Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 56

1868.09.20

1.332 στίχοι · 10.859 λέξεις · 221 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1868.09.20
Προεδρεία
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΛΑΖΑΡΕΤΟΥ
Περίοδος
Β
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Γ (1870)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56

τῆς 20 Σεπτεμβρίου 1868.

(Παρασκευή.)

Ὥρᾳ 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.

Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.

§1ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ τὶ ἤθελα νὰ ἐννοήσω· τὸ μέρος αὐτὸ τῶν πρακτικῶν δὲν ἔχει καλῶς. Ὁ νόμος περὶ βαλανιδίων λέγει, ὅτι κατὰ λάθος εἰς τὰ 1867 ἐσημειώθησαν καὶ τὰ τῆς Ἀττικῆς βαλανίδια καὶ Ἄνδρου ὡς ἐθνικά, ἐνῷ εἶναι ἰδιόκτητα. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρνοῦμαι. Ἐγὼ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἔφερον τὸ ψήφισμα τοῦ 1864, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ βαλανίδια τῆς Ἄνδρου καὶ τῆς Ἀττικῆς ψηφίζονται ὡς ἰδιόκτητα, δηλ. ἔχουν ἔγγειον μὲν φόρον καὶ οὐχὶ ἐπικαρπίας. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἴσχυε μέχρι τοῦ 1866· εἰς τὰ 1867 ἐσημειώθη κατὰ λάθος, ὅτι ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τὸν ἔγγειον καὶ τῆς ἐπικαρπίας. Αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις ἤθελον νὰ φέρω, ἐὰν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι τὰ βαλανίδια τῆς Ἀττικῆς καὶ Ἄνδρου δὲν φορολογοῦνται ὡς ἰδιόκτητα. Τότε ἦλθεν ἄλλος βουλευτὴς καὶ εἶπεν, ὅτι τῆς Ἀκαρνανίας εἶναι ἰδιόκτητα καὶ φορολογοῦνται ὡς ἐθνικά· κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπεκρούσθη καὶ αὐτὰ νὰ φορολογηθῶσιν ὅπως μέχρι σήμερον.

§2ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνῄνεσε.

§3ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἐκεῖνο ἀκόμη. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρακτικὸν νὰ συνταχθῇ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα.

§4ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν διὰ νὰ ἴδωμεν λέγει αὐτός.

§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι κακῶς ἐξηγημένον, διότι ἓν χωρίον τῆς Ἀκαρνανίας......

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τινὰς τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ ἴδωσιν αὐτὸ τὸ μέρος.

§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξηγήθην καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτὸ πρέπει νὰ συνταχθῶσι τὰ πρακτικά.

§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ αὔριον.

§9ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂς ἴδωμεν τὶ λέγει διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν. (Ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει καὶ πάλιν τὸ μέρος αὐτὸ τῶν πρακτικῶν).

§10ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνέστησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως.....

§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν συνέστησεν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθησαν οἱ βουλευταὶ (θόρυβος).

§12ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριε, Σῖμε, ὅσον ἠξεύρετε διὰ τὴν Κίναν, ἠξεύρετε καὶ περὶ τῆς Ἀκαρνανίας.

§13ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀκαρνανίας ὡς ὁ κύριος Μαυρομμάτης, καὶ Καραγιαννόπουλος τοῦ Βάλτου ἔφεραν τὰ παράπονα αὐτὰ, ὅτι ἐνῷ ὑπῆρχον ἀνεγνωρισμένοι διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἰδιοκτῆται περιφερειῶν, αἱ ὁποῖαι περιεῖχον βαλανόδενδρα, ταῦτα φορολογοῦνται ὡς ἐθνικά· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν τὰ ἀνεγνώρισεν ἀκόμη ἡ κυβέρνησις, καὶ ἠμφισβήτησα, ὅτι ἐνῷ ἡ περιοχὴ εἶναι ἰδιόκτητος, τὰ δένδρα ὅμως δὲν εἶναι. Ἐν ὅσῳ δὲν ἀναγνωρισθοῦν αὐτὰ, θὰ ἐξακολουθῇ ἡ φορολογία αὐτή· ἅμα λυθῇ τὸ ζήτημα, βέβαια θὰ ὑπαχθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν.

§14ΔΑΓΡΕΣ. Ἐῤῥέθη καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπέκρουσεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ ἡ προσπάθεια....

§15ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§16ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ τοῦ 1868 νὰ φέρωμεν μεταβολήν· εἴπομεν, ὅτι τὰ δένδρα τῆς Ἀκαρνανίας εἶναι ἰδιοκτησία ἀνήκουσα εἰς ἰδιώτας καὶ κοινότητας· εἴπομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1833 μία ἐξουσία, ἐλθοῦσα ἐδῶ καὶ θέλουσα νὰ καταπνίξῃ καὶ ἐξοντώσῃ τὸν τόπον, ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅπου φύεται χόρτον, ἐκεῖ εἶναι ἐθνικὸς τόπος. Μᾶς ἀφῃρέθησαν αἱ ἰδιοκτησίαι ἀπόρων οἰκογενειῶν καὶ κοινοτήτων, προσεδράμαμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐτυραννήθημεν ἐπὶ 15 καὶ 20 ἔτη. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ κ. Κρεστενίτης διετέλει διοικητὴς εἰς τὰ μέρη μας καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μαρτυρία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τῷ ὄντι τὰ βαλανίδια αὐτὰ ἦσαν ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἔκτοτε ἐπῆλθον ἀποφάσεις καὶ ἐλάβομεν τὰ κτήματά μας. Μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκογενειῶν εἶναι καὶ τοῦ κ............. Ἡ κοινότης Μαχαλᾶ ἐπὶ δέκα ἔτη βασανίζεται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ δὲν πληρόνει δικαίωμα εἰς τὸ δημόσιον· τί μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν θέλετε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἰδιοκτησία ἀτομική μας; Ἔχομεν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ δημόσιον ἓν κτῆμα Ζευγαράκι· τὸ δάσος ἔχομεν ἀδιαίρετον. Δὲν θέλομεν σήμερον νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησις πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἰδιοκτησίαι κοινοτήτων ἢ ἀτόμων, εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν.

§17ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ μέλλον μάλιστα· αὐτὸ εἴπομεν καὶ ἡμεῖς.

§18ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν ἡ κυβέρνησις πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἰδιοκτησίαι ἀτομικαὶ νὰ φέρῃ διόρθωσιν.

§19ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.

§20ΣΙΜΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἐγένετο χθές· ἐπικαλοῦμαι τὰς συνειδήσεις σας. Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ διαφόρου φύσεως ἰδιοκτησιῶν καὶ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι πολλοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὕτη πρέπει νὰ διορθωθῇ, καὶ εἴπομεν νὰ ἐξετασθοῦν καὶ κανονισθοῦν νομοθετικῶς. Τώρα πῶς εὑρίσκονται τὰ πρακτικά; Δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὸν κανονισμὸν αὐτῶν νομοθετικῶς. Ἂς ἔλθῃ ἐδῶ τὸ ζήτημα καὶ ἂς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν θέλει αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον ἰδιοκτησίαν.

§21ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἴπομεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἐξετάσῃ, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχουν δάση βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἰδιοκτησία ἰδιωτῶν καὶ κοινοτήτων νὰ κάμῃ εἰς τὸ μέλλον νόμον διὰ τὴν διάκρισιν αὐτῶν.

§22ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἰδικῆς μου εἶναι, ὅτι δὲν συνεστήθησαν αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅπως τὰ κανονίσῃ διοικητικῶς· θὰ τὰ κανονίσῃ νομοθετικῶς· θὰ φέρῃ πρῶτον ἕνα νόμον νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ.

§23ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι ἀναγνωρισμένα.

§24ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουν ἀναγνωρισθῆ διὰ νόμου.

§25ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὴν ἰδιοκτησίαν μου θὰ τὴν ἀναγνωρίσητε διὰ νόμου; κ. Σῖμε, ἔχετε ἀνάγκην εἰδικοῦ νόμου διὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ σπῆτι σας, ὅτι εἶναι ἐδικόν σας.

§26ΣΙΜΟΣ. Συζητοῦμεν σήμερον τί εἴπαμεν χθές.

§27ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπῆλθαν ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καὶ ἀνεγνωρίσθησαν. Δὲν ζητοῦμεν χάριν, ἀλλὰ ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἰδιοκτησία, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν τὰ δικαστήρια καὶ ἡ συνέλευσις.

§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κανονισθοῦν, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος καὶ τὸ σύνταγμα αὐτὰ τὰ κτήματα.

§29ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μας καὶ φέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην διάκρισιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἰδιοκτήτων βαλανιδίων διὰ τὸ μέλλον.

§30ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον εἶναι αὐτὴ ἡ διάκρισις· νομοθετικῶς ν’ ἀναγνωρισθῇ.

§31Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραιτηθῇ· εἶναι κάτοχος αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος νὰ φορολογήσῃ αὐτὰ ὡς ἐθνικά.

§32ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀλλοῦ σᾶς πονεῖ, κ. Πετσάλη.

§33Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω εἰπὲ καθαρά.

§34ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ πρᾶγμα, Κ. Μαυρομάτη, σᾶς ἐρωτῶ· ἐπὶ κτημάτων ἄλλοτε διαφιλονεικουμένων μεταξὺ πολιτῶν καὶ δημοσίου καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἐπ’ αὐτῶν ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον τὸ δημόσιον νὰ τὰ λαμβάνῃ ὡς ἐθνικά; (θόρυβος).

§35ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κ. Δανόπουλε, ἡμεῖς δὲν πληρώνομεν οὐδέν φόρον, εἶναι ἰδιοκτησία μας.

§36ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν ἄνευ νόμου.

§37ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα, εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον νὰ γείνῃ διάκρισις. Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειώνει ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν, διορθωθέντος τοῦ μέρους ἐκείνου.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;

§39ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχουσι καλῶς. Ἐδόθη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς μία τροπολογία τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ.

§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου ἡ τροπολογία;

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίας· κατόπιν ἔρχεται αὐτή.

§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, κ. Πρόεδρε. Εἰς πᾶσαν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς μεταβολῆς, εἰς πᾶσαν σύνοδον μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀμέσως ὑπεβάλετο ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, σχεδὸν λήγει ἡ παροῦσα σύνοδος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦλθεν ἀκόμη. Τώρα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πταίει ἢ τὸ προεδρεῖον δὲν ἠξεύρομεν· τὸ βέβαιον εἶναι, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, διότι φέρω αὐτὸ τὸ παράπονον διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, ἐπειδὴ σέβομαι τὴν ἡλικίαν καὶ τὰ προηγούμενά σας, ἤθελα νὰ εἴπω ὁ πρόεδρος καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὁλόκληρον τὸ προεδρεῖον. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ εἴτε ἔχῃ ὑποθέσεις, εἴτε θεωρῇ, ὅτι εἶναι περιφρονημένη καὶ δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, ἔπρεπε τὸ προεδρεῖον νὰ φέρῃ πρὸ πολλοῦ τοῦτο εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς περὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου διὰ νὰ ἠξεύρωμεν πῶς γίνονται τὰ ἔξοδα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συμμερισθῇ τὴν πρότασίν μου, ὥστε ἐντὸς τῆς Δευτέρας νὰ παρουσιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἴδωμεν τὶ γίνεται, διότι ἔχομεν σκοπὸν νὰ ζητήσωμεν οἰκονομίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, «δάσκαλε ποῦ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις,» σὺ ζητεῖς οἰκονομίας καὶ σὺ δὲν τὰς φυλάττεις.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευτὰ, δὲν δυσκολεύομαι ποσῶς ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησίν σου. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων, ὅτι πολλάκις παρεκάλεσα ἀπὸ τῆς ἕδρας μου ταύτης τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ. Τὸ προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο, καὶ διεμαρτυρήθη μάλιστα μίαν ἡμέραν, παρὰ νὰ ἐξακολουθῇ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον, μέχρις ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ συνέλθῃ καὶ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὸν συζητήσῃ καὶ τὸν ψηφίσῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν παρέλειψα τοῦτο, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐσυστήθη τὸ προεδρεῖον...

§45ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑποβοηθῶ εἰς τοῦτο.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε μὴ ἀποδίδετε οὐδεμίαν ὀλιγωρίαν εἰς τὸ προεδρεῖον.

§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κάμνω πρότασιν, Κ. πρόεδρε, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸ προεδρεῖον τὸν προϋπολογισμόν.

§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς πόσων ἡμερῶν;

§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν Δευτέραν νὰ τὸν παρουσιάσῃ τὸ προεδρεῖον.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§52ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι, ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπαύθησαν δύο εἰρηνοδίκαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορινθίας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτροπῇ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.

§53ΤΙΝΕΣ. Τῶν πρώην;

§54ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τῶν πρώην ἢ τῶν παρόντων. Τοῦτο δὲν ἐπίστευσα, καθότι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν ὅ τε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι βάσιμος, τοὐτέστιν ἐπαύθησαν οἱ εἰρηνοδίκαι οὗτοι, διότι παρεδέχθησαν τὰς ἀνακοπὰς φορολογουμένων, οἵτινες παραπονέθησαν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου, ὅτι ἐφορολογοῦντο ἄνευ νόμου παρὰ διὰ διαταγμάτων. Τοῦτο δὲν ἐπίστευσα καὶ ἐπερίμενα νὰ λάβω πληροφορίας ἐπισήμους ἀπὸ τὸ Ναύπλιον ἂν τῷ ὄντι ἔλαβε χώραν τοιοῦτόν τι· σήμερον τυχαίως περιῆλθεν εἰς χεῖρας μου ἓν δημόσιον φύλλον τῆς «Ἀληθείας» ἐν ᾧ βλέπω καταχωρισμένην ἐγκύκλιον τοῦ Εἰσαγγελέως Ναυπλίας πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς περιφερείας, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμει διαταγῆς ῥητῆς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.....

§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Τί ἡμερομηνίαν φέρει;

§56ΜΕΤΑΞΑΣ. 3 Σεπτεμβρίου. Τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ δικάζουν οὕτω πως, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύουν ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα, ὅτι καί τοι δὲν ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς διάταγμα, οὐχ’ ἧττον δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶσι καὶ νὰ δικάσωσιν οὕτως. Ἵνα δὲ νοήσητε τὸ σκανδαλῶδες τῆς ὑποθέσεως ταύτης, κατὰ πόσον προσβάλλει τὸ δόγμα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἔρχεται εἷς ὑπουργὸς ἢ εἰσαγγελεὺς νὰ διακρίνῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἑρμηνεύῃ ἐπίσης τὸ Σύνταγμα, σᾶς ἀναγινώσκω αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Κ. εἰσαγγελέως Ναυπλίας, ὅπου ἀναφέρονται ὅ τε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς παραγγείλαντες τὸν εἰσαγγελέα νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. «Ἀρ. 12226 Πρὸς τοὺς κατὰ τὴν περιφέρειάν μας κ.κ. Εἰρηνοδίκας. Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν διὰ τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργείων, ὅτι εἰσαχθεισῶν δικῶν ἐκ μέρους ἐνοικιαστῶν κατὰ τῶν φορολογουμένων, ἐπροτάθη ἐνώπιον ὑμῶν ὡς ἔνστασις ἡ ἔλλειψις δῆθεν φορολογικοῦ νόμου, καὶ προσέτι, ὅτι ἀποῤῥιφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Οἰκον. ἐφόρου καὶ ἄλλων ὀφειλετῶν τῶν ἀντιῤῥήσεων αὐτῶν κατὰ τῶν περὶ φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας πρωτοκόλλων, οὗτοι ἐποιήσαντο ἀνακοπὰς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐπειδὴ ἀμφότεραι αἱ ἐνστάσεις αὐταί εἰσιν ἀβάσιμοι καὶ ἀπαράδεκτοι, ἡ μὲν, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου, ἀλλ’ ἡ θεμελιώδης αὕτη διάταξις ἐννοεῖ ν’ ἀπαγορεύσῃ ἐπιβολὴν καὶ εἴσπραξιν φόρων μηδέποτε διὰ νόμου ἐπιβληθέντων ἢ διὰ τοιούτου καταργηθέντων, οὐδόλως ὅμως ἐννοεῖ καὶ τοὺς φόρους τοὺς καθιερωθέντας καὶ ἐπιβληθέντας δυνάμει νόμου, μήπω καταργηθέντος, οἷος εἶναι ὁ ὑφιστάμενος φορολογικὸς νόμος, ἡ δὲ ἔλλειψις τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος «ἀνεπληρώθη διὰ τοῦ Β. διατάγματος, ὅπερ ἐξεδόθη νομίμως, μὴ ὑπαρχούσης τότε Βουλῆς, ἡ ὁποία ἑπομένως καὶ μόνη εἶναι ἁρμοδία διὰ νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἐνώπιόν της προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ τὰ δικαστήρια οὐδαμῶς οὐδέποτε· διότι ἄλλως ἀντιποιοῦνται νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἥτις ἐπὶ ποινῇ ἀπαγορεύεται. Ὅθεν πᾶσα ἐναντία ἰδέα ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰς βάσεις καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῆς τῆς πολιτείας, ἐστὶν ὡς ἔκνομος ἀποκρουστέα, καὶ ὀφείλετε διὰ τῆς νομίμου ἐξουσίας νὰ τὴν ἀποῤῥίπτετε, νουθετοῦντες τοὺς φορολογουμένους «ἐξωδίκως» ὅπως οἴκοθεν καὶ ἄνευ οὐδενὸς καταναγκασμοῦ ἀποτίωσι τοὺς φόρους των, καὶ διαρκῶς ὑμεῖς, οἵτινες καθῆκον ἀπαραίτητον ἔχετε πρὸ πάσης δικαστικῆς ἀμφισβητήσεως ν’ ἀποπειρᾶσθε τὴν εἰρηνικὴν διάλυσιν πάσης ἐνώπιόν σας διαφορᾶς διὰ προτροπῶν καὶ τῶν καταλλήλων ἐξηγήσεων τῶν συνεπειῶν εἰς ἃς ἐπιμένοντες ματαίως ἐκτίθενται παρανοοῦντες τὸ ἔννομον ἑαυτῶν συμφέρον καὶ τὴν ἱερότητα τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς πάντα πολίτην καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ φυσικοῦ τῆς κοινωνίας δεσμοῦ τοῦ δικαίου, προκειμένου περὶ καταβολῆς φόρου, ἤτοι τῆς κοινῆς συνεισφορᾶς, εἰς ἣν πάντες ὑποκείμεθα ἀπέναντι τῆς πολιτείας· ἡ δὲ ἑτέρα ἔνστασις εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτος 1) διότι κατὰ τὸ ἄρθρ. 10 καὶ 1 τοῦ παγίου φορολ. νόμου πᾶσα ἀντίῤῥησις περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ κτήματος κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου, ὡς ἀφορῶσα αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος τοῦ ἀκινήτου ἐκ τῆς διαλύσεως τῆς ὁποίας κανονισθήσεται τὸ περὶ ἐπικαρπίας ζήτημα, διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰρηνοδικείου, παρεκτὸς δὲ τούτου 2) τὰ δικαστήρια δύνανται ν’ ἀναστείλωσιν κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ εἰρημένου παγίου νόμου τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, οὐδέποτε ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὸν ἁπλοῦν φόρον, διότι οὗτος πάντοτε ὀφείλεται νὰ πληρωθῇ καὶ διὰ τοῦτο ὡς πρὸς αὐτὸν ἐκτελεῖται διοικητικῶς τὸ πρωτόκολλον ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦ φόρου τοῦ μὴ ἀμφισβητουμένου, καὶ τοῦτο, καθόσον τὸ δημόσιον δὲν διατηρεῖ τὴν νομικὴν κατοχὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. 60 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἐντεῦθεν κατανοεῖτε, ὅτι καὶ αἱ δύο ἐνστάσεις, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διαφεύγουσι τὴν ὑμετέραν ἁρμοδιότητα, εἶναι καὶ ἀβάσιμοι. Ταῦτα κατὰ καθῆκον πρὸς ὁδηγίαν ὑμῶν ἐπιστέλλων, πέποιθα ὅτι διὰ τῆς εἰλικρινοῦς ἀναπτύξεως καὶ ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν εἰρηνοδικειακῶν ὑμῶν καθηκόντων πρὸς πάντα φορολογούμενον, ὑμεῖς μὲν θέλετε ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ματαίων δικῶν, τοὺς δὲ ἐκ «στρεψοδικίας ἢ κακοβουλίας» καταφεύγοντας καὶ ἐμφιλοχωροῦντας εἰς τοιαύτας «ἐκνόμους» ἀμφισβητήσεις θέλετε ἀπαλλάξει ἀπὸ μάταια ἔξοδα, καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ «ἐνδεχόμενα ἀποτελέσματα,» τὰ ὁποῖα πᾶσα τυχὸν παράλειψις ἐκ μέρους ὑμῶν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν χωρὶς οὐδαμῶς νὰ ὠφελήσῃ αὐτούς. Ἐπὶ τέλους δὲ προστίθημι «κατ’ ἐντολὴν» τοῦ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν θέλει λείψει τοῦ νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως τὰς ἐνεργείας ἑνὸς ἑκάστου ὑμῶν, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ μὲ εἰδοποιήσητε ἑκάστοτε ὅπως πληροφορῶ τὸ ὑπουργεῖον, «κατὰ τὴν» ἐπὶ τούτῳ «ῥητὴν» διαταγὴν αὐτοῦ, μὴ ἀναμένοντες ὑπενθύμησιν, διότι τοὐναντίον πᾶσα βραδύτης θέλει τιμωρηθῆ αὐστηρῶς. Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 3 7βρίου 1868. Ὁ εἰσαγγελεὺς Δ. ΙΩ. ΒΑΛΒΗΣ».

§57ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, ἂν δὲν τὸ ἰδῶ μὲ τὰ μάτια μου.

§58Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Νὰ μᾶς εἰπῇ ἂν ἐπαύθησαν αὐτοὶ οἱ εὐσυνείδητοι ὑπάλληλοι, καὶ ἂν ὄντως διέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον ἔγγραφον.

§59ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐγγίσω τὸ ζήτημα......

§60ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις τώρα (θόρυβος).

§61ΣΙΜΟΣ. Μίαν διόρθωσιν θὰ κάμω.

§62ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.

§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ Κύριος Σῖμος, Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβε τὸν λόγον ν’ ἀπαντήσῃ· τοῦτο θὰ εἰπῇ ὅτι τὸ προεδρεῖον ἀναβάλλει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἀρχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικόν.

§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν δώσητε εἰς τὸν κ. Σῖμον τὸν λόγον πρέπει νὰ τὸν δώσητε καὶ εἰς ἄλλον.

§66ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἐπιμένω νὰ γείνῃ τώρα ἡ συζήτησις, ἂς ἀναβληθῇ.

§67ΣΙΜΟΣ. Μίαν ἐπανόρθωσιν θὰ κάμω, ἡ ὁποία......

§68ΖΕΡΒΑΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ζητῶ τὴν ἀναβολήν.

§69ΣΙΜΟΣ. Θὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνο...... (θόρυβος).

§70ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητῶ τὸν λόγον.

§71Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ χθὲς γενομένης ἐπερωτήσεως ἐπετράπη ἐξήγησις εἰς τὸν κ. Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν.

§72ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν ἀρχίζει ἡ συζήτησις.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Σίμου ὡς ὑπουργοῦ ἐφέρετο εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.

§74ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα· εἶναι πρᾶξις ὑπουργικὴ συνεπάγουσα εὐθύνην. Ἐγένετο ἐπερώτησις· πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως καὶ κάμνομεν τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἵνα μὴ νομίσουν, ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου (θόρυβος).

§75ΣΙΜΟΣ. Πρόκειται νὰ δώσω μερικὰς διασαφήσεις, καὶ ἅμα δώσω ταύτας, κανεὶς δὲν θὰ ἔχῃ τι πλέον ν’ ἀντιλέξῃ.

§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὶς τὸ γνωρίζει.

§77ΣΙΜΟΣ. Λέγω τοῦτο χωρὶς ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα περὶ οὗ ἐγένετο λόγος. Αὐτὸς ὁ εἰρηνοδίκης ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν δὲν κατηγορήθη δι’ ὅ,τι ἔπραξεν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ δι’ ὅ,τι ἡ συνείδησίς του τῷ ὑπηγόρευεν, ἀλλὰ διότι ἐκτὸς εἰς τὴν κοινωνίαν πρὶν προσκληθῇ νὰ δικάσῃ διέδιδε τοιαύτας ἀρχάς. Τοῦτο εἶναι μία παρανομία. Ταῦτα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶχον νὰ εἴπω.

§78ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ παραγγελία ἂν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ, ὅπως ἐκδοθῇ τὸ ἔγγραφον τὴν 3 7βρίου, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον ἐκεῖνος. Ἐγὼ θέλω ζητήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου καὶ εἰς μίαν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, θέλω δώσει τὸν ἀπαιτούμενον λόγον, φέρων καὶ τὰ ἔγγραφα.

§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.

§80Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ᾖναι ὑπάλληλος.

§81Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπειδὴ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπισήμου ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἀποβλέπει ἡ συζήτησις τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν δικαστῶν, ἐπιμένω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος (θόρυβος).

§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ σήμερον ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος σπουδαῖος περὶ τῶν βαλανιδίων Ἀκαρνανίας, ὅτι ἀμφισβητοῦνται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ τῶν βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν πεφυτευμένα εἰς ξένας ἰδιοκτησίας. Τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν.

§83ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Προνόμια δὲν δίδομεν.

§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὰ προνόμια ἡμεῖς ἀποφεύγομεν. Ὑπάρχουν ἐν Κερκύρᾳ κοινοτικὰ κτήματα ἐκ βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι πεφυτευμένα εἰς ξένας ἰδιοκτησίας, οἱ δῆμοι Κερκύρας, ἵνα μὴ συμβαίνουν δυστυχήματα, διὰ κοινοβουλευτικοῦ νόμου παρεχώρησαν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰς γαίας καὶ τὰ βαλανίδια καὶ ἔλαβον τὸ δικαίωμα αἱ κοινότητες τῆς Κερκύρας νὰ εἰσπράττουν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν 6% πρὸς ὄφελος αὐτῶν. Τὸ διάταγμα τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ 1864 διετήρησεν εἰς τὰς κυβερνήσεις τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.

§85ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως ἐγένετο πέρυσι θὰ γείνῃ καὶ ἐφέτος.

§86ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν μίαν ἐρώτησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὁ τελευταῖος διορισθεὶς πλωτάρχης υἱὸς τοῦ ἀγωνιστοῦ Λαζάρου Κουντουριώτη Δημήτριος παρῃτήθη τῆς θέσεως αὐτοῦ.

§87ΚΑΝΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔστειλε παραίτησιν.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντᾶ (θόρυβος).

