1867.12.01
1.794 στίχοι · 15.066 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
Τῆς 1 Δεκεμβρίου 1867.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 1 καὶ 5/60.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς 42 συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικολάβοι τινὲς τοῦ Πύργου ὑπέβαλον ἀναφοράν, ἐξαιτούμενοι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποδικηγόρων τῆς Ἑπταννήσου, διότι μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ πρωτοδικείου ἐκεῖ ἀδυνατοῦσι νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοί τινες τοῦ Χιλίου ἐκτοπισθέντες, ὡς συγγενεῖς τοῦ ἀρχηληστοῦ Λύγκου, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἐπικαλούμενοι δικαιοσύνην.
§4ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς. Ἐφαρμοζομένου τοῦ τελευταῖον ἐκδοθέντος νόμου περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας, πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου...... ... συγγενεῖς μέχρι τετάρτου βαθμοῦ τοῦ ληστάρχου Λύγκου, ἐξετοπίσθησαν συνεπεία ἀποφάσεως τῶν ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδικῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος κατὰ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ἐφηρμόσθη ὅλως αὐθαιρέτως ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν· διότι, ὅπως ἐνθυμεῖται καλῶς ἡ Βουλὴ, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ῥητῶς ἐν αὐτῷ ἐλέγετο οὐχὶ οἱ συγγενεῖς τῶν ληστῶν ἀδιακρίτως νὰ ἐκτοπίζωνται, ἀλλ’ ἐκεῖνοι μόνον, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐγείροντο βαρεῖαι ὑπόνοιαι. Ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ὅμως οὐδεμία ὑπόνοια ἐγέρθη, οὔτε κἂν δικαστικῶς ἀπεδείχθη. Ἔντιμοι στρατιωτικοὶ, ὁ μοίραρχος καὶ εἷς λοχαγὸς, ὁδηγοῦντες τὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα, ἐβεβαίωσαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅτι ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὅτι περιθάλπουσι τὸν Λύγκον, διότι διατελοῦν εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδράμωσι τὸν Λύγκον, καθόσον ἂν ὑπῆρχέ τις συνδρομὴ, καὶ ὁ Λύγκος ἤθελε τοὺς ἀμείβει. Τὸ δικαστήριον ὅμως ἔχον ὑπ’ ὄψιν ἐγκύκλιόν τινα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν ὁ νομάρχης, Κ. Καλαμίδας, ἐπέδωκε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, ἠναγκάσθη, ὑπεῖκον εἰς διοικητικὰ μέτρα, νὰ ἐκτοπίσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Διὰ τῆς ἐγκυκλίου του ὁ ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ἂν τὰ δικαστήρια δὲν θελήσουν ν’ ἀκούσουν τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς ὡς πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πρὸς ἐξάλειψιν τῆς ληστείας, οἱ κκ. Νομάρχαι νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον προτάσεις διὰ νὰ παύωνται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ὑπὸ τοιούτων μέτρων ἀπειλούμενον τὸ δικαστήριον, δὲν ἠδύνατο, ἀφοῦ ὁ κύριος Νομάρχης ἀπαιτεῖ τὴν ἐκτόπισιν τῶν ἀνθρώπων, ἢ νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Πολλαὶ λοιπὸν οἰκογένειαι, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ συγκομίσωσι τοὺς καρπούς των, ἐμποδίσθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ τοιαῦτα ἔργα των, καὶ ἐξετοπίσθησαν, πῶς νομίζετε; ὅσον τὸ δυνατὸν σκληρότερον καὶ ἀπανθρωπότερον. Τὸ δικαστήριον διέταξεν νὰ μὴ δύνανται εἰς κανὲν μέρος τῆς Πελοποννήσου νὰ μείνουν οὔτε τῆς Ἀττικῆς· κατ’ ἐπιείκειαν τοὺς προσδιώρισε τὴν Αἴγιναν. Ἐκτελοῦντες ἤδη τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου εὑρίσκονται εἰς Αἴγιναν. Ἀφίνω, ὅτι ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν κατεδικάσθησαν ἦτο τοιαύτη, ὥστε τοὺς ἐμπόδισε νὰ συγκομίσουν ὅ,τι οἱ ἀγροί των παρήγαγον, καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπώλεσαν πᾶσαν διὰ τὸ μέλλον συγκομιδὴν, ἄλλως κατεδικάσθησαν καὶ εἰς τὴν πεῖναν. Οἱ κακοῦργοι καταδικαζόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς διατρέφονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου· ἐν τούτοις αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὴ ὄντες τοιοῦτοι, ἀλλὰ καὶ στερηθέντες ἔτι τῆς περιουσίας των, στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τῆς Αἰγίνης φιλανθρώπως φερομένη συνέδραμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε κάλλιστα, ὑπάρχουν καὶ ἐνδεεῖς καὶ πτωχοὶ, τοὺς ὁποίους χρεωστοῦν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ νὰ διατρέφουν. Λοιπὸν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Αἰγίνης τοὺς ἐκεῖ ἐνδεεῖς θέλει διατρέφει, ἢ καὶ τοὺς ἄλλους δημότας, τοὺς ὁποίους ἔῤῥιψαν ἐκεῖ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον νὰ συστήσωμεν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ ἐφ’ ἑτέρῳ σκοπῷ, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ νομίμῳ, νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν διατροφὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ εἰς ὅλους, ὅσοι κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.
§5ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολλοί;
§6ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πλέον τῶν τριάκοντα.
§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται, κύριοι, ἢ ν’ ἀλγῇ πᾶσα εὐγενὴς καὶ εὐαίσθητος καρδία, ἀναλογιζομένη, ὅτι οἱ φορολογούμενοι, οἱ ποιμένες, οἱ γεωργοὶ κτηματίαι, διότι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ κατοικοῦν εἰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον οὐχὶ καλὴ διοίκησις, οὐχὶ κακὴ διοίκησις χρεωστουμένη εἰς ὑπεύθυνον κυβέρνησιν, ἀλλὰ κακὴ τύχη, κακὴ μοῖρα, κακαὶ περιστάσεις, ἄθλιαι περιπέτειαι τοὺς ἔφερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχωσι πέριξ αὐτῶν λῃστάς, κακοποιοὺς ἀνθρώπους. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οὐ μόνον εἰς τὰ μέρη περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ Κύριος βουλευτὴς Ναυπλίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερα μέρη, μὴ δυνηθέντες νὰ κερδήσωσι τὴν εὔνοιαν τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοῦ νομάρχου, (διότι ὁ νομάρχης ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου· τὸ γραφεῖόν του εἶναι πανθυπουργεῖον· τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔχομεν καὶ τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν)· βέβαια ὡς ἄνθρωποι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κερδήσωσι τὴν εὔνοιαν τοιούτων ἀρχόντων καὶ ἑπομένως προεγράφησαν. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ Τάκιτος τὴν σήμερον νὰ εἴπῃ, ἀφαιρέσατε τὴν μνήμην μας, μὴ μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ἤμεθα ἄνθρωποι, νὰ θρηνήσωμεν τὰ δυστυχῆ τέκνα μας. Κατὰ τὰ 1867 ἐφαρμόζεται ἓν σύστημα πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον κατεδίκασαν οἱ αἰῶνες· τὸ ὁποῖον εἶναι ἐρείπιον ἀχρείου παρελθόντος, καὶ τὸ λέγω ἀχρείου παρελθόντος, διότι παρουσιάζει μεγάλας ἀσχημίας καὶ εἶναι ὑπέρτερον τῆς ἀσχημίας· τοῦτο λέγεται ἀρετὴ σήμερον. Εἶναι ἀρετὴ νὰ περιφρονῇ τις ὁλόκληρον λαὸν καὶ νὰ τὸν θεωρῇ ἄξιον αὐτῆς τῆς ἀσχημίας καὶ νὰ θεωρῇ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν διοικεῖ, τὸν μὲν ἕνα πιστὸν τὸν δὲ ἄλλον ἄπιστον; ὁ μὲν εἶναι ζωοκλόπος, ὁ δὲ περιθάλπει τοὺς λῃστὰς, καὶ οὕτω πως ἐκτοπίζονται καὶ παραβιάζονται οἱ θεμελιωδέστεροι κανόνες οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰς ἐξουσίας· ἡ θέλησις τοῦ Νομάρχου εἶναι θέλησις τοῦ ἔθνους, θέλησις τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω κατὰ τοῦ Νομάρχου οὐδὲν πάθος· ἂς τὸν φέρουν ἐδῶ νὰ τὸν θαυμάζουν ὅλοι. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, μόνον 30 ἄνθρωποι ἀλλ’ εἶναι πάμπολλοι· σήμερον ἐδόθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰ ἐκ μέρους μιᾶς δυστυχοῦς γυναικός, τὴν ὁποίαν κρατοῦν 12 ἡμέρας εἰς τὰς φυλακὰς ὡς λῃσταποδόχον, λῃστοῦ μὴ ὑπάρχοντος σήμερον, καὶ τοῦτο διότι ἡ τύχη δὲν ηὐνόησε τὸν Νομάρχην νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν, διότι περιωρίζετο νὰ κάμῃ δρομολόγια ὑπὸ τὸν τίτλον τῶν Πριγκήπων καὶ τῶν Δουκῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἑτέρα συζήτησις, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ λόγος, θέλομεν ἀποδείξει ἂν ἡ ἐξουσία ἀνέπτυξε στρατιωτικὸν πνεῦμα, διότι ἡμεῖς θέλομεν ἀποδείξει ὅτι τὸ κατέπνιξε (θόρυβος).
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ. Συζήτησις θὰ γίνῃ;
§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι ἔχομεν τὴν πρωτοβουλίαν ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν, ἀλλὰ δὲν ὑπεχωρήσαμεν ποτὲ ἐνώπιον τοῦ νόμου· εἶναι θλιβερὸν πρᾶγμα, κύριοι, σήμερον συζητοῦντες τὴν πολιτικὴν μιᾶς κυβερνήσεως καυχωμένης, ὅτι οὐ μόνον....(θόρυβος).
§10ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν βουλὴν, θὰ ἔχωμεν συζήτησιν σήμερον;
§11Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παύονται, κύριοι, ὑπάλληλοι δικαστικοὶ, διότι δὲν θέλουν ἐνίοτε νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς κυβερνήσεως· ὅστις θέλει ἂς τὸ ἀρνηθῇ, ἔχω τὰς ἀποδείξεις προχείρους. Εἴμεθα ἐχθροὶ τῶν λῃστῶν καὶ λῃσταποδόχων καὶ δὲν συνεμαχήσαμεν, οὔτε θέλομέν ποτε συμμαχήσει μετὰ τῶν λῃστῶν. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κύριοι, ἐπιέσθη. Δὲν ἔχομεν, κύριοι, ἀνάγκην νὰ δημοκοπήσωμεν (θόρυβος). Ἡμεῖς ἐκφράζομεν τὴν γνώμην μας, σεῖς πράξετε, ὅ,τι ἐγκρίνετε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ κάμω τὴν ἀναφοράν;
§13ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὸ περιεχόμενόν της εἶναι καθαρόν.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουρ. οἰκον.). Προχθὲς, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 σᾶς ἀνέφερον, ὅτι διὰ τὸ ἔτος 1867 θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν βουλὴν δύο ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν μία ἀφορᾷ τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττῃ τὸ δημόσιον καὶ θὰ καταθέτῃ εἰς τὴν τράπεζαν, καθὼς καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τῆς πρώτης ἑξαμηνίας μέχρι 15 Ὀκτωβρίου τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου. Ἡ πρώτη εἶναι ἐξ 700,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας, ἡ δευτέρα δὲ ἐκ 496,000 διὰ τὸ ἀπὸ χρεολύτρου καὶ ἔξοδα τοῦ δανείου.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν πρό τινων ἡμερῶν ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐζήτησα ὅπως ἐκφράσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις τὰς ἀρχάς της. Σήμερον, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ ἐπαναλάβω τὴν αὐτὴν αἴτησιν, διότι ἀφθονίαν ἀρχῶν ἤκουσα. Ἅπαντες σχεδὸν οἱ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀναβαίνοντες τὸ βῆμα, μᾶς ἔφερον καὶ νέας ἀρχάς. Νέας ἀρχὰς μᾶς ἔφερον καὶ αὐτοὶ οἱ ἅπαξ ἀγορεύσαντες ἐν ταῖς δευτερολογίαις των. Χθὲς ἠγόρευσε καὶ ἕτερος ῥήτωρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μᾶς ἐγνωστοποίησεν ἀρχὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, περὶ τῶν ὁποίων μήτε ὑπόνοιαν εἴχομεν πρότερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ῥήτωρ ἦτο μέλος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θεωρῶ, ὅτι δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὰς ἀρχὰς, τὰς παρ’ αὐτοῦ ἐκφρασθείσας, ὡς ἀρχὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὡς τοιαύτας νὰ τὰς συζητήσω. Εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτι τῳόντι τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἦτο μέλος, δὲν συνέταξεν ἐκτενὲς πρόγῤῥμμα περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὅταν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἔπραξε τοῦτο, διότι δὲν εἴθισται εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη νὰ ἐκθέτωσι σπουδαῖαι κυβερνήσεις πρόγραμμα περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Οὐδὲν παράδοξον, κύριοι, ν’ ἀκούωμεν παρὰ μελῶν Κυβερνήσεως, ἥτις ἐφάνη μὴ ἔχουσα κλίσιν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τοιαύτας ἀρχάς. Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐζήτησεν, ὅσον ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ τὸ Κοινοβούλιον, ἦτο φυσικὸν νὰ ζητῇ ν’ ἀποφύγῃ νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τῆς πολιτικῆς της. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις ἔθνεσιν ὑπάρχει τοιαύτη ἀρχή· ἐγὼ γνωρίζω ἐπικρατούσας ἀρχὰς, ὅλως ἐναντίας, ἐγὼ γνωρίζω τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν προσκαλοῦνται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, παρουσιάζονται ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δίδουσιν εἰς αὐτὸ πᾶσαν ἐξήγησιν περί τε τῶν ἐσωτερικῶν καὶ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν· περιορίζονται μόνον ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ νὰ μὴ κοινοποιῶσι τὰ περὶ ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων, ἂν ἡ κοινοποίησις δύναται νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι αὐτὸς ὁ κύριος Δεληγεώργης κατόπιν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξεφράσθη διὰ τοῦ προγράμματός της, καὶ ἐξεφράσθη κατὰ πολιτικῆς ἐκπεφρασμένης ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Προσέθηκε δὲ, ὅτι ἂν ἀτελῶς ἐξεφράσθη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἀρχικῷ αὐτῆς προγράμματι, μετέπειτα ὅμως ἐξεφράσθη πληρέστερον καὶ εὐκρινέστερον ἐν ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Πρέσβεις τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ, ἀνέγραψε τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως· παρέβαλε δὲ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἠκολούθησε, καὶ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀναγνωρίζει ὡς διατετυπωμένην ἔν τινι ἐγκυκλίῳ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ, ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς Πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος παρὰ ταῖς μεγάλαις Δυνάμεσιν. Ἀποδεχόμεθα, κύριοι, αὐτὴν τὴν ἀντιπαράθεσιν· ἀποδέχομαι τὴν ἐξέτασιν, ποία τῶν δύο πολιτικῶν εἶναι ὑγιεστέρα· ἀποδέχομαι νὰ ζητηθῇ ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ὠφελιμώτερα εἰς τὴν πατρίδα. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀναπτύσσων τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐξέθεσεν, ἀναπτύσσων τὰς ἀρχὰς, ὑπὸ τὴν ὑπαγόρευσιν τῶν ὁποίων συνέταξε τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, εἶπεν, ὅτι ἐπεζήτησε διὰ τοῦ ὑπομνήματος, ὅπως ἐπεζήτησε διὰ πάσης αὐτοῦ πράξεως, νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὸ Κρητικὸν ζήτημα οὐδένα εἶχε σύνδεσμον μετὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὅτι τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἦτο ζήτημα στηριζόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1830 καὶ εἰς τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτοῦ ὁ κρητικὸς λαὸς ὑπέστη. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀναπτύσσων τοῦτο διὰ μακρῶν, κατ’ ἀντιπαράθεσιν πρὸς τὴν ἡμετέραν πολιτικὴν εἶπεν, ὅτι ἤθελε τὸ Κρητικὸν ζήτημα νὰ μὴ πνιγῇ ἐντὸς τῶν σαβάνων τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος· εἶπεν ἐν ὀλίγοις, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπομονώσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, τὴν Κρήτην, ὅπως διὰ τῆς ἀπομονώσεως αὐτῆς δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπὲρ τῆς Κρήτης, ἂν ὄχι ὅλα, ὅσα ἐδικαιοῦντο οἱ Κρῆτες ν’ ἀπολαύσωσι, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὰ πρωτόκολλα ὑπὲρ αὐτῶν ἐγγυῶνται. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πορείας τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ἡ πορεία αὕτη εἶχέ τι σπουδαῖον, ἐπιστεύθη παρά τινος· διότι κύριοι, νομίζω, ὅτι δυσκόλως τις ἐξ ἡμῶν θέλει πεισθῆ ὅτι, οἱανδήποτε πορείαν καὶ ἂν βαδίζῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπάρχει πολιτικὸς ἐν Εὐρώπῃ ἀρκετὰ ἁπλοῦς νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μυκτηρίζει τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ὅτι ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι δὲν ἔγκειται ἐν μέρει ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι καὶ τὸ Κρητικὸν ζήτημα καὶ τὸ Ἀνατολικὸν δὲν θέλουσι λυθῆ, τάχιον ἢ βράδιον, συμφώνως πρὸς τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ χάρις εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐφαντάσθη, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἦτο μέλος, τοιαῦτα ἔπραττεν, αὐτὸς δὲ τοιαῦτα ἔγραφε, θὰ ἐπίστευον αἱ δυνάμεις, ὅτι τοιαῦτα ἐφρόνει καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ὅτι τοιαύτη ἠδύνατο νὰ ᾖναι διαρκὴς καὶ σπουδαία πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ αἱ δυνάμεις γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζουσι τὰ αἰσθήματα τῶν Ἑλλήνων, ἑπομένως γνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς, ν’ ἀκολουθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀκολουθεῖ καὶ νὰ μὴ ἀκολουθῇ ἄλλην, διότι πᾶσα ἄλλη πολιτικὴ εἶναι πολιτικὴ ἐθνικῆς ἀτιμίας. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἤθελεν ἀπορήσει ὁ ἴδιος, πληροφορούμενος, τί περὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπομνήματος ἐφρόνουν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους τὸ ἀπηύθυνεν. Ἤθελεν ἀπορήσει πληροφορούμενος, ὅτι οἱ πρέσβεις, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπέδωκε τὸ ὑπόμνημά του διὰ νὰ τοὺς πείσῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλης ἰδέας, οἱ οἱ πρέσβεις αὐτῶν ἐκείνων τῶν δυνάμεων, χάριν τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον ὁ κύριος Δεληγεώργης ν’ ἀπομονωθῇ ἡ Κρήτη, οὐδὲν ἄλλο διέγνωσαν ἐν τῷ ὑπομνήματι ἢ τὴν μεγάλην ἰδέαν. Τοιαύτη εἶναι ἡ τύχη τῶν παρὰ φύσιν σχεδίων. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω ἓν ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Κρατῶ εἰς χεῖρας ἓν πρωτοτύπῳ τὴν κυανὴν βίβλον τῆς Ἀγγλίας. Γράφει ὁ κ. Ἔρσκην ἐκ Κερκύρας πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας τὴν 18 Αὐγούστου 1866. «Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεώς του μὲ ἐπεσκέφθη ὁ κύριος Δεληγεώργης, καὶ μοὶ ἐπέδωκε διακοίνωσιν, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἐπισυνάπτω ὧδε, δι’ ἧς ζητεῖ ὅπως διαβιβάσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος τὸ συνοδεῦον αὐτὴν ὑπόμνημα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων ἐν Κρήτῃ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο προώρισται ἀναντιῤῥήτως εἰς δημοσίευσιν, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται ὀλιγώτερον τῶν ἐναντίων της, ὅπως παράσχῃ ὑποστήριξιν εἰς τοὺς πάσχοντας ὁμοεθνεῖς καὶ εἰς τὴν μεγάλην ἰδέαν ἐν γένει.» Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ἔρσκην· ἀνέγνωσε τὸ ὑπόμνημα τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἐσχημάτισε γνώμην, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο συνετάχθη διὰ νὰ πείσῃ ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπετείνετο, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναμοχλεύσεως τῆς μεγάλης ἰδέας. Τὴν τοιαύτην δὲ ἐντύπωσιν, ἢ μᾶλλον προκατάληψιν, δὲν βλέπομεν μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκην, ὅστις ἐκφράζει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐνέργειαί τινες τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐγένοντο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κινηθῇ ἡ μεγάλη ἰδέα. Ἰδοὺ τί περιέχει ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκην, ἐκ Κερκύρας καὶ αὐτὸ, ἀπὸ 13 Αὐγούστου· «ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, λέγει, ἀπετάθη πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ζητοῦσα τὴν μεσολάβησιν αὐτοῦ, ὅπως προμηθευθῇ δώδεκα χαλύβδινα ῥαβδωτὰ τηλεβόλα καὶ προμήθειαν πυρίτιδος καὶ πολεμεφοδίων ἐκ Γαλλίας, καίτοι εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου δαπάνη τοιούτου εἴδους δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι εἰς ἄκρον δυσχερὴς, ἐνῷ μάλιστα τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς πλήρη εἰρήνην μεθ’ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀναφέρω τὰς περιστάσεις ταύτας πρὸς τὴν Υ. Ε. ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνωνται καθ’ ἑαυτὰς ἀσήμαντοι, διότι τείνουσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσπαθοῦσι διὰ προσπεποιημένων μέσων νὰ προκαλέσωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κίνησίν τινα περὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Οὐδὲν σύμπτωμα πραγματικῆς ἐνεργείας παρατηρῶ ἐν τῷ τόπῳ.» Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, τί κατώρθωσεν ἡ τότε Κυβέρνησις διὰ τῶν πράξεών της, ὁ Κ. Δεληγεώργης διὰ τοῦ ὑπομνήματός του· ἐζήτησε δι’ ὅλων τῶν πράξεών του, μᾶς εἶπε, νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ Ἀνατολικὸν, προσεπάθησε νὰ διαῤῥήξῃ πάντα σύνδεσμον τῆς Κρήτης πρὸς τὸν ἑλληνισμὸν, ὅπως πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδόλως σκοπεύει ν’ ἀνακινήσῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, αἱ δὲ Κυβερνήσεις φρονοῦν, ὡς ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐσκέπτετο πῶς νὰ ὑποκινήσῃ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, καὶ πῶς νὰ φέρῃ αὐτὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐν Εὐρώπῃ. Αὐτὸ, εἶναι, κύριοι, τὸ πρόγραμμα, αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν, ἐναντίον τῆς προθέσεως τοῦ γράψαντος, τοιοῦτον πρόγραμμα ἐνεποίησεν εἰς τὰς ξένας Κυβερνήσεις. Ἀληθῶς ἡ ἔννοια τοῦ προγράμματος δὲν ἦτο ἡ παρὰ τῶν πρέσβεων ἀποδοθεῖσα εἰς αὐτό. Μετὰ λύπης ἀναγκάζομαι ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα καὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἦσαν ὁποῖα ἐξέθηκεν αὐτὰ ὁ κ. Δεληγεώργης. Ὅπως καταστήσῃ καταφανῆ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶπεν ὅτι, μεγάλα κακὰ ἐπῆλθον, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ προγράμματος τούτου, ὅτι ἡ Εὐρώπη εὐμενὴς πρὸς τὸν κρητικὸν ἀγῶνα, συνεπεία τῶν ἐνεργειῶν τῆς τότε κυβερνήσεως, κατόπιν ἐγένετο δυσμενής. Θὰ ἐξετάσω μετ’ ὀλίγον κατὰ πόσον ἦτο εὐμενὴς ἡ Εὐρώπη ἐπὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, κατὰ πόσον κατόπιν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγένετο δυσμενὴς, θὰ ἐξετάσω ἂν δὲν συνέβη τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ ταῦτα σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ κοινοῦ πνεύματος ἐν Εὐρώπῃ εἶχε, καὶ κατ’ αὐτὸν δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἔχῃ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπροκήρυξεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις. Τί ἐπροκηρύξατε, εἶπε, σεῖς; σεῖς ἐπροκηρύξατε, μᾶς εἶπε, τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπροκηρύξαμεν ἡμεῖς, σεῖς ἐπράξατε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἡμεῖς, εἴπατε ὅτι τὸ Κρητικὸν ζήτημα συνδέεται μὲ τὸ Ἀνατολικόν, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν δοθῇ ταχεῖα λύσις εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, τὸ ἀνατολικὸν θέλει καὶ αὐτὸ κινηθῇ». Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀπαγγέλλων μόνον ὅ,τι εἴπομεν, ἀμέσως τυγχάνω τῆς ἐπιδοκιμασίας σας, ὡς ἐκφράζων ἀληθείας· οὐδεὶς, νομίζω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτὰς, καὶ διὰ τοῦτο συνέβη εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην ὅ,τι τῷ συνέβη, ὅταν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τὰ ἐναντία· δὲν ἐπιστεύθη καὶ δὲν ἐνοήθη παρ’ ἐκείνων πρὸς οὓς ἀπετείνετο.
§16ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Περίεργον εἶναι.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναὶ, περίεργον, διότι τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὴν δοξασίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν προχθὲς παρὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ κρίνῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἄλλως τὸ κοινὸν τῶν ἀνθρώπων, ἵνα πιστεύσῃ, ὅτι πολιτικὴ, ὁποία ἡ τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἤθελε θεωρηθῆ σπουδαία. Τοῦτο ἐδόξαζεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅταν τοιαῦτα ἔπραττε, καὶ τοιαῦτα ἔλεγε πρὸς τοὺς ξένους, ἤλπιζεν, ὅτι δὲν ἤθελον κρίνει διὰ τοῦ κοινοῦ νοὸς, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς τὸ ἰδανικὸν αὐτὸ πρόσωπον, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἐκρίθησαν διὰ τοῦ ὀρθοῦ νοὸς, καὶ διὰ τοῦτο οὐδένα ἐπηρέασαν. Εἴπομεν λοιπὸν, κατὰ τὸν Κ. Δεληγεώργην, ἐγγράφως ὅτι, μὴ λυομένου ταχέως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, κινδυνεύει ν’ ἀνακινηθῇ ὁλόκληρον τὸ Ἀνατολικόν· εἴπομεν ὅμως καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐτάραξε τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἱκανοποιήσεως, τῆς δοθησομένης εἰς τὴν Κρήτην, συνιστῶμεν εἰς τὰς δυνάμεις νὰ δώσωσι καί τινας ἱκανοποιήσεις πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς φυλὰς τῆς Ἀνατολῆς, διότι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον ζητήματά τινα ἐκκρεμῆ ἄλλων λαῶν τῆς ἀνατολῆς ἐνώπιον τῆς διπλωματίας. Ὁ Κ. Δεληγεώργης κατακρίνει τὴν διαγωγὴν ἡμῶν, διότι δὲν ζητοῦμεν, ὡς αὐτὸς, ν’ ἀπομονώσωμεν τὴν Κρήτην, ν’ ἀποχωρίσωμεν τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας καὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεφράσθη μετὰ τοσαύτης ψυχρότητος, ὥστε δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν. Ἡμεῖς, κύριοι, τῷ ὄντι ἔχομεν ἀντίθετον ἰδέαν αὐτοῦ, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πρὸς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, μεθ’ ὧν μᾶς συνδέει ἱστορία κοινῶν παθημάτων, καὶ μεθ’ ὧν προώρισται νὰ συνδεθῶμεν ἔτι μᾶλλον ἐν τῷ μέλλοντι διὰ κοινῆς συμβιώσεως, ἐν ἐλευθέραις ἐπικρατείαις, πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι τὸ καθῆκόν μας. Ηὐτυχήσαμεν πρῶτοι ἡμεῖς τοῦ τμήματος τούτου τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη ἀνεξάρτητον, ηὐτυχήσαμεν πρῶτοι ἡμεῖς ν’ ἀποκτήσωμεν ἀναγνώρισιν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας· ηὐτυχήσαμεν πρῶτοι ἡμεῖς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀκουώμεθα ἐξ ἴσου, νὰ συζητῶμεν ἐξ ἴσου πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις. Αὐτὸ, κύριοι, τὸ πλεονέκτημα μᾶς ἐπιβάλλει ἓν μέγα καθῆκον, τὸ καθῆκον νὰ γίνωμεν οἱ συνήγοροι παρὰ ταῖς δυνάμεσιν ὅλων ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ τύχη ἡμῶν συνταυτίζεται. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις τῆς ὁποίας εἶμαι μέλος, διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατέκρινεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Εἶχον τότε ἄλλοι λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ζητήματά τινα ἐνώπιον τῆς διπλωματίας, καὶ ὑψώσαμεν καὶ ἡμεῖς φωνὴν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα εὐτυχῶς ἐλύθησαν κατόπιν. Βεβαίως δὲν ἐλύθησαν οὕτω χάρις εἰς τὴν ἐγκύκλιον, δὲν ἔχω ἐγὼ τοιαύτας ἰδέας περὶ τῆς ἰσχύος τῶν ἐγγράφων· εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπέρχεται ἀποτέλεσμα, καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλαδὴ ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς Κρήτης. Καὶ ἔχομεν τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἐὰν τὰ αἵματα τῆς Κρήτης, ποτίζοντα ἀφθόνως τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, δὲν κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε ν’ ἀνθήσῃ ἐν Κρήτῃ, κατώρθωσαν ὅμως νὰ ῥίψῃ παραφυάδας παρὰ τοῖς λαοῖς ἐκείνοις, διότι βέβαιον εἶναι, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο ὑπὲρ τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου, ἐγένετο χάρις εἰς τὰ αἵματα, τὰς θυσίας τῶν Κρητῶν, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὡς Ἕλληνες νὰ σεμνυνώμεθα ἐπὶ τούτῳ! Ἐσφάλαμεν, λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, συνδέσαντες τὸ κρητικὸν ζήτημα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ, μὲ τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικόν· πόσον ἠπατημένοι, λέγει, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι ἡ Ἰταλία, ἡ Γερμανία κατώρθωσαν τὴν ἑνότητά των χάρις εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν ἐθνοτήτων, καὶ δὲν ἠξεύρουν ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς Ἰταλίας ὀφείλεται εἰς κερδοσκοπικὰ συμβόλαια. Ποῖος ἐφαντάσθη ὅτι μεταβαίνων εἰς Κριμαίαν ὁ ἐπικουρικὸς ἰταλικὸς στρατὸς τῶν 15,000, μετέβαινεν ἐκεῖ χάριν τῆς ἰταλικῆς ἑνότητος; ποῖος ἐγίνωσκεν ὅτι παρεσκευάζετο ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἰταλικῆς ἑνότητος πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέβη τὸν ἵππον του ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Ἰταλίαν; Καὶ ἐγὼ, κύριοι, λέγω, ποῖος δὲν ἔβλεπεν ὅλα ταῦτα; ποῖος ἠγνόει ὅτι ἡ Ἰταλία εἰργάζετο ὑπὲρ τῆς ἑαυτῆς ἑνότητος; ποῖος βουλευτὴς Ἰταλὸς, ἐπιψηφίζων τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν 15,000 ἀνδρῶν εἰς Κριμαίαν, δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ αὕτη ἐγίνετο χάριν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰταλίας; ἤθελεν ἀποδεχθῆ ὁ λαὸς τῆς Ἰταλίας νὰ χύνηται τὸ αἷμα τῶν τέκνων της ὑπὲρ ἀγῶνος, ὅστις οὐδόλως τὴν ἐνδιέφερεν, ἐὰν δὲν ἤξευρεν, ὅτι τοῦτο εἶχε ἕνα σκοπὸν ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἑνότητος; Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ συνέδριον αὐτὸ τῶν Παρισίων, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεισῆλθεν ἡ Ἰταλία, χάρις εἰς τὸν ἐπικουρικὸν αὐτὸν στρατὸν, καὶ εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο δὲν ὡμολόγησε πανδήμως, οὐδόλως ἐπιζητήσασα τὴν μυστικότητα, τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἰταλικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ξένης κατοχῆς; Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἰταλίας, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ μᾶς φέρωσιν ὡς παράδειγμα ἀντιθέτου πορείας ἐπὶ τῶν αὐτῶν περιστάσεων, εὑρίσκομεν ἀπ’ ἐναντίας τὸ παράδειγμα τῆς αὐτῆς πορείας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μιμηθῶμεν. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ, κύριοι, ποῖος ἠγνόει τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἐγίνετο πρὸς τὴν ἕνωσιν τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ; ποιός ποτε ἐπίστευσεν, ὅτι τὰ γιγαντιαῖα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν, τοῦ τελευταίου πολέμου τῆς Πρωσσίας πρὸς τὴν Αὐστρίαν, εἶναι τῷ ὄντι ἀποτελέσματα μιᾶς νέας ἐφευρέσεως ὅπλου βελονωτοῦ; Ὄχι, κύριοι, τοιαῦτα ἀποτελέσματα δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι συνέπειαι ἰδεῶν. Πῶς προσηρτήθησαν, ἡ Νεάπολις, ἡ Σικελία, αἱ Παπικαὶ ἐπαρχίαι, ἡ Τοσκάνη, εἰς τὴν Ἰταλίαν; προσηρτήθησαν διὰ στρατιωτικῶν δυνάμεων; στρατιωτικαὶ δυνάμεις ἐχρειάσθησαν μόνον κατὰ τῆς Αὐστρίας, καὶ ἐκεῖ εὑρέθησαν. Ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων δύναται ἐνίοτε καὶ μόνη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἐνίοτε ὅμως ἔχει ἀνάγκην καὶ ὑλικῶν δυνάμεων, εἰς εὕρεσιν τῶν ὁποίων συντελεῖ πάλιν αὐτὴ ἡ ἀρχή. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς, ἀντιπαραθέτων τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορείας τῆς τότε κυβερνήσεως πρὸς τὰ τῆς σημερινῆς. Ἴσως κακῶς μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν ἀποτελέσματα, διότι δυσκολεύομαι ν’ ἀποδεχθῶ ὅτι χαρτιὰ μόνα δύνανται νὰ ἔχωσι σπουδαῖα καὶ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ποία ὑπῆρξεν ἡ ξένη πολιτικὴ τότε πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ μεταφορὰ, λέγει, τῶν οἰκογενειῶν ἤρξατο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τῷ ὄντι ἤρξατο, ἀλλ’ ἤρξατο τυχαίως καὶ ἄνευ συνεπειῶν· καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ἐγένετο ἀμφισβήτησις, θὰ σᾶς ἀναγνώσω πάλιν, ἂν μοὶ τὸ ἐπιτρέπετε, ἔγγραφα ἐπίσημα καὶ δημοσιευμένα, ἐξ ὧν θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε τότε παρὰ τῶν δυνάμεων ν’ ἀποστείλωσι πλοῖα πρὸς παραλαβὴν οἰκογενειῶν· ἀλλὰ ποία ἀπάντησις ἐδόθη παρὰ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ παρ’ ἐκείνης, τῆς ὁποίας ὁ πλοίαρχος πρῶτος μετέφερεν οἰκογενείας; ἰδοὺ ἡ ἀπάντησίς της· τὴν ἔχω μεταφρασμένην — 29 8βρίου 1866 — ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν κ. Ἔρσκην. «Ἔλαβον τὸ ἔγγραφόν σας τῆς 18 8βρίου, ἐν ᾧ ἐκθέτετε, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων σᾶς παρήγγειλε ν’ ἀνακοινώσητε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἀναφορὰν πρὸς Αὐτὸν ὑπὲρ τῶν Κρητῶν ἐπαναστατῶν, τῆς ὁποίας ἀναφορᾶς ἐπισυνάπτετε ἀντίγραφον. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου παρακαλεῖται ἡ Α. Μ. νὰ πείσῃ τὰς προστάτιδας Δυνάμεις ν’ ἀποστείλωσιν ἱκανὸν ἀριθμὸν πλοίων ἵνα μεταφέρωσιν οἰκογενείας τῶν ἐπαναστατῶν ἀπὸ τῆς νήσου. Εἰς ἀπάντησιν ἔρχομαι νὰ σᾶς γνωστοποιήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος φρονεῖ, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον δύναται νὰ λάβῃ ἄνευ παραβιασμοῦ τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὴν πρόθεσιν νὰ τηρήσῃ. Συνεβούλευσεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ θέλει πάλιν συμβουλεύσει, ἐὰν ἦναι ἀναγκαῖον, εἰς τὴν Πύλην νὰ φέρηται μεθ’ ὅλης τῆς ἀνοχῆς, ἥτις δύναται νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν χρῆσιν ἐνόπλου δυνάμεως, καὶ ἐλπίζει, ὅτι ἡ συμβουλὴ αὕτη θέλει εἰσακουσθῇ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη ν’ ἀρνηθῇ νὰ προβῇ εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο, ἵνα εἴπωμεν τὸ ἐλάχιστον, διακήρυξις συμπαθείας πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, ἂν ὄχι φανερὰ ἐμψύχωσις αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως». Ἰδού, κύριοι, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ὁδηγίαι τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 29 8βρίου 1866, ἔτος νέον.
§20ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἤλλαξε κατόπιν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠκούσθη μία φωνὴ ὅτι ἤλλαξε κατόπιν· ἂς ἀναγνώσωμεν καὶ τὰ κατόπιν· ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου, γράφει ὁ ἐν Χανίοις Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, συνεπεία διαταγῆς τοῦ ὁποίου εἶχε μεταβῆ ὁ πλοίαρχος Πὶμ πρὸς παραλαβὴν οἰκογενειῶν, πρὸς τὸν λόρδον Στάνλεϋ: «Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὴν χθεσινὴν νύκτα ἔγγραφον τοῦ Πρέσβεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἀπὸ 4 ἱσταμένου, παρέχον μοι πρὸς ὁδηγίαν μου πλήρεις ἐξηγήσεις περὶ τῶν σκέψεων τῆς Αὐτοῦ Ἐξοχότητος καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ὡς πρὸς τὴν ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ἐπανάστασιν καὶ ἐντελλόμενόν μοι νὰ μὴ προβῶ εἰς βῆμά τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο, κατ’ ἐλάχιστον, ἔνδειξις συμπαθείας πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, ἂν ὄχι καὶ φανερὰ ἐμψύχωσις αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐπὶ τῇ παραλαβῇ τῶν ὁδηγιῶν τούτων οὐδὲ στιγμὴν ἔχασα ἵνα ἀποστείλω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν πλοίαρχον Πὶμ, δι’ ἑνὸς τῶν ἐν τοῖς ὕδασι τούτοις περιπλεόντων τουρκικῶν πλοίων, καλῶν αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἀμέσως εἰς τὸν Κόλπον τῆς Σούδας, καί τοι ὁ μικρὸς αὐτοῦ περίπλους θὰ εἶχε κατὰ τὴν ἐμὴν πρόθεσιν χαρακτῆρα ἀποκλειστικῶς φιλανθρωπικόν». Ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πρόξενος, ὅστις ἔδωκε τὴν διαταγὴν, ἔστειλεν ἐν τῷ μεταξὺ ἑτέραν διαταγὴν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ πλοίαρχος, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπρόφθασε. Σᾶς ἀναγινώσκω καὶ ἄλλο. Ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐδέχθη τὰς συγχαρητηρίους αὐτοῦ, καὶ εἶπον καὶ ἐγὼ ὅτι ἐδέχθη καὶ τὰς ἐμάς· ἀλλὰ πῶς; ἰδοὺ πῶς ὁ ἴδιος πρέσβυς ἐξηγεῖ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν τῶν συγχαρητηρίων ἐν ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον τότε ἔγραψε. Λέγει πρῶτον ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὑπῆγε πρὸς ἐπίσκεψίν του κτλ. «Ὁ μητροπολίτης κατόπιν ἐξέφρασεν ἄκραν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν κυβέρνησιν τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος καὶ πρὸς τὸ Βρετανικὸν ἔθνος διὰ τὰς φιλανθρώπους ἐνεργείας τοῦ πλοιάρχου Pym, κυβερνήτου τοῦ πλοίου τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος Assurance» μετενεγκόντος ἐκ Κρήτης ἀτυχῆ ὄντα, τὰ ὁποῖα ἄλλως ἤθελον ἀπολεσθῆ εἴτε διὰ χειρῶν τῶν Τούρκων εἴτε διὰ τῶν κακουχιῶν καὶ τοῦ λιμοῦ. Ἀπήντησα, ὅτι προσωπικῶς θὰ ᾐσθανόμην ὑπερβάλλουσαν εὐχαρίστησιν, ἂν ὁ στόλος τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος συχνάκις ἐξετέλει τοσοῦτον φιλάνθρωπον καθῆκον, ἀλλ’ ἐφοβούμην, ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος δὲν εἶχεν ἐπιτρέψει τὴν μεταφορὰν τῶν ἀτυχῶν τούτων ὄντων, καὶ ὅτι αἱ ἐνέργειαι τοῦ πλοιάρχου Pym ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι μόνον ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐπεβίβαζε τοὺς πρόσφυγας δὲν εἶχε πλήρη γνῶσιν τῶν σκέψεων τῆς κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος. Ἄνθρωποι πάσης τάξεως, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ κάτω, μοὶ ἐξέφρασαν τὴν πρὸς τὸν πλοίαρχον Pym εὐγνωμοσύνην των δι’ ὅ,τι ἔπραξε, καὶ ἀπαρεγκλίτως ἀπήντησα πρὸς αὐτοὺς δι’ ἐκφράσεων παρομοίων πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθην, συνομιλῶν μετὰ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.» Καὶ ἀναφέρω τοῦτο, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης προχθὲς ἠθέλησε κάπως νὰ θέσῃ εἰς ἀμφισβήτησιν τοὺς λόγους μου, λαμβάνων καὶ ἐπικεκυρωμένον ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλο· ὁ κ. Ἔρσκην ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου γράφει πρὸς τὸν πρόξενον τῆς Ἀγγλίας ἐν Πάτραις καὶ λέγει πρὸς αὐτόν, μεταξὺ ἄλλων· «Ἐπειδὴ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος, ἐὰν ἐζητεῖτο ἡ γνώμη της, δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν τοῦ πλοιάρχου Pym ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, θεωρῶ πρέπον, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ἐκ νέου συζητηθῆ τὸ πρᾶγμα ἐνώπιόν σας, ν’ ἀπαντήσητε, ὅτι ὅσον βαθέως καὶ ἂν λυπῆται ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος διὰ τὰ παθήματα τῶν ἀθώων θυμάτων τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ὅστις ἤδη λυμαίνεται τὴν Κρήτην, εἶναι καθῆκον καὶ πρόθεσις αὐτῆς νὰ τηρήσῃ αὐστηρὰν οὐδετερότητα ἐν τῇ ἀλληλομαχίᾳ, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν, ἂν τῇ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ προβῇ εἰς βῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο, ἵνα εἴπωμεν τὸ ἐλάχιστον, κήρυξις συμπαθείας πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, ἂν ὄχι καὶ φανερὰ ἐνίσχυσις αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως.» Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀρκοῦσι, διὰ ν’ ἀποδείξωσιν ὁποία ἦτο ἡ ἔννοια τῆς μεταφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν παρὰ τοῦ πλοιάρχου Πὶμ, καὶ ἂν ἡ μεταφορὰ αὕτη ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα πολιτικόν τινα χαρακτῆρα, ἔννοιάν τινα ἀπέναντι τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τίποτε, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἔνδειξις συμπαθείας πρὸς αὐτόν. Καὶ τῷ ὄντι, κατόπιν τὰ πάντα φαίνονται γενόμενα εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ, καὶ νὰ μὴ χωρῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ μεταφορὰ οἰκογενειῶν εἶναι ἔνδειξις συμπαθείας, καὶ ὅτι γίνεται κατ’ ἐντολὴν τῶν κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς μεταφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν παρὰ τοῦ πλοιάρχου Πὶμ, μετέφερεν οἰκογενείας καὶ ὁ «Μέγας Ναύαρχος.» Ποίαν ἐντολὴν εἶχεν ὁ «Μέγας Ναύαρχος»; ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ εἶπε χθές, εἶχεν ἐντολὴν νὰ παραλάβῃ γυναικόπαιδα, ἅμα ἕτερον πλοῖον ἑτέρας δυνάμεως ἤθελε λάβει τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ ἀφοῦ τὸ Ἀγγλικὸν πλοῖον παρέλαβεν οἰκογενείας, ἰδοὺ ἀμέσως καὶ ὁ «Μέγας Ναύαρχος» παρηκολούθησεν· ἅμα ὅμως κατόπιν ἐπληροφορήθη ὅτι ἔπαυσε τὸ Ἀγγλικὸν πλοῖον τοῦ νὰ μεταφέρῃ οἰκογενείας, ἔπαυσε καὶ αὐτός· καὶ ἡ μεταφορά, ἠξεύρετε κατόπιν, συνεπεία τίνων διαπραγματεύσεων ἐνηργήθη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι τὸ μέτρον τῆς μεταφορᾶς οἰκογενειῶν ἀπεφασίσθη τότε, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ συλλογισμός, ὅστις στηρίζεται εἰς τὴν τυχαίαν μεταφορὰν οἰκογενειῶν, εἰς ἔνδειξιν τῆς ἐπιτυχίας τῆς τότε πολιτικῆς, καὶ τῆς εὐμενείας τῶν δυνάμεων τότε πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης. Ἐξ ὅσων σᾶς ἀνέγνων εἴδατε ὁποία ἦτο ἡ διάθεσις τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ ὁποία τις ἦτο ἡ διάθεσις τῆς Γαλλίας; Τὴν διάθεσιν τῆς Γαλλίας τὴν γνωρίζομεν καὶ αὐτὴν ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων· ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας ἀπηύθυνεν ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1866 ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ἐν ᾧ ἐκθέτει ὁποίαν συνομιλίαν ἔσχεν, ἐλθὼν ἐνταῦθα, μετὰ τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ λέγει τὰ ἑξῆς. «Ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις δὲν ἔχει ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι τὰς πιθανότητας τῆς διπλωματικῆς ὑποστηρίξεως, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις ἐφαίνοντο ἐλπίζοντες»· οὐδεμία λοιπὸν ὑποστήριξις καὶ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας. Ἐκ μέρους τῆς Ῥωσσίας, εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐνέργεια πρὸς προσάρτησιν τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ῥωσσία ἐξεφράσθη ἔκτοτε εὐνοϊκῶς, ἀλλ’ ἐνέργεια τῆς διπλωματίας περὶ προσαρτήσεως ἀπολήξασα εἰς συμπεράσματα δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ 1866, κατόπιν ἐγένετο. Ὅλαι αἱ ἐνέργειαι, ὅσαι ἐγένοντο ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος κατὰ τὸ 1866, ἦσαν περὶ προνομίων, ὑπὲρ ὧν καὶ αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Κ. Δεληγεώργη, τὸ προταχθὲν ὡς πρόγραμμα, συνηγορεῖ.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἔχετε πρόχειρον;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ἡ κυανῆ βίβλος· εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ· Ἀποτελεσματικὴν ἄρα ἐνέργειαν τῶν δυνάμεων δὲν βλέπομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ χάριν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἐζήτησεν ὁ Κ. Δεληγεώργης νὰ σμικρύνῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, ὅπως δυνηθῇ νὰ πείσῃ τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι ὁ ἀγὼν οὗτος εἶναι γεγονὸς μεμονωμένον, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν ἐμπνέεται διόλου ἀπὸ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι θερμαίνουσι τὴν Ἀνατολὴν, ὅτι ἡ Ἀνατολὴ εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τὴν Κρήτην. Ὅτε, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, ἔκαμα λόγον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, διημφισβητήθησαν ὑπὸ τοῦ Κ. Δεληγεώργη τινὲς λόγοι μου, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀναγνώσει ἓν ἔγγραφον τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἵνα ἴδητε ὁποία ἀληθῶς ὑπῆρξεν ἡ πορεία τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως τότε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἠμφισβήτησε τοὺς λόγους μου. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον θέλω τώρα σᾶς ἀναγνώσει, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεψε μεταφορὰν οἰκογενειῶν, ὄχι μόνον εἶχε δώσει ἐντολὴν εἰς τοὺς πράκτοράς της ν’ ἀποφεύγωσι πᾶσαν ἔνδειξιν συμπαθείας πρὸς τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ μετήρχετο πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὕφος ἀπειλητικόν. Γράφει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, πρὸς τὸν Κ. Ἔρσκην ἀπὸ 11 Δεκεμβρίου 1866. «Θέλετε ὠφεληθῇ τῆς πρώτης εὐκαιρίας μετὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἵνα ἴδητε τὸν Βασιλέα, καὶ θέλετε παραστήσει πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸ ἐπικίνδυνον τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἤδη πορεύεται ἡ Ἑλλάς. Θέλετε τῷ καταδείξει ὅτι τὴν προστασίαν, διὰ τῆς ὁποίας αἱ Συνθῆκαι περιβάλλουσι τὴν Ἑλλάδα, δὲν δύναται αὕτη νὰ ἐπικαλεσθῇ εἰς προάσπισίν της κατὰ τῶν συνεπειῶν ἐξωτερικοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ, ἔτι δὲ ὀλιγώτερον κατὰ τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς παραλυσίας, ἅτινα θέλουσιν ἀναποφεύκτως συνοδεύσει τοιοῦτον πόλεμον, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἀποτύχῃ. Ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης συγχύσεως ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν εὕρει ἑαυτὸν ἀνίσχυρον, καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἑλλάδος, ἐν καταστάσει ἀνεξαρτησίας, ὑπὸ οἱονδήποτε σχῆμα Κυβερνήσεως, θὰ ἠπειλεῖτο σπουδαίως.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι τῆς 11 Δεκεμβρίου. Ἰδοὺ καὶ ἕτερον ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου. Βλέπετε, ὅτι εἶναι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς τότε κυβερνήσεως. Γράφει πάλιν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν Κ. Ἔρσκην. «Ἔλαβον τὸ ἔγγραφόν σας τῆς ἐννάτης ἱσταμένου, περιέχον ἔκθεσιν περὶ τῶν συνδιαλέξεών σας μετὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη ὡς πρὸς τὰς σχέσεις Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος εἰλικρινῶς ἐλπίζει ὅτι ἡ γνώμη σας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προκαλέσῃ ῥῆξιν μετὰ τῆς Τουρκίας, εἶναι βάσιμος, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ὅλαι αὐτῆς αἱ πράξεις τείνουσιν εἰς τοῦτο, καὶ θέλετε λάβει πρόνοιαν νὰ καταστήσητε καταληπτὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, καὶ ἂν αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ἔλαβον χώραν, πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μηδὲν, παραβαλλόμεναι πρὸ τὰς προκλήσεις, δι’ ὧν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ πολὺν ἤδη χρόνον ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ αἵτινες, ἂν ἐξακολουθήσωσι, θέλουσιν ἀλανθάστως περιπλέξει τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον, ὅστις θέλει ἀποβῆ ὀλέθριος εἰς τὴν Μοναρχίαν, καὶ καταστρεπτικὸς εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θέλουσι τὴν ἀπαλλάξῃ αἱ ἐγγυήτριαι Δυνάμεις». Ἕτερον τέλος ἔγγραφον περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ὁ Κ. Ἔρσκην, γράφων πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1866 δηλαδὴ, νομίζω, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἢ μίαν ἡμέραν κατόπιν.........
§24ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Κατὰ τὰς 15 παρῃτήθη.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τρεῖς ἡμέρας πρίν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας μαρτυρεῖ ὁποίαν σημασίαν αὐτὸς ἀπέδωκεν εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ λόρδου Στάνλεϋ, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἄξιον προσοχῆς, διότι περιέχει καὶ ἄλλο τι. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης μᾶς εἶπε, διακόψας με κατὰ τὴν τελευταίαν μου ὁμιλίαν, ὅτι αἱ ἀπειλαὶ τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶχον ἣν ἐγὼ ἀπέδιδον εἰς αὐτὰς σημασίαν, διότι ἀπέβλεπον εἰς πρᾶξίν τινα, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ὑπέθετεν, ὅτι εἶχε πράξει ὁ πλοίαρχος τοῦ ἀτμοδρόμονος ἡ «Ἑλλὰς», καὶ τὴν ὁποίαν, προσέθηκε, δὲν εἶχε πράξει. Ἐδῶ εὑρίσκω αὐτὴν τὴν ἰδίαν πρᾶξιν, ἥτις ἐπροκάλεσε τὰς ἀπειλὰς, ἀναγνωριζομένην, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἔγγραφον· «κατόπιν εἶδα τὸν Κύριον Δεληγεώργην, ὅστις κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἠρνήθη, ὅτι ἡ «Ἑλλὰς» εἶχε μεταβῆ εἰς Κύθηρα, ἀλλ’ ὑπεσχέθη ὅτι ὁ Κυβερνήτης αὐτῆς ἤθελεν ἐπιπληχθῆ δι’ ὅ,τι ἔπραξεν ἄνευ διαταγῶν.» Ὁ Κύριος Δεληγεώργης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεδίωκε καὶ ἐπροκήρυττε τὴν ἀπομόνωσιν τῆς Κρήτης διὰ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέραν ἐνέργειαν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας, ἣν ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος· ἐπιπλήττει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸν πλοίαρχον τοῦ ἀτμοδρόμονος, διότι μετέβη ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὑδάτων, ἵνα παράσχῃ συνδρομὴν εἰς πλοῖον Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ ἐντὸς ἑλληνικῶν ὑδάτων. Ναὶ, Κύριοι, κατὰ τοῦτο διαφέρουν τῳόντι αἱ δύω πολιτικαί. Ἐζητήσαμεν τῳόντι ἡμεῖς ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἐνομίσαμεν, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν παρὰ τῆς Εὐρώπης μόνον ἂν ἐργασθῶμεν ἑλληνοπρεπῶς, καὶ ἂν ἐκθέσωμεν πρὸς αὐτὴν ἐν εἰλικρινείᾳ τὰ πράγματα. Δὲν ἐταπεινώσαμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης· τὸ ἐθέσαμεν εἰς ὃ σημεῖον ἀληθῶς εὑρίσκετο. Ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε μήτε ἀπῄτησε κἀνεὶς παρ’ ἡμῶν, μήτε ἐδόσαμεν ὑποσχέσεις, ὁποίας λέγει ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ὅτι ἔλαβε παρὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Ἀπ’ ἐναντίας ἐπαρουσιάσθησαν περιστάσεις, ἐπληροφορήθημεν, ὅτι πλοῖον ἑλληνικὸν ἐκινδύνευεν ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων παρὰ τὴν Κρήτην, εἰς τὰ Ἀντικύθηρα, καὶ ἐσπεύσαμεν ν’ ἀποστείλωμεν πολεμικὸν πλοῖον διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ καὶ τὸ συνοδεύσῃ, καὶ τὸ ἀπεστείλαμεν ἐπισήμως, ὄχι κρυφίως, εἰδοποιήσαμεν μάλιστα τοὺς πρέσβεις τῶν τριῶν δυνάμεων περὶ τούτου. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς. Εἴδομεν ὁποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τῶν δυνάμεων μετὰ τὸ πρόγραμμα τῶν προκατόχων, δὲν λέγω συνεπείᾳ τοῦ προγράμματος, διότι δὲν θέλω νὰ συνδέσω αὐτὸ ὡς ἀποτέλεσμα πρὸς αἰτίαν. Ἂς ἴδωμεν τώρα, πῶς ἐξεφράζοντο, καὶ τί ἔπραττον αἱ δυνάμεις κατόπιν. Γράφει ὁ Φουὰτ–πασσᾶς, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 4 Ἀπριλίου 1867 ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, πρὸς τοὺς πρέσβεις τῆς Τουρκίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἐκθέτει τὰ τῆς συνεντεύξεως αὑτοῦ μετὰ τοῦ κ. Βουρὲ, συνεντεύξεως, ἀφορώσης εἰς τὰ πράγματα τῆς Κρήτης. Τὸ ἔγγραφον εἶναι λίαν μακρὸν καὶ ἄξιον μελέτης, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἓν μόνον ἀπόσπασμα. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Φουὰτ–πασσᾶς περὶ ὅσων ἤκουσε παρὰ τοῦ κ. Βουρέ. «Ὁ κύριος Βουρὲ ἀπεκρίθη, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τῆς κυβερνήσεως τοῦ Αὐτοκράτορος ἦτο νὰ καταστῶσι γνωσταὶ αἱ ἀληθεῖς εὐχαὶ τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, νὰ φανῇ ἂν ἐπεθύμει ν’ ἀποκτήσῃ θεσμοὺς ἀναλόγους τῶν τῆς Σάμου, ἢ νὰ καταστῇ ἡγεμονία ὑποτελὴς, ὡς ἡ Μολδοβλαχία καὶ ἡ Σερβία, ἢ νὰ συνενωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Προσέθηκεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἔχει παραδείγματα τοιούτου εἴδους ψηφοφορίας· ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Αὐστρία παρεχώρησε τὴν Βενετίαν, ἥτις ἦτο βάρος δι’ αὐτὴν, καὶ ἴσως ἔσχεν ἀφορμὰς νὰ μετανοήσῃ, διότι δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐγκαίρως. Εἶναι ἀδύνατον, μοὶ εἶπε, νὰ ἀντιταχθῇ τις σήμερον εἰς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ πᾶσα κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ συμμορφοῦται πρὸς αὐτήν. Ὡς ἐφρόνει τὸ ἀνακτοβούλιον τοῦ Κεραμεικοῦ, ἡ ὀθωμανικὴ κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς αὑτῆς τὰς εὐχὰς τοῦ λαοῦ, ἤθελε διασώσει τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ἤθελεν ἀπομακρύνει διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, καὶ ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐνεργήσῃ δραστηριώτερον εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ὅπου ἐνδεχόμενον εἶναι ν’ ἀναφυῶσι ταραχαί.» Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, διὰ νὰ δείξῃ ὁποία ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· ἰδοὺ, κύριοι, αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ἐλέγομεν, αὐτὰ ταῦτα ἀκούομεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας ὡς ἐπιχειρήματα πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ νὰ προβῇ εἰς λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος πλήρη καὶ σύμφωνον καθ’ ὅλα πρὸς τὰς εὐχὰς τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας μᾶς λέγει, ὅτι συνδέεται τὸ Κρητικὸν ζήτημα μὲ τὸ Ἀνατολικόν· θέτει τὸ Κρητικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν αἰγίδα μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ πάντοτε θέλει ἐπικρατεῖ. Ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας σᾶς διδάσκει, ὅτι ζητοῦντες ν’ ἀπομονώσητε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἀποστερεῖτε αὐτὸ πάσης ἰκμάδος, πάσης ζωῆς. Εἶπε προσέτι ὁ Κ. Βουρὲ τὰ ἑξῆς· «ὁ Κ. Βουρὲ ἐπέρανε λέγων, ὅ,τι πρὸ πάντων ἐπιθυμοῦσιν αἱ δυνάμεις, εἶναι ἡ διατήρησις τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ συμβουλὴ τῆς παραχωρήσεως τῆς Κρήτης εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθυμίας αὑτῆς.» Ἰδοὺ ἔτι καθαρώτερον ἡ ἰδέα αὕτη. Ὁ σύνδεσμος τῆς Κρήτης πρὸς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ἐπισπεύδει τὴν αἰσίαν τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος ἔκβασιν. Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη μᾶς δεικνύει καὶ ἄλλο τι, τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐτοκρατορικοῦ λόγου· χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς Τουρκίας, τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ζητοῦσι τὴν προσάρτησιν τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἑρμηνεία τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων πρέπει νὰ γίνεται λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκεται, καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς ἃς ὑπόκειται ὁ γράφων. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Κ. Μουτιὲ, ἐν ᾧ γίνεται λόγος περὶ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας, περὶ ἧς πραγματεύεται ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Φουὰτ–πασσᾶ, Λέγει, ὅτι περὶ προσαρτήσεως οὐδεὶς λόγος ἐγένετο ἐν αὐτῇ. Τὸ ἔγγραφον ἦτο ἐπίσημον, ἦτο προωρισμένον εἰς τὴν δημοσιότητα, προφορικῶς ὅμως καὶ ἐμπιστευτικῶς ἠκούσατε ὁποίας ἔδιδεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις συμβουλὰς, ὁποίαν συνίστα ἐνέργειαν. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ἑρμηνεύοντες τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Ἡ διακήρυξις τῶν 4 δυνάμεων πρὸς τὴν Πύλην, εἴδετε ὁποίας ἑρμηνείας ἔτυχε παρὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εὐτυχῆ λογίζει τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Ἀγγλία δὲν ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἐν τῷ ὁποίῳ σπουδαίως ἀπειλεῖται ἡ Πύλη, ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιῤῥίπτεται ἐπὶ τὴν Πύλην ἡ εὐθύνη πᾶσα τῶν πράξεών της, ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου αἱ δυνάμεις διαδηλοῦσιν, ὅτι ἐν περιπλοκαῖς καὶ κινδύνοις οὐδεμίαν συνδρομὴν, μήτε ὑλικὴν, μήτε ἠθικὴν, θέλουσι δώσει εἰς τὴν Πύλην. Εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἀντιπαραθέτω τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Πετρουπόλεως, ἥτις λέγει, ὅτι ἂν εἶχε τὸ ἔγγραφον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδίδετε, ἤθελεν ὑπογραφῆ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας, ὅστις, ὡς γινώσκετε, ἠρνήθη νὰ τὸ ὑπογράψῃ. Τίποτε, λέγει ὁ Κ. Δεληγεώργης, δὲν σημαίνει ἡ ἄρνησις τῆς ἠθικῆς ὑποστηρίξεως, ὑλικὴν δὲ ὑποστήριξιν οὐδέποτε ἡ Εὐρώπη ἔδωκεν εἰς τὴν Τουρκίαν. Αἱ σκηναὶ τοῦ 1854 παρῆλθον ἀπὸ τῆς μνήμης τοῦ Κ. Δεληγεώργη· διεγράφησαν ἀπὸ τῶν σελίδων τῆς ἱστορίας τὰ τρία πρῶτα ἔτη τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος. Ὁ ἑλληνικὸς ἀγὼν κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη εἶχε νὰ παλαίσῃ οὐχὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν μόνην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς Εὐρώπης. Κατὰ τὸ 1854 διὰ κατοχῆς ἐμποδίσθη ὁ Ἕλλην νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων του. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς μὴ ἐπεμβάσεως ἦσαν ἀνέκαθεν παραδεδεγμέναι· ἐπ’ ἐσχάτων ὅμως ἤρξαντο γινόμεναι, καὶ γίνονται ὁσημέραι ἐπὶ μᾶλλον παραδεκταὶ, καθὼς λέγει καὶ ὁ Κ. Βουρὲ καὶ μαρτυρεῖ ὁ Φουὰτ Πασσᾶς, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῶν θέλομεν ὠφεληθῆ καὶ ἡμεῖς. Τοιαῦται ἦσαν καὶ εἶναι αἱ ἐνέργειαι τῶν δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν μεταφορὰν τῶν οἰκογενειῶν ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαί των; Τὸ ἀτομικὸν ἔργον τοῦ πλοιάρχου Πίμ ἀνανεοῦται συνεπείᾳ διαταγῶν τῶν κυβερνήσεων· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης εἶναι μέγα καὶ εἶναι διττόν, εἶναι ἠθικὸν καὶ εἶναι ὑλικόν· εἶναι ὑλικὸν, διότι δὲν πρόκειται περὶ 200 ἢ 300 οἰκογενειῶν, ἀλλὰ σώζεται ἀριθμὸς τοσοῦτος, ὥστε δύνανται νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐνέργειαν τῆς ἐπαναστάσεως οἱ μάχιμοι, ἀπαλλασσόμενοι τῆς φροντίδος τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν· εἶναι ἠθικὸν, ὅπως μᾶς τὸ μαρτυρεῖ ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν στρατευμάτων τῆς Τουρκίας, Ὀμὲρ Πασσᾶς, ὅστις ἀγανακτήσας διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῶν δυνάμεων κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Παρέβαλεν ἀκόμη ὁ Κ. Δεληγεώργης τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως πρὸς τὰ τῆς νῦν, ἐξετάζων τὰς συμπαθείας καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν λαῶν ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, μᾶς εἶπεν, ἄφθονα ἀπέστελλον οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης τὰ χορηγήματα ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης, καὶ ἐν διαστήματι 7 μηνῶν ἐγένοντο πλειότερα παρ’ ὅσα ἐγένοντο ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος ἐν διαστήματι 7 ἐτῶν. Λυποῦμαι διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, τὸ ηὐχόμην ἀπὸ καρδίας. Τὸ ἀγγλικὸν κομητάτον κυρίως χρήματα ὁμογενῶν ἔφερεν, ἐλαχίστας δὲ συνδρομὰς ξένων. Ἐγένοντο συνδρομαὶ ἐν Ῥωσσίᾳ, ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ· ἀλλ’ ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ Ἑλβετίᾳ ἐγένοντο ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, αἱ δὲ ἐν Ἀμερικῇ ἤρξαντο ἐπὶ τῆς τότε κυβερνήσεως καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὁλονέν· αἱ συνδρομαὶ ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις ὑπῆρξαν ὅλως ἀσήμαντοι. Ὁ τύπος, εἶπεν, ἦτο τότε ὅλος ὑπὲρ ἡμῶν καὶ σήμερον εἶναι ἐναντίος· καὶ ποία ἡ ἀπόδειξις τούτου; ἐξ ἐναντίας βλέπω τὸν τύπον διῃρημένον· εἶναι καὶ τώρα ὅπως ἦσαν καὶ τότε καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ καθ’ ἡμῶν· οὐδέποτε ἔλλειψαν ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ οἱ εὐγλώττως καὶ ἐνθέρμως συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀφοῦ ταῦτα εἶπον περὶ τῆς παραβολῆς τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο πολιτικῶν, ἔρχομαι τώρα εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης περὶ τῶν μέτρων, τῶν πραγματικῶν μέτρων, οὐχὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἔλαβεν ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων τοῦ Κράτους ἀναγκῶν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠκολούθησε τὸ σύστημα τῶν παρασκευῶν. Παρασκευαὶ οἰκονομικαί, σᾶς εἶπεν, ἤρξαντο ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν εἰσόδου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη περὶ συμβιβασμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων καὶ περὶ συνομολογήσεως νέου δανείου. Καὶ ἐδῶ βλέπω πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέκρινε τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι ἦτο Κυβέρνησις σχεδίων ἀπραγματοποιήτων, ὅτι καυχᾶται πάντοτε διὰ τὰ χαρτιά, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἀνεκτέλεστα ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν ὑπουργείων, καὶ ἀποδίδει τὴν ἀξίαν εἰς αὐτά, κατόπιν γενόμενα πράγματα ἐπὶ ἄλλων. Ναὶ, ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προτάσεις περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ παλαιοῦ δανείου καὶ περὶ συνομολογήσεως νέου, ναὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μὲ εἰδοποίησεν ἀμέσως ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτε τὸν διεδέχθην, ὅτι ὑπεβλήθησαν παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του προτάσεις συμφέρουσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ παλαιοῦ δανείου καὶ συνομολογήσεως νέου, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, ἵνα μὴ πράξῃ τι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν προτάσεων ἐκείνων καὶ οὕτω ζημιώσῃ τὸ Κράτος. Τοῦτο σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης μετὰ καυχήσεως, ὅτι παρέσχεν εἰς ἡμᾶς σπουδαίαν συνδρομήν. Λυποῦμαι ἀναγκαζόμενος νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ μόνη ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν, εἶναι αὕτη· καὶ, ὅτι, καί τοι ἐζήτησα νὰ μοὶ γνωστοποιηθῶσι τὰ καθέκαστα τῶν προτάσεων τῆς τότε κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀλληλογραφία, οὐδεμίαν ἄλλην πληροφορίαν μοὶ ἔδωκε. Βεβαίως εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω νὰ μάθω ταῦτα, καὶ τὰ ἔμαθον τὴν ἐπαύριον ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Ἀγγλικῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὁμολογιούχων, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεῤῥίπτοντο αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις καὶ ἐπροτείνοντο ἄλλαι. Ἐναβρύνεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διατί; διὰ τὰ σχέδιά της· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν χαρτίων μόνον στηριζομένη ἔφθασεν εἰς τὸ σύνηθες αὐτῇ ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν ἀποτυχίαν. Περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐνηργήσαμεν καὶ ἡμεῖς κατόπιν, καὶ ὡς πρὸς τὸν συμβιβασμὸν τῶν παλαιῶν δανείων ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικὸν, καὶ καθὸ πραγματικὸν ἐπιβαρύνει τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον πλειότερον τῶν ἀποῤῥιφθέντων σχεδίων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶναι μία ἀλήθεια· ἤρχισεν ἀπὸ τώρα νὰ φέρῃ τὰς ἀγαθὰς αὑτοῦ συνεπείας. Τοιαύτη πρότασις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀπερισκέπτως, διότι πρότασις περὶ συμβιβασμοῦ ἐμφαίνει ἀναγνώρισιν ὀφειλῆς, ἡ δὲ ἀναγνώρισις εἶναι ἐπιζήμιος ἐθνικῶς, ἂν συγχρόνως δὲν κανονισθῶσι καὶ τὰ περὶ ἀποτίσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἄρα ἐκείνη ὤφειλε νὰ προτείνῃ τι μόνον, ἂν εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς προτάσεώς της καὶ ὡς τοῦ ἐκ καταλλήλου τρόπου καθ’ ὃν ἐπελαμβάνετο τῆς διαπραγματεύσεως, εὔλογον ἐλπίδα πραγματοποιήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἄλλως, προτείνουσα συμβιβασμὸν καὶ μὴ φθάνουσα εἰς ἀποτέλεσμα, ἐκήρυττε τὴν ἐθνικὴν χρεωκοπίαν. Προτάσεις δὲ, ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καὶ ὅπως ὑπεβλήθησαν, δὲν ἠδύναντο νὰ γενῶσι δεκταί. Ἐπίσης ὡς πρὸς νέον δάνειον ἀπέτυχεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ἐξέδωκε τοιοῦτον, ἐξ οὗ 10 ἑκατομμύρια ἐπραγματοποιήθησαν. Καὶ ὅταν λέγῃ ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης αἱ συνεισφοραὶ ἦσαν ἄφθονοι, ἀντιτάττω εἰς ἔνδειξιν τῆς διαθέσεως τῶν ὁμογενῶν τὴν κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου. Ἐὰν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἐκείνη νὰ διαθέσῃ ἔντοκα γραμμάτια, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια χρεωλυτικὰ, τὰ ὁποῖα πάντοτε πραγματοποιοῦνται δυσκολώτερον τῶν βραχυπροθέσμων δανείων; Εἴχετε σκοπὸν νὰ συνομολογήσητε δάνειον, τοῦτο λέγει καὶ ἡ ἔκθεσίς σας, ὄχι ἡ πρώτη—ἡ πρώτη λέγει, ὅτι περὶ δανείου δὲν θέλετε σκεφθῆ, εἰς συνομολόγησιν δανείου δὲν θέλετε προβῆ, εἰμὴ ἀφοῦ τακτοποιήσητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους — ἀλλ’ ἡ δευτέρα ἔκθεσις, ἐν ᾗ πομπωδῶς ἀναγγέλλεται ὡς ἐπελθοῦσα ἡ τακτοποίησις. Ἰδοὺ πῶς ἀναγγέλλεται. «Καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας, λέγει ἡ ἔκθεσις, κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους τὸ κινητὸν ἐν γένει χρέος τοῦ δημοσίου θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ δρ. 2,600,000 τοὐλάχιστον. Καὶ ὅμως αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου ὁλονὲν τακτοποιοῦνται καὶ αἱ χρηματικαὶ ἀνάγκαι τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἀλληλοδιαδόχως θεραπεύονται·» καὶ ἐν τέλει. «Χαίρω, Βασιλεῦ, διότι μετὰ πέντε μηνῶν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεπιστεύθη ἡ Υ. Μ. εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω αὐτὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους οὐσιωδῶς ἐβελτιώθη, καὶ ὅτι οἱ πόροι αὐτοῦ δύνανται ἄριστα νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ἁπάσας τὰς τακτικὰς ἀνάγκας του, ἀρκεῖ νὰ προεδρεύωσιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία, ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ ἔννομος τάξις.» Τοιαῦτα, κύριοι, ἐπαγγέλλεται ἐν τῇ ἐκθέσῃ ἐκείνῃ ὅτι κατώρθωσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ὁ Κ. Δεληγεώργης εἶπε προχθὲς, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔγγραφον ὁλοκλήρου τῆς κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ ἀπέφυγε νὰ συζητήσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι εὐθύνει μόνον τὸν ὑπογράψαντα, ὃν δὲν εἶχεν ἐνώπιόν του· ἀλλ’ ἀφοῦ πληροφορούμεθα ἤδη, ὅτι εἶναι ἔργον ὁλοκλήρου τῆς κυβερνήσεως, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἐπικρίνω, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τὸ ὑπουργεῖον παραλληλίζον τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1865, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, λέγει, ὅτι τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ 1866 ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 12,842,000 δραχμάς. «Ἐκτὸς δὲ τούτου» ἐπιφέρει ἡ ἔκθεσις, «ἀπεσύρθησαν τῆς κυκλοφορίας μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου ἔντοκα γραμμάτια» καὶ ἄλλα τινα. Αὐτὸ τὸ «ἐκτὸς τούτου» δὲν εἶναι εἰλικρινές. Τὸ ταμεῖον εἰσέπραξε 12,842,000 δραχμὰς ἔτι δὲ καὶ τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1865. Εἰς αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις συμπεριλαμβάνεται, δὲν ἐπιπροστίθεται εἰς αὐτὰς, ὡς ἐμφαίνει τὸ «ἐκτὸς τούτου», τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἐντόκων γραμματίων. Ἡ ἔκφρασις τῆς ἐκθέσεως παριστώσης ὡς προσθετέον εἰς τὰς εἰσπράξεις τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀποσυρθέντων ἐκ τῆς κυκλοφορίας γραμματίων, δύναται νὰ πλανήσῃ τὸν ἀναγινώσκοντα αὐτήν. Αἱ εἰσπράξεις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1866 διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν καὶ διὰ τὴν τοῦ 1865 ἀνέρχονται εἰς 17 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ἐξ αὐτῶν διεθέσατε ἓν ἑκατομμύριον, ὅπως ἀποσύρητε ἔντοκα γραμμάτια· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπεσύρατε τὰ γραμμάτια, ἕπεται ὅτι ἠλαττώθη τὸ κινητὸν χρέος; Διὰ νὰ παραδεχθῶμεν ἐλάττωσιν τοῦ κινητοῦ χρέους, πρέπει νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν 17,000,000 ἐξήρκεσαν εἰς ἀπότισιν τῶν ἐξόδων τοῦ 1866 μέχρι τέλους Σεπτεβρίου, καὶ ὅτι ἐπερίσσευσε τὸ εἰς τὰ γραμμάτια διατεθὲν ποσόν. Ποῖαι ἦσαν αἱ δαπάναι τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1866; Ἐξ ἀναλογίας πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ ὅλου ἔτους ἦσαν περίπου 21,000,000 δραχμαί. Τὰ 17 ἄρα ἑκατομμύρια δὲν ἐπήρκουν εἰς ἀπότισιν τῶν ἐξόδων, καὶ οὐδὲν εἴχετε περίσσευμα ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποσύρητε τῆς κυκλοφορίας ἔντοκα γραμμάτια. Οὐχ ἧττον τὰ ἀπεσύρατε, καὶ ἠλαττώσατε τὸ κινητὸν χρέος εἰς ἓν κεφάλαιον αὐτοῦ, τὸ ηὐξήσατε ὅμως εἰς ἄλλο· τὸ ἠλαττώσατε δὲ εἰς τὸ εἶδος τὸ ὀλιγώτερον ἐπιβλαβὲς, εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐξ ἑκουσίας συναλλαγῆς τοῦ ἰδιώτου πρὸς τὸ δημόσιον, εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια· ηὐξήσατε δὲ τὸ χειρότερον εἶδος τοῦ κινητοῦ χρέους. Ἀντὶ ν’ ἀποσύρῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὰ γραμμάτια, ὤφειλε ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ ᾖναι πιστωταὶ αὐτοῦ, πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἄλλους δικαιούχους. Ἐνῷ ὠφείλοντο εἰς αὐτοὺς τέσσαρα καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ ἓν ἑκατομμύριον διὰ νὰ συνάξῃ ἔντοκα γραμμάτια· κατόπιν δὲ τούτου κηρύττει, ὅτι ἠλάττωσε τὸ κινητὸν χρέος, ἐνῷ ἀπεναντίας τὸ μετεῤῥύθμισεν ἐπὶ τὸ χεῖρον καὶ τὸ ηὔξησε. Τὸ δάνειον, εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, θὰ ἐπραγματοποιεῖτο, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους ἐβελτιοῦντο, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπίσης εἶπεν, ὅτι θὰ ἐγίνετο, ἅμα ἡ πίστις πρὸς τὸ δημόσιον ἐπανήρχετο. Εἶχεν ἀνορθωθῆ ἡ πίστις τοῦ δημοσίου, ὅταν ὑπέγραφε τὴν τελευταίαν ἔκθεσίν του ὁ κ. Χρηστίδης; Ἂς κρίνῃ ὁ γινώσκων τὴν τότε κατάστασιν· ἂς κρίνῃ πᾶς ὁ μελετήσας τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Χρηστίδου. Εἴδομεν ὅτι τὸ κινητὸν χρέος, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὁποίου ἐθεώρει ἀπαραίτητον ὁ κ. Χρηστίδης πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως, οὐ μόνον δὲν ἠλαττώθη, ἀλλ’ ηὔξησεν· ἀναγινώσκω δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τὰ ἑξῆς· «Εἶναι βέβαιον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι καί τοι μὴ κυκλοφορούντων αὐτὴν τὴν στιγμὴν πλέον τῶν 800 ἢ 900 χιλιάδων δραχμῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ τῶν εἰς κυκλοφορίαν 3000, 000, οὐδεὶς στέργει νὰ τὰ δεχθῇ ἐκτὸς 500 ἢ 600 χιλιάδων, ἅτινα διακατέχονται ὑπὸ διαφόρων καταστημάτων καὶ ἰδιωτῶν, στεργόντων ν’ ἀνανεόνωσι κατὰ περιόδους τοὺς τίτλους των καὶ ν’ ἀποφέρωσι μόνον τοὺς τόκους». Τοιοῦτον μηδαμινὸν ποσὸν δὲν ἠδύνατο νὰ διατεθῇ, τὰ κεφάλαια ἔφευγον τὸ δημόσιον, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς ἐκθέσεως, καὶ ὅμως διετείνοντο, ὅτι ἡ πίστις ἀνωρθώθη. Ἦτο ἆρα εἰλικρινὴς ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ δανείου; Ἐν τῇ πρώτῃ ἐκθέσει της ῥητῶς ἐδήλωσεν ἡ τότε κυβέρνησις, ὅτι δὲν θέλει σπεύσει νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας της ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ θέλει ἀναβάλει τὴν διαπραγμάτευσιν δανείου, ἕως οὗ πρῶτον τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· κατὰ τὴν μαρτυρίαν δὲ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἕνα μῆνα μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐγένετο ἔναρξις τῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείου διαπραγματεύσεων. Ἂς πιστεύσῃ ὅστις θέλει, ὅτι τοιαῦται διαπραγματεύσεις ἦσαν σπουδαῖαι. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὰ οἰκονομικά. Τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐπορίζετο ἐκ τῶν δανείων, ἅτινα διεπραγματεύετο, δὲν διετίθεντο μόνον εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς πολιτικῆς ὑπηρεσίας, πρόνοια σπουδαία ἐλαμβάνετο καὶ περὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀνεβίβασε τὸν στρατὸν εἰς 14 χιλιάδας ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις εἶχεν ἀναβιβάσει αὐτὸν εἰς 13,500. Ἡμεῖς, κύριοι, εὕρομεν πράγματι εἰς τὰς τάξεις μόλις 10,000 ἄνδρας· συμφώνως δὲ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς μέτρων, ἡ δύναμις δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 11 χιλιάδων ἀνδρῶν· καὶ ὅμως, λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀνεβίβασε τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς 13,500, καὶ τοῦτο ἄνευ δαπάνης· καὶ βεβαίως ἄνευ δαπάνης, διότι ἡ μόνη δαπάνη ὑπῆρξεν ἡ τοῦ χάρτου, ἐφ’ οὗ ἐγράφη ὁ νέος ὀργανισμός· ἀλλὰ λέγει, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος, ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγοδαπανώτερος τοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεδέχθη. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Κ. Βότσαρης ηὔξησε τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ κατὰ τέσσαρα τάγματα, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο χάριν εἰδικοῦ σκοποῦ, καὶ ἡ ἐπιτυχία τῶν ταγμάτων εἶναι ἱκανὴ ἵνα ἀποδείξῃ τὸ κατάλληλον αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπόν.
§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἦτον ὁ σκοπός;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς τὸν εἶπεν ὁ Κ. Βότσαρης. Ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν αὔξησιν εἰς τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι σπουδαία· διότι ἐγένετο χρῆσις τῶν βαθμοφόρων ἐκείνων, οἵτινες ἐμισθοδοτοῦντο χωρὶς νὰ ὑπηρετῶσιν. «Ἐδώκαμεν, εἶπεν, ἐντολὰς περὶ προμηθειῶν»· καὶ εἰς πᾶσαν ἐντολὴν τῆς παρούσης κυβερνήσεως ἀντιτάττει ὁ Κύριος Δεληγεώργης τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν αὐτὸς ἀνῆκεν. Ἀλλ’ αἱ παραγγελίαι ἐκπληροῦνται διὰ χρημάτων· ποίαν πίστωσιν ἐδόσατε; πίστωσιν μὲν 50 χιλιάδων δραχμῶν, χρήματα δὲ 10,000 δραχμάς· αὐταὶ εἶναι αἱ παραγγελίαι· καὶ ὅταν παραβάλλῃ ὁ Κύριος Δεληγεώργης τὰ παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν παραγγελθέντα 18 τηλεβόλα πρὸς τὰ ἐνταῦθα μεταφερθέντα ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως 21, τῳόντι ἀκολουθεῖ τὸ σύνηθες σύστημα νὰ παραβάλλῃ χαρτιὰ πρὸς πράγματα. «Ἀλλὰ καὶ πίστωσιν, λέγει, ἐζητήσαμεν 1,000,000 δραχμῶν, καὶ εἶναι κακῆς πίστεως ἡ κυβέρνησις, διότι ἐνῷ ὤφειλε ν’ ἀντιγράψῃ ὁ Κύριος Βότσαρης καὶ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἀντέγραψε τὸ περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως νομοσχέδιον, ὅπερ ἡμεῖς ἡτοιμάσαμεν, συνέταξε νέον». Ἐὰν ἐπεθυμῆτε πίστωσιν, δὲν ἠθέλατε ἀπομακρύνει τὸν χρόνον τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς· ἡ πίστωσις, λαμβάνεται διὰ νόμου, καὶ τὸν νόμον μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ· ἐστρέψατε τὰ νῶτα πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ συνέλθῃ μέχρι τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν αὐτοδικαίως συνέρχεται, ὅτε πάλιν ἐποιήσατε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναβολῆς, καὶ τὴν παρεπέμψατε εἰς νέαν προθεσμίαν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἠδύνασθε νὰ προβῆτε καὶ εἰς ἄλλο, ἠθέλατε τὴν παραπέμψει καὶ μακρύτερα. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν δύω Κυβερνήσεων, περὶ ἧς μὲ ἐπροκάλεσε νὰ ἐξηγηθῶ ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Ναὶ, ἡ διαφορὰ εἶναι αὕτη, ὅτι σεῖς ἀποφεύγετε τὸ κοινοβούλιον, δὲν θέλετε τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών σας· ἀπεναντίας ἡμεῖς θέλομεν διὰ τοῦ κοινοβουλίου νὰ ἐνεργῶμεν· σεῖς ἐπιδεικνύετε σχέδια, προθέσεις ἀγαθὰς, ἡμεῖς πράγματα· σεῖς ἐπιζητεῖτε τὴν ἀπομόνωσιν τῆς Κρήτης, ζητεῖτε νὰ καταστήσητε τὸν ἀγῶνα αὐτῆς στάσιν ἐπαρχιακὴν, ζητεῖτε τὴν ἀπομόνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ζητεῖτε νὰ πολιτεύηται ἡ Ἑλλὰς πρὸς τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἐν πνεύματι ἀντιζηλίας καὶ δυσπιστίας. Ἡμεῖς πολιτευόμεθα πρὸς τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁμοθρήσκους ἐν πνεύματι ἐμπιστοσύνης, ἀγάπης, ἀδελφότητος· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ σύμπας ὁ χριστιανισμὸς τῆς Ἀνατολῆς συνδέεται διὰ δεσμῶν ἀλληλεγγύης, τοὺς ὁποίους συνέσφιξε πολυχρόνιος ἱστορία, καὶ ὅτι τοὺς δεσμοὺς τούτους δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διαῤῥήξωμεν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εὐθαρσῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἀναγνωρίζοντες ὁποῖα ἔχει καθήκοντα ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, ἵνα ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν πᾶσαν ἔκτακτον θυσίαν, ὅπως ἀνταποκριθῇ τὸ Κράτος πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς εὐγενοῦς αὐτοῦ ἀποστολῆς.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, ἀκολουθήσει τὴν τακτικὴν τοῦ προλαλήσαντος, ὁ ὁποῖος, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἐπελήφθη ζητήματος προσωπικοῦ, καὶ ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ ἐκεῖνον, πρὸς ὃν ἦλθεν ν’ ἀπαντήσῃ, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀνὴρ συνταγματικός. Ἤθελον συζητήσει, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο μὲ βουλευτὴν ἄλλον.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κοινοβουλευτικὸς εἶπα.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἢ κοινοβουλευτικός.—Μὲ βουλευτὴν ἄλλον, ὁ ὁποῖος τυχὼν τῆς τιμῆς νὰ λάβῃ μέρος κατὰ τὴν μεγάλην μεταβολήν, καθ’ ἣν ἐτέθησαν αἱ βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, τοῦ ἀληθοῦς κοινοβουλευτικοῦ βίου, τοὐλάχιστον ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἥτις καθιέρωσεν αὐτόν, ἤθελε κἂν ἅπαξ λαλήσει ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Πᾶς ἄλλος ἑπομένως εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορήσῃ παρὰ τὸν κ. Τρικούπην. Αὐτὸς ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ τὸ πολὺ πολὺ τετρακοσιοστός. Οὔτε μὲ μέλει, κύριοι, ἐὰν φαίνωμαι κατώτερος ἀπὸ τοῦ βήματος ἑνὸς ἀντιπάλου, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὴν καρδίαν. Ἡ καρδία βεβαίως ἐπιτρέπει διάχυσιν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα καταθέλγουσι, τὰ ὁποῖα δύνανται διὰ μίαν στιγμὴν νὰ ὑψώσουν τὸν λαλοῦντα. Ἀλλ’ ὅστις συζητεῖ τὰς ὑποθέσεις τῆς πατρίδος του, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονήσῃ, ὅτι εἶναι πολιτικὸς ἀνήρ, οἱ δὲ πολιτικοὶ ἄνδρες τὴν καρδίαν τὴν ἔχουσιν εἰς τὴν κεφαλήν, καὶ ὀφείλουν νὰ τὴν ἔχουν πάντοτε. Κακοτυχίζω τὴν πατρίδα μας, τὴν κακοτυχίζω, διότι εἰς στιγμὴν τόσῳ σπουδαίαν, τόσῳ κρίσιμον κυβερνᾶται ὑπὸ κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸν νοῦν τὸν ἔχει ἐν τῇ καρδίᾳ. Τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναπτύξωσι τὴν καρδίαν των ὅσον θέλουσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας· ὅταν ὅμως διευθύνωσι τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ ἀρνῶνται τὴν ἀτομικότητά των, πρέπει νὰ ὑποφέρωσι καὶ αὐτὰς τὰς κατακραυγάς, διότι πρέπει νὰ διευθύνουν τὴν πατρίδα ὡς τὸ πολυτιμότερον χρῆμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπολιτεύθημεν, λέγει, ὡς ἐπολιτεύθημεν, διότι ἔχομεν τὴν ἀρχὴν νὰ συμπαθῶμεν πρὸς τοὺς ἄλλους λαούς. Γείνατε ποιηταὶ λοιπόν, γείναται ποιηταί! δὲν σᾶς ἔδωκε κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαθήτητε ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἔχετε αἰσθήματα! τὰ αἰσθήματα πρέπει νὰ ταυτίζωνται μὲ τὸ συμφέρον αὐτῆς, καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς πρέπει νὰ προηγῆται πάντοτε ἀπὸ τὰ αἰσθήματα. Σᾶς εἶπον καὶ χθές, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ ἔντερα τῆς Κρήτης ἦσαν ἐκτὸς τῆς κοιλίας καὶ τὰ ἔντερα τῆς Ἑλλάδος ὡσαύτως, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὀνειρεύεσθε, νὰ ὑψοῦσθε εἰς ἕνα κόσμον ἰδανικόν, νὰ ἐνεργῆτε μὲ αἰσθήματα. Ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατωτέραν ἀνατροφὴν ἀπὸ ἐμέ, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὴν καρδίαν, θὰ εὕρετε ὅλας τὰς ἰδέας τὰς μεγάλας, τὰς εὐγενεῖς, τὰς ὑψηλάς, τὰς ὁποίας σεῖς καυχᾶσθε ὅτι ἔχετε. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ μάθωμεν τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, πρόκειται ν’ ἀνατάμωμεν τὴν κεφαλὴν τῆς Κυβερνήσεως. Κατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τὴν πολιτικὴν τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως, ὡς διὰ τοῦ ὑπομνήματος ὑπερασπισθείσης μεταῤῥυθμίσεις ὑπὲρ τῆς Κρήτης, ἐνῷ συγχρόνως, λησμονῶν τὴν ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν πίπτει, ἦλθε κατόπιν καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ὑπόμνημά μας ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ὅτι τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα ἐζητοῦμεν. Πῶς νὰ ἀπαντήσω, κύριοι, εἰς τοιαύτας ὁμιλίας; Ναί, κύριοι, πρέπει νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ὅσα ἦλθεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ εἶπε. Τί ἀπέδειξαν οἱ λόγοι του; Ὅτι ἅμα ἡ Ἑλλὰς ἀνοίγῃ τὸ στόμα νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ χριστιανῶν, ἀμέσως αὐτὸς ὁ βρυκόλακας, αὐτὴ ἡ ἰδέα ἡ μεγάλη, ἡ φοβερὰ ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, αὐτὴ ἀμέσως παρουσιάζεται εἰς τὸν νοῦν της. Δὲν εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ εἴπω ὅτι ἐνησχολήθημεν πολὺ, ὥστε ν’ ἀπομακρύνωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, ὡς ἕνα κίνδυνον μέγαν διὰ τὴν Κρήτην; Καὶ τὸ κατωρθώσαμεν, κύριοι. Ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις πρὸ μικροῦ σᾶς παρέδωκεν ἔγγραφον τοῦ κυρίου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ὅταν τῷ ἐνεχειρίσθη τὸ ὑπόμνημα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις φαίνεται ὅτι θέλει ν’ ἀνακινήσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ἀνέγνωσε μεταγενέστερον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ πρέσβεως πρὸς τὸν λόρδον Στάνλεϋ, ὅτι εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν θέλει τὸν πόλεμον. Λοιπὸν κατωρθώθη, ὅ,τι κατὰ τὴν ἰδέαν μας ἦτο ὀρθόν; τὸ κατωρθώσαμεν ἢ δὲν τὸ κατωρθώσαμεν; Σεῖς ἐδείξατε καὶ τὰ δύο σημεῖα, καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ τελευταῖον. Ἀλλὰ συγχρόνως αὐτὴ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ πρέπει νὰ σᾶς ἔπεισε περὶ ἄλλου πράγματος, τὸ ὁποῖον πολὺ ἤθελον ν’ ἀμφισβητήσωσιν ἂν ὄχι ῥητῶς ἀλλ’ ἐμμέσως, ὅτι ἐκοπιάσαμεν πολὺ διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ἐνεργείας. Σᾶς ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ὅτι μᾶς ἠπείλησεν ἡ Ἀγγλία, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κινδυνεύσωμεν τὰ τιμαλφέστερα, καὶ μόλον τοῦτο, κύριοι, κανὲν γεγονὸς δὲν ἀποδεικνύει ὅτι μᾶς ἐμπόδισαν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας. Ἐνώπιον τοιούτων κινδύνων, καὶ κίνδυνοι παρακολουθοῦσι πάντοτε τὴν ἔναρξιν πάσης δυσκόλου πράξεως, κανὲν γεγονὸς, λέγω, δὲν ἐπῆλθε, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς σταματήσῃ, οὔτε ἡ ἀνεξαρτησία, οὔτε ἡ βασιλεία, οὔτε οἱ θεσμοὶ, οὔτε ἡ ἐσωτερικὴ τάξις, οὔτε τίποτε, ἀπολύτως τίποτε δὲν ἐκινδύνευσε. Καὶ ἂν δυνηθῆτε ν’ ἀποδείξητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας δὲν ἀπεκτήσαμεν πλήρη καὶ τελείαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θέλετε εἶσθε βεβαίως θαυματουργός. Συλλογίσθητε μόνον πόσαι χιλιάδες ὅπλων, πόσαι χιλιάδες τροφῶν, πόση πληθὺς πλοίων, ποσάκις τὰ ἀτμοκίνητα ἐταξείδευσαν, ἐτροφοδότησαν, ἔδωκαν πολεμεφόδια, ἔδωκαν ὅλα τὰ μέσα, κύριοι, διὰ νὰ διατηρῆται αὐτὴ ἡ νῆσος, καὶ τὰ πάντα ἐξῆλθον ἀπὸ τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ, κύριοι, αἱ ἐκφράσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀπαντᾶτε εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ λόρδου Στάνλεϋ, εἰς ποίαν περίστασιν ἐξεφωνήθησαν; Θέλω τὸ ἐπαναλάβει, διότι συντελεῖ πάλιν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι σύστημα ὀρθόν. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, ὁποία ἦτο ἡ πληροφορία ἡ ἐσφαλμένη, τὴν ὁποίαν μετέδωκεν εἰς τὸν λόρδον Στάνλεϋ ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐνταῦθα, ὁ κ. Ἔρσκην, καὶ ἡ ὁποία ἐπροκάλεσεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν τὴν φοβερὰν, ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων ἔδωκε καὶ πυροβόλα, ὅτι ἔδωκε καὶ μέσα εἰς τὸ Πανελλήνιον, καὶ ἡ πρώτη ἀπάντησις τοῦ λόρδου Στάνλεϋ ἦτο τηλεγραφικὴ, καὶ μετέπειτα ἦλθε καὶ ἡ διακοίνωσις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς διαδόχους μας. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶπον τίποτε περὶ Κυθήρων, εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ὅτι ἀγνοῶ πάντα ταῦτα, καὶ τῷ ὄντι τὰ ἠγνόουν· ἠγνόουν ὅτι ὁ ἀτμοδρόμων εἶχεν ἀναχωρήσει περίπου συγχρόνως μὲ τὸ Πανελλήνιον. Πολὺ περισσότερον ἠγνόουν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα, κύριος οἶδε, πῶς ἐπληροφορήθη ψευδῶς ὁ κ. Ἔρσκην. Ἠρνήθην τὰ πάντα, τῷ ἐπρόσθεσα ὅμως ὅτι, ἐὰν ὁποιαδήποτε παρεκτροπὴ συνέβη ἐκ μέρους τοῦ πλοιάρχου, ὁποιαδήποτε πρᾶξις ἡ ὁποία παραβιάζει τὴν οὐδετερότητα, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ τηρήσωμεν, βεβαίως θέλει ἐπιπληχθῆ, θέλει τιμωρηθῆ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανέρχεται καὶ πάλιν εἰς τὸ παμφίλτατον αὐτοῦ ζήτημα, τὸ ζήτημα ὅτι ὁ Πὺμ ἐν ἀγνοίᾳ ἢ ἐναντίον τῶν διαταγῶν τῆς κυβερνήσεώς του ἐνήργησεν. Ἤθελον καὶ τοῦτο τὸ χαρίσει εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργόν, διότι ἡ παραλαβὴ τῶν γυναικοπαίδων, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον ἡ κυβέρνησις καυχᾶται, δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον τῆς ἀπέδωκε διὰ λόγους πολλὰ καταφανεῖς καὶ πολλὰ ἀληθεῖς. Τί εἶναι, κύριοι, ἡ παραλαβὴ τῶν γυναικοπαίδων, ὅταν μὲ τὴν μίαν χεῖρα παραλαμβάνωνται τὰ γυναικόπαιδα καὶ μὲ τὴν ἄλλην κηρύττεται ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας, αἱ μεταῤῥυθμίσεις μόνον ὑπὲρ τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ μὴ ἐπέμβασις μεταξὺ χριστιανῶν καὶ τούρκων; Ἐννοῶ τὴν παραλαβὴν τῶν γυναικοπαίδων, ὅταν ἐγένετο ἀπὸ τὸν Πὺμ καὶ τὸν Μέγαν ναύαρχον, διότι καμμία ἀπόφασις δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην· μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπαναστάσεως ὑπῆρχον τὰ πράγματα τῆς Τουρκίας, ὑπῆρχον αἱ σχέσεις τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Τουρκίαν αἱ αὐταί, ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ πρίν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, κύριοι, ὅταν παραλαμβάνωνται ἀφ’ ἑνὸς γυναικόπαιδα καὶ ἀφ’ ἑτέρου κηρύττουσιν ὅτι ἀφίνουσι τὸν Κρῆτα πολεμοῦντα καὶ σφαζόμενον, ἔρχονται αἱ δυνάμεις καὶ συνομολογοῦν καὶ κηρύττουν τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν μὴ ἐπέμβασιν μεταξὺ τῶν σφαζομένων καὶ τῶν δυναστῶν, ἠμπορεῖτε νὰ μὲ εἴπητε, ὅτι εἶναι πρᾶξις ἐπεμβάσεως ἡ παραλαβὴ τῶν γυναικοπαίδων; ἠξεύρετε τί πρᾶξις εἶναι; εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 500 ἢ 600 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα. Καλῶς νὰ ἔλθουν καὶ καλῶς ἦλθαν οἱ Κρῆτες· ἐψηφίσαμεν καὶ θὰ ψηφίσωμεν δι’ αὐτούς, θὰ τοὺς δεχθῶμεν, καὶ ὄχι μόνον ἡ ἐπικράτεια, ἀλλὰ τὸ ἔθνος, οἱ πολῖται, οἱ κάτοικοι, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔδωκαν τὸν ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν, ἤνοιξαν τὰς οἰκίας των καὶ τοὺς ἐδέχθησαν εἰς τὰς ἀγκάλας των καὶ τοὺς διατηροῦν· καὶ ἡ κυβέρνησις ὀφείλει, καὶ τὸ ἔθνος ὀφείλει, καὶ θὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ὅταν τὴν πρᾶξιν ταύτην θέλετε νὰ τὴν κρίνητε ὡς πολιτικὴν, σφάλλετε, κρίνοντές την ὅπως τὴν ἐνεργεῖτε, ὡς ἀποδεικνύουσαν ἐπέμβασιν. Τὸ ἐννοεῖτε ὅμως, κύριοι, σεῖς, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ φιλονεικεῖτε αὐτὴν τὴν τιμὴν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας παρέλαβον γυναικόπαιδα........ Οὐδόλως σχεδὸν, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα ἐνδιέτριψεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, περὶ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ τελευταῖαι πράξεις τῆς Εὐρώπης· παρέθεσε μόνον μίαν ἐφημερίδα τῆς Πετρουπόλεως· ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τῆς Πετρουπόλεως περιμένει νὰ σχολιάσῃ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῶν συμφερόντων μας. Ἔχομεν ὅμως τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐνώπιόν μας καὶ τὰ κρίνομεν. Τί εἶπεν ἡ Εὐρώπη, κύριοι; Εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπεμβαίνει μεταξὺ τῶν Κρητῶν καὶ τοῦ Σουλτάνου· καὶ τί ἐπεφυλάχθη, κύριοι; Τὸ ἀναφέρω, διότι τοῦτο χαρακτηρίζει τὴν μὴ ἐπέμβασιν, τὴν χαρακτηρίζει περισσότερον, τὴν διασαφηνίζει περισσότερον. Τί ἐπεφυλάχθη; Εἶπεν, ὅτι δὲν παραιτεῖται τῆς ἰδέας τῆς φιλανθρωπίας, καὶ ἦλθεν ἔπειτα ὁ Γορτσακὼφ, ὄχι ἡ ἐφημερὶς τῆς Πετρουπόλεως, ἀλλ’ ὁ Γορτσακὼφ, ὁ ὑπουργὸς τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ῥωσσίας, καὶ εἶπεν, «ὅτι διεφυλάξαμεν δι’ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς φιλανθρωπίας, ὁσάκις ἡ φιλανθρωπία μᾶς ἐπιβληθῇ ὡς νόμος. Αὐτὴ ἡ διαστολὴ, αὐτὴ ἡ ἐξεύρεσις χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν κανόνα· χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ δείξῃ ὁποίαν σημασίαν ἔχει ἡ μὴ ἐπέμβασις, τὴν ὁποίαν αἱ δυνάμεις ἐκήρυξαν· Ἀλλὰ, κύριοι, ὁποίαν σημασίαν πλέον ἔχει ἡ φιλανθρωπία, ὁσάκις κατασταθῇ νόμος εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅταν ἡ Κρήτη δὲν δύναται πλέον νὰ κάμῃ καὶ νὰ πάθῃ μεγαλείτερα! Ἔπαθε βεβηλώσεις, ἔπαθε δῃώσεις, ἔπαθε καταστροφάς, ἔπαθε σφαγάς, τὸ αἷμα ῥέει 1½ ἔτος· καὶ τί περιμένετε, κύριοι, πλειότερον; Ἡ Εὐρώπη κηρύττει, ὅτι ἐπιφυλάττεται, ἐὰν κατασταθῇ ἡ φιλανθρωπία νόμος, νὰ ἐξασκήσῃ πράξεις φιλανθρώπους. Ἀλλ’ ὁποία καρδία πρέπει νὰ ᾖναι αὐτὴ, ὥστε ἡ φιλανθρωπία νὰ μὴ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ νὰ περιμένῃ ἄλλας πράξεις ἀνωτέρας, διὰ νὰ κεντηθῶσι τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα; Ἠννόησεν, ὑποθέτω, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἠννόησε τὴν σημασίαν τοῦ σφάλματός του ἐν τῇ προκηρύξει, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε περὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο τὴν εἶπε σήμερον ἐγκύκλιον ἁπλῆν, ἓν ἔγγραφον προωρισμένον νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὰς αὐλάς. Εἴπατέ το μὲ τὸ ὄνομά του, διὰ νὰ τὸ ἐννοήσουν οἱ πάντες. Ἐδῶ, κύριοι, ἦτο τὸ στάδιον· ἔπρεπεν εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον νὰ ἔλθητε νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, καὶ νὰ ἔλθητε νὰ συζητήσητε. Πλὴν περιετυλίχθητε ἐντὸς ἐγγράφων τινῶν, τὰ ὁποῖα περιέχουσι μεμονωμένους τινὰς καὶ μὴ ἔχοντας σπουδαίαν σημασίαν ἰσχυρισμοὺς, καὶ τὰ ἀνεγνώσατε. Ἠθελήσατε νὰ μᾶς ἐπεῤῥίψητε τὸν μῶμον, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὰ γενναῖα αἰσθήματα, καὶ τὰ ἔχετε μόνον σεῖς. Ἔπρεπε νὰ ἔλθετε νὰ δώσητε τὸν ὁρισμὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος, εἰς τί διαφέρομεν. Τότε ἐκ τῆς συγκρίσεως ἠδύνασθε νὰ ἐξάξητε, ἐὰν αἰσθήματα μᾶς χωρίζουν ἢ νοῦς. Δὲν εἶναι, κύριοι, Ἀνατολικὸν ζήτημα ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος· Ἀνατολικὸν ζήτημα εἶναι ἡ κατάλυσις τῆς δυναστείας τῆς τουρκικῆς, ὁ ἐξοστρακισμὸς τῆς αὐτοκρατορίας τῆς τουρκικῆς ἀπ’ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς Εὐρώπης. Αὐτὸ εἶναι τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἡ προκήρυξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Πρέπει νὰ φύγουν, λέγει, οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, πρέπει νὰ καταλυθῇ αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα τὸ σεσηπὸς, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικὸν κατὰ τὰς εὐχὰς τῶν λαῶν, ἢ κατὰ τὰ, ἀπαιτήσεις τοῦ αἰῶνος. Πῶς θέλετε νὰ τὸ ἐξετάσω, κύριοι; ὡς σπουδαῖον ἔγγραφον, ἢ ὡς ἁπλῆν προκήρυξιν; Ὡς σπουδαῖον ἔγγραφον τὸ ἐξήτασα, τὸ ἐξετάζω ὁπότε θέλετε, σᾶς προκαλῶ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μαζῇ καὶ πάλιν. Τί ἠθελήσατε δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου νὰ κάμητε, κύριοι; Ἐὰν ἦτο προκήρυξις, τὴν ὁποίαν ἐξεδίδετε ἐπιχειροῦντες τὸ ἔργον, τὸ πολὺ πολὺ ἠδύνατό τις νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχετε ἑτοιμασθῆ ἐπαρκῶς, ἢ ἐὰν ἦσθε ἡτοιμασμένοι, ἠθέλετε βεβαίως ἔχει τὰς εὐχὰς καὶ τὸν θαυμασμὸν τῆς οἰκουμένης. Ἀλλὰ διατί τὸ ἐξεδώσατε; διὰ νὰ εἰδοποιήσητε τὰς Δυνάμεις· διότι πρὸς τὰς Δυνάμεις τὸ ἐξεδώσατε. Τί ἠθελήσατε δι’ αὐτοῦ; νὰ τὰς συμβουλεύσητε; νὰ ταῖς δείξητε ὅτι εἶσθε ἐφευρεταὶ μιᾶς λύσεως; νὰ ταῖς εἴπητε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικόν; Τί ἐννοήσατε, ὅταν παρηγγείλατε εἰς τὸν πρέσβυν σας: «εἰπὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν, παρ’ ᾗ εἶσαι ἐμπεπιστευμένος, καὶ δὸς νὰ ἐννοήσῃ καλῶς ὁ κ. Μουτιὲ, ὁ λόρδος Στάνλεϋ, ὅτι διαρκὴς εἰρήνη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ μόνον ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικὸν λυθῇ κατὰ τὰς εὐχὰς τῶν λαῶν!» Ὡς νέαν ἰδέαν τὸ παρουσιάζετε; ὡς ἐφεύρεσιν; Ἐν ἀγνοίᾳ, νομίζετε, ὅτι ἦσαν τοῦ γεγονότος; δὲν ἐνασχολοῦνται αἰῶνας εἰς τοῦτο; δὲν ἔχυσαν αἷμα; δὲν ἐθυσίασαν χρήματα; Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα εἶπον χθὲς, καὶ πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι δὲν αὐτοσχεδιάζονται, κύριοι, αἱ λύσεις τῶν μεγάλων ζητημάτων; Δὲν ἔχω, κύριοι, ἄπειρα παραδείγματα περὶ τούτου; Ναὶ, ἠθέλησε καὶ τὸ Πιεμόντε νὰ λύσῃ τὸ Ἰταλικὸν ζήτημα· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτοσχεδίασε τὰς δυνάμεις καὶ τὰς ἀνάγκας πρὸς τοῦτο, ἡττήθη εἰς τὰ 1848. Αὐτοσχεδίασε ναυτικὰς δυνάμεις ἡ Ἰταλία, ἐξώδευσε 300 ἑκατομμύρια εἰς μίαν πενταετίαν διὰ νὰ σχηματίσῃ στόλον, καὶ ἦλθεν ἐν Λίσσῃ καὶ ἀντηγωνίσθη πρὸς πολὺ εὐτελέστερον ἐχθρὸν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε χρήματα νὰ ἐξοδεύσῃ, δὲν εἶχε πίστιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτοσχεδιάσθησαν αἱ δυνάμεις τῆς Ἰταλίας, ἐνῷ αἱ δυνάμεις αἱ αὐστριακαὶ δὲν ἦσαν αὐτοσχεδιασμέναι, ἡ Ἰταλία ἡττήθη εἰς τὴν Λίσσαν. Θέλω, κύριοι, μὲ τοῦτο νὰ σᾶς ἀποδείξω ἓν παραδείγματι ἁπλῶς, ὅτι τὰ μεγάλα ζητήματα ἔχουσι δύσκολον τὴν λύσιν, καὶ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις τῆς πατρίδος μου, νὰ ὠφελῶνται ἐκ τῶν παραδειγμάτων, καὶ νὰ μὴ τρέχωσι γοργῷ τῷ βήματι, ἐνῷ δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ τρέξουν οὔτε τόσον, οὔτε ἐπὶ τόσον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, περὶ τίνος ἄλλου ἀντικειμένου ἐπραγματεύθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Νομίζω, περὶ τοῦ δανείου. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ δάνειον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εἶχεν ἀποτύχει ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός; Ἐξ ἐναντίας ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἀπέτυχεν. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἐγένοντο μακραὶ διαπραγματεύσεις· διετυπώσαμεν ἐπὶ τέλους τοὺς τελευταίους ὅρους, καὶ τοὺς εἴδετε εὐτυχῶς καὶ δημοσιευμένους· πῶς τοὺς ἀγνοεῖτε; ἐζητοῦμεν νὰ συνδυάσωμεν τὸν συμβιβασμὸν τοῦ δανείου μὲ δάνειον νέον, τοῦ ὁποίου εἴχομεν ἀνάγκην. Σεῖς ἐπράξατε τὸ ἐναντίον· πρῶτον ἐφέρατε εἰς τὸ μέσον τὸ δάνειον καὶ ἔπειτα ἐπράξατε τὸν συμβιβασμόν. Τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας ἤθελεν ἔχει τοῦτο τὸ καλὸν, κατὰ τοὺς ἰδίους σας λόγους, ὅτι, συμβιβαζομένου τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, ἤθελεν ἀνορθωθῆ ἡ πίστις, ἑπομένως ἡ προμήθεια τοῦ δανείου θὰ ἦτο εὐκολωτέρα, θὰ ἦτο εὐθηνοτέρα. Σεῖς ἐπράξατε τὸ ἐναντίον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι οἱ ἴδιοι λόγοι σας· διότι ἐφρονεῖτε καὶ ὑπεστηρίζετε, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825 ἤθελε φέρει πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως. Πρῶτον ὅμως ἐξεθέσατε εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ δάνειον, καὶ ἔπειτα, κύριοι, ἀφοῦ ἀπετύχατε, τότε ἐκάμετε τὸν συμβιβασμόν. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι, ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις, ἄλλος τις θέλει ὁμιλήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται λοιπὸν περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι!
