1867.11.28
1.593 στίχοι · 13.571 λέξεις · 84 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 28 Νοεμβρίου 1867.
(Τρίτη).
Ὥρα 1 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἕτοιμα καὶ θ’ ἀναγνωσθῶσιν αὔριον. Νὰ ἀναγνωσθῇ τώρα ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης (ἀνεγνώσθη). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται καὶ κηρύττει ὡς νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Γρίβαν. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσχωρήσω εἰς τὸν σκοτεινὸν τῶν λεπτομερειῶν λαβύρινθον· οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξεπλήρωσαν ἐπαρκῶς τὸ καθῆκον τοῦτο, εἰ καὶ δυστυχῶς εἰς μάτην. Δὲν θὰ καταστήσω τὸ βουλευτήριον, δὲν θὰ μεταβάλω τὸ βουλευτήριον εἰς ταπεινὸν πανδοχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχονταί τινες διὰ ταριφῶν καὶ νόθων δικαστικῶν καταλόγων νὰ δικαιώσωσι τὰς καταχρήσεις των καὶ τὴν ἔνοχον πολιτικήν των. Θέλω ἀφήσει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὰς κατὰ τοῦ λαοῦ δάφνας των, τὰς ἀτελευτήτους πιστώσεις, τὸν διπλασιασμὸν τῶν φόρων διὰ διπλασιασμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ δάνεια καὶ τὴν παραλυσίαν τοῦ κράτους, καὶ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς καθείρξεις τῶν ἀθώων καὶ τὰς χάριτας τῶν ἐνόχων καὶ τὰ ἱερὰ δικαστήρια ἑνὸς Λαϋάρδ· δὲν θέλω ὅμως ἀπαξιώσει νὰ στιγματίσω τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ κατὰ δύναμιν, τὴν ἔνοχον θρασύτητα καὶ τὴν κοῦφον ἀλαζονείαν, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν, λησμονήσαντες τὴν θέσιν των, θέσιν ὑπολόγων, νὰ συγχύσουν καὶ περιστάσεις καὶ πράγματα διὰ νὰ ἐπιῤῥίψουν.....
§5ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, αἱ ὕβρεις νὰ παύσουν.
§6ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι ὕβρεις.
§7ΖΩΤΟΣ. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ.
§8ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Λέγετε, κ. Μιχαλόπουλε, ἀπὸ αὐτὰ ὅσα θέλετε.
§9ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην των καὶ νὰ παραστήσωσιν ὡς ἔριν, ὡς λογομαχίαν ἁπλῆν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν δίκην, τὴν δίκην τοῦ δεινοπαθοῦντος λαοῦ καὶ μιᾶς ἐξουσίας, ἥτις διὰ παντὸς διεζεύχθη ἀπ’ αὐτοῦ. Δὲν μὲ ἐκπλήττει τὸ θάῤῥος τοῦτο τῆς ὑπολόγου κυβερνήσεως· οὐδέποτε οἱ ὑπόλογοι, οὐδέποτε οἱ ἔνοχοι νομίζουσιν ὅτι λαλοῦσι τὴν περιφρονητικὴν αὐτὴν γλῶσσαν, παρὰ ὅταν ἔχωσιν ἐνώπιόν των ἓν δικαστήριον ἀγορασμένον.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καθὼς εἶσθε σεῖς (θόρυβος).
§11ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμάθαμεν κατὰ δυστυχίαν νὰ ἀκούωμεν τὰς ἀχαρίστους αὐτὰς ὕβρεις· δὲν εἶναι βουλευτήριον τοῦτο, ὅταν ἀνεχώμεθα νὰ ἀπευθύνωνται τοιαῦται ὕβρεις.
§12ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ θορυβοῦντες ἐπικυροῦν τοὺς λόγους μου.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι εἰς πανδοχεῖον ἢ ταβέρναν.
§14ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ θορυβοῦντες, ἐπαναλέγω, ἐπικυροῦν τοὺς λόγους μου.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀρκεῖ τις νὰ μὴν ἔχῃ ἠθικὴν καὶ τότε δύναται νὰ ὑβρίζῃ τοὺς ἄλλους.
§16ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσεῖς δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑβρίζητε τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους σας.
§17ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἱερεμιάδας ἀπεκάλεσεν ὁ χαρίεις πρωθυπουργὸς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, τὰ ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου λαοῦ παράπονα τῶν ἀντιπολιτευομένων· ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι δι’ Ἱερεμιάδων τὰ ἔθνη συνήθως ἄρχονται, τελειόνουσι δὲ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τῆς προόδου. Εὕρομεν, λέγει, τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ληστείαν, καὶ ἐκτυπήσαμεν καὶ κατεστείλαμεν αὐτήν. Τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ληστείαν, κύριε πρωθυπουργὲ, ὑπεκινήσατε ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὄντες, διὰ νὰ εἰσέλθητε ἐν αὐτῇ· ὅταν δὲ εἰσήλθατε ἐν αὐτῇ, ἡ ληστεία καὶ ἡ ἀναρχία δὲν ἐξηλείφθη, ἤλλαξε θέσιν, μετετοπίσθη, κατέστη συμπάρεδρος ἡμῶν διὰ νὰ σᾶς βοηθήσῃ εἰς τὰ ὑπὲρ ἐλευθερίας μεγαλεπήβολα σχέδιά σας. Καὶ τολμᾶτε νὰ λέγητε, ὅτι κατωρθώσατε νὰ ἐξαλείψητε τὴν ληστείαν, ὅταν διακόσιοι ἑβδομήκοντα περίπου λῃσταὶ λυμαίνονται δύο μόνας ἐπαρχίας τοῦ κράτους τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Ἀκαρνανίαν; Ὅταν εἰς τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου προχθὲς ἀνάρπαστος ἐγένετο εἰς τὰς δημοσίας ὁδοὺς ἄνθρωπος; Καὶ τολμᾶτε νὰ ῥίπτετε τὴν μομφὴν ταύτην εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις τὴν ληστείαν τὴν τρομερὰν τοῦ 1856, ἥτις εἶχεν ἐκθρασυνθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης νὰ ἁρπάσῃ ἐκ τοῦ μέσου στρατοῦ ξένον ἀξιωματικὸν, εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν ἠδυνήθη νὰ ἐξοντώσῃ; Ἀνθηρὰν καὶ ἐνήμερον ἀπεκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν· ὡραία τῳόντι οἰκονομικὴ κατάστασις! ἀφοῦ διὰ γενναίων ἀφαιμάξεων μετηγγίσαμεν τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον εἰς τὰ ταμεῖά μας, τὸν φόρον τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν ἰδίας ἀνάγκας, καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν φίλων μας, ἠδυνήθημεν πρὸς στιγμὴν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν τοῦ δημοσίου, ὄχι ὅμως καὶ τὴν χρεωκοπίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψαν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Ὡραία τῳόντι οἰκονομικὴ κατάστασις! Ἀλλὰ καὶ περὶ δικαιοσύνης ἠκούσατε τοὺς ὑπουργοὺς τὸν ἴδιον πανηγυρικὸν ποιησαμένους· ἐδῶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τὸ καὶ ἄλλοτε ῥηθὲν «ὦ δικαιοσύνη! πόσα ἐπ’ ὀνόματί σου πλάττονται κακουργήματα!» Ποία βεβήλωσις, ποία ἱεροσυλία πρὸς ἰδιώτας δὲν ἐπράχθη; ποίας ἀρχὰς δὲν προσεπάθησαν νὰ περιπλέξωσιν εἰς τὰ δίκτυα, ἢ πρὸς ποίους νόμους δὲν ἔθεσαν τὴν χεῖρα; Ἐμετρίασαν τὸ ποσὸν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ηὔξησαν τὸ ποιὸν αὐτῶν· μετέτρεψαν τὰ ἁπλᾶ πταίσματα διὰ τῆς ἀτιμωρησίας καὶ τῶν χαρίτων εἰς μεγάλα κακουργήματα. Ὡμίλησαν περὶ προπαρασκευῶν, μετέφεραν δῆλον ὅτι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια τῆς Φλωρεντίας εἰς τὰ τῶν Ἀθηνῶν σάκκους τινὰς εὐρωτιώσης πυρίτιδος, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς τελετὰς καὶ παρατάξεις, διότι δὲν πιστεύω ὅτι σκέπτονται σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς περὶ προπαρασκευῶν μεγάλων· οὔτε τὸ ἔθνος πιστεύει τοῦτο· διότι, ἐὰν τὸ ἐπίστευε, θὰ ἦτο ἕτοιμον νὰ δώσῃ τὸ αἷμά του καὶ τὰς δυνάμεις του ἐκ νέου, ἀλλ’ ἐφενακίσθημεν μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἔστω· ἐνταῦθα ἀπευθύνω τὴν αὐτὴν παρατήρησιν καὶ εἰς τὸν χθὲς συνηγορήσαντα φίλον τῆς Κυβερνήσεως κ. Τσιριμῶκον· ἔστω, προπαρασκευαὶ καὶ δαπάναι, ἀλλὰ τίς χορηγήσει ἐμπιστευτικὰς πιστώσεις καὶ χρήματα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀρνεῖται νὰ δώσῃ λογαριασμόν; τίς θέλει χορηγήσει ἐκ νέου νέα ποσὰ καὶ νέα κεφάλαια; Καὶ περὶ Κρήτης ἀκόμη τὸ ὑπουργεῖον ἐκαυχήθη· παρελάβομεν, εἶπε, τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ταπεινὴν, κολοβὴν, καὶ τὴν ἀνεβάσαμεν εἰς τὸν κολοφῶνα τοῦ ὕψους τῆς δόξης· ἀλλ’ ἡ Κρήτη μετὰ δύο ἔτη εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν παρελάβετε, τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὰ συνετὰ μέτρα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς σας! «Τὰς Κρητικὰς οἰκογενείας» εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός· ἀλλὰ τὰς Κρητικὰς οἰκογενείας ἡμεῖς τρέφομεν ὁ λαὸς, ἀλλ’ ἴσως εἶναι ὡρισμένα αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ κάμωσιν οἰκοδομὰς καὶ ἀγροὺς, ὅπως καὶ κατὰ τὰ 1854 ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐκείνης πάλης. Ἐν τέλει κομψός τις ὑπουργὸς ἐκαυχήθη ὅτι ἱστάμεθα πολὺ ὑψηλὰ καὶ δὲν φοβούμεθα ἀπὸ τῶν ἀντιπάλων τὰς φλυαρίας· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι, ὅταν κανεὶς ἵσταται ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει καὶ δὲν τοῦ ἁρμόζει, ἵσταται πάντοτε κακὰ, καὶ ἐὰν τὸ ἔθνος δὲν εἶναι ὅπως τὸ φρονοῦν χαμένον καὶ ἐὰν ὁ ὑπέρτατος τοῦ Κράτους ἄρχων δὲν ὀλιγωρῇ διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ταχέως θέλει αἰσθανθῆ τὴν θέσιν, ἥτις τῷ ἀνήκει. Ἡ ἐφεξῆς ἀγόρευσις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ καταχωρίζεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἐπήνεγκεν ἕτερος (ὁ κ. Πετιμεζᾶς), ὅτι αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις, περιβεβλημέναι ἐπαγωγοὺς τίτλους ἐκτάκτων καὶ δραστηρίων προπαρασκευῶν, ἐγκλείουσι, καθ’ ἃ ἡ κυβέρνησις ἐβεβαίωσε, τὴν πολιτικήν της· ἠναγκάσθη ἑπομένως ὅπως ἀκολουθήσῃ τὴν περικεκαλυμμένην ταύτην πολιτικὴν ἵνα ἴδῃ ποῦ ἄγει. Αἱ ἔκτακτοι παρασκευαὶ περικλείουσι πολιτικὴν κινδύνων, καθ’ ὧν ἡ ἐθνικὴ ἐνέργεια ὀφείλει ν’ ἀναπτυχθῇ· ἀλλ’ ἐὰν οἱ κίνδυνοι οὗτοι ᾖναι ἀναπόφευκτοι, ἢ ζητῇ νὰ προκαλέσῃ αὐτοὺς ἡ κυβέρνησις, ἐντελῶς ἐσιώπησεν. Ἐὰν τὸ πρῶτον, ὁ ἐχθρὸς βαδίζει καθ’ ἡμῶν· ἐὰν τὸ δεύτερον, ἡμεῖς προκαλοῦμεν πόλεμον· εἰς ἀμφοτέρας δὲ τὰς περιστάσεις οὐδενὸς μέσου ὀφείλομεν νὰ φεισθῶμεν. Ὁ πόλεμος, εἶπεν, ἐπέρχεται ἢ μετὰ ῥῆξιν μεταξὺ ἐθνῶν περὶ διαφορᾶς τινος, ἢ μεγάλου πολέμου ἐκραγέντος, ὡς εὐρωπαϊκοῦ, ἀναγκάζονται τὰ μικρὰ ἔθνη νὰ ταχθῶσιν ὑπὲρ ἑνός. Ἀλλ’ ἔχομεν κανὲν τελεσίγραφον; Ἐπίκειται εὐρωπαϊκὸς τις πόλεμος; οὐδὲν περὶ αὐτοῦ εἶπεν ἡ κυβέρνησις, ἐνῷ ὀφείλει νὰ τὸ εἴπῃ, διότι ἄλλως παραβιάζει σπουδαίως τὸ καθῆκόν της. Θέλει ὅμως προσπαθήσει αὐτὸς ν’ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῆς παρασκευῆς. Πέρυσιν ἡ κυβέρνησις ἐδιπλασίασε τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰς προπαρασκευάς· ἐφέτος ἐπίσης, καὶ ἐν τούτοις ἀπαξιοῖ νὰ καταδείξῃ τοὺς κινδύνους. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αἱ ἔκτακτοι καὶ δραστήριαι αὗται παρασκευαὶ κρίνονται χείρονες καὶ αὐτοῦ τοῦ πολέμου, ὡς ἀπονεκροῦσαι τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν· διότι εἴδομεν ὅτι εὐρωπαϊκὰ ἔθνη προτιμῶσι πόλεμον μᾶλλον ἢ τὸ ἀόριστον τῶν τοιούτων παρασκευῶν. Ἀλλ’ ἴσως ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἐπίπλαστος, ἀφοῦ δὲν ὁμολογεῖ αὐτήν· ἴσως θέλει δι’ ἐπαγωγῶν ἐπιγραφῶν ν’ ἀποσπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα. Ἐθυμεῖσθε πόσον καθαρὰ καὶ ἐκπεφρασμένη ἦτον ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, οὔσης ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος. Προέβη καὶ εἰς τὴν ὑποκίνησιν ἀγῶνος κατὰ τὰς μεθορίους ἐπαρχίας, συναθροισθέντων ἐκεῖ ὁμοῦ πρὸς τοῦτο φίλων καὶ ἐχθρῶν τῆς ἀνθρωπότητος, αἱ δὲ ἐκ τοῦ ἀγῶνος τούτου θυσίαι ὑπῆρξαν μέγισται. Ἐν τούτοις ἀναμνήσθητε τὸν πέρυσι τοῦ πρωθυπουργοῦ λόγον περὶ οὐδετερότητος καὶ θέλετε συμπεράνει ὅτι ἡ πολιτική του τότε πόῤῥω ἀπέχει τῶν πεποιθήσεών του, ἃς καὶ ἐπισήμως διεβίβασεν εἰς τὰς δυνάμεις, ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας Μουτιὲ καὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας Ἔρσκεν, ἅτινα καὶ ἀνέγνω ὁ ἀγορεύων. Ταῦτα λοιπὸν βλέπων καὶ τὰς καθ’ ἑκάστην προτεινομένας παρασκευὰς, ἐνόμισεν ὅτι ἡ κυβέρνησις προσείλκυσεν εἰς συμμαχίαν Δυνάμεις· ἀλλ’ ἡ ἀρτίως ἀναγνωσθεῖσα ἐν τῷ νομοθετικῷ σώματι τῆς Γαλλίας κιτρίνη βίβλος διέλυσε καὶ τὴν ἐλπίδα του ταύτην. Ἐνῷ δὲ σαφῶς ἀποδεικνύεται ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος, οὐδέποτε ἔπαυσεν ἡ κυβέρνησις ν’ ἀποπλανᾷ ἡμᾶς. Τὰ ὑποβληθέντα παρ’ αὐτῆς νομοσχέδια περὶ στρατοῦ, στόλου, δανείων, δι’ ὧν διεβουκόλησε τὴν κοινὴν συνείδησιν, οὐδόλως ὕποπτα ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Εὐρώπης, ἐνῷ ἁπλῆ ἡ σύστασις ἀρχηγείων ἐπὶ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐκφρασθεῖσα μόνον ἰδέα τῆς συγκαλέσεως τῶν ἐφέδρων ἐπροκάλεσε τόσας παραστάσεις πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐνῷ δὲ ἀναγραφομένης τῆς ἀρχῆς τῆς οὐδετερότητος, οὐδεὶς κίνδυνος ἐπίκειται ἐκ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, ἐκ δὲ τῶν λόγων κραταιοῦ Ἡγεμόνος ἐξάγεται ἡ εἰρηνικὴ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης, πρὸς τί αἱ ἔκτακτοι παρασκευαί; Μήπως ἵνα προκαλέσωμεν τὴν βιαίαν λύσιν τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος; Φρονεῖ ὅτι δὲν πιστεύει τοῦτο ἡ κυβέρνησις. Μήπως ὑπάρχουσιν ἐνδεχόμενοι οὐχὶ ἐπικείμενοι κίνδυνοι ἐκ τῶν καταπιεζομένων ἀδελφῶν ἡμῶν; ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, οὗτινος τὴν λύσιν μόνος ὁ χρόνος καὶ ἡ μεγαλοφυΐα δύναται νὰ συντομεύσῃ, ἀπαιτεῖται προσοχὴ, διότι ἀντὶ νὰ σπεύσωμεν δυνάμεθα νὰ μακρυνθῶμεν τῆς πληρώσεως τῶν γλυκυτέρων ἡμῶν πόθων. Δὲν ἀποκρούει τὰς προπαρασκευάς· ἀποκρούει μόνον ἐκτάκτους καὶ δραστηρίους, αἵτινες ὡς πολεμικαὶ, προϋποθέτουσι τὴν ἑτοιμασίαν στρατοῦ ἐξησκημένου κατὰ τέχνην καὶ ἐπιστήμην, στόλου ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου τινος, πόλεμον ἐπιθετικὸν ἢ ἀμυντικόν· ἀνάγκη νὰ γνωσθῶσι τὰ σημεῖα τῆς πάλης, ἡ ποιότης τῶν πλοίων καὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ γίνωνται αἱ προπαρασκευαὶ αὗται ἐν ἀγνοίᾳ πάντων. Οἱ ὑπουργοὶ ἐζήτησαν νὰ μάθωσι τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· βελτίωσις τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, ἀπομάκρυνσις τῶν κακῶν, ἰδοὺ ἡ ἐκπεφρασμένη πολιτικὴ αὐτῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, εἶπεν, ὅτι αὕτη δὲν πρέπει νὰ κανονισθῇ ἀσχέτως τῆς πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης, διότι πάντα τὰ ἔθνη προσπαθοῦσι νὰ συνδέωνται μὲ τὰ συμφέροντα ἑτέρων. Εἰς δὲ τὸν σύνδεσμον τοῦτον καὶ προσοχὴ καὶ φρόνησις ἀπαιτεῖται, ἰδίως εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη· παράδειγμα ἔστωσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος κατὰ τὸ 1858. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρώτρυνεν ἡμᾶς νὰ μὴ λησμονήσωμεν τὰς πράξεις καὶ τὴν μνήμην τῶν πατέρων μας· οὐδεὶς ὅμως λησμονεῖ αὐτὴν, διότι εἶναι ἡ μόνη τοῦ Ἕλληνος δόξα. Ἀλλ’ ἆρά γε εἰς τὰ ἔργα ἐμιμήθησαν τοὺς πατέρας ἡμῶν οἱ λέγοντες ταῦτα; δὲν συνεννοήθησαν μὲ ἐχθροὺς τῆς ἀνθρωπότητος εἰς ἐκτέλεσιν σπουδαίων πραγμάτων; δὲν διέταξαν γενικοὺς γραμματεῖς νὰ περιάγωνται μετὰ τούτων; Οἱ γονεῖς ἡμῶν διὰ τῆς ἀρετῆς μαχόμενοι καὶ ὑπομένοντες πάντα κίνδυνον ἐξήρχοντο κρατοῦντες τὸ ἱερὸν τῆς ἐλευθερίας λάβαρον. Ἀπαντῶν δὲ εἴς τινα φράσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πεποιθυῖα, ὅτι ἡ Εὐρώπη μένει καὶ θὰ μείνῃ εἰς ἃς ἰδέας εἶχεν, οὐδέποτε ᾐτιάθη τοὺς ἀποσταλέντας Πρέσβεις, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν παραδοῦσαν νέα θύματα εἰς τὰ μειδιάματα τῆς Εὐρώπης. Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει δέ τινος τὶ φρονεῖ περὶ Κρήτης εἶπεν, ὅτι τὸ περὶ ταύτης ζήτημα δὲν πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν, ὅτι δὲ ὡς ἄτομον φρονεῖ, ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ ἔθνος ἀνάγκη νὰ συντρέχωσιν ὑπὲρ αὐτῆς.
