1868.07.09
383 στίχοι · 3.064 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 9 Ἰουλίου 1868.
Τρίτη
(Ὥρα 2 μ. μ.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. —Τρεῖς μαθηταὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὸ προεδρεῖον ὁμοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν χθὲς σᾶς ὑπέβαλον· εἶναι ἐκ τῶν ἰδίων μαθητῶν καὶ τὰ αὐτὰ λέγουν· ἔκαμαν δὲ ἰδίαν ἀναφοράν, διότι δὲν ἦσαν ἐκεῖ ὑπογεγραμμένοι.
§4ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ καὶ αὐτὴ ἐκεῖ, ὅπου ἐστάλη καὶ ἡ ἄλλη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπονοῦνται ὅτι ἐξῆλθον τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ αὐτῶν.
§6ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν νὰ σταλῇ καὶ αὐτή.
§7Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν στρατιωτικῶν. Τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν;
§8ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον, ἂς ζητήσῃ γνώμην καὶ ἀπὸ αὐτούς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολίτης τις ἀπὸ ἐπαρχίαν μακρὰν τῆς πρωτευούσης ἔστειλεν εἰς τὸ προεδρεῖον μίαν ἐπιστολὴν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔχει ἐπισυνημμένην καὶ μίαν ἀναφοράν.
§10ΤΙΝΕΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δὲ καὶ ποιήματά τινα αὐτοῦ, ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§12ΤΙΝΕΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ἴδωμεν τί λέγει;
§13ΕΤΕΡΟΙ. Ἡ ἐπιστολὴ ἂς ἀναγνωσθῇ· (ἀναγινώσκεται ἡ ἐπιστολή).
§14ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγνωσθῇ ἄλλο τίποτε, καταλάβαμεν. Ἂς σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ τὰ βάλῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Χρίστου Τσόγκα ζητεῖ σύνταξιν δι’ ἀναφοράν της.
§16ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΤΙΝΕΣ. Ποία εἶναι;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις νομοσχεδίων.
§20ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ζήτημα τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν, ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε πολλάκις καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τὰς περιπλοκὰς, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσε μετὰ τὴν μεταβολὴν τῆς νομοθεσίας, τοὐτέστι τῆς ἑλληνικῆς ἐφαρμοζομένης εἰς τὴν Κέρκυραν, τὸ ζήτημα αὐτὸ παρέχον πολλὰς δυσκολίας δὲν ἐστάθη δυνατὸν ἐγκαίρως νὰ κανονισθῇ· καὶ μόλις εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξεδόθη νόμος κανονίζων τὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, τοὐτέστι τῶν ἀγροδοτῶν μετὰ τῶν ἀγροληπτῶν. Ἐπιτυχῶς δὲν ἦτον ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ΣΜΔʹ, καθὼς ἡ πεῖρα ἀπέδειξε, διότι αἱ περιπλοκαὶ δὲν ἐξηλείφθησαν, διότι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι ὑπάρχουσιν, ὥστε ἡ πλουσία αὕτη ἰδιοκτησία μένει εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ ἐξακολουθεῖ ἐπαπειλουμένη ὑπὸ καταστροφῶν. Τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσῃ ἐκείνας τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν ἀνωμαλίᾳ καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα, τὸν ΣΜΔʹ δὲν ἔφεραν εἰς ἁρμονίαν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ τοὺς καλλιεργητάς. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἀπῄτει καὶ ἀπαιτεῖ, ὑπηγόρευσε καὶ ὑπαγορεύει νὰ διευκολυνθῶσι καὶ ἐξομαλυνθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, ν’ ἀρθοῦν ἀπὸ τὸ μέσον ὅλα τὰ προσκόμματα, νὰ κατασταθῇ ὁ νόμος ἐκτελεστέος, ὥστε νὰ ἐκτελῆται καὶ πραγματοποιῆται καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσιν αἱ πλούσιαι αὗται ἰδιοκτησίαι ἀπὸ τὰς δυσκολίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ματαιώνουν πᾶν ὅ,τι ὁ ἰδιοκτήτης μὲ κόπους πολλοὺς πρὸ ἐτῶν ἀπέκτησεν. Τὸ ὑπουργεῖον βλέπον αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον τροποποιοῦν διατάξεις τινὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὸν εὐεργετικόν, τὸν δίκαιον, καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν, καθότι αἱ ἰδιοκτησίαι αὗται αἱ πλούσιαι, καθὼς εἶπον, καταστρέφονται καὶ ἰδίως ὁ ἐλαιοκαρπὸς, ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος αὐτὸ φαίνεται πολλὰ εὔφορος, πλούσιος νὰ σωθῇ. Διὰ τοῦτο θεωρῶν ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σκέψιν καὶ σκέψιν ταχεῖαν μὴ παρέλθῃ ὁ καιρὸς καὶ ματαιωθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ προσπάθειαι διὰ νὰ ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ὅστις, πιστεύω ὅτι θέλει πληρώσει πολλὰς ἐλλείψεις τοῦ ῥηθέντος νόμου ΣΜΔ, ἐλύθη ἐκ τῆς πείρας ὅτι ὑπάρχει καί τις ἄλλη ἔλλειψις νὰ ἐργασθῶμεν τότε πρὸς θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς, ἀναγκαῖον νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς εἰρημένας ζημίας. Εἶναι λοιπὸν ἓν νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον ΣΜΔ· εἶναι καὶ ἕτερος νόμος ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔχει διατάξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἀποκαθιστῶσιν αὐτὸν ἀνεφάρμοστον· ἐκ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος συνετάχθη ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν μεταβάλλει, ἀλλὰ κυρίως μόνον ἁπλοποιεῖ τὰ τῆς ἐκποιήσεως. Τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν εἰσαχθῆ ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν, φρονῶ, τὴν καταναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ κτημάτων, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἔμεινεν ἔκτοτε ἐκκρεμὴς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν συζητήσῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ υἱοθετεῖ, τὸ παραδέχεται τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὸ εἰσαγάγει μὲ τὸν σκοπὸν τῆς ἀποζημιώσεως· ἡ ἔκθεσις ὑποβάλλεται κατόπιν, παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ νὰ προστατευθῶσι σπουδαῖα συμφέροντα καὶ πλούσιοι ἰδιοκτησίαι.
§21ΡΩΜΑΙΟΣ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον καὶ διανεμηθῇ, διότι ἔτσι εὔκολα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, μετὰ μεγάλου σεβασμοῦ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπῄτει καὶ ἀπαιτεῖ καὶ θέλει πάντοτε ἀπαιτεῖ τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῶν. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἐδικαίωσε τὴν πρὸ μικροῦ γενομένην διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς τοῦτο ὑπῆρξεν ἀφορμὴ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ κοινωνικώτατον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους, ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ζήτημα τοῦτο διεξήχθη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, καὶ διεξήχθη συνεπείᾳ πολλῶν καὶ πολυπληθῶν γνωμοδοτήσεων πολλῶν ἐπιτροπῶν, συγκειμένων ἐκ νομομαθῶν, καὶ πολλῶν συγγραμμάτων, ἅτινα ἐξεδόθησαν ὑπὸ διαφόρων, καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐσυζητήθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, καὶ πραγματικῶς ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, καθ’ ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ κοινωνικῶν ζητημάτων, ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον ἡ κοινωνία νὰ ἀποφαίνεται, καὶ ἀποφανθεῖσα τότε ἡ Βουλὴ ἐσυζήτησεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν εἶναι οὔτε νομοθετικὰ, οὔτε πολιτικὰ, εἶναι κοινωνικά· ναὶ μὲν ἐνδιαφέρεται μία κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ ἕνα νόμον, ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος δὲν φέρει καὶ τὸ ἠθικὸν κῦρος, δὲν εἶναι σεβαστὸς, δὲν εἶναι δεκτὸς, ὄχι ὅταν πρόκηται δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ κοινὸν δίκαιον κοινωνίαν ὁλόκληρον, διότι δι’ αὐτῶν τῶν ἐξαιρέσεων πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν λαὸν πολυπληθῆ εἰς μίαν ἐξαίρεσιν, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ δύναται νὰ ἀντισταθῇ, δι’ οἱουδήποτε τρόπου, διὰ τῶν ὅπλων καὶ τῆς βίας ἐναντίον μιᾶς τοιαύτης ἀδικίας. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως μετὰ μεγάλου σεβασμοῦ νὰ ἀποκρούῃ τὴν ἰδέαν τῆς πλειονοψηφίας ἢ μειονοψηφίας, τὸ νὰ συζητηθῇ κατεπειγόντως τὸ νομοσχέδιον περὶ ληστείας. Τί εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς; εἶπεν ὅτι ἡ ληστεία εἶναι ἓν μόλυσμα καὶ ἓν κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀμαυρόνει καὶ καταστρέφει τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, καὶ εἶναι σπουδαῖον μέλημα τοῦ ἔθνους εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δυσφημίσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Καὶ μολονότι ἐπρόκειτο περὶ ληστείας, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος καὶ δὲν πρέπει κατεπειγόντως νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν πρέπει κατόπιν αὐτῶν τῶν λόγων, προκειμένου ἤδη περὶ σπουδαιοτάτου καὶ κοινωνικωτάτου ζητήματος, νὰ μελετηθῇ προηγουμένως, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν; Ἐὰν λοιπὸν περὶ ληστείας προκειμένου ἐστάλη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐχορηγήθη ἀρκετὸς καιρὸς· προκειμένου περὶ μιᾶς ὁλοκλήρου κοινωνίας, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, δὲν πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν ἐπ’ αὐτῶν καὶ συζητηθῶσιν ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας αὐτῆς; Περιπλέον, κύριοι, σᾶς παρατηρῶ ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐκ νομομαθῶν, τῶν κυρίων Προβελεγίου, Μπαλάνου, Κυπριάδου καὶ λοιπῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν χωρικοὶ, ὥστε αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τυχαῖον, εἶναι γνώμη αὐθεντικὴ, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι αὐθεντική. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἅμα εἶδον τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀμέσως ἐνόησα ἐκείνους, οἵτινες τὰ προτείνουν, διότι δὲν εἶναι νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου· παρεκλήθη τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ ὑποβάλῃ· δὲν ἔχουν τὴν τόλμην αὐτοὶ νὰ τὰ ὑποβάλουν· (θόρυβος). Κύριε ὑπουργὲ, ἠξεύρετε ὅτι ὑπῆρχον φίλος σας καὶ σᾶς σέβομαι διὰ τὴν ἐσωτερικήν σας βαρύτητα καὶ διότι εἶσθαι ὁ ἀρχηγὸς τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ.... ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, παρακαλῶ τὰ γηρατειά σας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν σας νὰ μὴ ἀναμιχθῆτε εἰς τοιαῦτα πράγματα· ἀφήσατε τὴν κοινωνίαν αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὅπως δύναται, ἀφήσατε τὴν Βουλὴν νὰ φωτισθῇ εἰς αὐτό. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παρακαλέσῃ τὸ ὑπουργεῖον ὅπως παραχωρήσῃ τὰ διάφορα ἔγγραφα καὶ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέκαθεν συνέταξε, παρακαλῶ τὸν γηραιὸν πρωθυπουργὸν νὰ μὴν ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἐπιθυμῶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ 1862 καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν κοινωνίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος· διότι, ἂν τοῦτο γίνῃ, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ᾖναι πολὺ ὀλέθρια, διότι ἡμεῖς, οἵτινες ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἀνθέξωμεν, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ μὴν ὑποφέρωμεν, διότι ἕνας λαὸς, ὅστις ἐξαιρεῖται τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴν ὑποφέρῃ τοῦτο. Μὴ θελήσετε λοιπὸν χάριν τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν νὰ λύσετε τὸ ζήτημα· ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ θεωρήσητε ζήτημα οἰκογενειακὸν καὶ πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὥστε καὶ ἡ κοινωνία, καὶ τὸ ἔθνος, καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ τὸ μελετήσωσι, καὶ....