§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τί ἐρωτήσατε, κ. Φιλήμων;

§90ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Κουντουριώτης μοὶ ἔστειλε τὸ ἀντίγραφον τῆς παραιτήσεώς του, τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ διορισμοῦ του, ἤθελον δὲ ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, πρῶτον διότι ἀφορᾷ γενικώτερά τινα ζητήματα, ἰδίως τὴν κατάστασιν τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων τῶν Ὑδραϊκῶν, αἱ ὁποῖαι προσέφερον ἀρκετὰ χρηματικὰ ποσὰ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ σήμερον πένονται, καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, δεύτερον διότι ἡ παραίτησις θέλει δείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει εἰς τοὺς κόλπους της ἀρκετοὺς ἄνδρας, ἀξίους νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα τοῦ πολίτου, καὶ ὅτι ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης δὲν ἀπέθανεν ἀλλὰ ζῇ, διότι ἔχει ἕνα υἱὸν γινώσκοντα νὰ ἐκτιμᾷ τὴν θέσιν του, τὰς ἀναμνήσεις τοῦ ὀνόματός του καὶ νὰ προσφέρεται, ὡς πρέπει νὰ προσφέρεται ἀνεξάρτητος πολίτης. Ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω..... (θόρυβος).

§91Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ ὑπουργείου.

§92ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅταν ἕνας Κουντουριώτης ἐκφράζῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ γίνῃ γνωστὸν τὸ ἔγγραφον......(θόρυβος).

§93Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ὁ λόγος σήμερον περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ζητοῦν μερικοὶ νὰ καθιερώσουν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁμιλῶ ὡς βουλευτής. Ποτὲ δὲν δύναταί τις, ὅταν θέλῃ, ὅταν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσῃ μίαν παραίτησιν, πρὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ κοινοποιήσῃ ἔγγραφον. Τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχει κἀνὲν ἔγγραφον οὔτε ἀναφορά.

§94ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ φέρεται ἀντίγραφον καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει ὅτι δὲν ἔλαβεν ἔγγραφον, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἦλθε, δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ γραφεῖον, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ ἔγγραφόν του δύναται νὰ ᾖναι ἀμφίβολον καὶ δύναται νὰ τὸ παρουσιάσῃ μόνον ὡς γνήσιον, ὅταν φέρῃ τὴν ἐπικύρωσιν μιᾶς ἀρχῆς, καὶ τότε πάλιν λέγω, ὅτι ἦτο καλλίτερα νὰ γράψητε νὰ σᾶς σταλῇ τὸ ἴδιον ἔγγραφον νὰ τὸ παρουσιάσητε, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία δὲν τὸ ἔλαβεν.

§95ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ἔγγραφον φέρει ἡμερομηνίαν 17 7βρίου.

§96ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν μοὶ φαίνεται τόσον ὀρθὸν, διότι, ὅταν ἕνας πολίτης, οἷος εἶναι ὁ Κουντουριώτης, ἀπευθύνῃ δι’ ἐπιστολῆς του καὶ στέλλῃ ἀντίγραφον πρὸς ἕνα βουλευτήν.

§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ δημοσιογράφον.

§98ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἐπιθυμεῖ νὰ δημοσιευθῇ. Καὶ ὁ βουλευτὴς ἔρχεται καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς γνησιότητος τῆς τε ἐπιστολῆς καὶ τοῦ ἐγγράφου, νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται καμμία ἄλλη δημοσιότης, καμμία ἄλλη ἐπισημότης, ἡ ὁποία νὰ βεβαιώσῃ τὸ Σῶμα, ὅτι τὸ παρουσιαζόμενον ἔγγραφον εἶναι γνησιώτατον, καθόσον καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Κουντουριώτου καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ παρέχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις παρ’ ὅσας ἤθελε παράσχει ἡ ἐπικύρωσις τοιούτου ἐγγράφου ἀπὸ ἕνα εἰδικὸν πάρεδρον ἑνὸς χωρίου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερεν, δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, ἑπομένως σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε τὴν ἐντολὴν, δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτου, περὶ τῆς βαθμολογίας τοῦ ὁποίου προχθὲς, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος ἔκαμε λόγον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶπεν ὅτι οἱ βαθμολόγοι φέρουσι δάφνας, καὶ ἐγὼ ἀπεναντίας, ὅταν πρόκηται νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Κουντουριώτου, ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου, καὶ οὐχὶ ἐγὼ ἀλλὰ πᾶς Ἕλλην· τὸ ὄνομα Κουντουριώτης προφέρεται μετὰ σεβασμοῦ, διότι ὅλοι γνωρίζουν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη δυὰς τῶν Κουντουριωτῶν κατὰ τὸ 1821. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ κεφαλὴ, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πολὺ ὀρθῶς, ὅτι φέρει δάφνας, δὲν ἐννοεῖ καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Μπαρπαρέσου, ὅτι φέρει δάφνας, οὔτε ἄλλων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς δάφνας φέρουν καταδικαστικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των τῶν κακουργιοδικείων. Ἡ κεφαλὴ τοῦ Κουντουριώτου, ἡ ὁποία φέρει τὰς ἀμαράντους δάφνας τῆς ἱστορίας τοῦ 1821 ἀπευθύνει μίαν, ἐπιστολὴν πρὸς ἕνα βουλευτὴν καὶ πρέπει πολὺ ἀξιοπιστοτέρα νὰ ᾖναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κυρίου Κουντουριώτου ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην τυπικὴν ἐπικύρωσιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἷς συμβολαιογράφος ἢ εἷς εἰδικὸς πάρεδρος. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ κάμητε ὁποιανδήποτε χρῆσιν θέλετε.

§99Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παραίτησις δὲν δύναται νὰ ᾖναι παραίτησις, ἐφόσον ὑπάρχει εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ παραιτουμένου ἢ τοῦ ἐμπεπιστευμένου αὐτοῦ. Ἡ παραίτησις λογίζεται ὡς τοιαύτη ἅμα ὡς σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, διότι δύναταί τις νὰ κάμῃ 100 παραιτήσεις καὶ νὰ μὴ δώσῃ καμμίαν. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ Κουντουριώτη, ὁμιλῶ γενικῶς. Ἡ παραίτησις τοῦ Κ. Κουντουριώτη ὅμως δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰσέτι. Καὶ ἂν μέχρι σήμερον δὲν ἐστάλη, δύναται ὁ κύριος βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Κουντουριώτη, καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸς τὴν παραίτησιν ἀκόμη εἰς τὸ ὑπουργεῖον.

§100ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσω ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς οἱανδήποτε, ζητῶ τὴν ἄδειαν χωρὶς ἑτέραν συνέπειαν ν’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, τὴν γνησιότητα τὴν ἀναλαμβάνω ἐγὼ, διότι μοὶ ἐστάλη ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ ἐνδιαφερόμενον πρόσωπον, καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα· οὐδεμίαν ἑτέραν πρότασιν ἔχω νὰ κάμω.

§101ΖΕΡΒΑΣ. Τύπωσέ την εἰς τὴν ἐφημερίδα σου καὶ ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις. Ὁ Κουντουριώτης δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπάλληλος, διότι δὲν ἔδωκεν ἀκόμη τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας.

§102ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, περὶ τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας τὴν ὁποίαν φέρει καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν διήνυσε τὸν βίον βεβαίως δὲν ἔχω νὰ φέρω καμμίαν παρατήρησιν εἰς τὰς παρατηρήσεις του, εἰς τὸν Κύριον ὅμως Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐμελέτησε, ἐξέτασε καὶ ἐνέσκηψεν εἰς τὴν θεωρίαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Τί μᾶς ἐνόμισε; μᾶς ὑπέλαβε καμμίαν ὑποτελῆ ἀρχὴν καὶ μᾶς διετύπωσε τὸν τρόπον, ὅπως διατυπόνεται εἰς τὰς λοιπὰς ἀρχὰς, εἰς τοὺς Τελώνας λ.χ. καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, πῶς πρέπει νὰ ὑποβάλουν τὰς ἀναφοράς των; Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα· ποῖον; τοῦ λόγου· καὶ δύναται, Κύριοι νὰ μᾶς ὁρίσῃ τὰ ὅρια τοῦ λόγου, τῆς ἀπαγγελίας; καὶ τίς θὰ μοὶ ἐμποδίσῃ ἐὰν ταύτην τὴν στιγμὴν θελήσω νὰ ἀναγνώσω ἰδιωτικὴν ἐπιστολήν;

§103ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλή.

§104ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κανεὶς, Κύριοι, διότι οὕτω ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον (θόρυβος) περιορίζετε τὴν συζήτησιν. Κύριοι, ἐὰν τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἔκαμε χρῆσιν ὁ Βουλευτὴς, ᾖναι πλαστὸν, δὲν περιέχῃ τὴν ἀλήθειαν, ἡ εὐθύνη εἶναι ἐπὶ τοῦ Βουλευτοῦ· οὐδέποτε δύνασθε σεῖς νὰ εἴπητε, ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀναγνώσητε ἤ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰμπορεῖτε νὰ εἴπητε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαλήσετε, καὶ τοῦτο δύναται μία πλειονοψηφία νὰ τὸ κάμῃ, ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὀρθόν. Ὑπὸ αὐτὴν, Κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἔποψιν καὶ ὄχι ἄλλην δύναται ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἀττικῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου καὶ οἱουδήποτε ἄλλου νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀναδεχόμενος τὴν εὐθύνην, ἐὰν τὰ ἀναφερόμενα ᾖναι ἀληθῆ ἤ μή.

§105ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς εἶχε προσοχὴν εἰς ὅσα εἶπον, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ὡμίλησα ὡς Βουλευτὴς καὶ οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ εἶχον αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τὸ ἀπέδειξαν τὰ πράγματα. Εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦμαι θέσιν θέλω ὑποστηρίξει πάντοτε τὴν ἀρχὴν ταύτην. Καὶ σήμερον ἐπίσης τὴν αὐτὴν ὑποστηρίζω ἀρχὴν, ἐὰν δὲ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον σήμερον, δὲν ἤθελον νὰ ἀποκρούσω τὴν ἀνάγνωσιν, ἤθελον νὰ θέσω τάξιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα ὡς βουλευτὴς, ἔχων τὸ αὐτὸ δικαίωμα μὲ ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα τακτικοί· διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ἕκαστος νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ ἀναγνώσῃ ἓν ἔγγραφον οἱονδήποτε, μίαν ἐφημερίδα καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλει καὶ νὰ ἀναστείλῃ οὕτω κατεπειγούσας βουλευτικὰς ἐργασίας.

§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.

§107ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριε Πρόεδρε, ὅλαι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ναυαγοῦν· καὶ δύο μόνον βουλευταὶ δύνανται νὰ ναυαγοῦν ὅλας τὰς συνεδριάσεις. Ἐνταῦθα δὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴπομεν, ὅτι εἷς πολίτης ἔστειλεν ἔγγραφον παραίτησιν εἰς τὸν Κύριον Φιλήμονα «πρὸς δημοσίευσιν» καθὼς λέγει ὁ Κύριος Φιλήμων. Ὑπῆρχεν ὁ τρόπος τῆς δημοσιεύσεως, νὰ καταχωρίσῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐφημερίδα, ὅτε ἑπόμενον ἦτο ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἠδύνατο νὰ δημοσιευθῇ τὸ ἔγγραφον· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταστῇ ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως ἐφ’ ὅσον δὲν περιβάλλεται μὲ τοὺς τύπους.

§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θέλω συζήτησιν.

§109ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον (θόρυβος).

§110ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω εἰς συζήτησιν, οὐδὲ πρότασιν· ἡ μόνη μου ἐπιθυμία εἶναι νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτό.

§111Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ὑψώθη ἡ σημαία τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὴν Κρήτην, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης χρονολογεῖται μία ἐσωτερικὴ ῥᾳδιουργία φροντίζουσα διὰ πάσης θυσίας νὰ γεννήσῃ μίαν ἐσωτερικὴν διαίρεσιν εἴτε ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς, ἐντὸς τοῦ κράτους, οἱανδήποτε ἀφορμὴν λαμβάνουσα, ἀρκεῖ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, εἴτε ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα) εἴτε ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος σκοπός της εἶναι νὰ φέρῃ διαιρέσεις καὶ διαπληκτισμοὺς ἢ μίαν ὁπωσδήποτε ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν, ὥστε νὰ παύσουν νὰ ἀσχολῶνται τὰ πνεύματα ὡς πρὸς τὰ ἐκτὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἂς ἤμεθα προσεκτικοὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ μαλόνωμεν καὶ νὰ διαιρώμεθα εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ἀπὸ ἡμᾶς δὲ ἐξαρτᾶται τοῦτο. Ἂς συζητήσωμεν λοιπὸν ἀπαθῶς ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἂς τὰ λύσωμεν κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἕκαστος καὶ καθὼς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἐγκαταλελειμμένη. Ἀπὸ ἡμᾶς καὶ μόνους λοιπὸν ἐξαρτᾶται νὰ τὴν βγάλωμεν ἀβλαβῶς ἀπὸ αὐτὸ τὸ δύσκολον μονοπάτι· πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸς ὁ θόρυβος σήμερον; Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Τὸ σημερινὸν ζήτημα παρίσταται ὑπὸ δύω φάσεις. Ἡ πρώτη εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ τὸ ἀναγνωσθησόμενον ὡς παραίτησις ληφθεῖσα παρὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ λαβοῦσα, οὕτως εἰπεῖν, μίαν ἐπισημότητα· καὶ ἡ δευτέρα, ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁπλῆ εἰδοποίησις σταλεῖσα πρὸς βουλευτήν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ἀντίγραφον παραιτήσεως, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς βεβαιοῖ ὅτι δὲν ἔλαβε τοιοῦτον ἔγγραφον, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει τι ἐπίσημον τὸ σταλὲν εἰς τὸν βουλευτὴν Φιλήμονα· ἂν θέλετε, περιμείνατε νὰ τὸ λάβῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, ἤδη θεωρεῖται ὡς ἐπιστολὴ, νομίζω, καὶ δύναται ὁ κ. Φιλήμων μετ’ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν μάλιστα νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ὡς τοιαύτην, καὶ δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ τὸν ἐμποδίσῃ· καὶ οὐχὶ μόνον νὰ ἀναγνώσῃ εἷς βουλευτὴς, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ καὶ ὅ,τι θέλει.

§112ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§113Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πῶς ὄχι· ἰδοὺ, ἀκούσατε· (ἐξάγει ἓν χαρτίον καὶ ἀναγινώσκει) «ἄρθρον μοναδικόν»· δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ μ’ ἐμποδίσῃ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀνάγνωσιν. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, δὲν θὰ ἀναγνώσῃ παραίτησιν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβε τοιοῦτον ἔγγραφον, θὰ ἀναγνώσῃ μίαν ἐπιστολὴν, ἐμπεριέχουσαν ἀντίγραφον παραιτήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔφθασεν εἰσέτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πιθανὸν νὰ ᾖναι εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ ἐπιστέλλοντος, καθ’ ὁδὸν, ἢ καὶ ἤδη νὰ ἔφθασεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ ἔχῃ γνῶσιν ἀκόμη.

§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἠθέλησα νὰ καταχρασθῶ τῆς θέσεώς μου, οὔτε τῆς καλῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς· ἠδυνάμην κάλλιστα νὰ ἀρχίσω τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἀφοῦ φθάσω εἰς τὸ τέλος, τότε νὰ εἴπω τί συμβαίνει. Ἐγὼ προειδοποίησα τὶ ἔγγραφον θὰ ἀναγνώσω, ἐζήτησα τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἁβρότητα, διότι βεβαίως ἠδυνάμην νὰ ἀρχίσω τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ καὶ κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ μοῦ διαφιλονεικήσῃ τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἐφέρθην μὲ αὐτὴν τὴν ἁβρότητα, δὲν ἔπρεπε νὰ στερηθῶ ἑνὸς προνομίου, τὸ ὁποῖον εἶχον, καὶ ἀφοῦ μάλιστα σᾶς προειδοποίησα, ὅτι οὐδεμίαν συζήτησιν εἶχον σκοπὸν νὰ προκαλέσω, διότι ἠδυνάμην νὰ ἀρχίσω νὰ τὸ ἀναγνώσω....

§115ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.

§116ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.

§117ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων συμπίπτει νὰ ᾖναι ἐφημεριδογράφος· ὑποθέσατε, ὅτι ἔμενεν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ διέτασσε τὴν τύπωσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου καὶ ἐγένετο ἡ διανομὴ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὸ ἔπερνεν εἷς βουλευτὴς καὶ τὸ ἐδιάβαζε....

§118ΜΕΤΑΞΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἦτο λάθος τοῦ κ. Φιλήμονος νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.

§119Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ νὰ ἀναγινώσκωμεν ἐπιστολὰς, τότε παραμελοῦμεν τὰ σπουδαῖα ἔργα, διότι καὶ ἐγὼ τότε θὰ ἀναγνώσω τὴν ἰδικήν μου.

§120ΜΕΤΑΞΑΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὲ ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ ὁμιλήσω; δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ ἀναγνώσω ὁποιονδήποτε ἔγγραφον; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Φιλήμων νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς (θόρυβος). Ἠδύνατο ὁ κ. Φιλήμων νὰ ἀποστηθίσῃ τὴν ἐπιστολήν.

§121ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ πρῶτον ὁ Φιλήμων ἠρώτησε τὸν ὑπουργὸν ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον, τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναγνωσθῇ ἢ ὄχι· αὔριον τυποῦται εἰς ἐφημερίδα τινὰ καὶ διανέμεται, παρακαλῶ ποῖον εἶναι τὸ κέρδος νὰ θέλωμε, νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ τώρα; τοῦτο παραλύει τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐγγράφου, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου ἡ παραίτησις; Μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ ἡ ἰδέα ἐκείνη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν καλῶς τὸν ἐννόησα, ὅτι εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς λαμβάνει τὴν ἄδειαν καὶ καταλαμβάνει αὐτὸ τὸ βῆμα τῆς πατρίδος· ὄχι· ὁ βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει τὴν πατρίδα καὶ δὲν ἔχει ὅρια, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν ἐμποδίζουν, εἰμὴ μόνον τὴν συνείδησιν, τὴν τιμὴν καὶ τὸ καθῆκον. Ἔρχομαι τώρα ἐγὼ καὶ κατηγορῶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν λαλῶ ὀρθὰ, θὰ μὲ ἀκούσωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, ἐὰν δὲν λαλῶ καλῶς, οἱ κύριοι μὲ ἀφίνουν μόνον καὶ ὑπάγουν εἰς τὰ δωμάτια. Τὸ λέγω, διότι ἕνας μοῦ εἶπεν ὅτι, ὅταν λέγῃς αὐτὸ, ἠμπορεῖς νὰ ἀναγνώσῃς καὶ φυλλάδα τοῦ γαϊδάρου, ἀλλὰ ὅλοι θὰ εἴπωμεν τότε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ φρενοκομεῖον αὐτὸς ὁ βουλευτὴς, καὶ πιστεύομεν, ὅτι κανεὶς βουλευτὴς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ γείνῃ περίγελως. Τελευταῖον ἔσφαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ μέγιστα· ἀρκεῖ, ὅτι ἔλαβε τὴν ἄδειάν σας. (θόρυβος).

§122ΤΙΝΕΣ. Τὸν κατεβάζομεν.....

§123ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσουν, κ. πρόεδρε.

§124ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἔχει τὸ Σύνταγμα ἕνα ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κηρύσσει ὅλως διόλου ἀνεύθυνον τὸν βουλευτὴν δι’ ὅ,τι εἴπῃ ἐντεῦθεν· δὲν ὑποβάλλεται οὔτε εἰς ποινὴν, οὔτε εἰς ἀνακρίσεις δι’ ὅ,τι εἴπῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν διὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὸ ὅπλον τοῦ λόγου νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν, κύριε ὑπουργὲ, ἔκαμες τὸ δεῖνα ἔγκλημα κτλ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε οὔτε γραμματικὴν, οὔτε ἀλφαβητάριον εἰς τὸν βουλευτὴν καὶ νὰ τοῦ ὁρίσετε μέχρι τίνος θὰ λαλήσῃ, θὰ ᾖναι δὲ εὐτυχὴς ὁ βουλευτὴς, ἂν εἴπῃ πράγματα καλὰ, δυστυχὴς δὲ, ἐὰν δὲν εἴπῃ κατὰ τὴν εὐχαρίστησίν του. Θέλετε σεῖς νὰ εἴπητε εἰς ἕνα βουλευτὴν, ὅταν ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα, τὶ νὰ εἴπῃ καὶ τί νὰ μὴ εἴπῃ καὶ νὰ τοῦ θέσετε ὅρια; Ὅρια δὲν δύνασθε νὰ θέσητε.

§125ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ποτε ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ βουλευτὴς, ὅταν ἀναβῇ τὸ βῆμα, δὲν εἶναι ἀνεύθυνος διὰ τοὺς λόγους του; οὐδεὶς τὸ ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν· πότε σᾶς εἶπε κανεὶς ἢ σᾶς ἐφιλονείκησε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ σημερινόν; καὶ ἐγὼ δυσανασχετῶ, διότι διαστρέφεται ἡ ἀλήθεια· τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν μία ἀναφορὰ, μία παραίτησις μὴ περιελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπευθύνεται, δύναται νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ· πᾶν ἔγγραφον, λέγω, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Κύριοι, ὅταν ἓν ἔγγραφον ἔρχεται ἐνταῦθα μόνον διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ἁπλῶς χωρὶς νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατί νὰ ἀναγνωσθῇ. Μόνον ὅταν πρόκηται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν τὸ ἔγγραφον, τότε ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ, ἄλλως εἶναι περιττόν. Ἕνεκα λοιπὸν τούτων εἶπον, ὅτι ὁ κύριος βουλευτὴς δύναται νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν μετὰ δύω, τρεῖς ἡμέρας, ὅταν δηλ. μάθῃ, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἡ ἀναφορὰ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δηλ. δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς μόνον, ἀλλὰ περὶ τῆς μὴ καθιερώσεως κακοῦ προηγουμένου.

§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, εἶναι πέμπτη περίπου ὥρα καὶ δὲν προέβημεν εἰς καμμίαν ἐργασίαν· τοῦτο τὸ ἐπάθομεν καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας συνεδριάσεις, τὸ ἐπάθομεν δὲ, διότι δυστυχῶς οἱ ὑπουργοὶ ἀμφισβητοῦσι δικαίωμα ἀναμφισβήτητον τῶν βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς περιπλοκὰς καὶ ἐπὶ τέλους ἐνδίδουν· αὐτὸ συνέβη ἀπειράκις, καὶ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ σήμερον, ἐὰν δὲν ἐκτιμήσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ναὶ, μία κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ ὅταν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τότε εἶναι περιττὸν ἡ μειονοψηφία νὰ ἵσταται ψευδομάρτυς τῶν πράξεων. Τοῦτο εἶναι ὀλέθριον.

§127Ι. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πῶς τὸ ἐκάματε σεῖς;

§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ πατριώτου κυρίου Φλέσα. Λοιπὸν τοῦτο ἐνδεχόμενον νὰ γείνῃ ἀφορμὴ νὰ λάβωσι χώραν ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν προηγουμένως· διότι μία ἀπραξία τοῦ σώματος εἶναι κακὴ καὶ διὰ τὴν συμπολίτευσιν καὶ διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ μιᾶς παρανομίας κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις διὰ τῆς βαθμολογίας αὐτῶν τῶν ἐπιτάκτων, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπερωτήσαμεν τὴν κυβέρνησιν. Σχετικῶς μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὁ κύριος Φιλήμων ἔχει ἀντίγραφον.

§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.

§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος Φιλήμων ἔχει ἀντίγραφον....

§131ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτόγραφον.

§132ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠκούσατε; αὐτόγραφον ἐπιστολὴν ἑνὸς πολίτου, ὁ ὁποῖος λέγει μὲ ὠνομάσατε παρανόμως πλωτάρχην, τὸ θεωρῶ ἄδικον, δὲν θέλω διὰ παρανομίας νὰ λάβω αὐτὸν τὸν βαθμόν. Ὁ βουλευτὴς κύριος Φιλήμων ἀνέλαβε ὑπὸ ἀτομικήν του εὐθύνην τὴν γνησιότητα τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἔρχεται νὰ τὸ ἀναγνώσῃ καὶ τὸ συσχετίσῃ μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἥτις ἔγεινεν ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου περὶ τῆς παρανόμου βαθμολογίας τῶν ναυτικῶν. Ὁ κύριος Φιλήμων πρωτόπειρος, καὶ τὸ λέγω, μὴ γνωρίζων τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τις βουλευτὴς, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἠξεύρετε τί ὁμοιάζει τοῦτο; ὡς εἷς βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ σώματος διὰ νὰ λαλήσῃ, μόνον τοῦ προέδρου ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ λαλήσῃ καὶ ὄχι τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ νὰ ἀναγνώσῃ βουλευτής τις ἔγγραφον ἢ λαλήσῃ πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ τοῦτο, συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, θὰ ἦναι ἓν κάκιστον προηγούμενον, διότι τότε κανεὶς δὲν θὰ δύναται νὰ λαλήσῃ, ἐὰν δὲν ἀποφανθῇ ἡ πλειονοψηφία. Ἄλλως, κύριοι, διατί ἀνησυχεῖτε καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτό; ποία εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀπώλεια τοῦ καιροῦ; ἐὰν ἀνεγινώσκετο τὸ ἔγγραφον ἠθέλαμεν ἤδη εἶσθαι εἰς τὰς ἐργασίας μας. Διατί ἀνησυχεῖτε καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον; Γίνεται, κύριοι, μεγαλειτέρα δυσκολία τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἔλθουν τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ ὑπουργοὶ καὶ διαψεύσουν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ κατακρίνουν τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἶναι πλαστὸν καὶ ὅτι σκοπὸν εἶχεν ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ τὴν ἐξαπάτησιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἡμῶν.

§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ δημοκοπίας δὲν γίνονται αὐτά.

§134ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ ἐρώτισες.— Τί ἄλλο καλλίτερον διὰ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδεικνύῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐρχόμενα ὡς πλαστά; Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι πλαστὸν, ἡ εὐθύνη θὰ πέσῃ εἰς τὸν βουλευτὴν ὅστις ἀνεδέχθη, ὅτι εἶναι γνήσιον· διότι, κύριοι, ἠξεύρετε τί εἶπεν ἡ κυβέρνησις; δὲν ἀμφισβήτησε τὴν γνησιότητα ἢ μὴ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἀλλὰ εἶπεν ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου· καί, κύριοι, δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δυσπιστεῖ εἰς τὴν συμπολίτευσιν; καὶ εἶναι τὸ καθῆκόν της, κύριοι. Πῶς δύνασθε νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ὅτι δὲν περιῆλθε; Φοβοῦνται τὸ φῶς καὶ θέλουν τὸ σκότος οἱ ἔνοχοι, οἱ ἔχοντες καθαρὸν τὸ πρόσωπον δὲν φοβοῦνται. Λοιπόν, κύριοι, μὴ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι γνήσιον καὶ ὅτι δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου γνήσιον καὶ περιῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἡ ἐξουσία τὸ κρύπτει. Ἐὰν ὁ Κ. Φιλήμων παραιτηθῇ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις δὲν γίνεται, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸν ἐμποδίζει εἰς τοῦτο· ἐὰν θέλῃ μόνος του, εἶναι κύριος, ἀλλὰ οὐδέποτε, διότι δὲν τὸ θέλει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς.

