1867.12.14
919 στίχοι · 7.763 λέξεις · 107 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52.
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1867.
(Πέμπτη)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται.
§4Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐποχὴ εἰς ἣν ἀναβαίνω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἀκατάλληλος δι’ ἐμὲ, ὄχι δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ διὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἀναβαίνω ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ὡς πρώτην ἤδη φορὰν, πλὴν παρεκινήθην ἕνεκα τινῶν λέξεων προσβλητικῶν εἰς ἐμὲ ἐκ προσώπων τινῶν. Πρῶτον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐζήτησα τὸν λόγον παρὰ τοῦ προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὅταν προσεβλήθην ἔκ τινων προσώπων ἐκ τῆς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως...
§5ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ τὰς ἐφημερίδας τί ἔχετε νὰ κάμητε.
§6ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπόταν ἐμάθατε νὰ λέγητε, πρέπει νὰ μάθητε καὶ νὰ ἀκούητε. Ἐκ τῆς μερίδος εἶπον τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ οὐχὶ ἐφημερίδος. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω· δὲν ἠξεύρω καὶ ἡ Μαντινεία τί ἐψώνισε ἐκλέξασα ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ ἡ Γορτυνία ἐψώνισε ἀπὸ σβέρκο.—Προσεβλήθην ἀπὸ τοὺς κυρίους Ἄχολον καὶ Μιχαλόπουλον καὶ δὲν προσεβλήθην, κύριοι, ὡς ἄτομον, ἀλλὰ ὡς πρόσωπον ἀνῆκον εἰς τὴν συμπολίτευσιν, διὰ τὸν λόγον, ὅταν εἶπεν ὁ ἕνας κατόπιν καὶ ὁ ἄλλος ὑποδείξας αὐτὴν τὴν πτέρυγα, ὅτι εἶσθε ἀγορασμένοι· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ᾐσθάνθην τὴν ὕβριν πολὺ μεγάλην, ἀλλὰ κατόπιν ἐκτιμήσας τὰ πρόσωπα καὶ παραβαλὼν τὴν ὕβριν μὲ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τὴν εἶπον, ἐθεώρησα τὴν ὕβριν ὡς οὐδὲν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις τὴν ὕβριν πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τὴν λέγουν· εἶπον κατόπιν εἶναι ἐνδεχόμενον ὅτι ἡ ἀνατροφή των νὰ ᾖναι τοιαύτη, καὶ ἐκ τούτου ἐνθυμήθην τὴν παροιμίαν, ἥτις λέγει «ἐκ στόματος κοράκων δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἄλλο τι εἰμὴ κρά».
§7ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι περιττὰ καὶ δὲν ὠφελοῦν.
§8ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ κατόπιν προσεβλήθην (θόρυβος) καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος). Σᾶς ἤκουσα εἰς τρεῖς συνόδους, κύριοι, μὲ ἀνοχὴν καὶ πρέπει νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ ἐμέ· νομίζω, ὅτι ποτὲ δὲν διέκοψα κανένα.—Κατόπιν προσεβλήθην καὶ παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον παρὰ τοῦ προεδρείου. Εἶπον ῥητῶς, ὅτι προσεβλήθην καὶ κατόπιν θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους καὶ ποῖαι αἱ λέξεις.
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κηρύττεσαι ἐναντίος της λοιπόν;
§10ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μὲ ἀκούσητε, κύριε Σακελλαριάδη.—Ἀλλὰ προσεβλήθην καὶ ἐξ ἄλλων ἀτόμων τῆς συμπολιτεύσεως. Ἀφοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον, τινὲς ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως μὲ ἐπρόσβαλαν, λέγοντες «καϋμένε Σταυρόπουλε τὶ ζητεῖς νὰ ἀναβῇς εἰς τὸ βῆμα καὶ τί θὰ εἴπῃ». Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν οἴησιν καὶ τὴν φαντασίαν τὴν μεγάλην, ὅτι ἐγὼ καυχῶμαι μὲ τὴν ἁπλότητά μου καὶ τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἔχω· ἐὰν αὐτοὶ καυχῶνται μὲ τὴν φιλολογίαν καὶ ῥητορικήν των, ἐγὼ καυχῶμαι μὲ τὴν πρακτικήν· ὥστε ἐγὼ εἶμαι εἰς καλειτέραν αὐτῶν θέσιν. Καὶ ἰδοὺ ἔρχομαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς μίαν φωνήν· πόσος εἶναι ὁ τῶν βουλευτῶν ἀριθμός; εἶναι 181 ἑκατὸν ὀγδοήκοντα καὶ εἷς καὶ πόσαι εἶναι αἱ ἡμέραι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; 181 ἑκατὸν ὀγδοήκοντα καὶ μία, ἤτοι ἀπὸ τῆς 11 Νοεμβρίου, ὁπόταν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως, μέχρι τῆς 11 Μαΐου· ὥστε δι’ ἕκαστον βουλευτὴν μίαν ἡμέραν ἀναλογεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ ἐπέρασαν τρεῖς σύνοδοι (ἀφίνω τὴν ἔκτακτον σύνοδον, τὴν χαρίζω) τρεῖς ἡμέραι ὁποῦ ἀναλογοῦν εἰς ἐμὲ, ἀπαιτῶ ὡς βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας μου νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος πράγματα καὶ ὄχι λόγους· εἶμαι ἕνας ὁ ὁποῖος γνωρίζω ἀπὸ ποίους ἐκτάκτους φόρους καὶ ἀπὸ ποίας καταπιέσεις πάσχει ὁ λαὸς, καὶ ἀπὸ ποῖα ἀκόμη πάθη, καὶ ὄχι νὰ ἔλθῃ ἕνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει τί τρέχει. Εἶπον, ὅτι θὰ εἴπω πράγματα, διότι εἶμαι ἀπὸ ἐπαρχίαν, καὶ ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν, κύριοι; ἀπὸ ἐπαρχίαν ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ ποιμένας, ἀπὸ γεωργοὺς, ἀπὸ ταμπάκιδες, μπακάλιδες, καζάκιδες, μπογιατζίδες κλπ. σιδηρουργοὺς καὶ ἀπὸ ὅλα ἐν γένει τὰ εἴδη πάσης βιομηχανίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπαρχία μου, ἡ ὁποία ἔκλεξε ἐμὲ βουλευτήν της, διότι ἔχω 30 πληγὰς εἰς τὴν ῥάχην μου, καὶ ὄχι ἄλλος, ὅστις ἠθέλησε νὰ ὑψώσῃ τὸ σῶμά του μίαν πῆχυν παραπάνω. Δι’ ὅλα αὐτὰ, σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ἐσκεπτόμην ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπεφάσισα νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπω πράγματα. Διὰ δὲ τὴν ἀγραμαατοσύνην μου νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ κατακρίνῃ κανεὶς, διότι αὕτη δὲν προῆλθεν ἀπὸ ἀμέλειαν, διότι ἐγεννήθην κατὰ τὸ 1813 ἡμέραν σάββατον, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, ὅταν εἶχον ἐγὼ τὴν ἡλικίαν νὰ ἴδω γράμματα ἐπῆλθεν ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάστασις ἀπὸ τὰ 1821 μέχρι τοῦ 1829 πρὸς τὰ 30, καὶ ἂν ἔμεινα ἀγράμματος πάλιν εὐχαριστῶ τὸν Θεὸν (θόρυβος). Γνωρίζομαι, κύριε Στεφανόπουλε, γνωρίζομαι (θόρυβος)· πρῶτον διότι τὰ ἔτη αὐτὰ ἔφερον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δεύτερον διότι ἔδωκαν καὶ εἰς ἐμὲ εὐφυΐαν τινὰ διὰ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα, ἂν καὶ γνωρίζω ὅτι σήμερον ἀντικείμενον τοιοῦτον δὲν συζητοῦμεν.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ εἶσαι καλὰ καὶ τοῦ χρόνου.
§12ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καιρὸς, ἡμέρα ὁλόκληρος· πλὴν θὰ εἴπω τὴν περίληψιν αὐτῶν, καθ’ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω εἶναι ἀντικείμενα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, καὶ θὰ ἐπιφυλαχθῶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιφέρω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου εἰς ὅσα ἠμπορῶ νὰ φανῶ ὠφέλιμος· ἠμπορῶ λέγω νὰ εἴπω τὴν περίληψιν τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ἦλθα ἐνταῦθα ὡς βουλευτὴς συνέλεξα· διότι ἐπὶ τῶν δύω παρελθουσῶν συνόδων ἤμην ὡς οἱ νεοσύλλεκτοι. Τὰς ἰδέας λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν ἐσχημάτισα, συνεκέντρωσα εἰς 5 κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι εἰς 5 ἄρθρα μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι αὐτὰ θὰ ἔχουν καὶ παραγράφους. Πρῶτον περὶ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως· τί ἐστὶν ἡ ἀντιπολίτευσις, ποῖα τὰ χρέη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁποία ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ τοποθετηθῶ. Δεύτερον περὶ τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων, τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης· ποῖοι οἱ λόγοι τῆς μελλούσης ἐν καιρῷ θὰ ἀναπτυχθῶσιν. Παράγραφος· πταίει ἡ Κυβέρνησις; ὄχι δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις· πταίει ἡ Βουλή; ὄχι δὲν πταίει ἡ Βουλή· πταίει ὁ λαός; δὲν πταίει ὁ λαός· ἄρα πταίει ἡ γῆ. Ποῖοι οἱ λόγοι; τῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ—θὰ τοὺς ἀκούσητε. Τρίτον περὶ λῃστείας· πόθεν ἡ λῃστεία προέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως; ἀλλ’ ὄχι· ἐκ τῆς κακῆς ἀνατροφῆς; ὄχι· ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς γῆς. Ποῖος ὁ τρόπος ὅστις ἠμπορεῖ νὰ τὴν μετριάσῃ κατὰ 50%, ποῖος κατὰ 80% καὶ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ. Τέταρτον περὶ προσωρινῆς οἰκονομίας τοῦ δημοσίου· αὐτὴ εἶναι ἕτοιμος καὶ ἄνευ τινὸς εἰσπράξεως, ὁπόταν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα πλεονέκται ἢ ἀφιλοπάτριδες. Καὶ πέμπτον περὶ οἰκονομίας τοῦ δημοσίου, καὶ ὄχι οἰκονομίας τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ εὐδαιμονίας αὐτοῦ, καὶ ὄχι μόνον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν πολιτῶν· καὶ ὄχι μόνον εὐδαιμονίας, ἀλλὰ καὶ περὶ εὐκολίας τῶν εἰσπράξεων. Καὶ παράγραφος, ὁ λαὸς πάσχει· ποῖος λαὸς πάσχει, μέρος αὐτοῦ ἢ τὸ ὅλον; ἀπὸ πόσας ἀσθενείας; ἀπὸ τρεῖς· εἰς πόσα διαιρεῖται ὁ λαός; εἰς πέντε· ποῖον πέμπτον πάσχει ἀπὸ μίαν ἀσθένειαν καὶ ποῖον ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἢ τὰς ἄλλας; τὸ μὲν ἓν πέμπτον πάσχει ἀπὸ ἀσθένειαν τοῦ ἑαυτοῦ του, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ, τὸ δεύτερον πέμπτον πάσχει ἀπὸ ἰδίαν αὑτοῦ ἀσθένειαν, ἀλλ’ ἐμπορεῖ νὰ μὴ θεραπευθῇ, διότι εἶναι μία ἀσθένεια, αὐτοφυὴς τῆς γῆς λέγω ἐγὼ, πῶς τὸ λέγετε σεῖς οἱ γραμματιζούμενοι.
§13Γ. ΜΠΟΥΚΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουσι τὴν θέσιν των αὐτὰ ἐδῶ, ἐπιφυλαχθῆτε.
§14Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ λέγω ὅτι θὰ εἴπω τὴν περίληψιν, καὶ ἔλαβον τὴν ἄδειαν, μὴ συγχύζεσθε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὰ φέρῃς γραπτά.
§16Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅστις μοῦ λέγει νὰ τὰ φέρω γραπτά· ὅπως τὰ κάμνει γραπτὰ θὰ εἴπῃ εἶναι ξένα λόγια, εἶναι πλάσματα· ἀπὸ τὸ κεφάλι μου εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα, αὐτὰ ὁ στενογράφος θὰ τὰ γράψῃ κάλλιστα καὶ ἐγὼ δὲ ἐν καιρῷ θὰ τὰ ἀναπτύξω.— Τὰ τρία πέμπτα πάσχουν ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀσθένειαν, ἐνῷ τὰ φάρμακα εἶναι ἕτοιμα· καὶ ἐὰν δὲν εὑρεθοῦν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εὑρίσκονται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ πλέον εὐάρεστον, διότι τὸ ἐξωτερικὸν φλογίζει, τὸ δὲ ἐσωτερικὸν δροσίζει. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω· ἀλλὰ ἐὰν θέλετε, εἶμαι ἕτοιμος, ἀφοῦ μοῦ ἀναλογοῦν καὶ 3 ἡμέραι.......
§17ΤΙΝΕΣ. Ὄχι τώρα (θόρυβος).
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν ἡμέραν μου. Πολλοὶ εἶπον ὅτι ἐστάλην ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἔχω τὴν ἐντολὴν, ὄχι ὡς βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὡς πληρεξούσιος ὅλου τοῦ Κράτους νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡμέρα.
§20Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίστη ἡμέρα εἶναι, χαρμόσυνος, καὶ ἐὰν θέλετε μὴ μὲ διακόπτετε· ἐπεφυλάχθην, παρῆλθον αἱ 3 σύνοδοι, καὶ συνέλεξα· καὶ καθὼς σᾶς ἤκουσα ἐπὶ 3 συνόδους, ὀφείλετε καὶ ὑμεῖς νὰ μὲ ἀκούσητε· σημειώσατε ὅτι παρηκολούθουν πολλοὺς καὶ ἕκαστον, διὰ τοῦτο ὀφείλετε καὶ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὲ ἀκροασθῆτε. Ἀλλὰ κατόπιν, κύριοι, ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω, διότι καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην σύνοδον ἤκουσα ψιθυρίσματα καὶ ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην, καὶ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, καὶ, ἐὰν θέλετε, ὑποπτεύομαι ἴσως νὰ τὰ εἶπον δι’ ἐμὲ, διότι ὁ μυιασμένος μυιάζεται, κατὰ τὴν παροιμίαν· τὰ ψυθυρίσματα εἶναι κἄτι τι, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος; ὁ υἱὸς τοῦ ὑπουργοῦ· ποῖος εἶναι ἐκεῖνος; ὁ βουλευτὴς ὅστις ἐχρημάτισεν ὑπουργὸς καὶ Γερουσιαστής. Παρετήρησα λοιπὸν τὸν νόμον τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν περὶ βουλευτῶν νόμον μήπως ἔχει προνόμια, δὲν εὑρῆκα προνόμια, ἀλλ’ οὔτε εὑρῆκα τὰ παλαιὰ Ὀτζάκια, τὰ ὁποῖα ἐξηλείφθησαν καὶ ἔφθασαν εἰς μίαν ἐξαιρετικὴν θέσιν ἀπὸ τὸν νόμον· καὶ κατόπιν εὗρον πολὺ ἱκανοποιημένον τὸν ἑαυτόν μου· ἀλλὰ πρό τινων ἡμερῶν ἤκουσα, κύριοι, καὶ ἕτερον, ἕκαστος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν γενεάν του. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ γενεὰ, τὴν σέβομαι, ἀλλὰ τὴν ἐθεώρησα μίαν καρυδιὰ, δένδρον, ῥίζαν, αὐτὴ βγάζει καὶ κάρπιμα καὶ κούφια καρύδια. Ἄρα πρέπει νὰ ὀφείλεται εἰς τὸ πρόσωπον καὶ ὄχι εἰς τὴν γενεὰν ἡ τιμή· διὰ τοῦτο ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω τὴν καταγωγήν μου. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας υἱὸς ἑνὸς γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔχασε τὸ ζευγάρι του, καὶ ὁ ὁποῖος ἔκαμε μὲ ὀλίγα στρέμματα γῆς 25 κοιλὰ τὸν χρόνον, καὶ ὄχι στάρι, ἀλλὰ κριθάρι, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ἐξηκολούθησα καὶ ἐγώ· κατόπιν ἐκ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐκ τῆς γεωργίας, ἐκ τῆς ἐπιμελείας μου, κατήντησα νὰ φθάσω εἰς 1000, 1500, 2000, 2500, εἰσόδημα ἀπὸ τὴν γεωργίαν, καὶ τὸ ὁμολογοῦν τὰ πράγματα, καὶ τὰ στελέχη εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον· ὥστε ἐγὼ δὲν εἶμαι καλὸς, διότι ἀπὸ τὰ 11 καὶ 15 κοιλὰ, τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ πατήρ μου, ἔφθασα εἰς 2000· ὁ πατήρ μου ἔκαμε καὶ δραγάτης 22 ἔτη εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ κυρίου....... ἐγὼ δὲ ἔκαμα δεκατέσσαρα ἔτη ἐπαρχιακὸς σύμβουλος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὑπαλληλία, τὴν ὁποίαν εἶχον, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δραγάτου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔκαμα· πρέπει νὰ τὸ ἔχω ὡς καύχημα, διότι ἡ οἰκογένεια ἤρχισε ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἴδιον.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ καλά.
§22ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴδατε τὴν «Φωνὴν τῶν ἐπαρχιῶν» τότε, ὅτε ἀνεδείχθην ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου· αὕτη μὲ ἐκατηγόρησε καὶ μὲ εἶπε ἐμπορογεωργοκτηματίαν, Χαντζῆ· μάλιστα, εἶμαι χαντζῆς, διότι ἔχω χάνι· μὲ εἶπε, ξενοδόχον· μάλιστα, εἶμαι ξενοδόχος, διότι ἔχω ξενοδοχεῖον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς Τριπόλεως· μὲ εἶπε μπακάλη, διότι ἔχω μαγαζεῖον, καὶ κἄποτε στέκομαι καὶ ὁ ἴδιος· μὲ εἶπε ἀλμπάνη· μάλιστα, διότι καλλιγόνω· ἀλλὰ δὲν ἐκαλλίγωσα ξένα ζῶα, καλλιγόνω τὰ μουλάρια μου, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲ τὸ ὄνομα καὶ ὅταν περνοῦν λέγουν αὐτὰ εἶναι τὰ μουλάρια τοῦ Σταυροπούλου. Δι’ ὅλα αὐτὰ λέγω, κύριοι, ὡς εἶπον ἐν γένει τὰ ὅσα ὑπέφερα καὶ καυχῶμαι διὰ τοῦτο. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ γνωρίζον ἀπὸ τί πάσχει ὁ λαὸς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Χατζίσκος ἐπὶ 2 ὥρας, «πάσχει ὁ λαὸς, πάσχει ὁ λαός,» καὶ δὲν μᾶς εἶπεν ἀπὸ τί πάσχει ὁ λαός· ὤφειλεν αὐτὸς ὡς ἰατρὸς νὰ κάμῃ τὴν διάγνωσιν τῆς ἀσθενείας του, καὶ ἤθελα τοῦ ἀσπασθῆ τήν χεῖρα, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκατάλαβε τί εἶπε, καὶ ἐὰν ὁ στενογράφος ἔγραψε, τὸν θεωρῶ πλαστογράφον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Τζιριμώκου, καὶ ἂν ἔγραψεν ὁ κύριος στενογράφος ἢ ἂν κατόπιν τὰ ἔφτιασαν ἀλλέως, θὰ τὸν κατηγορήσω ὡς πλαστογράφον καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς κυρίους βουλευτὰς, διότι ἐγὼ ἐπέμενα, ἐπέμενα νὰ ἀκούσω καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀκούσω ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε 2 ὥρας, ἀπὸ τί πάσχει ὁ λαός; Πάσχει ἕνας ἀσθενὴς καὶ ὀφείλει ὡς ἰατρὸς νὰ ἐξετάσῃ τὸ νόσημα. Χωρὶς ὁ ἰατρὸς νὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἰατρεύσῃ τὸ πάθος;
§23ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα.