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον θὰ κάμωμεν, ὅ,τι συνήθως κάμνομεν δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων συζητεῖται ἡ ἀρχὴ, ἡ γενικὴ ἰδέα, καὶ ἑπομένως ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχή. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν καθ’ ἕκαστα. Λοιπὸν 12 ἡμέρας σήμερον ἐσυζητήσαμεν περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πιστώσεων. Τώρα πρόκειται νὰ ψηφοφορήσητε τὴν ἀρχήν. Ἐὰν τὴν παραδεχθῆτε, θ’ ἀρχίσωμεν τὰ καθέκαστα, εἰ δὲ μὴ θὰ ἀποῤῥιφθοῦν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων, νὰ ἐγερθοῦν (θόρυβος).
§38Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα;
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ἂν θελήσητε καὶ ὑμεῖς ν’ ἀκούσητε, ὅσα καὶ ἡμεῖς λέγομεν. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διῄρεσε τὴν πραγματικὴν συζήτησιν εἰς δύο διακεκριμένα μέρη. Πρῶτον σᾶς εἶπε θέλομεν λαλήσει περὶ τοῦ πολιτικοῦ μέρους τῶν πιστώσεων καὶ κατόπιν περὶ τῶν καθέκαστα. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἓν ζήτημα, δὲν εἶναι δύω. Ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ μέρους καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔληξεν· οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν πλέον διάθεσιν ν’ ἀναπτύξωμέν τι, οὔτε ἡ συμπολίτευσις. Ἔρχεται τὸ δεύτερον μέρος. Πῶς δυνάμεθα ἤδη νὰ τὸ χωρίσωμεν, ἐνῷ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα. Πρέπει νὰ τὸ διεξέλθωμεν κατὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ οἰκονομοῦμεν χρόνον μὲ τοῦτο. Τὰ καθέκαστα συνδέονται μετὰ τῆς ἀρχῆς, ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἄνευ μεγάλης συζητήσεως, νομίζω, ὅτι θέλομεν συμφωνήσει. Ἀληθῶς ἐγένετο διαίρεσις· τὶ δὲ ἠννόει ἡ διαίρεσις ἐκείνη; ἐπέβλεπεν εἰς τοῦτο, — θέλομεν ἔξοδα, καὶ τὰ θέλομεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· τώρα πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ἂν ᾖναι καλὸς ἢ κακὸς, πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ἐξ ἀρχῆς σᾶς δίδομεν ἔξοδα, ναὶ ἢ ὄχι. Κατόπιν θέλετε ἀποφασίσει ἂν ἡ ἰδιαιτέρα χρῆσις ᾖναι καλὴ ἢ κακή. Ἡ ἰδέα ἐμπεριέχεται εἰς αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, θέλομεν πιστώσεις, διότι ἔχομεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἰδέαν. Εἰς ὅλας τὰς πιστώσεις αὐτὸ γίνεται. Ὑποθέσατε, ὅτι παρουσιάζεται πίστωσις περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ ἐν γένει καὶ συζητεῖται ἂν ᾖναι εὔλογος ἢ ὄχι.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ πιστώσεις δὲν ἔχουν ἀρχήν, εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης τοῦτο (θόρυβος).
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν διὰ μιᾶς ψηφοφορίας καὶ ἔπειτα θέλομεν ἔλθει εἰς τὰ καθέκαστα. Τοῦτο ἐγένετο καλῶς, ἐκεῖνο ἐγένετο κακῶς.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει ἡ συζήτησις νὰ κλείσῃ κανονικῶς. Ἐπὶ πιστώσεων ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει. Ζητεῖτε χρήματα, εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἢ τὰ δίδομεν, ἢ δὲν τὰ δίδομεν.
§44Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἕως τώρα δὲν παρουσιάσθη, προκειμένου περὶ πιστώσεων, ὁ χωρισμὸς τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὰ καθέκαστα (θόρυβος). Πρῶτον διότι ἐδῶ, καθόσον ἀφορᾷ μερικὰς πιστώσεις, εἶναι διὰ Β. Διατάγματος χορηγημέναι καὶ ἔρχονται μὲ ἓν μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐννοεῖται λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν Διατάγματος Βασιλικοῦ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι θὰ καινοτομήσωμεν, ἂν χωρίσωμεν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὰ καθέκαστα. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν ταύτην; Ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἴς τινα κεφάλαια εἶναι ἐναντία τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας. Λοιπὸν ἀναγινώσκοντες καὶ συζητοῦντες, ἔρχεται ἡ ψηφοφορία τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας (θόρυβος).
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὰ καθέκαστα.
§46Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διότι ἡμεῖς εἰς πολλὰ κονδύλια συμφωνοῦμεν μετὰ τῆς πλειοψηφίας. Ἄλλως τε πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πολλῶν κεφαλαίων οἱ τίτλοι ἔχουν περιεχόμενον διαφορετικόν. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅπου ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τῆς πλειοψηφίας δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Ὅπου ὑπάρχει διαφωνία ἔρχεται ἡ ψῆφος, εἶναι δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν ὅμως, κύριοι, ἐπιμένετε νὰ μᾶς βλέπετε νὰ δεχθῶμεν ψηφοφορίαν ἀρχῆς παραδοχῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία περιέχει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐννοῶ, ὅτι ψηφοφορῶμεν ὑπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐμπιστοσύνης.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐκ δεξιῶν). Ὅπως θέλετε (θόρυβος).
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, θὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν ἀρχὴν πρῶτον καὶ μετὰ ταῦτα τὰ καθέκαστα. Ἐρωτήσατε, κύριε πρόεδρε, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων νὰ ἐγερθῶσι (θόρυβος).
§49ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιστεύετε ὅτι αἱ πιστώσεις εἶναι ἓν νομοσχέδιον; δὲν μοὶ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, ἠκούσθη ποτὲ ὅτι ἡ Βουλὴ τέσσαρα νομοσχέδια τελειώνει μὲ μίαν ψηφοφορίαν; τοῦτο εἶναι ἄτοπον καὶ ἀπρεπές· ἕκαστον νομοσχέδιον ἔχει ἕνα σκοπὸν, καὶ ὁ σκοπός του εἶναι ἡ ἀρχή του.
§50ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φιλονεικεῖτε τὴν ἀρχήν του;
§51ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶ· τί ἤθελε πράξει ἡ Βουλή, ἂν ἐζητοῦντο πιστώσεις διὰ κατασκευὴν σχολείων, διὰ κατασκευὴν στρατώνων, καὶ δι’ ἄλλην τινὰ ὑπόθεσιν; ἤθελε ψηφοφορήσει τὴν ἀρχὴν αὐτῶν en bloc; πῶς θὰ τὸ κάμετε ἐδῶ; ἐδῶ συζητοῦμεν νομοσχέδια διὰ δημοσίαν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν διατροφὴν τῶν Κρητῶν, δι’ ἔκτακτον ἐξοπλισμὸν πλοίων, διὰ ναυπηγίαν· ὅλα αὐτὰ ἔχουν μίαν ἀρχήν;
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ χορηγήσῃ πιστώσεις, καὶ ἑπομένως τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§53ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ μᾶς πλανέσητε; ἀπατᾶσθε. Ἀφοῦ ἔχετε πιστώσεις τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς δεχόμεθα, πῶς θέτετε τὴν ἀρχὴν δέχεσθε ἢ ὄχι;
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰς διαιροῦμεν λοιπὸν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς μίαν τῆς παραδοχῆς καὶ εἰς μίαν τῆς μὴ παραδοχῆς, ἢ ἂν θέλετε ψηφοφοροῦμεν τὴν ἀρχὴν τῶν μὴ ἀμφισβητουμένων.
§55ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι περίεργον.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ μείνωμεν σύμφωνοι. Ἀκούσατε τὶ λέγουν τὰ πρακτικά· «ἦλθεν ὕστερον εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως κτλ.» ὥστε, ὅτι αἱ πιστώσεις τότε εἶχον ἀρχὴν εἶναι ἀναντίῤῥητον.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι ἐπειδὴ ἔγεινεν ἓν σφάλμα, πρέπει ἐκ νέου νὰ τὸ παραδεχθῶμεν.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν συζητοῦμεν ἐννέα καὶ δέκα ἡμέρας, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· ἔχετε ἔνστασιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν ἀρχὴν ὅλων τῶν πιστώσεων, διότι εἶναι μερικαὶ, τὰς ὁποίας δέχεσθε· ἐὰν θέλετε ψηφοφοροῦμεν τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας δὲν δέχεσθε.
§59Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας· λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν οὕτω πως· οἱ δεχόμενοι τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἑπομένως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἤτοι τὴν ἐμπιστοσύνην, θέλουσι λέγει ναί, οἱ δεχόμενοι τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας λέγουσιν ὄχι.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§61Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας.
§62Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπησχόλησε τὴν κοινωνίαν ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας, πρέπει νὰ ᾖναι ἐξ ἴσου σπουδαῖον, ὅσον σπουδαῖαι ἦσαν αἱ συζητήσεις. Ἐθεώρησα, κύριοι, ἀπ’ ἀρχῆς τὸ σφάλμα νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ περιτυλίξῃ τὴν πολιτικήν της εἰς ἀριθμούς, καὶ τὸ σφάλμα ἀπέδειξεν ἡ συζήτησις, διότι σπουδαίως ἐσυζητήθη, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐσυζητήθη ἐν γένει ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, κύριοι, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· εἶναι ἔντιμον διὰ τὸ σῶμα, εἶναι συνέπεια ἀναπόφευκτος μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία παρουσιάσθη μὲ τόσας ἐπόψεις καὶ συνεκίνησε τόσον τὰς ἰδέας τοῦ ἔθνους, ν’ ἀπολήξῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ποῦ ἐξωδεύθη ἡ μία δαπάνη καὶ ἡ ἄλλη; Ὄχι φρονῶ κύριοι. Ἐξεφράσθησαν ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας μερίδος ἰδέαι πολιτικαὶ, ἰδέαι ἀνεξάρτητοι τῶν χρημάτων καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, κύριοι, προσκαλεῖται τὸ σῶμα νὰ φέρῃ τὴν ψῆφόν του.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρόκειται κύριοι, ὅτε διάφοροι πολιτικαὶ διέτρεξαν ὅλα τὰ στάδια τῆς συζητήσεως καὶ ἀπέληξαν εἰς τὸ τέρμα, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὅ,τι ἐσυζητήσαμεν· διότι κατὰ τοὺς νόμους τῶν Κοινοβουλίων αἱ ψηφοφορίαι πρέπει νὰ ἐκπροσωποῦν τὰς συζητήσεις. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ψηφίσωμεν ὅ,τι δὲν ἐσυζητήσαμεν. Θὰ ψηφίσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς συμπολιτεύσεως, θὰ ψηφίσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἐξετέθησαν τὰ προγράμματα ἵνα ᾖναι ἐν γνώσει ἡμῶν καὶ ὅλου τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀντίπαλος τῶν συζητήσεων, ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ Σώματος, θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἑξῆς θέμα· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα.
§66Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἰδοὺ διατί· διότι ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ὑπάρχει καὶ δὲν ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων, καὶ διατί κύριοι; διότι αἱ πιστώσεις εἶναι πέντε, καὶ ἐπὶ τῶν δύο ὑπάρχει παμψηφία, ἐπὶ δὲ τῶν τριῶν ὑπάρχει διαφορά· λοιπὸν ποίαν ἀρχὴν θὰ ψηφίσετε; ἀρχὴν οὐδεμίαν· ἀλλὰ δυνάμεθα ν’ ἀπολήξωμεν τὴν συζήτησιν ἄνευ ψηφοφορίας; ὄχι κύριοι, διότι ἄλλως θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐσυζητήσαμεν εἰς μάτην, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὑποχρέωσις εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν· δι’ αὐτῆς τῆς ψηφοφορίας ἐγκαινιάζεται, κύριοι, ἐπίσημος πολιτικὴ καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ἂν τοιαῦτα ἐγκαίνια δὲν ἐπρόκειτο νὰ ῥίψῃ ἡ Βουλὴ, διατί νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας; Δι’ αὐτὸ λέγω, κύριοι, ἀφοῦ ἠκούσαμεν τὰ πάντα, ἀφοῦ ἐθεωρήσαμεν καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν κεκριμένην ἔκφρασιν· ἠκούσατε τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, τί φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ στόματος τῶν ἀγορευσάντων· οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πρέπει ν’ ἀποφανθῶσι.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη.
§68ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρὸ δύω, κύριοι, μηνῶν ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἔφερε πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐστείλατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὰς ἐξελέγξῃ· ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς ἔφερε δύω ἐκθέσεις· ἡ μὲν τῆς μειονοψηφίας καὶ ἡ ἑτέρα τῆς πλειονοψηφίας· αἱ πιστώσεις λοιπὸν εἶναι νόμος καὶ δὲν ψηφοφοροῦνται χωριστά· τοῦτο, κύριοι, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἡμεῖς εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ἐγκαινιασθῇ ἐνταῦθα, ἂν ἐπλανήθη βουλευτὴς καὶ εἶπε μίαν ἰδέαν, ἡμεῖς δὲν τὴν παραδεχόμεθα.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐσυζητοῦμεν προχθὲς κύριε Γόνδυκα;
§70ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὴν κακὴν διαχείρισιν, ἵνα σὲ πείσω, κύριε Στεφανόπουλε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇς τὰς πιστώσεις αὐτάς· δὲν σὲ ἀνέφερον λοιπὸν τίποτε περὶ τῶν πιστώσεων· Προτείνω, κύριοι, νὰ παρουσιάζηται ἑκάστη τῶν πιστώσεων χωριστὰ, νὰ τὴν ψηφοφοροῦμεν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, οὐχὶ δὲ ὅλα ἐν συνόλῳ.
§71ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς, ἔγκειται εἰς ὅλας τας πιστώσεις εἰς μίαν ἑκάστην. Ὅταν μίαν τῶν πιστώσεων ἀποῤῥίψωμεν, ἰδοὺ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀποῤῥίπτεται, καὶ χάνει τὴν ἐμπιστοσύνην. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς διετύπωσε καὶ εἶπεν, ὅτι ὅσοι παραδέχονται τὰς πιστώσεις, ἤτοι ὅλας ὁμοῦ ἢ μίαν ἑκάστην, παραδέχονται τὴν πολιτικήν μας, ἄλλως τε κύριοι, καὶ αἱ πιστώσεις πρέπει νὰ διέλθωσι τὸν τύπον τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς, ἄλλως τε δὲ θὰ προκύψῃ μία παρατυπία, θὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸν τύπον.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πολιτικήν.
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χωρίσατε τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης· πῶς δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ χωρίσητε τὴν πολιτικὴν, νὰ χωρίσητε τὰς πιστώσεις καὶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης;
§74ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, πότε θὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.
§75ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Διότι ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι καὶ ἑτέρα Κυβέρνησις ἔφερε πιστώσεις, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα μὲν νὰ δώσωμεν τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν πολιτικὴν της. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἀποδοκιμάζω τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐν τούτοις ἐπειδὴ ἅπαξ τῆς ἔδωκα τὰ μέσα, ἵνα λάβῃ ἔκτακτα μέτρα σύμφωνα μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ γένους, παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων, εἰς δὲ τὰ καθ’ ἕκαστα δύναμαι νὰ φέρω τὰς ἀντιῤῥήσεις μου. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων.
§76Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἁρμοδιότητά σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ καὶ ὁ πρόεδρος εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ θέσῃ τὰ ζητήματα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 41, ὅταν ἔρχωνται τροπολογίαι καὶ ὑποτροπολογίαι ἐπί τινος νομοσχεδίου, τότε πάντοτε προηγοῦνται αἱ ἀπώτεραι τροπολογίαι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί ἔχομεν; ἔχομεν 5 νομοσχέδια περὶ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων διὰ διάφορα ἀντικείμενα ὑπὸ διαφόρους τίτλους κατονομαζόμενα· δεύτερον ἔχομεν μίαν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παρεδέχθη ὅλα αὐτά· ἔχομεν καὶ ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, ἥτις λέγει τὰ μὲν παραδέχομαι, τὰ δὲ διαφιλονεικῶ κατὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ποῦ ἐπιφυλάττομαι, ποῦ δὲ ἀποῤῥίπτω. Τώρα ἂν θέλετε νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τότε ἐγείρεται ἡ ἀμφιβολία, οἱ ἠναγκασμένοι νὰ ψηφίσωσι κατὰ τῶν πιστώσεων, θὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς περὶ τῶν προσφύγων Κρητῶν; Θὰ ὑποπέσωμεν λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Λοιπὸν ἡ κανονικωτέρα διέξοδος εἶναι νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα; ἡ τῆς μειοψηφίας· ἡ μειοψηφία λέγει, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τοὺς πρόσφυγας κτλ. δὲν ἀντιλέγω· εἰς τὰ ναυτικὰ καὶ εἰς τὰ στρατιωτικά, λέγω τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τοῦτο λέγουσιν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Νὰ τεθῇ λοιπὸν ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας εἰς ψηφοφορίαν (θόρυβος).
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὸν ἑαυτόν μας. Ἤκουσα πολλάκις κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἐπαναλαμβανομένας τὰς λέξεις θάῤῥος, εἰλικρίνεια, παῤῥησία. Ἂς τὰς λάβωμεν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο σᾶς τὸ λέγω χωρὶς νὰ βγάλω τὸ κεφάλι μου καὶ νὰ τὸ βάλω εἰς τὴν καρδιὰ, καὶ τὴν καρδιά μου εἰς τὸ κεφάλι. Τί πρόκειται, κύριοι, πρὸ δύω μηνῶν; Ἡ κυβέρνησις παρουσιάζει, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασε πιστώσεις, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐδῶ εἶναι ἡ πολιτική μου. Λάθος τῆς κυβερνήσεως, διότι περικλείει τὴν πολιτικήν της ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν. Ἂν ἐσεῖς ἐνομίζατε ὅτι τοῦτο ἦτο λάθος, ἔπρεπε νὰ ἔλθητε ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ νὰ εἴπητε τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅλοι, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν τὴν γνωρίζομεν, καθόσον ἐξεφράσθη καθαρῶς, δὲν τὸ δεχόμεθα νὰ τὴν συζητήσωμεν ἐντὸς ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως καὶ καθαρὰν ἀπὸ ἀριθμούς· ἀλλὰ τὸ ἐδέχθητε· ἡ ἐπιτροπὴ ἐδαπάνησε 35 ἡμέρας συζητοῦσα ἐπὶ τῶν πιστώσεων, καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρίστανε τὴν ἰδέαν τῆς κυβερνήσεως, δὲν ἔσπευδε νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν, ἡ ἔκθεσις δὲν ἤρχετο. Ἦλθεν ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας καὶ ἡ τῆς μειοψηφίας δὲν παρουσιάσθη· ἦλθεν ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι τὴν Παρασκευὴν ὁ κ. Φλωριᾶς ἠγέρθη νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, καὶ τότε εἴπατε σταματήσατε, ὅπως φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἔκθεσίν μας. Ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, ἡ Δευτέρα, καὶ εἴπατε δὲν θέλομεν νὰ συζητήσωμεν σήμερον· καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει ἡ κυβέρνησις, δὲν ἤθελεν ἀρχίσει ἡ συζήτησις. Συζητοῦμεν 15 ἡμέρας σήμερον· συζητοῦμεν ἀριθμοὺς ἢ τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ ἐννοοῦμεν ὅλοι, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κρύψῃ ὅτι τὸ ἐννοεῖ, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦμεν νὰ ἐκφρασθῆτε καθαρά· ὅποιος τὸ δέχεται νὰ εἴπῃ καθαρὰ ναί, καὶ ὅποιος δὲν τὸ δέχεται νὰ εἴπῃ ὄχι· ἐῤῥέθη ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν τὸ δέχεται· συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν βλέπω ἀντιπολίτευσιν, τουτέστι συνεννόησιν ἀτόμων ὑπὸ μίαν ἀρχήν.
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω νὰ τὸ νομίζητε αὐτό.
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπόδειξις ἀκόμη, τὸ ὅτι σήμερον προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀντιπολίτευσις, ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ ἰδία τὰς ἀποκρούει, καὶ ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὴν πρότασιν, ἥτις προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἀντιπολιτευόμενον τὸν κ. Α. Μαυρομιχάλην.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι! Δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ στιγμὴν τίποτε· ἰδοὺ πῶς θέτομεν τὰ ζητήματα. Πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, νὰ φυλάττωμεν καὶ τὸν λόγον μας, τὸν ὁποῖον ἐδῶ δίδομεν δημοσίως καὶ ἐπισήμως. Τί εἶπον, κύριοι, προχθὲς ἐγὼ φιλονεικῶν μετὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος; Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ψηφίσῃ τὴν πολιτικὴν ἡ Βουλὴ διὰ τῶν λέξεων, ἂν παραδεχώμεθα, ἢ ὄχι; δὲν ἐσηκώθη ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ εἶπεν ὡς πρὸς τοῦτο θέλομεν συμφωνήσει; δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν πιστώσεων θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ὅτι παραδέχεται καὶ τὴν πολιτικὴν κυβερνήσεως; Δὲν ἐλέχθησαν ταῦτα ἐνώπιον ἐμοῦ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου; Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς σήμερον; Τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν συμφωνιῶν. Καὶ, κύριοι, πρῶτον κάμνω μίαν παρατήρησιν. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σᾶς ἀμφισβητήσῃ τὴν πλειοψηφίαν. Ἐγὼ θαυμάζω πῶς ἀμφιβάλλετε εἰς τὴν πλειοψηφίαν (ἐπιφωνήσεις ἆ, ἆ, ἆ)! Ναὶ σεῖς εἶσθε κύριοι ν’ ἀποφασίσητε, ἔχοντες τὴν πλειοψηφίαν· ἡμεῖς τὸ ἐννοοῦμεν αὐτό· τί λέγομεν μόνον ὅμως· πρῶτον δὲν θεωροῦμεν σύμφωνον μὲ τὸ σύνταγμα νὰ ψηφίσωμεν ὅπως σεῖς θέλετε. Θέλετε νὰ ἔχουν ἀρχὴν αἱ πιστώσεις; Νὰ ἔχουν. Τότε, κύριοι, εἶναι πέντε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν διαφορετικὸν σκοπὸν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπή σας ἐξέφερε γνώμην· ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ τὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν ὅλα; Λοιπὸν τί λέγομεν ἡμεῖς; θέλετε νὰ ψηφίσητε σήμερον; ἔχομεν θάῤῥος· εἴχομεν 5 πέρυσι καὶ δὲν ἔχομεν 60 ἐφέτος; Λοιπὸν ἄκουσε κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων πρέπει νὰ προσέχῃς εἰς τοὺς τύπους, καὶ ἐγὼ λέγω δὲν ἐννοῶ ἀρχὴν, ἀλλὰ παραδέχεται ἢ δὲν παραδέχεται; Τί ἀρχὴν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων; Ἐγὼ δέχομαι μίαν ψηφοφορίαν, ἡ ψηφοφορία μας νὰ ἦναι κατ’ οὐσίαν· καθὲν νομοσχέδιον ξεχωριστά. Ἡμεῖς φοβούμεθα λοιπὸν τώρα ἢ ἐσεῖς; Ὅπως, κύριοι, ἡμεῖς δὲν πτοούμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ πτοούμεθα ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, οὔτε ἐσεῖς δὲν πρέπει νὰ πτοῆσθε ἀπὸ τὴν συζήτησιν. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ἔχων μικράν τινα εἰδικότητα, ὅτι κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν εἰξεύρει εἰς τί ἐδαπανήθησαν τὰ περὶ ναυπηγίας ἔξοδα, εἰς τί ἐδαπανήθη τὸ ἑκατομμύριον. Δὲν ἀφίνετε λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπωμεν πρῶτον περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν διὰ ν’ ἀποφανθῆτε; τὸ νομίζετε ἄτοπον; ἀλλὰ τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλήν. Λοιπὸν τί σᾶς ζητοῦμεν; παρατείνομεν τὴν συνεδρίασιν ἕως εἰς τὸ μεσονύκτιον, ἕως τήν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀλλ’ ἀφῆτε νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶναι φρόνιμον.
§81Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε φοβεῖσθε βέβαια, οὔτε φοβούμεθα τὴν συζήτησιν καὶ τὰς συκοφαντίας. Δώδεκα ἡμέρας σᾶς ἀκούομεν ἐδῶ μὲ ὅλην τὴν ἀνοχήν.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ καλοσύνη σας.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκπληροῦμεν τὸ χρέος μας, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἐκπληροῖτε· διότι μᾶς διακόπτετε ἀμέσως ἅμα ἀνοίξωμεν τὸ στόμα νὰ εἴπωμεν τίποτε. Λοιπὸν σᾶς ὑποφέρομεν ἡμεῖς, διότι ἐκπληροῦμεν τὸ χρέος μας· δὲν μᾶς ὑποφέρετε σεῖς, διότι δὲν τὸ ἐκπληροῖτε. Οὐδεὶς λόγος ἐῤῥέθη ἐπὶ τῶν πιστώσεων· καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἡμεῖς, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις τῶν πιστώσεων δὲν ἤρξατο ἀκόμη καὶ ἐν τούτοις ἔληξε, δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων. Μᾶς εἴπετε, ὅτι κατεστρέψαμεν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ πολιτική μας ἔβλαψε, ὅτι τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνο. Λοιπὸν μετὰ τοσαῦτα ῥηθέντα, ἡμεῖς ἡ Κυβέρνησις θέλομεν νὰ ἠξεύρωμεν, ἂν ὅσα εἴπατε, τὰ πιστεύῃ ἡ Βουλὴ, νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ διὰ νὰ φύγωμεν σήμερον. Ἡμεῖς, κύριοι, μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι συζήτησις πιστώσεων, ἡ ὁποία εἶναι συζήτησις πολιτικὴ, σᾶς ζητοῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἔχετε πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην;
§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὸ μάλιστα.
§85Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν περιμένετε βέβαια, κύριοι, νὰ μάθετε τὴν γνώμην μου, διότι τὴν ἐξέφρασα ἤδη· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ καλλίτερα νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἠμπορεῖτε καμμίαν παρατήρησιν νὰ μᾶς κάμετε, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πολιτικήν σας· διότι τὴν ἐσυζητήσαμεν κατὰ πλάτος καὶ κατὰ βάθος ἐπὶ 12 ἡμέρας καὶ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικήν· καὶ πολὺ ἐλλόγως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς, ἐσυζητήθη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διοίκησίς της εἰς ὅλους τοὺς κλάδους· λοιπὸν ἐσωτερικὴ διοίκησις εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας. Τώρα πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, πῶς θὰ ψηφοφορηθῇ, πῶς εἴθισται νὰ ψηφοφορῆται, ποῖον ἀποτέλεσμα θέλει ἔχει; Αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ ἐννοῶ· ἡ ἀπόκρουσις μιᾶς πιστώσεως, βέβαια περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἀλλ’ ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη προέρχεται ἀπὸ διαφόρους λόγους, καὶ ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς βέβαια ἀπὸ διαφόρους λόγους προέρχεται· θὰ δώσωμεν μίαν ψῆφον μὴ ἐμπιστοσύνης οἱ μὲν, ἐμπιστοσύνης οἱ δέ· οἱ μὲν ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, οἱ δὲ ὅτι δὲν ἔχομεν· ἄλλος εἶπεν, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια κατήντησεν τοιαύτη, ἄλλος ὅτι παρεβιάσθη ὁ δημοτικὸς νόμος καὶ τὸ δημοτικὸν σύστημα· ἄλλος εἶπεν ὅτι κακὴ διαχείρισις ἐγένετο· ἄλλος κατέκρινε τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ ἄλλος τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν κτλ. ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ σύνολον, καὶ τὸ σύνολον ἔχει δύω ἰδέας ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι· ψηφίζομεν ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, ψηφίζομεν ὑπὲρ τῆς ἐμπιστοσύνης, ψηφίζομεν κατὰ τῆς πιστώσεως, ψηφίζομεν κατὰ τῆς ἐμπιστοσύνης.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως, ὅπου ἐξητάσθησαν ὅλαι αἱ πράξεις μας, ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Βουλὴ ἂν πιστεύῃ ὅσα καθ’ ἡμῶν ἐλέχθησαν ἢ ὄχι.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἤξευρα αὐτό.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκεῖ καθήμενος ἐσυμφωνήσατε.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν καλὰ ἔκαμα ζητήσας τὴν ἐξήγησιν αὐτήν.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ἐκτεταμένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἐμπιστεύηται εἰς τὴν ἐνέργειάν μας ναὶ ἢ ὄχι.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιστεύω πῶς ἡ κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἑνὸς θέματος ὑπὸ συζήτησιν, τῶν πιστώσεων, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ, νὰ παραβιάσωμεν τὴν τάξιν διὰ νὰ ψηφίσωμεν ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ τοῦ προχείρου. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, οἱουδήποτε, καὶ ἤρχετο εἰς τὸν νοῦν τῆς κυβερνήσεως κατὰ τὴν 3 ἢ 4 ὥραν μ. μ. ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ εἴπῃ, τὸ ζήτημα κατὰ μέρος, καὶ νὰ ψηφοφορήσητε, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἠξεύρω ἂν ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐμὲ ἢ ὄχι. Ἐγὼ ὡς βουλευτὴς δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναλάβω αὐτὴν τὴν εὐθύνην, νὰ ψηφίσω αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὰς πιστώσεις, νὰ ψηφίσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ παραμικρὰ ἄνεσις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμὸς διὰ τὸ ἁπλούστερον νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν ἐκφράζω καμμίαν γνώμην· νομίζω ὅμως, ὅτι ἂν θέλετε νὰ τὸ φέρητε ἀνεξαρτήτως τῶν πιστώσεων, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ φέρητε ἀνεξάρτητον σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἅμα, κύριοι, ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον τῶν πιστώσεων, ἅμα δὲν φέρετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν γενικὴν πίστωσιν, εἰσάγετε ἓν θέμα ὅλως διόλου ξένον ἀπὸ τὸ θέμα καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ψηφίσητε ἀμέσως. Πάντοτε, κύριοι, εἰς τὰ κοινοβούλια, ἐπειδὴ ὑπάρχει συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, ὑπάρχει μία εὐπιστία καὶ μία δυσπιστία· νὰ παραδεχθῶμεν λοιπόν, ὅτι πάντοτε δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ κυβέρνησις νὰ θέτῃ τοιοῦτον ζήτημα; καὶ ποῖος τὸ ἤξευρε ὅτι θὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον ζήτημα νὰ ἔλθῃ προητοιμασμένος; Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν ἢ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τὸ δέχομαι, τὸ ἐννοῶ, προσεκλήθην πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὴν ψηφοφορίαν ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα καὶ τὴν μεταφέρητε εἰς ἄλλο ζήτημα δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου, νομίζω. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν σᾶς ἀρνούμεθα, ὅτι ψηφίζοντες κατὰ μιᾶς πιστώσεως, ἀποφασίζομεν ὅτι δὲν ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην, καὶ τὸ ψηφοφοροῦμεν ἀμέσως· ἀλλ’ ἂν θέλητε νὰ τὸ θέσητε ἀνεξάρτητον, τότε σᾶς λέγω πῶς δὲν ἔχετε δίκαιον· καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα, ὅτι προκειμένου περὶ ἑνὸς ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ τὴν 3 ἢ 4 ὥραν μ. μ. ἔρχεται ἡ κυβέρνησις καὶ λέγει θέσατε ἐμπιστοσύνης ζήτημα διὰ νὰ ἴδω ἂν μ’ ἐμπιστεύεσθε. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι ἂν θέλετε, παραδέχομαι νὰ θέσωμεν τὴν ψηφοφορίαν τῶν πιστώσεων ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραδεχόμεθα ὅ,τι θέλετε. Ἐνταῦθα ἐπικρατεῖ συνδιάλεξις μεταξὺ τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἂν συναινῇ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θὰ θέσωμεν ἀνεξάρτητον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ τὴν πίστωσιν, τότε νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνῶ, ἀλλὰ θέλουν συζήτησιν οἱ ἄλλοι.
§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς λέγομεν καθαρὰ, λάβετε μίαν ἔκθεσιν, ψηφίσατε ἓν, ἓν τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς 5 λεπτὰ θὰ ἦναι ὅλα ψηφισμένα.
§96ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὰς πιστώσεις, παραδέχεται τὴν πολιτικήν μας, ἂν ὄχι, παραδέχεται τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω πῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι αὐτὸ, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Κουμουνδούρου, (θόρυβος).
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ πρόσωπά μας ἢ εἰς τὴν πολιτικήν μας ἀπευθύνεσθε; Δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσητε τί ἐμπιστοσύνην ἔχετε πρὸς ἐμὲ ἀτομικῶς, ἀλλὰ πρὸς ἡμᾶς ὡς κυβερνήτας καὶ κυβερνήσαντας τοιουτοτρόπως.
§100ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν κυβέρνησιν ναί ἢ ὄχι;
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια οἱ ψηφοφορήσοντες ναί, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πολιτικήν μας, οἱ ψηφοφορήσοντες ὄχι, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχουν τοιαύτην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πολιτικήν μας.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς λέγουν ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι «μετὰ νὰ λεχθέντα.....» (θόρυβος).
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖται «μετὰ τὰ λεχθέντα....» Ἄρχεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία.
§105ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ καθίσουν οἱ κύριοι βουλευταί.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς λέγουσι ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ναυπλιώτου καὶ Θεοχάρη). Ἐκ τῆς γενομένης ψηφοφορίας ἐξήχθη, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς διὰ ψήφων 97 κατὰ 52, μὴ ψηφοφορησάντων τῶν ὑπουργῶν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 παρὰ 20/60 μ. μ).