§135ΣΙΜΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα· δὲν ἔρχομαι νὰ θερμάνω αὐτὸ περισσότερον· ἀρκετὰ ἐθερμάνθη. Ἀλλὰ ψυχρὰ ψυχρὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρᾶγμα, διότι ὁ κ. Φιλήμων εἶπεν ὅτι, ἤθελα νὰ κάμω μίαν ἁβροφροσύνην εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ᾧ ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάμω καὶ μόνος μου. Ἂν ὁ κ. Φιλήμων ἤθελεν εἰπεῖ, δότε μοι τὸν λόγον, δὲν ἤθελον εἰπεῖ τίποτε, ἀλλ’ ἔρχεται ν’ ἀναμίξῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐγγράφων. Ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θέλῃ νὰ εἴπῃ, θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τότε παρανομεῖ, καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι παράνομος· ἂν ὅμως εἴπῃ τις, θέλω ν’ ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον οἱονδήποτε, καὶ ἡ Βουλὴ λογίζουσα, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὴ ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν ἐγγράφων, νομίζω ὅτι εἶπεν ἐν τῇ νομιμότητι, καὶ ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου εἶναι ἀπαραβίαστον· δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα, οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ἡ μειοψηφία, οὔτε ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐμποδίσῃ ἐμὲ θέλοντα νὰ λαλήσω· αὐτὸ εἶναι καθαρῶς ἀνεγνωρισμένον· ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον περὶ τῶν ἐγγράφων; Μοῦ στερεῖτε, λέγει, τὴν ἐλευθερίαν· καὶ ὅταν ἔρχηται νὰ διαβάσῃ ἓν ἔγγραφον μικρὸν ὁ κ. Φιλήμων, καὶ ἔχῃ 14 σελίδας; Εἰς τὴν Βουλὴν μένει. Ἂς προσέξωμεν καλά, διότι τὰ ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα τότε εἶναι σεβαστὰ, ὅταν δὲν βγαίνουν ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτῶν. Μὴ θέλωμεν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἥτις εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ δικαία, μὲ τὴν ἱερότητα αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος νὰ συγχύσωμεν ἓν δικαίωμα ἄλλο· τοῦτο κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν εἶναι καλόν. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς πλειονοψηφίας, ἂν ἡ μειοψηφία δὲν θέλῃ νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐγὼ τὴν συμβουλεύω νὰ τὴν δεχθῇ, νὰ καθαρίσῃ ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Λέγω λοιπὸν, ἂν πρόκηται σήμερον ἡ Βουλὴ, ἐρωτωμένη, νὰ εἴπῃ, τί μοῦ κάμνει; ἂς διαβασθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ φέρητε εἰς λάθος τὴν Βουλὴν, ν’ ἁρπάσητε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, αὐτὸ τὸ πολεμῶ μ’ ὅλην τὴν δύναμιν. Τὰ ἔγγραφα εἶναι τῆς Βουλῆς δικαίωμα· ἢ ὀλίγα ἢ πολλὰ ἢ μεγάλα ἢ μικρὰ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἴπῃ, ἂν πρέπῃ ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ὄχι.

§136ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη μία ἐγκύκλιος· ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§137ΣΙΜΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι κατ’ ἀνοχὴν par tolérance, δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον.

§138ΦΙΛΗΜΩΝ. Τώρα θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὶ γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν· par tolerance κατ’ ἀνοχὴν εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου· ἀλλ’ ἀπολύτως ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡ Βουλὴ οὔτε τὸν λόγον, οὔτε τὴν ἀνάγνωσιν οἱουδήποτε ἐγγράφου. Τὶ γίνεται ὅμως; τὴν ἐμποδίζουν ἐμμέσως καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας ἀναφέρει πολλὰ παραδείγματα· ἅμα ἀρχίζουν ν’ ἀγορεύουν, οἱ βουλευταὶ φεύγουν· μένουν 4 καὶ ἀμέσως γίνεται ἔνστασις, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, καὶ μὴ οὔσης ἀπαρτίας, ἀναχωροῦν· οὐδέποτε προέβησαν εἰς ἀπόφασιν νὰ εἴπουν, ὅτι αὐτὸ μὲν θὰ ἀναγνώσῃς, ἐκεῖνο δὲ δὲν θὰ ἀναγνώσῃς. Συλλογισθῆτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι θὰ καθιερώσετε ἀρχὴν κακὴν, καὶ συλλογισθῆτε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κοινὸν, διότι αὔριον δύνανται νὰ ἔλθουν ἄλλοι εἰς θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται ἄλλοι.

§139ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἰ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται μικρὸν, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ θεωρήσῃ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, διότι συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον ἡ Βουλὴ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, διότι ἀτυχῶς, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ὀκτωβρίου καθιερωθέντα ἐπὶ τέλους εἰς αὐτὸ καὶ μόνον κατέληξαν, τοῦτο καὶ μόνον τὸ δικαίωμα ἔμεινεν εἰς τὸ ἔθνος, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θεωρῶ ἑπομένως καθῆκόν μου νὰ ὑπερασπίσω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχω, ἓν δικαίωμα, κατὰ τοῦ ὁποίου σήμερον θέλουν νὰ καταφέρουν ἕνα καίριον κτύπον. Ἠρχίσαμεν ὀπισθοδρομοῦντες, κύριοι, καὶ τόσον ταχέως, ὥστε δὲν ἠξεύρω ποῦ θέλομεν καταντήσει. Τί ζητεῖται, κύριοι, σήμερον; Ἡ ἀνάγνωσις μιᾶς ἐπιστολῆς, καὶ ἔρχονται καὶ ἀμφισβητοῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὸ ἀμφισβητοῦν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζονται. Καὶ ἐννοοῦν τὶ θὰ εἴπῃ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν ἡ ἐλευθερία αὕτη ὑποβάλλεται εἰς κανονισμόν; Ἡ ἐλευθερία δύναται νὰ ἔχῃ τινὰς παρεκτροπάς· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι ὅταν δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας αὐτὴ ἐκμηδενίζεται, εἶναι προτιμοτέρα νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος μετὰ τῶν παρεκτροπῶν της· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἕνας βουλευτὴς νὰ κάμῃ κακὴν χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ν’ ἀπασχολήσῃ ματαίως τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναγνώσῃ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐπιῤῥοὴν οὔτε εἶναι ἄξια λόγου, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον εἶναι τίποτε παραβαλλόμενον μὲ τὸ μέγιστον κακὸν τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶναι προτιμότεραι καὶ αὐταὶ αἱ παρεκτροπαὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ κράτη, ὅπου ἠξεύρουν νὰ ἐκτιμοῦν ἀληθῶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἄφησαν πλήρη ἐλευθερίαν καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν ὑποτάξωσιν ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σεῖς σήμερον θέλετε νὰ μᾶς ὑποβάλλετε. Ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν τέλος πάντων, κύριοι· ὅταν ζητῆτε νὰ περιορίσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἑνὸς ἀγορεύοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν τίνι δικαιώματι θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε περιορισμούς; ποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὅστις κανονίζει τὰς σχέσεις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὸ σῶμα; Εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.

§140ΣΙΜΟΣ. Διατί λέγετε τοῦ λόγου; δὲν εἶναι περὶ λόγου.

§141ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλετε νὰ διαστρέφητε τὰ πράγματα, τὰ ἀναγινωσκόμενα δὲν ἔχουν διάφορον ἔννοιαν παρὰ τὰ λεγόμενα· αὐτὸ, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι μία σοφιστεία τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαγγέλλονται προφορικῶς ἢ ἀναγινώσκονται. Ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἀπαγγελία γραπτῶν λόγων, καὶ ὁ κ. Φιλήμων εἰς τὸν γραπτὸν λόγον του εἶχεν ἀντιγράψει καὶ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν, δὲν μὲ λέγετε, ἠθέλατε ποτὲ εἰπεῖ, σταματήσατε, μὴ ἀναγινώσκετε τὸν λόγον αὐτὸν, διότι περιέχει καὶ τὴν ἐπιστολήν;

§142ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα τὴν ἐγκύκλιον ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα.

§143ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀλλὰ τὶ μᾶς λέγουσι, κύριοι; Ἡ παραίτησις δὲν περιῆλθεν, εἰς γνῶσιν τῆς κυβερνήσεως, δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ κάμετε χρῆσιν αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἔνστασιν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θέλουσι νὰ κανονίσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου μὲ τὰς δικονομικὰς διατυπώσεις. Αὐτὸ εἶναι πολὺ περίεργον. Ἐὰν ἐφέρετο μία ἐπερώτησις, καὶ ἐζητεῖτο νὰ ἐξαχθῇ συμπέρασμά τι καὶ συνέπεια ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης παραιτήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κ. Κουντουριώτου, ἠδύνατο ἀξιόλογα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, δὲν ἔλαβα γνῶσιν τῆς παραιτήσεως καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε νόμιμον ὕπαρξιν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, δὲν σᾶς ζητοῦν λόγον, διατὶ παρῃτήθη ὥστε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δώσητε λόγον. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς σχετικῶς πρὸς μίαν ἐπερώτησιν, ἐστάλη μία παραίτησις, τὴν θεωρεῖ οὐσιώδη ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὴν ἀναγνώσῃ. Ποῖος δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν κρίσιν του, ἂν εἶναι οὐσιώδης ἢ μή; Ἂν θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ παραίτησις, δὲν θέλετε κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς κανονισμούς, τοὐτέστιν, ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ὁμιλεῖν ἑνὸς ἑκάστου, πρέπει ἕκαστος νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων ποῖα εἶναι τὰ οὐσιώδη καὶ ποῖα τὰ ἐπουσιώδη, ποία ἔκφρασις καὶ ἰδέα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφρασθῇ. Ἂν θέλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ μόνη ἐλευθερία, ἥτις μένει ἀκόμη ὀρθὴ, καὶ αὐτὴ κατέπεσε.

§144ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κακῶς ἐξήγησαν τὸ προκείμενον ζήτημα· οὐδόλως ἀμφισβητῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου, οὐδὲ πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ ζήτημα ἄλλως πως ἠγέρθη καὶ ἀλλοῦ ἀπέληξεν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔκαμεν ἐπερώτησιν ἢ ἐρώτησιν ἁπλῶς μετὰ τὸ τέλος τῆς ὁποίας ἐζήτησε ν’ ἀναγνώσῃ ἓν ἔγγραφον. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὄχι νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἀλλ’ ὅπως ἀπεφασίσθη, αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ συζητήσεις ἐπ’ αὐτῶν νὰ γίνωσι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν θεωροῦμεν ὡς μίαν ἀναβολὴν τὴν ἀνάγνωσιν· κατόπιν ὅπου ἔλθῃ ἡ θέσις αὐτῆς νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν· δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀποφασισθῇ κατ’ ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνώσωμεν αὐτὴν· διότι, ἐὰν σήμερον εἶναι διὰ τὸν ἀντίθετον, αὔριον θὰ ᾖναι δι’ ἐμέ. Δὲν εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Φιλήμων, νὰ τὴν ἀναβάλῃ. Θὰ τὸ δημοσιεύσῃ διὰ τῆς ἐφημερίδος καὶ θὰ τὸ μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος. Μὴ ἐπιμένετε νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν, διότι θὰ ἔχει συνεπείας καλάς. Ἐγὼ θὰ ᾖμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγνώσεως· διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις πρέπει νὰ γίνῃ· οὐχ’ ἧττον ὅμως ἡ Βουλὴ ἐν τῷ δικαιώματί της δύναται ν’ ἀναβάλῃ μίαν συζήτησιν, καθόσον δὲν περιέχεται καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι τῆς Βουλῆς εἶναι ν’ ἀναβάλῃ μίαν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, εἰς μίαν ῥητὴν ἡμέραν.

§145ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θὰ φέρω καμμίαν συζήτησιν κ. Ζέρβα.

§146ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ ματαιώσῃ κατόπιν· ἐὰν ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, θὰ ἔλθῃ εἰς τὸ κεφάλι μας ὕστερον. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ μόνον. Μὴ προέλθετε εἰς ἀπόφασιν, κύριοι. Ἤμην πρόεδρος καὶ ἐπέμεινα νὰ μὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ δι’ ἓν ἄλλο ἀντικείμενον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἤκουσαν καὶ κατόπιν ἴδατε τὰς συνεπείας. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ σήμερον. Εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, κύριοι, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν ἐδῶ καθήμενοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πολύ. Εἰμπορῶ σήμερον εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κόμματος νὰ εἴπω νὰ μὴ ἀναβληθῇ· αὔριον ὅμως εἰμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ κεφάλι μου ἀνάποδα. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Φιλήμονα ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπὶ δύω ἡμέρας διὰ νὰ μὴ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας μας. Δὲν θὰ χαθῇ ὁ κόσμος, ἐὰν ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον σήμερον ἢ αὔριον.

§147Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Κ. Σῖμος ἐπεκαλέσθη πάλιν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ εἰς τοὺς ὁποίας ὑπάγεται καὶ ὁ λόγος· τουτέστιν ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὅσον θέλει, δὲν δύναται ὅμως ν’ ἀναγνώσῃ καὶ ἔγγραφα· καὶ σᾶς ἔφερε παράδειγμα, ὅτι ἐνδεχόμενον εἰς μίαν περίστασιν νὰ ἔλθῃ βουλευτής τις νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ μίαν πολύφυλλον ἔκθεσιν καὶ νὰ σᾶς κουράσῃ. Ἐδανείσθη τὴν ἰδέαν του ἀπὸ τοὺς Ἀγγλικοὺς κανονισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐν παρόδῳ θὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν γνωρίζω, καὶ ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν σύνταγμα. Πολλάκις εἶπα εἰς τὸν κ. Σῖμον καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν σύνταγμα καὶ τὰ ἔθιμα πρέπει νὰ τὰ ἐπικαλούμεθα εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς προσβάλλονται καιρίως αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τόπου· καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διέλθῃ, καθὼς καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπα, ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον, τότε ἔπρεπεν ὁ κ. Σῖμος νὰ ἀνατρέξῃ πέραν τοῦ στενοῦ τῆς Μάγχης καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ παραδείγματα τῆς εὐδαίμονος Ἀγγλικῆς χώρας. Σήμερον ἔρχεται ὁ κ. Σῖμος καὶ σᾶς λέγει τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴδομεν τὴν Ἀγγλίαν, οὐδὲ ἐμελετήσαμεν τὰ διάφορα φιλελεύθερα συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σῖμος ἠναγκάσθη νὰ μελετήσῃ, ὡς μεταφραστὴς μιᾶς ἱστορίας, λίαν φιλελευθέρου, τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἡμεῖς μένομεν παγωμένοι καὶ κεχηνότες ἀπέναντι αὐτῶν τῶν καταπληκτικῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἐξ ἀπίνης ῥίπτει ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ὁ κ. Σῖμος. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριε Σῖμε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς κανονισμοὺς τῆς Ἀγγλίας. Ἡμεῖς ἔχομεν νὰ συμβουλευθῶμεν τὸν κανονισμὸν, ὅστις διέπει, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, τὰς σχέσεις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν Ἑλληνικήν. Τί λέγει, κύριε Σῖμε, τὸ ἄρθρον 31 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς; ἰδοὺ τί λέγει· «Πᾶσα πρότασις βουλευτοῦ ἢ ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως, παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου, κατὰ τὸ 21 ἄρθρον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς. Συζητεῖται δὲ κατὰ σειρὰν τῶν ἐγγράφων της, ἐκτὸς, ἂν ἡ Βουλὴ κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.» Τί λέγει δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 21; Ἂς τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό, «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ πρόεδρος ἀνακοινόνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα.» Ὑποτεθείσθω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Φιλήμων σήμερον ὑπέβαλεν αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἔλεγεν, Κύριε πρόεδρε, σχετίσατε αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν μὲ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ὁ ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῶν ναυτικῶν βαθμολογιῶν. Τί ἤθελε γίνει, κύριε Σῖμε; Ὁ κ. πρόεδρος ἤθελε δώσει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν γραμματέα, καὶ ὁ γραμματεὺς ἤθελεν εἰπεῖ, «πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος. Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος δεῖνα παρῃτήθη, καὶ ἡ παραίτησις του εἶναι αὕτη», καὶ ἤθελε διαβάσει αὑτὴν τὴν παραίτησιν ὁ γραμματεὺς χωρὶς νὰ γίνῃ ἀντίῤῥησις, διότι ὁ κανονισμὸς τὸ διατάσσει. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν τώρα, ὅταν τοιαύτην διάταξιν ὡρισμένην ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἰδικοῦ μας, τί ἀνάγκη εἶναι, κ. Σῖμε, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν οὐδὲ σιδηρόδρομον, οὐδὲ ἀτμόπλοια πολλὰ, νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ ζητήσωμεν τὸν κανονισμὸν αὐτῆς ὅπως κανονίσωμεν τὰ ἰδικά μας πράγματα; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἰσχυρῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἔφερεν ὁ κ. Σαράβας, καὶ ὅστις σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι δύο πράγματα ἀχώριστα, ἔχομεν ἀκόμη ῥητὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ, ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν δύναται κανεὶς νὰ λαλήσῃ καὶ ἀντιστρατευθῇ. Ἕπεται λοιπὸν ἐκ τούτου, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ δύο σχεδὸν ὥρας ἐπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, ἦτον ὅλως διόλου ματαία, ὅτι ἦτο συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ἔλθῃ, καθ’ ὅσον ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ εἶναι δικαίωμα ἀναμφισβήτητον. Καὶ, κύριε Σῖμε, σᾶς λέγω, ἐὰν ὁ κ. Φιλήμων δὲν ἦτον ἀκόμη ἄπειρος ἢ πρωτόπειρος τῶν βουλευτικῶν ἕξεων, ἢ ἂν εἶχον ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν, ἤθελεν εἶσθαι ἀνεγνωσμένη καὶ 30κις μάλιστα ἀπὸ τότε ἕως τώρα, καὶ σεῖς ἂς ἐξακολουθῆτε νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν ἀναγνώσω.

§148ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄργους, ὅστις τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀνέπτυξεν ἡσύχως καὶ ἀπαθῶς καὶ εὐκρινῶς, δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ἤθελε προχωρήσει πλέον ἡ συζήτησις· ἀτυχῶς ὅμως ἐπροχώρησε, καὶ κατὰ μεγαλειτέραν ἀτυχίαν ἀνέβη τὸ βῆμα ἄτομον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἤμην ἀκόμη μαθητὴς καὶ ἐφοίτων εἰς τὰ σχολεῖα, ὅτε καὶ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ὡς δημοσιογράφος ὑπεστήριζε τὰς μεγαλειτέρας ἐλευθερίας, καὶ ὑπεστήριξε σήμερον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ὁ βουλευτὴς ν’ ἀναγνώσῃ ἔγγραφον ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο. Ἐὰν, κύριοι, παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀπὸ τοῦδε σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καταστρέφεται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Κατὰ τὸ 1845 ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν εἰς Μεσσηνίαν διὰ τῆς βίας εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπὶ τεσσάρων χωρίων, ἅπερ διετείνοντο, ὅτι ἦσαν ἰδιόκτητα, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ τὰ φορολογήσῃ ὡς ἐθνικά. Ὁ νομάρχης Μηλαΐτης εἶχεν ἕνα οὐλαμὸν ἱππέων καὶ ἐνωμοτίαν ἐφίππου χωροφυλακῆς καὶ δι’ αὐτῶν ἐξεβίαζε τὴν εἴσπραξιν· αὐτὰ τὰ χωρία ἀνεφέρθησαν καὶ ἔφεραν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ὁ ἐπερωτῶν εἶχε φάκελλον ἐγγράφων, ἐν οἷς ἦσαν καὶ δικαστικὰ ἔγγραφα. Ἐρωτῶ, ἂν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, πῶς ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ τὸν ἰσχυρισμόν του, ἀφοῦ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διϊσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε; Ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον θέλουν σήμερον νὰ καθιερώσουν, νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται τὰ ἔγγραφα, ἤθελεν εἰπεῖ τοὺς διέψευσα, ἐνῷ εὑρέθη εἰς τὴν ἐναντίαν θέσιν διαψεύσαντα αὐτὸν τὰ ἔγγραφα (θόρυβος). Λοιπὸν τί ἀξίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν δὲν ἀναγινώσκωνται τὰ ἔγγραφα;

§149ΣΙΜΟΣ. Ὅταν ᾖναι ἐπίσημον ἔγγραφον.

§150ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί σημαίνει; Μήπως καὶ μία ἐπιστολὴ ἑνὸς σπουδαίου προσώπου δὲν ἔχει πολλάκις ἠθικὴν ἀπόδειξιν καὶ ἰσχυροτέραν πολλῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Μήπως, ὄχι ἐπιστολὴ, ἀλλ’ ἁπλῶς μία σημείωσις, ἓν χαρτίον, τὸ ὁποῖον ἤθελε γραφῆ μὲ τὴν χεῖρα ἑνὸς ἀνθρώπου ἀξιοπίστου, εἰς τὸν ὁποῖον φέρει σέβας τὸ ἔθνος, ἂν παρουσιασθῇ, τοῦτο δὲν ἔχει μεγάλην βαρύτητα; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ φίλος μου βουλευτὴς Ἑρμιονίδος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι τὰ πράγματα ἔρχονται καὶ ἀνάποδα, καὶ ἔπειτα τὰ πληρόνομεν ἀκριβά. Λοιπὸν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου συνεπάγεται καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων. Εἶπέ τις, ἂν ἀναγινώσκῃ τις μίαν φυλλάδα; Ἀναβαίνω καὶ διαβάζω μίαν φυλλάδα· φεύγουν οἱ βουλευταὶ καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σιωπήσω, ὅπως τὴν ἔπαθεν εἷς μωρολόγος γερουσιαστὴς ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἠμπορεῖ, εἶπεν ἄλλος, ν’ ἀναβῇ καὶ ἕνας τρελλός· ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν καταντήσῃ τὸ βῆμα τοῦτο ν’ ἀναβαίνουν τρελλοὶ, τότε ἀλλοίμονον· τότε οὔτε ἡ ἐλευθερία, οὔτε ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου ὠφελεῖ· καὶ πρέπει νὰ προσέχωμεν, κύριοι, καὶ νὰ μὴ πετῶμεν τοιαύτας φράσεις, προκειμένου περὶ τῶν δικαιωμάτων μας· ἀφορᾷ, κύριοι, αὐτὸ τὸ πολίτευμα· εἶναι σπουδαῖον, ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τὸ ἰδικόν μας, ὡς βουλευτῶν καὶ πολιτῶν Ἑλλήνων, τῆς πατρίδος αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς εὐάρεστον θέσιν, διότι δὲν εἴμεθα ἐπὶ ῥόδων, δὲν θέλομεν ἔχει πρόοδον· πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ χάσωμεν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, πρὸς χειροτέρευσιν τῆς κακῆς μας θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον.

§151ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι περιεπλανήθημεν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ τίποτε περιπλέον, δὲν πρέπει παντάπασι νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς κανένα, ὅταν ἀκούῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ ἤδη εἰς τὸν πρόεδρόν της, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τοὺς βουλευτὰς, δύναται νὰ διατάξῃ καὶ πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τὴν τύπωσιν ἑνὸς ἐγγράφου, διότι τοῦτο εἶναι ἡ καθημερινὴ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου· ὁσάκις ὁ πρόεδρος ἤθελεν ἀναγνώσει μίαν ἀναφορὰν καὶ σᾶς ἠρώτα, δὲν ἐλέγατε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ νὰ τυπωθῇ;

§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλαμεν ὅλοι.

§153Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὅλοι πῶς ἐννοεῖτε;

§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§155Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει καθ’ ἡμέραν καὶ δὲν ἔχει μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κἀμμίαν σχέσιν, διότι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος παρατηρῶ ἀντίφασιν σπουδαίαν. Εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων βουλευτῶν, «ἦτο ἄπειρος ὁ Φιλήμων, ἂν ἤμην ἐγὼ, ἤθελον ἀναγνώσει δεκάκις τὸ ἔγγραφον καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελε τὸ δικάσει·» ποῦ ἔγκειται ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ λόγου; Ἂν ὁ κύριος Φιλήμων ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἀφῆκε μόνος του τὴν Βουλὴν νὰ ἐξασκήσῃ ἓν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ δικαιώματός του, τίς τοῦ παρεμπόδισε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Τί εἶναι δὲ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον; διότι ἀκούω ἐπιστολὴν καὶ ἠρώτησα τὸν κύριον Φιλήμονα καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναφορὰ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἂν ᾖναι ἀναφορὰ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός. Ἄρθρον 57. «Αἱ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοραὶ παραπεμπόμεναι ὑπὸ τοῦ προέδρου εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, καταχωρίζονται εἰς ἰδιαίτερον πρωτόκολλον, ἀριθμούμεναι, καθ’ ἣν εἰσέρχονται χρονολογικὴν τάξιν. Σημειοῦνται δ’ ἐν αὐτῷ ἡ περίληψις τῆς ἀναφορᾶς, τὸ ὄνομα καὶ ἡ κατοικία τοῦ ἀναφερομένου.»

§156ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι ἀναφορά.

§157Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί λοιπόν; αὐτὸ εἶναι ἀναφορὰ, καὶ δὲν εἶναι οὔτε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ πολλάκις ἠρωτήθη, ἂν θέλῃ ν’ ἀναγνωσθοῦν ἀναφοραὶ καὶ εἶπεν ὄχι, καὶ τοῦτο τὸ ἐπράξατε μυριάκις καὶ θὰ τὸ πράξητε μυριάκις, καὶ ἂν μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, ἑκάστοτε θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω.