§24ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ἀληθέστατον, ὅτι ὑποφέρομεν ἀπὸ μερικὰ πράγματα, ἀλλὰ ὑποφέρομεν οὐχὶ ἀπὸ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅλα τὰ κακὰ ἔχουν τὴν βλάβην, ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἤμεθα εἰς γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ δὲν ὑποφέρομεν ἀπὸ ὅσα ἐν γένει ἕκαστος παρεδέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἀνέβη ὁ κ. Βαλασόπουλος καὶ ἀνέγνωσε ἀπὸ κτίσεως κόσμου πόσαι λῃστεῖαι ἐπράχθησαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφύλαξα ἐφημερίδα, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μᾶς ἔφερε τελείαν καταστροφὴν εἰς τὸ κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Δι’ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀληθινὸν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀηδιάσῃ τις· μήπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα κράτη δὲν γίνωνται τοιαῦτα; ἀλλὰ τὰ 100 τὰ κάμνουν 1 καὶ τὸ 1 δὲν τὸ λέγουν. Ἡμεῖς ὅμως τὸ κάμνομεν καὶ ἠμποροῦμεν νὰ τὰ βάλωμεν εἰς τὸν τύπον καὶ νὰ τὰ δημοσιεύσωμεν. Δὲν θὰ προχωρήσω εἰς μερικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάττομαι νὰ εἴπω. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι, νὰ εἴπω περὶ πολλῶν ἐκ τῆς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὅσοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνέβησαν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς 5 πρόσωπα ἐσχημάτισα μίαν πεποίθησιν, ὅτι ἂν δὲν εἶπον τὸ ὅλον, εἶπον τὸ μέρος, ἀλλὰ καθὰ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα ἤκουσα, καὶ ὡς θέλω μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ δὲν ἤθελον ἐπέμβει εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ ἕκαστος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, εἶπον, ἔχει τὴν ἀθῳότητα καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι, κύριοι ἐγὼ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἀναπαυμένην· ἐδῶ ἐστάλην ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου διὰ νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου καὶ νὰ μὴ χάνω τὸν καιρόν μου καθήμενος ἐπὶ τῶν παχέων καθισμάτων τῆς Βουλῆς· καὶ ἐγὼ μάλιστα εἶχον ἐκλεχθῆ μὲ μάσκουλα, καὶ ὅλη ἡ πόλις καὶ οἱ δῆμοι εἶχον διέλθει ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς μὲ χαρὰν καὶ χοροὺς, καὶ δὲν ἔγεινεν ἡ ἐκλογή μου καθὼς ἔγεινεν εἰς ἄλλα μέρη μὲ ἐμφυλίους πολέμους, μὲ διάφορα παρανομήματα καὶ μὲ πενθηρορήματα (θόρυβος). Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχον σχηματίσει μίαν πάρα καλὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ἕνεκα τινῶν περιστάσεων, σημειώσατε, ὅτι ἔχασα πᾶν ὅ,τι εἶχον· διότι πρὸ δύω, τριῶν ἡμερῶν εἰς ὅ,τι τρισέκι καὶ ἂν πηγαίνω αἴφνης μὲ πιάνουν καὶ μοὶ λέγουν, τἄμαθες Σταυρόπουλε τὰ νέα, πίπτει τὸ ὑπουργεῖον. Διατί πίπτει τὸ ὑπουργεῖον; Ἄλλος μοῦ λέγει· δὲν ἔμαθες τίποτε; ὄχι, διαλύεται ἡ Βουλή. Μὰ διατί; ἐρωτῶ. Διότι ἐπέμβη ἡ Ἀγγλία μοῦ λέγουν. Εἰς ἄλλο τρεσέκι μοῦ λέγουν καλεῖται ὁ Βούλγαρης. Διατί; ἐρωτῶ· διότι ἐπέμβη ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία· ἄμποτε νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς, καὶ αὐτὰ τὰ πεπαιδευμένα ἔθνη πρὸ τόσων αἰώνων, νὰ κάμουν τὰ μυαλὰ τὰ ἰδικά μας.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι τὸ λέγουν αὐτό.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόσωπα δὲν λέγω.—Μάλιστα ἡ Βουλὴ διαλύεται καὶ ἔχει δίκαιον, λέγουν, νὰ διαλυθῇ. Μὰ διατί; δὲν τὸ πιστεύω, διότι ἐγὼ εἶδον, ὅτι ὁ Μεγαλειότατος ἄρχων δὲν θέλει νὰ τὴν διαλύσῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶναι δίκαιον νὰ διαλυθῇ· διότι μία ἐφημερὶς ἐκδίδεται, ἐννοῶ ἓν φύλλον ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ καὶ ὀνομάζεται διάβολος· καὶ ὡς ἐγὼ παρετήρησα καὶ ἠρώτησα ἕναν, βρὲ τί ἔχεις ἐκεῖ; τὸν διάβολο μὲ εἶπε. Ἤκουσα δὲ καὶ ἄλλον, βρὲ πόσα τὸν δίδεις, τὸν λέγει ὁ ἄλλος πέντε λεπτά· δέκα λεπτὰ σοῦ δίδω, μοῦ φέρεις πάντοτε τὸν διάβολον εἰς τὸ σπῆτί μου; καὶ κάμνει καλὴν συμφωνίαν, καὶ ποῖος εἶδε καλὸν ἀπὸ τὸν διάβολον νὰ πάρῃ τὸν διάβολον εἰς τὸ σπῆτί του; Τί λέγει; σατανᾶς ὁ πρόεδρος, ἰσκαριώτης ὁ εἰσαγγελεύς. Καὶ γιὰ τὴν Βουλὴ λέγει, ὅσα δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ὁ κ. Μπουκίδης τὸν εἶχε. Καὶ δὲν ἐντρέπεται νὰ ἐμβάσῃ τὸν διάβολον εἰς τὸ σπῆτί του (γέλως), δὲν εἶναι γιὰ γέλοια, κύριοι. Ἄλλο φύλλον. Ὁ κ. Καρύδης ἔχει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν κ. Βούλγαρη καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ τὸν ἕνα τὸν ἔχει μὲ ταῖς ἀρίδες ἔτζι, τὸν ἄλλον ἔτζι, καὶ ὁ ἕνας μουτζόνει τὸν ἄλλον καὶ ὁ ἄλλος μασκαρεύει τὸν ἄλλον. Καὶ ἐγὼ χαίρω μὲ ἐκείνους ποῦ ἔδωσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου καὶ τοὺς λέγω, καλὰ εἶναι αὐτὰ, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθανθοῦν μὲ ποίους ἔχουν νὰ κάμουν, καὶ ὁποῖος εἶναι ὁ τύπος. Καλὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἠξεύρουν μὲ ποίους ἔχουν νὰ κάμουν. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι καλὸν ἕκαστος ἀγύρτης καὶ τυχοδιώκτης νὰ συκοφαντῇ καὶ ὑβρίζῃ διὰ τοῦ τύπου καὶ νὰ λέγῃ ἄῤῥητα θέματα, ἀλλὰ τοιαύτη ἐλευθερία νὰ μὲ συγχωρῆτε......... Εἶχον ἓν φύλλον, κύριοι, τῆς Τριπόλεως, τῆς ἐφημερίδος ἡ «Φωνὴ τῶν ἐπαρχιῶν,» ἐκδιδομένης παρὰ τοῦ ἐντίμου Ἀναστασίου Παππαζαφειροπούλου, τὸ ὁποῖον εἶχον ἕτοιμον, ἀλλά τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα νὰ ἔχω μαζύ μου, τὸ ὁποῖον ἔχει· «ἐπίβλεψον ὦ Βασιλεῦ, νὰ ἰδῇς πόσοι σφετερισμοὶ γίνονται, πόσαι καταπιέσεις, πόσα, πόσα, πόσα. Καὶ λέγει διὰ τὸν κ. Βούλγαρην, ὅτι ὑπόσχεται νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος μὲ ἓν ἑκατομμύριον μόνον καὶ νὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Ἐκτὸς τούτου, ὁ Σταυρόπουλος βουλευτὴς Μαντινείας καὶ Οἰκονομίδης τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας· ὁ μὴ ἄγνωστος Σταυρόπουλος ἔχει καταμετρήσει παμπόλλους γαίας, ὡς καὶ ὁ Οἰκονομίδης ὁλόκληρον τὸ βουνὸν μεταξὺ Ὀρχομενοῦ καὶ......... Εἶναι ἀληθὲς, εἶναι ὑπόθεσις ἰδική μου, πρὸ 20 ἐτῶν καὶ ἑνὸς ἀκόμη. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν νὰ μὲ ἀκροασθῇ. Εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις ὅπου ἔπιασα ἐστάθην εὐτυχὴς, εἰς αὐτὸ μόνον τὸ ἔργον ἐστάθην δυστυχής. Ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα ὑπ’ ἀριθ. 42 τοῦ 1842, ἵνα προικοδοτηθῇ ἡ Μαρία Α. Μπάρταλου γαίας καλλιεργησίμους ἐπὶ δραχ. 1000. Κατὰ τὰ 1846 ἠγόρασα τὸ γραμμάτιον μετά τινων ἄλλων διὰ δραχ. χιλίας διακοσίας. Ἀφοῦ ἐκάμαμεν τὸ συμβόλαιον, ἀφοῦ ἐπέρασαν 2 μῆνες, ἔρχονται νὰ μοῦ κάμουν καταμέτρησιν. Οἱ πραγματογνώμονες τότε ἔβαλαν 80 στρέμματα ἐπὶ τῶν χιλίων. Ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διάφοροι κατηγορίαι ἐδόθησαν, διότι φίλους πολλοὺς ἔχομεν εἰς ὅλα τὰ μέρη· ἔρχεται ἔπειτα νέα καταμέτρησις, νέα πραγματογνωμοσύνη, ἄλλαι ἀρχαὶ, ἄλλος ὁ μηχανικὸς, ἄλλα ἔξοδα πραγματογνωμοσύνης, ὅσα εἰμπορεῖτε νὰ συλλογισθῆτε. Κατεμετρήθησαν 76 124/100 στρέμματα· ἐστάλθη αὐτὴ ἡ πραγματογνωμοσύνη εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 136 τοῦ 1849 ἔτους ἐπὶ ὑπουργείου Βούλγαρη., πηγαίνει καὶ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον· τί γίνεται; Μία κατηγορία ἑνὸς ὅτι κατὰ τὴν θέσιν Γκορτζούλη............ ὅτι ἐμέτρησε γαίας αὐτοῦ πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας βουνᾶ· τὴν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον καὶ δὲν ἐνέκρινε· ἑπομένως νέοι πραγματογνώμονες, νέαι ἀρχαί, καὶ τὰ ἑλληνικὰ; ἔξοδα σεῖς τὰ γνωρίζετε. Καταβιβάζεται καὶ ἔρχεται εἰς 46 στρέμματα καὶ 479. Ἐκδίδεται παραχωρητήριον ἐπὶ ὑπουργοῦ Π. Ἀργυροπούλου ὑπ’ ἀριθ. 177 τῆς 14 Μαΐου 1855. Πηγαίνει εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, δὲν τὸ δέχεται, δὲν ἐγκρίνεται· ἐπιστρέφεται πάλιν ὀπίσω, ἄλλη πραγματογνωμοσύνη, ἄλλη ἐκτίμησις, ἄλλος μηχανικός, ἄλλαι ἀρχαί. Μ’ ἔπιασαν οἱ πραγματογνώμονες. «Δὲν ἔχει τίποτε», τοὺς εἶπον «πηγαίνετε ἀπ’ ἐμοῦ». Ἡ ἐκτίμησις γίνεται ἐπὶ μὲν Μαρίας Λαζάρου Μπρούσκου, διὰ δραχ. 40 τὸ στρέμμα, πλησίον αὐτοῦ καὶ ὁμοίας φύσεως, εἰς δὲ τὸ ἰδικόν μου 80 δραχ. Κάμνω ἀναφορὰν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον καὶ λέγω, δὲν παραδέχομαι τὴν πραγματογνωμοσύνην.
