1867.10.30
2.115 στίχοι · 18.016 λέξεις · 101 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1867.
Δευτέρα.
Ὥρα 12 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς, καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν τὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγήθη, κύριοι, πρότασις νόμου τοῦ κυρίου Στεφανοπούλου περὶ τῶν καθυστερούντων. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις, ἔχουσα οὕτω. «1. Οἱ ἐξ οἱασδήποτε νομίμου ὑποχρεώσεως ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον μέχρι τοῦ ἔτους 1865 ἀπαλλάσσονται τῶν ὑπερημερίας τόκων. Τὰ χρέη δὲ ταῦτα συγκεφαλαιούμενα πληρόνονται ἐφεξῆς ἀτόκως εἰς τριάκοντα ἐτησίας ἴσας δόσεις. 2. Οἱ ἐγγυηταὶ δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, ἂν μετεῖχον τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ ἂν, ἐξαντληθέντων ὅλων τῶν νομίμων καταδιωκτικῶν κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν μέτρων, ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ πληρωμὴ τοῦ χρέους παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. 3. Τὰ οὕτως ἐκκαθαρισθέντα χρέη εἰσπράττονται, κατὰ δόσεις, τὴν πρώτην δεκαπενθημερίαν τοῦ Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους· ὁ δὲ καθυστερήσας ἐτησίας δόσεως στερεῖται τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος νόμου. 4. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀμφισβήτησις τῶν χρεῶν τούτων ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τῆς Νομοθεσίας· ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀμφισβήτησις ὡς ἀνυπόστατος, στερεῖται τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος Νόμου ὁ ἀμφισβητήσας. 5. Εἰς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τούτων εἶναι δεκτὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια καὶ ὁμολογίαι τοῦ Κυβερνήτου, ἐπιθεωρημένα παρὰ τῆς Τραπέζης».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ὑπὸ τῶν κκ. Μαυρογιάννη καὶ Φλωριᾶ· θέλει τυπωθῆ.
§5ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Εἰς τὴν ἑπομένην ἡμερησίαν διάταξιν παρακαλῶ νὰ τεθοῦν αἱ πιστώσεις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων· εἶναι δὲ συζητημέναι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου.
§6ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. τῆς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου, ἐζήτησε νὰ παρουσιάσω νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ βοτανικοῦ κήπου. Ἐκπληρῶν λοιπὸν τὴν αἴτησιν τῆς Βουλῆς, παρουσιάζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι βουλευταὶ, νὰ μὴν ἀναχωρήσῃ κανεὶς ἄνευ ἀδείας, διότι εἴδατε προχθὲς ὅτι δὲν εὑρέθη πλήρης ἡ Βουλή. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα ἄρθρα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἄρθρον 20. «Πᾶσα ἐκτίμησις γενομένη παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ἐκτὸς τῶν ἐκ συμφώνου ὑπὸ τῶν διαφερομένων γενομένων, εἶναι ἄκυρος· ἀκυρωθείσης δὲ δικαστικῶς τῆς ἐκθέσεως τῶν πραγματογνωμόνων, τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ ὅρκου τοῦ μὴ ὑπαιτίου τῆς ἀκυρώσεως, ἀποκλειομένης πάσης ἄλλης ἀποδείξεως, ἐκτὸς τῆς ἐγγράφως δεδομένης ὑπό τινος τῶν διαφερομένων πρὸς τὸν ἕτερον· ὅταν δὲ ἀγροδότης οὐδαμῶς προεκάλεσε τὴν ἐκτίμησιν, ἀποφασίζει τὸ ὀφειλόμενον μόνος ὁ ὅρκος τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ.» Ἄρθρον 21. «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 § 4 καὶ 5 καὶ ἄρθρον 8 καὶ 9 τοῦ παρόντος νόμου διοριζόμενοι πραγματογνώμονες ὑπὸ τῶν διαφερομένων ἢ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου λαμβάνονται ἐκ τοῦ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα ὁριστικοῦ καταστάντος καταλόγου τῶν πραγματογνωμόνων, ἐκτὸς ἂν ῥητῶς οἱ διαφερόμενοι προσλάβωσιν ἄλλους κοινῇ συναινέσει, ἀποδεικνυομένῃ μόνον ἐγγράφως ἢ δι’ ὅρκου.» Ἄρθρον 22. «Καθ’ ἕκαστον μῆνα Μάϊον ἕκαστος εἰδικὸς πάρεδρος συντάσσει κατάλογον ἁπάντων τῶν ἐν τῷ οἰκείῳ παρεδρείῳ οἰκούντων δημοτῶν, τῶν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ ἐχόντων τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκπληρῶσι μετ’ ἀκριβείας τὸ καθῆκον τοῦ πραγματογνώμονος, καὶ μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἄρθρου 324 § 8 τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου ὁ κατάλογος συντάσσεται ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἢ ὑπὸ τοῦ δημαρχικοῦ παρέδρου». Ἄρθρον 23. «Οἱ κατάλογοι οὗτοι ἐκτίθενται ἐν τοῖς παρεδρείοις καὶ ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι τοῦ δήμου ἀπὸ τῆς 15 μέχρι τῆς 31 Μαΐου· ἕκαστος δὲ δημότης δύναται νὰ κάμῃ τὰς ἐνστάσεις του ἐγγράφως ἐνώπιον τοῦ δημάρχου περὶ ἐγγραφῆς ἀνικάνων ἢ παραλείψεως ἱκανῶν. Τὰς ἐνστάσεις ταύτας ὑποβάλλει ὁ Δήμαρχος μετὰ τῶν καταλόγων εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαημερίας τοῦ προσεχοῦς Ἰουνίου, ὅπερ διορθοῖ αὐτούς, ἀκοῦσαν καὶ τὰς παρατηρήσεις τοῦ δημάρχου. Οἱ λόγοι τῆς παραδοχῆς ἢ ἀποῤῥίψεως ἐκτίθενται συντόμως καὶ εὐκρινῶς ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦ συμβουλίου». Ἄρθρον 24. «Τοὺς εἰδικοὺς τούτους καταλόγους, οὕτω διορθωθέντας, συγχωνεύει ὁ δήμαρχος εἰς ἕνα γενικὸν κατάλογον, διαιρούμενον κατὰ παρεδρεῖα, καὶ ἐκθέτει μετὰ τῶν πρακτικῶν τοῦ συμβουλίου εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα καὶ ἐν τοῖς εἰδικοῖς παρεδρείοις ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῆς 15 Ἰουλίου. Κατὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν ἐνστάσεων δύνανται οἱ προσαγαγόντες αὐτὰς νὰ κάμνωσιν ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ νομάρχου μέχρι τῆς 12 Ἰουλίου, ἐπιδίδοντες αὐτὴν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ δημάρχου καὶ λαμβάνοντες τὴν περὶ ἐπιδόσεως ἔγγραφον ἀπόδειξιν. Ὁ δήμαρχος μετὰ τὴν 15 Ἰουλίου, ὑποβάλλει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὸν γενικὸν κατάλογον, τὰ πρακτικὰ τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων, καὶ τὰς ἐφέσεις μετὰ τῶν παρατηρήσεών του εἰς τὸν νομάρχην, ὅστις παραδέχεται ἢ ἀποῤῥίπτει τὰς ἐφέσεις ᾐτιολογημένως, ἐκδίδων τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ μέχρι τῆς 5 Σεπτεμβρίου· ἄλλως ὁ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου διορθωθεὶς κατάλογος καθίσταται ὁριστικός. Ὁ κατάλογος οὗτος τυποῦται ὑπὸ τοῦ νομάρχου δημοτικῇ δαπάνῃ καὶ πέμπεται εἰς τὸν δήμαρχον, εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ εἰς τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν αὐτὸν ἐκτεθειμένον ἀπὸ 25 Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτῶν πρὸς κοινὴν γνῶσιν». Ἀναγινώσκεται τὸ 25 ἄρθρον, ἔχον οὕτως. Ἄρθρον 25. «Τὰ περὶ συντάξεως τοῦ καταλόγου τῶν πραγματογνωμόνων θέλουσι κανονισθῆ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος διὰ Β. Διατάγματος».
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχει τροπολογία· τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς. «Αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ ἐλαιοκάρπου ὡς πρὸς τὸ ἐνεστὼς ἔτος γίνονται, λαμβανομένων τῶν πραγματογνωμόνων ἐκ τοῦ τελευταίου συνταχθέντος καταλόγου ἀπὸ τοῦ πρώην ἐγχωρίου συμβουλίου».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ 26 ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 26. «Οἱ παραμελήσαντες τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα δήμαρχοι, δημαρχικοὶ πάρεδροι καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι τιμωροῦνται πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ νομάρχου μὲ πρόστιμον 50–200 δραχμῶν, ἐν ὑποτροπῇ δὲ μὲ πρόστιμον 100–500, ἐπιφυλασσομένης πάσης ἄλλης κατ’ αὐτῶν αἰτήσεως ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τῆς ἀμελείας των βλαπτομένων».
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχουν τρία ἄρθρα πρόσθετα. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 27, 28, 29, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κωνσταντᾶ, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀνεγνώσθη τὸ 30 ἄρθρον, ἔχον ὡς ἕπεται. Ἄρθρον 30. «Πᾶς προηγούμενος περὶ τοῦ προκειμένου θέματος νόμος καταργεῖται».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σύνολον τοῦ Κερκυραϊκοῦ νομοσχεδίου.
§15ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἀναγνωσθῇ τὸ σύνολον ὑπάρχει μία τροπολογία περὶ τοῦ ἀκροτελευταίου ἄρθρου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§16ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὸς ὁ νόμος ὑπηγορεύθη καὶ ἐγένετο ἕνεκα ἐξαιρετικῶν ἀναγκῶν τῆς νήσου Κερκύρας· πρὸς σύνταξιν τοῦ νόμου ἐλήφθησαν πληροφορίαι, ἐγένοντο συζητήσεις ἐκτεταμέναι ἐν Κερκύρᾳ, διότι ἴσα ἴσα πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐξαιρετικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ νῆσος. Τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων νήσων δὲν ἐξετάσθησαν οὐδαμῶς, καὶ εἶναι μὲν ἄλογον νὰ γίνωσι δι’ αὐτὰς κατάλληλοι προτάσεις, οὐδαμῶς σχετιζόμεναι μὲ τὰς παραδεχθείσας διατάξεις· ἑπομένως πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις τελευταία, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἰσχύει, εἰμὴ διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῆς. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπεῖγον διὰ τὴν Κέρκυραν, καὶ ἐπειδὴ οἱαδήποτε πρότασις διὰ τὰς ἄλλας νήσους θὰ φέρῃ ἐκτεταμένην συζήτησιν, δὲν συμφέρει νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα ἐπὶ πολὺ, καὶ νομίζω κατάλληλον νὰ ἐπιψηφισθῇ τώρα μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν.
§17ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπάρχει τὸ 80 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν, ἐκτὸς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 70 καὶ 76, ἰσχυουσῶν καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους. Ἡμεῖς ἐπ’ αὐτοῦ φέρομεν τροπολογίαν καὶ προσθέτομεν 4 ἀκόμη ἄρθρα.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ Βουλή.
§19ΑΝΤΥΠΑΣ. Δὲν πρέπει οὔτε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι πρέπει νὰ γίνῃ νέα συζήτησις διὰ τὰς λοιπὰς νήσους τῆς Ἑπτανήσου.