§158ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν ὁ βουλευτὴς ζητήσῃ ν’ ἀναγνώσῃ ἀναφορὰν δύνασθε νὰ τοῦ τ’ ἀπαγορεύσητε;

§159Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἰσχυρίζομαι τοῦτο. Ἄλλως τε οὐσιαστικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα δὲν ἐννοῶ ποίαν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐπροκάλεσεν ἐπισήμως ἐνώπιόν σας τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς λέγει, σ’ ἐπερωτῶ, διατί ἔκαμες παρανόμως προβιβασμοὺς; Θέλω ν’ ἀπολογηθῇς, θέλω νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, καὶ προσδιωρίσθη μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα μὴ παρεμβάλλωνται προσκόμματα. Τώρα ἐρωτῶ, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Κουντουριώτη εἶναι ἄλλο τι παρὰ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀντικείμενον τῆς ὁποίας ὡρίσθη νὰ συζητηθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν; Ὁ κύριος Φιλήμων εἶπε καὶ ἕτερόν τι, «δὲν ἔχω νὰ προκαλέσω συζήτησιν», καὶ ὅταν δὲν θέλετε, δὲν ἔχετε λόγον νὰ προκαλέσητε αὐτήν.......

§160ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ προκαλέσω, ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ ἂς συζητήσῃ.

§161Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε διατί δὲν ἀφίνετε κατὰ τὴν ἐπερώτησιν νὰ τὴν ἀναγνώσητε; Ἀντικείμενον ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ ἄξιον τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ὅμως σεῖς λέγετε, ὅτι δὲν θέλω συζήτησιν· τότε ἐγὼ σοῦ λέγω, τύπωσε τὸ ἔγγραφον καὶ μὴ μᾶς ἀπασχολεῖς, διότι ἐδῶ δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τί θέλει ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ τί νὰ συζητήσωμεν; Δὲν ἔχει κανεὶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι εἶναι παρὰ πολὺ ῥωμαντικόν.

§162ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶμαι βουλευτὴς ῥωμαντικός.

§163Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἷς βουλευτὴς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσας ἐπιστολὰς ἔχω καὶ δὲν θέλω συζήτησιν· μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, φέρω εἰς γνῶσιν αὐτῆς τοιαύτας πράξεις, ὄχι ὅμως νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ εἴπετε, σταματήσατε, ἔχω ἐπιστολὰς νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἀλλὰ δὲν θέλω συζήτησιν. Καὶ ἂν πράξετε ὅλοι τοῦτο, πότε θὰ γείνῃ συζήτησις;

§164ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θέλομεν νὰ παίζωμεν.

§165Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι παίζετε, διότι λέγετε, ὅτι κατεστράφη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν ἔρχεσθε ν’ ἀναγνώσητε μίαν ἐπιστολὴν καὶ δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τινὲς ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσιν, ὅπως ὑπερασπισθῶσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἦτο πολὺ μαλακὸν καὶ ἐβυθίσθησαν. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, τὴν κατέκτησε διὰ θυσιῶν καὶ κανεὶς δὲν τὴν ἐμποδίζει, εἰμὴ μόνον, ὅταν ἀντίκηται εἰς τὸ ὀρθὸν, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνετε, ἀντίκειται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Ἐγὼ, κύριοι, πολλάκις ἀνέγνωσα πολλὰ ἔγγραφα, ὡς ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς μοὶ ὑπενθύμισε· τί συνέβαινε; ἐλάμβανα τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς θέματος καὶ ἔλεγον π. χ. ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, ἔλεγον τοιαύτη καὶ τοιαύτη εἶναι καὶ ἔφερον τὰς ἀποδείξεις.

§166ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ζητήσητε ἄδειαν.

§167Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.

§168ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὸν κύριον Σῖμον ἀπαιτεῖται ἄδεια.

§169Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Φιλήμων δὲν δύναται νὰ εἴπῃ θ’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ συζητήσω.

§170ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν σκοπῶ ἐγὼ νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσῃ εἶναι δικαίωμά της.

§171Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολλοὶ ἐνόμισαν καὶ τὸ ἤκουσα, ὅτι κἄτι τι σπουδαῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ παραίτησις ἑνὸς ἀνθρώπου... (θόρυβος)

§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§173Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος γίνεται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου δὲν εἶχε τὸν τόπον του εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἠθέλατε κάμει καλλίτερον, ἂν τῳόντι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κεντήσωσι ὅλας τὰς καρδίας, τὰ μεταχειρίζεσθε, ὅταν ἔχετε ἀφορμὴν, διότι, ὅταν δὲν ἔχωμεν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀντίθετον. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κύριον Φιλήμονα, πληρέστατα ἔχεις τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐφέρατε, σχετίζεται μὲ μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§174ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν τὸ ἠξεύρετε.

§175Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὺ τὸ εἶπες.

§176ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἴσως ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο ἐσφαλμένη.

§177Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἅμα ὑμεῖς δὲν ἔχετε ὑπόληψιν εἰς τὴν ἀντίληψίν σας, τότε δὲν θὰ ἔχω οὔτε ἐγώ.

§178ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπόληψιν εἰς τὴν ἰδικήν της ἀντίληψιν. Δὲν εἶσθε φαίνεται παρὼν, ὅταν ὡμίλησα τὴν πρώτην φοράν.

§179Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλλίτερα ποῦ δὲν ἤμην.

§180ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν ἁβροφροσύνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖτε παρὰ τῶν ἄλλων, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ μετέρχεσθε πρὸς αὐτοὺς (θόρυβος).

§181Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ λόγος ἔμεινεν ἐλεύθερος. Καὶ μήπως ἐντεῦθεν χιλιάκις δὲν μᾶς ἀνέγνωσαν πρακτικὰ τῶν συνελεύσεων καὶ τῶν βουλῶν, δὲν μᾶς ἀνέγνωσαν 70 νόμους οἱ Ἑπτανήσιοι, μήπως ὁ κύριος Κωνσταντᾶς δὲν μᾶς ἔφερεν ὁλόκληρα βιβλία, καὶ οὔτε εἴπαμεν ὄχι. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ οὐδὲν ἕτερον.

§182ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, τὸ δικαίωμα τοῦ λαλεῖν ἐν ὑπαίθρῳ ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, λογοκρισία δὲν ἐπιτρέπεται. Ταῦτα, Κ. βουλευτὰ Ἀττικῆς (πρὸς τὸν Κ. Σῖμον ἀποτείνεται ὁ ἀγορεύων), καθιέρωσεν ἡ μεταβολὴ τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἀρχῶν τούτων οὔτε κἂν συζήτησις ἐγένετο, οὔτε κἂν πρότασις ὅπως τεθῇ ὅρος καὶ φραγμός. Ἐθαύμασα τῳόντι μὲ τὴν τόλμην τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς.

§183ΣΙΜΟΣ. Ὁ βουλευτὴς τολμᾷ δυνάμει τοῦ Συντάγματος.

§184ΔΑΓΡΕΣ. Τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὀφείλει τὴν ἕδραν του τὴν σημερινὴν καὶ τὴν προηγουμένην εἰς τὴν μακροθυμίαν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοῦ σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτησε... (θόρυβος).

§185ΣΙΜΟΣ. Ἀνακαλέσατέ τον, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).

§186ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφήσατε νὰ ἰδῆτε τί ἐννοῶ (θόρυβος παρατεταμένος). Οὐδέποτε ἐξέφρασά τι προσβλητικόν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Σῖμος, ὁ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπουργὸς εἶπον, ὅτι ὀφείλει τὴν θέσιν του τὴν προηγουμένην, ὀφείλει τὴν σημερινὴν εἰς τὴν μακροθυμίαν τοῦ σώματος ἐκείνου, ὅπερ συνέταξε τὸ σύνταγμα τὸ νῦν ἰσχύον. Δὲν πιστεύω ποτὲ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀφήγησις τῆς ἱστορίας ἠδύνατο νὰ προσβάλλῃ τὸν κύριον Σίμον· καὶ ἰδοὺ τί ἐννοῶ. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἡ συζητήσασα, ἡ καθιερώσασα τὸ σύνταγμα, ἐνῷ περιέλαβε τόσας ἀπολύτους ἀρχὰς, ὡς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολύτως ἀναφέρεσθαι, τὸ σῶμα αὐτὸ ἐθεώρησεν ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων του νὰ ἐκδώσῃ ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου κατεδίκασε τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος θόρυβος πολὺς εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).

§187ΣΙΜΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ποτὲ συγχώρησιν.

§188ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔθνος τοὺς ἐσυγχώρησε (θόρυβος).

§189ΣΙΜΟΣ. Εὑρίσκομαι ἐδῶ δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ (θόρυβος παρατεταμένος).

§190ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ... (θόρυβος). Ἂς παύσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐφυλάκισαν καὶ μᾶς κατέστησαν δυστυχεῖς .... δὲν τοὺς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ὑβρίζουν κατὰ μέτωπον.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.

§192Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ποία εἶναι ἡ μακροθυμία τοῦ σώματος διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ βουλευτοῦ; Ν’ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι εἶπε, κύριε πρόεδρε (θόρυβος).

§193ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν προσέβαλα τὴν φιλοτιμίαν κανενός· ἂν νομίζετε τοῦτο, λέγω, κύριε βουλευτὰ Καρυστίας, ὁ ὁποῖος ταράττεσθε, ὅταν ἀκούετε.... (θόρυβος).

§194Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπομεν συζήτησιν ἂν δὲν ἀνακαλέσῃ...... (θόρυβος).

§195ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅ,τι φθάνουν, μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων (θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τῆς μιᾶς καὶ ἑτέρας πτέρυγος τῆς Βουλῆς).

§196Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ........

§197ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ ἔχω ἱστορίαν μαζύ σου.

§198Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ποῖος σὲ θέλει.

§199ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω, διότι ὅταν ἡ κοινωνία ἐσφάδαζε, σὺ μᾶς κατεδίωκες (θόρυβος). Ἀπαντῶ εἰς τὸν βουλευτὴν Καρυστίας.

§200Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἀφήσατε αὐτὰ τὰ πράγματα.

§201ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑποχωρῶ· ἐνθυμηθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅταν τὴν 9. Φεβρουαρίου ἐκ τοῦ θεωρείου ἐκείνου ἠπειλήθη ἡ ζωή μου, τότε δὲν ὑπεχώρησα· δὲν ὑποχωρῶ οὔτε σήμερον. Λέγω εἰς τὸν Κύριον βουλευτὴν Καρυστίας, ὅτι ἔχει δίκαιον νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἔχῃ σχέσιν μαζύ μου, διότι δυστυχῶς, ὅταν ἐγὼ καὶ τινες ἄλλοι...

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐπὶ τοῦ θέματος.

§203ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ δὲν μοί ἐπιτρέπετε ν’ ἀπαντήσω, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν Κύριον Σῖμον, ὅτι οὐδ’ ἐσυλλογίσθη ποτέ τις νὰ θέσῃ φραγμὸν καὶ τὸν ἐλάχιστον περιορισμὸν εἰς τὰ διαγεγραμμένα παρὰ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα. Εὐτυχῶς παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πλεῖστα ὅσα ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, παρακάθηται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ὀκτωμβρίου, καὶ τὸν προκαλῶ, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς τότε ἀρχάς του, διότι εἶναι ἄνθρωπος θετικῶν ἰδεῶν, τὸν προκαλῶ νὰ ἐκφράσῃ ῥητῶς, ἂν ἡ Συνέλευσις ἠννόει νὰ τεθῇ φραγμός τις.

§204ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Τίς τὸ φιλονεικεῖ αὐτό;

§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς.

§206ΣΙΜΟΣ. Διόλου· ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν φιλονεικεῖται.

§207ΔΑΓΡΕΣ. Εὐχαριστοῦμαι ἀκούων τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς ν’ ἀνακαλῇ ὅ,τι εἶπε.

§208ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἀνακαλῶ· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπεριόριστος.

§209ΔΑΓΡΕΣ. Θέλετε νὰ χωρήσητε τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφου ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ἀναποσπάστως συνδεδεμένα τὸ ἓν πρὸς τὸ ἕτερον. Τί εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔγγραφον; εἶναι ἓν ἔγγραφον τοῦ υἱοῦ τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος ἔμαθε, ὅτι ἐβαθμολογήθη εἰς τὸν βαθμὸν πλωτάρχου καὶ ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι ἐπροβιβάσθη παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσεν ὅτι ἐξηγέρθη ὁ τύπος καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλησε νὰ προλάβῃ παραιτούμενος, καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσῃ νὰ μὴ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ βαθμοῦ του. Σᾶς ἐρωτῶ σᾶς οἱ ὁποῖοι εἴπατε, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτη, ἡ κεφαλὴ τοῦ ὁποίου ἐστέφθη μὲ δάφνας ἀμαράντους θέλετε ν’ ἀρνηθῆτε εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς του;

§210ΣΙΜΟΣ. Διακρίσεις δὲν ὑπάρχουν, τὸ δικαίωμα ὑπάρχει δι’ ὅλον τὸν κόσμον.

§211ΔΑΓΡΕΣ. Θέλετε νὰ καταστήσητε ἀντικείμενον συζητήσεως τὴν βαθμολογίαν τοῦ Κουντουριώτη καὶ δὲν θέλετε νὰ μάθετε, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα ὡς ὁ πατήρ του, καὶ δὲν θέλετε νὰ τοῦ παράσχητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ δείξῃ, ὅτι ἔχει τὰ ἴδια αἰσθήματα καὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἐναντίον τῶν νόμων, τῆς φιλοτιμίας του, ἐναντίον τῶν προηγηθέντων ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸ ἔθνος. Ἡμεῖς ἐμμένομεν κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως λέγοντες, ὅτι πᾶν οἱονδήποτε ἔγγραφον, πᾶσα ἀνάγνωσις ἐν γένει εἶναι ἀναπόσπαστος ἀδιακρίτως μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ὡς τοιαύτη θέλομεν νὰ ψηφοφορηθῇ· θέλομεν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἔλθωμεν. Πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσαμεν μίαν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ὁποίας διατάττονται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι πῶς πρέπει νὰ φέρωνται, ὅταν ὁ πολίτης ζητῇ ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἄνευ νόμου.

§212Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ διαγγέλματος τὶ εἴπατε; Ποῖον νὰ πιστεύσωμεν τώρα, ὑμᾶς ἢ τὸν Δαγρὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (θόρυβος).

§213ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἤμουν συνεπὴς καὶ τότε καὶ πάντοτε καὶ ὅ,τι ὑπεστήριζα ἐν τῇ Συνελεύσει ὑποστηρίζω καὶ τώρα.

§214Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐνδιατρίψωμεν ἤδη εἰς ὅσα μία Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ πανελλήνιος ἐκείνη Συνέλευσις, ἡ συγκροτηθεῖσα ὕστερα ἀπὸ μίαν μεταβολὴν, ἀπεφάσισεν καὶ μόνη της κατόπιν ἐκρήμνισε, διότι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν· ὅσοι ἦλθον ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς μακροθυμίας κανενὸς, ἄλλως τε οἴκοθεν ἡ Συνέλευσις ἀνεκάλεσε καὶ ἐξηφάνισε τὸ ψήφισμά της, καὶ κανεὶς δὲν δύναται ἤδη νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ. Ἕκαστος, κύριοι, ὑπάρχει ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, καὶ κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ ἄλλου· ἑπομένως κανεὶς δὲν ὑπάρχει ἐκ μακροθυμίας, ἀλλ’ ἐξ ἀποστολῆς τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις ἔχει ἀπεριόριστον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του. Εἶναι λοιπὸν βλάσφημοι αἱ ἰδέαι, αἵτινες ῥίπτονται ἐδῶ καὶ θέλουν νὰ φέρουν διαιρέσεις καὶ διχονοίας, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅλα αὐτὰ νὰ τ’ ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς κόρακας.

§215ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑπῆρχεν ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον κατεδίκαζε τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους; καὶ ἐὰν δὲν ἠκυροῦτο, ἠδύναντο οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι νὰ ἦναι σήμερον βουλευταί; εἶναι μία ἱστορικὴ ἀλήθεια· αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, μίαν ἱστορικὴν ἀλήθειαν.

§216Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὅ,τι τὸ ἔθνος ἐσυγχώρησε δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται πλέον.

§217ΣΙΜΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μόνον τοῦτο (θόρυβος).

§218ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, νὰ τὸ φέρωμεν.

§219ΣΙΜΟΣ. Θὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, δὲν τὸ ἔπραξε, διότι τὸ ἐζητήσαμεν εἴτε ἐγὼ, εἴτε οἱ συνάδελφοί μου· ἡ Συνέλευσις ἔπραξε μόνη της καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, διότι ἀπὸ ἐμὲ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε αἴτησις συγχωρήσεως, οὔτε ἄμεσος ἢ ἔμμεσος, καὶ ἐπικαλοῦμαι πάντας μάρτυρας· ἀλλὰ λέγω, διατὶ ὁ κ. Δαγρὲς ἐνθυμεῖται αὐτὸ τὸ τῆς Συνελεύσεως; Μήπως ἡμεῖς ἐκάμαμεν αἴτησιν θεραπείας ὡς εἰς δικαστήριον διὰ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του;

§220ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς λέγω, ἐὰν ὑπονοῆτε ἐμὲ, εἶναι ψεῦδος (θόρυβος).

