| 1691 | 1) | Πέντε ἀρχιλησταὶ Καραγκούνηδες (Ζαρκαυλίδες) ἐξ ὧν μόνον | |||
| 1692 | τὸν Τάσον Γκαμαλέζον ἐνθυμοῦμαι, | τὸ ὅλον λησταὶ | 45 | ||
| 1693 | 2) | Ὁ ἀρχηγὸς Τσούκας | με | 13 | |
| 1694 | 3) | Ὁ Κροκέλας | » | 12 | |
| 1695 | 4) | Ὁ Κωσταντέλος | » | 10 | |
| 1696 | 5) | Ὁ Λατζούδης, Ποδάρας καὶ λοιποὶ | » | 30 | |
| 1697 | 6) | Ὁ Δράκος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | 70 | ||
| 1698 | 7) | Ἀρβανιτάκια μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | |||
| 1699 | 8) | Ματζουράνης μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | |||
| 1700 | 9) | Γ. Μπροῦχος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | |||
| 1701 | 10) | Χ. Μπροῦχος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | |||
| 1702 | 11) | Εἷς Παλαιοκαστρίτης | » | 4 | |
| 1703 | 12) | Ὁ Καραμπέης | » | 5 | |
| 1704 | 13) | Εἷς ἀπὸ τὰ Βασιλικὰ Ὑπάτης (ἴσως τὸν | |||
| 1705 | ἐνθυμεῖται ὁ κ. Χατζῖσκος) | » | 6 | ||
| 1706 | 14) | Ὁ Πατσαούρας | |||
| 1707 | 15) | Καμάρας | |||
| 1708 | 16) | Καραμανώλης | |||
| 1709 | 17) | Καραγιάννης ἀδελφὸς του Νάκος Φίλου | » | 60 | |
| 1710 | 18) | Έτερος Καραγιάννης | » | 8 | |
| 1711 | 19) | Ν. Δεδούσης | » | 17 | |
| 1712 | 20) | Ἄλλοι τινὲς ἐξ Εὐρυτανίας περίπου | » | 15 | |
| 1713 | 21) | Εὐαγ. Σπανός | » | 14 | |
| 1714 | Καὶ ὅσους ἄλλους γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία. | ||||
| 1715 | 309 |
1867.11.27
2.081 στίχοι · 17.732 λέξεις · 1 πίνακας · 99 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40.
Τῆς 27 Νοεμβρίου 1867.
Δευτέρα.
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀνεγνώσθησαν εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τὰ πρακτικὰ, καὶ ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ἀπεφασίσθη νὰ μὴ ἐγκριθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς μέχρις ὅτου διορθωθῶσιν ἀκριβῶς. Προσήλθομεν εἰς τὸ γραφεῖον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγὼ καὶ παρετηρήσαμεν τὰ πρακτικὰ, εὑρέθημεν δὲ εἰς διαφωνίαν καὶ ἐζητήσαμεν τότε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἵνα διορθωθῶσι τὰ ἐπίσημα κατὰ τὰ στενογραφημένα, ὁ δὲ κύριος Τρικούπης μὲ εἶπεν ὅτι τὰ στενογραφήματα τὰ ἔχει εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τὰ ἔδωκεν εἰς τὸν τύπον. Ἔμεινε λοιπὸν, ὅταν ἐπιστραφῶσι τὰ στενογραφήματα εἰς τὸ γραφεῖον, τότε νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις τῶν πρακτικῶν· ἐπληροφορήθην ὅμως χθὲς, ὅτι εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ καὶ ἐνεκρίθησαν, καὶ ὅπως μὲ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας κύριος Δημητριάδης, ἔγεινε μάλιστα παρ’ αὐτοῦ ἡ παρατήρησις, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἀπὼν, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ἐνεκρίθησαν· τοιουτοτρόπως λοιπὸν μένει ἀμφιβολία, ἐὰν τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐνέκρινεν ἡ Βουλὴ, συμφωνοῦν μὲ τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Ἐζήτησα τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπὸ τὸ γραφεῖον νὰ μὲ δώσουν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἐπανέλθει ἀκόμη. Προσῆλθον σήμερον καὶ δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸ γραφεῖον· τότε λοιπὸν παρεκάλεσα καὶ ἐπεστάτησα, ὥστε νὰ σταλῇ εἷς ὑπάλληλος καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ στενογραφήματα ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς παρήγγειλεν, ὅτι τὰ στενογραφήματα ταῦτα, παραδοθέντα εἰς τὸ τυπογραφεῖον, τὸ ὁποῖον τὰ ἐτύπωσε, νομίζω, τῆς Ἀληθείας ἢ τῆς Παλιγγενεσίας, ἐσχίσθησαν καὶ κατεστράφησαν, ὅτι ὑπάρχει ὅμως ἡ ἐφημερὶς καὶ ἐκ τῆς ἐφημερίδος τῆς ἰδιωτικῆς ἠμποροῦμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ στενογραφήματα. Δὲν τὸ ἐδέχθην τοῦτο, παρεκάλεσα τοὺς στενογράφους νὰ εὕρουν τὰ στενογραφήματα. Ἡ μετάφρασις τῶν μονογράφων δὲν ὑπάρχει, ὅπως ἠκούσατε’ οἱ στενογράφοι γράφουν συμβολικῶς καὶ ἔπειτα μεταφράζουν. Οἱ στενογράφοι λοιπὸν ἔκαμαν μετάφρασιν τῶν στενογραφημάτων, καὶ τὴν μετάφρασιν ταύτην παρέβαλον πρὸς τὰ δημοσιευθέντα διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀτυχῶς δὲν εὑρέθησαν σύμφωνα. Πρῶτον, ἐπειδὴ μ’ ἐρωτᾷ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τί, πρῶτον παραλείπει ἡ ἐφημερὶς νὰ ἀναφέρῃ μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν, νομίζω, ἐνθυμεῖται καὶ ἡ Βουλὴ, τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν τὸν διέκοψα καὶ εἶπον, ὅτι συνεχάρην τὸν κύριον Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, διότι ἀγγλικὸν πολεμικὸν πλοῖον παρέλαβε γυναικόπαιδα ἀπὸ τὴν Κρήτην καὶ ὁ κύριος Πρέσβυς ἐδέχθη. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησε τότε· «Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διότι καὶ ἐγὼ συνεχάρην τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸ ἐδέχθη.» Τοῦτο λείπει ὁλοτελῶς ἀπὸ τὰ δημοσιευθέντα.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εἰς τὰ ἄλλα;
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω, εἰς τὴν μετάφρασιν δὲν ὑπάρχει.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀντίγραφον εἶναι ἐπικυρωμένον ἀπὸ τοὺς στενογράφους (ἀναγινώσκει) ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Τοῦτο εἶναι ψευδὲς, ἐγὼ συνεχάρην τὸν κύριον Πρέσβυν καὶ τὸ ἐδέχθη.— ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν, καὶ ἐγὼ συνεχάρην τὸν κύριον Πρέσβυν καὶ τὸ ἐδέχθη. — ΔΕΛΗ-ΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ ἕνα ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀρκεῖ. — ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀρκῇ, ἀλλ’ ἐγὼ σκέπτομαι ἄλλως· ἐγὼ ἐζήτησα ἀπ’ εὐθείας πληροφορίας καὶ ἔμαθον, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως ὁ πλοίαρχος ἐνήργησε τὴν παραλαβὴν τῶν γυναικοπαίδων.» Δεύτερον δὲν εἶναι ἀκριβῆ εἰς ἓν ἄλλο μέρος. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλων νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ Εὐρώπη ἦτο δυσμενὴς κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν αὕτη διηυθύνετο παρὰ τῶν προκατόχων του, εἶπεν ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠπειλεῖτο, ἐὰν ἤθελεν ἐξακολουθῇ νὰ πολιτεύηται ὅπως ἐπολιτεύετο, ἡ Ἀγγλία θέλει ἄρει τὴν ἐγγύησίν της. Εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον διεφωνήσαμεν μετὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἀναφέρεται τὸ πρᾶγμα οὕτως, ἀλλ’ ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ πολιτεύηται ὅπως φαίνεται ὅτι πολιτεύεται, τὸ ὅπως φαίνεται παραλείπεται ὁλοτελῶς, καὶ ἴσα ἴσα εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διαφωνία μας, τότε ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις θ’ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν τύχην της, λέγουν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἐνῷ κατὰ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω· ὄχι θ’ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν τύχην της, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πλησιάζει μὲ τὴν ἰδικήν μου φράσιν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἄρῃ τὴν ἐγγύησιν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἀγγλία ἠπείλησε τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μετέδωκεν ὁ Πρέσβυς της, ὅτι ὁ ἡμέτερος ἀτμοδρόμων συνώδευσε τὸ Πανελλήνιον εἰς τὴν Κρήτην μὲ πολεμοφόδια καὶ ἐθελοντὰς, εἶπεν· ἐὰν μὲ τοιοῦτον τρόπον ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις προκαλῇ τὴν Τουρκίαν εἰς πόλεμον, τότε ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις θ’ ἀφήσῃ τὰ δύο ἔθνη νὰ διαλύσουν μόνα των τὰς διαφοράς των. Αὗται εἶναι αἱ διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῶν δημοσιευθέντων καὶ τῶν ἐγκριθέντων παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον Κ. Πρόεδρον νὰ διοργανίσῃ ἄλλως τὰ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅπως ἐξέθεσε τὴν ὑπόθεσιν ὁ Κ. Δεληγεώργης θέλει τις νομίσει, ὅτι ἐγὼ ἀφῄρεσα τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Ἰδοὺ ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου· τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ δώσῃ ἓν ἀντίγραφον τῆς ὁμιλίας μου· μοὶ λέγει, ἀντίγραφον δὲν προφθάνω νὰ δώσω, ἀλλὰ λάβετε τὰ πρακτικὰ καὶ ἔπειτα τὰ ἐπιστρέφετε· εἶπον, ὅτι εἰς τὸν τύπον δύνανται νὰ εὕρουν τὰ στενογραφήματα. Αὐτὴ ἦτο ὅλη ἡ ἀπάντησις. Ὡς πρὸς τὴν διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἔλαβε χώραν ὡς πρὸς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν ἐννόησα διόλου ὅτι ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν. Ὡμιλήσαμεν περὶ τοῦ πράγματος καὶ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης νὰ τεθῇ ὅπως περιέχουν τὰ στενογραφήματα· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦσαν ἐδῶ τὰ στενογραφήματα, εἴπομεν νὰ περιμείνωμεν νὰ ἔλθουν. Δὲν ἔχω δὲ καμμίαν δυσκολίαν νὰ τεθῇ ὅπως θέλει· εἴτε τεθῇ ἂν ἐξηκολούθει ἡ Ἑλλὰς πολιτευομένη ὅπως ἐφαίνετο πολιτευομένη, εἴτε πολιτευομένη ἄνευ τοῦ ἐφαίνετο, ἡ Ἀγγλία ἐθεώρει ὡς ἐκ τῶν σφαλερῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κακῶς ἐπολιτεύετο· λέγει λοιπὸν ὅτι ἂν ἠκολούθει οὕτω πολιτευομένη, ὅπως αὕτη ἐνόμιζεν ὅτι ἐπολιτεύετο ἡ Ἑλλὰς, θὰ ὑποστῇ τὰς ἑξῆς καὶ ἑξῆς ζημίας. Μοὶ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἐφαίνετο ἢ νὰ μὴ προστεθῇ. Ποίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔκαμεν ὁ Κ. Δεληγεώργης δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅτι συνεχάρητε καὶ ὑμεῖς.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ παραδέχομαι, ἂς προστεθῇ· δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὸ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, δὲν ὑπάρχει.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Κ. Δεληγεώργην εἰπόντα πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐγένετο πρὸς τὸ προεδρεῖον παρατήρησις ὑπὸ τοῦ Κ. Δημητριάδου, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῶσι κατὰ τὰ συμφωνηθέντα μεταξὺ τοῦ Κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ Κ. Τρικούπη, διότι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶχον περάσει ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κ. Δεληγεώργη καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις ἐγένετο πρὸς τὸ προεδρεῖον. Ἐὰν τοιαύτη παρατήρησις ἐγένετο, βεβαίως ἐγὼ ἤθελον φέρει τὴν αἴτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσει τὴν ἀπόφασίν της, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὅτι οὐδεμία παρατήρησις ἐγένετο καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην μόνον εἰς τὴν φράσιν, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; Κανεὶς δὲν μὲ εἶπε τίποτε καὶ ἑπομένως παρεδέχθην τὰ πρακτικὰ ὡς ἐπικυρωμένα παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι ἦτο μία ἔμμεσος κατὰ τοῦ προεδρείου προσβολή.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἐσυζητούσαμεν τὰ πρακτικὰ καὶ εἴπομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἦτο παρὼν ὁ Κ. Σακελλαριάδης καὶ εἶπον νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὸν τί συνέβη· εἶπε τότε ὁ κ. Σακελλαριάδης, ὅτι ἐῤῥέθη ὅ,τι λέγουν τὰ πρακτικὰ ἐδῶ καὶ διὰ τοῦτο ἔφυγον καὶ ἐγώ.
§13Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐξέτασα διόλου ἐὰν ἤκουεν ὁ Κ. προεδρεύων τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ Κ. Κωνσταντᾶς, τί ἔλεγον· ἐνδέχεται νὰ μὴ ἤκουε, διότι εἶχεν ἕνα μεγάλον κώδωνα, ἐνδιαφέρετο πολὺ νὰ ἀποδείξῃ τὴν σπουδαιότητά του διευθύνων τὴν συνεδρίασιν (θόρυβος δεξιά). Δὲν ἐπρόσεξα διόλου καὶ εἶπον ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης· εἶναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον ὅτι ἀδιαφόρησα καὶ θέλω ἀδιαφορεῖ αἰωνίως, ἐὰν εἶχον μέρος εἰς τὴν ἀκοὴν ἢ εἰς τὸν συλλογισμὸν τοῦ Κ. προέδρου, ὄχι τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ, ἀλλ’ οἱουδήποτε ἄλλου. Αὐτὸ ἐνόμισα ἀναγκαῖον καὶ τίποτε ἄλλο.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, συνεπείᾳ τῶν ἐκφράσεων τοῦ Κ. Δημητριάδου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀρκούντως, φρονῶ, προσβλητικαί, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὁ Κ. Δημητριάδης προχθὲς ἔκαμε τοιαύτην παρατήρησιν, ἐὰν ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Βονίτσης.
§16ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§17ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κανονισμός, κύριε πρόεδρε, ὁρίζει νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις· πάλιν θέλετε νὰ τὸν ἐπαναλάβωμεν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς Δ. Π. Ζάνος ζητεῖ νὰ παρακαλέσῃ ἡ Βουλὴ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ νόμον ἱκανοποιοῦντα τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας του.
§21ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ διεκπεραιωτὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ πρὸ πολλῶν χρόνων· ἑπομένως ἔχει κἄποιους λόγους ἰσχυροὺς καὶ βεβαίως ἡ ἀναφορὰ πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσίν της, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, ἀλλ’ εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἄλλο ὑπουργεῖον. Πόσον τὸ ἔθνος ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ ποσάκις καὶ πάντοτε ἀπέδειξε τοῦτο ἐμπράκτως, νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι δὲν δύνανται νὰ τὸ ἀποδείξουν· ἀλλ’ ἐρωτηθεὶς ποτέ τις, τί ἐστὶ στρατός; τί πειθαρχία; εἶπεν, οὔτε στρατὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ πειθαρχίας, οὔτε πειθαρχία ἄνευ τάξεως. Μεταξὺ τῶν πολλῶν, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν προχθὲς εἰς τὸ ἀκροατήριον ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἤκουσα ὁ ἐνωματάρχης ἐκεῖνος δὲν ἐτιμωρήθη, στρατιώτης τις διαβιβάζει ἓν προσκλητήριον εἰς τὸν Δούκαν, τὸν συντάκτην τοῦ Ἐθνοφύλακος, καὶ τὸν προκαλεῖ εἰς μονομαχίαν, λόγῳ ὅτι προσέβαλε τοῦ Κ. Βότσαρη τὰ ὅπλα καὶ τὴν πυρίτιδα, καὶ τὸν λέγει, ἰδοὺ ἐγὼ ἔχω τὸ ὅπλον μου, μετάβηθι εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Ἄρεως διὰ νὰ δοκιμάσῃς τὰς δυνάμεις σου· τὸ δὲ ἔγγραφον τοῦτο ἐδημοσιεύθη δυστυχῶς καὶ διά τινος ἐφημερίδος, τῆς Παλιγγενεσίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ διεγείρῃ τὸ θάμβος καὶ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς φιλονόμου πολίτου, ὡς τοῦτο, ὅτι κατόπιν ὁ στρατιώτης αὐτὸς μὲ δύο ἄλλους μετέβη εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Κ. Δούκα καὶ τὸν ἠπείλησε, καὶ ἂν δὲν προελάμβανον πολῖται, ἤθελε προκύψει μέγα δεινόν. Ὅτε λοιπὸν σήμερον οἱ στρατιῶται ἐπιτίθενται κατὰ τοῦ δημοσιογράφου, αὔριον, κύριοι, θὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ καὶ μεθαύριον κατὰ τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ἀξία, διότι περὶ ὧν σκέπτεται ἡ Βουλὴ καὶ περὶ ὧν ὑποβάλλει μεγάλας πιστώσεις ποῖον εἶναι τὸ μεγαλείτερον χαρακτηριστικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δείξωμεν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς; Ἡ σύμπνοια, ἡ ἀγάπη, ἡ πειθαρχία, τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας· ἀλλ’ ὅταν καταντᾷ στρατιώτης ἀκόμη νὰ τολμᾷ νὰ καλῇ τὸν δημοσιογράφον εἰς μονομαχίαν καὶ νὰ τὸν ἀπειλῇ ἐντὸς τοῦ καταστήματος, εἶναι τάξις ἢ εἶναι πληρεστάτη ἀναρχία; Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ μὲ ὅσα ἔκαμε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠθελήσαμεν ἕνεκα ἁβροφροσύνης, ἕνεκα ἄλλων περιστάσεων νὰ θίξωμεν, ὅπως ἔπρεπε διὰ νὰ θίξωμεν. Μὴ μᾶς ἀπειλῇ καὶ μὲ τοὺς στρατιώτας, διότι νομίζω, ὅτι καὶ οἱ στρατιῶται αὐτοὶ εἶναι πολῖται Ἕλληνες, καὶ ἐὰν εἷς ἢ δύο στρατιῶται ἐξηπατήθησαν διὰ νὰ προβῶσιν εἰς ἓν παράτολμον τοιοῦτον, οἱ ἄλλοι στρατιῶται, ὡς τίμιοι στρατιῶται, ὡς Ἕλληνες, δὲν συμμερίζονται τὴν διαγωγήν των. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσοχὴν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, ὥστε νὰ χαλιναγωγήσῃ τὰ ἄτακτα αὐτὰ στίφη, ὥστε νὰ ἴδωμεν εἰς τὸν στρατὸν πειθαρχίαν, ὥστε νὰ τιμωρηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἐγκληματίαι.
§24ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, γνωρίζω κατὰ σύμπτωσιν αὐτὸ τὸ περιστατικόν· οὔτε τὸν Ἐθνοφύλακα ἀνέγνωσα, οὔτε τὴν Παλιγγενεσίαν, ἔμαθον ὅμως τὸ ἀκόλουθον, ὅτι πραγματικῶς εἷς στρατιώτης ἀκούσας, ὅτι τὰ ὅπλα τὰ προμηθευθέντα ὑπὸ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατηγορήθησαν, ἠθέλησε νὰ κάμῃ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Ἐθνοφύλακα, εἰπὼν ὅτι τὰ ὅπλα αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν ὅπλων φέρει καὶ αὐτὸς, ὅστις βεβαίως εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ γνωρίζῃ. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ περιστατικὸν ἔδωκεν ἀμέσως ἀφορμὴν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν τὸν τολμητίαν αὐτὸν στρατιώτην, τοῦ ὁποίου εἶναι ἄλλος ὁ προορισμὸς, νὰ τὸν φυλακίσῃ, καὶ γνωρίζω, ὅτι καὶ λόγος ἀκόμη ἐγένετο μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν νὰ τὸν ἀποβάλουν ἐκ τοῦ σώματός των. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἐξεπλήρωσεν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν της.
§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑπουργός.
§26ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν σημαίνει, ἠμποροῦμεν ὅλοι νὰ ἐξετάσωμεν τί γίνεται.
§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ προσωπικῶς.
§28ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπερωτᾶται, ἀρκεῖται εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ Κ. Καραλιβάνου.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργός.
§30ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε προχθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κ. Γόντικας, ἐκθέτων τὴν κατάστασιν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τοῦ κράτους, ἀνέγνωσεν ἀναφορὰν, καταχωρημένην εἰς τὸν Πρωϊνὸν Κήρυκα, διὰ τῆς ὁποίας διάφοροι δημόται παραπονοῦνται εἰς τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι διώρισεν ἕνα δημοτικὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι στιγματισμένος, καὶ ἐζήτησε τὴν παῦσιν, διατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὕστερον ἀπὸ τόσα ἐγκλήματα νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος; Καὶ πραγματικῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὅσα ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀναφορὰν, ὅλα τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ καὶ περιπλέον· μάλιστα, ἐὰν θέλετε, ἔλαβον σήμερον ἐπιστολὴν, ὅτι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι φύλαξ τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως ἐπὶ κεφαλῆς τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν του, ἐφόνευσεν ὁ ἀδελφός του κατὰ τὴν 19 Νοεμβρίου ἕνα Γεραντώνην. Τότε λοιπὸν ὁ Κ. Γόντικας ἀνέγνωσε τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, αὐτὴν δὲ τὴν ἔχει ἡ κυβέρνησις εἰς τὸ ἀρχεῖον, τὰ δὲ προσόντα τοῦ ἀστυνόμου τῆς Τραγέας, Κ. πρωθυπουργὲ, εἰσὶ τὰ ἀνωτέρω ἐγκλήματα. Τότε εἶπον εἰς αὐτὸν, κύριε Γόντικα, προσθέτω, ὅτι κατὰ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν ἀνεφάνη ληστεία εἰς τὴν Νάξον, καὶ ἔστειλεν ἀπόσπασμα, εἰς τὸ ὁποῖον διώρισε καὶ ὁδηγόν· τότε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Νάξου, Κ. Κονταράτος, ἀπὸ τὴν θέσιν του μοὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἐνισχύω τὴν ζωοκλοπήν. Λυποῦμαι διότι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1860, ὅταν ἤμην ἐγὼ δήμαρχος εἰς αὐτὸν τὸν δῆμον, καὶ διότι δὲν παρακάθηται ἐνταῦθα εἷς Νικ. Λεκάτης, ἕτερος Ἄνινος, χρηματίσαντες εἰσαγγελεῖς, νὰ ὁμολογήσωσιν, ἂν ἐγὼ εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς δημαρχίας μου ἐξήλειψα ὄχι μόνον ἀπ’ αὐτὸν τὸν δῆμον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ 4 ἄλλους τὴν ζωοκλοπὴν, καὶ ἔχω διάφορα εὐχαριστήρια ἔγγραφα. Ἡ ζωοκλοπὴ σήμερον εἰς τὴν Νάξον ἐνισχύεται ἀπ’ αὐτὰ τὰ δύο ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ. Κατὰ τὸν παρελθόντα 8βριον ὁ δήμαρχος Ἀπειρανθίας ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνέλαβε ζωοκλέπτην μὲ 40 πρόβατα, ἕνα Πιτίλην ἐπονομαζόμενον, τοῦ ὁποίου ὁ εἷς ἀδελφὸς εἶναι ἐπαρχιακὸς εἰσπράκτωρ καὶ ὁ ἕτερος δημοδιδάσκαλος, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ εἶναι τοῦ Κ. Κονταράτου, φίλου τῆς κυβερνήσεως. Περὶ τῆς κλοπῆς ἔχω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ δημάρχου Ἀπειρανθίας· ἐὰν θέλετε τὴν ἀναγινώσκω, καὶ κατ’ αὐτὴν, ὁδηγὸς συνεννοούμενος μὲ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ζωοκλόπου κατεδίωξε τὸν δήμαρχον, διότι δῆθεν προέτρεψε τὸν ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθέντα νὰ ὁμολογήσῃ καὶ ἕτερον συναυτουργόν· ὥστε δὲν ἔχει δίκαιον ὁ Κ. Κονταράτος νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ ἐνισχύω τὴν ζωοκλοπὴν εἰς τὴν Νάξον, καὶ ἐντεῦθεν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ποῖος ἐνισχύει τὴν ζωοκλοπήν.
