1867.11.22
1.984 στίχοι · 16.192 λέξεις · 241 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῇ 22 Νοεμβρίου 1867.
(Τετάρτῃ).
Ὥρα 1 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῶν πραγμάτων, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐκπεφρασμένης πολιτικῆς ἤθελον ἔλθει εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ νὰ φέρωσι πράγματα, ν’ ἀναπτύξωσι τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθησαν καὶ τὴν ὁποίαν ἐνέκλεισαν εἰς τὰς προκειμένας πιστώσεις· ἀντὶ ὅμως τῆς ἀναπτύξεως τῆς πολιτικῆς των παρεδέχθησαν νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἡ πολιτική των εἶναι πολιτικὴ παρασκευῶν, ὡσὰν αἱ παρασκευαὶ χαρακτηρίζουσι τὴν πολιτικὴν ἑνὸς ἔθνους. Ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἔχουν τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν· περιέμενα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μᾶς εἴπωσι πράγματα καὶ οὐχὶ ἔπεα πτερόεντα, χρωματισμένα μὲ ἄνθη ποιητικῆς μᾶλλον φαντασίας ἢ πολιτικῆς συνέσεως. Ἀναπτύσσων τὸν λόγον του ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, εἶπε μετὰ στόμφου καὶ κόμπου· «Εὕρομεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν κατεστραμμένην· λῃσταὶ πανταχοῦ ὑπῆρχον· οὐδαμοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀτομικὴ ἀσφάλεια, καὶ ἡμεῖς περιωρίσαμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἴχνος τι, τούτου αἰτία εἶναι ἡ ὅμορος ἐπικράτεια, ἡ ὁποία ὑποθάλπει τοὺς λῃστάς.» Ἀπέφυγον δὲ, καίτοι προεκλήθησαν, νὰ φέρωσι στατιστικὴν, ἡ ὁποία νὰ περιέχῃ πόσοι λῃσταὶ ὑπῆρχον, ὅταν ἀνέλαβον τὰς ἡνίας τοῦ κράτους καὶ πόσοι ὑπάρχουν σήμερον. Τὰ ἐγκλήματα, εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἠλαττώθησαν, τοῦθ’ ὅπερ ἀποδεικνύει τὴν καλὴν διοίκησιν καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται πλήρης. Τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους, εἶπεν, ἦσαν κενὰ χρημάτων καὶ ὅμως σήμερον οὐ μόνον προκαλοῦσι τὸ ἔχοντα λαμβάνειν νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ὑπῆρχε τὴν 30 Σεπτεμβρίου ε. ε. ἐκ δραχ. 1887,100 κατὰ μηνιαίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ ἦσαν κεναὶ καὶ τώρα ἐπληρώθησαν ὅλων τῶν ἀναγκαίων πρὸς ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, εἶπεν, ὅτε παρελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων ἦτο δυσμενὴς, σήμερον δὲ ἔχομεν τέσσαρας μεγάλας δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως ποιοῦν παραστάσεις εἰς τὴν Υ. Πύλην ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Ἰδοὺ ἡ πολιτική μας. Ποία δὲ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; ποῖον τὸ πρόγραμμά της; Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, κύριοι, καὶ κρίνατε ἐὰν ὅσα ἐξέθηκαν ἦναι καὶ ὀνομάζεται πολιτική. Ἐγὼ δὲ θέλω ἀντικρούσει μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐπαγγελίας τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἐπίμονος καὶ παράδοξος, κύριοι, διϊσχυρισμὸς κατέχει τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδείξῃ διὰ σοφισμάτων, μιμούμενος τὴν διαλεκτικὴν τῶν τῆς ἀρχαιότητος σοφιστῶν, ἀλλὰ πολὺ ἀπέχων τῆς ἐκείνων λεπτότητος, τὸν ἥττονα λόγον κρείττονα καὶ τὸν κρείττονα ἥττονα· θέλει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ λῃστεία δὲν ὑφίσταται, τοὐτέστι θέλει νὰ πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι τώρα εἶναι νὺξ ἐν ᾧ εἶναι ἡμέρα. Ὅσῳ καὶ ἂν διεῤῥήγνυται ὑποστηρίζων τοῦτο, τὰ πράγματα ἀποβαίνουσιν ἐναντίον του. Τώρα, αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ὑπάρχουσι θύματα τῆς λῃστείας εἰς τὰς χεῖρας τῶν λῃστῶν, καὶ χθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Πελοπόννησον ὁ συνάδελφός μας κ. Φλέσσας ἐλῃστεύθη καὶ ὁ συνοδοιπόρος του Καρζῆς ᾐχμαλωτίσθη (θόρυβος). Ὁ ἰσχυρισμός, κύριοι, ὅτι ἡ λῃστεία ὑποθάλπεται ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλέον ἕωλος, εἶναι τετριμμένον ἐπιχείρημα, διότι, καὶ ἄλλοτε σᾶς ἀπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀνέκαθεν ὑπῆρχε τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας· καὶ ὅμως οὐδέποτε εἰς οὐδεμίαν κυβέρνησιν ἐφάνη αὐτὴ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῆς λῃστείας, ποτὲ δὲν ὑπῆρξαν τοσαῦτα θύματα, ποτὲ δὲν ὑπῆρξαν τοσαῦται σημαῖαι λῃστῶν ἀναπεπταμέναι. Εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτε ἦτο τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, σᾶς ἀνέγνωσα ἀπόσπασμα τοῦ μαρτυρολογίου τῶν νομῶν Ἀκαρνανίας καὶ Φθιώτιδος· σήμερον σᾶς φέρω πληρέστερον τὸ μαρτυρολόγιον.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὄχι ἐφημερίδας.
§5ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλῶ σὲ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους, πρὸ πάντων δὲ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀκαρνανίας καὶ τῆς Φθιώτιδος νὰ μ’ ἀναιρέσωσιν, ἐὰν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Τρεῖς σελίδες ὁλόκληροι τῆς Μερίμνης περιλαμβάνουσι τ’ ἄτομα ὀνομαστὶ τῆς Ἀκαρνανίας καὶ τῆς Φθιώτιδος, τὰ παθόντα ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ἂν θέλετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τινὰ ἐξ αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν θέλετε χάσει τὸν πολύτιμόν σας καιρόν. Ἐν μὲν τῇ Ἀκαρνανίᾳ ἐφονεύθη ὁ ἔμπορος καὶ κτηματίας Λιναίας. Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς ἐφημερίδος ἡ «Μέριμνα».
§6ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Λιναίας ἐφονεύθη ἐπὶ Βούλγαρη.
§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο σᾶς ἐπροκάλεσα, καὶ θέλετε μὲ ὑποχρεώσει ἐὰν ἀποδείξετε καὶ ἄλλα. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν).
§8ΓΕΡΟΘΑΝΑΣΗΣ. Εἰς ποίαν ἐποχήν;
§9ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργοῦντος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου· ἀπὸ τοῦ παρελθόντος πάσχα καὶ ἐντεῦθεν.
§10ΓΕΡΟΘΑΝΑΣΗΣ. Αὐτὸς εἶναι συγγενής μου καὶ γνωρίζω πότε ᾐχμαλωτίσθη, πότε ἐξηγοράσθη καὶ πόσα χρήματα ἐδόθησαν.
§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὸν διακόπτει. Τέλος πάντων, κύριοι, βλέπετε, ὅτι εἶναι βίβλος γενέσεως ἀτελεύτητος καὶ διακόπτω τὴν ἀνάγνωσιν· ἐὰν δὲ λάβητε τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσητε τὴν «Μέριμναν» θέλετε ἰδεῖ ἀπὸ πότε χρονολογοῦνται. Μάθετε λοιπὸν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ παρελθόντος πάσχα μέχρι σήμερον, ὅτε εἰσήλασαν οἱ λῃσταὶ μετὰ τὸ ἀξιομνημόνευτον ἐκεῖνο κίνημα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς γνωρίζετε καὶ ἐγὼ ἀποσιωπῶ σήμερον, διεπράχθησαν τὰ τρομερὰ ταῦτα ἐγκλήματα. Δὲν εἶναι δὲ τὰ αἴτια τῆς ὑπάρξεως τῆς λῃστείας, τὰ ὁποῖα ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ σᾶς εἴπῃ. Τὰ αἴτια εἶναι ὅλως ἀντίθετα τῶν ὑποδειχθέντων καὶ ἔκτακτα, καὶ ἀνέρχονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ γενομένου κινήματος, ὅτε, ὡς ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ἐσυνθηκολόγει μὲ τοὺς λῃστὰς καὶ ἐνήργει πραξικοπήματα ἵν’ ἀνατρέψῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅτε εἰσῆλθον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁ Κυριάκος καὶ ὀπαδοί του. Δὲν εἶναι, κύριοι, αἶσχος μόνον εἰς μίαν κυβέρνησιν νὰ συνθηκολογῇ μὲ τοὺς λῃστάς, ἀλλὰ καταστροφὴ εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Ὁ Κυριάκος δὲν εἶναι λῃστὴς, εἶναι πολίτης ἐντιμότατος, εἶναι πατριώτης.
§13ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸν χαρίζω. Ἡ λῃστεία ὕψωσε τὴν κεφαλὴν θρασεῖαν ὅταν ἔλαβεν ἐπίσημον χαρακτῆρα· ὅταν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς κυβερνήσεως ἐσυνθηκολόγουν μὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπλήροναν χρήματα ὁ Ζηνόπουλος, γενικὸς γραμματεὺς, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν Βότσαρης· ὅταν τοὺς λῃστὰς δὲν ἐτόλμων νὰ κτυπήσουν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, διότι εἶχον ἐπίσημον οἱ λῃσταὶ χαρακτῆρα, τὰ δ’ ἀποσπάσματα περιωρίζοντο νὰ εἰσέρχωνται ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν μέρος τοῦ χωρίου, ὅτε ἀπὸ τὸ δυτικὸν ἐξήρχοντο οἱ λῃσταὶ μὲ τὰ λύτρα καὶ τὰ λάφυρα· ὅταν ἡ κυβέρνησις ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Κυριάκον νὰ γίνῃ διώκτης τῆς λῃστείας, καὶ γνωρίζετε ὅτι οἱ δημόται Πτελεατῶν πικρὰ εἰς τὸν ἀντιβασιλέα ἀπηύθυναν παράπονα διὰ τὰ ἀπερίγραπτα κακὰ, ὅσα αὐτοῖς ἐπροξένει ὁ ὁδηγὸς αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως. Ἡ ἀσφάλεια, κύριοι, οὐ μόνον εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας τοῦ κράτους δὲν ὑπάρχει ἕνεκα τῆς λῃστείας, ἀλλ’ οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν Πελοπόννησον τολμᾷ τις νὰ ὁδοιπορήσῃ ἄνευ συνοδείας ὁπλοφόρων· ἀπόδειξις δὲ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ χθεσινὸν γεγονὸς τοῦ Φλέσσα. Τὰ ἐγκλήματα, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἠλαττώθησαν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης στατιστικὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἐγκλήματα κατὰ μὲν τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1866 ἦσαν 4138, κατὰ δὲ τὴν πρώτην τοῦ 1867 μόνον 4256, ἤτοι 118 ἐπὶ ἔλαττον.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῦ;
§15ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§17ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν εὕρω· πιθανὸν νὰ μὴ ὦσιν ἀκριβεῖς αἱ σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον, μίαν στιγμὴν ἰδὼν αὐτὸν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Μολαταῦτα, ὡς ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς εὐφυῶς παρετήρησε, τὰ ἐγκλήματα τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ τὰ καταγγελθέντα πολὺ διαφέρουσιν· ὤφειλε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ στατιστικὴν συγκριτικὴν τῶν καταγγελθέντων πρὸς τὰ πραχθέντα ἐγκλήματα, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι πολὺ θὰ διέφερεν ἀπὸ τὴν παρουσιασθεῖσαν, ἐπειδὴ πολλάκις οἱ εἰσαγγελεῖς ξεσχίζουσι τὰς μηνύσεις· διότι ἐκ τοῦ τρόμου, ὃν ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκ τῆς καταπιεζούσης ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν μικρὰν πεποίθησιν πρὸς τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης δὲν καταφεύγουν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκδικοῦνται διὰ τῆς οἰκείας δυνάμεως. Ἐκ τούτου συμπεραίνομεν, ὅτι τὰ πραττόμενα πολὺ κατὰ τὸν ἀριθμὸν ὑπερέχουν τῶν καταγγελλομένων ἐγκλημάτων. Ἄλλως τε, κύριοι, καὶ ὀλιγώτερα ἂν ἦσαν τὰ ἐγκλήματα, τοῦτο δὲν εἶναι μέγας ἔπαινος διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν ὀκτωβριανὴν μεταπολίτευσιν, τοσοῦτον ὀλιγώτερα θὰ ὦσι φυσικῶς τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλοίμονον, ἂν ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, αὐξάνουν τὰ ἐγκλήματα.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα;
§19ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ὅσῳ προχωροῦμεν ἀπομακρυνόμενοι μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, ἐπαναλαμβάνω, τοσοῦτον προσδοκῶμεν νὰ ὦσιν ὀλιγώτερα τὰ ἐγκλήματα, διότι ἐμπεδοῦται ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια. Ἀλλὰ, κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἐγκλήματα, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἀνεξάρτητα δικαστήρια, ὅταν ὁ ναὸς τῆς Θέμιδος εἶναι ἔμπλεως συντριμμάτων, ποῦ δὲ καὶ ποῦ ἵσταται κίων τις ὀρθὸς καὶ ἀκέραιος, οἱ δὲ δικασταὶ δίκην ταχυδρόμου περιτρέχουσι τὴν Ἑλλάδα; Γνωρίζω ἕνα Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ἐντὸς δύω μηνῶν ἔλαβε τέσσαρας μεταθέσεις. Τὸ δικαστήριον τῆς Σπάρτης ἐν μιᾷ ἑξαμηνίᾳ δὶς ἀνεκαινίσθη καὶ μόνον ὁ Πρόεδρος μένει. Εἰσαγγελέα, τὸν ὁποῖον πρὸ δύω μηνῶν αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις προβιβάσασα ἔστειλεν εἰς Σπάρτην, τὸν ἀνεκάλεσε, διότι δὲν ἤθελε νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς θελήσεις τῶν φίλων τῆς κυβερνήσεως βουλευτῶν καὶ παύσῃ ἀδίκως καὶ αὐθαιρέτως Δημάρχους. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς νομίζω, ὅτι δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἐν τῷ οἴκῳ του ξενιζομένης συζύγου ἑνὸς δικαστοῦ, ἥτις ἦλθεν εἰς Ἀθήνας ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ μεταθέσῃ τὸν σύζυγόν της, διότι ἠπείλει νὰ παύσῃ αὐτὸν εἷς βουλευτὴς τῆς Λακεδαίμονος, φίλος τῆς κυβερνήσεως.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος μετετέθη κατ’ αἴτησιν τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου Σπάρτης, ἡ δὲ γυνή του παρεκάλεσε νὰ μείνῃ· ὅ,τι ἔγινεν εἰς Σπάρτην, ἔγινε κατ’ αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου.
§21ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μ’ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ εἴπω (θόρυβος). Δὲν θέλω νὰ σηκώσω τὸν οἰκιακὸν πέπλον, διότι παραβιάζεται τὸ ἄσυλον τοῦ οἴκου. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο, ἠθέλετε μάθει περίεργά τινα ἕνεκα τῶν τοιούτων μεταθέσεων. Σεβόμενος ὅμως ἐμαυτὸν καὶ ὑμᾶς, τὰ ἐν οἴκῳ δὲν φέρω ἐν δήμῳ.
§22ΑΧΟΛΟΣ. Τί φωνάζετε; δὲν σᾶς ἀφίνομεν μονάχους· ἐδῶ θὰ πεθάνωμεν.
§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διατηρεῖται, κύριοι, ἡ δικαιοσύνη οὔτ’ ἐμπεδοῦται ἡ ἀσφάλεια, ὅταν ὁ δήμαρχος Κροκεῶν δείρας τὸν εἰρηνοδίκην Κυριακίδην ἐν μέσῃ ἀγορᾷ μένει ἀτιμώρητος· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια, οὔτε ἀπονέμεται ἀμερόληπτος δικαιοσύνη, ὅταν ὁ αὐτὸς δήμαρχος Κροκεῶν ὕψωσε τὴν χεῖρα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Σπάρτης κατὰ τὴν ἐμπορικὴν πανήγυριν, ἐῤῥάπισε τοῦτον καὶ ἀφεῖλεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του ἕνα ἔμπορον φωραθέντα κλέπτην καὶ ἀπαγόμενον εἰς φυλακήν· ὅταν ὁ αὐτὸς δήμαρχος ὥπλισε πολίτας κατὰ τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου καὶ διετάραξε τὴν τάξιν, διότι καὶ ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἀμυνόμενος ὥπλισε πολίτας, καὶ ὀλίγον ἔλλειψε νὰ χυθῇ αἷμα ἀθῶον. Καὶ ὅμως ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος μένει ἀτιμώρητος, διότι εἶναι φίλος ὑπουργικοῦ βουλευτοῦ. Μὴ καυχᾶσθε, κύριοι, ὅτι συνελάβετε 150, ὡς λέγετε, λῃστάς, διότι εἰς τὴν σύλληψιν τῶν λῃστῶν πολλὰ μυστήρια ὑπάρχουν. Ἠξεύρω μετὰ θετικότητος, ὅτι δύο φυγόδικοι, Καραμέτος καὶ Καναράκης, ἐκ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος ὑπεθάλποντο ὑπὸ τοῦ δημάρχου τῆς πατρίδος των· ὅτι ὁ δήμαρχος, ὠφελούμενος πολυτρόπως ἐκ τῆς φυγοδικίας των, δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ τοὺς συλλάβῃ, ἀλλὰ καὶ προσκόμματα παρενέβαλλεν εἰς τὴν σύλληψίν των· ἔπειθε δὲ τὴν κυβέρνησιν νὰ τοὺς κηρύξῃ λῃστὰς καὶ νὰ ὑποσχεθῇ ἀμοιβὴν διὰ τὴν σύλληψίν των, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Μόλις δὲ τὸ Β. Διάταγμα ἔφθασεν εἰς γνῶσίν των, καὶ οἱ φυγόδικοι αὐτοί, ὡς ἐκ θαύματος, τὴν ἐπιοῦσαν εὑρέθησαν πολιορκημένοι ὑπὸ τοῦ δημάρχου, εἰς ὃν καὶ παρεδόθησαν. Ἀπεδείχθη δὲ μετ’ ὀλίγον, ὅτι ὑπῆρξε συνεννόησις μὴ θεμιτὴ μεταξὺ τῶν φυγοδίκων καὶ τοῦ δημάρχου, ἵνα τὰ χρήματα τῆς ἀμοιβῆς χρησιμεύσωσι πρὸς ἀθώωσιν τῶν κακούργων. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν συλληφθέντων λῃστῶν. Ὁποῖον αἶσχος διὰ μίαν Κυβέρνησιν, τὰ πάντα διὰ τοῦ δόλου καὶ τῆς διαφθορᾶς διαπράττουσαν!!
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον, κἀνεὶς δὲν ἔλαβε λύτρα.
§25ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ λάβουν, ἀφοῦ τὰ ὑπεσχέθητε διὰ Β. διατάγματος. Ἡ δικαιοσύνη, κύριοι, ἔχει πολλοὺς σταθμοὺς διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ σταδίου της, ἔχει πολλὰ ὁδοφράγματα διὰ νὰ ὑπερπηδήσῃ· τὴν διαφθορὰν τῶν μαρτύρων, τὴν κατὰ τοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ τῶν πλημμελειοδικῶν πίεσιν τῶν φίλων τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὑπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἐπηρέασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐφετῶν, τὴν διαφθορὰν τῶν ἐνόρκων, καὶ δὲν ἠξεύρετε μετὰ πάσης θλίψεως καὶ λύπης λέγω, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ὁρκωτῶν διεφθάρη καὶ οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ σταματήσῃ αὐτὸν τὸν ὀλέθριον ῥοῦν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Νὰ τὸ χαλάσωμεν.
