1867.12.08
1.503 στίχοι · 12.222 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48.
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1867.
(Παρασκευή).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται.—Ὁ βουλευτὴς κ. Ζάνος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραίτησίν του, διορισθεὶς γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δέχεται ἡ Βουλή;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, εἶναι δεκτή.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ παραίτησις παρεδέχθη.—Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Τσώκρης ζητεῖ δεκαπενθήμερον ἀπουσίας ἄδειαν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 40,000, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «ἔξοδα ἀπρόβλεπτα καὶ ἀποστολαὶ ἔκτακτοι» τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριοι, εἴς τινα προηγουμένην συνεδρίασιν ἔγινεν ὑπό τινος ἐπερώτησις πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν περὶ καταχραστοῦ τινὸς ὑπαλλήλου ἐν Λαμίᾳ, ὅστις εἶχε καταγγελθῇ ὑπὸ τοῦ ἀγορεύοντος ἐκείνου. Ὁ δὲ ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τότε νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἂν καὶ τὴν ἐπερώτησιν δὲν τὴν ἐπροκάλεσα ἐγώ, οὐχ ἧττον ὅμως, κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν κατάθεσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγράφων, καὶ ζητῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα πρὸς συζήτησιν, διότι ἐπιθυμῶ ὥστε ἢ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς κατηγορίας, ἂν ἀδίκως κατηγορήθη, ἢ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὸν κατηγορήσαντα ἡ μομφὴ τοῦ ἀδίκου κατηγόρου. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς δευτέρα πρὸς συζήτησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον σήμερον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Τρίτη συζήτησις.
§14ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ ὑπουργός.
§15ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει μία πρότασις ἐδική μου, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη καὶ ἡ ὁποία ἔχει σχέσιν ἄμεσον μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου. Παρακαλῶ λοιπὸν αἱ δύω αὗται προτάσεις νὰ συνδεθοῦν.
§16ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ κάμω ἐγὼ λόγον περὶ αὐτοῦ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ ἀκόλουθον ἀντικείμενον· περὶ ἐκριζώσεως ἐθνικῶν ἀγρίων ἐλαιῶν πρὸς μεταφύτευσιν.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ νόμος ὁ περὶ στρατευσίμων νομίζω, ὅτι προηγεῖται ὅλων αὐτῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν διὰ δευτέραν φορὰν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ περὶ ἐκριζώσεως ἐθνικῶν ἀγρίων ἐλαιῶν πρὸς μεταφύτευσιν Νομοσχέδιον ἔχον οὕτω.) Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταφυτεύσεως ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἐθνικῶν ἀγριελαιῶν, ὅσαι δὲν παρεχωρήθησαν πρὸς ἐγκέντρωσιν κατὰ τὸν ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1856 νόμον, ἢ δὲν συνέχονται μετὰ διαθεσίμων ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐκκοπὴ ἀγριελαιῶν πρὸς ἄλλην παρὰ τὸν σκοπὸν τῆς μεταφυτεύσεως χρῆσιν συνεπάγεται τὰς προβλεπομένας ἐν τῷ περὶ τῶν κατὰ τὰ δάση γινομένων ἀνομημάτων νόμῳ ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις. Ἐν Ἀθήναις, 2 Δεκεμβρίου 1867.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
§20ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς ὅποιον δήποτε μέρος καὶ ἂν εὑρεθῇ ἡ Βουλή, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἀναβάλῃ τὸ ἀντικείμενον ἅμα ἔλθῃ ὁ ὑπουργός, ἀμέσως θ’ ἀρχίσῃ ἡ πρότασίς μου.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ δανείου 24 καὶ 25.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν περὶ ὑπαγωγῆς τῆς νήσου Κυθήρων εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος κτλ. πρότασιν τῶν βουλευτῶν Κυθήρων, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν, ἔχουσα οὕτω. Ἄρθρον 1. Ἡ νῆσος Κύθηρα ὑπαγομένη διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας μέχρι τοῦδε, θέλει ὑπάγεσθαι ἐφεξῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τροποποιουμένων τῶν περὶ τούτων προγενεστέρων νόμων. Ἄρθρον 2. Αἱ ἐκκρεμεῖς διοικητικαὶ καὶ δικαστικαὶ ὑποθέσεις παραπέμπονται εἰς τὰς ἐν Ναυπλίῳ διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχὰς, καθ’ ὅσον εἰς ἑκάστην τούτων ἀνήκει. Ἄρθρον 3. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Β. ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου· πρώτη ἀνάγνωσις.
§26Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε.
§27Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐκτὸς τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, κ. πρόεδρε, τὰ ὁποῖα ἤθελε κηρύττει ἡ Βουλὴ τοιαῦτα, ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§28ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἀνήκω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκτείνῃ τὰ δικαιώματα ἑνὸς εὐεργετικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἰδιωτικὸν καὶ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, γίνεται δεκτὸν διὰ πρώτην φορὰν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἔχον οὕτω. Ἄρθρον 1. Τὰ σύνταξιν μὴ λαμβάνοντα τέκνα, τὰ πατρὸς ὀρφανὰ, ὧν ὁ διατρέφων τὸν πατρικὸν οἶκον ἀδελφὸς ἀπέθανεν ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας, ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οἷα καὶ τὰ τέκνα, τὰ ὀρφανὰ πατρὸς, ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας ἀποθανόντος. Ἄρθρον 2. Ὁ μὴ λαμβάνων σύνταξιν ὅλως ἀνάπηρος καὶ πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν ἀνίκανος πατὴρ λογίζεται ὡς ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν· ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ, ἂν τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ διατρέφων, ἀποθάνῃ ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας, μεταδίδει τῆς συντάξεως τὸ δικαίωμα, ὡς ἂν ἦτο πατὴρ, τοῖς ἀδελφοῖς καὶ ταῖς ἀδελφαῖς αὐτοῦ. Ἄρθρον 3. Οἱ μὴ λαμβάνοντες σύνταξιν ὅλως ἀνάπηροι καὶ πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν ἀνίκανοι γονεῖς υἱοῦ κηδεμόνος τοῦ γήρατος αὐτῶν, ἀποθανόντος ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας, ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα οἷα καὶ οἱ γονεῖς τῶν ἐν μάχῃ ὑπὲρ πατρίδος πιπτόντων τέκνων. Ἄρθρον 4. Ἂν δύο ἢ πλειότερα τῆς αὐτῆς οἰκογενείας μέλη ἐν πλοίῳ ναυαγήσαντι ἢ ἄλλως κατὰ θάλασσαν παθόντι, ἀπολεσθῶσι συνάμα, ἕκαστον αὐτῶν, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, μεταδίδει τῆς συντάξεως τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, τοὺς κατὰ τὸν περὶ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου νόμον χαίροντας δικαίωμα τοιοῦτον· ὅλαι δὲ αὗται αἱ συντάξεις, κατ’ ἐξαίρεσιν, συγκεφαλαιοῦνται εἰς τὴν μίαν, ἀλλὰ πολλαχῶς παθοῦσαν οἰκογένειαν. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὑπερβῶσιν ἐν ὅλῳ τὰς πεντήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἄρθρον 5. Οἱ ὁρισμοὶ τῶν ἄρθρων 1, 2, 3 καὶ 4 τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου τοιοῦτόν τι παθόντας· ἡ σύνταξις ὅμως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 6. Πᾶσα διάταξις τῶν εἰρημένων ἐναντία καταργεῖται.
§29ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία πρότασις ἰδική μου, ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὸν νόμον περὶ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ, κ. πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. — Μεταβαίνομεν τώρα εἰς τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ΡΝʹ. νόμου. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της.
§31ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρόεδρος, ἐνησχολήθη καὶ ἔφερε δύο ἐκθέσεις της ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων· λοιπὸν νὰ τῆς δώσητε καιρὸν νὰ φέρῃ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἔκθεσίν της.
§32ΣΕΡΒΟΣ. Κ. πρόεδρε, γνωρίζει πολὺ καλὰ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρὸ 3 ἐτῶν ἕνεκα ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐν Κερκύρᾳ, ἐγένετο εἷς νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις περὶ ἐπανελεύσεως προκειμένου λόγου περὶ ἀμφιβαρῶν συμβολαίων ἀναστέλλονται, μέχρις οὗ ληφθῇ καταλληλοτέρα πρόνοια. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ἐπεβλήθη καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Ἡμεῖς λοιπὸν, ἔχομεν τὰ βαρέα ἀποτελέσματα αὐτοῦ τοῦ νόμου, τοῦτ’ ἔστι, τοῦ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ διαλύσῃ συμβόλαιον ἀμφιβαρὲς, ὁσάκις ὁ εἷς καταπατεῖ τὰς ὑποσχέσεις του. Ὑποβάλλομεν λοιπὸν αὐτὸν τὸν νόμον, ὅπως θεραπευθῇ τὸ μέγα ἀνοσιούργημα, ὅπερ ἐγένετο. Ἐτυπώθη καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ εἶναι ἐν τούτοις 30 ἡμέραι καὶ ἀκόμη δὲν ἀπεφασίσθη· ἴσως παρέλθῃ καὶ αὐτὴ ἡ σύνοδος, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία θεραπεία ἴσως θέλει γίνει. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος, ἵνα μὴ καταπατῶνται ἱερὰ δικαιώματα. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἂν ἀναφανῇ ἀνάγκη, δύναται νὰ παραπεμφθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§33ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρεπέμφθη, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη, διότι ἀκόμη δὲν εἶχε καταρτισθῆ, διότι δὲν εἶχε κάμει πρόεδρον, ὅστις νὰ διευθύνῃ τὴν ἐργασίαν της· μόλις πρὸ 12 ἡμερῶν ἐξέλεξε τὸν πρόεδρόν της· εἰργάσθη ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων καὶ ἔφερε τὰς ἐκθέσεις της, ἀλλὰ πρέπει νὰ τῆς δώσητε καιρόν.
§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω. Ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Σέρβου ἠκούσατε, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως νόμου, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψήφισεν αὐτὸ τὸ σῶμα, καὶ θέλετε ἀνεξετάστως νὰ ἀποφασίσωμεν; Ἡ καθεκάστην μεταβολὴ τῶν νόμων παραλύει τοὺς νόμους, ἐλαττόνει τὴν πρὸς αὐτοὺς πίστιν, προσβάλλει δικαιώματα, καὶ δὲν βλέπω νὰ ᾖναι λογικὸν, νὰ ἐρχώμεθα ἐκ τοῦ προχείρου, νὰ κάμνωμεν τοιαῦτα πράγματα. Φρονῶ, λοιπὸν, ὅτι πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της.
§35ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποφανθῇ;
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἀνατρέπεται ἡ προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, δὲν ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανελεύσεως, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀνασταλῇ μέχρι νεωτέρας προνοίας· ἡ πρότασις ἄρα ἡ σημερινὴ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς τότε ἀποφάσεως.
§37ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν.
§38ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, εἶναι μικρὰ ἡ προθεσμία.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τώρα, κ. πρόεδρε. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον διὰ πρώτην φοράν, τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ἔχον οὕτω.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΡΝʹ. νόμου, ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1866. Ἄρθρον 1. Καταργεῖται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου ΡΝʹ. νόμου, περὶ ἀναστολῆς τῶν περὶ ἐπανελεύσεως τῶν κτημάτων διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος, ἀλλὰ ἡ εἰς τὸν κτηματοδότην ἐπανέλευσις τοῦ κτήματος λόγῳ ὑπερημερίας τοῦ ἀγρολήπτου, ἐμφυτευτοῦ, ἢ ἐδαφονομέως περὶ τὴν καταβολὴν τῶν μεριδίων ἢ τοῦ κανόνος, χωρεῖ, ἐὰν ἡ καθυστέρησις αὕτη παραταθῇ ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη, ἢ ἐπὶ δύο συγκομιδὰς, ἐὰν πρόκηται περὶ κανόνος ἢ μεριδίων καταβαλλομένων ἐπὶ διετίαν. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένη προθεσμία τῶν τριῶν ἐτῶν ἢ τῶν δύο συγκομιδῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 3. Ὁ ἀγρολήπτης, ἐμφυτευτὴς, ἢ ἐδαφονομεὺς δύναται καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἀγροδότου νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τοῦ κτήματος, ἀλλὰ ἡ μεταβίβασις αὕτη δὲν ἰσχύει ἀπέναντι τοῦ ἀγροδότου πρὶν ἢ τῷ κοινοποιηθῇ ἐγγράφως ἡ τῆς μεταβιβάσεως πρᾶξις. Ἐν περιπτώσει πωλήσεως ἢ παραχωρήσεως ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ κτήματος ὁ ἀγροδότης δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ τῆς προτιμήσεως δικαίωμα, ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως, ἢ ἐντὸς τριετίας, ἐὰν δὲν τῷ δοθῇ οὐδεμία κοινοποίησις. Ἐπίσης δικαιοῦται νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ὅρους τοῦ τιμήματος καὶ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ τῆς προτιμήσεως δικαίωμα, ἂν εἰκονικῶς συνετάχθη διάφορον τῆς πωλήσεως, ἢ τῆς παραχωρήσεως ἐπὶ πληρωμῇ συμβόλαιον. Παρελθόντων δύο μηνῶν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀπεφασίσθη τελεσιδίκως τὸ περὶ προτιμήσεως δικαίωμα, χωρὶς ὁ κτηματοδότης ν’ ἀποτίσῃ εἰς τὸν ἀγοραστὴν τὸ τίμημα καὶ τὰς δαπάνας, ἡ ἀγωγὴ ἀκυροῦται καὶ τὸ δικαίωμα ἀποσβέννυται. Ἄρθρον 4. Ὁ ἀγρολήπτης, ἐμφυτευτὴς, ἢ ἐδαφονομεὺς, δύναται νὰ παραιτηθῇ τῶν ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιωμάτων αὐτοῦ, χωρὶς ν’ ἀπαιτήσῃ βελτιώσεις ἕνεκα ὑπεραξίας. Ἄρθρον 5. Ὁ ἀγροδότης τῶν αὐτῶν κτημάτων ἔχει προνόμιον κατὰ τὸ ἄρθρον 941 ἐδ. 5 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐπὶ τοῦ κτήματος καὶ τῶν καρπῶν, μέχρι πληρωμῆς τῶν καθυστερούντων καὶ τῶν τόκων. Ἄρθρον 6. Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει διὰ τὰς νήσους Κεφαλληνίαν, Ζάκυνθον, Λευκάδα, Κύθηρα, Παξοὺς καὶ ἐξαρτήματα αὐτῶν. Ἄρθρον 7. Πᾶσα διάταξις ἐναντία τοῦ παρόντος νόμου καταργεῖται.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι πολλὰ καὶ ἀπαιτεῖται δαπάνη 1,000 δραχμῶν, διότι δὲν σώζονται τὰ τυπωθέντα· λοιπὸν νὰ χορηγηθῇ πίστωσις.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ κάθε νομοσχέδιον δίδεται χωριστὰ πίστωσις; ὄχι· εἶναι ἀνάγκη; τυποῦται.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθοῦν;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται διὰ πρώτην φορὰν καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἡ ἀκόλουθος πρότασις τοῦ κ. Θεοχάρη. Τὰ ἐδάφια γ) καὶ δ) τοῦ ἄρθρου 4, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ἐδάφιον δ) τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΧΑΜʹ. περὶ συστάσεως ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου τροπολογοῦνται ὡς ἐφεξῆς. Ἄρθρον 4 γ) Τέσσαρα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τῆς μισθοδοσίας παντὸς εἰς τὰ Βασιλικὰ πληρώματα τεταγμένου, τῶν ἀξιωματικῶν ἐξαιρουμένων. δ) Τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τῆς μισθοδοσίας παντὸς ἐπὶ μισθῷ τὴν θάλασσαν ἐργαζομένου. Ἄρθρον 6. δ) Αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν θαλάσσης ἐργατῶν, τῶν ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας ἢ πνιγομένων, ἢ ὑπὸ πάσης βλάβης, ἢ ἀσθενείας νοσούντων καὶ ὁπωσδήποτε θνησκόντων. Ἄρθρον ἀκροτελεύτιον. Αἱ παρὰ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου μέχρι σήμερον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑποβληθεῖσαι αἰτήσεις συντάξεων, ἕνεκα θανάτου συμβάντος ἐξ οἱασδήποτε νόσου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὑποβάλλονται ἐκ νέου, αἱ δὲ ἐπ’ αὐτῶν ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς μεταῤῥυθμίζονται κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐδαφ. δʹ. τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ παρόντος νόμου, ἀρχομένης τῆς συντάξεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἔχομεν νὰ ἀναγνώσωμεν πρῶτον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, τὴν γνωρίζομεν.