§20ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φέρει παρεκτὸς μίαν τροπολογίαν ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου.
§21ΤΙΝΕΣ. Κατόπιν.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Μαυρογιάννης προτείνει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι ὁ νόμος οὗτος θὰ ἰσχύῃ μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν, ἐκτὸς τῶν διατάξεων α. β. γ. δ. αἱ ὁποῖαι θὰ ἰσχύωσι καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον. Ἐγὼ φέρω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 80 ἄρθρου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῆς, πᾶς δὲ νόμος ἀντικείμενος εἰς τοῦτο καταργεῖται. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορηθοῦν ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι.
§23ΣΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, διότι εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι ὁ νόμος ἀποβλέπει τὰ συμφέροντα τῆς Κερκύρας. Ἐὰν πρέπει νὰ ἔλθῃ ἰδιαιτέρα τροπολογία ἢ ἰδιαίτερος νόμος διὰ τὰς ἄλλας νήσους, αὐτὸς πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐκτενῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περιορισθῇ νὰ κάμῃ ἐνεργὸν τὸν νόμον μόνον διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ.
§24ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐπησχολήθη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος μετὰ πολλῆς περιεργείας ἐν γένει εἰς τὴν λύσιν τοῦ Κερκυραϊκοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ τὴν κοινωνίαν ἐκείνην εἰς τὴν κατάστασιν τὴν δυσάρεστον, ἡ ὁποία ἐξηνάγκασε τὰς σκέψεις σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μετὰ πολλὰς συζητήσεις ἤλθομεν εἰς τὸ τέλος· τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πολὺ διήγειρε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἦτο ὅτι ἡ κοινωνία ἐκείνη κατετρώγετο ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπὸ δύω τάξεις, αἵτινες ἦσαν ἀπόῤῥοια θεσμῶν οὐχὶ τῆς ἐνεστώσης ἐποχῆς, θεσμῶν μεσαιωνικῶν. Ἐκ τῶν τοιούτων θεσμῶν δὲν ὑποφέρει μόνον ἡ νῆσος τῆς Κερκύρας· τοιοῦτοι θεσμοὶ ἐπεκράτησαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους. Διὰ πολλοὺς λόγους, εἴτε ἕνεκα τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, εἴτε ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας κοινωνικῆς καταστάσεως τῆς Κερκύρας, ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας ἐν ταῖς λοιπαῖς νήσοις δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὁποία εἰς τὴν Κέρκυραν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κατέλιπον καὶ ἐκεῖ ἴχνη δυσάρεστα τῶν θεσμῶν ἐκείνων· οὕτω παραδείγματος χάριν ἐπὶ τῶν τιμαρίων δὲν ὑπάρχει βεβαίως εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον ἡ ἔκτασις ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Κέρκυραν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπάρχουν εἰσέτι ἴχνη τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Παραδείγματος χάριν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης ὑπάρχουν ὑποχρεώσεις, καθ’ ἃς πολλοὶ ὀφείλουσι νὰ προσφέρωσιν ἓν φορτίον ξύλων λευκῶν κατ’ ἔτος εἰς τὸν δεῖνα ἰδιοκτήτην. Ὑπάρχει ὑποχρέωσις τοῦ νὰ μεταφέρῃ εἰς τοὺς μύλους καὶ μεταποιήσῃ εἰς ἄλευρον ἓν φορτίον σίτου ἢ κριθῆς· ὑπάρχει ὑποχρέωσις ὁ ἀγρολήπτης νὰ προσφέρῃ γεύματα εἰς τὸν ἀγροδότην κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ τρυγητοῦ· ὑπάρχει ὑποχρέωσις, διὰ τῆς ὁποίας τινὲς ὑποχρεοῦνται νὰ προσφέρουν ἓν ζεῦγος ὀρνίθων, ἓν ζεῦγος κοτοπούλων καὶ τὰ τοιαῦτα. Βεβαίως δὲν εἶναι πολλὰ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ὑπάρχουν, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, πολλάκις καταντοῦν καὶ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια ἀποφαίνονται περὶ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ᾖναι σήμερον παράλογον, προκειμένου νὰ καταργηθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἀφοῦ αἱ σχέσεις αὗται κανονίζονται διὰ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, δὲν ἠξεύρω διατί νὰ μένωσιν ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἴσως καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, δὲν πιστεύω δὲ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ ἀρνῆται ὅτι τοιαῦται ὑποχρεώσεις δὲν ὑπάρχουν ἐν Ζακύνθῳ.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουρ. τῆς δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω νὰ ὑπάρχουν.
§26ΦΛΩΡΙΑΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ Βουλὴ καταργεῖ ὅλας τὰς τοιαύτας σχέσεις ἐν Κερκύρᾳ, φρονῶ ὅτι δικαιούμεθα καὶ οἱ λοιποὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τῶν διατάξεων καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ, ὅπου ὑπάρχουν. Τοῦτο καθόσον ἀφορᾷ τὰ τιμάρια· ὡς πρὸς τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομιῶν, εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον παρεδέχθητε ἐκανονίσατε τὸν τρόπον τῆς ἐξαγορᾶς, καὶ ἐκεῖ ἐγένετο παραδεκτὸν ὅτι ἐξαγορὰ θὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 6%. Τοιαῦται ἐδαφονομίαι καὶ τοιοῦτοι κανόνες ὑπάρχουν καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ καὶ ἡ χρῆσις αὐτῶν εἶναι καὶ ἐκεῖ νομοθετημένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κώδικος. Ἐπειδὴ ἀπὸ πνεῦμα ἐπιεικείας πρὸς τοὺς ὀφειλέτας παρεδέχθη τὸ 6% πρὸς λύσιν αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων, προτείνομεν ὅτι αὐτὸς ὁ προσδιορισμὸς νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὡς ἐν Κερκύρᾳ ἐξαγοράζονται τὰ ἐδαφονόμια καὶ αἱ ἐμφυτεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 6%, νὰ γίνεται καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, ὅπου τὰ ἐδαφονόμια τὰ συμφωνηθέντα ἀπὸ τοῦ 40 καὶ ἐντεῦθεν ἐξαγοράζονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 6%, τὰ δὲ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 4%. Τὴν εὐεργετικὴν ταύτην διάταξιν ἐπικαλούμεθα καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον. Τὸ ζήτημα τῆς ἀγροληψίας ὡς ἐλύθη ἐν Κερκύρᾳ δὲν συμφωνῶ νὰ λυθῇ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν· εἶναι ὅμως τινὲς διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον. Εἶχον ἐγερθῆ πολλὰ παράπονα καὶ ὑφίστανται μέχρι σήμερον, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης εἶναι δεδεμένος εἰς τὸ ἔδαφος, διότι δὲν ἠδύνατο μέχρι τοῦδε οὔτε νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων του, οὔτε νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὰ εἰς τρίτον. Διὰ τῆς προτάσεώς μας οὐδὲν ἄλλο ἐπικαλούμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου, εἰμὴ μόνον τὸ δικαίωμα, νὰ παραιτῆται τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τῆς ἀγροληψίας καὶ νὰ δύναται αὐτὰ νὰ τὰ μεταβιβάσῃ· αὐτὸ κατορθοῦται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 67 ἕως 72. Εἰς τὸν νόμον περὶ ἀφομοιώσεως εἶχεν εἰσαχθῇ ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐπανελεύσεων· ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφάνη ὅτι προσκρούει εἰς συμφέροντα καὶ πανταχόθεν ἠκούσθησαν φωναί, ὅτι ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις συνέταξε τὸν νόμον τοῦτον, σκεφθεῖσα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀνεκάλεσε τὴν διάταξιν ἐκείνην καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 80, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, καταργεῖ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ἀφομοιώσεως καὶ δίδει ζωὴν πάλιν εἰς τὰ περὶ ἐπανελεύσεως. Δὲν ἐκάμαμεν λοιπὸν τίποτε διὰ τῆς προτάσεώς μας ταύτης, εἰμὴ μόνον νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὅ,τι ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη, ἐπροσθέσαμεν δὲ μόνον τὰ περὶ τιμαρίου καὶ περὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἐδαφονομίων. Ἡ πρότασις αὕτη βλάπτει τὸν νόμον τῆς Κερκύρας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τὰ Κερκυραϊκά· ἀλλὰ βλάπτει τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον; Ὄχι, καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὅσων ἀντεῖπαν εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, δὲν εἶπεν ὅτι ἀντίκειται, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχουν τιμαί. Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐφέραμεν ἡμεῖς καὶ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὸ ἔφερεν ὑπ’ ὄψιν· εἶναι καὶ τὸ ἄλλο, νὰ δύνανται οἱ ἐδαφονομεῖς νὰ ἐξαγοράζωσι τὰς ὑποχρεώσεις των ἐπὶ τῇ βάσει 6%. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἐφέραμεν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ φανῇ γενναία καὶ ψηφίσῃ αὐτὰς πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν μακρῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι καὶ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ μὲ πιστεύσητε ὡς ὑπερασπιστὴν τῶν τιμαρίων καὶ τιμαριούχων· τοὐλάχιστον ὁ κ. Λειβαδᾶς γνωρίζει ἂν ὑπάρχουν τιμάρια τοιαῦτα.
§28ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ὑπάρχουν.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταργοῦνται τὰ τιμάρια εἰς τὴν Ἑπτάνησον· δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα, δὲν τὰ γνωρίζομεν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Φλωριᾶς περὶ τοῦ δικαιώματος νὰ δύνανται οἱ ἀγρολῆπται νὰ μεταφέρουν καὶ πωλοῦν τὸ μερίδιον τὸ ὁποῖον ἔχουν, εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ παρουσιάσωμεν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ· μάλιστα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, δὶς συνήλθομεν καὶ ἤλθομεν μάλιστα εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ κατηρτίσαμεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν. Διὰ τί νὰ συγχύσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων νήσων μὲ τὴν Κέρκυραν; διατί νὰ θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κἀνὲν νόημα;
§30ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἀποκρούοντες τὴν τροπολογίαν μας πράττουσι τοῦτο, διότι ὑποθέτουσιν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία κανονίζεται διαφόρως πως ἐν Κερκύρᾳ, παρ’ ὅπως κανονίζεται ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ. Ἀλλ’ ὁ Ἰονικὸς νόμος οὐδεμίαν διάκρισιν ποιεῖ, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ ἐπιτροπή, ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον, ἀνεγνώρισε τοῦτο προτείνασα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ.
§31ΣΕΡΒΟΣ. Διόλου· ὑπάρχουν ἄλλοι νόμοι.
§32ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ τὶ διαφέρουν τὰ ἐδαφονόμια καὶ αἱ ἀγροληψίαι τῆς Κερκύρας ἀπὸ τὰ λοιπὰ τῆς Ἑπτανήσου.
§33ΣΕΡΒΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κάμνει διάκρισιν ὁ νόμος.
§34ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι λοιπὸν ἡ αὐτὴ σχέσις. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἕνα νόμον διὰ τὰς σχέσεις τὰς ἀγροτικάς· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ συνέταξε μία ἐπιτροπὴ διὰ τὴν Κέρκυραν, τὸ ὁποῖον ἔπειτα ἔχει διατάξεις καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον.