§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ κάμῃ ὁ κύριος Σταυρόπουλος διὰ τὰς γαίας, ὅτι ἀντὶ χιλίων τοῦ παρεχωρήθησαν 80 στρέμματα, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Φλέσσα, ὅστις ἦτο δασάρχης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὥστε ὁ Κ. Σταυρόπουλος δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ δι’ αὐτό, ἐπειδή, ὁπωσδήποτε καὶ ἔγειναν, ἂς τὰ φάγῃ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ταράττῃ τὴν Βουλήν.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ψεύστης, διότι δὲν μοὶ φέρει τιμήν· ὁ Φλέσσας ἦτον ἔφορος τὸ 1864, καὶ ἐκτίμησε παρομοίους ἀγρούς, καὶ μὲ πραγματογνώμονας μὲ 60 δραχ. τὸ στρέμμα. Ἀφοῦ λοιπὸν προανέφερον, ὅτι παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ παραχωρήσῃ γαίας κατὰ τὰς ὁποίας ὑπῆρχε καὶ περίσσευμα, διότι κατὰ πρώτην ἐκτίμησιν ἦτο 125 στρέμματα τῆς Μαρίας Λαζάρου Μπρούσκου, κατὰ τὴν δευτέραν ἠλαττώθησαν εἰς 75 καὶ ἐξεδόθη τὸ παραχωρητήριον, ὅ ἐστὶ ἦτο καὶ 45 στρέμματα περιπλέον. Δὲν μοὶ ἐσυγχωρήθη τὸ τοιοῦτον· τί ἔγεινε; ἠρωτήθησαν ὅλοι οἱ ἔπαρχοι, ὅτι ὁ Σταυρόπουλος ἔχει 400 στρέμματα ἐθνικῆς γῆς, καὶ τότε ἔφερον ἐκεῖ μίαν νεοφώτιστον Μαρίαν........... διὰ νὰ τῆς δώσουν ἀπὸ τὰς ἰδικάς μου· τότε ἐγὼ ἔκαμα ἀναφοράν, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται ἔχουν 150 δραχ. καὶ νὰ μοὶ δοθῶσιν ἐπὶ προικοδοτήσει καὶ δεκαετεῖ πιστώσει. Κατόπιν, κύριοι, ἀφ’ οὗ ἐπέρασεν ὀλίγος καιρὸς, μοὶ εἶπεν ὁ ἔφορος...... δὲν θὰ κάμῃς τίποτε· κάμε μίαν ἀναφορὰν ὅτι δέχεσαι τὴν πραγματοποίησιν τῶν στρεμμάτων, νὰ ἀπαλλάξῃς ἐπὶ 20 ἔτη καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἑαυτόν σου. Πραγματικῶς ἔκαμα μίαν τοιαύτην ἀναφορὰν καὶ ἐδέχθην, ἀλλὰ διετάχθη καὶ μία πραγματογνωμοσύνη· καὶ εὑρίσκεται καὶ αὐτὴ εἰς τὰ ἀρχεῖα εἴτε τῶν ὑπουργείων, εἴτε τῶν ἄλλων ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος αὐτὸς καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ προῆλθεν ἐκ τοῦ Παπαζαφειροπούλου, καὶ διὰ τί; κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διακηρύττει διὰ τῆς ἐφημερίδος, ὅτι ὁ μὲν Σταυρόπουλος καταμετρᾷ εἰς τὸ πεδίον τῆς Μαντινείας πλέον τῶν 400 στρεμμάτων ἀντὶ μόνον 20, ὁ δὲ Οἰκονομίδης εἰς τὸ βουνὸν πλέον τῶν 8,000 στρεμμάτων, χωρὶς νὰ ἔχῃ σπιθαμὴν ὁ δυστυχής· ἀπήλαυσε δὲ ἀπὸ μίαν ἀναφορὰν 72 δραχμὰς ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους μας, καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλην 80 δραχμάς, καὶ ῥουσφέτια (πισκέσια) πάμπολλα· εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριοι, νὰ φορολογοῦν τοὺς πτωχοὺς δωρεὰν οἱ ἀγύρται; καὶ εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριοι, νὰ κάμῃ τὸν λαὸν ὁ λαοπλάνος νὰ μᾶς φονεύσῃ μὲ τὰς πέτρας; Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἐγὼ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχον συσκεφθῆ διὰ νὰ εἴπω πολλά, καὶ θὰ τὰ εἴπω. Σήμερον ἡ Βουλὴ διαλύεται, αὔριον διαλύεται. Ἐγὼ ἑτοιμάζομαι νὰ στρατολογήσω· θὰ διαλυθῇ; Νὰ διαλυθῇ μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διὰ νὰ ὑπάγω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἔργον μου. Δὲν λέγω ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων ὅπου ἔχουν μεγάλην οἴησιν, καὶ φοροῦν τὰ εὐρωπαϊκὰ φορέματα, ὡς καὶ ὁ κύριος Σινανιώτης μὲ ἠνάγκασε καὶ τὸν εὐχαριστῶ· ἀλλὰ μίαν φορὰν ἐρχόμενος ἀπὸ τοῦ Μαλακατὲ πρὸς τὸ κατάστημα τοῦτο, ἤρχοντο δύω εὐγενεῖς μὲ ψηλὰ καπέλα καὶ μοῦ ἤρεσαν, καὶ ἤθελα νὰ τὰ φορέσω καὶ ἐγὼ, διότι ὁ κύριος Σινανιώτης μὲ παρακινοῦσεν, ἀλλ’ ἤκουσα, μωρὲ ἀνάθεμα τὸν διάβολον, λέγει ὁ εἷς, ἐὰν ἔχω λεπτὸν καὶ ἐψόφησα τῆς πείνας· ὁ ἄλλος λέγει, δύω σφάντζικες ἔχω· ἀφ’ οὗ ἤκουσα τοῦτο, ἐγὼ εἶπον δὲν τὰ φορῶ ποτέ μου (γέλωτες). Εὔχομαι νὰ πράξῃ αὐτὴ ἡ Βουλὴ τὸ καλὸν, ἄλλως ν’ ἀναλάβω τὰ χρέη μου καὶ νὰ σκεφθῶ καὶ ἐγὼ ὡς ἀπεσταλμένος τῆς ἐπαρχίας μου ἢ τοῦ κράτους· εἰ δὲ μὴ, θὰ μοῦ τὸ σπάσῃ ὁ ἕνας τὸ κεφάλι, καὶ αὔριον ὁ ἄλλος. Δὲν μὲ μέλλει ἂν δικασθῶ κατ’ ἀντιμωλίαν, ἀλλ’ ἐρήμην, ἀναπολόγητος. Ἡ ἐπαρχία μου μ’ ἔστειλεν ὡς ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ πρέπει νὰ εἴπω διὰ τί μὲ παύει· καὶ ἂν ὑπάγω εἰς τὴν οἰκίαν μου, οἱοσδήποτε τρόπος καὶ ἂν τεθῇ, ἐγὼ δὲν θὰ πάθω, διότι ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς διῆλθε 5 ἔτη καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ μοῦ κάμῃ τίποτε· ἔτρεχα εἰς τὰ βουνά. Ἐδῶ θὰ γείνῃ γῆς Μαδιὰμ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἰδέαν, καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχασαν· καὶ ἂν ὑπάγω ἐκεῖ θὰ γλυτώσω καὶ τὴν θρησκείαν μου. Ἀλλ’ ὁ λαὸς πάσχει· τί πάσχει; ὅ,τι πάσχει ἀπὸ τὸ κεφάλι του· τί θὰ τοῦ κάμω ἐγώ; ὕψωσε τὴν κεφαλήν του περισσότερον, καὶ τὸ φόρεμα τῆς γυναικός του τὸ κάμνει μὲ οὐρὰν περισσότερον τῆς ὀργῆς τοῦ θεοῦ· τί μὲ μέλλει ἐμένα; (γέλωτες). Ὁ ἄλλος λέγει, ἡ κατάστασις εἶναι ἀνοικονόμητος, τί μὲ μέλλει διὰ τὸν ἄλλον, ὅπου πηγαίνει εἰς τὰ χαυτεῖα καὶ χάφτει μυίας.