§31ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Κ. πρόεδρε, εἶπεν ὁ Κ. βουλευτὴς Νάξου, ὅτι ἀφοῦ διωρίσθησαν ὁ μὲν ἀστυνόμος, ὁ δὲ ὁδηγὸς διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ζωοκλοπῆς, ηὔξησεν ἡ ζωοκλοπή· δὲν μᾶς εἶπεν, ἂν τῷ ὄντι ηὔξησεν ἀπὸ τότε ἢ ἐλαττώθη, καὶ εἰς τοῦτο τὸν προκαλῶ, ὄχι ὅπως ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ μὲ τὰ πράγματα. Ὑπάρχουν ἔγγραφα τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι κατὰ 90% ἠλαττώθη ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ζωοκτονία. Πρέπει νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ζωοκλοπὴ εἰς τὴν Νάξον ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ, ὅτι αἰτία εἶναι τὰ πολιτικά. Ποῖοι εἶναι οἱ πολιτικοὶ εἰς τὴν Νάξον δὲν ἠξεύρω· ἐγὼ ἀπὸ τὰ 1862 ἔχω τὴν ἀτυχίαν νὰ γίνω πολιτικός· ἤμην στρατιώτης καὶ ὁ Ναυπλιώτης, ὡς πολιτικὸς παλαιὸς, ἐλάμβανεν ὑποστήριξιν ἀπὸ τὴν ζωοκλοπὴν, διότι αἰτία εἶναι τὰ πολιτικά.
§32ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Παρέλειψα, κύριοι, νὰ προσθέσω ὅτι αὐτὸς ὁ ὁδηγὸς εἶναι καταδικασμένος ἐπὶ ἀπάτῃ κατὰ τὰ 1863, διότι ἠπάτησεν ἕνα καὶ τοῦ ἐπῆρε χρήματα.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Γόνδικας ἔχει τὸν λόγον.
§35ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐξακολουθῶν, κύριοι, τὴν διακοπεῖσαν προχθὲς ὁμιλίαν μου καὶ ἀναγκαζόμενος σήμερον νὰ συσχετίσω αὐτὴν, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειάν σας νὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἐπαναλάβω ἐν ὀλίγοις τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀφήσει αὐτὴν ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τῆς ὥρας. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τῶν διαφόρων ὑπουργῶν σᾶς ἀπέδειξα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθησαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ παρουσιάσουν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων, διαιρεῖται ἐσωτερικῶς εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ κράτους, ἐξωτερικῶς δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ εἰς τὸ μετ’ αὐτοῦ συνδεόμενον. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, οὐ μόνον δὲν διέγραψεν ἴδιον πρόγραμμα σαφὲς καὶ ὡρισμένον, ἀλλ’ ἐστηρίχθη μᾶλλον ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας αὐτῆς σᾶς ὑπέμνησα τὸ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως περίπου ἔτους ὑπόμνημα τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἅμα τῇ ἐκρήξει τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος, πρὸς τὰς αὐλὰς τῶν ξένων Δυνάμεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη ἐξιστόρει τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔσχεν ἡ κυβέρνησις νὰ συμπαθῇ καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεώς της, καὶ ἐπιχαίρει εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν ἁπανταχοῦ ὁμογενῶν καὶ ξένων. Ἡ ἰδία κυβέρνησις σᾶς εἶπεν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν Κρήτην ἐτήρησε τὸ σύστημα τῆς οὐδετερότητος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τὸ ἐξωτερικὸν, τοῦ ἀγῶνος, οὐ μόνον δὲν διέγραψεν ἴδιον πρόγραμμα, ἰδίαν πολιτικὴν, ἀλλὰ μᾶλλον ἤθελε νὰ φενακίσῃ τὸ ἔθνος, νὰ ἐξαπατήσῃ αὐτὸ διὰ τρόπου μυστικοῦ, ἐνῷ σήμερον ἡ ἐποχὴ ἀποκρούει πάντα μυστικισμὸν καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας· σᾶς εἴπομεν δὲ ὅτι, ἂν μᾶς φανερώσητε τί πράττετε, δὲν προδίδετε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, διότι αἱ πολεμικαὶ παρασκευαὶ, ἤτοι τὰ ὅπλα, τὰ πλοῖα, κατασκευάζονται καὶ ἀγοράζονται εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ καταστήματα τῆς Εὐρώπης καὶ εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλον τὸν κόσμον· τοὐναντίον προδίδονται αὐτὰ, ὅταν ἀρνῆται ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, προκειμένου περὶ φόρων, οἵτινες ἐξαντλοῦν τοὺς πόρους τοῦ πολίτου, μετὰ θάῤῥους ἀπέναντι τῶν δυσφημιῶν, αἱ ὁποῖαι τῇ ἀποδίδονται, νὰ παρουσιάσῃ κατάστασιν κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν, καὶ ἠρνήθη, καθὼς ἠκούσατε, νὰ δεχθῇ κἂν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔμελλε νὰ παρατηρήσῃ τὸ ὑλικὸν αὐτό. Ἀφοῦ ἀπέδειξα ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν πολιτεύεται καλῶς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ διαγράψῃ πρόγραμμα πολιτικὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη μεγάλη νὰ εἰσπραχθοῦν χρήματα καὶ νὰ ἐναποτεθοῦν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους, καὶ ὅτι διὰ τούτων, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δυνάμεθα νὰ ἀγοράσωμεν ἐν πάσῃ ὥρᾳ καὶ ὑλικὸν τοῦ πολέμου καὶ πλοῖα νὰ κατασκευάσωμεν ὁποιασδήποτε ἀξίας θέλομεν. Πρὶν ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐσωτερικὸν τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησεν ὁ φατριασμὸς, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ σᾶς εἶπον, ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀπέδειξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συμμαχίαν τινὰ ἐξωτερικὴν, ἀναφερόμενος εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀπεσταλμένων. Πολλαπλῶς μᾶς παρηγόρησε νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ φανῶσιν. Ἀλλά, κύριοι, οὐ μόνον ἀποτελέσματα δὲν ἐπῆλθον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ τὰ πράγματα αὐτὰ ἀπέδειξαν τὸ ἀντίθετον. Πρὸς τοῦτο ά) ἀναφέρομαι, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀναγινώσκω ἐφημερίδας καὶ καθίσταμαι ἐπαχθὴς, εἰς τὴν τελευταίαν Κλειὼ, διαψεύδουσαν τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου, ὅτι δῆθεν ἔκαμε σύμβασιν μετὰ τῆς Σερβίας, καὶ τὴν διαψεύδει μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ἐπιφυλαχθεῖσα κατόπιν νὰ γράψῃ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς κ. ὑπουργοὺς περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν ἔχω ἰδίαν ἀφορμήν. βʹ) Παραπέμπω τὴν Βουλὴν εἰς ἕνα ἄρθρον τῆς προχθεσινῆς Αὐγῆς (ὑπουργικὴ ἐφημερὶς), ὅτι μεταξὺ Γαλλίας καὶ Αὐστρίας συνετάχθη σύμβασις περὶ ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ὅτι ὁ Βάϋστ, πρωθυπουργὸς τῆς Αὐστρίας, μετέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἵνα ζητήσῃ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Στάνλεϋ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε περιττὴν τὴν σύμβασιν, διότι ὑπάρχει ἡ τοῦ 1856. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἐξωτερικῶς οὐ μόνον δὲν ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν τίποτε, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι αὗται ἔκαμον συμμαχίαν περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας· ἑπομένως ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μὴ διακυβεύσῃ τὴν τύχην τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ὀρθῶς πολιτευομένη νὰ μᾶς εἴπῃ μὲ ποίαν δύναμιν ἔχει συμμαχίαν καὶ φανερῶς νὰ ἐκθέσῃ τὸ πρόγραμμά της, καὶ ἂς μὴν ἀμφιβάλλῃ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῇ παρέξει τὰ μέσα. Ὅτι δὲ ἐκ τῆς τελευταίας Αὐγῆς ἐξάγεται ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου, θέλετε ἰδεῖ, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ῥητῶς εἰς τὸν ἐναρκτήριον λόγον σταματᾷ μόνον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη δεικνύει διὰ τῆς μεταγωγῆς τῶν γυναικοπαίδων, ὅτι ὡς πρὸς τὴν κατάπαυσιν τῆς αἱματοχυσίας ἐν Κρήτῃ ἐσυμβούλευσε τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἤκουσε, τὴν ἄφησαν νὰ καταστείλῃ τὴν ἐπανάστασιν. Ἐξ ὅλων τούτων καταδείκνυται, ὅτι ἡ θέσις ἡ σημερινὴ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους ἀπαιτεῖ, ὥστε ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ φανερὰ τί θέλει· τὸν φανερὸν τρόπον ἀπαιτεῖ οὐ μόνον τὸ πολίτευμά μας, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων, νὰ μὴ βαδίζωμεν εἰς τὰ τυφλὰ πολιτευόμενοι, ἂν πολιτευώμεθα ὀφείλοντες λογοδοσίαν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας· τὸν μυστικὸν τρόπον δὲν θέλω τὸν ἐπιτρέψει. Ἦλθον μετὰ ταῦτα εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καὶ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀντικατέστησεν ὁ φατριασμὸς εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἔρχομαι σήμερον εἰς τὸ ἕτερον μέρος, εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δικαστηρίων, τῶν ὁποίων τὴν ἀντιπροσωπείαν ἔχει ἡ αὐτοῦ ἐξοχότης ὁ κύριος Λομβάρδος, παραλείπων νὰ προσθέσω ἐδῷ, ὅτι ἔχει, καθ’ ἃ φαίνεται, συμφωνίαν μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ ὅστις δι’ ἀποφάσεων τοὺς καταδικασμένους διώρισεν εἰς ὑπηρεσίαν, καίτοι στερουμένους τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των, ὡς π. χ. διὰ τῆς ἀποφάσεως 240 ε. ε. Αὐγούστου κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ ἐδῶ πλημμελειοδικεῖον εἷς Κυριάκος εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν καὶ ἑνὸς ἔτους στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του, οὗτος δὲ διωρίσθη μετὰ ταῦτα τηλεγραφητὴς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Κορίνθου, πότε κύριοι; εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν θεωρεῖται ὡς πολιτικῶς νεκρὸς ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ διοριζόμενος εἰς ὑπηρεσίαν διὰ πρωτοφανοῦς χάριτος, ἀνατρέπει τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς φατριαστικῆς διαγωγῆς τοῦ συναδέλφου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κλάδον αὑτὸν τὸν δικαστικόν, νομίζετε, ὅτι θέλω παραπονεθῆ ἐνώπιόν σας, διατί διώρισεν ἐν Γορτυνίᾳ ἅπαν τὸ δικαστικὸν προσωπικὸν ὑπὲρ τοῦ κυρίου Πλαπούτα, δηλονότι 9 εἰρηνοδίκας, 9 γραμματεῖς, ὅλους τοὺς συμβολαιογράφους, ὅλους τοὺς παρέδρους; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ· δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως εἶναι νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους συνιστοῦν οἱ φίλοι της· ἀλλ’ ἀπῄτησα καὶ ἀπαιτῶ καὶ ἀπαιτεῖ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, α) οἱ διοριζόμενοι νὰ ᾖναι ἠθικοὶ καὶ τίμιοι καὶ β) ἡ κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι αὐτὴ εἶναι τὸ ἄσυλον τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ὁ συλλαμβανόμενος ἀπὸ ἀρχήν τινα τοῦ κράτους, ὁ συκοφαντούμενος ἐπὶ δολοφονίᾳ τοῦ Γαΐτα, τοῦ Κώστα ἢ τοῦ Παύλου θέλει καταφύγει εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, σήμερον ἐπισήμως, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος μετεχειρίσθη πρὸς φατριασμὸν τὴν ἀνωτάτην αὐτὴν δύναμιν, ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, δὲν θέλετε εἰπεῖ, ὅτι αὐτὸς ἐξέκλινε τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἔγεινε ποταπὸς φατριαστής; Ἠκούσατε, κύριοι, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ δήμαρχος Δημητσάνης Ἰωάννης Παπανδρέου ᾐχμαλωτίσθη, ὅτι ἡ αἰχμαλωσία του διήρκεσεν ἐπὶ 70 ἡμέρας καὶ μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἐσώθη δι’ ἀρκετῶν λύτρων, ἡ ἀνάκρισις ἤρχισε καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐπροφυλάκισεν ἐνόχους καὶ μὴ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποθούμενον. Ὑπόνοιαι ἠγέρθησαν καὶ κατὰ τοῦ δημάρχου Νυμφασίας, τοπικοῦ ἐχθροῦ τοῦ κ. Γεωργιάδου ὑφυπουργοῦ, καὶ καθόσον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ νὰ ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται καὶ αὐτὸς, ὡς πολιτικός, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τρόπου κυβερνητικοῦ. Ἐπεμβαίνων εἰς τὸ δικαστήριον Τριπόλεως, ἀκούσατε, κύριοι ποῦ ἔπεσεν ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Διατάττει τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν καὶ ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, ἵνα μελετήσῃ καὶ τοῦ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν κατὰ πόσον ἐνέχεται ὁ ῥηθεὶς δήμαρχος Θεοφιλόπουλος, κατὰ τοῦ ὁποίου κατεφέρετο ὁ Γεωργιάδης. Ποῦ ἠκούσθη, κύριε ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, ποῖος σᾶς ἐδίδαξε, ποία νομικὴ ἐπιτροπὴ σᾶς ἐσυμβούλευσεν, ἐπειδὴ ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ συμβουλεύεσθε τοιαύτας πρὸς δικαιολόγησίν σας, ποία πεῖρα σᾶς ἔπεισε νὰ παραβιάζητε τὴν ἀνακριτικὴν ἐχεμύθειαν, νὰ μανθάνετε σεῖς, πρὶν δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις, τί τρέχει, νὰ κρατῶνται ἀθῶοι ὑπόδικοι πρὸς χάριν σας, παραβιάζοντες τὰ ἱερώτερα κοινωνικὰ δικαιώματα, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς τιμῆς, τῆς ὑπάρξεώς του, ἵνα κορέσῃ τὸ πάθος του ὁ φίλος σου γενικὸς γραμματεὺς κατὰ τοῦ δημάρχου αὐτοῦ, ὃν οἱ πάντες γνωρίζουν; Βλέπετε, κύριε ὑπουργὲ, εἰς ποῖα ἀτοπήματα φατριαστικὰ σᾶς ὤθησεν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, καὶ ἐστενοχωρεῖσθε ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο διὰ τὰ ἀτοπήματα ταῦτα λόγος. Θὰ ὑπάρξῃ νομικὸς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάζητε τὴν ἐχεμύθειαν τὴν ἀνακριτικήν; Οὔτε ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ αὐτὸς Γεωργιάδης, εἰσαχθέντος τοῦ δημάρχου εἰς δίκην εἰς Τρίπολιν νὰ δικασθῇ, ὅτι μετήρχετο τὸν ἰατρὸν ἄνευ ἀδείας, ἐνῷ ἦτο φαρμακοποιὸς, ἔγραφεν εἰς τοὺς δικαστὰς περὶ τῆς βιαίας εἰσαγωγῆς εἰς δίκην καὶ τοὺς ὑπεδείκνυε τὴν καταδίκην. Τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι κατὰ τὴν δίκην ἡ ὑπεράσπισις δημοσίᾳ ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτῆς καὶ δὲν ἀντεκρούσθη. Εἶπον ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ γενικοὺς γραμματεῖς· καὶ πράγματι ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος ἠθωώθη, διότι ἡ δικαιοσύνη ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἀναξίαν, ἂν ἐξέδιδεν ἀπόφασιν καταδικαστικὴν δεικνύουσα, ὅτι ἐπηρεάσθη φανερά. Προκειμένου περὶ συστάσεως εἰρηνοδικείων, ἐνθυμεῖσθε πόσον ἐπέμενα ὑποστηρίζων τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, διότι ἔλεγον, ὅτι οὕτω ὑποστηρίζομεν καὶ ἐνισχύομεν τὴν κακοήθειαν· ὑμεῖς ἐλέγατε, ἡ δικαιοσύνη χωλαίνει, πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος πληρόνει φόρους· ἐν τούτοις οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι ἐπραγματοποιήθησαν. Ὁ κ. Πλαπούτας εἰς τὸ νεοσυστηθὲν εἰρηνοδικεῖον τῆς πατρίδος του ἐζήτησε νὰ τοῦ διορίσουν ἕνα εἰρηνοδίκην, τὸν κ. Χριστόδουλον Ἀναστασόπουλον, ἐναντίον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιμένοντος νὰ μὴ διορισθῇ, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Χριστόπουλος, καθόσον ἦτο ἀτομικὸς ἐχθρὸς τοῦ κατισχύσαντος τοῦ Γεωργιάδου. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος, διὰ νὰ δείξῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του ἀμέσως τὰς πρώτας ἡμέρας, ἕνα γέροντα 70 ἐτῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του, τὸν ἔστειλε μετὰ 4 ἄλλων ἀντιθέτων τοῦ Πλαπούτα δέσμιον εἰς τὴν Τρίπολιν δι’ ὑποτιθεμένην νυκτοκλοπήν· ἡ ἀνάκρισις καὶ ἡ εἰσαγγελία, ἰδοῦσα τὴν ἀθωότητά των, τοὺς ἀπέλυσε, καὶ μολοντοῦτο μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως ζητεῖται λόγος παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ διατί ν’ ἀπολυθοῦν· δὲν εἶνε οἰκτρὰ ἐπέμβασις αὕτη; Ταῦτα τὰ λέγω, ἵνα μάθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα τῇ αἰτήσει τῶν φίλων του διορίζει, διότι ὁ κ. Λομβάρδος τεκμαίρεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ πρόσωπα, εὑρίσκω δὲ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶναι φύσει κακὸς, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν συμβούλων τοὺς ὁποίους ἔχει, σφαγιάζει ὁ ἴδιος τὴν δικαιοσύνην. Βλέπετε, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπουργείας Λομβάρδου ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργεῖται ἐν ὀνόματι Γεωργίου τοῦ Αʹ. ἀλλ’ ἐν ὀνόματι Λομβάρδου καὶ Γεωργιάδου. Πρέπει, κύριε Λομβάρδε, νὰ παύσῃς τὴν τοιαύτην διαγωγὴν καὶ νὰ πολιτευθῇς ἐναρέτως, ν’ ἀφήσῃς τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον, διότι ἄλλως ὅλα τὰ κακὰ θὰ πέσουν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου μίαν ἡμέραν, καὶ ὃ σὺ μισεῖς ἑτέρῳ μὴ ποιήσῃς, καὶ μάχαιραν ἔδωκες μάχαιραν λάβῃς. Ἴσως θεωρηθῇ ἀνάξιον, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρὸς ἐκδίκησιν ἀτομικήν μου διώρισεν ἕνα μέθυσον εἰρηνοδίκην εἰς τὴν πατρίδα μου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε μεταθέσει, καὶ ἐν τούτοις τώρα τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν πατρίδα μου, καίτοι εἶνε κατηγορημένος, καὶ τὸ γνωρίζει, διότι τοῦ τὸ εἶπαν, ἡ δὲ ἐνοχή του εἶνε ἐπισήμως ἀποδεδειγμένη· εἶνε ὁ εἰρηνοδίκης Ἐλευσῖνος Σωτηρόπουλος. Ἀκούσατε τίς εἶναι. Ἐνῷ λαμβάνει τὴν μετάθεσίν του τὴν 25 Ἀπριλίου διὰ τὸ εἰρηνοδικεῖον Ἐλευσῖνος, τὴν πρωτοκολλεῖ, καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐξακολουθεῖ τὰ ἔργα τοῦ εἰρηνοδικείου. Μεταβαίνει λοιπὸν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Κλειτορίας δι’ ἀνακρίσεις. Ἐμηνύθη λοιπὸν παρ’ ἐμοῦ, διότι εἶπα ὅτι ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον δὲν ἤθελε παυθῇ, διότι ὁ νόμος κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τιμωρεῖ μὲ 3 μηνῶν φυλάκισιν τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὅστις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργῇ δικαστικὰς πράξεις, λαβὼν ὁπωσδήποτε γνῶσιν τῆς μεταθέσεώς του. Καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι ἔτυχα νὰ ᾖμαι παρὼν εἰς τὴν πατρίδα μου. Τώρα, ἐὰν εἰσέτι ἀμφιβάλλετε περὶ τοῦ φατριασμοῦ τῆς κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, κλάδος τῆς ὁποίας εἶναι ἡ δικαιοσύνη, μεθ’ ὅσα εἶπον, ἀκούσατε ὅτι ἔχει ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους κατὰ σύστασιν τοῦ κ. Πλαπούτα διὰ νὰ φρικιάσητε. Ἀκούσατε τοὺς διορισμούς τοὺς ὁποίους ὑπὲρ τοῦ Πλαπούτα ἔχει κάμει· τὸν κ. Νέγκαν νομάρχην, γαμβρόν του, τίμιον ἄνθρωπον, πολὺ καλά· τὸν κ. Γεωργιάδην, γενικὸν γραμματέα τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂν καὶ ἠκούσθη ὅτι τὸν ἔπαυσε πρὸ δύω μηνῶν, ἐξακολουθεῖ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ δίδῃ τὰ σχέδια, ὡς πάντες οἱ ὑπουργικοὶ γνωρίζετε· ἕτερον ἀδελφὸν τοῦ Γεωργιάδου γραμματέα τοῦ προξενείου Κωνσταντινουπόλεως· γαμβρόν του ἐπ’ ἀδελφῇ ταμίαν Κορίνθου· ἀδελφὸν τοῦ Γεωργιάδου, γραμματέα τοῦ εἰρηνοδικείου Νυμφασίας· τοὺς δύο ἀδελφοὺς Τσαμαδοὺς, ἔπαρχον καὶ πρόξενον, τὸν ἕνα τὸν διετήρησε τὸν ἄλλον τὸν διώρισεν. Οὗτοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν δικαιώματα εἰς τὸ ἔθνος· τὸν ἄλλον ἀδελφὸν τοῦ Γεωργιάδου, δεσμοφύλακα εἰς Τρίπολιν, ἄνθρωπον ὅστις ἔχει μυρίας καταχρήσεις κάμει ἀφ’ ὅτου διωρίσθη, καὶ δι’ αὐτὸν δὲν τολμοῦν οἱ φυλακισμένοι νὰ εἴπουν τίποτε, διότι ὁ Λομβάρδος δὲν τὸν παύει· ἂν παυθῇ, θὰ ἴδητε πόσαι μηνύσεις θὰ γείνουν. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος κατηγορήθη μὲ ἕνα φίλον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὸν ὁποῖον εἶχε διορίσει ἄλλοτε δασονόμον εἰς Νυμφασίαν, ἐπὶ ἀπιστίᾳ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν· μ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς συγγενικὰς, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν διὰ νὰ τὸν ἀθωώσουν, ἐξεδόθη βούλευμα εἰς τὰ τέλη τοῦ 1866, πέντε ἡμέρας πρὶν διορισθῇ ὁ δεσμοφύλαξ αὐτὸς, παῦον προσωρινῶς τὴν καταδίωξιν· καὶ μολονότι ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ διορισθῇ δεσμοφύλαξ, καὶ ἕνας δεσμοφύλαξ ἔχει σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν, ὢν ὁ ἄρχων τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πλασμάτων τῶν φυλακισμένων, μολαταῦτα, λέγω, τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν δὲν τὸν ἔπαυσεν ὁ κ. Λομβάρδος· εἰς τὴν Βυτήνην διώρισεν ἕτερον ἀδελφὸν τοῦ Γεωργιάδου ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην. Λοιπὸν ἐκ τούτων νομίζω, ὅτι δὲν μένει ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, διότι, ἂν ἐπεμβῶ εἰς ἄλλους νομοὺς νὰ ἀναπτύξω τὰ καθέκαστα, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν ἀμέσως νὰ φέρω καὶ τὰς ἀποδείξεις, καθὼς αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ἔκαμε τὴν διοίκησιν φατριαστικήν. Αὐτὸ λοιπὸν, κύριε Κουμουνδοῦρε, εἶναι τὸ πρόγραμμά σου, ἐσωτερικῶς ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φατριασμοῦ, καὶ ἐξωτερικῶς ὁ μυστικισμὸς καὶ ἡ ἀπάτη. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὸς ἐνίσχυσιν, λέγω, ἀκόμη τῆς ἰδέας αὐτῆς, δὲν ἐρωτᾶτε ἂν ἔμεινέ τις τῶν πρὸ ἔτους δικαστικῶν ἕνεκα τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταθέσεων αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων τῶν διοριζομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Πρὸ ἑνὸς ἔτους κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν διώρισεν εἰς Τρίπολιν τὸν εἰσαγγελέα κ. Παπαηλιοῦ, ἀξιότιμον ἄνθρωπον· δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἴσως τοῦ ἐφάνη ὅτι δὲν θὰ τὸν εὕρῃ πρόθυμον εἰς τὴν ἐνέργειάν του καθόσον ἀφορᾷ τὸν δήμαρχον Νυμφασίας, τὸν μετέθεσεν εἰς Σπάρτην, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ διώρισεν ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον νέον κ. Βλάχον, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ οὗτος ἅμα μετέβη εἰς Τρίπολιν, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Γεωργιάδης ἐπίσης τὸν εὗρε χειρότερον τοῦ πρώτου καὶ τηλεγραφικῶς μόλις μετὰ 10 ἡμέρας τὸν μετέθεσεν εἰς Λαμίαν, καὶ ἐπανέφερε πάλιν τὸν Παπαηλιοῦ εἰς Τρίπολιν ὅπου καὶ μένει μέχρι σήμερον. Ἐννοεῖται δὲ, μὴ δυνάμενος καθόλου ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Γεωργιάδου, διότι ὡς ἄνθρωπος καὶ τίμιος ὑπάλληλος, ἐπιθυμῶν νὰ συμβιβάσῃ μὲ τὴν δικαιοσύνην τὰς φατριαστικὰς ἀπαιτήσεις του χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπόληψίν του καὶ νὰ ἀδικήσῃ ὁλόκληρον ἐπαρχίαν, πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, ἴσως καὶ κατ’ αἴτησιν βουλευτῶν τινων τοῦ νομοῦ μας, πάλιν μετετέθη ὁ κ. Παπαηλιοῦ εἰς Πάτρας, ὁ δὲ τῶν Πατρῶν Καππάμπας εἰς Τρίπολιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἂν φανῇ κανεὶς σεβόμενος τὸ καθῆκόν του, ἀμέσως τὸν διώκει, καθὼς εἶναι ὁ κ. Γούζαρης, ἀξιόλογος ὑπάλληλος, ὅστις δὲν ἦτο τυφλὸν ὄργανον τῶν ὀρέξεων τοῦ Γεωργιάδου· καὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ὑποπτεύων ὅτι θὰ παυθῇ, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ δι’ ἐπιστολῆς εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ἐὰν ζητοῦν τινες τὴν παῦσίν του, ἂς κατονομάσουν τί ἔπραξε· διότι τὸ νὰ μὴ θέλῃ νὰ φυλακίσῃ τὸν δήμαρχον Νυμφασίας, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς πεποιθήσεώς του. Ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινος ἀδυναμία μὲ κάμνει νὰ παραλείψω, νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅ,τι ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ἢ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅτι φανερὰ φατριάζουν; Ὑπάρχουν διατριβαί τινες κατὰ προσώπων τινων δικαστῶν, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκα, μὴ δυνάμενος ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ ἀποδείξω τὴν ἐνοχὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, κρίνω περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὰς διατριβὰς αὐτὰς, καθόσον ἡ ὁμιλία ἡ ἐδική μου δύναται νὰ βλάψῃ τρίτους. Περαίνων λοιπὸν τὸν λόγον μου, κύριοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀπευθύνω τὴν προτροπὴν καὶ νὰ συγχαρῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁρμωμένη ἀπὸ αἰσθήματα ὄντως πατριωτικὰ καὶ παραιτοῦσα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ βουλευτὴς, ὅστις τυχὼν εἰς ἓν σύστημα εἶναι κακὸν νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν θέσιν του, διότι εἰς μόνους τοὺς στρατιώτας ἡ λειποταξία εἶναι ἔγκλημα, ὁ δὲ βουλευτὴς εἰς πάντα χρόνον καὶ στιγμὴν δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὰς πολιτικάς του ἰδέας, ὅταν βλέπῃ τὸ σύστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὅτι δὲν συμβιβάζεται ἢ ἀποκρούεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἀποκρούσῃ δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα, τὰς πιστώσεις ὡς ἀντικειμένας εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§36ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ νὰ αἰτιολογήσῃ τὸν ἑαυτόν του τὰ λέγει αὐτὰ ὁ κ. Γόντικας ἢ ἵνα παρασύρῃ καὶ τοὺς ἄλλους;
§37ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀμφότερα.
