1867.12.09
1,057 rows · 8,993 words · 63 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 9 Δεκεμβρίου 1867.
(Σάββατον.)
Ὥρα 1 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Π. Κωνσταντᾶς. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, κύριοι βουλευταὶ, τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως δὲν εἶναι ἕτοιμα ἀκόμη καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἀναγνωσθοῦν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Χρυσοβέργη ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§2ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Περὶ ταμείων τῆς ἐθνοφυλακῆς, κύριε πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά του. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει εἰς τὸ σῶμα τὸν προϋπολογισμὸν τῆς τρίτης Συνόδου· θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὑποβάλλει διάφορα ἔγγραφα ἀφορῶντα τὰς γινομένας ἐπερωτήσεις· κατατίθενται εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ὅστις θέλει ἂς τ’ ἀναγνώσῃ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λαμπρυνίδης.
§4ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί· ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης συνόδου ἀνεγνώσθη ἀναφορὰ τοῦ ταγματάρχου Πέτρου Μπαλίνη ἀρχαίου φιλέλληνος καὶ τοῦ μόνου λειψάνου ἐκ τῶν φιλελλήνων τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 21 ἀγωνισθέντων, ἀνήκοντος εἰς μίαν ἐκ τῶν ἀριστοκρατικῶν οἰκογενειῶν· διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν κατ’ αὐτοῦ οἱ Βαυαροὶ, θέλοντες νὰ καθέξωσι τὴν θέσιν του, ῥίψαντες αὐτὸν παρανόμως εἰς ἀπομαχίαν καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ γραφόμενά του καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς αὐτὸν, καθόσον δὲν χορηγεῖται εἰς αὐτὸν ἡ κατὰ νόμον ἀνάλογος μισθοδοσία, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε τοῦ ἔδοσαν, ῥίψαντες αὐτὸν εἰς ἀπομαχίαν χωρὶς νὰ ληφθῇ κανὲν μέτρον ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προβλέπουν οἱ τότε ἐν ἐνεργείᾳ νόμοι. Ἡ Βουλὴ εὐχαρίστως ἤκουσε τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς του, ἀλλ’ εἶπε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐν τοσούτῳ ἔκτοτε ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν συνῆλθεν οὐχὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ γνωμοδοτήσῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ κατ’ αὐτοῦ πλαχθέντος ἀδικήματος, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἐκλέξῃ τὸν πρόεδρόν της, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποφανθῇ καὶ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν συσταίνουσα εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ ἀγωνιστοῦ τούτου καὶ ἐπανορθώσῃ τὸ πρὸς αὐτὸν γενόμενον ἄδικον, χορηγοῦν ἀνάλογα τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του τοὐλάχιστον εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἔχει πολὺ δίκαιον· εἶναι, κύριοι, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς αὐτὴν τὴν ἀκρόπολιν Ἀθηνῶν φορτωμένος πυρίτιδα, ὅτε τὸ ἔθνος ἐκινδύνευε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ συστηθῇ;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου περὶ ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος.
§8ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί· οὐδένα ἐκ τῶν ἐναντία φρονούντων ἀπεκάλεσα προστάτην τῶν καταχραστῶν τοῦ δημοσίου πλούτου, τῶν κακῆς πίστεως δηλονότι ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· οὐδένα ἀπεκάλεσα ἀντιπατριώτην, ὑποστηρίζοντα τὴν ὁσονούπω ἐθνικὴν χρεωκοπίαν διὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος· ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν εἶπον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω, ὅτι καὶ οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες κύριοι βουλευταὶ δὲν προέρχονται εἰς τοῦτο ἕνεκα κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἕνεκα κακῆς συνεννοήσεως, ἕνεκα φόβων ματαίων, ἕνεκα δισταγμῶν ἀνισχύρων. Ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν μὲ ἀπεκάλεσαν ὀπαδὸν τοῦ Δράκοντος, ὀπαδὸν τῶν Βανδάλων, σκληρὸν, ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ, κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι τοὺς τίτλους τούτους δὲν τοὺς ἀποδέχομαι, τοὺς ἀποκρούω. Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ τοὺς ἐφόρτωσαν, ὀφείλω καὶ ἐγὼ κατ’ ἀνάγκην, κύριοι, νὰ τοὺς διαβιβάσω· καὶ τοὺς διαβιβάζω, βλασφημῶν μάλιστα, εἰς τοὺς προπάτοράς μας, τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας, οἵτινες, κύριοι, εἶχον νόμον, ὅστις οὐ μόνον δὲν ἐσυγχώρει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα κανεὶς ὀφειλέτης, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκήρυττον συνάμα καὶ ἄτιμον. Τοὺς διαβιβάζω μετὰ ταῦτα, κύριοι, εἴς τινας τῶν ἐντίμων κυρίων πληρεξουσίων τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς Γʹ. 7βρίου, εἰς τὸν κ. Πυρίδην, ἂν ζῇ, καὶ εἴς τινας ἄλλους, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι· τοὺς διαβιβάζω ἐξ ἀνάγκης ὡσαύτως, κύριοι, εἰς τοὺς ἐντίμους πληρεξουσίους τῆς τελευταίας βʹ. Συνελεύσεως, τινὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἔφερον ἐπίσης τὴν αὐτὴν πρότασιν, καὶ ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, ἦσαν οἱ κύριοι Σαρίπολος καὶ Γ. Πετιμεζᾶς· τοὺς διαβιβάζω τέλος πάντων, κύριοι, δικαιότατα εἰς τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, καὶ τοὺς ἐκ προθέσεως προστάτας αὐτῶν· καὶ λέγω δικαιότατα, διότι βανδαλικῷ τῷ τρόπῳ κατακρατοῦν τὰ δημόσια χρήματα καὶ ἀντισυνταγματικῷ τῷ τρόπῳ, διότι, κύριοι, καὶ τὸ σύνταγμα ἐπιβάλλει εἰς ἕκαστον πολίτην νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια ἔξοδα, καὶ ὅταν ὁ εἷς συνεισφέρῃ καὶ ὁ ἄλλος οὐ μόνον δὲν συνεισφέρει, ἀλλὰ καὶ κατακρατεῖ καὶ ἐμπορεύεται τὰ δημόσια χρήματα, ὁ τρόπος οὗτος, κύριοι, δὲν εἶναι βανδαλικὸς, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός; (θόρυβος).
§9ΤΣΟΚΡΗΣ. Ὅποιος λοιπὸν δὲν συμφωνεῖ μαζύ σου.
§10ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι, ἐννοῶ τοὺς ἐκ προθέσεως· ἀποφεύγω ἀπὸ τὰ προσωπικὰ τόσον, ὅσον ἴσως οὐδεὶς ἄλλος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων κύριοι, καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν ἐντίμων κυρίων βουλευτῶν εἶπον, ὅτι ἕτοιμος ἑτοιμότατος πάντοτε εἶμαι εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ δέχωμαι οἱανδήποτε τροπολογίαν καὶ ν’ ἀντικατασταίνω λέξεις καὶ φράσεις χωρὶς ἐνίοτε καὶ νὰ τὰς ἐννοῶ ἴσως· ἀλλὰ τὴν εἰρωνείαν ταύτην, κύριοι, τοὺς τὴν χαρίζω· τοὺς κάμνω δὲ καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι πράγματι πεπαιδευμένοι, πράγματι νομομαθεῖς μέχρις αὐτῆς τῆς ἡλικίας δὲν ἤκουσα νὰ εἰρωνεύωνται γέροντας καὶ ἄλλους, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ ὀλίγα γράμματα τῆς ἐποχῆς των, τῆς πρὸ τοῦ ἀγῶνος ἐποχῆς, ἐποχῆς σεβαστῆς διὰ τὰ ἁγνὰ τοὐλάχιστον ἤθη της. Ἤκουσα ὅμως πολλούς, κύριοι, καὶ διὰ νὰ μὴ εἴπω πολλούς, καὶ συμπεριληφθῶσιν ὅλοι, ἤκουσα λέγω τινὰς ἐκ τῶν ἡμιμαθῶν ἐξ ὧν πλουτοῦμεν, οἵτινες συνειθίζουν εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὥραν νὰ εἰρωνεύωνται καὶ νὰ χάνωνται εἰς ἑρμηνείας καὶ εἰς παρεξηγήσεις λέξεων, καὶ ἂν παρακαλέσω τινὰ ἐξ αὐτῶν νὰ γράψῃ τὸ καθαρίζω θὰ γράψῃ βεβαίως τὸ ρι μὲ η. Ἂς πιστεύσωσι λοιπὸν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι διὰ νὰ φαίνωμαι τοσοῦτον εὔκολος εἰς τὸ νὰ παραδέχωμαι συχνότατα τροπολογίας καὶ ἀντικαταστάσεις λέξεων, τὸ ἔπραττον ἀπὸ σκοποῦ, ὅπως ἀφαιρέσω δηλονότι τὰς προφάσεις ἐκείνων καὶ διευκολύνω οὕτω τὴν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου ψῆφον καὶ συνδρομὴν αὐτῶν, ἐνῷ ἐξ ἀρχῆς κατενόησα, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον διάθεσιν νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροφασίζοντο, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ δεῖνα τροπολογία καὶ ἡ ἀντικατάστασις τῆς δεῖνος ἢ δεῖνος λέξεως. Ἀπαντῶ δὲ καὶ εἰς τὸν φίλον μου κ. Γόντικαν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασίς μου σκοπὸν μόνον ἔχει τὸ μέλλον, καὶ ὅτι τάχα δὲν ὀφείλω ὁ ἴδιος καὶ οἱ συγγενεῖς μου εἰς τὸ παρελθὸν, ἐγνωμοδότησε δὲ, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ 1821. Παρατηρῶ ἐν πρώτοις εἰς τὸν φίλον μου τοῦτον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1821 ἂν ἀρχίσωμεν, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν νὰ πληρώσωμεν. Κύριοι, κατ’ ἐκείνας τὰς ἐνδόξους ἐποχὰς δὲν εἴχομεν οὔτε χρήματα οὔτε προσόδους νὰ διαθέσωμεν ἢ ἐνοικιάσωμεν, καὶ ἂν ὑπάρχουν ὀλίγα τινὰ καθυστερούμενα ἀκαθάριστα εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπάρχουν· ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, νὰ συστήσωμεν, λέγω, στενώτατα, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰ ἐσωτερικὰ χρέη, ὅπως ἔλαβε πρόνοιαν καὶ διὰ τὰ ἐξωτερικά. Αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν διὰ τὸ προπαρελθὸν, τουτέστι διὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1821. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου πρέπει νὰ στήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἶναι τὸ παρελθὸν τὸ ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐφεξῆς. Ὀφείλω ἴσως καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ 1833. Νὰ σᾶς εἰπῶ, κύριοι, βεβαίως δὲν τὸ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦτο ὅτι δὲν ὀφείλω, σέβομαι ἐμαυτόν· πρέπει νὰ ὀφείλω 4 ἢ 5000 δρχ. ὡς ἐγγυητὴς προσόδων, καὶ ἀκούσατε, ἂν θέλετε νὰ σᾶς εἰπῶ μίαν ἱστορίαν, ἥτις συνέβη εἰς ἐμὲ αὐτὸν διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ὁ προτεινόμενος νόμος εἶναι μᾶλλον εὐεργετικὸς ἢ σκληρὸς καὶ ἀντισυνταγματικὸς, ὥς τινες τὸν ἀπεκάλεσαν. Κατὰ τὸ 1837 ἢ 1838 ὡς ἐκ τῶν ἕξεων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς τοῦ νὰ γίνωνται ἐνοικιασταὶ πολλοὶ καὶ μὲ μικρὰν ἀκόμη ζημίαν, διότι τὸ ταμεῖον εἶχε χρήματα καὶ δὲν ἐξεβίαζον κανένα εἰς τὴν πληρωμὴν, μὲ 8 τὰ ἑκατὸν ἕκαστος ἐγένετο ἐνοικιαστὴς διὰ νὰ κρατῇ εἰς χεῖράς του δημόσια χρήματα καὶ εὐκολύνῃ τὰς ὑποθέσεις του· ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ γίνω ἐνοικιαστὴς μέ τινας συγγενεῖς μου, καὶ τῳόντι σπουδαίαν ἐκάμαμεν ἐνοικίασιν, ἀλλ’ ὁ τότε ταμίας μακαρίτης Τσούκας, πολιτικός μου ἀντίπαλος, δὲν ἄφινεν οὐδὲ στιγμὴ νὰ παρέρχηται χωρὶς νὰ μὴ μᾶς καταδιώκῃ· νὰ μὴ κατάσχῃ τοὺς καρποὺς, ὥστε συγχωρημένη νὰ ᾖναι ἡ ψυχή του, δὲν μᾶς ἄφησε καὶ ὀφειλέτας εἰς τὸ δημόσιον· ἀπεναντίας πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων του, ὡς ἐκ τῶν εὐκολιῶν, ἃς ἐχορήγει εἰς αὐτοὺς, τοὺς κατέστησε δυστυχεῖς, καὶ ἂν δὲν ὑπήρχοντο οἱ εὐεργετικοὶ νόμοι, ἤθελον εἶσθαι ὅλοι σήμερον ἐλεεινοὶ καὶ ὅλως ἀκτήμονες καὶ καταβεβαρυμένοι μὲ χρέη πρὸς τὸ δημόσιον μεγάλων ποσοτήτων.