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, προεῖπον, ὅτι πολλοὶ ὅπου ἀνέβησαν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπέδειξαν ἐδῶ καὶ εἶπαν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν συνείδησίν μας ἀναπαυμένην, σεῖς θὰ δώσητε λόγον. Ἐγὼ δίδω λόγον δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν πτέρυγα (δεικνύει τὴν δεξιάν)· καὶ ἂν δὲν θελήσῃ αὕτη ἡ πτέρυξ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἐγὼ θὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου ὡς ἄτομον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐφύλαξα αὐτολεξεὶ ἐν γένει τὰς κατηγορίας τῶν διαφόρων ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἤκουσα ἕνα, ὅστις εἶπεν· κύριοι, ἂν καὶ ἐπρόβλεψεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ πυροβόλα, αὐτὰ εἶναι ἀμεταχείριστα. Ἄλλος, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπρόβλεψε δι’ ὅπλα, τί ἠγόρασε; κἄτι παλαιοκαραμπίνες ἀπὸ ἕνα ἐμπορικόν. Ὥστε τὰ νέα δὲν σοῦ ἀρέσουν, τὰ παλαιὰ εἶναι ἄχρηστα. Ἄλλος εἶπε· κύριοι, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν δρακόντιον ἐκεῖνον περὶ ληστείας νόμον, ποῖος δήμαρχος ἐτιμωρήθη ἢ ἔπαθε; Ἄλλος ἔπαυσε τὸν δεῖνα δήμαρχον ἐπὶ ληστείᾳ, ὁ δεῖνα δήμαρχος κατεμηνύθη ἐπὶ ληστείᾳ. Ἄλλος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόβλεψε δι’ ὅλα, οὔτε ἔδωσε προσοχὴν εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου παντάπασι νὰ εἰσπράττωνται κατ’ ἔτος οἱ φόροι, ὅτι ὁ ταμίας ἔστειλε τοῦ δημοσίου τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ αὐτοὶ ἐπέφερον διαφόρους περιορισμοὺς εἰς τοὺς δημότας, ἔφαγαν ἓν ζευγάρι κόταις, ἕνα γάλον κτλ. Ἄλλος, ἂν ἔγεινεν ὁ περὶ ληστείας νόμος, ποῖα μέσα ἐπρόβλεψεν ἡ Κυβέρνησις; διέταξε τὸν μοίραρχον, τὸν νομάρχην νὰ τρέχουν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας; Ἄλλος, ὅτι ὁ νομάρχης Καλαμίδας τοῦ Ναυπλίου μὲ τὸν μοίραρχον ἐβγῆκαν ἔξω καὶ ἔφαγαν πρόβατα, καὶ πρόβατα, καὶ πρόβατα. Τὸ ὁμολογοῦν τὰ πρακτικά. Ἄλλος, ἡ Κυβέρνησις κἀμμίαν προσοχὴν δὲν ἔδωκεν εἰς τὰ παλαιὰ χρέη. Ἄλλος, κύριοι, διὰ τὰ παλαιὰ χρέη ἔφεραν εἰς τὰς φυλακὰς 20 πρόσωπα, καὶ ἀπέθανον δύω εἰς τὰς φυλακάς. Εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὑτή; Ὥστε ἐσύναξα αὐτὰ ἐν γένει, καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ σχηματίσω κἀμμίαν πεποίθησιν, διότι ὁ μὲν λέγει τοῦτο, ἄλλος ὅτι δὲν διώρισε κανένα ὁδηγὸν, ἄλλος ὅτι διωρίσθη ὁδηγὸς ὁ Κυριάκος, καὶ τί δὲν ἔκαμε; καταπιέσεις καὶ ἄλλα, τὴν λῃστείαν μᾶλλον τὴν ηὔξησεν. Ἄλλος, ὅτι ὁ Κυριάκος ἐφέρθη μὲ τὸν πλέον εὐγενῆ τρόπον. Ἐξ ὅλων λοιπὸν αὐτῶν ἐγὼ δὲν ἠμπόρεσα νὰ συγκεντρώσω ἄλλο τίποτε, εἰμὴ ὅτι οἱ μὲν ὑπερασπίζονται, οἱ δ’ ἄλλοι κατηγοροῦν.
§31ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐτελειώσατε τὰ χωράφια, κ. Σταυρόπουλε;
§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐτελείωσα.
§33ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰς λεπτομερείας.
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς λεπτομερείας εἰς ἄλλο μέρος.
§35ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ γείνῃ λοιπὸν κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις; (θόρυβος).
§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κρίσις. Ἡ ἀνταπόδοσις θὰ γείνῃ ἄλλοτε· θὰ ἐπιφυλαχθῶ ἄλλοτε, ἐπὶ δύω ὥρας μόνον· μὴν εἰπῆτε ὅτι θὰ γείνουν τρεῖς.
§37ΑΧΟΛΟΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι. Κύριε Σταυρόπουλε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, παρακαλῶ. Λέγω λοιπὸν εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Σταυροπούλου, ὅτι μόνος του ὡμολόγησεν ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ ἔρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν λέγω περισσότερα. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, καὶ νὰ μὲ συγχωρῇ, διότι ἦλθεν ἕνας ἄνθρωπος καὶ ὕβρισεν ὅλην τὴν κοινωνίαν, ἀρχίζων ἀπὸ τὰ θεωρεῖα, τὸ ἔθνος κτλ. Πολλοὶ ἐστοχάσθησαν ὅτι τοῦτο εἶναι ἐν γνώσει, καὶ εὑρῆκαν ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις ἦτο ἄξιος ἐλέους, διὰ νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνοήτου καὶ τοῦ μωροῦ ἢ τοῦ ἀθώου καὶ νὰ ὁμιλήσῃ. Καὶ λέγω εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀδικοῦν τὴν συμπολίτευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἰδέαν, οὔτε ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἐνοχὴν περὶ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων. Ἕνας ἄνθρωπος, ὅστις εἶχεν ἀνάγκην πῶς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἔλεος τῶν χωραφίων, ἦλθε κἄτι τι νὰ εἴπῃ, καὶ παύω.
§38ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δύω κεφαλαίων εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον. Αὐτὸ ἐτυπώθη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑποβάλλω, κύριοι, ἓν ἔγγραφον. Ὁ λοχαγὸς Χρυσοβέργης ὑποβάλλει αἴτησιν....
§41ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§42ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι δά! παρακαλῶ· ἔχει δίκαιον ὁ ἄνθρωπος! Δότε μοι τὴν ἀναφορὰν ἐδῶ (τὴν λαμβάνει ἐκ τοῦ προεδρείου). Εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐδῶ, κύριοι. Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν ἀρχαίαν καταγωγήν· εἴχομεν Γερουσίαν, Συμβούλια· εἴχομεν σύνταγμα, εἴχομεν δημοκρατίαν, καὶ πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει σήμερον εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ ἠρύσθησαν ἀπὸ τοὺς πατέρας μας, καὶ ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνεξαρτησίαν μας σήμερον. Τρεῖς βαθμοὶ ὑπῆρχον, κύριοι, παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, θεσπίσματα, ψηφίσματα καὶ νόμοι· οἱ μὲν νόμοι καὶ τὰ θεσπίσματα ἐθεωροῦντο μεταβλητέα, τὰ ψηφίσματα ὅμως ἐθεωροῦντο ἀμετάβλητα· ἤγουν τὰ ψηφίσματα δὲν εἶναι εἰμὴ μία ῥήτρα τοῦ Συντάγματος, μόνον δὲ ὁ θεσμὸς, ὁ νόμος ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ μεταβλητὸς, τὰ δὲ ψηφίσματα οὐδέποτε. Ἐρχόμεθα λοιπὸν σήμερον, κύριοι, καὶ τί ποιοῦμεν; θέλομεν διὰ νὰ ἀνατρέψωμεν μίαν ῥήτραν καὶ ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὰ ψηφίσματα ἦταν καὶ εἶναι ἀμετάβλητα ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ ὥρᾳ. Τὸ ψήφισμα, κύριοι τῆς Συνελεύσεως, δὲν χρειάζεται ἑρμηνείας τινὸς, καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς νομικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὰ δωμάτια, τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι εἶναι εἰς τὰ ἐνταῦθα, διὰ νὰ μᾶς λύσουν τὴν ἀπορίαν· ποῦ εἶναι οἱ κύριοι νομικοί;
§43Η. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀπεφάνθησαν, καὶ ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Προέβημεν, ἀλλὰ σήμερον εἶναι τρίτη συζήτησις, καὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν· καὶ ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ τοῦ Συντάγματος. Θέλετε νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα; ἄλλως ἂς τὸ σχίσωμεν· τί μὲ μέλλει; ὅ,τι θὰ χάσετε θὰ χάσω. Τὰ ψηφίσματα λοιπὸν, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι ἀμετάβλητα, ὑπάγονται εἰς τὰς βάσεις τοῦ Συντάγματος· ὑποθέσατε, ὅτι ἐγένετο ἓν ψήφισμα περὶ ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος ἑνὸς ἥρωος, ἢ περὶ καταδίκης ἑνὸς ἱεροσύλου, βεβήλου· τὸ ψήφισμα δὲν ἠμπορεῖ μία Βουλὴ νὰ τὸ μεταβάλῃ, καὶ δὲν ἔπρεπε ποτὲ οὔτε ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, καὶ ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσῃ ἐν ὀνόματι τῆς στρατιωτικῆς του τιμῆς, καὶ σᾶς προκαλῶ ὅλους ἐν γένει τοὺς στρατιωτικοὺς, ὅσοι εὑρίσκεσθε εἰς τὰ ἐνταῦθα νὰ ὁμολογήσητε ἐν ὀνόματι τῆς στρατιωτικῆς σας τιμῆς ἂν δύνασθε νὰ συνυπηρετήσητε μετὰ τοῦ Χρυσοβέργη· ἄλλως ὅμως σιωπῶντες ἐννοεῖτε, ὅτι ἀποδοκιμάζετε· καὶ ἐν τούτοις ἀποδοκιμάζοντες, δὲν βλέπετε ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις ὕβρισε πᾶν ἱερὸν, καὶ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς δακτύλους τῶν τεθνεώτων τὰ δακτυλίδια, ὅτι ἔρχεται ἐδῶ νὰ ὑβρίσῃ τὴν Βουλήν; ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξυβρίσωμεν τὴν Μεταβολὴν καί τὴν Συνέλευσιν· ἀλλὰ, κύριοι, τὰς ἕδρας σας τὰς ὀφείλετε εἰς τὴν Μεταβολὴν, καὶ σεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ὀφείλετε τὴν ἕνωσίν σας εἰς τὴν μεταβολήν. Πάντες ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν, πάντες ὀφείλομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ τὴν σεβασθῶμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν ἕνα ἀξιότιμον νομικὸν, τὸν ὁποῖον βλέπω ἤδη ἀπέναντί μου, καὶ ἂν ἀγαπᾷ, ἂς εἴπῃ ἐκεῖνος τὸ ὄνομά του, νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν μεγαλεῖτερον ζήτημα δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς συζήτησιν. Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ οὐδεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι καταργοῦμεν μίαν ῥήτραν τοῦ Συντάγματος, διότι ἂν σήμερον καταργήσωμεν τὴν μίαν, αὔριον θὰ καταργήσωμεν τὴν ἄλλην, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐξέλθωμεν πάντες τοῦ Βουλευτηρίου· καὶ μὰ τὸν Θεὸν, ὅταν ἡμεῖς παραβιάζωμεν τόσον σκανδαλωδῶς καὶ ἀναφανδὸν τὸ Σύνταγμα, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ μήτε Βουλὴ, μήτε Σύνταγμα. Πῶς ἦλθεν εἰς τὸν βαθμόν του οὗτος; ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατὸν ὡς στρατιώτης; πολλοῦ γε καὶ δή· θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ πῶς ἦλθεν εἰς τὸν βαθμόν του, καὶ ποῖα δικαιώματα ἔχει εἰς τὸν στρατόν. Ὅτε κατὰ τὰ 1848 ἐκινήθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ Παπᾶ Κώστα, αὐτὸς ἦτο παρ’ αὐτῷ· αὐτομολεῖ εἰς τοὺς βασιλικοὺς νὰ παραστήσῃ ἄῤῥητ’ ἀθέμιτα· καὶ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπεξῄρεσεν ἐπιστολάς τινας, χάριν τῶν ὁποίων τῷ ἐδόθη καὶ ἕνας βαθμός. Κατόπιν ἐπιτίθεται ἐναντίον ἑνὸς δημοσιογράφου, δικάζεται....
§45ΤΙΝΕΣ. Τίνος;
§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του· σᾶς λέγω τὰ πράγματα.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ παρελθόν του.
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μάθετε τί ἦτο εἰς τὸ παρελθόν του. Σὺ μᾶς εἶπες τί εἶδες εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, ἐν ᾧ ἀπεστάλητε μὲ 6,000 δραχμὰς, διὰ νὰ μᾶς κάμετε νέον φορολογικὸν σύστημα καὶ νόμον, καὶ ἐγὼ δὲν ὀφείλω νὰ εἴπω τί συνέβη; — Καταδικάζεται εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν· ἐξέρχεται, καὶ τοῦ δίδουν καὶ ἕνα βαθμόν, ἐνῷ κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Στράτον νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅστις ἐξυβρίσει τὰ σώματα τῶν πεσόντων ἢ ἤθελεν ἀκρωτηριάσει αὐτὰ, ἂν δὲν τουφεκίζεται καὶ δὲν καταδικάζεται εἰς θάνατον· εἶναι οὕτω, κ. Πετιμεζᾶ, ἢ ὄχι; Γενομένων τῶν Ναυπλιακῶν, ἦλθεν ἡ μεταβολή· ἀλλοῦ ποῦ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εὗρε τόπον; παντοῦ ὑβρίσθη καὶ ὑπέστη τὰ αἴσχιστα, ὥστε ἐξηυτέλισε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν στρατιωτικὸν σεβασμόν· καὶ ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ὁ μᾶλλον ἀγενὴς, τώρα μᾶς λέγει, καὶ μέχρι τῆς ζωῆς του ἀκόμη δὲν συγκατατίθεται εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἐπιτροπή· τοὐτέστι περιφρονεῖ καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὡς ἐξ ἐλέους καὶ ἐπιεικείας ἔκαμεν ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος φαίνεται τόσον ἀχάριστος, δὲν ἔχω τίποτε διὰ νὰ εἴπω, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, καὶ θερμότατα, ἡ σύνταξις, ἥτις δίδεται, νὰ δοθῇ εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του καὶ οὐχὶ εἰς αὐτόν. Νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶμαι ἀφιλάνθρωπος· σύνταξιν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν πτωχὴν αὐτοῦ οἰκογένειαν. Διότι ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Βότσαρης, καὶ δὲν εἶναι παρὼν νὰ τῷ εἴπω, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐτιμώρει στρατιωτικῶς αὐτὸν διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἐν Κύθνῳ, ὁ Βότσαρης δὲν ἔπιπτεν οὔτε ἡ Βασιλεία. Ὁ θάνατος τοῦ Λεωτσάκου, τοῦ ὁποίου ἡ εἰκὼν ἀπὸ τὴν Σμύρνην μέχρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Μολδοβλαχίας καὶ Βουλγαρίας περιεφέρετο, αὐτὸς διήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν, καὶ κυρίως ὁ προβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Βότσαρης εἰς τοιαύτην γνῶσιν καὶ κεφαλήν. Λοιπὸν θέλετε καὶ ἡμεῖς, κύριοι, νὰ διεγείρωμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον τὴν αὐτὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν διήγειρεν ὁ κ. Βότσαρης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ ἀθλίου τούτου σύνταξιν; Διὰ τὰ τέκνα του ὅμως πρέπει, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφίσωμεν 150 δρ. σύνταξιν, ὄχι ὅμως δι’ αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου, καὶ παρακαλῶ τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἐξηγηθοῦν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατιωτικὸν μέρος· παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους νομικοὺς νὰ ἐξηγηθοῦν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραβίασιν ἢ μὴ τοῦ Συντάγματος, διότι ὅπως σᾶς εἶπα καὶ σᾶς ὑπέδειξα, τὰ ψηφίσματα εἶναι ἀναλλοίωτα καὶ ἀμετάβλητα, ἱερὰ, θεῖα. Ἡμεῖς δὲ ἡ Βουλὴ, ὑπάλληλος ἀρχὴ μιᾶς Συνελεύσεως, ἐρχόμενοι νὰ καταστρέψωμεν ψηφίσματα, ποῦ θὰ ἐμφανισθῶμεν; Εἶπον, κ. πρωθυπουργὲ, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀχάριστος, καὶ διὰ τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ κάμῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ὡς στρατιωτικὸς ἀπεδείχθη πάντοτε δειλὸς, ἄνανδρος, εὐτελὴς, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὸν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μάλιστα, ὅτι καὶ μὲ τὸν θάνατόν του θέλει τὴν πολεμήσει, ἐπειδὴ οὕτως ἀγνώμων φαίνεται, τὴν σύνταξιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ὡς ἐξ ἐπιεικείας καὶ φιλανθρωπίας, νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του, καὶ νὰ ἀφήσῃ αὐτὸ τὸ ἐξάμβλωμα. Ἐξ ἄλλου δὲ μέρους σᾶς εἶπα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μετατρέψῃ ψηφίσματα, διότι τὰ ψηφίσματα μένουν καὶ πρέπει νὰ μένουν εἰς αἰῶνας καὶ ἐν παντὶ ἀναλλοίωτα καὶ ἀνέπαφα, ὅπως ἔγιναν παρὰ τῆς Συνελεύσεως· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰμὴ ὑπάλληλος ἀρχὴ μιᾶς Συνελεύσεως· καὶ ἡμεῖς ἐδῶ νὰ ἔλθωμεν νὰ μεταβάλωμεν ψήφισμα; εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ καταργήσωμεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μία βοήθεια.
§50ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τὴν δώσωμεν εἰς τὰ τέκνα του καὶ εἰς τὴν γυναῖκά του. — Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά του.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ψήφισμα ἐδῶ τὸ θέλετε ὡς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος ἢ ὡς νόμον; Δόσατε εἰς τὴν σύζυγόν του περιπλέον, ἐγὼ πρῶτος θέλω ψηφίσει· ἀλλ’ εἰς ἕνα ἀχάριστον, ὅστις μᾶς ὑβρίζει, καὶ ἀγνώμονα;
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, ὅτι ἀναφορὰ, ἥτις σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, δὲν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωσθῇ τώρα.