§46ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πολλάκις, κύριοι βουλευταὶ, μετεμελήθην, ὅταν ἠθέλησα νὰ ἐπισπεύσω ὑπόθεσίν τινα οἱανδήποτε βεβιασμένως πως· σπανιώτατα, ἴσως οὐδέποτε μετεμελήθην, ὁσάκις ἐνήργησα ἄλλην ὑπόθεσιν μεθ’ ὑπομονῆς καὶ ἐσυμβουλεύθην τὸν χρόνον. Αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ὑπ’ ὄψιν σας πρότασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσητε διὰ τρίτην φορὰν καὶ ἀποφασίσητε τὰ καθέκαστα αὐτῆς. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἂν ἐπέμενον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν πρώτην, δευτέραν, καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν, βεβαιότατα, κύριοι, ἤθελεν ἴσως ἀποῤῥιφθῆ ἢ ἤθελε παραδεχθῆ οὐχὶ ὅπως σήμερον κατηρτίσθη, διὰ τῶν σπουδαίων τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ διὰ τοῦτο μὲ εἴδετε πάντοτε, κύριοι, πρόθυμον νὰ δέχωμαι ἀναβολὰς καὶ τροποποιήσεις· καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, διατί ἐδέχθην τὰς ἀναβολὰς καὶ τροποποιήσεις; διότι ἐσχημάτισα ἀπ’ ἀρχῆς τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅσοι ἦσαν ἐναντίοι, δὲν ἦσαν μὲ πρόθεσιν νὰ βλάψουν τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀπὸ δισταγμὸν καὶ ἀπὸ φόβους ματαίους· καὶ ἀκόμη, κύριοι, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης συνόδου, παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν διὰ ψήφων 58 κατὰ 48, καὶ τότε ἀκόμη, λέγω, οἴκοθεν καὶ ἄλλοι τῶν κ. βουλευτῶν, μοὶ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα διὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Εὐτυχῶς, κύριοι, καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς ὠφέλησε, καὶ ἰδοὺ πῶς πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ παρουσιάζει ὡς βλέπετε τροπολογίας σπουδαίας καὶ ὠφελίμους, δεύτερον εἷς τῶν κ. βουλευτῶν, ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅστις ἦτον εἷς θερμὸς πολέμιος τῆς προτάσεως ταύτης, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, αὐτὸς ὁ ἴδιος παρουσιάζει τροπολογίας, αἵτινες ἔχουν θέσιν εἰς τὸ 5 ἄρθρον τῆς προτάσεώς μου ταύτης· παρουσιάζεται ἑπομένως, κύριοι, καὶ τρίτη εὐκαιρία ὠφέλιμος καὶ συντελεστικὴ, πρὸς παραδοχὴν τῆς προτάσεως, παρουσιάζεται, ὡς βλέπετε, πίναξ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει καὶ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὰ καθυστεροῦντα ἀπὸ τοῦ 1833, μέχρι τοῦ 1865, ἀναβαίνουν εἰς τὸ μυθῶδες ποσὸν τῶν 58,205,115. Βλέπετε, κύριοι, ποῦ ἐφθάσαμεν; καὶ αὐτὰ τὰ 58 ἑκατομμύρια δὲν καθυστεροῦνται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον λαὸν, καθυστεροῦνται ἀπὸ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, συνειθισμένων νὰ μὴ σέβωνται ἑαυτοὺς, συνειθισμένων νὰ κατακρατοῦν τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ νὰ προτιμοῦν τὰ συμφέροντά των, πρὸς μεγίστην βλάβην τοῦ δημοσίου καὶ ἀκόμη πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, διότι ἐνῷ ὁ φορολογούμενος λαὸς πληρόνει τοὺς φόρους μὲ εἰσπράκτορας καὶ χωροφύλακας, αὐτοὶ κατώρθωσαν νὰ καθυστεροῦν αὐτὸ τὸ μυθῶδες ἐπαναλαμβάνω ποσὸν τῶν 58 ἑκατομμυρίων. Καὶ εἰς ποίας περιστάσεις, κύριοι, καταφαίνεται ἡ πληγὴ αὕτη; εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦνται χρήματα καὶ πάλιν χρήματα. Τὸ ταμεῖόν μας, χάριν τῆς ἀσυγγνώστου διαγωγῆς τῶν ὀφειλετῶν τούτων χρεωκοπεῖ· ἑπομένως μὴ διστάζετε κατὰ συνέπειαν νὰ πιστεύσητε, κύριοι, καὶ τὴν ἑξῆς ἀλήθειαν, ὅτι ἐντὸς τοῦ πίνακος τούτου, (ἐπιδεικνύει ὁ ἀγορεύων τὸν πίνακα) εἶναι περιτετυλιγμένος καὶ ὑπνώτει ὕπνον βαθὺν ὁ ἐθνικὸς στόλος, ἡ συντήρησις αὐτοῦ. Εἰσὶ περιτετυλιγμέναι αἱ στρατιωτικαὶ προπαρασκευαὶ, τέλος εἰσὶν περιτετυλιγμένοι καὶ ὑπνώττουσιν ὕπνον βαθὺν οἱ πόθοι τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§48ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα, κύριοι, διότι εἶναι 58 ἑκατομμύρια περίπου.—Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς κατασκευάσουν καὶ στόλους καὶ στρατοὺς καὶ προπαρασκευὰς στρατιωτικὰς καὶ προμηθείας ὑλικοῦ καὶ θὰ πραγματοποιήσωσι, κύριοι, τοὺς πόθους ὅλων ἡμῶν, καὶ οὐχὶ ἡ μέθοδος τῶν νέων δανείων, τῶν ὑπερόγκων τόκων καὶ τῶν νέων φόρων. Ναὶ, διὰ μόνης τῆς ἐπικρατούσης ταύτης μεθόδου, ἀφεύκτως, κύριοι, καὶ ταχέως ἔχομεν ἐθνικὴν χρεωκοπίαν. Κύριοι βουλευταὶ, τελειόνων ἐνταῦθα, συνιστῶ τὴν παραδοχὴν τοῦ 1 ἄρθρου, ὅπως κατορθώνῃ τοῦ λοιποῦ τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ ἐτησίως πραγματικὰ τὰ εἰσοδήματά του, καὶ ὅπως εἰσπράξῃ τὰ χρήματά του, τὰ ὁποῖα κατακρατεῖ μία τάξις ἀνθρώπων, ὡς μὴ ὤφειλεν. Εἰς τὸ 1 ἄρθρον παρελείφθησάν τινες λέξεις κατὰ τὴν ἀντιγραφήν· ἑπομένως διορθοῦται οὕτω τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου. Ἄρθρον 1. «Οἱ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐφεξῆς ληξιπρόθεσμοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δήμων τοῦ κράτους, ἐκτὸς τῶν καταδιώξεων, εἰς ἃς ὑπόκεινται κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, στεροῦνται μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου προθεσμίας καὶ τοῦ δικαιώματος, τοῦ νὰ διατελῶσιν, ὡς βουλευταὶ ἢ δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, ἂν δὲ ὦσι στρατιωτικοὶ, τίθενται εἰς ἀργίαν καὶ δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσι.» Τί δὲ παρελείφθη κατὰ τὴν ἀντιγραφήν; εἶναι τὸ ἑξῆς, «ἀνακτῶσι δὲ τὰ δικαιώματά των ταῦτα εὐθὺς, ὡς ἀποδεδειγμένως ἐξοφλήσωσι τὸ χρέος των.»
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὁμολογουμένως τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαιότατον, διότι πρόκειται νὰ στερήσωμεν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ σύνταγμα ἐχορήγησεν εἰς τοὺς πολίτας, δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου, ὅστις εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἐπιδιώκει ὅ,τι ἕκαστος πολίτης εὔχεται, τοῦ νὰ μὴ ἁρπάζωνται αἱ πρόσοδοι τοῦ κράτους καὶ σφετερίζωνται ἀπὸ διάφορα πρόσωπα· ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, διότι, παραδεχομένης αὐτῆς τῆς προτάσεως, πρόκειται νὰ στερήσωμεν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ σύνταγμα παρεχώρησεν, ὄχι ἀπὸ μίαν τάξιν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἀπὸ τὰ 9/10 τῶν πολιτῶν. Διὰ τί; διότι τὰ 58,000,000 θέλετε ἰδεῖ ὅτι καθυστεροῦνται ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις, καὶ ἠξεύρετε ὅτι καθυστεροῦνται 13,000,000 περίπου περιλαμβάνοντα ὄχι ἐνοικιαστάς, ἀλλὰ καὶ φορολογουμένους· καθυστεροῦνται ἀπὸ φόρον μελισσίων 124,000, τὰς ὁποίας βεβαίως καθυστεροῦν φορολογούμενοι, ἀπὸ ἔγγειον φόρον 70,000, εἶναι φορολογία ἐδῶ καὶ δὲν εἶναι ἀγορὰ δημοσίων κτημάτων· ἀπὸ φόρον ζώων 3,000,000· ἀπὸ φόρον ἐπιτηδευμάτων 2,000,000, ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐνοικιάζεται, ἑπομένως φορολογούμενοι καθυστεροῦν ἀπὸ φόρον οἰκοδομῶν 1,790,000, ἐνοικιάζεται αὐτός; ὄχι, ὀφείλεται ἀπὸ τοὺς κτηματίας, τοὺς ἰδιοκτήτας· ἀπὸ ἐμμέσους φόρους τελωνιακοὺς 844,000, τοῦτο δὲ, διότι ἐδίδετο προθεσμία· ἀπὸ διάφορα 832,000· ἀπὸ δημόσια καταστήματα 47,000· ἀπὸ τυπογραφεῖον 2,000· ἀπὸ ἁλικὰς 32,000· ἀπὸ....... 841,000· ἀπὸ δάση 344,000· ἀπὸ ἐλαιῶνας καὶ σταφιδῶνας........... ἀπὸ κτήματα 61,000· ἀπὸ δημόσια κτήματα καὶ ἐργαστήρια 247,000 κτλ. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς τάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ αὐστηρὸς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Φρονῶ ὅτι, πρὶν προβῶμεν εἰς τὰς ποινὰς, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ καθαρισθῶσιν αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, καὶ ἀφοῦ τὰ καθαρίσωμεν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ πληρωθῶσι, καὶ ἀφοῦ ὁρισθῇ ὁ τρόπος, τότε νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ποινὰς, διότι ἄλλως θὰ πέσωμεν εἰς ἓν χάος. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ μυθῶδες ποσὸν τῶν 58,000,000 δὲν εἶναι καὶ πραγματικὸν, διότι, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, ἤθελον εὑρεθῇ ὅτι εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα· κατ’ αὐτὸν ὅσα ἐβεβαιώθησαν καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν ὡς ἐπισφαλῆ ἀκυροῦνται, καὶ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν παρουσιάσθη ἀκύρωσις, διὰ τοῦτο φαίνεται αὐτὸ τὸ ὀγκῶδες ποσόν· ἐὰν ὅμως λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προβλέπει, τότε θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὰ 58,000,000 ὀφειλόμενα μόνον τὸ ἥμισυ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ πρῶτον, τίνι τρόπῳ θὰ γείνῃ ἡ προεξέλεγξις, καὶ ἔπειτα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ δρακόντιον μέσον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ, διότι πρόκειται νὰ στερήσῃ τοὺς φορολογουμένους αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων. Διὰ τοῦτο θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ γείνῃ ἡ καθάρισις καὶ ἐξόφλησις. Πρὶν σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἡ Βουλὴ, κάμνει μέγα σφάλμα νὰ προβῇ εἰς ποινὰς, αἵτινες κατ’ ἐμὲ θὰ φέρουν τὸ χάος· διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν προτίμησιν τῆς ἄλλης. Ὅτι, κύριοι, δὲν ὡρίμασεν αὐτὴ ἡ ἰδέα, εἶναι ὅτι καθ’ ἡμέραν ὁ κ. Χατζίσκος παραδέχεται ὅ,τι πρότασιν τῷ κάμνουν, καὶ ὁ ἴδιος παραδέχεται καθ’ ἑκάστην τροπολογίας. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου εἶναι πολὺ σπουδαία, καὶ πρῶτον ἐπ’ αὐτῆς πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ.
