1867.11.24
1.294 στίχοι · 10.985 λέξεις · 103 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 24 Νοεμβρίου 1867.
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (Ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1868. Ἐν ὀλίγοις παρατηρῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον· καὶ ὁ μὲν τακτικὸς περιέχει τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ὁ δὲ ἔκτακτος τὰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ ἑπομένως τὰ ἔκτακτα ἔσοδα. Αἱ τακτικαὶ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 33,450,000· τοῦ 1867 ἦσαν 32,400,000· διαφορὰ ἐπὶ πλέον 1,100,000· ἐκκρεμεῖς πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ διὰ τὸν τόκον τῶν δανείων καὶ λοιπά.... Ὁ νέος προϋπολογισμὸς τοῦ 68 προβλέπει ὅλως νέα ἔξοδα, ἀλλὰ τακτικὰ 3,100,000, ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς· διὰ τὸ δάνειον τοῦ 24 καὶ 25,800,000, διὰ τοὺς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων τῶν 28,000,000, ἐπὶ πλέον τοῦ 67, 1,550,000, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 67, 750,000. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ· δι’ ἔκτακτα ἔξοδα 13,145 000, ὁ δὲ τοῦ 67, δυνάμει τῶν προκειμένων πιστώσεων, περιέχει 7,750,000. Καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτεταμένην ἔκθεσιν, καθ’ ὅσον αἱ λεπτομέρειαι ἐδόθησαν εἰς τὸν τύπον.
§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν προεθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ἂν δὲν ἔβλεπον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐλάμβανε πάντοτε ἀντίθετον τροπὴν ἢ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ἀξιώματα οὐδέποτε διαλανθάνουν τὰς πόλεις καὶ τοὺς πολίτας· «ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μύρια ἕπονται.» Ἐπρόκειτο, κύριοι, οὐχὶ διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν πίστωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δευτέραν, ἢ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἑτέρων ἀντικειμένων καὶ αἰφνιδίως καὶ ἐξ ἀπροόπτου μᾶς παρουσιάζονται αἱ πιστώσεις. Νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἄλλο ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρὶν κατὰ πρώτιστον λόγον, ὅπερ ἀπαιτεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ὑπουργείου, νὰ ἐκθέσῃ προηγουμένως τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἠπατήθην· ἐτέθη τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη καὶ ἡ πλειονοψηφία ἀπέδειξεν ὅτι πρέπει νὰ ἡγηθῶσιν αἱ πιστώσεις· ἀλλὰ τὸ δίκαιον ἀντετάχθη ἀφ’ ἑτέρου καὶ ὑπεστήριξεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, τουτέστι νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὸ ὑπουργεῖον προηγουμένως τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα καὶ κατόπιν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς πιστώσεως. Ὁ πρωθυπουργὸς ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκήρυξεν ὅτι παρέλαβε κατάστασιν ὀδυνηράν· ἡ λῃστεία ἐμάστιζε πανταχοῦ τὰς πόλεις, ὥστε οὔτε ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπῆρχεν ἀσφάλεια· μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι ἐνήμερον, ὅτι ἡ λῃστεία πανταχοῦ κατεπνίχθη καὶ κατεσπάσθη καὶ ὅτι σπέρματά τινα ὑπάρχουν κατὰ τὰς μεθορίους ἐπαρχίας, ἀντὶ νὰ εἴπῃ θύελλαι, ἀντὶ νὰ εἴπῃ νέφη καταμαστίζουν τὸν τόπον. Ἂν κύριοι, τὸ ταμεῖον εἶναι ἐνήμερον ἢ οὔ, τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ διαβεβαιώσῃ οὔτε ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, διότι, ἂν θέλετε, πολλαχοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν διὰ νὰ λαμβάνουν (θόρυβος)· τὸ ταμεῖον λοιπὸν δὲν εἶναι ἐνήμερον, ὅπως ἤθελεν ἀποδείξει ὁ ἔντιμος πρωθυπουργός· ἀπεναντίας ὑπάρχουν ἐλλείμματα πολλὰ καὶ μεγάλα· ἂν δὲν εἶναι δὲ ἐνήμερον, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν διπλασιασμὸν τῶν φόρων καὶ εἰς τὴν γενικὴν ἀφορίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ἐφέτος καθ’ ὅλον τὸ κράτος· ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἀφίνω διὰ τοὺς λογιστικούς. Ὁ ὑπουργὸς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν, δὲν διεσάφησε τὴν ἀλήθειαν, εἰπὼν, ὅτι εὗρε τὰ πράγματα εἰς τόσον ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ ἴσως δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἕνα ὑπουργὸν τῆς μεγάλης φυλῆς νὰ δυσφημῇ τὸ ἔθνος μὲ λέξεις... Ἀπέκρουσα, κύριοι, πάντοτε τὴν τοιαύτην ἀρχὴν καὶ ὡς βουλευτὴς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀντιπολιτεύομαι τὴν ἐξουσίαν ὁσάκις τὴν βλέπω παρεκτρεπομένην καὶ προσφεύγουσαν εἰς μέσα δυνάμενα νὰ προστρίψωσι μῶμον. Πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου ὁ τύπος τῆς Εὐρώπης ἐδυσφήμει τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν παρουσίαζεν ὡς φυλὴν .... δὲν λέγω· ἐκινήθη ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, καὶ πῶς ἐκινήθη ἠξεύρω, ἀλλὰ δὲν συμφέρει νὰ ἐκθέσω τὰ καθ’ ἕκαστα, διότι ἡ τοιαύτη σκηνὴ τεκταίνεται ἀπὸ τὸ 1860, ὅτε ἐζήτησαν νὰ διαρπάσωσι τὴν Κρήτην διὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ (θόρυβος ἀποδοκιμασίας).
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὸ κίνημα τῆς Κρήτης εἶναι αὐθόρμητον.
§6ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκινήθη ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης καὶ παραχρῆμα εἴδετε τὸν τύπον ν’ ἀλλάξῃ ὑπὲρ ἡμῶν, ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἐντεῦθεν ἡ μεγάλη κίνησις, καὶ ἐν ὀλίγοις, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι αὐτομάτως διακόσια κομητάτα συνεστήθησαν ἐν Εὐρώπῃ καὶ ὁ χρυσὸς εἰσέῤῥευσε ποταμηδόν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ Κράτος. Ἐπροσπάθησε τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐ μόνον τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν εὗρεν ἐλεεινὴν καὶ οἰκτρὰν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐπίσης. Ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὅτι κατόπιν αὐτοῦ μετεφέρθησαν γυναικόπαιδα ἐκ Κρήτης, ἀλλ’ ἐν τούτοις πρότερον δύναμίς τις εἶχε διατάξει τὴν μεταφορὰν γυναικοπαίδων, ἡ Ἀγγλία. Ναί, κύριοι, ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ γράμμα οὕτως εἰπεῖν τοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου. Ἀπεναντίας ἐστηρίχθησαν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ καὶ σμικρὰ θεωρῶ καὶ ξένα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τοὐτέστιν, ἐνῷ ἔπρεπε διὰ ν’ ἀναπτυχθῶμεν ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ προγράμματος, ἀπεναντίας κατεφύγαμεν εἰς ἀντεγκλήσεις, ποία δηλαδὴ ἦτο ἡ διαγωγὴ τῆς προτέρας κυβερνήσεως. Ἐὰν καλὴ ἢ κακὴ ἡ τότε κυβέρνησις, ἴσως δὲν εἶναι ἀντικείμενον τοῦ παρόντος λόγου, καὶ ἴσως ἴσως δὲν πρέπει παντάπασι νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν κανὲν κακὸν ἔπραξεν ἢ δὲν ἔπραξε· τοῦτο τὸ γνωρίζει τὸ ὑπουργεῖον, διότι εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει πανδήμως τὰς πράξεις του, ὅτι συμμερίζεται καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ διαβήματά του, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου εἶναι καὶ πολιτικὴ ἐδική του. Ὁ ἀμφιβάλλων δύναται νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ, μολονότι ἔναυλος ὑπάρχει ὁ ἦχος τῆς τότε παραδοχῆς τοῦ ὑπουργείου. Ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ κηρύξῃ ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ πρόγραμμά της, καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κύριοι, εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τοὺς βράχους τῆς ἁγίας Λαύρας, εἶναι ὅρκος τοῦ 1821, εἶναι, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ φωνὴ, ἥτις ἀντηχεῖ οὐ μόνον εἰς τὰ ἔσω, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔξω τοῦ δεδουλωμένου κράτους, καὶ οὐδεὶς κυρίως, ἐὰν Ἕλλην, ἐὰν χριστιανὸς, δύναται νὰ παρασπονδήσῃ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ προγράμματος τούτου. Ἐγὼ, λέγει, προπαρασκευάζομαι καὶ σὺ ἀποκρούεις τὰς προπαρασκευάς. Ὄχι· νομίζω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πολὺ συνετὴ καὶ γενναία ἐφάνη· κατὰ τὸ παρελθὸν ἠδύνατο κἄτι νὰ πράξῃ, ἢ τοὐλάχιστον κἄτι νὰ εἴπῃ, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐσίγησε καὶ ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας, βλέπουσα ἀπέναντι τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης καὶ φοβουμένη μὴ προσκρούσῃ εἴς τι, βλέπουσα τὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως καὶ φοβουμένη ἐπίσης ἵνα μὴ προσκρούσῃ· ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ὥρα καὶ βλέπομεν εὐτυχῶς τὸν Βασιλέα εἰς τοὺς κόλπους ἡμῶν καὶ νομίζω, ὅτι τώρα πρέπει νὰ λυθῇ ἡ γλῶσσα καὶ νὰ λεχθῶσιν ὅσα μέχρι τοῦδε ἀπεσιωπήθησαν. Περὶ τῶν προπαρασκευῶν, κύριοι, οὐδεὶς ἀντιλέγει, ἀλλ’ ἀπεναντίας αἰτιᾶται τοὺς κατὰ καιροὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες δὲν ἐφρόντισαν διὰ νὰ ἔχουν στόλον, νὰ ἔχουν στρατὸν, νὰ ἔχουν πολεμεφόδια. Ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς ποιότητος τῶν πολεμεφοδίων, περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὅπλων καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Δὲν ἠξεύρω, ὅταν μία κυβέρνησις στέλλῃ τοὺς μηχανικούς της τοὺς μᾶλλον ἐμπεπιστευμένους καὶ τοὺς λέγει, πηγαίνετε ν’ ἀγοράσητε αὐτά, νὰ κατασκευάσητε τὰ τοιάδε καὶ τοιάδε πλοῖα, καὶ αὐτοὶ πηγαίνουν καὶ ἐπανερχόμενοι λέγουν, ὅτι αὐτὰ τὰ πλοῖα εἶναι ἄχρηστα, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσουν εἴς τι, καὶ κατόπιν ἡ κυβέρνησις ἀγοράζει τὰ πλοῖα αὐτά, τὶ πρέπει νὰ εἴπω. Δὲν ἠξεύρω τὰς ποιότητας τῶν πλοίων καὶ τῆς πυρίτιδος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὸν ἀξιότιμον υἱὸν τοῦ ἥρωος Καραϊσκάκη, ὅστις γνωρίζει τὰ καθέκαστα, καὶ αὐτὸς ὡς ἐμπειρότερος ἐμοῦ θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ ποία ἡ κατασκευὴ, ποῖα τὰ ὅπλα, ποῖα ἡ πυρίτις, διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ καὶ ἄλλοι λέγουν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα.
§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε βουλευτά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, εἶναι ὅτι ἀληθὲς, ὅτι ἤκουσα πολλὰ, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου δὲν εἶδον. Πρὶν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν φέρῃ μίαν κατάστασιν ὁριστικὴν τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κατακρίνωμεν, διότι τὶ ἐβγῆκε μὲ λόγια; Ἐγὼ ἤκουσα καθ’ ὑπόθεσιν εἰς Παρισίους πολλὰ, ἀλλὰ δὲν εἶδον τὶ ὅπλα, τὶ πολεμεφόδια ἠγοράσθησαν· ἡ ἀντιπολίτευσις παρεκάλεσε νὰ κατατεθῇ ἡ κατάστασις τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη· ὅταν παρουσιασθῇ, εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω καὶ ὡς στρατιωτικός, ἀλλὰ νὰ ἐπικαλοῦμαι τοιουτοτρόπως τὶ εἶπον ἢ τὶ ἤκουσα ἀπὸ τὸν κύριον Μόστραν καθ’ ὑπόθεσιν ἢ ἀπὸ τὸν κύριον Ῥώμαν καθ’ ὁδὸν, τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι σωστόν. Εἶναι καλὸν, νομίζω, νὰ ἐπικαλεσθοῦν ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ φέρῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ ὑλικοῦ.