§23ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πλανηθεὶς ἴσως ἀπὸ τὰς παραστάσεις τῶν ἀντιπάλων μας, ὅτι πρόκειται λόγος νὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἐλαιοκάρπου· ὑπάρχει ὁ ΣΜΕʹ νόμος, ὁ ὁποῖος ἰδίως προέβλεψε περὶ τῆς διανομῆς τῶν μεριδίων καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐξεδόθη. Ὁ κ. Κουρῆ, μετ’ ἄλλων συνέταξε τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ ὁ κ. Κουρῆς λαβὼν τὴν ὑπόσχεσιν ἀπὸ τὸν πρόεδρον, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸν τὸν νόμον, καὶ ἐπέρασεν· ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη εἰσέτι, δὲν γνωρίζω καθαρῶς τὰ ἐλαττώματά του ποῖα εἶναι, ἐκτὸς ἐὰν θέλουν νὰ καταστήσουν τὴν Ἑλλάδα μεταποιοῦσαν τοὺς νόμους, οὓς χθὲς ἐψήφισεν, ὡς παράδειγμα· ἐὰν τοῦτο σκοπεύουν, ἂς μοὶ συγχωρήσωσι νὰ τοῖς εἴπω ὅτι τὸ ἔδαφος αὐτὸ εἶναι ὀλισθηρόν.
§25ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἐν οὐσίᾳ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργός· τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλομεν τὰ συζητήσει ἐν ἐκτάσει, θέλομεν ἰδίως ἡμεῖς, οἱ γνωρίζοντες ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, φωτίσει τὴν Βουλὴν καὶ θέλομεν πείσει αὐτὴν ὅτι ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπαγορεύουσιν ὥστε τὰ νομοσχέδια ὄχι μόνον θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνωσι δεκτὰ ὅπως ἔχουσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καθὼς γνωρίζομεν ζήτημα ἠγέρθη ἐν Κερκύρᾳ τὸ ἀγροτικόν· τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἔλαβεν, ἐθεωρήθη ὡς ζήτημα κοινωνικόν, μόλον ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα πράγματι κοινωνικόν, εἶναι ζήτημα νομοθετικόν, καθότι οἱ κοινωνικοὶ νόμοι περὶ ὅλων τῶν καθέκαστα τοῦ ζητήματος ἐκείνου προβλέπουσιν, οὐχ ἧττον ὅμως αὐτὸ ἐθεωρήθη ὡς ζήτημα κοινωνικόν, καὶ ἡ πρὶν κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ μίαν λύσιν· ἡ λύσις ὅμως ἦτον ἄδικος, προσέβαλε κεκτημένα δικαιώματα καὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἐκείνου τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ μεταῤῥύθμισις, ἐγένοντο δεκταὶ ὡς κοινωνικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐξέθεσαν, κύριοι βουλευταί, τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους· εἰς κρισίμους περιστάσεις κύριοι, ὁποῖαι ὑπάρχουν, ἡ εὐρωπαϊκὴ δημοσιογραφία ἐπελήφθη τοῦ ἀντικειμένου, καὶ εὗρεν ἀφορμὴν νὰ κακίσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι παρεδέχθη κοινωνικὰς ἀρχὰς διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν προληφθῇ, μεγάλως θέλει βλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ὄχι μόνον τῶν συμφερόντων τοῦ δικαίου ἐγένετο τροποποίησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις ἐξεταζόμενον τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Διὸ λέγω νὰ μὴ σταλῶσι εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἂς σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία νομίμως νὰ τὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἀφοῦ φέρει τὴν ἔκθεσιν, τότε καὶ ἡμεῖς θέλομεν τὰ συζητήσει καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῇ πόσον δίκαιον εἶχε σήμερον τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια.