§38ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Κύριοι, χαίρω διότι ὁ κ. Γόντικας εἶπε καὶ διὰ τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν τῆς ἀνωτέρας πολιτικῆς πράγματα καὶ ἐπὶ τέλους κατέληξεν ἐκεῖ ὅπου ἦτο ὁ σκοπός του, εἰς τὸν Γεωργιάδην καὶ τὸν γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου· αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα του καὶ ὁ σκοπός του, τὰ δ’ ἄλλα τὰ εἶπεν ὡς ἐκ περισσοῦ. Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς τρέχουν τὰ περιστατικὰ αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Γόντικας ἐγκατέλιπε καὶ τὴν θέσιν του, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησε προχθές. Ὁ κ. Γόντικας εἶχεν ἕνα ἀδελφὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε ζητήσει νὰ διορισθῇ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου τῆς πατρίδος του καὶ διωρίσθη· δὲν γνωρίζω ὅμως διὰ ποίους λόγους ἡ ὑπηρεσία ἀπῄτησε τὴν παῦσίν του, καὶ ἠξεύρετε ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα γίνονται προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως κλπ. Ἅμα ἀπελύθη ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, μᾶς ἀπεχαιρέτησεν ὁ κ. Γόντικας· μᾶς ἔφυγε μὲ παῦσιν ἑνὸς καὶ ἔρχεται μὲ διορισμὸν δύο. Θὰ τῷ εἴπω ὀλίγα· πρῶτον διὰ τοὺς δημάρχους καὶ κατόπιν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἐσυκοφάντησε. Δὲν τοῦ πταίω ἐγὼ, ἂν δὲν ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν δημάρχων καὶ τοὺς συκοφαντεῖ. Ἐτελείωσε τὴν Γορτυνίαν καὶ ἐπετάχθη εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ. Αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ὄχι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ῥούφου, καὶ αἱ πλεῖσται μὲν ἐπεκυρώθησαν τότε, τινὲς δὲ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἐπικυρωθοῦν καὶ ἦλθεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ τὰς ἐπεκύρωσεν. Ἐὰν ὁ λαὸς δὲν ἔκαμε δημάρχους ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁ κ. Γόντικας ἢ ἄλλους, δὲν τὸ ἐξετάζω· ἀλλὰ νὰ ἔρχεται σήμερον νὰ συκοφαντῇ τοὺς ἐχθρούς του δὲν εἶναι σωστόν. Καὶ ἀκούσατε πρῶτον διὰ τὸν Καφετζῆν, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Γόντικας εἶπε πολλά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οὗτος εἶναι συγγενὴς τοῦ Γεωργιάδου καὶ ἰδικός μου, ποτὲ ὅμως δὲν ἐστάθη πολιτικός μας φίλος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Κρεστενίτην, ὅστις τὸν κατηγόρησεν. Ἀκούσατε τί δήμαρχος εἶναι αὐτός· εἶναι ἀπὸ τὰ 1836 ἕως σήμερον διαρκῶς δήμαρχος, σᾶς διαβεβαιῶ δὲ ὅτι θὰ ᾖναι δήμαρχος ἐνόσῳ ζῇ αὐτὸς καὶ τὰ παιδά του, διότι εἶναι πρῶτος πάρεδρος υἱός του, δεύτερος υἱός του, ἐπαρχιακὸς σύμβουλος υἱός του· οὔτε ἡ κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου, οὔτε τοῦ Βούλγαρη δύναται νὰ τὸν ῥίψῃ· τὸν θέλει ὁ λαός, καὶ ἐὰν ᾖναι λῃσταποδόχος, δὲν θὰ ἦτο δήμαρχος, διότι οἱ νόμοι ἤθελον τὸν παύσει. Ἐπειδὴ ἔχασεν ὁ κ. Γόντικας τὴν ἐκλογὴν τῆς πατρίδος του, πρέπει νὰ ᾖναι ὅλοι οἱ δήμαρχοι λῃσταποδόχοι; Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι κανεὶς, καὶ ἐπὶ καμμιᾶς κυβερνήσεως ἰδικῆς μου ἐνηργήθησαν ἐκλογαί· λυποῦμαι μάλιστα διότι ὁ κ. Ῥοῦφος, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πιστώσεων κατεψήφισαν, τοὺς ἔδωκεν ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην δυνατὴν συνδρομὴν καὶ ἀπέτυχαν ἐλεεινά. Τώρα ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ διώρισα ὑπαλλήλους· σεῖς γνωρίζετε ἂν ἐγὼ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους προσέρχομαι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἢ ἀπομακρύνομαι ἀπ’ αὐτῆς.
§39ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε, ὡς τίμιος ἄνθρωπος....
§40ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀταξία τοῦτο· ἡσυχία, κύριοι.
§42ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸν ἔπαυσαν χθὲς καὶ σοῦ εἶπα καὶ ἐσένα καὶ τοῦ κ. Γρίβα τοῦ εἶπα νὰ τὸν παύσῃ καὶ εἰς τὸν κ. Κεχαγιᾶν εἶπα νὰ παύσῃ τὸν ἔφορον καὶ ὅλους. Ἐγὼ θὰ ξιππασθῶ ἀπὸ γραμματικούς;
§43ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Κύριοι, σᾶς εἶπεν ὅτι διώρισα νομάρχην τὸν Νέγκαν· χαίρω, διότι ὅλοι τὸν ἐγνωρίσατε, διότι τοὺς πλείστους νομοὺς διῴκησε· 36 χρόνους ὑπηρετεῖ εἰς τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, 400 δρ. σύνταξιν ἔχει κατὰ μῆνα, ἦτο δὲ νομάρχης καὶ εἰς τὴν Μεσσηνίαν μέχρι τοῦ 1862, ὅταν τότε δὲν ἐπαύθη, ἀλλὰ μετεβλήθησαν τὰ πράγματα καὶ ἔμεινεν ἕως πέρυσιν ὅπου διωρίσθη πάλιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχουν ἀνάγκην συστάσεως. Ὁ Γεωργιάδης, ὅπου εἶναι τὸ καρφὶ τοῦ κυρίου Γόντικα, ἔχει 23 ἔτη δικαστικὸς ὑπάλληλος καὶ ἔχει 180 δρ. σύνταξιν· ἐπειδὴ ἦτο εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τόσα ἔτη, τὸν ἐπροβίβασαν ἐκεῖ ὄχι διὰ νὰ καταστρέψῃ τὸν κ. Γόντικαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἐστείλαμεν ἕνα εἰρηνοδίκην εἰς Παλοῦμισαν φατριαστήν· χαίρω διότι τοιουτοτρόπως ὑποστηρίζει τοὺς φίλους του· ὁ κ. Γόντικας τὸν εἶχεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅπως ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ἀτομικὸν φίλον, τὸν εἶχε καὶ πολιτικόν· ὅταν ἐσυστήθησαν τὰ νέα εἰρηνοδικεῖα ἐσυστήθη καὶ εἰς Παλοῦμπα, διότι δύο δῆμοι τῆς Γορτυνίας δὲν εἶχαν εἰρηνοδικεῖα, καὶ μάλιστα ὁ μεγαλείτερος τῆς ἐπαρχίας, ὅστις εἶναι ὁ ἰδικός μου δῆμος, διότι ἔχει 28 χωρία καὶ Εἰρηνοδικεῖον δὲν εἶχε. Ἐσυστήθη δὲ ὕστερον ἀπὸ πολλὰς πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ μόλις προχθὲς ἔγεινεν. Ὥστε ἂς ἀπομακρύνῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς τὴν Ἡραίαν ἐσυστήθη κακῶς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δύο χωρικούς, αὐτοὶ κατηγγέλθησαν καὶ ἔγειναν ἀνακρίσεις εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ ἐδῶ φαίνεται ὅτι περιεπλανήθη τὸ δικαστήριον, δὲν ἠξεύρω πως, διότι μὲ ἐνέργειαν τοῦ κ. Γόντικα ἀπελύθησαν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν, ὄχι ὡς ἀθῶοι, ἀλλ’ ὡς μὴ προφυλακιστέοι· ἐκδίδεται κατόπιν βούλευμα καὶ δικάζονται τὴν 22 Δεκεμβρίου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον· τὸ βούλευμα ἐξεδόθη τώρα καὶ ὁ εἷς τῶν κυρίων εἶναι ἐδῶ καὶ ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Γόντικας εἰς τὸ σπίτι μου νὰ τὸν ἴδῃ· ὥστε δὲν ἦσαν ἀθῶοι, ὡς διατείνεται ὁ κ. Γόντικας. Μήπως ἐνθυμοῦμαι τί ἄλλο σᾶς εἶπεν; Εἶπεν ὅτι προστατεύω καὶ τοὺς Τσαμαδούς· λέγω εἰς τὸν κ. Γόντικαν, ὅτι εἶναι πολὺ χαμηλὰ διὰ ν’ ἀτενίσῃ εἰς τοιαύτας οἰκογενείας.
§44ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύο λέξεις, κύριοι, παρακαλῶ. Ἐπροκάλεσα τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁμολογήσουν, ἐὰν φθάσαντες ἐδῶ δὲν μὲ ἠρώτησαν ὑπουργικὸς ἢ ἀντιπολιτευόμενος εἶμαι, καὶ εἶπα ὅτι εἶμαι γνήσιος ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασαν 20 ἡμέραι, ἔπαυσαν ἕνα συγγενῆ μου ἔπαρχον. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, στενοχωρηθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ Πλαπούταν, ἔπαυσε τὸν γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου, τὸν ὁποῖον εἶχα ἀδελφὸν, δύο μῆνας ἀφοῦ ἔγεινα ἀντιπολιτευόμενος· ὥστε πρέπει νὰ μάθῃ ὅτι καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν κ. Γρίβαν εἶπα, ὅστις διώρισεν ἕνα γραμματέα Σταματιάδην, ὅτι ἐγὼ ὅ,τι καὶ ἂν μοῦ κάμουν καὶ ἠμποροῦν, τοὺς παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσουν· θὰ ἦμαι ἀντιπολιτευόμενος.
§45ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ποῦ εἶναι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ποίαν ἔχει ἀποστολήν; Ποῦ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς; Αὐτὰ μᾶς ἐπανέλαβον ἀλληλοδιαδόχως οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (θόρυβος).
§46ΤΙΝΕΣ. Προκαλέσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν ἡσυχίαν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας καὶ ἡσυχάσατε, διότι παραπονοῦνται οἱ ἄλλοι.
§48ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, ἄνδρες ἀναλόγου παιδείας, καὶ ἐγνωσμένης νοημοσύνης καὶ πείρας νὰ μᾶς ἀπευθύνουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαύτας ἐρωτήσεις πασιγνώστων ἀντικειμένων. Ἡ ἀποστολὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς ἐγεννήθησαν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγεννήθη ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ συνταγματικῷ κόσμῳ, νὰ καταπολεμῇ δηλονότι, νὰ καταψηφίζῃ, νὰ καταγγέλῃ ἐνώπιον τῆς κοινῆς συνειδήσεως πᾶσαν παρανομίαν προερχομένην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, πᾶσαν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν, προερχομένην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, πᾶσαν ἄσκοπον καὶ ἀνωφελῆ σπατάλην προερχομένην ὡσαύτως ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι· τὸ ὑπουργεῖον ἀσκόπως δὲν ἀπηύθυνεν αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ σημερινὸν, ὠφεληθὲν ἀπὸ τὴν εὐπιστίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὅλας τὰς προτάσεις αὐτοῦ, τί παράξενον, εἶπε καθ’ ἑαυτὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ σήμερον ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν εὐπιστίαν καὶ μᾶς φέρῃ, προκαλουμένη, ἓν πρόγραμμα παρακαίρως ἐν τῷ μέσῳ; καὶ τότε ἐγκαταλιμπάνομεν τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν λόγους ἰσχυροὺς νὰ δώσωμεν, μεταφέρομεν δὲ καὶ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ πρόγραμμα, εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκεῖ συζητοῦμεν, ἐξετάζομεν, ἑρμηνεύομεν καὶ παρεξηγοῦμεν λέξεις, καὶ ἀποκαλοῦμεν ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς κατὰ τὴν συνήθειάν μας αὐτὸ τὸ πρόγραμμα μωρόν. Ἢ, Κύριοι, ἂν δὲν ᾖναι τοῦτο, τὸ ὑπουργεῖον βεβαίως τότε ἀνεγνώρισε τὴν πλημμελῆ πολιτικήν του, καὶ λέγει, φέρετε μίαν ἄλλην νὰ τὴν παραβάλωμεν. Ἐν τούτοις εἶναι, Κύριοι, τινὲς ἐκ συστήματος, καὶ ἐνταῦθα δὲν ἐννοῶ κανὲν πρόσωπον, εἶναί τινες, λέγω, ἀξιότιμοι κύριοι, οἵτινες χάνουν τὸν καιρόν τους συζητοῦντες, καὶ ἐξετάζοντες καὶ ἑρμηνεύοντες λέξεις, οἵτινες περιπλανῶνται εἰς ἰδέας φαντασιώδεις καὶ ἐπιμένουν. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες πόῤῥω ἀπέχουσι τῶν πραγμάτων· καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐνθυμήθην τι σχετικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω, διότι λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ συμπληρώσω πᾶν ὅ,τι παρέλειψα ἄλλοτε. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς περιόδου, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, συγκινηθεὶς ἀπὸ εὐχαρίστησιν, ἦλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ συνεχάρην τὴν πατρίδα διὰ τὴν πρόοδον τοῦ λόγου καὶ ἐκάλεσα μάλιστα τοὺς κυρίους ῥήτορας ἐξόχους. Ὅστις, Κύριοι, εἶδεν, ἤκουσε τὰς συζητήσεις τῶν βουλευτικῶν σωμάτων κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ τὰς μετὰ ταῦτα, καὶ συγκρίνει τὴν σημερινὴν πρόοδον τοῦ λόγου, θὰ δικαιώσῃ τὴν συγκίνησιν καὶ χαράν μου ἐκείνην. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς συγκινήσεώς μου ἐκείνης παρέλειψα, Κύριοι, νὰ προσθέσω τότε καὶ μίαν γεροντικὴν εὐχὴν ἢ μᾶλλον μίαν μεγάλην παράκλησιν, μίαν μεγάλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι σήμερον νὰ συμπληρώσω. Νὰ γίνεται δηλονότι καταλληλοτέρα χρῆσις τοῦ καλοῦ τούτου πλεονεκτήματος τῆς ἐποχῆς, δηλ. τοῦ λόγου, ἄλλως, κύριοι, φοβοῦμαι καὶ φοβοῦμαι πολὺ μὴ ἀποχαιρετήσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἐπιδοθῶμεν ὅλοι εἰς λόγους μόνον, εἰς θεωρίας μόνον, εἰς ἰδέας φαντασιώδεις μόνον, εἰς ἀνωφελεῖς καὶ ἀσκόπους ἐπιδείξεις καὶ μετὰ ταῦτα εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ ἀντεγκλήσεις, καὶ τότε, Κύριοι; τότε, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ ἐσχάτη πλάνη ἔσται χείρων τῆς πρώτης. Συζητεῖται, Κύριοι, ἡ γενικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος· ἡ πολιτικὴ αὕτη διαιρεῖται εἰς δύω μέρη σπουδαῖα, εἰς πολιτικὴν ἐξωτερικὴν καὶ εἰς πολιτικὴν ἐσωτερικὴν, τοὐτέστι εἰς κατάστασιν ἐξωτερικὴν, καὶ εἰς κατάστασιν ἐσωτερικήν. Καὶ ἐπὶ τῶν δύω αὐτῶν ζητημάτων θέλω σᾶς ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τὰς σκέψεις καὶ κρίσεις μου καὶ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Ἀλλὰ προτοῦ, Κύριοι, ἔλθω εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐξέτασιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑποδείξω τρία τινα σχετικὰ, τὰ ὁποῖα οὐχ ἧττον ἔχουν τὴν ἐπιῤῥοήν των. Τὸ πρῶτον εἶναι ὁ προσδιορισθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου χρόνος πρὸς συζήτησιν τῆς γενικῆς πολιτικῆς του. Ὅλοι, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου καὶ τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ ἔρχεται ἡ γενικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου. Καὶ διατί, Κύριοι; οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐπανερχόμενοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των ἔρχονται μὲ νεωτέρας καὶ ἁγνοτέρας ἰδέας, μὲ καθαρωτέρας πληροφορίας, ἔρχονται καὶ φέρουν ἀμέσως τὴν ἐτυμηγορίαν των χωρὶς νὰ παρέλθῃ καιρός· ἔρχονται δηλονότι καὶ ἐκθέτουν τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν των, τὰς ἐλλείψεις, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν μὴ ἀσφάλειαν, τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, τὴν διοίκησιν ἐν γένει, τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἔχουν οὕτως ἐσχηματισμένην μίαν ἰδέαν, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος καθαρῶν ἰδεῶν καὶ πληροφοριῶν ἀποφαίνονται. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, καθὼς παρατηρεῖτε, πρὸς τὸ συμφέρον του ἐσκέφθη ἄλλως, τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν τῆς γενικῆς πολιτικῆς ἐπὶ δύω μῆνας.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπεν τὸ ὑπουργεῖον;
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε.
§51ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ ἀναβάλω, εἶπε τὸ ὑπουργεῖον, ἐπὶ δύω μῆνας, νὰ ἴδω τοὺς κκ. βουλευτὰς, νὰ μὲ ἰδοῦν καὶ αὐτοὶ, νὰ διασκεδάσουν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἐφ’ ἁμαξῶν καὶ εἰς τοὺς ὡραίους δενδροφύτους δρόμους καὶ περιπάτους νὰ λησμονήσουν πᾶν ὅ,τι εἶδον, ὅ,τι ἤκουσαν, ὅ,τι ἀντελήφθησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας των οἱ ἴδιοι· οὕτω νὰ ἀλλοιωθοῦν, νὰ οὐδετερωθοῦν αἱ ἰδέαι των, αἱ πληροφορίαι των. Τὸ δεύτερον εἶναι, διότι προσδιορίζει τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἀντικείμενον, τὸ ἔδαφος δηλαδὴ, τὰς πεδιάδας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὴν μάχην. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, πολὺ καλὰ ὅτι εἷς ἀρχηγὸς ὅταν προσδιορίζῃ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον, βέβαια ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ θὰ ἔχῃ καὶ προμαχῶνας καὶ ὑπονόμους καὶ ἄλλας διαφόρους πολεμικὰς προπαρασκευὰς καὶ στρατηγήματα. Τὸ δὲ τρίτον, κύριοι, εἶναι ὁ δυσανάλογος ἀριθμὸς μεταξὺ τῶν δύω στρατῶν, ὁ ἀριθμὸς δηλονότι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς συμπολιτεύσεως.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί δὲν ἄρχησεν ἡ μάχη;
§53ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ μάχη ἐξακολουθεῖ ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ προκειμένη συζήτησις· ἀλλὰ, κύριοι, συζητουμένης τῆς γενικῆς πολιτικῆς, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μᾶς προσκαλεῖ νὰ συγκεντρωθῶμεν εἰς ἓν, μᾶς προσκαλεῖ νὰ συγκεντρωθῶμεν εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον αὐτῆς συμφέρον, διότι τὰ πράγματά μας δὲν ἔχουν καλῶς καὶ εἰς τὸ χεῖρον βαίνουσι, καὶ δὲν πιστεύω, κύριοι, δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ φανῶσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ τόσον ἐπιλήσμονες ἐκείνων, ὅσα εἶδον εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅσα ἀντελήφθησαν οἱ ἴδιοι, νὰ φανῶσι τόσον ἐπιλήσμονες, λέγω, καὶ νὰ μὴ ἐκθέσουν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ δώσουν τὴν ψῆφόν των χωρὶς νὰ θέσωσι τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν των. Ὡς πρὸς δὲ τὸν τόπον δυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν, κύριοι, τὴν συζήτησιν καὶ εἰς ἄλλας πεδιάδας, ὅπου τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει προητοιμασμένους προμαχῶνας καὶ ἄλλας παγίδας. Καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, κύριοι, σᾶς εἶπον ὅτι προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενικῆς πολιτικῆς, δὲν λαμβάνεται πολὺ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων. Κυρίως δικάζεται σήμερον ἡ Βουλὴ μὲ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὴν δικάζει, κύριοι, ἡ γενικὴ συνείδησις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ συντάγματος, τὴν δικάζει ὁ Βασιλεὺς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ συντάγματος. Εἶναι περιστάσεις, κύριοι, καθ’ ἃς ἐξετάζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων, ἀλλ’ εἶναι καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀντισυνταγματικά, κύριοι.