§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον κ. Καραϊσκάκην· τὸ ἐβεβαίωσεν, ὅτι διαδίδεται καὶ ἀκούεται, καὶ βεβαίως τὸ νὰ συκοφαντῆται ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀνάξιον· διότι τὸ νὰ συκοφαντηθῇ εἷς πολίτης καὶ δύω, τοῦτο δὲν προξενεῖ μεγάλον κακὸν εἰς τὴν πόλιν, ὅσον, ὅταν συκοφαντῆται τὸ ὑπουργεῖον. Λοιπὸν πρέπει τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀποκρούσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς συκοφαντίας· ἂς ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐξετάσουν ἂν ἡ πυρῖτις χρησιμεύῃ, ἐὰν τὰ ὅπλα ἦναι τοῦ τότε ἢ τοῦ νῦν καιροῦ. Ἐὰν θέλετε, κύριοι, ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ ἀντεγκαλῶμεν τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον καὶ νὰ τοῦ λέγωμεν νὰ μᾶς δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του δὲν συνᾴδει, διότι δυνάμεθα νὰ ἀντεγκαλέσωμεν καὶ ἄλλους ὑπουργοὺς προγενεστέρους καὶ ἄλλους καὶ ἄλλους· ὥστε τοιουτοτρόπως ἡμεῖς θὰ μετασχηματίσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς παλαίστραν διαπληκτισμῶν καὶ κατόπιν θὰ καταντήσωμεν εἰς ὕβρεις. Αὐτὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει διὰ νὰ ἐκλείψουν, καὶ λυποῦμαι πολὺ πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς συναδέλφους του καὶ μάλιστα εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις εἶναι νέος σεμνὸς καὶ μόλις ἀναφαίνεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἀντεγκαλέσῃ τοὺς προκατόχους του, μετὰ τῶν ὁποίων, ὅ,τι καὶ ἂν ἔπραξαν, ἦτο σύμφωνος τότε καὶ συνετέλεσε καὶ ἐκεῖνος.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἤμην σύμφωνος μὲ τὴν πρώην κυβέρνησιν;
§10ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ τὴν περασμένην καὶ πρώην καὶ μὲ ὅλας.—Ἐδῶ, κύριε Τρικούπη, ἐδημοσιεύθησαν ἐπιστολαὶ τῆς κυανῆς καὶ κιτρίνης βίβλου, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν τὰ βλέπομεν ἤδη, ἐνῷ πρότερον ἵστασθε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ τὰ διεψεύσατε καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἠπόρησε πῶς νὰ στηλιτευθῶσι δύω πρέσβεις ὡς ψευδῶς γράψαντες καὶ νὰ μὴ κάμουν καμμίαν ἀντέγκλησιν εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ νὰ μείνουν εἰς τὴν θέσιν των ἀμφοτέρωθεν. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν μᾶς διαβεβαιόνουν, ὅτι ἔγειναν ἐν γνώσει καὶ ἐν συσκέψει καὶ ἐν διαβουλίῳ.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι πονηρός. (γέλως).
§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἦτο φυσικῶς, κύριοι, ἀδύνατον διὰ νὰ προσβληθῶσι δύω πρέσβεις καὶ νὰ μὴ κάμουν οὐδὲν παράπονον, ἀλλὰ νὰ ἡσυχάσουν, νὰ κουκουλωθοῦν τὸ ψεῦδος ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὅταν εἶπε, ποῦ ἠξεύρω ἐγὼ τὶ γράφουν οἱ πρέσβεις; αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς διανοίας των, δὲν τοὺς ὑπεσχέθην ποτὲ τοιαῦτα καὶ τοιαῦτα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὅλον ἐκεῖνο τὸ πρᾶγμα ᾠκονομήθη τότε, ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος ἐνόμιζεν, ὅτι ἢ ὁ κ. Τρικούπης θὰ λείψῃ νὰ ᾖναι ὑπουργός, ἢ οἱ κύριοι πρέσβεις θὰ πάρουν τὰ διαβατήριά των· ἀλλὰ δὲν ἔγεινεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ἡ λῃστεία, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸ ὑπουργεῖον τὴν παρατήρησιν, δὲν ἦτο πρὸ τῆς ὑπουργείας του ὁποία εἶναι σήμερον, διότι ἠκούσατε τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Τσιριμῶκος, ὅτι 300 χιλιάδες δραχμῶν ἐδόθησαν μόνον διὰ λύτρα εἰς ἕνα νομόν, τῆς Φθιώτιδος, (θόρυβος δεξιά). Ἐγὼ λέγω ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος ἀπὸ τοῦ βήματος· εἰς τοῦτο δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ μὲ διακόπτετε· οἱ λῃσταὶ οὐδέποτε ἐτόλμησαν διὰ νὰ ὑψώσουν σημαίαν εἰμὴ εἰς τὸ 33, νομίζω, ἢ 34. Ἡ λῃστεία δὲν προέρχεται, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ τὸ εἴπω, δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰς μεθορίους ἀρχάς, ἢ ἂν προέρχεται ἀπὸ ἐκεῖ, ὅτε ὑμεῖς, κύριε, ἐφέρατε συνθήκην εἰς τὰ ἐνταῦθα μεταξὺ Τουρκίας πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἠθελήσατε πάσαις δυνάμεσι νὰ τὴν διασκορπίσετε, καὶ σᾶς εἶπε φωνή τις, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν εἰρήνην μετὰ τῆς Τουρκίας ἀλλ’ ἀνακωχὴν πολέμου· συνθήκην δὲν ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος ἔφερε τὴν συνθήκην.
§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν τὴν ἔφερεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, εἶδε μ’ ὅλα ταῦτα τὴν φυσιογνωμίαν τῆς Βουλῆς, εἶδε τὴν φυσιογνωμίαν τῶν κοινῶν, ἤκουσε τὸν τύπον καὶ δὲν τὴν ἐξετέλεσε· τὴν ἐξετελέσατε ὑμεῖς. Ἡ συνθήκη ἐκείνη δὲν ἦτο εἰμὴ μία παγὶς κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, μία παγὶς κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ ἡ παγὶς αὕτη ἰδοὺ ὅτι σήμερον θριαμβεύει. Διὰ τί τότε λοιπὸν ἡ συνθήκη νὰ μὴ ἀνακληθῇ τοὐλάχιστον ἐπί τινας ἡμέρας μέχρις οὗ εὐκρινέστερον τὴν ἐξετάσῃ ὁ τύπος, μέχρις οὗ ἀποφανθῇ ἡ κοινὴ γνώμη, μέχρις οὗ, κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ὅλων, ἀνιχνεύσωμεν ἀκόμη καὶ τὰς διαθέσεις τῆς γείτονος δυνάμεως; Ἔγεινε λοιπὸν ἡ συνθήκη· ἰδοὺ τὰ περὶ τῶν λῃστῶν τὰ ὁποῖα κατασπαράττουν τὸ ἐσωτερικόν. Ἀλλ’ ἡ λῃστεία ἔχει καὶ ἄλλοθεν τὰς ἀρχάς της· ἠξεύρετε, ὅτι ὑπῆρχεν εἷς σπινθὴρ ἐπαναστάσεως, ὅστις ἐκλόνιζε καὶ ἐτάραττε τὸ θεμέλιον τῆς Τουρκίας, καὶ μᾶλλον ἐφοβεῖτο τὸν σπινθῆρα αὐτὸν παρὰ τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, διότι ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν Κρήτην ἔχω φρούρια, ὅτι ἐγὼ εἶμαι κυρίαρχης τῆς θαλάσσης, θὰ τὴν ἀποκλείσω, θὰ τὴν καταπιέσω, τέλος πάντων ἂς ἀγωνισθῇ ὅσον θέλει. Εἴδατε, εἰς μίαν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν κατηγόρησαν ἕνα ἄνδρα, ὅστις πραγματικῶς ἀπεδείχθη ἥρως· ἐπολέμησε πανταχοῦ καὶ δὲν ἡττήθη, καὶ τοὺς τοιούτους ἄνδρας, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσουν μίαν ἡμέραν, πρέπει νὰ τοὺς περιποιώμεθα, ὄχι ὅμως ποτὲ νὰ τοὺς κατακρίνωμεν.
§15ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἥρως, ὅστις ἐπολέμησεν ὅμως δὲν ἡττήθη, καὶ ὅστις ἐξεβιάσθη διὰ νὰ ἐπανέλθῃ, εἶναι ὁ Κυριάκος. Ἔχω δὲ καὶ ἐπιστολὰς ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Τουρκίας, ὅτι ἐν ὅσῳ ὑπῆρχεν ὁ σπινθὴρ ἐκεῖνος, ὁ Σουλτάνος δὲν ἠδύνατο διὰ νὰ ταξειδεύσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν ἠδύνατο διὰ νὰ κάμῃ δάνειον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα καὶ ὁ Σουλτάνος ἐταξείδευσε καὶ τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης ἠνοίχθησαν πανταχοῦ, καὶ ἔκαμε στόλους καὶ ἠγόρασεν ὅπλα τῆς νέας κατασκευῆς καὶ μᾶς περιώρισεν ἐντὸς τῶν ὁρίων. Ὁ σπινθὴρ ἐκεῖνος ἢ δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ ὑποκινηθῇ, ἢ ἀφοῦ ὑπεκινήθη, δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ κατασβεσθῇ ἀπ’ αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες τὸν ἐπροκάλεσαν· μὰ πέντε ἦσαν, μὰ ἑκατὸν, μὰ χίλιοι, ποτὲ ἕλλην, καὶ ἀποφεύγω διὰ νὰ εἴπω τὰ ὀνόματα, δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ πηγαίνῃ νὰ γίνῃ οὕτως εἰπεῖν κλητὴρ, χωροφύλαξ τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ κατασβέσῃ μίαν ἐπανάστασιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἠλπίζετο ἡ σωτηρία τῆς Κρήτης. Ἡ Κρήτη ἤθελεν εἶσθαι ἐλευθέρα σήμερον ἐὰν δὲν ἐσβύνετο ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ κατέλθω τοῦ βήματος διὰ στενοχωρίαν καὶ θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις ἀκόμη· θὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργεῖον θερμῶς ὅπως, ἐὰν τοῦ ζητηθῶσι πληροφορίαι ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα τῶν πιστώσεων αὐτῶν, τὰς παρουσιάσῃ χωρὶς στενοχωρίαν· διότι εἰ καλῶς ἐδαπάνησε, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, εἰ δὲ κακῶς, δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ δαπανήσῃ κακῶς, καὶ νὰ μὴ λέγῃ, λόγου χάριν, ὅτι ἐὰν ἀναφέρωμεν ἡμεῖς ποῦ καὶ πῶς ἐδαπανήσαμεν, θὰ διακινδυνεύσωσι τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ κράτους. Κυρίως δὲν προετοιμαζόμεθα εἰς πόλεμον, ἀλλ’ εἴμεθα ἔκτοτε προητοιμασμένοι· οὐχ ἧττον καὶ ἂν θέλωμεν τὴν εἰρήνην, ὀφείλομεν διὰ νὰ προετοιμασθῶμεν εἰς πόλεμον καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀποκρύψωμεν ἀπὸ κανένα τὰς δυνάμεις μας· ἄλλως τε ἐὰν αὗται ἦναι ἰσχυραὶ καὶ περισσότεραι, θὰ ἐπαινεθῶσιν, ἐὰν δὲ σμικραὶ καὶ ποταπαὶ, ἂς τρέμουν ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ σμικρῶν θέλουν νὰ σύρουν τὸ ἔθνος εἰς ἕνα κίνδυνον. Λοιπὸν τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι καὶ πρόγραμμα τῆς συμπολιτεύσεως, εἶναι καὶ πρόγραμμα ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, εἶναι πρόγραμμα, κύριοι, κατὰ μέγιστον λόγον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἁπάσης, εἶναι πρόγραμμα τῶν πανταχοῦ ὁμογενῶν, εἰς οὓς δυνάμεθα νὰ ἐγκαυχηθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰς αὐτοὺς ὑπάρχει ἄθικτος καὶ ἀδιάφθαρτος ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, διότι ἡμᾶς κατέστρεψαν τὰ πάθη, ἡ διαφθορὰ, ἡ συκοφαντία. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, κύριοι, εὑρίσκεται εἰς κρείσσονα κατάστασιν παρὰ ἡ γείτων δύναμις, διότι ἡ γείτων δύναμις δὲν ἔχει στρατὸν, ἐὰν ἔχῃ πλοῖα, δὲν ἔχει στρατιώτας· ἄλλως τε ἵσταται εἰς ξένον τόπον, καὶ ὁ τόπος αὐτὸς τὴν ἐκδιώκει. Εἶμαι λοιπὸν κατὰ πάντα σύμφωνος μὲ τὰς προετοιμασίας, καὶ αἱ προετοιμασίαι πρέπει νὰ γίνωνται εἰλικρινῶς, ἀμολύντως, ἀδιαφθόρως, καὶ πρέπει πάντοτε ὅ,τι γίνεται νὰ γίνεται διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς. Πρόκειται περὶ ναυτικῶν; νὰ προσκαλῶνται οἱ ναυτικοί· πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν; νὰ προσκαλῶνται οἱ στρατιωτικοὶ, καὶ ὄχι οὕτω πως, ὅ,τι δόξοι ἑκάστῳ ὑπουργῷ νὰ γίνεται καὶ νὰ διεσπείρωμεν ἑκατομμύρια ἐδῶ, ἑκατομμύρια ἐκεῖ, ἄνευ ἀποτελέσματος· καὶ ὅταν οἱ ἔξω ὁμογενεῖς ἴδωσιν εἰλικρίνειαν καὶ ἀμοιβαίαν διάθεσιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐὰν ἡμεῖς προσφέρωμεν ἓν, ἐκεῖνοι θὰ προσφέρουν 10, καὶ ἐὰν ἡμεῖς 10, ἐκεῖνοι 100. Ἀποκρούω προσέτι τὰς ἀντεγκλήσεις κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργείου, διότι, ἐὰν γίνουν ἀντεγκλήσεις κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργείου, θὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ ν’ ἀντεγκαλέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρελθόντας ἄλλους ὑπουργοὺς, καὶ ὑπουργοὺς, οἵτινες ἠδίκησαν τὸ ἔθνος. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Σὺ κήρυξε τὸ πρόγραμμά σου· ἡ ἀντιπολίτευσις κηρύττει καὶ ἔχει τὸ πρόγραμμά της, καὶ ἑπομένως δὲν ὀφείλει νὰ προσκληθῇ εἰς ἀντεγκλήσεις· καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαῦτα ἀξιώματα, διότι τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον ἑαυτὴν βλάπτει, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὅλον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδουράκης ἔχει τὸν λόγον.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Κατόπιν τῶν ὅσων χθὲς καὶ προχθὲς ἐλέχθησαν, ἐπειδὴ προεκλήθην, ἔρχομαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Πλανώμεθα, εἶπον χθὲς καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης, διότι ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ ἀξία καὶ ἡ καθαρὰ καὶ ἀμετάτρεπτος πολιτικὴ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως μᾶς δικαιολογεῖ πληρέστατα. Διὰ τοῦτο μένει ἡ συμπολίτευσις εἰς τὴν θέσιν της, ἄλλως ἤθελεν ἐγκαταλείψει τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν ὡς τὴν ἐγκατέλειψαν καὶ οὗτοι. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην καὶ ἀπάτην ὑπέπεσε καὶ ὁ κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης· ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ σεβαστὸς γέρων, ἐνουθέτησεν ἡμᾶς ν’ ἀκολουθήσωμεν μίαν κυβέρνησιν ἡ ὁποία προνοεῖ τὰ καλὰ μέλλοντα τῆς πατρίδος καὶ μᾶς εἶπε συνασπισθῆτε ὡς αἱ βέργαις μία μία, ἄλλως ἡ πατρίς σας ἀπώλετο. Καὶ ὅμως πρῶτος αὐτὸς ἔσπασε τὴν βέργαν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ συμπολίτευσις δὲν πλανᾶται, δὲν ἀπατᾶται. Δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναβῶ τοῦ βήματος, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρων· ἀλλὰ σεῖς μᾶς προεκαλέσατε καὶ μᾶς προεκαλέσατε μὲ τὴν φράσιν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος, διότι πλανώμεθα. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις ἑνὸς ἑκάστου, ὅταν δὲν συνοδεύηται μὲ τὴν ῥητορικὴν, μὲ τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, δὲν εἶναι εὔκολος. Διὰ τοῦτο κατὰ πρῶτον λόγον ἀποφεύγομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ βῆμα. Καὶ ὅμως ἠναγκάσθην ἐγὼ, ὅστις στεροῦμαι ὅλων τῶν προσόντων, νὰ λάβω τὸν λόγον διότι προεκλήθην. Ἔχει ἀνάγκην, κύριοι, ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν, διότι τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν ἀνεδείξαμεν ἡμεῖς εἰς ἐποχὴν κρίσιμον τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἀνεδείξαμεν ὅτε διετρέχομεν τὰς ἐπαρχίας ἀκόμη, καὶ μαζῆ μὲ ἡμᾶς τὴν ἐξέλεξαν καὶ οἱ κηρύξαντες ἡμᾶς, ὅτι ἀπατώμεθα. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν αὕτη ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὴν, διότι καὶ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, ἵσταται ὑψηλὰ καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸ ἵσταται καὶ ἡ κυβέρνησις. Πολὺ χαμηλὰ ἐπῆγαν ὅμως αὐτοὶ καὶ ἐζήτησαν νὰ σύρουν καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ μαζῆ των. Ὁ ὄγκος λοιπὸν αὐτὸς ὁ μέγας τῆς συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐπανηλειμμένως ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἐσχηματίσθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν· εἰς τὸν ὄγκον αὐτὸν ἀνήκετε ἄλλοτε καὶ πολλοὶ ἀπὸ σᾶς. Ἦλθεν ἐδῶ ἐστηριγμένη ἡ ἀντιπροσωπεία ἡ σημερινὴ εἰς τὰς ἀρχάς της, εἰς τὰς κρίσεις της, εἰς τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος της. Μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπεδείξαμεν πρόσωπα ἱκανὰ, ἀλλὰ μαζῆ μας δὲν ἐξέλεξαν τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ οἱ σήμερον παρουσιαζόμενοι ἵνα μὲ τόσον μαῦρα χρώματα κατακρίνωσι τὴν ἐκλογήν;
§19Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μὴ λέγετε, ὅτι τὴν ἐξελέξατε.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὄχι, θέλω νὰ εἴπω τὴν ὑπεδείξαμεν. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἑπόμενον, διότι δὲν στολίζομαι ἀπὸ τὰ τῆς ῥητορικῆς ὡς εἶπον, δυσκολεύομαι νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἂν ὑπεκφύγωσι λέξεις τινές, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἴσως ἐξ ἀμαθείας, ἐξ ἀπειρίας, ἐννοεῖται, αὐτὰς τὰς λέξεις δὲν πρέπει νὰ τὰς λάβητε ὡς ἐπιχειρήματα, πρέπει νὰ ἐννοῆτε τὸ πνεῦμα τοῦ λόγου μου. Ἐσεῖς ἐζητήσατε νὰ ἐκθέσωμεν διὰ τοῦ ἰδίου στόματος τὰς πεποιθήσεις μας, τὰς ἰδέας μας, τὰς ἀρχάς μας, τὰς κρίσεις μας, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑποστηρίζομεν τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν σημερινήν. Ἔχομεν, λέγει, ἡ ἀντιπολίτευσις κατηγορίας μαύρας διὰ τὴν κυβέρνησιν, θὰ τὰς ἀκούσητε· δὲν ἔχομεν συκοφαντίας καὶ θὰ σᾶς κατακρίνωμεν, θὰ σᾶς ῥίψωμεν θὰ σᾶς κρημνίσωμεν. Ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ λέγουν τί, εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν ἀντιπροσώπων ἀντιπολιτευομένων, ὁ κύριος Βαλασόπουλος καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης; Τί ἐπιχειρήματα ἐνομίζαμεν ν’ ἀκούσωμεν ἀπὸ τοιούτους ἄνδρας, οἵτινες ἄλλοτε ἐδιοίκησαν τὴν Ἑλλάδα! Ἐνομίζαμεν, ὅτι θ’ ἀκούσωμεν λόγους καὶ κατηγορίας, διὰ νὰ πεισθῶμεν ἂν πλανώμεθα, ἂν ἀπατώμεθα· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἴδωμεν τὰς κατηγορίας, ἃς ἡμεῖς ἐφανταζόμεθα, τὰς κατηγορίας περιβαλλομένας μὲ τὸ ὕψος τοῦ ἀντικειμένου, μᾶς ἔφεραν λιβέλλους καὶ συναξάρια. Ἐπεριμέναμεν, κύριοι, ν’ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν κ. Κρεστενίτην, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως κινδυνεύει τὴν πατρίδα, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἀπώλετο, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν εἰς αὐτὴν ἐμπιστευθέντων χρημάτων ἐγένετο κακή, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ πίστις δὲν ὑπάρχει, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, λόγοι, οἵτινες ἠδύναντο, ὅταν ἀπεδεικνύοντο, νὰ μᾶς κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν περὶ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων, κύριοι, ἔρχεται ὁ κύριος Κρεστενίτης καὶ λέγει, ὅτι εἷς εἰσπράκτωρ μέ τινας στρατιώτας διετάραξε χωρίον τι καὶ ἔκαμε τοῦτο καὶ ἐκεῖνο τὸ ἔγκλημα, ὅτι εἷς ἁλαταποθηκάριος εἶναι ὑπόλογος εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὠνόμασα συναξάρια. Αὐτὰ εἶναι σωστά, εἶναι λογικά, πρέπει νὰ τὰ φέρωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης περιστάσεως, δὲν εἶναι αὐταὶ αἱ κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ῥίψουν μίαν κυβέρνησιν. Ἔρχεται ἔπειτα ὁ ἀξιότιμος κ. Βαλασόπουλος καὶ μᾶς ἀπασχολεῖ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν μὲ ἕνα λίβελλον μιᾶς ἐφημερίδος καὶ μᾶς ἀναφέρει τὸν ἀριθμὸν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἔπραξαν οἱ λῃσταί. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον τὸν ἀριθμὸν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ λῃστεία; Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ κακουργιοδικεῖον δὲν εἶναι καλὸν, τὸ κακουργιοδικεῖον δὲν ἐνεργεῖ ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργῇ, ὡς ἐὰν τὸ ἔφθειασεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις τὸ κακουργιοδικεῖον· τὸ κακουργιοδικεῖον τὸ ἔφθειασαν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τοῦτο μόνον, εἶπε καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ δίδωνται χάριτες· ἰδοὺ μία ἀντίφασις πραγμάτων. Ἀφοῦ, κύριοι, ὡς λέγει ὁ κ. Βαλασόπουλος, τὸ κακουργιοδικεῖον παρανομεῖ, νὰ μὴ δύναται ὁ καταδικασθεὶς παρανόμως νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ νὰ λάβῃ χάριν; Καὶ πῶς θέλετε νὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν λαιμητόμον ἀνθρώπους καταδικασθέντας ἐναντίον τῶν νόμων κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, ἐνῷ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους παρηνόμησαν, καὶ ἂν ὄχι ἀπὸ ἡμᾶς, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ ὄργανά μας; Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, δὲν ὑπεβλήθη πρότασις ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν αὐτὴν διὰ νὰ δοθῇ γενικὴ ἀμνηστεία, καὶ τώρα ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ μίαν κυβέρνησιν δόσασαν χάριτας; Ἐγώ, κύριοι, ἐπαινῶ τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν καὶ μάλιστα καὶ τὴν παρελθοῦσαν, ἂν εἰς αὐτὴν ἔγειναν περισσότεραι χάριτες· ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς χάριτος, διότι δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ κλονισμοῦ ἐκείνου, ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας, διέτρεχον τὴν Πελοπόννησον καὶ εἶδον πόθεν ὑπεκινοῦντο οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς τὰ ἀδικήματα, καὶ ἂν ἤμην δικαστὴς, ἤξευρα ποίους ἤθελα καταδικάσει. Ἀλλά, κύριοι, πρόκειται σήμερον περὶ χαρίτων; Πρόκειται περὶ τῶν κακουργιοδικῶν; Περὶ τίνος πρόκειται; Μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐγὼ δὲν ἤκουσα νὰ τὸ εἴπουν. Ἡμεῖς, κύριοι, σᾶς λέγομεν, ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλου τινος ζητήματος, πρόκειται σήμερον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις μιᾶς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν κρισιμωτέραν περίστασιν εἶχε τὴν τύχην νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἐσωτερικῶς τε καὶ ἐξωτερικῶς ἔκρυθμον εὑρισκομένην, εἰς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ἤμεθα εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἤναψε τὸ πῦρ τῆς ἐπαναστάσεως τῶν ἀδελφῶν μας, πῶς ἐτρέχαμεν εἰς τοὺς Ναοὺς, πῶς συνηρχόμεθα ὑψώνοντες τὰς φωνάς μας μέχρις οὐρανοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας· τίς ἀρνεῖται τοῦτο; ὁποίαν ἐπιθυμίαν εἴχομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν πρόσκλησίν μας ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐνταῦθα; Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ περιμένωμεν τοῦτο περιεμέναμεν παρατάσεις· τελειωθείσης τῆς παρατάσεως, ἤλθομεν καὶ ἤλθομεν μὲ τὸν σκοπὸν νὰ συντρίψωμεν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἐντὸς τῶν νόμων, ἐντὸς τοῦ διεθνοῦς νόμου, τοῦ διεθνοῦς δικαιώματος, δὲν ἤθελε συντρέξει τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν Κρῆτας· καὶ εὕρομεν, κύριοι, τοιαύτην κυβέρνησιν· ἐγνωμοδοτήσαμεν ὑπὲρ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως καὶ αὐτῆς, ἣν τώρα ὑποστηρίζομεν, καὶ ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἔλθωμεν παῤῥησίᾳ νὰ τὸ εἴπωμεν, ἐπιδοκιμάζομεν τὴν πολιτικήν, καὶ θέλομεν ἐπικυρώσει ὅλας τὰς πράξεις της· καὶ πιστεύω καὶ ὑμεῖς ἀκόμη θέλετε τὰς ἐπικυρώσει, ὅταν αὐτὰς τὰς πράξεις της ἐξετάσητε καὶ οὐχὶ συναξάρια. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ σᾶς δώσῃ λογαριασμὸν ὅλων τῶν ἀπαιτήσεών σας, καὶ πολιτικῶν καὶ διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα θέλετε. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, περὶ οὗ πρόκειται, πρὸ μηνὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν σας· μῆνας ὁλοκλήρους εἰργάσθητε, ἐκθέσεις ὑπεβλήθησαν καὶ ἀνεμέναμεν ἡμεῖς περισσότερον, ὥστε νὰ ἴδωμεν τὴν συζήτησιν ἀρχομένην, ἀλλ’ ὑμεῖς ἀντὶ νὰ σπεύσητε ἐζητήσατε ἀναβολήν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ζητοῦμεν, ἐπιμένομεν νὰ δικασθῇ ἡ κυβέρνησις. Καὶ δὲν ζητοῦμεν τοῦτο, διότι ἀμφιβάλλομεν ἂν ἐδιοίκησε καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῶσιν οἱ ἀμφιβάλλοντες. Καὶ ἐπεριμέναμεν ν’ ἀκούσωμεν ὁποῖα εἶναι τὰ λάθη τῆς κυβερνήσεως ἐν γένει εἰς τὴν διοικητικὴν πορείαν, ἐν γένει εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἐν γένει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν· οὐδεὶς ὁμολογεῖ περὶ τούτων, οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ τούτου εἰσέτι. Βλέπω καὶ ὅταν ἔρχεσθε ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν ἔχετέ τι νὰ εἴπητε καὶ ἀμέσως ναυαγεῖτε εἰς τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ἔλθετε λοιπὸν ἐδῶ. Δὲν ἀδικῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι αὐτὴ ἔχει νόας, ἔχει γνώσεις· θὰ ἔλθουν μὲ τὰς γνώσεις των, θὰ φέρουν τὴν πολιτικήν των, θὰ φέρουν τὰς κρίσεις των, τὰ ἐπιχειρήματά των, τὰς οἰκονομικὰς κρίσεις των· θὰ φέρουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν των, θὰ φέρουν ἐν γένει ὅλα ὅσα ἔχουν ἐσχηματισμένα ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ τ’ ἀντιπαράξουν μὲ ἐκεῖνα τῆς κυβερνήσεως. Ἂς ἔλθωσι λοιπόν, καὶ πιστεύω νὰ ἔλθωσι κατόπιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περιμένουν νὰ τεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν παράλληλον μὲ τὴν κυβέρνησιν καὶ μὲ τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται σήμερον. Ἂς ἔλθωσι νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ, ὁποῖα εἶναι τὰ σφάλματα τῆς κυβερνήσεως, ὁποῖαι αἱ ἐλλείψεις, καὶ ὁποίους κινδύνους διατρέχομεν, καὶ τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἵνα μὴ συμβῶσιν ἀπευκταῖα. Τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν διὰ τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν σεῖς σήμερον δὲν παραδέχεσθε ὑπάρχουσαν; Ἔλθετε λοιπὸν, φέρετε τὴν τακτικὴν, φέρετε τὰς δυνάμεις σας, νὰ μᾶς βγάλετε καὶ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ἀπάτην εἰς τὴν ὁποίαν νομίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα, ἀπὸ τὸν λήθαργον ἐκεῖνον ὅστις μᾶς κάμει νὰ μὴ γνωρίζωμεν ποῦ βαδίζομεν. Εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, κύριοι, πρέπει νὰ ὑπάρχουν δύο μερίδες, δύο φρονήματα.... (θόρυβος). Οὕτω νομίζω ἐγὼ, μία πολιτικὴ μερὶς διὰ τῆς ἄλλης ν’ ἀποκρούεται· ἄλλη τρίτη πολιτικὴ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Παρουσιαζόμεθα ἡμεῖς, κύριοι, μὲ πολιτικὴν ἀνεγνωρισμένην, τὴν ὑποστηρίζομεν καὶ ἐμμένομεν εἰς αὐτήν. Ἐπιμένει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Ἔρχεσθε σεῖς καὶ λέγετε, καὶ ἡμεῖς τὴν ἀσπαζόμεθα τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὴν διευθύνωμεν ἡμεῖς. Ἐὰν ἠμπορῆτε λοιπὸν, διευθύνετέ την (γέλως). Ἔρχονται ἄλλοι καὶ σᾶς λέγουν, ἀποδοκιμάζομεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, θέλομεν τὴν ἐδικήν μας. Φέρετέ μας λοιπὸν τὴν πολιτικήν σας· τί φρονεῖτε; Τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην διευθύνσεως καλῆς, ἔχει ἀνάγκην νοὸς, ἔχει ἀνάγκην δυνάμεως· χρήματα δὲν ἔχομεν, ὅπλα δὲν ἔχομεν. Ἔλθετε λοιπὸν ἐδῶ, φέρετε τὰς ἀρχάς σας. Σήμερον, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς κρίσιμον περίστασιν. Ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν λέγουν, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ ἤμεθα μικροὶ, διότι δὲν ἔχομεν ὅπλα, δὲν ἔχομεν χρήματα. Ἀλλ’ ἔχομεν αἰσθήματα, ἔχομεν καρδίαν. Λοιπὸν, ἀξιότιμε κύριε Βαλασόπουλε, ἀφοῦ ἀποδοκιμάζεις τὴν πολιτικήν μας, δὲν μᾶς φέρεις τὴν ἐδικήν σου; Ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος κύριος Κρεστενίτης· τί παράδοξον, κύριοι! Ἐπὶ τέλους ἀφοῦ μᾶς ἐφώτισε περὶ τῶν καταχρήσεων, περὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, περὶ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, διὰ νὰ σωθῶμεν, τὶ μᾶς εἶπε; Δυσκολεύομαι, κύριοι, διότι σέβομαι τὸ γῆρας, τὸ σέβομαι ἀπὸ καρδίας· ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τοιαύτας συμβουλὰς δὲν πρέπει νὰ δίδῃ, διότι εἶναι συμβουλαὶ καταστρεπτικαί. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κύριος Κρεστενίτης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι γρήγορα τὸν ἐπῆρε τὸ μαῦρο παράπονον. Καὶ τὸ λέγω μαῦρον, διότι διὰ μαύρων χρωμάτων ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καὶ μόλις, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, μόλις ἠρχίσαμεν νὰ νοστιμευώμεθα ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν, κύριοι, πάντα τὰ κράτη ἐπεκρότησαν, μόλις ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν πλήρεις τὰς ἐλευθερίας τῶν λαῶν, ἰδοὺ πάλιν παρουσιάζονται ἀνέλπιστοι ἐπιθυμίαι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’, ἀξιότιμε κύριε Κρεστενίτη, οὔτε ἡ μία οὐδ’ ἡ ἄλλη μερὶς θέλει σᾶς παρακολουθήσει· διὰ τοῦτο καλῶς εἴπατε, ὅτι ἐσεῖς δὲν ἀνήκετε οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην μερίδα· ἀλλὰ σᾶς βεβαιόνω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν ἀνήκετε, ἀλλ’ ἡ πολιτική σας ποία εἶναι; αὐτὴ εἶναι τετάρτη πολιτική σας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα, τὴν ἀποδοκιμάζομεν (εὖγε.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἄχολος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶν’ ἐδῶ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δημητριάδης.
§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ κατανοήσω τὴν γλῶσσαν δοκίμων καὶ πεπειραμένων πολιτικῶν τῶν συγκροτούντων τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, διότι εἶμαι νέος ἄπειρος, καθὼς γνωρίζετε, εἰς τὰ πολιτικά. Λέγω τὴν γλῶσσαν αὐτὴν τῆς πολιτικῆς, εἴτε ἐκπεφρασμένη, εἴτε σαφὴς χαρακτηρίζεται. Μοὶ εἶναι ἐπίσης δύσκολον νὰ μεταπείσω τοὺς πεπεισμένους πρὸ τῆς συζητήσεως, περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Καὶ ἂν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸν λαμβάνω διὰ νὰ φέρω καὶ ἐγὼ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων καὶ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ὡς μέλος, κύριοι, τῆς Βουλῆς, ἐχούσης ἀποστολὴν καὶ προορισμὸν νὰ ἐξελέγχῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πολιτικὴν οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἄλλην, παρὰ τὴν πολιτικὴν τῆς τιμῆς, τὴν πολιτικὴν τοῦ καθήκοντος. Εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες ἀγέρωχοι ἀναβαίνουσι συχνὰ τὸ βῆμα καὶ διακηρύττουσιν, ὅτι ἔχομεν δικαιώματα, ἐξασκοῦμεν δικαιώματα· οἱ δημόσιοι ἄνδρες, κύριοι, δὲν ἔχουν δικαιώματα, δὲν εἶναι ἄτομα· οἱ δημόσιοι ἄρχοντες ὡς λειτουργοί, ἐντολοδόχοι τοῦ ἔθνους, περιβάλλονται μὲ ὑποχρεώσεις καὶ τίποτε περισσότερον. Δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν, διότι ἔχομεν δικαιώματα, λέγουν· ὄχι, κύριοι· τὰ δικαιώματά σας, τὰ καθήκοντά σας εἶναι ἄλλα· εἶναι εὐλάβεια πρὸς τοὺς νόμους, εὐλάβεια πρὸς τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ, πρὸς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρὸς τοὺς νόμους. Αὐτὴν τὴν εὐλάβειαν, κύριοι, πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρὸς τοὺς νόμους, ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς ἀντιπρόσωπος ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ὅταν δ’ ἔρχηται ἡ Βουλὴ, ὅταν ἔρχωνται ἐνώπιον αὐτῆς οἱ ὑπουργοί, ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν, προτάσσοντες μέτωπον καθαρὸν, ἀκηλίδωτον, νὰ φέρωσι τὰς πράξεις των, νὰ κλεισθῶσιν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ διαφράγματος, νὰ κύψωσι τὸν αὐχένα καὶ ν’ ἀποδείξωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἐνόσῳ, κύριοι, δὲν ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ καὶ δὲν δικαιολογήσουν τὰς πράξεις των, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσιν εἰς κανένα, μὴ μὲ συκοφαντεῖς, πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα. Ὅλοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, πῶς ἐπολιτεύθητε, πῶς ἐδιοικήσατε, ἐρευνῶντες ἂν ἐξεπληρώσατε ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις σας πρὸς τὸ Κράτος· ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον, κύριοι, ὅταν παρουσιάζωνται πιστώσεις. Τί λέγουσιν οἱ ὑπουργοί; Ὑπερέβημεν, λέγουσι, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, ἐξήλθομεν τῆς τροχιᾶς, τὴν ὁποίαν ἐχαράξατε σεῖς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ζητοῦμεν σεῖς, ἡ Βουλὴ, νὰ ἔλθητε νὰ ἐξελέγξητε, νὰ βασανίσητε τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀφορμὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔκαμαν νὰ ἐξέλθωμεν ἢ νὰ παραβῶμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους. Οὕτως ἐρχόμενοι οἱ ὑπουργοὶ, ἔχουν τὸ δικαίωμα πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ὑποχρεώσεων των νὰ λέγουν, πῶς ἐπολιτεύθητε σεῖς, ποία εἶναι ἡ πολιτική σας; Ἔρχονται, κύριοι, μὲ πιστώσεις οἱ ὑπουργοὶ καὶ λέγουν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσητε 9,140,000 ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον μᾶς ἐδώκατε πέρυσι. Καὶ λέγουσιν, τινὰς μὲν ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν ἐξηντλήσαμεν, τινὰς δ’ ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐξοδεύσωμεν ἐφεξῆς, καὶ προτείνουσι λόγους τινὰς, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦν αὐτάς. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς; Κατά τινας, τὸ καθῆκόν μας δὲν εἶναι παρὰ ἀρκεσθέντες εἰς τὰς ἐξηγήσεις τῶν ὑπουργῶν, νὰ μὴ ζητήσωμεν πληροφορίας περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπολοίπου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν πέρυσι, καὶ νὰ τὰ ἐπικυρώσωμεν ἀνεξετάστως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους· καθ’ ἡμᾶς δὲ, κατ’ ἄλλους, δὲν πρέπει νὰ ἐγκρίνωμεν αὐτὰς τὰς πιστώσεις πρὶν πεισθῶμεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ διεχειρίσθησαν καλῶς τὰ δοθέντα πέρυσι σχετικὰ κονδύλια, ὅτι ἐνήργησαν, ἐπολιτεύθησαν καὶ ἐδιοίκησαν ἐπωφελῶς τὸ Κράτος, ζητοῦντες αὐτὰς τὰς πιστώσεις διὰ σκοποὺς ἐθνικοὺς, εἰς παρασκευὴν μέλλοντος ἀγαθοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ ἐνεργήσουν πρᾶξιν σπάταλον ἐφ’ ὅλων αὐτῶν. Κατὰ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, εἰς τέσσαρας κατηγορίας ὑπάγονται αἱ πιστώσεις, εἰς τακτικὰς, ἀναπληρωτικὰς, ἐκτάκτους καὶ συμπληρωτικάς. Αἱ τακτικαὶ πιστώσεις δίδονται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ἔτους παρουσιάζεται ἡ Κυβέρνησις, ἐκθέτει τὸ οἰκονομικόν της σύστημα, προσδιορίζει, ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα θέλει διοικήσει τὸ Κράτος, καὶ ὅσα ἀπαιτήσει, ἐὰν τὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἔθνος, τῆς δίδονται· τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ διδόμενα ἀποτελοῦν τὰς τακτικὰς πιστώσεις. Αἱ ἀναπληρωτικαὶ ὑπάρχουν ὅταν ἓν κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἤρκεσεν· ἔρχονται τότε καὶ λέγουν, ὅτι μοὶ ἐδόσατε διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν κτλ. τόσον ποσὸν, τὸ ὁποῖον διέθεσα κατὰ τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα τρόπον καὶ δὲν ἤρκεσε· μένω ὀφειλέτης τόσον, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ δώσῃς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπάρχουν δι’ ἀπρόοπτα ἔκτακτα περιστατικὰ, ἅτινα δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ὁ προϋπολογισμός. Αἱ δὲ συμπληρωτικαὶ εἶναι ὅσαι προσδιορίζονται μετὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους· ἂν εὑρίσκηται κενὸν, ἀνάγκη νὰ δοθῇ μία συμπληρωτικὴ πίστωσις. Τί κάμνουν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί; Ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὰς ἀναπληρωτικὰς, ἀναφέρουν εἰς τὰς ἐκτάκτους, καὶ σᾶς λέγουν, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδέσατε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δόσατέ μας καὶ ἄλλα. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ αὐτὰ, καὶ διὰ νὰ πεισθῇ, δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐπαγωγὸν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου τῶν ζητούντων τὰ κονδύλια τῆς πιστώσεως αὐτῆς διὰ δημόσιον ἀσφάλειαν, συνδρομὴν προσφύγων, ναυπηγίαν κ.λπ. καὶ εἰς τὸ ἂν ἐν αὐταῖς ὑπάρχῃ προσδοκία μεγάλων ἀγαθῶν. Τὸ κονδύλιον ἀσφαλείας σύγκειται ἀπὸ 760 χιλ. δραχμ. ὅπερ πέρυσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐδώκαμεν κατὰ τὸν Μάρτιον, καὶ μέχρι τοῦ Αὐγούστου μᾶς λέγουν, ὅτι κατηναλώθη. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μάθωμεν, πρὶν ἢ ἐπιψηφίσωμεν τὸ ἄλλο ποσὸν πρὸς ἀναπλήρωσιν, ποῦ ἐξωδεύθη τὸ ποσὸν τοῦτο; Μᾶς λέγουν, δὲν πιστεύετε; τί θὰ κάμωμεν; Μία ἄλλη ἰδέα ὑπάρχει εἴς τινας, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐξετασθῇ. Ὅταν ζητῆται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ὑπάρχει ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐγένετο χρῆσις τῆς τακτικῆς πρῶτον, καὶ ἂν ἔγεινε καλὴ διαχείρισις· ἄλλως δὲν εἶναι ἐκπλήρωσις καθήκοντος ἡ ἔγκρισις ἀναπληρωτικῆς, χωρὶς νὰ ἴδω λογαριασμὸν οὐδὲ βεβαίωσιν κᾀμμίαν, ἢ ἀπόδειξιν. Αἱ προσθῆκαι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους καταλήγουν εἰς αὔξησιν φόρων· διότι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι αἱ πιστώσεις παρὰ φόροι, καθὼς καὶ τὰ δάνεια.—Ἀλλὰ, κύριοι, δοθέντος ὅτι ἀποφασίζομεν ἡμεῖς νὰ μὴ ἐξετάσωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα, ποία ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις αὐτάς; Τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ὅπερ δὲν κατώρθωσεν ἀπὸ τοῦ 1857 καὶ ἐφεξῆς νὰ πραγματοποιήσῃ ἀπολογισμοὺς, οὔτε κᾀμμία Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιούτους εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς θὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς πιστώσεις τοῦ 1867;
§25ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Δύω ἀπολογισμοὶ ὑπεβλήθησαν ἀπ’ ἐμέ.
