρου συνεδριάσεως· καὶ ὅμως τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρόκειται περὶ τούτου, σᾶς θέλουσι νὰ μὴ ἀντιλαμβάνησθε καλῶς, καὶ θέλουν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ὅταν ἀναβάλωμεν ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς ὥρας καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τακτικά, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του, δύναται νὰ ἐπέλθῃ καμμία ζημία; θὰ ἀπολεσθῇ ὁ χρόνος τῶν δύο ἢ τριῶν ὡρῶν· ἂν ὅμως δυστυχῶς δι’ αὐτὸν τὸν τόπον τροχάδην ἀποφασίσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν διατάξεων συζητήσωμεν ἐσφαλμένως, ὥστε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ᾖναι ἐπωφελὲς, τί ζημία θέλει ἐπέλθει; ἀναλογίσατε τὴν ζημίαν τοῦ ἑνὸς συλλογισμοῦ καὶ τοῦ ἄλλου, ἀναλογίσατε τὴν ἀπώλειαν δύο ὡρῶν καὶ τριῶν, καὶ ἀναλογίσατε τὴν ζημίαν καὶ ἀπώλειαν περιουσίας ἀνθρώπων, οἵτινες ἀκόμη δὲν δύνανται νὰ ἴδωσι τὴν ἐλευθερίαν των, διότι αὐτὸ τὸ δῶρον τοῦ οὐρανοῦ τὸ ὡραῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ἠγωνίζοντο ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη νὰ ἴδωσι (θόρυβος)· θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις· μολαταῦτα ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ζητοῦν ἐλευθερίαν.
§226Α. ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλὰ περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου.
§227ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλὰ λέγω, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐζήτησεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του τὴν ἀναβολὴν, διότι ὄχι μόνον πραγματικῶς ἀναγνωρίζει, ὅτι εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια δίδεται αὐτὴ ἡ προθεσμία, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν δύναται νὰ τὴν χορηγήσῃ σήμερον, διότι ἡ πρακτικὴ τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν τοῦ Σώματος ἀπέδειξαν ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν οὔτε δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω οὔτε δύναμαι νὰ τὴν ἀντικρούσω. Ποία πρακτική; καλὴ ἤ κακή; ἂν μὲν ᾖναι καλὴ, πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν· ἂν κακὴ, νὰ τὴν ἐλέγξωμεν. Αὐτὸ βλέπετε, ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοήν· ἀλλὰ λέγει ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ συμφωνῶ κατὰ μέρος μαζύ του, ἡ δευτέρα πρότασις τῆς ἀναβολῆς εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ νόμος. Περὶ κοινωνικῶν ζητημάτων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύο παρατηρήσεις μόνον. Εἶναι ἀληθὲς κατ’ ἀρχὴν, ὅτι εἰς οὐδένα πολίτην ἕλληνα ἐπιτρέπει ὁ νόμος νὰ προτείνῃ τὴν ἄγνοιαν τοῦ νόμου, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πραγματικόν; ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἦτο δικηγόρος, ἀλλὰ καὶ δικηγόρος ὅπου εἶναι, εἶναι εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν νόμων; εἶναι ἕτοιμος εἰς κάθε περίστασιν; ἂν μοῦ εἴπῃ ναὶ, θὰ μοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ μὴ τὸν πιστεύσω. Ζητοῦμεν τὴν ἀνατύπωσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, οὐχὶ διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὸν νόμον, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν σύγκρισιν καὶ ἐπιφέρωμεν τὰς κρίσεις μας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ τὸ σφάλμα καὶ ποῦ τὸ ἐπιβλαβὲς αὐτοῦ τοῦ νόμου, τοῦ ἑνὸς ἤ τοῦ ἄλλου μέρους. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶναι σπουδαία αὐτὴ ἡ ἀπάντησις. Ἀλλὰ πῶς θὰ παρέλθῃ ὀλίγος χρόνος· ὁ χρόνος δὲν καταῤῥέει τὰ ἔθνη, ἀλλ’ ἡ καλὴ ἤ κακὴ ἐργασία. Διῆλθον ὁλόκληροι δύο μῆνες, καὶ, ἂν σήμερον ἀπολέσωμεν δύο ὥρας, εἶναι πολύ; Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, καὶ δεύτερον τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ τὸν σπουδάσητε καὶ μελετήσητε, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ σφάλλει εἰς τὴν ἐφαρμογήν.