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ συσχετισθῇ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λειβαδᾶ.
§51ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σὲ συγχωρῶ, διότι τὰ σπουδαιότερα ζητήματα θέλεις νὰ τὰ κάμῃς γελοῖα· πρόκειται περὶ οὐσιωδεστάτου ἀντικειμένου· σὲ συγχωρῶ.
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου καὶ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰς ἄλλας προτάσεις, αἵτινες ἔχουσι σχέσιν μὲ αὐτὴν, ὡς ὁμολογεῖ ὁ κ. Χατζίσκος, ἐγὼ σκέπτομαι ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ φέρῃ τὸ χάος, διότι πρόκειται νὰ στερήσωμεν ἑνὸς δικαιώματος τὰ 9|10 τῶν πολιτῶν.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ φαίνεται πῶς ἡμεῖς ἔχετε ἓν σχέδιον· τί λέγετε περὶ αὐτοῦ;
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχω πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν μιᾶς ἰδιαιτέρας ἀρχῆς, ἥτις νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν τῶν χρεῶν.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω ὅτι ἔχετε ὑποβάλει μίαν πρότασιν· ποινὰς δὲν ἔχετε· ἀλλ’ ἂν κατέλαβα τὴν ὁμιλίαν σας, νομίζω ὅτι εἴπατε ὅτι, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Χατζίσκου, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην οὐσίαν, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος δὲν προτείνει οὐσίαν, προτείνει ποινὰς, λέγει ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν πληρώνει, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ· ἀλλὰ προηγουμένως μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχετε κανονίσει διὰ προτάσεώς σας.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πρότασίς μου δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὴν σύστασιν ἰδιαιτέρας ἀρχῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν εἴσπραξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων· δὲν παραδέχεται ἀλλοῖον τρόπον, τὸ ἄφησεν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐργασίας, ἠμπορεῖ νὰ ἐργασθῇ, καὶ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον περὶ τῆς καθαρίσεως καὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς· ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κειμένους νόμους, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων λέγει νὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ὑπάρχουν δύω προτάσεις, μία εἰδικὴ, ἡ ἰδική σας, καὶ ἄλλη ἡ τοῦ Στεφανοπούλου ἢ καὶ ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, ἀλλὰ διαφέρουν τὰ συστήματα· τὸ μὲν ἓν σύστημα εἶναι νὰ δοθῶσι προθεσμίαι, τὸ δὲ ἄλλο ὅπως εἴπατε. Λοιπὸν εἶναι δύω συστήματα· ἐπειδὴ λοιπὸν συμβαίνει οὕτω, σᾶς ἐρωτῶ, τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλατε, τὴν ὑποστηρίζετε ἢ δὲν τὴν ὑποστηρίζετε;
§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν ὑποστηρίζω.
§61ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκρούετε τὴν ἰδικήν μου πρότασιν;
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκρούετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου;
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· διότι αὐτὴ δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον· καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ κανονίζετε τρόπον εἰσπράξεως, ὅστις εἶναι διάφορος μὲ τὸν τοῦ ἑτέρου. Διὰ τοῦτο ἔχομεν δίκαιον νὰ ἐρωτήσωμεν, ὅπως καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐὰν ἀποκρούετε τὸ σύστημα τὸ ἀντίθετον.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ ἀποκρούω, διότι ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ζητῶ νὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις, ἔρχεται δὲ ἡ ἄλλη πρότασις, ἥτις λέγει ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσι προθεσμίαι· ἀντίκειται τοῦτο; ὄχι. Τροπολογεῖται ἡ ἰδική μου πρότασις δι’ αὐτῆς.
§66ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ φίλος μου κ. Χατζίσκος ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πρότασιν νόμου ἐπιβάλλοντος ποινὰς δρακοντείας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἀντέστην κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, τὴν ἐπολέμησα κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὠνόμασα βανδαλικὴν, διότι ὅπως ὀρθῶς ὡμολόγησε σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἡ πρότασις αὕτη τείνει ν’ ἀποστερήσῃ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἓν μέρος τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων.
§67ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὅλον (θόρυβος).
§68ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι εἶναι φορολογούμενοι ἐξανίστανται κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ὅσοι δὲ δὲν εἶναι φορολογούμενοι, οὔτε ἐπλήρωσαν φόρους, οὔτε θὰ σκεφθοῦν περὶ τῆς τύχης τῶν φορολογουμένων, εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς· ἐπολέμησα λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Χατζίσκου (θόρυβος) εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ λαοὶ τείνουν νὰ λάβωσι καλλιτέραν ἀποκατάστασιν τῶν πολιτικῶν αὑτῶν δικαιωμάτων, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ φροντίσωμεν περὶ μέτρου τοιούτου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ εὔκολος ἡ συγκοινωνία, ἀφοῦ πλήρης ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, οὔτε ἀγοραὶ, οὔτε γεωργικαὶ τράπεζαι, οὔτε νόμος φορολογικὸς ὡς εἰς τὰ λοιπὰ κράτη διὰ νὰ ἔχωσιν οἱ φορολογούμενοι εὐκολίας καὶ ἀνακούφισιν. Ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν ὅλα ταῦτα, δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ τιμωρῶνται καὶ μὲ τοιαύτας ποινὰς ὅσοι ἕνεκα διαφόρων αἰτίων εὐλόγων ἴσως, ἔμειναν ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον. Εἶπον καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν εἶμαι ὀφειλέτης εἰς τὸ δημόσιον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μεγάλαι καθυστερήσεις φαίνονται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλ’ αἱ πλεῖσται εἰσὶν ἰδανικαί, μεταξὺ δὲ τῶν ὀφειλετῶν ἴσως εἶναι καὶ φίλοι μου τινὲς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ πλεῖστοι ἀντίθετοί μου, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ βουλευτὴς, ὅστις δὲν ὀφείλει νὰ σκέπτεται εἰμὴ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας πίνακα ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων ἐξηγμένον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλόμενα ἀναβιβάζονται εἰς 58 ἑκατομμύρια δραχμὰς, καὶ ὡς ὁ κύριος ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει δὲν καθυστεροῦνται ἀπὸ ὀλίγα πρόσωπα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Χρηστίδου παρακληθεὶς ἀπὸ δύω φορολογουμένους κατοίκους Ἀθηνῶν, καταδιωκομένους ἵνα πληρώσωσιν ἑξακοσίας περίπου δραχ. ἕκαστος, προερχομένας ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, μετέβην εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον καὶ παραστήσας τὸ ἀδύνατον τῆς διὰ μιᾶς ἐξοφλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ χρέους, ἔμαθον παρὰ τοῦ ταμία, ὅτι ἐνταῦθα ὀφείλονται πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχ. ἀπὸ τοιούτους φόρους, κατὰ δὲ τὸν ἀνὰ χεῖράς μου πίνακα ὀφείλονται καθ’ ὅλον τὸ κράτος 4 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, ἐκ φόρων ζώων πλέον τῶν 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐξ ἐγγείων φόρων 23 ἑκατομμύρια δραχ. ἐπιβαρύνοντα καὶ ἐνοικιαστὰς καὶ φορολογουμένους, ἀλλ’ ὡς προεῖπον τὰ πλεῖστα ἰδανικά· καὶ τέλος πάντων 58 ἑκατομμύρια ὀφείλονται, καὶ δὲν λέγω ὑπερβολὴν ὅτι 50 χιλιάδες φορολογούμενοι τὰ ὀφείλουσι. Λοιπὸν ὅταν πρόκηται περὶ μιᾶς τοιαύτης ὑποθέσεως, ἥτις ἀφορᾷ ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν της, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων διὰ τὸν τόπον· αὐτὸ πρέπει πρῶτον νὰ λυθῇ. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον πρότασιν χορηγοῦσαν εὐκολίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ προστατεύουσαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· δι’ αὐτῆς ἀπαλλάσσονται οἱ ὀφειλέται τῶν τόκων ὑπερημερίας, κανονίζεται ἡ πληρωμὴ τῶν χρεῶν εἰς τριάκοντα ἐτησίας ἴσας δόσεις ἀτόκως, ἀφοῦ συγχρόνως ἐκκαθαρισθῶσι τὰ χρέη ταῦτα· οἱ τόκοι 12% ἠξεύρετε ὅτι ἀναβιβάζονται ἀκόμη καὶ εἰς 7–8 ἑκατομμύρια δραχ. καὶ οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατέστησαν ἐλεεινὴν τὴν θέσιν τῶν ὀφειλετῶν. Ἐν Ἠλείᾳ εἶδον πολλοὺς φορολογουμένους μόλις πληρώσαντας τοὺς βαρεῖς φόρους των εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ τρέχοντος ἔτους, οἵτινες πολλάκις ἀναβιβάζονται εἰς χιλίας καὶ χιλίας πεντακοσίας δραχ. ἑκάστου, καταναγκασθέντας ἀμέσως παρὰ τοῦ ταμία νὰ πληρώσωσι καὶ τὰ ἐκ παλαιῶν χρήσεων χρέη των· 700 δραχμὰς δανεισθεὶς εἷς τούτων παρά τινος τοκογλύφου ἐπλήρωσεν ἵνα ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπεῤῥοφήθη ἀπὸ τοὺς τόκους καὶ ἔξοδα, ἓν δὲ μικρὸν μέρος ἐσυμψηφίσθη ἀπέναντι τῆς κεφαλῆς τῆς ὀφειλῆς του· ἐλεεινολόγησα τὴν κατάστασιν ταύτην ὄχι μόνον, διότι τὸ δημόσιον φέρεται ὡς τοκογλύφος εἰσπράττων τόκους καὶ τὸ κεφάλαιον μένει πάντοτε σχεδὸν τὸ αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀναγκάζει τοὺς φορολογουμένους νὰ προσφέρωσι θύματα εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν κερδοσκόπων. Οἱ ἐκδοθέντες περὶ τῶν καθυστερούντων εὐεργετικοὶ νόμοι ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς καὶ ὡς τοιοῦτοι ἀπέτυχον· ἀνάγκη νὰ ληφθῇ σπουδαιοτέρα πρόνοια, νὰ χορηγηθῶσιν εὐρύτεραι εὐκολίαι, νὰ ἐπεκτανθῇ καὶ εἰς τοὺς μέχρι τέλους τοῦ 1865 ὀφειλέτας τὸ πλεονέκτημα τοῦτο· ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλετε ἐπιτύχει καὶ εἰς τὸ ταμεῖον νὰ εἰσέρχωνται κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια δραχμαὶ καὶ οἱ φορολογούμενοι θέλουν ἀπαλλαχθῆ τῶν ἐπιζημίων καταδιώξεων, ἅς τινας ἤδη ὑποφέρουσιν· ἂς ἀρκεσθῇ τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ μόνον τὸ κεφάλαιον διὰ τὰ παλαιὰ, ἀφοῦ κατ’ ἔτος λαμβάνει 30 ἑκατομμύρια ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους φορολογουμένους καὶ ἂς μὴ ζητῇ τόκους. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ πρότασίς μου καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς, νὰ κανονισθῶσι τὰ παλαιὰ, καὶ μετὰ τοῦτο συζητοῦμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου· ἐπιφυλάττομαι δὲ μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς νὰ παραδεχθῶ εὐλόγους τροπολογίας ἐπὶ τῶν καθέκαστα.
§69ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πέρυσι, κύριοι, ὅταν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Χατζίσκου, ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὴν ἐπολέμησα, διότι εἶδα πρότασιν, ἥτις εἶχε ποινὰς, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐσιαστικὰς διατάξεις, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διὰ πλειονοψηφίας παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, καὶ ἔμεινε διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Τότε, ὅταν ἀπέτυχεν ἡ γνώμη μου, τοῦ ν’ ἀποκρουσθῇ ἐν γένει ἡ πρότασις αὕτη, ἔκαμον μίαν ἄλλην πρότασιν, διότι διὰ τοῦ τυραννικοῦ αὐτοῦ νόμου θὰ στερήσωμεν τὸ ἔθνος τῶν τιμαλφεστέρων αὐτοῦ δικαιωμάτων, τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, ἔκαμον μίαν ἄλλην πρότασιν, διότι εἶδον ὅτι μία μερὶς ἀδιαφόρησε ψηφίζουσα αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου. Λοιπὸν ἔκαμα μίαν πρότασιν καὶ εἶπον καὶ ὅσοι ἀπὸ τοῦ 1821 ὀφείλουν, καθὼς καὶ οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ. Λοιπὸν, ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ εὐχαριστήσετε τὴν πατρίδα, πρέπει πρῶτον νὰ εὕρετε τρόπον εἰσπράξεως· ἀλλὰ θὰ τὸ κάμετε αὐτὸ, ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον ὅσοι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὰ ἰδιαίτερα δημαρχικὰ καὶ ἐγχώρια ταμεῖα. Διότι, κύριοι, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγοράζει τοὺς δημοτικοὺς φόρους καὶ δὲν πληρόνει, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν αὐτὴν ποινήν; λοιπὸν διὰ τί σεῖς τῶν κ. Ἑπτανησών τινες, ἅμα ἠκούσατε πέρυσι τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἀμέσως ἐπαγώσατε; ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία μᾶς βάζει ὅλους μέσα· ἐὰν πρόκειται νὰ ὠφελήσωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ὠφεληθῇ ἀφ’ ὅλον τὸ κράτος, δὲν θὰ ὠφεληθῇ μόνον ἀπὸ μίαν Πελοπόννησον, ἡ ὁποία παράγει τὰ 9/10 τῶν εἰσοδημάτων τῆς ἐπικρατείας. Λοιπὸν ἀπὸ τὰ 1821 ἕως σήμερον ὅσοι χρεωστοῦν εἰς τὰ δημόσια, ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ ταμεῖα, θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, ἄλλως ἡ πρότασις αὕτη, εἶναι ἀντεθνικὴ εἶναι τυραννική.