§18ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀγαθῇ τύχῃ, κύριοι, τέλος πάντων ἠκούσατε ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἀγορεύσαντα τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Οὗτος ἐξέθηκε τὰς πολιτικὰς της ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξέθηκε μετὰ πληρεστάτης παῤῥησίας· τὸ ἐξέθηκεν ἐν τῇ γενικότητί της χωρὶς νὰ καταβῇ εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι εἴθε νὰ εἶχον ἐκλείψει ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν· ἂν οὕτως ἡ ἀντιπολίτευσις ἔπραττεν ἀπ’ ἀρχῆς, πολλῶν ἡμερῶν συζητήσεις ἠθέλομεν ἴσως οἰκονομήσει καὶ πολλαὶ ἀσχημίαι ἤθελον ἐκλείψει. Τέλος γνωρίζομεν, ἔστω καὶ ἀργὰ, ποῖαι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας πρεσβεύει ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπὸ τοσούτου καιροῦ. Ἂν οὕτως ἠρχίζαμεν, κύριοι, δὲν ἤθελον εὑρεθῆ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι φοβοῦμαι, ὅτι θέλουσιν ἀπαιτήσει χρόνον ἱκανὸν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰς παραλείψω, ἀφοῦ ἅπαξ τὰ ζητήματα ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ μέσῳ καὶ λόγος ἐζητήθη· θέλω ἔλθει καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ παρ’ ὅλων τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤκουσα ἐπαναλαμβανομένην πάντοτε τὴν ἀμφιβολίαν, ποία ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα πρὸ ἔτους ἔγινε γνωστὸν, καὶ ἐξετέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐγένοντο πλεῖστα ὅσα ἔργα τῇ συνδρομῇ καὶ συναινέσει ὑμῶν πρὸς πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐκφραζομένης ὅμως ἀμφιβολίας, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἴσως συνάδελφοί μου θέλομεν σᾶς ἐκθέσει τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ὅπως λοιπὸν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἀφορῶντος τὴν διαχείρισιν τῆς πιστώσεως, ἥτις ἐδόθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ· δεύτερον θέλω ἐκθέσει τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, καὶ χρῆσιν τῶν λοιπῶν μέσων, ἅτινα ἐχορήγησεν ἡ Βουλή· τέλος δὲ θέλω μεταβῆ εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ ἡμέτερον πολιτικὸν πρόγραμμα. Καθόσον ἀφορᾶ, κύριοι, τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, ἠκούσατε παρὰ διαφόρων διάφορα. Καὶ ὁ μὲν κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι τὰ πάντα ἄχρηστα, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἐγέμισαν μὲν ἀπὸ ὑλικὸν, ἀλλὰ τὸ ὑλικὸν τοῦτο εἶναι ἄχρηστον, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς δοκιμασίας κυλλιβάντων τινῶν, ἐκ τῶν νεωστὶ κομισθέντων, οἵτινες κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν δοκιμασίαν ἀνεφάνησαν ἄχρηστοι· καὶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὰς καταστάσεις τοῦ ἀγορασθέντος ὑλικοῦ ἐνώπιόν του, οὔτε παρομοία ἄλλη ἀπόδειξις περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ ὑπάρχει, δικαιοῦται νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἅπαν τὸ ὑλικὸν εἶναι μᾶλλον ἄξιον νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν παρὰ νὰ τηρῆται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Δημητριάδης, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἶπεν ὅτι ναὶ μὲν πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Κυβερνήσεως ταύτης αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν ὡς ἔγγιστα κεναὶ καὶ σήμερον εἶναι πεπληρωμέναι, ἢ ἐν μέρει πεπληρωμέναι, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸ ποιὸν ἀποφαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον νὰ ἦσαν αἱ ἀποθῆκαι κεναὶ παρὰ νὰ ἦναι πλήρεις ὑλικοῦ ἀχρήστου. Καὶ ἄλλοι εἶπον ἄλλα ὅμοια καὶ γενικά. Ὁ δὲ κ. Καραϊσκάκης, περιοδεύσας ἐσχάτως ἐν Γαλλίᾳ, ἠδυνήθη, εἶπε, νὰ συλλέξῃ διαφόρους λεπτομερείας περὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ ὑλικοῦ, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ κατ’ αὐτὰς οὐ μόνον κάκιστον εἶναι τὸ ὑλικὸν αὐτὸ, ἀλλὰ κατὰ τὴν προμήθειαν αὐτοῦ δὲν ἐγένετο ἡ ἐλαχίστη μέριμνα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καὶ μάλιστα, ὅτι διὰ ῥητῆς διαταγῆς ἐμοῦ, ὡς ὑπουργοῦ, ἐγένετο πλείστη ὅση ζημία εἰς τὸ δημόσιον· διότι ἠγοράσθη ὑλικὸν εἰς ἀνωτέρας τιμὰς τῶν τιμῶν τῆς ἀγορᾶς ἐκεῖ ὅπου αὐτὸς εὑρίσκετο, ἐναντίον μάλιστα τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἐπιτετραμμένου. Θέλετε λοιπὸν μοὶ ἐπιτρέψει νὰ διεξέλθω ἅπαντα τὰ γενικὰ ταῦτα καὶ ἀόριστα χωρία καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι ἀληθὲς καὶ πραγματικόν. Ἀληθὲς εἶναι, κύριοι, ὅ,τι ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν ὡς πρὸς τὴν γενομένην προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ· εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐστάλησαν κυλλίβαντες νέοι, ἐξ ὧν τινες, δοκιμασθέντες ἀπὸ μεγαλειτέρας ἀποστάσεις, ἄλλοι μὲν ἐθραύσθησαν, ἄλλοι δὲ ἐν μέρει ἔπαθον. Διατί λοιπὸν, δύναται νὰ ἐρωτήσῃ πᾶς τις, διατί δὲν ἔλαβες μέτρα, κύριε ὑπουργὲ, ὥστε τὸ ὑλικὸν νὰ ἦναι χρήσιμον, νὰ μὴ ζημιωθῇ οὔτε τὸ δημόσιον, καὶ νὰ μὴ ἐκτίθεται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀχρηστίας τοῦ ὑλικοῦ της, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ, εἰς κρίσιμον μάλιστα στιγμὴν, σπουδαῖα ἀποτελέσματα καὶ κακίστας συνεπείας; Ὥστε ἐκ τούτου εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς σας νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἐγένοντο αἱ προμήθειαι, καὶ διατί ἐγένοντο οὕτω καὶ ὄχι ἄλλως. Ἄλλοτε, κύριοι, εἰς ἄλλην προγενεστέραν ἐποχὴν, ἐγένετο προμήθεια ὑλικοῦ, ὡς καὶ τώρα, ἀλλ’ εἴχομεν τότε βοήθημά τι, τὸ ὁποῖον σήμερον, ἀτυχῶς, δὲν ὑπάρχει πλέον δι’ ἡμᾶς· εἴχομεν τὸ βοήθημα νὰ λαμβάνωμεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἢ τῶν ἐργοστασίων τῆς Γαλλίας ἅπαν σχεδὸν τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τοῦ ὁποίου εἴχομεν ἀνάγκην. Τοῦτο ἦτον εὐκολία πολύτιμος διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλλάδος, διότι, ὡς ὅλοι σας γινώσκετε, παραλαβόντες ἐν Ἑλλάδι ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς, κανονισμοὺς καὶ τὴν νομοθεσίαν ἐκ τῆς Γαλλίας, εἴχαμεν μέγιστον συμφέρον νὰ συμπαραλαμβάνωμεν συγχρόνως καὶ τὸ ὑλικὸν ἐκεῖθεν· οὕτως, ὄχι μόνον τὸ ὑλικὸν τοῦτο ἐσχετίζετο πληρέστατα πρὸς τὰ λοιπὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ πληρεστάτη ἡ ἐγγύησις, ὅτι ὑλικὸν, ἐξερχόμενον ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἢ τῶν ἐργοστασίων τῆς Γαλλίας, ὅτι, λέγω, τὸ ὑλικὸν τοῦτο εἶναι καλὸν καὶ συμφέρον. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὸν στρατόν· ἀλλ’ ἡ εὐκολία αὕτη σήμερον δὲν ὑπάρχει, εἴτε διότι τὰ ἐργοστάσια καὶ αἱ ἀποθῆκαι τῆς Γαλλίας δὲν ἔχουσι περιττὰ, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἐπίσημος ἀπάντησις· ὡς ἐκ τούτου δὲ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἀσφαλῆ ταύτην πορείαν καὶ ν’ ἀποταθῶμεν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀφ’ οὗ δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ὑλικὸν νὰ τὸ προμηθευθῶμεν ἐξ ἀσφαλεστέρας πηγῆς. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἅμα ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀπέστειλα ἀξιωματικὸν ἐκ τῶν πεπειραμένων, ἀξιωματικὸν τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι δὲν φιλονεικεῖται ἡ εἰδικότης, ὁ ζῆλος καὶ ἡ τιμιότης περὶ τὴν διαχείρισιν, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ ἔδαφος ἐν εὐρύτητι καὶ προβῇ εἰς τὰς προμηθείας. Μετὰ τὰς ληφθείσας λοιπὸν πληροφορίας ἐγένετο ἡ παραγγελία τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ ἐν Εὐρώπῃ εἰς τὸ μόνον ἰδιωτικὸν ἐργοστάσιον, τὸ ἔχον τὸ προνόμιον τῆς κατασκευῆς ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ. Τοῦτο τὸ ὑλικὸν εἶναι οἱ σωλῆνες τῶν πυροβόλων, οἱ διευθέται τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετίζεται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὅπλου τούτου. Τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο ἦτο ἐκ τῶν τυχαίων; ἐξελέχθη τυχαίως καὶ ἀνεξετάστως; Ὄχι, ὡς σᾶς προεῖπον· τὸ κατάστημα τοῦτο ἐργάζεται ἐν μιᾷ μεγάλῃ στρατιωτικῇ ἐπικρατείᾳ, καὶ εἶναι ὄχι μόνον τὸ μεγαλείτερον κατάστημα, τὸ κατεργαζόμενον τοιοῦτον ὑλικὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ μόνον, ὅπερ ἔχει τὸ προνόμιον τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἀποστολῆς τοιούτου ὑλικοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὥστε νομίζω, ὅτι, μὴ ὄντος δυνατοῦ νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον ἡμῖν ὑλικὸν τοῦ πυροβολικοῦ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν μιᾶς ἐπικρατείας, ἡ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ συμφωνίας μετά τινος τοιούτου ἐργοστασίου. Ἡ τοιαύτη δὲ ἐνέργεια δὲν ἀποτελεῖ νεωτερισμόν. Εἰς τὸ ἴδιον κατάστημα ἔστρεψε τὰ βλέμματά του καὶ ὁ προκάτοχός μου, λαβὼν τὰς αὐτὰς περὶ τοῦ ἀντικειμένου πληροφορίας. Ἐξ ὅλου λοιπὸν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ προμηθευθέντος ἐκ τοῦ ἐργοστασίου τούτου, τῷ ὄντι κατὰ τὰς γενομένας δοκιμὰς ἀπεδείχθησαν οἱ ἐνταῦθα δοκιμασθέντες κυλλίβαντες ὄχι καλῆς ποιότητος. Ἔσφαλεν εἰς τοῦτο κατά τι ἡ Κυβέρνησις; Νομίζω ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτήν· εἶχε καθῆκον νὰ στείλῃ εἰδικὸν ἀξιωματικόν, τοῦ ὁποίου δὲν φιλονεικεῖται ἡ πεῖρα καὶ ἡ τιμιότης, ἵνα συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ καλλιτέρου ἐργοστασιάρχου ἐν Εὐρώπῃ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται δικαίως νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν εἰς αὐτήν, ὅτι παρέλειψέ τι ἐξ ὅσων ἠδύνατο νὰ προΐδῃ καὶ νὰ προλάβῃ. Ἀλλ’ εἶναι λάθος καὶ ἀμέλεια τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ ἀξιωματικοῦ; Ὄχι, Κύριοι, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν. Ἂν τοιοῦτόν τι ἦτο, ἀμέσως ἤθελον λάβει αὐστηρὰ κατ’ αὐτοῦ μέτρα. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ συμφωνήσας ὅσον ἦτο δυνατὸν πλείονας ἀσφαλείας καὶ ὠφελείας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαγρυπνῇ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν παραγγελιῶν ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ των. Δὲν εἶχεν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος μόνον τὴν φροντίδα τοῦ μέρους αὐτοῦ τον ὑλικοῦ, ἀλλὰ καὶ πλείονας ἄλλας τῆς αὐτῆς φύσεως. Ἐνῷ τὰς παραγγελίας ταύτας ἔκαμνεν, ὤφειλε συγχρόνως νὰ φροντίσῃ εἰς διαφόρους ἐπικρατείας περὶ εὑρέσεως καὶ παραλαβῆς ὅπλων καὶ πλείστου ἄλλου ὑλικοῦ· ἡ φροντὶς αὕτη δὲν τῷ ἐπέτρεπε βεβαίως νὰ ἵσταται εἰς ἓν μέρος, διότι ἦτον ἠναγκασμένος νὰ τρέχῃ ἀδιακόπως εἰς διάφορα ἄλλα μέρη καὶ κράτη διὰ νὰ ἐπιτηρῇ ποῦ μὲν ἀγορὰς, ποῦ δὲ κατασκευὰς, ἀλλαχοῦ νὰ κλείῃ συμφωνίας, νὰ ἐνεργῇ πληρωμὰς κτλ. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἡ ἀμέλεια καὶ ἀφειδησία, εἰς ἣν δικαίως πρέπει ν’ ἀποδοθῇ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἔπραξε, κατ’ ἐμὲ, ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Ἀλλ’ ἂν, κατὰ τ’ ἀνωτέρω, δὲν εἶναι μεμπτέος ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, δύναται κἂν νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἡ μομφὴ κατὰ τοῦ σπουδαίου ἐκείνου ἐργοστασιάρχου, ὅστις ἀνεδέχθη τὴν χορήγησιν τῶν κυλλιβάντων αὐτῶν; Οὔτε τοῦτο, Κύριοι, οὐδὲ κἂν ὁ ἐργοστασιάρχης δύναται νὰ θεωρηθῇ ἠθικῶς ὑπόλογος διὰ τὸ κακὸν ἀποτέλεσμα ἑνὸς μικροῦ μέρους τοῦ χορηγηθέντος ὑλικοῦ. Καὶ πόθεν ἐξάγεται τοῦτο; τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης οὗτος, ἅμα πληροφορηθεὶς, ὅτι οἱ κυλλίβαντες ἐθλάσθησαν κατὰ τὰς γενομένας δοκιμὰς, ἐγνωστοποίησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἰδίου ἀξιωματικοῦ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ζημίας καὶ νὰ ἀνανεώσῃ τὸ ὑλικόν, θεωρῶν τὴν ὑπόληψιν τοῦ καταστήματός του πολὺ ἀνωτέραν τῆς μικρᾶς ταύτης ζημίας. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης αὐτὸς, ὁ διὰ τὸ συμφέρον του ἐργαζόμενος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἠθικῶς ὑπόλογος, διότι καὶ οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβλέψῃ τὰ πάντα ἐντὸς τῶν ἐργοστασίων του, ὅπου τόσοι εἰς παντοῖα ἔργα ἐργάζονται. Ἀνέλαβε λοιπὸν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ζημίας ταύτας· ἐνταῦθα μένει ἡ ὑπόθεσις. Βλέπετε, ὅτι ποσῶς δὲν ἐπροσπάθασα νὰ κρύψω τὴν ποιότητα τοῦ προμηθευθέντος ὑλικοῦ· ἀπεναντίας τὸ ἐξέθηκα εἰς τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου, διότι μοὶ ἦτο ἀδιάφορον ἂν ἤθελον ἀποτύχει ἢ ὄχι, καθόσον, ἤμην πεπεισμένος περὶ τοῦ ἀζημιώτου τοῦ δημοσίου, καὶ πρὸ πάντων διότι, Κύριοι, σκοπὸν εἶχον καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὸ νὰ πληροφορηθῶ ἐγὼ, ἂν τὸ ὑλικὸν αὐτὸ ἦτο χρήσιμον ἢ ὄχι διὰ τὸν προορισμόν του. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον τῆς προμηθείας τῶν ὅπλων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι εἶναι ἀπηρχαιωμένα καὶ καταδεδικασμένα, καὶ ὅτι προμήθεια τοιαύτη ὄχι μόνον ἄσκοπος εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος.