§11ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἄρα εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος; ὁ ταμίας. Ὥστε δὲν πταίει ὁ ὀφειλέτης, ἀλλ’ ὁ ταμίας. (θόρυβος).
§12ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι εὐεργετικὸς καὶ ἠθικός. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου. Ἀληθῶς, ὡς διϊσχυρίζονται πολλοὶ, ὑπάρχουσι νόμοι καὶ μὲ δρακοντίους διατάξεις πρὸς ἐκβίασιν τῶν ὀφειλετῶν· ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅλοι, ὅτι διὰ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, καὶ ἴσως ἡ τάξις αὕτη εἶναι κατὰ τὸ ⅓ τῶν ὅλων φορολογουμένων, ἐφ’ ἧς οἱ ἐν ἐνεργείᾳ νόμοι δὲν ἰσχύουσιν, ἢ μᾶλλον δὲν ἐφαρμόζονται· διότι ὁ ταμίας οὔτε φυλακίζει τινὰ ἐκ τῆς τάξεως ταύτης, οὐδὲ στρατιώτας καὶ εἰσπράκτορας ἀποστέλλει νὰ καταλύσουν εἰς τὰς οἰκίας των, οὐδ’ ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν ἐνεργεῖ, καὶ ἐν γένει οὐδὲν πράττει κατ’ αὐτῶν, διότι δὲν τολμᾷ (θόρυβος). Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν βλέπετε διαιρεῖται εἰς τρία μέρη· τὸ πρῶτον μέρος τί λέγει; Εἰς τὸ μέλλον, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου, ὅστις ὀφείλει ληξιπροθέσμως εἰς τὸ δημόσιον νὰ μὴ δύναται νὰ ᾖναι ὑπάλληλος, νὰ μὴ δύναται νὰ ᾖναι διαχειριστής. Ἰδοὺ τὸ ὅλον τοῦ πρώτου μέρους. Ἔρχεται τὸ δεύτερον μέρος· τὸ δεύτερον μέρος, κύριοι, τοῦ νόμου θέλει ὥστε, ὅσοι τῶν ὀφειλετῶν συνεμορφώθησαν μὲ τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους καὶ ὠφελήθησαν τοὺς τόκους, ἔδωσαν νέας ὁμολογίας καὶ δὲν ἐπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου, διότι καὶ τοὺς τόκους ὠφελήθησαν καὶ τὰ χρέη των ἐκαθάρισαν καὶ νέας προθεσμίας ἔλαβον. Ἑπομένως οὐδεὶς δικαιολογημένος λόγος νεωτέρας ἐπιεικείας ὑπάρχει δι’ αὐτούς. Τὸ τρίτον μέρος τοῦ νόμου τί θέλει; θέλει καὶ παρακαλεῖ τὴν κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰδικὸν νόμον περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἔρχεται ἤδη μία τροπολογία, ἢ μία ἄλλη πρότασις, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την, ἢ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἡ ὁποία ὁρίζει τινὰς περιστάσεις πρὸς εὐκολίαν τῶν ὀφειλετῶν καὶ εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων. Λοιπὸν, βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ τὰ τρία ταῦτα μέρη τοῦ νόμου σκοποὺς οὐσιώδεις καὶ ὠφελίμους πρός τε τὸ δημόσιον καὶ πρὸς τοὺς ὀφειλέτας αὐτοῦ ἐπιδιώκει. Ἔχετε ἀκόμη ἀμφιβολίας, κύριοι, ἔχετε δισταγμοὺς, θέλετε νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ ἑτέρα εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐπὶ 8 ἡμέρας· παραδέχεται ἡ Βουλή;
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ προτείνων τὸν νόμον αὐτὸν ἠμπορεῖ νὰ νομίζῃ ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολήν.
§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φωναὶ, κύριοι, καὶ φωναὶ πολλάκις ἠγέρθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τὴν ἐσχάτην χρεωκοπίαν καὶ ἕνεκα τούτου δάνεια ἐπὶ δανείων καὶ φόροι ἐπὶ φόρων ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀλλ’ ὅτε, κύριοι, ἀνεπετάσαμεν τὸ παραπέτασμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκάλυπτε καὶ καλύπτει τοσούτους ἀδηφάγους λυμεῶνας τῆς κοινωνίας, εὕρομεν ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν τὸ βλέπομεν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ τοῦτο. Τὸ ποσὸν περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, κύριοι, δὲν εἶναι οὔτε 5 οὔτε 10 οὔτε 20, ἀλλ’ εἶναι 60,000,000 καὶ ἐπέκεινα, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ 60 ἑκατομμύρια ἐντρυφᾷ οὐχὶ ὁ πένης λαὸς, ὅστις καταμαστίζεται, ῥαπίζεται καὶ ἄγεται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νὰ πληρώσῃ 5, 10 δραχμάς· οὐδὲ τὰ μεταχειρίζεται ἡ κυβέρνησις εἰς τὰς ἀνάγκας της. Καὶ ὡς ἐκ τούτου βλέπετε ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν κτηματίας καὶ μεγαλοκτηματίας· οὗτοι πρὶν ἦσαν ἄνθρωποι πτωχοὶ, πτωχότατοι, οἵτινες διαρπάσαντες τὰ δημόσια ἔγειναν πλουσιώτατοι, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπλήρωσαν οὔτε τὸ εἰκοστημόριον. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ κατάστασις ὡς πότε θὰ παρατείνηται καὶ ὁ λαὸς θὰ πιέζηται, τὸ δὲ ἔθνος ἡμῶν θὰ τείνῃ τὴν χεῖρα εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον διὰ δάνεια; οἱ ὀφειλέται, καὶ μάλιστα οἱ μεγάλοι ὀφειλέται, ὀφείλουν ν’ ἀποτίσουν ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐῤῥέθη μέχρι τοῦ 1860, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐφεξῆς ὅσοι εἶναι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ὀφείλουν ν’ ἀποτίσουν τὰ ποσὰ αὐτὰ, καὶ ἂν δὲν ἐπιδοκιμάσωμεν τὰς ῥήτρας ἐκείνας, τὰ ὁποίας ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον ὑπέβαλε τοῦ ν’ ἀπεκδύωνται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων οἱ τοιοῦτοι, νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων ὅλων ἐκείνων καὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν ὅλα τὰ δρακόντια μέσα· διότι τὸ νὰ διαρπάζουν οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ μένουν ἀτιμώρητοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸ ἔθνος δὲν πηγαίνει ἐμπρὸς, καὶ θὰ ἤμεθα ἀείποτε εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἐπαίτου τοῦ δανειζομένου καὶ πάντοτε χρεωκοπημένου. Ὅσοι λοιπὸν τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ πιστεύω νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐξαίρεσις, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἔθνος, ὅσοι λοιπὸν τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀγαποῦν τὴν πατρίδα, ὀφείλουν νὰ λάβουν μέτρα σύντονα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πολλάκις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος αὐτὸς καὶ εὑρίσκοντο πάντοτε προσκόμματα, ὥστε προσέξατε, διότι δικαίως ὁ κόσμος θ’ ἀποδώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς τὴν μομφὴν, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τῶν τοιούτων, ὥστε ἂς προσέξωμεν, κύριοι, καὶ ἂς συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καὶ ἂς μὴ θελήσωμεν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν λυμεώνων αὐτῶν ἑξήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν· εἶναι ἀνάξιον νὰ παραβλέψωμεν τοῦτο, κύριοι. Τί περισσότερον, κύριοι, ὅταν ἡ πατρὶς προσφέρῃ τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωήν της, καὶ διασκορπίζῃ τὰ πιστὰ τῶν τέκνων της, καὶ ζυμόνῃ τὴν γῆν μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων; ἡμεῖς θὰ θελήσωμεν ν’ ἀφήσωμεν τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ δημοσίου νὰ τὰ λυμαίνωνται οἱ ἁρπάσαντες αὐτά; Ὄχι, πρέπει νὰ τοὺς πολεμήσωμεν, ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ νόμος δρακόντειος ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἐὰν δὲν ὑποστηρίζω καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν νόμον ὑποστηρίζω ὅμως αὐτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἔρχομαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν τέλειος, καὶ πολλὰς ἔχει καὶ μεγάλας τὰς ἐλλείψεις καὶ πρέπει νὰ διέλθῃ μίαν βάσανον. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρὼν σήμερον, ὥστε φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐξ ἐφόδου, ὥστε ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν ἐπί τινας ἡμέρας, νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πολλὰ ὀλίγα νομοσχέδια φρονῶ ἀπησχόλησαν τοσαύτας ἡμέρας τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ προκείμενον, καὶ τὸ νὰ ἀναπτυχθῶσι τοσαῦτα ζητήματα τοῦτο δὲν δεικνύει τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου καὶ τιμᾷ τὸν βουλευτὴν Φθιώτιδος, ὅστις εἰσήγαγεν, ὑπεστήριξε καὶ ὑποστηρίζει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Συνέβη καί τι ἄλλο εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσήχθη μέχρι σήμερον ἔλαβε τοσαύτας μεταβολάς, ὥστε ἂν συγκρίνῃ τις τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς πρὸς τὸ συζητούμενον δὲν θέλει τὸ ἀναγνωρίσει. Συμβαίνει καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως μοναδικὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, ἥτις εἰσήγαγε καὶ ὑπέβαλεν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, ἀλλὰ καί τοι ὑποβαλοῦσα τοῦτο, ἐπεφυλάχθη πάλιν νὰ ἔλθῃ νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις καὶ τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὶν πράξω τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τῶν καθυστερημάτων. Καθυστερήματα, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τὰ ὑπόλοιπα τοῦ δημοσίου ἔσοδα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον δὲν κατορθόνει νὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, ἥτις διαρκεῖ ὄχι μόνον ὅσον τὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ ἐπί τινας μῆνας ἀκόμη. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τῶν καθυστερημάτων· σᾶς εἶπον, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν μερικοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες διαχειρισθέντες τὰ δημόσια, καὶ καθυστερήσαντες τὰ ὀφειλόμενα ἐγένοντο πλούσιοι, καὶ γενόμενοι πλούσιοι ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὴν ὑψηλοτέραν βαθμίδα τῆς κοινωνίας πρὸς κοινὸν σκάνδαλον· πολλοὶ ἐξέφρασαν τὴν λύπην των, καὶ εἶπον, ὅτι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα ὡς ὠφελιμώτατα παρεδέχθησαν. Καὶ ἐγὼ παρετήρησα μὲ λύπην μου τὸ γινόμενον τοῦτο καὶ πολλάκις μοὶ συνέβη ν’ ἀγανακτήσω, διότι ἔβλεπον, ὅτι πολλοὶ δὲν ἤθελον νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των· ὁσάκις δὲ συνέβη νὰ διευθύνω τὴν καταδίωξιν, εἴτε ὡς ὑπάλληλος, εἴτε ὡς ὑπουργός, γνωρίζετε, ὅτι ἤμην ἀδυσώπητος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον· ἔχω τὴν ἀρχὴν νὰ ἦμαι μέτριος εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν εἶμαι ἀδυσώπητος, διότι πρέπει νὰ εἰσπράττωμεν εἰς τὸ δημόσιον ὅλα τὰ εἰσοδήματα καὶ νὰ μὴ μένουν καθυστερούμενα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν αὐστηρῶς τὰ πράγματα θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ῥίπτωμεν ὅλον τὸ βάρος τῆς καταστάσεως ταύτης εἰς τὴν δυστροπίαν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν μεροληπτικὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐμπεπιστευμένων τὴν εἴσπραξιν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ τὸ κρίνωμεν ἀλανθάστως καὶ ὀρθῶς πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, καὶ συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἡμέτερον τῶν ἐσόδων μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συμβαίνουν ἢ συμβαίνει νὰ ὑπάρχουν ὀλιγώτερα καθυστερήματα· διότι τὸ λεγόμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν καθυστερήματα εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὀρθόν. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, κύριοι, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συγκρίνω τὰ ἔσοδα ἡμῶν πρὸς τὰ ἔσοδα ἄλλων ἐπικρατειῶν, διὰ νὰ ἰδῆτε......
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
§20ΤΙΝΕΣ. Ἐξακολούθει.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἔχει προϋπολογισμὸν ἐσόδων ἀπὸ ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια λίρας, ὃ ἐστὶ περίπου δύω δυσεκατομμύρια δραχμὰς, γνωρίζετε πόθεν προέρχονται τὰ ἔσοδα ταῦτα; τὰ πλεῖστα προέρχονται ἀπὸ φόρους ἐμμέσους· ἰδοὺ μία σημείωσις, τὴν ὁποίαν ἐξήγαγον ἀπὸ ἕνα προϋπολογισμὸν τῆς Ἀγγλίας. Ἀπὸ τελωνικὰ δικαιώματα εἴκοσι ἕνα ἑκατομμύριον λίρας εἰσόδημα· καὶ ἐπειδὴ δὲν χορηγεῖται προθεσμία, ἀλλὰ τὰ τέλη εἰσπράττονται ἀμέσως καὶ ἐπὶ χεῖρας, ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καθυστέρησις. Λαμβάνονται δύω ἑκατομμύρια λίραι ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τινῶν προϊόντων καὶ ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ καὶ οὗτος εἰσπράττεται ἐπὶ χεῖρας καὶ καθυστέρησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι ὅστις δὲν προπληρώσῃ τὸν φόρον δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ εἰς κατανάλωσιν αὐτὰ τὰ εἴδη. Ἐννέα ἑκατομμύρια λίρας ἀπὸ τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ καθυστέρημα· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν καθυστέρησις ἐκ τοῦ χαρτοσήμου δὲν ὑπάρχει. Τέσσαρα ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰ ταχυδρομεῖα· καὶ εἰς τὰ ταχυδρομεῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν καθυστερήματα. Εἰσπράττονται δὲ τώρα δέκα περίπου ἑκατομμύρια ἀπὸ φόρους ἐμμέσους. Ποῖοι δὲ εἶναι αὐτοί; ὑπάρχει πρῶτον ὁ λεγόμενος φόρος ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων· αὐτὸς εἶναι ἐλάχιστος, ἀναλογεῖ πρὸς δύω τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· καὶ ἀνατίθεται εἰς τὴν δήλωσιν τῶν φορολογουμένων, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία κατάχρησις· δὲν συμβαίνει νὰ τεθῇ φόρος εἰς ἄνθρωπον μὴ φορολογούμενον, μὴ ἔχοντα πραγματικὰ εἰσοδήματα. Ἐννοεῖται ὅτι ἕνας τοιοῦτος φόρος, τόσον μέτριος, τόσον καλὸς, τόσον δικαίως ἐπιβαλλόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ καθυστερήματα. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τρία ἑκατομμύρια· ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον, ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ φόρους τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας, διὰ τοὺς σκύλους, ἵππους κτλ., καὶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ βάλῃ τις εἰς τοὺς ὑπηρέτας του ὡς σημεῖον τῆς εὐγενείας. Βλέπετε ὅτι ἂν δὲν ὑπάρχουν καθυστερήματα εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω καθαρὰ ὅτι δὲν ὑπάρχουν καθ’ ὅλου, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰσοδημάτων προέρχεται ἀπὸ ἐμμέσους φόρους, καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσουν καθυστερήματα, καὶ δεύτερον, διότι οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι μικροὶ, μέτριοι, καταβάλλεται μεγίστη προσοχὴ εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ἡ βεβαίωσις στηρίζεται εἰς τὴν δήλωσιν τῶν φορολογουμένων καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κατάχρησις. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν τὸν τόσῳ μέτριον, τὸν τόσῳ καλῶς ἐπιβεβλημένον, ὑπάρχουν καθυστερήματα, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τοὺς ἀπολογισμοὺς θέλετε ἰδεῖ κατ’ ἔτος ἔχουν 6,000,000 καθυστερούμενα. Ἀλλὰ αὐτὰ διὰ νὰ μὴ τὰ χάνουν σχηματίζουν ἓν κεφάλαιον ἰδιαίτερον καὶ προσθέτουν 2%, τὸ αὐτὸ κάμνουν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν, καὶ τῶν προσωπικῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἰσπράττονται 50,000,000 φράγκα. Ἡ αὐτὴ ἀναλογία, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Βέλγιον· καὶ ἐκεῖ οἱ περισσότεροι φόροι προέρχονται ἀπὸ ἐμμέσους πηγὰς, οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι εἶναι πολὺ περιωρισμένοι καὶ ἐξ αὐτῶν πάντοτε ὑπάρχουν καθυστερήματα· ὥστε, κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἐὰν εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη δὲν ὑπάρχουν καθυστερήματα πολλὰ, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν φύσιν καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσπράτονται οἱ φόροι καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλο τι. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερα, ἂς ἀπαριθμήσω ἤδη τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζονται. Κατὰ τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ὑπουργὸς τὰ περισσότερα καθυστερήματα ἀφίνουν οἱ ἄμεσοι φόροι, 23,214,000, καθυστεροῦνται· πόθεν προέρχεται αὐτὸ τὸ μέγιστον καθυστέρημα; Ἀπὸ δύω λόγους· πρῶτον, διότι οἱ ἔγγειοι φόροι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὑπέρογκα παραβαλλόμενοι μὲ τοὺς τῶν ἄλλων ἐθνῶν· ἐκεῖ οἱ ἄμεσοι φόροι ἀναλογοῦσι μόλις πρὸς 6 καὶ ἀλλοῦ πρὸς 4 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα φθάνουν μέχρι 10 καὶ 15% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος· δεύτερον εἰς τὰ ἄλλα κράτη ὁ ἔγγειος φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει κτηματολογίων καὶ βεβαιοῦται ὑπ’ αὐτῶν τῶν φορολογουμένων, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ βεβαιώσεις γίνονται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς καὶ κατ’ ἔτος, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμβαίνουν πάμπολλα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ δυσκολεύσουν τὴν εἴσπραξιν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν Γαλλίαν· εἰς αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς παριστάνει τὸ αὐτὸ ποσὸν ὡς ἔγγιστα τῶν ἐσόδων ὡς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν τὸ πλεῖστον μέρος εἰσπράττεται χωρὶς καθυστερήματα. Ἓν δυσεκατομμύριον καὶ 400,000,000 φράγκων εἶναι ἀπὸ ἐμμέσους φόρους· ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τῶν ποτῶν, ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, τελωνικὰ δικαιώματα, φόροι μεταγραφῆς, ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόροι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀφήσουν τὴν ἐλαχίστην καθυστέρησιν, διότι εἶναι προπληρωτέοι· ἐὰν δὲν πληρώσητε τοῦ καπνοῦ τὸν φόρον, δὲν σᾶς δίδει καπνὸν, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ συμβῇ ἡ καθυστέρησις εἰς αὐτὸ τὸ μέγιστον ποσόν· ἐὰν δὲν πληρώσητε τὸν φόρον τῶν ποτῶν, δὲν σᾶς δίδει τὴν ἄδειαν νὰ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν τὰ ποτά σας· τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ τελωνικὰ δικαιώματα, εἰς τὸ χαρτόσημον καὶ εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουν περισσότεροι ἄμεσοι φόροι· ὑπάρχει πρῶτον ὁ ἔγγειος φόρος, ὅστις ἀναβαίνει εἰς 170,000,000 φράγκα· ἐὰν παραβάλητε αὐτὸ μὲ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῆς παραγωγῆς, ἥτις βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει, θέλετε εὑρεῖ ὅτι εἶναι τόσῳ μικρὸς, ὥστε μόλις ἀναλογεῖ πρὸς 5 τοῖς ἑκατόν.