§26ΡΩΜΑΙΟΣ. Κακῶς ἐλύθη τὸ ζήτημα; σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία.
§27ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν αὐτό.
§28ΡΩΜΑΙΟΣ. Θὰ φέρωμεν τὰς ἐπιστολάς·
§29Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω· τὸ νομοσχέδιον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ προηγουμένη ἐπιτροπὴ καὶ τὰ πρακτικά.
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι καλὸν καθὼς καὶ ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ καὶ ἡ συνέλευσις, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας, ἐξέλεγεν ἰδικὰς ἐπιτροπὰς ἐξ ἰδικῶν ἀνδρῶν· εἶναι λοιπὸν καλὸν νὰ γίνωσι καὶ τώρα αὐτά.
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ νομομαθεῖς, ἐκτὸς δὲ τούτου δύνανται νὰ ζητήσωσι γνώμην καὶ ἀπὸ σύλλογον νομομαθῶν.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λοιπὸν παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου.
§33ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει δυσκολίας, νὰ συνέλθωσι τρεῖς τοὐλάχιστον ἐπιτροπαὶ νὰ γνωμοδοτήσωσι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κατόπιν· ἡ κυβέρνησις παρεδέχθη νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§35Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, πραγματευόμενον τὴν μονιμότητα τῶν λειτουργῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κύριοι, εἶναι ἤδη ἀποδεδειγμένον καὶ πάντες γινώσκουσιν ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξελέγχεται καθ’ ἑκάστην ἐλλειπὲς καὶ ὅτι δὲν ἐπεδίωξε τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα οἱ σοφοὶ νομοθέται προσδιώρισαν διὰ τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1834. Κύριοι, κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν ν’ ἀνεύρω, ἐὰν ᾖναι ἔλλειψις τοῦ νόμου, ἐὰν ᾖναι ἰδέαι ἀντίθετοι πρὸς τὰς προλήψεις τοῦ τόπου, τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς χριστιανικὰς ἰδέας, καὶ ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ 1834 εἰσὶν ἀντίθετοι τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως καὶ ἀνατροφῆς μας. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἄνθρωποι λίαν πεπειραμένοι, ἀνεξάρτητοι εἰς τὰς κρίσεις αὑτῶν ἀπὸ πᾶσαν ἰδέαν, ἀπὸ πᾶσαν σκέψιν, μὲ ἐσυμβούλευσαν, κύριοι, καὶ ἀπῄτησαν, ὥστε ὁ μὲν νόμος τοῦ 1834 νὰ θεωρηθῇ ὡς κειμήλιον ἀπὸ τῆς νομοθεσίας ἐκείνης. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς τῶν ἀθεμίτων ἐπιδρομῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπροκαλέσθησαν ἀπὸ κοινωνικὰς ἀνωμαλίας καὶ ἀπὸ καθιερωμένας ἕξεις. Κατὰ συνέπειαν τούτου, κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τοὺς νόμους· πρόκειται νὰ θέσωμεν φραγμούς, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθετικὴ ψῆφός σας πρέπει νὰ καταστήσῃ σεβαστοὺς εἰς τὴν κοινωνίαν πλέον. Καὶ ἡ νομοθεσία ἐκείνη, κύριοι, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις αὐτάς· ἀλλ’ ἐθεώρησα, κύριοι, ὅτι τοιαῦτα μεγάλα συμφέροντα πρέπει νὰ περιβάλλωνται μὲ τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν. Ἔπρεπε, κύριοι, ἡ τροφὴ αὕτη τοῦ λαοῦ νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένη· ἔπρεπε νὰ ἀνυψωθῶσιν οἱ παιδαγωγοὶ αὐτοὶ καὶ νὰ μὴ γίνωνται ἕρμαιον κομμάτων. Τὸ κακὸν αὐτὸ ὄχι μόνον ὑφίσταται, ἀλλ’ ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, ὅταν ἐδόθη ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ὑποχρέωσις νὰ συντρέχουν εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ διδάσκαλοι καὶ ἐπὶ τούτου μετεβλήθησαν ἀπὸ μωρφοταὶ τῶν ἠθῶν, ἀγωγοὶ τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, εἰς