§55ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἀνεχθῶμεν, κύριε πρόεδρε. (θόρυβος).
§56ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μεταβαίνω, κύριοι, τώρα, ὡς σᾶς προϋπεσχέθην, εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐξέτασιν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, ὁποία ἔπρεπεν ἢ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ᾖνε εἰς τὸ μέλλον; Τὸ πρῶτον μέρος, κύριοι, ὁποία δηλονότι ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, κατ’ ἐμὲ ἐξετάζεται μὲ ὀλίγα καὶ μετρημένα λόγια· Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔθιξαν πολλοὶ ἐκ τῶν προλαλησάντων, ἀλλ’ οἱ κύριοι ὑπουργοί, δικαιολογούμενοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, προέβησαν ἴσως περισσότερον. Ἡ μέχρι τοῦδε ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, κύριοι, ἐξετάζεται, ὡς προεῖπον, ἐν συνόλῳ καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει μίαν ἰδέαν, ἤκουσε κἄτι τι, κύριοι, ἔμαθε κἄτι τι, ἀντελήφθη κἄτι τι καὶ οὕτως ἐσχημάτισεν ἰδέαν. Τὰ ἀποτελέσματα λοιπόν, κύριοι, δὲν εἶναι εὐχάριστα. Ἑπομένως ἡ μέχρι τοῦδε ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου ἐστάθη ἀτυχὴς καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποδοκιμαστέα, ἀποδοκιμαστέα ὅμως πάντοτε, κύριοι, καθόσον ἀντίκειται εἰς τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις καὶ προσδοκίας τοῦ ἔθνους, καθόσον ἀντίκειται εἰς τὴν καλῶς ἐννοουμένην τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ καθόσον ἀντίκειται εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντά του.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καθόσον.
§58ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ναί, καθόσον. Τὸ δεύτερον μέρος, κύριοι, ὁποία ἔπρεπεν ἢ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική. Ἕκαστος βουλευτὴς δύναται νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς σκέψεις του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ ἐγώ, κύριοι, πῶς σκέπτομαι, πῶς ἀρχίζω νὰ σκέπτωμαι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὅλα τὰ ἔθνη, κύριοι βουλευταί, εἴτε μικρὰ εἶναι ἐν ἀρχῇ, εἴτε μεγάλα, ἔχουν ἄνωθεν ἐντολὴν καὶ ἰδιάζουσαν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσουν. Λέγων «ἔχουν ἄνωθεν» δὲν ἐννοῶ βέβαια τὰ ἀκροατήρια. Τὴν θείαν ταύτην ἐντολὴν ἕκαστον ἔθνος τὴν ἐκπληροῖ ἐν δέοντι χρόνῳ· δὲν τρέχει, προπαρασκευάζεται διὰ τῶν ἐνόντων μέσων, προσποιεῖται, ὅτι δὲν ἠξεύρει νὰ ὁμιλήσῃ διὰ νὰ μὴν ἐρεθίσῃ μὲ λόγους μόνον, προσποιεῖται, ὅτι δὲν βλέπει, προσποιεῖται, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ὅτι δὲν καταλαμβάνει, βαδίζει καὶ προσέχει. Τὰς περιληπτικὰς ταύτας ἀληθείας, κύριοι, μᾶς τὰς διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν, μᾶς τὰ διδάσκουν διάφορα καὶ μεγάλα γεγονότα ἄλλων ἐθνῶν ἐπὶ τῶν ἰδίων ἡμερῶν μας. Καὶ τὸ μικρὸν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἑλληνικὸν ἔθνος, κύριοι, ἔχει ἄνωθεν ὑψηλὴν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ θὰ τὴν ἐκπληρώσῃ, Θεοῦ θέλοντος, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι. Πότε ὅμως, κύριοι; Ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα καὶ ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου· καὶ πότε ἀκόμη; ὅταν τὸ ἔθνος κατανοήσῃ τὴν ἀληθῆ θέσιν του, καὶ ὅταν ἀκόμη, κύριοι, ἕκαστον ἄτομον κατανοήσῃ τὴν ἀληθῆ θέσιν του. Ἐνταῦθα θὰ μὲ συγχωρήσητε, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ μίαν ὁμιλίαν τοῦ Μεχμὲτ–Πασσᾶ, διοικητοῦ μιᾶς μοίρας ὀθωμανικοῦ στρατοῦ κατὰ τὰ ἀνατολικὰ μεθόρια. Αὐτὸς ὁ Πασσᾶς, κύριοι, ἐζήτησεν ἐσχάτως νὰ συνδιαλεχθῇ μὲ τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ τῶν ἀνατολικῶν μεθορίων τῶν ἡμετέρων. Συνηντήθησαν λοιπὸν ἀμφότεροι ἐντὸς τῶν ὀθωμανικῶν ὁρίων περὶ τὴν Σούρπην· εἰς τὴν ὁμιλίαν ἐκείνην εὑρέθη καὶ ὁ σταθμάρχης Σούρπης Δημήτριος Δράκος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ τὰ ἤκουσα. Ἀφοῦ συνδιελέχθησαν, κύριοι, καὶ ἐσυμφώνησαν περὶ τῶν καταλληλοτέρων κατὰ τῆς λῃστείας μέτρων, λέγει ὁ Πασσᾶς πρὸς τὸν ἡμέτερον διοικητὴν, καὶ τί μᾶς λέγετε περὶ τῶν τελευταίων ἐπαναστατικῶν κινημάτων; Ὁ διοικητὴς ὁ ἡμέτερος ἀπέδειξεν, ὅτι οἱ ὑποδεδουλωμένοι λαοὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπελευθέρωσίν των· πολλοὶ ἐθελονταὶ ἐπίσης εἶναι ἐλεύθεροι νὰ προσφέρωσιν εἰς συνδρομὴν τὸν ἑαυτόν τους. Τί δὲ ἀπήντησεν ὁ Πασσᾶς, κύριοι; Ἀκούσατε τὴν περίεργον ἐκείνην τῷ ὄντι ἀπάντησίν του· ἄκουσον, τὸ λέγει, κύριε λοχαγέ· πρέπει νὰ γνωρίζητε ἐνταῦθα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι συνήθως ὁμιλοῦν μὲ παραβολάς· «μιὰ φορὰ ὑπῆρξε μία πόλις παράλιος καλῶς κατῳκημένη καὶ ἀπὸ κατοίκους λίαν νοήμονας· αὐτοὶ οἱ κάτοικοι ἀπεφάσισαν, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ χάριν φιλοκαλίας, νὰ κτίσωσιν εἰς τὴν θάλασσαν ἓν τζαμίον· ἡ ἀπόφασις ἦτον ἱερὰ, ἦτο θρησκευτικὴ, ἦτο φιλόκαλος καὶ παρεδέχθη παρ’ ὅλων. Πλησίον τῆς πόλεώς των εἶχον ἓν μικρὸν λατομεῖον· ἐγένετο ἐν τούτοις λόγος καὶ περὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ἔργων καὶ κανεὶς δὲν ἔλεγεν οὔτε ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν του κατώτερον τοῦ ἄλλου· οὕτω ἕκαστος πολίτης ἔλαβεν ἀνὰ ἕνα λίθον ἐκ τοῦ παρακειμένου λατομείου, τὸν ἔθεσε κατὰ τὸ δοκοῦν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἔφθασε τὸ κτίριον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Κατόπιν ἔρχεται μία τρικυμία, καταστρέφει τὸ πᾶν. Ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἔργον καὶ δευτέραν φορὰν ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ αὐτοῦ ἐγωϊσμοῦ, καὶ φθάσαν ἄνωθεν τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, νέα τρικυμία ἐπανέρχεται καὶ καταστρέφεται καὶ τὸ ἔργον τοῦτο. Ὥστε κατεστράφη συνάμα καὶ τὸ παρακείμενον μικρὸν λατομεῖον. Εἰς τὴν τρίτην ὅμως ἐπανάληψιν ἀνεγνωρίσθη ὡς ἐκ τῶν ἀτυχῶν δύω προηγουμένων ἀποπειρῶν, ἀνεγνωρίσθη, λέγω, εἷς διευθυντὴς καὶ οὕτω κατενόησεν ἕκαστος τὴν ἀξίαν του, τὴν θέσιν του, καὶ οὕτως ἡ οἰκοδομὴ ἀπεπερατώθη κατὰ τὰς εὐχὰς ὅλων. Αὐτὰ ἐπάθατε σεῖς, προσθέτει ὁ Πασσᾶς, οἱ Ἕλληνες κατὰ τὸ 1854 καὶ τελευταῖον κατὰ τὸ 1866.» Ὁ δὲ ἡμέτερος διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ ἐδικαιολόγησεν, ὡς ἤκουσα, ἀρίστως τὰ ὑπὸ τοῦ Πασσᾶ λεχθέντα, εἰπὼν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἔνοχος εἰς τὰ πράγματα ταῦτα, σεβομένη τὰς συνθήκας. Σᾶς ἀνέφερα τὴν ὁμιλίαν ταύτην, διότι ἔχει κατ’ ἐμὲ πολλὴν σχέσιν πρὸς τὰ σημερινὰ πράγματά μας. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ὅταν σημάνῃ ὁ καιρὸς, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅταν τὸ ἔθνος κατανοήσῃ τὴν θέσιν του καὶ ὅταν ἕκαστον ἄτομον κατανοήσῃ τὴν ἀληθῆ θέσιν του· διὰ ταῦτα ἡ σημερινὴ πολιτικὴ ἡμῶν, κύριοι, ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἀξιοπρεπὴς, προπαρασκευαστικὴ διὰ τῶν ἐνόντων πρὸ πάντων μέσων καὶ προσδοκητική. Οὐδέποτε ὅμως, κύριοι, ἐρεθιστικὴ, σπάταλος καὶ προπαρασκευαστικὴ μὲ συνεπείας ἀνοήτου καὶ ταχυτάτης ἐθνικῆς χρεωκοπίας, ἐκτὸς ἂν, κύριοι βουλευταὶ, παρεξηγηθῇ τὸ ὀφειλόμενον ἐθνικὸν αἴσθημα πρὸς ἀδελφοὺς ὁμοιοπαθεῖς καὶ πάσχοντας, τὸ ὁποῖον ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, κύριοι, ὅτι κάπως ἐξετιμήθη ἐσχάτως καὶ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Τουρκίας· ἐκτὸς ἂν, κύριοι βουλευταὶ, παραμορφωθῇ τὸ ἀληθὲς εἰρηνικὸν πνεῦμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐξεμεταλλεύθη ἀπό τινας μικροῤῥαδιούργους καὶ φανατικοὺς πρὸς βλάβην καὶ τῶν ἀτόμων καὶ μερῶν τινων· ἐκτὸς ἂν, κύριοι βουλευταὶ, προκληθῶμεν, χωρὶς ἡμεῖς νὰ προκαλέσωμεν, εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ναὶ, κύριοι, μυριάκις ναὶ, αὐτὸς ὁ λαὸς ὅστις γνωρίζει νὰ ᾖναι λίαν ἀνεκτικὸς καὶ λίαν ὑπομονητικὸς, αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις θεωρεῖται κατά τινας ἀνέτοιμος καὶ κατά τινας ἀρκετούτζικα ἕτοιμος σχετικῶς μὲ τὰ 1821, αὐτὸς ὁ λαὸς, λέγω, ἂν προκληθῇ καὶ ἀπελπισθῇ ἀκόμη ἄλλην μίαν φοράν, πολὺ πιθανὸν, πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἴδῃ ἅπασα ἡ Εὐρώπη καὶ αὐτὴ ἡ ἀνατολὴ νέα Μεσολόγγια, νέα μοναστήρια τῶν Ψαρῶν, νέα Ἀρκαδία τῆς Κρήτης. Ἀλλὰ πολὺ βέβαιον καὶ θετικὸν μετὰ ταῦτα νὰ ἴδῃ ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῇ δικαίᾳ ἀπελπισίᾳ αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέαν μορφὴν, νέον γεωγραφικὸν χάρτην ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠξεύρω πόθεν νὰ ἀρχίσω καὶ ποῦ νὰ καταλήξω· ἐν τούτοις ἀφ’ ὅθεν καὶ ἂν ἀρχίσω, ἀκάνθας καὶ τριβόλους θ’ ἀπαντήσω. Καὶ ὅμως, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ πλησιάσωμεν ἐγγύτερα τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων μας· ἂς ὑπάρχουν καὶ ἄκανθαι, Κύριοι, πρέπει νὰ τὰς ἐκριζώσωμεν. Τὰ πράγματά μας κακῶς ἔχουσι καὶ κάκιστα τὰ ηὕραμεν, μᾶς λέγουν ἑκάστοτε οἱ Κύριοι ὑπουργοί, ἀναλαμβάνοντες τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, καὶ καταλαμβάνοντες τὸ βῆμα τοῦτο, τὴν συνδρομήν σας ἐπικαλούμεθα, Κύριοι, νὰ μᾶς χορηγήσητε καὶ θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν νὰ παγιωθῇ ἡ τάξις, νὰ σεβασθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων, νὰ ἐνισχυθῇ τὸ καθῆκον τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ζητῶ, Κύριοι, δὲν ἀπαιτῶ λόγους πρὸς δικαιολόγησιν, ἐπικαλοῦμαι τὰ ἄφωνα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐπικαλοῦμαι τοὺς ἀφώνους καταλόγους τῶν ψηφοφοριῶν καὶ θὰ εἴπωσι βεβαιότατα, ὅτι ἐδόθη πᾶσα συνδρομὴ ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Δὲν ζητῶ ἐπίσης λόγους, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐνταῦθα τὴν συνείδησιν ἑκάστου βουλευτοῦ, τὴν συνείδησιν αὐτῶν τῶν ΚΚ. ὑπουργῶν, καὶ ἂς ἀπαντήσωσιν αὐτοὶ εἰς ἑαυτοὺς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσφάλεια, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἐπιθυμητὴ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων, ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις, ἐὰν ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους ᾖναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Τὰ πράγματά μας κακῶς ἔχουσιν, ὁμολογοῦσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἄλλοι μὲν, Κύριοι, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι τὰ πράγματά μας κακῶς ἔχουσιν, ἀλλὰ θὰ διορθωθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, εἰς τὸν μέλλοντα δηλ. χρόνον· ἄλλοι δὲ συνομολογοῦσιν, ὅτι κακῶς ἔχουσι, χειρότερα ὅμως βαίνουσι. Τὸ πράγματά μας, τὰ πράγματα τῆς πατρίδος κακῶς ἔχουσι, γράφουσιν οἱ δημοσιογράφοι καὶ πληροῦσι τὰ φύλλα των μὲ ἄρθρα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοιαῦτα. Τὰ πράγματά μας κακῶς ἔχουσιν, ὁμολογοῦσι διάφοροι πολῖται καὶ ὁμιλοῦσιν ἐν ὑπαίθρῳ κατὰ τὸ νέον πολίτευμά μας, καθὼς καὶ εἰς τὰς διαφόρους οἰκιακὰς συναναστροφάς των. Τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος κακῶς ἔχουσι, γράφουσιν οἱ ΚΚ. ξένοι εἰς τὰς αὐλάς των καὶ ὁμιλοῦσιν εἰς τὰς αἰθούσας καὶ συναναστροφὰς αὐτῶν. Ὥστε, Κύριοι, βλέπετε, μίαν παμψηφίαν ἔχομεν μαρτυροῦσαν, ὅτι τα πράγματά μας κακῶς ἔχουσι. Βλέπετε, Κύριοι, μίαν αὐθεντικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἀλήθειαν, ὅτι τὰ πράγματά μας κακῶς ἔχουσι. Καὶ ὅμως, κύριοι, τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; συμβαίνει ὅ,τι δὲν συμβαίνει εἰς κανὲν ἄλλο ἔθνος, τοὐτέστιν ἐνῷ τὰ πράγματα κακῶς ἔχουσιν, ὅλοι, Κύριοι, ὅλα τὰ κατορθόνομεν, δὲν ἠξεύρω πῶς, καὶ ἕκαστος μὲ τὴν ἀράδα του νὰ θεωρώμεθα ἀθῶοι καὶ παστρικοὶ, καὶ τὴν ἀθωότητά μας ταύτην ἔχομεν τὴν τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω τὴν αὐθάδειαν, νὰ τὴν ἐκθέτωμεν δι’ ἀνυπογράφων ἐκθέσεων δι’ ἄρθρων ἐκτεταμένων εἰς τὰς ἐφημερίδας, νὰ τὴν ὑποστηρίζωμεν δι’ ἀνηκούστων λόγων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐνίοτε νὰ δεχώμεθα καὶ χειροκροτήσεις. Καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν, Κύριοι, εἰς κανὲν ἔθνος τοῦ κόσμου τὰ πράγματα νὰ ἔχωσι κακῶς καὶ ὅλοι νὰ ἦναι ἀθῶοι· ἐὰν ἦναι δυνατὸν τὰ πράγματα μιᾶς οἰκογενείας νὰ ἔχουν κακῶς καὶ ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς τῆς οἰκογενείας νὰ ἦναι ἀθῶα, καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα, ἢ μᾶλλον αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα δὲν φαίνεται ἀλλοῦ, εἰμὴ εἰς τοὺς Ἕλληνας, νὰ κηρυττώμεθα ὅλοι ἀθῶοι, κακῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων. Τὴν τοιαύτην, Κύριοι, ἀθωότητά μας τὴν ἀπεδείξαμεν πρό τινων ἐτῶν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου καὶ δι’ ἑνὸς μεγάλου καὶ σπουδαίου συμβάντος. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι παρῆλθε καὶ ἡ μέθοδος ἐκείνη καὶ παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεί, καὶ ἐπειδὴ παρά ποτε ἐπιβαρύνει τὸν τράχηλόν μας ἡ κατάστασις αὕτη, ὑμεῖς, Κύριοι, εἶσθε οἱ οἰκοκυραῖοι τοῦ Κράτους, Κύριοι βουλευταί, καὶ εἰς ὑμᾶς κρέμαται ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ ἀπόφασις· δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, παρὰ νὰ δώσωμεν λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἔθνους διὰ τὴν τοιαύτην κακὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἂς προχωρήσωμεν λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς καὶ ἂς προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων μας· ἂς χύσωμεν ἓν δάκρυ ἐπὶ τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεώς μας διὰ ν’ ἀποπλύνωμεν δι’ αὐτοῦ τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ διὰ νὰ πνίξωμεν διὰ τοῦ ἰδίου τὰ ἐλαττώματά μας εἰς τὸ μέλλον Δυνάμεθα, Κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχωμεν βουλευτάς, οἵτινες νὰ μὴ ἐπιπίπτουν καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλλουν τὰς θελήσεις των εἰς τοὺς ὑπουργοὺς μὲ ὅρους πολιτικοῦ διαζυγίου μὲ αὐτούς; Δυνάμεθα, Κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχωμεν λαόν, ἢ νὰ τὸν συνειθίσωμεν νὰ ἐκλέγῃ τοιούτους βουλευτάς; Δυνάμεθα, Κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχωμεν ὑπουργοὺς μὲ ἰδίας πεποιθήσεις, μὲ σιδηρᾶν θέλησιν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ καλόν, ὅπου καὶ ἂν τὸ ἀπαντήσωσι; νὰ σεβασθῶσι τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων, νὰ ἐνισχύσωσι τὸ καθῆκον τοῦ ὑπαλλήλου καὶ νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν των τὰς συστάσεις τῶν φίλων των ἁπλῶς καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄνευ οὐδενὸς ὅρου πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς; Ἐὰν, κύριοι, ἔχωμεν ὅλα τὰ ἀνωτέρω πλεονεκτήματα, τότε καὶ ὅσα ἐῤῥέθησαν καὶ ὅσα λέγονται καὶ θὰ λεχθῶσι δὲν εἶναι παρὰ ἁπλοῖ λόγοι καὶ δὲν χρησιμεύουν εἰμὴ ἢ νὰ σκοτίζουν ἢ νὰ ἀσχημίζουν τὰ πρακτικά μας. Ἀνάγκη λοιπὸν ν’ ἀνεύρωμεν τὰ αἴτια πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ νὰ φέρωμεν οὕτω τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων μας. Ἐννοῶ, κύριοι, καὶ δὲν ἐννοῶ τὰ πρῶτα· τὸ τελευταῖον ὅμως καὶ μ’ ὅλην μου τὴν προχωρημένην ἡλικίαν δὲν ἠδυνήθην εἰσέτι νὰ τὸ ἐννοήσω. Συγχωρημένον, κύριοι, καὶ μὴ συγχωρημένον νὰ κάμῃ τοῦτο εἷς ὑπουργός, ὅστις ἔρχεται πρώτην φορὰν εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἰς ὑπουργούς, οἵτινες ἔρχονται καὶ ἐπανέρχονται καὶ ὑποθάλπουν καὶ καλλιεργοῦν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἀσυγχώρητον καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ τί νομίζετε, κύριοι, κερδίζουν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος; Ἀκούσατε, ἂς τὸ ἀκούσωσι καὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοί. Κερδίζουν, ἅμα εἰσέρχονται εἰς τὰ πράγματα, πρῶτον τὴν κατάκρισιν, δεύτερον τὴν παραμόρφωσιν τῆς βιογραφίας των, τρίτον ἀνησυχίας καὶ θανάτους· διότι δὲν τοὺς μένει καιρὸς νὰ περιποιηθοῦν οὔτε τὸν ἑαυτόν τους, οὔτε τοὺς οἰκείους των· τέταρτον καταστροφὴν τῶν ὀλίγων ἐπίπλων των καὶ ζημίας ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς οἰκιακάς των ὑποθέσεις· πέμπτον ἔλεγχον συνειδήσεως, διότι τὰ περισσότερα τὰ ἐκτελοῦν χωρὶς νὰ τὰ θέλουν, ἀλλὰ τοὺς τὰ ἐπιβάλλουν ἄλλοι· ἕκτον καὶ τελευταῖον ἀπώλειαν εἰλικρινῶν φίλων, περιπλανώμενοι εἰς τοὺς ψευδοφίλους τῶν χαρτοφυλακίων, καὶ οὕτως αἴτιοι γινόμενοι τοῦ νὰ ἐξαλειφθοῦν ἀπὸ τὸ λεξικὸν τῆς Ἑλλάδος ἡ λέξις φιλία, καὶ αἱ λέξεις πολιτικὸς χαρακτήρ· καὶ αἴτιοι ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν εἰσὶ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἂς προχωρήσωμεν λοιπόν, κύριοι, καὶ εἰς γενικωτέραν ἀκόμη ἐξέτασιν τῆς καταστάσεώς μας· καὶ οὐδὲ πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν διότι καὶ τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ ὑπερεπηδήσαμεν ἤδη ὡς ἔχουν τὰ πράγματά μας. Ἂς προχωρήσωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Ἔχομεν, κύριοι, τὸ ὡραιότερον, τὸ ἐκλεκτότερον τῶν πολιτευμάτων ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν· ἔχομεν μ’ ἄλλους λόγους ἐν ἐνεργείᾳ τὴν πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος, ὡς ἀπόγονοι αὐτοῦ. Γεννᾶται ἤδη ἡ ἐρώτησις· αὐτὸ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἔγινε, ἠσπάσθη καὶ ἐκυρώθη, διατί ἔγινε; διὰ νὰ εὐδαιμονήσῃ καὶ μεγαλύνῃ τὸ ἔθνος, ἢ νὰ κακοδαιμονήσῃ καὶ ταπεινωθῇ αὐτό; Ἡ ἀπάντησις εἶναι θετικὴ, εἶναι διὰ νὰ εὐδαιμονήσῃ καὶ μεγαλύνῃ τὸ ἔθνος. Ἰδοὺ μία ἀλήθεια ἀδιαφιλονείκητος. Ἔρχεται δυστυχῶς καὶ μία ἄλλη ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὅλοι ὡμολόγησαν, καὶ τῆς ὁποίας ἀνωτέρω ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπάρχει, ἔρχεται, λέγω, μία ἄλλη δυστυχῶς ἀλήθεια, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι κακίστη καὶ ἐπὶ τὰ χείρω βαίνει. Δύω ἀλήθειαι, κύριοι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξωσιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Εἷς ὁ Θεὸς, ἓν τὸ δίκαιον, μία ἡ ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθειαν λοιπὸν ταύτην πρέπει νὰ τὴν εὕρωμεν, νὰ τὴν παραδεχθῶμεν καὶ νὰ τὴν ὑπηρετήσωμεν. Τὸ πολίτευμα τοῦτο ἐφαρμόζεται ἤδη πρὸ τεσσάρων ἐτῶν· διεξήχθησαν ἄρα, κύριοι βουλευταὶ, αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ μετὰ ταῦτα αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, καὶ μέχρι σήμερον διεξάγονται μὲ θρησκευτικὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμά μας καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἐξηλέγχθησαν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ μὲ τὸν σεβασμὸν ἐκεῖνον καὶ τὴν λατρείαν, ἥτις ὀφείλεται πρὸς αὐτὸ τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Δὲν ἐγένετο παραδεκτὸς, κύριοι, οὐδεὶς ἀνῆλιξ ἐν τῇ Βουλῇ; Δὲν παρεδέχθη οὐδεμία βουλευτικὴ ἐκλογὴ νόθος καὶ παράνομος; Δὲν ἐγένετο παραδεκτὸς οὐδεὶς μὴ κατοικήσας τρία ἔτη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐξ ἧς ἐξελέχθη; Δὲν παρεδέχθημεν κανὲν Βασιλικὸν διάταγμα ἐναντίον τοῦ Συντάγματος; Δὲν παρεδέχθη κανεὶς νόμος ἑρμηνευτικὸς διὰ νὰ καλύψῃ Βασιλικὸν ἀντισυνταγματικὸν διάταγμα; Δὲν ὑπεστηρίχθησαν ἀπολεσθέντα προσόντα βουλευτοῦ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν δὲν ἔγινε τίποτε ἐξ ὅλων τούτων, τότε τί καθήμεθα; πρέπει, κύριοι, νὰ ὑψώσωμεν τὴν βλάσφημον φωνὴν, τὸ πολίτευμα πταίει. Ἐὰν ὅμως, ὅπως πιστεύομεν ὅλοι, τὸ πολίτευμά μας εἶναι τὸ ἐκλεκτότερον καὶ δὲν πταίει, τότε πρέπει νὰ ὑψώσωμεν τὴν δυσάρεστον μὲν ἀλλὰ καὶ ἀναγκαίαν φωνὴν, ὅτι ἡμεῖς καὶ οἱ ὑπουργοί, οἵτινες τὸ ἐφαρμόζουσι, πταίουν, καὶ τότε πρέπει, καὶ δικαίως, νὰ τιμωρηθῶσι πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ χάριν τῆς πατρίδος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, παραδέχομαι πρῶτον τὰς ἀναγκαίας προπαρασκευὰς διὰ τῶν ἐνόντων πρὸ πάντων μέσων· παραδέχομαι δεύτερον πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τοὺς πάσχοντας ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν συνθηκῶν, ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας· τρίτον εὔχομαι καὶ συνιστῶ ῥιζικὴν διόρθωσιν τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεώς μας, διότι ὁμολογουμένως δὲν εἴμεθα εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ ἐξ ἡμῶν ἐξαρτᾶται καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν τῆς καταστάσεως αὐτῆς.