§228ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, σᾶς βεβαιόνω νὰ βλέπω τὴν Βουλὴν νὰ παρατείνῃ τόσον τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ βλέπω τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ ὑποφέρουν τόσον ἐξ αἰτίας μας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ὡς ἐῤῥέθη, πρόκειται περὶ συμφέροντος μιᾶς ἐπαρχίας ἀδελφῆς. Ὑπάρχει εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν δυστυχῶς διχόνοια, διαίρεσις μεταξὺ δύο τάξεων, οὐχὶ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν γεωργῶν. Καὶ ποῖος πιέζεται ἢ ὑποφέρει; Εἶναι γνωστόν. Τὸ ζήτημα ὅμως τὸ ἀγροτικὸν ἐλύθη διὰ νόμου· ὁ ΣΜΔʹ. νόμος τὸ ἔλυσε, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι λυμένον καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ λέγηται, ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη ζήτημα καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ἐλύθη· οὐχὶ, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐλύθη διὰ τοῦ νόμου, καὶ ὁ νόμος εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Μᾶς ἀποδίδουν, ὅτι ἐρχόμεθα ἐδῶ ἵνα καταστρέψωμεν αὐτὸν τὸν νόμον· οἱ κ. ἀντιπρόσωποι τῆς ἐξοχῆς μᾶς ἀδικοῦσιν. Θέλετε ἰδεῖ ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὸ ὁποῖον προτείνονται μεταῤῥυθμίσεις τινὲς εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου σέβεται παρ’ ἡμῶν, διότι θέλομεν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν κτημάτων καὶ τὰ πλεῖστα τῶν μέσων τὰ σεβόμεθα, καὶ μόνον ζητοῦμεν νὰ διορθωθῇ εἴς τινας τῶν διατάξεών του καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ὁ νόμος εἴς τινα μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἔμεινεν ἀτελής. Ἔργον ἀνθρώπινον δὲν εἶναι καὶ τέλειον καὶ δὲν θὰ ᾖναι ἐκ μέρους μας ἔγκλημα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μας ὑπάρχει κἄποια ἀτέλεια, κἄποιον ἐλάττωμα εἰς αὐτὸν τὸν νόμον. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικείμενον, τὸ ζήτημα εἶναι εὔκολον, ἁπλοῦν, καὶ δὲν εἶναι εἰμὴ τεχνάσματα ἱστορικὰ, ἡ σπουδαιότης, τὸ ἀκατάλληλον, τὸ ἀκατανόητον, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀποδίδονται ὅπως σᾶς ἐπισκοτίσωσιν· ὁ κ. Κωνσταντᾶς ἔφερεν ἐδῶ τὴν ἱστορίαν, ἐλεύθερος εἶναι νὰ ὁμιλήσῃ ὅπως θέλει, νὰ ἐκθέσῃ ἱστορίαν κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται;
§229ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, κύριε πρόεδρε;
§230ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ἐσυζήτησαν ὅλοι τὴν οὐσίαν. Παρακαλῶ, κύριοι, περί τίνος πρόκειται; Συζητοῦμεν τί; τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου Κερκύρας. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου πράγματος. Δὲν ἀποφασίζομεν περὶ εἰρήνης ἢ πολέμου. Μᾶς ἀποδίδετε, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ νὰ ζητήσωμεν ἀδικίας· μᾶς ἀδικεῖτε μὲ τοῦτο· ἀδικίαν δὲν καταδεχόμεθα νὰ ζητήσωμεν, θέλετε ἰδεῖ. Ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἄξιον αὐτοῦ τοῦ ἐπιθέτου; Σπουδαῖον, τρομερὸν ἀντικείμενον! Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐκτιμήσεως; Εἰς τὴν Κέρκυραν τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον; ἔχομεν ἐλαίας τῶν ὁποίων ὁ καρπὸς κοινός· ἔχομεν δικαίωμα νὰ διανεμώμεθα αὐτὸν τὸν καρπὸν, δὲν εἶναι τρόπος νὰ διαιρεθῇ αὐτούσιος, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μοιράσωμεν, ὁ μὲν νὰ λάβῃ ἐλαίας, ὁ ἄλλος νὰ δώσῃ ἔλαιον. Ὁ νομοθέτης λοιπὸν θὰ κανονίσῃ αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν πῶς θὰ γείνῃ. Τί θὰ κάμῃ ὁ νόμος; Ἰδοὺ πότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτίμησις αὐτή. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δύσκολον· ἡ ἐκτίμησις θ’ ἀρχίσῃ, ὅταν ὁ καρπὸς ᾖναι ὥριμος. Ἀφ’ οὗ προσδιωρίσθη ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτιμήσεως ποῖος θὰ κάμῃ τὸ πρῶτον βῆμα ὅπως αὕτη ἐκτελεσθῇ; ὁ ἐνδιαφερόμενος· ποῖος ἐνδιαφέρεται; ὁ γεωργὸς, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλέγῃ τὸν καρπὸν, ὅστις πίπτει εἰς τὴν γῆν καὶ τὸν κάμνει ἰδικόν του ἢ ὁ ἰδιοκτήτης; οὗτος βεβαίως, ὅστις ἔχει συμφέρον νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις. Ὁ ἰδιοκτήτης καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ νόμου θὰ ἠξεύρῃ πῶς θὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν· τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ εὔκολον, θὰ προσκαλέσῃ τὸν γεωργὸν καὶ θὰ τῷ εἴπῃ, ἐπειδὴ διὰ τοῦ νόμου ἦλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις, σὲ προσκαλῶ διὰ τὴν δεῖνα ἡμέραν νὰ ἦσαι εἰς τὸν τόπον μὲ τὸν ἐκτιμητήν σου, ὅπως γίνῃ ἡ ἐκτίμησις. Συμφωνοῦν οἱ δύω ἐκτιμηταί; ἡ διαδικασία ἐτελείωσε. Δὲν συμφωνοῦν οἱ ἐκτιμηταί, θὰ ἔχουν οὗτοι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξουν τὸν τρίτον. Δὲν συμφωνοῦν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ τρίτου, τὸν διορίζει ὁ εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας καὶ ἡ τοῦ τρίτου ἐκτίμησις εἶναι τελεσίδικος. Σᾶς ἐπροσκάλεσα νὰ ἔλθητε μὲ τὸν ἐκτιμητήν σας νὰ ἐκτιμήσητε, δὲν ἤλθατε, τί μέλλει γενέσθαι; Θὰ μένῃ ὁριστικὴ ἡ ἐκτίμησίς μου βέβαια, ἀφοῦ ἀναφέρεσαι εἰς τὴν τιμιότητά μου, ἐμπιστεύεσαι εἰς ἐμέ. Τί ἔχομεν τώρα; τὸ ζήτημα τῆς φθορᾶς τοῦ καρποῦ. Ἀκούσατε, τί ἦσαν αὐτοὶ οἱ νόμοι οἱ καταστρεπτικοί, οἱ τυραννικοὶ τῆς Ἑπτανήσου, τοὺς ὁποίους ποτὲ εἶπον τυραννικοὺς, καὶ ποτὲ τοὺς ἐπαίνεσαν. Ὁ νόμος, ὅστις ἔγεινε δεκτὸς, ἔχει ἄλλο σύστημα· ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ τοῦ κ. Ῥωμαίου, ὅστις ἐσυμφώνησε....
§231ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι εἰς ὅλα.
§232ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς φθορᾶς.
§233ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐσυμφώνησες εἰς ὅλα μαζὺ καὶ ἐβγῆκες ἀπ’ ὅλα.