§19Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· σᾶς εἶπον, ὅτι ὠφείλατε νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίας, διότι δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τοὺς βουλευτὰς, προκειμένου νὰ ψηφίσωσι πίστωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἂν τὰ ὅπλα ταῦτα ἦναι τῆς παλαιᾶς μεθόδου τῆς καταδικασθείσης, ἢ ἂν ἦναι τῆς νέας μεθόδου, ἂν δηλ. θὰ χρησιμεύσωσιν ἢ ὄχι.
§20ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἴπατε τέλος πάντων, ὅτι εἶναι ἀπηρχαιωμένα.
§21Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὰ ἐγνώριζον· σᾶς ἠρώτησα ἂν ἦναι τοιαῦτα καὶ σᾶς ἐζήτησα πληροφορίας.
§22ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι! εἶναι σπουδαῖον τῷ ὄντι τὸ ἀντικείμενον, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν παραγγελίαν ὅπλων, εἶχον καὶ ἐγὼ σχηματίσει ἰδέαν περὶ τοῦ προτιμοτέρου συστήματος ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔποψιν. Δὲν εἶχον ἀνάγκην κύριοι, μετὰ τὴν μάχην τῆς Σαδόβας, μετὰ τὰ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἐπλημμύρησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνη τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, μετὰ τὰ πειράματα τὰ γινόμενα εἰς ὅλας τὰς ἐπικρατείας, μετὰ τὴν γενικὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὁπλισμοῦ τούτου εἰς ὅλας τὰς ἐπικρατείας, δὲν εἶχον ἀνάγκη νὰ μὲ φωτίσῃ ἡ συζήτησις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ προτιμητέου τῶν νέων ὀπισθογεμῶν ὅπλων. Μάλιστα σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρώτη μου ὁρμὴ ἦτο νὰ φέρω ὅπλα τοιαῦτα καὶ ὄχι ἄλλα· ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ, συνεζήτησα τὸ ἀντικείμενον μετὰ πολλῶν ἐμπείρων περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ ἔφθασα εἰς συμπέρασμα ἀντίθετον. Θέλετε τὸ ἐννοήσει, πιστεύω, κύριοι, ὅλοι, διὰ τί προέβην εἰς τὴν ἀγορὰν ὅπλων τοῦ ἀρχαιοτέρου συστήματος, καὶ ὄχι τοῦ νεωτέρου, ὅταν σᾶς ἐκθέσω τὰ ἀκόλουθα. Μοῦ ἐδώσατε, κύριοι, ἓν ἑκατομμύριον πίστωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ· δὲν θέλω σᾶς εἴπει τί εὗρον εἰς τὰς ἀποθήκας· λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι τὸ ὑλικὸν τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἦτο ἀνεπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὰς τακτικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας. Ὄχι μόνον ἀνάγκη τοιαύτη ὅπλων ἀνεφάνη εἰς τὰς ἀποθήκας, μετὰ τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐν αὐταῖς, ἀλλὰ καὶ ἔλλειψις ἀνάλογος ὅλων τῶν εἰδῶν τοῦ πολέμου· ἑπομένως ὤφειλον, καὶ νομίζω πῶς εἶχον χρέος, καθῆκον ἱερὸν, νὰ μὴ φροντίσω περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν ἀναγκαιούντων μόνον, ἀλλὰ περὶ ὅλων, διότι ὅλων ἔχει ἀνάγκην, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Λοιπὸν τὸ ἓν ἑκατομμύριον, ἐκ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἓν σπουδαῖον ποσὸν, δαπανηθὲν ὄχι δι’ ἀγορὰν ἀλλὰ διὰ συσκευασίαν, δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης, δι’ ἀσφάλειαν καὶ διὰ τελωνειακὰ δικαιώματα, τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀφαιρουμένων αὐτῶν τῶν δαπανῶν, ἐλαττοῦται καὶ μόλις μένει τὸ ποσὸν τῶν 800,000 δραχμῶν διὰ τὴν πρώτην ἀγοράν· τὸ ποσὸν τοῦτο μοιράσατέ το, κύριοι, κατὰ βούλησιν εἰς πυρίτιδα, εἰς μόλυβδον, εἰς πυροβόλα, εἰς βλήματα, εἰς χαρτὶ διὰ φυσέκια, εἰς σέλας, εἰς καψύλλια καὶ εἰς ἀνάγκας ἄλλας τοῦ στρατοῦ, καὶ τότε, κύριοι, θέλετε πεισθῆ ὅτι ὄχι τὸ μεγαλεῖτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν ἔμεινε διὰ τὴν προμήθειαν ὅπλων. Οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, ἠγέρθη καὶ ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἂν ἦναι προτιμότερον διὰ τοῦ πρὸς ἀγορὰν ὅπλων διαθεσίμου ποσοῦ νὰ φέρωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε καλλίστων θεωρουμένων ὅπλων τόσα, ὥστε νὰ πληρώσωμεν ὅλας τὰς τακτικάς μας ἀνάγκας, καὶ νὰ πορισθῶμεν πρὸς τούτοις καὶ ὅσα ἄλλα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἔκτακτον δύναμιν, νὰ φέρωμεν ὀλίγα τινα ὅπλα τῆς τελευταίας μεθόδου. Ἐγώ, κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἤμην γνώμης νὰ γείνῃ προμήθεια ὅσον τὸ δυνατὸν τελειοτέρων ὅπλων, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὴν ὥριμον σκέψιν καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἀντέταξαν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τοιαῦτα ὅπλα ἕτοιμα, νὰ προτιμήσωμεν ὀλίγιστα ἐκ τούτων ἀντὶ πολλῶν χιλιάδων, λίαν χρησίμων, ἅτινα ἐν ἀνάγκῃ ἤθελον μᾶς χρησιμεύσει πρὸς ὅπλισιν τῆς τακτικῆς καὶ ἐκτάκτου δυνάμεως. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αὐτὴ ἡ σκέψις, ἥτις μᾶς ἠνάγκασε νὰ προτιμήσωμεν τὸ ἀπηρχαιωμένον, κατὰ τὸ λέγειν τῶν ἐναντίων, σύστημα τῶν ὅπλων· ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι σπουδαῖαι, ἤτοι τὰ ὅπλα ταῦτα δὲν εἶναι παντελῶς ἀπηρχαιωμένα, διότι καὶ σήμερον καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀκόμη μέγα μέρος τῶν Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ὡπλισμένον μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα, ἂν καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς παραδοχῆς τῶν ὅπλων τοῦ νέου συστήματος, καθόσον οὐδεμία ἐπικράτεια δὲν ἀποφασίζει νὰ ῥίψῃ ἐντελῶς εἰς ἀχρηστίαν μυριάδας πολλὰς ὅπλων καὶ νὰ ἐξοδεύσῃ πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ νὰ πορισθῇ διὰ μιᾶς ὅπλα νέου συστήματος, ὅτε μάλιστα ἐνδεχόμενον εἶναι εἰς προσεχὲς μέλλον νὰ εὑρεθῇ ἄλλη μέθοδος τελειοτέρα καθιστῶσα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἀπηρχαιωμένα τὰ χθὲς εἰσαχθέντα. Τὰ ὅπλα λοιπὸν ταῦτα, δυνάμενα νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν προμηθευθέντα καὶ θεωρούμενα τότε ἄριστα, εἶναι ὅλα χρήσιμα διὰ τὸν στρατὸν, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ὑποδεέστερα τῶν ἄλλων. Μήπως τὰ ὅπλα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ λάβουν κανένα ἄλλον προορισμὸν, καὶ ἑπομένως τρέχομεν τὸν κίνδυνον μετ’ ὀλίγον, ὅταν φέρωμεν νέα ὅπλα, νὰ μένωσιν ἄχρηστα ἐν ταῖς ἀποθήκαις; Ὄχι· τὰ ἴδια ὅπλα δυνάμεθα νὰ μεταποιήσωμεν βαθμηδὸν καὶ ἡμεῖς, ὅπως πράττουσι τοῦτο καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κράτη, εἰς ὅπλα τοῦ νέου συστήματος, πολὺ πλειότερα τῶν ὅσων διὰ νέου ποσοῦ ἐξ ἀρχῆς ἠδυνάμεθα ν’ ἀγοράσωμεν. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐὰν ἀναλογισθῶμεν πόσου ποσοῦ ὅπλων ἔχει ἀνάγκην ἡ πατρὶς δι’ ὅλας τὰς ἐνδεχομένας ἀνάγκας, φρονῶ, ὅτι θέλομεν ἔλθει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἀπηρχαιωμένον λεγόμενον σύστημα τῶν ὅπλων δύναται νὰ εὕρῃ πλήρη χρησιμότητα, τοὐλάχιστον ἐκεῖ, ὅπου οὔτε ἀπαιτεῖται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν ὅπλα ὀπισθογεμῆ μεγάλης ἀξίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς προμηθείας τῶν ὅπλων τούτων ὠφελείας πολλὰς ἔχομεν, χωρὶς καμμίαν ζημίαν· διότι καὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ ὁπλίσωμεν, ἐκτὸς τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ, καὶ τὴν δύναμιν τὴν ἔκτακτον, ἂν ἤθελε παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ κληθῇ καὶ αὕτη εἰς τὰ ὅπλα. Ἐὰν δὲ δὲν ἤθελε παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη ἐκτάκτων τινῶν ἐξοπλισμῶν, δυνάμεθα διὰ δαπάνης 10 ἢ δεκαπέντε δραχμῶν καθ’ ὅπλον νὰ μεταβάλωμεν ὅλα τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὅσα σήμερον, διότι ἀνεγνωρίσθη ἄλλο σύστημα τελειότερον, ἀποκαλοῦνται ἄχρηστα. Ἀλλ’ εἶναι οὗτος οἱ μόνοι λόγοι, οἵτινες μᾶς ἔπεισαν νὰ προμηθευθῶμεν τοιαῦτα ὅπλα κατὰ προτίμησιν; Ὄχι· ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ὅσοι παρακολουθοῦν τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην γνωρίζουσιν, ὅτι μόλις τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅταν ὁ κόσμος ἤρχισε νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῶν ὅπλων· ὀλίγοι ἀκόμη ἐγνώριζον, ὅτι ὁ Πρωσσικὸς στρατὸς εἶχε βελονωτὰ ὅπλα πρὸ χρόνων, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ μάχη τῆς Σαδόβας διὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι εἶναι προτέρημα ἑνὸς ὅπλου νὰ δύναται εἰς χρονικόν τι διάστημα νὰ ῥίπτῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας βολάς· ἔκτοτε ἐγένοντο γιγαντιαῖα βήματα πρὸς τὴν τελειοποίησιν τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἤλθομεν ἡμεῖς, ἡ τελειοποίησις εἰς τὸν κλάδον τοῦτον εἶχε φθάσει εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα; Βεβαίως ὄχι· διότι μόλις σήμερον καθαρίζονται διάφορα ζητήματα· ἀλλά, καὶ τοῦ κωλύματος τούτου μὴ ὑπάρχοντος, εἴχαμεν τὰ χρηματικὰ μέσα ν’ ἀγοράσωμεν διὰ μιᾶς ὅσα ὅπλα ἐχρειάζοντο κατεπειγόντως διὰ τὰς ἀνάγκας μας; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ χρήματα ἤθελον εὑρεθῆ, ἠθέλαμεν εὕρει εὐκόλως ἐργοστασιάρχην, ὅστις νὰ μᾶς δώσῃ ποσόν τι ἕτοιμον τοιούτων ὅπλων, ἔστω καὶ διὰ τὰς πλέον κατεπειγούσας τῶν ἀναγκῶν μας; Καὶ ἂν ἠθέλαμεν εὕρει τὸν πωλητὴν, δὲν ἠθέλαμεν πράξει τὴν μεγαλειτέραν τῶν ἀπερισκεψιῶν, παραδεχόμενοι ἁδραῖς δαπάναις σύστημα μὴ δεδοκιμασμένον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπλα τινὰ νέου συστήματος, ἐνῷ καὶ σήμερον ἀκόμη ὅλα τὰ ἔθνη ἐξακολουθοῦν ἀσχολούμενα, μηδὲ τῆς Γαλλίας αὐτῆς ἐξαιρουμένης, εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ ὁπλισμοῦ των, καὶ ἀκόμη εἰς πλῆρες συμπέρασμα δὲν ἔφθασαν, καὶ σήμερον εἰσέτι μικρὸν μόνον μέρος τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ εἶναι ὡπλισμένον διὰ τῶν νέων ὅπλων, τὸ δὲ μεγαλείτερον μένει ὡπλισμένον διὰ τῶν παλαιῶν, καὶ ἐνῷ ἀκόμη ἀσχολοῦνται εἴς τε τὴν τελειοποίησιν τοῦ νέου καὶ τὴν καταλληλοτέραν τροποποίησιν τῶν ἄλλων; Ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ προέλθωμεν εἰς τελειότερον ὁπλισμὸν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἦτο τελειότερος; Οὕτως ἐκτιμῶνται τὰ πράγματα ἀκρίτως καὶ ἐπιπολαίως; Ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν ἡμᾶς καὶ τοὺς προκατόχους, διατί καὶ αὐτοὶ δὲν ἐτελειοποίησαν τὸν ὁπλισμόν; ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὀρθόν· ἕκαστος πρέπει νὰ προβῇ ἕως ἐκεῖ, ὅπου δύναται, ἄνευ μεγαλειτέρων ἀτόπων. Ἰδίως ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξοδεύσωσιν ἑκατομμύρια διὰ νὰ εἰσάξωσι σύστημα ὁπλισμοῦ τελειότερον πρὶν τοὐλάχιστον σύστημά τι ἀποδειχθῇ ὡς τὸ βέλτιστον. Ὅταν ὕστερον ἀπὸ μακρὰν συζήτησιν παρεδέχθην τὴν ὥριμον ἰδέαν νὰ συμπληρώσω τὸν ὁπλισμόν μας διὰ τοῦ ἐν χρήσει παρ’ ἡμῖν, προσεδόκων διὰ τῆς χορηγίας ἀνωτέρων μέσων νὰ προβῶ εἰς τὴν προμήθειαν ἄλλου τελειοτέρου, ὅτε καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ τελειοτέρου τούτου ἤθελεν ἀποβῆ δυνατή. Καὶ τῷ ὄντι πρὶν ἢ παρέλθῃ τὸ ἔτος, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις σᾶς παρουσιάζεται, ζητεῖται ποσὸν σπουδαῖον διὰ τὴν προμήθειαν πολλῶν χιλιάδων τοιούτων ὅπλων, ἀφ’ ὅσων ἤδη δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ προτιμήσωμεν μεταξὺ τῶν διαφόρων συστημάτων, ὅσα εἶναι ἐν χρήσει ἢ ὑπὸ μελέτην εἰς τοὺς διαφόρους στρατούς. Τὰ δὲ ὅπλα ταῦτα, κύριοι, εἰς ποίας τιμὰς ἠγοράσθησαν, δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε, ὥστε, μὴ ἀγοράσαντες τὰ τελειότερα τῶν ὅπλων νὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀναπεπαυμένην ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, οἵτινες θὰ σᾶς δώσωμεν τὸ ἓν ἑκατομμύριον, ὅτι δὲν ἐδαπανήθη εἰς μάτην καὶ ὅτι τὰ ὅπλα ταῦτα ἠγοράσθησαν εἰς καλὴν τιμήν; Ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι νέα, ὅτι εἶναι χρήσιμα καὶ καλῆς ποιότητος, ὅτι, ἀφοῦ ἐξητάσθη ὄχι μόνον ὁλόκληρον τὸ ὅπλον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐλάχιστα ἐκ τῶν συνιστώντων αὐτὸ μερῶν, μέρος αὐτοῦ ἐπεθεωρήθη μόνον ἀπὸ τὸν ἀποσταλέντα ἀξιωματικὸν καὶ ἀπὸ τοὺς ὁπλογνώμονας τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐγένοντο τοιαῦται ἐξετάσεις, ἠγοράσθησαν ταῦτα κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 20 καὶ 21 φράγκα, ἐνῷ πρὸ 6 ἐτῶν εἶχον τιμὴν τριπλασίαν.