§26Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἦλθε κανείς· καὶ ἐννοεῖται ὅτι εἶναι μία ἰδέα ἀπραγματοποίητος, μία ἐλπὶς ματαία, φαινομένη, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ ἐπιχειρήσῃ ποτὲ τὰς ἐξελέγξεις αὐτῶν τῶν λογαριασμῶν. Ἄλλως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἔχει δικαίωμα ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τύπους τὰς πιστώσεις, δηλ. ἂν εἶναι ἡ πίστωσις νόμιμος, ἂν κατὰ τὸν νόμον ἐξετελέσθη ἢ ἐδαπανήθησαν τὰ ὡρισμένα κονδύλια, ἂν ἐξεδόθη ἔνταλμα μὲ ἀριθμὸν καὶ σφραγίδα, ἂν ὑπάρχῃ ἀπόδειξις ἐμφαίνουσα, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἐντάλματος τούτου ἐπληρώθη εἰς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἂν ἐγένετο ἄνευ ἀποδείξεως ἡ πληρωμὴ, νὰ μὴ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Λοιπὸν εὑρίσκεται ἀντιπρόσωπος ἐν γνώσει τοῦ καθήκοντος, τῆς ἁρμοδιότητός του, τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, κρίνων ἀκριβῶς καὶ εὐσυνειδήτως, νὰ λέγῃ ὅτι τὰς πληροφορίας, τὰς λεπτομερείας αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ἀφήσωμεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Ἐγὼ, κύριοι, ὑπόσχομαι νὰ μὴ παραδεχθῶ ποτὲ τοιαύτην γνώμην, ἀλλὰ θέλω ἀποκρούσει πάντοτε τὴν ἰδέαν τῶν φρονούντων, ὅτι δύναται ὑπουργὸς νὰ λέγῃ «ἐπιφυλάττομαι ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ παρουσιάσω τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.» Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐγένετο συζήτησις καὶ εἶπε διὰ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ λογοδοσία τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος ἑτέρου σχετικοῦ ἑκατομμυρίου.
§27ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἦσο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς;
§28Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τὸ βλέπω.—Τί σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν; (θόρυβος). Ἅμα οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρεσβεύουν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς διὰ νὰ μὴ λέγουν, ὅτι τοὺς συκοφαντοῦμεν, νὰ φέρουν κατάλογον αὐτῶν τῶν δαπανῶν τῶν 760 χιλ. δραχ. τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, καὶ νὰ μὴ περιμένωσι νὰ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μετὰ δεκαετίαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, μᾶς λέγει ἐπισήμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι ἂν μοὶ τὸ εἴπῃ ἡ πλειονοψηφία, φέρω τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα. Δὲν νομίζω νὰ ᾖναι ἐπιχείρημα οὐσιῶδες αὐτὸ, σύμφωνον μὲ τὸν νόμον· ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ ἂν κινδυνεύωσιν ἢ οὒ τὰ συμφέροντα ἐκ τῆς λογοδοσίας τοῦ ἑκατομμυρίου, ὅπερ δὲν βλέπω· εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ συμφέρῃ τὸν ἴδιον. Δὲν ἀδικῶ κανένα, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, δὲν πείθομαι ὅμως περὶ τῆς εἰλικρινείας ἢ τῆς καλῆς χρήσεως αὐτῶν τῶν πιστώσεων, ὅπως θέλει ὁ κ. ὑπουργός. Δεύτερον, ἴσως εἶναι καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι μυστικὴ ἢ φανερά; Εἶναι φανερὰ, διότι ψηφίζεται τρὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν τί κίνδυνον ἠμπορεῖ νὰ περιέχῃ ἡ πολιτικὴ εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ὅταν μάθωμεν, ὅτι διὰ τοῦ ἑκατομμυρίου αὐτοῦ ἠγοράσθη ὑλικόν; Θὰ φανῇ ὀλίγον; ἀλλὰ μωρὸς εἶναι ὁ κόσμος νὰ κρίνῃ ὅτι μὲ ἓν ἑκατομμύριον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν πολύ; Θὰ φανῇ πολύ; ἀλλὰ μωρὸς δὲν εἶναι ὁ κόσμος, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι μὲ ἓν ἑκατομμύριον θὰ ἔχωμεν πολύ. Δὲν θέλετε νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἡ κυκλοφοροῦσα ἰδέα, ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, αὐξάνει ἀπὸ τὰ διαδιδόμενα ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς σας νὰ μὴ θέλητε νὰ θέσητε τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου ὑπὸ τὴν ἀκριβῆ ἔρευναν τῆς Βουλῆς; Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, δὲν εἶναι ἀκόμη καὶ εὐσυνείδητος ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἑνὸς ἀντιπροσώπου ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, εἰς τὴν ἀρχὴν πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν τῶν παραστατικῶν ἐγγράφων καὶ τῶν ἀκριβῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἁρμόζουσι πρὸς σχηματισμὸν πλήρους πεποιθήσεως διὰ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα. Τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος, φωνάζουν, ἔχει ἀνάγκην προπαρασκευῶν, ἔχομεν ἀνάγκην στόλων, πλοίων κλπ. μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τινὲς τὰς προπαρασκευὰς τὰς θέλουν μὲ πλοῖα, ἀλλὰ μὲ πλοῖα στερεὰ δυνάμενα νὰ χρησιμεύσουν. Ἀλλὰ εἶναι αὐτὸς μόνον ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει ἡ κυβέρνησις; Ἀλλὰ τί θέλουν; Ἔρχονται καὶ ἄλλα πράγματα νὰ ἐπιζητοῦν· ποῖα εἶναι; Τὰ λέγουν εἰς τοὺς κύκλους τοὺς ἰδιαιτέρους ἐμπνέουν εἰς πολλοὺς ἀντιπροσώπους τὴν ἰδέαν καὶ λέγουν, δὲν ἐψηφίσατε σεῖς πέρυσιν ἓν δάνειον εἴκοσι πέντε ἑκατομ. φράγκων διὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ τὴν ναυτιλίαν; Πῶς τὸ ἀρνεῖσθε καὶ γίνεσθε ἀσυνεπεῖς; Εἶναι λάθος νὰ πιστεύσητε ὅτι ὅ,τι ἐπεψηφίσαμεν πέρυσιν εἴμεθα ὑπόχρεοι σήμερον νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ τὸ μεταχειρισθῇ καὶ καταναλώσῃ ὅπως θέλει· αὐτὸ τὸ δάνειον τὸ ἐψηφίσαμεν φανερὰ, ἀλλὰ δὲν δύναται καμμία κυβέρνησις, οὐδ’ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι, ἐὰν μὴ πεισθῶμεν, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα διετέθησαν καλῶς, νὰ τὰ χορηγήσωμεν. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ γείνωσι δεκτὰ αὐτὰ τὰ κονδύλια, αὐταὶ αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ ὑπουργεῖον, δὲν χρειάζεται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἄλλο τι παρ’ αὐτὰ τὰ κονδύλια; Ὄχι, κύριοι, πρέπει ν’ ἀποδείξῃ, διότι καὶ τὸ ἴδιον ἀκόμη ἀνέλαβε τὸ βάρος αὐτὸ, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐδιοίκησε καλῶς τὰ πράγματα, ὅτι ἐδιοίκησε καλῶς τὸ Κράτος, ἐμπνέον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ διαχειρισθῇ πιστῶς καὶ εἰλικρινῶς τὰ χρήματα, ὅσα ζητεῖ. Ἀφοῦ προηγουμένως εἰσέπραξε καὶ τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους θὰ μεταχειρισθῇ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί ἄλλο ἀπέδειξεν; Ἠγωνίσθη ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἀνέγνωσε πίνακας ἐπὶ πινάκων, ὑπέβαλε πολλὰ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἐδικαιολογήθη· διότι ἀντὶ νὰ δείξῃ τὴν καλὴν διοίκησιν, περιωρίσθη νὰ ἐπικρίνῃ προλαβούσας ἐποχάς. Δὲν εἶναι τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως ἐν τῷ παρελθόντι· ἦλθεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἡ ἐξέλεγξις ὅμως τοῦ παρελθόντος δὲν πιστεύω νὰ ἤθελε τὴν εὐχαριστήσει· ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ἀπέδειξεν ὅτι διατελεῖ εἰς ἀντίφασιν. Τί σᾶς εἶπεν; ὡμολόγησεν ἐλλείψεις καὶ παραβιάσεις ἑνὸς ἀθώου ὑπουργείου, λησμονήσας ὅτι ὁ δημιουργὸς τῆς διαφθορᾶς αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου ἦτο αὐτός, λησμονήσας φοβερὰν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπέφερε κατὰ τοῦ ἀθώου αὐτοῦ ὑπουργείου, ζητοῦσα νὰ ἐξελέγξῃ αὐστηρῶς τὴν παρέκβασιν αὐτὴν, ὅτε ὁ ἴδιος τὸ ὑπεστήριξεν. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγει; Συγκρίνων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εὑρίσκω ὅτι ἡ ἰδική μου διαχείρισις εἶναι εἰλικρινεστέρα. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὑπέπεσεν εἰς ἀντίφασιν· διότι, ἐνῷ ὡμολόγησεν, ὅτι παρέλαβε τὰς ἁμαρτίας ἐκείνας καὶ ἐπρόσθεσε τὰς ἰδικάς του, ἐθεώρησε μὲ τὴν στάθμην τὴν ἰδικήν του, ὅτι τὸ βάρος εἶναι ἐλαφρότερον. Κύριοι, τοιαύτην λογικὴν ποτὲ δὲν εἶδα. Ἐξέθηκε πολλὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Χρηστίδου, ἀπέδειξεν, ὅτι ἀντὶ νὰ δώσῃ 5 ἔδωκε 4, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν ἂν ὑπῆρχεν ἀναστολὴ καταδιώξεων. Δὲν ὡμίλησε περὶ τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐνῷ ἵδρωσεν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας νὰ δικαιολογήσῃ μίαν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν κατώρθωσε τοὐλάχιστον ἐμὲ νὰ μὲ πείσῃ, ὄχι διότι εἶμαι ἀκατάπειστος, ἀλλὰ διότι δὲν εἶπε τίποτε οὐσιῶδες καὶ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαχείρισίν του. Εὑρίσκω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ὁδεύοντα ἀπ’ ἀντιφάσεως εἰς ἀντίφασιν. Ἀνοίξας πέρυσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τί σᾶς εἶπεν; ἔχομεν ἔλλειμμα 22,000,000, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν φόρους, διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα αὐτό. Δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, διότι τὰ ἔθνη δὲν ὁμοιάζουν οἰκογενειάρχην ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Χθὲς τί μᾶς εἶπεν; ὅτι τὸ ἔθνος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομίαν, πρέπει νὰ ὁμοιάζῃ τοὺς οἰκογενειάρχας, καὶ ὅπως οἱ οἰκογενειάρχαι, μὴ φροντίζοντες νὰ περιποιῶνται τὰ κτήματά των, βλάπτονται, τοιουτοτρόπως καὶ τὸ ἔθνος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ ἄνευ ὑπαλλήλων πολλῶν καὶ καλῶν. Προκειμένου περὶ φόρων, δὲν ὁμοιάζουν τὰ ἔθνη τοὺς οἰκογενειάρχας, προκειμένου δὲ περὶ πιστώσεων, πρέπει νὰ ὁμοιάσωσι. Διὰ τοὺς ὑπολόγους ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ γνωρίζων ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν πρέπει νὰ τὰς καταγγείλῃ· ἀλλ’ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπε, δὲν κατεδίωξα πολλούς· ἐγὼ σᾶς εἶπα, ὅτι ὑπόλογοι εἶναι ἀκαταδίωκτοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ οἱ προγενέστεροι δὲν κατεδίωξαν αὐτοὺς, καὶ ἐγὼ δὲν τοὺς κατεδίωξα, ὁμολογῶν οὕτως ὁ ἴδιος, ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον. Ποῖος νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφήσῃ ἀκαταδιώκτους τοὺς ὑπολόγους; Ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καθυστεροῦνται ἀπὸ τὸ 57 οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ κράτους· δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν μίαν μεγίστην ὑποχρέωσιν, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 64, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι κατ’ ἔτος ὑποβάλλονται οἱ ἀπολογισμοί; Ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους καὶ ἀρχαίους ὑπαλλήλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τί κάμνετε; διὰ τί ἀφίνετε ἐκκρεμῆ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ὑπολόγου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐῤῥέθησαν τόσα; Ἔχω, λέγει, ἀποτελέσματα εὐάρεστα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων. Ἐνδέχεται, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν τὸν κατηγοροῦμεν διὰ τὸ καθῆκον, ἀλλὰ διὰ τὴν παράλειψιν τοῦ καθήκοντος, καὶ οὐδ’ εἴχομεν σκοπὸν νὰ τὸν ἐξελέγξωμεν διὰ τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ· εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ ταμίας ἔπαυσε καὶ μετέθεσεν ὄχι δι’ ἔλλειψιν καθήκοντος, ἀλλὰ διὰ πολιτικὴν ἀνάγκην. Ἐγὼ ἐπεθύμουν παῤῥησίαν μεγαλειτέραν ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι γνωρίζω τὸ θάῤῥος του, καὶ εἶπα ἰδιαιτέρως ὅτι, ἐὰν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἀνεχθῇ ποτὲ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑποστηρίξῃ καταχρήσεις, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ γράψω εἰς τὰ προπύλαια τοῦ βουλευτηρίου, ὅτι ἀπωλέσαμεν πλέον πᾶσαν ἐλπίδα, διότι ὁ Κ. Κεχαγιᾶς καὶ πεῖραν καὶ φιλοτιμίαν οὐκ ὀλίγην ἔχει, καὶ ὅμως δὲν θέλει νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τοὺς τιμίους ὑπαλλήλους. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν βεβαίωσις φόρων, καὶ ἂν παρουσιάζεται μεγαλειτέρα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε μεγαλειτέρα ὅπως ἔπρεπε. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα αὐτά, δὲν εἶναι τῆς ἐπινοίας τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἔθνους, διότι ἠμπορεῖτε νὰ προτείνετε ὅσα θέλετε, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐγκρίνῃ τὸ Σῶμα, τίποτε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πράξετε.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρότασις ἐμοῦ ἦτο νὰ μὴ δίδωνται προθεσμίαι.