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θαυμάζω διατί παρενοήθη ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς· τί ἐννοούσατε ὅταν ἠθελήσατε νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν ὀλίγα χρήματα; ἄλλο παρὰ νὰ περιθάλψητε τὴν οἰκογένειάν του; Ἐσχετίσαμεν δὲ μόνον τὰς διατάξεις, ἐσχετίσαμεν τὴν ὑπόθεσιν μὲ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ σᾶς εἴπῃ νὰ δώσητε οὔτε βαθμὸν οὔτε περιβολὴν παρασήμων. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν οὐδὲ κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις εἶναι ἐλλειπὴς, καὶ εἶναι κἄτι τι περίεργον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ τὸ ἐννοεῖτε· πρὸς ἀναφορὰν τοιούτου ἀνθρώπου ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ καμμίαν προσοχήν.
§55ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἤθελον ποτὲ, διότι τὸ θεωρῶ ὅλως διόλου ἄτοπον νὰ ἔλθω εἰς μίαν τοιαύτην ὁμιλίαν, ἐπιθυμῶ ὅμως, ἀφοῦ ἐδόθη τοιαύτη αἰτία νὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδῶ διὰ νὰ ὁμολογήσῃ καὶ αὐτὸς ὡς στρατιωτικὸς τί περὶ αὐτοῦ λέγει.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀπορῶ διατί γίνεται συζήτησις· ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεγνώρισε κανὲν δικαίωμα εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον· ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε πῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀπαίτησιν, ἐλέησε τὴν δυστυχίαν του, ἑπομένως ἐπειδὴ ἐλέησε τὴν δυστυχίαν του, ὅλα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ τὰ περιφρονήσωμεν, διότι ἕνας ἀνόητος λόγος ὑποθέτω ἢ μία ἀνόητος ἔκφρασις ἑνὸς ἀνθρώπου ἐλεουμένου, δὲν εἶναι ἱκανὴ βεβαίως νὰ μετατρέψῃ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα ὅ,τι θὰ ἀποφασίσῃ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν βεβαίως τὴν διανοητικὴν κατάστασιν τοῦ ἀνθρώπου, ἐνόμισεν, ὅτι εἰς μίαν δυστυχίαν του ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἄρτον. Ἐὰν τῳόντι ὡρμᾶτο μόνον ἀπὸ τὴν διανοητικήν του ἀξίαν, τότε μάλιστα εἶχε δίκαιον νὰ ζητῇ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἂν περιέχῃ τίποτε νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀγνωμοσύνην, τὴν ἀνοησίαν του, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἓν χαρτὶ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον ν’ ἀναφέρητε, ν’ ἀποφασίσητε δὲ ὅ,τι ἐγκρίνετε ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐφέρθη ἐδῶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ ἐλέους. Νομίζω δὲ, ὅτι ὅλα τὰ ψηφίσματα δὲν ἔχουν τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, τὸ ψήφισμα ἔλεγε πῶς ἀφαιρεῖται ὁ βαθμὸς, καὶ ὁ βαθμὸς εἶναι ἀφῃρημένος, μένει μόνον ἓν ἔλεος καὶ τίποτε περισσότερον, ἑπομένως οὔτε πρὸς τὰ ψηφίσματα ἀντιστρατευόμεθα, οὔτε ἡ ἀναφορὰ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί λέγετε εἰς τὸ νὰ δοθῇ ἡ σύνταξις εἰς τὴν οἰκογένειαν;
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν μὲ μέλει.
§59ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀπονέμεται εἰς τὴν οἰκογένειαν.
§60ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ κ. Σακελλαριάδης πρέπει νὰ ᾖναι ὀλιγώτερον ἔκδοτος εἰς τὸ πάθος τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν πάθος.
§62ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία παρεκάλεσε τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ αὐτοῦ, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐξέφρασαν οἱ κκ. προλαλήσαντες, καὶ ἰδίως ὁ κύριος Σακελλαριάδης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐφάνη μέτριον πρὸς τοὺς ἀνωτέρους ἐκείνους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔβλαψαν ἴσως ὁλόκληρον τὴν πατρίδα καὶ ὄχι ἄτομον· λοιπὸν ὅταν παρουσιάζεται μία Συνέλευσις, καὶ ἀμνηστεύει ὅλους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἠδίκησαν τὴν πατρίδα, θέλετε τώρα νὰ φανῶμεν ἐξαιρετικοὶ διὰ μόνον τὸν Χρυσοβέργην, ὁ ὁποῖος ἦτον ἐπιταττόμενον πρόσωπον τότε, καὶ μήπως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν σήμερον, ὅτι ὁ Χρυσοβέργης ἔκοπτε δάκτυλα; αὐτὰ εἶναι ὅλα ἀκούσματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ Μωραϊτίνης δὲν ἐπίστευσε· ἐγὼ ἠρώτησα στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι συνεπολέμησαν καὶ μοῦ εἶπον, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἂν ὁ κ. Σακελλαριάδης ἔχῃ ἐναντίας πληροφορίας, δύναμαι μεθ’ ὅρκου νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἠπάτησαν καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Λεωτσάκον.
§63ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Μὴ μὲ ἀνακατεύῃς ἐμέ· τὸ ὄνομά μου δὲν θέλω ν’ ἀναφέρῃς.
§64ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ Τσίρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγός του ἀμνηστεύθη ἀμέσως τότε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὰ ἐπαναστατικὰ αἰσθήματα καὶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἡ ὁποία ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς ἄνθρωπον πάσχοντα πρὸ ἓξ ἐτῶν καὶ τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια λιμώττει εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ἄργους. Ἐρωτήσατε τὸν πρώην νομάρχην κ. Θεοδώρου, ὅταν ἦλθεν ἡ οἰκογένειά του ἄλλοτε ἐδῶ, ἐὰν δὲν ἐπήγαινε καθ’ ἑκάστην καὶ τοῦ ἐζήτει ἄρτον. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἤμεθα ἀγριώτεροι τῶν ἀγρίων; μὲ αὐτὰ τὰ αἰσθήματα ἔρχεσθε καὶ διεκδικεῖτε πατριωτικὰ αἰσθήματα; Μόνον οἱ ἄγριοι τῆς Ἀφρικῆς ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τοιαῦτα αἰσθήματα. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τιμωρηθῇ τόσον αὐστηρῶς, ἄλλως ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν καὶ ἄλλοι, καὶ τότε ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν κ. Λεωτσάκον....
§65ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Διατί κάμνεις χρῆσιν τοῦ ὀνόματός μου; Λέγω τίποτε ἐγώ; Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρῃς τὸ ὄνομά μου.
§66ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐξ ἐναντίας λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνώτεροι τοῦ Χρυσοβέργη. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐσύστησε νὰ λάβῃ μισθὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐφάνη μετριωτέρα· εἶπε, δὲν θέλω τὸν μισθὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ σκάνδαλον εἰς τὸν στρατὸν, ἐνομίσαμεν δίκαιον, διότι ἐνῷ ἡ οἰκογένειά του ἤθελεν εἶσθαι εἰς καλλιτέραν θέσιν, ἐὰν αὐτὸς ἐξέλιπε τῆς ζωῆς, νὰ προνοήσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς, διότι καὶ ὁ ἀδελφός του καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπηρέτησαν πολλαχῶς τὴν πατρίδα.
§67ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἴμεθα σύμφωνοι.
§68ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λέγουν, ὅτι ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν αὐτὴν μία ἀναφορά. Ἂς ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὑβρίζῃ τὴν Βουλὴν, ἢ τὴν εὐγνωμονῇ. Αὐτὸς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, καὶ ἔκαμε μίαν ἀναφορὰν κολακευτικωτάτην. Ἰδοὺ τί λέγει. Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν. Παρακαλεῖ μόνον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν τελευταῖον παράγραφον. Δὲν τὸν ἀφαιροῦμεν, δὲν τοῦ δίδομεν δικαιώματα, ἄρτον μόνον τοῦ δίδομεν.
§69ΤΙΝΕΣ. Τὴν κάλπην.
§70ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ζητεῖτε νὰ κάμητε ἓν καλὸν, ἀλλὰ θὰ κάμετε ἓν κακὸν, καὶ κατόπιν θὰ τὸ αἰσθανθῆτε. Τὸ καλὸν οὐκ ἔστι καλὸν, ἐὰν μὴ καλῶς γένηται. Μὴ μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξηγηθῶ, ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή. Ἐγὼ εἶπον, νὰ δοθῇ σύνταξις, ἀλλ’ εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Ἐπειδὴ δὲ οὕτω διϊσχυρίζονται, ἂς δοθῇ τὸ ἥμισυ εἰς αὐτὸν καὶ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν οἰκογένειάν του τοὐλάχιστον, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ στενάζῃ ἔρημος, δὲν θὰ μείνῃ ἄστεγος, δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ αὔριον νὰ τρέχῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Κύριοι, ἠξεύρετε τί τρέχει.
§71ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα ὠφέλειαν προσώπου ἔρχεται ἐκ μέρους βουλευτοῦ, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως.
§72ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι τροπολογία.
§73ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι ἀντισυνταγματική.
§74ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ μάθετε πολλὰ ἔτι γράμματα καὶ τότε νὰ συνομιλήσητε μαζύ μου.
§75ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν τὰ ἔμαθα εἰς τὸν Παπαβασίλην.
§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἔμαθον καὶ εἰς τὸν Παπαβασίλην καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἔμαθον ὅσα σὺ δὲν θὰ μάθῃς καὶ 100 ἔτη ἐὰν ζήσῃς. — Κύριοι, ὁ κ. Γόντικας ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά του καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα θηρία, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν σύνταξιν εἰς μίαν πτωχὴν οἰκογένειαν. Κύριε Γόντικα, τὰ αἰσθήματα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναπτύξῃς ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε, πέρυσιν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς χήρας τοῦ Λεωτσάκου....