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἓν τοῖς ἑκατόν.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν. Εἰς πέντε ἢ ἓξ τοῖς ἑκατόν τέλος πάντων ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ δὲν λαμβάνει χώραν καμμία ἀδικία, διότι ἡ βεβαίωσις ἐγένετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ εἶναι κατὰ τμήματα καὶ ἑπομένως ἕκαστος γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων τί ἔχει νὰ πληρώσῃ καὶ ὁ φόρος εἶναι ἐλάχιστος, ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ κυβέρνησις ἔχει ὄργανα, τὰ ὁποῖα πληρώνει πολὺ ἀκριβὰ διὰ νὰ εἰσπράτωσι τοὺς φόρους, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἰσπράττει ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ κάμει ἓν εἶδος ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, ἐνοικιάζει τὰς προσόδους καὶ οὐχὶ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλὰ δίδει προθεσμίας. Ὅστις ἀγοράζει ἐπὶ προθεσμίᾳ ἔχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ· καὶ δὲν ἐννοῶ πῶς θέλετε νὰ ἐξαιρέσητε ἀπὸ τὸν γενικὸν κανόνα τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ βλέπετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁποιονδήποτε ἐμπορικὸν κατάστημα, ὅταν δίδῃ ἐπὶ πιστώσει νὰ μὴν ἔχῃ καθυστερήματα· μήπως ἔμπορος πωλῶν ἐπὶ πιστώσει δύναται νὰ εἰσπράξῃ ὅλα ἐν γένει τὰ βερεσέδια; αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον· μεταξὺ τῶν πολλῶν θέλουν εὑρεθῆ τινες, εἴτινες δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν, καὶ ἄλλοι, οἵτινες δὲν θὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ πληρώσουν, καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ἔχουν τὰ μέσα νὰ τὰ εἰσπράξουν. Εἶναι λοιπὸν φυσικὴ συνέπεια τὰ καθυστερήματα τοῦ συστήματος τοῦ νὰ χορηγῶμεν τὰς προσόδους ἐπὶ πιστώσει. Θέλετε νὰ μὴ συμβαίνουν καθυστερήσεις; καταπαύσατε τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων καὶ ἐνοικιάσατε τὰς προσόδους ἢ πωλήσατε αὐτὰς ἐπὶ μετρητοῖς· ἀλλὰ συμφέρει τοῦτο; βεβαίως ὄχι· διότι θέλετε περιορίσει τὸν συναγωνισμὸν μόνον εἰς τοὺς πλουσίους, τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς ἔχοντας χρήματα, καὶ τότε θέλετε ἀδικήσει μίαν μεγάλην τάξιν ἀνθρώπων, ἥτις ἔχει ἀνάγκην καὶ ὠφελεῖται ἀπὸ τὰς προσόδους καὶ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, θέλετε δὲ ζημιώσει καὶ τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην ἐμμένομεν εἰς τὸ σύστημα αὐτό· καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὑποφέρωμεν καὶ τὰς συνεπείας, αἵτινες εἶναι αἱ καθυστερήσεις· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ χορηγῶνται πιστώσεις καὶ νὰ μὴ συμβαίνουν καθυστερήσεις. Καὶ ἡ τράπεζα καὶ ὅλα τὰ καταστήματα εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον ὑποβάλλονται. Καὶ ὅτι, κύριοι, ἐκ τοιαύτης πηγῆς προέρχονται τὰ καθυστερήματα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ βεβαιωθῆτε ἐκ τῆς ἀναλύσεως τοῦ πίνακος· διότι ἐὰν ἐξετάσητε τὸν πίνακα, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅλαι αἱ πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται τοῖς μετρητοῖς, δὲν ἀφίνουν καθυστερήματα. Τὸ χαρτόσημον δὲν ἀφίνει καθυστέρημα, τὰ ἅλατα ἐπίσης, τὰ τελωνικὰ δικαιώματα δὲν ἀφίνουν εἰμὴ ἓν μικρὸν καθυστέρημα 840,000 δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καθ’ ἣν τὸ δημόσιον ἐχορήγει προθεσμίας· βεβαίως ἀφοῦ συνέβαινε νὰ χρεωκοπήσουν ἔμποροι, ἠθέλατε νὰ μὴ χάσῃ καὶ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του; Ἐπώλησαν πολλὰς ἐθνικὰς γαίας δι’ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ δεχθέντες πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν παρεῖχον ἀποχρώσας ἐγγυήσεις, ἀνέθηκαν τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν εἰς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι κάμνουν μέγα κατόρθωμα, ἐὰν πωληθοῦν εἰς μεγάλας τιμάς· ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θέλετε νὰ μὴ συμβοῦν καθυστερήσεις; Ἰδού, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν, τῆς ὁποίας τὸ παράδειγμα ἐπεκαλέσθησαν πολλοὶ, ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1863 καθυστέρημα 14,000,000 φράγκων.
§24Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέναντι πόσων προσόδων;
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑνὸς δυσεκατομμυρίου καὶ τόσον· ἀλλὰ τί σημαίνει;
§26ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέναντι πόσων ὅμως φόρων;
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αὐτῶν τὰ 8,000,000 ἡ Κυβέρνησις τὰ διαγράφει, ἀφίνει ὡς εἰσπράξιμα τὰ λοιπά· ἐὰν δὲ ἐνδιατρίψητε εἰς τὰς λεπτομερείας θέλετε ἀπαντήσει μερικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀφίνουν καθυστερήματα ἀνώτερα· καὶ παράδειγμα ὅτι τὸ συνέδριον ἐπέρασεν εἰς βάρος 37,000,000, καὶ εἰσέπραξε μόνον τὰ 7,000,000. Ἀπὸ ἐκποίησιν ἀκινήτων (φαίνεται ὅτι καὶ ἐκεῖ ἔχουν ἐθνικὰ πράγματα) ἐβεβαιώθησαν 107,000 καὶ ἔμειναν καθυστερήματα 40,000 φράγκα. Βλέπετε, ὅτι ὅπου ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσουν τοιοῦτον σύστημα, παντοῦ συνέβησαν καθυστερήματα· διότι εἶναι ἀδύνατον, ὁσάκις δίδονται ἐπὶ προθεσμίᾳ τὰ κτήματα, νὰ μὴ γίνωνται καθυστερήματα. Ἐσχάτως, κύριοι, διῆλθον ἀπὸ τὰς Ἡγεμονίας, ὅπου ἀπεφάσισαν νὰ καταστήσουν ἰδιοκτήτας τοὺς δούλους· ἀφοῦ τοῖς ἀπέδωσαν τὴν ἐλευθερίαν, ἀπεφάσισαν νὰ τοῖς δώσουν καὶ ἓν τεμάχιον γῆς· ἐνόσῳ ἦσαν δοῦλοι δὲν εἶχον γῆν, ἅμα ἀπεφάσισαν νὰ τοὺς καταστήσουν ἐλευθέρους πολίτας, ἀπεφάσισαν νὰ τοὺς δώσουν καὶ γῆν· ὑπεχρέωσαν λοιπὸν ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν Ἡγεμονιῶν νὰ δώσουν εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν ἀπὸ 15 στρέμματα ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ πληρώσουν τὴν γῆν πρὸς ἓν φλωρίον τὸ στρέμμα (τὸ ὥρισαν διὰ τοῦ νόμου εἰς 15 ἔτη) αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος. Εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἔδωκαν ὁμολογίας, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσι κατ’ ἔτος τὸ δέκατον πέμπτον τῆς ὁλικῆς ἀξίας τῶν γαιῶν. Προβλέποντες δὲ, ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν ἤθελον πληρόνει ἐγκαίρως, τί κάμνουν; ἐσύστησαν μίαν ἐπιτροπὴν ἰδιαιτέραν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διέταττε νὰ κατατίθενται αἱ δόσεις τῶν γαιῶν, καὶ ἀπὸ αὐτὴν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ λαμβάνουν τὰ μερίσματα, ἐὰν δὲ μείνῃ τίποτε θὰ πληρώνῃ τὸ δημόσιον· καὶ οὕτως ἐπλήρονεν ὅ,τι κατ’ ἔτος καθυστερεῖτο· καὶ παρετηρήθη ὅτι καθυστέρει ἡ γεωργία τὸ ¼, μολονότι ἡ τιμὴ ἦτο τόσον μικρὰ καὶ τοῖς ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐξοφλήσουν εἰς 15 δόσεις! Παρατηρεῖτε εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅσοι φόροι εἰσπράττονται ἐμμέσως δὲν ἀφίνουν καθυστερήματα, ἀλλὰ ὑπάρχουν μικρὰ πράγματα ἀπὸ ἐδαφονομάς· ἐρωτῶ αἱ πληρωμαὶ τῶν ἐδαφονομῶν γίνονται τακτικῶς καὶ εἰς τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν;
§28ΤΙΝΕΣ. Ποτὲ, ποτέ.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φυσικόν. Αὐτὰ, κύριοι, σᾶς λέγω ὄχι διότι συμπαθῶ ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῆτε τὰ πράγματα καὶ νὰ τ’ ἀποδίδετε εἰς μόνην τὴν δυστροπίαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου καὶ τὴν κακὴν καὶ μεροληπτικὴν διαχείρησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων της περὶ τὴν εἴσπραξιν.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τέλος πάντων τὸ συμπέρασμά σας.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐὰν ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τότε..... (θόρυβος).