§27ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ τὸ χαλάσωμεν, ἀλλὰ νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς δωροδόκους ἐκ τῶν ἐνόρκων. Καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια ἡ δικαιοσύνη ὑπερπηδήσῃ καὶ κατορθώσῃ, ὥστε ὁ ἐγκληματίας νὰ καταδικασθῇ, ὑπάρχει ἡ χάρις. Καταπληκτικὸς δὲ ἀριθμὸς χαρίτων ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἁμιλλῶνται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ποῖος ν’ ἀπολαύσῃ πλειόνων χαρίτων· ἔφθασαν μάλιστα εἰς τοιαύτην τόλμην, ὥστε καὶ διὰ τοῦ τηλεγράφου ν’ ἀναγγέλλωσι τὰς χάριτας μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, διὰ νὰ προσελκύσουν εἰς ἑαυτοὺς τὴν εὔνοιαν τῶν κακούργων. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί λέγει ὁ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ δικαίου τοῦ Βερολίνου Βέρδερ περὶ τῆς χάριτος. «Ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρόκειται ν’ ἀρθῇ διὰ τῆς χάριτος ἡ ἀντίφασις, ἡ ἕνεκα τοῦ κατ’ ἀνάγκην ἐλλιποῦς πάσης νομοθεσίας πιθανῶς ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ νόμου καὶ τοῦ λογικοῦ δικαίου· ἡ χάρις κάμπτει οὕτω τὸ θηριῶδες τοῦ νόμου, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ δίκαιον. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ χάρις ἐν τῇ κυριωτέρᾳ καὶ ἐξοχωτέρᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ σημαίνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦ ἐνόχου οὔτε ὁ νόμος οὔτε τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ὅτι ἡ κατά τε τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον ἀποδοτέα ποινὴ πρέπει νὰ χωρισθῇ, εἴτε διότι ὁ ἔνοχος, τῆς ὅλης αὑτοῦ προσωπικότητος ὑπ’ ὄψιν λαμβανομένης, ἐστὶ κρείττων ἢ οἷος ἐφάνη διὰ τῆς μοναδικῆς αὑτοῦ ἐγκληματικῆς πράξεως, εἴτε διότι ἀνώτεροι κοινωνικοὶ καὶ πολιτικοὶ λόγοι ἀπαιτοῦσι τοῦτο». Καὶ ταῦτα μὲν ἐκθέτει ὁ συγγραφεύς· ἰδοὺ δὲ καὶ ὁ μεταφραστής, ὅστις εἶναι ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὁ ἐφέτης κ. Καρατζᾶς, ὁποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος. «Οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος ὀφείλουσι νὰ φροντίζωσιν, ὅπως τὸ ἱερὸν τῆς χάριτος δικαίωμα μὴ ἀπόλλυσί τι τῆς ἐξόχου αὑτοῦ λαμπρότητος. Πᾶν πολιτικὸν πάθος, πᾶσα προσωπικότης, πᾶς ἐρεθισμὸς πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὴν ἠθικὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἀτομικότητος, ἂν ἀληθῶς διὰ τῆς χάριτος πρόκειται ν’ ἀπονεμηθῇ ἀνωτέρα δικαιοσύνη. Οὐδὲν πρὸς τὰ τοῦ Θεοῦ πλησιέστερον ἢ τὸ ἀπονέμειν χάριν, οὐδὲν ἑπομένως δικαίωμα ἀπαιτοῦν μείζονα εὐσυνειδησίαν κατὰ τὴν ἐξάσκησιν αὑτοῦ ἢ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος. Συχναὶ χάριτες ἐλαττοῦσι τὴν τοῦ νόμου ἀξίαν· ἡ χάρις πρέπει νὰ διατελῇ οὖσα ἐξαίρεσις καὶ δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τακτικοῦ ἐνδίκου μέσου. Ὁ μέγας τῶν αἰτήσεων χάριτος ἀριθμὸς φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ τὴν δυσάρεστον συνέπειαν, ὅτι αἱ αἰτήσεις αὗται δὲν βασανίζονται μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης προσοχῆς καὶ βασιμότητος· πιθανὸν δὲ οὕτω ν’ ἀποῤῥίπτωνται ἐξ ἀηδίας αἰτήσεις, αἵτινες εἰσὶν ἄξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ ἐπιδαψιλεύωνται χάριτες εἰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀκριβεστέρα βάσανος ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ ὅτι προτιμοτέρα ἡ πλήρης τοῦ νόμου ἐφαρμογή· ἐν ᾧ δὲ θέλομεν ν’ ἀπονεμηθῇ ἀνωτέρα δικαιοσύνη, φθάνομεν τοιούτῳ τρόπῳ εἰς πηγὴν νέας ἀδικίας». Ἠκούσατε πῶς ὁ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ δικαίου ἐκτιμᾷ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ ὁποίαν κακὴν χρῆσιν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔδωκε τὰς χάριτας εἰς ἀνθρώπους μεγάλων ἐκδουλεύσεων καὶ περιπεσόντας δυστυχῶς εἰς ἔγκλημά τι· δὲν ἔδωκε τὰς χάριτας διὰ νὰ πληρώσῃ κενόν τι τοῦ νόμου· τὰς ἔδωκεν ὡς ῥουσφέτια διὰ νὰ περιποιήσῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τοὺς φίλους της· τὰς ἔδωκεν εἰς λῃστὰς, εἰς ἐμπρηστὰς καὶ δολοφόνους· τὰς ἔδωκεν εἰς Πομώνας διὰ νὰ δολοφονήσουν καὶ ἄλλους καὶ νὰ ἐμπνεύσωσι τὸν τρόμον ὑπὲρ τῶν προστατῶν των. Πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ διατηρηθῇ δικαιοσύνη, νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ ἀσφάλεια, ὅταν οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν τὴν ἄδειαν οὔτε νὰ ἐπισκεφθῶσι τοὺς ἀντιπολιτευομένους; Μετετέθη εἷς νομάρχης, διότι ἐτόλμησε νὰ ἐπισκεφθῇ ἕνα ἀντιπολιτευόμενον. Τί λοιπόν; θέλετε, κύριοι ὑπουργοὶ, τοὺς ὑπαλλήλους κοπέλια σας καὶ κοπέλια τῶν φίλων σας; Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταστήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους της λειτουργοὺς ἀνεξαρτήτους καὶ ἐκτελεστὰς ἀμερολήπτους τοῦ νόμου. Σεῖς λοιπὸν, καὶ οὐχὶ ὁ κ. Βούλγαρης, θέλετε τοὺς ὑπαλλήλους, πολλῷ δὲ μᾶλλον τοὺς ὑπουργοὺς, κοπέλια, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος αὐθαδῶς διϊσχυρίσθη ἵνα μεμφθῇ ἐπὶ τούτῳ τὸν κ. Βούλγαρην. Ἀδικεῖς σεαυτὸν, κύριε πρωθυπουργὲ, ἐὰν διϊσχυρίζησαι, ὅτι ὁ κύριος Βούλγαρης θέλει τοὺς ὑπουργοὺς κοπέλια, διότι ἐπειράθης πολλάκις νὰ ἔλθῃς ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κυρίου Βούλγαρη καὶ δὶς διετέλεσες ὑπὸ τὴν προεδρείαν του· καὶ πέρυσιν ἔτι ἀπεφάσισες νὰ γίνῃς κοπέλι του, κατὰ τὴν εὐγενῆ ἔκφρασίν σου, ἂν δὲν ἐπροτίμα τὸν κύριον Χρηστίδην ἀντὶ τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτὲ, ἦλθον χωρὶς νὰ θέλῃ.
§29ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τότε δὲν εἴχατε τὴν φιλοτιμίαν νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν γίνεσθε κοπέλι τοῦ κυρίου Βούλγαρη, καὶ νὰ μὴ δεχθῆτε ἢ τοὐλάχιστον νὰ παραιτηθῆτε. Εἶναι ψεῦδος λοιπὸν καὶ συκοφαντία μαύρη, ὅτι ὁ κύριος Βούλγαρης μεταχειρίζεται τοὺς ὑπουργοὺς ὡς κοπέλια. Σὺ μόνος τὸν συκοφαντεῖς, ἐνῷ τόσοι καὶ τόσοι ἄνδρες πολιτικοὶ συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ κυρίου Βούλγαρη.
§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου ὁ κύριος Βούλγαρης ἔγραψεν εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον καὶ ἔφυγεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§31ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἶσθε ὑμεῖς ἀπὼν, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐδέχθη νὰ γίνῃ κοπέλι τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ ὁ κύριος Βούλγαρης καὶ σὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ἀντὶ τοῦ κυρίου Χριστίδου, παρῃτήθη. Δὲν ἁρμόζει εἰς ἕνα πρόεδρον ὑπουργείου νὰ ῥίπτῃ ἰδέας χαμερπεῖς, νὰ συκοφαντῇ, νὰ ὑβρίζῃ καὶ προπηλακίζῃ, διότι ἐπιστρέφονται μετὰ τόκου, ἕκαστος δὲ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὴν θέσιν του. Σὺ δὲ, κύριε Κουμουνδοῦρε, κατεβίβασες πολὺ χαμηλὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὑβρίζων καὶ ὑβριζόμενος ὡς ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος.
§32ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κύριος Βούλγαρης.
§33ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω ἐγώ. Πῶς θέλετε νὰ διατηρηθῇ δικαιοσύνη καὶ ἀσφάλεια, ὅταν δίδων ἓν τάλληρον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δεσμοφύλακος καὶ ἀρχιφύλακος ὁ κατάδικος μένῃ ἐλεύθερος νὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἶκόν του; (Θόρυβος δεξιά). Ταῦτα εἶναι γεγονότα. Προκαλῶ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν θορυβουμένων νὰ διαψεύσῃ τὰ ἐξιστορούμενα. Ἀποκαλῶ συκοφάντην ἐκεῖνον, ὅστις διϊσχυρίζεται ὅτι δύναται νὰ μ’ ἀποδείξῃ ψευδόμενον καὶ δὲν τὸ πράττει.
§34ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ μᾶς φέρετε ἀποδείξεις.
§35ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θέλω σᾶς φέρει. Δὲν μὲ ἀφίνετε ὅμως μὲ τὰς ἀτελευτήτους διακοπάς σας. Φίλοι μού τινες ἦσαν καταδικασμένοι διὰ πλημμέλημά τι εἰς 6 μηνῶν φυλάκισιν. Ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ μεσιτεύσω εἰς τὸν νομάρχην διὰ νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, ἀφοῦ εἶχον διανύσει 5 ἢ 10 ἡμερῶν φυλάκισιν. Ἠπόρησα διὰ τὴν αἴτησιν· πῶς εἶναι δυνατόν, τοῖς εἶπον, ν’ ἀπολυθῶσι τῶν φυλακῶν καταδικασθέντες εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν; Τοῖς παρέστησα τὰς θλιβερὰς συνεπείας, ἃς ἐπιφέρει τοιαύτη φανερὰ καταπάτησις τῶν νόμων· αὐτοὶ δὲ μετ’ ἀπορίας μοὶ ἀπεκρίθησαν· Δὲν ἠξεύρεις τί σοῦ γίνεται· ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα (εἶπον δὲ τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς ἀναγγείλω) ἀπελύθησαν πρὸ τῆς τελέσεως τῆς ποινῆς, δόντες χρήματα εἰς τὸν δεσμοφύλακα. Ἐγὼ ἠρνήθην καὶ δὲν ἐμεσίτευσα, ἀλλ’ ὅμως τὸ κατώρθωσαν δι’ ἄλλου, δι’ ὅπερ καὶ μ’ ἔσκωπτον, λέγοντες, ἰδοὺ ἄνθρωπος, ὅστις θέλει μόνος του νὰ κρατήσῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς πόδας.
§36ΤΙΝΕΣ. Πότε ἔλαβε χώραν;
§37ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλαβε καὶ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι πρωτοφανές· πέρυσι, νομίζω, ἐγένετο σφοδρὸς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὅτι ὁ νομάρχης Ἀττικῆς ἀπεφυλάκισε καταδίκους. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι παλαιὰ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ συμβάντα λίαν πρόσφατα. Ἐὰν θέλετε, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Κ. Φλέσσα. Ἰδοὺ ἐν περιλήψει τί ἐμπεριέχει· χθὲς ὁ υἱὸς τοῦ Πεῤῥωτοῦ παρέλαβεν ἀπὸ τὰς φυλακὰς καταδίκους καὶ ὑποδίκους καὶ τοὺς μετέφερεν εἰς τὸν τόπον τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Θουρίας, καὶ δι’ αὐτῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν ἀπέκλεισε τοὺς ἀντιπάλους του. Ματαιοπονεῖτε ἀπαιτοῦντες δικαιοσύνην· μὴ περιμένετε νὰ ἴδητε ἑδραιωμένας τὰς ἐλευθερίας, μὴ περιμένετε νὰ ἴδητε ἐμπεδωμένην τὴν ἀσφάλειαν, ὅταν ὁ δεσμοφύλαξ εἶναι ἱκανὸς νὰ καταστρέψῃ ὅλην τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων· ὅταν οἱ βουλευταὶ ἔχουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των καταδίκους. Γνωρίζω ἕνα ὑπουργικὸν βουλευτὴν ὃν ἀποσιωπῶ, ὅστις ὡς συνοδίαν τῶν ταξειδίων του εἶχεν ἅπαξ καὶ δὶς καταδίκους καὶ τὴν σταφίδα του φυλάττουν κατάδικοι δωρεάν. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ δαπανᾶτε διὰ τὴν ἀσφάλειαν, τί θέλετε νὰ νομοθετῆτε νόμους, ὅταν ὑμεῖς αὐτοὶ ἀνατρέπετε τοὺς νόμους καὶ τὰς ἐλευθερίας, ὅταν ὑμεῖς αὐτοὶ προστατεύετε τοὺς ταράττοντας τὴν τάξιν καὶ καταστρέφοντας τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὅταν εὐνοῆτε τοὺς ἐχθροὺς τῆς κοινωνίας; Εἶναι φρικτὸν πρᾶγμα! Οὐδεμία κοινωνία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἐπιδαψιλεύωνται αἱ χάριτες εἰς τοὺς μᾶλλον ἀποτροπαίους ἀνθρώπους, ὅταν αἱ συναλλαγαὶ τῶν χαρίτων γίνωνται εἰς τὰ ὑπουργεῖα, ὡς ἐγίνοντο ἐπὶ Ἰακώβου Βʹ. εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Βιτεχάλ. Σήμερον γίνεται ἐν Ἑλλάδι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Μακωλέϋ μετὰ θλίψεως ἀναφέρει διὰ τὴν πατρίδα του, ἐξιστορῶν ὅτι αἱ χάριτες ἐπωλοῦντο ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἰακώβου Βʹ. ὡς ἐπωλοῦντο οἱ ἀσπάραγγες εἰς τὸ Covent-garden, ἢ αἱ ἁρίγγαι εἰς τὸ Billingsgate. Ὑπῆρχε μάλιστα καί τις διατίμησις περίεργος· τόσαι γινναῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν χάριν τοῦ δολοφόνου, τόσαι διὰ τὴν χάριν τοῦ λῃστοῦ, τόσαι διὰ τὴν τοῦ ἐμπρηστοῦ καὶ καθεξῆς. Ἐδῶ τὸ ἀντάλλαγμα εἶναι διάφορον· εἶναι δοσοληψία ψήφων. Εὕρομεν, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ ταμεῖα κενά· εἰς πλήρη χρεωκοπίαν εἴμεθα τότε· οὔτε λεπτὸν εἴχομεν, καὶ σήμερον οὐ μόνον εἴμεθα ἐνήμεροι, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα ἔχομεν. Δὲν ἠξεύρω τί ἐγένετο ἡ μηνιαία κατάστασις τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ε. ε. Ἔχετε αὐτὴν πρόχειρον, κ. Ὑπουργέ;
§38ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν ἔχει ἡ ἐπιτροπή.
§39ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μολοντοῦντο τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, νὰ καυχᾶται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὴν 30 7βρίου ε. ε. μηνὸς ἐκ τῶν γονιμωτέρων, μετὰ τοιαῦτα δάνεια καὶ μετὰ τοσούτους φόρους εἶναι ἐνήμερος. Καὶ ὅμως, κύριοι, οὐ μόνον δὲν ἔχει περισσεύματα, ἀλλ’ οὔτε ἐνήμερος εἶναι. Ὅ,τι ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἄλλοτε κατηγόρει τὸν κ. Χρηστίδην ὡς δόλιον οἰκονομολόγον, τοῦτο πράττει σήμερον αὐτός.
§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι δόλιον, δὲν εἶπον· ὡς μωρόν.
§41ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν μὴ ἐχόντων γνώσεις λογιστικάς, παρουσιάζοντες κατάστασιν φέρουσαν μόνον τὴν ἐνεργητικὴν στήλην, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν παθητικήν. Τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν τῆς ἐπιτροπῆς κατάστασιν τοῦ 7βρίου μηνός. Ἐν αὐτῇ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους 1,877,000 δραχ.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ Σεπτεμβρίου εἶναι τέσσαρα ἑκατομμύρια· εὑρίσκονται δὲ 1,880,000 εἰς τὰ τέλη τοῦ Σεπτεμβρίου.
§43ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μὲν τὴν 30 7βρίου εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους 1,877,000 δραχμαί, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι αἱ πληρωμαὶ ποτὲ δὲν γίνονται προκαταβολικῶς· πάντοτε γίνονται μετὰ τὴν λῆξιν οὐχὶ τοῦ μηνὸς ἀλλὰ τῶν μηνῶν. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου εἶχον τὰ ταμεῖα 1877000, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ 7βρίου, 2½ ἑκατομ. περίπου, θὰ μείνῃ ἔλλειμμα 700,000 δρ.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ στρατὸς πληρόνεται κατὰ δεκαήμερον.
§45ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ τελευταῖον δεκαήμερον δὲν ἦτο πληρωμένον τὴν 30 7βρίου· κατὰ μῆνα δὲ μόλις λαμβάνει ὁ στρατὸς 400,000 περίπου δραχμάς, ὥστε πάλιν ὑπάρχει ἔλλειμα 500,000 δραχ.
§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω πλέον· λέγετε ὅ,τι θέλετε.
§47ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐνήμερον τὸ ταμεῖον εἰς τὰς πληρωμάς, ὡς παταγωδῶς διϊσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἔχω μάλιστα ἐπιστολὴν ἐκ Σπάρτης, ὅτι τοῦ Ἰουλίου μηνὸς τὰς ἀπαιτήσεις ἀκόμη δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ δημοσίου.
§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ.
§49ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν.
§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα καὶ χθὲς νὰ μοῦ δώσητε τὸ ὄνομα νὰ τηλεγραφήσω, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὀφειλέτης. Ἰδού, τὸ λέγω δημοσίᾳ, καὶ ἐτηλεγράφησα ἤδη χωρὶς νὰ γνωρίζω τὸ ὄνομα.
§51ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὔτε λεπτὸν καθυστερεῖ. Δὲν εἶναι δὲ μόνος αὐτὸς ὅστις ἔχει νὰ λάβῃ. Ὁ ἐκ Βαμβακοῦς γέρων Σταῦρος, ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ Γυθείου, εἶχε πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργασίαν τετελεσμένην· ἔλαβε δὲ τὸν παρελθόντα Μάρτιον τὸ ἔνταλμα, καὶ ὅταν ἀνεχώρησα ἐκ Σπάρτης, τὰ τέλη τοῦ 7βρίου, ἦτον ἔτι ἀπλήρωτος. Ἔχουν καὶ ἄλλοι νὰ λάβουν παρελθόντων μηνῶν δαπάνας, τοὺς ὁποίους ἤδη δὲν ἐνθυμοῦμαι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνήμερον τοῦ κ. ὑπουργοῦ! Ὅταν, κ. ὑπουργὲ, δὲν πληρόνῃς ὅλους τοὺς δικαιούχους, ἐννοεῖται ὅτι εἶσαι ἐνήμερος εἰς τὰς πληρωμὰς τοῦ στρατοῦ, δύνασαι νὰ ἔχῃς καὶ μικρά τινα περισσεύματα.
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν, ὅταν λάβω πληροφορίας ἀπὸ τὸν ταμίαν.
§53ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι τὸ σύστημα τῆς σπατάλης εἶναι ἴδιον τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι νέον πρᾶγμα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔλθω βουλευτὴς, τότε ἦσαν, καθὼς ἔλεγεν ὁ γέρων Χρηστίδης, οἱ ἑπτὰ βόες οἱ παχεῖς τοῦ Ἰωσήφ· τοῦτ’ ἔστιν ἕνεκα τῆς εὐφορίας τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἦσαν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους χρήματα ἄφθονα. Ἐνόμισε δὲ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἔχουν τέλος καὶ ἀμέσως ἐπεχειρίσθη πράγματα ἄσκοπα, ἀνωφελῆ· ἐπεχείρησε νὰ κατασκευάσῃ τελωνεῖον νέον εἰς τὸν Πειραιᾶ· ἐγκατέλιπε δὲ τὴν ἐργασίαν καὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ἀπωλέσθησαν, ῥιφθεῖσαι εἰς τὴν θάλασσαν. Τότε ἐπεχείρησε ν’ ἀνεγείρῃ τὸ βουλευτήριον, οἰκοδομὴν πολυτελῆ καὶ πολυδάπανον, ἀλλὰ τὴν ἐγκατέλιπε, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ τὸ ἔθνος εἰς αὐτὰ τὰ φαντασιώδη ἔργα. Ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς σπατάλης, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐξακολουθεῖ.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δημόσια ἔργα εἶναι σπατάλη;
§55ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ὅταν τὰ δημόσια ἔργα δὲν χρησιμεύουν εἰς οὐδέν. Ἐσπατάλησε, κύριοι, σήμερον ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς ὅπλα, καὶ πιστεύω, ὁ κ. Καραϊσκάκης θὰ σᾶς εἴπῃ περὶ τῆς ποιότητος καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν· εἰς ὅπλα ὅλως ἀνωφελῆ, εἰς ὅπλα καταδεδικασμένης μεθόδου, εἰς ὅπλα τὰ ὁποῖα ὅλως ἄχρηστα θὰ κατασταθῶσι, καὶ ὅπερ ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ καὶ ἐμέμφετο εἰς τὸ πρόγραμμά της ἡ κυβέρνησις αὕτη, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὁπλίσωμεν τοὺς στρατιώτας μὲ ὅπλα τῆς νέας μεθόδου, διότι οἱ ἔχοντες τὰ τῆς παλαιᾶς εἶναι πράγματι ἄοπλοι, δὲν τὸ ἀπέφυγεν. Ἠγόρασεν ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἀπεδοκίμαζεν, ἠγόρασε τοιαῦτα ὅπλα, τὰ ὁποῖα παριστάνουν ἀόπλους τοὺς στρατιώτας. Αὐτὸς δὲ εἶνε ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν κατάστασιν τῶν ἀγορασθέντων ὅπλων. Ἓν ἑκατομμύριον ἐξωδεύθη ἀνωφελῶς, καὶ τοῦτο εἶνε καθαρὰ σπατάλη· δύω περίπου ἑκατομμύρια ἔῤῥιψεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν θάλασσαν διὰ τὰ καταδρομικὰ πλοῖα, ἤτοι 25 χιλιάδας λίρας πρὸς ἀγορὰν καὶ ἰσαρίθμους διὰ τὴν μεταποίησιν, διὰ δὲ τῆς μεταποιήσεως ταύτης κατέστρεψαν καὶ τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν αὐτῶν. Σήμερον οὔτε καταδρομικά, οὔτε πολεμικὰ εἶναι, ἐπειδὴ ἡ μεταποίησις ἀφεῖλε μὲν τὴν ταχύτητα, δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀρχικήν των κατασκευήν, ἥτις δὲν ἦτο προωρισμένη διὰ ναυμαχίας. Ἄρα δύο ἑκατομμύρια ἐῤῥιμμένα εἰς τὴν θάλασσαν. Ἰδοὺ ἡ σπατάλη, ἰδοὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπέκρινεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Οὐδείς, Κύριοι, ἀντιστρατεύεται κατὰ τῶν παρασκευῶν, οὔτε δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι παρασκευάζεται. Αἱ παρασκευαὶ εἶναι καθῆκον τῆς κυβερνήσεως, εἶναι καθῆκον τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καταστρέφωσι τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους· δὲν πρέπει νὰ γίνωνται παρακαίρως διὰ νὰ μὴ μένωσι χρήματα ἀργὰ, διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνει τόκους ἁδρούς· δὲν πρέπει νὰ δαπανῶνται τὰ δάνεια διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἢ θὰ ᾖναι μετ’ ὀλίγον ἐντελῶς ἄχρηστα ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῶν μεθόδων τοῦ ἐξοπλισμοῦ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν μετὰ λόγου παρασκευήν· ἅπαντες τὴν θέλομεν, ἀλλ’ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις δὲν γνωρίζει οὔτε τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ κάμῃ παρασκευάς, οὔτε νὰ ἐκλέξῃ τὸ ὑλικόν, βεβαίως ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ χρέος ν’ ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν. Μυκτηρίζων ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας εἶπεν, ἡ ἔκθεσίς σας δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι λογιστικὴ, δὲν ἐμπεριέχει τὴν πολιτικήν σας, τὸ πρόγραμμά σας· ἢ μᾶλλον δὲν ἔχετε τοιοῦτον. Ἐξ ὅσων ἐξεθέσαμεν δὲν καταλαμβάνετε ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Τοῦτο εἶναι πολὺ εὔληπτον. Ἐν ᾧ σεῖς δὲν ἔχετε πρόγραμμα, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ ἰδικόν της, καὶ ἐν ᾧ οὐδὲν συνταγματικὸν ἔθιμον τὴν ὑποχρεοῖ νὰ φέρῃ πρόγραμμα, μολαταῦτα ὡς ἐκ περισσοῦ σᾶς λέγει· θέλει πολιτείαν εὐνομουμένην, θέλει ὥστε οἱ νόμοι νὰ ἰσχύουν καὶ νὰ ὦσιν ἀνώτεροι τῶν ἀτόμων, ν’ ἀπονέμηται δὲ πλήρης δικαιοσύνη· θέλει τὴν καλὴν διοίκησιν, τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν καλὴν οἰκονομίαν. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ φροντὶς ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν κυβερνήσεων, ἀλλὰ μόνη ἡ φρόνησις ὁδηγεῖ τὰς παρασκευὰς ταύτας· τοὐτέστι, νὰ γίνωνται ἐν καιρῷ καὶ κατὰ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἡ πολιτικὴ τῶν παρακαίρων καὶ παρατόλμων παρασκευῶν εἶναι ἡ ἀθλιεστέρα, ἡ μᾶλλον καταστρεπτικὴ πολιτικὴ, ἂν δύναται νὰ ὀνομάσῃ τις πολιτικὴν τὰς παρασκευάς. Τὸ πῦρ τῶν ἐθνικοτήτων, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν ἔσβυσε ποτὲ, καθὼς δὲν θὰ σβύσῃ τὸ πῦρ τῶν ἡφαιστείων· οὔτε εἰς τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ὑπῆρξεν, οὔτε εἰς τοὺς μέλλοντας θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἐποχὴ, καθ’ ἣν μία ἐθνικότης δὲν ἠθέλησε ἢ δὲν θὰ θελήσει τὴν ἀνεξαρτησίαν της καὶ δὲν θὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τῆς τυραννούσης φυλῆς. Ἀλλὰ τοῦ ἔμφρονος πολιτικοῦ, τοῦ ἔμφρονος κυβερνήτου εἶναι νὰ παρατηρήσῃ τοὺς σκοπέλους, νὰ παρατηρήσῃ τοὺς καιροὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ πολιτεύηται καὶ νὰ στρέφῃ τὰ ἱστία καὶ τὸν οἴακά του ἐπιδεξίως, ὅπως ὁδηγήσῃ τὸ πλοῖόν του εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, ἀποφεύγων τοὺς σκοπέλους καὶ τὰς προσβολὰς τοῦ χειμῶνος. Εἶπε δ’ ἐπὶ τέλους ὁ κ. πρωθυπουργός· ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, εἴχομεν καθ’ ἡμῶν ὅλας τὰς Δυνάμεις καὶ σήμερον ἔχομεν τέσσαρας μεγάλας Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑπέβαλον διαφόρους παραστάσεις ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Τοὐναντίον, κύριοι, ὅλη ἡ Εὐρώπη, ὅταν παρέλαβον τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἦτον ἐνθουσιῶσα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Οὐδ’ αὐτὸς ὁ Ἀγγλικὸς τύπος, προεξάρχοντος τοῦ Χρόνου, ἔλειψεν οὔτε μίαν στιγμὴν νὰ ἐνθουσιάζῃ τοὺς ὁμογενεῖς τε καὶ τοὺς ἄλλους λαοὺς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ δυστυχίαν ὅμως, κύριοι, δὲν ἠξεύρω πῶς διὰ μαγικῆς ῥάβδου... μετεβλήθησαν τὰ πάντα.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι δὲν ἐπέτυχον νὰ κάμουν ἁρμοστείαν τὴν Ἑλλάδα.
§57ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης κυβερνήσεως ἀπέτυχεν ἐντελῶς· ἀπόδειξις εἶναι καὶ κοπὶς τῶν λόγων τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ ὁ τελευταῖον ἐκφωνηθεὶς λόγος τοῦ Αὐτοκράτορος ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. (Συνδιαλέγεται μετὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου). Ὁ εἰς Ἀμερικὴν ἀπεσταλμένος τῆς Ἑλλάδος, ὡς μοὶ διηγήθη εἷς τῶν ὁμογενῶν ἐσχάτως ἐλθὼν ἐκεῖθεν, ἔγεινε περιηγητής· περιτρέχει τὰς πόλεις τῆς Ἀμερικῆς διασκεδάζων, διότι φροῦδαι ἀπέβησαν αἱ ἐλπίδες, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ μᾶς δώσει θωρακωτὰ εἴτε ἐπὶ πιστώσει, εἴτε δωρεάν. Οὔτε συνεισφορὰς στέλλει· ἐστείρευσαν οἱ ἔρανοι, ἐστείρευσαν αἱ συνεισφοραὶ, αἱ συνδρομαί· οὐδεμίαν συμμαχίαν παρέσχον οἱ ἐπαγγελλόμενοι τόσα καὶ τόσα. Οἰκτρὰ λοιπὸν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ, ἐλεεινὴν κατήντησε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔρημον συμμάχων. Ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ γεγονότος μεταξὺ τοῦ κ. Λομβάρδου ἀγορεύοντος καὶ τοῦ κ. Βούλγαρη ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ζυμβρακάκη, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βούλγαρης εἶπεν, ὅτι οὐδεμία συνεννόησις ὑπῆρξε μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. (Ἀναγινώσκει). Ἀθῆναι, τὴν 22 9βρίου 1867. Ἀξιότιμε κύριε Δ. Βούλγαρη! Ἔμαθον ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς κ. Λομβάρδος ἀνέφερε τὸ ὄνομά μου, εἰπὼν, ὅτι συνεννοεῖτο μετ’ ἐμοῦ περὶ ἐπαναστατικῶν κινημάτων. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς, ἵν’ αὐτοπροσώπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν κ. Λομβάρδον, ὀφείλω, ὡς ἀποτελῶν μέρος τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν σας τότε ὑπουργείου, νὰ γνωστοποιήσω εἰς ὑμᾶς, κ. Βούλγαρη, καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐκ καθήκοντος οὐδέ ποτε ἐξέκλινα τῆς πολιτικῆς, ἣν ἡ κυβέρνησις ὑμῶν ἐπὶ τῶν περιστοιχουσῶν αὐτὴν σπουδαίων περιστάσεων εἶχε χαράξει· ἀπορῶ δὲ μεγάλως πῶς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς κ. Λομβάρδος ἐτόλμησε νὰ μὲ ὀνομάσῃ ὡς συνενοούμενον μετ’ αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίων ζητημάτων, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ κοινωνία ἅπασα καλῶς γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε ἐταυτίσθημεν ὡς πρὸς τὰς ἀρχάς. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ δηλώσω ὑμῖν τὸν ἔξοχον πρὸς ὑμᾶς σεβασμόν μου, μεθ’ οὗ διατελῶ
Ὁ φίλος σας
Χ. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.
Πρὸς τὸν βουλευτὴν Ὕδρας κύριον Δ. Γ. Βούλγαρην κλπ. κλπ. ἐν Ἀθήναις. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης τί ἔχετε πλέον νὰ εἰπῆτε περὶ τῆς δῆθεν συνεννοήσεως;
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυμβρακάκης συνεννοήθη ἐνώπιον εἴκοσι ἀνθρώπων ἐντίμων ἐν τῇ πόλει ταύτῃ (θόρυβος).
§59ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ ὑποστήριξις τῶν μέτρων τῆς κυβερνήσεως ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· τρέξατε τὸ στάδιόν σας, ἂν θέλετε, ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς κεκλιμένον ἐπίπεδον, καὶ δὲν θὰ σταματήσητε ἢ εἰς τὴν βάσιν ἥτις εἶναι βάραθρον. Εἴθε ὁ βραχίων τοῦ Ὑψίστου νὰ σώσῃ τὴν ὄπισθεν ὑμῶν συρομένην πατρίδα· πλὴν ὁ ἔλεγχος τοῦ συνειδότος δὲν θ’ ἀφήσει ἥσυχον τὸν αἴτιον τῆς παρούσης καταστάσεως (θόρυβος).
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῶν χαρίτων θὰ σᾶς ὑποβάλω πολλὰ ὀλίγα. Σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ χάριτες διανέμονται ὡς ἄλλοτε ἐν Ἀγγλίᾳ, ὡς τὰ σπαράγγια καὶ αἱ ῥέγκαις. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἐπικαλοῦνται, ἀπαιτοῦσε πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἔκφρασιν ταύτην νὰ παρουσιάσῃ ὁ προλαλήσας τὸν ἀριθμὸν τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις, καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὴν σημερινὴν, καὶ ἀφοῦ εὕρισκεν ὅτι αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις ἔκαμαν χάριτας ὡς δέκα καὶ ἡ παροῦσα ὡς ἑκατὸν, τότε ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν ὀνομασίαν αὐτήν. Ἂν ὅμως τὸ ἐξαγόμενον ἤθελεν εἶσθαι ἀντίστροφον, τότε διὰ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν καθεκάστην ἐπικαλοῦνται, ἤθελον εἴπει, ἴσως δικαιοῦμαι νὰ τὸ εἴπω ἐγὼ, ἂν αὐτὸ ἦναι τὸ ἐξαγόμενον, ὅτι αἱ χάριτες δὲν πωλοῦνται ὡς σπαράγγια καὶ ῥέγκαις ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἴσως ἀπὸ ἄλλας. Ἐντὸς ὀλίγου ἐμήνυσα καὶ θέλομεν ἔχει τὸν ἀριθμὸν τῶν χαρίτων· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι αἱ χάριτες ὅλαι, ὅσαι ἐδόθησαν ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν κατὰ τὰς τρεῖς ἑορτὰς, καθ’ ἃς δίδονται συνήθως, κατὰ τὴν τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, εἶναι περὶ τὰς διακοσίας, ἴσως περισσότερον, ὀλιγώτερον πάντοτε ὅμως παρὰ τὰς χάριτας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἀπὸ τοὺς προκατόχους ὑπουργοὺς κατὰ τὰς αὐτὰς ταύτας ἡμέρας. Προσθέτω δεύτερον, ὅτι οὐδεμία χάρις ἀπενεμήθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐσυσταίνετο ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους εἰσαγγελεῖς· προσθέτω ἀκόμη, ὅτι πολλαὶ προτάσεις εἰσαγγελέων περὶ ἀπονομῆς χαρίτων δὲν καθυπεβλήθησαν ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς Α. Μ. Καλῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἔχω ὅμως πρόσφατον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψιν της νὰ ὑποβάλῃ διὰ τὴν ἑορτὴν τῶν γάμων πρὸς ὑπογραφὴν χάριτας, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι διὰ τὰς χάριτας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλωμεν, ἐνῷ ἀπὸ ἕνα εἰσαγγελέα προτείνονται 324, ἡμεῖς τὰς περιεστείλαμεν εἰς 49 ἢ 50.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ χαρίτων ἐν γένει, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ προκατόχους σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς διαβεβαιώσητε, ἂν ἐπὶ τοῦ προκατόχου ἐδόθησαν αἱ χάριτες, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε, ἢ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου εἴχατε μέρος καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ὑπουργείου.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διακρίνατε τὴν τύχην τοῦ ἑνὸς ὑπουργείου ἀπὸ τοῦ ἄλλου, παρακαλῶ.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγω. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀλλὰ θὰ σᾶς εὐχαριστήσω εἰς ὅλα λεπτομερῶς κατόπιν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὅταν εἴχετε μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν· ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμα εἶναι οὗτος, τῶν χαρίτων αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὰς τρεῖς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν καὶ κατόπιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι ὑμεῖς δὲν εἴχετε μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν εἰς καμμίαν ἑορτήν.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ κάμετε μεγάλην χάριν νὰ κάμητε τὴν διάκρισιν.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§67ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει). Κύριε θεῖε σὲ προσκυνῶ. Ἐν Σπάρτῃ, τὴν 15 Νοεμβρίου 1867. Πρώτην φορὰν σᾶς ἐπιφορτίζω νὰ ἀπεράσητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὸν τμηματάρχην Κ. Χωρακούλιαν, νὰ τὸν παρακαλέσητε νὰ ἐκδίδῃ τὸ ἔνταλμα διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς σχολῆς κατὰ μῆνα, διότι ἀφίνει καὶ παρέρχονται δύο μῆνες καὶ κατόπιν τὸ ἐκδίδει· καὶ καθὼς σήμερον νὰ ἐκδώσῃ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου διὰ νὰ ἔρχεται ἡ σειρά τους ὡς πρὸς τὴν ἐξαργύρωσιν τοῦ ταμείου. Ὁ κ. ταμίας δὲν θέλει νὰ μοῦ τὸ ἐξαργυρόνῃ προσποιούμενος, ὅτι δὲν ἔχει χρήματα καὶ ὅτι τὰ στέλνει εἰς Ἀθήνας, καὶ ἔχω ἀκόμη ἀξαργύρωτο τοῦ μηνὸς Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου. Ὅλοι εἴμεθα καλὰ καθὼς καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς σου καὶ φίλοι σου. Μὴ ἔχοντες ἕτερον μένω τῶν διαταγῶν σου. Ὁ ἀνεψιός σου Σ. Α. Δημητρακόπουλος. Πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Βαλασόπουλον, βουλευτήν.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ὅλα αὐτὰ λέγω μάλιστα.
§69ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συγχαίρω λοιπόν (θόρυβος).
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνεφέρθη, κύριοι, συγκεκριμένως παρὰ τοῦ προλαλήσαντος τὸ ὄνομα Πομώνη τινὸς ὡς χαριτοδοτηθέντος (δὲν πταίω ἐγὼ, βιάζομαι νὰ ἀναφέρω, κύριοι, ὀνόματα). Αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ χάριτος ἐγένετο πρὶν τῆς ὑπουργείας μας· ἡ πρότασις αὕτη συνετάχθη ἀπὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω· ἡ πρότασις ἀπηυθύνθη καὶ ἐσυστήθη θερμότατα παρ’ ἀνθρώπου, ὅστις ἐστάλη εἰς τὴν Ζάκυνθον παρὰ τοῦ πρώην νομαρχεύοντος, ὡς ἔργον ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, διότι ὁ κατάδικος οὗτος, ὅστις κατηγορήθη ἐπὶ ἀναιρέσει ἐν συμπλοκῇ, ἦτο υἱὸς ἀγωνιστοῦ πολλὰ ὑπὲρ πατρίδος θυσιάσαντος, ὅτι αὐτὸς εἶναι τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας· ἑπομένως δὲν ἠθέλησα νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ἐξῄρεσα αὐτὸν, ἐνῷ ἔκαμα ἄλλους, διότι ἐσυστήθη ἀπὸ τὸν νομαρχεύοντα τότε. Περὶ δὲ τοῦ ἄλλου λέγω εἰς τὸν κ. Ῥοῦφον, ὅτι οὗτος εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς αἰτήσεώς του, ἐσυστήθη παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως, παρὰ τοῦ δικαστηρίου, παρά τε τοῦ προέδρου καὶ τῶν δικαστῶν διὰ τὴν πλήρη χάριν· τοῦ ἐπρότεινα δύο ἔτη φυλάκισιν ὀλιγώτερον παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ δικαστήριον.
§71ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν Ζυμβρακάκην;
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ζυμβρακάκης συνενοήθη μαζῆ μας ἐνώπιον τοῦ Ῥενιέρη καὶ ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§73ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καταλεπτῶς ὅλα τὰ πράγματα αὐτὰ, λέγω, ὅτι ὁ κ. Ζυμβρακάκης ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεκλήθη ἀπὸ τὸν Ῥενιέρην εἰς τὸ σπίτι του χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῖος εἶναι μέσα· ἐμβαίνει καὶ βλέπει τὸν Χριστόπουλον καὶ τὸν Βότσαρην, τοῦ ὁμιλοῦν περὶ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης· αὐτὸς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, ἂν πρόκηται......
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ σήμερον βλέπομεν, κύριοι, ἐξακολουθοῦσαν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν συζητήσεων αὐτῶν. Τὸ ὑπουργεῖον παρέστη καὶ εἶπεν, ὅτι σπεύδομεν νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἐξήγησιν περὶ τῆς παρελθούσης καὶ μελλούσης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι τὴν ἐξήγησιν ταύτην θέλομεν νὰ συνδέσωμεν μετὰ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦσι τὴν πολιτικὴν, διότι δι’ αὐτῶν θέλει αὕτη πραγματοποιηθῆ. Τὸ ὑπουργεῖον αἰσθάνεται πληρέστατα τὸ καθῆκόν του· αἰσθάνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄλλο παρὰ ὁ ἐκτελεστὴς τῶν θελήσεων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ σύμβουλον αὑτοῦ πάντα βουλευτὴν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ καθήκοντα πρὸς τὴν Βουλὴν, πρὸς τὸ ἔθνος, δὲν ἔχει καθήκοντα καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις; ὅπως ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τὸ καθῆκον νὰ προκηρύξῃ τὸ πρόγραμμά του, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ αὐτὸ καθῆκον, νὰ προκηρύξῃ καὶ αὐτὴ τὸ πρόγραμμά της, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ μέλλουσα κυβέρνησις· ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐνόσῳ εἶναι ἀντιπολίτευσις, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς κυβερνήσεως, καὶ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἠξεύρωμεν ποία θὰ ᾖναι ἡ μέλλουσα κυβέρνησις, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἠξεύρωμεν τί φρονοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ μᾶς ἐξελέγξωσι, πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ἂν φρονῶσι τι, διότι τὰ ἀπὸ τῆς προχθὲς ἐνταῦθα διαδραματιζόμενα μᾶς φέρουσι νὰ νομίζωμεν ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνώμην ἡ ἀντιπολίτευσις.
§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν, ἀλλὰ μὴ μὲ διακόπτετε.
§77ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. ..... (Θόρυβος).
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τρεῖς ῥήτορες ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ θέματος, ὁ κ. Δημητριάδης, ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Βαλασόπουλος. Ὁ κ. Δημητριάδης καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης μᾶς εἶπον ὅτι ἀσπάζονται πληρέστατα τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐξέθεσεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παραδέχονται ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ προπαρασκευασθῇ ἐκτάκτως, ὅτι παραδέχονται ὅτι πρέπει πᾶσα συνδρομὴ νὰ δοθῇ εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ τῆς συνδρομῆς ταύτης ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος, ὅτι πρέπει τὸ ἔθνος νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ὅπως μὴ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν νὰ παρέχῃ, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιτρέπουσιν οἱ νόμοι καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑποστήριξιν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης. Ταῦτα μᾶς εἶπον οἱ κ. κ. Δημητριάδης καὶ Μαυρομιχάλης· ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι ἡ κυβέρνησις κακῶς ἐκτελεῖ τὸ πρόγραμμα τοῦτο· μᾶς εἶπον ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ ἄλλων καὶ τότε τὸ πρόγραμμα ἦτον ἀσπαστόν. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος εἶπε πράγματα κάπως διαφέροντα, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν δὲν τὴν θεωρεῖ ὡς οὖσαν πολιτικήν. Κατ’ αὐτὸν, πᾶν ἔθνος πρέπει νὰ προπαρασκευάζηται. Καὶ τῷ ὄντι· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν προπαρασκευῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας πᾶν ἔθνος ὀφείλει νὰ κάμνῃ, ἢ περὶ ἐκτάκτων προπαρασκευῶν; καὶ ἐδῶ δὲν ἐξηγήθη. Ἂν ὅμως καλῶς ἐνόησα τὸν λόγον του, ἐξεδηλώθη ἐν αὐτῷ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐκτάκτους προπαρασκευὰς δὲν θέλει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μεταξὺ τοῦ κ. Βαλασοπούλου καὶ τῶν κκ. Δημητριάδου καὶ Μαυρομιχάλη ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι οἱ δύω χθὲς ἀγορεύσαντες παραδέχονται τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων προπαρασκευῶν, ἐνῷ ὁ κ. Βαλασόπουλος δὲν τὸ δέχεται, ἀλλὰ θέλει νὰ καταγινώμεθα μόνον εἰς τὴν εὐνομίαν, εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν, εἰς τὰς οἰκονομίας, πράγματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει πᾶς τις πάντοτε νὰ καταγίνεται, ἐνῷ εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς πρέπει νὰ καταγίνεται μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἔκτακτος ἀνάγκη.
§79Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν διέστειλεν οὔτε τακτικὰς παρασκευὰς οὔτε ἐκτάκτους· κατὰ συνέπειαν, ἂν ἐνθυμῆσθε καλῶς τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ ἀντιληφθῆτε ὅπως ἐξεφράσθητε τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ κατ’ ἐξαίρεσιν ἓν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου, εἶπον ὅτι καθῆκον αὐτοῦ καὶ τῆς κυβερνήσεως εἶναι, ὁσάκις εὑρίσκει τὰς ἀποθήκας κενὰς νὰ τὰς πληρόνῃ, τίποτε πλέον· καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἴχετε δικαίωμα, συνεπείᾳ τῆς ἀγορεύσεώς μου, νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἰδέας μου ταύτης.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἴπετε τὰ πράγματα ὅπως ἤδη τὰ λέγετε, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν Βουλὴν ἂν χθὲς δὲν εἴπετε....
§81ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τὰ πρακτικά.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ὅ,τι εἴπετε δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸ ἀπέδωκα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ ἣν ἤδη δίδετε ἑρμηνείαν τῆς ἀγορεύσεώς σας· ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν θέλει ἀρνηθῆ ὅτι εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις κρύπτεται ὄπισθεν σημαίας, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀναγνωρίζει, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν τὴν προτάττει εἰλικρινῶς. Ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἀλλὰ θέλω τοῦτο νὰ ἠξεύρω, τί φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις· καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἥτις δεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἤδη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη λεχθέντων, διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἐδῶ νὰ προκαλέσω τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐκθέσῃ καὶ αὐτὴ μετὰ θάῤῥους καὶ εὐπαῤῥησιάστως, ὅπως ὁ πρωθυπουργὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰπέτε μας τὸ πρόγραμμά σας.
§84ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε! (θόρυβος).
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο μὲ διακόπτετε;
§86ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Ὁμιλήσατε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν.
§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. ὑπουργὲ, νὰ μὲ εἴπητε τί θὰ εἰπῇ ἔκτακτος προπαρασκευή;
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πολιτικὴ ἐκτάκτων παρασκευῶν, θὰ εἰπῇ πολιτικὴ ἔχουσα εἰδικὸν σκοπόν.
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰπέτε το φανερὰ, ποῖος εἶναι ὁ σκοπός;
§90ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Ἐλᾶτε νὰ εἰπῆτε σεῖς τί ἐννοεῖτε.
§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξηγηθῆτέ το φανερά.
§92ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Τὸ καταλαμβάνετε.
§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κ. ὑπουργὲ, ὅτι ἀδικεῖτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἴσως ἴσως δὲ, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς θέσαντες τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἐθέσατε, ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά της· διότι ὅταν ἤλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐμφανισθέντες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδηλώσατε ῥητῶς, ἐπισήμως καὶ ἀναμφιλέκτως ὅτι θέλετε ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων σας, καὶ ὅτι θεωρεῖτε τιμήν σας νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν πολιτικὴν ταύτην.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτά.
§96ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα, εἶναι τὰ πρακτικά.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο λοιπὸν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ διαγωγή σας ἐὰν ἐστάθη πιστὴ εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, ἐὰν δὲν παρεξετράπη αὐτῆς, ὀφείλετε νὰ τὸ νομίζετε πρέπον καὶ ἀναγκαῖον καὶ συμφέρον νὰ ἔλθητε νὰ ἐκθέσητε τὴν νέαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε ἢ θὰ ἀκολουθήσητε· παρεκτραπέντες ἀπὸ τὴν πρώτην, μὴν ἐρωτᾶτε ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νῦν, ἀφοῦ ἤλθετε καὶ ἐβεβαιώσατε, ὅτι θέλετε ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη αὐτῆς. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄδικον καὶ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν γινόμενον καὶ πρὸς ὑμᾶς.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην πρῶτον καὶ κατόπιν εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν. Εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην λέγω ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παρελθούσης συνόδου ὁ πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ οὐδεμία ἐγένετο μνεία περὶ τῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων. Ἐγένετο κατόπιν μία συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀπέναντι τῶν ξένων οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐφέρθησαν καλῶς καὶ ὅτι πληρέστατα ἐγκρίνω τὸν τρόπον τοῦτον τῆς πρὸς τοὺς ξένους πορείας τῆς προκατόχου κυβερνήσεως.
§99ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχουν τὰ πρακτικά.
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ κάλυμμα πρέπει νὰ πέσῃ.
§101ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς σελίδα 285 ἰδοὺ τὶ λέγουν τὰ πρακτικά.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου, παρακαλῶ. Λοιπὸν εἶπον ὅτι ἀπέναντι τῶν ξένων ἡ κυβέρνησις ἐφέρθη καλῶς, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ξένων, ὅτι ἡ ἑλ. κυβέρνησις παραβιάζει τὴν οὐδετερότητα, ἦσαν παράπονα ἀνυπόστατα· ὅτι ἀπέναντι τῶν ξένων ἤθελον ὑποστηρίξει τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, τὴν πρώην, ὡς ἂν ἦτο αὐτὴ ἡ σημερινή· ὅτι ἐγὼ ἐπὶ ζητήματος μεταξὺ ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ ξένης δὲν γνωρίζω διαφορὰν προσώπων, καὶ ὅτι ὁσάκις ξένη κυβέρνησις φέρει αἰτίασιν κατὰ τῆς ἑλληνικῆς, ἀδιαφορῶ ἐντελῶς ποῖος ἦτο ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς αὐτήν· ἠξεύρω ὅτι εἶμαι ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι ἔχω τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, παρ’ οἱουδήποτε προσώπου καὶ ἂν προεκλήθη ἡ προσβολή· προσέθεσα δὲ ὅτι τὸ καθῆκόν μου τοῦτο ἦτο τοσούτῳ μᾶλλον εὐάρεστον, ὅσῳ ἡ πολιτικὴ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ξένους ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο εὔκολον. Αὐτὰ εἶπον τότε καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, οὐδὲ τὰ πρακτικά.
§103ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἡ κιτρίνη Βίβλος.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐτελείωσα τὴν φράσιν μου, ἂς ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§105Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε.
§106ΤΙΝΕΣ. (δεξιόθεν). Δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτὸς, κ. πρόεδρε, νὰ διακόπτουν κάθε στιγμήν.
§107Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ. Εἴπατε, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐξεκαθάρισε τὴν πολιτικήν της· καὶ νομίζετε ὅτι τὴν ἔχετε ὑμεῖς διαγεγραμμένην; τὴν ἔχετε σεῖς καθαράν; Τί εἶπε χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργός; Καθῆκον ἦτον, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἐκκρεμὲς, νὰ δώσωμεν πᾶσαν προστασίαν πρὸς τοὺς πάσχοντας ἐδῶ ἀδελφούς. Τί εἶπον καὶ ἐγώ; ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς σημερινῆς πρὸς τὰ θύματα τῆς Κρήτης τὰ ἐλθόντα εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἐξεπλήρωσε καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις. Ἕτερον καθῆκον, λέγει· ἐπειδὴ πέριξ ἡμῶν κατεργάζονται πολλὰ, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικοτήτων ἠμπορεῖ νὰ ἀνάψῃ μίαν πυρκαϊὰν εἰς τοὺς ὁμοθρήσκους ἡμῶν, ἔχομεν καθῆκον νὰ παρασκευαζώμεθα. Τί τῷ εἶπον; Τὸ καθῆκον νὰ παρασκευάζηται τὸ ἔθνος δὲν εἶναι μόνον ἰδικόν σας· ἀφοῦ εἶναι καθῆκον, πᾶσα κυβέρνησις τὸ ἔχει· ἀλλ’ εἶπον ῥητῶς τὴν καλῶς ἐννοουμένην προπαρασκευὴν, ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὑπάρχωσι τινὰ πράγματα καὶ νὰ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν γυμνὸν τὸ ἔθνος.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης μὲ διακόπτει διὰ νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐξέφρασε τὴν πολιτικήν της, αἰτία ἦτον ἡ κυβέρνησις· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εὑρίσκεται ἡ κυβέρνησις εἰς μίαν παράδοξον θέσιν ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Προχθὲς ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐπέκρινε τὴν κυβέρνησιν ὅτι ἐπιζητεῖ πᾶσαν περίστασιν διὰ νὰ ἐκθέτῃ ὅσα πράττει καὶ ὅσα δὲν πράττει, καὶ ὅτι φέρει ὡς ἐκ τούτου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους εἰς κίνδυνον. Ἂν δὲν ἤμην ἐγὼ, εἶπε, νὰ σᾶς σταματήσω, κύριος οἶδε ποῦ ἠθέλετε ὑπάγει. Κατόπιν τί βλέπομεν; ἄλλο μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς πολιτικὰς σχέσεις στενοτάτας διατελοῦν πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην, ἔρχεται εἰς τὸ βῆμα, αὐτὸς ὁ κύριος Δημητριάδης, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψε, καὶ λέγει πρὸς τὴν κυβέρνησιν· δὲν ἐκφράζεσαι, πρέπει νὰ ἐκφρασθῇς, ἀπαιτοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃς καθαρὰ τί φρονεῖς, τί ἔπραξες καὶ τί θὰ πράξῃς. Ἰδοὺ, κύριοι, καὶ δεύτερον παράδειγμα αὐτῆς τῆς πορείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, περὶ τῆς ὁποίας παραπονοῦμαι καὶ κατὰ τῆς ὁποίας ἔχομεν δίκαιον νὰ παραπονούμεθα, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις κατέχει ἐν τῷ κράτει μίαν θέσιν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ πᾶς βουλευτὴς καὶ πᾶς πολίτης, καὶ πᾶς ὑπουργὸς ν’ ἀπαιτῇ ὅπως ἡ λειτουργία αὐτῆς ἐκπληροῦται εὐσυνειδήτως καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἰδοὺ διατὶ ἦλθον νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὄχι διὰ νὰ τὴν κατηγορήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ προκαλέσω ἐξηγήσεις· ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω ἐὰν συμφωνοῦν τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ ὡς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον καυχᾶται ὅτι μᾶς ἔδωκε, καὶ τὴν ὁποίαν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι δὲν μᾶς ἔδωκε, διὰ νὰ μὴν ὀλισθήσωμεν. Ἡμεῖς ἠξεύρομεν τί θὰ πράξωμεν, ἠξεύρομεν πῶς θὰ βαδίσωμεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μάθωμεν πῶς βαδίζετε σεῖς, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ γνωρίζωμεν.
§109ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἔχομεν;
§110ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀγαπᾶτε, κύριε Τρικούπη, νὰ σᾶς ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικά;
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Λυκοῦργος θέλει νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ μᾶς δείξῃ ὅτι γνωρίζει ὁποία ἦτον ἡ πολιτικὴ τοῦ πρώην ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Λυκοῦργος πόθεν ἠξεύρει ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς σήμερον ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ τότε ὑπουργείου; Αὐτὸς ὁ κ. Λυκοῦργος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον δὲν ἦτο κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου· ἦτο ἐναντίος τῆς γνώμης τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ σήμερον. Ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω αὐτὴ ἡ ὁμὰς, ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ τόσα πρόσωπα, τῶν ὁποίων τὰ προηγούμενα δὲν εἶναι τόσῳ ὅμοια, τί φρονεῖ αὐτὴ ἡ ὁμὰς σήμερον.
§112ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν διὰ καμπόσους ἀπὸ σᾶς.
§113ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, θέλετε πόλεμον; τί θέλετε;
§114ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐμποδίσητε τὰς διακοπὰς, κύριε πρόεδρε.
§115ΖΩΤΟΣ. Εἴπατε, κ. Τρικούπη, διὰ τὸν κ. Λυκοῦργον, ὅτι τότε ἦτο ὑπουργικὸς καὶ τώρα ἀντιπολιτευόμενος· θὰ μάθετε τὸν λόγον. Ὑμεῖς δὲν κατεψηφίσατε δὶς κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου; καὶ μάλα ταῦτα εἶσθε ὀπαδός του. Τὸ ὠνομάσατε ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον σπάταλον καὶ κἄτι περισσότερον, καὶ τώρα εἶσθε συνυπουργός του.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δέχομαι νὰ μὲ διακόπτετε, ἀλλὰ εἷς καὶ ὄχι δέκα συγχρόνως. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἀκολουθῶ ἰδέας καὶ ὄχι πρόσωπα, καὶ τὰς ἰδέας ἐξετάζω, ὅταν πρόκειται νὰ συνταυτισθῶ μὲ μίαν μερίδα, διότι πρώτην ἤδη φορὰν ἐργάζομαι μετὰ μερίδος· ἄλλοτε, ἂν καὶ ἀντιπολιτευόμενος, μεθ’ ὑμῶν ποτὲ δὲν συνειργάσθην· ἠκολούθησα τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπαγορεύουν αἱ πεποιθήσεις μου, ὄχι αἱ συμπάθειαι εἰς τὰ πρόσωπα, ὅπως φαίνεται ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ζώτου, ὅτι ἐννοεῖ οὗτος τὴν πολιτικήν. Ἐγὼ ὅμως δὲν εἶπον αὐτὰ διὰ νὰ προσβάλω τὸν κ. Λυκοῦργον, τὸν ὁποῖον εἰς ἄκρον σέβομαι διὰ τὰ προηγούμενά του καὶ διὰ τὸ παρόν του. Θέλω ὅμως νὰ ἠξεύρω τί φρονεῖ ὁ κ. Λυκοῦργος, διότι τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἐνδιαφέρει καὶ τὸ κοινὸν καὶ τὴν Βουλήν.
§117ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ταῦτα εἶπον περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔρχομαι εἰς μερικὰς λεπτομερείας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βαλασοπούλου.
§119ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μᾶς εἶπες τὴν ἰδικήν σου πολιτικήν.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤκουσεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καθὼς καὶ ἐγὼ, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τὴν ἐνόησε.
§121ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τίποτε δὲν ἐνόησα.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤκουσεν ἐπίσης ὅσα ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ ὀλισθηροῦ ἐπιπέδου καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν μὴ ὀλισθήσωμεν. Ἂς ᾖναι βέβαιος ὅτι δὲν θέλει δι’ οὐδεμιᾶς προκλήσεως μὲ φέρει εἰς θέσιν νὰ εἴπω πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ὠφεληθῇ αὐτὸς πρῶτος ἵνα μὲ κατακρίνῃ ὅτι τὰ εἶπον.
§123ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄ! κρύψατέ τα ὡς διπλωμάτης.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχετε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργὲ, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε, προκαλοῦντες τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ σᾶς εἴπῃ τί φρονεῖ.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκφρασθῇ ὅπως ἡμεῖς ἐξεφράσθημεν.
§126ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκφρασθῆτε τί ἐστὶ προπαρασκευὴ ἔκτακτος· ἐὰν ἔχετε πολιτικὴν, εἰπέτε το καθαρά.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πολιτικῆς μας ἐθέσαμεν ἓν μόνον ὅριον, τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους· εἴπομεν ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους μᾶς ἐπέτρεπε νὰ εἴπωμεν. Τοῦτο ζητοῦμεν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ εἴπῃ καὶ οὐδὲν ἄλλο. Μεταβαίνω λοιπὸν ἤδη εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βαλασοπούλου, ὅστις παρέστησεν ὅτι ἡ ὅλη πολιτικὴ πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὴν εὐνομίαν, εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν· ἐπεθεώρησεν ὅλα ταῦτα καὶ εὗρεν ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθημεν. Ἐγὼ εἶμαι ὅλως τῆς ἐναντίας γνώμης καὶ θὰ ἀποδείξω διὰ πραγμάτων, ὅτι ὅσα εἶπεν ἦσαν ἐσφαλμένα, καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ τῆς γενικῆς διοικήσεως ἐπολιτεύθημεν ὅπως ἔπρεπεν. Ἤρξατο ὁ κ. Βαλασόπουλος ἀπὸ τῆς ληστείας, καὶ ἀμέσως ἀνέγνω καὶ πάλιν τὰ συνήθη μαρτυρολόγια του, ἔγγραφα ἄνευ ὑπογραφῆς ἄλλης παρὰ τῆς τοῦ ὑπευθύνου συντάκτου ἐφημερίδος, πράγματα, τὰ ὁποῖα διεψεύσθησαν παρ’ αὐτῶν τῶν αὐτοπτῶν.
§128ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ,.......
§129ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§130ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ζηνόπουλον νὰ εἴπῃ ἐὰν ᾖναι ψεύδη αὐτὰ τὰ πράγματα.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἐπροκάλεσε τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀκαρνανίας νὰ τὸν διαψεύσουν καὶ τὸν διέψευσαν οἱ κύριοι Γεροθανάσης καὶ Πετιμεζῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν ἐρώτησίν του αὐτὴν ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει. Ἀφοῦ ἔλαβεν αὐτὴν τὴν διάψευσιν, ἐξηκολούθησε νὰ λέγῃ ὅτι κατεστράφησαν πολλοὶ λησταὶ, ἀλλ’ ἡ ληστεία ἐξακολουθεῖ κατὰ τὰ μεθόρια. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, λέγει, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῶν ὁμόρων συνετέλεσεν εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ληστείας αὐτῆς. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὅστις ὑπεστήριξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν συνθήκην, ἥτις σκοπὸν εἶχε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τῶν ὁμόρων ἀρχῶν; Διατί ἔφερεν αὐτὴν τὴν συνθήκην καὶ τὴν ὑπεστήριξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπέτυχε τὴν ἐπιψήφισίν της; Διότι ἀνεγνώριζεν ὅτι τὸ κακὸν ὑπῆρχε καὶ ἀπῃτεῖτο θεραπεία· διότι ἡ συνθήκη ἐκείνη δὲν ἦτο διόλου εὐάρεστος εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν ἐψηφίσαμεν, διότι ἐχρειάζοντο ἔκτακτα μέτρα ἐναντίον τῶν ἐκτάκτων δυσχερειῶν. Ἡ συνθήκη λοιπὸν ἐκείνη, ὑπὸ τοῦ κ. Βαλασοπούλου ὑπογραφεῖσα καὶ προταθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐξεπληρώθη, καὶ ἑπομένως διαμένομεν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα πρὸ αὐτῆς, καὶ ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐχειροτέρευσε, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὰ πράγματα σήμερον διάκεινται κατὰ τὰ μεθόρια εἰς θέσιν ὅλως ἔκρυθμον. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ περὶ ληστείας λεγόμενα παρὰ τοῦ κ. Βαλασοπούλου δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν, εἰμὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶναι ὑπόλογος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον δὲν κατώρθωσεν ὅπως ἡ ὅμορος ἐπικράτεια ἐφαρμόσῃ εἰλικρινῶς τὰς συνθήκας, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀποδείξῃ ὅτι δὲν κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει δίκαιον νὰ τὴν κατηγορήσῃ. Μετέβη κατόπιν εἰς τὰ περὶ ἐγκλημάτων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ καὶ εἶπεν ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εὑρίσκει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν· ἀλλὰ τί φέρει εἰς ὑποστήριξιν αὐτοῦ; Ἀναγνωρίζει ὅτι τὰ καταγγελθέντα ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τούτου ἐγκλήματα ὑπῆρξαν ὀλιγώτερα, παρὰ τὰ προηγούμενα, εἶπεν ὅμως ὅτι ὅσῳ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεταπολιτεύσεως, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ τὰ ἐγκλήματα ὀλιγοστεύουσιν, ἐνῷ ἐγένετο ἡ ἀντιπαρατήρησις, ὅτι ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι προασπίζουσιν, ἦτο μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένη τῆς πρὸ αὐτῆς ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, ἐν τούτοις τὰ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καταγγελθέντα ἐγκλήματα εὑρέθησαν περισσότερα παρὰ τὰ ἐπὶ τῆς πρὸ αὐτῆς. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι πιθανὸν νὰ ὑπῆρξαν περιστάσεις ἔκτακτοι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀποδειχθῶσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ἐὰν ἐπῆλθε κατόπιν ἐλάττωσις ἐγκλημάτων, προῆλθεν ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως.
§132ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ τοὐναντίον· ὅσον περισσότερα ἐκ τῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων καταγγέλλονται, τόσον μεγαλειτέρα ἀσφάλεια εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἐγγύησις ὑπὲρ αὐτῆς ὑπάρχει· ὅσον δ’ ὀλιγώτερα, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀσθενὴς ἢ ὅτι ὀλίγον φροντίζει περὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως τότε οἱ ἄνθρωποι φοβούμενοι ἢ περιφρονοῦντες τὴν δικαιοσύνην, φεύγουσιν αὐτήν. Ἐξ ἐναντίας δὲ ὅσον περισσότεραι πράξεις ἐξ αὐτῶν καταγγέλλονται ἢ κακουργήματα ἢ ἐγκλήματα, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ σεβαστὴ, καὶ ἱκανὴ ἑπομένως νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν νόμον καὶ καταστήσῃ αὐτὸν σεβαστόν.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ ἐπιχείρημα λοιπὸν τοῦ κ. Μακρυγιάννη, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ὅπου δὲν κατηγγέλθησαν παρὰ 12, καὶ ἐφέτος 27 ἐγκλήματα, φαίνεται ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη εἶναι ἡ μᾶλλον βρίθουσα ἐγκληματιῶν.
§134ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κατηγγέλθησαν, διότι δὲν ἔλαβον χώραν· ἑπομένως ἡ παρατήρησίς σας αὕτη δὲν εἶναι διόλου λογική.
§135ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ δὲν τολμοῦν νὰ τὰ καταγγέλλουν τὰ ἐγκλήματα (θόρυβος).
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ κρίσεις, αἱ γενόμεναι ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῶν πινάκων, δὲν κανονίζονται κατὰ τὴν βούλησιν τοῦ κ. Μακρυγιάννη, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος, ἀφοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐγκλημάτων ἀπέτυχε, προέβη εἰς τὸ περὶ μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, καὶ εἶπεν ὅτι ἄπειροι μεταθέσεις ἐγένοντο ἄνευ λόγου· ἀλλὰ μᾶς ἔφερε παραδείγματα; Τοιαύτη κατηγορία, ἐνόσῳ εἶναι ἀόριστος, δὲν σημαίνει τίποτε, διότι ἕκαστος ἠξεύρει ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκεῖνο, χάριν τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις γίνεται, εἶναι τὸ νὰ δοθῇ εὐκαιρία ὅπως ἐκτεθῶσι καὶ βασανισθῶσιν εἰδικαὶ καὶ ἀποδεδειγμέναι κατηγορίαι. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος περὶ χαρίτων ἀπήντησεν ἤδη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ κάμω λόγον Μετέβη κατόπιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Περὶ αὐτῆς θέλει ὁμιλήσει εἰδικῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ περιορίζομαι εἰς δύο ἢ τρεῖς λέξεις μόνον. Ὅταν ἤλθομεν πέρυσιν εἰς τὰ πράγματα, εὕρομεν τοὺς μισθοὺς τριῶν τεσσάρων μηνῶν ὀφειλομένους, καὶ σήμερον δὲν ὀφείλεται τίποτε. Μᾶς ἐγένετο ἡ ἀντίῤῥησις ὅτι δὲν ὀφείλεται τίποτε, διότι ηὔξησαν οἱ φόροι καὶ ἀφιερώθη εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπικρατείας τὸ ἓν τρίτον τοῦ δανείου. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἓν τρίτον τοῦ δανείου ἀφιερώθη εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους; Τὸ ἓν τρίτον τοῦ δανείου ἀφιερώθη, ὡς ἠξεύρει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κατὰ τὸ μέγιστον μὲν μέρος εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, κατ’ ἄλλο δὲ μέρος μικρότερον εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ποσὸν εἶναι ἴσον μὲ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐλήφθη διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ κράτους, ὥστε τὸ ποσὸν ὅλον τοῦ τριτημορίου τοῦ δανείου ἀφιερώθη εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ τὴν ἐξηγήσῃ μόνη. Ὅπως θέλετε ἰδεῖ ἐκ τῶν στατιστικῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως, ἣν θέλει κάμει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως προερχόμενον δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸν ὅπως ἐπαρκέσωσι τὰ ἔσοδα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου, ἐὰν αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρόντος ἔτους δὲν ἦσαν ἀνώτεραι τῶν τοῦ παρελθόντος ἀνεξαρτήτως τῶν φόρων. Κατέκριναν, κύριοι, ὁ κ. Βαλασόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι τὰς προμηθείας τῆς κυβερνήσεως, ἐνῷ παρεπονέθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔδωκε περὶ προμηθειῶν, καὶ ἀνεγνώρισαν ἑπομένως, ὅτι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὰ περὶ αὐτῶν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βότσαρη νὰ δώσῃ ἔκτασιν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὡς πρὸς τὰς προμηθείας διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀνάγκη δευτερολογίας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀπήντησεν ὅτι ἐγνώριζε μόνον περὶ τῶν διευθετῶν καὶ τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ἕως ὅτου, λέγει, μὲ φωτίσετε, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κατακρίνω. Τελευταῖον, κύριοι, ὁ Κ. Βαλασόπουλος μετέβη εἰς τὰ ἐξωτερικά. Αἱ πρεσβεῖαι, εἶπε, δὲν ὠφέλησαν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται, τὰ πράγματα ἤρχισαν νὰ δείκνυνται ἀντίθετα πρὸς τὴν προτέραν εὐάρεστον κατάστασιν. Πῶς διέκειντο, κύριοι, αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ὅτε ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα; Ἐλάβομεν διακοινώσεις ἀπευθυνθείσας εἰς τὰς ἐνταῦθα πρεσβείας οὐχὶ ἵνα ἀνακοινωθῶσι πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὴν προϋπάρχουσαν Κυβέρνησιν (διότι δὲν ἦτο γνωστὴ ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως)· τότε ἀνεκοινώθη εἰς ἡμᾶς διακοίνωσις τῆς Ἀγγλίας, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθῇ νὰ πολιτεύηται ὅπως ἐπολιτεύετο, ἡ ἐγγύησις θὰ ἀρθῇ.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ στιγμὴ καθ’ ἣν δύναται νὰ πιστευθῇ ὡς ἀληθὴς ἡ ἰδέα, ὅτι ἔφθασεν ἡ Ἀγγλία εἰς τοιαύτας ἀπειλὰς, ὅπως ἀνέφερεν ὁ Κ. Τρικούπης. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, λαβὼν οὐχὶ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ἐπέστειλεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας ὅτι τὸ πολεμικὸν ἀτμόπλοιον τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀτμοδρόμων συνώδευσε τὸ ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας καὶ ἔφερε τὰ πολεμεφόδια μέχρι τῆς Κρήτης· ὁ Στάνλεϋ παρευθὺς ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν Κ. Ἔρσκην καὶ εἶπε· «Κατάστησε προσεκτικὸν τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰπὲ εἰς αὐτὸ, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθῇ νὰ πέμπῃ τὰ πλοῖά της ὅπως βοηθήσῃ τὴν Κρήτην ἀπ’ εὐθείας, δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ προκαλῇ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας», καὶ ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι «ἐὰν τοιαύτη διαγωγὴ τῆς Ἑλλάδος προκαλέσῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, θέλομεν τὴν ἀφήσει μόνην νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν της».
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἔγραφε πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρέσβυν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθῇ πολιτευομένη ὅπως ἐπολιτεύετο, κινδυνεύει νὰ στερηθῇ ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν αἱ δυνάμεις ἀνέλαβον ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐὰν τοῦτο διαφέρῃ ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης μὲ περισσοτέρους λόγους, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ τὰς λέξεις ἐκείνου. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης δὲν ἦτον εὐμενὴς εἰς τὸν κρητικὸν ἀγῶνα. Ὅπως σᾶς παρετήρησα, τοιαύτη ἦτο ἡ διακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας τὸ αὐτὸ βλέπομεν ὅτι συνέβαινε, διότι τὰ ἀτμόπλοιά της μετέφερον οὐχὶ οἰκογενείας, ὅπως νῦν, ἀλλ’ ἐθελοντάς. Ἡ μεταφορὰ τῶν οἰκογενειῶν, ἥτις ἔγεινεν ὑπὸ τοῦ Ἄγγλου πλοιάρχου, εἶχε γείνει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεώς του.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι ψευδὲς, ἐγὼ συνεχάρην τὸν πρέσβυν καὶ τὸ ἐδέχθη.
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν, διότι καὶ ἐγὼ συνεχάρην τὸν πρέσβυν καὶ τὸ ἐδέχθη.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ ἕνα ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τοῦτο ἀρκεῖ.
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀρκῇ, ἀλλ’ ἐγὼ σκέπτομαι ἄλλως. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἔμαθον ὅτι ἡ μεταφορὰ τῶν γυναικοπαίδων ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο τότε ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κυβερνήσεως, γίνεται ἤδη ἐν γνώσει καὶ διαταγῇ τῶν κυβερνήσεων καὶ ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν συνεπειῶν τῆς χάριν φιλανθρωπίας παρεχομένης συνδρομῆς εἰς τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία ὡς πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ ἔννοια τῆς κατόπιν γενομένης μεταφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν. Τὰ γαλλικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς μετέφερον μόνον ἐθελοντάς, τὰ ὁποῖα εἶχον πρότερον διαταγὰς νὰ μὴ μεταφέρουν παρὰ μόνον ἐθελοντὰς, κατόπιν ἔλαβον διαταγὰς νὰ μεταφέρουν μόνον γυναικόπαιδα καὶ νὰ μὴ δέχωνται ἄνδρας. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἥτις ἐπῆλθε κατόπιν· ἀλλὰ λέγων ταῦτα, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατακρίνω τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, μόνον......
§143Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σήμερον ἔρχονται ἢ δὲν ἔρχονται ἐθελονταὶ μὲ ἄλλα πλοῖα;
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι τὰ γαλλικὰ πλοῖα εἶχον διαταχθῇ νὰ παραλαμβάνωσι μόνον γυναῖκας καὶ παιδία. Λέγω λοιπὸν ὅτι μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἐπῆλθε, μεταβολὴ ἐκδηλωθεῖσα ὄχι μόνον ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου τεκμηρίου· ἐνῷ πρότερον αἱ ἐνέργειαι τῆς διπλωματίας ἐγίνοντο ἐν Ἀθήναις πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἰδιωτῶν τοῦ νὰ πράττωσιν ὅ,τι ἐπετρέπετο κατὰ τὸ ἑλληνικὸν δίκαιον, ἤρχισαν ἄλλαι ἐνέργειαι ἐν Κωνστατινουπόλει εἴτε παρ’ ὅλων εἴτε παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν Δυνάμεων πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπέλθῃ λύσις σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν τῶν ἐθνικοτήτων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κρητικὸν ζήτημα. Καὶ ταῦτα τὰ λέγει αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας. Ὁ ὑπουργὸς οὗτος ἐν ἐγκυκλίῳ του πρὸς τοὺς πρέσβεις λέγει, καὶ τοῦτο ἀναφέρω ὅπως δώσω πλειοτέραν αὐθεντίαν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοθεν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Γαλλία καὶ ἄλλαι δυνάμεις συνεβούλευσαν τὴν Πύλην ἵνα λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα καὶ πληροφορηθῇ ὁποῖαι εἶναι αἱ εὐχαὶ τῶν Κρητῶν, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτάς, ἂν αὗται ὦσιν ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσίς των, ὅπως βεβαίως εἶναι, ῥυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τοιαύτη, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς διπλωματίας. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια, λέγουσιν, αὕτη δὲν ἐπέφερεν ἀμέσως τὸ ἀποτέλεσμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγένετο· λέγω ὅμως ἐγὼ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέφερεν ἀμέσως, θὰ τὸ ἐπιφέρῃ. Εἰς ἐκείνους, οἵτινες ζητοῦν ψηλαφητὰ καὶ ἄμεσα ἀποτελέσματα, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιδείξω τοιαῦτα. Ἀλλὰ τίς πιστεύει ὅτι δύναται μία τοιαύτη ἐνέργεια νὰ μένῃ ἄνευ ἀποτελέσματος; τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων, τῆς ὁποίας τὸν θρίαμβον ἐν τῷ αἰῶνι μας ἡ Ἑλλὰς ἐνεκαίνιασε κατὰ τὸ 1821 καὶ ἥτις διὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν ἔφερε κατόπιν θαυμάσια ἀποτελέσματα, τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὁ ῥοῦς αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, διοχετευόμενος πάλιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, δὲν θέλει ἔχει παρόμοια ἀποτελέσματα; Ὅστις λέγει ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τῶν ἐθνικοτήτων ὡς πρὸς τὴν Κρήτην θέλει μείνει στεῖρα, δὲν ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος· διότι, ἐὰν ἐμελέτα αὐτὴν, ἤθελε γινώσκει ὅτι τὸ Ἑλλ. Βασίλειον ἐκέρδησε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτοῦ ὄχι ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἐναυμάχησεν εἰς τὸ Νεόκαστρον, ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἢ λάβῃ χώραν ἡ ναυμαχία τοῦ Νεοκάστρου. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι εἴτε διὰ Νεοκάστρου εἴτε ἄλλως θέλετε ἔχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ὅταν ἔχετε τὰ αὐτὰ αἴτια. Ἡ Ἑλλὰς ἐκέρδησε τὴν ἀνεξαρτησίαν της ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ ἀγὼν αὑτῆς ἔλαβεν ἀναγνώρισιν ἀπὸ τὸν Γεώργιον Κάνιγγα· ἀλλ’ ὁ Γεώργιος Κάνιγγ δὲν ἔζη ὅταν ἐγένετο ἡ ναυμαχία τοῦ Νεοκάστρου. Ἡ ναυμαχία τοῦ Νεοκάστρου ἐγένετο ἐπὶ ὑπουργείου στερηθέντος τῆς διευθύνσεως τοῦ Κάνιγγος καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθύμει νὰ προκαλέσῃ τὴν ναυμαχίαν· ἀλλ’ ἡ ναυμαχία ὑπῆρξεν αὐτόματος, οὕτως εἰπεῖν, συνέπεια τῆς ἀπὸ Γεωργίου Κάνιγγος Εὐρωπαϊκῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δικαίων τῶν Ἑλλήνων. Τὸ ν’ ἀναγνωρισθῇ λοιπὸν ἤδη ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων ὑπὲρ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς εἶναι γεγονὸς μέγα, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξίαν οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει ἀρνηθῇ καὶ τοῦ ὁποίου τὰς ἀναποδράστους συνεπείας καταδεικνύει ὁ ἀγὼν τοῦ 1821. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπωσι, κατὰ τί συνετέλεσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τί συνετέλεσαν αἱ πρεσβεῖαι; προῆλθεν ὅ,τι ἐγένετο, θὰ μᾶς εἴπωσιν, ἐκ τύχης, ἐγένετο ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πάσης ἐνεργείας τῶν Πρεσβειῶν. Καὶ πόθεν γνωρίζετε, κύριοι, τοῦτο; ἐν ποίῳ δικαιώματι κατακρίνετε ἄνευ ἀποδείξεων ἀνθρώπους ἀφιερωθέντας εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὑπὲρ ὧν εἰλικρινῶς καὶ εὐδοκίμως ἐργάζονται; Ἐν ποίῳ δικαιώματι προπηλακίζετε ἀπόντας ἀνθρώπους; Βλέπετε τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τ’ ἀποδώσητε ἐν μέρει καὶ εἰς αὐτούς. Ἐγὼ δὲν ἀπαιτῶ νὰ πιστεύητε ὅ,τι πιστεύομεν οἱ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκοντες τὰ γενόμενα. Βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῆτε τοῦτο, ἐνόσῳ δὲν ἀντιληφθῆτε καὶ ὑμεῖς· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, ἀντίκειται καὶ πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ ὑποβληθῶσιν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς καὶ νὰ ἐξηγηθῶσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ αἱ ἐξωτερικαὶ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως. Ἕως οὗ σᾶς ἀνακοινωθῶσι ταῦτα, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαιτήσω ν’ ἀναγνωρίσητε ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων τὴν ἀπόδειξιν δὲν ἐλάβετε, ἀλλὰ σᾶς ζητῶ νὰ μὴ κατακρίνητε ἐνόσῳ διατελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ βλέποντες μεταβολὴν εὐάρεστον νὰ μὴ δογματίζητε ὅτι εἰς τὴν μεταβολὴν οὐδόλως συνετέλεσαν οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις.
§145Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς ἐζητήσαμεν πληροφορίας καὶ μᾶς ἠρνήθητε;
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τί ἄλλο εἶπον εἰμὴ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν μετὰ τῶν πρέσβεων ἀλληλογραφίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰσέτι νὰ κατατεθῇ; Κύριοι, ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀναπαυμένην, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν περὶ τῆς διευθετήσεως τῶν ἐσωτερικῶν καθὼς καὶ τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐγένοντο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Ἱστάμεθα εἰς ὑψηλὸν σημεῖον· εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται ὅστις ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Δυνάμεθα δὲ ἀπ’ αὐτοῦ νὰ προσβλέπωμεν ἀτάραχοι εἰς τοὺς βράζοντας ὑπὸ τοὺς πόδας μας ἐπιθετικοὺς χειμάῤῥους τῶν μεμψιμοιριῶν, τῶν κατηγοριῶν, τῶν διαστροφῶν, ἀντιτάττοντες εἰς τὸν ὁρμητικὸν αὐτῶν ῥοῦν μόνα τὰ πράγματα, μαρτυροῦντα ὅτι ἀκαμάτως, εἰλικρινῶς καὶ ἐπιτυχῶς εἰργάσθημεν συμφώνως πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀναγνωρισθῇ ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανισμοῦ ἡ ἀρχὴ τῶν ἐθνικοτήτων, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπεκδεχόμεθα αἴσια ἀποτελέσματα (ἐπιδοκιμασίαι).
§147Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Προεκλήθην, κύριοι, παρὰ τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, υἱοῦ πολυτίμου φίλου μου καὶ συναγωνιστοῦ, προεκλήθην νὰ ἐξηγήσω, διατὶ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους ἐταττόμην εἰς τὴν πτέρυγα τὴν ὑπουργικὴν, καὶ διατὶ τὴν πορείαν αὐτὴν ἐγκατέλιπα κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει πῶς ἦλθον, διατὶ ἦλθον καὶ ἐπὶ ποίοις ὅροις ἐδέχθην νὰ συνυπηρετήσω. Εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἂν ἐνθυμῆται, παρευρίσκετο καὶ εἷς τῶν κ. κ. ὑπουργῶν, συνάδελφός του, ὅστις καὶ τώρα εἶναι παρών· ἔτυχε νὰ ἦναι καὶ εἷς ἔντιμος ξένος, ὅστις, ἐὰν κανεὶς ἀναιρέσῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Τὸ σύνθημα, ἢ αἱ βάσεις καὶ αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Τρικούπης, ἦτον ὁ σεβασμὸς τῶν νόμων. Παρηκολούθησα, κύριοι, τὸ πρόγραμμα τοῦτο σχεδὸν πέντε μῆνας κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην μετ’ οὐ πολὺ ὅτι φίλοι τινὲς τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τὸν ἐπίεζον, ὅτι δὲν εἶμαι πλέον ἀναγκαῖος εἰς τὸ σύστημά των, διότι ἤμην δύσκολος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των, τὰς κατ’ ἐμὲ παρανόμους· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἁβρότητί του, δὲν κατεδέχθη νὰ μὲ εἴπῃ τίποτε. Ἔστειλα τότε τὴν παραίτησίν μου, εἰπὼν, μὴ διαλύετε τὴν φάλαγγά σας, καὶ ἐγὼ, μὴ ἔχων ἀκόμη ἀφορμὴν, θὰ ἀκολουθήσω τὴν πορείαν σας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι κατὰ συνείδησιν νὰ συμβιβασθῶ μετά τινων, οἱ ὁποῖοι εἶναι παρὰ πολὺ ἀπαιτητικοί. Ἐξηκολούθησα λοιπὸν τὴν πρώτην σύνοδον, καθὼς γνωρίζετε, μέχρι τέλους. Ἦλθεν ἡ δευτέρα, καὶ μὲ ἐτίμησεν ἡ πλειονοψηφία διὰ τῆς προεδρείας τοῦ Σώματος. Ἤρχισα τότε νὰ σκέπτωμαι σπουδαιότερον, καὶ μετὰ λύπης ἔβλεπον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀρχάς μου, καὶ ἴσως πλέον τῶν 30 βουλευτῶν ἦλθον καὶ μοὶ εἶπον, δὲν εἶναι δίκαιον πλέον νὰ μείνῃς μετὰ τοῦ ὑπουργείου· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Τοῖς παρετήρησα, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀκόμη λόγον, οὔτε ἀποχρῶσαν αἰτίαν νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι δὲν γνωρίζομεν τὰς ἀρχάς της. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τοῦτο, εἶπα, νὰ ἐμμείνωμεν ἔτι, καὶ τὰ μὲν καλὰ τῆς συμπολιτεύσεως νὰ τὰ ἐπικυρόνωμεν, τὰ δὲ κακὰ νὰ τ’ ἀποφεύγωμεν. Παρῆλθε τέλος ἡ σύνοδος αὕτη, καὶ ἦλθεν ἡ τρίτη. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς δευτέρας συνόδου καὶ μετὰ ταῦτα συμβάντα, κύριοι, κατ’ ἐμὲ σπουδαῖα καὶ ὑποσχέσεις ὑπουργῶν ἀθετηθεῖσαι, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσητε σήμερον, μὲ ἔπεισαν νὰ ἐκκλίνω τῆς πορείας ταύτης. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἐλευθερία ἀπόλυτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλ’ οὔτε αἱ πράξεις τῶν κυβερνήσεων ἀπολύτως πρέπει νὰ ἐξετάζωνται. Σχετικῶς τὰ πάντα πρέπει νὰ θεωρῶνται καὶ κατὰ παραβολὴν τοῦ ἑνὸς μὲ τὸν ἄλλον, διότι, κατὰ τὸν μακαρίτην Σκανδαλίδην, γραμματέα τῆς πρώτης παρ’ ἡμῖν βουλευτικῆς περιόδου, «κανένας Ἕλλην δὲν εἶναι ἀπολύτως καλός· τὸν ὀλιγώτερον κακὸν πρέπει νὰ προτιμῶμεν». Ἐκ τούτου, κύριοι, εὑρέθην οὐχὶ ἐκ πνεύματος πολεμίου, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης εἰς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα, διότι εἶδον, ὅτι οἱ νόμοι κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας μοὶ ὑπεσχέθη ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν ἐφηρμόζοντο, δὲν ἦσαν σεβαστοί. Ἐπειδὴ, κύριοι, πολλοὶ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησαν ὑπερασπίσαντες τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, καὶ ἐξήλεγξαν τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, παραλείπω τὰ γενικὰ καὶ ἔρχομαι, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κ. κ. ὑπουργῶν, εἰς εἰδικὰς καὶ πραγματικὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες μ’ ἔπεισαν νὰ ἐκκλίνω τῆς πορείας ταύτης. Ἤθελον, κύριοι, διέλθει κατὰ σειρὰν τὰς πράξεις ἑκάστου ὑπουργοῦ, ὅσας νομίζω, ὅτι ἔγειναν παρὰ τοὺς νόμους· ἐπειδὴ ὅμως οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ εὐηρεστήθησαν χθὲς, ὅτε ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι ἑκάστου ὑπουργοῦ αἱ πράξεις ἀνάγονται εἰς ὅλον τὸ ὑπουργεῖον, μολονότι κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ φαλαγγιτῶν νόμου καὶ εἰς ἐκεῖνον τοῦ Κ. Σαφάκα ὡς βουλευτοῦ δὲν εἶδον τὴν αὐτὴν σύμπνοιαν, μόλον τοῦτο ἄρχομαι γενικῶς τῶν πράξεων ὅλων τῶν ὑπουργῶν, ἀναγομένων ἢ εἰς ὅλους ἢ εἰς ἕνα ἕκαστον. Ἐπιθυμῶν, κύριοι, νὰ ὁμιλῶ πάντοτε μὲ πράγματα, σᾶς ἀναγινώσκω πρῶτον τὸ 89 φύλλον τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὅπου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιόν του εἶπε· «Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὁ στρατὸς αὐξάνεται εἰς τριάκοντα καὶ μίαν χιλιάδας ἄνδρας μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Δύω τινα παρατηροῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ αὔξησις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ διαίρεσις τῆς ὅλης αὐτοῦ δυνάμεως εἰς δύω μέρη, εἰς τακτικὴν καὶ ἔκτακτον... Ἐκτὸς δὲ τούτου εἰσάγεται ἤδη εἰς τὴν τακτικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ καινοτομία τῆς προσθήκης δισχιλίων ἐθελοντῶν, εἰς οὓς θέλει ἐπιτραπῇ ἡ φρούρησις τῆς μεθορίου γραμμῆς καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ ἔργα εἰς ἃ σήμερον ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ του ἐνασχολεῖται· ὥστε οὗτος συγκεντρωθεὶς, νὰ εὑρεθῇ ἕτοιμος εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου προορισμοῦ του.» Ἐξ ὅλων τούτων ἔπραξε τί; Ἂς μᾶς ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ αἱ ὑποσχέσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, σελὶς 117. Ὅταν ὡς πρόεδρος ἔλαβον τὸν λόγον καὶ κατέβην τῆς ἕδρας, εἶπον· «Δὲν προτίθεμαι, ἀναβαίνων τὸ βῆμα, νὰ λαλήσω οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ περὶ ἀμοιβῶν κατὰ τῆς ληστείας νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκθέτω τινὰς ἰδέας, ὅσας πολυετὴς πεῖρα μ’ ἐδίδαξεν ὡς ὀρθάς....» κτλ. ὅσα φαίνονται εἰς τὸ 116 φύλλον τῶν περυσινῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Προσέθηκα δὲ ὅτι, «δὲν θεωρῶ μεγίστην ζημίαν ἐὰν χορηγηθῇ καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας ἡ αὐτὴ ἀποζημίωσις, ἀρκεῖ τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ καταπιέζωσι τὸν λαὸν, ἐνῷ ἤδη ἀντὶ νὰ ἰχνηλατῶσι τοὺς λῃστὰς, ἰχνηλατοῦσι τὰς ὄρνιθας, ἀντὶ δὲ νὰ ὁδοιπορῶσιν εἰς τὰ δάση καὶ τὰς φάραγγας, ἔνθα διαιτῶνται οἱ λῃσταί, ἐκλέγουσι τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ ἐκεῖ συνεχῶς διημερεύουσι καὶ νυκτερεύουσιν. Εἰς τοῦτο ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τῆς τε κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.» Ὁ δὲ πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι, «τὰ παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος λεχθέντα δυστυχῶς εἶναι ἐν πολλοῖς ἀληθῆ καὶ ἡ κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ μελετᾷ καὶ προνοεῖ περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων δι’ ἀπονομῆς τροφῶν καὶ τῶν ἀναγκαίων σταθμῶν, διὰ νὰ ᾖναι πρόχειρος πανταχοῦ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων νὰ ἀπαλλάσσωνται ἐκ τῶν βαρῶν». Κύριοι, ἐκ τῶν δύο τούτων σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ εἰπῆτε ἐν συνειδήσει, ποῖον ἐξετελέσθη; Ὁ στρατὸς περιωρίσθη εἰς τοὺς στρατῶνας, ὅπως γυμνάζηται, ἀναπληρούμενος ἀπὸ τοὺς νέους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν; Ὄχι. Ἀπεναντίας ὁ στρατὸς περιφερόμενος μὲ εἰσπράκτορας καὶ χωροφύλακας, κατὰ μέγα μέρος διεφθάρη· καὶ ἐὰν παρατηρήσητε, οἱ περιφερόμενοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ εἰσπράττοντες χρήματα δὲν σέβονται πλέον κανένα νόμον, διότι ἀεὶ χωλῷ παροικήσεις, ὑποσκάζειν μαθήσει». Κύριοι, τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγουν, οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του καὶ αἱ βάσανοι καὶ ἡ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Τί γίνεται ἐν τούτοις; Ἕκαστος ἀπὸ ὑμᾶς γνωρίζει τὰ τῆς ἐπαρχίας του καὶ δύναται νὰ μὲ δικαιώσῃ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶδον καὶ βλέπω καθ’ ἑκάστην τὶ γίνεται ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας, τοὺς εἰσπράκτορας καὶ στρατιώτας τούτους, καὶ ἂν δύνανται, ἂς τὰ διαψεύσωσιν οἱ γνωρίζοντες τὰ ἐπιτόπια καὶ τὰς καταπιέσεις τῶν κατοίκων. Ἐν γένει, κύριοι, τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τοὺς πτωχούς· ἐὰν εἷς πτωχὸς ὀφείλῃ πέντε δραχμὰς, τοῦ τρώγουν εἴκοσι. Ποία ἡ ἀσφάλεια, ποία ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία αὐτῶν τῶν κατοίκων; ποία τουλάχιστον ἡ ἰδιοκτησία; Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι στρατιῶται εἰσπράκτορες εἰς ἓν χωρίον, Πλάτανον ὀνομαζόμενον, ἀφοῦ ἐπῆραν ὅλας τὰς ὄρνιθας ἑνὸς δυστυχοῦς, ἤθελαν νὰ τοῦ πάρουν καὶ ἕνα γάλον. Ὁ πτωχὸς τὸν ἐπόνεσεν—ἐπήρατε ὅλα τὰ ἄλλα, ἀφῆτε αὐτόν. Ἡ ἀπάντησις ἦτο νὰ τὸν φονεύσουν, καὶ ὁ στρατιώτης νομίζω, ὅτι δὲν ἐτιμωρήθη· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν Ἠλείων βουλευτῶν.
§148ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν τάχα δὲν ἐγίνοντο αὐτά;
§149ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω· δὲν ἠμπορεῖς νὰ μοῦ δικαιολογήσῃς τὸ ἓν ἄτοπον διὰ τοῦ ἄλλου· ἠξεύρω μόνον, ὅτι ἐγίνοντο ταῦτα, ὅτι ἐζήτησα νὰ διορθωθοῦν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ μοὶ ὑπεσχέθησαν, ἀλλὰ δὲν ἔγινε τίποτε. Σᾶς εἶπον, σχετικῶς θεωρῶ ἐγὼ καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐν γένει, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἤμην δίκαιος, οὔτε δύναμαι νὰ φέρω ἀγγέλους εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Ἀλλ’ ἆρά γε οἱ εἰσπράκτορες μόνον περιφέρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον ἔχουν ἓν δίκαιον νὰ εἴπουν, ἂν καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, πλήρωσε ἢ θὰ καθήσω εἰς τὴν οἰκίαν σου νὰ μὲ θρέψῃς; Μήπως ὁ ταμίας δὲν κάμνει τὰ αὐτὰ διὰ νὰ εἰσπράξῃ; Ὁ ἔφορος διὰ νὰ βεβαιώσῃ εἰς ἓν χωρίον πεντακόσια κοιλὰ, δὲν τρέφεται ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς; Δὲν ἐπικαλοῦμαι μαρτυρίας ὡς πρὸς τοῦτο· ὁ κ. ὑπουργὸς δύναται νὰ τὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του· ἂς ἐρωτήσῃ τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν, ὁ ὁποῖος εὑρέθη παρών.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ τοὺς διέταξα νὰ περιοδεύσουν· ἐπιβεβαιόνω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§151ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δηλαδὴ νὰ καταπιέζουν.
§152ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὕστερον θὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν κατεπίεζον ἢ ὄχι.
§153ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§154ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ διέταξα καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν καὶ τὸν ἔφορον νὰ περιοδεύσουν.
§155ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ὅμως ὁ ἐπιθεωρητὴς λέγει περὶ τοῦ ἐφόρου, ὅτι εἶναι ὁ πλέον φυγόπονος, ὅτι πᾶσαν πρωΐαν δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ ὑποχρεόνῃ τοὺς κατοίκους νὰ τῷ φέρουν ὕδωρ χάριν ψυχρολουσίας. Τὸν Ὀριγόνην ἐρωτήσατε.
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔκαμνε ψυχρολουσίαν! (γέλως).
§157ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκοιμᾶτο ὅλην τὴν ἡμέραν, εἰργάζετο μόνον δύο ὥρας, καὶ διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἑκατὸν πεντήκοντα κοινότητας, περιήρχετο τρεῖς μῆνας. Εἶναι ταῦτα ἄξια γέλωτος;
§158ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ κάμνω ψυχρολουσίαν.
§159ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ναί· ἀλλὰ φέρει ὁ ὑπηρέτης τὸ νερὸν, τὸν ὁποῖον πληρόνεις, καὶ ὄχι ὁ ἐλεύθερος πολίτης νὰ εἶναι δοῦλος τοῦ ὑπαλλήλου σου. Ἐγὼ τὰς αἰτιάσεις μου τὰς συνοδεύω μὲ νόμους ἀνὰ χεῖρας καὶ μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς νοθεύωμεν τὰ πάντα καὶ λέγωμεν, ὅτι διοικούμεθα συνταγματικῶς, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν, δουλικῶς, ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἀγγλικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ ἔθνη λαμβάνουν ὡς ὑπογραμμόν. Τρία θεμελιώδη δίκαια ἔχει ὁ λαός· προσωπικὴν ἀσφάλειαν, προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τρίτον ἀτάραχον ἀπόλαυσιν τῆς ἰδιοκτησίας του. Τὰ ἔχει αὐτὰ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος; Ὅσοι εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίας γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ δοκοῦν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ὅλα αὐτὰ καταπατοῦνται· σύνταγμα δὲν ὑπάρχει κατ’ αὐτόν. Ἰδοὺ, κύριοι, καὶ ἄλλη ἀπόδειξις ἀσφαλείας. Ἐκτὸς τοῦ φονευθέντος, δύο ἄλλοι πολῖται φιλήσυχοι, ῥάπται τῆς πόλεως— εἰς τὰ χωρία δὲν λέγομεν τὶ γίνεται, διότι δὲν τὰ βλέπει κανεὶς—Χαραλάμπαι καλούμενοι, τοὺς ὁποίους γνωρίζουν ἐπίσης οἱ κύριοι βουλευταὶ Ἠλείας, τρεῖς ὥρας νύκτα μετέβαινον, ἕνεκα τοῦ μεγάλου καύσωνος, νὰ πίουν νερὸν εἰς μίαν πηγὴν, καὶ διερχόμενοι ἀπὸ ἓν οἴκημα, τὸ ὁποῖον ἦτο νοσοκομεῖον στρατιωτῶν, ἐτόλμησαν νὰ εἴπουν, ἐδῷ κοιμῶνται στρατιῶται. Ἤρκει τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ ἐπιτεθῇ ὁ λοχίας, νὰ τοὺς συλλάβῃ, νὰ τοὺς δέσῃ πλάτην μὲ πλάτην καὶ νὰ τοὺς κτυπᾷ μὲ τὴν μάστιγα εἰς τὸ πρόσωπον. Φωνάζουν αὐτοὶ, τί μᾶς σκοτόνετε; Ἀχρεῖοι, μᾶς ὑβρίσατε, μᾶς εἴπατε πῶς κοιμούμεθα ὡς τὰ κτήνη.—Βλέπει τὸ θέαμα τοῦτο ἡ σύζυγος τοῦ ὑπομοιράρχου, καὶ ἐρωτᾷ διατί κακοποιοῦν τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ ταύτην ἐβίασαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν της ἐξυβρίσαντες αὐτὴν κακοήθως διὰ τῶν λέξεων...
§160ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐπρέπεια!
§161ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νόστιμον εἶναι τῇ ἀληθείᾳ! Σεῖς τὰ πράττετε, καὶ διότι παραπονούμεθα ὅτι μᾶς πονεῖ, σᾶς κακοφαίνεται! Εἶσθαι νόστιμοι νὰ μὲ κτυπᾶτε, καὶ νὰ μὴ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζω ἀπὸ τὸν πόνον· αὐτὸ εἶναι παρὰ πολύ.
§162ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς αὐτὸς ἐτιμωρήθη ἀπὸ τοὺς νόμους.
§163ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλὰ, καλά· ἐγὼ ἐξιστορῶ πράγματα, κύριοι. Ἄλλος τις πολίτης, Νικίας ὀνομαζόμενος, ὑπηρετήσας εἰς πολλὰς διοικητικὰς, ταμιευτικὰς καὶ οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας, ἦλθεν εἰς κἄποιαν σύγχυσιν μὲ τὸν γαμβρόν του. Ὁ γαμβρός του ἐβγῆκεν ἔξω καὶ ἐπῆρε τέσσαρας στρατιώτας, ἴσως τοὺς ἔδωσε καὶ κἀνένα δίστηλον εἰς τὸ χέρι, καθὼς ἔκαμνον τῶν Γιανιτσάρων τὰ μπουλούκια· ἐπῆγαν κυρίως εἰς τὴν οἰκίαν του περὶ τὰς ἀνατολὰς τοῦ ἡλίου, τὴν εὗρον κλειστὴν καὶ τὸν λέγουν, ἀχρεῖε —ἂς μὴν εἴπω τὰς λέξεις των χάριν τοῦ κυρίου Μυρογιάννη —ἄνοιξε, εἶσαι κακοῦργος, ἐσκότωσες τὸν ἄνθρωπον.—Πηγαίνετε στὸ καλὸ, παιδιά μου, τοὺς λέγει. Γεμίζει τότε τὸ ὅπλον ὁ ἕνας καὶ τοῦ λέγει, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἄνοιξε, διότι θὰ πυροβολήσω. Ἀνοίγει ἐπὶ τέλους, καὶ τοῦ λέγει ὁ ἕνας· σὲ ζητεῖ ὁ ὑπομοίραρχος.—Ἔχεις κᾀμμίαν διαταγήν;—Εἶμαι ἐγὼ ἡ διαταγὴ, καὶ ἄλλοι τέσσαρες ἀποκάτω.—Τὸν παρηκολούθησε λοιπὸν εἰς τοῦ ὑπομοιράρχου.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Λυκοῦργε, ποῖος εἶναι ὑπομοίραρχος;
§165ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τζανέτος τις.
§166ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Λυκοῦργε, νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν τιμήν σας, ἂν αὐτὰ προέρχωνται ἀπὸ πολιτικοὺς λόγους ἢ τυχαίως.
§167ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀνέγνωσα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐδῶ, τί εἶπον οἱ ὑπουργοὶ πέρυσι καὶ ἐξετάζω ἂν περιώρισαν τὸ κακόν. Ἐκοιμᾶτο ὁ ὑπομοίραρχος· ὁ δυστυχὴς πολίτης τὸν λέγει—κύριε ὑπομοίραρχε, τί μὲ ἔφερες ἐδῶ; Ὁ ὑπομοίραρχος, ἀγνοῶν καλῶς τί τρέχει, τῷ λέγει πῶς ἤλθατε; — Αὐτὸς ὁ στρατιώτης κατὰ διαταγήν σας μ’ ἔφερε· ζητεῖ τὸν στρατιώτην, ἀλλὰ δὲν ἦτον ἐκεῖ. Τότε ἀποστέλλει τὸν πολίτην εἰς τὴν οἰκίαν του, ὑποσχόμενος ὅτι θέλει ἐξετάσει καὶ τιμωρήσει τὸν στρατιώτην. Ἤλλαξε μετὰ εἴκοσι ἡμέρας ἡ φρουρὰ καὶ ἦλθον ἄλλοι εἴκοσι στρατιῶται. Ἐπειδὴ δὲ δὲν τοὺς ἐχώρουν οἱ στρατῶνες, τοὺς ἔβαλον εἰς καταλύματα. Ἔσπευσε τότε ὁ ῥηθεὶς στρατιώτης νὰ καταλύσῃ πρὸς ἐκδίκησιν παρὰ τῷ Νικίᾳ. —Παιδιά μου, ἔχετε διαταγὴν, εἶπεν ὁ Νικίας, ἀπὸ τὸν δήμαρχον; —Ὄχι, μασκαρᾶ, τῷ ἀποκρίνεται, δὲν μᾶς δέχεται εἰς τὸ σπίτι σου; τώρα βλέπεις. Καὶ ἀμέσως πέρνει τοὺς εἴκοσι στρατιώτας καὶ ὑπάγει εἰς τοῦ Νικία. Ἐπειδὴ δὲ εἷς τῶν ἀνθρώπων του ἐτόλμησε νὰ εἰπῇ τί θέλετε, τὸν ἔκαμαν ψίχαις μὲ τὰ σπαθιά. Τοιουτοτρόπως ἐχάθη ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὁ μὲν Νικίας ἀνεφέρθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἀγνοῶ τί ἀπέγεινε. Σᾶς ἀνέφερα τὰ θλιβερὰ ταῦτα περιστατικά, διότι ζητεῖτε πράγματα. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; τὸ ἄρθρον 4 καὶ 12 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ ἡ κατοικία του ἄσυλος. Εἴδατε λοιπὸν πόσον διατηρεῖται τὸ ἄσυλον καὶ πόσον σεβαστὴ εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία! Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἐπεκυρώσαμεν νόμον τινὰ περὶ ληστείας· ὁ νόμος αὐτὸς ὑπάρχει εἰς τὸ 147 φύλλον τῶν πρακτικῶν, τὸ δὲ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ ὁρίζει τὰς ἀμοιβὰς τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ληστείας. Προχθὲς, κύριοι, ὡμίλησαν ἄλλοι περὶ τούτου, ὁ δὲ κυρ. Εὐθυμιόπουλος προλαβόντως ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ περιφρονητικῶς δὲν τῷ ἐδόθη. Ἐὰν οἱ ἀμοιβαὶ τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας δὲν γίνωνται δικαίως, ἐννοεῖται ὅτι χαλαροῦται ὁ ζῆλος τῶν πολιτῶν· καὶ ὅταν ἀντὶ ἑνὸς, τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ πρωτόκολλον, δίδεται ἡ ἀμοιβὴ εἰς ἄλλον, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ πλέον ἡ ὄρεξις νὰ καταδιώξουν, καὶ ποῖος πταίει εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ληστείας, παρ’ ὅσοι δὲν ἐφαρμόζουν τὸν νόμον. Ἰδοὺ διὰ τί ἡ τοιαύτη τοῦ νόμου ὀλιγωρία μ’ ἐβίασε νὰ ἐκκλίνω. Τὸ ἄρθρον ὄγδοον τοῦ νόμου τούτου λέγει «εἰς τοὺς βλαχοποιμένας καὶ εἰς τοὺς πρὸς αὐτοὺς ἐξομοιουμένους, καθὼς καὶ εἰς τοὺς μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενεῖς κεκηρυγμένων λῃστῶν, ἐὰν παρέχωσι βαρείας περὶ λῃσταποδοχῆς ὑπονοίας, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις κλπ. καὶ ἐάν ὦσι συγγενεῖς δήμαρχοι, δημαρχικοὶ ἢ εἰδικοὶ πάρεδροι ἢ ἀστυνόμοι, τὸ ἀνωτέρω μέτρον ἐπιβάλλεται διὰ τῆς καταγινωσκούσης τὴν ὁριστικὴν παῦσιν ἀποφάσεως». Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τοῦ δημάρχου Θαλπούσης Καφφεντζῆ· οἱ κύριοι ὑπουργοὶ παρεκλήθησαν νὰ μᾶς φέρουν τὰς ἐκθέσεις τοῦ τε ἐπάρχου Γόρτυνος καὶ τοῦ ὑπομοιράρχου, ὅταν κατεστράφη ἡ λῃστεία, οἵτινες προσελθόντες ὡμολόγησαν, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Καφφεντζῆ ἐκράτησε τὸν κ. Σωτηρόπουλον 17 ἡμέρας εἰς τὰ ἀραβόσιτά του, καθὼς τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀγορεύων. Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀκόμη μένει δήμαρχος ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις εἰσέτι δὲν διεβιβάσθησαν εἰς τὸ δικαστήριον. Μάτην ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τὸν ἀποκηρύττει ὡς λῃσταποδόχον· ἡ πρᾶξις αὕτη ἐκοιμήθη. Ὅταν, κύριοι, βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τοὺς μὲν νὰ βραβεύωνται παρ’ ἀξίαν, τοὺς δὲ νὰ τιμωρῶνται ἀδίκως, ποίαν προθυμίαν δύνανται νὰ ἔχουν εἰς τὰ καλὰ, ἢ ποίαν ὠφέλειαν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ τῶν ἀντεγκλήσεων ὅτι αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον πταίει; Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπιβαρύνω κανένα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ληστείαν, διότι δυστυχῶς, ἕνεκα τῶν συνόρων μας, καμμία κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτήν· πότε αὐξάνει, πότε ἐλαττοῦται. Δὲν καταδικάζω λοιπὸν τὸν ἀριθμὸν τῆς ληστείας, καταδικάζω τὰς ἐδικάς μας ἐλλείψεις καὶ λυποῦμαι διότι δὲν βραβεύονται καὶ δὲν τιμωροῦνται ὅσοι πρέπει· τὸ ἄτοπον τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Κύριοι, ἐπειδὴ πάντοτε ὑπεσχέθην νὰ παρακολουθήσω τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὑπουργῶν, δὲν θέλω νὰ καταδικάσω κανένα. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, μὴ καταδικάζετε κανένα, οὔτε ὅταν ἦνε ὑπουργὸς, διότι ἐνδέχεται οἱ ἀμφισβητοῦντες τὴν ἐξουσίαν νὰ διήγειραν τὴν ληστείαν. Εὐτυχῶς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἔτυχε νὰ ἴδω τὸν μοίραρχον Ζάνον, ὁ ὁποῖος εἶναι τίμιος ἄνθρωπος. Μοὶ εἶπεν, ὅτι περὶ τὰ τέλη τῆς ὑπουργείας Βούλγαρη εἶχον αἰχμαλωτισθῆ ἐν Ἀκαρνανίᾳ τινὲς πολῖται, αὐτὸς δὲ συλλαβὼν τοὺς συγγενεῖς τῶν ληστῶν, τοὺς ἐκράτησεν εἰς τὸ φρούριον Βονίτσης ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ ἀποδώσωσιν οἱ λῃσταὶ τοὺς αἰχμαλωτισθέντας. Ἀλλ’ αἴφνης μίαν ἡμέραν ἀκούει ἀπὸ τὸ φρούριον τῆς Βονίτσης κραυγὰς «Ζήτω τὸ νέον ὑπουργεῖον.» Μεταβαίνει εἰς τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν λέγει— ἔχεις καμμίαν εἴδησιν; — δὲν γνωρίζω τίποτε. Μετὰ τρεῖς ὥρας ἦλθε τηλεγράφημα ἀναγγέλλον τὸν διορισμὸν νέου ὑπουργείου, καὶ διατάττον τὴν ἀπαλλαγὴν ὅλων τῶν ἐν τῇ φυλακῇ κρατουμένων. Τί κάμνει ὁ κύριος Ζάνος; ἵνα μὴ κατηγορηθῇ ὅτι ἐλευθερόνει λῃστὰς, ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος δὲν τοὺς ἀπεφυλάκισεν, ἀλλὰ τοὺς ἔπεμψε μὲ συνοδίαν εἰς τὸν κύριον Σμολένσκην, πρὸς ὃν εἶπεν, ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω ν’ ἀπολυθῶσι· σεῖς, ἂν θέλετε, κάμετέ το· καὶ ἔκτοτε παρῃτήθη εἰπὼν «δὲν δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω.»
§168ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰς Πάτρας παρῃτήθη.
§169ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς μίαν παρέκβασιν. Ὁ κύριος Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὁμόφωνον καὶ ὅ,τι κάμνει ὁ εἷς τὸ κάμνει καὶ ὁ ἕτερος, χωρὶς νὰ ᾖναι δοῦλος τοῦ πρωθυπουργοῦ ὑπεύθυνος. Ὁ κύριος Λομβάρδος, κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ ὑπουργείου, εἶχε προορισθῆ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τούτου, διορίσας τὸν κύριον Λομβάρδον ὑπουργὸν τῶν ναυτικῶν, ἑωσότου ἔθεσεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς δικαιοσύνης γραμματέα τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὅπως ὑπογράφῃ ὁ Λομβάρδος, ἐπανελθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅ,τι κατὰ διαταγὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ ὁ ἀ. γραμματεὺς γράφει. Ὅ,τι λοιπὸν γίνεται, γίνεται τῇ συναινέσει τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ὁ κύριος Τρικούπης εἶπεν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν τὸν κατάλογον τῶν μεταθέσεων καὶ παύσεων. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι θέλομεν τὸν ἰδῆ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ ἐκεῖ θὰ καταδειχθοῦν τὰ μεγάλα ἔξοδα τῶν μεταθέσεων. Ἀρκοῦμαι ἤδη νὰ εἴπω ὅτι πράγματι ὁ κύριος Λομβάρδος ἔπαυσε δύο δικαστάς. Καὶ περὶ τούτου μὲν δὲν μὲ μέλει, ἀκούσατε ὅμως τὴν αἰτίαν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, φειδόμενος τοῦ δημοσίου πλούτου, διέταξε τὸν ταμίαν Χρυσοχέρην νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου (θόρυβος). Ἰδοὺ, κύριοι, κάμνω ἁπλῆν σύγκρισιν· εἷς εἰσπράκτωρ, Χριστόδουλος Ψάλτης ὀνόματι, καθυστέρησεν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις 1500 δραχμὰς, εἰσήχθη εἰς δίκην ἐπὶ κακουργήματι καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ 5 ἔτη· ὁ δὲ ἀδελφὸς τοῦ Στεριοπούλου, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ ᾖναι διαχειριστής.... (θόρυβος).
§170ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ...... (θόρυβος). Πρόκειται περὶ σοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεπέμφθης ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τοῦ Ἄστρους. (θόρυβος καὶ σάλος).
§171ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χαίρω διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμήν. Τότε ἡ κυβέρνησις ἐνέκρινεν ἐγγράφως νὰ μοὶ δοθῶσιν 27,000 δραχμαὶ, διότι μοὶ ἔκαψε τὸ σπίτι ὁ μακαρίτης Κολοκοτρώνης. Ἔχω τὰ ἔγγραφα ἀνὰ χεῖρας καὶ τὰ παρουσιάζω, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ δημόσιον δὲν κατεδέχθην ποτὲ νὰ τὰ πάρω. Ἡ κυβέρνησις μοὶ τὰ ἔδωκε· τοῦτο τὸ ἐγνώριζον οἱ κύριοι Ὀρλάνδος καὶ Λουριώτης, τὸ γνωρίζει ὁ πατὴρ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ἤμην τότε ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐνισχυθέντες οἱ ἐναντίοι μοῦ ἔκαυσαν τὴν οἰκίαν καὶ διήρπασαν τὰ πατρικὰ πράγματα· τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν δὲν τὴν ἔλαβα, διότι ἤμην ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἰδῶ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅστις εἶναι ἀναιδὴς πέρνει καὶ θὰ πέρνῃ (θόρυβος). Ἐπανέρχομαι. Ὁ ταμίας προσεκάλεσε τὸ δικαστήριον τῶν Πατρῶν νὰ στείλῃ ἀνακριτὴν ἐπιτοπίως, καὶ ὅποιον εὕρῃ ἐλλειμματίαν νὰ τὸν εἰσάξῃ εἰς δίκην. Ἐπῆγεν ὁ Τζέγκος, ἐνήργησεν ἀνακρίσεις καὶ εἶπε τοῦ Στεριοπούλου — σοῦ λείπουν 7,000 δραχμαί· ἔχεις νὰ τὰς δώσῃς; — Δὲν ἔχω, ἀπήντησε, καὶ ἀγνοῶ πῶς, ἐπρόσθεσεν ὅτι τὰ ἔχει ὁ ἀδελφός του... (θόρυβος).
§172ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤσουν παρών; Πρέπει νὰ αἰσχύνεσαι λέγων τοιαῦτα πράγματα εἰς τὴν ἡλικίαν σου.
§173ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ αἰσχύνωνται ὅσοι καταχρῶνται.
§174ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὑπάρχουσι δημόσια ἔγγραφα. (θόρυβος, διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν).
§175ΑΧΟΛΟΣ. Φέρετε τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε.
§176ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡσυχάσετε, ἐγὼ δὲν συγχύζομαι. Ὁ κύριος Τζέγκος εἶναι φίλος μου, καὶ τοῦτο μὲ κάμνει νὰ ἐνθυμηθῶ ὅ,τι εἶπεν ὁ ὑπουργὸς Γρέϋ τῆς Ἀγγλίας, ὅτε κατηγορήθη ὅτι ἔχει ὑπαλλήλους πολλοὺς συγγενεῖς. Ἠρώτησεν — εἶναι τίμιοι ἢ ἄτιμοι; — τίμιοι τῷ εἶπον. — Τοῦτο μοὶ κάμνει τιμήν.
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἰδῆτε τί λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Κωνσταντόπουλος περὶ τοῦ Τζέγκου, καὶ μᾶς λέγετε ἂν σᾶς κάμνῃ τιμήν (θόρυβος).
§178ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μεγάλην, καὶ ἡ ἀνάκρισις θὰ δείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ νοσφιστὴς τοῦ ἅλατος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ βουλευτοῦ, εἰσήχθη εἰς δίκην. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἤθελε νὰ τὸν εἰσάξῃ. Κάμνει ἔνταλμα ὁ ἀνακριτὴς, δὲν ὑπογράφει ὁ εἰσαγγελεὺς. Ἠξεύρετε ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἡ θέλησις τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐννοοῦν εὐκόλως οἱ ἄνθρωποι. «Πενία ἄνδρα ταπεινοῖ»· καθεὶς φοβεῖται μὴ χάσῃ τὴν θέσιν του. Καλοῦν συμβούλιον δικαστῶν, τὸν εἰσάγουν εἰς δίκην ἐπὶ κακουργήματι, ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἐκτελεῖ. Ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ, καὶ ἂν θέλετε, πηγαίνει μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ τὰ βλέπει εἰς Πάτρας. Καὶ ὅμως οὐ μόνον ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτον ἐλεύθερος, ἀλλ’ ἔγεινε καὶ ἐπιστάτης τῶν προσόδων τοῦ τμήματος Λεχαινῶν.
§179ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶν’ ἀληθές· ἡ οἰκογένεια ἡ ἰδική μου ἔζησε μὲ τοὺς ἱδρῶτάς της καὶ οὐχὶ μὲ τὰ δημόσια χρήματα. (θόρυβος).
§180ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ λόγους Θερσιτῶν οἱ Ἀχιλλεῖς δὲν φοβοῦνται. Τοῦ Κρεστενίτου καὶ τῆς οἰκογενείας του ἡ τιμὴ εἶναι ἀποδεδειγμένη (θόρυβος).
§181ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ.........
§182ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅστις θέλει, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἠλείαν ἵνα ἰδῇ ἂν χρεωστῶ.
§183ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀδελφός σου χρεωστεῖ χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον.
§184ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος τοῦ κ. Χατζίσκου. Ὁ ἀδελφός μου εἶναι φιλότιμος, καὶ ὡς ἐγγυητὴς καλῆς πίστεως ἐπλήρωσεν ἄλλων κακῆς πίστεως χρέη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν γνωρίζει, ὅτι ὁ νοσφιστὴς αὐτὸς τοῦ ἅλατος τοῦ ἔστειλε μίαν ἀναφορὰν, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόλογος δι’ ἑπτὰ χιλιάδας ἀλλὰ διὰ 5,100. Καὶ μοὶ φαίνεται ἐναντίον τοῦ περὶ ἀπαλλαγῆς νόμου, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ ἄδειαν, ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀναφορὰν ὑπαινίττεται ὅτι θέλει τὸν περιμείνει.
§185ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἰδῆτε τί ἔγραψα. Προχθὲς τὸ εἴπετε διαφορετικά· ἀφοῦ ἰδῆτε τὴν ἀναφοράν, θὰ τὸ ἀνακαλέσητε. Εἴπετε πρὸ ἡμερῶν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι διέταξα τὴν εἰσαγγελίαν νὰ παύσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδίωξιν. Τὸ ἀνεκαλέσατε τὴν ἑπομένην ἡμέραν· οὕτω θὰ ἀνακαλέσητε καὶ αὐτό.
§186ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν φέρητε τὴν ἀναφορὰν, βλέπομεν. Ὅσοι εἶσθε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης, εἰπέτε μοι· δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπέμβῃ εἰς δικαστικὰ πράγματα;
§187ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ἐπεμβῆκα.
§188ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἐν τῇ εὐθύτητί του εἶπε, «τί νὰ σᾶς κάμω; θέλουν νὰ τὸν ἀθωώσουν» (θόρυβος).
§189ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λογαριασμοὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου εἶχον ὑποβληθῇ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον. Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔκαμεν ἢ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν εἰσαγγελίαν, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ εἰσὶν ἐκκρεμεῖς.
§190ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ταμίας, ὅστις ἔκαμεν αὐτὴν τὴν αἴτησιν...... (θόρυβος).
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐκ δεξιῶν). Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§192ΕΤΕΡΟΙ. Κατεβιβάσαμεν τὴν συζήτησιν.
§193ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπω; σᾶς λέγω πράγματα. Νὰ εἰπῶ, ὅτι οἱ δικασταὶ διορίζονται μὲ ἀρετέρια τοῦ Πάπα, δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε. Νὰ εἰπῶ, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐπηρεάζονται, σεῖς θὰ λέγετε «ψεύματα» ἐγὼ θὰ λέγω «ἀλήθεια.» Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ ὅπως φανῇ ἡ ἀλήθεια; Εἶπον μίαν ἡμέραν ὅτι παύονται οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τὸ ἐνόμισε μικρὸν, ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Κώστα ἢ τοῦ Παύλου, ἐν ᾧ οἱ κλητῆρες εἶναι τὰ σπουδαιότερα ὄργανα τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἅμα τολμήσουν νὰ δώσωσι μίαν κλῆσιν, παύονται τηλεγραφικῶς. Χθὲς μοὶ ἔλεγεν ἕνας εἰρηνοδίκης, ὅτι τοῦ εἶπον· ἔχεις φίλους βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας καὶ διορίζεσαι ἅμα σὲ συστήσουν· ἀλλ’ ἐγὼ, εἶπε, δὲν θέλω νὰ γείνω δοῦλος τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἦτον ὁ κ. Κιάφας ὅστις διετέλει εἰς Ὕδραν.
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὅταν εἶσθε ὑπουργὸς, δὲν ἐκάμνετε τὰ αὐτά;
§195ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διότι δὲν ἤθελον νὰ τὰ κάμω, παρῃτήθην. Ἑπτάκις ἦλθον ὑπουργὸς, καὶ ὑπηρέτησα τὴν πατρίδα. Ἐδῶ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ. μετὰ τῶν ὁποίων συνυπηρέτησα· ὁ κύριος Χριστόπουλος ὑπῆρξεν εἰσηγητής μου, ὁ κύριος Ζαΐμης, ὁ κύριος Εὐκλείδης, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι μου· ὅστις θέλει ἂς τοὺς ἐρωτήσῃ, ἵνα μάθῃ, ἂν ἐγὼ ἐσεβάσθην τὸν νόμον. Ἂν τὸν ἐσεβάσθην εἰς τὴν Ἀνδρίτζαιναν, εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, ἀπανταχοῦ· εἶναι στάδιον ὑπηρεσιῶν πολυχρόνιον καὶ δὲν προσβάλλεται ἡ ὑπόληψίς μου. Ὁ νόμος λοιπὸν ἐστὶν ἀλήθεια, καὶ τὸν νόμον πρέπει νὰ σέβωνται οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, διότι ἐν τῷ νόμῳ ἔγκειται ἡ εὐημερία παντὸς λαοῦ. Εἷς συγγραφεὺς Ἄγγλος λέγει, —καὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ συντάγματος— ὅτι ὁ φιλελευθερώτερος καὶ φιλανθρωπότερος κῶδιξ γίνεται γράμμα νεκρὸν, ἂν τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ δὲ Ἄγγλος Βρεβέλ ἰδοὺ τί λέγει περὶ Βασιλέως· ἰδοὺ πῶς σέβονται τὰ συντάγματα εἰς ἐκεῖνα τὰ κράτη. «Ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ ᾖναι κατώτερος τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος κάμνει τὸν Βασιλέα· διὸ ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν νόμον ὅ,τι ὁ νόμος χορηγεῖ αὐτῷ, κυριαρχίαν καὶ δύναμιν. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ὑφίσταται, ὅταν τὸ αὐθαίρετον βασιλεύει ἐναντίον τοῦ νόμου· ὡς ὑπηρέτης τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο παρ’ ὅ,τι δίδεται αὐτῷ κατὰ τὸν νόμον.»