§234ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήναις ἔχεις δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχεις ἀλλοῦ νὰ εἴπῃς ὅ,τι θέλεις.
§235ΤΙΝΕΣ. Νὰ λείψουν τὰ προσωπικά.
§236ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Μία δυσκολία ὑπάρχει εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς φθορᾶς. Οἱ νόμοι οἱ ἑπτανησιακοὶ ἔλυσαν αὐτὸ τὸ ζήτημα καθ’ ἕνα τρόπον, ὁ περυσινὸς κατ’ ἄλλον· ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην κάλλιον ἁπάντων. Τί εἶναι ἡ φθορὰ τοῦ ἐλαιοκάρπου; Ἀρχίζει αὐτὴ τὸ καλοκαῖρι ἀπὸ τὸν Ἰούλιον, προχωρεῖ, καὶ ὅταν ἔμβωμεν εἰς τὸν Ὀκτώβριον ὁ ἐλαιόκαρπος εἶναι ὅλος κατὰ γῆς. Ἐὰν ἔμβωμεν εἰς τὸν Νοέμβριον, δὲν ἔχομεν πλέον καρπόν. Τί εἶπεν ἡ ἐπιτροπή; κατὰ τοὺς παλαιοὺς νόμους τῆς Κερκύρας ἀρχίζουν αἱ ἐκτιμήσεις μετὰ τὴν 18 Ὀκτωβρίου, κατὰ τὸν νόμον τὸν περυσινὸν εἰς τὰς 20, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου, εἰς τὰς 20· κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὰς 5 Νοεμβρίου. Καὶ ἐγὼ εἶμαι γεωργὸς καὶ ἰδιοκτήτης καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καλλιτέρα λύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Ἰδοὺ διατί ὁ καρπὸς εἶναι καλῆς ποιότητος, τότε ἡ βραδύτης τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι ἀδιάφορος, ἂν ὁ καρπὸς ᾖναι ἠσθενισμένος, τότε ἡ βραδύτης τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι ὅλη πρὸς ὄφελος τοῦ γεωργοῦ, διότι, ἐπειδὴ εἶναι ἡ νόσος προχωρημένη καὶ ὁ καρπὸς πίπτει, ὁ γεωργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ συλλέγῃ, καὶ ὅταν φθάσῃ ὁ ἰδιοκτήτης μετὰ τὴν 5 Νοεμβρίου θὰ εὕρῃ ἐπὶ τοῦ δένδρου τόσον ὀλιγώτερον καρπόν, ὅσον σπουδαιοτέρως προσεβλήθη ἐκ τῆς ἀσθενείας. Ὥστε οἱαδήποτε ποσότης αὐτοῦ ἐκτιμηθῇ καὶ ὁποῖον καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μέρος, εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῇ· διότι ὁ γεωργὸς διὰ τῆς συλλογῆς τῆς ἐκτελεσθείσης πρὶν τῆς ἐκτιμήσεως ἀπεζημιώθη διὰ τὴν βλάβην, ἣν ὑπέστη ἐκ τῆς ἀσθενείας ὁ καρπός. Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν τὸ πολυθρύλλητον, τὸ ἀκατανόητον ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως. Οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ σᾶς ἀπατήσουν, κύριοι, προσεπάθησαν πάντοτε νὰ σᾶς φοβίσουν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιούτους σκοπούς, ἐπροσπάθησα νὰ ἔλθωσιν εἰς συμβιβασμὸν καὶ τὰ δύω μέρη ἀδελφικῶς, ὅπως εὐκολύνω τὸ μέρος τῆς Βουλῆς· δὲν ἐπέτυχα. Θὰ ἀκούσητε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θ’ ἀκούσητε τὰς ἀντιῤῥήσεις, καὶ ὅ,τι εὕρετε δίκαιον παραδεχθῆτε.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§238ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον.....
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον (ἐγείρονται καὶ ἀναχωροῦσι).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 παρὰ ¼ Μ. Μ.