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δίδουν μεγάλην σημασίαν εἰς τὰ καθυστερήματα. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν εἶναι κατὰ τὸ ἐλλειπὲς σύστημα...... (θόρυβος)
§33ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ μᾶς ἐξηγήσῃς πῶς εἴς τινας ἐπαρχίας ὑπάρχουν μεγάλα καθυστερήματα καὶ εἰς ἄλλας ὀλίγα, ποῖα εἶναι τὰ κύρια αἴτια;
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Σπυρόπουλε— Εἶναι πολλαὶ ἐπαρχίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν πολλὰ ἐλαιόδενδρα ταῦτα τὰ διέθεσεν ἡ κυβέρνησις μὲ τρόπον πολὺ σκανδαλώδη. Ἐὰν ἀνοίξητε τὰ βιβλία, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐνοικίασαν ἄνθρωποι ἐπὶ ὑποχρεώσει νὰ πληρώνουν κατ’ ἔτος εἰς κάθε ἐλαιόδενδρον μέχρις εἴκοσι καὶ τριάκοντα δραχμῶν τὸ δένδρον. Ὅταν πηγαίνῃ ἕνας πτωχὸς ἄνθρωπος καὶ ἐνοικιάζῃ τὸ κτῆμα τοῦ δημοσίου ἢ τὸ κτῆμα τὸ ἰδικόν σας καὶ ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον πάσης προσδοκίας, αὐτὸς βεβαίως εἶναι μωρὸς, ἀλλὰ μωρὸς εἶναι καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ δίδει. Ὅταν ἔλθῃ ἕνας, ὁ ὁποῖος μοῦ εἰπεῖ σᾶς δίδω 100,000 δραχ. τὸν χρόνον διὰ νὰ μοῦ δώσητε τὴν σταφίδα σας βεβαίως θὰ εἶμαι πολὺ μωρὸς ἂν τὸ κάμω.
§35ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ἐλαιοδένδρων καθυστεροῦνται καὶ ἀπὸ ἄλλους φόρους;
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ ἐργασίαι· ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες χρεωστοῦν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, αὐτὸ συνεζητήθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ καὶ ἐσταμάτησεν. Εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καθὼς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος, ἐκεῖ ἠγέρθησαν πολλοὶ δισταγμοί· τὰ περισσότερα τῶν μελῶν ἤθελον κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἄρδην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ τὸ εἶχεν ἤδη παραδεχθῆ ἐν ἀρχῇ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε καὶ νὰ δυσαρεστήσῃ τὸν εἰσηγητὴν, τὸν κ. Χατζίσκον, ὁ ὁποῖος ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, (ἱλαρότης) καὶ πρόεδρος αὐτῆς, διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἐσκέφθημεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, χωρὶς ν’ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Χατζίσκος ἔθεσε, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐπὶ τούτου ἠγέρθησαν πολλαὶ συζητήσεις, πολλαὶ ἀμφισβητήσεις. Ἐνομίσθη ὅτι, ὅπως ἦτο συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ἦτο ἀόριστον· λέγει, ὅτι πᾶς ὀφείλων εἰς τὸ δημόσιον στερεῖται τὰ δικαιώματά του. Ἀλλ’ ἡ στέρησις εἶναι μία ποινὴ, πῶς θὰ ἐπιβάλλεται; ποία προθεσμία θὰ δίδεται; ἔπειτα θὰ ἐπιβάλλεται εἰς πάντα ὀφειλέτην, ἢ εἰς τὸν ὀφείλοντα ἀπὸ ποσοῦ τινος καὶ ἀνωτέρω; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔγειναν πολλαὶ φιλονεικίαι· τινὲς ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἀπὸ χιλίων δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα· ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ὀφείλοντες πολλὰ ποσὰ εἰς τὸ δημόσιον δὲν εἶναι κυρίως φορολογούμενοι, ἀλλ’ ἔκαμον ἐμπορικὴν συναλλαγὴν μὲ τὸ δημόσιον, δὲν πρέπει τὸ δημόσιον νὰ φανῇ πολὺ αὐστηρότερον πρὸς αὐτοὺς, παρὰ εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἰδίως, διότι ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, εἶναι ἄξιος ποινῆς, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἐλπίζομεν, ὅτι αἱ ἐνοικιάσεις θὰ λείψουν μετ’ οὐ πολύ, εἰσαγομένου ἑνὸς ἄλλου συστήματος. Τέλος μετὰ πολλὰς συζητήσεις ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ, νὰ ἐπιβάλληται ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ὁρίζει ταύτην μόνον εἰς τοὺς βουλευτὰς, εἰς τοὺς δημοσίου καὶ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἀκόμη περιορίζει τοῦτο εἰς τὸ μέλλον, δὲν κάμνει κανένα λόγον περὶ τοῦ παρόντος. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιβάλλεται ὁπωσδήποτε μία ποινὴ, αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων τὰ χρέη ἔλαβον ἀρχὴν καὶ πέρας ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων ἐλαφροτέρων νόμων· ἐπεφύλαξεν ὅμως εἰς τὴν κυβέρνησιν καθὼς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν δικαίωμα, δηλαδὴ διὰ τὰ παλαιὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν δώσῃ προθεσμίας τινὰς καὶ εὐκολίας, ὅσοι θέλουν νὰ δεχθοῦν αὐτὰς, οὗτοι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς αὐστηρὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, ὅσοι ὅμως δὲν θέλουν νὰ δεχθοῦν τὰς εὐκολίας, θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ καταδιώκωνται μὲν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παλαιῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν δύναται ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ συντάξῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ συνετάξαμεν, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν πρακτικὴν ἐκείνην ἀξίαν καὶ σημασίαν, τὴν ὁποίαν τινὲς τοῦ ἀποδίδουν, καὶ ὁ λόγος εἶναι προχειρότατος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιορίζει τὴν ποινὴν εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ βουλευταὶ καθυστεροῦντες τοὺς φόρους των; Ἐγὼ, κύριοι, ἐπειδὴ ἐχρημάτισα πολλὰ ἔτη οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ μερικὸν καιρὸν ὑπουργὸς, σᾶς γνωρίζω τοὺς περισσοτέρους, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι 3 ἢ 5 ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἦναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν ἐχόντων τὴν τιμὴν νὰ κάθηνται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἶναι πλάνη, νὰ νομίσῃ τις, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον. Αὐτοὶ δὲν ἔκαμον τὸν ἐνοικιαστὴν, δὲν ἠγόρασαν κτήματα· ἐὰν χρεωστῇ κανεὶς ἐξ αὐτῶν τὸν φόρον ἀπὸ καμμίαν μικρὰν οἰκίαν, ἢ ἄμπελον, τὴν ὁποίαν ἔχει, αὐτὸν τὸν φόρον φροντίζουν οἱ ταμίαι νὰ τὸν κρατοῦν ἀπὸ τὸν μισθόν του, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὀλίγιστοι ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ὀφειλέται. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς, εἶναι γελοῖον νὰ εἴπῃ κανεὶς, ὅτι στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι κυττάζουν τὸ ἔργον των, θὰ ἦναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον. Λοιπὸν πρὸς τί ἐρωτῶ τώρα τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως συνετάχθη, πρὸς τί νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν; Πᾶς νόμος δὲν γίνεται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε διὰ ν’ αὐξήσῃ καὶ ἐξογκώσῃ ἔτι μᾶλλον τὸν κώδηκα τῶν νόμων, γίνεται διὰ νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην κοινωνικήν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κάμωμεν, νομίζω, παρὰ νὰ δείξωμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, τὰ 68, τὰ τρώγουν οἱ βουλευταί, οἱ ὑπάλληλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ στρατιωτικοί. Αὐτὸ βεβαίως ἔχει δικαίωμα καθεὶς νὰ εἰκάσῃ, καὶ μολαταῦτα τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως. Ἐὰν ἦναι ὀλίγιστοι τῶν βουλευτῶν ἢ ἕνας δήμαρχος ἢ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος χρεωστεῖ, ἡ κυβέρνησις ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ τὸν ἐκβιάσῃ. Λοιπὸν, κύριοι, συμπεραίνων λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως ἔχει σήμερον, καὶ περιωρισμένον εἰς αὐτὰς τὰς τάξεις, δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα.
§37ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τί λέγετε;
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς συζήτησιν, ἦλθον ὡς παρεμπίπτοντα δύο ἄλλα, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πέρυσιν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στεφανόπουλος. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπισπεύσωμεν διότι δὲν ἔχει κυρίως σκοπὸν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον, ὅσον νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δανειστὰς τοῦ δημοσίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ κατορθώσῃ, ὥστε εἰς μίαν ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ ἰσοβίους καὶ ἀνεξαρτήτους ὑπαλλήλους νὰ συγκεντρῶνται ὅλα τὰ χρηματικὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ἐπαρκῆ, διὰ νὰ πληρώνωνται αἱ δόσεις τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου καὶ νὰ διατηρῆται ἡ καλὴ αὐτοῦ πίστις, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὕστερον ἀπὸ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν αἱ πρόσοδοι πολλῶν τελωνείων εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ παραδίδονται τακτικῶς εἰς αὐτήν, νομίζω, ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ δημοσίου κανένα κίνδυνον δὲν τρέχουν. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐκκαθαρίσεις, βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ συντελέσῃ πολὺ, ἀλλὰ στοχάζομαι, ὅτι καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τοῦτο. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου εἶναι ἀληθές, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ κακῆς πίστεως, ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὠφελούμενοι ἀπὸ τὰς περιστάσεις κατεκράτησαν τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, ἔγειναν πλούσιοι, καὶ διατελοῦν σκάνδαλον εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφοῦ ἔχετε ἓν καθυστέρημα τοσοῦτον μέγα, νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ληφθῶσι μερικὰ μέτρα, πράττετε τοῦτο χάριν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν; Ὄχι· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅσα μέτρα καὶ ἂν ἐλήφθησαν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἕως τώρα, ἢ ὅσα καὶ ἂν ληφθῶσι, δὲν ἀποβλέπουν τοὺς ὀφειλέτας, ἀποβλέπουν μᾶλλον τὸ δημόσιον. Ἀφοῦ δυστυχῶς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἔχει νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ διάφορα πρόσωπα τόσα ἑκατομμύρια, νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην γρήγορα ἢ ἀργὰ νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο ὅ,τι πράττουν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέθεσαν ἐπὶ πιστώσει τὰ πράγματά των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ λαμβάνουν. Τί κάμνει, κύριοι, κάθε ἔμπορος, κάθε πιστωτικὸν κατάστημα, ὅταν παρέλθῃ ἀρκετὸς καιρὸς καὶ ἰδῇ, ὅτι τοῦ χρεωστοῦνται πολλὰ χρήματα, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰ εἰσπράξῃ; Ἔρχεται εἰς συμβιβασμὸν, χαρίζει τοὺς τόκους, χαρίζει ἓν μέρος αὐτῶν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ὑπόλοιπα.