§70ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Εἴπατε, ὅτι οἱ ἑπτανήσιοι ἐπάγωσαν.
§71ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι ἐσὺ, σὺ εἶσαι φιλελεύθερος ἄνθρωπος.
§72ΛΑΠΑΣ. Διὰ τὴν πρότασιν τοῦ Στεφανοπούλου, τί λές;
§73ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς.
§74ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως. Ἐπεθύμουν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις ἐχρησίμευσε καὶ χρησιμεύει τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, νὰ χρησιμεύσῃ μὲ τὴν αὐτὴν προσπάθειαν, μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀλλὰ βλέπω ἐνταῦθα καὶ δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς Κεχαγιᾶς· ἡ πρότασίς μου, κύριοι, δὲν ἀποκλείει ὅλους τοὺς ἕλληνας, ἀλλ’ ἀποκλείονται οἱ βουλευταὶ νὰ ἦναι βουλευταὶ, ἀποκλείονται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ νομάρχαι, οἱ ταμίαι, ἀποκλείονται οἱ στρατιωτικοὶ τοῦ νὰ προβιβάζωνται. Αὐτοὶ ἀποκλείονται, καὶ μὴ ἔρχεσθε μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀποκλείεται ὅλον το ἔθνος.
§75ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πέρυσι δὲν εἴχατε τὸν ὅρον αὐτὸν, νὰ στερῶνται καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου.
§76ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ προτείνας λέγει, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, παρατηρήσατε, ὁσάκις παρουσιασθῇ τροπολογία, τὴν δέχεται καὶ ἐκείνην, καὶ ὅτι, ὅταν ἡ τροπολογία συντρέχῃ εἰς τὴν κατάρτισιν ἑνὸς νομοσχεδίου ἀναγκαιοτάτου, τὴν δέχομαι· διατί δὲν δέχομαι τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ; διότι δὲν τὴν εὑρίσκω σύμφωνον· διὰ τί δέχομαι τοῦ κ. Στεφανοπούλου; διότι τὴν εὑρίσκω σύμφωνον εἰς τὸ 4 ἄρθρον. Ἡ πρότασις ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον εἰς τὸ μέλλον· πῶς θὰ κατορθώσωμεν τοῦτο; ἢ πῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν εὐχάριστον ἐκείνην θέσιν, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ παρελθόντος; ὅταν ἐκκαθαρίσωμεν τὸ παρόν. Ἡ πρότασις λοιπὸν λέγει, κ. φορολογούμενε, μολονότι ἐπαναλέγω, οἱ φορολογούμενοι πληρόνουν, λέγει, ἐνοικιαστὰ καὶ ἀγοραστὰ κτημάτων, εἰς τὸ ἑξῆς, ὀφείλεις νὰ πληρόνῃς ἐμπροθέσμως, καὶ ἂν δὲν πληρόνῃς, σοῦ χορηγεῖται καὶ προθεσμία τριήμερος καὶ ὕστερον δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἦσαι καὶ βουλευτὴς, δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἦσαι ὑπάλληλος, δημόσιος ἢ δημοτικός.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν μελλόντων φόρων, ἢ τῶν παρελθόντων;
§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ τῶν μελλόντων.
§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ ὁ στόλος πόθεν θὰ γίνῃ;
§80ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ τὸν κάμωμεν ἀπὸ ἐδῶ. Ἡ μέθοδος, κύριοι, ἥτις παρεδέχθη καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δανειζώμεθα, μὲ νέους τόκους ὑπερόγκους καὶ φόρους, εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ τὴν παροῦσαν, διότι αὐτὴ ἡ μέθοδος ἐντὸς ὀλίγου θὰ μᾶς φέρῃ εἰς γενικὴν χρεωκοπίαν. Λοιπὸν ἐδῶ στέκουν τὰ χρήματά μας, ἰδοὺ, κύριοι. «Οἱ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐφεξῆς, ληξιπρόθεσμοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δήμων τοῦ κράτους ἐκτὸς τῶν καταδιώξεων, εἰς ἃς ὑπόκεινται, κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους, ὑπόκεινται.......
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ πᾶν καλὰ, καθαρίσατε μόνον, διότι αὐτοῦ εἶναι ἀμφισβήτησις, ἐὰν ὁ νόμος ἀποβλέπῃ εἰς τὰ καθυστεροῦντα μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἢ ἀποβλέπει εἰς τοὺς μέλλοντας φόρους καὶ τὰς μελλούσας ὑποχρεώσεις.
§82ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν. Κύριοι, πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἢ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν πρῶτον τὰ ὀφειλόμενα παλαιὰ, ἢ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐκκαθαριζώμεθα ἀπὸ σήμερον. Ἐγὼ λοιπὸν, φρονῶ, πρακτικώτερον νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ σήμερον.
§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα λοιπὸν μεταβάλλεται οὐσιωδῶς.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν παλαιῶν τί φρονεῖτε;
§85ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τελειώσω; θὰ ἔλθω βαθμηδὸν εἰς ὅλα.
§86ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Καθαρίσατε τὰς ἰδέας, κ. Χατζίσκε, διότι ἄλλα λέγετε τώρα καὶ ἄλλα χθὲς καὶ ἄλλα πέρυσι.
§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σεῖς ἄλλα ἠκούσατε πέρυσιν, ἄλλα χθὲς καὶ ἄλλα σήμερον. — Πρῶτον θὰ ἀρχίσωμεν νὰ σκεπτώμεθα εἰς τὸ μέλλον, νὰ μὴ μένουν καθυστερήματα, δεύτερον, ἐπειδὴ ὑπάρχουν νόμοι εὐεργετικοὶ, οἵτινες προσδιορίζουν 20 ἔτη, 30 ἔτη, τί ἔγινεν ἐδῶ; τὰ 15 ἔτη ὅπου παρῆλθον, ἢ τὰ 10 ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθησαν οἱ εὐεργετικοὶ νόμοι, δὲν ἐπλήρωσαν τὰς δόσεις, ὅσοι ἐκαθάρισαν τὰ χρέη των, ἔδωκαν ὁμολογίας, ἦλθον αἱ προθεσμίαι καὶ δὲν ἐπλήρωσαν. Τί λέγουν οἱ νόμοι; Δι’ ἐκείνους τοὺς ὀφειλέτας, οἵτινες ἐκαθάρισαν τὰ χρέη των, ὠφελήθησαν τοὺς τόκους των, νὰ πληρώσουν εἰς τὰς νέας προθεσμίας. Βλέπετε, λοιπὸν, εἶναι πολὺ δίκαιον. Ἔρχεται ἡ τρίτη ἰδέα τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καὶ τὴν ὁποίαν ἰδέαν ἔχει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ὁ κ. Στεφανόπουλος τὴν ἔχει καθαρωτέραν. Τί λέγει ἡ τρίτη ἰδέα; Ὅτι τὰ 58 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς αὐτὸν τὸν πίνακα, νὰ τὰ ἐκκαθαρίσωμεν, καὶ νὰ τὰ πληρώσουν οἱ ὀφειλέται ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, καὶ ἐὰν δὲν πληρώσουν, νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὥστε βλέπετε, ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰ μέλλοντα· ἀρχόμεθα ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ὠφελήθησαν οἱ ὀφειλέται, καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἄλλα τὰ ἀκαθάριστα, καὶ τὰ προβλέπει ὅλα αὐτὰ ὁ νόμος, ὅταν καταρτισθῇ, ὅπως πρέπει. Ἂς πιστεύσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ πιστεύσατε ὅλοι, καὶ τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἀνέθεσεν εἰς τοὺς ταμίας τὴν εἴσπραξιν, εἶναι ἀνεπαρκέστατον, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα μὲ ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν. Διατί ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπε δι’ ἑνὸς νόμου, δὲν θέλω ἐγὼ νὰ δίδω προθεσμίας, καθιστῶ ὑπεύθυνον τὸν ταμίαν συμφώνως μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον; Αἴ, διατί τὸ ἔκαμα, κύριε ὑπουργὲ, αὐτό; Διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ ὁ βουλευτὴς, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ ὁ ἰσχυρὸς καὶ μοῦ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του καὶ δώσω παράτασιν προθεσμίας, καὶ τὸν ὀφειλέτην τὸν ἀπαλλάξω τῆς φυλακῆς. Καὶ λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, σὺ ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖς ν’ ἀνθέξῃς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἰσχυροῦ, καὶ θ’ ἀνθέξῃ ὁ ταμίας;
§88ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὑπόλογος.
§89ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἠξεύρετε, πῶς εἶναι ὑπόλογος; Ἡ Φθιῶτις εἰσπράττει κατ’ ἔτος φόρους 900,000 ἕως 1,000,000, καὶ μένουν καθυστερούμενα 400–500 χιλιάδες, καὶ εἶσαι ὑπόλογος, ταμία. Ἐκεῖνος δὲν ἔχει 400 παράδες, τί νὰ πληρώσῃ; αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπόλογος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν. Ὅταν ἐξακολουθήσωμεν μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν νὰ ᾖναι οἱ ταμίαι ὑπόλογοι, πιστεύσατε, ὅτι ἐὰν αἱ καθυστερήσεις ἐγένοντο μέχρι σήμερον ἀπὸ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἔχωμεν 5 ἑκατομμύρια. Οἱ ταμίαι πρέπει νὰ μὴ κάμουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ εἰσπράττουν χρήματα, καὶ οἱ νομάρχαι πρέπει νὰ εἰσπράττουν τὰ χρήματα, διότι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὑπάρχει καὶ μία διάταξις, ὅτι ἕκαστος πολίτης οἱοσδήποτε χαίρει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς νομάρχας, τοὺς εἰσαγγελεῖς, ὅταν μάθῃ, ὅτι ὁ ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου κατέχει θέσιν δημοσίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δρακόντειος ὁ νόμος, δὲν εἶναι βανδαλικὸς, εἶναι εὐεργετικὸς, καὶ πιστεύσατέ το, ὅτι καθιστᾷ τοὺς πολίτας τιμίους εἰς τὰς ληψοδοσίας των. Ποίους νόμους προστατευτικοὺς, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ἡ τράπεζα; καὶ ὅμως ὅσοι ἔχουν ληψοδοσίας μὲ τὴν τράπεζαν, κατεστάθησαν ἔντιμοι πολῖται· διότι συλλογίζονται τὴν προθεσμίαν καὶ ὀφείλουν νὰ πληρώσουν. Θέλετε, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εἰς ποῖον μέρος νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ λάβῃ θέσιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στεφανοπούλου; Ἀφοῦ παραδεχθῶμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ τέταρτον· ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἰδέαν τοῦ ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ σημερινὰ, τότε βαθμηδὸν θὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὰ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης κατηγορίας.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν τράπεζαν. Ἡ τράπεζα δὲν ἔχει ποινὴν νὰ στερῇ τοῦ δικαιώματος τοὺς πολίτας, τοὺς ὀφειλέτας· ἔχει τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ὑποδεέστερος ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ δημόσιον. Τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, νὰ τὸν προσωποκρατήσῃ· ἡ τράπεζα δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλετε. Κύριοι, ἐννοοῦσα τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεως, ὅπως τὴν παρουσίασα πέρισυ, τοὐτέστι νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς ὅλους τοὺς πολίτας τοὺς ἔχοντας δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν· διότι ἐκεῖ πράγματι ὑπάρχει τὸ στάδιον τῆς εἰσπράξεως ἐν γένει· τὴν περιωρίσατε.
§91ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν τὴν περιώρισα.