§23ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὅταν ἠγοράσθησαν τοιαῦτα, πόσον ἠγοράσθησαν;
§24ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὅταν ἠγοράσθησαν, εἶχον 50 φράγκα, καὶ ὕστερον 60. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐτιμῶντο τὰ ὅπλα ταῦτα διὰ τὸ δημόσιον ἀντὶ 41½ φράγκων. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ ὅπλα ἠγοράσθησαν ἐκ τῶν διαφόρων καταστημάτων ἀντὶ 19 μέχρις 23 φράγκων, ὥστε 21 φράγκα εἶναι ὁ μέσος ὅρος. Εἰς ταῦτα, ὅταν προσθέσητε 10 ἢ 15 δραχμὰς, θέλετε ἔχει ὅλα αὐτὰ τὰ ὅπλα μεταπεποιημένα κατὰ τὸ νέον σύστημα χωρὶς νὰ ἐξοδεύσωμεν δι’ ἕκαστον οὔτε τὸ ½ οὔτε εἰς τὸ ⅓ τοῦ ποσοῦ, ἀνθ’ οὗ ἠθέλετε ἀπ’ ἀρχῆς ἀγοράσει νέα ὅπλα, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι πᾶσα νέα ἐφεύρεσις ὄχι μόνον μὲ τὴν τιμὴν τῆς πραγματικῆς ἀξίας πληρώνεται, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὑπέρογκον πολλάκις τιμὴν αὐτῆς ταύτης τῆς ἐφευρέσεως. Διὰ τοῦτο τὰ ὅπλα ταῦτα, ἔχοντα ὑλικὸν τῆς αὐτῆς ὡς ἔγγιστα ἀξίας πρὸς τὰ τῶν ἀγορασθέντων, δὲν ἀποκτῶνται δι’ ὀλιγωτέρου ποσοῦ τῶν 100 φράγκων, ἐνῷ τὰ ἀγορασθέντα ἠγοράσθησαν, ὡς εἴπομεν, ἀντὶ εἰκοσιενός. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἔπεισαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὁπλισμὸν, ὅστις ἦτον εἰς χρῆσιν μέχρι τοῦδε. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ περὶ πυροβόλων. Ὁ κ. Καραϊσκάκης εἶπεν, ὅτι ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ἐν Εὐρώπῃ, ἀνάγεται εἰς 10 ἢ 12 συστήματα διαφορετικὰ, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ νέον ὑλικὸν, ὅτι εἶναι σύστημα ἀπηρχαιωμένον.
§25ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι οἰκονομία 200 καὶ 300 δραχμῶν δι’ ἕκαστον πυροβόλον ἠνάγκασεν ὑμᾶς ν’ ἀγοράσητε πυροβόλα, τὰ ὁποῖα μετά τινας βολὰς θὰ καταντήσωσιν ἄχρηστα.
§26ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἴπατε ὅμως, ὅτι τὰ τηλεβόλα ταῦτα ἠγοράσθησαν φύρδην μίγδην.
§27ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅ,τι ἤκουσα.
§28ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Λοιπὸν, ἂς μάθῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη, ἀνήκει εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι παραδεδεγμένον εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτι ὅλαι αἱ κανονοστοιχίαι εἶναι ἐκ τοῦ νεωτέρου καὶ τελειοτέρου συστήματος, τοῦ ἐν χρήσει εἰς τὸν στρατὸν τῆς Γαλλίας. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπουν, ποῖον εἶναι τὸ νεώτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον παρέλειψα νὰ παραδεχθῶ χάριν τῆς οἰκονομίας τῶν 200 ἢ 300 δραχμῶν;
§29ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅ,τι ἤκουσα, ὅτι δι’ οἰκονομίαν 200 ἢ 300 δραχμῶν ἠγοράσατε πυροβόλα, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θέλουν καταντήσει ἄχρηστα, ἐνῷ ἠδύνασθε διὰ προσθήκης ὀλίγων δραχμῶν εἰσέτι νὰ ἔχητε πολὺ τελειότερα.
§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπὸ αὐτὰ ἔχομεν.
§31ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐγὼ ἤκουσα.
§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι τὸ τελειότερον ἐν Γαλλίᾳ σύστημα· τὰ ἐργοστάσια τῆς Γαλλίας δὲν κάμνουν ἄλλα σήμερον. Ἴσως ἐννοεῖ ὁ κ. Καραϊσκάκης, καὶ ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν του, τὰ ἐκ χάλυβος· ἴσως νὰ ᾖναι αὐτὰ, περὶ τῶν ὁποίων θέλει νὰ εἴπῃ. Καὶ ἐκ τούτων, κύριοι, ἐφέρομεν, καὶ μάλιστα ἴσως ἐκάμαμεν τὸ λάθος νὰ φέρωμεν τὰ ἡμίση ἐξ αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον προβλέποντες αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Καραϊσκάκης, ὅτι ὁ ὀρείχαλκος δὲν ἀντέχει ὡς ὁ χάλυψ, ἀλλὰ ὕστερον εὑρέθημεν μετανοημένοι διὰ τοῦτο, διότι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ χάλυψ ἀντέχει περισσότερον, ἀλλὰ δὲν ἀναχωνεύεται ὡς ὁ ὀρείχαλκος.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πυροβόλα ἐν Ἀθήναις;
§34ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πυροβόλα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, αὐτὰ βλέπετε ἑκάστοτε ἐν Ἀθήναις. Ἄλλως τε πρέπει νὰ σᾶς εἴπω καὶ μίαν ἄλλην ἀρχὴν· πρεσβεύω, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἴδιον σύστημα, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὡς ὑπογραμμὸν τὴν Γαλλίαν· καὶ τοῦτο διατί; Διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπὸ τὴν Γαλλίαν παρελάβομεν καὶ τοὺς κανονισμούς; καὶ τὴν νομοθεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο τό τε ὑλικὸν καὶ πάντα ἐν γένει τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὸν στρατὸν πρέπει νὰ ᾖναι τοῦ ἐν Γαλλίᾳ παραδεδεγμένου συστήματος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ἄλλα παρὰ τὴν Γαλλίαν ἔθνη νὰ ἀποβλέψωμεν καθόσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά μας, διότι ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν δὲν ᾖναι ὁ καλλίτερος, ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ὅμως εἶναι ὁ πρακτικώτερος στρατὸς ὅλου τοῦ κόσμου· εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἕνεκα τῶν διαφόρων ἀγώνων, τοὺς ὁποίους ἀναλαμβάνει, δύναται νὰ κάμῃ ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν ἐφαρμογὴν ὁποιουδήποτε συστήματος, καὶ ἑπομένως ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ παραδεχώμεθα τυφλοῖς ὄμμασιν ὡς δεδοκιμασμένον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πάντοτε θὰ ἔχω. Εἶπεν ὁ κ. Καραϊσκάκης, ὅτι ἔδωκα παραγγελίαν νὰ ἀγορασθῶσιν ὅπλα πρὸς 36 φράγκα, ἐνῷ, καθὼς εἶχε μάθει παρὰ τοῦ κ. Ῥάϊνεκ, ὅπλα καλὰ ἠδύναντο νὰ ἀγορασθῶσι πρὸς 21 φράγκον. Ἀκούσατε, κύριοι, καὶ τὰ περὶ τούτου. Δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Καραϊσκάκης· ὅτε ἐσχηματίσθησαν τὰ δύο πρῶτα εὐζωνικὰ τάγματα, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ὁπλίσωμεν· ὅπλα μικρὰ, κατάλληλα διὰ τὰ εὐζωνικὰ αὐτὰ τάγματα, δὲν εἴχομεν εἰς ἀρκοῦντα ἀριθμόν· ἢ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τοῖς δώσωμεν ὅπλα τῆς γραμμῆς, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν εἰδικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἤθελον εἶσθαι δυσμεταχείριστα, ἢ ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν ἄλλο μέσον, καὶ σύμπτωσίς τις μοὶ παρέσχε τὸ μέσον τοῦτο. Εἶχε φέρει ἐνταῦθα ποσόν τι ὅπλων εἷς σύλλογος ἐντίμων πολιτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο βεβαίως καὶ ὁ κ. Καραϊσκάκης, 1000 ὅπλα ἀγγλικὰ μετὰ τῆς ἀποσκευῆς των, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ παραχωρήσωσι διὰ τὸν ὁπλισμὸν τῶν ταγμάτων αὐτῶν· ἐδανείσθημεν λοιπὸν τὰ ὅπλα ταῦτα διὰ νὰ χρησιμεύσουν ἐπὶ τοῦ παρόντος μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ νὰ δοθῶσι πάλιν εἰς τὸν σύλλογον. Κατ’ ἀρχὰς ἡ πρώτη ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον αὐτὰ τὰ ὅπλα, ἦτον ἀρίστη· ὅπλα κοντὰ, εὔχρηστα, μικρᾶς ὁλκῆς, ὡπλισμένα μὲ ξιφολόγχην ἤρεσαν πολὺ, καὶ ἀμφότερα τὰ τάγματα ἐξέφρασαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν εὐχαρίστησίν των διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ὅπλων αὐτῶν. Τότε, προκειμένου νὰ σχηματισθοῦν δύω ἔτι εὐζωνικὰ τάγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν ὅμοιον ὁπλισμὸν, διέταξα δύω ἀξιωματικοὺς, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ὑπάρχωσιν ὅπλα αὐτοῦ τοῦ συστήματος, καὶ εἰς ποίας τιμάς Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς ταύτης, μεταβὰς εἰς Λαμίαν, ὅπου εἶχεν ἤδη σχηματισθῆ ἓν τῶν εἰρημένων ταγμάτων, διέταξα δοκιμασίαν τῶν ὅπλων αὐτῶν, προέκυψε δὲ ἐξ αὐτῆς, ὅτι, ὡς πρὸς μὲν τὴν σκοποβολὴν ἦσαν καλὰ, ἀλλὰ ὑφ’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἐπόψεις ἀπεδείχθησαν πλημμελῆ· ἡ κατασκευή των δὲν ἦτον ἐντελὴς, διότι αἱ ξιφολόγχαι δὲν ἐφηρμόζοντο καλῶς, τὰ μέρη τοῦ πυρέθου ἦσαν πλημμελῆ, καὶ πρὸ πάντων τὰ κοντάκια ἦσαν εὔθραυστα, καὶ ἀντὶ τῶν πρώτων ἐπαίνων ἤκουσα παράπονα, καὶ τὰ παράπονα ἦσαν δικαιολογημένα. Διὰ τοῦτο ἐκ Λαμίας ἔγραψα πρὸς τὸν συνάδελφόν μου, τὸν διευθύνοντα προσωρινῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ γράψῃ νὰ σταματήσῃ ἡ ἀγορὰ τῶν παραγγελθέντων τούτων ὅπλων. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ἠνάγκασαν νὰ μὴ ἀγορασθῶσιν αὐτὰ τὰ ὅπλα· οὐδὲν λοιπὸν ὅπλον ἄλλο, ἐκτὸς τῶν ἐκ τοῦ Βελγίου ἀποσταλέντων τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ κ. Ῥάϊνεκ, ἔφθασεν ἐνταῦθα. Ἐλησμόνησα καὶ ἄλλο τι νὰ προσθέσω εἰς τὸν ἔντιμον κ. Καραϊσκάκην πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἀγορασθέντα πυροβόλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅτι φύρδην μίγδην ἀνήκουσιν εἰς διάφορα συστήματα. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι ἑνὸς συστήματος· πόθεν λοιπὸν ὁ κ. Καραϊσκάκης συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῶν διαφόρων συστημάτων; Ἰδοὺ ἐγὼ τί εἰκάζω· ἐνταῦθα ἔφθασαν τῷ ὄντι διαφόρων συστημάτων πυροβόλα, τὰ ὁποῖα οἱ ὁμογενεῖς, μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ φανοῦν χρήσιμοι, ἠγόρασαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος καὶ τὰ ἀπέστειλαν. Τὰ πυροβόλα ταῦτα ἴσως εἶδεν ὁ κ. Καραϊσκάκης, συνιστάμενα εἰς 2, 3 κανονοστοιχίας καὶ ἀνήκοντα τῷ ὄντι εἰς διάφορα συστήματα καὶ ἐκ τούτου προέβη εἰς τὴν μομφὴν, ἣν ἀδίκως καὶ ὅλως ἀνεξετάστως ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀποδώσῃ. Εἶπεν ὁ κ. Καραϊσκάκης, ὅτι ὁλόκληρον τὴν πίστωσιν τῶν 800,000 δραχμῶν διετάξαμεν τὸν κ. Ῥάϊνεκ νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ῥώμαν, ἔχοντα ἄλλην ἐντολήν. Κύριοι, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως· ὁ κ. Ῥάϊνεκ δὲν ἔλαβεν 800,000 δραχμάς· εἶχε λάβει πίστωσιν 400,000 δραχμῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχε καὶ τὸ μέρος δι’ ἀγορὰν πυρίτιδος· πυρίτιδα δὲν ἠγόρασεν ὁ κ. Ῥάϊνεκ, ἑπομένως ἡ πίστωσις, ἡ διὰ τὴν πυρίτιδα ἀπ’ ἀρχῆς προωρισμένη, διετάχθη νὰ μεταβιβασθῇ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ ἀγοράσῃ πυρίτιδα. Ἀλλὰ, ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ σπουδαιότερον τῶν ἀντικειμένων καθόσον ἀφορᾷ τὸ ὑλικὸν, εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς πυρίτιδος. Σπουδαῖον ἀντικείμενον, κύριοι, πολλῆς προσοχῆς ἄξιον ἡ καλὴ ποιότης τῆς πυρίτιδος, καὶ διὰ τὴν σημαντικότητα, ἣν κατέχει ἡ πυρῖτις εἰς τὸ ὑλικὸν τῶν στρατιωτικῶν προμηθειῶν, καὶ διότι εἰς ἀγορὰν πυρίτιδος διετέθη μέγα μέρος τῆς χορηγηθείσης μοι πιστώσεως. Πῶς ἐνήργησα εἰς τοῦτο; διέταξα τὸν κ. Ῥάϊνεκ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἡ πρεσβεία αὕτη, ὥστε νὰ μᾶς χορηγηθῇ πυρῖτις ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν τῆς Γαλλίας, ἐπειδὴ εἴχομεν προηγούμενα, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἴχομεν ζητήσει πυρίτιδα παρὰ τῆς Γαλλικῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐλάβομεν· ἠλπίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην· ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ προσπάθειαι ἡμῶν αὗται ἀπέτυχον, διέταξα τὸν κ. Ῥάϊνεκ ν’ ἀσχοληθῇ πρὸς εὕρεσιν πυρίτιδος ἀπὸ ἐργοστάσια ἰδιωτικὰ, φροντίζων ἐπιμελῶς, ὅπως τὸ δημόσιον ἐξασφαλίσῃ ὅλα τὰ συμφέροντά του, τόσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποιότητος, ὅσον καὶ περὶ τῶν λοιπῶν συστατικῶν αὐτῆς. Ἀφοῦ ἐκ Γαλλίας μᾶς εἶπον, ὅτι εἶχον ἀνάγκην τῆς πυρίτιδος, δὲν ἔμενεν ἢ ἡ ὁδὸς τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐργοστασίων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν διὰ τοῦ μέσου τούτου προμήθειαν, ἔκαμα καὶ πάλιν δοκιμὴν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγοράσω πυρίτιδα ἀπὸ δημοσίας ἀποθήκας ἄλλης τινὸς ἐπικρατείας, καὶ ἡ δοκιμὴ αὕτη ἀπέτυχε. Καὶ διατὶ, κύριοι, ἐπέμεινα μέχρι τέλους νὰ λάβω πυρίτιδα ἐκ δημοσίων ἀποθηκῶν; Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἵτινες ὑπηγόρευσαν νὰ ἐπιμείνω καὶ νὰ προτιμήσω τὴν πυρίτιδα τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν ἀπὸ τὴν τῶν ἐμπόρων; Πρῶτον, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἀφορμὴ καὶ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται σήμερον, καὶ προσέτι διὰ νὰ ἄρω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ ἐμπόριον ἤθελεν ἐπιζητήσει νὰ ὠφεληθῇ πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ λόγος· ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἡ πυρῖτις εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ ἐπισφαλέστερον στρατιωτικὸν ὑλικόν· ἄνευ καλῆς πυρίτιδος οὐδὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ. Ἐδῶ εἶναι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν μεγάλην ἀξίαν τῆς ὕλης ταύτης. Ἡ ἀγορὰ τῆς πυρίτιδος ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων οὐδεμίαν ἐγγύησιν μᾶς ἔδιδεν· ἓν βαρέλιον ποτὲ δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο ὡς πρὸν τὴν ποιότητα καὶ τὴν δύναμιν· ἡ πυρῖτις πρέπει νὰ μὴ ᾖναι ἀδύνατος οὔτε πολλὰ δυνατὴ, πρέπει νὰ ᾖναι ἅπασα ἰσοδύναμος, πρέπει νὰ μὴ ἀφίνῃ κατάλοιπα, πρέπει νὰ ᾖναι οὐχὶ μόνον σήμερον χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ μετὰ 10 ἔτη. Ταῦτα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ καλὴ πυρῖτις, καὶ ταῦτα δὲν εὑρίσκει τις, εἰμὴ εἰς ἐκείνην τὴν πυρίτιδα, ἥτις γίνεται πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ εὑρισκομένη εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας καὶ κατασκευαζομένη ἀπὸ τὰ δημόσια πυριτοποιεῖα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπροτίμησα τὴν ἀγορὰν τοιαύτης πυρίτιδος. Ἔπρεπεν ἄρά γε ἀπέναντι τοιαύτης ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τῆς πυρίτιδος, νὰ ἀγοράσω ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους καὶ νὰ μὴ προσπαθήσω νὰ προμηθευθῶ πυρίτιδα, ἥτις φέρει τὴν ἐγγύησιν καὶ τὴν σφραγῖδα μιᾶς κυβερνήσεως; ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψω τὸ μέγα τοῦτο καὶ πρώτιστον πλεονέκτημα, καὶ νὰ τρέξω εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἀλλαχοῦ διὰ νὰ μάθω, ἂν ἠδυνάμην νὰ εὕρω εἰς τὸ ἐμπόριον πυρίτιδα ὀλιγωτέρας τιμῆς, καὶ ἀντὶ ταύτης ν’ ἀφήσω πυρίτιδα, τὴν ὁποίαν κυβέρνησις φιλικὴ ἠθέλησε νὰ μᾶς παραχωρήσῃ;
§35ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐζητήσατε ἀπὸ τὴν Γαλλίαν· ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἴδωμεν τὰ ἔγγραφα τῆς Κυβερνήσεως.
§36ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὅτι ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ ὅτι ἐλάβομεν τοιαύτην ἀπάντησιν εἶναι γνωστὸν, κύριε Καραϊσκάκη, ὄχι μόνον διὰ πυρίτιδα, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ ὑλικοῦ.
§37ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ Βέλγιον;
§38ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι — Ἀλλ’ εἰς τὸ Βέλγιον ὁ κ. Ῥάϊνεκ διετάχθη νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ ἐμπορίῳ.
§39ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν δὲν ἐζητήσατε;
§40ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι· ἀπὸ ἄλλην κυβέρνησιν ἐζητήσαμεν, ἡ ὁποία καὶ εὑρέθη πρόθυμος. — Λοιπὸν λέγω, κύριοι· δυνάμενος νὰ φέρω πυρίτιδα πρώτης ποιότητος, πυρίτιδα ὄχι μόνον καλύπτουσαν τὴν ἀτομικὴν εὐθύνην ἐμοῦ, ἀλλὰ, καὶ τοῦτο θεωρῶ τὸ σπουδαιότερον, πληροῦσαν ὅλους τοὺς ὅρους καλῆς πυρίτιδος πολέμου, ἦτον ἀνάγκη, ἦτο συνετὸν νὰ ἐρωτήσω πλέον ἐὰν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὸ Βέλγιον ἢ ἀλλαχοῦ ὑπάρχῃ ἐμπορικὴ πυρῖτις εὐθηνοτέρα; Ἐὰν μόνον περὶ τιμῆς ἐπρόκειτο, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι, ὡς φαίνεται νὰ φρονῇ ὁ κ. Καραϊσκάκης, τὸ μόνον προσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητήσῃ τις εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ σημαντικοῦ τούτου τοῦ πολέμου ὑλικοῦ, τότε πρὸς τί νὰ μεταφέρωμεν ἄλλοθεν; Εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς Σύρον καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος κατασκευάζεται, καὶ ὑπάρχει πυρῖτις, καὶ πωλεῖται, ὡς μανθάνω, ἀντὶ μιᾶς, καὶ ἀντὶ ἡμισείας δραχμῆς κατ’ ὀκάν. Ἐγὼ, ἐπιδιώκων τὸν σκοπὸν τὸν ἀληθῶς στρατιωτικὸν, ὅπως ἐγὼ τὸν ἐννοῶ, ἀπέφυγον εὐτυχῶς ἐκεῖνο τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἐδύνατο μόνον νὰ γεννήσῃ ὑπονοίας καὶ ὡς πρὸς τὰς τιμὰς καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι τέλος πάντων αὐταὶ αἱ τιμαί; Εἶναι τοὐλάχιστον αἱ τιμαὶ τοιαῦται, ὥστε ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ὑποχωρήσω ἀπέναντι αὐτῶν καὶ νὰ προτιμήσω ἄλλην ὁδόν; Ὄχι κύριοι. Ἀληθῶς ὁ κ. Ῥάϊνεκ, ἐπιφορτισθεὶς νὰ ἐρωτήσῃ εἰς τὸ ἐμπόριον περὶ τῆς τιμῆς, ἔγραψεν, ὅτι εἰς μὲν τὴν Ἀγγλίαν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἐμπορικὴν πυρίτιδα πρὸς 1 δραχ. καὶ 60 λεπ. τὸ χιλιόγραμμον, εἰς δὲ τὸ Βέλγιον ἀπὸ ἰδιωτικὸν ἐργοστάσιον πρὸς 1 καὶ 40. Ἀλλ’ ἡ πυρῖτις αὕτη πρῶτον, κύριοι, ἐδίδετο ὑπὸ μακρὰς προθεσμίας· ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῇ μετὰ τὴν παραγγελίαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ παραδοθῇ ἢ μετὰ 4 ἢ 6 μῆνας, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι μας ἦσαν κατεπείγουσαι. Πλὴν τούτου, πυρῖτις, νεωστὶ κατασκευασθεῖσα δὲν παρέχει ἀποχρῶσαν ἐγγύησιν· διότι, μόνον πυρῖτις, ἡ ὁποία ἔμεινεν εἰς τὰς ἀποθήκας ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, δύναται νὰ μετακληματισθῇ ἄνευ βλάβης τῆς ποιότητός της. Νέα πυρῖτις εἶναι ἀβέβαιόν τι· δὲν ἠξεύρει τις, ἐὰν μετὰ 6 μῆνας κληματικαὶ περιστάσεις δὲν θὰ τὴν μεταβάλουν οὐσιωδῶς. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα, κύριοι, τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τὰ πυριτοποιεῖα τοῦ Βελγίου διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ μετὰ ταῦτα διὰ τοῦ Ὠκεανοῦ καὶ τῆς Μεσογείου, αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἔφθαναν; Καὶ ποία εἶναι ἡ τιμὴ τέλος πάντων τῆς πυρίτιδος ἐκείνης, ἡ ὁποία παρεχωρήθη; Ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2 καὶ 22 λ. Νομίζω, ὅτι ὅταν ὑπολογίσητε τὴν ἀξίαν, καὶ δὲν ὁμιλῶ πλέον περὶ τῆς ποιότητος—καὶ προσθέσητε τὴν ὑπέρογκον δαπάνην τῆς μεταφορᾶς, θέλετε φθάσει εἰς τὸ ἴδιον, ὡς ἔγγιστα, χρηματολογικὸν σημεῖον, καὶ τοῦτο, διὰ ν’ ἀποκτήσητε πυρίτιδα τοῦ ἐμπορίου, μὴ δεδοκιμασμένην καὶ μὴ παρέχουσαν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει πυρῖτις ἐξελθοῦσα ἀπὸ δημόσια πυριτοποιεῖα. Ἄλλοτε ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν πυρίτιδα, ἀπὸ τὰς αὐτοκρατορικὰς ἀποθήκας, καὶ τὴν ἐπληρώσαμεν πρὸς δραχ. 2 καὶ 44. Ὥστε βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ πυρῖτις, ἡ σήμερον ἀγορασθεῖσα ἀπὸ ἀποθήκας ἄλλης κυβερνήσεως, ἠγοράσθη εἰς τιμὴν μικροτέραν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, διότι αὐτὸ εἶναι σχεδὸν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς παρεχώρησαν τὴν πυρίτιδα ταύτην φιλικῶς, οὔτε ἔξοδα βαρελίων ὑπελόγισαν, καὶ ὅτι ἡ πυρῖτις αὕτη, ζυγισθεῖσα, ὑπερέβη τὸ πληρωθὲν ποσὸν κατὰ 1200 περίπου ὀκάδας. Ἀλλ’ ἡ πυρῖτις αὕτη ἔμεινεν ἀδοκίμαστος εἶναι τάχα οἵαν τὴν ἠλπίζομεν; Ἅμα ἔφθασεν ἡ πυρῖτις αὕτη ἐδῶ, διέταξα ἀμέσως, ὅπως ἔπραξα καὶ διὰ τὸ λοιπὸν ἀγορασθὲν ὑλικὸν, τὰς ἀναγκαίας δοκιμάς. Εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἐδοκιμάσθη ἡ πυρῖτις αὕτη παραβλητικῶς μὲ τὴν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐδοκιμάσθη διὰ πυροβόλων προσέτι ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ἀπὸ τὸν ταγματάρχην κ. Καρνάλην, ἄριστον κυνηγὸν καὶ σκοπευτὴν διὰ τῶν ἀγχεβόλων ὅπλων. Πρὸς τούτοις ἐστάλη καὶ εἰς τὸ ὁπλοστάσιον, ὅπου ὑπάρχουν ὅλα τὰ μέσα τῆς τεχνικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς δοκιμασίας, διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἐκεῖ ὡς πρός τε τὴν δύναμιν καὶ τὴν ποιότητα, καὶ ἐξητάσθη διὰ τοῦ δοκιμαστικοῦ ὅλμου καὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς τουφεκίου. Τὸ ἐξαγόμενον δὲ ὅλων αὐτῶν τῶν δοκιμασιῶν εἶναι, ὅτι ἡ πυρῖτις αὕτη, μένουσα ἐντὸς τῶν κανονισμένων ὁρίων τοῦ ἐκτάκτου ὅρου τῆς δυνάμεως, εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν, πολὺ δὲ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τιμῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποιότητος δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ μετανοήσωμεν, διότι τὴν ὁδὸν ταύτην ἐπροτιμήσαμεν ἀπὸ τὴν τοῦ ἐμπορίου. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐξηντλήθη τὸ μέρος τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ· δὲν ἐνθυμοῦμαι, τοὐλάχιστον, ἐάν τις τῶν προαγορευσάντων κατὰ τῶν προμηθειῶν αὐτῶν εἶπεν ἄλλο τι, καὶ ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ τὸ ἀναμνήσουν, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς ἄλλο. Ταῦτα, κύριοι, ἐνηργήθησαν ἐπὶ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ· οὕτω διεχειρίσθην τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν κυβέρνησιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἀλλὰ ποία χρῆσις ἐγένετο τῆς τε ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη ἡμῖν ὁ Βασιλεὺς, καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μᾶς ἐχορήγησεν ἡ Βουλή; Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος διάφορά τινα ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ μέσῳ, ὅπως μεμφθῶσι καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης· σᾶς ἐδόσαμεν προϋπολογισμὸν, σᾶς ἐδόσαμεν πιστώσεις, σᾶς ἐπετρέψαμεν ν’ αὐξήσητε τὸν στρατὸν καὶ μέ τινας ὑποχωρήσεις ἀκόμη, διὰ νὰ φθάσητε εἰς ἓν συμπέρασμα ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ποίαν χρῆσιν ἐκάματε αὐτῶν; Οὐδεμίαν διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου, ἀπήντησεν ὁ ἴδιος. Κύριοι, ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, ὅτι ἐθεώρουν τὴν προσθήκην τῆς δυνάμεως ταύτης ἀπαραίτητον, καὶ τὸν εἰδικὸν αὐτῆς ὀργανισμὸν κατάλληλον διὰ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου· ἐθεώρουν τὴν προσθήκην ταύτην ἀναγκαίαν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δύναμις δὲν ἐπήρκει διὰ νὰ καταπνίξῃ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σώματα ἐξ ἐθελοντῶν ἐδύναντο νὰ συντελέσουν ἀποτελεσματικῶς μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατοῦ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ εἰς τὴν ἐξόντωσιν τοῦ μιάσματος τῆς ληστείας. Εἶπον πρὸς τούτοις, ὅτι ἤλπιζον, εἶχον τὴν πεποίθησιν μάλιστα, ὅτι μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ἡ ὕπαρξις τῶν σωμάτων αὐτῶν ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε τὴν παροῦσαν, εἴτε ἄλλην, ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὰ τάγματα ταῦτα μετὰ τῆς χωροφυλακῆς ὅλον τὸ μέρος τῆς παρὰ τοῦ στρατοῦ σήμερον ἐνεργουμένης ὑπηρεσίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραλύει καὶ ἐμποδίζει τὴν πρόοδον καὶ τὴν μόρφωσίν του· καὶ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν τῶν σωμάτων νὰ συγκεντρώσωμεν τὸν στρατὸν, διὰ νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὴν πραγματικὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ μόρφωσιν. Ἐπρόσθεσα ἐπὶ τέλους, ὅτι καὶ τούτου γενομένου, ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἐποχὴ τῆς οἰκονομίας, διότι, ὑπαρχούσης τάξεως, τοῦ στρατοῦ ὄντος καλῶς ὠργανισμένου καὶ ἐξησκημένου, ἡ διαρκὴς παρουσία ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς τάξεις ἠδύνατο νὰ καταστῇ περιττὴ, καὶ πλεῖστοι στρατιῶται καθ’ ὁμάδας ἤθελον ἐπανέρχεσθαι εἰς τὰς ἑστίας των καὶ ἤθελον ἐπιδίδεσθαι εἰς τὰ παραγωγικὰ ἔργα των. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης· ταῦτα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβες καὶ ὑπεσχέθης, ἐξετελέσθησαν; Καὶ ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τίποτε δὲν ἐξετελέσθη, καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ προλαλήσαντες ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδεμίαν χρῆσιν ἔκαμε κατάλληλον αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας· καὶ εἶπεν ἄλλος μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι οὐδὲν ἄξιον λόγου ὁ στρατὸς διέπραξε, καὶ ὅτι, ὁσάκις ἐκτυπήθησαν λῃσταὶ, πάντοτε ἤρχετο ὄπισθεν τῶν πολιτῶν καταδιωκόντων. Οὐδέποτε, κύριοι, θέλω φιλονεικήσει τὸ ἀξιέπαινον μέρος, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἔλαβεν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, ἀλλὰ ἡ σύμπραξις τοῦ λαοῦ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν κακούργων ποτὲ δὲν παρέχεται χωρὶς νὰ προϋπάρξῃ ἡ ἀπόλυτος ἐκείνη καὶ πλήρης ἐμπιστοσύνη εἰς τὰς πρὸς τοῦτο ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ διαγωγὴ τοῦ στρατοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἐμπνεύσῃ. Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ πρῶτος σκοπὸς ὁ ὑπαγορεύσας τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν σύστασιν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, ὁ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἶναι, λέγω, ἀληθὲς ὅτι ἀπέτυχεν; Ἂν δὲ καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ ἔμβω καὶ πάλιν εἰς λεπτομερείας, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴν ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν ὀλίγην ἐπιτηδειότητα τινῶν ἐκ τῶν κυρίων ἀντιπολιτευομένων· λέγων ἀνεπιτηδειότητα, ἐννοῶ τὴν πειστικὴν τοῦ ῥήτορος δύναμιν, ἥτις ἐξ ὁλοκλήρου καταστρέφεται, ὅταν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ἔρχεται διϊσχυριζόμενος μετὰ πείσματος, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι σήμερον ἡ ἰδία, ἢ καὶ χειροτέρα ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρὸ 8 ἢ 10 μηνῶν. Ἂν δὲν θέλετε νὰ κατασταθῆτε ὅλως ἀπίστευτοι, ἂν δὲν θέλετε νὰ χάσετε ὅ,τι δὲν πρέπει ὁ λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ χάσῃ, μὴ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀναιρεῖ αὐτὴ ἡ κοινὴ συνείδησις, μὴ ἐπιχειρῆτε ν’ ἀμφισβητήσητε τὰ πανθομολογούμενα· πρὸ 8 ἢ 10 μηνῶν, κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν ἐτολμᾶτε νὰ ἐξέλθητε εἰς περίπατον ἔξω τῶν Ἀθηνῶν, καὶ σήμερον περιέρχεσθε ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον, ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν Στερεάν, χωρὶς νὰ ἔχητέ τι νὰ φοβηθῆτε.
§41ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὁ Φλέσσας μαρτυρεῖ.
§42ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, ὁ Φλέσσας μαρτυρεῖ. Ἀκούσατε λοιπὸν ἓν ἕτερον. Προχθές, δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, εἶχεν ἔλθει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἷς Ἑλβετός, μὲ μίαν ἐφημερίδα, περιέχουσαν ἀρθρίδια περὶ ὅπλου τινός, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ συστήσῃ εἰς ἀγοράν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο παραγγελία ἑνὸς δείγματος. Ἀνέγνωσα τὸ ἀρθρίδιον ἐκεῖνο, καὶ ὁ ὀφθαλμός μου ἀπήντησε κατωτέρω ἕτερον, εἰς τὸ ὁποῖον, τί εἶδον κύριοι; Ἦτο νομίζω παρὼν ὁ κ. Βιλαέτης καὶ τοῦ εἶπον, ἀνάγνωσέ το.
§43ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Μάλιστα!
§44ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔλεγε λοιπὸν τὸ ἀρθρίδιον ἐκεῖνο, ὅτι μεταξὺ τῆς δεῖνα καὶ δεῖνα πόλεως συνέβη ἡ δεῖνα ληστεία, ἐγύμνωσαν τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα· προβαίνω κατωτέρω, μεταξὺ τῆς δεῖνα καὶ δεῖνα πόλεως ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἐλῃστεύθη ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων καὶ εὑρίσκω καὶ τρίτην ληστείαν, εἰς ἣν προσετίθετο καὶ ὁ φόνος τοῦ ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ λῃστευθέντος· ὁ δὲ ἀρθρογράφος ἐθρήνει, διότι δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ τὰ μέτρα πρὸς ἐξόντωσιν τῶν κακούργων καὶ τῶν λῃστῶν. Καὶ λοιπόν, κύριοι, διότι ὑπῆρξαν μεμονωμένα τινὰ τοιαῦτα συμβάντα, θέλετε εἰπεῖ, ὅτι εἰς τὸν ὀμφαλὸν τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν εὐνομουμένην πρὸ πολλῶν αἰώνων πατρίδα τοῦ Τέλλ, εἰς τὴν Ἑλβετίαν, τὴν διασχιζομένην πανταχόθεν διὰ ποταμῶν πλωτῶν φερόντων ἀτμοκίνητα, καὶ διὰ λιμνῶν, ἡ ὁποία διασχίζεται πανταχόθεν ἀπὸ σιδηροδρόμους, καὶ ὅπου ἕκαστον χωρίδιον εἶναι συνδεδεμένον μετὰ τοῦ ἄλλου διὰ τηλεγράφου, θέλετε εἰπεῖ, λέγω, ὅτι ὁ τόπος οὗτος εἶναι τόπος εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια, διότι 1, 2, 3 μεμονωμένα δυσάρεστα συνέβησαν; Ἀληθῶς εἶναι λυπηρὸν, διότι ἀκόμη ὑπάρχει μία σκιὰ ἑνὸς κακούργου τοιούτου, ἡ ὁποία περιεσώθη μέχρι τοῦδε, διότι ἔμεινε κεκρυμμένη εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς καὶ μόλις μετὰ 6 μῆνας προέβαλε κεφαλὴν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, ὥστε νὰ ἰσχυρίζησθε μὲ τόσην ἐπιμονὴν, διὰ νὰ μὴ εἴπω μὲ τόσην τόλμην, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι σήμερον ὁποία ἦτο πρὸ 8, πρὸ 10 μηνῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἀρκετὰ εἶναι, φίλοι συμπολῖται, τὰ δεινὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων φέρει ἐπὶ τοῦ τραχήλου ὁ τόπος· ἂς μὴ τὰ ἐξογκόνωμεν καὶ ἀμαυρόνωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου, πλάττοντες καὶ πολλαπλασιάζοντες κακὰ ἀνύπαρκτα. Ἐλάλησα περὶ τούτων, κύριοι, διότι ἐῤῥέθη ἐνταῦθα, ὅτι τὰ μέσα τὰ στρατιωτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐξουσίας, κατ’ οὐδὲν ἐχρησίμευσαν ὑπὲρ τοῦ τόπου· ἑπομένως τοῦτο ὄχι μόνον εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀντανακλᾷ, ἀλλ’ ἀντανακλᾷ εἰς ὁλόκληρον τὸν στρατὸν, ὅστις ἐκ 14,000 ἀνδρῶν συγκείμενος, οὐδὲν, ὡς διατείνονται, κατώρθωσε νὰ πράξῃ, καὶ ἑπομένως εἶναι βάρος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 14,000 στρατὸν ἔχετε;
§46ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα 14,000.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πραγματικὸν στρατόν;
§48ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα, πραγματικὸν στρατόν. Κἄποτε, κύριοι, διὰ νὰ πιστεύεσθε, τοὐλάχιστον, λέγετε τὰ πράγματα μετριώτερον, διότι, ὅπως τὰ λέγετε, ἀληθῶς ἀπορῶ πῶς θὰ εὕρετε τοὺς πιστεύοντας.