§39ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὡραῖα! Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἴτε τώρα, εἴτε ἀργότερα, τὸ δημόσιον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ εὐεργετικοὺς νόμους, ὅπως ἔκαμε καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμὲ ἀπελπίζει, εἶναι τοῦτο, ὅτι καὶ ἀφοῦ ἔκαμε τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὠφεληθῇ πολύ. Ἔκαμε τῳόντι εὐεργετικὸν νόμον εἰς τὰ 1852, ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾶτε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πόσα εἰσέπραξεν; Πολλὰ ὀλίγα Ἔκαμεν εἰς τὰ 1861 ἄλλον εὐεργετικὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ὠφέλησε. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι εὐεργετικὸς νόμος πρέπει νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ εἴτε τώρα, εἴτε ἀργότερα, ἡ φύσις τοῦ πράγματος τὸ ἀπαιτεῖ· πάντοτε θὰ ἔλθετε εἰς μίαν ἐκκαθάρισιν, θέλετε κάμει παραχωρήσεις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε — δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ποῖος πταίει, — ἔχομεν αὐτὸ τὸ κακὸν, νὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ 68,000,000. Πρέπει ὅμως νὰ σκεφθῶμεν, ὥστε τὸν νόμον αὐτὸν, εἴτε τώρα γίνει, εἴτε ἀργότερα, νὰ τὸν περιβάλωμεν μὲ τοιαύτας διατάξεις, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν πραγματικῶς νὰ ὠφελήσωμεν τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο, κύριοι, κηρύττομαι ἐν ἀρχῇ καὶ κατ’ οὐσίαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Χατζίσκου, προτείνω δὲ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τοῦ κ. Χατζίσκου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἄχολος ἔχει τὸν λόγον.
§43ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σας, καὶ θὰ ὁμιλήσω εἰλικρινῶς. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς πρὸ πολλοῦ. Ἐλάλησε καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ σύντομα, καὶ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. Ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔργα τοῦ Ὄθωνος, ὅταν ἦλθεν ἡ ἀντιβασιλεία, ἦτο νὰ διευκολύνῃ τὸν κόσμον, διότι ἐπὶ Καποδιστρίου ἐπωλοῦντο οἱ μύλοι, αἱ πρόσοδοι καὶ καθεξῆς μὲ 1000, 2000 γρόσια εἰς 3 δόσεις, ἔμειναν δύο, τρεῖς, ἀλλ’ ἐγένετο ἡ εἴσπραξις ἀξιόλογα. Ἦλθεν ἡ ἀντιβασιλεία· πῶς νὰ ὑποτάξῃ τὸν Κώσταν, τὸν Παῦλον νὰ τοὺς ἔχῃ δούλους; νὰ γίνῃ ἐνοικιαστὴς, ἐπειδὴ δὲ δὲν θὰ πληρώσῃ, θὰ τὸν ἔχω δοῦλον. Δοῦλοι εἴμεθα μεταξὺ μας, ὁ ἕνας ἔχει τὸν ἄλλον! Τί λοιπὸν συνέβη; Συνέβη ὅλον αὐτὸ τὸ μεγάλο κακὸν, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνον πηγαίνει χειρότερα. Ἓν μέρος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, διότι δὲν ἔχουν πόρον ζωῆς, τρέχουν νὰ γίνουν ἐνοικιασταί. Παρουσιάζει κατὰ τὸν νόμον τῶν προκομμένων κυβερνήσεών μας ἓν πλαστογραφημένον πιστοποιητικὸν ἑνὸς δημάρχου μ’ ἕνα ζευγάρι κάλτσαις, 5000 δρ. εἶμαι νοικοκύρης, μὲ 15 πλίνθους, 10,000 δραχ. Ὁ ἔφορος τί νὰ κάμῃ; νὰ μὴ τὸν δεχθῇ; δὲν ἠμπορεῖ. Παρουσιάζεσαι ἡ εὐγενεία σου, ὅπου ἔχεις περιουσίαν, ὁ κ. Ἀβέρωφ π. χ. Θέλεις νὰ ἐνοικιάσῃς· τί νὰ κάμῃς μὲ τὸν σουρτούκην; Προσφέρεις 1000 δραχ., ἐκεῖνος 5000, ἐὰν 6,000, ἐκεῖνος 10,000 καὶ γίνεται ὅλη ἡ συμφορὰ, τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον βλέπομεν. Ἡ κυβέρνησις, ὁ ὑπουργὸς θέλει νούμερα. Δὲν θέλει νὰ πωληθῇ ὀλιγώτερον, διὰ 500 δραχ. καὶ δὲν πέρνει οὔτε 100. Κανένας ἐνοικιαστὴς δὲν χάνει, τὸ ’ξεύρω ἐγὼ, ὅλοι τὸ ’ξεύρομεν, πέρνει τοὺς φόρους του. Τί γίνεται; ἢ θὰ τοῦ ἀφήσῃ κανένα κομμάτι ἀπὸ τὸν φόρον, καὶ θὰ εἰπῇ, ἂς μείνῃ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ δώσῃ διπλότυπον, καὶ ταχυὰ τὸ πέρνομεν, ἢ θὰ φέρῃ ἕνα παππᾶ νὰ τοῦ δώσῃ κατὰ τὸν νόμον ἕνα γέννημα καὶ νὰ τὸ ὑπογράψῃ. Πάγει εἰς τὸν ἔφορον, τί γίνεται; πάγει καὶ ἡ κόττα καὶ ἡ προβατίνα καὶ ὁ γάλος. Ἀλλὰ, κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι σήμερον ὄχι μόνον τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καθυστεροῦν, δὲν ὑπάρχουν, ἀλλ’ οὔτε οἱ κληρονόμοι, εἶναι τρίτα πρόσωπα τώρα, ὅπου ὑπάρχουν, καὶ ἂν θελήσητε νὰ προσέξητε καλλίτερα, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἔχῃ περισσότερον ἀπὸ τὴν καπότα του· ἔπειτα ἕνας ἐνοικιαστὴς εἶχε τρεῖς, τέσσαρας συντρόφους. Ποῖος ζῇ ἀπὸ τούτους; κανείς. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἐδυσκολεύθη νὰ τὸ εἰπῇ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῇ, ἐὰν ἤθελε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν. Μὲ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν, πιστεύσατε, ὅτι τοιαῦτα θὰ γίνωνται πάντοτε, καὶ ἐφέτος, ἐὰν πᾶνε 5 ἑκατομμύρια οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, πιστεύσατε, ὅτι τὰ 3 θὰ τὰ στερηθῶμεν.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐφέτος ὄχι.
§45ΑΧΟΛΟΣ. Δὲν τὸ ’ξεύρω. Εἶναι προτιμητέον νὰ πάρετε τὰ μισὰ, καὶ νὰ μὴ δεσμεύωνται οἱ ἄνθρωποι, παρὰ νὰ γράφωνται πολλὰ καὶ νὰ μὴ πέρνωμεν τίποτε. Λοιπὸν ὅσα καθυστερούμενα ὑπάρχουν εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ μὴ ζητηθοῦν, ὅσα ὑπάρχουν ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ ἐπιτόπιος, ὄχι ἐδῶ ἐπιτροπὴ, νὰ ἰδῇ, ζῇ ὁ Ἀντώνης τοῦ Κώστα, ζῇ ὁ Παῦλος; καὶ ὅταν δοθοῦν τοιαῦται πληροφορίαι, ποῖοι ζοῦν, καὶ ποῖοι χρεωστοῦν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ κυβέρνησις, ὡς πατὴρ, καὶ μὴ θέλουσα νὰ τοὺς πωλήσῃ τὸ σπῆτι, ὅπου δὲν τὸ ἀγοράζει κανένας, παρέλειψα, ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ ἡλικία, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν 50 χρόνων δὲν ἔχει κῦρος, νὰ φέρῃ μίαν διόρθωσιν πατρικήν. Στοχασθῆτε τί νὰ κάμωμεν. Τέλος πάντων ἡ πρότασίς μου εἶναι αὐτὴ, εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ χαρισθοῦν, διότι ποτὲ ὀβολὸν δὲν θὰ πάρωμεν καὶ θὰ τοὺς καταπιέσωμεν· καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν ἔπαρχον ἐπιτόπιος, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, διότι δὲν ζῇ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐνοικιαστάς.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ζοῦν οἱ κληρονόμοι.
§47ΑΧΟΛΟΣ. Νὰ τὰ πάρουν ἀπ’ ἐκεῖ! Δυστυχία σου καὶ ἐσένα καὶ ἐμένα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρυνίδης.