§35ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχουν τιμάρια εἰς τὴν Κεφαλληνίαν· τὸ ὅ,τι ὅμως περιέχει ἡ πρότασις αὕτη καὶ ἐγὼ ἐν μέρει τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀναμίξωμεν τὰ Κερκυραϊκὰ μὲ τὰ ἐπίλοιπα τῆς Ἑπτανήσου ἀγροτικὰ ζητήματα· αὐτὰ θέλει λάβουν τὸν τόπον τους, ὅταν περιγράψωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς Κεφαλληνίας, καὶ προτείνωμεν τὴν ἀναγκαίαν θεραπείαν.
§36ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον· «τὸ παρὸν ἰσχύει εἰς τὴν Κέρκυραν, ἐκτὸς τῶν ἄρθρων κλπ.»..... Οἱ ζητοῦντες νὰ φέρουν ἴδιον νόμον εἶναι διότι θέλουν νὰ θέσουν βάσεις ὅλως διόλου διαφορετικάς· ἡμεῖς ἐπήραμεν αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀναγκαῖα διὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, καὶ εἰς τὰς αὐτὰς βάσεις βασισθέντες ἐφέραμεν τροπολογίας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἑξῆς δίλημμα· ἢ ἔκαμεν ἕνα νόμον καλὸν διὰ τὴν Κέρκυραν καὶ πρέπει νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, ἢ κακὸν καὶ πρέπει ὁ νόμος οὗτος νὰ μὴν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βασιλικὴν κύρωσιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι.....
§38ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε πρόεδρε, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν ταύτην τὴν πρότασιν· ἀντίκειται εἰς τὸν κανονισμόν.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὴν φέρουν ὡς τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου.
§40ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Μαυρογιάννη καὶ Φλωριᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι τινές). Ἀπεῤῥίφθη.
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τώρα εἶναι ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου, εἶναι ἴσα ἴσα τὸ ἀντίθετον τῆς τροπολογίας τοῦ Μαυρογιάννη καὶ Φλωριᾶ· εἶναι δὲ πολὺ ἀναγκαία, διότι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου γεννᾶται ἀμφισβήτησις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν ἰσχύῃ αὐτὸς ὁ νόμος καὶ εἰς τὰ ἐξαρτήματα τῆς Κερκύρας.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἐννοεῖται, δὲν εἶναι ζήτημα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον ὅπως ἐτροπολογήθη κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις καὶ συνηρμολογήθη, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδόν ὅλοι). Παρεδέχθη.
§45ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ μὴ μεταγίνῃ ἄλλοτε αὐτό. «Τὸ δὲ μετὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τυπούμενον κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας». Λοιπὸν κατὰ χρέος πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν νομοσχέδιον περὶ τῶν βαλανιδίων τῆς Ἀττικῆς, δευτέρας ἀναγνώσεως· (ἀναγινώσκεται).
§48ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§49ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν μας, πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν δὲν ὑπάρχει ἄρθρον.
§51ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 80, κύριε πρόεδρε· ἐδῶ δὲν εἶναι καμμία τροπολογία. «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῆς».
§52ΣΕΡΒΟΣ. Τὸ ζήτημα ἦτο διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν, ἐὰν ὁ νόμος πρέπει νὰ ἰσχύῃ μόνον διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν, ἢ καὶ διὰ τὰς ἄλλας νήσους. Ἐψηφοφορήθη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μαυρογιάννη καὶ ἀπεκλείσθη ὅ,τι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰς ἄλλας νήσους. Ἔπεται λοιπὸν ὅτι εἶναι μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν. Λοιπὸν ἔμεινεν οἴκοθεν παραδεκτὴ ἡ πρότασις. «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτῆς».
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Τὸ σύνολον, κύριε πρόεδρε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσωμεν λοιπὸν τὸ σύνολον.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον ὡς ἐτροπολογήθη κατὰ προηγουμένας συζητήσεις νὰ ἐγερθῶσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνωσθῇ.
§56ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δὰ, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ περὶ ὁδοποιΐας. Πρώτη ἀνάγνωσις.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τρίτη συζήτησις· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διανεμηθῇ, νὰ εἰδοποιηθοῦν ὅλοι ὅτι εἶναι τρίτη συζήτησις. Ἔχομεν ἄλλην ἐργασίαν, κύριε πρόεδρε;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σήμερον ἦτον ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη· ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὅμως λέγει....
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλετε, τώρα....
§63ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§64ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν κοινοποίησιν, ἥτις μοὶ ἐγένετο, ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔκαμε μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις ἀποδίδει εἰς ἐμὲ σωρείαν παρανομιῶν· δὲν θέλω ἑπομένως οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν πέραν τοῦ δέοντος νὰ μένω ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν.
§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν· ὁ κ. ὑπουργὸς ἂς ἀπαντήσῃ.
§66ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν ἐπερώτησιν δὲν ἔχω τίποτε νὰ ἀπαντήσω, εἰμὴ ὅτι δὲν εἶναι σωστὰ αὐτά· πρέπει νὰ διατυπώσῃ τὰ πράγματα ὁ κ. βουλευτής, νὰ εἴπῃ ὁριστικῶς ποῖαι εἶναι αἱ κατηγορίαι καὶ τότε νὰ ἀπαντήσω.
§67Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπὸ τὴν ἀόριστον ἔκφρασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν, ἤθελεν εὕρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀρκετὰς πράξεις τοιαύτας, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως· ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω συγκεκριμένας ἰδέας, θὰ περιορισθῶ μόνον περιληπτικῶς νὰ εἴπω τί ἔκαμε. Πρὸ παντὸς ἄλλου ὅμως, κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸ Σῶμα ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα, περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα, εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα πρόσωπα, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἀπέναντι τῶν προσώπων δὲν ἔχω οὔτε πάθη, οὔτε καμμίαν ἄλλην ἰδέαν· ὅτι μὲ πολλήν μου λύπην πρόκειται νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα παρανομίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι, δυστυχῶς, δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσι παρὰ ἐφαρμοζόμεναι εἰς πρόσωπα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τῶν προσώπων δὲν ἔχω τίποτε· τοὐναντίον μάλιστα μετὰ τῶν πλείστων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔλαβον χώραν αἱ παράνομοι πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ, μετ’ αὐτῶν συνδέομαι καὶ προσωπικῶς καὶ κοινωνικῶς· ἐθεώρησα ὅμως ὅτι αἱ σχέσεις μου αὗται δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ σιωπήσω, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον προσωπικῶς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔχω τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ κρατῇ τὴν θέσιν μου ψυχρὰν πρὸς αὐτόν. Ἐπωφελοῦμαι δὲ τῆς περιστάσεως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔλλειψε πάντοτε, ὁσάκις ἐθεώρησε τὴν περίστασιν κατάλληλον, νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς ἐμὲ προσωπικὰ δικαιώματα ἀνεξαρτήτως τῆς οἰκογενείας μου, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ πρόσωπόν μου. Ὥστε ἐξ ὅλων τούτων βλέπετε ὅτι δὲν ἔχω τίποτε προσωπικὸν οὔτε ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, οὔτε ἀπέναντι τῶν προσώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ καταδείξω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ παράνομον. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται νὰ ὁρίσω, λέγω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν παρεβίασε τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀνακλήσεως εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐπὶ τῆς πράξεως περὶ προβιβασμῶν ἐναντίον τοῦ νόμου· πρῶτον ζήτημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπροβίβασεν ἀξιωματικοὺς εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν ἐναντίον τοῦ νόμου· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπροβίβασε κατ’ ἐκλογὴν ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, μὴ δικαιουμένους εἰς τοῦτο, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐθεώρησε νομοθετημένας θέσεις ἐκεῖ, ὅπου οὐδεὶς νόμος ὑφίσταται, διορίσας καὶ προβιβάσας ἀξιωματικοὺς καὶ τοποθετήσας αὐτοὺς ὡς προγυμναστὰς εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις ἔφερε τὸν νόμον τῆς φάλαγγος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ συνεζήτει τὸν νόμον αὐτὸν, κατώρθωσε διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος νὰ καταστρέψῃ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἡ Βουλὴ τὸν ἐψήφισεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπερώτησίς μου καὶ προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων.
§68ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν). Πάλιν, κύριοι, δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε, διότι εἶπεν ἀόριστα πράγματα. Νὰ εἴπητε, κύριε Μαυρομιχάλη, ὁριστικῶς τὰς παρανομίας.
§69Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι οἱ προβιβασμοὶ οἱ παράνομοι.
§70ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ τοὺς θεωρῶ νομίμους· νὰ μᾶς εἴπητε ὁριστικά.
§71Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε νὰ μᾶς δώσητε τὰς ἐφημερίδας τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1851, 63, τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ φαλαγγιτῶν.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§73ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω μίαν ὥραν προτήτερα νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένῃ ἡ θέσις μου διόλου ἐκκρεμής.
§74Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, διατάξατε τὸ γραφεῖον νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰς ἐφημερίδας καὶ τοὺς νόμους.
§75ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ δέκα λεπτά.
§76ΕΤΕΡΟΙ. Ἂς τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§77ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι· τώρα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν, κύριοι, τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ δέκα λεπτά. (ὥρα 2 καὶ 10|60). (Ὥρα 3 παρὰ 25|60).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε, κύριοι βουλευταὶ, τὰς ἕδρας σας. Ὁρίστε, κ. Μαυρομιχάλη, εἰς τὸ βῆμα.