κομματάρχας. Ἀφαιρῶ, κύριοι, ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς διδασκάλους. Τὸ ἀφῄρεσεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1834, τῷ ἀφῄρουν ἡ πολυάσχολος ἐργασία τῶν νομαρχῶν καὶ ἡ σιωπηρὰ αὐθαιρεσία ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν τῶν διαφόρων ὑπουργῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, 16 τοῦ νόμου τοῦ 1834 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι οἱ πρωτόβαθμοι διδάσκαλοι διορίζονται παρὰ τοῦ Βασιλέως, οἱ δὲ δευτεροβάθμιοι καὶ τριτοβάθμιοι παρὰ τῶν νομαρχῶν. Ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1834 δὲν ἐφηρμόσθη· εἷς νομάρχης ἀπέβαλεν αὐτὴν τὴν αὐτοβουλίαν, μολονότι ὁ νομοθέτης τοὺς ἐπροίκισε μὲ αὐτὴν, οἱ νομάρχαι ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ τὴν ἐγκαταλείψουν καὶ αὐτὴν τὴν προῖκα τῶν νομαρχῶν σιωπηλῶς, καὶ ἀνέλαβεν ὁ Βασιλεύς. Ἐντεῦθεν, κύριοι, μετεφέρθη εἰς τοὺς ὑπουργούς, καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τότε παύουν καὶ διορίζουν τοὺς διδασκάλους. Ἐθεώρησα λοιπόν, κύριοι, εὐλαβούμενος τὰς διατάξεις τοῦ 1834, νὰ μεταφέρω πλῆρες τὸ καθῆκον τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως ἐκεῖ, κύριοι, ὅπου ὁ καθολικὸς νόμος τοῦ κράτους ἀφιέρωσεν, εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὴν παῦσιν ἐζήτησαν νὰ τὴν περιβάλουν μὲ ἐγγύησιν, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἀθέμιτοι ἐπιδρομαὶ δὲν δύνανται νὰ κατισχύσωσιν εἰς τὸ μέλλον. Ἠθέλησα, κύριοι, διὰ διατάξεως νὰ καταστήσουν τὸν ὑπουργὸν μὲ δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κανὲν κῦρος ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἔθεσαν ὕστερον τοιαύτας, ὥστε ἡ παῦσις τοῦ δημοδιδασκάλου νὰ δικάζηται ἀπὸ ἓν εἰδικὸν συμβούλιον· τὸ συμβούλιον αὐτὸ νὰ συγκροτῆται ἀπὸ τὸν γυμνασιάρχην τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγεται ἡ σχολὴ, ἀπὸ τὸν σχολάρχην τοῦ τόπου καὶ ἀπὸ ἕνα δικαστὴν τοῦ πρωτοδικείου. Ἐθεώρησαν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὡς ἀναγκαίαν καὶ τὴν ἄντλησιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔδοσε πολιτικὸν μέρος εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐζήτησαν ἡ κατηγορία τοῦ δημοδιδασκάλου νὰ δύναται νὰ ἐφεσιβάλῃ χωρὶς νὰ περιορίσῃ τὴν ἔννομον ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἡ κεντρικὴ διοίκησις. Ἐν τέλει, κύριοι, ἐζήτησαν καὶ ποινάς. Ἠθέλησαν ν’ ἀφαιρέσουν εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον μόνος ὁ χρόνος δίδει εἰς τοὺς ἐν γένει ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Καθὼς γνωρίζετε, ἀπό τινος καιροῦ οἱ διδάσκαλοι ἔγινεν ὑπάλληλοι καὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων. Αὐτοὶ οἱ λόγοι, κύριοι, καὶ συμβουλαὶ πολλῶν σοφῶν καὶ πολλῶν λογίων, τῶν τὰ μάλιστα ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προόδου τοῦ λαοῦ, μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποβάλω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν νόμιμον σκέψιν σας. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ γνωρίζετε ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰ σχολεῖα διακόπτονται καὶ πρόκειται ν’ ἀνοίξουν τὸν Αὔγουστον, περὶ τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐπιληφθῇ καὶ ἐπιφέρῃ καὶ οἱασδήποτε ἰδέας καὶ κρίσεις· εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ πᾶσαν ἰδέαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγω. Ὑποβάλλω συγχρόνως καὶ μίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν (καταθέτει τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰς τὸ προεδρεῖον). Ἔχουσι δὲ ὡς ἑξῆς.