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ τέταρτον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
2τῆς 20 Σεπτεμβρίου 1868.
3(Παρασκευή.)
4Ὥρᾳ 1 Μ. Μ.
5Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βου-
6λῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
7Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
8§1ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ τὶ ἤθελα
9νὰ ἐννοήσω· τὸ μέρος αὐτὸ τῶν πρακτικῶν δὲν ἔχει καλῶς. Ὁ
10νόμος περὶ βαλανιδίων λέγει, ὅτι κατὰ λάθος εἰς τὰ 1867 ἐ-
11σημειώθησαν καὶ τὰ τῆς Ἀττικῆς βαλανίδια καὶ Ἄνδρου ὡς
12ἐθνικά, ἐνῷ εἶναι ἰδιόκτητα. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρ-
13νοῦμαι. Ἐγὼ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἔφερον τὸ ψή-
14φισμα τοῦ 1864, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ βαλανίδια τῆς Ἄνδρου
15καὶ τῆς Ἀττικῆς ψηφίζονται ὡς ἰδιόκτητα, δηλ. ἔχουν ἔγγειον
16μὲν φόρον καὶ οὐχὶ ἐπικαρπίας. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἴσχυε μέχρι
17τοῦ 1866· εἰς τὰ 1867 ἐσημειώθη κατὰ λάθος, ὅτι ὑπόκειν-
18ται εἰς τὸν φόρον τὸν ἔγγειον καὶ τῆς ἐπικαρπίας. Αὐτὰς τὰς
19ἀποδείξεις ἤθελον νὰ φέρω, ἐὰν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι τὰ βα-
20λανίδια τῆς Ἀττικῆς καὶ Ἄνδρου δὲν φορολογοῦνται ὡς ἰδιό-
21κτητα. Τότε ἦλθεν ἄλλος βουλευτὴς καὶ εἶπεν, ὅτι τῆς Ἀκαρ-
22νανίας εἶναι ἰδιόκτητα καὶ φορολογοῦνται ὡς ἐθνικά· κατὰ τὴν
23συζήτησιν ἀπεκρούσθη καὶ αὐτὰ νὰ φορολογηθῶσιν ὅπως μέχρι
24σήμερον.
25§2ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνῄνεσε.
26§3ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἐκεῖνο ἀκόμη. Λοιπὸν
27αὐτὸ τὸ πρακτικὸν νὰ συνταχθῇ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα.
28§4ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν διὰ νὰ ἴδωμεν λέγει αὐτός.
29§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι κακῶς ἐξηγημένον, διότι ἓν χωρίον
30τῆς Ἀκαρνανίας......
31§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τινὰς τῶν κυρίων βουλευτῶν
32νὰ ἴδωσιν αὐτὸ τὸ μέρος.
33§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξηγήθην καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτὸ
34πρέπει νὰ συνταχθῶσι τὰ πρακτικά.
35§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ αὔριον.
36§9ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂς ἴδωμεν τὶ λέγει διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν.
37(Ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει καὶ πάλιν τὸ μέρος αὐτὸ τῶν
38πρακτικῶν).
39§10ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνέστησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον
40ὅπως.....
41§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν συνέστησεν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη-
42σαν οἱ βουλευταὶ (θόρυβος).
43§12ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριε, Σῖμε, ὅσον ἠξεύρετε διὰ τὴν Κί-
44ναν, ἠξεύρετε καὶ περὶ τῆς Ἀκαρνανίας.
45§13ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀκαρνανίας ὡς ὁ κύριος
46Μαυρομμάτης, καὶ Καραγιαννόπουλος τοῦ Βάλτου ἔφεραν τὰ πα-
47ράπονα αὐτὰ, ὅτι ἐνῷ ὑπῆρχον ἀνεγνωρισμένοι διὰ δικαστικῶν
48ἀποφάσεων ἰδιοκτῆται περιφερειῶν, αἱ ὁποῖαι περιεῖχον βαλα-
49νόδενδρα, ταῦτα φορολογοῦνται ὡς ἐθνικά· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν
50τὰ ἀνεγνώρισεν ἀκόμη ἡ κυβέρνησις, καὶ ἠμφισβήτησα, ὅτι ἐνῷ
51ἡ περιοχὴ εἶναι ἰδιόκτητος, τὰ δένδρα ὅμως δὲν εἶναι. Ἐν ὅσῳ
52δὲν ἀναγνωρισθοῦν αὐτὰ, θὰ ἐξακολουθῇ ἡ φορολογία αὐτή· ἅμα
53λυθῇ τὸ ζήτημα, βέβαια θὰ ὑπαχθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν φορολο-
54γίαν.
55§14ΔΑΓΡΕΣ. Ἐῤῥέθη καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπέκρουσεν, ὅτι πρέπει
56νὰ καταβληθῇ ἡ προσπάθεια....
57§15ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
58§16ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν ἐπὶ τοῦ νό-
59μου τοῦ φορολογικοῦ τοῦ 1868 νὰ φέρωμεν μεταβολήν· εἴπο-
60μεν, ὅτι τὰ δένδρα τῆς Ἀκαρνανίας εἶναι ἰδιοκτησία ἀνήκουσα εἰς
61ἰδιώτας καὶ κοινότητας· εἴπομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1833 μία ἐξου-
62σία, ἐλθοῦσα ἐδῶ καὶ θέλουσα νὰ καταπνίξῃ καὶ ἐξοντώ-
63σῃ τὸν τόπον, ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἶπεν,
64ὅπου φύεται χόρτον, ἐκεῖ εἶναι ἐθνικὸς τόπος. Μᾶς ἀφῃρέθησαν
65αἱ ἰδιοκτησίαι ἀπόρων οἰκογενειῶν καὶ κοινοτήτων, προσεδρά-
66μαμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐτυραννήθημεν ἐπὶ 15 καὶ 20 ἔτη.
67Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ κ. Κρεστενίτης διετέλει
68διοικητὴς εἰς τὰ μέρη μας καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μαρτυρία πρέπει
69νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τῷ ὄντι τὰ βαλανίδια αὐτὰ ἦσαν ἰδιοκτη-
70σία τοῦ δημοσίου, ἔκτοτε ἐπῆλθον ἀποφάσεις καὶ ἐλάβομεν τὰ
71κτήματά μας. Μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκογενειῶν εἶναι καὶ τοῦ
72κ............. Ἡ κοινότης Μαχαλᾶ ἐπὶ δέκα ἔτη βασανί-
73ζεται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ δὲν πληρόνει δικαίωμα εἰς τὸ δη-
74μόσιον· τί μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν θέλετε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἰδιο-
75κτησία ἀτομική μας; Ἔχομεν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ δημόσιον ἓν
76κτῆμα Ζευγαράκι· τὸ δάσος ἔχομεν ἀδιαίρετον. Δὲν θέλομεν σή-
77μερον νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ
78συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ἂν ἡ κυ-
79βέρνησις πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἰδιοκτησίαι κοινοτήτων ἢ ἀτό-
80μων, εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν.
81§17ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ μέλλον μάλιστα· αὐτὸ εἴπομεν
82καὶ ἡμεῖς.
83§18ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν ἡ κυβέρνησις πεισθῇ,
84ὅτι ὑπάρχουν ἰδιοκτησίαι ἀτομικαὶ νὰ φέρῃ διόρθωσιν.
85§19ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
86§20ΣΙΜΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἐγένετο χθές· ἐπικαλοῦμαι τὰς συνειδήσεις
87σας. Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ διαφόρου φύσεως ἰδιοκτησιῶν καὶ
88ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι πολλοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὕτη
89πρέπει νὰ διορθωθῇ, καὶ εἴπομεν νὰ ἐξετασθοῦν καὶ κανονισθοῦν
90νομοθετικῶς. Τώρα πῶς εὑρίσκονται τὰ πρακτικά; Δὲν ἔχουν
91αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὸν κανονισμὸν αὐτῶν νομοθετικῶς. Ἂς ἔλθῃ
92ἐδῶ τὸ ζήτημα καὶ ἂς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν θέλει αὐτὴν
93τὴν ἀνώμαλον ἰδιοκτησίαν.
94§21ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἴπομεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἐξετάσῃ,
95ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχουν δάση βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἰδιοκ-
96τησία ἰδιωτῶν καὶ κοινοτήτων νὰ κάμῃ εἰς τὸ μέλλον νόμον
97διὰ τὴν διάκρισιν αὐτῶν.
98§22ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς συντάξεως τῶν
99πρακτικῶν καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἰδικῆς μου εἶναι, ὅτι δὲν συνε-
100στήθησαν αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅπως τὰ κα-
101νονίσῃ διοικητικῶς· θὰ τὰ κανονίσῃ νομοθετικῶς· θὰ φέρῃ πρῶ-
102τον ἕνα νόμον νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ.
103§23ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι ἀναγνωρισμένα.
104§24ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουν ἀναγνωρισθῆ διὰ νόμου.
105§25ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὴν ἰδιοκτησίαν μου θὰ τὴν ἀναγνωρίσητε
106διὰ νόμου; κ. Σῖμε, ἔχετε ἀνάγκην εἰδικοῦ νόμου διὰ νὰ ἀνα-
107γνωρισθῇ τὸ σπῆτι σας, ὅτι εἶναι ἐδικόν σας.
108§26ΣΙΜΟΣ. Συζητοῦμεν σήμερον τί εἴπαμεν χθές.
109§27ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπῆλθαν ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καὶ
110ἀνεγνωρίσθησαν. Δὲν ζητοῦμεν χάριν, ἀλλὰ ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ
111ἰδιοκτησία, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν τὰ δικαστήρια καὶ ἡ
112συνέλευσις.
113§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κανονισθοῦν, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος
114καὶ τὸ σύνταγμα αὐτὰ τὰ κτήματα.
115§29ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ
116ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μας καὶ φέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην
117διάκρισιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἰδιοκτήτων βα-
118λανιδίων διὰ τὸ μέλλον.
119§30ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον εἶναι αὐτὴ ἡ διάκρισις·
120νομοθετικῶς ν’ ἀναγνωρισθῇ.
121§31Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραιτηθῇ·
122εἶναι κάτοχος αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος νὰ φορολογήσῃ αὐτὰ ὡς
123ἐθνικά.
124§32ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀλλοῦ σᾶς πονεῖ, κ. Πετσάλη.
125§33Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω εἰπὲ καθαρά.
126§34ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ πρᾶγμα, Κ.
127Μαυρομάτη, σᾶς ἐρωτῶ· ἐπὶ κτημάτων ἄλλοτε διαφιλονεικου-
128μένων μεταξὺ πολιτῶν καὶ δημοσίου καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξε-
129δόθησαν ἀποφάσεις ἐπ’ αὐτῶν ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον τὸ δη-
130μόσιον νὰ τὰ λαμβάνῃ ὡς ἐθνικά; (θόρυβος).
131§35ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κ. Δανόπουλε, ἡμεῖς δὲν πληρώνομεν οὐ-
132δέν φόρον, εἶναι ἰδιοκτησία μας.
133§36ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὴν διά-
134κρισιν ἄνευ νόμου.
135§37ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα, εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον νὰ
136γείνῃ διάκρισις.
137Ἐξακολουθεῖ καὶ τελειώνει ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν,
138διορθωθέντος τοῦ μέρους ἐκείνου.
139§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
140§39ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
141§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχουσι καλῶς. Ἐδόθη εἰς τὸ γραφεῖον
142τῆς Βουλῆς μία τροπολογία τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ.
143§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου
144ἡ τροπολογία;
145§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίας· κατόπιν ἔρχε-
146ται αὐτή.
147§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, κ. Πρόεδρε.
148Εἰς πᾶσαν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς μεταβολῆς, εἰς πᾶσαν σύνοδον
149μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀμέσως ὑπεβάλετο ὁ προϋ-
150πολογισμὸς τῆς Βουλῆς, σχεδὸν λήγει ἡ παροῦσα σύνοδος καὶ ὁ
151προϋπολογισμὸς δὲν ἦλθεν ἀκόμη. Τώρα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ
152προϋπολογισμοῦ πταίει ἢ τὸ προεδρεῖον δὲν ἠξεύρομεν· τὸ βέ-
153βαιον εἶναι, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, διότι φέρω αὐτὸ τὸ παράπο-
154νον διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, ἐπειδὴ σέβομαι τὴν ἡλι-
155κίαν καὶ τὰ προηγούμενά σας, ἤθελα νὰ εἴπω ὁ πρόεδρος καὶ
156κατὰ δεύτερον λόγον ὁλόκληρον τὸ προεδρεῖον. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ
157εἴτε ἔχῃ ὑποθέσεις, εἴτε θεωρῇ, ὅτι εἶναι περιφρονημένη
158καὶ δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, ἔπρεπε
159τὸ προεδρεῖον νὰ φέρῃ πρὸ πολλοῦ τοῦτο εἰς γνῶσιν τῆς Βου-
160λῆς περὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου διὰ νὰ ἠξεύρωμεν πῶς γί-
161νονται τὰ ἔξοδα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συμμερισθῇ
162τὴν πρότασίν μου, ὥστε ἐντὸς τῆς Δευτέρας νὰ παρουσιασθῇ
163ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἴδωμεν τὶ γίνεται, διότι ἔχομεν σκοπὸν
164νὰ ζητήσωμεν οἰκονομίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠμπορεῖ ἡ
165Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, «δάσκαλε ποῦ δίδασκες καὶ νόμον δὲν
166ἐκράτεις,» σὺ ζητεῖς οἰκονομίας καὶ σὺ δὲν τὰς φυλάττεις.
167§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευτὰ, δὲν δυσκολεύομαι ποσῶς ν’ ἀπαν-
168τήσω εἰς τὴν ἐπερώτησίν σου. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων,
169ὅτι πολλάκις παρεκάλεσα ἀπὸ τῆς ἕδρας μου ταύτης τὴν ἐπι-
170τροπὴν νὰ συνέλθῃ. Τὸ προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο, καὶ διεμαρτυρή-
171θη μάλιστα μίαν ἡμέραν, παρὰ νὰ ἐξακολουθῇ τὰ ἔξοδα τῆς Βου-
172λῆς μέχρι σήμερον, μέχρις ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ συνέλθῃ καὶ συντά-
173ξῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
174διὰ νὰ τὸν συζητήσῃ καὶ τὸν ψηφίσῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν παρέ-
175λειψα τοῦτο, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἀφ’ ἧς ἡ-
176μέρας ἐσυστήθη τὸ προεδρεῖον...
177§45ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ὑποβοηθῶ εἰς τοῦτο.
178§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε μὴ ἀποδίδετε οὐδεμίαν ὀλιγωρίαν εἰς τὸ
179προεδρεῖον.
180§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κάμνω πρότασιν, Κ. πρόεδρε, καὶ προ-
181τείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸ
182προεδρεῖον τὸν προϋπολογισμόν.
183§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
184§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς πόσων ἡμερῶν;
185§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν Δευτέραν νὰ τὸν παρουσιάσῃ τὸ
186προεδρεῖον.
187§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
188§52ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι, ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐ-
189φημερίδας, ὅτι ἐπαύθησαν δύο εἰρηνοδίκαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς
190Κορινθίας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτροπῇ τοῦ
191ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
192§53ΤΙΝΕΣ. Τῶν πρώην;
193§54ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τῶν πρώην ἢ τῶν παρόντων. Τοῦτο
194δὲν ἐπίστευσα, καθότι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν ὅ τε ὑπουρ-
195γὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι βάσιμος,
196τοὐτέστιν ἐπαύθησαν οἱ εἰρηνοδίκαι οὗτοι, διότι παρεδέχθησαν τὰς
197ἀνακοπὰς φορολογουμένων, οἵτινες παραπονέθησαν ἐνώπιον τοῦ
198εἰρηνοδικείου, ὅτι ἐφορολογοῦντο ἄνευ νόμου παρὰ διὰ διαταγ-
199μάτων. Τοῦτο δὲν ἐπίστευσα καὶ ἐπερίμενα νὰ λάβω πληροφορίας
200ἐπισήμους ἀπὸ τὸ Ναύπλιον ἂν τῷ ὄντι ἔλαβε χώραν τοιοῦτόν
201τι· σήμερον τυχαίως περιῆλθεν εἰς χεῖρας μου ἓν δημόσιον φύλ-
202λον τῆς «Ἀληθείας» ἐν ᾧ βλέπω καταχωρισμένην ἐγκύκλιον τοῦ
203Εἰσαγγελέως Ναυπλίας πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς περιφερείας,
204διὰ τῆς ὁποίας δυνάμει διαταγῆς ῥητῆς τοῦ ὑπουργείου τῆς
205Δικαιοσύνης.....
206§55ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Τί ἡμερομηνίαν φέρει;
207§56ΜΕΤΑΞΑΣ. 3 Σεπτεμβρίου. Τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ δικάζουν οὕτω
208πως, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύουν ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα, ὅτι καί τοι
209δὲν ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς
210διάταγμα, οὐχ’ ἧττον δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶσι καὶ
211νὰ δικάσωσιν οὕτως. Ἵνα δὲ νοήσητε τὸ σκανδαλῶδες τῆς ὑπο-
212θέσεως ταύτης, κατὰ πόσον προσβάλλει τὸ δόγμα τοῦ ὑπουρ-
213γοῦ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἔρχεται εἷς ὑπουργὸς ἢ εἰσαγγελεὺς νὰ
214διακρίνῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἑρμηνεύῃ ἐπίσης τὸ Σύνταγμα, σᾶς
215ἀναγινώσκω αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Κ. εἰσαγγελέως Ναυπλίας,
216ὅπου ἀναφέρονται ὅ τε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Οἰ-
217κονομικῶν ὡς παραγγείλαντες τὸν εἰσαγγελέα νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ
218ἔγγραφον. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον.
219«Ἀρ. 12226
220Πρὸς τοὺς κατὰ τὴν περιφέρειάν μας κ.κ. Εἰρηνοδίκας.
221Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν διὰ τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
222καὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργείων, ὅτι εἰσαχθεισῶν δικῶν ἐκ μέ-
223ρους ἐνοικιαστῶν κατὰ τῶν φορολογουμένων, ἐπροτάθη ἐνώ-
224πιον ὑμῶν ὡς ἔνστασις ἡ ἔλλειψις δῆθεν φορολογικοῦ νόμου,
225καὶ προσέτι, ὅτι ἀποῤῥιφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Οἰκον. ἐφόρου καὶ ἄλ-
226λων ὀφειλετῶν τῶν ἀντιῤῥήσεων αὐτῶν κατὰ τῶν περὶ φόρου
227καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας πρωτοκόλλων, οὗτοι ἐ-
228ποιήσαντο ἀνακοπὰς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν
229ἐκτέλεσιν αὐτῶν.
230Ἐπειδὴ ἀμφότεραι αἱ ἐνστάσεις αὐταί εἰσιν ἀβάσιμοι καὶ
231ἀπαράδεκτοι, ἡ μὲν, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ Σύν-
232ταγμα οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου,
233ἀλλ’ ἡ θεμελιώδης αὕτη διάταξις ἐννοεῖ ν’ ἀπαγορεύσῃ ἐπιβο-
234λὴν καὶ εἴσπραξιν φόρων μηδέποτε διὰ νόμου ἐπιβληθέντων ἢ
235διὰ τοιούτου καταργηθέντων, οὐδόλως ὅμως ἐννοεῖ καὶ τοὺς
236φόρους τοὺς καθιερωθέντας καὶ ἐπιβληθέντας δυνάμει νόμου,
237μήπω καταργηθέντος, οἷος εἶναι ὁ ὑφιστάμενος φορολογικὸς νό-
238μος, ἡ δὲ ἔλλειψις τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως τοῦ νόμου
239αὐτοῦ καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος «ἀνεπληρώθη διὰ τοῦ Β. διατά-
240γματος, ὅπερ ἐξεδόθη νομίμως, μὴ ὑπαρχούσης τότε Βουλῆς,
241ἡ ὁποία ἑπομένως καὶ μόνη εἶναι ἁρμοδία διὰ νὰ ἀποφανθῇ
242περὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἐνώπιόν της προϋπολογισμοῦ,
243καὶ οὐχὶ τὰ δικαστήρια οὐδαμῶς οὐδέποτε· διότι ἄλλως ἀντι-
244ποιοῦνται νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἥτις ἐπὶ ποινῇ ἀπαγορεύεται.
245Ὅθεν πᾶσα ἐναντία ἰδέα ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰς βάσεις καὶ τὴν
246συντήρησιν αὐτῆς τῆς πολιτείας, ἐστὶν ὡς ἔκνομος ἀποκρουστέα,
247καὶ ὀφείλετε διὰ τῆς νομίμου ἐξουσίας νὰ τὴν ἀποῤῥίπτετε,
248νουθετοῦντες τοὺς φορολογουμένους «ἐξωδίκως» ὅπως οἴκοθεν
249καὶ ἄνευ οὐδενὸς καταναγκασμοῦ ἀποτίωσι τοὺς φόρους των,
250καὶ διαρκῶς ὑμεῖς, οἵτινες καθῆκον ἀπαραίτητον ἔχετε πρὸ πά-
251σης δικαστικῆς ἀμφισβητήσεως ν’ ἀποπειρᾶσθε τὴν εἰρηνικὴν
252διάλυσιν πάσης ἐνώπιόν σας διαφορᾶς διὰ προτροπῶν καὶ τῶν
253καταλλήλων ἐξηγήσεων τῶν συνεπειῶν εἰς ἃς ἐπιμένοντες μα-
254ταίως ἐκτίθενται παρανοοῦντες τὸ ἔννομον ἑαυτῶν συμφέρον καὶ
255τὴν ἱερότητα τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς πάντα πο-
256λίτην καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ φυσικοῦ τῆς κοινωνίας δεσμοῦ τοῦ δι-
257καίου, προκειμένου περὶ καταβολῆς φόρου, ἤτοι τῆς κοινῆς
258συνεισφορᾶς, εἰς ἣν πάντες ὑποκείμεθα ἀπέναντι τῆς πολιτείας·
259ἡ δὲ ἑτέρα ἔνστασις εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτος 1) διότι κατὰ
260τὸ ἄρθρ. 10 καὶ 1 τοῦ παγίου φορολ. νόμου πᾶσα ἀντίῤῥησις
261περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ κτήματος κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου, ὡς
262ἀφορῶσα αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος τοῦ
263ἀκινήτου ἐκ τῆς διαλύσεως τῆς ὁποίας κανονισθήσεται τὸ πε-
264ρὶ ἐπικαρπίας ζήτημα, διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰρη-
265νοδικείου, παρεκτὸς δὲ τούτου 2) τὰ δικαστήρια δύνανται ν’
266ἀναστείλωσιν κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ εἰρημένου παγίου
267νόμου τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ
268δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, οὐδέποτε ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὸν ἁ-
269πλοῦν φόρον, διότι οὗτος πάντοτε ὀφείλεται νὰ πληρωθῇ καὶ
270διὰ τοῦτο ὡς πρὸς αὐτὸν ἐκτελεῖται διοικητικῶς τὸ πρωτό-
271κολλον ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦ φόρου τοῦ μὴ ἀμφισβητουμένου,
272καὶ τοῦτο, καθόσον τὸ δημόσιον δὲν διατηρεῖ τὴν νομικὴν κα-
273τοχὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. 60 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἐντεῦθεν κατανοεῖ-
274τε, ὅτι καὶ αἱ δύο ἐνστάσεις, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διαφεύγουσι τὴν
275ὑμετέραν ἁρμοδιότητα, εἶναι καὶ ἀβάσιμοι.
276Ταῦτα κατὰ καθῆκον πρὸς ὁδηγίαν ὑμῶν ἐπιστέλλων, πέ-
277ποιθα ὅτι διὰ τῆς εἰλικρινοῦς ἀναπτύξεως καὶ ἀκριβοῦς ἐκπλη-
278ρώσεως τῶν εἰρηνοδικειακῶν ὑμῶν καθηκόντων πρὸς πάντα φο-
279ρολογούμενον, ὑμεῖς μὲν θέλετε ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὴν ἐκδίκασιν
280τῶν τοιούτων ματαίων δικῶν, τοὺς δὲ ἐκ «στρεψοδικίας ἢ κα-
281κοβουλίας» καταφεύγοντας καὶ ἐμφιλοχωροῦντας εἰς τοιαύτας
282«ἐκνόμους» ἀμφισβητήσεις θέλετε ἀπαλλάξει ἀπὸ μάταια ἔ-
283ξοδα, καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ «ἐνδεχόμενα ἀποτελέσματα,» τὰ
284ὁποῖα πᾶσα τυχὸν παράλειψις ἐκ μέρους ὑμῶν δύναται νὰ ἔχῃ
285εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν χωρὶς οὐδαμῶς νὰ ὠφελήσῃ αὐτούς.
286Ἐπὶ τέλους δὲ προστίθημι «κατ’ ἐντολὴν» τοῦ ἐπὶ τῆς δικαι-
287οσύνης ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν θέλει λείψει τοῦ νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως
288τὰς ἐνεργείας ἑνὸς ἑκάστου ὑμῶν, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν
289ὁποίων ὀφείλετε νὰ μὲ εἰδοποιήσητε ἑκάστοτε ὅπως πληροφορῶ
290τὸ ὑπουργεῖον, «κατὰ τὴν» ἐπὶ τούτῳ «ῥητὴν» διαταγὴν αὐτοῦ,
291μὴ ἀναμένοντες ὑπενθύμησιν, διότι τοὐναντίον πᾶσα βραδύτης
292θέλει τιμωρηθῆ αὐστηρῶς.
293Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 3 7βρίου 1868.
294Ὁ εἰσαγγελεὺς Δ. ΙΩ. ΒΑΛΒΗΣ».
295§57ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, ἂν δὲν τὸ ἰδῶ μὲ
296τὰ μάτια μου.
297§58Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Νὰ μᾶς εἰπῇ ἂν ἐπαύθησαν αὐτοὶ οἱ εὐσυ-
298νείδητοι ὑπάλληλοι, καὶ ἂν ὄντως διέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δι-
299καιοσύνης νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον ἔγγραφον.
300§59ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐγγίσω τὸ ζήτημα......
301§60ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις τώρα (θόρυβος).
302§61ΣΙΜΟΣ. Μίαν διόρθωσιν θὰ κάμω.
303§62ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
304§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ Κύριος Σῖμος, Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ πρώην
305ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβε τὸν λόγον ν’ ἀπαντήσῃ· τοῦτο
306θὰ εἰπῇ ὅτι τὸ προεδρεῖον ἀναβάλλει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
307καὶ ἀρχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
308§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικόν.
309§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν δώσητε εἰς τὸν κ. Σῖμον τὸν λόγον πρέπει
310νὰ τὸν δώσητε καὶ εἰς ἄλλον.
311§66ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἐπιμένω νὰ γείνῃ τώρα ἡ συζήτησις, ἂς
312ἀναβληθῇ.
313§67ΣΙΜΟΣ. Μίαν ἐπανόρθωσιν θὰ κάμω, ἡ ὁποία......
314§68ΖΕΡΒΑΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ζητῶ τὴν ἀναβολήν.
315§69ΣΙΜΟΣ. Θὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνο...... (θόρυβος).
316§70ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς ἡμερησίας
317διατάξεως ζητῶ τὸν λόγον.
318§71Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ χθὲς γενομένης ἐπερωτήσεως ἐπετράπη
319ἐξήγησις εἰς τὸν κ. Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν.
320§72ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν ἀρχίζει ἡ συζήτησις.
321§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Σίμου ὡς ὑπουργοῦ ἐφέ-
322ρετο εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει νὰ
323δώσῃ ἐξηγήσεις.
324§74ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα· εἶναι πρᾶξις ὑ-
325πουργικὴ συνεπάγουσα εὐθύνην. Ἐγένετο ἐπερώτησις· πρέπει νὰ
326ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως καὶ κάμνομεν τὴν παρατήρησιν ταύ-
327την, ἵνα μὴ νομίσουν, ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς
328τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου
329(θόρυβος).
330§75ΣΙΜΟΣ. Πρόκειται νὰ δώσω μερικὰς διασαφήσεις, καὶ ἅμα
331δώσω ταύτας, κανεὶς δὲν θὰ ἔχῃ τι πλέον ν’ ἀντιλέξῃ.
332§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὶς τὸ γνωρίζει.
333§77ΣΙΜΟΣ. Λέγω τοῦτο χωρὶς ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα περὶ οὗ
334ἐγένετο λόγος. Αὐτὸς ὁ εἰρηνοδίκης ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη
335ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν δὲν κατηγορήθη
336δι’ ὅ,τι ἔπραξεν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ δι’ ὅ,τι ἡ συνείδησίς
337του τῷ ὑπηγόρευεν, ἀλλὰ διότι ἐκτὸς εἰς τὴν κοινωνίαν πρὶν
338προσκληθῇ νὰ δικάσῃ διέδιδε τοιαύτας ἀρχάς. Τοῦτο εἶναι μία
339παρανομία.
340Ταῦτα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶχον νὰ εἴπω.
341§78ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ παραγ-
342γελία ἂν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ, ὅπως ἐκδοθῇ
343τὸ ἔγγραφον τὴν 3 7βρίου, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς τὴν διεύ-
344θυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ὀφείλει νὰ δώσῃ
345λόγον ἐκεῖνος. Ἐγὼ θέλω ζητήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας
346ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου καὶ εἰς μίαν ἡμέραν, τὴν ὁ-
347ποίαν θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, θέλω δώσει τὸν ἀπαιτούμενον λό-
348γον, φέρων καὶ τὰ ἔγγραφα.
349§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
350§80Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ
351ἔγγραφον αὐτὸ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ᾖναι ὑπάλληλος.
352§81Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπειδὴ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπισήμου
353ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἀπο-
354βλέπει ἡ συζήτησις τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν δικαστῶν, ἐπιμένω
355νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος (θόρυβος).
356§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ
357νόμου καὶ σήμερον ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος σπουδαῖος περὶ τῶν
358βαλανιδίων Ἀκαρνανίας, ὅτι ἀμφισβητοῦνται τὰ δικαιώματα
359τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ τῶν βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν
360πεφυτευμένα εἰς ξένας ἰδιοκτησίας. Τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ εἰς
361τὴν Κέρκυραν.
362§83ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Προνόμια δὲν δίδομεν.
363§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὰ προνόμια ἡμεῖς ἀποφεύγομεν. Ὑπάρχουν
364ἐν Κερκύρᾳ κοινοτικὰ κτήματα ἐκ βαλανιδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι
365πεφυτευμένα εἰς ξένας ἰδιοκτησίας, οἱ δῆμοι Κερκύρας, ἵνα
366μὴ συμβαίνουν δυστυχήματα, διὰ κοινοβουλευτικοῦ νόμου πα-
367ρεχώρησαν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰς γαίας καὶ τὰ βαλανίδια καὶ
368ἔλαβον τὸ δικαίωμα αἱ κοινότητες τῆς Κερκύρας νὰ εἰσπράτ-
369τουν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν 6% πρὸς ὄφελος αὐτῶν. Τὸ διά-
370ταγμα τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ 1864 διετήρησεν εἰς τὰς κυβερ-
371νήσεις τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
372§85ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως ἐγένετο
373πέρυσι θὰ γείνῃ καὶ ἐφέτος.
374§86ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν μίαν ἐρώ-
375τησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ,
376ἂν ὁ τελευταῖος διορισθεὶς πλωτάρχης υἱὸς τοῦ ἀγωνιστοῦ Λα-
377ζάρου Κουντουριώτη Δημήτριος παρῃτήθη τῆς θέσεως αὐτοῦ.
378§87ΚΑΝΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν
379ἔστειλε παραίτησιν.
380§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντᾶ
381(θόρυβος).
382§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τί ἐρωτήσατε, κ. Φιλήμων;
383§90ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Κουντουριώτης μοὶ ἔστειλε τὸ ἀντίγραφον
384τῆς παραιτήσεώς του, τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ διορισμοῦ του,
385ἤθελον δὲ ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιτρέψῃ
386ν’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, πρῶτον διότι ἀφορᾷ γενικώτερά τινα
387ζητήματα, ἰδίως τὴν κατάστασιν τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων τῶν
388Ὑδραϊκῶν, αἱ ὁποῖαι προσέφερον ἀρκετὰ χρηματικὰ ποσὰ ὑπὲρ
389τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ σήμερον πένονται, καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων
390οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, δεύτερον
391διότι ἡ παραίτησις θέλει δείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει εἰς
392τοὺς κόλπους της ἀρκετοὺς ἄνδρας, ἀξίους νὰ φέρωσι τὸ
393ὄνομα τοῦ πολίτου, καὶ ὅτι ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης
394δὲν ἀπέθανεν ἀλλὰ ζῇ, διότι ἔχει ἕνα υἱὸν γινώσκοντα
395νὰ ἐκτιμᾷ τὴν θέσιν του, τὰς ἀναμνήσεις τοῦ ὀνόματός του καὶ
396νὰ προσφέρεται, ὡς πρέπει νὰ προσφέρεται ἀνεξάρτητος πο-
397λίτης. Ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω..... (θόρυβος).
398§91Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν δύνα-
399ται νὰ γείνῃ χρῆσις ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθεν εἰς γνῶσιν
400τοῦ ὑπουργείου.
401§92ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅταν ἕνας Κουντουριώτης ἐκφράζῃ τὴν
402ἐπιθυμίαν νὰ γίνῃ γνωστὸν τὸ ἔγγραφον......(θόρυβος).
403§93Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ὁ λόγος σήμερον περὶ
404τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀρ-
405χῆς, τὴν ὁποίαν ζητοῦν μερικοὶ νὰ καθιερώσουν ἐν τῇ Βουλῇ.
406Ὁμιλῶ ὡς βουλευτής. Ποτὲ δὲν δύναταί τις, ὅταν θέλῃ, ὅταν
407ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσῃ μίαν παραίτησιν, πρὸ τοῦ νὰ
408ἔλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ κοινοποιήσῃ ἔγγραφον. Τοῦτο δύνα-
409ται νὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Εἰς τὸ ὑπουρ-
410γεῖον δὲν ὑπάρχει κἀνὲν ἔγγραφον οὔτε ἀναφορά.
411§94ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ φέρεται ἀντίγραφον
412καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει ὅτι δὲν ἔλαβεν ἔγγραφον, πα-
413ρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀπὸ
414τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἦλθε, δὲν
415ὑπάρχει εἰς τὸ γραφεῖον, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ
416πεισθῇ ὅτι τὸ ἔγγραφόν του δύναται νὰ ᾖναι ἀμφίβολον καὶ
417δύναται νὰ τὸ παρουσιάσῃ μόνον ὡς γνήσιον, ὅταν φέρῃ τὴν
418ἐπικύρωσιν μιᾶς ἀρχῆς, καὶ τότε πάλιν λέγω, ὅτι ἦτο καλλίτερα
419νὰ γράψητε νὰ σᾶς σταλῇ τὸ ἴδιον ἔγγραφον νὰ τὸ παρουσιά-
420σητε, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία δὲν τὸ ἔλαβεν.
421§95ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ἔγγραφον φέρει ἡμερομηνίαν 17 7βρίου.
422§96ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν μοὶ
423φαίνεται τόσον ὀρθὸν, διότι, ὅταν ἕνας πολίτης, οἷος εἶναι ὁ
424Κουντουριώτης, ἀπευθύνῃ δι’ ἐπιστολῆς του καὶ στέλλῃ ἀντί-
425γραφον πρὸς ἕνα βουλευτήν.
426§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ δημοσιογράφον.
427§98ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἐπιθυμεῖ νὰ δημοσιευθῇ. Καὶ ὁ βου-
428λευτὴς ἔρχεται καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς γνησιότητος
429τῆς τε ἐπιστολῆς καὶ τοῦ ἐγγράφου, νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ-
430ται καμμία ἄλλη δημοσιότης, καμμία ἄλλη ἐπισημότης, ἡ
431ὁποία νὰ βεβαιώσῃ τὸ Σῶμα, ὅτι τὸ παρουσιαζόμενον ἔγγρα-
432φον εἶναι γνησιώτατον, καθόσον καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Κουν-
433τουριώτου καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ βουλευτοῦ παρέχει περισσοτέρας
434ἐγγυήσεις παρ’ ὅσας ἤθελε παράσχει ἡ ἐπικύρωσις τοιούτου ἐγ-
435γράφου ἀπὸ ἕνα εἰδικὸν πάρεδρον ἑνὸς χωρίου. Νομίζω λοιπὸν
436ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερεν, δὲν εἶναι
437ἰσχυρὸς, ἑπομένως σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε τὴν ἐντολὴν, δύνασθε
438νὰ κάμητε χρῆσιν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ
439Λαζάρου Κουντουριώτου, περὶ τῆς βαθμολογίας τοῦ ὁποίου
440προχθὲς, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος ἔκαμε λόγον ὁ κ. πρωθυπουρ-
441γὸς, εἶπεν ὅτι οἱ βαθμολόγοι φέρουσι δάφνας, καὶ ἐγὼ ἀπε-
442ναντίας, ὅταν πρόκηται νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Κουντουριώτου,
443ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου, καὶ οὐχὶ ἐγὼ ἀλλὰ πᾶς Ἕλλην·
444τὸ ὄνομα Κουντουριώτης προφέρεται μετὰ σεβασμοῦ, διότι
445ὅλοι γνωρίζουν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη δυὰς τῶν Κουντουριω-
446τῶν κατὰ τὸ 1821. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ κεφαλὴ, τὴν ὁποίαν εἶπεν
447ὁ κ. πρωθυπουργὸς πολὺ ὀρθῶς, ὅτι φέρει δάφνας, δὲν ἐννοεῖ
448καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Μπαρπαρέσου, ὅτι φέρει δάφνας, οὔτε
449ἄλλων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς δάφνας φέρουν καταδικαστικὰς ἀπο-
450φάσεις ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των τῶν κακουργιοδικείων. Ἡ κεφαλὴ
451τοῦ Κουντουριώτου, ἡ ὁποία φέρει τὰς ἀμαράντους δάφνας τῆς
452ἱστορίας τοῦ 1821 ἀπευθύνει μίαν, ἐπιστολὴν πρὸς ἕνα βου-
453λευτὴν καὶ πρέπει πολὺ ἀξιοπιστοτέρα νὰ ᾖναι ἡ ἐπιστολὴ
454τοῦ κυρίου Κουντουριώτου ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην τυπικὴν ἐπικύ-
455ρωσιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἷς συμβολαιογράφος ἢ εἷς
456εἰδικὸς πάρεδρος. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ κάμητε ὁποιανδή-
457ποτε χρῆσιν θέλετε.
458§99Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παραίτησις δὲν δύναται νὰ ᾖναι
459παραίτησις, ἐφόσον ὑπάρχει εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ παραιτουμένου
460ἢ τοῦ ἐμπεπιστευμένου αὐτοῦ. Ἡ παραίτησις λογίζεται ὡς τοι-
461αύτη ἅμα ὡς σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, διότι δύναταί
462τις νὰ κάμῃ 100 παραιτήσεις καὶ νὰ μὴ δώσῃ καμμίαν. Δὲν
463πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ Κουντουριώτη, ὁμιλῶ γενικῶς. Ἡ πα-
464ραίτησις τοῦ Κ. Κουντουριώτη ὅμως δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ ὑπουρ-
465γεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰσέτι. Καὶ ἂν μέχρι σήμερον δὲν ἐστάλη,
466δύναται ὁ κύριος βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ
467κυρίου Κουντουριώτη, καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸς τὴν παραίτησιν ἀκόμη
468εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
469§100ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσω ἀπόφασιν τῆς Βου-
470λῆς οἱανδήποτε, ζητῶ τὴν ἄδειαν χωρὶς ἑτέραν συνέπειαν ν’
471ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, τὴν γνησιότητα τὴν ἀναλαμβάνω ἐγὼ,
472διότι μοὶ ἐστάλη ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ ἐνδιαφερόμενον πρόσωπον,
473καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα· οὐδεμίαν
474ἑτέραν πρότασιν ἔχω νὰ κάμω.
475§101ΖΕΡΒΑΣ. Τύπωσέ την εἰς τὴν ἐφημερίδα σου καὶ ἐτελείω-
476σεν ἡ ὑπόθεσις. Ὁ Κουντουριώτης δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
477ὑπάλληλος, διότι δὲν ἔδωκεν ἀκόμη τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας.
478§102ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, περὶ τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς
479ἐκ τῆς ἡλικίας τὴν ὁποίαν φέρει καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν
480διήνυσε τὸν βίον βεβαίως δὲν ἔχω νὰ φέρω καμμίαν παρατή-
481ρησιν εἰς τὰς παρατηρήσεις του, εἰς τὸν Κύριον ὅμως Ὑπουργὸν
482τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐμελέτησε, ἐξέτασε καὶ ἐνέσκηψεν εἰς
483τὴν θεωρίαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ
484τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Τί μᾶς ἐνό-
485μισε; μᾶς ὑπέλαβε καμμίαν ὑποτελῆ ἀρχὴν καὶ μᾶς διετύ-
486πωσε τὸν τρόπον, ὅπως διατυπόνεται εἰς τὰς λοιπὰς ἀρχὰς, εἰς
487τοὺς Τελώνας λ.χ. καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, πῶς πρέπει
488νὰ ὑποβάλουν τὰς ἀναφοράς των; Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἀπόλυτον
489δικαίωμα· ποῖον; τοῦ λόγου· καὶ δύναται, Κύριοι νὰ μᾶς ὁρίσῃ
490τὰ ὅρια τοῦ λόγου, τῆς ἀπαγγελίας; καὶ τίς θὰ μοὶ ἐμποδίσῃ
491ἐὰν ταύτην τὴν στιγμὴν θελήσω νὰ ἀναγνώσω ἰδιωτικὴν ἐπι-
492στολήν;
493§103ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλή.
494§104ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κανεὶς, Κύριοι, διότι οὕτω ἀφαιρεῖτε τὸν
495λόγον (θόρυβος) περιορίζετε τὴν συζήτησιν. Κύριοι, ἐὰν τὸ ἔγ-
496γραφον, τοῦ ὁποίου ἔκαμε χρῆσιν ὁ Βουλευτὴς, ᾖναι πλαστὸν,
497δὲν περιέχῃ τὴν ἀλήθειαν, ἡ εὐθύνη εἶναι ἐπὶ τοῦ Βουλευτοῦ·
498οὐδέποτε δύνασθε σεῖς νὰ εἴπητε, ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀναγνώσητε
499ἤ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰμπορεῖτε νὰ
500εἴπητε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαλήσετε, καὶ τοῦτο δύναται μία
501πλειονοψηφία νὰ τὸ κάμῃ, ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ
502ὀρθόν. Ὑπὸ αὐτὴν, Κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἔποψιν καὶ ὄχι ἄλλην
503δύναται ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἀττικῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου καὶ
504οἱουδήποτε ἄλλου νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀναδεχόμενος τὴν εὐθύνην,
505ἐὰν τὰ ἀναφερόμενα ᾖναι ἀληθῆ ἤ μή.
506§105ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς εἶχε προσοχὴν εἰς
507ὅσα εἶπον, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ὡμίλησα ὡς Βουλευτὴς καὶ οὐχὶ
508ὡς Ὑπουργὸς καὶ εἶχον αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Εἶπον, Κύριοι, καὶ
509ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ
510τὸ ἀπέδειξαν τὰ πράγματα. Εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦμαι θέσιν
511θέλω ὑποστηρίξει πάντοτε τὴν ἀρχὴν ταύτην. Καὶ σήμερον ἐπί-
512σης τὴν αὐτὴν ὑποστηρίζω ἀρχὴν, ἐὰν δὲ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δί-
513καιον νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον σήμερον, δὲν ἤθελον νὰ ἀπο-
514κρούσω τὴν ἀνάγνωσιν, ἤθελον νὰ θέσω τάξιν εἰς τὰς ἐργασίας
515τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα ὡς βουλευτὴς, ἔχων τὸ αὐτὸ δικαίωμα μὲ
516ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα τακτικοί· διότι
517νομίζω ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ἕκαστος νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ἔχῃ
518τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ ἀναγνώσῃ ἓν ἔγγραφον οἱ-
519ονδήποτε, μίαν ἐφημερίδα καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλει καὶ νὰ ἀνα-
520στείλῃ οὕτω κατεπειγούσας βουλευτικὰς ἐργασίας.
521§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
522§107ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριε Πρό-
523εδρε, ὅλαι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ναυαγοῦν· καὶ δύο μόνον
524βουλευταὶ δύνανται νὰ ναυαγοῦν ὅλας τὰς συνεδριάσεις.
525Ἐνταῦθα δὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴπομεν, ὅτι
526εἷς πολίτης ἔστειλεν ἔγγραφον παραίτησιν εἰς τὸν Κύριον Φι-
527λήμονα «πρὸς δημοσίευσιν» καθὼς λέγει ὁ Κύριος Φιλήμων.
528Ὑπῆρχεν ὁ τρόπος τῆς δημοσιεύσεως, νὰ καταχωρίσῃ αὐτὸ εἰς
529τὴν ἐφημερίδα, ὅτε ἑπόμενον ἦτο ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἠδύνατο νὰ
530δημοσιευθῇ τὸ ἔγγραφον· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταστῇ ἀντι-
531κείμενον δημοσίας συζητήσεως ἐφ’ ὅσον δὲν περιβάλλεται μὲ
532τοὺς τύπους.
533§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θέλω συζήτησιν.
534§109ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀ-
535φοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον (θόρυβος).
536§110ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω
537εἰς συζήτησιν, οὐδὲ πρότασιν· ἡ μόνη μου ἐπιθυμία εἶναι νὰ ἀ-
538ναγνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτό.
539§111Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ὑψώθη ἡ σημαία
540τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὴν Κρήτην, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
541χρονολογεῖται μία ἐσωτερικὴ ῥᾳδιουργία φροντίζουσα διὰ πά-
542σης θυσίας νὰ γεννήσῃ μίαν ἐσωτερικὴν διαίρεσιν εἴτε ἐντὸς τοῦ
543κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς, ἐντὸς τοῦ κράτους, οἱανδήποτε ἀφορμὴν
544λαμβάνουσα, ἀρκεῖ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, εἴτε ἐντεῦθεν (δει-
545κνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα) εἴτε ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστε-
546ρὰν) ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος σκοπός της εἶναι νὰ φέρῃ
547διαιρέσεις καὶ διαπληκτισμοὺς ἢ μίαν ὁπωσδήποτε ἐσωτερικὴν
548ἀνωμαλίαν, ὥστε νὰ παύσουν νὰ ἀσχολῶνται τὰ πνεύματα ὡς
549πρὸς τὰ ἐκτὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἂς ἤμεθα
550προσεκτικοὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ μαλόνωμεν καὶ νὰ διαιρώμεθα
551εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ἀπὸ ἡμᾶς δὲ ἐξαρτᾶται τοῦτο. Ἂς συ-
552ζητήσωμεν λοιπὸν ἀπαθῶς ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἂς τὰ λύσω-
553μεν κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἕκαστος καὶ καθὼς τὸ συμφέρον
554τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ.
555Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἐγκαταλελειμμένη. Ἀπὸ
556ἡμᾶς καὶ μόνους λοιπὸν ἐξαρτᾶται νὰ τὴν βγάλωμεν ἀβλαβῶς
557ἀπὸ αὐτὸ τὸ δύσκολον μονοπάτι· πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸς ὁ
558θόρυβος σήμερον; Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα.
559Τὸ σημερινὸν ζήτημα παρίσταται ὑπὸ δύω φάσεις. Ἡ πρώ-
560τη εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ τὸ ἀναγνωσθησόμενον ὡς πα-
561ραίτησις ληφθεῖσα παρὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ λαβοῦσα, οὕτως
562εἰπεῖν, μίαν ἐπισημότητα· καὶ ἡ δευτέρα, ἂν πρέπῃ νὰ θεω-
563ρηθῇ ὡς ἁπλῆ εἰδοποίησις σταλεῖσα πρὸς βουλευτήν. Ὡς πρὸς
564τὸ πρῶτον ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ἀντίγραφον παραιτήσεως,
565ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς βεβαιοῖ ὅτι δὲν ἔλαβε
566τοιοῦτον ἔγγραφον, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει τι ἐπίσημον τὸ στα-
567λὲν εἰς τὸν βουλευτὴν Φιλήμονα· ἂν θέλετε, περιμείνατε νὰ τὸ
568λάβῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον.
569Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, ἤδη θεωρεῖται ὡς ἐπιστολὴ, νομίζω, καὶ
570δύναται ὁ κ. Φιλήμων μετ’ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν μάλιστα νὰ
571τὴν ἀναγνώσῃ ὡς τοιαύτην, καὶ δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ τὸν ἐμ-
572ποδίσῃ· καὶ οὐχὶ μόνον νὰ ἀναγνώσῃ εἷς βουλευτὴς, ἀλλ’ ἔχει
573τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ καὶ ὅ,τι θέλει.
574§112ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
575§113Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πῶς ὄχι· ἰδοὺ, ἀκούσατε· (ἐξάγει
576ἓν χαρτίον καὶ ἀναγινώσκει) «ἄρθρον μοναδικόν»· δὲν δύνα-
577ται οὐδεὶς νὰ μ’ ἐμποδίσῃ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀνάγνωσιν.
578Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, δὲν θὰ ἀναγνώσῃ
579παραίτησιν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶ-
580πεν, ὅτι δὲν ἔλαβε τοιοῦτον ἔγγραφον, θὰ ἀναγνώσῃ μίαν ἐπι-
581στολὴν, ἐμπεριέχουσαν ἀντίγραφον παραιτήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν
582ἔφθασεν εἰσέτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πιθανὸν νὰ ᾖναι εἰς τὸ θυλά-
583κιον τοῦ ἐπιστέλλοντος, καθ’ ὁδὸν, ἢ καὶ ἤδη νὰ ἔφθασεν εἰς τὸ
584γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ
585ἔχῃ γνῶσιν ἀκόμη.
586§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἠθέλησα νὰ καταχρασθῶ τῆς θέσεώς μου,
587οὔτε τῆς καλῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς· ἠδυνάμην κάλλιστα νὰ
588ἀρχίσω τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἀφοῦ φθάσω εἰς τὸ τέλος, τότε νὰ
589εἴπω τί συμβαίνει. Ἐγὼ προειδοποίησα τὶ ἔγγραφον θὰ ἀναγνώσω,
590ἐζήτησα τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἁβρότητα, διότι
591βεβαίως ἠδυνάμην νὰ ἀρχίσω τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ καὶ κανεὶς
592δὲν ἠδύνατο νὰ μοῦ διαφιλονεικήσῃ τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ
593ἐφέρθην μὲ αὐτὴν τὴν ἁβρότητα, δὲν ἔπρεπε νὰ στερηθῶ ἑνὸς
594προνομίου, τὸ ὁποῖον εἶχον, καὶ ἀφοῦ μάλιστα σᾶς προειδοποί-
595ησα, ὅτι οὐδεμίαν συζήτησιν εἶχον σκοπὸν νὰ προκαλέσω, διότι
596ἠδυνάμην νὰ ἀρχίσω νὰ τὸ ἀναγνώσω....
597§115ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
598§116ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
599§117ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων συμπίπτει νὰ ᾖναι ἐφημεριδο-
600γράφος· ὑποθέσατε, ὅτι ἔμενεν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ διέτασσε
601τὴν τύπωσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου καὶ ἐγένετο ἡ διανομὴ ἐν τῇ
602Βουλῇ καὶ τὸ ἔπερνεν εἷς βουλευτὴς καὶ τὸ ἐδιάβαζε....
603§118ΜΕΤΑΞΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἦτο λάθος τοῦ κ. Φιλήμονος νὰ ζη-
604τήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
605§119Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ εἰς τὸ βου-
606λευτήριον καὶ νὰ ἀναγινώσκωμεν ἐπιστολὰς, τότε παραμελοῦ-
607μεν τὰ σπουδαῖα ἔργα, διότι καὶ ἐγὼ τότε θὰ ἀναγνώσω τὴν
608ἰδικήν μου.
609§120ΜΕΤΑΞΑΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὲ ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ ὁμι-
610λήσω; δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ ἀναγνώσω ὁ-
611ποιονδήποτε ἔγγραφον; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ
612κ. Φιλήμων νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς (θόρυβος). Ἠ-
613δύνατο ὁ κ. Φιλήμων νὰ ἀποστηθίσῃ τὴν ἐπιστολήν.
614§121ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ πρῶτον ὁ Φιλήμων ἠρώτησε τὸν ὑπουρ-
615γὸν ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον, τώρα ἔρχεται τὸ ζή-
616τημα ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναγνωσθῇ ἢ ὄχι· αὔριον τυποῦται εἰς ἐ-
617φημερίδα τινὰ καὶ διανέμεται, παρακαλῶ ποῖον εἶναι τὸ κέρ-
618δος νὰ θέλωμε, νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ τώρα; τοῦτο παραλύει τὴν
619σπουδαιότητα τοῦ ἐγγράφου, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, ὅταν φθάσῃ
620εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου ἡ παραίτησις; Μὲ φέρει εἰς
621τὸ βῆμα αὐτὸ ἡ ἰδέα ἐκείνη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
622ἐὰν καλῶς τὸν ἐννόησα, ὅτι εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα
623οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς λαμβάνει τὴν ἄδειαν καὶ κα-
624ταλαμβάνει αὐτὸ τὸ βῆμα τῆς πατρίδος· ὄχι· ὁ βουλευτὴς ἀν-
625τιπροσωπεύει τὴν πατρίδα καὶ δὲν ἔχει ὅρια, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν
626ἐμποδίζουν, εἰμὴ μόνον τὴν συνείδησιν, τὴν τιμὴν καὶ τὸ κα-
627θῆκον. Ἔρχομαι τώρα ἐγὼ καὶ κατηγορῶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουρ-
628γεῖον, ἐὰν λαλῶ ὀρθὰ, θὰ μὲ ἀκούσωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ,
629ἐὰν δὲν λαλῶ καλῶς, οἱ κύριοι μὲ ἀφίνουν μόνον καὶ ὑπάγουν
630εἰς τὰ δωμάτια. Τὸ λέγω, διότι ἕνας μοῦ εἶπεν ὅτι, ὅταν λέ-
631γῃς αὐτὸ, ἠμπορεῖς νὰ ἀναγνώσῃς καὶ φυλλάδα τοῦ γαϊδάρου,
632ἀλλὰ ὅλοι θὰ εἴπωμεν τότε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ φρενοκομεῖον αὐ-
633τὸς ὁ βουλευτὴς, καὶ πιστεύομεν, ὅτι κανεὶς βουλευτὴς δὲν θὰ
634θελήσῃ νὰ γείνῃ περίγελως. Τελευταῖον ἔσφαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς
635τῆς Δικαιοσύνης τὰ μέγιστα· ἀρκεῖ, ὅτι ἔλαβε τὴν ἄδειάν σας.
636(θόρυβος).
637§122ΤΙΝΕΣ. Τὸν κατεβάζομεν.....
638§123ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσουν, κ. πρόεδρε.
639§124ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἔχει τὸ Σύνταγμα ἕνα ἄρθρον, τὸ
640ὁποῖον κηρύσσει ὅλως διόλου ἀνεύθυνον τὸν βουλευτὴν δι’ ὅ,τι
641εἴπῃ ἐντεῦθεν· δὲν ὑποβάλλεται οὔτε εἰς ποινὴν, οὔτε εἰς ἀνα-
642κρίσεις δι’ ὅ,τι εἴπῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ
643ἐξασφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν διὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὸ ὅπλον τοῦ λό-
644γου νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν, κύριε ὑπουργὲ, ἔκαμες τὸ δεῖνα
645ἔγκλημα κτλ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε οὔτε
646γραμματικὴν, οὔτε ἀλφαβητάριον εἰς τὸν βουλευτὴν καὶ νὰ τοῦ
647ὁρίσετε μέχρι τίνος θὰ λαλήσῃ, θὰ ᾖναι δὲ εὐτυχὴς ὁ βουλευ-
648τὴς, ἂν εἴπῃ πράγματα καλὰ, δυστυχὴς δὲ, ἐὰν δὲν εἴπῃ κατὰ
649τὴν εὐχαρίστησίν του. Θέλετε σεῖς νὰ εἴπητε εἰς ἕνα βουλευ-
650τὴν, ὅταν ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα, τὶ νὰ εἴπῃ καὶ τί νὰ μὴ εἴπῃ καὶ
651νὰ τοῦ θέσετε ὅρια; Ὅρια δὲν δύνασθε νὰ θέσητε.
652§125ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ποτε ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι
653ὁ βουλευτὴς, ὅταν ἀναβῇ τὸ βῆμα, δὲν εἶναι ἀνεύθυνος διὰ
654τοὺς λόγους του; οὐδεὶς τὸ ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν· πότε
655σᾶς εἶπε κανεὶς ἢ σᾶς ἐφιλονείκησε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου;
656ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ σημερινόν; καὶ ἐγὼ δυσανασχετῶ,
657διότι διαστρέφεται ἡ ἀλήθεια· τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν μία ἀναφορὰ,
658μία παραίτησις μὴ περιελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀ-
659πευθύνεται, δύναται νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ
660Βουλῇ· πᾶν ἔγγραφον, λέγω, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἀντικείμενον
661συζητήσεως. Κύριοι, ὅταν ἓν ἔγγραφον ἔρχεται ἐνταῦθα μόνον
662διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ἁπλῶς χωρὶς νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητή-
663σεως, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατί νὰ ἀναγνωσθῇ. Μόνον ὅταν
664πρόκηται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν τὸ ἔγγραφον, τότε
665ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ, ἄλλως εἶναι περιττόν. Ἕνεκα
666λοιπὸν τούτων εἶπον, ὅτι ὁ κύριος βουλευτὴς δύναται νὰ ἀνα-
667γνώσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν μετὰ δύω, τρεῖς ἡμέρας, ὅταν δηλ.
668μάθῃ, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἡ ἀνα-
669φορὰ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δηλ. δὲν πρόκειται περὶ τῆς
670ἀναφορᾶς αὐτῆς μόνον, ἀλλὰ περὶ τῆς μὴ καθιερώσεως κακοῦ
671προηγουμένου.
672§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, εἶναι πέμπτη περίπου ὥρα καὶ δὲν
673προέβημεν εἰς καμμίαν ἐργασίαν· τοῦτο τὸ ἐπάθομεν καὶ εἰς
674πολλὰς ἄλλας συνεδριάσεις, τὸ ἐπάθομεν δὲ, διότι δυστυχῶς
675οἱ ὑπουργοὶ ἀμφισβητοῦσι δικαίωμα ἀναμφισβήτητον τῶν βου-
676λευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς περιπλοκὰς καὶ ἐπὶ τέλους
677ἐνδίδουν· αὐτὸ συνέβη ἀπειράκις, καὶ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ σή-