§49ΖΩΤΟΣ. Μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω ἕνα λόγον περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Φθιώτιδος; (θόρυβος).
§50ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εὐχαριστήσω τὸν φίλον μας κ. Ζῶτον, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀνέμνησε τὴν κατάστασιν τῆς Φθιώτιδος. Κύριοι, οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἔκρυψε τὴν ὕπαρξιν τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα μαστίζουν ἀκόμη τὴν Φθιώτιδα. Καὶ εἰς ἄλλην συζήτησιν, κύριε βουλευτὰ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν παρευρέθητε ἐδῶ, ἐγένετο ἀνάπτυξις αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἠρνήθη, ὅτι δεινὰ μεγάλα μαστίζουν ἀκόμη τὴν ἐπαρχίαν ταύτην καὶ ἄλλας ἀκόμη, ἀλλ’ ἐξέθηκε καὶ τοὺς λόγους τοῦ δυσκόλου, ἐὰν ὄχι τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐξοντώσεως τοῦ κακοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας, καὶ ἡ Βουλή, καθὼς καὶ τὸ κοινόν, ἀρκούντως ἐξετίμησαν τοὺς λόγους τούτους. Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὰ ὑπάρχοντα. Ἠθέλαμεν περιπέσει καὶ ἡμεῖς κατ’ ἀντίστροφον λόγον εἰς τὴν αὐτὴν ἀνεπιτηδειότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποπίπτουν τινὲς τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἠθέλομεν δοξάζει, ὅτι τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν ἔχουσι καλῶς, ὅτι οὐδὲν λείπει καὶ ὅτι ἦλθεν ὁ χρυσοῦς αἰών. Ἐρωτήσατε ἐμὲ ἐὰν ᾖμαι εὐχαριστημένος μὲ τὴν κατάστασιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων σήμερον, καὶ θέλω σᾶς εἴπει καθαρῶς ὄχι, ὄχι, ὄχι! Ἀκόμη εἶμαι μακρὰν τοῦ νὰ ᾖμαι εὐχαριστημένος. Ἀλλά, κύριοι, ἔχω τὸ καύχημα, ὅτι παραδίδων τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν διάδοχόν μου, θέλω τοῦ ἀφήσει τὰ δύο στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ προοδεύσῃ, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδέν ἐστί γενέσθαι· τὸ πρῶτον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, τὰ ὁποῖα κεχωρισμένα ἀπὸ τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, θέλουν ἀναλάβει τὸ ἐπίμοχθον ἔργον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ καταδιώξεως, καὶ θέλουν τῇ παράσχει τὴν ἀσχολίαν νὰ συγκεντρώνῃ τὸν στρατόν, νὰ τὸν μορφώσῃ, νὰ τὸν ἐκπαιδεύσῃ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ τὸν στέλλῃ εἰς τὰς ἑστίας του, ὑπαρχούσης τάξεως καὶ ἡσυχίας. Τὸ δὲ ἄλλο εἶναι τὰ στρατιωτικὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ὁπλίσῃ καὶ τὸν στρατὸν καὶ τοὺς πολίτας ἐν ἀνάγκῃ. Τοὐλάχιστον τὰ δύο ταῦτα δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ τὰ ἀρνηθῆτε, καὶ ἐὰν τὰ ἀρνῆσθε σήμερον, καὶ ἐὰν ὁλόκληρος ἡ κοινὴ γνώμη, ἐξαπατηθεῖσα ἀπὸ τὰς φωνασκίας, ἤθελε τὰ ἀρνηθῆ, τὰ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ γραφοῦν ἐκεῖ (δεικνύων τὸν συντάκτην τῶν πρακτικῶν) καὶ νὰ μένουν δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἄνευ πάθους θὰ μᾶς κρίνουν μίαν ἡμέραν.
§51ΖΩΤΟΣ. Φωνασκίαι δὲν εἶναι αἱ συζητήσεις τῶν βουλευτῶν.
§52ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ λαλήσω καὶ νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Εἶναι ἐδῶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων μου, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ἐν παιδικῇ ἁπλότητι, οὐδὲν ἐννοῶ. Ἓν μόνον ἐννοῶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά, ὅτι ὅταν πέρυσιν ὡς ἔγγιστα κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐζήτουν χρήματα διὰ τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἐζήτουν χρήματα διὰ ν’ ἀγοράσω πέντε ὅπλα, τῶν ὁποίων εἶχον ἀνάγκην, δὲν εὕρισκον πουθενά, καὶ ἔπρεπε νὰ τρέχωμεν εἰς τὸν ἕνα τοκογλύφον καὶ τὸν ἄλλον δανειστήν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ ψωμὶ τῆς ἡμέρας. Σήμερον, κύριοι, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίων θαυμάτων ἐγένοντο ταῦτα, καὶ ἡ πληρωμὴ εἶναι ἐνήμερος, καὶ αἱ ἀποθῆκαι εἶναι πλήρεις.
§53ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Διὰ τῶν φόρων καὶ τῶν δανείων.
§54ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Λέγουν, κύριοι, εἶναι αἱ εἰσπράξεις, εἶναι τὰ δάνεια, εἶναι οἱ φόροι κλπ. Ναί, κύριοι, αὐτὰ εἶναι. Καὶ ὅταν ἄλλοτε εἰς τὸν Κολόμβον οἱ ἀντίπαλοί του ἐφιλονείκουν τὴν ἀξίαν τῆς εὑρέσεως τοῦ νέου κόσμου, κάμετε νὰ σταθῇ ἓν αὐγὸν εἰς τὴν μύτην, εἶπε· δὲν ἠξεύρομεν, καὶ τὸ ἔπιασε καὶ τὸ ἐτσάκισε καὶ τὸ ἔκαμε νὰ σταθῇ. Λέγομεν καὶ ἡμεῖς, ἂς ἠξεύρατε νὰ ἐμπνεύσητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ δεχθῇ νέους φόρους καὶ νὰ τοὺς πληρόνῃ προθύμως. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ τρίτον μέρος, τὸ μέρος τὸ πολιτικόν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, διὰ νὰ καταπνίξουν τινὲς τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν πολιτικήν, μᾶς προέταξαν τὸ ζήτημα τῶν μεθορίων, τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, διελύσαμεν καὶ κατεπνίξαμεν, καὶ παρέστησαν τοῦτο τοσοῦτον μᾶλλον ἐνοχὴν ἐγκληματικήν, καθόσον ἡ παροῦσα κυβέρνησις ὡς ἀντιπολίτευσις ὑπεκίνησε τὰ κινήματα ἐκεῖνα. Ἀντίφασις λοιπὸν κατ’ αὐτοὺς, ἀνακολουθία, μᾶς λέγουσιν, ὡς ἀντιπολίτευσις μὲν νὰ ὠθῆτε τὰ πράγματα, ὡς κυβέρνησις δὲ νὰ τὰ καταπαύητε. Κύριοι, ὅταν οἱ σήμερον κατέχοντες τὰς ἕδρας τῶν ὑπουργῶν ἦσαν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν.— Ἀλλὰ σταματῶ εἰς τὴν λέξιν ταύτην, διὰ νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ὅταν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἀνέρχομαι εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς, ὁμιλῶ περὶ τοῦ λίαν προσεχοῦς παρελθόντος, περὶ τῶν παραμονῶν τῆς εἰς τὰ πράγματα εἰσόδου μας, περὶ τῆς ἐποχῆς ἀφ’ ἧς ἐξεῤῥάγη ὁ Κρητικὸς ἀγών· ἀντιπολίτευσις τότε, καθὼς ἐγὼ γινώσκω, δὲν ὑπῆρχε.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ὁμολογεῖ ὁ κύριος πρωθυπουργός.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ὑπῆρχεν ἀντιπολίτευσις. Μάλιστα ἐδώκαμεν ὅλην τὴν συνδρομήν μας εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§57ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς σήμερον ἐνταῦθα καθημένους, δὲν δύναται νὰ τοῖς δώσῃ τὴν ἐπωνυμίαν ταύτην, διότι μέχρι πρὸ ὀλίγου δὲν ὑπῆρχε κοινὸς περὶ πάντων σύνδεσμος μεταξὺ ἡμῶν. Θέλω σᾶς εἰπεῖ ἴσως ἄλλοτε, τί ἔφερε τὸν σύνδεσμον· ἀλλὰ μεταξὺ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης καὶ τῆς εἰσόδου μας εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὑπῆρχεν ἐπί τινων ἀντικειμένων συνεννόησις καὶ ἁρμονία μεταξὺ ὅλων ἡμῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ ἐπίκλησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἡμᾶς (ψιθυρισμός). Ἐπῆλθε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης πρὶν ἢ ἡμεῖς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Εἶμαι βέβαιος, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω οὐ μόνον ἐπισήμως ἀλλὰ καὶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν ἀφορήτων πιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον τὸν τόπον αὐτὸν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πολὺ πρὶν τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως προηγήθησαν διαμαρτυρήσεις εἰρηνικαί. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ ἐξαφθοῦν τὰ πνεύματα, καὶ αἱ αὐταὶ ἀφορμαὶ, δὲν ἀμφιβάλλω, συνεκίνησαν καὶ συνετάραξαν τοὺς παρὰ τὰ ἀρκτικὰ μεθόρια ἀδελφοὺς ἡμῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἐπήγασε καὶ ἑτέρα ἐπανάστασις. Καθὼς ἐγὼ γνωρίζω, οὐδεὶς, οὔτε ἐντὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ἐντὸς τῆς κυβερνήσεως διωργάνισε τὰ τοιαῦτα. Αἱ αὐταὶ ἀφορμαὶ ἐγέννησαν καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐκεῖ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Καὶ τότε εὑρέθησαν ἄνθρωποι ἐκ τῆς λεγομένης ἀντιπολιτεύσεως, ἄνδρες πολιτικοὶ, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι τὰ κινήματα ἐκεῖνα, ἅπαξ γενόμενα, ἔπρεπε νὰ συντηρηθῶσι, νὰ ὑπάρξωσι καὶ νὰ προοδεύσωσιν· ἐθεώρουν οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ὡς μίαν εὐκολίαν διὰ τὴν ἐνθάῤῥυνσιν τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν, καὶ τὸ κίνημα τῶν χριστιανῶν τῶν ἀρκτικῶν μεθορίων ὡς ἕνα ὠφέλιμον ἀντιπερισπασμὸν ὑπὲρ τῆς Κρήτης. Ἐπιτρέπεται εἰς πάντα μὲν πολίτην καὶ εἰς πάντα πολιτικὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτας ἀρχὰς, καὶ νὰ κάμνῃ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος τοιαύτας ἐνεργείας. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι ἡμεῖς· μὴ τὸ ἀρνεῖσθε τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει τι ἐν τούτῳ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θέλωμεν νὰ σᾶς περιπλέξωμεν. Ὑπῆρχεν ἐκ μέρους ἡμῶν εἰλικρινὴς ἐπιθυμία νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν τότε κυβέρνησιν εἰς τὰς δυσκόλους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο, ὅπως κατορθωθῇ τὸ μεγαλεῖτερον, εἰ δυνατὸν, καλὸν διὰ τὸν τόπον· εἰλικρινῶς ηὐχόμεθα τοῦτο, καὶ πολλάκις διεβιβάσαμεν τὰς ἰδέας καὶ τὰς εὐχάς μας ταύτας πρὸς τοὺς ἐν τοῖς πράγμασι τότε. Ἀλλὰ τὴν εὐθύνην καὶ τὴν τιμὴν τὴν ἔχουν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχουν, οἱ τότε διευθύνοντες τὰ πράγματα, πολὺ περισσότερον βεβαίως ἀπὸ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἢ καλῶς ἢ κακῶς, καὶ ἐσκέπτοντο καὶ ἔπραττον ὡς ἄτομα. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἔπεσεν ἐκείνη ἡ κυβέρνησις καὶ ἦλθεν ἡ παροῦσα. Ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρχαὶ τῆς τότε κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ κινήματα ταῦτα, καὶ ποίας ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις; Ἡ κυβέρνησις, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κυρίου Βούλγαρη, ἐφέρθη πατριωτικῶς καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Ἐγὼ δὲν θέλω τῆς διαφιλονεικήσει ποτὲ τοῦτο, οὔτε θέλω τῇ κάμει τὸ ἄδικον, ὅτι δὲν ἐφέρθη καλῶς· παραδέχομαι ἀπεναντίας, ὅτι συνεχίσαμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ἰδικήν σας ὡς πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα. Τί ἐπράξατε, κύριοι, ἐντὸς τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι; ὅ,τι τὸ καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ πατριώτου ὑπηγόρευε, καὶ ὅ,τι τὸ καθῆκον τοῦ κυβερνῶντος ἀπήτει ἀπέναντι ἀνωτέρων ὑποχρεώσεων. Καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν πορείαν ἠκολουθήσαμεν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ κρητικὸν ζήτημα· καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔρις μεταξὺ ἡμῶν, τίς ἔπραξε τὸ καλλίτερον· ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τούτου τοῦ ἑλληνικοῦ ἐπράξατε καὶ ὑμεῖς ὅ,τι ἦτο δυνατόν. Καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς, ἕκαστος κατὰ τὰς ἰδέας μας, ἐπράξαμεν ὡς πρὸς τοῦτο ὅ,τι ἐθεωρήθη κατάλληλον, ἐντὸς τῶν καθηκόντων τῆς οὐδετερότητος καὶ τῶν συνθηκῶν. Ἐλυπήθην διότι ἤκουσα τὸν κ. Πετιμεζᾶν λαλοῦντα ψυχρῶς, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἡ διάνοιά του σύμφωνος πρὸς τοὺς λόγους του, καὶ ὅταν λαλῶν περὶ τῶν θυμάτων τοῦ ἀγῶνος τούτου, τὰ συνέκρινε μὲ τοὺς πρόσφυγας τοὺς Πολωνοὺς καὶ τοὺς Οὔγγρους· ἐὰν τοιοῦτον ἦτο τὸ μέτρον τῆς συμπαθείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως............
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ παραγνωρισθῇ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασα διὰ λόγων πολὺ καθαρῶν, καὶ εἶπα, ὅτι, ἂν οἱ Ἕλληνες συνέδραμον ξένους πρόσφυγας, τόσον περισσότερον ὀφείλομεν νὰ συνδράμωμεν τοὺς ἀδελφούς μας· τοῦτο εἶναι τόσον καθαρὸν, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεων.