§80Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὅταν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν περὶ τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐπετράπη εἰς τὴν συζήτησιν νὰ ἐκφερθῶσι γενικαὶ ἰδέαι, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως μᾶς ἀπήντησε τότε, ὅτι δὲν ἀρκοῦν ἀοριστίαι, ἀλλ’ ὅτι ἀπαιτοῦνται πράγματα. Σήμερον εὐτυχὴς λογίζομαι ἐγὼ, ὅστις πρῶτος ὑπείκων εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἔρχομαι νὰ εἴπω ὅτι ὅσα εἶπεν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι γενικαὶ ἰδέαι, ἀλλὰ στηρίζονται εἰς πράγματα. Ὅτε, κύριοι, εἰσήχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ νόμος περὶ φαλαγγιτῶν, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀντιπροσωπεύει μίαν ἰδέαν, ἐθεώρησεν ἑαυτὸν εὐτυχῆ, ὅτι εἰσάγει νόμον διὰ νὰ δώσῃ ἄρτον εἰς τὰ ἐπιζῶντα λείψανα τοῦ ἀγῶνος. Παρ’ ἡμῶν τότε ὁ νόμος ἐθεωρήθη ἀτελὴς, καὶ ἐζητήσαμεν τὸν ἄρτον τῶν ἀγωνιστῶν νὰ τὸν διανείμουν ἐξίσου ὅλοι οἱ ἀγωνισταί. Δὲν ἐθεωρήσαμεν καλὴν τὴν διάκρισιν καὶ τὴν διαίρεσιν μεταξὺ ἀγωνιστῶν προικοδοτημένων καὶ μὴ· ἐθεωρήσαμεν μάλιστα ἡμεῖς τότε ὅτι εἰς χείρονα κατάστασιν εὑρίσκοντο καὶ σήμερον εἰσέτι εὑρίσκονται οἱ τῆς προικοδοτημένης φάλαγγος ἀπὸ τῶν τῆς ἐνεργοῦ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν υἱοθέτησε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου Σωτ. Πετιμεζᾶς ὑπεβάλομεν· ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἦτον ἐναντίος τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ ἠθέλησε μάλιστα νὰ τὴν θέσῃ καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διϊσχυριζόμενος ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς παρεβιάζετο ῥητὸς νόμος. Παρετηρήθη ὅμως τότε, κύριοι, μὲ πολλὴν ἀπορίαν, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ὡμίλησεν ἀπ’ εὐθείας ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ὡμίλησεν ἐμμέσως, καὶ τότε, κύριοι, ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία παρεδέχθη τὸν νόμον ὅπως ἡμεῖς τὸν ἐτροπολογήσαμεν, ἠπατᾶτο, καὶ τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἠπατᾶτο ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, διότι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τότε κἄτι τι ἄλλο ὑπεστήριζε παρὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐφέρομεν· ὑπεστήριζεν ἓν διάταγμα ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἦτον ἄγνωστον, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία, τῆς ὁποίας ὕπαρξις εἶναι ἡ παροῦσα κυβέρνησις, γνωρίζῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα. Τί συνέβη, ὅτε ὁ νόμος ἐσυζητεῖτο περὶ τὰ μέσα τοῦ Ἀπριλίου; ὁ νόμος κανονίζει νὰ δώσωμεν ἄρτον δικαίως εἰς ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς· ὁ νόμος, κύριοι, εἶναι διάταξις ῥητὴ, ἀπέναντι τῆς ὁποίας καμμία συμπάθεια καὶ καμμία ἀντιπάθεια δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν, διότι ὁ νόμος, κύριοι, εἰς τὸ 3 ἄρθρον λέγει ὅτι αἱ χηρεύουσαι θέσεις χορηγοῦνται ἐξ’ ἴσου, ἐξ’ ἡμισείας ἐκ τῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος καὶ ἐξ ἡμισείας τῶν τῆς προικοδοτημένης, καὶ ὅταν ἐσυζητεῖτο αὐτὸς ὁ νόμος, ὑπῆρχεν ἓν διάταγμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, κατ’ ἐμὲ, παράνομον, τὸ ὁποῖον μονομερῶς ἐζήτησε νὰ ἐκτελέσῃ ἄλλος ὑπουργὸς, καὶ αὐτὸς ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἠρνήθη, καὶ εἶναι τὸ διάταγμα τοῦ στρατηγοῦ Δυοβουνιώτη. Ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τί σᾶς εἶπε; τὰ πρακτικὰ λέγουσιν ὅτι «ὁ κ. ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ παρὰ τῶν προηγουμένων κυβερνήσεων γενόμενοι προβιβασμοὶ καὶ ἀνακλήσεις εἰς ἐνέργειαν ναὶ μὲν ἐγένοντο παρὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ, ἐὰν τυχὸν ὁ νόμος ὑπῆρχε, περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, διότι οἱ ἄνθρωποι....» καὶ τὰ τοιαῦτα. Κύριοι, συγχρόνως ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ κάμῃ αὐτοὺς τοὺς προβιβασμοὺς καὶ τὰς ἀνακλήσεις, διότι αἱ συνταγματικαὶ κυβερνήσεις ἔχουν ὑποχρεώσεις, καὶ ὀφείλουν νὰ συμπληρώσουν τὰς θέσεις ὄχι ἐκ τῶν ἀντιπάλων, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πρὸς οὓς ἔχουν περισσοτέραν συμπάθειαν.
§81Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ εἶπον αὐτά.
§82Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐζήτησα τὰ στενογραφημένα πρακτικά, ἀλλὰ αὐτὰ εἰσέτι δὲν ἐτυπώθησαν· αἱ λέξεις ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἦναι αἱ αὐταὶ, ἀλλὰ ἡ ἔννοια εἶναι ἡ αὐτή. Τότε λοιπὸν ἐθεωρήθη ἐπάναγκες νὰ ἔλθῃ ἕνας νόμος νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ δικαιώματα· ἀλλὰ, ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς ἐκανόνιζεν, αἱ θύραι τῶν δικαιωμάτων ἔγιναν χείρισται· καὶ ἰδοὺ, ὅταν ὁ νόμος ἐσυζητεῖτο, ὅταν ὁ νόμος ἀνεγνώριζεν εἰς τὴν φάλαγγα ἀρχαιότητας, ὑπῆρξεν ἓν διάταγμα νέον, μυστηριῶδες, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡμερομηνίαν 19 Μαρτίου, δύω ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔφερον ἐκ τῆς προικοδοτημένης φάλαγγος εἰς τὴν ἐνεργὸν τοὺς κυρίους Γρηγοράκην Τζαννετάκην καὶ Βασιλ. Πετιμεζᾶν ὑποστρατήγους, τοὺς συνταγματάρχας Π. Μπαρμπιτζιώτην, Τζαν. Χριστόπουλον, Γ. Κ. Βελῆν καὶ Ν. Κάσκαρην, τοὺς ταγματάρχας Ν. Δεληγιάννην, Α. Κοτζονίκαν, Δ. Τζόγκαν, Ἀνδρέαν Βαλτινὸν καὶ Κ. Γριβογεῶργον, τοὺς λοχαγοὺς Ν. Βασιλάκην καὶ Παπαευστάθιον Σταματόπουλον, τὸν ὑπολοχαγὸν Ἰ. Δικαίου, Χριστοδούλου καὶ Δ. Μπακοπάνον, τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς Θεμ. Πεῤῥαιβὸν καὶ Ἀπόστολον Καραμπίνην. Ἠξεύρετε, κύριοι, τί ἐχρησίμευσεν αὐτὸς ὁ νόμος; αὐτὸς ὁ νόμος ἐχρησίμευσεν, ὥστε μετὰ τὴν ἔκδοσίν του νὰ ἀπολέσουν τὰ δικαιώματά των ἄνθρωποι πράγματι δικαιούμενοι. Κύριοι, ἔχομεν διὰ τοῦ νόμου ἀνεγνωρισμένην τὴν ἀρχαιότητα τῆς φάλαγγος· τὸ διάταγμα εἶναι προγενέστερον· ὁ νόμος δὲν προσετέθη ἐπὶ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου· ἀλλὰ τὸ διάταγμα αὐτὸ πῶς ἤθελεν ὁ ὑπουργὸς νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ δὲν ἐξαιρεῖ τὸν Δυοβουνιώτην;
§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν ἐξετελέσθη.
§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐξετελέσθη, τὸ εἶπον ἐγὼ ὅτε ὁ κ. ὑπουργὸς εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη, καὶ διότι διατελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος. Τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος δὲν ἔθετο ὅριον, διότι δὲν λέγει ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν μίαν τάξιν εἰς τὴν ἄλλην. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νόμος· ὁ νόμος λέγει ὅτι τὰς χηρευούσας θέσεις πρέπει νὰ καταλάβουν ἐξ ἡμισείας ἐκ τῆς προικοδοτημένης καὶ ἐξ ἡμισείας ἐκ τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος· ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος ὁ νόμος δὲν λέγει νὰ τοὺς πάρετε ἀπὸ τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα· καὶ δὲν μᾶς λέγετε, εἶναι αὐτοὶ ἀρχαιότεροι ἢ προτείνονται κατὰ προτίμησιν;
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε σύμφωνος ἐν γένει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ προβιβάζῃ καὶ νὰ καλῇ εἰς ἐνεργείαν;
§86Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀρκεῖ.
§88Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤμην σύμφωνος, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε ἐφέρομεν τὴν τροπολογίαν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς· συγχρόνως δὲ εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς, ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, ἤθελα νὰ θέσω καὶ ὅρια καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς κυβερνήσεως, ἥτις δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατὰ συμπάθειαν. Διὰ ταῦτα ἔλεγον καὶ ἐπέμενον ὅτι διὰ τὸν ἄρτον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ χορηγήσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἔπρεπεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ προσεφέρετο νὰ ψηφίσῃ περὶ ἀτόμου, πιθανὸν ἦτον ἡ Βουλὴ νὰ ἔκαμνε καλὴν ἢ κακὴν ἐκτίμησιν, ἐὰν ἐδέχετο ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ καλῶς ἐκτιμήσασα τὸ ζήτημα εἶπεν ὅτι ὅλοι οἱ ἀγωνισταὶ δικαιοῦνται ἐξ’ ἴσου. Αὐτὴ ἦτον ἡ πρόθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὅταν μᾶς ἔλεγεν ὅτι πρόκειται νὰ δώσῃ ἄρτον εἰς τὰ τελευταῖα λείψανα τοῦ ἀγῶνος· ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐχρησίμευσε πρὸς ὠφέλειαν προσώπων, τὸν σεβασμὸν τῶν ὁποίων δὲν ἀρνοῦμαι. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἤλθαμεν ἐδὼ νὰ κάμωμεν προσωπικὴν ἐκτίμησιν. Τοιαύτη ἦτον ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ὅταν ἐψηφίζετε νὰ δώσητε ἄρτον εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ ἔθνους; Κύριοι, ἐνόμιζον ὅτι τὸ καλλίτερον σύστημα ἦτο νὰ ἀκολουθήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν κατὰ χρονολογικὴν τάξιν, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα ἔναρξιν ἀπὸ τὸν νόμον τῶν φαλαγγιτῶν. Τώρα θέλω μεταβῆ εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ καταστατικοῦ. Κύριοι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν, εὗρε πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν ἀργίᾳ· ἡ κατάστασις αὐτὴ προβλέπεται ἀπὸ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἡ δὲ ἀνάκλησίς των εἰς ἐνέργειαν προβλέπεται ἐπίσης ἀπὸ τὸν αὐτὸν νόμον· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δι’ ἑνὸς διατάγματος τῆς 22 Μαρτίου ἀνεκάλεσεν εἰς ἐνέργειαν ἀξιωματικοὺς κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ καταστατικοῦ νόμου· τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ καταστατικοῦ νόμου ὁμιλεῖ περὶ ἀργίας ἕνεκα καταργήσεως θέσεως· ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, διότι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις διὰ λόγους οἰκονομίας κατήργησε τὰς θέσεις. Οἱ ἀξιωματικοὶ λοιπὸν αὐτοὶ, κύριοι, ἀνήκουν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, ἡ δὲ εἰς ἐνέργειαν ἀνάκλησις αὐτῶν γίνεται κατὰ λόγον ἀρχαιότητος· «οἱ ἐν ἀργίᾳ ...... ἀξιωματικοὶ ἀναλαμβάνουν τὰς ἡμισείας τῶν χηρευουσῶν θέσεων τῶν βαθμῶν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ εἰς ὃν ἀνήκουσιν ὅπλου, οἱ δὲ......» Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ καταστατικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν ὑποχρέωσιν, ὁσάκις ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ ἐν ἀργίᾳ καὶ ἀνακαλοῦνται εἰς ἐνέργειαν, νὰ ἀναλαμβάνωσι τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων, ἀκολουθοῦντες τὸν νόμον τῆς ἀρχαιότητός των. Πῶς γίνεται, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ κανὲν διάταγμα, τὸ ὁποῖον θέτει φραγμὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως; ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 7· κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 7 οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐφ’ ὅσον τοιοῦτοι ὑπάρχουν. Ὥστε, κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀσάφεια οὔτε εἰς τὸν νόμον περὶ καταστατικοῦ, οὔτε εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ διὰ μιᾶς 7 ταγματάρχας εἰς ἐνέργειαν ἐκ τῶν ἐν ἀργίᾳ· ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν κατὰ τὸν νόμον νὰ πληρώσῃ τὰς χηρευούσας θέσεις τὸ ἥμισυ ἐκ τῆς ἀργίας καὶ τὸ ἥμισυ διὰ προβιβασμῶν· δὲν ἔκαμε τοῦτο ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ ἔφερε διὰ μιᾶς 7 ταγματάρχας ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν. Ἴσως ὅμως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν καθὼς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θελήσωσι νὰ καλύψωσιν αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἀποδώσωσιν εἰς λόγους δημοσίου συμφέροντος καὶ λόγους δημοσίου πλούτου· ἴσως εἴπωσιν ὅτι δὲν παρεβίασαν τὸν νόμον, παρὰ πρὸς χάριν τοῦ δημοσίου πλούτου· δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ ταμεῖον μὲ νέας δαπάνας, καὶ τούτου ἕνεκα θὰ μᾶς εἴπωσι, παρέβημεν τὸν νόμον χάριν τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ἐγὼ πρῶτος ἤθελα τὸ ἐπιψηφίσει· ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ἐξέκλινε τοῦ νόμου, χάριν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἔπρεπε, κύριοι, ἴσως νὰ ἦναι συγγνωστός· ἀλλὰ θὰ ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρὰ πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν παρὰ τὴν ἰδέαν τῆς δημοσίου οἰκονομίας ἐνήργησε· θὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐφήρμοσεν ἀναλόγως τῶν προσώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἐκλογήν· θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἄλλων προβιβασμῶν ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καθιερωμένον, δὲν εἶναι νὰ λαμβάνουν τὰς θέσεις καὶ νὰ προβιβάζωνται τὰ πρόσωπα en bloc, ἀλλὰ προβιβάζονται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διατελοῦν ἐν συμπαθείᾳ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν πρώτοις, κύριοι, πρὶν ἐξετάσω τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἐὰν πραγματικῶς ᾖναι ὠφέλεια τοῦ δημοσίου ἢ ὄχι, θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀκόλουθον ἰδέαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς εἰκοστῆς δευτέρας Ἀπριλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖ εἰς ἐνέργειαν τοὺς ἐν ἀργίᾳ ταγματάρχας, (Ἴδε ἀριθμὸν 32 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 67.) παρέβη τὸ 7 ἄρθρον τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, καὶ παρεβίασε τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου, διὰ τῶν ὁποίων ῥητῶς ὁρίζεται ὅτι εἰς τὰς χηρευούσας θέσεις τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων ἀνήκει εἰς τοὺς ἐν ἀργίᾳ, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ, κύριοι, μεταξὺ τῶν ἀνακληθέντων εἰς ἐνέργειαν ὑπάρχει καὶ ὁ Ἰωάννης Μάνεσης, ὅστις διωρίσθη προγυμναστὴς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀγρινίου. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιοῦτο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους νὰ φέρῃ ἐκ τῆς ἀργίας ἕνα ἀξιωματικὸν εἰς ἐνέργειαν καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν Ἐθνοφυλακήν. Ποῦ βασιζόμενος καὶ ποίας ἀποδοχὰς ἐκανόνισεν; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπίσης δι’ ἑνὸς διατάγματος ἐπροβίβασε τὸν λοχαγὸν Ἰωάννην Ἀρβανίτην καὶ διώρισεν εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν· τὸ αὐτὸ δὲ διάταγμα κανονίζον τὰς ἀποδοχὰς αὐτῶν, διαιρεῖ αὐτὰς εἰς ἀποδοχὰς ἀργίας καὶ λαμβανομένας παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, παρὰ δὲ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῆς μισθοδοσίας πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀποδοχῶν τοῦ βαθμοῦ των. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι πρωτότυπον, τὸ διάταγμα αὐτὸ διὰ τῆς πρώτης αὐτοῦ φράσεως προβιβάζει ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς, διὰ δὲ τῆς δευτέρας κανονίζει ἀποδοχὰς ἀργίας. Ποῦ βασιζόμενος ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησεν οὕτως; εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει τοῦ θεσπίσματος τῆς 23 Ὀκτωβρίου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ θέσπισμα χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διαιρῇ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικῶν εἰς ἀποδοχὰς λαμβανομένας ἔκ τε τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν; Τὸ θέσπισμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ κυβέρνησις, τοὐναντίον ὁρίζει ῥητῶς ὅτι οἱ ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ διοριζόμενοι ἀξιωματικοὶ μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου. Τὸ διάταγμα αὐτὸ, κύριοι, ἐμπεριέχει ἰδέας καὶ κανονίζει δικαιώματα ἐντελῶς ἀλλήλως διαμαχόμενα· προβιβάζει ἢ ἀνακαλεῖ ἕνα ἀξιωματικὸν ἐκ τῆς ἀργίας εἰς ἐνέργειαν, καὶ συγχρόνως κανονίζει ἀποδοχὰς ἀργίας, καὶ ὅταν ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ λέγωμεν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκ τῆς ἀργίας ἔρχεται εἰς τὴν ἐνέργειαν, τί ἐννοοῦμεν; Ἐννοοῦμεν ἐν πρώτοις ὅτι πρόκειται ὁ ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν μεταβαίνων νὰ καθέξῃ θέσιν χηρεύουσαν· αἱ θέσεις τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς εἶναι θέσεις προσδιωρισμέναι διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται χηρεύουσαι; εἶναι ἀριθμοὶ ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ; ὑπάρχει νόμος ὁρίζων ὅτι ἀξιωματικοὶ ἐκτὸς τῶν στελεχῶν (cadres) τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἐξασκοῦν τὴν ἐθνοφυλακὴν, διὸ καὶ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα; Ὄχι, κύριοι. Τί ἔχομεν; τὸ θέσπισμα τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ὅτι ἀποσπῶνται ἀξιωματικοὶ πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν οὔτε ἀριθμοὺς, οὔτε καταστατικὸν νόμον, ὅστις νὰ ὁρίζῃ τοιαύτας θέσεις εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐθνοφυλακῆς· τί ἔχομεν; ἔχομεν μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μίαν πίστωσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν νὰ ἐξαντλήσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν πρὸς μόνην τὴν ἐκγύμνασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὴ ἡ πίστωσις, ὅταν οἱ προγυμνασταὶ πληρόνωνται ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα; Διὰ μόνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπάρχουσιν ἐν ἀργίᾳ στρατιωτικοὶ ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, καὶ δυνάμενοι νὰ προσκληθῶσιν πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, λαμβάνωσιν ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀποδοχῶν τῶν βαθμῶν των, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν δὲν ἠδύνατο νὰ νομοθετήσῃ θέσεις τῶν προγυμναστῶν ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν ν’ ἀνατρέψῃ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ἅτινα διὰ νόμου ἐκανονίσθησαν· ἀλλὰ ἠξεύρετε τί συμβαίνει, κύριοι; Ἐκ τῆς παρανόμου αὐτῆς ἐνεργείας ὅλοι οἱ προγυμνασταὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς, εἴτε ἐκ τῆς ἀργίας ἀνακληθέντες, εἴτε διὰ προβιβασμοῦ διορισθέντες, ἐκίνησαν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ δημοσίου, καὶ δικαίως. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ λοχαγὸς Σκοῦφος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπροβίβασε ταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ καὶ συγχρόνως διώρισε προγυμναστὴν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Τὸ διάταγμα λέγει ὅτι τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ κ. Σκοῦφον προβιβάζομεν ταγματάρχην, διορίζοντες αὐτὸν προγυμναστὴν τῆς ἐθνοφυλακῆς· προσέτι δὲ ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ αὐτοῦ θὰ ᾖναι ἀποδοχαὶ ἀργίας ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, πληρονόμενος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, το δὲ ὑπόλοιπον τοῦ μισθοῦ του θὰ τὸ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν. Δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως, κύριοι, τί ἐσκόπει ὁ ὑπουργός; ἦτο προσωπικὴ εὔνοια πρὸς τὸν κ. Σκοῦφον ἵνα τὸν προβιβάσῃ; ἦτο διακαὴς πόθος νὰ μορφώσῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν διὰ δοκίμων προγυμναστῶν; οὔτε τὸ ἓν ἦτον, οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ κ. Σκοῦφος προβιβασθεὶς καὶ διορισθεὶς προγυμναστὴς ἐθνοφυλακῆς ἠδικήθη, διότι λοχαγὸς ὢν τοῦ πυροβολικοῦ ἐλάμβανε 300 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐνῷ ὡς ταγματάρχης καὶ προγυμναστὴς τῆς ἐθνοφυλακῆς λαμβάνει 140 ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἀπὸ δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν τίποτε· διότι ἡ κυβέρνησις ἑρμηνεύει καλῇ τῇ πίστει τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ θεσπίσματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οἱ προγυμνασταὶ ὑπάγονται εἰς τὰς διαταγὰς τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων καὶ ὅτι ἐκτελοῦν κατὰ τὰς παραγγελίας των· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν εἶναι σχηματισμένη εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δι’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τοῖς πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ μισθοῦ τοῦ βαθμοῦ των. Ἀφ’ ἑτέρου τί λέγει ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικός, ὁ κινήσας τὴν ἀγωγήν; Ἐγὼ εἶμαι εἰς ἐνέργειαν· καὶ τί θὰ εἴπῃ ἐνέργεια; Θὰ εἴπῃ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία μὲ δικαιοῖ εἰς ἀποδοχὰς καὶ εἰς ὑπηρεσίαν· ἂν ἡ κυβέρνησις, ὁ νομάρχης ἢ ὁ ἔπαρχος δὲν μοὶ ἀναθέτῃ ἐκγύμνασιν ἢ διοργάνωσιν, δὲν εἶναι σφάλμα μου. Καὶ εἶναι λογικὸν καὶ νόμιμον νὰ προβιβάζωνται ἀξιωματικοὶ καὶ συγχρόνως νὰ τίθηνται εἰς ἀργίαν; Ἀλλ’ ὁ κ. Σκοῦφος εἶχε δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ; ἂν εἶχε δικαίωμα, ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις, ἀφοῦ τὸν ἀνεγνώρισεν ἀναγκαῖον καὶ κατάλληλον πρὸς προβιβασμὸν, νὰ τοῦ ἀναθέσῃ ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν βλέπει; νὰ τοῦ στερήσῃ συγχρόνως καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ νέου βαθμοῦ του, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι ὑπηρετεῖ 40 ἔτη; Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἦτον ἄσκοπα ὅλα ταῦτα; Ὄχι· ὅλα ἐγένοντο σκοπίμως, ἐγένοντο διὰ νὰ διευκολυνθῶσιν εὔνοιαι, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀποκρούει. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, βλέπω ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἀνακαλέσας ἐκ τῆς ἀργίας εἰς ἐνέργειαν, παρὰ τὸν νόμον, ἀξιωματικοὺς, δὲν ἔφερε καμμίαν ὑλικὴν βοήθειαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ μισθοδοτεῖ ἄνευ διακρίσεως· ἀνακαλέσας ἐκ τῆς ἀργίας εἰς ἐνέργειαν en bloc τοὺς ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοὺς, δὲν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς χηρευούσας θέσεις, διότι τὴν 18 Ἰουλίου ἐξέδοτο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροβίβαζε λοχαγοὺς εἰς ταγματάρχας. Ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας του ἀνεῦρεν, ὅτι χηρεύουσαι θέσεις ταγματαρχῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουν τέσσαρες, ἐπροβίβασε δὲ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 18 Ἰουλίου πέντε, διότι ἐπροβίβασε τοὺς λοχαγοὺς Εὐθύμιον Ἰωαννίδην (ἴδε «Ἐφημερίδα Κυβερνήσεως», ἀριθ. 47, ἔτος 1867, σελ. 564) καὶ Ἰωάννην Ἀρβανίτην, ἐκ τῶν ὁποίων τὸν Ἰωάννην Ἀρβανίτην διώρισε συγχρόνως ἀνώτερον προγυμναστὴν τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἐκ τούτου συνέβη ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχων τέσσαρας χηρευούσας θέσεις ἐν τῷ στρατῷ καὶ κάμνων πέντε ταγματάρχας, ἐπιβαρύνει τὸν τόπον μὲ ἕνα ταγματάρχην, τὸν ὁποῖον μὴ γνωρίζων ποῦ νὰ τοποθετήσῃ ἔφερεν εἰς εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν. Ἀλλ’ ἦτον εὔνοια, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀπένειμεν εἰς τὸν κ. Ἀρβανίτην, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁ λοχαγὸς Ἀρβανίτης πρὶν ἢ προβιβασθῇ ἦτο λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἀπελάμβανε τὰ δικαιώματα ἐκ τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν καθηκόντων του, καὶ σήμερον ὁ ταγματάρχης αὐτὸς εἶναι προγυμναστὴς τῆς ἐθνοφυλακῆς Λαμίας μὲ 140 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁ κ. Ἀρβανίτης κατὰ δυστυχίαν ἀντὶ νὰ ἦναι κάτω ἀπὸ τὸν τελευταῖον, ἦτο προτελευταῖος. Ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ προβιβασθῇ ὁ τελευταῖος, καὶ ἵνα γίνῃ τοῦτο ηὐδόκησε νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἀνάγκην τὸν προτελευταῖον, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ τὸν τελευταῖον καὶ νὰ παραλείψῃ τὸν προτελευταῖον. Οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος συνέταξε, τοῦ δίδουν τὰ μέσα καὶ τοῦ ἐπιβάλλουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅλους, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου νὰ προβιβάζῃ ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, τοὺς μὲν κατ’ ἐκλογήν, τοὺς δὲ κατ’ ἀρχαιότητα. Καὶ τί ὀφείλει τὸ δημόσιον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ μέσα ἐκ τοῦ νόμου νὰ μὴ προβιβάσῃ τὸν κ. Ἀρβανίτην, ἂν δὲν τὸν ἐθεώρει κατάλληλον; Ὁ νόμος τοῦ χορηγεῖ τὰ μέσα νὰ προβιβάζῃ ταγματάρχας ἐξ ἡμισείας κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ἐξ ἡμισείας κατ’ ἐκλογήν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἶναι εὐτυχής, διότι ἔχει σήμερον, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, τρεῖς μεγάλας ὑποδεεστέρας ἀρχάς, αἵτινες δύνανται νὰ τὸν διαφωτίζωσι περὶ τῶν μέτρων του καὶ περὶ ὅλων τῶν ἀποφάσεών του· ἔχει τρία ἀρχηγεῖα, τὰ ὁποῖα περιέχουν ὅλον τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ οὕτως ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν μέσων του καὶ νὰ προβιβάσῃ τοὺς ἔχοντας δικαιώματα, τοὺς ἱκανοὺς, νὰ μὴ προβιβάσῃ δὲ τοὺς ἀχρήστους ἢ ἐξ ἀνάγκης, μὴ θέλων ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῶν μὲν ἢ ὑπὲρ τῶν δὲ καὶ φέρῃ ὑπεραρίθμους εἰς τὸν στρατόν· διότι ὑπὸ τὸ διάταγμα αὐτὸ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ἀρβανίτου ἐδέησε νὰ ἐφευρεθῇ ἡ θέσις τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο πταίει ὁ κ. ὑπουργός, διότι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ παρεβίασε ῥητὸν νόμον καὶ ἐξῆλθε τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χηρευουσῶν θέσεων καὶ ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ἄνευ ἀνάγκης. Ἠδύνατο ὁ κ. ὑπουργός, ἂν κατὰ τὴν ἰδέαν του ὁ κ. Ἀρβανίτης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀριθμὸν δεύτερον ἢ τρίτον, δὲν εἶχε τὰ προσόντα, νὰ τὸν παραλείψῃ· ὁ νόμος τοῦ ἔδιδε τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἔκαμεν οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο· ἔκαμε μόνον τὸ δημόσιον νὰ ὑποφέρῃ ἄνευ ἀνάγκης. Καὶ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι οἱ τοιοῦτοι προβιβασμοὶ εὐχαριστοῦν τὸν στρατόν· καὶ ἄλλοτε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶπον καὶ ἀπήντητα ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἐννοῶ μόνον τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς κατ’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας γινομένους· ἄλλως τε οἱ ἄνευ ἀνάγκης γινόμενοι προβιβασμοὶ δὲν εὐχαριστοῦν τὸν στρατόν, σαλεύουν τὴν πειθαρχίαν του καὶ τὸν παραλύουν. Τί ἦτον ὁ κ. Ἀρβανίτης; ἦτον ἱκανός; εἰ μὲν ἦτον ἱκανός, διὰ τί νὰ τὸν στερήσῃ; ἂν ἦτον ἀνίκανος, διὰ τί νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τοὺς τέσσαρας; Ἂν ἦτον ἱκανός, διὰ τί δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ διατάξῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του; διὰ τί πρὶν δὲν διέταττε τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ ἐπιθεωρήσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ οὕτως ὁ νόμος; Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ πράξεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν καλύπτονται ἀπὸ τὸ δημόσιον συμφέρον, διότι ἕτερα διατάγματα, βλέπετε, ὅτι ἔκαμαν ὑπεραρίθμους ἀξιωματικοὺς ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι ἀποκρούονται παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα παρεβίασε τοὺς νόμους τοῦ κράτους, ἔφερεν ἠθικὰ δυστυχήματα εἰς τὸν στρατόν, διότι διὰ τοιούτων ἀκαταλλήλων προβιβασμῶν, μετὰ τοὺς ὁποίους οἱ προβιβαζόμενοι τίθενται εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν, κατέστρεψε καὶ παρέλυσεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Προβιβασμοί, κύριοι, ἐνηργήθησαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῶν ὑγειονομικῶν ὑπαλλήλων. Ὅτε ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν του, εὗρε πολλοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Ἴσως, εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ἐπετρέπετο, οὐχὶ νομικῶς, ἀλλὰ κάπως ἠθικῶς, χάριν δημοσίου συμφέροντος νὰ παρεκκλίνῃ κατά τι, ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπιμένω λέγων ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησε τὰς τοιαύτας πράξεις ἀναλόγως τῶν προσώπων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν διὰ μιᾶς δι’ ἑνὸς διατάγματος ἀνεκάλεσε τοὺς κυρίους Ὠριγένην καὶ Νίδερ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· εἶχεν ἴσως χηρευούσας θέσεις; Ἐπλήρωσε διὰ μιᾶς τὰς δύω· ἀνεκάλεσεν αὐτοὺς ἐκ τῆς ἀργίας χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα πρὸς τοῦτο, διότι οἱ νόμοι τοῦ ὑπαγορεύουν καὶ τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ καλῇ τὸν πρῶτον μόνον καὶ οὐχὶ καὶ τοὺς δύω συγχρόνως. Ἀλλ’ ἐξετέλεσε τοῦτο ὠφελῶν τὸν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικόν; Δὲν εἶχε πρὸ τοῦ Νίδερ καὶ Ὠριγένους δύω θέσεις προβλεπομένας ἀπὸ τὸ καταστατικὸν καὶ τὰς ὁποίας καὶ σήμερον κρατεῖ κενάς; Ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸν κ. Λινδερμάγερ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δι’ ἑνὸς διατάγματος τῆς 22 Ἀπριλίου ὥρισε τὰ ἑξῆς. (Ἴδε φύλλον «Ἐφημερίδος Κυβερνήσεως» ἀριθ. 30, ἔτους 1867). Ὁ κ. Λινδερμάγερ εἶναι ἐπίατρος, δηλ. ταγματάρχης. Κατὰ τὸ καταστατικὸν, ἐπίατροι ὑπάρχουν δύω, ἰατροὶ δὲ 11, τὸ ὅλον 13· ἔχομεν ἤδη 17. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εὗρε 15, ἐπροβίβασε δύω καὶ τοὺς ἔκαμε 17. Τί ἔκαμε συγχρόνως δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως; ἠδίκησε τὸν κ. Λινδερμάγερ, διότι δὲν τὸν ἐπανέφερεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι κατὰ τὸν νόμον ἡ πρώτη χηρεύουσα θέσις ἀνῆκεν εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἔφερεν ἐκ τῆς ἀργίας ἀποκλειστικῶς δύω ἑτέρους νεωτέρους καὶ ἠναγκάσθη ἀκολούθως νὰ προβιβάσῃ καὶ δύω ἑτέρους. Ἐξ ὅλης τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἔκαμον, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, παρ’ ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι προσωπικαὶ συμπάθειαι· ἴσως εἰς τὸν κ. Λινδερμάγερ δὲν εἶχε συμπαθείας, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὸν κ. Ὠριγένην καὶ Νίδερ· ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο εἰς τοῦτο, ὅτε σήμερον βασιζόμενος εἰς τὸν νόμον ὁ κ. Λινδερμάγερ, ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἀποζημίωσιν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐχήρευσεν ἡ θέσις, καὶ διὰ τοῦ διατάγματος ἀπολαμβάνει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχαιρε πρότερον; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχει ἐξιδιασμένην τὴν ἱκανότητα περὶ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν τῶν στρατιωτικῶν νόμων, καὶ τὴν ἐφαρμόζει πότε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς προσώπου, πότε ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου. Ἐξ ὅλων δ’ αὐτῶν προκύπτει μέγα κακόν· καὶ ὑλικὴ ζημία προσγίνεται εἰς τὸν τόπον, καὶ ἠθικὴ παραλυσία ἐπιπολάζει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅταν γίνωνται προβιβασμοὶ παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὰ διατάγματα, παρὰ τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον στήριγμα, ἡ μόνη βάσις τῆς ὑπάρξεως τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκνόμων πράξεων τῶν κυβερνώντων. Τί συμβαίνει εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον; Κ’ ἐνταῦθα εὗρεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀργοὺς ἀξιωματικούς· τὰ καταστατικὰ διατάγματα ἦσαν ἐλάσσονα τῶν πραγματικῶν ἀριθμῶν τῶν βαθμολόγων, καὶ ἐν τοσούτῳ ἀντὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, βλέπων τὴν κατάστασιν ταύτην, νὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι, κύριοι, ὅταν παρέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν, εὗρον ὅτι τὰ μὲν καταστατικὰ διατάγματα λέγουν ἀριθμὸν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου λοχαγοὺς 12 καὶ ἔχει 16, τί νὰ κάμω; ἀντὶ νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν τῶν κακῶν, ἐξακολουθεῖ νὰ προβιβάζῃ. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, κύριοι, καὶ τὸ ἐπαναλέγω καὶ πάλιν, ὅτι θέλω τοὺς προβιβασμούς, ἀλλὰ τοὺς θέλω ἐννόμους, δικαίους. Προβιβασμοὶ ἄδικοι, παράνομοι, καταστρέφουν τὸν στρατόν. Εἶχον λοιπὸν εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον λοχαγοὺς 12 κατὰ τὸ καταστατικόν· οἱ πραγματικοὶ ὅμως ἦσαν 17· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἀναλαβὼν τὴν ὑπηρεσίαν του, ἐξέδωκεν ἕνα συμπληρωτικὸν ὀργανικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς 12 λοχαγοὺς ἔκαμε 14· ἦσαν δὲ οἱ λοχαγοὶ μετὰ τὴν προσθήκην αὐτὴν πραγματικῶς 14, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον 3 εἰς ἀργίαν· ἐπροβίβασε λοιπὸν 3, τὸν κύριον Κουσοχέρην, Πεταλᾶν καὶ Κοντογιάννην. Ἀλλὰ τί λέγει, κύριοι, τὸ διάταγμα; λέγει ὅτι οἱ 2 λοχαγοὶ ἀνήκουν εἰς τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον· ἀλλ’ εἶναι πραγματικῶς αὐτοὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον; Ὄχι, εἰς τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ ἀξιωματικοί, ὁ Δρακόπουλος ὁ λοχαγὸς, ὁ ὁποῖος παίρνει τὸν μισθὸν τῆς ἀργίας καὶ ἀπὸ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν λαμβάνει ἐπιμίσθιον. Δὲν ἠδυνάμην τέλος πάντων νὰ ἐξεύρω καθ’ ὅλην τὴν διαχείρισιν αὐτὴν τῆς ὑπηρεσίας ἕνα μέτρον ὁριστικὸν περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ μὲ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐμετρήθη ὁ οἰκονομικὸς κλάδος, μὲ τὸ αὐτὸ δὲν ἐμετρήθη καὶ ὁ ὑγειονομικός· ἀλλὰ τὸ μέτρον ἑκάστου ἦτον ἀδιάφορον, ἰδίως δὲ κατώρθωσε νὰ κάμῃ τὴν ἐφεύρεσιν τῆς ὑπάρξεως ἀξιωματικῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς διὰ προβιβασμοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν κ. Ἀρβανίτην δὲν ἠξεύρω ὁ κ. ὑπουργὸς τί θέλει ἀπαντήσει· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὸν κ. Σκοῦφον, οὗτος ἦτο πρῶτος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν παραλείψῃ. Ὁ περὶ προβιβασμοῦ νόμος ἀφίνει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅταν εὕρῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος, καὶ νὰ μὴ προβιβάσῃ, διότι ἀπαιτοῦνται προηγούμεναι κατὰ τὸν νόμον διατυπώσεις καὶ διατάξεις, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ. Τότε διαφιλονεικεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ πρώτου, ὅταν ὑπάρχουν λόγοι καθιστῶντες τὸ ἄτομον ἀνίκανον διὰ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν κατωτέρων εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς· βέβαια περὶ τοῦ κ. Σκούφου τοιαῦται πράξεις, τοιαῦται ἰδέαι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι χώραν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἂν εἶχεν ἔκθεσιν κατὰ τοῦ ἀτόμου, ἤθελε τὴν ἐνεργήσει· ἄρα ὁ κύριος Σκοῦφος ὁ λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, προβιβασθεὶς ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ, ἦτον ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦτο μὲ τὸν προβιβασμὸν ἔπρεπε νὰ τῷ ἐπιβληθῇ μία ποινὴ καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀποδείξῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀνίκανον· ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους τὸ ἄτομον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἐδικαιοῦτο νὰ προβιβασθῇ, ἔπρεπε νὰ μετατοπισθῇ ἀπὸ τεχνικὸν σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον διήνυσε 40 ὅλα ἔτη, εἰς σῶμα, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν βλέπει. Καὶ δὲν ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου ταμείου ὁ κ. Σκοῦφος, πρῶτος λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, νὰ καθέξῃ θέσιν νομοθετημένην ἐν τῷ σώματι; Καὶ ὑπῆρχον τοιαῦται θέσεις δύω καὶ ἐπροβιβάσθησαν δύω ἄλλοι κατόπιν τοῦ κυρίου Σκούφου, ὁ κύριος ........ καὶ ὁ κύριος Χαντσερῆς καὶ ὁ κύριος Σκοῦφος, τρεῖς· ὁ κ. Σκοῦφος ἦτο πρῶτος καὶ ἐδικαιοῦτο κατὰ προτίμησιν νὰ καθέξῃ τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ἀντὶ πρῶτος ἐτιμωρήθη τεθεὶς προγυμναστὴς τῆς ἐθνοφυλακῆς. Τί νὰ κάμνῃ; τίποτε, ἀπολύτως τίποτε, καὶ τίποτε δὲν κάμνει· ἐπιβαρύνει μὲ μισθὸν τῆς ἀργίας τὸ δημόσιον καὶ ἠθικῶς ἐξηυτελίσθη εἰς τοὺς συναδέλφους του. Λοιπὸν ἦτον ὄφελος πρὸς τὸν κ. Σκοῦφον ὁ προβιβασμός; ἦτον ὄφελος πρὸς τὸ σῶμα τῆς ἐθνοφυλακῆς; ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τοὺς προβιβάσῃ δι’ ὅλων τῶν θυσιῶν, δι’ ὅλων τῶν μέσων, καὶ τοὺς ἐπροβίβασε. Κύριοι! ὑπολείπονται ἀκόμη δύω ζητήματα, ὑπολείπεται τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Πλέσα καὶ τοῦ κ. Γρίβα. Ὁ κ. Πλέσας, ἔντιμος συνάδελφος, ἔφερε πρὸ τοῦ προβιβασμοῦ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἔφερε τὸν ἀριθμὸν 1. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καθὼς καὶ ὅλα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ἔχουσιν ἕκαστον ὀργανισμὸν καὶ καταστατικό. Τὸ καταστατικὸν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ἀναγνωρίζει ἕνα συνταγματάρχην ἀρχηγὸν καὶ ἕνα ἀντισυνταγματάρχην ὑπαρχηγόν. Αἱ θέσεις αὗται σήμερον ὑπάρχουν καὶ πληροῦνται, ἡ μὲν πρώτη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρτέμη, ἡ δὲ δευτέρα παρὰ τοῦ κ. Γενοβέλη. Τὸ καταστατικὸν τοῦ σώματος ἔχει αὐτοὺς τοὺς μόνους ἀνωτέρους βαθμολόγους. Τὸ καταστατικὸν πᾶν ὅ,τι δὲν ἔχει τὸ ἀποκρούει· δὲν θέλει τὸ σῶμα συνταγματάρχας ἀρχηγούς, καὶ 2 ὑποσυνταγματάρχας ὑπαρχηγούς· θέλει ἕνα συνταγματάρχην ἀρχηγὸν, καὶ ἕνα ἀντισυνταγματάρχην ὑπαρχηγόν. Σήμερον ὅμως ἔχομεν διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Πλέσα δύω ἀντισυνταγματάρχας. Ὑπάρχει, κύριοι, ἓν ἄρθρον τοῦ νόμου, κατ’ ἐμὲ, λίαν σπουδαῖον· ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς· οὐδέποτε ἀπονέμεται βαθμὸς, μὴ ὑπαρχούσης θέσεως. Ἀλλὰ δυνατὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ ἀντείπῃ λέγων, ὅτι ὁ κ. Πλέσας εἶναι βουλευτὴς, ὑπάγεται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχει τὸν 1 ἀριθμὸν εἰς τὸ σῶμά του· ἠδυνάμην νὰ τὸν προβιβάσω ἄνευ βλάβης δικαιώματος τρίτου. Κύριοι, τὰ νομοθετικὰ σώματα ὄχι μόνον ὀφείλουσι νὰ ἐπιτηρῶσι τὰς συνταγματικὰς κυβερνήσεις τῶν παραβιάσεων τῶν νόμων, ῥητῶν ἄρθρων τοῦ νόμου, ἀλλὰ, κύριοι, πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ θεωρηθῇ κακὴ χρῆσις δικαιώματος, ὀφείλει πᾶν νομοθετικὸν σῶμα, φειδόμενον καὶ τῆς ὑπολήψεώς του καὶ τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ τὸ ἀποδοκιμάζῃ. Κύριοι, ἡ διαθεσιμότης μὲ τὴν ὁποίαν θέλει πεισθῆ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πρᾶξίν του ἴσως ὁ ὑπουργὸς, εἶναι κατάστασις διαρκὴς, εἶναι κατάστασις ἰσόβια, ἀναφερομένη εἰς βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου; Ὄχι, κύριοι· ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος εἶναι διαρκὴς διὰ μόνους τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ τῶν στρατιωτικῶν, διὰ δὲ τοὺς βουλευτὰς εἶναι ἐφήμερος καὶ διαβατικὴ, καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν τὸ σῶμα αὔριον νὰ διαλυθῇ καὶ νὰ μένῃ ὁ κ. Πλέσας εἰς διαθεσιμότητα· ποῖος πρέπει νὰ τὴν πληρώσῃ, καὶ ποίαν θέσιν θὰ πληρώσῃ, ὅταν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀλλάξῃ τὸν ἄλλον τῆς θέσεώς του, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται τὸν κ. Πλέσαν νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὸ σῶμα, ἢ νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν ἀρχηγὸν καὶ τὸν μὲν κ. Γρίβαν νὰ προβιβάσῃ, τὸν δὲ κ. Πλέσσαν νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Γενοβέλη, καὶ ταῦτα ἄνευ ἀνάγκης; Ἐγὼ κύριοι, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλέγω· κατακρίνω τοὺς προβιβασμοὺς ἐκείνους τοὺς μὴ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορευμένους. Καὶ ὠφέλησε τὸ ἄτομον ὁ ὑπουργός; ὄχι κύριοι. Ὁ κ. Πλέσας ἐξερχόμενος τοῦ βουλευτηρίου, καὶ εὑρίσκων τὴν θέσιν του πεπληρωμένην, θὰ ᾖναι αἰωνίως καταδικασμένος εἰς διαθεσιμότητα, καὶ ἡ μὲν ὑπηρεσία θὰ χάσῃ ἕνα ἄνθρωπον γηράσαντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ δὲ ἄτομον θὰ φθείρηται εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Προσκρούει εἰς τὸ δημόσιον ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι τὸ δημόσιον ἐμισθοδότει ταγματάρχην, καὶ σήμερον θὰ μισθοδοτήσῃ ἀντισυνταγματάρχην ἄνευ ἀνάγκης· διότι ὁ βουλευτὴς προβιβαζόμενος δὲν προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ δημόσιον· καὶ δὲν ἐννοῶ, κύριοι, αὐτοὺς τοὺς βαθμούς, διότι αἱ ἀποδοχαί των εἶναι μία προσωπικὴ ἀποζημίωσις τῶν θέσεων, τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀτόμου· ἀλλὰ δὲν ἔχει θέσιν, ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, οὐδέποτε ἀπονέμεται βαθμὸς μὴ ὑπαρχούσης θέσεως. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν θὰ καλυφθῇ ὑπὸ τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ ἀντισυνταγματάρχου δὲν εἶναι κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος, ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς συνταγματάρχας· οἱ μὲν συνταγματάρχαι ὑπάρχουν ἰσοβίως εἰς διαθεσιμότητα, οἱ δὲ βουλευταὶ, ἅμα δὲν ἐκλεχθῶσι, δὲν ὀφείλουν νὰ ἔχουν τοιαύτην θέσιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, καὶ θὰ ἀδικήσητε τὰ ἄτομα ὅταν διὰ τοιούτων παρανόμων προβιβασμῶν τὰ καταδικάσητε νὰ πληρῶσι τὰς θέσεις των. Ἰδοὺ καθόσον ἀφορᾷ τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Πλέσα εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην. Ὑπολείπεται, κύριοι, τὸ τελευταῖον ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ τοῦ κ. Γρίβα. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ κ. Γρίβα ὑπέστη δύω μεγάλας ἀντιφάσεις. Ὑπῆρχεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ κυρίου Γρίβα ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον πολὺ αὐστηρῶς, καὶ ὑπάρχει σήμερον ἐποχὴ καθ’ ἣν ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀπονείμῃ ἓν εἶδος ἐξαιρετικῆς εὐμενείας ἐναντίον τῶν νόμων. Κύριοι, ὁ περὶ προβιβασμῶν νόμος εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λίαν σαφής· τὸ εὐτύχημα δὲ εἶναι ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς, ὁ συντάξας αὐτὸν τὸν νόμον. Ἐθεωρήθη, κύριοι, ἀνέκαθεν παρ’ ὅλων τῶν εὐνομουμένων κρατῶν, ὅτι τὸ δικαίωμα μόνον τῆς ἀρχαιότητος δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ τοῦ σωματείου ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι μόνον ἡ ἀρχαιότης δὲν ἐξασφαλίζει τὰ δημόσια συμφέροντα, δὲν καθιστᾷ τὴν κοινωνίαν ἀποτελεσματικήν· ἡ πεῖρα δὲ τῶν πολέμων εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ κράτη παρεδέχθη ὅτι ἐν γένει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος ὀφείλει νὰ ᾖναι σεβαστόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἄνδρες ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, φέροντες μίαν ἡλικίαν νέαν καὶ ἐκτελοῦντες τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους μὲ περισσοτέραν ἐπιτυχίαν, δικαιοῦνται εἰς μίαν ἀμοιβὴν, καὶ ἡ ἀμοιβὴ αὐτὴ δὲν τίθεται χάριν τῶν προσώπων, ἀλλὰ δι’ ὅλον τὸ σῶμα, διὰ νὰ δώσῃ παραδείγματα. Ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ὁ νομοθέτης ἔδοσε τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι προΐστανται κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν νομίμους στρατοὺς, νὰ προβιβάζουν κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ἐκλογήν. Ὁ νομοθέτης μάλιστα, κύριοι, λίαν σοφῶς τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν τὸ ἔδωκεν ἐξίσου ἐφ’ ὅλων τῶν βαθμῶν· ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἔκαμε καὶ ἀνάλογον διαίρεσιν. Εἶπεν, ἐπὶ μὲν τῶν ἐπ’ ἀρχαιότητι τὰ ⅔ καὶ τὸ ⅓ κατ’ ἐκλογήν· διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ σεβαστόν· ὁσάκις ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἀναθέσῃ τὴν διοίκησιν εἰς χεῖρας ἑνὸς ἀνθρώπου, εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ διῄρεσε τὴν τάξιν εἰς δύω ἴσα μέρη, καὶ εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ μεταβῶσιν οἱ λοχαγοὶ εἰς τὴν ταγματάρχου, οἱ ἡμίσεις προβιβάζονται κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ ἡμίσεις κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐπιδιώκει πρὸ τούτου δύω ἰδέας, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ συγχρόνως καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀτόμων· ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι μόνον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως· εἶναι μία ἐγγύησις πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις μεταξὺ ἱκανότητος καὶ ἀνικανότητος. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐδόθη, διὰ νὰ μὴ παραβλάπτηται ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ὁ νομοθέτης ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀτόμων, καὶ εἶπε, ναὶ, νὰ προβιβάζωσιν ἐλευθέρως αἱ κυβερνήσεις κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ βασίζωνται εἰς γεγονότα. Μόνον τὸ δικαίωμα ὁ νόμος σοῦ τὸ δίδει, κ. ὑπουργὲ, διὰ νὰ κάμῃς χρῆσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν προσώπων, ἅτινα εἶναι ἄξια αὐτῆς τῆς ἀμοιβῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθής, κύριοι, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ἣν ἔκαμεν εἰς ἀναφορὰς παραπονεθέντων διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ὅτι ὁ νόμος καὶ αἱ διατάξεις τῆς ἐκτιμήσεως ἀφοροῦν ἐμὲ καὶ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ οὐχὶ σᾶς. Εἶπεν ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νόμου εἶναι διὰ νὰ φωτίσωσιν ἐμὲ, διὰ νὰ προτείνω, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου τὸν ἄρχοντα· ὅταν ὁ φωτισμὸς αὐτὸς ὑπάρχῃ εἰς ἐμὲ καὶ τὸν μεταδώσω εἰς τὸν ἄρχοντα, πᾶσα ἄλλη ἐγγύησις δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι λίαν ἀτυχὴς καὶ ἀλλοίμονον, κύριοι, ὅταν αἱ διατάξεις τῶν νόμων δὲν ἐξασφαλίζουν τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διαφωτίζουν τὴν θέλησιν τῶν κυβερνώντων, καὶ διὰ τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Καὶ τότε ὁ νόμος αὐτὸς τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν, ὅστις ἐχειροκροτήθη παρ’ ὅλου τοῦ στρατοῦ, ἔρχεται σήμερον νὰ κριθῇ παρὰ τοῦ καταπατήσαντος τὸν νόμον, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι μόνον ἀναγκαῖαι δι’ ἐμὲ καὶ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ οὐχὶ δι’ ἐσᾶς; Καὶ τότε, κύριοι, ἂν εἶχον οὕτω τὰ πράγματα, εἴχομεν τὸν νόμον τοῦ 1834· καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῶν κυβερνώντων κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχουν ἕνεκα ἄλλων διαφόρων προσώπων, αὐτὸς νὰ ᾖναι ὁ γνώμων τῆς ἐκτιμήσεώς των, ποίας ἐγγυήσεις δύναται νὰ ἔχῃ ὁ στρατός; Καὶ πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν εἴχομεν τὸν νόμον τοῦ 1834; Ὁ νόμος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σχετικῶς πρὸς τὸ παρελθὸν ζήτημα δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τις κατὰ τῆς νῦν κυβερνήσεως μᾶλλον εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, δι’ ἃ τρία μόνον παραδείγματα παρουσίασε τὸ παρελθὸν, διὰ τὸν προβιβασμὸν αὐτὸν δὲν παρουσιάζει παρὰ ἓν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ θέλησις τοῦ ἑνὸς ὑποτίθεται ἡ θέλησις τοῦ ὅλου, καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν βαθμοὺς εἶναι δικαίωμα τῶν ἀπολύτων δεσποτῶν· καὶ μόλα ταῦτα ὁ νόμος τοῦ 1834 τὸ ἐθεώρησεν ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ βασιλέως, καὶ ἔχομεν ἓν παράδειγμα, τὸ τοῦ μακαρίτου Βεΐκου, καὶ τοῦτο τὸ παράδειγμα εἶναι ἔλαττον τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος, ὅστις σπουδαίως ὑπηρέτησε τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1843, ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν κατάλληλος, ἀναγκαῖος διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα, διὰ τὴν τότε ὑπάρχουσαν δυσπιστίαν μεταξὺ βασιλέως καὶ ἔθνους, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος νὰ διοικήσῃ τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν ἦτον ἀποκλειστικὴ εὔνοια, τὴν ὁποίαν ἐχορήγει ὁ νόμος εἰς τὸν ἄρχοντα· ἦτον ἀνάγκη δημοσίου συμφέροντος, καὶ ὁ ὑπουργὸς τότε τῶν στρατιωτικῶν εὑρισκόμενος ὄχι εἰς καλὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἄρχοντα, ὑποπτευόμενος αὐτὸν, ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν φρουρὰν καὶ εὕρῃ τὸν καταλληλότατον, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἄλλον καταλληλότατον, καὶ τότε ἐπῆρεν αὐτὸν καὶ τὸν ἔκαμε ταγματάρχην καὶ διοικητὴν τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ προηγουμένῃ περιπτώσει ὑπῆρχε λόγος δημοσίου συμφέροντος, ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὑπῆρχεν ἡ δυσπιστία μεταξὺ βασιλέως καὶ ἔθνους, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὅστις συνετέλεσεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν καθεστώτων, ἡ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν. Λοιπὸν, κύριοι, ὄχι ἀνάγκη συμφέροντος, ἀλλὰ τάσις πρὸς τὸ παρανομεῖν, εἰς τὸ ἀντιπράττειν εἰς ὅ,τι ὑφίσταται, βεβαιότης ὅτι ἔλεγχος δὲν ὑφίσταται, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐνεργῇ ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ τιμωρίας, μόνον αὐτὴ ἡ βεβαιότης, μόνον αὐτὴ ἡ δυστυχὴς ἀλήθεια ἔφερε τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ μίαν τοιαύτην παράνομον, σκανδαλώδη πρᾶξιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφοῦ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀφοῦ ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους δὲν ἐκινδύνευε, πρὸς τί ἡ παρανομία αὕτη; Ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἂν τὸ ψυχρὸν γράμμα τοῦ νόμου ἔδιδε τὸ δικαίωμα τοιαύτης παρανομίας εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ νόμος, κύριοι, λέγει ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρ. 13 (ἀναγιινώσκει τὸ ἄρθρον)· τὸ δὲ ἄρθρον 15 λέγει ῥητῶς, ὅτι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἀπαιτοῦνται ἰδιότητες καὶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα Βασιλικὸν Διάταγμα θέλει ὁρίσει διὰ νὰ προβῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὄχι μόνον εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμοῦ. Τὸ λέγει διάταγμα τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ σήμερον τῶν στρατιωτικῶν· (ἀναγινώσκει τὸ διάταγμα). Ἡ πρώτη ἀρχὴ, ἡ πρώτη βάσις τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ ἀπαιτεῖ, ὥστε ὁ προβιβαζόμενος νὰ ὑπηρετῇ ἐν ἐνεργείᾳ. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν θὰ φιλονεικήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ὁ κ. Γρίβας ὑπηρετεῖ ἐν ἐνεργείᾳ; πρῶτον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἐνέργεια, καὶ ἂν τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ὑπάρχῃ, ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς εἶναι αὐθαιρεσία. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί ἔθεσεν ὁ νομοθέτης τοῦτο; ἵνα αἱ πράξεις τοῦ ἀτόμου ὑποπίπτωσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις ