1867.11.30
1,954 rows · 16,827 words · 66 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 30 Νοεμβρίου 1867.
Πέμπτη.
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως θέλουσιν ἀναγνωσθῆ αὔριον, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα. Ὡς ἐκ τούτου προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§2ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Ὁ συνάδελφός μου Κ. Δημητριάδης εἶπε χθὲς σὺν τοῖς ἄλλοις εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι χάριν ἐμοῦ ἔδωκε χάριν εἰς τὸν κύριον Ἀγαγιώτην, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκεν ὁ Κ. Δεληγεώργης εἰς τὸν Κ. Δημητριάδην. Ἔρχομαι νὰ εἴπω εἰς τὸν Κ. Δημητριάδην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κακίσῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν σημερινὸν, ἀλλ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἐνέδωκε νὰ δώσῃ τὴν χάριν εἰς τὸν Κ. Δημητριάδην, καὶ ἰδοὺ σᾶς ἐξηγοῦμαι πῶς τρέχει ἡ ὑπόθεσις καὶ πῶς ἐδόθη ἡ χάρις διὰ νὰ ἰδῆτε τίς τῶν δύο ὑπουργῶν εἶχε δίκαιον. Τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταβολῆς ὅλη ἡ πόλις τῆς........ κατοικουμένη ἀπὸ 7–8 χιλιάδας ψυχῶν ἐπεχείρησε νὰ ἐξαφανίσῃ τὰ συμβολαιογραφεῖα ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ πανηγυρικῶς χωρὶς ν’ ἀντισταθῇ κανείς. Κανεὶς δὲν εὑρέθη νὰ ἀντιταχθῇ ὅπως φανῇ ἀθῶος. Ἐν τούτοις ἡ καταδίωξις κατέληξεν εἰς 35 ἄτομα, ἡ δὲ καταδίκη εἰς μόνον τὸν Ἀγαγιώτην καὶ ἕτερόν τινα γέροντα. Ὅλος ὁ κόσμος, τὸ δικαστήριον ὁλόκληρον εἶδε τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς αὐτοὺς, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν μόνον ἡ αἰτία τῆς πράξεως, ἀλλὰ μᾶλλον οἱ προὔχοντες. Οἱ κατὰ καιροὺς εἰσαγγελεῖς ἐπρότειναν νὰ δοθῇ πλήρης χάρις εἰς αὐτὰ τὰ δύω ἄτομα. Κατὰ τὰ 65, δὲν ἠξεύρω ἐπὶ ποίας κυβερνήσεως, διότι δὲν ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ μάθω, ἀπελύθη ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ εἰς 11 ἐτῶν εἱρκτὴν, τοῦ δὲ Ἀγαγιώτη ἐμετριάσθη ἡ ποινὴ εἰς ἓξ ἔτη. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἐδόθη χάρις ὁλόκληρος καὶ ἀπελύθη τῶν φυλακῶν αὐτὸς ὁ Ἀγαγιώτης. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Δημητριάδην, εἶχε δίκαιον νὰ κακίσῃ τὸν κύριον ὑπουργὸν διότι ἔδωκε τὴν χάριν, ἢ εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τόσον δίκαιον παράπονον, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασιν τοῦ εἰσαγγελέως, τὴν σύστασιν τοῦ ἐντίμου φίλου του κυρίου Δημητριάδη, ἵν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τὸν δυστυχῆ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος, ἂν θέλετε, ἀδίκως κατεδικάσθη. Ποῖος ἄλλος εἶχε, κύριε Δημητριάδη, δίκαιον περισσότερον ἀπὸ τὸν κύριον Ἀγαγιώτην ἵνα λάβῃ χάριν τοσοῦτον δικαίαν; Εἶπεν ὁ κύριος Δημητριάδης καὶ ἄλλοι, ὅτι παρακολουθοῦμεν τὴν κυβέρνησιν σήμερον χαριζόμενοι εἰς τὰ ῥοσφέτια. Παρακαλῶ τὸν κύριον Δημητριάδην, ἂν γνωρίζῃ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας καταπιέζεται μία μερὶς ἀνθρώπων νὰ μοὶ τὸ εἴπῃ καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν κυβέρνησιν ἵνα διορθώσῃ τὸ ἄδικον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ τοῦτό ποτε, οὔτε τὸ ἐπεδίωξα. Πέντε εἰρηνοδίκας ἔχει ἡ ἐπαρχία, οἵτινες μένουν ὡς ἦσαν διατεθειμένοι ἐπὶ τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Μόνον μία μετάθεσις ἐγένετο· ἐγὼ ὅμως οὔτε ἐπῆγα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ τοῦ εἴπω μετάθεσε τοῦτον ἢ ἐκεῖνον. Χθὲς, προχθὲς ἔμαθα, ὅτι ἐστάλη εἷς εἰρηνοδίκης εἰς Στοῦρα, οὔτε θέλω νὰ τὸν γνωρίζω τίς εἶναι, ἔχω ὅμως γράμματα ἐκεῖθεν, εἰς τὰ ὁποῖα πλεῖστα παράπονα κατ’ αὐτοῦ μοὶ ἐκφράζουν, θέλω μάλιστα δείξει τὰ γράμματά μου εἰς τὸν κύριον Δημητριάδην, μεθ’ οὗ θέλω ζητήσει τὴν μετάθεσίν του. Ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἐπιμένωμεν εἰς τοῦτο βεβαίως.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ θέλω φέρει τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἐνάγονται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ ὧν ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνω, κύριοι, ἐπερώτησιν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, οὐχὶ βεβαίως ἵνα παραπονεθῶ, οὐχὶ διότι προσδοκῶ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης διόρθωσίν τινα, οὐχὶ διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν ὑποβάλω εἰς ἀπολογίαν, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω διὰ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, διὰ ποίων μέσων, διὰ ποίων παραχωρήσεων, διὰ ποίων θυσιῶν ζητοῦσι νὰ διατηρήσωσι τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τύπος, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξυβρίζει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὡς ἐξωνουμένην, τὴν ἐξυβρίζει ἡ κυβέρνησις αὐτὴ διὰ τῶν πράξεών της, διὰ τῶν παραχωρήσεών της, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε κάμνει πρὸς αὐτὴν, θέλουσα ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὅσα καὶ ἂν λέγωνται εἶναι τῳόντι ἀληθῆ. Κατ’ ἔτος, κύριοι, ἡ κυβέρνησις συγκαλεῖ δυνάμει νόμου τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, καὶ ὁ νόμος ὁρίζει καὶ ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια ταῦτα νὰ συγκαλῶνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων ὑπάρχει διάταξίς τις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίσῃ ὡς τόπον συνεδριάσεως ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου καὶ ἕτερον μέρος παρὰ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἂν ὑπάρχωσι λόγοι σπουδαῖοι καὶ σοβαροί. Εὑρισκόμενος εἰς φιλικήν τινα οἰκίαν τυχαίως ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος «ἡ Ἀλήθεια» ἐν ᾧ εἶδον καταχωρημένον τὸ περὶ τούτου διάταγμα τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθη καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν....................... Μονεμβασίας» δηλαδὴ εἰς ἄλλον τόπον παρὰ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχει διάταξίς τις ἐν τῷ νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύνοδος γίνεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας καὶ μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν ἀλλαχόσε. Ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν βεβαίως ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησεν ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις γίνεται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε μεταξὺ 50 ἐπαρχιῶν; Οὐχὶ βεβαίως· θὰ ἔχῃ λόγον, ὁ δὲ λόγος εἶναι νὰ συγκρατηθῇ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Ἡ πρωτεύουσα, κύριοι, τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς εἶναι οἱ Μολάοι, ὅπου ἠδύνατο εὐκολώτερον νὰ συγκαλεσθῇ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ἕνεκα τῆς θέσεως, ἐνῷ ἡ Μονεμβασία εἶναι εἰς ἀπόκεντρον μέρος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πλείστων ἐκ τῶν συναδέλφων μου, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§5ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώσατε τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπτύξεως, ἀπαντᾶτε ἐκτενέστερον.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὕτη ἀπὸ τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀμέσως δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος ὑπουργός. Δὲν ἔχει ἢ νὰ δώσῃ πληροφορίας διὰ ποῖον λόγον ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀπαντήσω μίαν ἄλλην ἡμέραν· παρακαλῶ μόνον τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὰς πιστώσεις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ὁ κύριος Ῥηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§11ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί! Ἐνῷ σήμερον ὅλα τὰ ἔθνη καὶ πρὸς δυσμὰς καὶ πρὸς ἀνατολὰς καὶ εἰς τὸ κέντρον αὐτὸ τῆς Εὐρώπης σκέπτονται σπουδαίως περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεώς των, περὶ τῆς λύσεως ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων των καὶ προπαρασκευάζονται καταλλήλως· ἐνῷ οἱ ἄλλοι λαοὶ τῆς ἀνατολῆς ἀπὸ καιροῦ εἶναι ἤδη ἕτοιμοι καὶ ἐγγὺς ἴσως νὰ δώσωσι τὸ τελευταῖον κτύπημα κατὰ τοῦ κοινοῦ ἡμῶν τυράννου· ἐνῷ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες ἀναλαμβάνουν τὸν αἱματηρὸν ἀγῶνά των, ἡμεῖς, μηδὲν πράττοντες ἢ κακῶς πράττοντες, εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι νὰ φέρωμεν τὴν ῥητορικὴν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὄχι μόνον τὴν ῥητορικὴν, ἀλλὰ συνήθως καὶ τὴν σοφιστείαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐμπάθειαν. Διὰ τοῦτο, δυστυχῶς, ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ τὰ σπουδαιότερα καὶ τὰ ὑψηλότερα, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ τὰ καταβιβάζωμεν καὶ νὰ τὰ σμικρύνωμεν, καὶ οὕτω πᾶσα ἡμῶν συζήτησις λαμβάνει τὴν μορφὴν ἔριδος περὶ ἐξουσίας—οἱ μὲν νὰ τὴν κρατήσωσιν, οἱ δὲ νὰ τὴν ἀναλάβωσι. Καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν; ποῖον τὸ ἐξαγόμενον; Ἡ κακὴ κατάστασις τῆς πατρίδος ἂς ἀπαντήσῃ! Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ἔθνος πρὸ πολλοῦ στενάζει· καὶ ἂν δὲν ἀκούωμεν, ἂν δὲν αἰσθανώμεθα τοὺς στεναγμούς του, ἂς ὑψώσωμεν τὰ βλέμματα καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὑπεράνω ἡμῶν, ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862, εἶναι στημένος ἕνας ὀφθαλμὸς—ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀτενίζων εἰς ἡμᾶς μὲ δάκρυα. Ἑπομένως, Κύριοι, καθὼς ἐπὶ τῆς πεσούσης δυναστείας καὶ μετὰ ταῦτα, θέλω καὶ σήμερον κάμει ἀντιπολίτευσιν πραγμάτων καὶ ὄχι προσώπων· θέλω εἰπεῖ τὴν ἀλήθειαν, ὡς τὴν ἐννοῶ· θέλω ὁμιλήσει εἰλικρινῶς, ἱστορικῶς, ἐν πνεύματι δικαιοσύνης· θέλω προσπαθήσει νὰ ἐκφράσω ὅ,τι φρονεῖ, ὅ,τι ζητεῖ σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Τοιαύτη δὲ ἀντιπολίτευσις εἶναι πιστευτὴ καὶ ἠθικοποιητική. Μόνη δὲ ἡ οὐσιαστικὴ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων εἶναι γόνιμος καὶ φωτοβόλος. Κέντρον λοιπὸν, σκοπὸς, βάσις τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι κυρίως τὸ ἐθνικὸν ζήτημα· αὐτὸς εἶναι ὁ πόλος, περὶ τὸν ὁποῖον θέλω περιστραφῆ, καὶ περὶ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ περιστρεφώμεθα· διότι ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις καὶ πᾶσα ἐνέργεια ἡμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον πρέπει νὰ τείνῃ. Ἀπὸ δὲ τῶν πραγμάτων καὶ μόνων θέλω σχηματίσει κρίσιν, ὅπως καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Τὰ πράγματα ἔχουν τὴν μᾶλλον καθαρὰν καὶ πειστικὴν εὐγλωττίαν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει μοῦ ἐπιτρέψει ἡ παροῦσα κυβέρνησις νὰ ἐρευνήσω καὶ ἐξετάσω τὰ ἔργα αὐτῆς, νὰ ζητήσω λόγον τῶν πράξεών της, καθόσον πέρυσιν, ἂν καὶ ἤμην ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, χάριν ὅμως τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης τοῦ γένους μας παρεδέχθην μετὰ τῆς Βουλῆς αὔξησίν τινα, ὄχι βεβαίως ὅπως ἡ κυβέρνησις τὴν ἐπεζήτει —καὶ τοῦτο εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἤθελε τὸ πράξει τὸ ἔθνος πρὸς οἱανδήποτε κυβέρνησιν, νομίμως πάντοτε ἐρχομένην. Θέλω λοιπὸν ἐξετάσει τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς ἐνέργειαν, διπλωματικὴν ἢ ἄλλην, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ γένους μας. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην θέλω ὁμιλήσει εἰλικρινῶς, ἱστορικῶς. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς πᾶσαν ὑπερβολὴν ὅθεν δήποτε καὶ ἂν αὕτη ἔρχεται, καὶ πᾶσαν σπουδαρχικὴν ἐμπάθειαν. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ὄχι ἀνθηρὰ, εἰς τὰ πλεῖστα μάλιστα εἶναι ἀθλία. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, ἂν ἐπὶ τῶν προηγηθεισῶν κυβερνήσεων ὑπῆρξε διαφορετική. Μόνον βαθμοί τινες διαφορᾶς, κατ’ οὐσίαν ὅμως ἡ αὐτὴ ἐλεεινὴ διοίκησις, ἡ αὐτὴ θλιβερὰ κατάστασις τοῦ τόπου ἐπὶ ὅλων σχεδὸν τῶν κυβερνήσεων. Ἀπὸ κἀμμίαν ἐξ αὐτῶν δὲν εἴδομεν βελτίωσιν εἰς κανένα κλάδον, θεραπείαν εἰς κανὲν δεινόν. Ὅτι δ’ ἐν μέρει ἦσαν ὑπερβολικὰ καὶ πολλὰ κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως λεχθέντα, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα δι’ ἐμὲ καὶ ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴ συζήτησιν. Καὶ ἐννοῶ βέβαια τὰς σφοδρὰς ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου ἀπὸ μέρους τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας. Ἀλλ’ εἶναι ἄπορον πῶς τινες ἔρχονται σήμερον καὶ κατακρίνουν ὡς Κάτωνες τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῆς, ἀφοῦ τίποτε καλλίτερον δὲν ἔπραξαν αὐτοί, ὑπουργοὶ γενόμενοι κατὰ καιρούς, πέρυσιν ἢ ἄλλοτε. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ληστείας. Καὶ πότε δυστυχῶς δὲν ὑπῆρξε ληστεία ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπὶ Ὄθωνος καὶ μετὰ ταῦτα; Ὑπάρχει καὶ σήμερον βεβαίως. Ἀλλ’ ἂν ἤμεθα εἰλικρινεῖς, θέλομεν ὁμολογήσει, ὅτι συμμορίαι τινὲς λῃστρικαὶ καὶ μάλιστα ἡ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη μαστίζουσα τὴν Ἀττικήν, κατεστράφησαν ἐσχάτως. Συνετέλεσαν εἰς τοῦτο καὶ οἱ πολῖται· ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἔλαβε δραστήρια μέτρα καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κατεδίωξε σπουδαίως τὴν λῃστείαν δι’ ἀποσπασμάτων τοῦ γενναίου στρατοῦ μας, βοηθουμένη καὶ ἀπὸ ἕνα καλὸν νόμον τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας ἡ λῃστεία ᾖναι εἰς ἔντασιν, πράττῃ τὰ πάνδεινα, τίς ἀγνοεῖ ὅτι αὕτη προέρχεται κυρίως ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν κακεντρέχειαν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους, γνωστὰς εἰς ὅλους; Μὴν εἴμεθα ἄδικοι ὡς ἀντιπολίτευσις· διότι ἄλλως ἀποδεικνύομεν ἐγωϊστικὰ συμφέροντα, σκοποὺς πλαγίους. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἐξυψόνει μίαν ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ληστεία ποῦ ἔχει τὴν αἰτίαν της; Κάθε ἔγκλημα εἶναι ἓν ἀποτέλεσμα. Τὴν αἰτίαν της ἡ ληστεία τὴν ἔχει καὶ σήμερον καὶ πρότερον εἰς τὴν κακὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων μας, εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν, ἥτις ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπιβαρύνει καὶ παραλύει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀντὶ νὰ τὸν διευκολύνῃ καὶ ἐνισχύῃ, εἰς τὴν λαβυρινθώδη διοργάνωσιν, ἐναντίαν εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὰς παραδόσεις τοῦ ἔθνους, εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τῶν καλῶν ἀκόμη. Πῶς θέλετε νὰ μὴν ὑπάρχῃ ληστεία, ἀφοῦ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει; ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα αὐθαιρεσία καὶ καταπίεσις, ἀφοῦ δρόμους δὲν ἔχομεν, διότι καμμία Κυβέρνησις ποτε σπουδαίως περὶ αὐτῶν δὲν ἐφρόντισε. Καὶ θὰ ὑπάρχῃ ληστεία ἐνόσῳ ἔχομεν κακὴν διοίκησιν. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία, αὕτη εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ληστείας. Ἡ ληστεία εἶναι ἡ οὐρὰ τοῦ δράκοντος! Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ ἐδῶ θὰ γίνῃ ἡ κρίσις, ἐδῶ θὰ φανῇ ἂν ὑπῆρξε πολιτικὴ ἱκανότης. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν τὸ ἐπροκαλέσαμεν. Ἡμεῖς δὲν ὑπεκινήσαμεν τὴν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ. Αὕτη εἶναι μία ἀναπόφευκτος ἔκρηξις τοῦ Ἑλληνικοῦ πόνου, εἶναι μία ἀνάγκη, ὡς εἰπεῖν, ἱστορικὴ τοῦ αἰῶνος· καὶ ἡμεῖς ἑκόντες ἄκοντες τείνομεν καὶ ἀπὸ καθῆκον καὶ ἀπὸ αἴσθημα εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Τί παρατηρῶ, Κύριοι, ἐν γένει, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα; Ἔλλειψιν σχεδίου πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ, ἔλλειψιν πολιτικῆς καὶ διπλωματικῆς νοημοσύνης, ἔλλειψιν προνοίας. Πᾶν ὅ,τι ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις δὲν ἔγινον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐννοῶ ἐκ τῶν ἐνόντων βεβαίως — καὶ θέλω τὸ ἀποδείξει, στηριζόμενος εἰς τὰ πράγματα αὐτὰ, εἰς τὰ δυστυχῆ ἀποτελέσματα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ ζήτημα ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ τῆς ἀμέσως προηγηθείσης Κυβερνήσεως, θέλω εἰπεῖ τί ἔκαμε καὶ ἐκείνη. Καὶ πρῶτον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅστις ἐμελέτησε κατὰ βάθος τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ γνωρίζει συνάμα τί φρονεῖ ἡ σημερινὴ διπλωματία τῆς Εὐρώπης, ἤτοι ἡ παλαιὰ Εὐρώπη, ὡς τὴν ὠνόμασα ἄλλοτε, ὤφειλε νὰ μὴν ἐλπίζῃ τίποτε ἀπὸ μέρους αὐτῆς καὶ μόνης, προκειμένου περὶ λύσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Εἰς τὴν περυσινὴν ἀγόρευσίν μου ἐν τῇ Βουλῇ σᾶς εἶπον, Κύριοι, καθαρὰ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν τίποτε ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν, καὶ τὰ πράγματα δυστυχῶς σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ὀρθῶς ἐσκεπτόμην. Ὅστις λοιπὸν ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι πολιτικὸς ἀνὴρ ἐν Ἑλλάδι, ὤφειλε, κύριοι, νὰ θέσῃ μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ σχεδίου του, ἂν εἶχέ τι τοιοῦτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βασισθῇ εἰς τὴν σημερινὴν εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν, ἀλλὰ κυρίως εἰς μίαν νοήμονα καὶ πατριωτικὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως ἐν τῷ τόπῳ, εἰς μίαν κατάλληλον καὶ ἔγκαιρον πρόνοιαν, ἠθικὴν καὶ ὑλικήν· καὶ τότε, διὰ τοιούτων μέσων ἠδύνατο ἡ εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ἑκοῦσα ἄκουσα νὰ παρέμβῃ ὑπὲρ μιᾶς ἑλληνικῆς λύσεως τοῦ κρητικοῦ ζητήματος. Μὲ ἄλλας λέξεις, διὰ πολιτικῆς ἠθικῆς, καὶ διὰ νοήμονος, δραστηρίου ὀργανώσεως καὶ ἐγκαίρου ἐνεργείας δυνάμεών τινων ἐθνικῶν ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐδυνάμεθα νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν διπλωματίαν ὑπὲρ ἡμῶν. Τὸ ἔκαμεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις; Ὄχι, κύριοι. Ἐβασίσθη κυρίως εἰς τὴν διπλωματίαν, χωρὶς νὰ πράξῃ τὰ δέοντα καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐγκαίρως, καὶ οὕτως ἠπατήθη, καὶ οὕτω τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης διέρχεται σήμερον μίαν τρομερὰν περιπέτειαν, καὶ εἰς μάτην τόσαι θυσίαι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τόσα εὐγενῆ αἵματα ἀδελφῶν μας! Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διϊσχυρίσθη, ὅτι τὸ κρητικὸν ζήτημα εἶναι εἰς μίαν φάσιν καλλιτέραν, διότι, λέγει, τὰ πολεμικὰ πλοῖα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας μεταφέρουν ἐκ Κρήτης εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα γυναικόπαιδα τῶν ἐκεῖ ἀγωνιζομένων ὁμογενῶν μας! Βεβαίως, κύριοι, ἡμεῖς εὐγνωμονοῦμεν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ναύτας Γάλλους καὶ Ῥώσσους, διότι σῴζουν ἀπὸ τὰς φονικὰς χεῖρας τῶν βαρβάρων τόσα ἀδύνατα καὶ βασανισμένα πλάσματα. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι εἰμὴ μία φιλανθρωπία μᾶλλον ἀτομικὴ, μία παρηγορία χριστιανική· ὑπὸ πολιτικὴν ὅμως ἔποψιν δὲν ἔχει καμμίαν σπουδαίαν σημασίαν· δὲν εἶναι ἐπέμβασις ὑπὲρ τῶν Κρητῶν. Ὅτι δὲ ἡ μεταφορὰ τῶν γυναικοπαίδων δὲν ἔχει καμμίαν πολιτικὴν σημασίαν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εὑρίσκεται ὄχι εἰς εὐτυχῆ φάσιν, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς διπλωματίας. Εὐαρεστήθητε, κύριοι, ν’ ἀκούσητε περικοπὰς αὐτῶν, ἀφορώσας τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, καὶ κρίνατε, ἂν ἡ διπλωματία εὐνοῇ τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν ἀγῶνα, ἢ τὸ ἐναντίον. Καὶ πρῶτον ἰδοὺ τί λέγει ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων εἰς τὸν τελευταῖον ἐν ταῖς βουλαῖς λόγον του.... S'il a existé quelques divergences entre les Puissances sur les moyens d amener la pacification de la Crète, je suis heureux de constater qu'elles sont toutes d'accord sur deux points principaux: Le maintien de l'integrité de l'empire Ottoman et l'amelioration du sort des chrétiens. Ἤγουν «Ἂν εἰς τὰ μέσα τῆς εἰρηνοποιήσεως τῆς Κρήτης διεφώνησαν αἱ δυνάμεις, εἰς δύο ὅμως κύρια κεφάλαια εἶναι ὅλαι σύμφωνοι. Εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς τουρκικῆς αὐτοκρατορίας καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν Χριστιανῶν». Ἐννοεῖτε, κύριοι; Ὅταν τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τῆς σημερινῆς γαλλικῆς διπλωματίας λέγῃ καθαρὰ, ὅτι αἱ δυνάμεις συμφωνοῦν νὰ διατηρήσουν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μεθ’ ἡμῶν; Τὸ περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν Χριστιανῶν χιλιάκις ἐλέχθη, διὰ νὰ λέγεται μόνον, καὶ εἶναι ὡς ἓν πανηγύρι ἀτελείωτον λόγων κενῶν καὶ ματαίων. Δεύτερον, εἰς τὴν ἀπὸ κοινοῦ γενομένην διακοίνωσίν των πρὸς τὴν Πύλην, ἡ Γαλλία, ἡ Ῥωσσία, ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Πρωσσία, συμβουλεύουσαι αὐτὴν νὰ βελτιώσῃ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν Χριστιανῶν διὰ διοικήσεως καλλιτέρας, τῆς παρατηροῦν μόνον, ὅτι αὕτη δὲν ἐδύνατο νὰ βασισθῇ εἰς τὴν ἠθικὴ αὐτῶν ὑποστήριξιν, ἂν δὲν ἤκουε τὰς συμβουλάς των»...qu'il reclamerait (ἡ Πύλη) en vain leur appui moralau milieu des embarras qu'aurait preparé à la Turquie son peu de deférence pour leurs conseils. Δηλαδὴ, ὡς νὰ μὴν ἤρκει ἡ ἠθικὴ ὑποστήριξις τῆς παλαιᾶς Εὐρώπης πρὸς τὴν Τουρκίαν, δὲν τῆς ἔλειπε, παρὰ καὶ ἡ ὑλικὴ ὑποστήριξις της. Καὶ τί τὴν μέλλει τὴν Τουρκίαν ἂν ποτὲ τῆς στερήσωσι τὴν ἠθικὴν βοήθειάν των, ἀφοῦ πάντοτε τὴν συντρέχουσι καὶ ποτὲ σπουδαίως δὲν τὴν ἐφοβέρισαν; Τὸ δὲ ἀνακτοβούλιον τῆς Ῥωσσίας, ἐξηγοῦν τὴν ἀνωτέρω διακοίνωσιν, λέγει ἀοριστίας τινὰς, αἵτινες κατ’ οὐσίαν οὐδὲν σημαίνουσιν, ὡς: Il tient a empecher que les rivalités n'ajoutent aux complications déja si graves de la question d'Orient, celle que renferme la situation presents del Europe. C'est dans cette intention que S. M. Imperiale a posé le principe de non intervation....Toute fois la principe ne saurait impliquer l'indiferance. C'est poruquoi...nous ne saurions renoncer à la mission génereuse que leur conscience peut imposer aux grandes puissances dans les occasions où l'humanité leur en ferait une loi. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἡ Ῥωσσία ἀπέχει, δὲν δύναται τίποτε νὰ κάμῃ ὑπὲρ τῆς ἀναξιοπαθούσης Κρήτης, διότι φοβεῖται τὰς ἐν τῇ Εὐρώπῃ περιπλοκάς. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν εἶναι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Τουρκίας, ὅπως ἔχει σήμερον, ὕστερον ἀπὸ τόσα θλιβερὰ γεγονότα, ποῦ εἶναι ἡ καλλιτέρα κατάστασις τοῦ κρητικοῦ ζητήματος; Ὑπὸ διπλωματικὴν ἔποψιν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἐνόσῳ μία κυβέρνησις ἑλληνικὴ δὲν πράξῃ τὰ δέοντα, δι’ ὧν νὰ ἐκβιάσῃ τὴν διπλωματίαν εἰς τὸ νὰ παρέμβῃ ὑπὲρ ἡμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς σύνθημα τὸ δι’ ἡμῶν πρῶτον, καὶ ὕστερον θὰ ἔχωμεν τοὺς ἄλλους ὑπὲρ ἡμῶν, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν πέρυσι νὰ σᾶς εἴπω. Ἤδη ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, τὰς προπαρασκευὰς καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο μετ’ αὐτῶν συνδεόμενον. Βεβαίως, κύριοι, ὠφείλομεν πρὸ καιροῦ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι, διότι οἱ λεγόμενοι πολιτικοί μας ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ὄχι ἀργὰ ἤθελον οἱ δοῦλοι ἀδελφοί μας ἀναλάβει τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὸ 1821, ἤθελε μετ’ οὐ πολὺ πλησιάσει εἰς τὸ τέλος. Καὶ πρὸ χρόνων καὶ προπέρυσιν ἐγὼ ἐφώναζον ὅτι πρέπει νὰ προετοιμασθῶμεν. Ἐπῆλθον ἤδη τὰ μεγάλα γεγονότα τοῦ γένους καὶ μᾶς εὗρον δυστυχῶς εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μείνωμεν ἄπρακτοι, ἀφοῦ ἡ ἀδελφὴ Κρήτη ἐγείρεται καὶ παλαίει ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικότητος; Ὄχι βέβαια. Φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτον ἔγκλημα καὶ μωρία δι’ ἡμᾶς. Ἀλλ’ αἱ γενόμεναι παρὰ τῆς κυβερνήσεως προπαρασκευαὶ, κατ’ ἐμὲ, καὶ κακῶς ἔγειναν καὶ ἀνεπαρκεῖς εἶναι. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀδύνατα, δὲν εἶπον νὰ ὁπλίσωμεν ἑκατὸν ἢ τριακοσίας χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀλλὰ μόνον ἑξήκοντα μετὰ τοῦ ὑπάρχοντος στρατοῦ μας, καὶ ἐκ τούτων οἱ ἡμίσεις ὀλίγον καιρὸν θὰ ἔμενον ὑπὸ τὰ ὅπλα, καθόσον συμφέρον ἡμῶν ἦτον ὄχι νὰ παρατείνωμεν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ὁριστικόν τι κίνημα, ὥστε νὰ προκληθῇ ἡ παρέμβασις τῶν δυνάμεων ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως μεθ’ ἡμῶν τῆς ἐπαναστατησάσης Κρήτης. Τὰ δὲ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ τὰ λοιπὰ χρήματα, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐξωδεύθησαν, ἦσαν ἀρκετὰ ὅπως φέρωσι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἀφοῦ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ τὰ ἐπαναστατικὰ σπέρματα ἀνεζωπυρώθησαν, διατί νὰ καταπνιγῶσιν; Ἡ προηγηθεῖσα κυβέρνησις, ἐν τῷ συστήματι τῆς ἀπραξίας της ἔμεινεν ἀδιάφορος ἐνώπιον τῶν πρώτων ἐκείνων κινήσεων, ἡ δὲ σημερινὴ κυβέρνησις βασιζομένη, φαίνεται, εἰς ὑποσχέσεις τῆς διπλωματίας, ἐξώδευσεν ἀρκετὰ καὶ ἐνήργησε νὰ σβύσῃ τὰς ἐπαναστατικὰς αὐτὰς φλόγας. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι ἂν ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπνίγετο ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, ἤθελε γίνει σπουδαῖος ἀντιπερισπασμὸς κατὰ τῆς Τουρκίας, ὅτι αὕτη δὲν ἐδύνατο πλέον νὰ συγκεντρώσῃ τὰς δυνάμεις της ἐν Κρήτῃ, καὶ τότε μάλιστα ἡ διπλωματία ἤθελεν ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν μεθ’ ἡμῶν ἕνωσιν τῆς Κρήτης διὰ νὰ κατευνασθῇ μία μεγαλειτέρα ἐπανάστασις; Ἡμεῖς δὲν ἐπροκαλέσαμεν τὰ κινήματα εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναχαιτίσωμεν.
§12ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔλθετε πρῶτον νὰ κατοικήσητε εἰς τὰ μεθόρια.
§13ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§14ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον ὕστερον. Ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὸν φυσικὸν, τὸν λογικὸν δρόμον εἰς τὰ πράγματα, ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε τὸ ἔθνος νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ θὰ ἐνήργει καλλίτερα ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς κυβερνῶντας, καὶ οὕτω δὲν θὰ εὑρίσκεσθε ἤδη εἰς τὴν θέσιν νὰ λέγωσιν, ὅτι ἠπατήθητε ἀπὸ τὴν διπλωματίαν, ἡ δὲ δυστυχὴς Κρήτη θὰ ἦναι ἐλευθερωμένη καὶ μεθ’ ἡμῶν. Ἀντὶ, Κύριοι, νὰ ἐνεργήσητε τὴν κατάπνιξιν τῶν κινημάτων ἐκείνων, ἔπρεπε μάλιστα καί τινες ἐξ ὑμῶν, ὅσοι εἶσθε ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, νὰ δράμετε ἐκεῖ μεταξὺ τῶν πρώτων πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν μας, καὶ νὰ δώσητε τὸ εὐγενὲς παράδειγμα εἰς ἄλλους. Ἂν λόγου χάριν, ὁ ἔντιμος Κ. Βότσαρης παρῃτεῖτο τοῦ ὑπουργείου καὶ μετέβαινεν ἐκεῖ, καὶ ἠκούετο, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Μάρκου ἔδραμεν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἢ καὶ πᾶς ἄλλος ἔχων ἱστορικὸν στρατιωτικὸν ὄνομα, ἐννοεῖτε, Κύριοι, πόσον θὰ ἐνισχύετο τὸ ἐθνικὸν κίνημα καὶ πόσον αἱ συμπάθειαι τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν θὰ ηὔξανον ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων; Ὁ πάντοτε γενναῖος καὶ φιλόπατρις στρατός μας ἔμενε φρίσσων ὡς δεσμευμένος λέων, ἤθελον δὲ τρέξει καὶ οἱ πολλοὶ ὅπου καὶ οἱ ὀλίγοι, ἐκεῖ ὅπου ἐπροσκάλει τὸ ὕψιστον καθῆκον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἔγειναν, διατί τοὐλάχιστον νὰ μὴ τελεσθῶσι τὰ δέοντα ἐν Κρήτῃ; Ἐξ ὅλων τῶν γενομένων ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν σχέδιον ὑπῆρξεν ἐν τῇ κυβερνητικῇ διανοίᾳ, οὐδεμία σπουδαία πρόνοια. Ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν γενικῶν ἀρχηγῶν ἐν Κρήτῃ ἐφαίνετο, ὅτι ἐστεροῦντο οἱ ἐκεῖ ἀγωνιζόμενοι πολεμεφοδίων, τροφῶν καὶ ἐνδυμάτων. Ἡ μονὴ τοῦ Ἀρκαδίου ἐτίμησε τὸν νέον ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἡ δὲ ἀτομικὴ ἀνδρία τῶν ὀλίγων ἔσωσε καὶ σώζει εἰσέτι τὴν ἰδέαν τῆς ἐπαναστάσεως. Μὴ ὑπάρχοντος ἐντεῦθεν σχεδίου πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ, ἑνότητος καὶ προνοίας, πολλάκις καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν ἡρωϊκῶν Κρητῶν ἐψυχράνθη, καὶ ὅμως ἐξηκολούθουν νὰ θυσιάζωσι καὶ γυναικόπαιδα, καὶ ἀγροὺς καὶ οἰκίας. Καὶ ὅταν τέλος ὑπῆγε καὶ ὁ Ὀμὲρ Πασσᾶς εἰς Κρήτην, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἤθελε γίνει ἐκεῖ μία κρίσις καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀγῶνα, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Εὐρώπης; Ἄν, ἅμα ἔφθασεν ὁ Ὀμὲρ Πασσᾶς, ὑπῆρχον ἢ μετέβαινον εἰς Κρήτην ἕξ ἀκόμη χιλιάδες ἄνδρες ἔνοπλοι καὶ γυμνασμένοι, καὶ τοιούτους εἴχομεν, ὡς γνωρίζομεν καὶ ἐννοοῦμεν ὅλοι, ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἤθελον δυνηθῆ μετὰ τῶν λοιπῶν ἐθελοντῶν καὶ Κρητῶν, νὰ σταματήσωσι τὸν Τουρκικὸν στρατὸν εἰς τὰ παράλια καὶ εἰς τὰ φρούρια καὶ σχεδὸν νὰ τὸν ἀποκλείσωσι; Καὶ τότε, Κύριοι, ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία θὰ ἐξεβιάζετο, ὡς εἰπεῖν, καὶ ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων καὶ ἀπὸ τὴν φωνὴν τῶν λαῶν, καὶ θὰ ἔλεγε πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἰδοὺ καὶ ἡ τελευταία ἐλπίς σου ἐξέλιπεν· ὁ μέγας στρατηγός σου δὲν κατώρθωσε καὶ αὐτὸς τίποτε, οἱ ἐπαναστάται τὸν ἔχουν ἀποκλεισμένον καὶ εἰς τὰ στενά. — Καὶ τότε ἤθελον αἱ Δυνάμεις παρέμβει καὶ στείλει τοὺς κομισαρίους, τοὺς ἐπιτρόπους των νὰ ἐξετάσωσι τὰ πράγματα τῆς Κρήτης καὶ νὰ ἐκφρασθῇ διὰ ψηφοφορίας ὁ Κρητικὸς λαὸς περὶ τῆς τύχης του. Ἡ κρίσις αὐτὴ δὲν ἤθελε διαρκέσει πλέον τῶν τριῶν ἢ καὶ πέντε μηνῶν, ὥστε καὶ ἔξοδα πολὺ μεγάλα δὲν ἀπῃτοῦντο καὶ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης θὰ ἐτελεῖτο. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Εὐρώπη ἔβλεπεν, ὅτι ὁ Ὀμὲρ Πασσᾶς προέβαινε πανταχοῦ καὶ ἐδίωκε τοὺς ἐπαναστάτας ἀπὸ σημεῖον εἰς σημεῖον, πῶς ἤθελετε ἡ Διπλωματία, ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν μεθ’ ἡμῶν ἕνωσιν τῆς Κρήτης, νὰ παρέμβῃ εἰς τὸ παραμικρὸν, πῶς ἠθέλετε ἡ Τουρκία νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ, ἔπρεπε διὰ καλῆς διοικήσεως, διὰ νοήμονος πολιτικῆς καὶ δι’ ἄλλης ἐνεργείας καταλλήλου, δραστηρίου καὶ ἐγκαίρου νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν, ἥτις δυστυχῶς ἐπιθυμεῖ καὶ θέλει καὶ ὑποστηρίζει τὸ καθεστὼς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Διὰ τοῦτο ἀπαιτοῦνται θυσίαι, καὶ τὸ ἔθνος τὰς ἔκαμε καὶ τὰς κάμνει. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸ χρόνων, καὶ ἤδη πλειότερον φρονῶ, ὅτι μία πολιτικὴ προπαρασκευῶν καταλλήλων εἶναι ὄχι μόνον ἀναγκαία διὰ τὴν ἐγγίζουσαν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα ἐνδεχόμενον κίνδυνον τῆς ἤδη ἀνεξαρτήτου Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο αἱ πομπωδῶς κηρυττόμεναι οἰκονομίαι παρά τινων αὐτοκαλουμένων οἰκονομολόγων σήμερον εἶναι ἐλεειναὶ ἀγυρτίαι· εἴκοσι χρόνους ὑπῆρξάν τινες αὐτῶν ὑπουργοὶ, καὶ ἀκόμη στερούμεθα ἑνὸς ὑποφερτοῦ φορολογικοῦ νόμου, ἡ ὑλικὴ εὐημερία ὀπισθοδρόμησεν, οἱ ἐθνικοὶ πόροι ἦσαν ἢ ἄγνωστοι ἢ κλεισμένοι. Τὸ Λαύριον αὐτό, τὸ εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν κείμενον, ἐπέπρωτο ξένοι νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς τὸ ἀποκαλύψωσι, καὶ ἤδη καθήμενοι καὶ γράφοντες μύθους γραώδεις, ζητοῦν καὶ πάλιν νὰ πωλήσωσιν ἀγυρτίας καὶ ἐξυβρίζουν ἄλλους, οἵτινες τοὐλάχιστον ἔδειξαν καλὴν διάθεσιν καὶ πλειοτέραν νοημοσύνην. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπὶ παραδείγματι, καί τὸ λέγω φανερά, ἂν καὶ πολεμῶ τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ αὐτὸς μέρος, εἶναι ἀξιέπαινος, καθόσον καλλίτερον πολλῶν ἄλλων ἠδυνήθη νὰ φέρῃ βελτίωσίν τινα εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ νὰ ἐξισώσῃ ἐπιτυχέστερον τοὺς φόρους. Ὅτι οἱ φόροι ηὐξήθησαν πέρυσιν ὑπὲρ τὸ δέον, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ τώρα. Ὅτι καὶ ὁ νέος νόμος ἔχει ἐλλείψεις, εἶναι βέβαιον· σχετικῶς ὅμως ἔχει ὀλιγωτέρας τοῦ παλαιοῦ. Κακῶς δὲ εἰς πολλὰ μέρη καὶ ἐφαρμόζεται. Ἀλλὰ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ μία προπαρασκευὴ κατάλληλος καὶ δραστηρία σήμερον ἐν Ἑλλάδι, δηλαδὴ πολιτικὴ προπαρασκευῶν. Ἡ ἐναντία πολιτικὴ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἄφρων καὶ βλαπτικὴ εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἔγεινε κατάλληλος προπαρασκευὴ, καλὴ χρῆσις τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἐχορήγησε τὸ ἔθνος εἰς τὴν κυβέρνησιν. Καὶ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν ἔγεινεν οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο. Δὲν κατηγορῶ κᾀνένα ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀφοῦ ὅλαι αἱ ἀποδείξεις δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, καὶ ἴσως τινὰ ἔγγραφα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ἕνεκα πολιτικῆς φρονήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε καὶ ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκόμη, πληρεστέρας καὶ καθαρωτέρας πληροφορίας περὶ τῆς χρήσεως τῶν διαφόρων ποσῶν καὶ τῆς καταλλήλου προπαρασκευῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου δὲν δυνάμεθα κατὰ συνείδησιν ν’ ἀποφανθῶμεν οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά, καθόσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν αὐτήν· ἔχομεν ὅμως, τὸ ὁμολογῶ, καὶ πολλοὺς δισταγμοὺς, ὅτι ἡ κατάλληλος χρῆσις δὲν ἐγένετο. Τὸ κύριον ὅμως ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι οὔτε αὐτὸ, κύριοι. Τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖον τὸ ἐξαγόμενον, τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐδύναντο νὰ κάμουν οἱανδήποτε ἐνόμιζον χρῆσιν, ἀρκεῖ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἦτο κατὰ τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι οἱ μάρτυρες καὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς καλῆς χρήσεως. Δυστυχῶς δὲ παρατηρῶ, ὅτι ὅλα τὰ γεγονότα, ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας των, εἴτε ἐσωτερικῶς εἴτε ἐξωτερικῶς, εἶναι ὄχι βελτίωσις ἀλλὰ χειροτέρευσις, ὄχι πρόοδος ἀλλὰ παραλυσία, ὄχι λύσις, ἀλλὰ θλιβερὰ περιπέτεια τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται λοιπὸν κυρίως περὶ τῶν πιστώσεων· τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐδυνάμην πρὸς στιγμὴν νὰ παραδεχθῶ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ὑπουργοὶ παρουσιάζουν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἂς μοῦ ἐπιτρέψωσι νὰ τοὺς εἴπω καθαρά, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην, δὲν πιστεύω εἰς τὴν ἱκανότητά των, διοικητικὴν καὶ πολιτικήν. Μάλιστα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τόσην πικρὰν πεῖραν, ὕστερον ἀπὸ τόσον ἀθλίαν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, δὲν ἔχω πίστιν εἰς τὴν ἱκανότητα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ὤφειλε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἤθελε δώσει λόγον μίαν ἡμέραν, ὡς πέρυσιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τῆς τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἤδη, κύριοι, διὰ νὰ ἦμαι δίκαιος, διὰ νὰ φωτισθῇ καλλίτερον ὁ κόσμος καὶ διὰ νὰ μὴ παραπονῆται κανεὶς, ὅτι ὁμιλῶ μεροληπτικῶς καὶ ὄχι ἱστορικῶς, ὀφείλω, προκειμένου περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν πολιτικὴν καὶ διπλωματικὴν διαγωγὴν τῆς ἀμέσως προηγηθείσης Κυβερνήσεως. Μέχρι τοῦδε ἐξήλεγξα τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἤδη θὰ ἐξελέγξω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε μέρος καὶ ὁ κ. δεληγιώργης. Καὶ βεβαίως οὐδεὶς θὰ παραξενευθῇ διὰ τοῦτο, καθόσον τὸ κρητικὸν ζήτημα ἐγεννήθη ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως ταύτης, καὶ καθόσον ὡμίλησα καὶ πέρυσιν, ὡς ἴσως ἐνθυμεῖσθε, περὶ αὐτῆς. Ἰδοὺ τί εἶχον τότε εἰπεῖ. «Ἀλλὰ διατί ἡ προηγηθεῖσα Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν λῆξιν τοῦ Αὐστροπρωσσικοῦ πολέμου καὶ ἅμα τῇ ἐκρήξει τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως νὰ μὴ συγκαλέσῃ ἀμέσως τότε τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς πᾶν τὸ ἀπαιτούμενον, ὅπως προετοιμάσῃ τὸ Κράτος εἰς ἄμυναν διὰ πάντα ἐνδεχόμενον κίνδυνον; Καὶ εἰς τί χρησιμεύει λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ εἰς τὰς σπουδαιοτάτας τοῦ ἔθνους περιστάσεις δὲν συγκαλεῖται; Ἡ προηγηθεῖσα Κυβέρνησις εἶχε καιρὸν ἓξ μῆνας, καὶ ὅμως ποίαν προετοιμασίαν ἔκαμε; Καμμίαν. Πῶς ἐννοοῦμεν λοιπόν τινες τὴν πολιτικὴν ἐν Ἑλλάδι; Πολιτικὴ εἶναι, κύριοι, ἐπιστήμη προοράσεως, προνοίας καὶ προετοιμασίας.» Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν πρώτην φορὰν περὶ τῆς προηγηθείσης κυβερνήσεως. Καὶ ὡς πρὸς ταύτην παρατηρῶ ἐπίσης ἔλλειψιν σχεδίου, ἐκτὸς μόνου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπραξίας. Τίποτε δὲν ἔκαμεν. Εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐν Κρήτῃ ἀρχηγῶν, δημοσιευθείσας εἰς τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, ἐβλέπομεν τὰ αὐτὰ, ὅτι ἔμενον νήστεις ἐπὶ ἡμέρας, ὅτι ἦσαν ἀνυπόδητοι, ὅτι ἐστεροῦντο πολεμεφοδίων. Τί εἶδον μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην; Ἓν μανιφέστον, ἓν ἔγγραφον, καὶ ἐκεῖνο δειλὸν καὶ ἀόριστον. Καὶ οἱ Ἰταλοὶ ἔκαμαν καὶ αὐτοὶ ἔγγραφα τοιαῦτα, ἀλλὰ συνάμα εἰργάζοντο ἐσωτερικῶς καὶ διπλωματικῶς μετὰ δραστηριότητος καὶ ἐξόχου πολιτικῆς νοημοσύνης, προητοιμάζοντο ὅσον ἦτον δυνατόν, τὰ δὲ ἔγγραφά των ἦσαν μὲν σεμνοπρεπῆ, ἀλλ’ ἀξιοπρεπέστατα, στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ δικαίου τῆς ἐθνικότητος καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως φιλελευθέρου πολιτείας. Ὅταν ὅμως οἱ διευθύνοντες ἓν ἔθνος κάμνουν χαρτία καὶ ὄχι συνάμα ἔργα κατάλληλα καὶ ἠθικῶς μάλιστα μεγάλα, τότε τὰ χαρτία ἐκεῖνα εἶναι ὡς νὰ μὴν ἐγίνοντο, διὰ νὰ μὴν εἴπω ἄλλο τι. Ἀπραξία λοιπὸν ἀπὸ μέρους τῆς προηγηθείσης κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν προπαρασκευῆς τινος διπλωματικῆς ἐνεργείας, διότι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ τότε καὶ σήμερον εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Καὶ διατί νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν; Προκειμένου περὶ οὐσιωδεστάτου ζητήματος τοῦ ἔθνους μας, ὤφειλον νὰ παρουσιασθοῦν εἰς αὐτὴν καὶ νὰ τῆς ζητήσουν πᾶν ὅ,τι ἀπῄτει ἡ ὑπερτάτη τοῦ γένους μας ἀνάγκη, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν ἤθελε τοὺς συνδράμει εἰς τὸ νὰ λάβωσι τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἂν δὲ ἡ Βουλή, φατριάζουσα, δὲν ὑπεστήριζε πατριωτικὰς καὶ ὄντως σωτηρίους προτάσεις, τότε ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤθελον ἐγερθῆ καὶ εἰπεῖ, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ Βουλὴ τοιαύτη. Ἀλλ’ ἔστω· δὲν τὴν συγκαλοῦν ἀπὸ βουλοφοβίαν ἀκατονόμαστον, ἀπὸ ἔλλειψιν θάῤῥους πολιτικοῦ. Ἔκαμαν τοὐλάχιστον τίποτε καὶ ἄνευ τῆς Βουλῆς; Τίποτε. Καὶ ἄν τινες εἴπουν, ὅτι ἔκαμαν, τὰ πράγματα ὅμως τοὺς διαψεύδουν· τὰ πράγματα εἶναι ἰσχυρότερα πάσης κενῆς φρασεολογίας. Ἀλλὰ διατὶ αὕτη ἡ καταφορὰ κατὰ τῆς Βουλῆς ἀπὸ μέρους τινῶν μελῶν τῆς προηγηθείσης ἐκείνης Κυβερνήσεως; Εἰς τί ἔπταισεν ἡ Βουλὴ καὶ μάλιστα καθόσον ἀφορᾷ ἐκείνους; Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνδιαφέρον ἐπίσης σπουδαίως τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν. Ἡ Βουλή, Κύριοι, δὲν πταίει. Συνεμορφώθη ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους. Ἂν δὲ ὑπερβολή τις ὑπάρχῃ σήμερον ἐν αὐτῇ, οἱ αἴτιοι εἶναι ἡ προηγηθεῖσα ἐκείνη Κυβέρνησις καὶ μάλιστα τὰ δύο κυριώτερα αὐτῆς μέλη. Μὴ νομίσῃ δὲ κανείς, Κύριοι, ὅτι λαλῶν οὕτω περὶ τῆς Βουλῆς, κινοῦμαι ἀπὸ ἐγωϊστικόν τι συμφέρον, ἀπέναντι πολλῶν διαδιδομένων ἀπό τινος καιροῦ περὶ ἐπικειμένης διαλύσεως αὐτῆς. Ὄχι. Ἐγὼ μάλιστα τοιαύτην ἰδέαν, ὑπὸ ἔποψιν γενικοῦ καὶ οὐσιαστικοῦ συμφέροντος, δὲν τὴν ἀποκρούω. Ἂν δὲν ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ἀποκλεισθῶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἠξεύρετε, Κύριοι, τί ἤθελον προτείνει καὶ ὑποστηρίξει; Ἤθελον προτείνει καὶ ὑποστηρίξει τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐκλέγηται ἡ Βουλὴ ἀνὰ πᾶν ἔτος. Ἡ συχνὴ ἀνανέωσις τῶν ἀντιπροσώπων συντελεῖ εἰς τὴν ἐθνικὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, ἥτις ἔχει ἀνάγκην χαρακτήρων καὶ ἀληθῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Θέλετε, Κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσω;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν λοιπὸν καὶ σήμερον διελύετο ἡ Βουλή, κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, καλλίτερα· θὰ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ ἐξυπνήσῃ πλειότερον τὸ ἔθνος, νὰ καθαρισθοῦν ἔτι μᾶλλον πολλὰ πράγματα· θὰ ἦτον μία ἀνανέωσις ζωῆς, καὶ ἀκόμη ἂν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγίνετο ἄνευ ἀποχρῶντος καὶ οὐσιώδους λόγου. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἐπαναλέγω· ἡ Βουλὴ δὲν πταίει. Ἠκολούθησε κατὰ πολὺ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν καὶ τὴν φωνὴν τῆς πραγματικῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν ἔμεινεν ἀποκλειστικὴ εἰς ἓν σύστημα καὶ εἰς ὀλίγους ἀνθρώπους· ἠθέλησε νὰ δοκιμάσῃ καὶ ἄλλους. Καὶ ἐγὼ ἐν πεποιθήσει ἐπολέμησα τότε τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, τὸ ἐνθυμεῖσθε....
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἐπροτείναμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας.
§18ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐπολέμησα ὅμως, ὄχι τὴν ἰδέαν τῆς ὁδοποιΐας, τὴν ὁποίαν πρὸ χρόνων ὑποστηρίζω, ἀλλ’ ἐπολέμησα τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, καθόσον ὁ λαὸς πάσχει πρὸ πολλοῦ καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄλλας θυσίας ἄνευ ὑπερτάτης τινὸς ἐθνικῆς ἀνάγκης· ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ ζητούμενον ἓν ἑκατομμύριον δὲν ἦτον ἐπαρκὲς εἰς σπουδαίαν ὁδοποιΐαν. Ἐγὼ ἀνέπτυξα τότε μὲ ποῖα ἄλλα μέσα, ὡς τὰ καθυστερούμενα μεγάλα ποσά, φέρ’ εἰπεῖν, ἐδύνατο νὰ τελεσθῇ ὁδοποιΐα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔπεσε λοιπὸν τότε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ παρεδώκαμαν τὰς τύχας τοῦ ἔθνους εἰς τοὺς κυρίους Βούλγαρην καὶ Δεληγεώργην. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τί ἔκαμαν οὗτοι; Τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τὴν διαιροῦν εἰς δύο μέρη, τὴν ἀποθαῤῥύνουν, τὴν παραλύουν, τὴν ὠθοῦν εἰς ἀποσύνθεσιν χάριν προσωπικῶν λόγων, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν γενομένων. Αὐτοὶ δὲ συγκροτήσαντες χωριστὰ ὑπουργεῖα, ζητοῦν καὶ αὐτοὶ νὰ σχηματίσωσι πλειονοψηφίας δι’ ἀναβολῶν καὶ διακοπῶν τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἄλλων μέσων, διὰ τὰ ὁποῖα κατέκρινον πρότερον ἄλλους. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ κανένα· ἴσως ἔκαμνον αὐτὰ διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος· ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι ὡς τὰ παρέστησα. Ἡ διαιρεθεῖσα ἐξ αἰτίας των ἐκείνη πλειονοψηφία ἀπηύδησε, δὲν ἤξευρε ποῦ εὑρίσκεται. Εἶδεν εἰς πολλὰ τὴν ἀπάτην της· ἤρχισεν ἐν γένει ν’ ἀποδοκιμάζῃ καὶ τούτους, ὡς εἶχεν ἀποδοκιμάσει τοὺς ἄλλους. Μία τις συγκεχυμένη κατάστασις ἐπήρχετο, ἥτις ὅμως, κατ’ ἐμὲ, ἦτον πολιτικὴ ἀνάλυσις προβαίνουσα, ἀναπόφευκτος δὲ καὶ ἀναγκαία εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους. Μετ’ οὐ πολὺ ἐπανέρχονται οἱ ἴδιοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπανέρχονται εἰς κρίσιμον περίστασιν τοῦ γένους μας, κατὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Ὄχι μόνον, ὡς ἀνωτέρω σᾶς εἶπον, δὲν συγκαλοῦν τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ πάλιν κάμνουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι οὕτω, κύριοι;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχεται αὐτοδικαίως ἡ Βουλή. Διατὶ ἐκεῖνοι δὲν παρουσιάζονται εἰς αὐτὴν νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ἔκαμάν τι καλόν; Ἂν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς, ἤθελον θεωρήσει ἔγκλημα, κύριοι, νὰ μὴ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὄχι δὲν παρουσιάζονται, ἀλλ’ ὡς ἔμαθον τότε, προσκαλοῦν καὶ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖόν των, νὰ συνεργασθῶσι δηλαδὴ μὲ ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς ἔχοντα ἀντιθέτους ἰδέας καὶ τὸν ὁποῖον κατέκρινον εἰς πολλά. Δὲν εἶναι οὕτω;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη, αὐτοὶ, οἵτινες εἶχον ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἄνδρες ἀρχῶν, πῶς ἐδύναντο νὰ συνεργασθῶσι μὲ ἄλλους ἀντιθέτων ἀρχῶν; Περὶ τινος λοιπὸν ἐρίζουν οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε πολιτικῶν μας; Περὶ ἐξουσίας (εὖγε). Σήμερον χωρίζονται, αὔριον εἶναι συνυπουργοὶ, καὶ πάλιν αὔριον διαιροῦνται, κάμνουν ἀντιπολίτευσιν ἢ συμπολίτευσιν κατὰ τὴν μεταβολὴν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀνέμων (γέλως). Δὲν εἶναι οὕτω, κύριοι;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ σήμερον τὸ ἔθνος ἐξύπνησε καὶ δὲν ἀπατᾶται. Πεῖρα πικρὰ ἐγένετο. Ἀπὸ τοῦδε ζητεῖ καὶ τείνει εἰς τὸν σχηματισμὸν μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, ἑνὸς κόμματος ἀρχῶν καὶ χαρακτήρων. Σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠξεύρει ποῦ νὰ ῥίπτῃ τὴν εὐθύνην καὶ οὐαὶ εἰς ἡμᾶς, ἂν δὲν συνέλθωμεν, ἂν ἀπὸ τοῦδε δὲν συνεργασθῶμεν συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, μὲ ἓν σύστημα πραγματικῆς βελτιώσεως. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ συμπέρασμά μου, τὸ ἐξαγόμενον, τὸ θέμα, τῆς δεκαπενθημέρου ταύτης συζητήσεως; Ἐγὼ βλέπω, ὅτι σήμερον εἶναι τὸ τέλος τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, ὅτι ἡ σχολὴ ἐκείνη, ἡ διαρκέσασα τριάκοντα περίπου ἔτη, σήμερον διαλύεται, ὅτι σήμερον κρίνονται ὅσοι δὲν ἠκολούθησαν ἀρχάς, ἓν σύστημα ἐθνικὸν, ὅσοι ἐπολιτεύθησαν ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ αἰῶνός μας καὶ περιέπαιξαν τὸ ἔθνος. Σήμερον τελεῖται φοβερὰ κρίσις. Ἡ πολιτικὴ ἀνάλυσις ἐγγίζει εἰς τὸ τέρμα της. Εἶναι ναυάγιον τῶν λειψάνων τοῦ παρελθόντος. Ὁ ἔντιμος Κ. Βότσαρης προχθὲς, λαλῶν περὶ τῶν προπαρασκευῶν, εἶπεν, ὅτι δὲν προητοιμάσθημεν ἕως τώρα. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ποῖοι ὑπῆρξαν τόσους χρόνους εἰς τὰ πράγματα; Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν εἰσέτι πολιτευομένων, Διατί λοιπὸν νὰ μὴ προετοιμασθῶμεν; Τότε, Κύριοι, ἔλεγον ὅτι ὁ Ὄθων δὲν τοὺς ἀφίνει. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπολέμησα τὸν Ὄθωνα, ὡς γνωρίζετε, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὸν ὕβρισα. Τὸ σύστημα τοῦ Ὄθωνος ἦτον ἀντεθνικόν· καὶ αὐτὸς, ἑκὼν ἄκων, τοῦ κακοῦ ἡ αἰτία. Ἀλλ’ ἂν ὁ Ὄθων ἐμπόδιζε τὴν ἐθνικὴν προετοιμασίαν, διατί παρ. χάριν ὁ Κ. Βότσαρης, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ Κ. Βούλγαρης καὶ τόσοι ἄλλοι κατὰ καιροὺς ὑπουργοί του νὰ μὴ παραιτηθῶσιν ὁ εἷς κατόπιν τῶν ἄλλων; Ἂν ἐδείκνυον τοιοῦτον χαρακτῆρα, τότε πιθανὸν καὶ ὁ Ὄθων αὐτὸς νὰ ἤλλαζε σύστημα, καὶ περιπετείας δὲν θὰ διηρχόμεθα, καὶ ὁ Λεωτσάκος δὲν θὰ ἔκλαιε τὸν ἀδελφόν του, ὁ Μωραϊτίνης τὸν υἱόν του μαζῇ μὲ ἡμᾶς, οἵτινες ἐστερήθημεν τόσους ἡρωϊκοὺς συμπολίτας μας. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔγεινεν ἐπὶ Ὄθωνος καμμία ἐθνικὴ προετοιμασία, ἐλήφθη τοὐλάχιστον καμμία πρόνοια κατὰ τὸ 1862 καὶ ἐντεῦθεν; Καί τινες ἄλλοι ἐλθόντες τότε εἰς τὰ πράγματα μετὰ τῶν παλαιῶν, διατί νὰ μὴν ἀρχίσωσι μίαν προετοιμασίαν; Δὲν ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν ὅτι ἡ 10η Ὀκτωβρίου 1862 περιεῖχε καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐπανάστασιν τῶν δούλων ὁμογενῶν μας, τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος; Δὲν εἶναι καὶ οὗτοι μᾶλλον ἀξιοκατάκριτοι τῶν ἄλλων, καθόσον ἔπρεπεν ἡ πεῖρα καὶ τὰ πολυετῆ δεινὰ τῆς πατρίδος μας νὰ τοὺς διδάξωσι; Προχθὲς ὁ Κ. Βότσαρης εἶπεν, ὅτι τὸ ἐπάθαμεν ὡς αἱ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὰς λυχνίας. Ναὶ, Κύριοι, ἐγὼ τὸ εἶπον πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, καί τινες ἐθορυβήθησαν τότε, δὲν ἠξεύρω διατί, καὶ οἵτινες σήμερον θὰ ἦναι μετανοημένοι. Καὶ τότε εἶπον, κύριοι, νὰ προετοιμασθῶμεν, διότι ἐπρόσθεσα, «Ἰδοὺ ὁ νύμφιος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός,» ὅστις ἦλθεν ἤδη καὶ μᾶς εὗρε μὲ τὰς λαμπάδας ἐσβεσμένας. Βλέπετε, λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἀνθρώπων μὲ ἀρχὰς καὶ μὲ χαρακτῆρα, διότι ἄλλως τρέχει σπουδαῖον κίνδυνον τὸ ἔθνος μας εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις. Μὴ ζητῶμεν λοιπὸν ν’ ἀπατηθῶμεν πλέον, καὶ οὔτε δυνάμεθα ν’ ἀπατήσωμεν τὴν πραγματικὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀρχὰς, ἀπὸ ὅλην τὴν πολιτικὴν διαγωγὴν των καὶ ἀπὸ τὰ τραγελαφικὰ ὑπουργεῖά των. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἐνῷ οὗτοι παριστάνουν τοιοῦτον ἐλεεινὸν θέαμα, ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν κατακρίνουν ἄλλους, ὡς μὴ ἀντιπροσωπεύοντας ἀρχάς· οὕτω, χάριν παραδείγματος, λέγουν διὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Ῥούφου, ὅτι ἦτον ἄχρουν καὶ ἄνευ ἀρχῶν, ὡς νὰ ὑπῆρχε καμμία διαφορὰ μεταξὺ των, ὡς νὰ ἦσαν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ χρώματος τὰ ἰδικά των ὑπουργεῖα καὶ ὡς νὰ εἶχον ἀρχάς. Ἴσως ἐκεῖνο ἔκαμεν ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα. Αὐτὸς ὁ κυκεὼν πρέπει νὰ παύσῃ, Κύριοι. Οἱ ἄνευ ἀρχῶν καὶ χαρακτῆρος πολιτικοί μας ἐσύγχυσαν τὸ πνεῦμα τῶν νέων καὶ ἔῤῥιψαν τὸν δισταγμὸν καὶ τὴν ἀποθάῤῥυνσιν εἰς τὰς ψυχάς των. Διὰ τοῦτο, καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Ἑπτανήσιοι, ὅταν ἦλθον εἰς τὸν ᾅδην τοῦτον, τὰ ἔχασαν, δὲν ἤξευραν ποῦ εὑρίσκονται ἐνώπιον τοιούτου θεάματος, καθόσον αὐτοὶ ἐκινοῦντο καὶ γενναίως καὶ λογικῶς εἰς τὸν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας ἀγῶνά των, ἦσαν ῥιζοσπάσται ἢ μεταῤῥυθμισταί. Διὰ τοῦτο εἶναι ἄδικον τὰ ἰδικά μας ἁμαρτήματα νὰ τὰ ῥίπτωμεν εἰς αὐτοὺς, οἵτινες ἦσαν καὶ εἶναι ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ ἓν στοιχεῖον γενναιότητος καὶ καρδίας· εἶναι δὲ ἔγκλημα φοβερὸν νὰ ὑβρίζωσί τινες ἐξ ἡμῶν καὶ μνήμας ἱερὰς, ὡς εἶναι ἡ τοῦ ἀοιδίμου Ἰωάν. Καποδιστρίου! Ἀλλ’ ἡ χλαμὺς τοῦ Ὄθωνος ἐξέλιπε καὶ οἱ πάντες ἀπεκαλύφθησαν. Δὲν πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν. Τὸ ἔθνος σήμερον ἐξύπνησε καὶ ζητεῖ μίαν διέξοδον ἀληθινὴν, ἐντὸς πάντοτε τοῦ Συντάγματος. Εἶναι μία ἐθνικὴ ἀνάγκη, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη, θὰ θεραπευθῇ. Τὴν ἐθνικὴν φωνὴν ἀκούων, ἀποδοκιμάζω σήμερον καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ ὡς ἀνικάνους. Τὴν πολιτικὴν δὲ τῶν προπαρασκευῶν ἐγὼ διετύπωσα καὶ ὑπεστήριξα πρὸ πολλῶν ἐτῶν κατὰ τὸ 1856 ἐν τῇ ἐφημερίδι μου «ἡ Ἑλληνικὴ σημαία». Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναφέρω τί ἔγραφον περὶ τούτου ἀπὸ τὸ 1856 εἰς τὴν ἐφημερίδα μου ἐκείνην.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἔγραφον τότε καὶ περὶ προπαρασκευῆς καὶ περὶ ἐθνικῆς διοργανώσεως. «Ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ ἐλευθερωμένῃ Ἑλλάδι, εἴμεθα ὁ πυρὴν, τὸ κύριον ἅπαντος τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀτενίζουν τὰ ὄμματα οἱ ἀποχωρισμένοι καὶ δοῦλοι ἀδελφοί μας. Ὡς τοιοῦτοι λοιπὸν ἡμεῖς, ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὴν εἰσαχθεῖσαν διαφθορὰν καὶ ν’ ἀναστήσωμεν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν, Χριστιανικὰ Ἑλληνικὰ, συμφώνως καὶ μὲ τοῦ αἰῶνός μας τὸ πνεῦμα, ἐὰν θέλωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ταχύτερον τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Διττὴ λοιπὸν ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν· δύω τὰ ἡμέτερα ζητήματα. Ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικόν. Διὰ νὰ λύσωμεν δὲ τοῦτο, πρέπει νὰ λύσωμεν πρῶτον ἐκεῖνο.» Ἐπίσης ὅτε διεπραγματεύθην κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν τὸ κίνημα τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας εἰς τὴν εἰρημένην ἐφημερίδα μου, εἶπον. «Εἴχομεν λοιπὸν δίκαιον, θεωρήσαντες ἀναγκαιότατον νὰ πραγματευθῶμεν μετὰ σπουδαιότητος περὶ τοῦ ἀποτυχόντος κινήματος τοῦ 1854. Ἡ ἀποτυχία ἐκείνη μᾶς ἔδειξεν ἁπλούστατα καὶ καθαρώτατα τὴν ἀνάγκην συνελεύσεως ἐντὸς ἡμῶν καὶ μεταῤῥυθμίσεως κατὰ τὸ ἐθνικὸν χριστιανικὸν ἡμῶν πνεῦμα.» —Μὴ σᾶς βαρύνω κύριοι;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἐμπρός.