§59ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι μ’ ὅλην τὴν ὁποίαν κατέβαλα προσοχὴν ἵνα ἐννοήσω τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω οὐδεμίαν ἐκ τῶν πρωτοτύπων ἰδεῶν τοῦ ῥήτορος, διὰ νὰ ἠμπορέσω ν’ ἀντικρούσω αὐτήν· ἔπαθον ὅ,τι πάσχω ὅταν λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας στρυφνόν τινα συγγραφέα, διότι καὶ ἐκεῖνον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἐννοήσω (γέλως). Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγω τὸν Κ. Χατζίσκον· ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα πολλὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι δὲν διδάσκονται εἰς κανὲν σχολεῖον, δὲν ὑπάγονται εἰς κανένα κανόνα τῆς λογικῆς, λέξεις ἐῤῥιμένας φύρδην μίγδην ἄνευ λογικῆς καὶ συμπεράσματος· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον τέλος πάντων δύναμαι νὰ θεωρήσω ἀπὸ τὸν λόγον του ὡς καταληπτὸν εἶναι, ὅτι ἔχει τὸ παράπονον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον μετὰ δύο μῆνας ἔφερεν εἰς συζήτησιν τὴν πολιτικήν του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸ ὅμως θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ σᾶς μάρτυρας, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε τὰ πιστώσεις αὐτὰς ἐνώπιόν μας ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, καὶ εἶπεν ὅτι αὗται ἐγκλείουν τὴν πολιτικήν του καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ χρόνος πολὺς, ἀλλὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀμέσως τὴν ἐξέλεγξιν καὶ συζήτησιν, ὥστε, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐβράδυνεν ἐπὶ 35 ἡμέρας εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, τί πταίει τὸ ὑπουργεῖον, ἢ τί πταίει ἡ πλειοψηφία ἥτις ἐπροκάλει τὴν μειοψηφίαν νὰ σπεύσῃ; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Χατζίσκος, καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ οὔτε μικρὰν ἀμφιβολίαν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν ΚΚ. βουλευτῶν καὶ εἰς τὸ κοινόν. Ὁ Κ. Χατζίσκος ὅστις κατακρίνει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅστις λέγει, ὅτι δὲν πολιτεύεται καλῶς ἡ κυβέρνησις, δὲν ἀρνεῖται, ὅτι τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν ἠσπάσθη καὶ ὁ ἴδιος· διατείνεται ὅμως ὅτι δῆθεν ἤλλαξεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ ποῦ καὶ κατὰ πόσον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ προλαλήσας δὲν εἶπέ τι ἄξιον ἀπαντήσεως. Δὲν προεθέμην, κύριοι, ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ὡς προηγμένης τῆς συζητήσεως, θεωρήσας αὐτὴν κατ’ ἀρχὰς ἀνωτέραν τῶν δυνάμεών μου, ἀλλ’ ἐπειδὴ προεκλήθην ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κ. Βαλασόπουλον, ἡ δὲ συζήτησις ἔλαβε διαστάσεις πολλὰς καὶ κατῆλθεν εἰς χαμηλὴν βαθμίδα, καὶ ἀνεπτύχθησαν λεπτομέρειαι, αἵτινες εἶναι εἰς πάντας γνωσταὶ, δι’ αὐτὸ ἀπεφάσισα ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην. Διὰ βραχέων, κύριοι, θέλω διέλθει τὰ διάφορα θέματα ἢ τὰς διαφόρους κατηγορίας τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας. Ὅταν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον σας, καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ βασιλεὺς μοὶ ἐνεπιστεύθη τὰς ἡνίας τοῦ κράτους, καὶ ἐγὼ ἀνεδέχθην τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος πεπεισμένον εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, ἀπήγγειλε συγχρόνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν πολιτικήν του, καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἠσπάσθη καὶ ἡ βουλὴ, καὶ ἐχορήγησε τὰ ὑλικὰ μέσα, καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἐξέθεσεν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς δέκα μηνῶν διάστημα νὰ ἔχῃ τελειωμένας ὅλας τὰς προπαρασκευὰς, οὐδὲ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου του. Ἤδη τὸ ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ τὴν ἰδίαν πολιτικὴν, οἱ δ’ ἀντιλέγοντες ἀρνοῦνται ὅ,τι τότε εἶπον. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἠσπάσθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων τὸ ὑπουργεῖον δεικνύει, ὅτι εἶναι συνεπὲς πρὸς τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἐντὸς τῶν λόγων του, ἐντὸς τῶν ὑποσχέσεών του, ἐντὸς τῆς πολιτικῆς του· ἡμεῖς, ἂν εἴπωμεν ἄλλως, ἠλλάξαμεν γνώμην, ἠλλάξαμεν πολιτικήν. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ κατακρίνω κανένα, διότι ἐξ ἴσου σεβαστὴ, ἐξ ἴσου πατριωτικὴ μοὶ φαίνεται καὶ ἡ ἀντίθετος φατρία, καὶ ἔχει καὶ αὕτη ὀπαδοὺς, καὶ ἴσως σπουδαίους· ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὴν πρώτην τὴν ἀσπάζεται καὶ τὴν χειροκροτεῖ ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἔθνος καὶ ἡ ἁπανταχοῦ ἑλληνικὴ φυλὴ, ἐνῷ τὴν δευτέραν μόνον καθ’ ἑαυτήν τινες τὴν εὑρίσκουσι συμφέρουσαν· αἱ σημεριναὶ ὅμως περιστάσεις, τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς πρώτης. Προπαρασκευαζόμενον λοιπὸν τὸ ἔθνος ἢ μᾶλλον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως προπαρασκευάζουσα τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς, ναυτικῶς, διπλωματικῶς, ἐκπληροῖ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ καὶ ἐφαρμόζει τὸ πρόγραμμά της. Ἀλλ’ οἱ κατηγοροῦντες αὐτὴν δὲν κατηγοροῦσι τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου μόνον· μέμφονται τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀγορασθέντων καὶ ἀγοραζομένων εἰδῶν χωρὶς ἐν τούτοις μήτε τὸν ἀριθμὸν, μηδὲ τὴν ποιότητα τοῦ ὑλικοῦ νὰ γνωρίζωσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς στηριζόμενοι εἰς ἐξωδίκους πληροφορίας, ὧν τὴν εὐθύνην οὐδὲ κἂν ἀναδέχονται. Καὶ ἂν ὅμως ὅλως ἀληθῆ ᾖναι τὰ ᾀδόμενα, οἱ ἄνευ αὐθεντικότητος οὗτοι λόγοι, μέγα χάσμα, μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἰδέας τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ ἀκαταλλήλου τοῦ ὑλικοῦ τῶν πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν μέσων. Τὴν διαφορὰν ταύτην τὴν ἐννοεῖτε, κύριοι, κάλλιστα. Μόνοι οἱ ἐκ προθέσεως διαστρέφοντες τὰ πράγματα προσποιοῦνται, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορά τις. Ἰδοὺ αὕτη, κατ’ ἐμὲ· ἡ ἰδέα τῆς πολεμικῆς προπαρασκευῆς, ἣν διέγραψεν ἡ Κυβέρνησις ὡς πολιτικὴν αὐτῆς, εἶναι ἄσχετος ὅλως μὲ τὰς ἐλλείψεις, αἵτινες τυχὸν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ προμηθευθὲν ὑλικὸν, καθόσον αἱ μὲν ἐλλείψεις καὶ εὐκόλως καὶ ταχέως ἀναπληροῦνται, ἐνῷ ἡ ἰδέα τῆς πολιτικῆς ἐὰν κατ’ ἐλάχιστον μεταβληθῇ, ἀκρωτηριασθῇ, δὲν εἶναι πλέον ἡ αὐτή. Ταῦτα λέγων δὲν συνομολογῶ τὸ παράπαν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τινων, ὅτι αἱ προμήθειαι εἶναι μηδαμιναὶ κλπ, διότι ἐν δέοντι θέλουν ἀποδειχθῆ αὗται κατηγορίαι μὴ ἀληθεῖς καὶ βάσιν ἔχουσαι ἀφορμὰς ἄλλας, οὐχὶ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Οὕτω, Κύριοι, φρονῶ τὴν κυβέρνησιν συνεπῆ πρὸς τὸν ἑαυτόν της. Πρὸς δὲ τὸν ὑφιστάμενον ἀγῶνα τῆς Κρήτης, ὃν ἡ κυβέρνησις εὗρεν ἀρκούντως προκεχωρημένον, θεωρῶ αὐτὴν ἱκανῶς τυχηρὰν, διότι κατώρθωσεν ἀπέναντι πολιτικῆς ἀντιδοξούσης, εἴτε ἐκ συμφερόντων, εἴτε ἐκ πεποιθήσεων, νὰ τηρήσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἀπαραμείωτα καὶ εἰς θέσιν ὑψηλήν. Οὐδὲν ἧττον ὅμως εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ λέγῃ ὑπερηφάνως, ὅτι ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος οὐχὶ μόνον δὲν κατεβλήθη, ἀλλὰ καὶ ἀκμαῖος ὑφίσταται καὶ σπουδαίως ἀπασχολεῖ τὰς ἰσχυροτέρας δυνάμεις τῆς τε Δύσεως καὶ Ἄρκτου. Ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης εἶναι μέρος τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον μέγα εἶναι, ὅπου οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ἐξοχώτεροι νόες τῆς Εὐρώπης δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι τοῦδε νὰ τὸ λύσωσι, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ αἰώνων μένει σχεδὸν ἀνέπαφον καὶ εἰς μεγάλους ἐμβάλλει φόβους τὰς κραταιὰς τῆς Εὐρώπης κυβερνήσεις, ὁσάκις ὁπωσδήποτε ἐγγίζεται· καὶ συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ ἀναφέρω ὅ,τι ἀπὸ μνήμης ἐνθυμοῦμαι ἔκ τινος ἄρθρου τοῦ ἀγγλικοῦ Χρόνου, τὸ ὁποῖον ἐπισταμένως καὶ πολλάκις ἀνέγνωσα. «Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ἔγραφεν ὁ ἀγγλικὸς Χρόνος, πλησιάζει εἰς τὴν λύσιν του, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν δύναμιν συμφέρει ἡ ἐπίσπευσις αὐτῆς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ὁποίας διαστάσεις θέλει λάβει καὶ ὁποίαν τύχην ἕξει ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη. Ἑκάστη τῶν Δυνάμεων ὀφείλει νὰ προπαρασκευάζηται, ὥστε νὰ ᾖναι ἕτοιμος κατὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ, διότι, βεβαίως, ταχέως αὕτη θέλει ἐπέλθει· ὅ,τι ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ εἶναι τοῦτο, ἂν θὰ προκληθῇ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην ἢ ἀπὸ μίαν τῶν δυνάμεων, ἢ ἂν θὰ προκληθῇ ἀπὸ τὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικὰς φυλὰς κλπ.» Τοιοῦτο, περίπου, κύριοι, ἦτο, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου. Τί περιπλέον λοιπὸν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν καθ’ ἡμᾶς ὑπόδικον κυβέρνησιν διὰ μὴ ἑλληνοπρεπῆ συμπεριφορὰν ἐπὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος; Εἶναι τάχα δεκτικὸν ἀμφιβολίας, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀφ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἀπαρτίζηται πρόσωπα, ποτὲ, ποτὲ πλειότερόν τι δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἢ παραστάσεις τῶν ἐθνικῶν μας δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν χριστιανικῶν λαῶν, δικαιωμάτων στηριζομένων εἰς ὑπερδισχιλιετῆ ἱστορίαν, εἰς τὸ ὁμόγλωσσον, ὁμόθρησκον κλπ. εἰς παραστάσεις, κύριοι, καίτοι ἐπὶ τοῦ δικαίου στηριζομένας, ἀλλὰ μὲ τρόπον σεμνοπρεπῆ ἐκφραζομένας; Τοιαύτην δυστυχῶς γλῶσσαν μεταχειρίζεται ὁ ἀδύνατος πρὸς τὸν ἰσχυρόν. Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται τὴν σμικρότητά μας; Συμπεραίνων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀνάρμοστον ὑπολαμβάνω πᾶσαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως κατηγορίαν ἀναφορικῶς ὡς πρὸς τὸ κρητικὸν ζήτημα. Ἐὰν, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ σταματήσω ἕως ἐδῶ, ὅπου νομίζω, εἶναι τὸ τέρμα τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, πολιτικῆ ἐν συνόλῳ συζητουμένης, εὐχαρίστως ἤθελα κατέλθει τοῦ βήματος, διότι νομίζω, ὅτι ἱκανὰ ἐλάλησα περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀντιτασσομένην δὲν εὑρίσκω ἄλλην πολιτικὴν διὰ νὰ ἐξετάσω τὰ ἀγαθὰ ἢ μὴ ἐκείνης. Δυστυχῶς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διέλθω καί τινας λεπτομερείας τῶν κατηγόρων, διότι εἶπον, ἐὰν δὲν ἐξετάσωμεν τὰς πράξεις μιᾶς κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν πολιτικήν της, καθ’ ὅσον ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ κρίνητε περὶ τοῦ ὅλου, καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν ἠκολούθησαν τὴν τακτικὴν αὐτὴν, κατῆλθον εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ ἐξαντλούμεθα ἤδη ὀκτὼ καὶ ἐπέκεινα ἡμέρας· ἐννοῶ τὴν τοιαύτην συζήτησιν ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῶν πιστώσεων ἑκάστης ἰδίᾳ. Ἤδη ἐσυγχύσαμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν συζήτησιν, ὥστε ἀληθῶς ἐξέπεσε τοῦ ὕψους εἰς ὃ ἀναντιῤῥήτως ἔπρεπε νὰ σταθῇ. Μεταβαίνω λοιπὸν εἰς τὰ μέρη. Ἰδοὺ ἐν συνόψει, κύριοι, αἱ μεγαλείτεραι αἰτιάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν πιστώσεων. «Τ’ ἀγορασθέντα πλοῖα εἶναι ἄχρηστα, ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη μεγάλη, δὲν ἐσυμβουλεύθη ἡ κυβέρνησις ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν, ὁ ἐξοπλισμὸς πολυδάπανος· τ’ ἀγορασθέντα διὰ τὸν στρατὸν ὅπλα εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἤδη δὲν μεταχειρίζονται εἰς τὴν Εὐρώπην· ἡ πυρῖτις ἠγοράσθη ἀκριβά· οἱ διευθέται ἐθλάσθησαν εἰς τὴν πρώτην βολήν· ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνήθη νὰ μᾶς δώσῃ ὀνομαστικὴν σημείωσιν τοῦ ἀγορασθέντος ὑλικοῦ, ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν διπλωματικὴν ἀλληλογραφίαν του, ὁ τῶν Ναυτικῶν τὰ συμφωνητικὰ ἔγγραφα κλπ.» Αὗται εἶναι αἱ φοβεραὶ, μεγάλαι καὶ σπουδαῖαι κατηγορίαι. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ᾖναι ἱκανὸν τοῦτο, ὅτι καὶ τὰ πλοῖα καὶ ὁ ἐξοπλισμὸς καὶ τὰ ὅπλα καὶ τὰ πολεμεφόδια κρίνονται καὶ καταδικάζονται χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἐξετασθῶσιν ἂν φέρωσι ἐν ἑαυτοῖς ἐγκληματικόν τι, ἂν τοῦτο δὲν ᾖναι ἱκανὸν νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ κατ’ αὐτῶν κατηγορία ἔχει βάσιν μὴ ἀκριβεῖς πληροφορίας, τοὐλάχιστον ἂς σᾶς πείσῃ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχετε νὰ ἐκπληρώσητε, ἵν’ ἀποβάλητε τὴν ἄδικον αὐτὴν καταφοράν. Σήμερον, κύριοι, δὲν συζητοῦμεν ἀπολογισμὸν, δὲν ἐξετάζομεν τὴν καλὴν ἢ κακὴν ποιότητα· τὸ καθῆκον μας τοῦτο εἶναι μεταγενεστέρας ἐποχῆς, ὅταν θὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ποῦ καὶ πῶς ἐδαπανήθησαν αἱ πιστώσεις. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι, χωρὶς νὰ κατακριθῶμεν ὡς ὅλως ἄμοιροι τῶν καθηκόντων μας νὰ μεταβάλωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν καὶ τοῦτο θέλητε, ἀμέσως μετὰ τὸ πέρας ζητοῦμεν λόγον τῶν δαπανηθεισῶν πιστώσεων· ἀλλὰ τίνα λόγον νὰ ζητήσωμεν σήμερον τῶν δαπανηθησομένων; Εἶναι λογικὴ τοιαύτη συζήτησις; Πιστεύω, ὅτι θὰ συνομολογήσητε, ὅτι ἐὰν δεχθῶμεν τοιοῦτον σύστημα συζητήσεως, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς σύγχυσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκολώτατα θὰ ἐξέλθωμεν. Διὰ τί ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντιτάσσουσιν, ἠρνήθη νὰ μᾶς δώσῃ ὀνομαστικὴν σημείωσιν τοῦ ἀγορασθέντος διὰ τῆς ἐπιψηφισθείσης πιστώσεως 1,000,000 δραχμῶν; καὶ τὴν ἄρνησιν ταύτην ὡς δῆθεν φοβερὰν παρανομίαν θεωροῦντες τινὲς ἀναφέρουσιν. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. «Δὲν νομίζω, κύριοι, συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, ν’ ἀποκαλύψω τὸ ποσὸν τοῦ προμνησθέντος ὑλικοῦ καὶ νὰ καταστήσω τοῦτο ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, καὶ ἐντεῦθεν νὰ μάθωσιν οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἔθνους τὰς ὑλικὰς δυνάμεις αὐτοῦ· εἴτε μικραὶ εἴτε μεγάλαι ὦσιν αὗται. «Δὲν ἔχω ὅμως δυσκολίαν, ἐπρόσθεσεν ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς, κατ’ ἰδίαν ἕκαστος βουλευτὴς νὰ λάβῃ πληρεστάτην γνῶσιν τοῦ προμηθευθέντος ὑλικοῦ καὶ νὰ κρίνῃ ἐν γνώσει περὶ αὐτοῦ». Καὶ ἡ μὲν πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινε συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, τόσῳ μᾶλλον καθόσον, ὡς προλαβόντως εἶπα, ἡ ἐξέλεγξις, ἐπιψηφισθείσης ἤδη τῆς πιστώσεως, εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης ἐποχῆς, δηλ. τῆς συζητήσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ· ἡ δὲ μειοψηφία ἐπέμεινε ζητοῦσα τὴν κατάθεσιν ἐπισήμου πίνακος διὰ νὰ καταστήσῃ τοῦτον ἀντικείμενον συζητήσεως ἢ μὴ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ· ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς ἀπηξίωσε νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς ἔφερεν ὀνομαστικὸν πίνακα τοῦ ἀγορασθέντος ὑλικοῦ. Τοῦτο, κύριοι, οὔτε εἶναι, οὔτε δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἄρνησις· ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐμφαίνει σύνεσιν καὶ ἐμπειρίαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῆς κυβερνήσεως. Καὶ ἄλλος ὅμως πλειότερον τολμηρὸς ἰσχυρισμὸς προετέθη ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπανελήφθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐζητήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν διπλωματικὴν ἀλληλογραφίαν του τὴν ἀφορῶσαν τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα· ὁ ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἐν ὅσῳ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, τῷ εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν τοιαύτην ἀλληλογραφίαν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἕξις εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ ἔθνη. Καὶ μήπως, κύριοι, λανθάνει κανένα ἐξ ἡμῶν ἡ ἀλήθεια αὕτη; Κατεκρίθησαν, κύριοι, ὡς ἀτελεῖς καὶ αἱ κατὰ θάλασσαν προπαρασκευαὶ, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ λάβωσι τὴν ὑπομονὴν νὰ φθάσωσι κἂν τὰ πλοῖα. Δύναται, μάλιστα, τὸ δυστύχημα τοῦ πολεμικοῦ «ἡ Βουβουλίνα» νὰ γεννήσῃ λόγον ἐμβριθοῦς ἐρεύνης περὶ τοῦ δυστυχήματος τούτου, ὄχι ὅμως νὰ καταδικάσῃ πολιτικὴν, ἣν δὲν δυνάμεθα εἰμὴ ν’ ἀκολουθήσωμεν, διότι τὰ πράγματα ἐκεῖ μᾶς σύρουσι, ἐκεῖ ὅπου τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος κεῖται. Ἐκ τούτων ὅλων δῆλον, ὅτι ὅλοι οἱ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἰσχυρισμοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως σκοποῦσι νὰ δυσφημήσωσι τὰ ἄτομα τοῦ ὑπουργείου· δύνανται ν’ ἀνεύρωσιν ἐλλείψεις τινας ἴσως, ὄχι ὅμως νὰ καταδικάσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως. Ὀλίγα ἔτι, κύριοι, καὶ ἐπὶ τῶν περὶ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τῆς δικαιοσύνης καὶ οἰκονομίας. Ἐλέχθησαν ἀμφοτέρωθεν ἄπειροι λεπτομέρειαι, λεπτομέρειαι ἐλλείψεων, παρανομιῶν ὑπαλλήλων τινων, κατὰ μέγιστον μέρος ἀληθεῖς· ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλλην. Βασιλείου ἀδιακόπως σχεδὸν ἐπαναλαμβάνονται καὶ ποτὲ μὲν τιμωροῦνται, ποτὲ δὲ λεληθότως πως μένουσιν ἀτιμώρητοι. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, εἴτε παρὰ τῶν ἰδιωτῶν, εἴτε παρὰ τῶν ὑπαλλήλων διεπραττόμενα, ὑπάρχουσι ποιν. νόμοι εἰς τὴν προστασίαν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ καταφύγωσιν οἱ ἰδιῶται· ἂν ὅμως ὑπουργός τις παραβαίνων τὸ καθῆκόν του καὶ παραβιάζων τὸν νόμον μεροληπτῇ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου, τὸ τοιοῦτον καί τοι ῥητὴ καὶ μονομερὴς πρᾶξις, πρέπει νὰ καταγγέλληται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, καὶ ὡς τοιαύτη νὰ δικάζηται καὶ οὐχὶ νὰ συνδέεται μὲ τὴν καθόλου πολιτ. μιᾶς κυβερνήσεως. Τοιαύτην τινὰ καταγγελίαν προτίθεμαι καὶ ἐγὼ νὰ φέρω καὶ ἀφίνω ἀνοικτὸν τὸν λογαριασμὸν τοῦτον μὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Ἀλλ’ εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἐξελέγξεως ἐννοῶ νὰ ὑπαγάγω καὶ πάντα διορισμὸν σκανδαλώδη τῶν ὑπαλλήλων, πᾶσαν ἄδικον παῦσιν, πᾶσαν ἐναντίαν μετάθεσιν κλπ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, κύριοι, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἐκφέρω γνώμην τινα γενικήν· τὰ προσωπικὰ ζητήματα ὀλίγον ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ θίγωνται, διότι γεννῶνται δυσαρέσκειαι καὶ καταβιβάζεται τὸ βῆμα τοῦτο. Ναὶ, δύναταί τις ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὡρισμένον ἄτομον, ἀλλὰ μόνον καθ’ ὅσον ἀναγκαιοῖ νὰ τὸ κρίνῃ ὡς δημόσιον ἄνθρωπον. Μετὰ πικρίας ὅμως ἐκφράζομαι καθ’ οἱουδήποτε ὑπουργοῦ, τολμῶντος νὰ λέγῃ πρὸς βουλευτὴν κατακρίνοντα τὰς πράξεις του· «Πράττεις ἢ πολιτεύεσαι οὕτω, Κ. βουλευτὰ, διότι δὲν διώρισα τὸν ἀδελφόν σου, τὸν συγγενῆ σου, τὸν φίλον σου, εἰς τὴν ά βʹ. γʹ. θέσιν»· ὁ βουλευτὴς καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ συνιστᾷ ὁμολογουμένως ἱκανὸν, τίμιον καὶ ἀναξιοπαθοῦν τι ἄτομον. Ὁ ὑπουργὸς διὰ τοῦτο οὐδὲ ἡ κοινωνία δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ λόγον, οὐδὲ νὰ τὸν κατηγορήσῃ· εἶναι δικαίωμά του νὰ δεχθῇ ἢ μὴ τὴν σύστασιν, τὴν παράκλησιν· εἶναι ὅμως ἀνοίκειον ὅλως νὰ θεωρῇ ὁ ὑπουργὸς κακὴν ἰδιότητα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην πράττει, νομίζων, ὅτι συμμορφοῦται μὲ τὸ δίκαιον. Μὴ ὑποθέσητε, ὅτι φοβοῦμαι ποτὲ μὴ ἀκούσω τοιαύτην τινὰ ἀτομικὴν οὕτως εἰπεῖν κατηγορίαν· ὄχι, κύριοι, διότι δὲν ηὐτύχησα ν’ ἀποκτήσω τὴν ἰδιαιτέραν συμπάθειαν κανενὸς ὑπουργοῦ καὶ εἶμαι ἀνώτερος τοιαύτης μομφῆς, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ περιαυτολογία αὕτη. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· αὕτη, ὅταν κακῶς ἔχῃ, τὴν κοινωνίαν σαλεύει ἐκ βάθρων, καὶ ἀμελουμένη δεινὰς ἔχει συνεπείας. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος τοῦ λόγου μου τὸ πραγματεύομαι, κύριοι, μὲ θλίψιν τῆς καρδίας μου καὶ μὲ συγκινεῖ βαθέως, διότι, κύριοι, ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς, ἡ ὡραία ἐπαρχία τῆς Φθιώτιδος, ἀκόμη καὶ σήμερον δεινῶς μαστίζεται ἀπὸ τὴν ἐπάρατον ληστείαν, καὶ ἀγεληδὸν ἀπάγονται αἰχμάλωτοι, καὶ ὁ τρόμος τῶν κατοίκων εἶναι μέγας καὶ περὶ αὐτῆς ὀφείλει καὶ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἰδίαν νὰ δείξωσι μέριμναν, διότι τῳόντι ὅλα τ’ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν συμφορῶν τῆς ὡραίας Φθιώτιδος δὲν ὑπέστησαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως ὁμολογουμένως ἀπήλαυσαν πλείονος ἀσφαλείας. Ἡ Ἀττικὴ π. χ. ἥτις καὶ ἐμαστίζετο καὶ ἠτιμάζετο ἀπὸ τὴν εὐθυμοῦσαν λῃστρικὴν συμμορίαν ἀπηλλάγη. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ἦτο ὁ τρόμος τῶν κατοίκων, ἐφονεύθη, καὶ οἱ ὀπαδοί του ἔδωκαν δίκην τῶν πράξεών των. Ἡ Πελοπόννησος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸν Λαφαζάνην. Ἂν, Κύριοι, εἰσέτι διαπράττωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ λῃστεῖαι εἰς τὰ μέρη ταῦτα, τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀπόδειξις τῆς κακῆς διοικήσεως, διότι τότε, Κύριοι, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδεμία κυβέρνησις ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Μήπως ἐπὶ τῶν προκατόχων κυβερνήσεων τοιαῦται λῃστεῖαι δὲν ἐγένοντο; Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, τὰς ἐποχὰς τοῦ Νταβέλη κλπ. καὶ κρίνατε. Ἡ Φθιῶτις ὅμως ἔχει ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀληθῆ εἶναι τὰ ἐγκλήματα, ὅσα ἀνέγνωσεν εἰς τὰς στήλας τῆς Μερίμνης ὁ βουλευτὴς Κ. Βαλασόπουλος, καὶ ὅστις μ’ ἐπροκάλεσε ν’ ἀρνηθῶ ἢ νὰ βεβαιώσω ταῦτα. Προσθέτω μάλιστα, ὅτι καὶ ἄλλα δὲν ἐσημειώθησαν, ἀλλ’ ὅστις, κύριοι, λέγει τὴν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ τὴν λέγῃ ἀκεραίαν, μὴ ἠκρωτηριασμένην, ἂν ἐντίμως πολιτεύηται καὶ δικαίως κατηγορῇ. Λοιπὸν διὰ νὰ ἦμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὴν ἀλήθειαν προσθέτω, ὅτι ὅλαι αἱ ἤδη ὑπάρχουσαι λῃστοσυμμορίαι αἱ καταμαστίζουσαι τὴν Φθιώτιδα ὑπῆρχον πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· μία ἢ δύο προσετέθησαν, διότι τινὲς ἄστεγοι καὶ κακοήθεις, οἵτινες παρηκολούθησαν τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν ἐπανάστασιν, ἀντὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον μετὰ τὴν κατάπαυσιν αὐτῆς ἐτράπησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν καὶ ἡνώθησαν μὲ τὰς ὑπαρχούσας λῃστοσυμμορίας. Δυστυχῶς, Κύριοι, αἱ συμμορίαι αὗται νῦν ἐνδιαιτῶνται σχεδὸν φανερὰ εἰς τὴν Τουρκικὴν ἐν γνώσει στρατιωτικῶν τινων ὑπαλλήλων τῆς γείτονος ἐπικρατείας, ὑποστηριζόντων αὐτοὺς καὶ ἐνθαῤῥυνόντων εἰς διάπραξιν λῃστειῶν καὶ αἰχμαλωσιῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πρὸς ἀντεκδίκησιν, φρονοῦντες ὅτι τὴν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν ὑπεκίνησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς οὕτως ὑποστηριζομένης λῃστείας συνεκέντρωσε πρὸ πολλοῦ στρατὸν ἱκανὸν, συμπάσχει καὶ συμπονεῖ, καὶ ἐλπίζω νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὑπῆρχον, Κύριοι, μέχρι τοῦδε καὶ λόγοι, οἵτινες δὲν ὑπερενικῶντο· ἐλπίζω καὶ εὔχομαι νὰ ὑπερνικήσῃ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ παροῦσα ἢ ἄλλη, ὀλίγον μὲ μέλει, καὶ νὰ ἴδω τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν εὔφορον καὶ φιλόνομον πατρίδα μου. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐπιθυμία μου, αὐτὴ θὰ ἦναι ἡ προσπάθειά μου· κατέρχομαι τοῦ βήματος εὐχαρίστως, διότι φρονῶ, ὅτι ἐξέθεσα πρὸς ὑμᾶς ὅπως αἰσθάνομαι τὰ πράγματα καὶ ἁγνὴν τὴν ἀλήθειαν, μηδόλως ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ τὰ πρόσωπα.
§60ΖΩΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὰς πιστώσεις τοῦ ἀσημάντου, τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχ. δι’ ἐκτάκτους προπαρασκευὰς, ἢ μᾶλλον, διὰ προπαρασκευὴν πρὸς κήρυξιν πολέμου ἢ πρόκλησιν πρὸς πόλεμον Ἐνταῦθα κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν του ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου, καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα αὐτόν. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καθ’ ὅλα τὸ πρόγραμμά του, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Καὶ τ’ ἄλλα ὅσα εἶπεν εἶναι σπουδαῖα, ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο μοὶ ἔκαμε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύω ἀντικειμένων, τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, θέλω ὁμιλήσει, καὶ ἴσως κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου θέλω θίξει τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν ἢ ἔλθω εἰς ἀνάπτυξιν αὐτῶν, παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ θαυμασμόν μου, ὅτι ὁσάκις ὁ κ. πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος ἀνέπτυξε τὴν πολιτικήν του, ἢ ὁσάκις ἐρχόμεθα εἰς συζήτησιν τῆς πολιτικῆς του, ὅπερ συνέβη καὶ πρὸ δύο ἐτῶν, ἂν ἐνθυμῆσθε, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης Συνόδου, δὲν μᾶς λέγει τί ἔκαμε, δὲν μᾶς λέγει τί εἶχε καθῆκον νὰ κάμῃ, δὲν ἀπαντᾷ εἰς ὅσα ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ὅλη ἡ κοινωνία αἰτιᾶται αὐτὸν, ἀλλὰ μᾶς λέγει τὶ ἔκαμεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι πρωτοπαρουσίαστα εἰς ταύτην τὴν μικρὰν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἕως τώρα δὲν ἀπήντησα εἰς οὐδὲν κράτος συνταγματικὸν τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν πολεμικήν. Ὁ κύριος Τρικούπης ζήσας πολλὰ ἔτη εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἀγγλίαν, δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν οἱ Τόρεις, ὅταν καταλαμβάνουν τὴν ἐξουσίαν λέγουν εἰς τοὺς Οὐΐγγους, διατί σεῖς ἐκάματε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουν ἕτερα μέσα νὰ δικαιολογηθοῦν· λέγουν τὰς δυσχερείας διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κάμωσί τι καὶ δὲν ἔρχονται εἰς σύγκρισιν, εἰς ἀντιπαράθεσιν μὲ τοὺς προκατόχους αὐτῶν. Αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν ἀνήκουν εἰς ἄνδρας πολιτικοὺς, ἀλλ’ εἰς ἑτέραν τάξιν ἀνθρώπων, εἰς γυναικάρια, ὅταν αἰτιῶνται τὸ ἓν τοῦ ἄλλου. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε πρωθυπουργέ· δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω εἰς τοιαύτην ἐξήγησιν. Ὑμεῖς αὐτοὶ ἐφέρατε εἰς ἀντιπαράθεσιν τοιαύτας ἐξηγήσεις, ἵνα δικαιολογηθῆτε. Βιάζομαι διὰ τοῦτο νὰ εἴπω ὀλίγα λόγια. Καὶ πρῶτον εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν «ὅτι εὕρομεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐκκρεμὲς καὶ ἐξακολουθοῦμεν μίαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς παρεδέχθητε διὰ τῆς ἀδείας ὁποῦ μᾶς ἐδώκατε νὰ δαπανήσωμεν, καὶ ἐξακολουθῶμεν μίαν πολιτικὴν ἐξωτερικὴν προπαρασκευῆς.» Μετὰ ταῦτα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, «ὅτι ἀκολουθοῦμεν ἐκτάκτων προπαρασκευῶν πολιτικήν.» Προσέθεσε καὶ ἕνα «ἐκτάκτων» καὶ τοῦτο διὰ νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κοινοῦ, ἡμᾶς δὲ νὰ κάμουν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδὴ δ’ ἐῤῥέθη, ὅτι καί τινα μέλη τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου εἶχον συνεννοήσεις μὲ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ὡς πρός τὰ ἐξωτερικὰ, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω ὀλίγα τινα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀντικειμένου. Ὀλίγα θὰ σᾶς εἴπω καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ᾖναι ἀληθῆ. Δύναταί τις νὰ μὲ ἀντικρούσῃ μόνον πρὸς διαστροφὴν, οὐχὶ δὲ πρὸς ἐξαφανισμὸν τῆς ἀληθείας. Ἦτο τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ὅταν ἤρχισεν ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης. Ὅλη ἡ Ἑλλὰς, ὅλον τὸ ἑλληνικὸν γένος ἐγαλβανίσθη, ἐφλογίσθη ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀδελφῶν μας, καὶ, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, ἡ φιλελευθέρα Εὐρώπη μὲ τὴν συνδρομήν της, μὲ τὰ κομητάτα της ἐξῆψε τὸ μέγα αἴσθημα τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικότητος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐδῶ εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, συμφωνότατοι, καὶ ὅλοι κατεβάλαμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἓν αἴσιον ἀποτέλεσμα. Ἐνταῦθα ὅμως, κύριοι, βάσκανος δαίμων, κακὴ τύχη τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ ὅλοι οἱ ἐντὸς τοῦ μικροῦ κύκλου τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος νὰ συσφιγχθῶμεν, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὴν συνδρομὴν τῶν ὁμογενῶν καὶ τῆς Εὐρώπης, ἐκεντήθημεν ἀπὸ τὸ δαιμόνιον τῆς διαιρέσεως, καὶ μάλιστα τῆς εἰσπηδήσεως εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐξ ἐφόδου.— Ἴσως ἐνταῦθα, κύριοι ὑπουργοὶ, ἀναφέρω ὀλίγας λεπτομερείας, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ δυσαρεστηθῇ κἀνεὶς, διότι εἶναι ἀλήθειαι. Οἱ νῦν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐσκέφθησαν, ὅτι ἦτο κατάλληλον νὰ φέρωσι καὶ ἄλλας τινὰς ἀνησυχίας εἰς τὴν τότε κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἤμην εἰς τὴν Φθιώτιδα, μοὶ ἀνηγγέλθησάν τινα, καὶ ἕνεκα τούτου κατὰ τὰς ἀρχὰς παρελθόντος Ὀκτωβρίου ἐπῆγα εἰς τὴν Εὐρυτανίαν εἰς τὴν πατρίδα μου. Ηὗρα ἐνεργούμενα πρὸς τοῦτο πολλὰ ἔκ τε τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ ἐξ Ἀθηνῶν· ἐπάσχισα ν’ ἀναχαιτίσω δόσας τὰς μικράς μου συμβουλὰς, ἵνα μὴ πράξωσί τι ἄνευ μέσων καὶ ἄνευ καταλλήλων προηγουμένως ἐν τῷ τόπῳ ἐνεργειῶν· τὸ αὐτὸ εἶχον εἰπεῖ καὶ εἴς τινας Ἀγραφιώτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἔλθει εἰς ἀντάμωσίν μου, καὶ εἰς τοὺς Εὐρυτάνας, οἱ ὁποῖοι εἶχον κεντηθῆ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας, ἵνα συντρέξωσι τοὺς ἀδελφούς των.