§59ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς ἔδωκα τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξηγηθῆτε, ὅπως ἐγὼ ἐπιθυμῶ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μεθορίων ποία ἐστάθη ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως; Ναὶ, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ ἐρωτήσω τοῦτο, διότι σήμερον βλέπω, ὅτι καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ γενομένου καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀπογενομένου ἀποδίδεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀλιγωτέραν τὴν εὐθύνην. Τὸ γεγονὸς συνέβη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν· ἑπομένως, εἴτε καλὸν, εἴτε κακὸν, ἔχετε τὴν εὐθύνην. Ποίαν δὲ ἀρχὴν εἴχατε ὑμεῖς, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο; εἴχατε τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐδόσατε τὰς ἀκολούθους ὁδηγίας· ἂν τὸ πρᾶγμα ἤθελε καταπέσει, ἂν ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς τὰ μεθόρια, τὰς μὲν οἰκογενείας νὰ περιθάλψητε, τοὺς δὲ ἐνόπλους ν’ ἀφοπλίσητε, καὶ νὰ ποὺς διατάξητε νὰ ἔλθουν εἰς τὸ ἐσωτερικόν· εἴχατε τὴν διαταγὴν, τῆς ὁποίας τὸ φρόνιμον δὲν διαφιλονεικῶ, νὰ ἐμποδισθῶσι διὰ παντὸς μέσου αἱ ἔνοπλοι συσσωματώσεις καὶ αἱ ἐπιδρομαὶ εἰς τὸ τουρκικὸν κράτος, ἵνα μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν διενέξεων καὶ ἐπαυξάνωμεν τὰς δυσχερείας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν σεῖς ἠκολουθήσατε. Ἡμεῖς, οἱ μὴ ἔχοντες, ὡς Κυβέρνησις, τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος ἐκείνου, καὶ οἱ ὁποῖοι κατηγορούμεθα, ὅτι περὶ τὸν Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον διελύσαμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἡμεῖς, ἔχοντες πεποιθήσεις ἀκραδάντους, δὲν ἠθέλαμεν δυσκολευθῆ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἂν κατεδικάζομεν τὰ κινήματα ταῦτα καὶ ἐθεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ τὰ περιστείλωμεν κατὰ τὴν δεῖνα στιγμὴν, νὰ τὸ πράξωμεν μετὰ θάῤῥους καὶ ἀποφάσεως. Δὲν σᾶς ὁμοιάζομεν, κύριοι, κατὰ τοῦτο, καὶ μὴ δυσαρεστηθῆτε, σᾶς παρακαλῶ. Ἀναδεχόμεθα πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μας καὶ τῆς θέσεώς μας, καὶ ἂν μεμφώμεθα τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, εἶναι, διότι, καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶχε τὴν τόλμην τῶν πεποιθήσεών της, καὶ διὰ τοῦτο ἐναντίον τῶν πεποιθήσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐγένοντο πράγματα, τὰ ὁποῖα κατεδίκασε καὶ δὲν εἶχε τὴν τόλμην οὔτε νὰ προλάβῃ, οὔτε νὰ καταπνίξῃ. Ἂν λοιπόν, κύριοι, ἡμεῖς εἴχαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ τῶν μεθορίων πράγματα ἦταν ἀσυμβίβαστα μὲ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἠθέλαμεν δυσκολευθῆ νὰ τὸ κηρύξωμεν. Γινώσκετε, κύριοι, πῶς ἐπολιτεύθησαν ἀλλαχοῦ εἰς ὁμοίας περιστάσεις, καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἐθνῶν τῶν μεγάλων θὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς παραδείγματα. Ὅτε ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1830 εὑρέθη εἰς ὁμοίαν τῆς Ἑλλάδος θέσιν, ἐπὶ Γκιζώτου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διαιρεθῇ τὸ Βασίλειον τῶν Κάτω Χωρῶν καὶ νὰ ἀποσπασθῇ τὸ Βέλγιον, ἦλθον πολλοὶ πατριῶται ἀπὸ τὸ Βέλγιον, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν τὴν ἕνωσιν τοῦ Βελγίου μετὰ τῆς Γαλλίας, καὶ ἐπρότειναν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς διέποντας τὰ πράγματα τῆς Γαλλίας, νὰ λάβουν τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ ἐνισχύσωσι τὸ τοιοῦτον σχέδιον· τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν ἐπαγωγὸν, λίαν θελκτικὸν, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τῆς ἐποχῆς τῆς Γαλλίας ἐστάθμισε τὰς περιστάσεις, ἐζύγισε τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Γαλλίας, καὶ δὲν ἐδίστασεν οὔτε στιγμὴν πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Βελγίου νὰ εἴπῃ· καθήσατε, διότι ἡ Γαλλία δὲν δύναται νὰ δώσῃ συνδρομήν. Καὶ δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλὰ τοῖς ἐπρόσθεσε — δύνασθε νὰ ἐνεργήσητέ τι περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας σας; ἂν νομίζητε, ὅτι δύνασθε, ἠθικῶς θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει, οὐδέποτε ὅμως θὰ σᾶς δώσωμεν ἕνα τῶν ἡγεμονοπαίδων τῆς Γαλλίας ἵνα καθήσῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Βελγίου. Καὶ ὅταν ἤρχισε νὰ γίνηται τὸ κίνημα, καὶ οἱ ἐθελονταὶ ἐκ Γαλλίας μετέβαινον εἰς τὸ Βέλγιον πρὸς βοήθειαν τῶν Βέλγων, καὶ ὅταν ἡτοιμάζοντο ν’ ἀνοίξουν ἐν Γαλλίᾳ τὰς ἀποθήκας τῶν ὁπλοποιείων ἵνα ὁπλισθοῦν οἱ ἐθελονταὶ, ἐπεμβῆκεν ἡ ἐξουσία καὶ ἐμπόδισε διὰ τῆς δυνάμεώς της τὰ τοιαῦτα. Τοιαῦτα παραδείγματα ἔχοντες, ἐὰν ἠθέλαμεν νομίσει, ὅτι τὰ κινήματα τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἦσαν ἀσύμφορα, ἠθέλομεν τὰ καταστείλει ἀμέσως, καὶ εἴχομεν τὰ μέσα, ὡς καὶ σεῖς, ἠθέλομεν τὸ πράξει ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς συστάσεως τῆς Κυβερνήσεως· δὲν τὸ ἐπράξαμεν δὲ, διότι δὲν εἴχομεν τοιαύτην ἰδέαν, καὶ δὲν εἴχομεν τὴν ἰδέαν ταύτην, μηδόλως ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς οὐδετερότητος. Εἴπομεν ὅμως ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἐνθαῤῥύνομεν τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας τῶν ὁμόρων· δὲν τὰς ἐνθαῤῥύνομεν, διότι ἡ οὐδετερότης μᾶς ἐμποδίζει, δὲν τὰς ἐνθαῤῥύνομεν, διότι περιπλοκὰς σπουδαίας δύνανται νὰ γεννήσουν, δὲν τὰς ἐνθαῤῥύνομεν, διότι ἡ ἐνθάῤῥυνσις γεννᾷ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἐπέτρεπε ν’ ἀναδεχθῶμεν· Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς εἰς αὐτοὺς κινηθῆτε, δὲν τοὺς ἐσπρώξαμεν ἡμεῖς, δὲν τοὺς ὑπεσχέθημεν, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν καὶ δικαίωμα νὰ τοὺς εἴπωμεν ταπεινωθῆτε, ὅταν αὐτοὶ ἐλάμβανον μόνοι των τὰ ὅπλα διὰ νὰ ἀποτινάξωσι τὸν ζυγὸν, τὸν ὁποῖον βαρέως αἰσθάνονται πιέζοντα τὸν τράχηλόν των. Τοιαύτη ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις ἐπὶ μῆνας πολλοὺς, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα ἀποτελέσματα ἐπέφερεν εἰς τὸν τόπον, ποίας δυσχερείας εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι καθὼς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα ἐν γένει, οὕτω καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἶχε τὰς δυσχερείας της, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ καλόν της. Ποῖον ἐστάθη τὸ καλὸν νομίζω, ὅτι πάντες τὸ αἰσθάνεσθε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ λαλῶμεν. Αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν μεθορίων, καίτοι πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως δυσχεραίνουσα τὰ πράγματα, καίτοι μὴ οὖσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἢ κατάλοιπον πρόξενον δυσχερειῶν, διήρκεσε μέχρι τοῦ Ἰουλίου. Αἱ εὐχαὶ ἡμῶν ἦσαν καὶ ἔσονται, ὅπως διὰ τὴν Κρήτην, οὕτω καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας· ἀλλὰ τὰ καθήκοντα ἡμῶν δὲν συνεβιβάζοντο ἐπὶ τέλους μὲ τὸ ἀδύνατον, δὲν συνεβιβάζοντο μὲ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἐν ὅσῳ ἠδύνατο νὰ ὑφίσταται ἐκείνη ἡ ἐπανάστασις, τῇ ηὐχήθημεν ἀπὸ καρδίας νὰ προοδεύσῃ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ νὰ ἰσχυροποιηθῇ· τίποτε περισσότερον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ δὲν ἐπράξαμεν. Ὅταν δὲ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὡς ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ ὀθωμανικὴ ἐξουσία ἔλαβε κατὰ τοῦ κινήματος, ὅταν συνεσωρεύθη τοῦτο ἐντὸς τῶν μεθορίων τοῦ Ἑλληνικοῦ, τότε, κύριοι, ἤρχισε τὸ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἦτον αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνεγνώριζε καὶ ἐξετέλει, διατάττουσα τὰς μὲν οἰκογενείας νὰ περιθάλψωσι, τοὺς δὲ ἐνόπλους νὰ ἀφοπλίσωσι, νὰ διαλύσωσι καὶ νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα, ἵνα μὴ αὐξάνουν αἱ δυσχέρειαι. Καὶ τότε, κύριοι, ὅταν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοιαύτας ἔδιδε διαταγὰς, ἦτο ὀλιγώτερον στενόχωρος ἡ θέσις τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὅταν, περὶ τὸν Ἰούλιον, αἱ ἐπαναστατικαὶ συγκεντρώσεις ἐντὸς τοῦ τόπου ἔφθασαν πέραν παντὸς ὁρίου, τότε ἡ Κυβέρνησις, ἀναλογιζομένη τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ποῖα καθήκοντα τῆς ἐπέβαλεν ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἐδίστασε νὰ τὰ ἐκπληρώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εὐθύνετο, καὶ εὐθύνετο σπουδαίως. Ὅστις ὑπῆγε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς τὰς μεθορίους ἐπαρχίας, δύναται νὰ τὸ μαρτυρήσῃ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐρωτῶ τοὺς ἁρμοδίους βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸν κ. Χατζῖσκον, τὸν κ. Τσιτσάραν, τὸν κ. Ζῶτον, ἂν ἡ κατάστασις κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο ὑποφερτὴ, ἂν ἦτο ἀκίνδυνον νὰ ἀφίνωμεν τὰ ἔνοπλα στίφη νὰ διέρχωνται ἐλεύθερα τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ ἐπιβαρύνουν τὸν λαὸν, ἂν ἦτο ἀνεκτὸν ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἶχον περιέλθει τὰ πράγματα ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπιτρέπουσα νὰ γίνωνται συγκεντρώσεις. Ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Εὐρυτανία κατεκλύζοντο ὑπὸ κράματος πολυαρίθμων ἐνόπλων, διερχομένων ἐλευθέρως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἑτέρου ἄκρου τὰς ἐπαρχίας ταύτας, χωρὶς νὰ δύναταί τις νὰ διακρίνῃ τοὺς εἰσελθόντας ἐπαναστάτας καὶ τοὺς ἀπελθόντας ἐθελοντὰς ἀπὸ τὸν λῃστὴν καὶ τὸν κακοῦργον. Τὸ κακὸν εἶχε φθάσει, ὡς ἐκ τῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν σχέσεων, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δὲν ἠδύνατό τις νὰ διαχειρισθῇ ἐλευθέρως τὴν ἐξουσίαν, οὐδ’ αὐτὸν τὸν στρατὸν ὑπὲρ τῆς εὐταξίας καὶ τῆ ἀσφαλείας. Τοιαύτη εἶχε καταντήσει ἡ ἀνάμιξις ὅλων τῶν στοιχείων, τῶν πλέον εὐγενῶν καὶ τῶν πλέον ἀγενῶν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅσα ἐῤῥέθησαν, καὶ ὁποία ἦτο ἡ ἀπελπισία, ἥτις εἶχε καταλάβει ὁλοκλήρους τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Ἡ Εὐρυτανία εἶχε κατασταθῆ τόπος ὅσον δύναται νὰ φαντασθῇ τις ἐλεεινός· πολλοὶ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐπαναστάσεως, συνῆλθον ἐκεῖ καὶ ἔζων εἰς βάρος τῶν κατοίκων· ἡ Φθιῶτις ἐπάθαινε τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα ἔτι ἴσως· ἀμφότεραι αἱ ἐπαρχίαι αὗται οὐδὲν ἄλλο παρίστων ἢ τὸ λυπηρὸν θέαμα ἡσύχων πολιτῶν καταπιεζομένων, καὶ ἐνόπλων καταπιεζόντων. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ὠφείλαμεν νὰ δώσωμεν τέλος, καὶ ἑπομένως ἐδόθησαν παραγγελίαι εἰς τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ἐπιτρέπουν εἰς ἔνοπλα στίφη νὰ διατρέχουν περιφερόμενα ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας, καὶ τοῦτο ἐστάθη τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ἐπανόδου τῆς τάξεως. Δὲν εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς κατεπαύσαμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, διότι οὔτε ἡ καρδία μας ἐπέτρεπε τὸ τοιοῦτον, οὔτε καθῆκόν τι μᾶς τὸ ἐπέβαλλεν, ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς, μὴ δυναμένης τῆς ἐπαναστάσεως νὰ προχωρήσῃ ὡς ἐκ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων, νὰ συγχωρήσωμεν νὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν αἱ συνέπειαι τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, συνεπιφέρουσαι ἀφόρητον καταπίεσιν τῶν λαῶν, ἀληθῶς, διὰ νὰ εἴπω οὕτως, ἀναρχίαν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἐπρολάβαμεν τὰς δεινὰς συνεπείας μιᾶς ἐπελθούσης ἀποτυχίας ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, καὶ τοῦτο τὸ ὠφείλομεν εἰς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου εἴμεθα οἱ κυβερνῆται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλεσαν ὅλοι, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος προλαλήσας φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς, «τὴν ἔκτακτον ὅπλισιν τοῦ τόπου». Ἤρχισα τὴν ὁμιλίαν ταύτην ἐκφωνῶν τὸ «ἀγαθῇ τύχῃ» καὶ τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει. Κύριοι, ἴσως ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγκαταστήσει εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἀληθεῖς πολιτικὰς ἀποχρώσεις. Πρὸ τεσσαρακονταετίας, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη ἔλθῃ ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι, διῃρούμεθα εἰς κόμματα, ἔχοντα ὀνομασίας ξένας, ἢ εἰς κόμματα ἀνήκοντα κατ’ ὄνομα εἰς πρόσωπα, πλὴν οὐδαμῶς ἢ ἐλάχιστον διαφέροντα κατὰ τὰς ἀληθεῖς ἀρχάς. Ἦλθεν ἴσως ἡ ἐποχὴ, καὶ τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας ν’ ἄρχηται ἀπὸ τῶν συζητήσεων τούτων, ἦλθεν ἴσως ἡ ἐποχὴ νὰ χωρισθῶμεν τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ· ἀνήκω εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικὴν ἀρχήν· νὰ δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, τασσόμενος ὑπὸ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικὸν ἀρχηγὸν, τάσσεται εἰς πολιτικὴν ὁμάδα, πρεσβεύουσαν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν οὗτος πρεσβεύει, καὶ ἀγωνιζομένην ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω «ἀγαθῇ τύχῃ». Ποία εἶναι ἡ ἐδική σας ἀρχὴ, μᾶς ἠρώτησεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς· ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις αὐτὴ δὲν ἐξεδήλωσεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν πολιτικήν της, δὲν εἶπε καθαρὰ, ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει; Ἀλλ’ ἰδοὺ, τὸ ἐπαναλαμβάνω. Πρεσβεύομεν, κύριοι, καὶ σήμερον καὶ πάντοτε, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει βεβαίως ἕνα προορισμὸν ἐσωτερικὸν, ἀλλὰ ἔχει συγχρόνως, καὶ κατ’ ἐξοχὴν, ἕνα μέγαν προορισμὸν ἐξωτερικόν.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Ὅλοι, ὅλοι τὸ πρεσβεύομεν.
§61ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πρεσβεύομεν λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἓν παρὸν, ἀλλ’ ὅτι ἔχει καὶ ἓν μέλλον.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Καὶ ἡμεῖς, καὶ ἡμεῖς.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ. Μὴ διακόπτετε.
§64ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πρεσβεύομεν, κύριοι, ὅτι, ἐπιδιώκοντες τὸν ἐσωτερικὸν προορισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἀνατολὴν, δὲν πρέπει νὰ παραμελήσωμεν, οὐδὲ πρὸς στιγμὴν, τὸν ἐξωτερικὸν προορισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ συμμερίζεσθε καὶ σεῖς (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πλευράν).
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι καθῆκον ἐθνικὸν αὐτὸ, δὲν εἶναι ἀρχή.