§92ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ σήμερον εἴπετε· περὶ τῶν βουλευτῶν πρόκειται, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν περιορίσητε τὴν ποινὴν εἰς αὐτὰς μόνον τὰς τάξεις, τίποτε δὲν κάμνετε. Τὰ 33 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται κατ’ ἔτος, εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς, ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαλλήλους; Πρὸς θεοῦ, εἶναι γελοῖον. Ἐὰν θεωρῆτε τὴν ποινὴν αὐτὴν ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ὁ ἴδιος τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὴ ἡ ποινὴ ἤθελεν εἶσθαι δρακόντιος καὶ ἀντικειμένη εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμά μας. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, τί ἐννοεῖ, τοὺς μέχρι τοῦδε καθυστεροῦντας ἢ μόνον εἰς τὸ μέλλον, ἠναγκάσθη νὰ τροποποιήσῃ, εἶδε τὴν δυσκολίαν ὡς πρὸς τὴν ἐκκάθαρσιν τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ εἶπεν, εἰς τὸ μέλλον. Λοιπὸν τὰ 58 ἑκατομμύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἤλπιζε νὰ κατασκευάσῃ στόλους, καὶ αὐτὰ, τὰ ἄφησε κατὰ μέρος, καὶ εἶπε, μόνον διὰ τὸ μέλλον νὰ προβλέψωμεν. Ἐὰν πρόκηται μόνον διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται μόνον διὰ τόσον μικρὰν τάξιν, δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν, ἀλλὰ μὴ ἀναπαύεσθε εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, ὅτι εἰς τὸ μέλλον, ἐπειδὴ θ’ ἀποκλείωνται 200 βουλευταὶ, ἐὰν τινὲς ἐξ αὐτῶν ᾖναι καθυστεροῦντες, καὶ μερικοὶ ὑπάλληλοι, ἐὰν ᾖναι καθυστεροῦντες, ὅτι θὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, τοὐτέστι νὰ εἰσπράττωνται ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους. Τίποτε δὲν θὰ κατορθώσητε· ἐννοῶ, νὰ ἔχῃ σπουδαιότητα τὸ ἔργον αὐτὸ, ὅταν ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τῆς πληρωμῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ἀναγκαῖον, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταδιωκτικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δημόσιον, θεωρεῖ νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ποινὴ αὐτὴ, ἤθελον τὴν δεχθῆ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὰς, πρέπει προηγουμένως νὰ συντάξωμεν ἕνα νόμον καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου νὰ ζητήσωμεν ποινάς. Ἐδῶ ἀρχίζουν ἀπὸ τὰς ποινὰς, καὶ μετὰ ταῦτα ἀφίνουν τὴν οὐσίαν. Ἂς σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως, τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἢ καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ τότε ἐννοῶ τὴν ποινήν· ἄλλως νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ποινὴν καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ κύριον ἀντικείμενον, τὸ θεωρῶ μάταιον. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ προκληθῇ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου, καὶ τότε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὡς τροπολογία. Διότι, κ. Δεληγιώργη, ὅπως σᾶς εἶπον, δέχομαι ἐν γένει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, νὰ ἐξαιρέσῃ ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοὺς ἔχοντας ἐξησφαλισμένον τὸ δημόσιον μὲ ὑποθήκην κτηματικήν· δὲν ἐννοῶ, ἐκεῖ τὸ δημόσιον νὰ φανῇ ἐπιεικές. Ἠγόρασαν κτήματα, ἐὰν δὲν πληρώσουν, δὲν τοὺς χαρίζει τοὺς τόκους. Τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Στεφανόπουλος, τὴν ἐννοῶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας προσωπικῶν ὑποχρεώσεων, ὄχι δι’ ὑποθηκῶν. Μόλον τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως, τότε τὸ συζητοῦμεν· τώρα φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀναβάλῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, καὶ νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν οὐσιαστικῶν νόμων, τοὐτέστι περὶ τῆς συστάσεως τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν.
§93ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῇ ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ διαφωνήσω μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν, ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ τότε τὸ χρεωλυτικὸν ταμεῖον. Διὰ μόνον τῶν ἁπλῶν ἐκκαθάρσεων, τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ταμεῖα δύνανται νὰ τὸ κάμουν. Τὰ χρεωλυτικὰ ταμεῖα τότε εἶναι ἀναγκαῖα, ὅταν οἱ νόμοι γίνουν, ὅπως ἔχουν σήμερον. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου, καὶ κατόπιν βλέπομεν, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ τοιοῦτον ταμεῖον.
§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπρότεινα τὴν σύστασιν χρεωλυτικοῦ ταμείου, ἦτο νὰ δοθῇ εἰδικὴ πρόνοια ἀπὸ ἓν πρόσωπον, ἀπὸ μίαν διεύθυνσιν ἔχουσαν εὐθύνην· διότι, κύριοι, ἀπὸ τὰ 60 τόσα ἑκατομμύρια, διότι πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ ἄλλα, κατ’ ἔτος μόλις ἓν ἑκατομμύριον εἰσπράττεται. Ἐγὼ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν αὐτὴν τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν προθεσμιῶν, ἐνόμιζον, ὅτι ἠμποροῦσα νὰ εἰσπράξω 1½ ἑκατομύριον, καὶ μόλις θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἓν. Πέρυσι μόλις 800,000 δρ. εἰσεπράχθησαν, καὶ νομίζω, εἰς τὸν πρϋπολογισμὸν τοῦ 1866 εἶχε προσδιορισθῆ καὶ ἐκεῖ 1½ ἑκατομμύριον· ὥστε νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ ᾖναι μία διεύθυνσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ ἴδιον ἔργον, νὰ συνιστᾷ, νὰ ἐργάζηται, νὰ ἔχῃ ἰδίαν διεύθυνσιν πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἐκ Καρυστίας ἔχει τὸν λόγον.
§96Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, διὰ τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος οἱ νόμοι δὲν δέχονται τοὺς νόμους καὶ ποτὲ τὸ τέλος δὲν ἔρχεται. Δὲν λέγω, ὅτι ἐν γένει δὲν ἀπαντῶμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν προσκόμματα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄωρον, διότι δὲν παρουσιάζεται ποτὲ ἀποτέλεσμα, μετὰ τοὺς ἐκδοθέντας νόμους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πολὺ εὐεργετικοὶ, καὶ ἐν τούτοις, παρουσιάζεται καὶ νέος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐμφαίνει, καὶ δὲν θέλω νὰ πειράξω κανένα, ἔλλειψιν κρίσεως καὶ παρὰ τοῖς ἄρχουσι καὶ παρὰ τοῖς ἀρχομένοις.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Προχθὲς ἐλέγατε, ὅτι ἀπέθανον ὀφειλέται εἰς τὰς φυλακάς.
§98Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω ἔλλειψίν τινα, διότι δὲν ἐμελέτησα τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρετήρησα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καὶ δὲν εὗρον καμμίαν διαφορὰν οὐσιαστικὴν κατ’ ἀρχὴν, ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ 1861. Ὁ νόμος τοῦ 61 λέγει, χαρίζω τοὺς τόκους τῆς ὑπερημερίας διὰ τὰ καθυστερούμενα μέχρι τοῦ 58, ὁ κ. Στεφανόπουλος λέγει, χαρίζω τοὺς τόκους τῆς ὑπερημερίας μέχρι τέλους τοῦ 65. Ἑτέρα διάταξις. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ἐξαντλουμένων ὅλων τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων κατὰ τῶν πρωτοτύπων ἐνοικιαστῶν. Ὁ νόμος τοῦ 61 τ’ αὐτὰ ἀναφέρει, ἵνα μὴ τ’ ἀναγνώσω ἐκ νέου. Τρίτη διάταξις· τὰ οὕτω πως ἐκκαθαρισθέντα χρέη θὰ πληρωθῶσιν εἰς 30 δόσεις. Ὁ νόμος τοῦ 61 λέγει, τὰ οὕτω καθυστεροῦντα χρέη θέλουν πληρωθῆ εἰς 10 δόσεις κατ’ ἀναλογίαν τῆς πηγῆς τοῦ χρέους. Ὡς παρατηρεῖτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου, εὑρίσκεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 61. Τί ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861; ἐγένετο καμμία ἐργασία, ἔφερε κανὲν ἀποτέλεσμα, ἡ ἐφαρμογὴ ὠφέλησε, δὲν ὠφέλησε, ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ χρέη ἢ ὄχι; Εἰς τὶ μᾶς χρησιμεύουν οἱ μεταγενέστεροι νόμοι, ἀφοῦ ἐκεῖνος ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν διαφέρει ποσῶς ἀπὸ τὴν παροῦσαν πρότασιν, δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα; Θὰ εἴπῃς, ὅτι ἐφαρμογὴ δὲν γίνεται; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος τοῦ 61 καὶ ὅταν κατόπιν ἔφερε νόμον περὶ ἐντόκων γραμματίων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ νῦν πρωθυπουργὸς, ἀπῄτησα νὰ παρουσιασθῇ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν καθυστερούντων, ἵνα ἴδωμεν, ποῖοι ὀφείλουν τὰ μεγάλα ποσὰ, καὶ τότε ἠθέλομεν ἰδεῖ ἂν ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Χατζίσκος ναὶ ἢ ὄχι· ἠθέλομεν ἰδεῖ, ἂν ἁπλοῖ πολῖται ᾖναι οἱ παραίτιοι τοσούτων καθυστερημάτων, ἢ ἄνθρωποι ἐν τέλει. Καὶ ὅταν παρατηροῦμεν εἰς τὸν πίνακα, ὅτι οἱ ὀφείλοντες μεγάλας ποσότητας διατελοῦν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, τότε ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου ἤθελεν εἶσθαι σωτηριώδης· διότι ἅμα παύσωσιν ὄντες εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἅμα παρουσιασθῇ τὸ φόβητρον τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, θέλουσιν ἐξαναγκασθῆ νὰ πληρώσωσι.
§99ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τὸ μέλλον.
§100Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ κατὰ τὸ 1861 καὶ κατὰ τὸ 65 μέχρι σήμερον δὲν κατωρθώθη νὰ παρουσιασθῇ ὁ πίναξ ὁ πολλάκις αἰτηθείς.
§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§102Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ παρέκβασιν συγχωρήσατέ μοι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπήν σας· ἂν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποδείξω τὸ καθῆκον τῆς ὑπηρεσίας, ἤθελον σᾶς εἴπει, ὅτι εἶναι εὐκολώτατον νὰ γίνῃ ὁ κατάλογος τῶν ὀφειλετῶν ἀπὸ 1000 δραχμῶν καὶ καθεξῆς.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι νέα ἰδέα.
§104Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔχωμεν γνωστὰ τὰ ὀνόματα διὰ τοῦ καταλόγου τῶν ὀφειλόντων ἀπὸ 1000 δραχ. καὶ ἐπέκεινα, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν παρουσιάζεται ὅμως ὁ κατάλογος, ὄχι διότι εἶναι ἀδύνατον, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει ἡ διάθεσις νὰ μὴ ἀποκαλυφθῶσιν εἰς τὸν κόσμον οἱ παραίτιοι τοιαύτης καθυστερήσεως, ἧς ἕνεκα ἀναγκάζεται ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον περὶ βαρυτάτων φόρων καὶ περὶ ἐκτάκτων δανείων.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κανὲν συμφέρον δὲν ὑπάρχει.
§106Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ ἄδικον, οἱ μὲν καθυστεροῦν χρήματα τοῦ δημοσίου, οἱ δὲ πληρόνουν καὶ αὐτὸ τὸ λεπτόν. Οἱ φορολογούμενοι πιέζονται διὰ κατασχέσεων, διὰ προσωποκρατήσεων καὶ ἑτέρων στενοχωρητικῶν μέσων. Ὁ νόμος τοῦ 61 εἶχε καὶ ἑτέραν διάταξιν· λέγει. «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐκ τῶν χρήσεων μέχρι τῆς τοῦ 1853, συμπεριλαμβανομένης, εἰσοδήματα, καθόσον ταῦτα πληρόνονται εἰς μετρητὰ, κατατίθενται εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ. Ταῦτα δὲ καὶ οἱ τόκοι αὐτῶν, θέλουν χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς πληρωμὴν παλαιῶν χρεῶν, κατὰ τοὺς ἐκδοθησομένους περὶ αὐτῶν νόμους.» (Ἄρθρ. 11.) Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἦτο ἀρχὴ σωτηριωδεστάτη, διότι ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἤθελον ἐξοφληθῆ τὰ πρὸς τὰς ἑτέρας δυνάμεις χρέη, καὶ δὲν ἤθελεν ἐλαττωθῆ ἡ δημοσία πίστις, τὴν ὁποίαν ἔρχεται ἡ κυβέρνησις μ’ ἕνα συμβιβασμὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ διὰ τῶν δανείων τοῦ 24. Ὥστε, κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ἔλλειψις νόμου δὲν ὑπάρχει, καὶ οἱ νόμοι τοῦ 53 καὶ 61 εἶναι ἐπαρκεῖς· καὶ δι’ αὐτῶν ἀκριβῶς κανονίζεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν καθυστερημάτων, χορηγοῦσι δικαίωμα ἀντιῤῥήσεως καὶ παραπέμπονται αἱ ἀμφισβητούμεναι ὑποθέσεις εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσῃ τὸ ἐκανόνισε. Ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος. Μολαταῦτα, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δέχεται ὑπὸ ὅρους τινὰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, καὶ εὑρίσκει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψίς τις εἰς τοὺς νόμους αὐτοὺς τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐθεώρησα, ὅτι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔφερε περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου, τὸν ἔφερε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων· μολαταῦτα, ἂν τοὺς εὑρίσκῃ κατά τι ἀνεπαρκεῖς, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ νόμον ὀργανικὸν, θέλω νὰ εἴπω, οὐσιαστικὸν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν, καὶ νὰ τὸν συνδυάσῃ μὲ τὸν νόμον περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκτέλεσιν· ὅλα ὅσα προέρχονται ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι ἀτελῆ, ἡ κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῦ ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις, καὶ ποῖον τὸ μέτρον τῆς θεραπείας. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὸν κ. Στεφανόπουλον, ν’ ἀφήσῃ κατόπιν τὴν πρότασίν του, ἵνα ἔλθῃ ὁ τέλειος νόμος, ὁ ὁποῖος ζητεῖται ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατζίσκου, τὸ κατ’ ἐμὲ θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην, ὅτι ἐννοεῖ νὰ διαιρέσῃ εἰς δύω κατηγορίας τοὺς ὀφειλέτας, ἢ μᾶλλον εἰς δύω μέρη τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου· πρῶτον εἰς τ’ ἀποκτηθησόμενα εἰς τὸ μέλλον καὶ εἰς τὰ κεκτημένα. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον δὲν βλέπω τὴν δυσκολίαν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν. Ἐπειδὴ εἴδομεν ὅτι αἱ συγκαταβάσεις, αἱ προθεσμίαι ἐπὶ προθεσμιῶν, ἀντὶ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς φάρμακον θεραπευτικὸν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ ὑποχρεώσωσι τοὺς ὀφειλέτας νὰ σπεύσωσιν ὕστερον ἀπὸ τόσα εὐεργετήματα, ἐγένοντο παραίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ ἐξακολουθοῦσιν αὐξάνουσαι τοὺς ὀφειλέτας. Ἂς θέσωμεν φραγμὸν διὰ τὸ μέλλον ἀπὸ σήμερον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅσοι εἰς τὸ μέλλον ἤθελον ἀποδειχθῆ ὀφειλέται νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς ποινὰς διὰ χρέη ἀποκτηθησόμενα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου.
§107ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν χρέη ληξιπρόθεσμα.
§108Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι τὰ ληξιπρόθεσμα· τοιαῦτα εἶναι τὰ παλαιά. Εἰδικῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει περὶ τῶν ἄχρι τοῦδε καθυστερημάτων. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω, καὶ τελειόνων ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ φέρῃ νόμον τακτικόν.
§109ΠΛΑΤΥΣ. Κύριοι, κ’ ἐγὼ ἐπίσης δὲν θεωρῶ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον οὔτε ὡς βανδαλικὸν, οὔτε ὡς δρακόντειον, τὸ θεωρῶ ἀπεναντίας ἀρκοῦν εἰς ἣν στάσιν εὑρίσκονται τὰ πράγματα, ὡς πρὸς τὰς ὀφειλὰς πρὸς τὸ δημόσιον. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πρὸς ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον ἐν μέρει, δὲν μοὶ ἐφάνησαν σπουδαῖοι. Φοβεῖται πρὸ πάντων μὴ ἡ πρότασις ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ σύνταγμα. Ἅμα τοῦτο ἤκουσα ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, διότι ἂν πραγματικῶς ἡ πρότασις αὕτη ἀντίκειται εἴτε ἐμμέσως, εἴτε ἀμέσως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συντάγματος, πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἀμέσως ὡς ἀντισυνταγματική. Ὅλοι ἠθέλομεν κλίνει γόνυ ἐνώπιον τοῦ συντάγματος. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ὑπάρχει· οὐδεμία διάταξις τοῦ συντάγματος ἀντιβαίνει ὁπωσδήποτε εἰς τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Δύω, τρεῖς διατάξεις αὐτοῦ ἀπαιτοῦν καθόσον ἀφορᾷ τὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου εἰδικοῦ, ὅστις καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ὁ ὁποῖος προσθέτει συγχρόνως, ὅτι θέλει εἶσθαι ἐπιδεκτικὸς ὁποιωνδήποτε τροποποιήσεων διὰ τὸ μέλλον ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα μὴ δεσμευομένη ἀπὸ τὸ σύνταγμα εἴτε νὰ προσθέσῃ, εἴτε ν’ αὐξήσῃ τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα, ἵνα δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής· ἂν νομίσῃ ἀναγκαῖον καὶ συμφέρον εἰς τὴν πολιτείαν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ τάδε προσὸν, ἵνα ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς, δύναται κάλλιστα νὰ τὸ προσθέσῃ χωρὶς νὰ παραβιάσῃ κατ’ οὐσίαν τὸ σύνταγμα. Δύναται ἑπομένως καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κύριος Χατζίσκος διὰ τῆς προτάσεώς του, νὰ μὴ ᾖναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ δημόσιον ὁ ἐκλεχθησόμενος βουλευτὴς, νὰ τὸ παραδεχθῇ διὰ νόμου εἰδικοῦ χωρὶς ν’ ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Ἀλλὰ, προσθέτει ὁ κύριος ὑπουργὸς, «εἶναι δρακόντειον τὸ νομοσχέδιον», ἂν ἤθελε ψηφισθῆ, διότι τοὐλάχιστον τὰ 9|10 τῶν πολιτῶν εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὸ δημόσιον, ἑπομένως τὰ 9|10 ἤθελον ἀποκλεισθῆ δυνάμει τοιούτου νόμου ἀπὸ τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ἀξίωμα, ἀπὸ τὸ μέγα αὐτὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ βουλευτοῦ, ἢ τὸ τοῦ διορισμοῦ ὡς ὑπαλλήλου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸ τοῦτο ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι τόσον μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὸ δημόσιον, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, καὶ νὰ θέσωμεν οὕτως ἕνα χαλινόν. Ἂν ἡ προτεινομένη πρότασις ἤθελεν ἀποκλείσει διὰ παντὸς πάντα ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχῃ ψῆφον, ἢ νὰ ἐκλέγηται βουλευτὴς ἢ διορίζηται ὑπάλληλος, ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν κύριον ὑπουργόν. Τῳόντι ἀμέσως διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκλείσωμεν τὰ 9|10 τῶν πολιτῶν ἀπὸ τοιαῦτα ἀξιώματα καὶ δικαιώματα, ἀλλὰ τοιοῦτος δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον λέγει. Πᾶς ὀφείλων εἰς τὸ δημόσιον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἐντὸς 3 μηνῶν τὸ χρέος του, ἂν δὲν τὸ πληρώσῃ εἰσάγεται εἰς τὸ δικαστήριον, ἵνα ἀναγνωρισθῇ δικαστικῶς καὶ τελεσιδίκως, ὅτι πράγματι ὀφείλων καὶ δυνάμενος νὰ πληρώσῃ δὲν πληρόνει καὶ τότε ἀποκλείεται. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον ἔχουν τὰ μέσα πληρόνοντες τὰ χρέη κατὰ τὸ ὡρισμένον διάστημα ν’ ἀνακτήσωσι τὰ δικαιώματά των ὡς ἐκλογεῖς καὶ ἐκλέξιμοι. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι πᾶσα ἀντιλογία εἶναι ματαία. Ὡς πρὸς τὸν σπουδαῖον λόγον, ὅτι ὀφειλέτης τις τοῦ δημοσίου δύναται νὰ ᾖναι εἰς ἀνικανότητα ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του, ἕνεκα περιστάσεων ἀνωτέρας βίας, αὐτὸς ὁ λόγος, ἂν ἀληθῶς ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον, προφυλάττει τὸν ὀφειλέτην ἀπὸ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του. Ὁπωσδήποτε ὅμως τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ καθέκαστα, ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐν γένει. Δι’ αὐτὸ μάλιστα, ἂν τὰ 9|10 ᾖναι ὀφειλέται, ὀφείλομεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν πρότασιν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ φέρωμεν τινὰς τροποποιήσεις. Ἀφοῦ ἡ πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας νὰ στερήσῃ τὸν ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου, τοῦ λέγει πλήρωσε, ἂν δὲν πληρώσῃς σὲ φυλακίζω· ἐνῷ βλέπομεν τὸ λυπηρὸν θέαμα τῆς συλλήψεως καὶ τῆς φυλακίσεως πολιτῶν ἐντίμων διὰ χρέη πρὸς τὸ δημόσιον, ἡ πολιτεία δύναται καὶ ἑτέρας ποινὰς νὰ θέσῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ δραστήρια μέσα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν ὡς ἀντιβαίνει τὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ὅταν ἡ πολιτεία ἔχῃ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὸ μεγαλείτερον, πολὺ περισσότερον ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τὸ ὀλιγώτερον ἐπίμοχθον πρὸς τοὺς ὀφειλέτας. Ἀλλὰ, κύριοι, μέχρι τοῦδε ὅσα εἶπον ἀνάγονται ὑπὸ μίαν μόνην ἔποψιν. Ἐθεωρήθη ἕως τώρα, ὡς ἐθεώρησε καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον, ὡς μέσον δραστήριον, ὅπως ὑποχρεώσῃ τὸν ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους πρὸς τὸ δημόσιον, ἐθεωρήθη λέγω εἰς μίαν ὑψηλοτέραν ἔποψιν, ὑπὸ ἔποψιν εἰδικὴν, πολιτικήν. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; Ὁ ὀφείλων εἰς τὸ δημόσιον καὶ δυνάμενος νὰ πληρώσῃ καὶ μὴ πληρόνων ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ γίνῃ βουλευτής. Καὶ δικαίως, κύριοι· νομίζετε, ὅτι συμβιβάζεται τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἐξάσκησις τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δικαιώματος, νομίζετε ὅτι συμβιβάζεται μὲ τὴν θέσιν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος δεικνύει χαρακτῆρα τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ νὰ δύναται νὰ πληρώσῃ, καὶ δὲν πληρόνει; ὄχι. Τὸ μέγα ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ὅσον μέγα εἶναι, τόσον ἀπαιτεῖ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει νὰ τὸ ἐξασκήσῃ, νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ἀνεπίδεκτον ἐπηρεασμοῦ, καὶ νὰ μὴ πιέζεται ἀπὸ ἀνάγκας χρηματικὰς, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ τὸ φρόνημά του καὶ τὴν ψῆφόν του εἰς τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, καὶ νὰ μὴ καταχρασθῇ τῆς θέσεως τῆς βουλευτικῆς, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του πρὸς τὸ δημόσιον. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἔτι μᾶλλον σπουδαιοτέρα καὶ ἀξία πραγματικῶς τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον.
§110Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀρχῆς τῆς ἠθικῆς. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Χατζίσκου ἀπομακρύνεται τῆς ἠθικῆς, πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, ἐπίσης πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἂν ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἠθικὴν ἀντίκειται, οὔτε εἰς τὸ σύνταγμα. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τοὺς νόμους, ἠθέτησαν τὰς πρὸς τὸ δημόσιον ὑποχρεώσεις, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαμβάνουν τῆς προστασίας τῶν νόμων, δὲν εἶναι δεκτοὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ δὲν εἶναι δεκτοί, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτείαν. Πρέπει ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐπολιτεύθησαν ἠθικῶς, νομίμως, ὅτι ἐσεβάσθησαν τοὺς νόμους, ὅτι ἐσεβάσθησαν τὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς πολιτείας καὶ τῶν ἀτόμων. Ἐγὼ εὑρίσκω κατ’ ἀρχὴν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ κ. Χατζίσκος, ἠθικώτατον, καὶ οὐχὶ ἀντισυνταγματικόν. Διότι τὸ σύνταγμα ὁρίζον τὰ προσόντα τῶν βουλευτῶν, ἀναφέρεται εἰς νόμον εἰδικὸν τὸν περὶ ἐκλογῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀμετάβλητος. Τώρα, κύριοι, δὲν εὑρίσκω, ὅτι εἶναι δυνατὸν δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ψηφιζομένου, νὰ στερηθῇ ἡ πολιτεία τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι χρήσιμοι πρὸς ἀντιπροσωπείαν αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν πιστεύω νὰ ἔχωμεν ὀφειλέτας τόσους, ὅσους διανοοῦνται τινές, καὶ τοὺς ὁποίους ν’ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πλατὺς, συνηγοροῦσιν ἔτι μᾶλλον πρὸς ὑποστήριξιν καὶ παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ἵνα ἴδωμεν· ἔχομεν καθυστερούμενα ἢ ὄχι, ἢ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ἢ ὄχι; Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὡς τὸ λέγει ὁ κ. Γόντικας βανδαλικὸν, οὔτε τυραννικόν· ἄλλως τε ἂν τὸ νομοσχέδιον παρασταθῇ, ἀφορῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν ἀπὸ τὰ 34 καὶ ἐφεξῆς, κατασταθέντας ὑπερημέρους πρὸς πληρωμὴν, τυραννικὸν, δὲν εἶναι τυραννικώτατον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ μέχρι τοῦ 1821; Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι συνεπὴς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Γόντικας, νὰ ζητῇ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ τοῦ νόμου μέχρι τοῦ 1821, διότι ὡς πρὸς τὰ χρέη ἐκεῖνα, ὑπάρχουν ψηφίσματα προγενέστερα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ καταργήσωμεν, ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν ἄλλον τρόπον ἐκκαθαρισμοῦ τῶν χρεῶν. Ἂν θέλετε, κύριοι, νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν ὅλους θέσατε μίαν ἐξαίρεσιν. «Ἐξαιροῦνται οἱ ὀφειλέται ἀπὸ 100 μέχρι 200 δραχμῶν», καὶ ἰδοὺ, ὅτι οὕτω δὲν ἀπομακρυνόμεθα τοῦ συντάγματος, δὲν ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἠθικῆς ἰδέας, νομοθετοῦντες περὶ αὐτῶν τῶν νόμων. Ἐκτὸς τούτου πάντοτε τοὺς νόμους περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων τοὺς ἐθεώρησαν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ ἡ κοινωνία ἐξέφρασε τὴν διάθεσίν της ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἡ κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐναντία. Ἂν ἀποῤῥίψωμεν αὐτὸν τὸν νόμον θὰ εἰπῇ ὁ κόσμος, ὅτι μεταβάλλομεν συνείδησιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας, ὅταν ὑπέβαλε νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἐπεκτείνει τὰ εὐεργετικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι νόμοι προγενέστεροι, ὁπωσδήποτε ἐπεδαψίλευσαν εἰς διάφορα πρόσωπα, ἐδυσαρεστήθη, ὅταν εἶπον πρέπει νὰ συγχωνεύσῃ τὴν πρότασίν του, μὲ ἕτερον νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Λειβαδᾶς. Ἐγὼ τὴν πρότασίν του ἐκείνην, δὲν τὴν ἐθεώρησα σκωπτικὴν, ἀλλὰ σπουδαίως καὶ κατὰ πεποίθησιν ἐξεφράσθην, διότι ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἔρχονται καὶ καταγγέλλουν συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Τί νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λειβαδᾶς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔχει ἱστορίαν, δὲν ἔχει παθήματα, δὲν ἔχει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἀνάγκας; Ἴσως δὲν εἶναι ὁ καιρὸς σήμερον καὶ δὲν ὑπάρχουν ὅλα τὰ μέσα, νὰ ἐκθέσω τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων περὶ τῶν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Λειβαδᾶς. Ἂν τὰ ἠκούετε ἠθέλατε καὶ σεῖς θρηνήσει καὶ συμμερισθῇ τὴν γνώμην του, καὶ ἴσως ἠθέλατε εἴπει νὰ εὑρεθῇ μέσον νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λειβαδᾶς ὑπέβαλε, διότι τιμιώτατοι ἄνθρωποι ἔγειναν θύματα ἀκορέστων τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξέλειψαν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Τὸ ἕτερον νομοσχέδιον εἶναι εὐεργετικὸν, ἀλλ’ ἄδικον, καὶ δὲν πρέπει νομοθετοῦντες νὰ ἤμεθα ἄδικοι. Τί θὰ εἰπῇ ὁ κόσμος, τί θὰ εἰποῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσεβάσθησαν τοὺς νόμους, καὶ ἐξησφάλισαν τὸ δημόσιον ταμεῖον; ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς· σεῖς οἱ ὁποῖοι παρεβιάσατε τοὺς νόμους, ἔρχεσθε καὶ δὲν πληρόνετε τόκους· δὲν βραβεύετε οὕτω τὴν κακίαν καὶ δὲν τιμωρεῖτε τὴν προθυμίαν καὶ τὴν κακὴν πίστιν; Κ’ ἐγὼ συμπαθῶ πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ὀφειλέτας, ὅπως καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ ἀνεξετάστως παραδεκτόν, καὶ νὰ συσχετισθῇ μὲ τὸ ἄλλο. Ἴσως ὑπάρχουν τινὲς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ λάβουν προθεσμίαν, οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ πληρώσουν τόκους. Αὐτὰ τὰ καθυστερήματα ἀντιπροσωπεύουν τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα φέρουσι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται καὶ λέγει, οἱ ὀφείλοντες ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ἀπὸ τοῦ 35 μέχρι τοῦ 65.