§28ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόσθετον δὲ τὰ ἀκόλουθα· «Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν εἰς τὸ μέλλον τὸ ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἑνότητος τοῦ γένους μας Ἑλληνικὸν κίνημα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι, καὶ μάλιστα οἱ ἐπὶ τῶν δημοσίων, πατριωτισμὸν, αὐταπάρνησιν καὶ ἐθνικὴν ἱκανότητα, πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ πλοῖα, χρήματα, ὁδοὺς καὶ ἄλλα συγκοινωνίας μέσα. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὦ Ἕλληνες, ἡ ἀνάγκη· πρὸς κατόρθωσιν τούτων νὰ περιθάλψωμεν τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν μας, νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν κατὰ τὸ ἐθνοσωτήριον πνεῦμα αὐτῆς τὸν δημοτικὸν νόμον μας, τὴν ἐθνικήν μας ἐκπαίδευσιν, τὴν πολιτικὴν καὶ ποινικὴν νομοθεσίαν μας, τὸ φορολογικόν μας σύστημα καὶ νὰ συστήσωμεν ἐθνοφυλακήν· ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη· καὶ ἀνέφερον ὅσας ἄλλας ἀπῄτουν αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους βελτιώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων τίποτε δὲν ἔπραξαν οἱ μέχρι τοῦδε πολλάκις ἐλθόντες εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων μας.
§29ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε ὑμεῖς αὐτά;
§30ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην ποτὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ πολλοὶ πολλάκις ἦλθον εἰς αὐτὴν καὶ οὐδὲν ἔπραξαν. Ἐπειδὴ δὲ μ’ ἐρωτᾶτε, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἂν ἤμην ὑπουργὸς, πολλὰ αὐτῶν ἤθελον ἐφαρμόσει πρὸ καιροῦ. — Ἐπίσης, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ ἀειμνήστου σεπτεμβριανοῦ Σκαρβέλη, ἰδοὺ τί εἶπον: «Τὸ 1854 ὤφειλε νὰ μᾶς ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμούς· καὶ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς σημερινῆς ἡμῶν διαγωγῆς, τὸ μέλλον τοῦ γένους ἡμῶν διακινδυνεύεται... Εἰς τὴν νέαν ἡμῶν Σιὼν μόνη ἡ ἐθνικὴ, ἡ χριστιανικὴ ὁδὸς φέρει καὶ οὐδεμία ἄλλη» Καὶ ἔτι καθαρώτερον, κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1861, εἶπον τὰ ἑξῆς εἰς μίαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὁμιλίαν μου, προκειμένου περὶ Ἰταλίας: «Ἡ ἀνατολὴ στενάζει, ἡ ἀνατολὴ σφάζεται καὶ ἡμεῖς;... ἡμᾶς μᾶς ἔκαμαν τὸν περίγελων τοῦ κόσμου. Ὁ Μέτερνιχ, ἡ γηραιὰ αὕτη ἀλώπηξ, πρὶν ἢ ὁ θάνατος τοῦ κλείσῃ τὰ χείλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀπαγγείλει τὴν καταδίκην εἰς κόσμους ὁλοκλήρους, ἔλεγε πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ θύματός του, τῆς εὐγενοῦς Ἰταλίας, ὅτι αὕτη ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ ἁπλῆ γεωγραφικὴ ἔκφρασις. Ἕλληνες! Οἱ Ἰταλοὶ διὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐνεργείας των ἔγειναν σήμερον ἔθνος δυνατὸν καὶ ἔνδοξον· ὁ δὲ πικρὸς ἐκεῖνος τοῦ Αὐστριακοῦ λόγος δύναται σήμερον φεῦ! εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐφαρμοσθῇ! Καὶ βεβαίως· μέχρις οὗ ἡ Πανελλήνιος ἐθνικότης δὲν ἀποτελεσθῇ, ἡ Ἑλλὰς αὕτη τί πρέπει νὰ ᾖναι, πῶς πρέπει νὰ ὁρισθῇ; Ἐπανάστασις! Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν προετοιμάζεται διὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, τί ἄλλο δύναται νὰ ᾖναι εἰμὴ γεωγραφικὴ ἔκφρασις;» Καὶ σήμερον ἀκόμη πρέπει λοιπὸν, κύριοι, νὰ προετοιμασθῶμεν, διότι ἡ Κρήτη εἶναι εἰς ἐπανάστασιν, ἡ διπλωματία δὲν μᾶς εὐνοεῖ καὶ ἡ Τουρκία δὲν μᾶς περιμένει ἐπ’ ἄπειρον. Τὰ δὲ ἐν Εὐρώπῃ πράγματα θὰ λάβωσι σοβαρώτερον χαρακτῆρα, καὶ ἐνθυμηθῆτέ το αὐτὸ, κύριοι. Ἡ πολιτικὴ λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ διετύπωσα πρὸ δέκα ἤδη ἐτῶν, ὑμεῖς σήμερον τὴν παρεδέχθητε. Ἀλλὰ τί ἐκάμετε καὶ τώρα; Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι, περὶ τοῦ ἂν δύνασθε ὑμεῖς ἢ ἐκεῖνοι νὰ πραγματοποιήσητε τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκτάκτων ἔστω καὶ τῶν τακτικῶν προπαρασκευῶν, ἀλλὰ καταλλήλως καὶ συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, καὶ ἀδιαφορῶ διὰ τὰς λέξεις. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κατὰ τὴν πραγματικὴν τοῦ ὅλου ἔθνους γνώμην εἶσθε ἀνίκανοι καὶ ὑμεῖς καὶ ἐκεῖνοι. Κρίνω ἀπὸ τὰ πράγματα... Τὸ ὁμολογεῖτε κ. Κουμουνδοῦρε;
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια, (γέλως).
§32ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη, κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος ἀρχῶν καὶ χαρακτήρων, κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐγκυμονεῖται ἤδη εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους καὶ ἐγγὺς εἶναι νὰ συνέλθῃ καὶ συνοργανωθῇ; Ὀφείλω, κύριοι, νὰ διατυπώσω τὸ πρόγραμμα τοιούτου κόμματος, προωρισμένου νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ ἅμα ποτὲ λάβῃ εἰς χεῖρας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς ἐν σκιαγραφίᾳ. Πρῶτον. Ἐν γένει, πολιτικὴ καθαρῶς Ἑλληνικὴ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, οὐδόλως ἀποκλειστικὴ, μὴ δίδουσα ὑπόνοιαν εἰς κανένα, καὶ οὕτω εἰρηνοποιοῦσα τὰ ἀντίθετα, τὴν Δύσιν μετὰ τῆς Ἄρκτου. Δεύτερον. Διοργάνωσις ὅλων τῶν στοιχείων τῆς κοινωνίας μας καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους ἐπὶ τὸ ἐθνικώτερον καὶ χριστιανικώτερον καὶ συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ 19ου αἰῶνος, ὡς ἀνέπτυξα καὶ ἄλλοτε. Ὄχι πνεῦμα μιμήσεως, ἀλλὰ πνεῦμα δημιουργίας ἐθνικῆς. Διότι κάθε ἔθνος εἶναι μία προσωπικότη, μία ἐνέργεια ἐν τῇ ἀνθρωπότητι διάφορος κατὰ τὴν μορφὴν καὶ τὴν μέθοδον ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἡ ἁρμονικὴ ἀνάπτυξις καὶ διοργάνωσις τῶν ἐθνικῶν στοιχείων, καὶ ὄχι ἡ τυφλὴ μίμησις, φέρει τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν εὐημερίαν καὶ πρόοδον καὶ μεγαλεῖον εἰς ἕκαστον ἔθνος. Ἡ Ἑλλὰς ἔπαθε καὶ πάσχει ἀκόμη, διότι ἀπὸ τὸ 1833 ἐξῆλθε τοῦ ἐθνικοῦ δρόμου της. Ξέναι ἰδέαι ἢ νεκραὶ, ξένα συστήματα εἰσήχθησαν εἰς αὐτὴν καθ’ ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς κλάδους. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς παριστάνει τραγελαφικήν τινα νομοθεσίαν, ἐμποδίζουσαν ἢ στρεβλόνουσαν τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν πρόοδόν της. Ὁ κ. Μάουρερ ἦτον εἰλικρινὴς, ἀλλὰ δὲν ἐδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τὴν νέαν Ἑλλάδα· ἐφρόνει δὲ κατὰ τὸν Φίχτ, ὅτι ἕκαστον ἔθνος εἶναι ὡς χάρτης λευκὸς, ἐφ’ οὗ δύναταί τις νὰ γράψῃ πᾶν ὅ,τι θελήσῃ. Οὐδεὶς ἐσπούδασε καλῶς μέχρι τοῦδε τὸ ζωντανὸν βιβλίον, ἤτοι τὸ ἔθνος μας. Ἡ μίμησις ὑπερίσχυσε μέχρι τοῦδε τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως. Καὶ εἰς τὴν φιλολογίαν, καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν μόλις πρὸ ὀλίγου ἤρχισαν ν’ ἀναφαίνωνται ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀκτῖνές τινες ἐθνικῆς διαπλάσεως. Τὰ πολλὰ παθήματα καὶ ἡ λοιπὴ πεῖρα ἐξύπνισαν ἐπὶ τέλους τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην αὐτὴν κάθε ἔθνος ἔχει καὶ τὴν ἰδίαν μορφήν του. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Βότσαρης δὲν ἔχει δίκαιον ἂν νομίζῃ, ὅτι καὶ περὶ στρατοῦ ἀκόμη προκειμένου, πρέπει καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ μιμώμεθα. Βεβαίως, πᾶν ὅ,τι γενικὸν καὶ καλὸν, δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχώμεθα, ἀλλ’ οὔτε ἡ διοργάνωσις, οὔτε ἡ ἐκπαίδευσις καὶ οἱ κανονισμοὶ, οὔτε ἐνίοτε καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ὁπλισμῶν ἑνὸς ξένου τόπου, δύνανται καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι ἄλλο τὸ κλίμα, καὶ ὁ τόπος, καὶ αἱ παραδόσεις, καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἠθικὴ ἰδιοσυγκρασία τοῦ ἔθνους μας. Ἡ ἀστικὴ νομοθεσία μας, ἐπὶ παραδείγματι, ὄχι μόνον δὲ ὠφέλησεν, ἀλλὰ καὶ ἔβλαψεν ἐν ἡμῖν· συνετέλεσε νὰ ἐρεθίσῃ τὰ στρεψόδικα ἔνστικτα καὶ οὕτω νὰ γεννήσῃ τὴν δυσπιστίαν καὶ τὸν δισταγμὸν εἰς τὴν κοινωνίαν μας. Εἶναι λαβύρινθος ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις τοῦ δικαστικοῦ λαβυρίνθου τῆς Ἀγγλίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ σπουδάσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν πνεῦμα καὶ τὸ τοῦ αἰῶνός μας, καὶ ὄχι νὰ μεταφράζωμεν τυφλῶς τὰ βιβλία καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γραφείων τῶν ξένων. Τρίτον. Καλὴ διοίκησις ἠθικὴ, δικαία πρὸς ὅλους. Πρώτη αὐτῆς φροντὶς, ἐκπαίδευσις καὶ περίθαλψις τοῦ ἱεροῦ κλήρου μας, καὶ σύστασις γεωργικῶν τραπεζῶν ἢ οἱουδήποτε ἄλλου εἴδους πιστώσεως ἐπὶ μικρῷ τόκῳ. Κατάλληλον δὲ φορολογικὸν σύστημα καὶ ἐκτέλεσις ὁδῶν καὶ ἄλλων ἀπολύτως ἀναγκαίων ἔργων. Τέταρτον. Προπαρασκευαὶ πάντοτε. Ἐνόσῳ δὲ εἶναι ἡ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, προπαρασκευαὶ ἔκτακτοι, ἀλλὰ κατάλληλοι καὶ δραστήριοι κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηρὰν, ἐκ τῶν ἐνόντων βεβαίως. Δὲν λέγω ἀδύνατα. Ὄχι τώρα νέους φόρους, διότι ὁ λαὸς ὑποφέρει πολύ. Ἀλλὰ νὰ καθαρίσωμεν καὶ συνάξωμεν κατὰ δόσεις τὰ καθυστερούμενα ἀπὸ τοὺς πλουσίους καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς πτωχούς. Ἐδυνάμεθα ἀμέσως νὰ συνάξωμεν τοὐλάχιστον 10–15 ἑκατομμύρια δραχ. εἰς ἓν ἔτος. Ἔχομεν καὶ ἄλλα μέσα ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, ἀρκεῖ νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῶμεν νοημόνως καὶ δραστηρίως. Πέμπτον. Νὰ μὴ προκαλέσωμεν ἡμεῖς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐκτὸς ἐν ἄκρᾳ ἀνάγκῃ. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν Τουρκίαν νὰ μᾶς προκαλέσῃ αὐτὴ πρώτη. Τοῦτο ὑπαγορεύει πολιτικὴ φρόνησις καὶ ὄχι δειλία. Ἀλλ’ ἀντίκρουσις γενναία ἐν περιπτώσει προκλήσεως. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖαι αἱ κατάλληλοι καὶ δραστήριοι προπαρασκευαὶ καὶ ἐκγυμνάσεις τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἕκτον. Ἐν περιπτώσει πολέμου, συνεννοήσεις καὶ συμμαχίαι μὲ τοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς. Ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει ὅρος τις παραχωρήσεως καὶ τοῦ ἐλαχίστου μέρους τῶν ἑλληνικῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν τόπων, ὡς πρό τινος καιροῦ εἶχε διαδοθῆ, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις συμμαχία ἐπὶ ὅρῳ τοιούτῳ. Παρόμοιοι ὅροι θὰ ἦσαν προδοσία κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν ν’ ἁρπάσωμεν τὰ ἀλλότρια, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς πρέπει νὰ ζητήσῃ πᾶν ὅ,τι Ἑλληνικόν· Suum quique tri kuere. «Ἑκάστῳ δοῦναι τὰ ἑαυτοῦ». Ἐγὼ ἀγαπῶ καὶ τοὺς Μολδοβλάχους, καὶ τοὺς Σέρβους καὶ λοιποὺς Σλαύους ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἐκτιμῶ καὶ τὴν ἀνδρίαν των καὶ τὴν προσπάθειάν των εἰς τὸ νὰ ὑψωθῶσιν εἰς ἱστορικὴν σφαῖραν, πρᾶγμα ὠφέλιμον πρὸς πάντα τὰ ἔθνη. Ἀλλὰ φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι καλῶς τοὺς καιροὺς ἐννοοῦντες οἱ γείτονές μας αὐτοὶ λαοί, θὰ συντελέσωσι μὲν μαζῆ μας εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἀνατολῆς, πρᾶγμα συμφέρον εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰ ἴδια, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ δίκαιον καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον των. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἀξιώσεις τινὲς παράλογοι ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκφρασθεῖσαι ἄλλοτε διὰ τοῦ ξένου τύπου, εἶναι μᾶλλον ἰδέαι ἀτόμων τινῶν φαντασιοπλήκτων καὶ ὄχι τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων λαῶν. Αἱ ἀξιώσεις δὲ αὗται, καίτοι ἀτομικαὶ καὶ παράλογοι, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ μᾶς κάμνωσι προσεκτικούς, φρονίμους καὶ δραστηρίους εἰς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἐνεργείας. Διὰ τοῦτο, ἂν μοῦ ἐπιτρέπητε, θέλω σᾶς ἀναγνώσει τεμάχιόν τι λόγου μου κατὰ τὸ 1865, ὅπου ἐλάλησα περὶ τοῦ καθήκοντος ἡμῶν καὶ περὶ τῶν ἀξιώσεων ἐκείνων.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§34ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί εἶπον: «.... ἂν ἐξακολουθήσωμεν, ὦ Ἕλληνες, τὸ παρελθὸν σύστημα καὶ ἐκπέσωμεν εἰς βαθύτερον ἄβυσσον, ἠξεύρετε τί ἤθελε συμβῆ; Ἀφ’ ἑνὸς οἱ μὲν λαοὶ τῆς Εὐρώπης ἤθελον ὁλοτελῶς ἀπελπισθῆ ἀπὸ ἡμᾶς, ὡς ἀνικάνους καὶ ἀχρήστους εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν ἀναγέννησιν, καὶ θὰ ἔστρεφον πρὸς ἄλλους λαοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰ βλέμματα· ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ Σλάβοι καὶ οἱ Ῥουμανοί, ἐργαζόμενοι ἤδη διὰ πατριωτισμοῦ καὶ προετοιμαζόμενοι, ἐδύναντο ἔτι μᾶλλον ν’ ἀναπτύξωσι καὶ ἐπὶ τέλους νὰ πραγματοποιήσωσι τὰς ἀδίκους καὶ παρανόμους ἀξιώσεις των ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ νὰ ὑπερτερήσωσιν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ τότε ἡ ἁγία Σοφία νὰ μεταβάλῃ ἐθνικότητα, οὕτω δὲ ὁ ἑλληνισμὸς νὰ μείνῃ σῶμα ἄψυχον ἄνευ κεφαλῆς, καὶ ἑπομένως οἰκτρὸν καὶ ἐλεεινὸν θέαμα! Δὲν φρίττετε εἰς τοιαύτην ἰδέαν, ὦ Ἕλληνες;» Ἕβδομον. Κύριοι, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποστολῆς ἑλληνικῶν προξένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ ἰδίως ἐν τῇ Τουρκίᾳ. Πρέπει νὰ μεταβῶσιν πρόξενοι νοήμονες, πατριῶται, δραστήριοι, ὑπερασπιζόμενοι ἀνδρικῶς τοὺς ἐκεῖ ἀδελφούς μας, οἵτινες πολλάκις ἀπηλπίσθησαν ἀπὸ ἡμᾶς.... καὶ ἔπειτα πῶς θέλετε νὰ ἐγερθῶσιν οἱ ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν; Ἕκαστος πρόξενος πρέπει νὰ ᾖναι φρόνιμος ἀπόστολος τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὄγδοον. Ν’ ἀφεθῇ τὸ ἔθνος ἐλεύθερον νὰ ἐνισχύσῃ ἀτομικῶς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης δι’ ὅλων τῶν μέσων. Ἡ πικρὰ πεῖρα νὰ μᾶς φωτίσῃ. Ὁ δὲ φιλότιμος Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν ἴδῃ νοημοσύνην καὶ ἓν ἀποτέλεσμα, τότε καίτοι πενόμενος, ἐδύνατο ἐν ἀνάγκῃ νὰ κάμῃ νέας ἀκόμη θυσίας. Ἔννατον. Πρέπει νὰ γίνῃ μία διπλωματικὴ ἐνέργεια παρὰ τοῖς λαοῖς, ὅπως δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε. Αἱ πομπώδεις πρεσβεῖαι, περὶ τῶν ὁποίων μοῦ εἶχεν ἄλλοτε ὁμιλήσει καὶ ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι περιτταί. Ἐγὼ ἔκτοτε τὰς ἀπεδοκίμασα, διὰ τὸ παρὸν τοὐλάχιστον. Ν’ ἀποσταλῶσιν ὅμως τρεῖς ἢ δύο Ἕλληνες εἰς ἕκαστον τῶν κυριωτέρων ἐθνῶν, νοήμονες ὅμως, καὶ γνωρίζοντες τὰ μέρη ἐκεῖνα, μὲ ἡμιεπίσημον ἀποστολὴν καὶ ἐνέργειαν ποικίλην. Διὰ τοῦτο ἐπὶ παραδείγματι, πόσον ὠφελιμώτερον θὰ ἦτον τὸ ταξείδιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὄχι διὰ νὰ σπουδάσῃ τὰ φορολογικὰ συστήματα, πρᾶγμα δυνάμενος νὰ τὸ κάμῃ καὶ εἰς τὰ βιβλία αὐτά, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ἂν ἐδύνατο, πλησίον τινῶν κοινωνικῶν στοιχείων ἔθνους τινὸς Εὐρωπαϊκοῦ. Θὰ τὸ ἐννοοῦσα τοὐλάχιστον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ σπουδάσῃ ἐκ τοῦ πλησίον μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα (ἱλαρότης). Προτιμότερον λοιπὸν θὰ ἦτον σήμερον, ἂν καὶ ἄλλως πως εἰργάζετο ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Δέκατον. Ἂν ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἤπειρος, ἢ ἄλλη τις ἐπαρχία ἐξεγείρετο κατὰ τῆς Τουρκίας, ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐνέργειά της, χωρὶς βεβαίως τὴν παραμικρὰν κυβερνητικὴν ἐπέμβασιν. Οἱ πολῖται ἂς πράξωσιν ὅ,τι δὲν ἀντιβαίνει εἰς τοὺς νόμους. Ποτὲ δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐνεργήσῃ κατ’ αὐτῆς. Τὸ τελευταῖον καὶ κύριον ὅμως εἶναι ἡ ἠθικότης, καὶ τὸ κηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ πεποιθήσεως. Σήμερον εἰς τὸν κόσμον ἡ ἠθικὴ δύναμις εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι ἰσχυροτέρα καὶ ἀπὸ μυριάδας λογχῶν. Ἡ Ἑλλὰς δὲ ἔπαθεν, ἀπηύδησεν ἀπὸ τὸ ψεῦδος καὶ διψᾷ ἠθικότητα. Ἡ ἠθικὴ δύναμις, ὡς σᾶς εἶπον καὶ πέρυσι, φέρει τὴν πολιτικὴν πίστιν, κύριοι, καὶ αὕτη τὴν οἰκονομικήν. Ἡ ἠθικὴ δύναμις εἶναι ἕλξις καὶ δύναμις τοῦ Θεοῦ, μεγαλύνουσα τὰ ἄτομα καὶ τὰ ἔθνη. Τοιοῦτον, ὡς ἔγγιστα, πρέπει νὰ ᾖναι τὸ πρόγραμμα σήμερον ἐν Ἑλλάδι τοῦ ἐγγὺς νὰ μορφωθῇ κόμματος ἀρχῶν καὶ χαρακτήρων. Τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος σήμερον ζητεῖ μίαν διέξοδον ἀληθῆ, ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐνωρὶς ἢ ἀργὰ θὰ τὴν εὕρῃ, διότι εἶναι πλέον μία ἐθνικὴ ἀνάγκη. Εἰς τοιαύτην δὲ κρίσιμον ἐποχήν, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ἥτις ὡς Βουλὴ συνεμορφώθη μέχρι τοῦδε μὲ τὰς περιστάσεις καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους, ἐδύνατο καὶ σήμερον καλλίτερον μελετῶσα τὰ πάντα, νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ ἡ προσδοκωμένη διέξοδος· διότι ἄλλως ἐδύνατο ἴσως νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὐτοχειρία της, ὡς ἄλλοτε συνέβη εἰς μίαν ἀντιπολίτευσιν. Συνάμα ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βασιλείας, ὡς γενικοῦ ἐπόπτου ἐν τῷ κράτει, ἐπὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, καὶ εὔχομαι λαμβάνουσα ὅλα ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν, καὶ βαθύνουσα εἰς τὸ μέλλον, νὰ εὕρῃ τὴν διέξοδον τὴν ὁποίαν σήμερον ζητεῖ τὸ ἔθνος, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Ταῦτα, κύριοι, πιστεύω, ὅτι φρονεῖ τὸ ἔθνος σήμερον, καὶ ἡμεῖς συμφώνως μὲ τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν· διότι ἂν δὲν ἀκούσωμεν τοὺς στεναγμούς, τὴν φωνὴν τοῦ ἔθνους, πιστεύσατε, ὅτι ἀπὸ τὸν ἄνωθεν ἡμῶν στημένον ὀφθαλμόν, ὅστις εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀντὶ δακρύων, δύναται μίαν ἡμέραν νὰ πέσῃ ἀστραπή! (Εὖγε! εὖγε).
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστῶ, Κύριοι, διαδέχομαι τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν κύριον Ῥηγόπουλον· διότι καίτοι, ὡς ἐξέθεσε, διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ὅμως ἰδέας συμφωνεῖ μετ’ αὐτῆς. Τοιουτοτρόπως συζητῶν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶ συγχρόνως εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Πρέπει ὅμως νὰ συνομολογήσητε, Κύριοι, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ μὴ γινώσκῃ τις τὰς δυνάμεις τῆς πατρίδος του, πρέπει νὰ ἀγνοῇ ὅτι δὲν αὐτοσχεδιάζονται αἱ μεγάλαι δυνάμεις μιᾶς ἐπικρατείας, διὰ νὰ ὑποστηρίζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ πολὺ περισσότερον νὰ ὑποστηρίζῃ ὡς Κυβέρνησις τὴν Μεγάλην ἰδέαν καὶ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκάκισε τὴν Κυβέρνησιν τὴν προκάτοχον, ὅτι ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα εἰσῆλθεν ἄνευ προγράμματος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ μετὰ στόμφου τὸ ἐπανέλαβε καὶ ὡς μομφὴν τὸ ἔῤῥιψεν ἐναντίον της. Θέλω ἀπαντήσει εἰς αὐτὸν καὶ θέλω συνομολογήσει ἀπὸ τοῦδε ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του εἶναι ἀληθής. Ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὰ πράγματα, Κύριοι, τῷ ὄντι δὲν περιελάβομεν ἐντὸς τοῦ προγράμματός μας πρόγραμμα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, διότι οὕτως ἐμπρέπει εἰς πᾶσαν σοβαρὰν Κυβέρνησιν, εἰς πᾶσαν σπουδαίαν Κυβέρνησιν, ἰδίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς μικρᾶς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπάρχει μέγας προορισμός. Λέγω, κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδίωμα, αὐτὴ εἶναι ἡ ἕξις ὅλων τῶν σπουδαίων καὶ σοβαρῶν κυβερνήσεων, καὶ δὲν θέλετε ἀπαντήσει ἓν πρόγραμμα κυβερνήσεως τοιαύτης, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ὑπάρχῃ διατετυπωμένη ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ αὐτῆς. Δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὰ προγράμματα ταῦτα ἀπείρους λεπτομερείας, ποτὲ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ἠναγκάσθημεν, καὶ κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκφρασθῶμεν καὶ περὶ τούτου εἰς τὸ πρόγραμμά μας. Ἠναγκάσθημεν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἀποκρούομεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τότε ἰσχυροτάτη μερὶς πολιτικὴ ἐπρέσβευε «τὴν ἐκπεφρασμένην πολιτικήν». Ἠναγκάσθημεν εἰς τὸ πρόγραμμά μας νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰσηρχόμεθα ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως· ὠφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἐνομίζομεν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμπνέομεν πίστιν, ἐμπνέομεν πεποίθησιν, διορῶντες ἀπὸ τότε ἀκόμη ὁποῖαι μεγάλαι περιπέτειαι καὶ ὁποῖαι μεγάλαι περιστάσεις μᾶς περιέμενον. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρέσβευον τὴν «ἐκπεφρασμένην πολιτικὴν» ᾐσχύνθησαν κατόπιν, ὅταν εἶδον τὸν κύριον Δερσὲ εἰς τὴν Κρήτην μὲ τοσοῦτον φανατισμὸν νὰ καταδιώκῃ τοὺς χριστιανοὺς καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς Τούρκους, καὶ ὅταν εἶδον μετέπειτα Γαλλικὰ πλοῖα νὰ συνοδεύωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα τὰ πλοῖα τὰ Τουρκικά. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀνεγνώρισαν, πιστεύω, σήμερον, ὅτι ἡ προκήρυξις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς εἶναι ὅ,τι ὀλέθριον εἰς ἓν Κράτος, καὶ ὅτι ἀφαιρεῖ πᾶσαν σπουδαιότητα καὶ πᾶσαν σοβαρότητα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ναὶ, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἠσπάσθημεν, δὲν ἐπροκηρύξαμεν οὔτε τὴν μεγάλην ἰδέαν, οὔτε ὅτι ἠρχόμεθα εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ λύσωμεν τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα· δὲν εἶναι δὲ μεγάλη ἱκανότης, οὔτε διεγείρει μέγαν ἔπαινον τοῦτο, ὄχι μόνον διότι ἔγκειται ἐν τῇ σοβαρότητι μιᾶς κυβερνήσεως, ὡς σᾶς προεῖπον, ἀλλὰ καὶ διότι εἴχομεν προγενέστερα παραδείγματα. Ἡ ἐπιδεικτικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τί ἀπέληξε πάντοτε; ἀπέληξεν εἰς αἰώνιον δυσπιστίαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, εἰς αἰωνίας ἀφανεῖς ἀντενεργείας ἐναντίον αὐτῆς, ἀπέληξεν εἰς δυσμένειαν, ἀπέληξεν εἰς κατοχήν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἠθέλαμεν ἀδικήσει αὐτὴν τὴν ἰδίαν Κρήτην, ἐὰν προκειμένου περὶ αὐτῆς, ἠθέλομεν νὰ περιτυλίξωμεν τὴν Κρήτην ἐντὸς τῶν σαβάνων τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἡ Κρήτη ἀφοῦ ἠγωνίσθη τὸ 1821, ὅπως καὶ ἄλλα μέρη τῆς δούλης Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἠγωνίσθη, λέγω, κατὰ τὸ 1821 ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἀγῶνος, ἀφοῦ ὑπῆρξε μέλος τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, ἐδιοικεῖτο, ἐκυβερνᾶτο ἀπὸ τοὺς νόμους της καὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησίν της, ἐπολέμει καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἠλευθέρωσε τὴν νῆσον καὶ περιώρισε τοὺς Τούρκους εἰς δύο μόνον φρούρια, τότε ἦλθε, Κύριοι, ἡ διπλωματία καὶ ἀπέσπασε τὴν Κρήτην ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν παρέδωκεν εἰς τὴν δουλείαν. Αὐτὴ ἡ ἰδία Εὐρώπη ἀνεγνώρισε τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς θέσεως τῆς Κρήτης καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Παραδίδουσα τὴν Κρήτην εἰς τὴν Τουρκίαν τῆς ἔλεγε διὰ τῶν πρωτοκόλλων «συλλογίζομαι πόσον δύσκολος εἶναι ἡ θέσις σου πλέον, Τουρκία, ἀπέναντι τῆς Κρήτης, συλλογίζομαι, ὅτι μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου δὲν θὰ δυνηθῇς νὰ δεσπόσῃς τῆς Κρήτης μετ’ εὐκολίας· πρέπει ν’ ἀποδώσῃς αὐτῇ τὰ προνόμιά της· πρέπει ἐξαιρετικὴν διοίκησιν εἰς αὐτὴν νὰ καθιερώσῃς». Καὶ ἡ Τουρκία τὸ ὑπεσχέθη, καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην παρέλαβε τὴν Κρήτην. Οἱ τρεῖς πρέσβεις τῶν μεγάλων δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει δι’ ἐκθέσεώς των ἐξέφρασαν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν πρὸς τὰς κυβερνήσεις των, εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδώσητε τὴν Κρήτην εἰς τὴν Τουρκίαν. Εἷς μέγας ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, ὁ Παλμερστὼν, ὅπως ἀνεγνώσατε βεβαίως εἰς τὸν τύπον, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκήρυξε τὸ ἀντιπολιτικὸν καὶ τὸ ἀπάνθρωπον τῆς πράξεως ταύτης, προεῖδεν αὐτὰ τὰ σήμερον συμβαίνοντα καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν πολὺ πρὸ τῆς σήμερον, καὶ τοσοῦτον ἡ πεποίθησίς του καὶ ἡ τύψις τῆς συνειδήσεως, διότι ἡ πατρίς του ἔπραττε τὸ ἔγκλημα τοῦτο πρὸς τὴν Κρήτην, τὸν ὤθει, ὥστε εἶπε, προβλέπω ὅτι θὰ φθάσῃ μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία ἡ ἰδία θὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τῆς Κρήτης». Τοιαῦτα ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες, τοιαύτην νῆσον ἐξαιρετικῶν δικαιωμάτων, ἐξαιρετικὴν θέσιν ἔχουσαν ἐν τῷ κόσμῳ, δὲν ἠδυνάμεθα, ἠθέλαμεν πράξει ἀνοσιούργημα, ἐὰν ἠθέλαμεν τὴν περιτυλίξῃ ἐντὸς τῆς θεωρίας τῶν ἐθνικοτήτων καὶ εἰς τὸ σάβανον τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα νὰ φερθῶμεν οὕτως ἀσπλάγχνως πρὸς αὐτὴν καὶ συγχρόνως ἠθέλαμεν φερθῆ μωροὶ ὡς Κυβέρνησις, μωροὶ πρὸς τὴν πατρίδα μας. Τῷ ὄντι, κύριοι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, εἰσήλθομεν ἄνευ προγράμματος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὅτι ἐξήλθομεν μὲ πρόγραμμα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅταν κατὰ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἤνοιξε τὰς συζητήσεις, ὅτι ἐκήρυξεν ὁποία εἶναι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ ἀρχὴ, ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκφρασιν ταύτην δὲν διευκρίνισε τὴν πολιτικήν του ταύτην. Ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων ἔχει δύω μορφὰς, ἔχει τὴν μορφὴν τὴν ἑλληνικὴν, ἔχει τὴν μορφὴν ἄλλων ἐθνῶν. Τὴν μορφὴν τὴν ἑλληνικὴν τὴν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, καὶ ἐὰν τὸ πρόγραμμα τῶν ὑπουργῶν ἦναι τοῦτο, εἶναι ἀντίγραφον τοῦ ἡμετέρου. Ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ἄλλην δὲν τὴν ὑπεστηρίξαμεν, δὲν τὴν ἐκηρύξαμεν, δὲν τὴν ἐπραγματοποιήσαμεν, καὶ τοὺς λόγους θὰ τοὺς εὕρητε εἰς τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ὁποῖα θέλω σᾶς ἐκθέσει. Ἀντλοῦσι τὴν πολιτικήν των, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἐπαναλέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐκ τῶν γεγονότων τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ γεγονότα τὰ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ εἶναι παρήγορα δι’ ἡμᾶς; δυνάμεθα νὰ λάβωμεν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν τὸ 1866 καὶ 1867; πῶς συνεστήθη ἡ Ἰταλία; δι’ ἰσχυρῶν συμμαχιῶν. Ἀλλ’ οὐ μόνον δι’ ἰσχυρῶν συμμαχιῶν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἰδιοτελῶν. Οὐχὶ μόνον δι’ ἰσχυρῶν καὶ δι’ ἰδιοτελῶν, ἀλλ’ αἱ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι καθιέρωσαν τὴν ἀνάστασιν τῶν ἰταλικῶν ἐθνικοτήτων, οὔτε λόγον ποιοῦσι περὶ ἐθνικοτήτων. Τὸ Μιλάνον παρεχωρήθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Αὐστρίας, ἢ μᾶλλον ἐδωρήθη εἰς τὸν αὐτοκράτορα τῆς Γαλλίας καὶ οὗτος τὸ ἐδώρησεν εἰς τὸ Πιεμόντε καὶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Πιεμόντε παρεχώρησεν εἰς ἀντάλλαγμα τὴν ἰδίαν του πατρίδα καὶ τὴν πατρίδα τοῦ Γαριβάλδου. Ἰσχυρὰ συμμαχία ἐπίσης, κύριοι, ἔφερε τὴν Βενετίαν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν· ἡ ἰσχυρὰ συμμαχία τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Πρωσσίας καὶ ἡ παρέμβασις τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ἀρωγὴ τῆς Ἀγγλίας. Καὶ πάλιν ἡ Βενετία παρεχωρήθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Αὐστρίας εἰς τὸν Ναπολέοντα καὶ οὗτος παρεχώρησεν αὐτὴν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Οὔτε ἡ Βενετία ἐπανεστάτησεν, οὔτε τὸ Μιλάνον ἐπανεστάτησε. Τὰ γεγονότα λοιπὸν τὰ ὁποῖα ἀπαντῶμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ Γερμανίαν εἶναι γεγονότα προελθόντα ἀπὸ συμμαχίας. Εἰς τὴν Γερμανίαν μάλιστα, ὅσα κράτη βλέπομεν ὅτι μετέβαλον κατάστασιν, αὐτὰ κατεκτήθησαν, κύριοι, ἀπὸ τὴν Πρωσσίαν, τὰ δὲ λοιπὰ διατηροῦνται ἐν ὁμοσπονδίᾳ, εἶναι καὶ ἀνεξάρτητα ὅπως ἦσαν καὶ πρίν. Λοιπόν, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων; Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ἐθνικοτήτων δὲν ἠδυνάμεθα κατὰ τὸ 1866, δὲν δύνασθε οὔτε σήμερον νὰ τὸ κατορθώσητε. Ἀλλ’ ὅμως ἔχομεν, κύριοι, τὸν θρίαμβον τῶν ἐθνικοτήτων τῶν ἑλληνικῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν γνωρίζω τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰμὴ μόνον εἰς τὰ γεγονότα τὰ συμβάντα κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν· διότι μόνον ἐκεῖ εἶδον αὐθορμήτως τὰς δυνάμεις, ὕστερον ἀπὸ πεισματώδη ἀγῶνα, ὕστερον ἀπὸ πολλὰ θαύματα τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς ἔθνους, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ὁ διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος, νὰ συγκινηθῶσι καὶ οὕτω νὰ θριαμβεύσῃ ἡ ἐθνικότης μας· κανεὶς δὲ ἰδιοτελὴς σκοπὸς δὲν ὑπῆρχε, καμμία ἀνταλλαγή, τίποτε, τὸ παραμικρὸν τὸ ὁποῖον νὰ κηλιδώσῃ τὴν ἀρχὴν τῶν ἐθνικοτήτων. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἠκολουθήσαμεν ὅταν, ἐλθόντων εἰς τὰ πράγματα, ἡ ἐπανάστασις ἐξηγέρθη. Ἐσυλλογίσθημεν εἰς τί ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀνεξαρτησίαν της καὶ ἐσκέφθημεν, ὑποθέτω ὀρθῶς, ὅτι εἰς τίποτε ἄλλο δὲν τὴν ὀφείλει, εἰμὴ εἰς δύω γεγονότα «εἰς τὸν ἡρωϊσμόν της καὶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ χριστιανικοῦ καὶ πολιτισμένου κόσμου.» Πρὸς αὐτὰ τὰ δύο ἑπομένως ἐστρέψαμεν τὴν προσοχήν μας καὶ κατωρθώσαμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἡ ἐπελθοῦσα κυβέρνησις δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι διετήρησε «τὴν πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως». — Ἀρνοῦνται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τὸ καλὸν τοῦτο; τὸ ἐξηκολουθήσατε κύριοι, καὶ τὸ ἐξηκολουθήσατε ἐπαρκῶς· εἰς ἓν μόνον διαφωνοῦμεν· ὅτι ἀγνοεῖτε τὴν αἰτίαν, τὸν τρόπον καὶ τὸν δρόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθημεν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν· καὶ διὰ ταῦτα μετὰ λύπης τὸ λέγω, ἀποτελέσματα θέλει ἔχει ἐναντία. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κύριοι, προῃσθανόμεθα πόσον ἰσχυρὰ καὶ ἀναπόφευκτος ἦτον ἡ ἀνάγκη ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλὰς αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ προσεπαθήσαμεν παντὶ σθένει νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅλας τὰς ἀποπέμπομεν· ἐφάνημεν καὶ αὐτοῦ τοῦ δέοντος σκληρότεροι. Ἀποτείνομαι δὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν λέγων, ὅτι μᾶς ἀδικεῖ ἢ πρέπει νὰ λησμονῇ τὰ γεγονότα, ὅπως μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν εἴχαμεν πολιτικὴν τόλμην εἰς τὰς πεποιθήσεις μας. Ναί, κύριοι ἐγνώριζα ὅτι ἤθελον μᾶς ἀποκαλέσει προδότας καὶ ἤθελον γράψει εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι προδίδομεν τὰς μεγάλας ἰδέας· ἐγνώριζον ὅτι ἤθελον ἀκούσει μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐμπόδισε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, ἀφοῦ ἐσχηματίσαμεν, ψυχρῶς σκεπτόμενοι, αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν.
§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ἡμᾶς λέγουν σήμερον ὅτι ἐμποδίσαμεν τὴν ἐπανάστασιν.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ῥηγόπουλος τὸ εἶπε δι’ ἀμφοτέρους.
§38ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον διὰ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὔχομαι κανεὶς νὰ μὴ τὸ εἶπε καὶ κανεὶς νὰ μὴ τὸ φρονῇ καὶ αὐτὸ ἐπιθυμῶ. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα ὅπως πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν ἐξάπλωσιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅτι οἱ τίτλοι τοὺς ὁποίους ἡ Κρήτη ἔχει, ἀρκοῦσι νὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, μετὰ παράτασιν 35 ἐτῶν τυραννίας τῆς Κρήτης, μετὰ δύο ἐπαναστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐκυλίσθη εἰς τὸ αἷμα, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ταύτην, καθ’ ἣν ἐξακολουθεῖ νὰ κυλίεται. Ἂν ἤμεθα ἁπλῶς ἄτομα, ἂν ἀπῃτεῖτο μόνον μεταξὺ ἡμῶν νὰ ἐκφράσωμεν αἰσθήματα, καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἐκφράσει τὰ αὐτά, ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὁ σημαιοφόρος εἰς τὴν Ἀνατολήν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὡς τὸ πρῶτον ἐν αὐτῇ χριστιανικὸν βασίλειον, ἔπρεπε νυχθημερὸν νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ προσπαθῇ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Παλλιγγενεσίας καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν δούλων ἑλληνικῶν λαῶν· ὡς κυβέρνησις ὅμως ἔχομεν ἄλλα καθήκοντα, ἕτερος τρόπος μᾶς ἐπιβάλλεται τοῦ συλλογίζεσθαι, ἕτερος τρόπος εἰς τὰς προκηρύξεις, ἕτερος εἰς τὰς πράξεις. Χάνονται τὰ ἔθνη, ἀφανίζονται ὅταν δὲν κυβερνῶνται μὲ τοιαύτην περίσκεψιν καὶ τῶν ὁποίων οἱ κυβερνῶντες δὲν θέτουσι τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὴν πολιτικήν των. Ἀπεκτήσαμεν ἢ δὲν ἀπεκτήσαμεν πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας, κύριοι; Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Τουρκία ἐφώναζε πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ διεμαρτύρετο φωνάζουσα πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἰς τὴν Κρήτην οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ πόλεμος τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Τουρκίας; πόλεμος φανερός! Ποῦ εἶσθε σεῖς, ὅταν ἀνεχώρησεν ὁ πρῶτος ἐθελοντὴς, τὸ πρῶτον φορτίον, ὁ πρῶτος ἀξιωματικός. Ποῦ εἶσθε ὅταν πᾶς ἐθελοντὴς ἀναχωρῶν ἐπροκάλει μίαν διακοίνωσιν καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς μίαν διαμαρτύρησιν; Ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας ἔφθασε μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ἄκρου τῆς οὐδετερότητος. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δυνάμεων ἀκαταπαύστως καὶ παρατηρήσεις καὶ ἀπειλὰς μᾶς ἔκαμνον· μᾶς ἐζήτησαν νὰ διαλύσωμεν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ λέγειν των, εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἑλληνικὸν ναυαρχεῖον· μᾶς ἐζήτησαν ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ πηδάλια ἀπὸ τὰ σταθμεύοντα ἐν Σύρῳ ἰδιωτικὰ πλοῖα. Μᾶς ἐζήτησαν μυρία ὅσα. Ἀλλ’ αἱ κραυγαὶ τῆς Τουρκίας ἐναυάγησαν ἐνταῦθα διὰ τῆς παῤῥησίας μας, ἐναυάγησαν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ἐξ αἰτίας τῆς πολιτικῆς μας. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ὁποία ἡ πεποίθησις τῶν κυβερνώντων, δὲν ἠξεύρω ὁποία ἡ πεποίθησις τῶν ἀντιφρονούντων, ἀλλ’ ἐγὼ, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀποδίδομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας μας ἢ εἰς αὐτὴν τὴν προφύλαξιν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἔχομεν παραδείγματα κατὰ τὸ παρελθόν. Ὁ Ὄθων δὲν ἠδύνατο τὸν ὑπασπιστήν του νὰ στείλῃ εἰς τὴν πατρίδα του, χωρὶς νὰ ταπεινωθῇ ἐνώπιον τοῦ Μουσούρου — τὸν Καρατάσον. Δὲν δύνατο νὰ ἐνεργήσῃ τὸ παραμικρὸν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας χωρὶς καὶ αὐτὸς νὰ ταπεινωθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἁλυσοδεθῇ. Ὅσον συγκρίνω τῶν δύω τούτων ἐποχῶν τ’ ἀποτελέσματα, τόσον περισσότερον πείθομαι, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας σᾶς προεξέθεσα, ἦτο ἡ κυρία αἰτία διὰ τὴν ποίαν ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ ἡ ὁποία κατά τι ὑποθέτω συνετέλεσεν. Περὶ δὲ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ ἐπανάστασις, κύριοι, ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς λαλήσω; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ κρητικὸν ζήτημα, ἐταπείνωσε πᾶν ἄλλο ζήτημα καὶ ἔλαβε τὴν πρωτίστην ἐν Εὐρώπῃ θέσιν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ Τύπος, ὁ τόσον δυσμενὴς, ὅτι αὐτὸς ὕψωσε φωνὴν ἁπανταχοῦ καὶ ἠνάγκασε τὴν κυβέρνησιν τὴν ἰδικήν μας, ἡ ὁποία οὐδὲν παράσημον ἀπένειμεν, νὰ στεφανώσῃ τὸν κάλαμον δέκα ἢ δώδεκα δημοσιογράφων τῆς Εὐρώπης; Ὁ ἐνθουσιασμὸς κατέλαβεν ὁλόκληρον τὸ ἡμισφαίριον, ὅπου κατοικοῦν Χριστιανοὶ, καὶ μετέβη καὶ εἰς τὸ ἕτερον. Πεντακόσια ταμεῖα συνεστήθησαν· ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν ἐπανάστασιν ταύτην ἐκ μέρους τοῦ γένους καὶ τῶν φιλελλήνων· κομητάτα γυναικῶν ἀκόμη καὶ νηπίων ἔτρεξαν νὰ συνδράμωσι μίαν ὑπόθεσιν τόσον ἱεράν. Καὶ κανεὶς, κύριοι, πιστεύω ἐκ τῶν γερόντων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν, ἂν ἐνθυμῆται ἀκριβῶς τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον, δὲν θέλει εἰπεῖ, ὅτι ἐκείνου ἦτο κατώτερος ὁ ὑπὲρ Κρήτης. Ἀλλὰ, Κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν ὡσαύτως προοδευτικὰ, ἦσαν ὑπεράνω τῶν προσδοκιῶν μας. Δὲν παρῆλθον τέσσαρες μῆνες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἡ Εὐρώπη ἐκλόνισε τὸ καθεστὼς, ὡς πρὸς τὴν Κρήτην. Δὲν παρῆλθον τέσσαρες μῆνες καὶ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἰσῆλθεν εἰς τὰ διπλωματικὰ συμβούλια καὶ προέβη μέχρι τῆς ἡγεμονίας. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι πρὶν παρέλθωσι πέντε μῆνες ἡ Εὐρώπη ἐπεμβῆκε καὶ παρέλαβε γυναικόπαιδα, διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, δὲν φρονῶ ὅτι ἀγνοεῖ καὶ τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου ἡ Ῥωσσία εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὸ Λονδῖνον τὴν πρότασιν τῆς ἑνώσεως. Οὕτω, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, εἰς διάτημα πέντε μηνῶν διέτρεξεν ὅλα τὰ στάδια, τὰ ὁποῖα διέτρεξεν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις μέχρι τοῦ 1827. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν βλέπει εἰς πάντα ταῦτα ἓν πρόγραμμα; ἐξαρτᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ προγράμματος ἐκ τῆς προκηρύξεως; δὲν φαίνεται εἰς αὐτὸν πολὺ σπουδαιότερον, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν πραγμάτων παρὰ ἐκ τῶν λόγων ἓν πρόγραμμα; Δὲν συμβιβάζεται ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ, ἂν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς ἐπῆλθον, ποτὲ μὲν εὐτυχῆ καί ποτε δυστυχῆ, ἂν δὲν ἔχουν τὴν πηγήν των, τὰ μὲν εἰς τὴν ἔλλειψιν προγράμματος, τὰ δὲ εἰς τὴν προκήρυξιν προγράμματος; Ἀλλ’ ἐννοῶ διατὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέχεται ὑπὸ τῆς ἐναντίας ἰδέας, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔπραξε τὸ ἐναντίον. Μεταβαίνω οὕτω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Θέλω ἐξετάσει αὐτὴν κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ὅτε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἤκουσα, πῶς ἁπλοποιήθη ἡ πολιτικὴ τῶν δύο διαμαχομένων κομμάτων καὶ πῶς καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατήντησε νὰ φρονῇ, ὅτι σχεδὸν τίποτε δὲν μᾶς διαιρεῖ, ἠπόρησα, ὅτε ἐσυλλογίσθην τίνι τρόπῳ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπω περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συκοφαντία, ὡς φατριασμός, διότι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔγγραφος. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου, ἤτοι 40 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔλευσίν της εἰς τὰ πράγματα, ἐξέδωκε τὸ ὑπόμνημά της, τὸ ἐκοινοποίησεν εἰς τὰς αὐλὰς καὶ ἀπὸ τὰς αὐλὰς εἰς τὸν τύπον. Εἶναι τὸ ὑπόμνημα, ὅπερ περικλείει τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν προεκήρυξεν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνακοινόνει εἰς τὰς αὐλὰς τὰ ἑξῆς: «Βλέπομεν, (λέγει, τὴν 1 φεβρουαρίου 1867,) ὅτι γοργῷ τῷ βήματι κατέρχεται ἐν τῇ Ἀνατολῇ μία καταστροφή. Ἀλλὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προλάβωμεν. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῶν Δυνάμεων κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν ἤθελε φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ἑπομένως σᾶς ἐπιφορτίζομεν νὰ καταστήσητε γνωστήν, χάριν τῆς εἰρήνης, τὴν ἀνάγκην ταύτην παρὰ τῇ Κυβερνήσει παρ’ ᾗ εἶσθε διαπεπιστευμένος. Δώσατε αὐτῇ νὰ ἐννοήσῃ ἐναργῶς, ὅτι μία ἱκανοποίησις τῶν εὐχῶν τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τὸ μόνον μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν εἰρήνης διαρκοῦς. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ Δυνάμεις δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιβάλωσι σήμερον τοιούτους ὅρους, ἂς κατορθώσωσι τοὐλάχιστον μίαν ἀνακωχήν, ἵνα δώσωσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης τὴν μόνην λύσιν, ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνός μας. Μία τοιαύτη ἱκανοποίησις τῶν πόθων τῆς ἑλλ. φυλῆς μετὰ ἱκανοποιήσεων ἀναλόγων διδομένων ταὐτοχρόνως εἰς τὰς ἄλλας φυλὰς τῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ἤθελον δυνηθῆ νὰ σταματήσωσιν, (εἶναι ἀληθὲς ἐπὶ ἐλάχιστον χρόνον) ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἤθελον δυνηθῆ νὰ σταματήσωσι τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ ἐκραγῇ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ νὰ παρασύρῃ ὁλόκληρον τὴν χριστιανικὴν Ἀνατολήν». Ἰδοὺ διατὶ, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπον καὶ ἴσως δὲν μ’ ἐπιστεύσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ῥηγόπουλος. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἀκολουθεῖ τὴν ἀρχὴν καὶ προκηρύττει τὴν ἀρχὴν σήμερον, ὁπότε ἡ Κρήτη ἔχει τὰ ἔντερά της ἐκτὸς τῆς κοιλίας, καὶ ἡ Ἑλλὰς τὰ ἰδικά της, προκηρύττει τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ συνδέει τὴν ἔκβασιν τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος μὲ τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἡ πρὸ 35 ἐτῶν δημιουργηθεῖσα Ἑλλὰς, ἡ ἀδιοργάνωτος, ἡ ἄνευ στρατοῦ, ἡ ἄνευ ναυτικοῦ, αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία πρὸς τὸν προορισμόν της οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἰργάσθη, αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ἡ εὐτυχήσασα μετὰ 35 ἔτη ν’ ἀκούσῃ πρώτην φορὰν τὴν ὡραίαν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως, λησμονοῦσα ἑαυτὴν, λησμονοῦσα τὸ παρελθόν της, λησμονοῦσα τὴν ἀδυναμίαν της, ἀντὶ νὰ λυπῆται, ἀντὶ νὰ κλαίῃ ἐπὶ τούτοις, παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ κόσμου νὰ δολοφονήσῃ τὴν Κρήτην. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ συκοφαντήσω τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποληφθῶ ὅτι τὴν συκοφαντῶ. Ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, μεθ’ ὅλα ὅσα σᾶς ἐξέθεσα περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπραγματοποιήσαμεν, καὶ μεθ’ ὅσα ἀνέγνωσα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἐπισήμου προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἄπειρος διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀρχῶν μας καὶ τῶν ἀρχῶν των; Ἡμεῖς παρελάβομεν τὴν Κρήτην τοιαύτην ὁποία ἦτο ἐκ τῆς ἱστορίας της· δὲν ἠθελήσαμεν ν’ ἀλλοιώσωμεν κανὲν δικαίωμά της· δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν οὔτε τὰ δικαιώματά της οὔτε τὴν ὑψηλὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐπαναστάσεων· δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ἐξομοιώσωμεν μὲ φυλάς τινας περὶ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον ἀκόμη ἂν διεπέρασεν αὐτὰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας. Ἐκηρύχθη ἡ ἕνωσις ἀπὸ τὴν νῆσον ἐκείνην, ἥτις ἦτο φυσικὸν πρώτη νὰ τὴν κηρύξῃ. Δὲν ἐδυνάμεθα λοιπὸν τὴν νῆσον ταύτην, μεθ’ ὅλης τῆς ἱστορίας καὶ τῶν δικαιωμάτων της νὰ σαβανώσωμεν μὲ τὰ σάβανα τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος; διότι καὶ σήμερον τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα ἔσεται ἐπίσης ἄλυτον, ὅπως ἦτο καὶ πέρυσι καὶ πρὸ τεσσάρων αἰώνων· τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα ὑπῆρχε καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη οἱ Τοῦρκοι καταλάβωσι τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι εἶναι ἡ χώρα ἡ δίδουσα τὴν σοβαρότητα εἰς αὐτὸ, εἰς τὴν ὄψιν τοῦ ὁποίου ἀνατριχιάζουσιν οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης, πιστεύοντες ὅτι ἐπὶ πολλοὺς χρόνους, ἂν αὐτὸ ἐγερθῇ, θέλει ἐξοστρακισθῆ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην ἡ εἰρήνη. Ἕνα τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ παρενείρωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν δεσπότην τῆς τύχης τῆς Κρήτης. Ἀλλὰ, κύριοι, παραλείπων ἤδη τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, ἐξετάζω τὸ ὑπόμνημα τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ὡς ἁπλῆν προκήρυξιν. Ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως ἐλάλει, ἂν σπουδαίως ἐφρόνει, ἂν εἶχεν ἀληθεῖς πεποιθήσεις, θὰ εἰπῇ ὅτι εἶχεν εὕρει ἐν ταῖς διασκέψεσιν αὐτῆς μίαν λύσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἦτο σοβαρὸν, ἦτο σπουδαῖον, ἦτο πατριωτικὸν νὰ ἐκδώσῃ μίαν προκήρυξιν; Δὲν ἀρνοῦμαι μόνον ὅτι κατ’ οὐσίαν ἦτον ἀσφαλὲς καὶ ὅτι σπουδαῖον ἐν αὐτῷ τίποτε δὲν ὑπῆρχε καὶ οὐδεμίαν λύσιν περιεῖχεν, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἦτο καὶ τὸ μεγαλείτερον σφάλμα μιᾶς κυβερνήσεως, καὶ εἶχε συνεπείας μία τοιαύτη προκήρυξις ἀπειλοῦσα τὴν Εὐρώπην, ἀπειλοῦσα τὰς κυβερνήσεις. Ὁποῖον πρόγραμμα ἐρωτῶ, εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τοιαύτην πολιτικὴν ἀκολουθοῦντες; Τὸ πρόγραμμα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ τῶν μεγάλων κατορθωμάτων, ἅτινα εἴδομεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας; Εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ Πιεμόντε; Τί ἔπραξε τὸ Πιεμόντε; Εἶχε καὶ τὰς συμμαχίας εἶχε καὶ τὰ σχέδιά του, ἦτο κατηρτισμένον, εἶχε τὸ ἥμισυ τῆς πεποιθήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τις ὅπως ἀρχίσῃ μίαν πρᾶξιν, καὶ ὅμως οὐδεὶς τὸ ἐγνώριζεν. Αὐτὴ ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία κατεβλήθη, ἡ ὁποία κατεστράφη καὶ ἔφθασε εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τὴν σήμερον, αὐτὴ ἡ Αὐστρία τὸ ἠγνόει, καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Πιεμόντε διενοεῖτο τοιαῦτα πρὸς τοῦτο συνεμάχει ἡ Αὐστρία καὶ ἔδιδε τὴν χεῖρα εἰς τὸ Πιεμόντε. Ἡ ἐποχὴ τοῦ 1851 ἦτο σπουδαιοτάτη διὰ τὴν Εὐρώπην καὶ ἂν ἡ Αὐστρία ἦτο δυνατὸν νὰ διαγνώσῃ ὅτι παρευρισκομένη καὶ συμπολεμοῦσα μὲ τὸ Πιεμόντε κατὰ τῆς Ῥωσσίας, εἰσῆγεν αὐτὸ εἰς τὰ συμβούλια τῆς Εὐρώπης, προσέδιδεν εἰς αὐτὸ δικαιώματα, ἐνίσχυε τὸ Πιεμόντε, ἤθελεν εἰπεῖ πρὸς τὴν Εὐρώπην, δὲν συντρέχω· ἡ θέσις τῆς Αὐστρίας ἦτο σημαντικὴ τότε καὶ ἡ Εὐρώπη δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀκούσῃ μετ’ ἀδιαφορίας. Τίς ἐγνώριζε κἂν, κύριοι, μέχρι τῆς παραμονῆς, ὅτε ὁ Ναπολέων ἵππευσε τὸν ἵππον του καὶ ἐξεστράτευσεν ἐναντίον τῆς Αὐστρίας διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἰταλίας καὶ τὴν ἀπόκτησιν τῆς Νικαίας καὶ Σαβοΐας, τίς ἤλπιζεν ὅτι ὁ Ναπολέων εἶχε τοιαύτην ἰδέαν; Ὅταν προχθὲς ἡ Πρωσσία διενοεῖτο περὶ τοῦ μεγαλείου της καὶ εἶχε κατηρτισμένα τὰ μεγάλα αὐτῆς σχέδια καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς, οὐδὲν ἐβλέπομεν ἐξ ὅσων ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς. Κατώρθου διὰ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀκριβώτατα ἐπλήρονε καὶ ἐδημοσιεύοντο εἰς τὴν Εὐρώπην ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ διὰ τῶν διακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ἐναντίον τῆς Αὐστρίας, νὰ πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ πολεμήσῃ, καὶ δὲν ἐννόησε τὸν πόλεμον ὁ κόσμος, εἰμὴ σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὴν νίκην τῆς Σαδόβας. Ὑφ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις ἐξετάζων τὴν προκήρυξίν σας, τὴν εὑρίσκω προϊὸν Κυβερνήσεως οὐχὶ σοβαρᾶς. Εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξα, ἐπροσπαθήσατε ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλεῖτερα νὰ πράξητε τὰ σφάλματά σας· ἐνισχύοντες αὐτὰ καὶ διὰ τῆς ἄλλης συμπεριφορᾶς σας ἐδείξατε, ὅτι τῷ ὄντι δὲν βουλεύεσθε μὲ καμμίαν σπουδαιότητα. Ἐννοῶ τὰς παρασκευὰς ἑνὸς ἔθνους, τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰς πλέον ἐκτάκτους· μὴ δίδεις τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐχθρὸν καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ νὰ εἰμποροῦν νὰ εἴπωσι: «δὲν ὑπάρχει ζήτημα· οἱ σκοποί σας εἶναι φανεροί.» Δυστυχῶς, κύριοι, ἔρχομαι εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι θλιβερά. Θέλω ἐξετάσει τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς προκηρύξεως. Ὁ ἐνθουσιασμός, ὅστις ὑπῆρχεν, ἐξέλιπεν. Ὅταν οἱ λαοὶ ἐγνώρισαν, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μία ἀφετηρία πρὸς πόλεμον μακρότατον, ὅστις, καθὼς σᾶς προεῖπον, κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσι, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰς ἀποβάλωσιν οἱ λαοὶ εἰμὴ μόνον ὅταν ἡ Ἑλλὰς καταλάβῃ μίαν θέσιν, ἐμπνέουσαν πεποίθησιν, εἰ μὴ μόνον ὅταν οἱ σημερινοὶ ὅροι τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἀνατολῆς λάβωσιν ἄλλον χαρακτῆρα, οἱ λαοὶ, λέγω, τῆς Εὐρώπης, ἰδόντες ὅτι ἡ Κρήτη εἶναι ἀφετηρία τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἄφησαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις των νὰ ἐνεργήσωσι πλέον, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης νὰ ῥίπτηται μία τοιαύτη προκήρυξις· δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης νὰ βλέπωσιν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς ἐκρήξεως μεγάλης, καὶ ὅτι αἰτία αὐτῆς εἶναι αὐτὴ ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι παρέχουσι καὶ ὁ ἐνθουσιασμός των. Καὶ μόνον ἂν περιωρίζεσθε εἰς τὸ νὰ καταστήσητε γνωστὸν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐφαντάσθητε μόνον, καὶ τὴν ὁποίαν εὐηγγελίσασθε ἀπὸ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου, ὡς γοργῷ τῷ βήματι ἐρχομένην, καίτοι μήπω εἰσέτι ἐμφανισθεῖσαν, καὶ μόνον εἰς τὴν ἀπειλὴν ταύτην κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης ἂν περιωρίζεσθε, πάλιν ἠθέλατε φέρει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα· ἀλλὰ πολὺ περισσότερον, ὅταν συνεδέσατε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης μὲ τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ διατυπώσατε τοὺς ὅρους, εἰπόντες· «Μία τοιαύτη ἱκανοποίησις τῶν πόθων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, μετὰ ἱκανοποιήσεων ἀναλόγων, διδομένων ταὐτοχρόνως εἰς τὰς ἄλλας φυλὰς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ἤθελον δυνηθῆ νὰ σταματήσωσιν (εἶναι ἀληθὲς ἐπὶ ἐλάχιστον χρόνον) ἀλλ’ ὁπωσδήποτε νὰ σταματήσωσι τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ ἐκραγῇ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ νὰ παρασύρῃ ὁλόκληρον τὴν χριστιανικὴν Ἀνατολήν.» Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν κάλαμος Ἑλληνικὸς δὲν ἤθελε σταματήσει γράφων ὅσα πᾶς ἀνέγνωσε καὶ ἂν ἐπρόκειτο καὶ εἰς ἐφημερίδα νὰ γράψῃ· διότι καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας προσέχουσιν οἱ ξένοι καὶ δὲν ἔχουσιν ἄλλο ἔργον παρὰ νὰ προσέχωσιν, ἐδῶ μένοντες. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπόν, Κύριοι, τὸ ἐπελθὸν ὑπὲρ Κρήτης μεταξὺ τῶν λαῶν ἐξέλιπε, τὸ δὲ αἴσθημα τοῦτο διεδέχθη ἡ φρόνησις, ὁ συλλογισμός. Ἡ Κρήτη ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν λαῶν, ὁ τύπος ἐδειλίασεν, ἀπεσύρθη. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ἐφημερίδας· ἀλλ’ ἀπεσύρθησαν μετὰ λόγου, καὶ τὸν λόγον τὸν δίδουσι καὶ εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς λέγω. Αἱ συνδρομαὶ καὶ ἀποστολαὶ ἔπαυσαν, τὰ κομητάτα διελύθησαν, τὸ Ἀγγλοελληνικὸν κομητάτον, τὸ ὁποῖον διέθρεψεν ἐνταῦθα μέχρι τοῦ Αὐγούστου 5800 ψυχὰς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει παύσει καὶ ἔπαυσε. Δὲν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα εὐθὺς ἀμέσως, διότι ἡ προκήρυξις ἀργὰ ἐγνώσθη, καὶ τὰ γεγονότα, τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ κατὰ μικρὸν διεδίδοντο. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ὡρίμασεν ἡ ἰδέα, ὅταν τὰ συμπτώματα διεδέχοντο τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὅταν συνετάχθη μὲ τὴν τακτικὴν, μὲ τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς μεγάλης ἰδέας καὶ ἄλλος, ὁ ἐνθουσιασμὸς ἔπαυσεν, ἐνῷ προορισμὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ ἐξάπτηται. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς ἕτερον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν αὐτὴ ἡ πολιτικὴ, ἀπερισκέπτως ἐπιδεικνυομένη ἐν Ἀθήναις, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ κυβέρνησις νὰ εἴπω, ἀπερισκέπτως διακηρυττομένη διὰ διακοινώσεων. Τί σημαίνει, κύριοι, ἡ τελευταία τῶν τεσσάρων Δυνάμεων διακοίνωσις, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Πύλην ἐπέδωκαν; Ἐνθυμοῦμαι καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, σᾶς εἶπεν, ἀκμάζει τὴν σήμερον, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐπροώδευσε διπλωματικῶς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἡ Ἀγγλία ἠπείλησε τὴν Ἑλλάδα, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τέσσαρες Δυνάμεις ἠπείλησαν τὴν Τουρκίαν! καὶ ἐθαύμασα, κύριοι, πῶς ἓν μέλος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοσαύτην πλάνην· διότι ἀποδίδω εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν τὸ φιλάληθες. Τῷ ὄντι, κύριοι, αἱ τέσσαρες Δυνάμεις εἶπον εἰς τὴν Πύλην, ὅτι δὲν θέλουν δώσει πλέον εἰς αὐτὴν καμμίαν ὑλικὴν ἢ ἠθικὴν συνδρομήν. Ἐπροκήρυξαν διὰ τῆς διακοινώσεως ταύτης πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὅτι καθιεροῦσι καὶ εἰς τὰς μεταξὺ τῶν Κρητῶν καὶ τῆς Τουρκίας σχέσεις τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ἐπεμβάσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν χαίρεται διὰ τοῦτο, καυχᾶται διὰ τοῦτο· ἀλλὰ πότε, κύριοι, κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἢ αἰῶνα ἡ Εὐρώπη ἔδωκεν ἠθικὴν ἢ ὑλικὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Τουρκίαν ἀπέναντι τῶν Χριστιανῶν;
§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ 1854.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τῶν Χριστιανῶν; λανθάνεσθε.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Ὄθων διὰ τῶν Θεσσαλικῶν καὶ Ἠπειρωτικῶν δὲν ἐζήτει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ γίνῃ ἀκόλουθος μιᾶς πολιτικῆς ἐπιφόβου εἰς τὴν Εὐρώπην, καθ’ ἧς ἀντετάχθη ὁλόκληρος ἡ Δύσις. Αὐτὴ εἶναι μία τρανὴ ἀπόδειξις διὰ νὰ καταδικάσητε τὸ σύστημά σας· καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοῦ τὸ ἐνθυμήσατε, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, προκειμένου περὶ λύσεως τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, περὶ ἐκρήξεως αὐτοῦ τοῦ ἐπιφόβου ἀγῶνος, ὅστις μένει ἀπ’ αἰώνων ἀναλλοίωτος, ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ἀκούουσι τὴν φωνὴν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τοὺς Χριστιανούς. Νὰ χαθῇ ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία· νὰ ἐμποδισθῇ καὶ ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία τοῦ νὰ ἐπαναστατήσωσιν, εἶπεν ἡ Εὐρώπη τότε· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον σήμερον, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων μας. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκαμε διὰ νὰ προσέξωμεν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, κύριε Τρικούπη, ὅστις μὲ διακόπτεις, ὅτι τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα δὲν εἶναι διὰ τοὺς ὀδόντας μας. Ἤθελα νὰ ἐπικαλεσθῆτε αὐτὸ τὸ παρελθὸν, πότε; ὅταν ἐλάμβανον τὰ ὅπλα ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ εὑρίσκοντο μόναι ἀπέναντι τῆς Τουρκίας· ἀλλὰ τὸ 1854 εἶχε τοιαύτην μορφήν; Καὶ ἀκόμη σεῖς, οἱ ὁποῖοι διευθύνετε τὰ ἐξωτερικὰ τῆς πατρίδος εὑρίσκεσθε εἰς τοιαύτην πλάνην; Ἡ ἱστορία παρέρχεται ἀνεξετάστως ἀπὸ σᾶς; Τὰ γεγονότα λοιπὸν ῥίπτετε εἰς τὸ σκότος; Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐδέποτε ἡ χριστιανικὴ Εὐρώπη ἔδωκε συνδρομὴν εἰς τὴν Τουρκίαν ἀπέναντι τῶν Χριστιανῶν, εἴτε ὑλικὴν, εἴτε ἠθικήν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μὴ σπεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Εἶναι τόσον ἰσχυρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὥστε παραιτοῦμαι αὐτῆς τῆς θεωρίας· θέλω τοῦ τὸ ἀποδείξει ἄλλως. Ἐὰν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν δὲν τὸν πείθῃ, ὅτι ἡ διακοίνωσις τῶν τεσσάρων Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν, καθ’ ἣν παύουσι πλέον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ δίδωσι εἰς αὐτὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν συνδρομὴν, περιέχει τι ψευδὲς, ἀνύπαρκτον, ἄνευ οὐσίας καὶ σημασίας, εἶναι ὅμως ἄλλο τι, περιεχόμενον ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, εἶναι ἡ διακήρυξις, ὅτι ἡ Κρήτη ἐγκαταλιμπάνεται εἰς τὰς δυνάμεις της νὰ παλαίσῃ πρὸς τὴν Τουρκίαν. Σᾶς χαρίζω, λοιπὸν τὸ ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ἠθέλησαν νὰ φορέσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα μίαν φενάκην, κηρύττουσαι, ὅτι αἴρουσιν ἀπὸ τῆς Τουρκίας πᾶσαν προστασίαν ἠθικὴν καὶ ὑλικήν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κρήτην νὰ παλαίσῃ κατὰ τῆς Τουρκίας, εἶναι ἀπόδειξις τῆς καταφορᾶς κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς μας καὶ τῆς προόδου τῆς ἐδικῆς σας, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Πρώτην φορὰν, κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἤρχισε τὸ κρητικὸν ζήτημα, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπεφασίσθη καὶ ἐγένετο. Πρώτην φορὰν ἡ Εὐρώπη ἦλθε, μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ εἶπε, ξεσχισθήτωσαν τὰ πρωτόκολλα, λύομεν τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ τὰς ἠθικὰς καὶ αὐτὰς τὰς νομικὰς, τὰς ὁποίας εἴχομεν πρὸς τὴν Κρήτην! Δι’ αὐτῆς τῆς διακοινώσεως ἔκριναν καὶ ἀπεφάσισαν περὶ τῆς Κρήτης. Εὔχομαι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὡς προσωρινὴ ἀπόφασις ἐδίκασε τὴν Κρήτην διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1830 συμβάντα, διὰ τὰ μετὰ τὸ 1830 συμβάντα, ἐδίκασε καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν· διότι τὸ νὰ εἴπῃ ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Τουρκία ἀφίνεται ἐλευθέρα νὰ παλαίσῃ πρὸς τὴν Κρήτην, αὐτὸ σημαίνει. Εὐτυχῶς οὔτε ὅλαι αἱ δυνάμεις ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ὑπάρχουσιν ὑπογεγραμμέναι, οὔτε εἰς τὰ διπλωματικὰ πράγματα ὑπάρχει ἡ αὐτὴ σκληρότης καὶ αὐστηρότης, ἥτις ἀπαντᾶται εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν κριτηρίων· καὶ διὰ τοῦτο πιστεύσατε, ὅτι δὲν θέλω διόλου διὰ αὐτῶν τῶν λόγων νὰ ἐμπνεύσω εἰς ἐσᾶς τὴν ἀπελπισίαν· θέλω μόνον νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἀπερίσκεπτος αὐτὴ πολιτικὴ τῆς ἐκδόσεως τῶν προκηρύξεων περὶ μεγάλης ἰδέας, περὶ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶχον ἀποτελέσματα θλιβερά. Τοῦτ’ αὐτὸ σημαίνει, καὶ εἶναι τρίτη ἀπόδειξις τῶν λόγων μου, ἡ ἀκεραιότης, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει καὶ πάλιν ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων. Βεβαίως, κύριοι, ἡ ἐγγύησις τῆς ἀκεραιότητος ὑπῆρχε καὶ πρό· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης, καὶ ἐνῷ οὐδεὶς ἄλλος ἀγὼν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑφίσταται, ἐπαναλαμβάνεται καὶ κηρύττεται μετὰ τὴν ἐξέγερσιν τῆς Κρήτης καὶ διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναί τι σημαντικὸν, εἶναι ἀπόδειξις ὑποστηρίζουσα ὅσα σᾶς προεῖπον. Ἤθελον, κύριοι, ἀδικήσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς της, ἤθελα παραλείψει δύο καυχήσεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι αὐταὶ ἀφορῶσιν εὐάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πολιτική της ἐπέφερεν. Ἠμφισβήτησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρὸ αὐτοῦ ἡ Εὐρώπη ἐκάμφθη καὶ ὅτι παρέλαβε γυναικόπαιδα ἀπὸ τὴν Κρήτην, εἰπὼν, ὅτι ὅ,τι ἔκαμεν ὁ πλοίαρχος Πὴμ, ἦτον ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ καυχηθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἡ ἐμφαίνουσα ἐπέμβασιν, ἡ ταυτιζομένη μὲ τὰς περὶ νηοψίας ἀποφάσεις ἐπὶ Γεωργίου Κάνιγκος, εἰς τὰς ὁποίας ἀπέδωκε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτε λέγω αὐτὴ ἡ πρᾶξις συνέβη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς καὶ ὄχι τῆς προκατόχου. Δὲν ἔχω, κύριοι, ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω πολὺ διὰ ν’ ἀποδείξω τὸ ἐναντίον· οὔτε ἀνάγκη εἶναι νὰ τὸν ἐνθυμίσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐνθυμεῖται βεβαίως, διότι ἦτο τόσος ὁ ὄγκος, ὅσος εἶναι ὁ «Μέγας Ναύαρχος,» αὐτὸ τὸ πλοῖον τῆς Ῥωσσίας μὲ τὰ 1200 γυναικόπαιδα, ὁ ὁποῖος τότε μετέφερεν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἀληθές. Ἡ Ῥωσσία, ὡς γνωρίζετε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶχεν εἰπεῖ καὶ ἐπανέλαβε πολλάκις, ὅτι εἶμαι ἑτοίμη καὶ ἐπιθυμῶ νὰ παραλάβω γυναικόπαιδα, ὅταν ἄλλη δύναμις κάμῃ ἔναρξιν, καὶ τότε ἔκαμεν ἔναρξιν, ὅταν ἤρχισεν ἡ Ἀγγλία. Τὶ νομίζει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; ὅτι εἰς τὸ εὐνομούμενον Κράτος τῆς Ἀγγλίας δύναταί ποτε ἕνας πλοίαρχος ν’ ἀποστατήσῃ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐναντίον τῆς γνώμης καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἀγγλίας, νὰ λάβῃ μέρος ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν διαμαχομένων; Ἀλλὰ τότε ἡ Ἀγγλία ἤθελεν εἶσθαι ἀναξία νὰ παραβληθῇ μὲ ἡμᾶς ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλαμεν τὸ συγχωρήσει, διότι κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ἤθελε καρατομηθῆ ὁ πλοίαρχος αὐτός. Ὥστε ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ τὸν ὑπομνήσω τὸ εὐνομούμενον τῆς Ἀγγλίας, τοὺς νόμους αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προχθὲς εἶπον, διακόψας τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐζήτησα τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας νὰ συγχαρῶ αὐτὸν καὶ μοῦ τὸ ἐπέτρεψε, καὶ τὸν συνεχάρην. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, τῷ ὄντι ἡ παραλαβὴ τῶν γυναικοπαίδων εἶναι πρᾶξις ἐπεμβάσεως, ὅπως ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν παρουσιάζῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας, πρώτιστον χρονικὸν σημεῖον ἔχει τὴν περὶ νηοψίας ἀπόφασιν ἐπὶ Γεωργίου Κάνιγκος, ἡ παραλαβὴ τῶν γυναικοπαίδων ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἡ τιμὴ ὅλη ἀνήκει εἰς τὸν Νοέμβριον τοῦ 1866 ἢ Δεκέμβριον, δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως μίαν ἡμέραν ὡς σημεῖον ἐνάρξεως θέλει ἔχει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν δευτέραν καύχησιν. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, λέγει, ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἐν Κωνσταντινουπόλει ὡμίλησε προφορικῶς μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μετὰ τοῦ μεγάλου Βεζύρου καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ καὶ ὅτι ἂν ἤθελεν ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς ἑνώσεως ἀκόμη καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἕνωσιν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε. Δὲν ἤθελον τῷ φιλονεικήσει, κύριοι, ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει πλέον σημασίαν τὴν σήμερον, διότι πιθανὸν ἡ ἕνωσις νὰ ἐπροτάθη παρὰ τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη ἵσταται εἰς ἄλλο σημεῖον τὴν σήμερον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὅλως διόλου ἐναντία ἰδέα παρὰ ταύτην, τὴν ὁποίαν τῷ ἔγραψεν ὁ ἀξιότιμος πρέσβυς μας, ὑπῆρχεν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰς τοὺς πλέον σπουδαίους κύκλους. Ἐκεῖ ἐνόμιζον ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Πύλη εἰς τὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν τότε οἱ τέσσαρες Πρέσβεις, τὴν εἶχεν ὑπαγορεύσει ἡ Γαλλία, ὁ Κ. Μπουρέ· ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, ἡμεῖς καὶ περὶ τῆς προγενεστέρας πορείας τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ περὶ τῆς μετέπειτα ἔχομεν ἀποδείξεις τρανάς. Τί ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κυρίου Μουτιὲ πρὸς τὸν πρέσβυν κ. Γκοβινώ; ἔλεγεν, ἂν οὐχὶ ἀκριβῶς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσω καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς διασαφήσεις τὰς ὁποίας οὗτος μᾶς ἔδωκεν, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Γαλλίας ἀναμφιβόλως. Πῶς δὲ ἐφάνη ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ ἡ πολιτικὴ τῆς Γαλλίας; ἐφάνη ὅλως διόλου ἀποκρούουσα τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ προκάτοχος καὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἤρχισε ν’ ἀκολουθῇ ἡ ἑπομένη. Σᾶς ἀγαπῶμεν, λέγει, ἔχετε ἀποδείξεις, ὅτι δὲν εἴμεθα κακοὶ πρὸς σᾶς, ἐδείξαμεν πολλάκις εὔνοιαν (καὶ τῷ ὄντι εὐγνωμονοῦμεν διὰ τοῦτο) ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ τὰ συμφέροντά μας μᾶς ὑπαγορεύσουν, θέλομεν ἐργασθῆ καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἐκκρεμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα μας, καὶ κατὰ τὰ συμφέροντά μας, θέλομεν δείξει τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν σᾶς ἠρνήθημεν. Καὶ ἤδη, κύριοι, ὁ αὐτοκράτωρ πρῶτος ἐξεφώνησε τὸν ὅρον τῆς ἀκεραιότητος. Ὁ Αὐτοκράτωρ πρῶτος λύει, προσωρινῶς, ἐλπίζω, τὸ ζήτημα, ὑποσχόμενος ἀντάλλαγμα τῆς ἀκεραιότητος, μίαν φροντίδα περὶ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐπιμένω περισσότερον εἰς τοῦτο, διότι ἂν ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἔχῃ νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν προφορικὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Βουρὲ, καὶ περὶ ἐνδεχομένης ἀκόμη ἑνώσεως, σᾶς εἶπα προηγουμένως, ὅτι ἐπὶ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως ἡ Ῥωσσία ἐπρότεινε τὴν ἕνωσιν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σημαίνει ἂν τὸ λέγητε καὶ τοῦτο· οὔτε σεῖς ἔχετε καμμίαν ἀπόδειξιν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω, θὰ τὴν φέρω.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλά. – Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἦτον ἀναγκαῖον, ἀναπόφευκτον, νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὴν σήμερον ἡ Κρήτη· διότι εἴμεθα τὸ μόνον Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ θεωρούμεθα τὸ κέντρον. Δὲν ἔπρεπε νὰ κατατρίψωμεν τὸν χρόνον, συζητοῦντες τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν ζήτημα, καὶ νὰ παραλείψωμεν τὴν ἔρευναν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ζήτημα, τοσοῦτον ποθητόν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὰ 80%, πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ψῆφόν μας, Ἀλλά, κύριοι, μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, συνδέεται ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν, τὸ ὁποῖον κατέστη ζήτημα πολυθρύλλητον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠθέλησαν ν’ ἀρυσθῶσιν ὅπλα ἐναντίον τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν ἐκείνη ἠμέλησε, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ εἶναι Κυβέρνησις τῶν προπαρασκευῶν, διὰ τὸ μεγαλεῖον τοῦ τόπου. Ἐὰν ἄλλοι ἀγνοῶσιν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ γνωρίζει βεβαίως τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος· καὶ ὄχι μόνον αὐτοὶ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος ἅπαν γνωρίζει τὰς αἰτίας τῆς ἀδυναμίας ταύτης. Ἀλλὰ τί δικαίωμα ἔχουσι τὰ μέλη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποτείνωσι μομφὰς ἐναντίον ἄλλων διὰ τὴν ἀδυναμίαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν ἡμεῖς τῷ 1866, ἀφοῦ ὅλοι μὲν οἱ πολιτικοὶ μετέχουν τῆς εὐθύνης ταύτης, ἡ σημερινὴ ὅμως Κυβέρνησις εὐθύνεται περισσότερον; Διότι ἐντὸς τῶν ἕνδεκα τελευταίων ἐτῶν, ἐννέα ὅλα ἔτη ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὑπάρχει εἰς τὰ πράγματα. Ὅλοι λοιπὸν ἔχομεν μέρος εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ὅλοι πταίομεν· διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς τὰ ἄνω, δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ τολμηρὰ, δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ ἔργα μεγαλείτερα, τολμηρότερα. Ἀλλ’ οἱ κατήγοροί μας φέρουσι μέρος μεγαλείτερον τῆς εὐθύνης ταύτης, πολὺ μεγαλείτερον τῶν ἄλλων. Ὅτε εἰσήλθομεν, κύριοι, εἰς τὰ πράγματα, τὰ ἔξοδα τῆς Ἐπικρατείας τὰ εὕρομεν κατὰ 800,000 χιλ. δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀνώτερα τῶν ἐσόδων· τὸ δάνειον ἐξηντλημένον· ὅλα τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν· ἐπισεσωρευμένας ἀπείρους ἀπαιτήσεις, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ 4 ἑκατομ. δεδουλευμένα καὶ ὀφειλόμενα. Καὶ ἠθέλετε, κύριοι, νὰ αὐτοσχεδιάσωμεν ἡμεῖς δυνάμεις, παραμεληθείσας ἐπὶ 30 ἔτη; Ἀλλά, κύριοι, θέλω ἐξετάσει τί ἐπράξαμεν, ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα, καὶ θέλω τὸ παραβάλει πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἄφθονα τὰ μέσα ἐδόθησαν καὶ πολλοὶ μῆνες τοῦ ἔτους. Καὶ ἂν δὲν εἴχετε χρήματα, διατί δὲν ἐφροντίσατε περὶ ἀνευρέσεως αὐτῶν, μᾶς ἐρωτοῦν; Διατί δὲν ἐδείξατε, ὅτι λυπεῖσθε, ὅτι συναισθάνεσθε τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἔγεινεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὑρισκομένην εἰς τοιαύτην ἀδυναμίαν; —Τοῖς ἀπαντῶμεν, ὄχι. Τὸ πρόγραμμά μας, κύριοι, τὸ ἐσωτερικὸν, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν περιέχει· πρόοδος διὰ τῆς εὐνομίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ πρόγραμμα εἶναι ἀδύνατον νὰ λείπῃ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον τῆς προόδου. Ἀλλ’ ἂν θέλητε νὰ μᾶς ἐκτιμήσητε, πρέπει νὰ μᾶς ἐκτιμήσητε κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδιοικήσαμεν· καὶ ἐγὼ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐκτιμήσητε καὶ ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν διαδόχων μας. Θαυμάζω, κύριοι, τὴν τακτικὴν σπουδαίων προσώπων, προϊσταμένων τῆς πολιτείας, καθὼς εἶναι οἱ ὑπουργοὶ, ν’ ἀρνῶνται καὶ νὰ παρασιωπῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰς χεῖράς των. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συζητῶν προχθὲς τὰ οἰκονομικὰ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν μίαν μόνην ἔκθεσιν τῆς Κυβερνήσεώς μας, δὲν ἔλαβεν ὅμως τὴν ἑτέραν. Τὴν ἑτέραν, λέγω, ὡς προερχομένην ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι οὗτος δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐρωτηθεὶς τότε, ἀπήντησεν, ὅτι αὐτὸς ἐλάλει, καίτοι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως.
§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πότε, κύριοι, ἡ πρώτη ἔκθεσις ἐγένετο; Εἰς τὰς 22, νομίζω, ἢ εἰς τὰς 29 Ἰουνίου, δηλ. 18 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔλευσίν μας εἰς τὰ πράγματα, καὶ πρὶν ἀκόμη τίποτε συμβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐκτὸς τῆς παλαιᾶς καὶ εἰρηνικῆς διαμαρτυρήσεως τῶν Κρητῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς 9 Νοεμβρίου, δὲν ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν τῆς προετοιμασίας καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μεσολαβῆσαν διάστημα; Δὲν τὸ γνωρίζει, κύριοι, ἀπ’ αὐτὰς τὰς ἰδίας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβε παρὰ τῶν προκατόχων του, ὅταν εἰσήρχετο τὸ νέον ὑπουργεῖον καὶ ἐγκαθίστατο; Δὲν τοὺς ἐπληροφόρησα ἐγὼ αὐτὸς, κινούμενος ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, μὴ τυχὸν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ δανείου, οἱ νέοι ὑπουργοὶ ἀκολουθήσωσιν ἄλλον δρόμον ἢ σφάλωσιν εἰς ζητήματα, θεωροῦντες αὐτὰ ὡς ἐκκρεμῆ, ἐνῷ ἦσαν λελυμένα; Θέλετε ἰδεῖ ὅμως, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσίν μας ταύτην καὶ τὰ πράγματα καὶ τὴν διαφορὰν τῆς πολιτικῆς. «Εἶναι ἀληθὲς,» λέγει ἡ ἔκθεσις πρὸς τὸν Βασιλέα, «ὅτι ἔχομεν χρείαν ἑνὸς δανείου, διὰ ν’ ἀποσβέσωμεν τὸ κινητὸν χρέος καὶ οὕτω ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμεν αὕτη εἰς ἀπόσβεσιν μεγάλου ποσοῦ τοῦ κινητοῦ χρέους, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὖθις εἰς θεραπείαν τῶν ἰδίων της ἀναγκῶν. Ἔχομεν ὡσαύτως χρείαν δανείου, διὰ νὰ χορηγήσωμεν προκαταβολήν τινα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διασκευάσῃ καὶ συμπληρώσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον, τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὰ ἐφόδια τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καθόσον, μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ὁ πρότερον ὑπάρχων στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν δὲν ἐπαρκοῦσι πλέον εἰς τὰς χρείας τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους· συμπληρούμενα δὲ ὅ,τε στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἐφοδίων. Ἐξ ἄλλου μέρους αἱ ἐπελθοῦσαι πρὸ ὀλίγου μεταῤῥυθμίσεις εἰς τοὺς στρατοὺς καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν τῆς Εὐρώπης καὶ αὐτῆς τῆς Ἀνατολῆς, ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ τελειοποιήσῃ καὶ αὐτὴ τὸν ὁπλισμόν της. Καὶ ἡ Κυβέρνησίς της δὲν δύναται οὔτε νὰ κωφεύσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, οὔτε νὰ τὴν ἀναβάλῃ, χωρὶς νὰ κατακριθῇ καὶ δικαίως, ὅτι προδίδει τὰ ἱερώτερα αὑτῆς καθήκοντα.» Αἱ διαπραγματεύσεις, κύριοι, περὶ δανείου, εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς ἐλεύσεώς μας εἰς τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω κυβερνήσεων ἦτο σημαντική. Ἡμεῖς τὸ δάνειον τὸ ἐζητοῦμεν διὰ τὴν διοίκησιν, διότι ἡ πολιτικὴ μᾶς ἀπεμάκρυνε πᾶσαν ἄλλην ὑποψίαν. Αὐτὸ τὸ ἔκτακτον τῶν προπαρασκευῶν, αὐτὸς ὁ στόμφος τῆς ἐπαναλήψεως τῆς φράσεως «ἔκτακτοι ἐξοπλισμοὶ» καὶ ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς «διὰ πυρὸς καὶ διὰ σιδήρου πρέπει νὰ κυβερνήσωμεν τὰ ἐξωτερικὰ» αὑτά, κύριοι, ἐνῷ εἶναι λόγοι, βλάπτουσι, δὲν ὠφελοῦσιν. Ἀλλά, κύριοι, ἂν καὶ δὲν εἴχομεν χρήματα, ἂν καὶ εὕρομεν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν παρημελήσαμεν τίποτε, κύριοι. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἐκτὸς τῶν 16 πυροβόλων, τὰ ὁποῖα οἱ ὁμογενεῖς ἀπέστειλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν παρηγγελμένα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν μας, ὡς εἶχον ἀναγγείλει τοῦτο εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει προσέτι 18 πυροβόλα τῆς Σύρου. Τὰ πυροβόλα τῆς Σύρου, κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου; Τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρελθὸν δὲν εἰργάσθη, δὲν ἐνήργησεν ὥστε νὰ κατασταθῇ τὸ κατάστημα τῆς Σύρου ἱκανὸν νὰ χύσῃ πυροβόλα; Τὰ πυροβόλα ταῦτα δὲν κατεσκευάσθησαν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἰουνίου; Βεβαίως οὐδεὶς θέλει τὸ ἀρνηθῆ. Ἡ Κυβέρνησις περιπλέον ἔφερεν 24 πυροβόλα ἐκ τῆς Εὐρώπης. Τὰ 18, κύριοι, ἦσαν κατὰ παραγγελίαν ἰδικήν μας, ἐκ τῆς τιμῆς δὲ τῶν 6, ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ 6 ἐκ χάλυβος παρήγγειλε, νομίζω, 12 ἐξ ὀρειχάλκου, διότι ἴσην ἀξίαν ἔχουν τὰ 12 μὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ 6.
§50ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἰδική μας ἔφερε περισσότερα, διότι ἄφησε τὰ ἐκ χάλυβος.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρηγγέλθησαν 18 ἐκ χάλυβος, ἐφέρατε 12 ἐκ χάλυβος καὶ 12 ἐξ ὀρειχάλκου...
§52ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπήγασεν, ὅτι ἐφέραμεν περισσότερα.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ ὁποιονδήποτε λόγον, εἶναι ἀδιάφορον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔκαμε προπαρασκευὴν, αὐτὴ εὑρέθη, ὅτι τὰ 18 τῆς Σύρου τὰ εἶχε προβλέψει αὐτὴ καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἑτέρων 24, τὰ ὁποῖα ἐφέρετε ἐξ Εὐρώπης, τὰ 18 εἴχομεν παραγγείλει ἡμεῖς. Ἐν συνόλῳ ὡς πρὸς τὰ πυροβόλα ἐφέρετε 6 πλειότερα. Προχθὲς, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἕνα ἀπεσταλμένον ἀξιωματικὸν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ὅτι ὁ ἀπεσταλμένος αὐτὸς εἶχε λάβει διαταγὰς περὶ μηδαμινῶν παραγγελιῶν. Τὸν ὑπενθύμισα, ὅτι ὑπῆρχε καὶ δεύτερος ἀξιωματικὸς, δὲν εἶχεν ὅμως, καίτοι συνομολογήσας καὶ τὴν δευτέραν ἀποστολὴν, πρόχειρον τὴν διαταγὴν, ἡ ὁποία περιεῖχε τὰς παραγγελίας ἐκείνας. Ἀλλὰ καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος δὲν ἔλαβον μόνον ἅπαξ παραγγελίας, ἀλλ’ ἀκαταπαύστως ἐλάμβανον, καὶ αἱ παραγγελίαι, τὰς ὁποίας εἴχομεν δώσει εἰς αὐτούς, ἀφοροῦσαν πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον, καὶ πᾶν ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε. Μία διαφορὰ ὑπάρχει, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ὅπλα ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν ὁπλισμὸν τὸν ἀποῤῥιφθέντα παρὰ τῆς Εὐρώπης ἕνεκα τῆς ὑπεροχῆς τῆς νέας μεθόδου, ἀλλ’ εἴχομεν παραγγείλει νὰ παρακολουθήσωσι τὰς δοκιμασίας, αἱ ὁποῖαι ἐν Εὐρώπῃ ἐγίνοντο, διότι ἡ προτίμησις ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τὰ ὅπλα τῆς μεθόδου τῆς νέας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε τὴν παρατήρισιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὁπλίσῃ τὸν στρατὸν μὲ τόσα ὅπλα νέα, χωρὶς νὰ δαπανηθῶσι πολλά. Δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὴν κρίσιν του, οὔτε εἰς τὴν ἑτέραν, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἡ νέα μέθοδος τελειοποιεῖται· ἐπιθυμῶ μόνον ν’ ἀποδείξω, καὶ τὸ λέγω, χωρὶς νὰ καυχῶμαι, χωρὶς νὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον μνήμης, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐνήργησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ, καὶ ἡμεῖς μὲ ὅλας τὰς τότε ἀκαταμαχήτους δυσκολίας, μόλα ταῦτα ἐπρονοήσαμεν περὶ στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ ἔκθεσίς μας πρὸς τὴν Α. Μ. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ μὲ λεπτομερείας, θὰ θέσω τὸ ζήτημα πολὺ καθαρὰ καὶ ἐν ὀλίγοις. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μία καὶ μόνη πίστωσις ἐδόθη· ἑπομένως ὅλαι αἱ προπαρασκευαί, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐμπεριέχονται εἰς αὐτὴν τὴν πίστωσιν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἡ σημερινὴ μετὰ 11 μηνῶν ὑπηρεσίαν ἔλαβε μίαν πίστωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ τώρα μόνον ἐπρότεινε πίστωσιν ἑτέραν, μήπω εἰσέτι ψηφισθεῖσαν. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη, κύριοι, παρελήφθη ἀπὸ τὸν προκάτοχον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπ’ αὐτὸ τὸ γραφεῖον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§54ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μὲ τὰ σωστά σας, κύριε Δεληγεώργη, τὸ λέγετε; Πίστωσις, ἡ ὁποία δὲν ἐδόθη, δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, τὴν λέγετε πίστωσιν;
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, οὔτε σεῖς, κύριοι, ἠδύνασθε νὰ παρουσιάσητε εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πίστωσιν, ἐὰν Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν.
§56ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἦτο εἰς τὴν διάνοιάν σας ἴσως, ἀλλ’ ἐγὼ τί εὗρον;
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Βότσαρη, σᾶς ἐπροκάλεσα καὶ πάλιν σᾶς προκαλῶ νὰ φέρητε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλε διὰ τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπάρχουν ἐν λεπτομερείᾳ ὅλα τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἀπῃτεῖτο νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν προμηθευόμενα ἐξ Εὐρώπης.
§58ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἠρώτησα καὶ μὲ εἶπον, ὅτι μία πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἔμεινε τεθαμμένη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ ἰδικόν σας καὶ δὲν ἦλθε διόλου. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔλαβον κατόπιν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε χθές.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς, κύριοι, τοῦ ὑλικοῦ, ἐκτὸς τῶν προμηθειῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν πρέπει κανεὶς νὰ καυχᾶται, διότι εἶναι ἔργον ἁπλοῦ προμηθευτοῦ, τὰ Κράτη διορίζουσι τὰς Κυβερνήσεις των δι’ ἄλλον λόγον, τὰς διορίζουσι δι’ ὀργανισμόν, τὰς διορίζουσι διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ πλάσωσι δύναμιν. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον λόγου καὶ αἱ προμήθειαι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ δι’ αὐτὰς νὰ καυχηθῇ τις, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν ἔργον προμηθευτοῦ, τόσον περισσότερον μάλιστα εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ὅπου καὶ αὐτὸ τὸ ὑλικὸν τὸ προμηθευθὲν κατὰ τοὺς ἰδίους λόγους τοῦ ὑπουργοῦ τὸν στρατιωτικῶν ἐν πολλοῖς δὲν εἶναι δόκιμον. Ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ παρελθόντος ἐγένετο νέος ὀργανισμός, καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ τὸ ἀμφισβητήσητε, διότι ἐξεδόθη διάταγμα, καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀνεβιβάζετο εἰς 13½ χιλ. ἀνδρῶν. Ἡ δύναμις ἡ ὀργανικὴ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μᾶς διεδέχθη, ἀνεβιβάσθη εἰς 14,000. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, μία διαφορὰ πλέον σπουδαία, ὅσον ἐπουσιώδης εἶναι ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμόν· κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἡμέτερον δὲν ἀπῃτεῖτο οὐδεμία δαπάνη διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως ἀπῃτεῖτο ἓν ἑκατομμύριον δρ. διὰ τοὺς 2,000 ἄνδρας τῶν 4 ταγμάτων· διότι ἕκαστον τάγμα τῶν ἀκροβολιστῶν δαπανᾷ 252, νομίζω, χιλ. δραχμῶν, ἑπομένως τὰ τέσσαρα τάγματα, ἐκ 500 ἀνδρῶν ἕκαστον, ἑνὸς ἑκατομμυρίου δαπάνην ἀπαιτοῦσιν. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ὀργανισμῶν κατὰ 500 ἄνδρας· 13,500 κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν γενόμενον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, 14,000 κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν γενόμενον παρὰ τοῦ Κ. Βότσαρη. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιώδης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν μέρος· διότι ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος δὲν ἀπῄτει καμμίαν δαπάνην, ἐνῷ ὁ γενόμενος κατόπιν ἀπῄτει δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἐκτάκτου δυνάμεως τῆς συσταινομένης, πόθεν κύριοι; τῆς συσταινομένης ἀπὸ τοὺς ἐφέδρους. Καὶ ἡμεῖς κύριοι, ἠθελήσαμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐφεδρείας, ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν, ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ δύναμις εἶναι μηδαμινὴ καὶ δὲν εἰξεύρω, πῶς κατωρθώθη ἤδη σήμερον δι’ ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ, ν’ ἀποκτήσωμεν δύναμιν τόσον μεγάλην. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ ἐφέδρων δὲν ἠδυνάμεθα, ἀφαιροῦντες ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλὰ φυσικαί, παρὰ 800 ἄνδρας νὰ συγκεντρώσωμεν· ἀλλὰ τώρα, μολονότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει πάντας τοὺς ἀποστρατευσαμένους νὰ ὑπηρετήσωσι, σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτὸ τὸ ζήτημα δύνασθε νὰ τὸ γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, εἶναι δυνατὸν ἐρωτῶ νὰ σχηματισθῇ στρατὸς ἐκ τοσούτων ἀνδρῶν; Δὲν εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἀληθὲς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲ ἐφρόντισε περὶ προμηθειῶν, ἢ ὅτι ἐφρόντισε περὶ προμηθειῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠμέλησε τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις· διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, ὠργάνισε κατὰ νέον τρόπον τὸν στρατὸν καὶ ηὔξησε τὴν δύναμιν αὐτοῦ. Συνέβη ὅμως ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Ῥούφου· ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν προκατόχων μας, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἀμελήσει τὴν στρατολογίαν τοῦ 1866, καὶ οἱ νεοσύλλεκτοι ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου καὶ τὸν Δεκέμβιον, ἑπομένως, ὅταν μᾶς διεδέχθησαν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ καὶ ἤδη σήμερον, ὁπότε εἴμεθα εἰς τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου, ἔχουσι βεβαίως εἰς τὸν στρατὸν τὰς δύο στρατολογίας, καὶ τὴν τοῦ 1866, καὶ τὴν τοῦ 1867. Ἐὰν, κύριοι, θέλουν νὰ μᾶς κατακρίνωσιν, ὅτι δὲν ἐφροντίσαμεν καὶ περὶ ναυτικῶν δυνάμεων, ἀδυνατῶ ν’ ἀπαντήσω. Μόνον, κύριοι, ὡς λογοπαίγνιον δύναται τοῦτο νὰ ῥηθῇ· μόνον κύριοι, ἄνευ συστολῆς δύναται νὰ ῥηθῇ πρὸς ἐκείνην τὴν κυβέρνησιν, διατί εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς ἔτυχες καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, δὲν αὐτοσχεδίασες στόλον; Ἀλλὰ καὶ ὁ στόλος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σήμερον προπαρασκευάζει, καὶ ὁ στόλος αὐτὸς εἴδετε, πῶς ἐξελέγχεται ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας οὔτε ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον νὰ θελήσω νὰ κατακρίνω. Ἐὰν ἠγέρθησαν κατακρίσεις ἐναντίον τῶν προμηθειῶν τῶν ναυτικῶν, βεβαίως ἠγέρθησαν διὰ δύω λόγους· διότι δὲν ἐφρόντισεν ἡ κυβέρνησις, ἐνῷ εἶχε τὰ μέσα, νὰ διαφωτίσῃ προσφέρουσα τὰς προσηκούσας ἐκθέσεις περὶ τῆς ποιότητος, ἀξίας καὶ ἱκανότητος τῶν πλοίων, καὶ δεύτερον, διότι γεγονότα τινὰ θλιβερὰ ἀπέδειξαν κατὰ δυστυχίαν τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐξωδίκως ἐν τῇ κοινωνίᾳ παρ’ ἁρμοδίων προσώπων, ὅτι αἱ παρατηρήσεις ἐκεῖναι ἦσαν ὀρθαί.
§60ΓΡΙΒΑΣ. Παραμορφωμένα γεγονότα τί δεικνύουν;
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω, κ. Γρίβα· ὅσον ἀφορᾷ τὸν στόλον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύνασθε νὰ διαφωτίσητε τὴν ἐπιτροπὴν εὐκόλως καὶ μόνον, ἐὰν ἠθέλατε δεχθῇ μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε, τοῦ νὰ συνομιλήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ κ. Παλάσκα.
§62ΓΡΙΒΑΣ. Ἦτον ἀντιπειθαρχικὸν νὰ τὸ ἐπιτρέψω τοῦτο εἰς ἕνα ὑπάλληλον. Εἰς ἀνάκρισιν δὲν ἠμποροῦσα νὰ ὑποβληθῶ ἀπὸ τὸν ὑπάλληλόν μου. Αὐτὸ καὶ οἱ λέγοντες δὲν θὰ τὸ ἔπραττον.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ πιστώσεων· νὰ συζητήσω ἐν ἐκτάσει τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν σχέσεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς σᾶς προεῖπον, πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν ἀπόφασίν μας, καὶ νὰ δηλώσω συγχρόνως διά τίνας λόγους, θεωρῶν τὰς πιστώσεις ταύτας ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, θέλω δώσει μίαν μέλαιναν ψῆφον. Δὲν εἶναι κύριοι, οὔτε καιρὸς, οὔτε ἀνάγκη, πιστεύω, νὰ ἐνασχοληθῶ εἰς τὰ ἐσωτερικά. Ἐῤῥέθησαν τόσα πολλὰ, ὥστε ἡ παράτασις εἶναι ὅλως διόλου περιττή. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ δώσω λευκὴν ψῆφον εἰς τὰς πιστώσεις, διότι καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως βλέπω ἔλλειψιν σπουδαιότητος καὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ παρετήρησα, κύριοι, πολλὰς ἀσχημίας, τὰς ὁποίας ἄλλως οὐδόλως δύναμαι νὰ δικαιολογήσω, εἰμὴ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ τύχη πάντοτε τῆς διοικήσεως, ὅταν ὁ ὑπουργὸς δὲν κατέχει τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀλλὰ κατέχηται ὑπ’ αὐτοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 παρὰ 10 λεπ.