§36ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν, κύριε πρόεδρε.
§37ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταὶ, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἔχον οὕτως. Ὅτε συνεστήθη τὸ πρωτοδικεῖον Ἠλείας, πᾶς τις γνωρίζων τὸν τόπον, τὰς ἀποστάσεις, ἐνόμιζεν ὅτι ἤθελε συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Ὀλυμπίας, ἡ ὁποία ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὰς Καλάμας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται. Πολλοὶ τῶν κατοίκων ἔδωκαν ἀναφορὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ἐξαιτοῦντες ἢ νὰ συμπεριληφθῇ, ἢ νὰ μεταβιβασθῇ ἡ δικαιοδοσία των εἰς τὸ δικαστήριον τὸ συστηθὲν ἐν τῇ Ἠλείᾳ, τὸ ἔχον ἕδραν τὸν Πύργον. Καὶ ἂν ἐξετάσωμεν, κύριοι, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀπέχει ἀπὸ τὴν Ἠλείαν τὸ τελευταῖον μέρος τῆς Ὀλυμπίας δύω ὥρας, ἐνῷ διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς Ὀλυμπίας εἰς τὰς Καλάμας χρειάζεται περισσότερον τῶν εἴκοσι ὡρῶν· αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀναμφισβήτητα.
§38ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε κατὰ τὴν συζήτησιν, τώρα εἶναι περιττά.
§39ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἐπαρχία τῆς Ὀλυμπίας τὸ θέλει αὐτό;
§40ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἔδωκεν ἀναφορὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς διὰ τὴν αὔριον εἶναι τὰ νομοσχέδια τῶν ὑπουργῶν. Ἡ Βουλὴ ἔχει αὔριον συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἐνθυμηθοῦν, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ πλειονοψηφία καὶ ὡρίσθη ἡ ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Τὸ πλεῖστον μέρος τῶν βουλευτῶν ἔρχονται καὶ περιμένουν ἐπὶ ὥρας· φρονῶ, ὅτι τὸ περισσότερον τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀδικεῖται. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἡ ὥρα ἡ ὁποία ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν νὰ ᾖναι σεβαστὴ, καὶ ὅλοι νὰ ἐρχώμεθα κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ὡρισμένην ὥραν.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγείρονται νὰ ἀναχωρήσωσι). Λοιπὸν αὔριον.
§43ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μᾶς εἴπατε, ὅτι αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν· κατὰ τὰς διατάξεις ὅμως τοῦ κανονισμοῦ ὄχι μόνον ὠφείλατε νὰ ἀναγγείλητε, ὅτι ἔχομεν συνεδρίασιν ἀλλ’ ὠφείλατε νὰ γνωστοποιήσητε τὸ ἀντικείμενον· διότι χθὲς διαλύοντες τὴν συνεδρίασιν, μᾶς εἴπατε ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν σήμερον συνεδρίασιν καὶ σήμερον μᾶς λέγετε, ὅτι παρηγγείλατε, ὅτι θὰ ἔχωμεν· ἐκ τούτου προέκυψεν ἡ βραδύτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ γνωστοποιῆτε εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι μόνον, ὅτι ἔχομεν συνεδρίασιν, ἀλλὰ καὶ τὸ δεῖνα ἀντικείμενον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον... Λοιπὸν αὔριον...
§45ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ διαλύετε ἀκόμη τὴν συνεδρίασιν, κύριε πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε;
§47ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ἀλλὰ μολαταῦτα τὴν κάμνω αὔριον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσι. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.