§77ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖος τὴν ἔφερε, καὶ δὲν τὴν παρεδέχθην;
§78ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον. Ἔπρεπεν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς χήρας τοῦ ἥρωος τῆς Μεσογείου, τοῦ Κριεζῆ, καὶ, κύριοι, ὅ,τι εἶναι τὸ ἕνα δάκτυλον τοῦ Κριεζῆ, ἡ σκιὰ τοῦ Κριεζῆ, δὲν εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς, καὶ μόλα ταῦτα τὴν σύζυγόν του τὴν ἀφήσαμεν ἔρημον καὶ πενεστάτην, ἀλλὰ διὰ τὸν Χρυσοβέργην, μετὰ τοῦ ὁποίου σὲ εἶδον χθὲς νὰ συναναστρέφησαι, φωνάζεις, ἐκεῖ εἶναι τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα. Ἔπεσαν χίλιοι Πελοποννήσιοι εἰς τὴν Κρήτην, καὶ αἱ μητέρες των καὶ τὰ ὀρφανά των στενάζουν σήμερον, καὶ περὶ αὐτῶν οὐδεμία πρόνοια ἔγεινεν. Ἐδῶ, κύριοι, φροντίσατε νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας τῶν ὀρφανῶν ἐκείνων, τῶν χηρῶν ἐκείνων· ἐδῶ εἶναι ὁ πατριωτισμὸς, ἐδῶ εἶναι τὸ καθῆκον. Τὰ καθήκοντα τὰ ἠξεύρω ἐγὼ πλέον κανενὸς ἄλλου. Ψηφίσατε λοιπόν! ἐγὼ ἐγνωμοδότησα καὶ εἶπον, τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως νὰ δίδηται εἰς τὴν σύζυγον αὐτοῦ καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς αὐτόν.
§79ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν κάλπην. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95. Ἡ πρότασις ἐγένετο παραδεκτὴ εἰς τρίτην συζήτησιν διὰ ψήφων 83 κατὰ 12.
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ ποῖον τύπον ἐψηφίσθη ἡ πρότασις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔδωσε γνωμοδότησιν.
§82ΤΙΝΕΣ. Ὡς νομοσχέδιον.
§83ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς φιλανθρωπίας θ’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπό του, ἐὰν προκαλεσθῇ ἀπόφασις τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ Βουλὴ χορηγοῦσα τὴν σύνταξιν αὐτὴν ἠνόησε ν’ ἀποδώσῃ σύνταξιν προσωπικὴν καὶ εἰς τὸν πρώην λοχαγὸν, καθὼς καὶ προσωπικῶς εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ὅτι κατὰ συνέπειαν τὸ χρηματικὸν αὐτὸ ποσὸν ὀφείλει νὰ διανέμηται ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον μεταξὺ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς λοιπῆς οἰκογενείας. Κατὰ συνέπειαν νὰ παρακληθῇ καὶ ἡ κυβέρνησις, ὅπως τὸ διάταγμα τὸ προκληθησόμενον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ν’ ἀναφέρῃ ῥητῶς, καὶ νὰ δικαιοῦται τὸ πρόσωπον τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων εἰς τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον, εἶναι τρίτη συζήτησις. Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 1. Ἡ στρατολογία ἐνεργεῖται δι’ ἀπογραφῆς καὶ κληρώσεως καὶ δι’ ἑκουσίας κατατάξεως. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον. Ἄρθρον 2. Εἰσὶ δεκτοὶ εἰς τὸν στρατόν· ά) οἱ πολῖται Ἕλληνες. βʹ) Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ὑποβαλόντες δήλωσιν πρὸς πρόσκτησιν τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Ἀποκλείονται δὲ τῆς τιμῆς τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ· 1) Οἱ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδικασθέντες. 2) Οἱ καταδικασθέντες ἕνεκα πλημμελήματος ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Π. Ν. τροποποιηθέντι διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου (1 Ἰουνίου 1836) νόμου, καὶ στερηθέντες διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀνικανότης αὕτη.
§86ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελα μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐννοεῖ ἡ 2 παράγραφος. Οἱ δηλώσαντες τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἁπλῶς ἢ οἱ ἀποκτήσαντες;
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἀποκτήσαντες.
§88ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἐννοεῖ, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς, διότι ἀπὸ τὸν ἔξωθεν ἐρχόμενον ἀπαιτεῖται νὰ διαμείνῃ ἐντὸς τοῦ κράτους δύο ἔτη, καὶ ἐν τῷ στρατῷ τὸ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, καὶ τοῦτο νομίζω εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, διότι ὠφελεῖ πολὺ τὴν κατάταξιν.
§89Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὴν διάταξιν αὐτὴν τῆς 2 παραγράφου, τὴν εὑρίσκω σύμφωνον μὲ μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐθνοφυλακῆς, ἐκεῖ ἄλλοτε ἦτο αὐτὴ ἡ διάταξις, ὅτι οἱ δηλώσαντες τὴν ἐπιθυμίαν πρὸς ἀπόκτησιν ἑλληνικῆς ἰθαγενείας δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐθνοφύλακες, καὶ ἡ Βουλὴ τότε τὸ ἐσυζήτησε σπουδαίως, συνέβησαν καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα, ἐὰν θέλετε, καὶ ἐπὶ τέλους ἐγένετο παραδεκτόν· ἀλλὰ τώρα εἶναι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν διάταξιν τότε; τὸ ὑπουργεῖον ἂς σκεφθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ὅμως ὅλως διαφορετικὸν, διότι οἱ δηλώσαντες καὶ μὴ ἀποκτήσαντες δὲν εἶναι πολῖται ἕλληνες, ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης ἕλλην.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, καθαρὸν εἶναι βεβαίως, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὸ, οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν· αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἐπιβάλλω· μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς πρέπει νὰ σύγκηται ἀπὸ πολίτας ἕλληνας, καὶ ἀπὸ ἕλληνας ὄχι δηλώσαντας ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐγκατασταθέντας, ἀποκτήσαντας, ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἔρχηται κανεὶς νὰ δηλώσῃ καὶ νὰ γίνῃ στρατιώτης· δηλώσαντες καὶ ἐγκατασταθέντες.
§91ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτός ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦλθε πρὸ ἑνὸς ἔτους.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν γίνεται.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς γίνῃ ἀπάλειψις τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§94ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν εἶναι λίαν ἐπίβουλος. Ὅταν ἀφήσωμεν τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς ἕκαστον νὰ γίνεται καὶ στρατιώτης μετὰ τὴν δήλωσιν, δὲν εἶναι δύσκολον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ διασκορπίσῃ πολλοὺς καὶ νὰ διαφθείρῃ οὕτω πως τὸν στρατόν. Ἐῤῥέτωσαν αὐτά· ἂς λείψουν.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐξαλειφθῇ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον τρίτον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ ἀπογραφῆς καὶ κληρώσεως. Ὁ κατ’ ἔτος ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς νεοσυλλέκτων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως προσδιορίζεται διὰ νόμου, εἰς ὅν προσαρτᾶται πίναξ τῆς εἰς τοὺς νομοὺς διανομῆς, γενομένης ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τοὺς πίνακας ἀπογραφῆς τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους κληρωσίμων. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει γίνεται ἡ διανομὴ τῶν νεοσυλλέκτων ὑπὸ τῶν νομαρχῶν μὲν κατ’ ἐπαρχίας, ὑπὸ τῶν ἐπάρχων δὲ κατὰ δήμους. Τῆς οὕτω γενομένης διανομῆς δημοσιεύεται γενικὸς πίναξ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος νόμου ἑπόμενον, θέλει ἐνεργηθῆ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ διανομὴ αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν.
§97Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ποίους λόγους ἔχει εἰς τὸ νὰ μεταβάλλῃ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς τῶν νεοσυλλέκτων, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διανομὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου δήμου, τόρα καινοτομεῖ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ παραδέχεται τὸ ἕτερον σύστημα, δηλ. τὴν βάσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρούχων.
§98ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε, τὸ προβλέπει ὁ ἐτήσιος νόμος.
§99Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον. Ἐπιβάλλεται εἰς τὸ κράτος νὰ στέλλῃ εἰς τὸν στρατὸν 2,000 ἄνδρας· ὁ πληθυσμὸς τοῦ κράτους εἶναι ἓν ἑκατομμύριον περίπου ἂς ὑποθέσωμεν, καὶ σύγκειται ἀπὸ 14 νομοὺς, διανέμονται οἱ 2 χιλιάδες ἄνδρες εἰς τοὺς νομοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου νομοῦ. Τόρα γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρωσίμων.
§100Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ παράγραφος τρίτος τοῦ ἄρθρου πέμπτου, δύναται νὰ σᾶς λύσῃ τὴν ἀπορίαν.
§101Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ τὶ δύναται νὰ προκύψῃ κατ’ ἐμὲ ἐκ τούτου. Ὁ πληθυσμὸς τῶν διαφόρων δήμων δὲν χωρεῖ κανὲν δῶρον. Ὁ πληθυσμὸς ἐξακριβοῦται ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι σχηματίζονται κατ’ ἔτος ἢ περιοδικῶς. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν στρατευσίμων χωρεῖ δῶρον. Εἰς δῆμος, π. χ. διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του, ἀντὶ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ στείλῃ εἰς τὸν στρατὸν 20 κληρούχους, θέλει ἐλαττώσει τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ οὕτω κερδίζει ἕνα ἢ δύο κληρούχους. Τώρα ποίους λόγους εἶχεν ἡ κυβέρνησις, ἵνα παραδεχθῇ τὸ νέον σύστημα.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἰδοὺ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ἡμᾶς δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 37 βάσις τοῦ πληθυσμοῦ.......... (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος ἐκ τῆς ἐκθέσεως).
§105ΖΩΤΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἴδομεν τὴν ἔκθεσιν, καὶ δὲν διενεμήθη, ἂς τὸ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 καὶ 30/60 μ. μ.