— Εἶδον τὸν Δημ. Ἀθάνατον, τὸν Δημ. Νταῆν, οἵτινες ἦσαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἀγραφιωτῶν, τοῖς ἐλάλησα ὅ,τι ὀρθὸν ἐσκεπτόμην· ταῦτα παρήγγειλα καὶ πρὸς τὸν Γ. Καραούλην. Αἱ παρατηρήσεις μου ἦσαν ὀρθαὶ, διότι τοὺς εἶπον, ἐν Θεσσαλίᾳ συνεννόησις ὑπάρχει; ὄχι. Ἐνέργεια κἀμμία γίνεται; δὲν γίνεται. Χειμὼν εἶναι, ποῦ πηγαίνετε; Τὸν Ὀκτώβριον εἰς τὰ Ἄγραφα, ὅπου εἶναι τὰ βουνὰ ὑψηλὰ, κάτι τι μικρότερα μόνον ἀπὸ τὸν Ὄλυμπον, καὶ τὸν Νοέμβριον, ὅπου παγόνει ὅλος ὁ τόπος, ἐπανάστασις δὲν γίνεται. Τοῖς εἶπον, ἵνα περιστείλω τὴν πρόωρον ὁρμήν των, καθήσατε σκεπασμένοι, ἔχετε τὸ αἴσθημα· σεῖς δὲν γνωρίζετε πῶς γίνονται αἱ ἐπαναστάσεις· καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐνεργήσατε εἰς τὰ χωρία, προσποιηθῆτε, ὅτι ὁ μὲν πηγαίνει διὰ τὴν δεῖνα δουλειὰ καὶ ὁ ἄλλος διὰ τὴν δεῖνα. Τούρκους δὲν ἔχετε εἰς τὰ Ἄγραφα, καὶ τὴν ἄνοιξιν, Θεοῦ θέλοντος, ἂν ἡ Κρήτη βαστάξῃ, κάμνετε ὅ,τι κίνημα σᾶς φωτίσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἡ καρδιά σας, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ σᾶς συντρέξῃ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της. Προσέθεσα, ὅτι ἂν τώρα κάμετε ἀνοησίας, (καὶ ἦσαν κατ’ ἐμὲ ἀνοησίαις) θὰ πλακώσουν οἱ Τοῦρκοι, θὰ σᾶς φάγουν τὸ ψωμί σας καὶ τὴν ἄνοιξιν δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε. Θὰ ἔλθουν τώρα 4 ἕως 5 χιλιάδες Τοῦρκοι, ἐπανέλαβα, θὰ σᾶς φάγουν τὸ ψωμὶ καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχετε, καὶ τό αἴσθημα θὰ πνιγῇ ἐντὸς τῆς καρδίας σας. — Μὲ ἤκουσαν πρός τινα καιρόν· ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ διερεθισθέντες ἀπὸ ἄλλους, ὡς ἔμαθον, καὶ καθὼς οἱ ἴδιοι λέγουν, ὅτι ὑπῆρχε συνεννόησις, ἐπῆγαν καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἔκαμαν. Καὶ ὅ,τι ἔγεινε τὸ γνωρίζετε, καὶ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον καὶ κατὰ τὴν μεθόριον ὁροθετικὴν γραμμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ τὴν Τουρκίαν, δὲν σᾶς λανθάνουν. Ἑβδομήκοντα ἑπτὰ χωρία τῶν Ἀγράφων κατεστράφησαν, καὶ πλειότερα τούτων κατεστράφησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ καὶ Ἁλμυροῦ. — Ὅλη ἡ μεθόριος ἑλληνικὴ γραμμὴ ἀπὸ τῆς Νέας Μιζέλης ἕως εἰς τοῦ Κοράκου τὸ Γεφύρι κατεστράφη· δὲν εἶχον ψωμὶ, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι ἦσαν βιασμένοι νὰ τρέφωσι τοὺς πρόσφυγας ἀδελφούς των, καὶ τοὺς ἐπαναστάτας νὰ τροφοδοτῶσιν. Ἔγειναν, κύριοι, αὐτὰ καὶ τὰ γνωρίζετε· οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι Ἀγραφιῶται, ὁ Κυριάκος, ὁ Κίσσαβος, ὁ Κωσταρέλος, ὁ Καραούλης καὶ ἄλλοι εἰργάσθησαν πατριωτικῶς καὶ ἐπολέμησαν καλῶς. — Οἱ Ἀγραφιῶται, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἔκαψαν μὲ τὰ χέρια των τὰ χωρία των· πολλοὶ δὲ τούτων εὑρίσκονται ἐνταῦθα ὡς ἐπαῖται, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τοὺς γνωρίζει. — Τὸν χειμῶνα ἔζησαν ἐντὸς τῶν δασῶν, ἐπὶ τῶν πάγων, ἀποθνήσκοντες ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὸ ψῦχος. Δύω σχεδὸν χιλιάδες οἰκογενειῶν μετηνάστευσαν ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο ἦτο τὸ ὡραῖον ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνετοίμου ἐξεγέρσεως. Ἀλλὰ τέλος, κύριοι, τοῦτο ἔγεινε· τί δ’ ἔπρεπε μετὰ ταῦτα νὰ ἐπέλθῃ; Ἡ Κρήτη εὑρίσκετο εἰς τὰ ὅπλα, ἐπολεμοῦσε γενναίως, ἐσφάζοντο τὰ τέκνα της! — Δὲν ἔπρεπεν, ἀφοῦ ἔγεινε, νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ κίνημα ἐκεῖνο τῶν μεθορίων πρὸς ἀντιστάθμισιν καὶ ἀντιπερισπασμὸν τῆς πασχούσης Κρήτης; ἔπρεπε, ναί. —Ἀλλὰ, τοὐναντίον, κατεβλήθησαν προσπάθειαι ἄπειροι ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων, ἐδόθησαν μυρίαι ὑποσχέσεις, καὶ ἐν ἐπισημότητι ἀκόμη ἠπειλήθησαν, καὶ οὕτω κατεστράφη καὶ ἐτάφη ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας! Ἐδαπανήθησαν δὲ καὶ χρήματα οὐκ ὀλίγα διὰ τὴν καταστολὴν αὐτῆς.— Ναὶ μὲν τὸ κίνημα ἦτο πρόωρον, ἐπέφερε δυστυχήματα, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ οὕτω πως. Καὶ οἱ ἀγωνισταὶ, οἱ γενναῖοι μαχηταὶ ἐκεῖνοι, ὁ Κυριάκος, ὁ Κωσταρέλος, ὁ Κίσσαβος καὶ ἕτεροι μετὰ καρδίας ταλαιπωρημένης, μὲ λύπην των κατέθεσαν τὰ ὅπλα. Ὁ δὲ Καραούλης ἠπειλήθη, ὅτι ἐὰν δὲν διαλύσῃ τὸ σῶμά του, θέλει κτυπηθῆ παρὰ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως, καὶ οὕτως ἐβιάσθη καὶ τὸ διέλυσεν. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, «ὅτι αἱ ἐθνικότητες ἀγωνίζονται, τὸ μέλλον ἀναπτύσσεται, ἡ φλὸξ τῆς ἐλευθερίας φλέγει τὰ αἰσθήματα τῶν πιεζομένων λαῶν καὶ ἑπομένως ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνικότης δὲν δύναται παρὰ νὰ φλεχθῇ ἀπὸ τὸ ἱερὸν πῦρ καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐνήργησε τὴν ἔκτακτον παρασκευήν.» Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μεθ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ἵνα εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ἀδελφούς μας, διενοήθη ταῦτα, κακῶς κατ’ ἐμὲ ἔπραξε, καταστρέψας ὅ,τι μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης εἶχε γίνει. Ἢ ἔπρεπε, κύριοι, τὸ κίνημα ἐκεῖνο νὰ μὴ γείνῃ, ἢ ἀφοῦ ἔγεινεν ἔπρεπε νὰ τὸ διατηρήσωμεν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος δι’ οἱωνδήποτε μέσων ἠδυνάμεθα. Εἰς τὰ 1854, ὅτ’ ἔγεινε πάλιν ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος, καὶ πρὶν ἐμοῦ ἦτο ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγωνιζόμενον τὸ φιλικόν μου σῶμα τῶν Εὐρυτάνων. — Ἐκατοίκουν πρὶν εἰς Φουρνὰ, χωρίον τῆς γεννήσεώς μου, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἐκεῖ ἔβλεπον συχνὰ πασσάδες, δερβεναγάδες, μᾶς ἐφοβοῦντο καὶ μᾶς ἐσέβοντο. — Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μᾶς ἐπῆραν τὸν ἀέρα. Ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ὑπεστηρίζετο ἀπὸ μίαν βασιλείαν, ἔλαβον μέρος ὅλοι οἱ σπουδαῖοι ἄνδρες, καὶ εὐγενῆ θύματα ἀπὸ Ζακύνθου καὶ ἕτερα μέρη προσεφέρθησαν ὁλοκαύτωμα. Μετὰ τὸ κίνημα ἐκεῖνο οἱ Τοῦρκοι δὲν μᾶς ἐθεώρουν ὡς μᾶς ἐθεώρουν πρίν, δὲν μᾶς ἐφοβοῦντο· ἐσχάτως ὅμως εἴχομεν ἀνακτήσει μικρὰν δύναμιν καὶ ὑπόληψιν, καὶ οἱ ἀδελφοὶ μᾶς ἀγαποῦσαν, καὶ ἐπερίμενον πότε νὰ τοὺς συντρέξωμεν καὶ ὄχι νὰ τοὺς γελάσωμεν, ἵνα εἰσπηδήσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. — Ἐν τούτοις σήμερον πῶς θέλετε νὰ μᾶς φοβοῦνται οἱ ὀθωμανοί; πῶς θέλετε νὰ μᾶς ἀγαποῦν οἱ παθόντες ἀδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι τώρα ἄστεγοι καὶ φερέοικοι πάσχουν τῆς πείνης καὶ εὑρίσκονται μέσα εἰς τὸν παγετὸν, πλεῖστοι δὲ τούτων μετηνάστευσαν ἀπὸ Φθιώτιδος εἰς τὸ Ἀγρίνιον καὶ ἄλλοι ἀλλαχόσε ζητοῦντες ἄρτον διὰ τὰ τέκνα των; Καὶ ἐν τούτοις ἐλάβετε πιστώσεις διὰ τοὺς πρόσφυγας! Οἱ ἀδελφοί μας, κύριοι, πολὺ φοβοῦμαι, θὰ μᾶς μισήσουν μὲ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, ἢ μᾶλλον ἐκάματε προώρως καὶ ἀπερισκέπτως σεῖς οἱ κυβερνῶντες. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἢ ληστείας. — Ἄν, κύριοι, κἀνεὶς λόγος μοὶ διέφυγεν, εἶναι διότι μὲ πονεῖ ἡ καρδιά μου· εἶμαι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη, διότι ἔπαθεν ἡ πατρίς μου, διότι 7 μόνον χωρία τῆς πατρίδος μου τῶν τουρκικῶν Ἀγράφων ἐγλύτωσαν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς διηγηθῶ δύο λόγια, τὰ ὁποῖα μὲ τὸν κ. Βότσαρην εἴπομεν εἰς τὴν Φθιώτιδα, ὅτε εἶχεν ἔλθει εἰς τοῦ θείου του ὑποστρατήγου Κοντογιάννη εἰς Ἀγᾶ. Ἐπῆγα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ· μ’ ἠρώτησεν ὁ Κοντογιάννης, πόσα χωρία ἐχάλασαν εἰς τ’ Ἄγραφα; Δὲν μ’ ἐρωτᾷς, τῷ εἶπον, πόσα ἐγλύτωσαν καὶ τότε εὑρίσκομεν πόσα ἐχάλασαν; Λογαριάζομεν, ὅτι ἐγλύτωσαν ἑπτά. Τότε ἐχάλασαν 77 ἢ 78, μοὶ ἀπήντησεν. — Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μ’ ἔκαμαν νὰ συγκινῶμαι κἄτι τι περισσότερον. — Σᾶς λέγω εἰς τὴν τιμήν μου, ἐπεφυλάχθην νὰ μὴν ἐκθέσω λεπτομερείας· σᾶς εἶπον μόνον τὸ ἓν τρίτον τῶν ὅσων γνωρίζω. — Ἐπανέρχομαι. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς ληστείας, δυστυχῶς δὲν μᾶς ἀφίνει νοῦν ἥσυχον, διότι καὶ ὁ Λύγκος ἐχαιρέτησε τὸν Κωλοσούρτην τῆς Τριπόλεως, καὶ εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ Εὐρυτανίαν καὶ Αἰτωλοακαρνανίαν δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν διὰ τὰ κτήματά μας καὶ διὰ τὴν ὕπαρξίν μας αὐτήν· δὲν τολμῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ζῶμεν σήμερον ἢ θὰ ζήσωμεν αὔριον, ἢ ὅτι σήμερον εἴμεθα καλά· αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, «ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπλημμύρει ἀπὸ λῃστὰς ὅτε παρελάβομεν τὴν κυβέρνησιν ἀπὸ τὸν κ. Βούλγαρην, καὶ ὅτι τώρα εἶναι ἄκρα ἡσυχία.» Παίζει ἡ προβατίνα μὲ τὸν λύκον. Ἐν πρώτοις σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι εἶναι ψεῦδος παχυλόν. Σέβομαι τοὺς λόγους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· τοῦτο εἶναι ἓν ἐπιχείρημα κυβερνητικὸν, ἵνα μᾶς κλείσῃ τὰ μάτια. Δὲν λέγω, ὅτι ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη δὲν ὑπῆρχον λῃσταὶ, ἀλλ’ ὅτι ἦσαν περιωρισμένοι καὶ δὲν ἦσαν ἄγνωστα πρόσωπα λῃστῶν καὶ ἀρχιλῃστῶν καὶ τῶν συμμοριτῶν· ἀνέβαινον δὲ ἐν Φθιώτιδι καὶ Εὐρυτανίᾳ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 70 ἢ 80. Ὅτε ἦτο εἰς τὰ πράγματα ὁ μακαρίτης ὁ Μαυροκορδάτος κατὰ τὸ 1855, ἐγνώριζεν οὐ μόνον τὰς συμμορίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς συμμορίτας, καὶ τότε, κύριοι, ὑπῆρχον 700 ἕως 800. Τώρα ὅμως δὲν εὑρίσκομεν λογαριασμὸν, μήτε πόσαι εἶναι αἱ συμμορίαι, μηδὲ πόσοι καὶ ποῖοι οἱ ἀρχηγοὶ, μήτε πόσον τὸ ποσόν. Ἐπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθητε εἰς αὐτὴν τὴν σύγκρισιν· ἔπρεπε νὰ εἴπητε, ὅτι, «ἀφοῦ ἐδόσαμεν εἰς χεῖρας ἀνδρῶν ὀρεσιβίων τὰ ὅπλα, ἵνα κάμωσι μίαν ἐπανάστασιν πρὸς εἰσπήδησιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὰ ἀπὸ ἀνθρώπους τόσον ζωηροὺς, διὸ καὶ ηὔξησεν ἡ λῃστεία». Διὰ νὰ ἰδῆτε ποῦ ἔφθασεν ὁ ἀριθμὸς τῶν λῃστῶν, ἀκούσατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰς συμμορίας, διότι ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς λέγω πράγματα. Ἐπειδὴ δὲ ὑμεῖς, κ. πρωθυπουργὲ, ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε, ὅτι ψεύματα εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγομεν ἡμεῖς, παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρητε μίαν ἐπίσημον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ σημειῶνται ὅλαι αἱ κατὰ τὴν ἀνατολικὴν καὶ δυτικὴν Ἑλλάδα λῃστρικαὶ συμμορίαι. Ἰδοὺ αἱ ἐν Φθιώτιδι καὶ Εὐρυτανίᾳ ὑπάρχουσαι συμμορίαι, ὅσας ἐκ τοῦ προχείρου καὶ πρὸ ὀλίγου ἐσημείωσα. Ἴσως ἐλλείπουν καὶ ἄλλαι· ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει καλῶς αὐτάς.
| 1) | Πέντε ἀρχιλησταὶ Καραγκούνηδες (Ζαρκαυλίδες) ἐξ ὧν μόνον | ||
| τὸν Τάσον Γκαμαλέζον ἐνθυμοῦμαι, | τὸ ὅλον λησταὶ | 45 | |
| 2) | Ὁ ἀρχηγὸς Τσούκας | με | 13 |
| 3) | Ὁ Κροκέλας | » | 12 |
| 4) | Ὁ Κωσταντέλος | » | 10 |
| 5) | Ὁ Λατζούδης, Ποδάρας καὶ λοιποὶ | » | 30 |
| 6) | Ὁ Δράκος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | 70 | |
| 7) | Ἀρβανιτάκια μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | ||
| 8) | Ματζουράνης μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | ||
| 9) | Γ. Μπροῦχος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | ||
| 10) | Χ. Μπροῦχος μὲ ὀπαδοὺς ὡσεὶ | ||
| 11) | Εἷς Παλαιοκαστρίτης | » | 4 |
| 12) | Ὁ Καραμπέης | » | 5 |
| 13) | Εἷς ἀπὸ τὰ Βασιλικὰ Ὑπάτης (ἴσως τὸν | ||
| ἐνθυμεῖται ὁ κ. Χατζῖσκος) | » | 6 | |
| 14) | Ὁ Πατσαούρας | ||
| 15) | Καμάρας | ||
| 16) | Καραμανώλης | ||
| 17) | Καραγιάννης ἀδελφὸς του Νάκος Φίλου | » | 60 |
| 18) | Έτερος Καραγιάννης | » | 8 |
| 19) | Ν. Δεδούσης | » | 17 |
| 20) | Ἄλλοι τινὲς ἐξ Εὐρυτανίας περίπου | » | 15 |
| 21) | Εὐαγ. Σπανός | » | 14 |
| Καὶ ὅσους ἄλλους γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία. | |||
| 309 |
Ἐκ τῶν ἀρχιλῃστῶν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἠξεύρω μόνον τὰ ὀνόματα 1) Τοῦ Λιαροκάπη, 2) Τοῦ Μασούρα. 3) Τοῦ Στούπα. 4) Τοῦ Μαργιόλη. Τὸ σμῆνος τῶν λοιπῶν ἄλλοι γνωρίζουν καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ὑποχρεοῦται νὰ μᾶς τοὺς εἴπῃ. Εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ γνωρίζω ὅλους· ἠξεύρω μόνον τινὰς καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατὶ, διότι εἶχον τὴν καλὴν μοῖραν τ’ Ἄγραφα, ὅταν οὗτοι ἐξετοπίσθησαν διὰ παραγγελίας ἢ ἐνεργείας κυβερνητικῆς ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανίαν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν νὰ τοὺς δεχθῶσιν, οὗτοι ἀλλάξαντες τόπον διαμονῆς καὶ χάριν ἄλλων κυβερνητικῶν λόγων καὶ χάριν τῆς ὑγείας των, διότι τὸ καλοκαῖρι εἰς τὰ Ἄγραφα εἶναι δροσιὰ, ἐπῆγαν ἐκεῖ καὶ ἔμειναν μέχρι τῆς 20 Ἰουνίου. Ἀλλὰ τί διεπράξαντο ἐκεῖ; τὰ λειβάδια τὰ μοναστηριακὰ, τὰ λειβάδια τῶν κοινοτήτων, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζονται εἰς βλαχοποιμένας, τὰ ἰδιωτικὰ ἐπίσης ἔσχον τὴν φροντίδα νὰ τὰ οἰκειοποιηθοῦν καὶ νὰ λάβουν τὸ ἐνοίκιον αὐτοὶ περίπου 130 χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανεὶς, διότι τὰ ἐνοίκια τῶν μοναστηριακῶν λειβαδίων τῆς Σπάκας, τῆς Μούχας κλ. καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ὅτι οἱ λῃσταὶ οὗτοι τὰ εἰσέπραξαν. Αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ εἶπον, «ἡμεῖς εἴμεθα Κυβέρνησις» καὶ ἐπῆραν ἀπὸ τὸν Δημητράκον Τημπλαλέξην δραχμὰς 2000 καὶ ἀπὸ ἄλλον 3000 καὶ ἀπὸ ἄλλον 5000 κλ. Αὐτὰ, κύριοι, τὰ εἰσέπραξαν ὅλα μέχρι λεπτοῦ· εἶχον συνεννόησιν καὶ μέ τινας Εὐρυτάνας φίλους τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ αὐτοὶ ἔκαμαν τὸν λογαριασμόν των, καὶ ἔπειτα εἶπον κοπιᾶστε εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν νὰ λογαριασθῶμεν. Ταῦτα δὲ ἐγένοντο διατί; διότι δὲν ἦτο δύναμις στρατιωτικὴ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν καὶ διότι ὑπῆρχε μία κυβερνητικὴ συνεννόησις τοιαύτη, ὥστε νὰ φυγαδευθοῦν αὐτοὶ καὶ εὐφήμως λαλῶ μεταχειριζόμενος τὴν λέξιν «νὰ φυγαδευθοῦν» αὐτοὶ οἱ Λιαροκαπαῖοι οἱ δερβεναγάδες, ἀφοῦ ἥρπασαν ἐν ἡσυχίᾳ χωρὶς εἰσπράκτορας τοῦ κ. Κεχαγιᾶ 130,000 δραχμὰς καὶ περισσότερα καὶ ἀφοῦ ὑπέπεσαν εἰς αἰσχρὰς πράξεις, ὡς πρὸς τὸ ἠθικὸν μέρος, καὶ ἐβιάσθησαν ἀπὸ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ ὅπλα, καὶ ἀνεχώρησαν καὶ ἔκτοτε ὁ θεὸς ἠλευθέρωσε τὴν Εὐρυτανίαν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Φθιώτιδα, ὅπου εἶναι τὸ σμῆνος τῶν δυστυχημάτων καὶ τῶν βασάνων καὶ τὸ πέλαγος τῆς ἀπελπισίας. Διὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα ἂς ὁμιλήσωσιν ἄλλοι· ἴσως ἐκεῖ εἶναι ὁ ἐπίγειος παράδεισος, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ τραβοῦν τὸν διάβολόν τους.
§61ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τολμοῦν· ἐκεῖ σκοτώνονται καθ’ ἑκάστην.
§62ΖΩΤΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα σκοτώνονται..... Αὐτὸ οἱ λησταί, οἱ ὁποῖοι ἐν Φθιώτιδι ἀναβαίνουν εἰς ἕνα τρομερὸν ἀριθμὸν 280–300, κάμνουν ὅ,τι θέλουν καὶ δὲν κάμνουν ὅ,τι δὲν θέλουν, δηλαδὴ ληστεύουν δύω καθ’ ἑκάστην, ἐνῷ δύνανται νὰ αἰχμαλωτίσουν τεσσαράκοντα· εἶναι φιλάνθρωποι ὁσάκις θέλουν νὰ ὠφελήσουν κανὲν χωρίον, διότι ἔτυχε νὰ φάγουν ἐκεῖ ψωμὶ ἢ ἐπέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τοὺς ἐπαναστάτας, καὶ ἐπιεικέστεροι τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες μᾶς ἐπέβαλον φόρους βαρεῖς καὶ δὲν δύνανται νὰ μᾶς ἀσφαλίσωσιν. Ἀκούσατε, κύριοι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, διατὶ ηὔξησε τὸ θράσος αὐτῶν τῶν λῃστῶν· ἐφέτος περὶ τὸν Μάϊον ἐλήφθη διὰ συνθηκολογήσεως μία σκέψις, ἓν μέτρον φυγαδεύσεως αὐτῶν τῶν λῃστῶν· λέγω φυγαδεύσεως, ἐπειδὴ ἡ λέξις τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργός, ἐννοεῖτε τι θὰ εἰπῇ· δηλ. νὰ τοὺς διώξωμεν εὐσχήμως ἀπὸ τὸν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κ. ὑπουργοὺς καὶ πρὸ πάντων τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ποῖος νόμος τοῖς χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ συνεννοῶνται μὲ τοὺς λῃστάς; Ἤρχισαν λοιπὸν τότε συνεννοήσεις καὶ ὑποσχέσεις πρὸς τοὺς λῃστὰς σπουδαῖαι. Ἐγένετο ἡ ὑπόσχεσις πρὸς φυγάδευσιν διὰ νὰ τοὺς δοθῇ ἀμνηστεία καὶ χρήματα καὶ, καὶ... Διετάχθησαν αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ἐπί τινα χρόνον, τὸν κατάλληλον καὶ ἁρμόδιον τῶν διαπραγματεύσεων, νὰ μὴ τοὺς κτυπήσωσιν· ἕνας μεταβατικὸς μάλιστα διετάχθη νὰ πάρῃ (θόρυβος) τὴν ἀντίθετον πορείαν. Αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ, 150 τὸν ἀριθμόν, (ἐνῷ εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν ἦσαν ἄλλοι 90) ἐλπίζοντες ἀμνηστείαν καὶ ἄλλα ἀγαθά, εἶπον, ὅτι θὰ φυγαδευθοῦν· ἐκίνησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν δῆμον Τυμφρηστοῦ ἀπὸ τὸ χωρίον Κάψι, ὅπου ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν δῆμον Μακρυκώμης καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Βαρυμπόπι, ὅπου ὁ ἐνωμοτάρχης μόνος ἐκλείσθη εἰς τὸν στρατῶνα, οἱ δὲ χωροφύλακες καὶ ἀπόσπασμα ἱππέων τυχὸν ἐκεῖ τοὺς ὑπεδέχθησαν μαζῆ μὲ τὸν δήμαρχον.
§63ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέσβυς ἦτον ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος;
§64ΖΩΤΟΣ. Εἶχε τὴν ἐξουσίαν τὴν διοικητικὴν πλήρη, ἦτο πληρεξούσιος ἐν γένει τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐνήργησεν ἀπολύτως κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ. Ἐξελέγχω, κύριοι, τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ πρόσωπα. Τώρα νὰ σᾶς εἴπω διατί ἡ κατάστασις αὐτὴ ηὔξησε καὶ θὰ κρύψω τὰ πολλά.
§65ΤΙΝΕΣ (Δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι, ὅλα νὰ τὰ εἰπῆτε.
§66ΖΩΤΟΣ. Ἦλθον λοιπὸν τοιουτοτρόπως εἰς τὸ Βαρυμπόπι, ἡμίσειαν ὥραν ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου κατώκουν ἐγώ· περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, εἷς ἐρχόμενος ἐξ Εὐρυτανίας, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶδεν ἕως 100 ἀνθρώπους μὲ τὰ τουφέκια καὶ ἐκατέβαινον καὶ ἦταν μαῦροι. Μὰ τί ἦταν; τὸν ἠρώτησα, καὶ οἱ στρατιῶται μαῦρα φοροῦν· ἀλλ’ αὐτὸς μ’ ἀπήντησεν ἦσαν μαῦροι σὰν διαβόλοι· βεβαίως ἦσαν λησταί.—Τότε εἶπον εἰς τὰ παιδιά μου, ἂς ἀναβῶμεν ἐπάνω καὶ ἂς κλείσωμεν τὴν θύρα διὰ νὰ ταμπουρωθῶμεν· ἀνέβην ἐπάνω καὶ μετὰ πέντε λεπτὰ ἤκουσα ἐν πρώτοις τουφέκια καὶ περὶ λύχνων ἁφὰς εἴδομεν εἴκοσι φωτιαῖς ἀναμέναις γύρω τοῦ χωρίου, καὶ ὅλα τὰ σπίτια εἶχαν φῶτα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οἱ χωρικοὶ δὲν μεταχειρίζονται. — Μετὰ ὀλίγα λεπτὰ ἠκούσαμεν καὶ τὸ νομπέτι τὸ πασσιάτικο, τὸ ὁποῖον βαροῦν μὲ τὰ νταούλια, δηλ. ἐδέχθησαν τοὺς ληστὰς μέσα εἰς τὸ χωριό· καὶ οἱ μὲν πρόκριτοι τῶν ληστῶν ἐπῆγαν εἰς τὸν δήμαρχον καὶ κατέλυσαν· ἂν εἶχε διαταγὰς ἢ ὄχι ὁ δήμαρχο, δὲν ἀνακατόνομαι· ἔφαγαν καὶ ἔπιον, ἐγὼ ἐκαθήμην εἰς τὸν ἐξώστην καὶ ἐσκεπτόμην, ἐὰν ἀπόψε ἔλθουν ἐδῶ, νὰ τοὺς δεχθῶ ἢ ὄχι· ἀλλ’ ἐὰν γίνω ἀνάρπαστος; κλεῖστε παιδιὰ ταῖς πόρταις. Μετὰ μίαν ὥραν ἠκούσαμεν καὶ ἄλλα τουφέκια, ἠκούσαμεν τὸν διὰ νταουλίων ἦχον τοῦ χοροῦ, ὁ δὲ δήμαρχος ἐχρησίμευεν ἀπὸ τὴν μίαν κάμαραν νὰ πηγαίνῃ φῶτα εἰς τὴν ἄλλην διὰ νὰ χορεύουν οἱ λεβέντιδες. Ἔμειναν τρεῖς ἡμέρας εἰς αὐτὸ τὸ χωριὸ, ἐγένοντο αὐτοῖς ἐπισκέψεις εἰς τὸ Βαριμπόπι· ἐγὼ ἐλεεινολογοῦσα τὴν κατάστασιν τὴν ἰδικήν μου καὶ τὴν κατάστασιν ἐκείνων καὶ ἰδίως τοῦ δημάρχου, ὅστις βεβαίως εὑρίσκετο εἰς τὰ ἀγκάθια καὶ εἰς φόβους, ἀλλ’ οἱ λησταὶ ἐφύλαξαν τὴν μπέσα των καὶ δὲν τοὺς ἐπείραξαν· Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐσηκώθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς ἓν ἄλλο χωριὸ Πλατύστομον, ἓν τέταρτον μακρὰν, μετὰ δύο ἡμέρας εἰς τὸ Ἀρχάνι μακρὰν, 20 λεπτὰ τῆς ὥρας· ἐκεῖ ἐχόρευον 24 ὥρας ἀδιακόπως ἄνδρες καὶ γυναῖκες· ἀπ’ ἐκεῖ εἰς Γραμμένην Ῥάχην, ½ ὥραν μακράν· ἐκεῖ ἔγειναν ἀπρεπῆ τινά. Ἐπὶ ἕνδεκα ἡμέρας (διότι ἤρχισαν τὴν 7 Ἰουνίου καὶ ἐτελείωσαν εἰς τὰς 17) διήρκεσε τοῦτο τὸ μεγάλο ταξεῖδι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τασούλας Πλέσας καὶ ἐγὼ μὲ τὰ ἄλογά μας τὸ διατρέχομεν εἰς 1½ ἢ 2 ὥρας. Τέλος αὐτοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ἐπροχώρησαν εἰς τὴν Στυλίδα· τὰ περαιτέρω εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω. Εἰς τὰς 22 τινὲς μὲν ἐφυγαδεύθησαν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, οἱ πλεῖστοι δὲ διεσκορπίσθησαν μανιωδῶς, διότι εἶπον, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἦσαν εἰκονικαὶ καὶ ἄπιστοι· διεσκορπίσθησαν, καὶ ὡς λύκοι διέτρεξαν τὴν πεδιάδα ἀφόβως. Ὁ κ. Πλέσας, ὅστις γνωρίζει καλλίτερον ἐμοῦ τὴν Φθιώτιδα, ἂς εἴπῃ, ἐὰν ἀπὸ τὸ χωρίον Χαλῆλι, ὅπου ἔχει τὰ κτήματά του, κείμενον εἰς πλήρη πεδιάδα, αὐτοὶ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τὸ ταξεῖδι, τὸ ὁποῖον ἔκαμαν λόγῳ στρατιωτικοῦ περιπάτου, δὲν ἐπέστρεψαν ἀφόβως καὶ ἐπῆραν ἀπὸ τὰ ἁλώνια 9 καὶ ἄλλους 4 αἰχμαλώτους ἀπὸ Μάκρυσι μὲ τὰ ἄλογά τους καὶ τοὺς συνώδευσαν εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Τοιαῦτα εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους ἐποχὰς ἐγίνοντο εἰς διάφορα χωρία τῆς Φθιώτιδος, γνωστὰ τοῖς πᾶσι καὶ μάλιστα τῇ κυβερνήσει. Αὐτὴ, κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Φθιώτιδος καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τώρα δὲν κάμνουν τὸν στρατιωτικὸν περίπατον, ὅπως τότε ἐκ συνεννοήσεως καὶ ἀδείᾳ κυβερνητικῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι εἰς διαπραγματεύσεις, τρυπόνουν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, πιθανὸν δὲ καὶ εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Τί νομίζετε, κύριοι; Ἂν καὶ ἦτον εὔφορος ἡ χρονιὰ ἐφέτος, νομίζετε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ἐκ τῆς Φθιώτιδος, (καὶ ὁ κύριος Χατζόπουλος ὁ φίλος μου καὶ πατριώτης καὶ βουλευτὴς Φθιώτιδος τὸ γνωρίζει) ἔχουν ψωμὶ νὰ φάγουν; ἔχουν σπόρον διὰ νὰ σπείρουν; Ὄχι, κύριοι· πολλοὶ θὰ κινδυνεύσουν τῆς πείνης, οἱ πλεῖστοι δὲ δὲν θὰ σπείρουν.—Ἐπώλησαν οἱ Χαληλιῶται καὶ τοὺς σπόρους των πρὸς 26 λεπτὰ, διότι τὸ τέλος τοῦ μηνὸς ἦτο τεταγμένον νὰ πληρώσωσιν, ἐντὸς δὲ τοῦ χωρίου ἦτο καὶ ὁ εἰσπράκτωρ μὲ 29 ἱππεῖς καὶ ἄλλους τόσους πεζοὺς ὁπλίτας, καὶ ὅ,τι ἐπωλοῦσαν διὰ τὰ λύτρα, τὰ ἔπερνεν ὁ εἰσπράκτωρ. Ἐζήτησαν παρὰ τῶν ληστῶν νέαν τριήμερον προθεσμίαν καὶ ἐβιάσθησαν νὰ πωλήσωσιν ὅ,τι ἄλλο εἶχον καὶ νὰ δώσουν δραχ. 8,500, διότι ἄλλως τοὺς ἔκοπταν τὸ κεφάλι καὶ ἔκαιον τὸ χωρίον. Τί πιστεύετε; ὅτι εἰς τὴν Φθιώτιδα ἐφέτος, ἂν δὲν ἦτον αὐτὴ ἡ μεγάλη εὐφορία, θὰ ἐγίνετο τὸ ἓν τρίτον τῶν καλαμποκίων καὶ ἄλλων προϊόντων; Ὄχι βεβαίως. Διατί; διότι δὲν ἐτόλμων οἱ ἄνθρωποι νὰ θερίσουν, οὐδὲ νὰ σκαλίσωσι καὶ ποτίσωσι τὰ ἀραβόσιτά των, σουσάμια, βαμβάκια κλπ. ἔστελλον δὲ ἐργάτας, καὶ φαντασθῆτε τί δουλειὰ ἔκαμνον οὗτοι. Ἐν Φθιώτιδι, Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἡμερησία διάταξις τῶν εἰδήσεων εἶναι ἡ ἀγγελία καθημερινῶν αἰχμαλωσιῶν. Ἀναχωρῶν ἐκ τοῦ τμήματός μου δι’ ἐδῶ, συνήντησα γνωρίμους μου, τοὺς ἠρώτησα «τί χαμπέρια», μ’ ἀπήντησαν, ’ψὲς εἰς τὴν Ὑπάτην ἀπέξω ᾐχμαλώτισαν τὸ Σαϊπᾶν καὶ ἕτερον διαβάτην. Ἔλαβα ἓν γράμμα προχθὲς καὶ μοῦ λέγουν, ὅτι ἐλάβωσαν ἕνα ἀπὸ Ζιόψι, εὗρον ἓν καλὸν μουλάρι καὶ ἕτερον καὶ τὰ ἐπῆραν, καὶ ὅτι τὴν αὐτὴν νύκτα ᾐχμαλώτισαν ἕνα Χαράλαμπον Ἀργυρόπουλον ἐκ Τσούκας, καὶ τί τοῦ ζητοῦν; ἰδέτε, εἶναι τοῦ ταχυδρομείου γράμμα, κύριοι ὑπουργοί, μὲ σφραγίδας κλπ.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως ἀμφιβάλλομεν;
§68ΖΩΤΟΣ. Ὄχι δὰ, ἀλλὰ θέλομεν νὰ λέγωμεν σωσταῖς κουβένταις, κύριε Κουμουνδοῦρε· ἀκούσατε τὸ γράμμα........ «περὶ τοῦ ὑπὸ τῆς συμμορίας τοῦ Εὐαγγέλη Μπούρχα αἰχμαλωτισθέντος Χαραλάμπους Ἀργύρη ἐγράψαμεν καὶ ἐνεργήσαμεν πρὸς πάντα τὰ δέοντα, καὶ ἐκ μέρους τοῦ Γ. Σερέτη (ἐπιστάτου μου, κύριοι βουλευταί!, ἐστείλαμεν ἄνθρωπον τὴν παρελθοῦσαν παρασκευὴν τὸ βράδυ, ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης 7 π. μ. δὲν ἐπέστρεψε (τὸ γράμμα εἶναι ἀπὸ τὰς 21 Νοεμβρίου)· ὥστε δὲν ἠξεύρομεν νεώτερόν τι περὶ τούτου, εἰμὴ τὰ παλαιὰ, ὅτι δηλαδὴ τοῦ ζητοῦν, 1) 12 χιλ. δραχ., 2) 10 φουστανέλας μὲ τὰ ὑποκάμισα, 3) 15 ζευγάρια τελατίνια (τσαρούχια) μὲ τὰ πετσώματά των, 4) 5 φέσια, 5) 10 γελέκια τσόχινα καὶ 6) 3 σελάχια χρυσᾶ.» Αὐτὰ εἶναι, τὰ ὁποῖα ζητοῦν ἀπὸ τὸν φίλον καὶ πατριώτην τοῦ κ. Χατζοπούλου, ὅστις εἶναι καὶ κολλήγας μου, ἐκλεκτὸς καὶ ἀγαπητός μου. Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι 4 ἀδελφοὶ, μὲ τὸ ζευγάρι των καὶ μὲ ἕνα ἄλογον καὶ μὲ διακόσια πρόβατα ἔζων. Ἀλλὰ μήπως οἱ ἄλλοι δὲν ζητοῦν περισσότερα; Βεβαίως ναί· τὰ λαμβάνουν ὅλα; ὄχι, ἀλλὰ τόσα ὅσα δὲν ἔχει ὁ δυστυχὴς αἰχμάλωτος· διότι θερίζει καὶ πωλεῖ τὸ πρὸς τροφὴν καὶ σπόρον σιτάρι του, ἀκολούθως τὰ ζῶά του καὶ τὸ χωράφι του, ὡς ἔκαμον οἱ δυστυχεῖς Χαλημιῶται, οἱ ἀδελφοὶ Σκουτέλη καὶ οἱ ἀδελφοὶ Καϊμακάμη, οἵτινες εἶχον ἀνὰ δύω υἱοὺς αἰχμαλώτους. Οἱ μὲν ἐπώλησαν τὰ πρόβατά των πρὸς ἓν τάλληρον τὸ κεφάλι, καὶ ἀμφότεροι ἀπὸ 40–50 στρέμματα γαιῶν, ὁποῦ εἶχαν νὰ ζήσουν, πρὸς 20 δραχ. τὸ στρέμμα, ἐνῷ ἀξίζουν δραχ. (θόρυβος) —Μὴ ταράττεσθε κύριοι, —αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἦλθον εἰς ἐμὲ καὶ τὸν Κοντογιάννην διὰ δανεικοὺς σπόρους (θόρυβος)· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Φθιώτιδος καὶ οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρυτανίας, τῆς στερεᾶς Ἑλλάδος ὅλης. (θόρυβος).
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τίνος καιροῦ, ποῦ ἔγινε;
§70ΖΩΤΟΣ. Πρὸ 60 ἡμερῶν, εἰς Ἀμπλιανὴν τῆς Παρνασίδος, πατρίδος τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐνδοτάτην, ἐπὶ 3 ὅλας ὥρας οἱ λῃσταὶ ἐκυνήγησαν τὸν λοχαγὸν Σταμάτην Ἀποστολίδην καί τινα ἔμπορον. Ἡ ἱκανότης καὶ ὠκυποδία τοὺς ἔσωσε· ταὐτὰ καὶ εἰς τὴν Δωρίδα τοῦ Σιάφα καὶ τοῦ Μαστραπᾶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδότεραι, εἰς Καλάβρυτα, καὶ εἰς τὰς Παλαιὰς Πάτρας τὸ παιδὶ τοῦ Φωκᾶ τὸ εἶχον ἐπὶ πέντε ἓξ μῆνας καὶ ἀντὶ 25,000 χιλ. δραχ. ἀπελευθερώθη, καὶ ἐνῷ ἦτο φιλάσθενον, τώρα ἔγινε καλά. Νὰ μαγουλάρες! Ὁ Κωσταρέλος, παρήγγειλεν εἰς τὸν πατέρα του νὰ τοῦ τὸ γνωρίζῃ χάριν, διότι τὸ ἰάτρευσε καλλίτερα ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς Μακκᾶν, Ὀρφανίδην καὶ τὸν ἐξοχώτατον κ. Λομβάρδον, ὅστις μοὶ φαίνεται τὸ ἐπεσκέφθη.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πατριῶται εἶσθε;
§72ΖΩΤΟΣ. Μάλιστα, πατριῶται κάλλιστοι· μήπως τὸν ἔχω μανικοκάπι; διὰ τὸν ἀδελφόν μου δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος.
§73ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν παράδειγμα τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις ἦτο φιλάσθενος καὶ ἔγινεν εὐστραφέστατος.
§74ΖΩΤΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ αὕτη πολιτική σας, ὅτι ἡ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε μὲ τὴν πραλαβοῦσαν κυβέρνησιν τοῦ Βούλγαρη, ἦτον ἀτυχεστάτη, διότι τότε ἐν Φθιώτιδι καὶ Εὐρυτανίᾳ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ συμμορίαι ὅλαι τῶν λῃστῶν, 70 ἢ 80 τὸν ἀριθ, ἦσαν τρυπωμέναι εἰς τὰ δάση· ἀλλὰ τώρα ἐνεργοῦν φανερά. Τώρα, κύριοι, τὸ κακὸν εἶναι τρομερὸν, σεῖς παίζετε καὶ γελᾶτε νομίζοντες, ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶναι σωστὰ καὶ προσβάλλουν· ὄχι, ὑπάρχουν καὶ στιγμαὶ καὶ πράγματα, δι’ ὧν δύναταί τις νὰ προσβάλῃ, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ περιστάσεις καὶ ἀφορμαὶ καθ’ ἃς κατ’ ἀνάγκην τις τὰς ἐβγάζει ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ ὄχι διὰ νὰ προσβάλῃ μίαν κυβέρνησιν. Εἶναι οἰκτρὰ ἡ κατάστασίς μας! Ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σπουδαῖοι ἄνθρωποι τῆς Φθιώτιδος, οἰκοκυραῖοι, ὡσὰν ἐμὲ καὶ τὸν κ. Χατζίσκον καὶ ἄλλους (καὶ τοὺς γνωρίζει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς ὃν μυστικὰ στὸ αὐτὶ θὰ εἴπω τὰ πρόσωπα) δημοσίᾳ εἶπον εἰς πολλοὺς καὶ εἰς τὸ παζάρι τοῦ Ἀγᾶ· «προτιμῶμεν νὰ καλολογῶμεν τοὺς λῃστὰς καὶ νὰ τοὺς ἔχωμεν φίλους διὰ νὰ μᾶς προφυλάττωσι νὰ μὴ τύχῃ καὶ μᾶς σκοτώσωσι καὶ καταστρέψουν τοὺς κολλήγους μας, παρὰ νὰ ἔχωμεν φίλους τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ μᾶς σώσουν, συνθηκολογοῦν δὲ μὲ τοὺς λῃστὰς, τοὺς κάμνουν θρασυτέρους καὶ μᾶς ἐκθέτουν εἰς κίνδυνον.» Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, εἶναι σωστὰ καὶ παραλείπω πολλὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας βέβαια ὅλοι σεῖς οἱ ὑπουργοὶ, ἰδίως μάλιστα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὰς γνωρίζει, καὶ ἐν τῇ συνειδήσει του θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ζῶτος δὲν λέγει ψεῦμά τι, ὅτι παρέλειψα πολλὰ, εἴτε διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλήσω, εἴτε διότι δὲν συμφέρει περισσότερα νὰ εἴπω.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπητε πότε ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις;
§76ΖΩΤΟΣ. Ποία;
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἀνόητος ἐπανάστασις.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ...................
§79ΖΩΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μὴ μὲ διακόπτετε· διὰ τὴν ἐπαρχίαν σας γνωρίζετε καλλίτερα σεῖς, ὡς καὶ ὁ κ. Λυκοῦργος.
§80ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε ὅ,τι γνωρίζετε.
§81ΖΩΤΟΣ. Τὸν Νοέμβριον ἢ τέλη Ὀκτωβρίου π. ἔ. ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις εἰς Σιρμινίκου, ἐφόνευσαν τοῦρκον τινα καὶ εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐξ ὧν τινες μὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν δῆμόν μας Κτημενίων, τινὲς εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ὅπου εὗρον ἄσυλον· ἡ δὲ ἄλλη ἐπανάστασις τὸν Δεκέμβριον. Θὰ εἰπῆτε, ὅτι ἦτο τότε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη· σκεφθῆτε μόνοι σας καὶ θὰ εὕρητε τὴν ἀλήθειαν· ἴσως σᾶς λανθάνουν ἢ θέλετε νὰ φαίνησθε, ὅτι σᾶς λανθάνουν μερικὰ περιστατικά. Τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἤμην εἰς τὴν Λαμίαν· τὸ ἑσπέρας ἑτοιμάσθησαν περίπου 80 νὰ φύγουν καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἔφυγον ὅλοι, ἀλλὰ 30, ὅτε συνελήφθησαν τινὲς παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Σ. Σούτζου, καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγ. Νικολάου, ὅπου ἦτο τρομερὸς χειμὼν, ἐταξείδευε μία διλοχία ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ λοχαγοῦ Σταμάτη Ἀποστολίδου, ἐπῆγεν εἰς Φουρνᾶ καὶ τοὺς ἐγύρισεν ὀπίσω, τὸν Κωσταρέλον καὶ τοὺς ἄλλους.
§82ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης.
§83ΤΙΝΕΣ. Πλήρης εἶναι, ἂς τελειώσῃ.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Ζῶτε, νὰ μᾶς εἰπῆτε, περὶ τὰ ὅρια ἦσαν καθαροὶ λησταὶ ἐπαναστάται, μαζῆ ὅλοι, ἢ ἐπαναστάται μετὰ πολιτῶν;
§85ΖΩΤΟΣ. Ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους;
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντὸς καὶ ἐκτός.
§87ΖΩΤΟΣ. Ἦσαν ἐπαναστάται καὶ λησταὶ, ἀλλ’ ὅλοι δὲν ἦσαν ἀναμίξ· ὁ Κυριάκος, ὁ Κωσταρέλος, ὁ Κίσσαβος, Κῖτσος ὁ ἀνθυπασπιστὴς κλ. ἦσαν χωριστὰ, καὶ γενναίως ἐπολέμησαν· ἀλλὰ προσεκλήθησαν ἢ ἐστάλησαν ἄλλοι τότε διὰ νὰ τοὺς πολεμήσωσι, νὰ τοὺς πιέσωσι καὶ βιάσωσι νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα· οὗτος ἦτον ὁ πληρεξούσιος ὑπουργός σας, καὶ ὁ ἰδίως ἀντιπρόσωπος ὑμῶν, δηλονότι τοῦ πρωθυπουργοῦ. Κύριε πρωθυπουργὲ, τὸ μέγα ἐπιχείρημά σας εἶναι, ὅτι αὐτοὶ φυλάττονται ἀπὸ τὴν Τουρκίαν· ἐγὼ δὲν σᾶς ἀντιλέγω· ζοῦν καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχει μία συνθήκη, δυνάμει τῆς ὁποίας τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα μὲ τὰ τουρκικὰ πρέπει νὰ καταδιώξωσι τοὺς ληστάς. Τὰ δύο ὅμορα κράτη ὑποχρεόνονται νὰ καταδιώξωσιν ἀμοιβαίως. Δὲν εἴμεθα εἰς πόλεμον μὲ τὴν Τουρκίαν, εἴμεθα εἰς θέσιν μᾶλλον φιλικὴν καὶ οὐδετερότητα ὡς πρὸς τὴν Κρήτην. Ἡ Τουρκία πρέπει νὰ εὐγνωμονῇ ἢ νὰ σᾶς εὐγνωμονῇ διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς ἐπαναστάσεως. Ἡμεῖς ἐμάθαμεν, ὅτι πρὸς τοῦτο ὑπῆρξαν καὶ ἀπαιτήσεις διπλωματικαί. Σεῖς ἔπρεπε νὰ ζητήσητε ἐγγυήσεις καὶ νὰ εἰπῆτε, ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῇ καὶ ἡ Τουρκία τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν· δυνάμει αὐτῶν ἠμπορούσατε νὰ ὑποχρεώσητε τὴν Τουρκίαν νὰ μὴ μᾶς καταστρέφῃ κατὰ τοὺς λόγους σας. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, καὶ πρὶν καὶ μετὰ τὸ 1854 ὑπῆρξαν δυσαρέσκειαι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· ὑπῆρχον ὅμως εἰς τὰ πράγματα ἄνδρες, οἵτινες ἠδυνήθησαν καὶ τοὺς Τούρκους νὰ ἐκφοβίσουν καὶ τοὺς προστάτας μας νὰ φέρουν εἰς θέσιν νὰ ὑποχρεώσουν τὴν Τουρκίαν νὰ σεβασθῇ τὰς συνθήκας. Οἱ διοικοῦντες τότε ἦσαν ἄνθρωποι, οἵτινες εἶχον τὰ μέσα νὰ γίνουν καὶ σεβαστοὶ καὶ ἐπίφοβοι. Ἔχετε ἐγγυήσεις, ἐπικαλεσθῆτε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐγγυήσεων, ἄλλως μὴ ἔρχεσθε μὲ λέξεις καὶ λέγετε «φυλάττουν οἱ Τοῦρκοι·» καὶ ἡ ἀφεντιά σου ὁποῦ εἶσαι Κυβέρνησις τί κάμνεις; εἶσαι διὰ νὰ εἰσπράττῃς μόνον τοὺς βαρεῖς φόρους; τότε δὲ ἡμεῖς τί νὰ κάμωμεν; νὰ κομματιαζώμεθα, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἔβγωμεν εἰς τοὺς ἀγρούς μας καὶ νὰ αἰχμαλωτιζώμεθα ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, καὶ σεῖς νὰ τρίβετε τὰ χέρια σας; δι’ αὐτὸ πληρώνομεν τοὺς φόρους μας, καὶ οἱ ἄλλοι πολῖται τόσον ἀγογγύστως, ὡς ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, ἐδέχθησαν τόσους φόρους; Καὶ μολαταῦτα εἴτε μὲ τὴν μεγάλην ἰδέαν, εἴτε διότι εἴδομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἐδέχθημεν φόρους 10,000,000 δραχμῶν καὶ 25 ἑκατομμύρια στρογγυλὰς δραχμὰς δάνειον. Λοιπὸν ἐξασφαλίσατέ μας. Μὰ ἂν δὲν ἦσθε ἱκανοὶ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσητε, ἂν δὲν ἦσθε ἱκανοὶ νὰ γίνητε σεβαστοὶ παρὰ τῇ Τουρκίᾳ, ἄ! τότε δὲν πρέπει νὰ κάθησθε ἐκεῖ ὅπου κάθεσθε.
§88ΒΙΛΑΕΤΗΣ. ...... (θόρυβος.)
§89ΖΩΤΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε· εἶναι ὁ ἴδιος ἱκανὸς νὰ ἀπαντήσῃ· λέγεσθε Ἀλέξανδρος, ἀλλ’ ὁ Ἀλέξανδρος πρωθυπουργὸς ὁρίζει τὸ στόμα του καὶ ἠξεύρει ν’ ἀπαντήσῃ.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω σᾶς εὐχαριστήσει.
§91ΖΩΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, ἂν μὲ ἐγγίξητε, θὰ σᾶς πληρώσω καλά. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐσεῖς μόνοι, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, εἶσθε ἡ ἀφορμὴ τῆς αὐξήσεως τῆς λῃστείας καὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος μας. Δὲν δύνασθε νὰ καταστρέψητε τὴν λῃστείαν ἐσωτερικῶς, δὲν δύνασθε νὰ τὴν περιστείλητε, σεῖς εἶσθε οἱ πταῖσται· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ συγκρίνητε τοὺς μὲν μὲ τοὺς δέ· ἐλᾶτε εἰς τὰ πράγματα.
§92ΒΙΛΑΕΤΗΣ. ..... (θόρυβος.)
§93ΖΩΤΟΣ. Τώρα, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων καὶ τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικόν.
§94ΤΙΝΕΣ. Τελειώσατε πλέον.
§95ΖΩΤΟΣ. Ἐτελείωσα, μὴ σεκλετίζεσθε, εἰς τὸ συμπέρασμά μου εἶμαι· αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τὰς ἐξήλεγξαν· ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ δαπανᾶτε ἀφειδῶς καὶ ἀσυστόλως διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες εἶναι ἢ πόλεμος ἢ πρόκλησις εἰς πόλεμον, εἶναι μάταιος. Σεῖς ἐπνίξατε μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα· ὁ νεκροθάπτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ὑπεράνθρωπος ἰατρὸς νὰ ζωντανεύσῃ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔθαψεν. Ἔχετε καὶ ἕνα ἄλλο σύστημα, κύριοι ὑπουργοί, τὸ ὁποῖον σᾶς βλάπτει ἐνώπιον ὅλης τῆς κοινωνίας· διότι σεῖς ἐσυνειθίσατε νὰ λέγητε πάντοτε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι λέγομεν ἡμεῖς, καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν καὶ τί λέγει καὶ ἡ πλειονοψηφία κλ. Κύριοι, εἶσθε Κυβέρνησις, ἔχετε πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβασθῆτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὰς πράξεις σας καὶ ὅλην τὴν κοινωνίαν.
§96ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Δὲν δεχόμεθα νὰ μᾶς ὑβρίζητε (θόρυβος), ἀνακαλέσατέ τα.
§97ΖΩΤΟΣ. Δὲν σᾶς ὑβρίζω, κύριε Κατζάκε· ἂν δὲν εἴχατε πλειονοψηφίαν, ἠμπορούσατε νὰ ἔχητε Κυβέρνησιν; εἶναι ὅρος συνταγματικὸς αὐτός. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ συνταγματικῶς· νὰ ἰδῶμεν λοιπὸν τί θὰ εἰπῇ ἡ πλειονοψηφία· θὰ εἰπῇ ὅτι ἐρείδεσθε μόνον εἰς αὐτὴν καὶ οὔτε ὅ,τι πρέπει νὰ γίνῃ κάμνετε, οὔτε ἀκούετε καὶ κανένα καλὸν, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε κἀνεὶς νὰ σᾶς συμβουλεύσῃ. Ἄνωθεν, κύριοι, τῆς πλειονοψηφίας ὑπάρχει ἓν ἔθνος καὶ μία Βασιλεία, οἵτινες δικάζουσι καὶ σᾶς καὶ τὰς πράξεις σας καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τὴν πλειονοψηφίαν σας.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅ,τι ἐκάμαμεν πέρυσι, ὅπου μᾶς ἤκουσεν ἡ πλειοψηφία (θόρυβος).
§99ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 5 καὶ ¼.)