§111ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Μίαν πρότασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως. Μετὰ λύπης ἤκουσα ὅτι οἱ κύριοι Πλατὺς καὶ Δημητριάδης, ἄνθρωποι νομομαθεῖς, ἐπρότειναν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα καὶ τὸν νόμον, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ πολὺ ἐπλανήθησαν, διότι ῥητῶς ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰ πλεονεκτήματά της, ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 3, κ. Δημητριάδη, λέγει ῥητῶς. «Οἱ Ἕλληνες (Τὸ ἀναγινώσκει). Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ πρότασις τοῦ Χατζίσκου ἀποκλείει τὸν πολίτην Ἕλληνα ἀπὸ τὰς δημοσίας λειτουργίας, ναὶ ἢ ὄχι; τὸν ἀποκλείει. Εἶναι λοιπὸν νόμος συνταγματικός; ὄχι. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἀποκλείονται μόνον τῶν δημοσίων λειτουργειῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑποπέσει εἰς τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 τοῦ νόμου λέγουσι. Σήμερον ἐρχόμεθα διὰ μιᾶς προτάσεως ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς ὀφειλέτας· δὲν κάμνομεν λοιπὸν ἄλλο, παρὰ νὰ καταργήσωμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος· καὶ λυποῦμαι πολὺ πῶς ὁ κ. Πλατὺς νὰ εὑρεθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπάτην, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζίσκου. Δι’ αὐτὸ ἀσχέτως προτείνω νὰ κηρυχθῇ ἀπαράδεκτος αὐτὴ ἡ πρότασις, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ σύνταγμα καὶ τοὺς ἄλλους νόμους τοῦ κράτους.
§112ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή· τί νὰ γίνῃ τώρα;
§113ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου εἰς συζήτησιν, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ συζήτησις, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὴν πρώτην σύνοδον, δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἢ ν’ ἀρχίσωμεν ἐξ ἀρχῆς.
§114ΤΙΝΕΣ. Τὸ παρεδέχθημεν ἅπαξ.
§115ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν παρεδέχθη, εἶναι ἀνεξάρτητος ἡ παροῦσα σύνοδος νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§116ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη· καὶ ἡ Βουλὴ τὸ εἶπε τοῦτο εἰς πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια. Συμφέρει ν’ ἀποφασισθῇ τοῦτο πρῶτον, καὶ κατόπιν πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, ἂν πρέπῃ νὰ περιλάβῃ καὶ τὰ παλαιὰ χρέη, τὰ μεταξὺ δημοσίου καὶ ὀφειλετῶν.
§117ΛΑΠΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου, κ. πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ ά. φορὰν.
§118ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, ζητῶ ὥστε ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ ά. φορὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἀντίκειται εἰς τὸν κανονισμόν, ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπρότεινε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Χατζίσκου, μέχρις οὗ τεθοῦν ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§120ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἔχω τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, ὡς ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν.
§122ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ ἔχωμεν τὴν πρότασιν λοιπόν;
§123ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. .... (θόρυβος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν, παρακαλῶ, αἱ ἰδιαίτεραι συζητήσεις, καὶ νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας· ἄλλως θὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§125ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, κ. πρόεδρε· οἱ κύριοι βουλευταὶ συνεννοοῦνται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον.
§126ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι, κύριοι, ἐναντίος ἂν οὐχὶ ἐν γένει, ἀλλ’ ἐν μέρει κατὰ τῆς ἀναβολῆς· καὶ ἰδοὺ διὰ τί; Εἶναι ἀνάγκη ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου, ἂν ὅπως ἦλθε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος παρουσιάζεται καὶ σήμερον, νὰ τεθῇ εἰς τὰ ὅριά της, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὅλος ὁ κόσμος καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν πραγματικῶς ἦτο μελετημένη ἢ ὄχι. Ἔκαμα πρότασιν καὶ ἐζήτησα νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Χατζίσκον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ ἀμνηστεύσῃ τὸ παρελθὸν ὁλόκληρον· καὶ ὅταν βλέπω μίαν πρότασιν νόμου, θέλω νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς καὶ σαφὴς, καὶ νὰ μὴ περιέχῃ τίποτε τὸ δόλιον. Ὅταν ἔρχεσαι εἰς μίαν Βουλὴν καὶ λέγῃς ὅτι, ἂν εἴχαμεν τὰ 58 ἑκατομμύρια, θὰ εἴχαμεν σήμερον στόλον, πρέπει νὰ σταθῇ αὐτοῦ. Λοιπὸν ἔπεται ὅτι πρέπει νὰ φέρῃς νόμον νὰ ζητήσῃς νὰ τιμωρήσῃς τοὺς καθυστεροῦντας μέχρι τοῦδε τὰ 58,000,000. Λοιπόν, ὅταν μοῦ λέγῃς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, τότε, κ. Χατζίσκε, δὲν κάμνεις τίποτε, τότε λέγετε, ἀμνηστεύω ὅλους τοὺς καθυστεροῦντας τὰ 58 ἑκατομμύρια, καὶ φυλαχθῆτε σεῖς, κλέπται, ὅσοι ἠρπάξατε τὸ δημόσιον, νὰ μὴ κάμετε χρέη εἰς τὸ ἑξῆς· καὶ αὐτοὶ δὲν κάμουν βέβαια, καὶ θὰ ᾖναι καὶ βουλευταὶ καὶ ὑπάλληλοι, διότι αὐτοὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὰ φάγουν, καὶ κύριος οἶδε πότε θὰ τοῦ φέρῃ τὸν νόμον ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς, διότι ὁ νόμος ὁ νέος θὰ γίνῃ μόνον ἂν πρόκηται νὰ δώσῃ εὐεργέτημα νέον εἰς αὐτοὺς, καθὼς εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Εἰ δὲ μὴ εἶναι γνωστοὶ ὅσοι χρεωστοῦν εἰς τὸ δημόσιον, νὰ στείλουν τοὺς εἰσπράκτορας καὶ χωροφύλακας νὰ τὰ εἰσπράξουν. Ἐγὼ θέλω καθαρὰ πράγματα· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φέρῃς τοιοῦτον νόμον, καὶ νὰ ᾖναι δρακόντειος, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Δημητριάδην καὶ τὸν Πλατὺν, διότι θὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος, κύριε πρόεδρε, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον· διότι ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι προϊὸν μιᾶς συνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχες τὴν τιμὴν νὰ ἦσαι πληρεξούσιος, καὶ ἐνθυμεῖσαι ὅτι εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἔφερεν ὁ κ. Γεώργιος Πετιμεζᾶς, καὶ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἥτις εἶχε τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ κράτους νομοθετικὴν καὶ νομοτελεστικὴν, καὶ τὰ πάντα, αὐτὴ τὴν ἀπέῤῥιψε.
§127ΠΛΑΤΥΣ. Ἔχετε λάθος, διότι δὲν συνεζητήθη τότε.
§128ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔχω διόλου λάθος. Καὶ ἡ Βουλὴ λοιπὸν αὐτὴ θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκβῇ ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶναι ἀντινομικὴ αὐτὴ ἡ πρότασις, ὅταν λέγῃς, ἅμα φύγω ἀπ’ ἐδῶ καὶ ὑπάγω εἰς τὸ σπῆτί μου, νὰ μοῦ ἐπιβάλῃς μίαν ποινήν; αὐταὶ εἶναι ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχονται ἀπὸ πολιτικοὺς νόμους, καὶ οὐδεὶς σοῦ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃς τοὺς πολιτικοὺς εἰς ποινικοὺς νόμους· ἐκτὸς ἂν θέλῃς σήμερον νὰ νομοθετήσῃς ὡς μὴ ὤφειλε· διότι ὁ νόμος ὁ βουλευτικὸς, ὅστις λέγετε ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἐννοεῖ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου· καὶ οὐδέποτε μία Βουλὴ πρέπει νὰ νομοθετῇ διὰ στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων διὰ καμμίαν περίπτωσιν παρ’ ὅπως ὁ νόμος ἐννοεῖ. Τέλος πάντων σήμερον δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἑρμηνείας· ἀλλ’ ὅταν λέγετε, ὅτι ὁ ἴδιος βουλευτικὸς νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ, δὲν ἐννόησά ποτε ὅτι θὰ εὑρεθῇ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ αὐτόν. Καὶ εἶναι μία πρωτοφανὴς ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μ’ ὅλας τὰς μικράς μου γνώσεις δὲν δέχομαι.
§129Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οἱ ἐθνοφύλακες διὰ τί ἐστερήθησαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι;
§130ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τί σημαίνει τοῦτο; ἐπειδὴ ἔγεινεν ἓν κακὸν, πρέπει νὰ γίνεται αἰωνίως;
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ χάσῃ μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζεσθαι ὑπάλληλος, ὄχι τοῦ ἐκλέγεσθαι.
§132ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σοῦ ἀποδεικνύω ἀριθμητικῶς ὅτι χρεωστοῦνται ἀπὸ ὅλον τῆς Ἑλλάδος τὸν λαὸν αὐτὰ τὰ χρήματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πλατὺς ἀντιπροσωπεύει μίαν τάξιν, ἥτις εἶναι ἡ καλλιτέρα τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ πλεονέκτημα, ὅταν πτωχεύουν, νὰ κάμνουν συμβιβασμοὺς, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς μίαν ἐμπορικὴν συνήθειαν· καὶ βλέπετε ἅμα χρεωκοπήσῃ ἕνας ἔμπορος καὶ πτωχεύσῃ, ἀμέσως τῷ χορηγοῦνται 40%, καὶ πάλιν ἔμπορος καὶ πολίτης Ἕλλην εἶναι· γεννήματα δὲν ἔχει ὁ τόπος του, οὔτε πρόβατα· ἀλλ’ ἕνας χωρικὸς, ὅστις ἔχει κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δηλώσεως τῶν κτημάτων του 500 πρόβατα, καὶ τῷ ψοφοῦν ὅλα, πρέπει νὰ πληρώσῃ· πρέπει λοιπὸν οὗτος νὰ στερηθῇ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων χωρὶς νὰ πράξῃ ἔγκλημα; καὶ μόνον διότι τὸν ἐτιμώρησεν ἡ φύσις; Λοιπὸν οἱ νόμοι σας εἶναι ὄχι σεβαστοὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, εἶναι πράγματι ἀνήθικοι, καὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδείξουν ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι ἀνάξιον ἐλευθεριῶν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσητε τὸ παρελθόν; θὰ εἰπῇ ὅτι οἱ συγγενεῖς σας χρεωστοῦν.
§133ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι νὰ πληρώσουν.
§134ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν νὰ ἔλθῃ ἄλλη πρότασις καὶ νὰ εἴπητε, ἀπὸ τοῦ 1821. Θὰ εἰπῆτε ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι εὐεργετικοί.
§135ΛΑΠΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1821 πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ δημόσιον ὅπου χρεωστεῖ· διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ λάβουν ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ 500,000 δραχ.
§136ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ἔχῃς νὰ λάβῃς, νὰ λάβῃς· ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ μακαρίτης Ἀργυρόπουλος, ἂν δὲν ἐφηρμόσθη, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, καὶ ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνητε τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ὑπερήμεροι· εἶναι· ἀλλὰ θέλετε νὰ τοὺς θέσητε μίαν νέαν προθεσμίαν; δεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ Στεφανοπούλου· ἀλλ’ ἐγὼ πολεμῶ τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως. Ἄρα λοιπὸν σεῖς τὰ ἀμνηστεύετε αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, καὶ λέγετε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, σχίσε τὰ χαρτιὰ αὐτά. Δὲν εἶναι λοιπὸν εἰλικρινὴς ἡ πρότασίς σας. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ τὴν ἀποσύρητε, ἢ ἄλλως πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ὁρμώμεθα ἀπὸ αἴσθημα ἐθνικὸν, διὰ νὰ τιμωρήσωμεν ὄχι μὲ αὐτὰς τὰς ποινὰς, ἀλλὰ μικροτέρας, ὅπως θέλετε, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λέγω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ἡ Συνέλευσις ἀκόμη δὲν τὴν ἐδέχθη, καὶ τὴν ἀπέσυρεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ ὅλος ὁ κόσμος τότε τὴν ἀπέκρουσεν.
§137ΠΛΑΤΥΣ. Δὲν συνεζητήθη.
§138ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀρκεῖ, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως· θὰ εἰπῇ λοιπὸν, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὰς ἐπερχομένας Συνελεύσεις, ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Διὰ νὰ φανῇ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δολία ἡ πρότασις, θέλω ὥστε νὰ περιλαμβάνῃ ὅλους ὅσοι χρεωστοῦν ἀπὸ τοῦ 1821 δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν καὶ εἰς τὰ δημόσια καὶ δημοτικὰ ταμεῖα.