678μερον, ἐὰν δὲν ἐκτιμήσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ναὶ, μία
679κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ
680κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ ὅταν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐλευθε-
681ρίαν τοῦ λόγου, τότε εἶναι περιττὸν ἡ μειονοψηφία νὰ ἵσταται
682ψευδομάρτυς τῶν πράξεων. Τοῦτο εἶναι ὀλέθριον.
683§127Ι. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πῶς τὸ ἐκάματε σεῖς;
684§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ πατριώτου κυρίου
685Φλέσα. Λοιπὸν τοῦτο ἐνδεχόμενον νὰ γείνῃ ἀφορμὴ νὰ λάβωσι
686χώραν ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν προηγουμένως·
687διότι μία ἀπραξία τοῦ σώματος εἶναι κακὴ καὶ διὰ τὴν συμ-
688πολίτευσιν καὶ διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Κύριοι, περὶ τίνος πρό-
689κειται; πρόκειται περὶ μιᾶς παρανομίας κατὰ τὴν κρίσιν τῆς
690ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις διὰ τῆς βαθ-
691μολογίας αὐτῶν τῶν ἐπιτάκτων, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ
692πολλοὶ ἄλλοι ἐπερωτήσαμεν τὴν κυβέρνησιν. Σχετικῶς μὲ τὸ
693ἀντικείμενον τοῦτο ὁ κύριος Φιλήμων ἔχει ἀντίγραφον.
694§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.
695§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος Φιλήμων ἔχει ἀντίγραφον....
696§131ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτόγραφον.
697§132ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠκούσατε; αὐτόγραφον ἐπιστολὴν ἑνὸς πολί-
698του, ὁ ὁποῖος λέγει μὲ ὠνομάσατε παρανόμως πλωτάρχην, τὸ
699θεωρῶ ἄδικον, δὲν θέλω διὰ παρανομίας νὰ λάβω αὐτὸν τὸν
700βαθμόν. Ὁ βουλευτὴς κύριος Φιλήμων ἀνέλαβε ὑπὸ ἀτομικήν
701του εὐθύνην τὴν γνησιότητα τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἔρχεται νὰ
702τὸ ἀναγνώσῃ καὶ τὸ συσχετίσῃ μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἥτις ἔγεινεν
703ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου περὶ τῆς παρανόμου βαθμολογίας
704τῶν ναυτικῶν. Ὁ κύριος Φιλήμων πρωτόπειρος, καὶ τὸ λέγω,
705μὴ γνωρίζων τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τις βουλευτὴς, ἐζή-
706τησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἠξεύρετε τί ὁμοιάζει τοῦτο; ὡς
707εἷς βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ σώματος διὰ νὰ λα-
708λήσῃ, μόνον τοῦ προέδρου ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ λαλήσῃ καὶ
709ὄχι τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ νὰ ἀναγνώσῃ βου-
710λευτής τις ἔγγραφον ἢ λαλήσῃ πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ
711τοῦτο, συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, θὰ ἦναι ἓν κάκιστον προ-
712ηγούμενον, διότι τότε κανεὶς δὲν θὰ δύναται νὰ λαλήσῃ, ἐὰν
713δὲν ἀποφανθῇ ἡ πλειονοψηφία. Ἄλλως, κύριοι, διατί ἀνησυχεῖ-
714τε καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτό; ποία εἶναι
715ἡ μεγαλειτέρα ἀπώλεια τοῦ καιροῦ; ἐὰν ἀνεγινώσκετο τὸ ἔγ-
716γραφον ἠθέλαμεν ἤδη εἶσθαι εἰς τὰς ἐργασίας μας. Διατί ἀνη-
717συχεῖτε καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον; Γίνεται,
718κύριοι, μεγαλειτέρα δυσκολία τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἔλθουν
719τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ ὑπουργοὶ καὶ διαψεύσουν τὸ ἔγγραφον
720αὐτὸ καὶ κατακρίνουν τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ἀποδείξωσιν, ὅτι
721εἶναι πλαστὸν καὶ ὅτι σκοπὸν εἶχεν ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ τὴν
722ἐξαπάτησιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἡμῶν.
723§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ δημοκοπίας δὲν γίνονται αὐτά.
724§134ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ ἐρώτισες.— Τί ἄλλο καλλίτερον διὰ τὴν
725κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδεικνύῃ τὰ
726ἔγγραφα τὰ ἐρχόμενα ὡς πλαστά; Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι πλαστὸν,
727ἡ εὐθύνη θὰ πέσῃ εἰς τὸν βουλευτὴν ὅστις ἀνεδέχθη, ὅτι εἶναι
728γνήσιον· διότι, κύριοι, ἠξεύρετε τί εἶπεν ἡ κυβέρνησις; δὲν ἀμ-
729φισβήτησε τὴν γνησιότητα ἢ μὴ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἀλλὰ εἶπεν
730ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου·
731καί, κύριοι, δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δυσπιστεῖ εἰς τὴν
732συμπολίτευσιν; καὶ εἶναι τὸ καθῆκόν της, κύριοι. Πῶς δύνασθε
733νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ὅτι δὲν περιῆλθε; Φοβοῦνται τὸ φῶς καὶ θέ-
734λουν τὸ σκότος οἱ ἔνοχοι, οἱ ἔχοντες καθαρὸν τὸ πρόσωπον δὲν
735φοβοῦνται. Λοιπόν, κύριοι, μὴ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι γνήσιον
736καὶ ὅτι δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι εἶναι
737ὅλως διόλου γνήσιον καὶ περιῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἡ ἐ-
738ξουσία τὸ κρύπτει. Ἐὰν ὁ Κ. Φιλήμων παραιτηθῇ τῆς ἐπιθυ-
739μίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον, ἐγὼ νο-
740μίζω, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις δὲν γίνεται, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς
741Βουλῆς τὸν ἐμποδίζει εἰς τοῦτο· ἐὰν θέλῃ μόνος του, εἶναι
742κύριος, ἀλλὰ οὐδέποτε, διότι δὲν τὸ θέλει ἡ πλειονοψηφία τῆς
743Βουλῆς.
744§135ΣΙΜΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ
745ζήτημα· δὲν ἔρχομαι νὰ θερμάνω αὐτὸ περισσότερον· ἀρκετὰ
746ἐθερμάνθη. Ἀλλὰ ψυχρὰ ψυχρὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρᾶγμα,
747διότι ὁ κ. Φιλήμων εἶπεν ὅτι, ἤθελα νὰ κάμω μίαν ἁβροφρο-
748σύνην εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ᾧ ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάμω καὶ μόνος
749μου. Ἂν ὁ κ. Φιλήμων ἤθελεν εἰπεῖ, δότε μοι τὸν λόγον, δὲν
750ἤθελον εἰπεῖ τίποτε, ἀλλ’ ἔρχεται ν’ ἀναμίξῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
751λόγου μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐγγράφων. Ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς
752Βουλῆς θέλῃ νὰ εἴπῃ, θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λό-
753γου, τότε παρανομεῖ, καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι παράνομος· ἂν
754ὅμως εἴπῃ τις, θέλω ν’ ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον οἱονδήποτε, καὶ
755ἡ Βουλὴ λογίζουσα, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὴ ν’ ἀποφασίζῃ
756περὶ τῶν ἐγγράφων, νομίζω ὅτι εἶπεν ἐν τῇ νομιμότητι, καὶ ὁ
757βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ
758λόγου εἶναι ἀπαραβίαστον· δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα, οὔτε
759ἡ πλειοψηφία, οὔτε ἡ μειοψηφία, οὔτε ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ
760ἐμποδίσῃ ἐμὲ θέλοντα νὰ λαλήσω· αὐτὸ εἶναι καθαρῶς ἀνε-
761γνωρισμένον· ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα.
762Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον περὶ τῶν ἐγγρά-
763φων; Μοῦ στερεῖτε, λέγει, τὴν ἐλευθερίαν· καὶ ὅταν ἔρχηται νὰ
764διαβάσῃ ἓν ἔγγραφον μικρὸν ὁ κ. Φιλήμων, καὶ ἔχῃ 14 σελίδας;
765Εἰς τὴν Βουλὴν μένει. Ἂς προσέξωμεν καλά, διότι τὰ ἀνεγνω-
766ρισμένα δικαιώματα τότε εἶναι σεβαστὰ, ὅταν δὲν βγαίνουν ἀπὸ
767τὰ ὅρια αὐτῶν. Μὴ θέλωμεν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἥτις
768εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ δικαία, μὲ τὴν ἱερότητα αὐτοῦ τοῦ δι-
769καιώματος νὰ συγχύσωμεν ἓν δικαίωμα ἄλλο· τοῦτο κατὰ τὴν
770ἰδέαν μου δὲν εἶναι καλόν. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι κα-
771θῆκον τῆς πλειονοψηφίας, ἂν ἡ μειοψηφία δὲν θέλῃ νὰ δεχθῇ αὐ-
772τὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐγὼ τὴν συμβουλεύω νὰ τὴν δεχθῇ, νὰ κα-
773θαρίσῃ ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Βου-
774λήν. Λέγω λοιπὸν, ἂν πρόκηται σήμερον ἡ Βουλὴ, ἐρωτωμένη,
775νὰ εἴπῃ, τί μοῦ κάμνει; ἂς διαβασθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, δὲν
776ἔχω τίποτε νὰ εἴπω· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ φέρητε εἰς λάθος τὴν
777Βουλὴν, ν’ ἁρπάσητε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, αὐτὸ τὸ πολεμῶ μ’
778ὅλην τὴν δύναμιν. Τὰ ἔγγραφα εἶναι τῆς Βουλῆς δικαίωμα· ἢ
779ὀλίγα ἢ πολλὰ ἢ μεγάλα ἢ μικρὰ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἴπῃ, ἂν
780πρέπῃ ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ὄχι.
781§136ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη μία ἐγκύκλιος· ἔπρεπε
782νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
783§137ΣΙΜΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι κατ’ ἀνοχὴν par tolérance,
784δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον.
785§138ΦΙΛΗΜΩΝ. Τώρα θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὶ γίνεται εἰς τὴν
786Ἀγγλίαν· par tolerance κατ’ ἀνοχὴν εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ
787τύπου· ἀλλ’ ἀπολύτως ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡ Βουλὴ
788οὔτε τὸν λόγον, οὔτε τὴν ἀνάγνωσιν οἱουδήποτε ἐγγράφου. Τὶ
789γίνεται ὅμως; τὴν ἐμποδίζουν ἐμμέσως καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ
790ἱστορία τῆς Ἀγγλίας ἀναφέρει πολλὰ παραδείγματα· ἅμα ἀρ-
791χίζουν ν’ ἀγορεύουν, οἱ βουλευταὶ φεύγουν· μένουν 4 καὶ ἀμέ-
792σως γίνεται ἔνστασις, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, καὶ μὴ οὔσης ἀπαρτίας,
793ἀναχωροῦν· οὐδέποτε προέβησαν εἰς ἀπόφασιν νὰ εἴπουν, ὅτι
794αὐτὸ μὲν θὰ ἀναγνώσῃς, ἐκεῖνο δὲ δὲν θὰ ἀναγνώσῃς. Συλλο-
795γισθῆτε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι θὰ καθιερώσετε ἀρχὴν κακὴν, καὶ
796συλλογισθῆτε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κοινὸν, διότι αὔριον δύναν-
797ται νὰ ἔλθουν ἄλλοι εἰς θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκον-
798ται ἄλλοι.
799§139ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον
800εἰ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται μικρὸν, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ
801θεωρήσῃ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, διότι συνδέεται ἀναποσπάστως
802μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ
803δείξῃ ἐνδιαφέρον ἡ Βουλὴ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τοῦ δικαι-
804ώματος, διότι ἀτυχῶς, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅλα
805τὰ δικαιώματα τὰ ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ὀκτωβρίου κα-
806θιερωθέντα ἐπὶ τέλους εἰς αὐτὸ καὶ μόνον κατέληξαν, τοῦτο
807καὶ μόνον τὸ δικαίωμα ἔμεινεν εἰς τὸ ἔθνος, τὸ δικαίωμα τῆς
808ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θεωρῶ ἑπομέ-
809νως καθῆκόν μου νὰ ὑπερασπίσω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τὴν ὁ-
810ποίαν ἔχω, ἓν δικαίωμα, κατὰ τοῦ ὁποίου σήμερον θέλουν νὰ
811καταφέρουν ἕνα καίριον κτύπον. Ἠρχίσαμεν ὀπισθοδρομοῦντες,
812κύριοι, καὶ τόσον ταχέως, ὥστε δὲν ἠξεύρω ποῦ θέλομεν κα-
813ταντήσει.
814Τί ζητεῖται, κύριοι, σήμερον; Ἡ ἀνάγνωσις μιᾶς ἐπιστολῆς,
815καὶ ἔρχονται καὶ ἀμφισβητοῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὸ ἀμ-
816φισβητοῦν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζον-
817ται. Καὶ ἐννοοῦν τὶ θὰ εἴπῃ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν ἡ ἐλευ-
818θερία αὕτη ὑποβάλλεται εἰς κανονισμόν; Ἡ ἐλευθερία δύναται νὰ
819ἔχῃ τινὰς παρεκτροπάς· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι ὅταν δοθῇ
820τὸ δικαίωμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας αὐτὴ ἐκμηδενίζε-
821ται, εἶναι προτιμοτέρα νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος μετὰ τῶν παρεκ-
822τροπῶν της· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἕνας βουλευτὴς νὰ κάμῃ
823κακὴν χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ν’ ἀπασχολήσῃ μα-
824ταίως τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναγνώσῃ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι
825καμμίαν ἐπιῤῥοὴν οὔτε εἶναι ἄξια λόγου, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ κα-
826κοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον εἶναι τίποτε
827παραβαλλόμενον μὲ τὸ μέγιστον κακὸν τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευ-
828θερίας τοῦ λόγου, εἶναι προτιμότεραι καὶ αὐταὶ αἱ παρεκτρο-
829παὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ κράτη,
830ὅπου ἠξεύρουν νὰ ἐκτιμοῦν ἀληθῶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου,
831ἄφησαν πλήρη ἐλευθερίαν καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν ὑποτάξωσιν
832ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σεῖς σήμερον θέλετε νὰ
833μᾶς ὑποβάλλετε. Ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν τέλος πάντων, κύριοι·
834ὅταν ζητῆτε νὰ περιορίσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἑνὸς ἀ-
835γορεύοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν τίνι δικαιώματι θέλετε
836νὰ ἐπιβάλλετε περιορισμούς; ποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὅστις κα-
837νονίζει τὰς σχέσεις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὸ σῶμα; Εἶναι ὁ κα-
838νονισμὸς τῆς Βουλῆς.
839§140ΣΙΜΟΣ. Διατί λέγετε τοῦ λόγου; δὲν εἶναι περὶ λόγου.
840§141ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλετε νὰ διαστρέφητε τὰ πράγμα-
841τα, τὰ ἀναγινωσκόμενα δὲν ἔχουν διάφορον ἔννοιαν παρὰ τὰ
842λεγόμενα· αὐτὸ, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι μία σο-
843φιστεία τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνων,
844τὰ ὁποῖα ἀπαγγέλλονται προφορικῶς ἢ ἀναγινώσκονται. Ἂν
845ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἀπαγγελία γραπτῶν λόγων, καὶ ὁ κ. Φι-
846λήμων εἰς τὸν γραπτὸν λόγον του εἶχεν ἀντιγράψει καὶ τὴν
847ἐπιστολὴν αὐτὴν, δὲν μὲ λέγετε, ἠθέλατε ποτὲ εἰπεῖ, σταμα-
848τήσατε, μὴ ἀναγινώσκετε τὸν λόγον αὐτὸν, διότι περιέχει καὶ
849τὴν ἐπιστολήν;
850§142ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα τὴν ἐγκύκλιον ἀπὸ τὴν
851ἐφημερίδα.
852§143ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀλλὰ τὶ μᾶς λέγουσι, κύριοι; Ἡ παραίτησις δὲν
853περιῆλθεν, εἰς γνῶσιν τῆς κυβερνήσεως, δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ
854κάμετε χρῆσιν αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἔνστασιν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς
855τῆς Δικαιοσύνης. Θέλουσι νὰ κανονίσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λό-
856γου μὲ τὰς δικονομικὰς διατυπώσεις. Αὐτὸ εἶναι πολὺ περίερ-
857γον. Ἐὰν ἐφέρετο μία ἐπερώτησις, καὶ ἐζητεῖτο νὰ ἐξαχθῇ συμ-
858πέρασμά τι καὶ συνέπεια ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης παραιτήσεως
859ἐκ μέρους τοῦ Κ. Κουντουριώτου, ἠδύνατο ἀξιόλογα ἡ Κυβέρ-
860νησις νὰ εἴπῃ, δὲν ἔλαβα γνῶσιν τῆς παραιτήσεως καὶ δὲν δύ-
861ναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε
862νόμιμον ὕπαρξιν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, δὲν
863σᾶς ζητοῦν λόγον, διατὶ παρῃτήθη ὥστε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν δύνα-
864σθε νὰ δώσητε λόγον. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς σχετικῶς πρὸς
865μίαν ἐπερώτησιν, ἐστάλη μία παραίτησις, τὴν θεωρεῖ οὐσιώδη
866ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὴν ἀναγνώσῃ. Ποῖος δύ-
867ναται νὰ κανονίσῃ τὴν κρίσιν του, ἂν εἶναι οὐσιώδης ἢ μή; Ἂν
868θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ παραίτησις,
869δὲν θέλετε κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐλευθερία
870τοῦ λόγου πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς κανονισμούς, τοὐτέστιν, ἡ Βουλὴ
871νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ὁμιλεῖν
872ἑνὸς ἑκάστου, πρέπει ἕκαστος νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων
873ποῖα εἶναι τὰ οὐσιώδη καὶ ποῖα τὰ ἐπουσιώδη, ποία ἔκφρασις
874καὶ ἰδέα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφρασθῇ. Ἂν θέλετε κατ’
875αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ
876μόνη ἐλευθερία, ἥτις μένει ἀκόμη ὀρθὴ, καὶ αὐτὴ κατέπεσε.
877§144ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κακῶς ἐξήγησαν τὸ
878προκείμενον ζήτημα· οὐδόλως ἀμφισβητῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
879λόγου καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου, οὐδὲ πρέπει νὰ προ-
880έλθωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ ζή-
881τημα ἄλλως πως ἠγέρθη καὶ ἀλλοῦ ἀπέληξεν. Ὁ βουλευτὴς Ἀτ-
882τικῆς ἔκαμεν ἐπερώτησιν ἢ ἐρώτησιν ἁπλῶς μετὰ τὸ τέλος τῆς
883ὁποίας ἐζήτησε ν’ ἀναγνώσῃ ἓν ἔγγραφον. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν,
884ὄχι νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου,
885ἀλλ’ ὅπως ἀπεφασίσθη, αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ συζητήσεις ἐπ’
886αὐτῶν νὰ γίνωσι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν θεωροῦμεν
887ὡς μίαν ἀναβολὴν τὴν ἀνάγνωσιν· κατόπιν ὅπου ἔλθῃ ἡ θέσις
888αὐτῆς νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν· δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀποφασισθῇ κατ’
889ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνώσωμεν αὐτὴν· διότι, ἐὰν σήμε-
890ρον εἶναι διὰ τὸν ἀντίθετον, αὔριον θὰ ᾖναι δι’ ἐμέ. Δὲν εἶμαι
891λοιπὸν τῆς γνώμης νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ νὰ
892πεισθῇ καὶ ὁ κ. Φιλήμων, νὰ τὴν ἀναβάλῃ. Θὰ τὸ δημοσιεύσῃ
893διὰ τῆς ἐφημερίδος καὶ θὰ τὸ μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος. Μὴ ἐπιμέ-
894νετε νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν, διότι θὰ ἔχει συνεπείας καλάς.
895Ἐγὼ θὰ ᾖμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγνώσεως· διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀνά-
896γνωσις πρέπει νὰ γίνῃ· οὐχ’ ἧττον ὅμως ἡ Βουλὴ ἐν τῷ δι-
897καιώματί της δύναται ν’ ἀναβάλῃ μίαν συζήτησιν, καθόσον
898δὲν περιέχεται καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λέγω λοιπὸν,
899ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι τῆς Βουλῆς εἶναι ν’ ἀναβάλῃ μίαν συ-
900ζήτησιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, εἰς μίαν
901ῥητὴν ἡμέραν.
902§145ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θὰ φέρω καμμίαν συζήτησιν κ. Ζέρβα.
903§146ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ ματαιώσῃ κατόπιν· ἐὰν ἐπι-
904μένωμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, θὰ ἔλθῃ εἰς τὸ κεφάλι μας ὕστε-
905ρον. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ μόνον. Μὴ προέλθετε εἰς
906ἀπόφασιν, κύριοι. Ἤμην πρόεδρος καὶ ἐπέμεινα νὰ μὴ προβῇ
907εἰς ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ δι’ ἓν ἄλλο ἀντικείμενον, ἀλλὰ δὲν μὲ
908ἤκουσαν καὶ κατόπιν ἴδατε τὰς συνεπείας. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ
909σήμερον. Εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, κύριοι, τὸ ὁποῖον δὲν δυνά-
910μεθα νὰ λύσωμεν ἐδῶ καθήμενοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν
911πολύ. Εἰμπορῶ σήμερον εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ κόμματος νὰ εἴπω
912νὰ μὴ ἀναβληθῇ· αὔριον ὅμως εἰμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ κεφάλι
913μου ἀνάποδα. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπό-
914φασιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Φιλήμονα ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀνά-
915γνωσιν ἐπὶ δύω ἡμέρας διὰ νὰ μὴ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὰς
916ἐργασίας μας. Δὲν θὰ χαθῇ ὁ κόσμος, ἐὰν ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ
917ἔγγραφον σήμερον ἢ αὔριον.
918§147Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Κ. Σῖμος ἐπεκαλέσθη πάλιν
919πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν ὑπά-
920γονται εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ εἰς τοὺς ὁποίας
921ὑπάγεται καὶ ὁ λόγος· τουτέστιν ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήμα-
922τος αὐτοῦ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὅσον θέλει, δὲν δύναται ὅμως
923ν’ ἀναγνώσῃ καὶ ἔγγραφα· καὶ σᾶς ἔφερε παράδειγμα, ὅτι ἐν-
924δεχόμενον εἰς μίαν περίστασιν νὰ ἔλθῃ βουλευτής τις νὰ σᾶς
925ἀναγνώσῃ μίαν πολύφυλλον ἔκθεσιν καὶ νὰ σᾶς κουράσῃ. Ἐδα-
926νείσθη τὴν ἰδέαν του ἀπὸ τοὺς Ἀγγλικοὺς κανονισμοὺς, τοὺς
927ὁποίους ἐν παρόδῳ θὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν γνωρίζω, καὶ ἀπὸ τὸ
928Ἀγγλικὸν σύνταγμα. Πολλάκις εἶπα εἰς τὸν κ. Σῖμον καὶ πάλιν
929λέγω, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν σύνταγμα καὶ τὰ ἔθιμα πρέπει νὰ τὰ
930ἐπικαλούμεθα εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς προσβάλλον-
931ται καιρίως αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τόπου· καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δι-
932έλθῃ, καθὼς καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπα, ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν
933καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον, τότε ἔπρεπεν ὁ κ. Σῖμος νὰ ἀνατρέξῃ
934πέραν τοῦ στενοῦ τῆς Μάγχης καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ παραδείγματα
935τῆς εὐδαίμονος Ἀγγλικῆς χώρας. Σήμερον ἔρχεται ὁ κ. Σῖμος
936καὶ σᾶς λέγει τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ πολλοὶ ἐξ
937ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴδομεν τὴν Ἀγγλίαν, οὐδὲ ἐμελετήσαμεν
938τὰ διάφορα φιλελεύθερα συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σῖμος
939ἠναγκάσθη νὰ μελετήσῃ, ὡς μεταφραστὴς μιᾶς ἱστορίας, λίαν
940φιλελευθέρου, τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἡμεῖς μένομεν
941παγωμένοι καὶ κεχηνότες ἀπέναντι αὐτῶν τῶν καταπληκτικῶν
942προτάσεων, τὰς ὁποίας ἐξ ἀπίνης ῥίπτει ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ὁ
943κ. Σῖμος. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριε Σῖμε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνα-
944τρέξωμεν εἰς τοὺς κανονισμοὺς τῆς Ἀγγλίας. Ἡμεῖς ἔχομεν νὰ
945συμβουλευθῶμεν τὸν κανονισμὸν, ὅστις διέπει, καθὼς σᾶς εἶ-
946πεν ὁ κ. Σαράβας, τὰς σχέσεις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν
947τὴν Ἑλληνικήν. Τί λέγει, κύριε Σῖμε, τὸ ἄρθρον 31 τοῦ κανο-
948νισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς; ἰδοὺ τί λέγει· «Πᾶσα πρότασις
949βουλευτοῦ ἢ ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ προεδρεῖον ἔγγραφος
950καὶ ἰδιοχείρως, παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, κα-
951ταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσά-
952γεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ
953προέδρου, κατὰ τὸ 21 ἄρθρον τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς
954βουλευτάς. Συζητεῖται δὲ κατὰ σειρὰν τῶν ἐγγράφων της,
955ἐκτὸς, ἂν ἡ Βουλὴ κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην
956προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.»
957Τί λέγει δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 21; Ἂς τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό, «Μετὰ
958τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ πρόεδρος ἀνακοι-
959νόνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλ-
960ματα, προτάσεις, ὑπομνήματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα.»
961Ὑποτεθείσθω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Φιλήμων σήμερον ὑπέ-
962βαλεν αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἔλεγεν, Κύριε πρόεδρε, σχετί-
963σατε αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν μὲ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ
964σᾶς παρουσιάσῃ ὁ ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναπτύξεως
965τῆς ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῶν ναυτικῶν βαθμολογιῶν. Τί ἤθελε
966γίνει, κύριε Σῖμε; Ὁ κ. πρόεδρος ἤθελε δώσει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον
967εἰς τὸν γραμματέα, καὶ ὁ γραμματεὺς ἤθελεν εἰπεῖ, «πρότασις
968τοῦ κ. Φιλήμονος. Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος δεῖνα παρῃτή-
969θη, καὶ ἡ παραίτησις του εἶναι αὕτη», καὶ ἤθελε διαβάσει αὑ-
970τὴν τὴν παραίτησιν ὁ γραμματεὺς χωρὶς νὰ γίνῃ ἀντίῤῥησις,
971διότι ὁ κανονισμὸς τὸ διατάσσει. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν τώρα, ὅταν
972τοιαύτην διάταξιν ὡρισμένην ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ τοῦ
973ἰδικοῦ μας, τί ἀνάγκη εἶναι, κ. Σῖμε, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχο-
974μεν οὐδὲ σιδηρόδρομον, οὐδὲ ἀτμόπλοια πολλὰ, νὰ σπεύσωμεν
975εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ ζητήσωμεν τὸν κανονισμὸν αὐτῆς ὅπως κα-
976νονίσωμεν τὰ ἰδικά μας πράγματα;
977Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἰσχυρῶν λόγων, τοὺς ὁποίους
978σᾶς ἔφερεν ὁ κ. Σαράβας, καὶ ὅστις σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις
979τῶν ἐγγράφων, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι δύο πράγ-
980ματα ἀχώριστα, ἔχομεν ἀκόμη ῥητὴν διάταξιν τοῦ κανονι-
981σμοῦ, ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν δύναται κανεὶς νὰ λαλήσῃ καὶ
982ἀντιστρατευθῇ.
983Ἕπεται λοιπὸν ἐκ τούτου, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία
984ἐπὶ δύο σχεδὸν ὥρας ἐπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, ἦτον ὅλως διόλου
985ματαία, ὅτι ἦτο συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ἔλθῃ,
986καθ’ ὅσον ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ εἶναι δικαίωμα
987ἀναμφισβήτητον. Καὶ, κύριε Σῖμε, σᾶς λέγω, ἐὰν ὁ κ. Φιλήμων
988δὲν ἦτον ἀκόμη ἄπειρος ἢ πρωτόπειρος τῶν βουλευτικῶν ἕξεων,
989ἢ ἂν εἶχον ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν, ἤθελεν εἶσθαι ἀνεγνω-
990σμένη καὶ 30κις μάλιστα ἀπὸ τότε ἕως τώρα, καὶ σεῖς ἂς
991ἐξακολουθῆτε νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν ἀνα-
992γνώσω.
993§148ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου
994βουλευτοῦ Ἄργους, ὅστις τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀνέπτυξεν ἡσύχως
995καὶ ἀπαθῶς καὶ εὐκρινῶς, δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ἤθελε προχωρήσει