§30Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα αὐτὰ ὁ νόμος διεγράφη· σᾶς ἔγραψαν αἱ ἀρχαί σας ὅτι ἐσεβάσθη, ἀλλ’ ὄχι· καὶ εἰς τὴν Κόρινθον, εἰς τὴν Ἀργολίδα, εἰς τὰ Καλάβρυτα, παντοῦ ὑπάρχουν πληροφορίαι ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη. Ὑπῆρξαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιέσθησαν. Διὰ τί ἐπαύθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Μεγαλοπόλεως; διότι ἀντέταξε μέτωπον ἀντίπαλον εἰς τοὺς βουλευτὰς, εἰς τοὺς φίλους τῆς κυβερνήσεως.
§31ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται διακοπὴ, λαμβάνετε τὸν λόγον κατόπιν.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοῦ Ναυπλίου, τῆς Κορινθίας, λέγετε, Κ. Δημητριάδη, ἀλλ’ ἄλλας ἐπαρχίας, ὅπου δὲν γνωρίζετε, μὴ λέγετε.
§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ μὲ ἀδικεῖτε νὰ μὲ θέλετε φυλακισμένον ἐντὸς τοῦ φρουρίου Ναυπλίας· τὸ σύνταγμα μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα λέγετε.
§36Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί ἐστείλατε ἀνακριτὰς εἰς τὰ Καλάβρυτα; διατὶ ὁ ἔφορος τῶν Καλαβρύτων δὲν εἶναι σήμερον εἰς τὴν θέσιν του;
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῖος τὸ λέγει; Ὁ ἔφορος τῶν Καλαβρύτων μένει εἰς τὰ Καλάβρυτα· ἦλθεν ὡς μάρτυς εἰς μίαν δίκην. Ἐρωτήσατε τοὺς Κ. Κ. βουλευτὰς τῶν Καλαβρύτων, ἐὰν ὁ ἔφορος δὲν μένῃ. Κ. Πετιμεζᾶ, ἠξεύρετε, ἂν μετέθεσα, ἂν προσεκάλεσα τὸν ἔφορον;
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ πιστεύω τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅτι δὲν τὸν μετέθεσεν, ἀλλ’ ἤθελε νὰ τὸν μεταθέσῃ (θόρυβος δεξιόθεν). Τὸ λέγει ἡ ἐφημερὶς (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε, κύριοι. Ἐγὼ ὅ,τι δημοσιεύεται εἰς τὸν τύπον, τὸ ἀναγινώσκω καὶ ἀφίνω τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς γράφοντας.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τοὺς ὑπευθύνους συντάκτας.
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶδον μίαν ἐπιστολὴν διηγουμένην διὰ τὰ πράγματα τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἦτο ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ τοὺς φίλους τῆς κυβερνήσεως. Γνωρίζετε, ὅτι ἐστάλη ἀνακριτὴς, ἐστάλη ὁ γραμματεὺς τῆς νομαρχίας.
§41ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι βουλευταὶ τῶν Καλαβρύτων εἶναι τῆς Κυβερνήσεως;
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας σᾶς λέγω, ὅτι ἡ καταδίωξις δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβής.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἐφημερὶς ἔγραψε διὰ τὴν παῦσιν τοῦ ταμίου Λαμίας καὶ ἀπέδιδον τὴν παῦσίν του εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον, ἐνῷ ὁ Τσιριμῶκος συνηγόρησε καὶ συνηγορεῖ μέχρι σήμερον ὑπὲρ τῆς διατηρήσεώς του. Ἐπαύθη διότι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἑπομένως εἰς τὰς ἐφημερίδας μὴ δίδετε μεγάλην πίστιν.
§44ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰ διοικητικὰ ὄργανα εἶναι ἀνδράποδα τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν φίλων αὐτῆς· δὲν φροντίζουν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ εὐχαριστοῦν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐμμέσως καὶ ἀμέσως συνδέονται μετὰ τῶν εὐνοουμένων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θέλητε, κύριε ὑπουργὲ, φέρετε τὰ ἔγγραφά σας καὶ θὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὰ Καλάβρυτα ἠπειλήθη, κατεδιώχθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὁ ὁποῖος, ἂν θέλητε, δὲν ἔχει ἀσφάλειαν νὰ ἐπανέλθῃ ὀπίσω· ἂν θέλητε νὰ μὲ διαψεύσητε, φέρετε τὰ ἔγγραφα. Μετέβη ἀνακριτὴς, ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐπρότεινε τὴν σύλληψιν τοῦ δημάρχου (θόρυβος), καὶ ἐν τούτοις τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον μετέθεσαν. Ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων δὲν γίνεται ἀμερολήπτως. Τί συνέβη εἰς τὰ Καλάβρυτα; ἄνθρωποι ἀφερέγγυοι ἔγειναν ἐνοικιασταὶ, εἰκονικὰ διπλότυπα ἔδωκαν ἀντὶ μετρητῶν. Θὰ τὰ μάθητε αὔριον, ἔχω πληροφορίας ἀκριβεῖς. Συλλαμβάνονται καὶ φυλακίζονται διὰ προσωπικῆς κρατήσεως οὐχὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἱ ἀντίθετοι αὐτῆς.
§45ΦΛΕΣΣΑΣ. (θόρυβος). Ὁ Νταγρὲς διὰ τί δὲν ἐφυλακίσθη, ὅστις τὸν ἐλαιῶνα εἰς τὰς Καλάμας (θόρυβος), ὁ Παπατζώνης (θόρυβος).
§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν ἐλαιῶνα ἐνοικίασεν ὁ Χρηστίδης· ἰδὲ εἰς ὁποίους ἀνθρώπους ἐνοικίαζον τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἔφαγαν τὰς προσόδους τοῦ δημοσίου.
§47Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος νὰ βεβαιώσῃ αὐτὸ καὶ ὁ ἔφορος ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Ἐπεκαλέσθητε δικαστικὴν ἀπόφασιν ὅτι εἶναι ἀπατεών; Λοιπὸν μὴ καυχᾶσθε, ὅτι ἐβεβαιώσατε καλῶς τοὺς φόρους, ὅτι ἀφατριάστως ἐνήργησαν αἱ ἀρχαὶ καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι. Εἶναι διῃρημένοι εἰς πιστοὺς καὶ ἀπίστους, καὶ ἅμα εἶναί τις τῆς κυβερνήσεως ἔχει ὅλας τὰς εὐκολίας, οἱ ἄλλοι δὲν τολμοῦν· καὶ ἂν ἦναι κἀνεὶς πολὺ εὐσυνείδητος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποφέρῃ, τὴν παθαίνει. Ἔρχεται κατόπιν εἰς τὴν ληστείαν καὶ λέγει «ἡμεῖς διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐθέσαμεν εἰς ἐνέργειαν καὶ τῶν ἀρχῶν μας ἐξωντώσαμεν τὴν ληστείαν». Ἐγὼ ἠξεύρω καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἐπολιτεύθησαν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἄλλως παρ’ ὅπως ἔπρεπε εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἀργολίδος· ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἔλλειψις ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ὁ Λύγκος δὲν θὰ ἔζη· μόνον τὰ ἔκτακτα μέτρα καὶ ἡ ἔλλειψις τοῦ νομάρχου ἔσωσαν τὸν Λύγκον. Ἐὰν πρέπει νὰ εὐγνωμονῇ ὁ Λύγκος τινὰ, πρέπει νὰ εὐγνωμονῇ τὴν κυβέρνησιν διὰ τὰ μέτρα ταῦτα. Ὁ Καλαμίδας ἐνῷ εἶχε γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ληστρικὴ συμμορία αὐτοῦ, ὕβριζεν ἐκεῖνον ὅστις τοῦ εἶπεν ὅτι ὑπάρχει· ζητεῖ μικρὰν συνδρομὴν ἀπὸ τὸν ἔπαρχον καὶ δὲν τοῦ στέλλει· μεταβαίνει μὲ πολίτας καὶ ὑπάγει δὶς ὁ ἴδιος, καὶ τί λέγει ὁ νομάρχης; Κατακρίνει τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν μοίραρχον, διότι δὲν ἔδωκαν βοήθειαν· ζητοῦν ἀπὸ τὸν ἔπαρχον λόγον, διατί δὲν ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν νομάρχην· τότε ὁ νομάρχης λέγει, ὅτι ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα, καὶ κατακρίνει τὸν ἔπαρχον καὶ τὰς ἀρχὰς διὰ τὴν ἀμέλειαν. Καταγγέλλεται, κύριοι, διὰ τοῦ τύπου, διὰ φυλλαδίων, κατακραυγαὶ καὶ καταγγελίαι διηυθύνθησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν· τίποτε δὲν ἐγένετο, ὁ νομάρχης ὑπάρχει. Ὁ Λύγκος, κύριοι, ὅταν ἐσώθη, ἐπῆγεν εἰς τὸν ἅγιον Σώστην καὶ ἐδοξολόγησε τὸν ὕψιστον ὑπὲρ τοῦ νομάρχου! Λοιπὸν αὐταὶ εἶναι αἱ μεγάλαι ἐνέργειαι πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας; Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν διευθέτησιν καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἰδίου· εἶναι ἄξιος αὐτὸς νὰ ἀντιπροσωπεύῃ μίαν κυβέρνησιν; Δὲν ἔχω προσωπικὰ κατ’ αὐτοῦ, δὲν τοῦ ἐζήτησα τίποτε· θέλω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν πατρίδα μου νομάρχης ἀξιοπρεπὴς διὰ νὰ ἐμπνέῃ τὸν σεβασμόν. Διότι μετέβη νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας προέβη εἰς πολλὰς καταχρήσεις, αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία καὶ αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἐμφαίνει καλὴν διοίκησιν; Ἐὰν τοῦτο τὸ παραδέχεται καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἐγὼ κηρύττομαι κατὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ὡς κακῆς, χειρίστης. Τί ἄλλο, κύριοι; Ὁ νομάρχης μεταβαίνει εἰς τὴν Κόρινθον, συλλαμβάνει 75 ἀνθρώπους ὡς ὑπόπτους διατροφῆς ληστῶν, τοὺς φυλακίζει, εἷς δ’ ἐξ αὐτῶν παρεφρόνησε. Νὰ συγχαρῶ τὴν κυβέρνησιν διὰ τοῦτο; Ἀμφιβάλλει ἐὰν ἐγένετο αὐτό; ἂς τηλεγραφήσῃ νὰ φέρῃ τὸ βούλευμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν;..... Ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, καὶ ἂν ἐγείρωνται παράπονα σήμερον, εἶναι διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ μῖσος πρὸς τὸ ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο ἡ καρδία παντὸς τιμίου καὶ ἐναρέτου πολίτου θλίβεται, διότι κατήντησεν ἕξις νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ἔγκλημα ὁ κόσμος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ καυχᾶται ὁ τόπος δι’ αὐτό· γίνεται κακὴ χρῆσις τῶν χαρίτων, κύριοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατηντήσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑπῆρξε, κύριοι, ἕνας πάρεδρος ἐκ τῆς Ναυπλίας σπουδαῖος· ὁ πάρεδρος οὗτος ἐδολοφονήθη, ὁ δολοφόνος συνελήφθη· ὡμολόγησε τὸ ἔγκλημα· συνελήφθη φέρων τὸ ξίφος εἰς τὴν χεῖρα ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ παρεδόθη εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης· ἐγένοντο αἱ ἀνακρίσεις, ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη εἰς δεσμά. Ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ δικαστήριον τὸν ἐκήρυξαν ἀνάξιον χάριτος.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δολοφόνος κατεδικάσθη εἰς δεσμά;
§49Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς εἶπεν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ἐπιείκεια τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὅμως εἰς αὐτὸν ἐδόθη χάρις· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει κυβέρνησις νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ μῖσος πρὸς τὸ ἔγκλημα.
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε ἔγεινεν ἡ χάρις;
§51Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐφέτος ἀπὸ σᾶς· ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ χάριν· ὁ εἰσαγγελεὺς λέγει, ὅτι τὸν θεωρεῖ ἀνάξιον τῆς βασιλικῆς χάριτος, ὁ δὲ κύριος Εὐθυμιόπουλος λέγει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ μὴ δοθῇ χάρις, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ κάμῃ τὴν χειροτέραν ἐντύπωσιν. Συνέβη ἐν τούτοις νὰ λείψῃ ὁ εἰσαγγελεὺς, εὑρίσκεται ἀναπληρωτής του, γίνεται πάλιν αἴτησις χάριτος καὶ ζητεῖται ἡ γνωμοδότησίς του, καὶ λέγει, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ χάρις. Πιθανὸν νὰ ἔγεινε τοῦτο, ἀλλὰ διατί τὸ ὑπουργεῖον δὲν συσχετίζει τὴν δευτέραν γνωμοδότησιν μὲ τὴν πρώτην; διατί δὲν ἤκουσε τὴν συμβουλὴν τοῦ κυρίου Εὐθυμιοπούλου; διότι αὐτὸς ὑποστηρίζεται ἀπὸ πολιτικὴν μερίδα. Τώρα, κύριοι, δικαιολογεῖται ἡ χάρις αὐτὴ; εἶναι χρῆσις τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος, τὸ ὁποῖον καθωραΐζει καὶ εἶναι τὸ κόσμημα τῶν ἡγεμόνων;
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγεινεν ἐλάττωσις;
§53Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα 5 ἐτῶν. Βαρύτερον ἔγκλημα δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὴν δολοφονίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κοινωνία νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς χάριτος. Ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε ὅσας θέλετε χάριτας, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς δίδετε ὅπου πρέπει· αἱ χάριτες δὲν δίδονται εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ μισῇ ὁ κόσμος. Λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα καθεὶς νὰ παραπονῆται. Ἐνδέχεται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴν ἐγνώριζεν, ἀλλὰ τοῦ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἦναι τόσον τολμηρός. Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εὑρίσκει πολλοὺς δικαστὰς, διότι ἡ μισθοδοσία εἶναι γλίσχρος· καὶ ὅμως ὑπάρχουν πολλοὶ, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀποθαῤῥύνομεν διὰ τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἄτακτος ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἔχομεν σήμερον καθὼς ἐπιθυμοῦμεν ἀνωτέρους δικαστάς; διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα τολμῶ νὰ σᾶς κατονομάσω πρόσωπα· εἰρηνοδίκην, κύριοι, ἔκαμαν ἐφέτην.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§55Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Μοσχοβάκης.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συστάσει τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν διορίζει ὁ ὑπουργός.
§57Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπομονὴ, κύριοι, ἐὰν ἦναι ἕνας εἰσαγγελεὺς εἰρηνοδικείου καὶ πρωτοδικείου ἀμαθὴς, ἀλλὰ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ διορίζηται ἐφέτης, πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἀμαθής. Ἀλλ’ ἐξέτασαν ποτὲ οἱ ὑπουργοὶ τῆς δικαιοσύνης ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ γενικοὶ γραμματεῖς; Ὄχι· θέλετε νὰ προβιβάσητε ἕνα δικαστήν; δὲν εἶναι ἀνάγκη διὰ νὰ ἴδετε ἂν ἦναι ἱκανὸς, παρὰ νὰ πάρετε τὰ σχέδια καὶ τὰς πράξεις του, καὶ εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ τὸν κρίνητε· δὲν ἔχετε νὰ ἐρωτήσητε τίποτε ἄλλο παρ’ αὐτά. Ποτὲ δὲν ἐσκέφθητε νὰ πράξητε αὐτὸ καὶ οὐδὲ τὸ ἐπράξατε. Ἡ δικαιοσύνη ἐχώλαινε καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ σήμερον παρὰποτε εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Ἔφερε κατηγορίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν παρεβίασαν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ οὐδαμῶς ὠφέλησαν, ἐγὼ λέγω, ἐὰν οὐδαμῶς κατηγόρησαν. Δὲν ὠφελοῦσι τὴν Βουλὴν, λέγω, ὅταν τὸ πᾶν ἐξ αὐτῆς θέλουν νὰ λαμβάνουν, διότι ἐὰν ζητῇ καλὰ πράγματα, καλῶς πράττει νὰ ζητῇ· ἀλλὰ πρέπει νὰ πεισθῇ καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράττει ἡ Βουλὴ εἶναι ὀρθὸν καὶ λογικόν. Ἡ Βουλὴ κατέπεσε, κύριοι, καὶ τὴν ἔῤῥιψεν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις. Πᾶν ὅ,τι πράττει τὸ ἀποδίδει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς αὐτὴν τὸ ἐπιστρέφει. Εἶμαι εἰλικρινὴς, κύριοι, τὸ αἰσθάνομαι καὶ δὲν μὲ νοιάζει· ἐὰν δὲν ἦμαι βουλευτὴς, δὲν θὰ παύσω νὰ ἦμαι τίμιος ἄνθρωπος· θὰ εὑρεθῇ τόπος νὰ ζήσω. Οἱ ὑπουργοὶ λέγουν, ἔχομεν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πράξωμεν τίποτε, διότι δὲν μᾶς ἀφίνουν οἱ βουλευταί· ἐπιψηφίζονται νόμοι, ἔρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων καὶ τί λέγουν; οἱ βουλευταὶ πταίουν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐψήφισαν. Ἤθελον τὸν ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ καταλόγων διορίζει τοὺς ὑπαλλήλους, ἤθελον ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο ἀνύπαρκτον. Ποῖος πταίει; δὲν πταίει ἡ Βουλὴ, οὔτε οἱ γενικοὶ γραμματεῖς. Θέλομεν λοιπὸν συζήτησιν εὐρεῖαν, ὅπως ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ἐμφαίνηται ἡ ἰδέα τῆς δόξης καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας. Πῶς, κύριοι, θέλετε νὰ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι δαπανῶμεν συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὅτι ἡ ἀσφάλεια εἶναι πλήρης, ὅτι οἱ πολῖται δὲν διαιροῦνται εἰς πιστοὺς ἢ ἀπίστους, ὅτι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου δὲν διακρίνονται εἰς ἰσχυροὺς καὶ μὴ, ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι δὲν ἔχει οὕτως; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, καὶ πράξατε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ κηρύττομαι ἐναντίον τῶν πιστώσεων. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§58ΡΟΥΚΗΣ. Τὰ ἀκροατήρια, κύριε πρόεδρε, προσβάλλονται, εἶναι χωροφύλακες ἐπάνω. (θόρυβος μέγας καὶ λογομαχίαι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§59ΤΙΝΕΣ. Μερικοὶ τυχοδιῶκται εἶναι.
§60ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὀνομάζεται ὁ λαὸς τυχοδιώκτης.
§61ΠΑΤΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ δέρνουν τοὺς πολίτας (εἰς τὸ γενικὸν ἀκροατήριον φαίνονται στρατιῶται κενοῦντες βιαίως αὐτὸ).
§62ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις κατέστη θορυβώδης, πρέπει νὰ διαλύσῃς τὴν συνεδρίασιν.
§63ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς ἐδῶ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καραλίβανος (ἐξακολουθοῦσιν αἱ μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ταραχώδεις συνδιαλέξεις).
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς, Κ. Πρόεδρε, (θόρυβος).
§66ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διέταξεν ὁ Κ. Πρόεδρος τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.
§67ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐδώκατε διαταγὰς, Κ. Πρόεδρε;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔδωκα καμμίαν διαταγήν.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατάξατε ν’ ἀναχωρήσῃ ἡ ἔνοπλος δύναμις μέχρις οὗ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ (θόρυβος).
§70ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ (θόρυβος).
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐρεθίζεσθε· ἡ συζήτησις ἤρξατο ἀπὸ τὴν δευτέραν, ἡ συζήτησις θ’ ἀκολουθήσῃ ἀκόμη ἐπὶ πολύ. Εἴπατε ὅσα ἠξεύρετε, καὶ ὅσα εἴδατε, καὶ ὅσα ὑποθέτετε, καὶ ἡμεῖς σᾶς ἀκούομεν μετὰ πάσης ὑπομονῆς καὶ ἀνοχῆς, ἐπιφυλαττόμενοι ν’ ἀποδείξωμεν κατόπιν τὴν ἀξίαν τῶν λόγων σας. Ἀπορῶ, Κύριοι, μὲ τὸν ἐρεθισμὸν, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς ἠγέρθη· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ἀνέχεται, ἐπιθυμεῖ, ὑποφέρει νὰ πιέζωνται ἢ νὰ ἀδικῶνται οἱ πολῖται· ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν καὶ πρὸ πάντων ὑμεῖς θέλετε ἀνεχθῆ νὰ μᾶς δεσπόζουν τὰ θεωρεῖα εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ.
§72ΠΑΤΕΛΗΣ. Διὰ τί προχθὲς, ὅπου ἐκατέβηκεν ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ βῆμα, τὸν ἐχειροκρότησαν;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Κ. Λυκοῦργος ἐλθὼν ἐδῶ καὶ εἰπὼν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸν διάβολον, τὸν ἐχειροκρότησαν· τὸ διὰ τί εἶναι τυχαῖον.
§74Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (δεικνύων μὲ τὴν χεῖρά του εἰς τὸ ἀκροατήριον). Εἶναι μερικοὶ ἐνωμοτάρχαι ἐκεῖ ἐπάνω, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὰς ταραχάς.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μερικοὶ παυμένοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ταράττουν. Ἂν τὸ ἔθνος ἦτο μόνον αὐτοί... ἀλλὰ τὸ ἔθνος εἶναι πολλοί. Εἶναι κακὸν βεβαίως ν’ ἀδικῶνται οἱ πολῖται, ἀλλ’ εἶναι κάκιστον νὰ ζητοῦν ὁποιοιδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε νὰ πιέζουν τὴν μειονοψηφίαν ἢ τὴν πλειονοψηφίαν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου· ἐγὼ κηρύττομαι ἐναντίον τῶν δύω, ἀποδοκιμάζω καὶ τὰ δύω. Ἀποδοκιμάζω καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπείραξαν πολίτας, ἀποδοκιμάζω καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δι’ ὁποιονδήποτε λόγον ἀπεδοκίμασαν ἢ ἐπεδοκίμασαν ἀγορεύοντας βουλευτάς.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐξακολουθήσει τὸ ἔργον της· ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, θέλομεν τιμωρήσει πᾶσαν ἀταξίαν, διότι πρῶτοι ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὰς ἀταξίας ὅθεν δήποτε καὶ ἂν ἔρχωνται.
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ συμβάντος δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ ὁποῖον ἐτάραξε τὰς συζητήσεις· ἐπεθύμουν προπάντων τὰ ἀκροατήρια νὰ μὴ δίδουν ἀφορμὴν εἰς τρόπον ὥστε νὰ φαίνεται, ὅτι πιέζεται ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὔτε ἀπὸ τὸ ἓν οὔτε ἀπὸ τὸ ἕτερον μέρος, ἀλλ’ ἐπεθύμουν περισσότερον, καὶ τὸ λέγω μὲ λύπην μου, νὰ ἴδω τὴ προσήκουσαν εὐκοσμίαν καὶ εὐπρέπειαν ἀπὸ ἡμᾶς, διότι πολλάκις ἐκτρεπόμεθα ἀπὸ λόγους καὶ πράξεις. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν δύναται νὰ βλάψῃ οὔτε σωματεῖον, οὔτε κοινωνίαν, οὔτε ἔθνος, οὔτε ἄτομον. Τὴν ἐπιθυμῶ, τὴν ὑποστηρίζω καὶ θέλω τὴν ὑποστηρίξει αἰωνίως· ἀλλὰ, Κύριοι, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου πρέπει ν’ ἀκολουθῇ ἡ κοσμιότης, ἀλλὰ τοῦτο δὲ ἔχομεν νόμον δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ κανονίσωμεν Ἔχομεν τὸν κανονισμόν μας, πᾶν ὅ,τι ἐκτὸς τοῦ κανονισμοῦ γίνεται εἶναι παράνομον· σεῖς τὸν κανονισμόν σας δὲν μετεβάλατε, ἑπομένως χωρὶς νὰ αἰτιᾶσθε κανένα, πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τοὺς παραβάτας τῶν θελήσεών σας. Περὶ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς λέγει ὁ κανονισμὸς τὰ ἀκόλουθα. «Ἄρθρον 87. Τὰ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν καὶ ἐνεργοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εῖς τε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν φρουρὰν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος σας ὁρίζει ῥητῶς τὰ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς. Πότε, Κύριοι, δίδει τὰς διαταγὰς ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς; ὅταν γίνῃ ἀταξία καὶ τὴν ἀταξίαν πρέπει σεῖς νὰ τὴν ἀναγνωρίσητε καὶ ἀκολούθως νὰ δώσητε ἐντολὴν εἰς τὸν πρόεδρον νὰ τὴν διορθώσῃ. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καμμία ἀταξία, πῶς δύνανται νὰ ὑπάρχουν αἱ λόγχαι εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος; Μόνον οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ὑπάρχουν. (εὖγε, εὖγε). Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θέλω ὑποστηρίξει τὸν κανονισμὸν αὐτὸν σεῖς, ἂν θέλητε, διατάξετε ἄλλως. Τὸ ἄρθρον 88 τοῦ κανονισμοῦ λέγει· «Οὐδεὶς μὴ βουλευτὴς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον, ὅπου ἑδρεύουσιν οἱ βουλευταὶ, οὔτε εἰς τὰ δωμάτια τοῦ βουλευτηρίου, ἐκτὸς τῶν τῆς Βουλῆς ὑπαλλήλων.» Ἄρθρον 89. «Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουν νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγήν. Ἀκροατὴς, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημιῶν καὶ χειροκροτήσεων, εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράττων τὰς διασκέψεις ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.» Ἰδού, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε· ὁ ἀκροατὴς ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος· τὰς μικρὰς ἀταξίας, ὡς βλέπετε, τῆς Βουλῆς οἱ κλητῆρες εἶναι ἁρμόδιοι νὰ διορθώσωσιν, εἰς ταραχὰς ὅμως σπουδαίας σεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ ἀποφασίσητε. Τί θέλουν, Κύριοι, αὗται αἱ λόγχαι καὶ αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες ἐκεῖ ἐπάνω; Εἰπέτε μας, Κύριοι, ποῦ ποτε ὑπεράνω τοσούτων ἑδρῶν εἰσὶ παρατεταγμέναι τόσαι λόγχαι, τόση ἔνοπλος δύναμις; εἰπέτε μας, ἂν τὸ τοιοῦτον ὑπῆρξεν εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τρεῖς εἶναι ὅλοι, ὅλοι.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοί μου, δὲν φοβοῦμαι τοὺς στρατιώτας, ἂν ἦναι τρεῖς ἢ δέκα· πρέπει νὰ τὸ μάθητε, διότι ἐγὼ εἶμαι στρατιώτης καὶ συνείθισα νὰ ζῶ καλλίτερον παντὸς ἄλλου μὲ αὐτούς. Δὲν εἶναι ὁ λόγος περὶ ἐμοῦ, ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς τιμῆς.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι περὶ τῶν ταραξιῶν.