§66ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πρεσβεύομεν, ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου πρέπει νὰ μετέλθωμεν οὐ μόνον τὰ μέσα τοῦ ἐσωτερικοῦ πολιτισμοῦ, τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως, τοῦ πλούτου, τῆς βιομηχανίας καὶ τὰ λοιπὰ, οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς μὲν μετερχόμεθα σήμερον, σεῖς δὲ ἐπικρίνετε διατεινόμενοι, ὅτι λέγομεν ἁπλῶς λέξεις χωρὶς νὰ ἔχωμεν καμμίαν ἰδέαν ὡρισμένην καὶ θετικήν. Ἡ πολιτική μας κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην συνεπάγεται ὡς συνέπειαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρῆται ὡς ἐνεργητικὸν πολιτικὸν κέντρον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν πρέπει οὐδεμίαν στιγμὴν νὰ παύσῃ ἐργαζομένη πρὸς ἀνάπτυξιν ὅλων αὑτῆς τῶν δυνάμεων. Ἡ πολιτικὴ αὕτη ἔχει καὶ ἄλλας συνεπείας. Ἔχει τὴν συνέπειαν τῶν θυσιῶν· ὅστις πρεσβεύει ἀληθῶς τὴν πολιτικὴν ταύτην, ὀφείλει ἐξ ἀνάγκης νὰ ᾖναι καὶ ὀπαδὸς ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὕτη ἀπαιτεῖ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι μὲ τὸ περιθρυλλούμενον καὶ καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανόμενον σύστημα τῶν οἰκονομιῶν. Ἀκολουθοῦν τοιαύτην πολιτικὴν τὸ ἔθνος, προβαῖνον οὕτως εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν, πρέπει ἐξ ἀνάγκης ν’ ἀποφασίσῃ νὰ κάμνῃ ἀδιακόπους θυσίας. Ἡ πολιτικὴ λοιπόν, κύριοι, αὕτη συνεπάγεται κατὰ πρῶτον λόγον καὶ μέγιστον ἴσως, τὴν στρατιωτικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἡμεῖς; Ὄχι· δὲν ἦτο δυνατόν, ἡ πολιτική μας ὅμως τείνει νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, ὡς συνέπειαν τῆς πολιτικῆς μας, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παύῃ ἐνεργοῦσα, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ κατέχῃ τὴν πρέπουσαν αὐτῇ θέσιν ἐν τῷ ἀδελφικῷ συνδέσμῳ τῶν ἀνατολικῶν χριστιανικῶν φυλῶν, καὶ νὰ ᾖναι μετ’ αὐτῶν ἡνωμένη διὰ τοῦ ἀδελφικοῦ δεσμοῦ τῆς ὁμοφροσύνης καὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ μέλλοντος. Κύριοι, λέγοντες ταῦτα ἀποκαλύπτομεν μυστήρια; ὄχι· καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀποτελεῖ μέρος τῆς πολιτικῆς μας, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύπτῃ ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἐπιδιώκει τὸν φυσικόν της προορισμὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐργάζεται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ πεπολιτισμένος χριστιανικὸς κόσμος τὴν ἔπλασε, καὶ ὅτι συνέπεια τούτου εἶναι ἡ ἀδιάκοπος καὶ ἀδελφικὴ σχέσις αὐτῆς μεθ’ ὅλων τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν φυλῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πολιτική μας. Ἀλλὰ ποῦ μᾶς ἄγει αὐτὴ ἡ πολιτική; λέγει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἀναγνώσας εἰς τὸ πρόσωπόν του τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἣν ἔκαμε καὶ πρότερον· θέλει μᾶς φέρει εἰς τὸ χεῖλος τοῦ βαράθρου, λέγει· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐφαρμοζομένη διαρκῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπαιτεῖται, θέλει μᾶς φέρει εἰς τὸ μεγαλεῖον. — Εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος προχθὲς, ὅτι ταῦτα εἶναι δημοκοπίαι, καὶ ὅτι ἔπαυσεν ὁ καιρὸς τῆς δημοκοπίας καὶ, ὅπως καταδείξῃ τοῦτο, προσέθηκεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ τώρα νὰ μάθῃ ἀπὸ τοὺς δημάρχους καὶ παρέδρους ποῖοι εἶναι οἱ ἔφεδροι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπες, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι νὰ προκαλῇ μόνον νόμους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐργάζηται πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Σᾶς ἐζητήσαμεν 17,000 ἀνδρῶν ἔκτακτον δύναμιν, καὶ εἴπομεν, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη σύγκειται ἐν μέρει ἀπὸ ἐφέδρους καὶ ἐξυπηρετήσαντας· πρὸς πραγματοποίησιν λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ἐχρησίμευσεν αὐτὴ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσες ἁπλῶς, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐννοῇς, ὅτι δι’ αὐτῆς σωστὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐνεργοῦμεν ἀληθῶς καὶ δραστηρίως, καὶ ὅτι ἐπιδιώκομεν πράγματι τὴν συγκέντρωσιν αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ἐκγύμνασίν του. Ἰδοὺ, κύριοι, ποία εἶναι ἡ πολιτική μας καὶ ποίας θυσίας συνεπάγεται καὶ ποῦ τείνομεν νὰ φθάσωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν τῷ ὄντι εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ οἱ ἄλλοι; Ἐὰν ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι, ὡς ὑμεῖς διατείνεσθε, νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἑλλάδα τυφλῶς εἰς πόλεμον προσεχῆ ἄνευ τῶν προπαρασκευῶν, τὰς ὁποίας προϋποθέτει τοιαύτη τολμηρὰ πρόθεσις, ἠθέλατε ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ, τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι σήμερον ἡ πρόθεσις ἡμῶν; οὐδεὶς νομίζω· ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης κυβερνήσεως σκοπὸν εἶχε ν’ ἀπολήξῃ εἰς πόλεμον προσεχῆ, δὲν ἠθέλαμεν σᾶς ζητήσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον μετὰ τὸν νόμον περὶ ἐκτάκτου δυνάμεως καὶ τὰ μέσα πρὸς συγκέντρωσιν καὶ συντήρησιν 17,000 ἀνδρῶν; ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐζητήθη. Ἡμεῖς σᾶς εἴπομεν τότε, ἐπαναλαμβάνομεν δὲ καὶ σήμερον, ὅτι θεωροῦμεν τὴν ἔκτακτον πολεμικὴν προπαρασκευὴν ὑπαγορευομένην ἐξ ἑνὸς μὲν ἀπὸ τὸ δυσχερὲς τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὡς ἐκ τῶν περικυκλούντων αὐτὴν συμβάντων, ἐξ ἄλλου δὲ, ἀπὸ τὸν διαρκῆ προορισμὸν αὐτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ ταῦτα πρεσβεύοντες, ἐζητήσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὔξησιν φόρων, ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου καὶ δι’ ἐνδεχομένας ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, νόμον περὶ συγκαλέσεως ἐκτάκτου δυνάμεως· ταῦτα δὲ ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν κατεπειγόντως, διὰ νὰ ἔχωμεν πρόχειρα τὰ μέσα νὰ προασπίσωμεν, ἐν ἀνάγκῃ, τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὄχι λοιπὸν ὅπως προκαλέσωμεν προσεχῆ πόλεμον, ἀλλ’ ὅπως μὴ φοβώμεθα τὸν πόλεμον, ἂν ἤθελε προκληθῇ ἄλλοθεν, σᾶς ἐζητήσαμεν τὰ μέσα πρὸς ἔκτακτον παρασκευήν. Διὰ τοῦτο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πρεσβεύει, ὅτι κύριον μέλημά της πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάπτυξιν, διὰ πάσης θυσίας, τῶν στρατιωτικῶν μέσων καὶ δυνάμεων τοῦ ἔθνους· οἱ αἰσθανόμενοι τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἀνάγκην, οἱ ἀναγνωρίζοντες ὡς ἀκαταμάχητον πολλάκις τὴν ὁρμὴν τῶν περιστάσεων, δὲν δύνανται νὰ μὴ συμμερίζωνται τὴν ἐκτεθεῖσαν πολιτικὴν ἡμῶν, τὴν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Ἀδιαφοροῦντας δὲ περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἀσχολουμένους μόνον περὶ τὰ ἐσωτερικὰ, ἀναποφεύκτως καὶ προσεχῶς θέλει μᾶς προλάβει ὁ χρόνος, καὶ τότε ἠθέλαμεν πάθει τὸ «τῶν μωρῶν παρθένων» τοῦ Εὐαγγελίου. Δὲν προκαλοῦμεν λοιπὸν, Κύριε Πετιμεζᾶ, ἀσυνέτους κινδύνους διὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ἀλλὰ ἐννοοῦμεν δι’ ἀνδρικῆς καὶ ταχείας παρασκευῆς ἢ ἐντίμως καὶ ἀσφαλῶς νὰ τοὺς προλάβωμεν, ἢ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ μὴ φοβώμεθα τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλὰ, λοιπὸν δὲν ἔχετε κἀμμίαν πολιτικήν.
§68ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι διατείνονται, ὡς ἠκούσατε, ὅτι εἶναι σύμφωνοι μὲ ἡμᾶς ὡς πρὸς τὰς παρασκευάς. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ἐὰν ἀληθῶς ἤμεθα σύμφωνοι καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐὰν τὸ ἐκ τῶν πραγμάτων συμπέρασμα καταδικάζῃ ἡμᾶς ὡς δημοκόπους, ἢ ἂν δὲν καταδικάζῃ μᾶλλον τὸ ἀληθὲς τῆς ἐκφράσεως καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν σας. Παραδέχονται οἱ κύριοι, ὡς ἠκούσατε, τὴν ὅπλισιν, τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ἐκτεθεῖσαν· ὅλα τὰ παραδέχεσθε, κύριοι, διὰ τῶν λόγων ἀλλ’ οὐδὲν πράττετε. Καὶ τὸ λέγω ἐγώ; Κύριοι, ἀπεστείλαμεν καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς τὸν αὐτὸν ἄνδρα εἰς Εὐρώπην διὰ προμηθείας ὁπλισμοῦ· λάβετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε ποίας ὁδηγίας ἐδώκατε αὐτῷ ὑμεῖς, καὶ ποίας ἡ παροῦσα κυβέρνησις, καὶ θέλετε ἴδει, ἂν ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ ἐξαπατήσωμεν ὑμᾶς διὰ κενῶν λόγων, ἢ σεῖς ἡμᾶς. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, διὰ νὰ μάθητε, πῶς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν, καὶ πῶς ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ οἱ φίλοι του. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἐντιμοτάτου κ. Βούλγαρη ἔπεμψε κατὰ τὴν 28 Σεπτεμβρίου τὸν κ. Ῥάϊνεκ (τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀπέστειλα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἅμα εἰσελθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον) μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ μεταβῇ εἰς Μασσαλίαν, Παρισίους καὶ οἱανδήποτε ἄλλην πόλιν ἵνα τελειώσῃ τὰ ἑξῆς· «ἵνα θεωρήσῃ ἀκριβῶς τὰ ἐν τοῖς.....» Τοιαύτην παραγγελίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ῥάϊνεκ ἀποσταλεὶς κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, ἐνῷ ἡ Κρήτη ἠγωνίζετο πρὸ ἓξ μηνῶν· νὰ ἐπισκεφθῇ διάφορα ἐργοστάσια πρὸς ἐξέτασιν μηχανῶν, νὰ πέμψῃ πληροφορίας τινὰς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἱππικοῦ καὶ περὶ ὑλικοῦ, καὶ νὰ πέμψῃ κατεπειγόντως περιοδικά τινα συγγράμματα. Ἰδοὺ καὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς φενάκης, ὅπως τὸ ὠνόμαζεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, αἱ παραγγελίαι, ἅμα εἰσελθόντος εἰς τὰ πράγματα· εἶναι τῆς 4 Ἰανουαρίου. «Ἀπερχόμενος ἐντεῦθεν θέλετε μεταβῆ εἰς Παρισίους» θέλετε μοὶ συγχωρήσει νὰ μὴν ἀναγνώσω ὅλα τὰ μέρη... καὶ πίνακα προμηθευθησομένου ὑλικοῦ μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ φροντίσῃ περὶ ἀγορᾶς 15000 αὐλακωτῶν τουφεκίων, 6000 κοντοτουφεκίων τῆς χωροφυλακῆς, διὰ 500 τοῦ ἱππικοῦ, διὰ 500 ζεύγη πιστολίων, μέγα ποσὸν βλημάτων πυροβολικοῦ κτλ. κτλ.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ, ἐν πρώτοις νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν, παρὰ τὸν Ῥάϊνεκ, τοῦ ὁποίου ἀνεγνώσατε τὴν παραγγελίαν, δὲν ὑπῆρχε καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ;
§70ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ναὶ, καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος τοῦ ἱππικοῦ ἐστάλη διὰ τὴν παραγγελίαν 300 σελῶν· ἀπαντῶ δὲ συγχρόνως εἰς ἄλλην παρατήρησιν τοῦ κ. Καραϊσκάκη, ἣν εἶχον λησμονήσει· ὅτι ἐγὼ, ἅμα εἰσελθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εὗρον περιττὴν τὴν διαμονὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀξιωματικοῦ ἰδίου διὰ 300 σέλας μόνον· τὸν διέταξα ἀμέσως νὰ ἐπανέλθῃ.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ σελῶν, ἀλλὰ περὶ τούτου· ὁ ἀπεσταλμένος ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ εἶχε παραγγελίαν νὰ φέρῃ ὁπλισμὸν πλήρη διὰ τὴν ἱππαρχίαν τῶν λογχοφόρων, ἥτις ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐλαφρὸν ἱππικὸν, ἑπομένως νὰ φέρῃ 300 ἀποσκευὰς, 300 ξίφη κτλ.
§72ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πολὺ καλά, παραδέχομαι καὶ τοῦτο· λέγω ὅτι αἱ ἰδικαί σας πολεμικαὶ παρασκευαὶ ἔχουν πρὸς τὰς ἰδικάς μας ὡς 300 πρὸς 20,000.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ· λοιπὸν ἀντὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ μὲ τὴν παραγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, ἔχομεν δύο ἀξιωματικοὺς, ἔχοντας δύο διαφόρους ἐντολὰς καὶ δύο διαφόρους διαταγὰς, τῶν ὁποίων ἀνεγνώσατε τὴν μίαν, τὴν δὲ ἄλλην ὄχι, διότι δὲν τὴν ἔχετε. Σᾶς παρακαλῶ τώρα νὰ προσέξητε εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς κάμω· ἐὰν ὅλα τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε εἰς τὴν παραγγελίαν, ὁσαδήποτε καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ἐὰν δὲν τὰ παρηγγείλατε δυνάμει τῆς πιστώσεως τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Δεύτερον, ἂν τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγετε εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν τὴν παρελάβατε ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὸ προεδρευόμενον ἀπὸ τὸν κ. Βούλγαρην· δηλ. ἐὰν τὸ ἔγγραφον, τὸν νόμον τῆς πιστώσεως, τὴν πρότασιν τῆς πιστώσεως εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν τὴν παρελάβατε, ὁμοῦ μὲ ἔκθεσιν λεπτομερῆ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν περιέχουσαν.........
§74ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τίποτε.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὔριον σᾶς φέρω καὶ τὸν ἀριθμὸν, διότι ἐγὼ σᾶς ἀμφισβητῶ, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν αὐστηρὰν προετοιμασίαν δὲν ἐπροσθέσατε, ὅτι εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, τὰς ὁποίας παρελάβατε, παρελάβατε καὶ ἓν σχέδιον...
§76ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ...
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω· ἐνῶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τοῦ Κ. Βούλγαρη προεδρευόμενον διὰ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπρόκειτο νὰ ἀγοράσῃ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα τὰ εἴδη, ἠμπορεῖτε σεῖς ἄλλας ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχητε ἰδέας, ἀλλὰ τοὺς δύο ἀπεσταλμένους μὲ δύο διαταγὰς δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε· λοιπὸν καὶ δεύτερον, ὅτι παρελάβετε τὴν πίστωσιν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§78ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε, διότι θὰ σᾶς εἴπω κἄτι, τὸ ὁποῖον συνέβη μαζῆ μας· ὅταν ἐφέρατε τὴν πίστωσιν, εἰσήλθομεν εἰς τὸ δωμάτιον καὶ σᾶς εἶπα· Κ. Βότσαρη, εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν τῆς πιστώσεως ἐφέρατε καμμίαν μεταβολήν; Ὄχι, εἴπατε, καθὼς τὴν παρέλαβα, τὴν ὑπέγραψα.
§80ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον οὔτε κἄν ἰδέαν περὶ τούτου· ἄλλως τε, εἰς τί ἤθελε μοὶ χρησιμεύσει πίστωσις κατὰ φαντασίαν καὶ πρόθεσιν μόνον; ἀλλ’ οὔτε ὑμᾶς ὠφελεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, καὶ θέλετε πεισθῆ ὁ ἴδιος περὶ τούτων, Κ. Δεληγεώργη.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ αὔριον νὰ μᾶς φέρητε ἐδῶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὸ πρωτότυπον μένει εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι εἶχον τοιοῦτον σύστημα προπαρασκευῶν, διὰ τί τώρα εἶναι ἐναντίοι τῶν πιστώσεων;
§83ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἴμεθα ἐναντίοι τῆς κακῆς χρήσεως.
§84ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης διϊσχυρίζεται, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη εἶχεν ἑτοιμασθῆ πίστωσις 1,000,000 διὰ τὴν προμήθειαν ὁπλισμοῦ· τὸν βεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ μὲν δὲν ἔλαβα γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ πράγματος, διότι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξετάσω, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ διαψεύσω τὸν κ. Δεληγεώργην ὡς πρὸς τὰς καλὰς προθέσεις. Ἀλλὰ, Κ. Δεληγεώργη, κατὰ τί σᾶς ὠφελεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἐὰν ἀληθῶς ἐπρεσβεύατε καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἡ ταχεῖα ἐφόπλισις εἶναι ἀναπόφευκτος; Σεῖς ἰδίως, ὅστις εἶσθε ἓν ἀπὸ τὰ ἐνεργητικώτερα καὶ πολιτικώτερα μέλη τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἔπρεπε νὰ ἐπιταχύνητε τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις μόνη ἠδύνατο νὰ σᾶς δώσῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα, καὶ ὄχι νὰ τὴν ἀναβάλητε ἐπὶ δύο μῆνας· ἀλλὰ σεῖς ὄχι μόνον ἀνεβάλατε τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἣν ὠφείλατε ἀπ’ ἐναντίας νὰ συγκαλέσητε καὶ πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν αὐτοδικαίως συνέρχεται, ἀλλὰ διενοήθητε καὶ νὰ τὴν διαλύσητε, λησμονήσαντες, φαίνεται, ὅτι ὄπισθεν μὲν ὑμῶν ἐκαίετο ἡ Κρήτη, ἔμπροσθεν δὲ ὑμῶν συνεταράσσοντο ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος. Οὕτως ἐνεργήσαντες, δὲν δικαιοῦσθε, νομίζω, νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι κύριον μέλημα ὑμῶν ἦτο ἡ ἐξόπλισις τοῦ ἔθνους, διότι ὅστις θέλει τὸ πρᾶγμα, δὲν ἀποκρούει βεβαίως τὰ μέσα. Πολλοὶ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι ἀρχὴ πολιτικὴ νέα, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ὅτι δὲν μᾶς ἀνήκει ἡ τιμὴ τῆς πρωτοβουλίας. Εἴθε τὸ πρᾶγμα νὰ εἶχεν οὕτως· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα 35 ἐτῶν, καθ’ ἃ ἡ Ἑλλὰς ζῇ ὑπὸ Βασιλείαν, μόνον δὶς ἐγένετο φροντὶς ὅπως συμπληρωθῶσι καὶ αὐξήσωσι τὰ πολεμικὰ τοῦ Κράτους ἐφόδια, καὶ ἀναπτυχθῶσιν ὁπωσοῦν αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις αὐτοῦ· ἡ ἀνωτέρω ἀπόπειρα ἀνήκει ὁμολογουμένως εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Κύριοι, περαίνων τὸν λόγον, λέγω, ὅτι ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἅπαντες ἀσπάζονται τὴν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδείξατέ το σήμερον, παραδεχόμενοι τὰς περὶ τούτων πιστώσεις διὰ τῆς ψήφου σας, καὶ οὐχὶ ὡς μέχρι τοῦδε διὰ λόγων, ἀναβολῶν καὶ ἀντιδράσεων. Ἂν δὲ τῷ ὄντι διὰ πραγμάτων σκοπεύητε ν’ ἀποδείξητε τὸ ἀληθὲς τοῦ ἰσχυρισμοῦ σας, βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατερχομένη, θέλει σᾶς παραδώσει μετὰ πλείστης εὐχαριστήσεως τῆς ἐξουσίαν, πεπεισμένη οὖσα τότε, ὅτι οἱ διάδοχοι αὐτῆς θέλουσιν ἐργασθῆ ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐνθερμοτέρων πόθων τῆς πατρίδος. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις τὴν ὥραν 6 παρ’ ¼ μ. μ.)