§139ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὸ ἔθνος πρέπει νὰ πληρώσῃ εἰς ὅσους ὀφείλει.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη ἡ ἰδιωτικὴ βοήθεια νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δημοσίου· ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἴσως, μ’ ὅλας τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου, εἰς τὸ 1859 εὑρέθημεν μὲ καθυστέρημα 58,000,000, ὅτι ἀπὸ τότε μέχρι τῆς σήμερον προσετέθησαν εἰς τὰ καθυστερούμενα 12,000,000, καὶ ὅτι μὲ ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἔλαβε κατὰ τὴν διαχείρισίν του, πάλιν προβλέπει, ὅτι 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον θέλει καθυστερηθῆ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως δὲν εἶναί ποτε πιστευτὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔδειξε τὴν ἀπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν τῆς Συνελεύσεως θέλετε εὑρεῖ τοιοῦτον πνεῦμα, ἐξ ἐναντίας ἡ Συνέλευσις ἀπέδειξε πάντοτε πνεῦμα τακτοποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους· ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐπρόφθασε νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τῶν καθυστερούντων, αἰτία εἶναι, ὅπως οἱ πάντες τὸ γνωρίζετε, αἱ ἀνωμαλίαι, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθεν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅσοι εἶσθε μέλη τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἐπρόκειτο ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ νῦν ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν ἦλθον οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπροχώρησεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος, καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθεν ἡ ἀποπεράτωσις. Ὁπωσδήποτε ὅμως, κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ δημοσίου, νὰ φροντίσωμεν διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῆς εἰσπράξεως τῆς ἀκριβοῦς τῶν καθυστερημάτων, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἰς τοῦτο διαπρέπουν. Ἀμφιβάλλω, κύριοι, ἂν ἤμεθα εἰς κατάστασιν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, νὰ παραδεχθῶμεν ἓν ἐκ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν ἐν Εὐρώπῃ, πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν· δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν βέβαια νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς Γαλλίαν, διότι δὲν εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν τράπεζαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀναδέχωνται τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, οὔτε εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τὸ ἀγγλικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ καθυστερούμενοι φόροι μετέπειτα πληρόνονται ἀπὸ τὰς κοινότητας. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ πόθος καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅτι καθυστερήματα δὲν πρέπει νὰ μένουν, καὶ ὅτι τὸ κράτος, ὑπολογίζον τὰ ἔξοδά του, πρέπει νὰ ᾖναι ἀσφαλὲς περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, διότι, ὅσον θέλετε, τακτοποιήσατε τὸν προϋπολογισμόν σας, ἅμα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ θύρα ἀνοικτὴ, ποτὲ δὲν θὰ ἔχητε εἰσοδήματα. Αὐτὰ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προτάξω, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθημεν σήμερον, νὰ τὸ θεωρήσωμεν ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ ἐνασχοληθῶμεν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ κατὰ μέρος τὰς διαφωνίας, καὶ μόνον κατὰ τοσοῦτον αἱ διαφωνίαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καθόσον εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τελειοτέρου νομοθετήματος. Τί παρατηροῦμεν, κύριοι, τοιουτοτρόπως; Εἰς καθένα, ὅστις θέλει ἐξετάσει αὐτὸ τὸ ζήτημα, 2 περίοδοι παρουσιάζονται, ἡ μία μέχρι τοῦ 1860, καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τοῦ 1860 καὶ ἐφεξῆς. Ὅσα ἐνομοθετήθησαν διὰ τὴν πρὸ τοῦ 60 ἐποχὴν ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκῆ· ἐχαρίσθησαν οἱ τόκοι, ἐδόθησαν προθεσμίαι, ἀλλ’ οὐδεμία ὠφέλεια προῆλθε, οὔτε τακτοποίησις, οὔτε εἰσεπράχθησαν, οὔτε εἰσπράττονται, οὔτε θὰ εἰσπραχθῶσιν ἴσως, καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαίως. Τοιουτοτρόπως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ 60, αὐτὰ δὲν εἶναι ἄξια λόγου, τὴν σήμερον δὲ πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὅλοι πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι μεταῤῥυθμίζοντες τὰ ἀποφασισμένα περὶ τὴν πρὸ τοῦ 1860 ἐποχὴν, ὅτι νομικῶς εἴμεθα δεσμευμένοι· Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην ταύτην πολὺ, διότι ἀπαιτεῖ νὰ τὴν σκεφθῇ κανεὶς ὡρίμως, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἀφ’ οὗ ἐδόθησαν παρὰ τοῦ δημοσίου πολλαὶ παραχωρήσεις εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἀμφιβάλλω ἂν ἠμποροῦμεν ἤδη νὰ κάμωμεν τοιαύτας μεταῤῥυθμίσεις, ὥστε νὰ ἀφαιρέσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται κεκτημένα. Εἰς τοῦτο ὅμως οὐδόλως ἀντιβαίνει ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχει ὑποβεβλημένην· ἴσως μάλιστα εἶναι πρότασις ἀρκετὰ ἐπιτυχὴς, διότι ἴσα ἴσα ἡ μεγαλειτέρα δυσκολία, τὴν ὁποίαν ἀπήντησεν ὁ νόμος αὐτὸς, εἶναι τὸ ὅτι πολλάκις ἐξακολουθοῦν τὰ καθυστερούμενα νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς διοικήσεως. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἀνατρέπουσα αὐτὰς τὰς δυσκολίας, ἴσως ἴσως πράττει πολύ. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀναπόφευκτον εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ ὡρίμως ἐπιθυμῇ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, νὰ τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἰδιαιτέρου ταμείου· δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ κανένα ἐκ τῶν συναδέλφων βουλευτῶν, ἂν κανεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχῃ τὴν γνώμην, νὰ ὑπαγάγωμεν τὰ ἀπὸ τοῦ 1860 καθυστερήματα εἰς νόμους παλαιοὺς ἢ νέους εὐεργετικούς· τὸ θεωρῶ τοῦτο ὡς μίαν σπουδαιοτάτην καὶ ἀκεραίαν προσβολὴν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἑπομένως ἂν ὑπάρχῃ πρότασίς τις, καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ 1860 ὀφειλόμενα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς νόμους εὐεργετικοὺς, κηρύττομαι ἐναντίος· ἐπιθυμῶ οὔτε λεπτὸν ἐκ τῶν καθυστερουμένων ἀπὸ τοῦ 1860 μέχρι τοῦδε, οὔτε νὰ χαρισθῇ, οὔτε εἰς προθεσμίαν νὰ ὑποβληθῇ, ἐκτὸς μόνον τῆς ἐξετάσεως τῶν χρεῶν τούτων, διότι βεβαίως πιθανὸν τὸ δημόσιον νὰ χάσῃ καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὰ διοικητικῶς ἀμφισβητούμενα χρέη. Λοιπὸν ἐξαιρῶ μόνον τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ χρέους, δὲν ἐννοῶ ὅμως, ὅτι τὸ χρέος, ὅταν ἀναμφισβήτητον ᾖναι, ὅτι θὰ κατασταθῇ τοιοῦτον, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ συνοδευθῇ μὲ καμμίαν χάριν. Εἶμαι δὲ γνώμης, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ αὐστηρότατα μέτρα, καὶ ἂς τὰ ὀνομάσουν δρακόντια καὶ ὅπως θέλουν, διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων, τόσον ἀπὸ τοῦ 1861, καθὼς καὶ διὰ τὰ ἀπὸ τὰ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς (θόρυβος). Εἶπα, ὅτι παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, καθ’ ἣν ἡ εἴσπραξις τῶν χρεῶν τῶν καθυστερουμένων πρὸ τοῦ 1860 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν λέγω νὰ χαρισθοῦν, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ τὸ αὐστηρότερον μέτρον, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ τὰ εἰσπράξωμεν. Δεύτερον θὰ ἦμαι πρόθυμος νὰ φανῶ αὐστηρότερος, καὶ ἑπομένως νὰ μετριάσω τὰς χάριτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὲρ τῶν καθυστερουμένων, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι δυνάμει τῶν νόμων τῶν μέχρι τοῦδε ἴσως ἀπέκτησαν δικαιώματα ... (θόρυβος). Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν ἐννοῶ εἰς αὐτὴν τὴν ὁμιλίαν νὰ ἐξετάσω ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα, ὅσα ἠμποροῦν νὰ ἐξετασθοῦν. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῶν ἀρχῶν, εἰ δὲ μὴ βεβαίως, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, ἄπειρα ζητήματα θέλομεν ἀπαντήσει, τὰ ὁποῖα θέλουν εἶσθαι δίκαια, καθὼς εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Σπάρτης, ὅτι ὅσοι δὲν συνεμορφώθησαν, ἐκεῖνοι βεβαίως δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα· περὶ αὐτῶν θὰ κανονισθῇ.
§141ΤΙΝΕΣ. Προβλέπει ὁ νόμος ὁ ἴδιος.
§142ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς αὐτά· εἶμαι ὅμως ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως μέτρων αὐστηρῶν, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς ἣν καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καθὼς καὶ τὴν κυβέρνησιν νὰ γνωρίζῃ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ νὰ τὰ ἔχῃ ἀκριβῶς καὶ ἀσφαλῶς· ὅταν πρὸς τοῦτο συντελοῦν, τὰ δέχομαι καὶ εἶμαι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἂς ὀνομάζωνται σκληρὰ καὶ δρακόντεια. (ψιθυρισμοί). Μ’ ἐρωτᾷ κἄποιος, ἂν δέχομαι τὸ 10%, καὶ αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια, εἶναι ταμιακὴ ἐργασία, ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἓν μέσον καὶ αὐτό.
§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1860....
§144ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματική· τῷ ὄντι, κύριοι, τὸ Σύνταγμα δι’ οὐδεμιᾶς διατάξεώς του ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δύναταί τις νὰ ἀποβάλῃ τὰ ἀστικά του δικαιώματα· μίαν μόνον διάταξιν ὁρίζει, τὴν ἀφορῶσαν τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ὁποία εὐρύτατον στάδιον ἀφίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, λέγουσα, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται ἐπὶ δύο ἔτη νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀστικὰ δικαιώματα, οὐδένα ὅμως περιορισμὸν ἐνόησε νὰ θέσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ποίων περιστάσεων δύναται νὰ κηρύξῃ ἀπώλειαν ἀστικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐπὶ ποίων ὄχι. Ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου δύναται νὰ συζητηθῇ, ἀντισυνταγματικὴ δὲν εἶναι. Καθὼς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν Παλαιὸν νόμον, καὶ ἀντὶ τῶν ὀλίγων περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Π. νόμος περιλαμβάνει, καθ’ ἃς στερεῖται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, εἴτε λόγῳ ποινῆς, εἴτε συνεπείας ποινῆς, τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καθιερώσῃ περιστάσεις ἕνεκα διαφόρων αἰτιῶν, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ κηρύξῃ τὴν ἀπώλειαν τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων. Εἰς τὸν Π. νόμον δύναται ἕνας νέος νόμος νὰ προσθέσῃ διάταξιν ὅτι, ἀντὶ τῆς ὑπαρχούσης σήμερον ἐν τῷ κώδικι ποινῆς ἐπιβάλλεται ἡ ἀπώλεια τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἢ ἐκτὸς τῶν περιστάσεων καθ’ ἃς εἶναι μία συνέπεια ποινῆς, ὅτι εἶναι καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις συνέπεια· τοῦτο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Π. νόμον, δύναται καὶ εἰς πάντα ἄλλον νόμον.—Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν, κύριοι, ἐξετάζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου, δὲν εὑρίσκω ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, κατ’ οὐσίαν φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἂν περιβληθῇ μὲ τοὺς περιορισμοὺς, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, ἡ Βουλὴ δὲ θέλει ἐξετάσει ἂν δὲν ἀπαιτεῖται νὰ τεθῇ προθεσμία καὶ ὁποία, ἂν δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὁρισθῇ ποσὸν καὶ ὁποῖον. Ἴσως δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἄλλα ζητήματα διὰ νὰ καθιερώσῃ τοὺς περιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι καταστήσει τὸ νομοθέτημα τοῦτο οὐχὶ δρακόντειον, ἀλλὰ δίκαιον, χρήσιμον καὶ ἀναπόφευκτον. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη περιβληθῇ μὲ τοιούτους περιορισμοὺς, ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον οὐδεὶς νὰ χαρίζεται ὑπὲρ τοῦ τοιούτου ὀφειλέτου, τί θέλει μείνει ὡς θέμα ὑπερασπίσεως εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις θέλει ἔλθει νὰ προσβάλῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζίσκου; ὁ τοιουτοτρόπως ἐρχόμενος δὲν θέλει ἔχει ἀπέναντί του εἰμὴ ἕνα ὀφειλέτην, ὅστις διὰ τῆς κακῆς του πίστεως ζητεῖ νὰ καταστρέψῃ δημόσια συμφέροντα, ὅστις διὰ τῆς κακῆς του πίστεως παραλύει τὸν προϋπολογισμὸν, διαφθείρει τὴν οἰκονομίαν, καὶ ἐμποδίζει αὐτὰ νὰ φθάσωσιν εἰς κἄποιαν τελειότητα. Ὁ τοιοῦτος δὲν εἶναι ἄξιος προστασίας, ἐξ ἐναντίας εἶναι ἄξιος ποινῆς. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πᾶσα αὐστηρὰ διάταξις ἠμπορεῖ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος νὰ ἦναι ἐντελὴς, ἀλλ’ ἐὰν ἀπολύτως δὲν ἦναι τοιαύτη, ἂς τὴν περιβάλωμεν μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ τὴν καταστήσωσι τοιαύτην. Εἶμαι λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χατζίσκου, καὶ φρονῶ, ὅτι οὔτε ἀντισυνταγματικὴ εἶναι, οὔτε ἀνωφελὴς, οὔτε δρακόντιος καὶ ἀνεφάρμοστος, οὔτε ἀποκρουστέα, διότι ἂν ἔχῃ τοιοῦτον χαρακτῆρα, δυνάμεθα νὰ τὴν περιβάλωμεν μὲ τοὺς περιορισμούς.
§145ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως εἶναι;
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναται νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν ὅπως εἶναι.
§147ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον πλέον, κ. πρόεδρε, αὔριον.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις λοιπόν. Ὥρα 5 καὶ 20 μ. μ.