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Κακῶς τὸ μετεφράσατε.
§197ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν δὲν ἠξεύρω τὴν Ἀγγλικὴν, γνωρίζω τὴν γλῶσσάν μου ὅσον δὲν τὴν γνωρίζει κανεὶς ἐξ ὑμῶν. Δὲν εἶμαι, κατὰ τὸν Ἡσίοδον, ἐκ τῶν τῆς πρώτης τάξεως νὰ ἐπινοῶ μόνος· εἶμαι ὅμως τῆς δευτέρας, γνωρίζων νὰ συμβουλεύωμαι τοὺς δυναμένους νὰ μὲ συμβουλεύσουν ὀρθῶς. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρέσκεται λέγων ὅτι ἡ Ἠλεία εἰσέπραξεν ἐφέτος πλειότερα τῶν ἄλλων ἐτῶν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἐνῷ ἄλλοτε ἡ Ἠλεία εἶχεν 8 εἰσπράκτορας, ἐφέτος ἔχει 17, καὶ τούτους χάριν τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν, ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ κατ’ αὐθαιρεσίαν, οὐχὶ κατὰ σύστασιν τοῦ ταμίου.
§198ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κηρύττω ψεύστην ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι διώρισα ἕνα εἰσπράκτορα ἄνευ προτάσεως τοῦ ταμίου (θόρυβος).
§199ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ταμίας ἔχει ἔγγραφα τῶν ὑπουργικῶν, τὰ ὁποῖα λέγουν, ἂν δὲν προτείνῃς τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα, θὰ σὲ παύσουν (θόρυβος).
§200ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ψεῦδος (θόρυβος).
§201ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάθε τίμιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος λέγει τοιαῦτα πράγματα, πρέπει νὰ τ’ ἀποδεικνύῃ.
§202ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνέχεσθε νὰ σᾶς λέγουν ψεύστην;
§203ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ψεῦσται καὶ χωρὶς αἰδὼ εἶσθε ὑμεῖς, καὶ ὅσα λέγω δύνανται νὰ ἀποδειχθοῦν ἀπὸ μίαν ἀνάκρισιν. Ἐδῶ οἱ μὲν εἶναι κατήγοροι, οἱ δὲ κατηγορούμενοι. Ἕτερος δικαστὴς δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ ὁ Ἄρχων, ὅστις ἐνδιαφέρεται καὶ θέλει μεταχειρισθῇ ὡς μάρτυρας τοὺς λαούς. Ἡ πλειονοψηφία εἶναι συμμέτοχος (θόρυβος).
§204ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοὺς λαοὺς καὶ ὄχι σᾶς;
§205ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὔτ’ ἐμένα θ’ ἀκούσῃ οὔτε σᾶς, οἵτινες παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα. Τοὺς φόρους πληρόνουν δυστυχῶς μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα, καὶ φυλακίζονται ἄνθρωποι χρεωστοῦντες πέντε δραχμὰς, διότι εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, ἄνθρωποι δὲ εἰσηγμένοι εἰς δίκην μένουν ἐλεύθεροι (θόρυβος) .... Οἱ εἰσπράκτορες κατήντησαν μάστιγες· ἑνὸς, διὰ νὰ πληρώσῃ 5 δραχ. τοῦ ἔφαγαν καὶ τὸν ἐπιβήτορα κριὸν, ὅστις τοῦ ἐκόστιζε 30 δραχμάς.
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Παντοῦ τὰ ἴδια γίνονται.
§207ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν δ’ ἐρωτᾶτε, κύριοι, καὶ διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ποιμνίων, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ ἐμετρήθησαν τὰ ποίμνια ἑνὸς δήμου τῆς Ἠλείας ὑφ’ ἑνὸς καταμετρητοῦ πρὸς 35 λεπτὰ, ἦλθεν ἕτερος, φίλος τοῦ ὑπουργικοῦ συστήματος, καὶ εἶπε, δότε μοι τὴν ἄδειαν πρὸς 15 λεπτὰ καὶ σᾶς φέρω περισσότερα χρήματα. Οὗτος εἶναι ὁ Χρυσανθάκης Ἀθανασόπουλος τὸν ὀνομάζω, διότι τὸ ζητεῖ ὁ κ. Στεφανόπουλος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὸ φύλλον 84 τῶν πρακτικῶν, ὅταν ὑπέβαλε τὸ δασμολόγιον, λέγει· «Ἀπαντᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἡ πρόληψις τῶν λαθρεμπορίων, καὶ ἀπηγόρευσε διὰ τοῦτο τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ λιμένος Πορτοχελίου». Τοὐτέστιν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γείνουν τελωνεῖα καὶ σταθμαρχεῖα εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἐζήτησαν καὶ οἱ Κρανιδιῶται, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, «ἀπέφυγα ἵνα μὴ γίνωνται λαθρεμπόρια» Εἰς τὰς 29 τοῦ μηνὸς ἐκάμαμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, καὶ εἰς τὰς 30 χάριν ὑπουργικῶν βουλευτῶν ἔκαμε τὸ Πορτοχέλι ἐλεύθερον λιμένα, διὰ νὰ γίνωνται λαθρεμπόρια.
§208ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἁλάτι τῆς Λαμίας τί γίνεται; (θόρυβος).
§209ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα. Καυχᾶται ὅτι ἔφερε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα εἰς ἰσοῤῥοπίαν. Διά τίνος μέσου τὰ ἔφερε καὶ σεμνύνεται διὰ τοῦτο; Ἂν ἀγαπᾶτε, κ. πρόεδρε, προκαλεῖτε τὴν τάξιν. Ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, κύριοι, μήπως προῆλθεν ἀπὸ νέους πόρους; Προῆλθεν ἀπὸ φόρους καὶ δάνεια. Καυχᾶται πάντοτε ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τῇ εἰσπράξει· ἡ ἐπιτυχία ὅμως δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν τροπολογίαν ἐκείνην τοῦ νόμου, εἰς ἣν εἴπομεν· θέλετε, κύριε ὑπουργὲ, νὰ συνάζετε ἐν εὐκολίᾳ τὰ χρήματα; νὰ θέσωμεν ἓν ἄρθρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου οἱ φερέγγυοι ἐνοικιασταὶ, οἱ ἔχοντες διπλότυπα, νὰ ἦναι ἀκαταδίωκτοι. Ἰδοὺ εἰς τί ὀφείλεται τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ προχθὲς, κύριοι, εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ θεμιτὰ μέσα δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ τὰ δίδῃ εἰς τοὺς φίλους της· δὲν ἀπαιτοῦμεν οἱ ἐναντίοι τοῦ ὑπουργείου νὰ διορίζῃ τοὺς φίλους μας, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν οἱ παρ’ αὐτῆς διοριζόμενοι νὰ σέβωνται κἂν τοὺς νόμους. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἅμα ἐπληροφορήθην, ὅτι ζητοῦν νὰ παύσουν τὸν Χρυσοχέρην διὰ νὰ διορίσουν ἄλλον τινὰ νυμφευμένον ἐν Ἠλείᾳ, εἶπον ὅτι ὀλιγώτερον κακὸν εἶναι αὐτὸ, ἂν τὸν ἀφήσουν· δὲν εἶναι κακὸς εἰς τοὺς κατοίκους.
§210ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε! ἔχω σημείωσίν τινα ἀνὰ χεῖρας, ὅπου μοῦ ἔλεγες νὰ διορίσω ἐδικούς σου (θόρυβος).
§211ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον· τιμίους πάντοτε, καὶ εἰς τοῦτο ἀπαντῶ.
§212ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἰπῆτε ἐὰν ἐδώκατε σημειώσεις εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, καὶ ἐπιμένατε νὰ πραγματοποιηθοῦν, καὶ ὅτι κατόπιν ἐφύγατε δυσαρεστημένος;
§213ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καθήσατε, καθήσατε· καὶ τώρα δυσαρεστοῦμαι, ὅτε προτιμῶνται οἱ φαῦλοι τῶν τιμίων εἰς τὰς θέσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεμακρύνθην. Κύριοι, θέλω ἐξηγηθῆ τώρα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς οἰκονομίας, παρόντα, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι, ὀφείλουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ μὴν ὑπόκεινται εἰς τὰ πάθη τῶν εἰσηγητῶν, ὀφείλουν ὅμως νὰ ἀκούουν τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτοὺς βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ συνιστοῦν τοὺς παρανομοῦντας. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν εἴχομεν προτείνει μεταξὺ ἄλλων νὰ διορίσῃ ἔπαρχον κἄποιον Δεμπάσταν (ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. πρωθυπουργός)· τὸν ἠρώτησα, διατί δὲν διορίζεις τὸν Δεμπάσταν, καὶ μὲ ἀπήντησε μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις· νὰ χαθῇ αὐτὸς ὁ Στεφανόπουλος, ζητεῖ τὸν Βασιλειάδη· δὲν τὸν πείθεις νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὸν Βασιλειάδην; (γέλως).
§214ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήσατε τὸν Μανοῦσον ἀπὸ τὴν Τρίπολιν (θόρυβος).
§215ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§216ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι τὸν Δεμπάσταν τὸν κατηγόρησεν ὁ Σωτηρόπουλος;
§217ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι, τὸν ἄλλον τὸν Τάσσον Δημητρακόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἐγκύκλιον. Ἐπροτείναμεν λοιπὸν τὸν Δεμπάσταν καὶ εἴπαμεν, διόρισε ὅποιον θέλεις· ἐδιόρισε τὸν Βασιλειάδην (θόρυβος).
§218ΤΙΝΕΣ. Τί τὰ θέλεις αὐτά;
§219ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπροκάλεσε καὶ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τὰ εἴπω.
§220ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ὁ ἄλλος δὲν ἔχει φιλοτιμίαν καὶ τιμὴν καὶ μόνον ὑμεῖς ἔχετε;
§221ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν προσβάλλω κανένα· προσβάλλω πράξεις μόνον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, καί τοι διορισθέντος τοῦ Βασιλειάδου κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου, πρῶτος αὐτὸς παραπονέθη, διότι βέβαια δὲν παρηνόμει πρὸς χάριν του (θόρυβος).
§222ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ.............
§223ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι διωρίσθη ἕνας ἄλλος ἀπὸ τὴν Μονεμβασίαν, καὶ κατὰ δυστυχίαν πληροφοροῦμαι, ὅτι καὶ ἐκεῖνος δὲν τοὺς ἀρέσει (θόρυβος). Ἡσυχάσατε, κύριοι· σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ πόροι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, τοὺς ὁποίους εὗρεν ἐσχάτως καὶ ἔδωκεν, ὡς εἴδατε, τοῦ Λαυρίου τὰς γαίας διὰ νὰ βγάλουν ἄργυρον καὶ μόλυβδον, δὲν φέρουν μεγάλα πράγματα, οὔτε εἶναι παρόντα τὰ κέρδη, καὶ τὸ ἀποβησόμενον εἶναι μέλλοντος σημαντικόν.
§224ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σκωριῶν ἐκκαμίνευσις;
§225ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι, ἐκμετάλλευσις.
§226ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§227ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ, διότι μὲ ἐκάματε νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὰς πιστώσεις.
§228ΤΙΝΕΣ. Δόξα σοι ὁ Θεὸς (θόρυβος).
§229ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ...........
§230ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φίλε, δὲν μὲ πειράζει ἄλλο, παρὰ ὅταν φατριαστικῶς πειράζετε τοὺς ἄλλους καὶ τὸ ἓν μέρος ὠφελεῖτε, τὸ δὲ ἄλλο πιέζετε.
§231ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπετε ὅτι τὰ θεμιτὰ μέσα ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ τὰ παραχωρῇ εἰς τοὺς φίλους της. Σᾶς παρακαλῶ, ὡς γεροντώτερον καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν καὶ εἰς τὴν πεῖραν καὶ εἰς τὰ κυβερνητικὰ, εἶναι ἢ ὄχι θεμιτὸν μέσον, παραχωρητέον ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν εἰς ἕνα βουλευτὴν, ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις ἑνὸς προέδρου ἐφετῶν, δύω ἐφετῶν, ἑνὸς εἰσαγγελέως ἐφετῶν; Καὶ ἂν τὰ ἐκάμναμεν σήμερον, θὰ ἦσαν θεμιτά;
§232ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι βέβαια. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ὅσοι καταπατοῦν τοὺς νόμους, καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑπάλληλοι.
§233ΑΧΟΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι σηκώθηκαν τὰ πόδια καὶ βαροῦν τὸ κεφάλι.
§234ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κάθησαι καὶ εἶμαι ἀρκετὸς ἐγὼ καὶ δίδω τὴν ἀπάντησιν.
§235ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπατε· καὶ ἐγὼ εἶμαι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῖος ταμίας εἶναι καὶ ποῖος τελώνης. Ἐσεῖς, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἰς μίαν συνεδρίασιν μᾶς εἴπατε ἕνα μῦθον, ὅτι μιᾷ φορᾷ ἦτον ἕνας πατέρας, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ παιδιὰ καὶ τοὺς ἔδωκε ἕνα δεμάτι βέργαις διὰ νὰ ταῖς σπάσουν μίαν μίαν καὶ ταῖς ἔσπασαν· ἀλλὰ τοὺς ἔδωκε κατόπιν ὅλο τὸ δεμάτι μαζῆ καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ σπάσουν. Αὐτοὶ οἱ διαβόλοι τ’ ἄκουσαν αὐτὰ καὶ εἶναι συνασπισμένοι ὅλοι (ἱλαρότης).
§236ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διότι ὁ κ. Κονταράτος κἄπως μ’ ἐπροκάλεσε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μία ἀπὸ τὰς αἰτίας, δι’ ἂς παρητήθην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἦτον διότι ὁ κ. Ῥαυτόπουλος μὲ εἶπε, κύριε ὑπουργὲ, μετάθεσε τὸν εἰρηνοδίκην ἀπὸ τὴν Νάξον, διότι εἶναι δοῦλος τοῦ Κονταράτου. Διὰ νὰ κάμω, κύριοι, τοῦτο, ἔγεινεν ὁ συνασπισμὸς ἐκεῖνος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθην νὰ παραιτηθῶ. Εἴδατε, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας· εἰς ὅσα ἐπείσθην, εἴδατε ὅτι τὰ παρεδέχθην· εἰς ὅσα δὲν ἐπείσθην, ἀντέτεινα, καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι τὸ ἑκατομμύριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν φέρει τὰς ἀποχρώσας ἀποδείξεις, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ δώσωμεν τὸ περιπλέον. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ζητοῦν μικρὰ πράγματα. Ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας; πῶς ἠμποροῦμεν νὰ πολεμήσωμεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας; Ἔ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἐκεῖνο τοῦ ἰατροῦ τοῦ σκώληκος. Καϋμένε, τοῦ εἶπαν, δὲν μπορεῖς νὰ περπατήσῃς καὶ περπατεῖς μὲ τὴν κοιλιὰ, καί καυχᾶσαι ὅτι θεραπεύεις ὅλα τὰ πάθη τῶν ἄλλων, ἐν ᾧ δὲν δύνασαι νὰ θεραπεύσῃς τὸν ἑαυτόν σου; Ἔ, κύριοι, τὰ μεγάλα πράγματα γίνονται ὅταν ὑπάρχει τὸ κέντρον καὶ περὶ αὐτὸ περιέρχεται μεγάλη τροχιὰ, μέγας κύκλος· ὅταν τὸ κέντρον τρέμει, περιφέρεια δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου· ὅτε οἱ πατέρες ἡμῶν, αὐτοὶ οἱ γέροντες, μᾶς ἔλεγαν ὅτι ὁ Τοῦρκος, παιδιὰ, ἔχει τὰ τρία μέρη τοῦ κόσμου καὶ δὲν θὰ κάμετε τίποτε, ἂν δὲν ἔχετε κανένα βασιλέα δυνατόν· ἡμεῖς κατεφρονοῦμεν αὐτὰς τὰς φρονίμους συμβουλὰς, ἀλλ’ ἐν τέλει τὰς εὕρομεν ὀρθάς. Καὶ ἂν ἡ Εὐρώπη δὲν ἀντελαμβάνετο, ὅλος ὁ ἀγὼν ἤθελε ματαιωθῇ. Τὰ ἔθνη, κύριοι, ὅλα μετροῦσι πρῶτον τὰς δυνάμεις των καὶ ἀναλόγως τῶν μέσων αὑτῶν ἀναλαμβάνουσιν ἔργα. Κύριοι, συνηντήθην μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, μὴ βασιζόμενος εἰς ἰδανικότητας. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ἐλπίζομεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην· καὶ συμφωνῶ, διότι, ἂν ἡ Εὐρώπη δὲν θέλῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε· καὶ δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐσεῖς κινεῖτε πρῶτοι; θὰ μετανοήσητε. Νὰ κάμουν πόλεμον καθ’ ἡμῶν οἱ Τοῦρκοι, δὲν πιστεύω, κύριοι, οὔτε φοβοῦμαι πόλεμον ἀπὸ τοὺς Τούρκους, διότι διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Δυνάμεων. Καὶ ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅταν ὁ Φουάτης ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ κατὰ τὰ 1854 τὴν γνώμην τῶν πρέσβεων, ἂν ἠμπορῇ νὰ ἔλθῃ εἰς Πάτρας, ὁ γέρων Κάνιγγ εἶπε· πήγαινε εἰς τὴν Πρέβεζαν, σκότωσε ὅλους τοὺς πολεμίους σου, μὴ ὅμως πατήσῃς εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι προσβάλλεις τὰς τρεῖς Δυνάμεις. Λοιπὸν τοὺς Τούρκους δὲν τοὺς φοβούμεθα. Εἴπομεν ἑπομένως ἡμεῖς ἡ μειοψηφία, ὅτι ἀφοῦ μᾶς παρουσιάσθησαν αἱ πιστώσεις, τὰς παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς ἐὰν πεισθῶμεν, καθὼς δεχόμεθα καὶ τὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν, ὅταν τὰς δικαιολογήσῃ.
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ εἶσθε κατὰ τῶν προπαρασκευῶν, δὲν πρέπει κανένα κονδύλι νὰ δεχθῆτε (θόρυβος).
§238ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ἠκούσατε τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τῷ δώσωμεν δέκα χιλιάδας δραχμὰς δι’ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους· διεβεβαίωσεν ὅτι θέλει προηγηθῇ τῆς ἀγορᾶς τῶν πλοίων σχέδιον ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδημόνων ναυτικῶν, ἥτις νὰ διαγράψῃ τὰ τῆς ἀγορᾶς. Τοιοῦτόν τι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν μᾶς ἔφερεν· ἐὰν ἤθελε μᾶς φέρει, δὲν εἴχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πίστωσιν. Γνωρίζω τί θέλει νὰ εἰπῇ ὁ κύριος Κονταράτος καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Ἡ μία μερὶς, ἡ ὑπουργικὴ, τὰ πάντα παραδέχεται· ἡ ἄλλη μερὶς τὰ πάντα ἀποδοκιμάζει. Ποῖος ὁ δικαστής; Οὔτε σεῖς, διότι συμμετέχετε εἰς τὰς ὠφελείας καὶ εἶσθε συνένοχοι ἠθικῶς, οὔτε ἡμεῖς (θόρυβος).
§239ΠΟΛΛΟΙ. Ἠθικῶς!
§240ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖος θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν; Ὅστις ἔχει τὸ μεγαλείτερον συμφέρον τῆς ὑπάρξεως τοῦ κράτους, ὁ ἀνώτατος ἄρχων. Αὐτὸ ἐλπίζω, καὶ προτείνω εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, διὰ τὴν τιμήν των καὶ τὴν τιμήν μας, καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς νὰ ἱκετεύσωμεν τὸν Βασιλέα νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, ἢ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, δι’ ἐντίμων προσώπων καὶ πιστῶν ὑπηκόων του· καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν φωτίσουν εἶναι οἱ λαοὶ οἱ πάσχοντες καὶ πληρόνοντες. Καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς εὕρῃ τὸ ἔθνος καλῶς διοικούμενον, ἂς τοὺς εἴπῃ, δεῦτε οἱ εὐλογημένοι, συγκυβερνήσωμεν· ἂν δὲ τοὺς εὕρῃ ὅπως ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει, τότε ἂς τοὺς εἴπῃ, ὑπάγετε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ 25 μ. μ.).