996πλέον ἡ συζήτησις· ἀτυχῶς ὅμως ἐπροχώρησε, καὶ κατὰ μεγα-
997λειτέραν ἀτυχίαν ἀνέβη τὸ βῆμα ἄτομον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολ-
998λῶν ἐτῶν, ἤμην ἀκόμη μαθητὴς καὶ ἐφοίτων εἰς τὰ σχολεῖα,
999ὅτε καὶ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ὡς δημοσιογράφος ὑπεστήριζε
1000τὰς μεγαλειτέρας ἐλευθερίας, καὶ ὑπεστήριξε σήμερον, ὅτι
1001δὲν ἠμπορεῖ ὁ βουλευτὴς ν’ ἀναγνώσῃ ἔγγραφον ἀπὸ τὸ βῆμα
1002τοῦτο. Ἐὰν, κύριοι, παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν ταύτην,
1003ἀπὸ τοῦδε σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καταστρέφεται
1004καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Κατὰ τὸ 1845 ὁ τότε
1005ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν εἰς Μεσσηνίαν διὰ τῆς
1006βίας εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπὶ τεσσάρων χωρίων, ἅπερ διετεί-
1007νοντο, ὅτι ἦσαν ἰδιόκτητα, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ τὰ
1008φορολογήσῃ ὡς ἐθνικά. Ὁ νομάρχης Μηλαΐτης εἶχεν ἕνα οὐλα-
1009μὸν ἱππέων καὶ ἐνωμοτίαν ἐφίππου χωροφυλακῆς καὶ δι’ αὐ-
1010τῶν ἐξεβίαζε τὴν εἴσπραξιν· αὐτὰ τὰ χωρία ἀνεφέρθησαν καὶ
1011ἔφεραν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ὁ ἐπερωτῶν εἶχε φάκελλον
1012ἐγγράφων, ἐν οἷς ἦσαν καὶ δικαστικὰ ἔγγραφα. Ἐρωτῶ, ἂν
1013δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, πῶς
1014ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ τὸν ἰσχυρισμόν του, ἀφοῦ ὁ τότε ὑπουρ-
1015γὸς τῶν Οἰκονομικῶν διϊσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε;
1016Ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον θέλουν σήμερον
1017νὰ καθιερώσουν, νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται τὰ ἔγγραφα, ἤθελεν
1018εἰπεῖ τοὺς διέψευσα, ἐνῷ εὑρέθη εἰς τὴν ἐναντίαν θέσιν διαψεύ-
1019σαντα αὐτὸν τὰ ἔγγραφα (θόρυβος).
1020Λοιπὸν τί ἀξίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν δὲν ἀναγινώ-
1021σκωνται τὰ ἔγγραφα;
1022§149ΣΙΜΟΣ. Ὅταν ᾖναι ἐπίσημον ἔγγραφον.
1023§150ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί σημαίνει; Μήπως καὶ μία ἐπιστολὴ
1024ἑνὸς σπουδαίου προσώπου δὲν ἔχει πολλάκις ἠθικὴν ἀπόδειξιν
1025καὶ ἰσχυροτέραν πολλῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Μήπως, ὄχι
1026ἐπιστολὴ, ἀλλ’ ἁπλῶς μία σημείωσις, ἓν χαρτίον, τὸ ὁποῖον
1027ἤθελε γραφῆ μὲ τὴν χεῖρα ἑνὸς ἀνθρώπου ἀξιοπίστου, εἰς τὸν
1028ὁποῖον φέρει σέβας τὸ ἔθνος, ἂν παρουσιασθῇ, τοῦτο δὲν ἔχει
1029μεγάλην βαρύτητα;
1030Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ φίλος μου βου-
1031λευτὴς Ἑρμιονίδος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι τὰ
1032πράγματα ἔρχονται καὶ ἀνάποδα, καὶ ἔπειτα τὰ πληρόνομεν
1033ἀκριβά.
1034Λοιπὸν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου συνεπάγεται καὶ τὴν ἐλευθε-
1035ρίαν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων. Εἶπέ τις, ἂν ἀναγινώσκῃ
1036τις μίαν φυλλάδα; Ἀναβαίνω καὶ διαβάζω μίαν φυλλάδα· φεύ-
1037γουν οἱ βουλευταὶ καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σιωπήσω, ὅπως τὴν ἔ-
1038παθεν εἷς μωρολόγος γερουσιαστὴς ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἠμπορεῖ,
1039εἶπεν ἄλλος, ν’ ἀναβῇ καὶ ἕνας τρελλός· ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν κα-
1040ταντήσῃ τὸ βῆμα τοῦτο ν’ ἀναβαίνουν τρελλοὶ, τότε ἀλλοίμονον·
1041τότε οὔτε ἡ ἐλευθερία, οὔτε ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου ὠφελεῖ·
1042καὶ πρέπει νὰ προσέχωμεν, κύριοι, καὶ νὰ μὴ πετῶμεν τοιαύτας
1043φράσεις, προκειμένου περὶ τῶν δικαιωμάτων μας· ἀφορᾷ, κύριοι,
1044αὐτὸ τὸ πολίτευμα· εἶναι σπουδαῖον, ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τὸ
1045ἰδικόν μας, ὡς βουλευτῶν καὶ πολιτῶν Ἑλλήνων, τῆς πατρίδος
1046αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς εὐάρεστον θέσιν, διότι δὲν εἴμεθα
1047ἐπὶ ῥόδων, δὲν θέλομεν ἔχει πρόοδον· πρέπει νὰ προσέχωμεν
1048νὰ μὴ χάσωμεν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, πρὸς χειροτέρευσιν
1049τῆς κακῆς μας θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον.
1050§151ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι περιεπλανήθημεν, διότι
1051τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ τίποτε περιπλέον, δὲν
1052πρέπει παντάπασι νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς κανένα, ὅταν ἀκούῃ,
1053ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ ἤδη εἰς τὸν πρόεδρόν της, ὁ
1054ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν ἢ
1055εἰς τοὺς βουλευτὰς, δύναται νὰ διατάξῃ καὶ πρὸ τῆς ἀναγνώ-
1056σεως τὴν τύπωσιν ἑνὸς ἐγγράφου, διότι τοῦτο εἶναι ἡ καθημε-
1057ρινὴ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου· ὁσάκις ὁ πρόεδρος ἤθελεν
1058ἀναγνώσει μίαν ἀναφορὰν καὶ σᾶς ἠρώτα, δὲν ἐλέγατε νὰ
1059σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ νὰ τυπωθῇ;
1060§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλαμεν ὅλοι.
1061§153Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὅλοι πῶς ἐννοεῖτε;
1062§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1063§155Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει καθ’ ἡμέραν καὶ δὲν
1064ἔχει μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου κἀμμίαν σχέσιν, διότι ἀπὸ
1065τὸ ἄλλο μέρος παρατηρῶ ἀντίφασιν σπουδαίαν. Εἶπέ τις τῶν
1066προλαλησάντων βουλευτῶν, «ἦτο ἄπειρος ὁ Φιλήμων, ἂν ἤμην
1067ἐγὼ, ἤθελον ἀναγνώσει δεκάκις τὸ ἔγγραφον καὶ ἡ Βουλὴ ἤ-
1068θελε τὸ δικάσει·» ποῦ ἔγκειται ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ λόγου;
1069Ἂν ὁ κύριος Φιλήμων ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βου-
1070λῆς, ἀφῆκε μόνος του τὴν Βουλὴν νὰ ἐξασκήσῃ ἓν δικαίωμα
1071ἐπὶ τοῦ δικαιώματός του, τίς τοῦ παρεμπόδισε τὴν ἐλευθερίαν
1072τοῦ λόγου;
1073Τί εἶναι δὲ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον; διότι ἀκούω ἐπιστολὴν καὶ
1074ἠρώτησα τὸν κύριον Φιλήμονα καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναφορὰ
1075πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἂν ᾖναι ἀναφορὰ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον
1076ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἰδοὺ
1077τί λέγει ὁ Κανονισμός. Ἄρθρον 57. «Αἱ πρὸς τὴν Βουλὴν
1078ἀναφοραὶ παραπεμπόμεναι ὑπὸ τοῦ προέδρου εἰς τὴν ἁρμοδίαν
1079ἐπιτροπὴν, καταχωρίζονται εἰς ἰδιαίτερον πρωτόκολλον, ἀριθ-
1080μούμεναι, καθ’ ἣν εἰσέρχονται χρονολογικὴν τάξιν. Σημειοῦν-
1081ται δ’ ἐν αὐτῷ ἡ περίληψις τῆς ἀναφορᾶς, τὸ ὄνομα καὶ ἡ
1082κατοικία τοῦ ἀναφερομένου.»
1083§156ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι ἀναφορά.
1084§157Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί λοιπόν; αὐτὸ εἶναι ἀναφορὰ, καὶ δὲν
1085εἶναι οὔτε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ πολλάκις ἠρωτήθη,
1086ἂν θέλῃ ν’ ἀναγνωσθοῦν ἀναφοραὶ καὶ εἶπεν ὄχι, καὶ τοῦτο τὸ
1087ἐπράξατε μυριάκις καὶ θὰ τὸ πράξητε μυριάκις, καὶ ἂν μοὶ
1088δίδετε τὴν ἄδειαν, ἑκάστοτε θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω.
1089§158ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν ὁ βουλευτὴς ζητήσῃ ν’ ἀναγνώσῃ ἀναφορὰν
1090δύνασθε νὰ τοῦ τ’ ἀπαγορεύσητε;
1091§159Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἰσχυρίζομαι τοῦτο.
1092Ἄλλως τε οὐσιαστικῶς ἐξετάζων τὸ ζήτημα δὲν ἐννοῶ ποίαν
1093ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος
1094ἐπροκάλεσεν ἐπισήμως ἐνώπιόν σας τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς
1095λέγει, σ’ ἐπερωτῶ, διατί ἔκαμες παρανόμως προβιβασμοὺς; Θέλω
1096ν’ ἀπολογηθῇς, θέλω νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, καὶ προσδιωρίσθη
1097μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα μὴ παρεμβάλλωνται
1098προσκόμματα. Τώρα ἐρωτῶ, ἡ ἀναφορὰ τοῦ Κουντουριώτη εἶναι
1099ἄλλο τι παρὰ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀντικείμενον τῆς ὁ-
1100ποίας ὡρίσθη νὰ συζητηθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, καὶ ἡ Κυβέρ-
1101νησις παρεδέχθη καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν;
1102Ὁ κύριος Φιλήμων εἶπε καὶ ἕτερόν τι, «δὲν ἔχω νὰ προκα-
1103λέσω συζήτησιν», καὶ ὅταν δὲν θέλετε, δὲν ἔχετε λόγον νὰ
1104προκαλέσητε αὐτήν.......
1105§160ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ προκαλέσω, ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ
1106ἂς συζητήσῃ.
1107§161Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε διατί δὲν ἀφίνετε κατὰ τὴν ἐπερώτη-
1108σιν νὰ τὴν ἀναγνώσητε; Ἀντικείμενον ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς
1109Βουλῆς εἶναι καὶ ἄξιον τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ὅμως σεῖς λέ-
1110γετε, ὅτι δὲν θέλω συζήτησιν· τότε ἐγὼ σοῦ λέγω, τύπωσε τὸ
1111ἔγγραφον καὶ μὴ μᾶς ἀπασχολεῖς, διότι ἐδῶ δὲν ἐρχόμεθα νὰ
1112ἐξετάσωμεν τί θέλει ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ τί νὰ συζητή-
1113σωμεν; Δὲν ἔχει κανεὶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι εἶναι παρὰ
1114πολὺ ῥωμαντικόν.
1115§162ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶμαι βουλευτὴς ῥωμαντικός.
1116§163Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1117εἴπῃ εἷς βουλευτὴς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσας ἐπιστολὰς ἔχω καὶ
1118δὲν θέλω συζήτησιν· μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπερωτῶ
1119τὴν Κυβέρνησιν, φέρω εἰς γνῶσιν αὐτῆς τοιαύτας πράξεις, ὄχι
1120ὅμως νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ εἴπετε, σταματήσατε, ἔχω ἐπιστολὰς
1121νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἀλλὰ δὲν θέλω συζήτησιν. Καὶ ἂν πράξετε
1122ὅλοι τοῦτο, πότε θὰ γείνῃ συζήτησις;
1123§164ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θέλομεν νὰ παίζωμεν.
1124§165Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι παίζετε, διότι λέγετε, ὅτι κα-
1125τεστράφη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅταν ἔρχεσθε ν’ ἀναγνώσητε
1126μίαν ἐπιστολὴν καὶ δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῆς.
1127Νομίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τινὲς ἠθέλησαν νὰ στη-
1128ριχθῶσιν, ὅπως ὑπερασπισθῶσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἦτο
1129πολὺ μαλακὸν καὶ ἐβυθίσθησαν. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀνήκει
1130εἰς τὸ ἔθνος, τὴν κατέκτησε διὰ θυσιῶν καὶ κανεὶς δὲν τὴν ἐμ-
1131ποδίζει, εἰμὴ μόνον, ὅταν ἀντίκηται εἰς τὸ ὀρθὸν, καὶ αὐτὸ, τὸ
1132ὁποῖον προτείνετε, ἀντίκειται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον.
1133Ἐγὼ, κύριοι, πολλάκις ἀνέγνωσα πολλὰ ἔγγραφα, ὡς ὁ Κύριος
1134Κεχαγιᾶς μοὶ ὑπενθύμισε· τί συνέβαινε; ἐλάμβανα τὸν λόγον
1135ἐπὶ ἑνὸς θέματος καὶ ἔλεγον π. χ. ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς
1136κυβερνήσεως, ἔλεγον τοιαύτη καὶ τοιαύτη εἶναι καὶ ἔφερον τὰς
1137ἀποδείξεις.
1138§166ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ζητήσητε ἄδειαν.
1139§167Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
1140§168ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὸν κύριον Σῖμον ἀπαιτεῖται ἄδεια.
1141§169Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Φιλήμων δὲν δύναται νὰ εἴπῃ
1142θ’ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ συζητήσω.
1143§170ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν σκοπῶ ἐγὼ νὰ προκαλέσω
1144συζήτησιν, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσῃ εἶναι δικαίωμά της.
1145§171Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολλοὶ ἐνόμισαν καὶ τὸ ἤκουσα, ὅτι κἄτι τι
1146σπουδαῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ παραίτησις ἑνὸς ἀνθρώπου... (θόρυβος)
1147§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
1148§173Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος
1149γίνεται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου δὲν εἶχε τὸν τόπον του
1150εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἠθέλατε κάμει καλ-
1151λίτερον, ἂν τῳόντι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κεντήσωσι
1152ὅλας τὰς καρδίας, τὰ μεταχειρίζεσθε, ὅταν ἔχετε ἀφορμὴν,
1153διότι, ὅταν δὲν ἔχωμεν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀντίθετον.
1154Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύνα-
1155ται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κύριον Φιλήμονα, πληρέστατα ἔχεις τοιοῦ-
1156τον δικαίωμα, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔγγραφον, τὸ
1157ὁποῖον μᾶς ἐφέρατε, σχετίζεται μὲ μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
1158§174ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν τὸ ἠξεύρετε.
1159§175Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὺ τὸ εἶπες.
1160§176ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἴσως ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο ἐσφαλμένη.
1161§177Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἅμα ὑμεῖς δὲν ἔχετε ὑπόληψιν εἰς τὴν
1162ἀντίληψίν σας, τότε δὲν θὰ ἔχω οὔτε ἐγώ.
1163§178ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπόληψιν εἰς τὴν ἰδικήν της ἀντί-
1164ληψιν. Δὲν εἶσθε φαίνεται παρὼν, ὅταν ὡμίλησα τὴν πρώτην
1165φοράν.
1166§179Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλλίτερα ποῦ δὲν ἤμην.
1167§180ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν ἁβροφροσύνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖτε παρὰ
1168τῶν ἄλλων, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ μετέρχεσθε πρὸς αὐτοὺς
1169(θόρυβος).
1170§181Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1171ὁ λόγος ἔμεινεν ἐλεύθερος. Καὶ μήπως ἐντεῦθεν χιλιάκις δὲν μᾶς
1172ἀνέγνωσαν πρακτικὰ τῶν συνελεύσεων καὶ τῶν βουλῶν, δὲν
1173μᾶς ἀνέγνωσαν 70 νόμους οἱ Ἑπτανήσιοι, μήπως ὁ κύριος Κων-
1174σταντᾶς δὲν μᾶς ἔφερεν ὁλόκληρα βιβλία, καὶ οὔτε εἴπαμεν
1175ὄχι. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ οὐδὲν ἕτερον.
1176§182ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ δικαίωμα τοῦ
1177ἀναφέρεσθαι, τὸ δικαίωμα τοῦ λαλεῖν ἐν ὑπαίθρῳ ὁ τύπος εἶναι
1178ἐλεύθερος, λογοκρισία δὲν ἐπιτρέπεται. Ταῦτα, Κ. βουλευτὰ Ἀτ-
1179τικῆς (πρὸς τὸν Κ. Σῖμον ἀποτείνεται ὁ ἀγορεύων), καθιέ-
1180ρωσεν ἡ μεταβολὴ τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Εἰς τὴν ἀναγραφὴν
1181τῶν ἀρχῶν τούτων οὔτε κἂν συζήτησις ἐγένετο, οὔτε κἂν πρό-
1182τασις ὅπως τεθῇ ὅρος καὶ φραγμός.
1183Ἐθαύμασα τῳόντι μὲ τὴν τόλμην τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς.
1184§183ΣΙΜΟΣ. Ὁ βουλευτὴς τολμᾷ δυνάμει τοῦ Συντάγματος.
1185§184ΔΑΓΡΕΣ. Τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὀφείλει τὴν ἕδραν
1186του τὴν σημερινὴν καὶ τὴν προηγουμένην εἰς τὴν μακροθυμίαν
1187τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοῦ σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέ-
1188τησε... (θόρυβος).
1189§185ΣΙΜΟΣ. Ἀνακαλέσατέ τον, κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν τάξιν
1190(θόρυβος).
1191§186ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφήσατε νὰ ἰδῆτε τί ἐννοῶ (θόρυβος παρατετα-
1192μένος). Οὐδέποτε ἐξέφρασά τι προσβλητικόν. Ὁ βουλευτὴς
1193Ἀττικῆς κύριος Σῖμος, ὁ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπουργὸς εἶπον,
1194ὅτι ὀφείλει τὴν θέσιν του τὴν προηγουμένην, ὀφείλει τὴν σημε-
1195ρινὴν εἰς τὴν μακροθυμίαν τοῦ σώματος ἐκείνου, ὅπερ συνέταξε
1196τὸ σύνταγμα τὸ νῦν ἰσχύον. Δὲν πιστεύω ποτὲ λοιπὸν, ὅτι ἡ
1197ἀφήγησις τῆς ἱστορίας ἠδύνατο νὰ προσβάλλῃ τὸν κύριον Σίμον·
1198καὶ ἰδοὺ τί ἐννοῶ. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἡ συζητήσασα, ἡ καθιε-
1199ρώσασα τὸ σύνταγμα, ἐνῷ περιέλαβε τόσας ἀπολύτους ἀρχὰς,
1200ὡς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολύτως ἀναφέρεσθαι, τὸ σῶμα αὐτὸ
1201ἐθεώρησεν ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων του νὰ ἐκδώσῃ ψή-
1202φισμα διὰ τοῦ ὁποίου κατεδίκασε τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος
1203θόρυβος πολὺς εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).
1204§187ΣΙΜΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν ποτὲ συγχώρησιν.
1205§188ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔθνος τοὺς ἐσυγχώρησε (θόρυβος).
1206§189ΣΙΜΟΣ. Εὑρίσκομαι ἐδῶ δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ
1207(θόρυβος παρατεταμένος).
1208§190ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ... (θόρυβος). Ἂς παύσουν ἐκεῖ-
1209νοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐφυλάκισαν καὶ μᾶς κατέστησαν δυστυχεῖς
1210.... δὲν τοὺς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ὑβρίζουν κατὰ μέ-
1211τωπον.
1212§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.
1213§192Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ποία εἶναι ἡ μακροθυμία τοῦ σώ-
1214ματος διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ βουλευτοῦ; Ν’ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι εἶπε,
1215κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
1216§193ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν προσέβαλα τὴν φιλοτιμίαν κανενός· ἂν νομί-
1217ζετε τοῦτο, λέγω, κύριε βουλευτὰ Καρυστίας, ὁ ὁποῖος ταράτ-
1218τεσθε, ὅταν ἀκούετε.... (θόρυβος).
1219§194Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπομεν συζήτησιν ἂν δὲν ἀνα-
1220καλέσῃ...... (θόρυβος).
1221§195ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅ,τι φθά-
1222νουν, μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων
1223(θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τῆς μιᾶς καὶ
1224ἑτέρας πτέρυγος τῆς Βουλῆς).
1225§196Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ........
1226§197ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ ἔχω ἱστορίαν μαζύ σου.
1227§198Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ποῖος σὲ θέλει.
1228§199ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω, διότι ὅταν ἡ κοινωνία ἐσφάδαζε, σὺ μᾶς
1229κατεδίωκες (θόρυβος). Ἀπαντῶ εἰς τὸν βουλευτὴν Καρυστίας.
1230§200Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἀφήσατε αὐτὰ τὰ πράγ-
1231ματα.
1232§201ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑποχωρῶ· ἐνθυμηθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅταν τὴν
12339. Φεβρουαρίου ἐκ τοῦ θεωρείου ἐκείνου ἠπειλήθη ἡ ζωή μου,
1234τότε δὲν ὑπεχώρησα· δὲν ὑποχωρῶ οὔτε σήμερον.
1235Λέγω εἰς τὸν Κύριον βουλευτὴν Καρυστίας, ὅτι ἔχει δίκαιον
1236νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἔχῃ σχέσιν μαζύ μου, διότι δυστυχῶς, ὅταν
1237ἐγὼ καὶ τινες ἄλλοι...
1238§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐπὶ τοῦ θέματος.
1239§203ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ δὲν μοί ἐπιτρέπετε ν’ ἀπαντήσω, παρα-
1240καλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
1241Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν Κύριον Σῖμον, ὅτι οὐδ’ ἐσυλλογίσθη
1242ποτέ τις νὰ θέσῃ φραγμὸν καὶ τὸν ἐλάχιστον περιορισμὸν εἰς
1243τὰ διαγεγραμμένα παρὰ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα. Εὐτυχῶς
1244παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πλεῖστα ὅσα ἐκ τῶν μελῶν
1245τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, παρακάθηται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυ-
1246βερνήσεως, ὅστις ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ
1247Ὀκτωμβρίου, καὶ τὸν προκαλῶ, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς
1248τότε ἀρχάς του, διότι εἶναι ἄνθρωπος θετικῶν ἰδεῶν, τὸν προ-
1249καλῶ νὰ ἐκφράσῃ ῥητῶς, ἂν ἡ Συνέλευσις ἠννόει νὰ τεθῇ φραγ-
1250μός τις.
1251§204ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Τίς τὸ φιλονεικεῖ αὐτό;
1252§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς.
1253§206ΣΙΜΟΣ. Διόλου· ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν φιλονεικεῖται.
1254§207ΔΑΓΡΕΣ. Εὐχαριστοῦμαι ἀκούων τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς ν’
1255ἀνακαλῇ ὅ,τι εἶπε.
1256§208ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἀνακαλῶ· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου
1257εἶναι ἀπεριόριστος.
1258§209ΔΑΓΡΕΣ. Θέλετε νὰ χωρήσητε τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφου ἀπὸ
1259τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ἀναποσπάστως
1260συνδεδεμένα τὸ ἓν πρὸς τὸ ἕτερον.
1261Τί εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔγγραφον; εἶναι ἓν ἔγγραφον τοῦ
1262υἱοῦ τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος ἔμαθε, ὅτι ἐβαθμολο-
1263γήθη εἰς τὸν βαθμὸν πλωτάρχου καὶ ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι ἐπρο-
1264βιβάσθη παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσεν ὅτι ἐξηγέρθη ὁ τύπος
1265καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλησε νὰ προ-
1266λάβῃ παραιτούμενος, καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ πα-
1267ρακαλέσῃ νὰ μὴ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ βαθμοῦ του. Σᾶς ἐρωτῶ
1268σᾶς οἱ ὁποῖοι εἴπατε, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτη, ἡ
1269κεφαλὴ τοῦ ὁποίου ἐστέφθη μὲ δάφνας ἀμαράντους θέλετε ν’
1270ἀρνηθῆτε εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀνά-
1271γνωσιν τῆς ἐπιστολῆς του;
1272§210ΣΙΜΟΣ. Διακρίσεις δὲν ὑπάρχουν, τὸ δικαίωμα ὑπάρχει δι’
1273ὅλον τὸν κόσμον.
1274§211ΔΑΓΡΕΣ. Θέλετε νὰ καταστήσητε ἀντικείμενον συζητή-
1275σεως τὴν βαθμολογίαν τοῦ Κουντουριώτη καὶ δὲν θέλετε
1276νὰ μάθετε, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα ὡς ὁ πατήρ
1277του, καὶ δὲν θέλετε νὰ τοῦ παράσχητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ
1278δείξῃ, ὅτι ἔχει τὰ ἴδια αἰσθήματα καὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὠφε-
1279ληθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἐναντίον τῶν νόμων, τῆς φι-
1280λοτιμίας του, ἐναντίον τῶν προηγηθέντων ἀπαραγράπτων
1281δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸ ἔθνος. Ἡμεῖς ἐμμένομεν
1282κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως λέγοντες, ὅτι πᾶν οἱονδήποτε ἔγγραφον,
1283πᾶσα ἀνάγνωσις ἐν γένει εἶναι ἀναπόσπαστος ἀδιακρίτως μὲ
1284τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ὡς τοιαύτη θέλομεν νὰ ψηφο-
1285φορηθῇ· θέλομεν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἔλθωμεν. Πρὸ
1286ὀλίγου ἀνεγνώσαμεν μίαν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1287καιοσύνης διὰ τῆς ὁποίας διατάττονται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλ-
1288ληλοι πῶς πρέπει νὰ φέρωνται, ὅταν ὁ πολίτης ζητῇ ν’ ἀπαλ-
1289λαχθῇ τοῦ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἄνευ νόμου.
1290§212Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ διαγγέλματος τὶ εἴ-
1291πατε; Ποῖον νὰ πιστεύσωμεν τώρα, ὑμᾶς ἢ τὸν Δαγρὲ τῆς ἐ-
1292ποχῆς ἐκείνης (θόρυβος).
1293§213ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἤμουν συνεπὴς καὶ τότε καὶ πάν-
1294τοτε καὶ ὅ,τι ὑπεστήριζα ἐν τῇ Συνελεύσει ὑποστηρίζω καὶ
1295τώρα.
1296§214Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι
1297τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐνδιατρίψωμεν ἤδη εἰς ὅσα μία Ἐθνο-
1298συνέλευσις, ἡ πανελλήνιος ἐκείνη Συνέλευσις, ἡ συγκροτηθεῖσα ὕστε-
1299ρα ἀπὸ μίαν μεταβολὴν, ἀπεφάσισεν καὶ μόνη της κατόπιν ἐκρή-
1300μνισε, διότι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν· ὅσοι ἦλθον ἀπὸ
1301τὰς ἐπαρχίας ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ
1302λαοῦ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς μακροθυμίας κανενὸς, ἄλ-
1303λως τε οἴκοθεν ἡ Συνέλευσις ἀνεκάλεσε καὶ ἐξηφάνισε τὸ ψή-
1304φισμά της, καὶ κανεὶς δὲν δύναται ἤδη νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ.
1305Ἕκαστος, κύριοι, ὑπάρχει ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ,
1306καὶ κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ ἄλλου· ἑπομένως κανεὶς δὲν ὑπάρ-
1307χει ἐκ μακροθυμίας, ἀλλ’ ἐξ ἀποστολῆς τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις
1308ἔχει ἀπεριόριστον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους
1309του. Εἶναι λοιπὸν βλάσφημοι αἱ ἰδέαι, αἵτινες ῥίπτονται ἐδῶ
1310καὶ θέλουν νὰ φέρουν διαιρέσεις καὶ διχονοίας, καὶ παρακαλῶ
1311τὴν Βουλὴν ὅλα αὐτὰ νὰ τ’ ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ τὰ παραπέμψῃ
1312εἰς κόρακας.
1313§215ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑπῆρχεν ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον κατε-
1314δίκαζε τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους; καὶ ἐὰν δὲν ἠκυροῦτο, ἠδύναντο
1315οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι νὰ ἦναι σήμερον βουλευταί; εἶναι μία ἱστο-
1316ρικὴ ἀλήθεια· αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Δαγρὲς, μίαν ἱστορικὴν ἀλήθειαν.
1317§216Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὅ,τι τὸ ἔθνος ἐσυγχώρησε δὲν
1318πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται πλέον.
1319§217ΣΙΜΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μόνον τοῦτο (θόρυβος).
1320§218ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι, νὰ τὸ φέρωμεν.
1321§219ΣΙΜΟΣ. Θὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Ἐθνοσυνέ-
1322λευσις, δὲν τὸ ἔπραξε, διότι τὸ ἐζητήσαμεν εἴτε ἐγὼ, εἴτε οἱ
1323συνάδελφοί μου· ἡ Συνέλευσις ἔπραξε μόνη της καὶ τὸ ἓν καὶ
1324τὸ ἄλλο, διότι ἀπὸ ἐμὲ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε αἴτησις συγχωρή-
1325σεως, οὔτε ἄμεσος ἢ ἔμμεσος, καὶ ἐπικαλοῦμαι πάντας μάρ-
1326τυρας· ἀλλὰ λέγω, διατὶ ὁ κ. Δαγρὲς ἐνθυμεῖται αὐτὸ τὸ
1327τῆς Συνελεύσεως; Μήπως ἡμεῖς ἐκάμαμεν αἴτησιν θεραπείας
1328ὡς εἰς δικαστήριον διὰ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του;
1329§220ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς λέγω, ἐὰν ὑπονοῆτε ἐμὲ, εἶναι ψεῦδος (θόρυ-
1330βος).
1331§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
1332Ὥρα 6 παρὰ τέταρτον.