§49ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἀποδίδω εἰς κανένα τῶν ἀντιφρονούντων εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν σπουδαῖον νόμον πλαγίαν τινὰ ἰδέαν ἢ πλάγιόν τινα σκοπὸν, ἀλλὰ θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πλανῶνται, ὅτι σφάλλουσιν εἰς τοὺς συλλογισμούς των, εἰς τὰς σκέψεις των, εἰς τὰς κρίσεις των, πιστεύω δὲ, ὅτι ὅλοι ἐμφορούμεθα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν, κύριοι, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα, καὶ θέλω ἀποδείξει διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ὅσοι ἀντιφρονοῦσιν, ὅσοι καταπολεμοῦσι τὸν προκείμενον νόμον, σφάλλουν εἰς τὰς κρίσεις των ἀδικοῦντες τὸν λαὸν καὶ τὸ δημόσιον. Πρῶτον, κύριοι, μία φωνὴ ὑπεστήριξεν, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ νόμος οὗτος καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ψηφίσωμεν κατ’ αὐτοῦ. Δὲν ἀντιβαίνει κύριοι, παντάπασιν ὁ νόμος οὗτος, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ νόμον, εἶναι ἠθικώτατος, δικαιότατος καὶ πατρικώτατος. Ἔχομεν, κύριοι, διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουν ἐξ ἴσου εἰς τὰ βάρη τοῦ κράτους. Τώρα ἰσότης εἶναι οἱ μὲν ὀλίγοι ἰσχυροὶ, ἢ εὐτυχήσαντες νὰ ἔχουν ἰσχυροὺς προστάτας ἢ ἀνωτέρους, ἢ ἐπιτήδειοι στρεψοδίκαι καὶ κακῆς πίστεως νὰ κατέχουν τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ, σεῖς δὲ καὶ ὅλος ὁ τίμιος λαὸς καὶ ἀδύνατος νὰ πληρώνετε τοὺς φόρους σας ἀκριβῶς μέχρι λεπτοῦ; Εἶναι ἰσότης, εἶναι συνταγματικὸν τοῦτο; παντάπασι! Συνταγματικὸν εἶναι τὸ νὰ πληρώσουν πάντες ἐπίσης τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον, ἄλλως εἶναι κατάστασις δούλων καὶ δεσποτῶν, κατάστασις τῳόντι ὅλως ἀντισυνταγματική· ἀλλ’ ἴσως παρατηρήσῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν νὰ τοὺς στερήσωμεν τὰ πολιτικά των δικαιώματα. Δὲν ἀντιβαίνει παντάπασιν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου δὲν ἔχει τι ἀντισυνταγματικὸν, ἐξ ἐναντίας παραδέχεται ἓν μέσον ἐνισχύσεως τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων νόμων, καὶ ὅμως εὑρίσκονταί τινες ἀξιοῦντες καὶ νέας ἔτι παραχωρήσεις νὰ κάμῃ τὸ ἔθνος. Πρὸς αὐτὸν λέγω τὸν σκοπὸν ἔχομεν τέσσαρας νόμους ἀλλεπαλλήλους ΣΝΗʹ. ΣΟϚʹ. ΣΞΕʹ. καὶ ΧΚΗʹ. καὶ ἐντοσούτῳ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐφέρομεν. Εὐεργετικὸς ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐμείου τὸν τόκον, ὁ δεύτερος, ὁ ὁποῖος ἐχάριζε τὸν τόκον, ὑπῆρξε καὶ τρίτος, καὶ τέλος ἐπῆλθε καὶ ὁ ΧΚΗʹ. γενικὸς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι διὰ τὰ ἀγορασθέντα κτήματα τοῦ δημοσίου, τὴν περιουσίαν τοῦ λαοῦ, διὰ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ παντοίας ἐνοικιάσεις νὰ πληρώνηται ὅ,τι χρεωστεῖται εἰς 20 ἔτη, πέντε τοῖς ἑκατὸν διὰ κεφάλαιον καὶ τόκον. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε, κύριοι, τὸ ἄδικον ἢ τὸ σκληρὸν, ὕστερον ἀπὸ 20 ἔτη ἀφοῦ τὸ κτῆμα τοῦ δημοσίου τὸ ἐνεμήθη τὸ ἐκαρπώθη ὁ ἀγοραστὴς, ὁ δ’ ἐνοικιαστὴς ἀφοῦ εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸν λαὸν τοὺς φόρους του, δὲν ἔδωκαν τίποτε ἀπέναντι τοῦ τιμήματος, καὶ μετὰ εἴκοσιν ἔτη νὰ τοὺς δίδετε καὶ αὐτὸ τὸ εὐεργέτημα νὰ πληρώσῃ πέντε τοῖς ἑκατὸν διὰ τὸ ὅλον τίμημα; Νομίζω εὐεργετικώτερον μέσον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, καὶ μολαταῦτα δὲν ἔφερεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα, διότι, κύριοι, ἐγεννήθη ἰδέα εἰς ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ὅτι ἐπειδὴ ἅπαξ ἐδόθη εἷς εὐεργετικὸς νόμος καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἰσχυρῶν δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἕνεκα τούτου κατόπιν εἰς μάτην ἐδόθη καὶ ἄλλος εὐεργετικώτερος καὶ μετ’ αὐτὸν ἄλλος καὶ πάλιν ἄλλος, καὶ ὅμως πάλιν εὑρέθημεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουσιν, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος, ὅτι τὰ χαρίζει (καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Ἄχολος). Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τί ὁ συζητούμενος νόμος εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ πᾶς ἄλλος εἶναι μάταιος καὶ ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ναὶ νὰ χαρίσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πραγματικῶς, τὸ ἐννοῶ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς τὰ χαρίσωμεν, ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι τὰ προβλέπουσι, ἀλλ’ οἱ πλουτίσαντες ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου καὶ ἐντρυφῶντες πρέπει νὰ πληρώσουν. Λοιπὸν νομίζω δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅτι δὲν περιέχει καμμίαν ἀντίφασιν, οὔτε ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὡς πρὸς οὐδένα ἄλλον νόμον ὁ συζητούμενος, καὶ οὔτε ὑπολείπεται πλέον λόγος νέας παραχωρήσεως καὶ ἐπιεικείας. Ἀλλὰ φέρουν ἄλλας δυσκολίας, εἶναι καταπληκτικὸν, θὰ χαλάσῃ τὸ ἔθνος, εἶναι ὅλον τὸ ἔθνος ὀφειλέτης· λέγω, ὅτι εἶναι πλάνη, δὲν σκέπτονται ὀρθῶς ἀρνούμενοι μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ὀφείλει τὸ ἔθνος, δὲν ὀφείλουν οἱ φορολογούμενοι· κανεὶς φορολογούμενος δὲν ἔμεινε νὰ μὴ καταδιωχθῇ μανιωδῶς καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ μέχρι λεπτοῦ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἂν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπικαλεσθῶ, καὶ διὰ τὴν ψῆφόν του, καὶ διότι ἔχω συμφέρον νὰ τὸν ὑποστηρίζω εἰς δημοτικήν τινα ἀρχὴν ἢ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἠθέλομεν ἀκούσει ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος, ὅτι εἶναι ὁ νόμος σωτήριος. Εἶναι ἀνήθικος αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβάλῃ, ὥστε ἐγὼ ὁ ὀφείλων καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἔχων μέσα προστασίας ν’ ἀναγκασθῶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἠθικοῦ τρόπου, νὰ πληρώσω; ἢ ἐὰν ὁ φίλος μου, ὁ κομματάρχης μου ὀφείλῃ θὰ ἀναγκασθῶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος τὸν χρειάζομαι νὰ πληρώσω εἰς τὸ δημόσιον καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιέσω τὸν ταμίαν ἢ νὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν διὰ νὰ εὐκολύνω ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του, καὶ εἶναι ἓν μέσον νὰ πληρώσῃ χωρὶς χωροφύλακας χωρὶς στρατιώτας, χωρὶς νὰ τοῦ φάγουν τὴν κότα καὶ τὴν πίταν.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τῶν καθυστερούντων;
§51ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τὸν ἔχω.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν λοιπὸν ὀφείλονται τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἀπὸ φόρους ἐπιτηδευμάτων καὶ ζώων;
§53ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὀφείλονται, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα φαίνονται καὶ ἐκ τῆς ἑξῆς περιστάσεως. Ἐνδέχεται εἷς ποιμὴν νὰ ἔχασε τὸ ποίμνιόν του ὁλόκληρον, ἢ εἷς ἔμπορος νὰ ἐπτώχευσε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν ἐκβιάσωμεν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ὀφείλουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν σπουδαῖα ἐθνικὰ κτήματα, ἢ δημοσίους προσόδους, περιουσίας λαμπρὰς, καὶ ἔγειναν δεσπόται βαθύπλουτοι· καὶ ὅμως οἱ ἄλλοι πένονται πληρόνοντες. Ἄλλως τε λέγω τὸ παρουσιαζόμενον ἐν τοῖς καταλόγοις μέγα ποσὸν ὡς ὀφειλόμενον ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους δὲν εἶναι σωστὸν, εἶναι λάθος. Ἓν μικρὸν ποσὸν ὑπάρχει ἐν ὀνόματι τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν οἱ πλεῖστοι δὲν ὑπάρχουν, ἀλλέως δὲν ἤθελον διαφύγει τὴν καταδίωξιν καὶ πληρωμήν· μόλον τοῦτο δὲν ἀρνοῦμαι νὰ παραδεχθῶ νὰ ἐξαλείψωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι χρεωστεῖ ὅλον τὸ ἔθνος αὐτὸ τὸ κολοσσαῖον ποσὸν τῶν ὀφειλομένων 58 ἑκατομμυρίων. Ἐκάκισαν τὸν νόμον τοῦτον ὅτι δὲν περιέχει τίποτε οὐσιαστικόν. Οὐδὲν πλέον ἀπαιτεῖται, ὑπάρχουν ὅλοι οἱ προγενέστεροι νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν ὅλα τὰ χρέη πρὸς τὸ δημόσιον. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν παρόντα νόμον καὶ διατάξεις περὶ τοῦ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ πληρώσωσιν. Ὑπάρχουσιν οἱ μέχρι τοῦδε νόμοι οἱ κανονίζοντες τὰς δόσεις. Ἴσως ἰσχυρισθῇ τις (καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠξεύρω πως ὑπέπεσεν εἰς τὸ αὐτὸ λάθος), ὅτι εἶναι καὶ χρέη μὴ ἐκκαθαρισμένα ἀνθρώπων μὴ θελησάντων νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους, καὶ ἑπομένως ἀποκλεισθέντων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τοὺς δώσωμεν τὸ δικαίωμα, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· οὐδεὶς ἀπεκλείσθη, διότι ὁ τελευταῖος νόμος τοῦ 61 ΧΚΗʹ. δὲν ἔχει τάξει προθεσμίαν, ὅστις δὲ ἀμφισβητεῖ, ἰδοὺ ὁ νόμος, ἂς μοὶ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, ὅτι ἔχει περιωρισμένας προθεσμίας· ἐξ ἐναντίας διατάσσει, ὅτι οἱ ὀφειλέται ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1858, συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου, ὀφείλουν νὰ ἐκκαθαρίσουν τὰ χρέη των, καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσουν εἰς 20 ἔτη τὸ χρέος πρὸς 5%. Ἔχοντες λοιπὸν τὸν νόμον τοῦτον, ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου εἶναι πλέον ματαία, διότι θὰ συμμορφωθῶμεν μ’ ἐκεῖνον τὸν νόμον. Εἶναι, λέγουν, ἀντικείμενον πολιτικῶν σχέσεων καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ὑπαγάγωμεν εἰς ποινικὰς κατηγορίας. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Γόντικαν εἶναι ποινικαὶ σχέσεις ἡ ὀφειλὴ ἀπὸ ἐμπόρου εἰς ἔμπορον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις; εἶναι ποινικὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸ δημόσιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις; εἶναι ἄρα ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ἐλάσσων τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι ἢ τοῦ διορίζεσθαι εἰς δημόσιον ὑπηρεσίαν; ἀναμφιβόλως ὄχι· ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου εἶναι τὸ δικαίωμα ὅλων τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπῆλθεν εἰς οὐδενὸς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη εἶναι ἀντισυνταγματική, δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῆται, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ Σύνταγμα προηγουμένως. Λοιπὸν κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἰδιότης τοῦ νόμου τούτου ἡ ὑποχρεοῦσα τὸν πολίτην νὰ πληρώσῃ, ὅπως μείνῃ ἐλεύθερος εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγώ, κύριοι, δὲν διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ κατακράτησις τῶν δημοσίων χρημάτων εἶναι ἱεροσυλία καὶ προδοσία τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ σπουδαίας ποινάς· προσέτι λέγω, ὅτι οὐδεὶς νόμος μᾶς ἐμποδίζει νὰ χαρακτηρίσωμεν διὰ νόμου μίαν πρᾶξιν ὡς ἀξιόποινον μὴ προβλεπομένην μέχρι τοῦδε ὡς τοιαύτην. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, (καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τῆς ταὐτοπαθείας, τὸ πλέον ἐπικίνδυνον, ὅταν πολεμῇ τις μίαν πρότασιν μὲ τὴν εἰς τὴν ἄτοπον ἐπαγωγὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς), ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν. Πρῶτον ἂν ἠθέλατε λάβει τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσητε εἰς τὴν σελίδα 77 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1861, ἠθέλατε εὕρει νόμον τῆς 1|13 Δεκεμβρίου, ὁ ὁποῖος προβλέπει καὶ διὰ τὰ χρέη τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὀφειλέτας νὰ ἐπικαλεσθῶσι συμψηφισμὸν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον δι’ ὅσα ἔχουν νὰ λάβουν. Ἰδού, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δικαιολογία πρὸς ἀπόῤῥιψιν τῆς προκειμένης προτάσεως. Ἀλλὰ τάχα ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἀποβλέπει διὰ τὰ χρέη ἀπὸ τοῦ 33 καὶ ἐντεῦθεν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν, φέροντες ἑτέρας προτάσεις, ἵνα ματαιώσωμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα; Ἡ ἐποχὴ τοῦ 21 μέχρι τοῦ 33 εἶναι ἐξαιρετικὴ, καὶ παρουσιάζει πολλὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὸ δημόσιον, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 33 καὶ ἐντεῦθεν δὲν παρουσιάζεται καμμία περίστασις, ἡ ὁποία νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ ἀρνουμένους νὰ πληρώσωμεν τὸ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος. Κατὰ τὸ 21 ἦτο ἡ ἐπανάστασις, τὰ στρατεύματα διήρχοντο πανταχόθεν καὶ κατέτρωγαν ὁλόκληρα τὰ εἰσοδήματα τῶν πολιτῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου δικαίως δὲν ἐπλήρωναν φόρους· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως τοῦ 33 τοιαῦτα περιστατικὰ δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν δυνάμεθα κατὰ συνέπειαν ν’ ἀναμίξωμεν τὸν χρόνον αὐτὸν μὲ τὸν χρόνον τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἔθνους. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔχει καὶ τὸ ἑξῆς ἐλάττωμα νὰ μὴν ὑπόσχεται οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Μέχρι τοῦ 61 εἴδετε 4 ἀλλεπαλλήλους νόμους, οἵτινες δὲν ἔφερον κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐλθὼν ἐδίδαξε τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου νὰ μὴ πληρώσουν ποτὲ, καθὼς οἱ μέχρι τοῦ 61 ἐκδοθέντες 4 νόμοι, ὁ εἷς εὐεργετικώτερος τοῦ ἄλλου, σχεδὸν ἐχάριζον τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, καὶ ὅμως οἱ καθυστεροῦντες, ὡς βλέπετε, δὲν ἐπλήρωσαν περιμένοντες εὐλόγως, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ πέμπτος, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἀκαταζητήτους καὶ ἰδοὺ προτείνεται σήμερον ὁ τοιοῦτος ὑπὸ τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου, παραδεχόμενος τριακονταετὲς διάστημα καὶ ἀτόκως· ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν νόμον τοῦτον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον· τὸ παρελθὸν μᾶς διαβεβαιοῖ περὶ τούτου. Πρέπει λοιπὸν νὰ διδαχθῶμεν, κύριοι, ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ ν’ ἀποφεύγωμεν μέτρα ἄνευ ἀποτελέσματος θυσιάζοντες τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἄλλως μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ ἐπαυξήσωμεν τὰς καθυστερήσεις, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ τὰ ἐλλείμματα εἰς κολοσσαῖαν ποσότητα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναπληροῦμεν καὶ θὰ προκαλῶμεν ἑκάστοτε νέους φόρους καὶ πάλιν νέους φόρους· ἐδῶ εἶναι τὸ καταφύγιον, ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει εἰς νέα βάρη, καὶ τὰ ὑπάρχοντα πρέπει νὰ γένῃ σκέψις νὰ ἐλαττώσωμεν. Ὁ συζητούμενος ὅμως νόμος ἔχει σκοπὸν νὰ ἄρῃ ὅλα τὰ προσκόμματα, ὅλας τὰς σκέψεις, καὶ οὕτω, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα· ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι καινοφανὴς, εἶναι νόμος πανάρχαιος, εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἐπροκάλεσε τοιαύτη ἀνάγκη, τοιαύτη κατάστασις, τοιαύτη κακὴ πίστις. Δὲν ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν οὔτε ὁ κύριος Χατζίσκος, οὔτε ὁ κ. Πετιμεζᾶς, οὔτε ὁ κ. Περίδης τῆς Σύρου, ἀλλ’ ὁ Σόλων ὁ δημόσιος καὶ ἔνδοξος ἐκεῖνος σοφὸς νομοθέτης. Λέγουν μὰ εἶναι σκληρὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἑνὸς πολίτου τὸ δικαίωμα, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ᾖναι πτωχός· μὴ ἀνησυχῆτε διὰ τοῦτο, ἂν δὲν σκοπεύετε, μὲ τὴν πρόφασιν τῶν πτωχῶν νὰ ὠφελήσητε τὸν πλούσιον. Ἔχομεν νόμον τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1835, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀδυνατῶν νὰ πληρώσῃ τὸ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος του, ἀπαλλάσσεται ὁλοτελῶς, δὲν καταδιώκεται μέχρις οὗ βελτιωθῇ ἡ περιουσία του, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀφοῦ δὲν καταδιώκεται διὰ τὸ χρέος του, δὲν ἀποκλείεται καὶ ἀπὸ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Ὅθεν συμπεραίνων τὸν λόγον μου ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔχει τίποτε ἀντισυνταγματικόν, εἶναι ἐθνικώτατος, πατριωτικώτατος, καὶ θέλει θέσει φραγμὸν καὶ τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς φέρουν μίαν κολοσσαίαν ποσότητα καθυστερημάτων, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἀφαιρεῖ κανὲν δικαίωμα ἀπὸ κανένα, ἐξ ἐναντίας ἠθικοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει φέρει τὸ δημόσιον εἰς τὴν πλέον εὐχάριστον θέσιν νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην οὔτε δάνεια νὰ κάμῃ, οὔτε νέους φόρους νὰ ἐπιβάλωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας καὶ πολλὰ κοινὰ καλὰ νὰ πράξωμεν. Προτείνω δὲ μόνον μίαν προσθήκην εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου μέχρις 100 δραχμῶν καὶ οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου νόμου 1853.
§54Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συμφωνοῦν εἰς τὴν ἀναβολὴν καὶ εἰς τὴν παραπομπὴν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ἐνθυμίζω εἰς τὸν κ. πρόεδρον τὴν παρατήρησιν περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ 60 ἑκατομμυρίων, πρόκειται περὶ παλαιῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ σχέδια συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θέλω παραπέμψει εἰς ἐπιτροπὴν δεκαπενταμελῆ ἐξ ὅλων τῶν εἰδικοτήτων.
§56Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον ὀργανικὸν περὶ ὅλων τῶν κατηγοριῶν.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς ἕτερον ἀντικείμενον.
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐξαντληθείσης τῆς πιστώσεως τοῦ 1867 διὰ τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 100,000 δραχμῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 68.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ πρώτην συζήτησιν.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὀφείλομεν ποσά τινα ἀνεγνωρισμένα καὶ παραδεδεγμένα. Τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐπληρώθησαν, οὔτε ἐπροβλέφθησαν εἰς καμμίαν πίστωσιν καὶ προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὰ ποσὰ, περὶ ὧν πρόκειται, νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη. Ἡ δήλωσις αὕτη θέλει τυπωθῆ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν περὶ μιᾶς ἐπιτοπίου ἀνάγκης τῶν ἀντιπροσώπων Κυθήρων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται παραδεκτὸν διὰ δευτέραν ἀνάγνωσιν). Ἔχομεν ἤδη τὰς πιστώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ἀναγινώσκονται πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 700,000 ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοποιΐας» τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δεύτερον ἐκ δραχ. 496,500 διὰ χρεώλυτρον καὶ τόκους τοῦ ἐξ 25,000,000 φράγκων ἐθνικοῦ δανείου. Ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ περὶ ἀγριελαιῶν, τρίτη ἀνάγνωσις. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται παραδεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας ὡς ἑξῆς) Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταφυτεύσεως ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἐθνικῶν ἀγριελαιῶν, ὅταν δὲν παρεχωρήθησαν πρὸς ἐγκέντρισιν κατὰ τὸν ἀπὸ 16 8βρίου 1856 νόμον ἢ δὲν συνέχονται μετὰ διαθεσίμων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐκκοπὴ ἀγριελαιῶν πρὸς ἄλλην ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταφυτεύσεως χρῆσιν συνεπάγεται τὰς προβλεπομένας ἐν τῷ περὶ τῶν κατὰ τὰ δάση γινομένων ἀνομημάτων νόμῳ ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ ¼.