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολλάκις ἤκουσα, καὶ λυποῦμαι διότι εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀντικρούσω μίαν λέξιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις ῥίπτει πικρὰς λέξεις κατὰ τῶν ἀγορευόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐκ τῶν φρονημάτων καὶ ἐπιθυμιῶν, των· λέγω, ὅτι ἡμεῖς πικρῶν λέξεων δὲν στερούμεθα, καὶ δυνάμεθα νὰ τῷ ἀνταποδώσωμεν· τοῦτο ὅμως δὲν τὸ πράττομεν καὶ ἀφίνομεν νὰ τὸ ἔχητε καύχημα. Ποῖος τολμᾷ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑποστηρίζομεν τοὺς ταραξίας; Ἡ πόλις αὕτη ὁλόκληρος δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ· δὲν τὸ δέχομαι, τὸ ἀποκρούω, τὸ ῥίπτω εἰς βάρος σας.
§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ ἠκούσατε;
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πειράζει.
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν πρέπει, λέγω, οὔτε πικροὺς λόγους νὰ ῥίπτωμεν ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου, διότι τοῦτο εἶναι ἀπρεπές. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὔτε τὰ ἀκροατήρια δὲν πρέπει νὰ ταράττουν τὰς συνεδριάσεις μας. Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῶν συζητήσεων τῶν σοβαρῶν, καὶ ἐντὸς αὐτῶν εὑρίσκω ἴσως καὶ τὸ γενικὸν καὶ τὸ ἰδικόν μου συμφέρον. Δὲν ἔχω ἀνάγκην χειροκροτήσεων, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀποδοκιμασιῶν καὶ ἐπιδοκιμασιῶν διὰ νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου· τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζετε. Ἑπομένως γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς συμφέρει ἡ τάξις καὶ ἡ σοβαρότης τῶν συζητήσεων. Αὐτὸ λοιπὸν ὑποστηρίζω· ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ πιστεύσητε, ὅτι ἐὰν ἀταξία ἦναι τὸ ν’ ἀτακτοῦν ἐντὸς τῶν ἀκροατηρίων τινὲς τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι καὶ ἀταξία εἶναι νὰ παραβαίνηται ὁ κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπεψηφίσατε. Ἂς ἐκτελεσθῇ ὁ κανονισμὸς, καὶ ἐὰν αὐτὸς δὲν ἐπαρκῇ, μήπως φοβεῖσθε, ὅτι θὰ φύγητε ἀπ’ ἐδῶ; Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε ἀπόφασιν σοβαρωτέραν, νὰ λάβητε μέτρα πολὺ ἐπαρκέστερα; Διατὶ δέχεσθε κατὰ τῶν ἀποφάσεών σας τὴν παραβίασιν ταύτην καὶ συνηγορεῖτε ὑπὲρ αὐτῆς; Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἐσκέφθητε καὶ δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ διορθώσητε τὴν κακὴν σκέψιν σας; Ἐὰν ἔχετε τοῦτο πρὸς ζημίαν σας, ἔχετέ το! Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι, καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα ἡ δύναμις ἡ παροῦσα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν συνεδριάσεών μας, φέρετε μίαν πρότασιν καὶ παρατάξατε καὶ τὰ πυροβόλα εἰς τὰ ἀκροατήρια ταῦτα· δὲν μὲ μέλει. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔχετε, διευθύνει τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς, ὁ νόμος οὗτος πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ τηρῆται. Τί λοιπὸν περισσότερον ἠμπορούσαμεν νὰ σᾶς εἴπωμεν; Θέλετε νὰ παραταχθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ ἀκροατήρια; πρᾶξετέ το· φέρετε μίαν πρότασιν, καὶ δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε. Ἐνόσῳ ὅμως ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ν’ ἀνήκῃ ἡ τήρησις τῆς εὐταξίας εἰς τὸν πρόεδρον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή· δύναται νὰ τὸ διατάξῃ, ἀλλὰ νὰ τὸ διατάξῃ αὐτὴ καὶ κανεὶς ἄλλος. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω ἐγὼ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διέπῃ τὰς συνεδριάσεις μας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι, καὶ τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ὅλην τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κανονισμὸς εἰς αὐτὸν χορηγεῖ· ἐὰν διὰ τῶν μέσων τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις, διατάξατε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ὡρισμένον διὰ τοῦ κανονισμοῦ, καὶ νὰ μὴ φαίνηται, ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται ὅ,τι δὲν θέλομεν. Ψηφίσατέ το, καὶ ἂν θέλητε, καὶ τὸ ἱππικὸν ἀκόμη νὰ στέκῃ ἐκεῖ· ἀλλὰ τοῦτο νὰ τὸ διατάξητε ὑμεῖς, νὰ μὴ δέχεσθε νὰ τὸ ἐπιβάλλῃ ἄλλος.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κανονισμὸς ἐψηφίσθη ἀπὸ τῆς Αʹ συνόδου τῆς Βουλῆς καὶ ἐφηρμόσθη καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται σήμερον. Τὸ ἄρθρον 87 λέγει· «Τὰ τῆς εὐταξίας, τῆς Βουλῆς ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, καὶ ἐνεργοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εἴς τε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν φρουρὰν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.» Εἶπεν εἷς τῶν βουλευτῶν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀπεμάκρυνε τὸν πρόεδρον τὸν τακτικὸν, διότι ἠνείχετο τὰς προσβολὰς, καὶ ἔχει ἐμὲ ὡς ὄργανον. Ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ σας ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Κάθε αὐγὴν ἔρχεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς ἐνώπιον τοῦ προέδρου καὶ ζητεῖ τὰς διαταγάς. Ὁ δὲ πρόεδρος καὶ ἐγὼ, ὁσάκις προεδρεύω, δίδει τὰς ἀνηκούσας διαταγάς. Παρακαλῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς φρουρᾶς νὰ διατηρήσῃ τὴν εὐταξίαν τῶν ἀκροατηρίων καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Βουλῆς. (θόρυβος ἀριστερά.)
§87ΠΟΛΛΟΙ. Τὶ ἀσφάλεια τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀσφαλής
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν τάξιν ἐννοῶ. Λοιπὸν ὁ ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶ οὐδεμίαν διαταγὴν εἶχε παρ’ ἐμοῦ σήμερον, ὅπως προσβάλῃ τὰ ἀκροατήρια. Ἐὰν δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπαναφέρω τὴν τάξιν, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν ἀπόφασίν σας. Τώρα ἀπορῶ, πῶς ἔγεινε τοῦτο.
§89ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἐνωμοτάρχαι ἐπάνω· ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς δὲν τοὺς ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του· αὐτοὶ ἀνεξαρτήτως ἔκαμον.......
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, τὸ δεύτερον μέρος τῆς παραγγελίας, ἐὰν ἐδόθη ποτὲ τοιαύτη, δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Οὔτε ἔτρεξεν, οὔτε θὰ τρέξῃ ποτὲ κανένα κίνδυνον, διότι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπὲρ τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ ἀκόμη νὰ πιστεύσῃ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, διότι μὲ παρεξήγησε, ὅτι δὲν ἐνόησα διόλου αὐτὸν ὡς ἄνθρωπον ὑποστηρίζοντα τὰς ἀταξίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κύριος Πετμεζᾶς συνειργάσθη μετ’ ἐμοῦ ὑπέρ τῆς τάξεως. Κύριοι, διατὶ λησμονεῖτε τὴν ἱστορίαν μας; Ἡ ἱστορία μας εἶναι τοιαύτη, ἐπειδὴ ἀπεφασίσαμεν ὁ τυχὼν νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰ ἀκροατήρια, καὶ δὲν ἐβάλαμεν περιορισμοὺς, ὁποίους εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἔχουν· διότι ἐκεῖ δὲν εἰσέρχονται παρὰ διὰ εἰσιτηρίων καὶ μετὰ μεγάλης δυσκολίας, καὶ εἴδετε, ὅσοι ἐπεσκέφθητε τὴν Εὐρώπην, πῶς εἰσέρχονται εἰς τὰ ἀκροατήρια. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἀκόμη τὰ ἀκροατήρια ἐπεθύμουν νὰ ἐξασκήσωσι μίαν πίεσιν ἐφ’ ἡμῶν, καὶ τὸ χειρότερον τῶν παραπτωμάτων τῶν ἀταξιῶν ἐγὼ θεωρῶ αὐτὴν τὴν προσπάθειαν τοῦ νὰ πιέσουν τὴν Βουλήν.
§91ΤΙΝΕΣ. Δὲν πιέζουν τὴν Βουλήν.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ προσπάθεια εἶναι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις, αὐτὴ ἡ λίαν φιλελεύθερος Συνέλευσις, ἐξηκολούθει νὰ ἐπιτηρῇ ὅπως ἐπιτηροῦνται ἤδη τὰ ἀκροατήρια, καὶ ἡ Βουλὴ ἐξηκολούθησε τοιουτοτρόπως.
§93ΖΩΤΟΣ. Ἄλλη ἐποχή. Τώρα δὲν ἔχομεν ἐκείνους τοὺς φόβους.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴχετε σεῖς ποτὲ φόβον; Τὸ κατ’ ἐμὲ ποτὲ δὲν ἐφοβήθην ὅλα αὐτά.
§95ΖΩΤΟΣ. Μὰ μήτε ἐγὼ δὲν εἶχον, ἀλλ’ ἦτο μεσοβασιλεία.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀπρεπὲς, εἶναι ἄτακτον, εἶναι ἐναντίον πάσης ἰδέας ἐλευθερίας καὶ τάξεως τὸ νὰ κάθηνται οἱ ἀκροαταὶ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον καὶ νὰ ὑβρίζουν τοὺς ΚΚ. βουλευτὰς, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἦλθον περιστάσεις, καθ’ ἃς ὕβριζον.
§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἀποδοκιμάζομεν.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡμεῖς τὸ ἀποδοκιμάζομεν.—Λοιπὸν κύριοι, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ἐξ ἀρχῆς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται σήμερον, ἐξακολουθεῖ ὑπάρχον· καὶ νομίζω, κύριοι, πῶς δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου· ἴσως ὁ νόμος διατάττει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἐπιτηρεῖ τὸ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς ἔγκλημα, εἰς ἀταξίαν. Λοιπὸν ὅ,τι πράττεται χάριν τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς τάξεως ἀπέναντι οἱουδήποτε, πρέπει νὰ τὸ πράττωμεν· ἀλλὰ καὶ τὸν Κ. πρόεδρον παρακαλῶ, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ προσέχῃ βεβαίως, νὰ τιμωρῇ πᾶσαν ἀταξίαν, ἡ ὁποία ἐναντίον αὐτῆς θὰ πραχθῇ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν, καθόσον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ μὴ γείνουν ἀταξίαι.
§99ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι μέτρον ὁ κ. πρόεδρος λάβῃ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὸ διατάξῃ, νὰ φυλάττηται. Ἔχομεν μίαν φρουρὰν,—ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι πολὺ ἐξηγημένος μαζῆ σας—καὶ τὴν ἔχομεν πρὸ χρόνων, ἀπὸ τὰ 44. Ἡ φρουρὰ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν· εἶναι ἕνας λόχος, καὶ βλέπετε, ὅτι καθ’ ἡμέραν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ προέδρου, κατοικεῖ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ ὅμως, καὶ τὸ λέγω τοῦτο χάριν τῆς εὐταξίας καὶ χάριν ἀκόμη ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ σᾶς εἴπω, ἡ φρουρὰ ν’ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα, ἡ δὲ χωροφυλακὴ ν’ ἀποσυρθῇ. Τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλήν· δὲν θέλει;—ἂς διατάξῃ καὶ τὸ ἐναντίον· ἀλλ’ ἐγὼ τὸ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν.
§100ΖΩΤΟΣ. Δύω λόγους μόνον θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν· θὰ τὸν ἐνθυμίσω, ὅτι κατὰ τὴν συνέλευσιν εἰς ἐποχὴν ἄλλην, τότε ἦτο μεσοβασιλεία καὶ πολλάκις καὶ ἔκλειψις ὑπουργείου, ἐδιοικοῦσε δικτατωρικῶς· ὁ πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, τότε λοιπὸν ἦτο ἄλλη ἐποχὴ, παρὰ ἡ παροῦσα, καθ’ ἣν βασιλευόμεθα εὐτυχῶς ὑπὸ τὸν Γεώργιον. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἐκείνους τοὺς φόβους. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτε τότε ὑπῆρχε φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρχεν ἰδιαιτέρα φρουρὰ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ προέδρου. Εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν τάξιν καὶ ἐπιθυμοῦμεν ὁ λόγος νὰ ᾖναι ἐλεύθερος. Εἴμεθα εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ἀσφάλεια εἶναι πλήρης, χαίρω δὲ καθ’ ὑπερβολὴν διότι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐφέτος ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν πολὺ διαφορετικὴν ἀπὸ τὴν περυσινὴν, ὅτε ἐχειροκροτοῦσαν αὐτὸν τὸν ἴδιον ἢ ἐπεκαλεῖτο νὰ τὸν χειροκροτήσουν.
§101ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύο λέξεις περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ στρατοῦ. Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἀτοπήματα ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ ἐν τοῖς θεωρείοις, ἀλλὰ μολονότι ἀγαπῶ τὸν στρατὸν ὡς ἀδελφὸν, ὁσάκις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, κηρύττω ἄνανδρον τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὅστις ἄνευ ἀνάγκης σύρῃ τὴν λόγχην κατὰ τοῦ ἀόπλου πολίτου διαταχθεὶς ὑφ’ οἱουδήποτε, καὶ ὅποιος θέλει, ἂς μοῦ ζητήσῃ λόγον.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 καὶ ¼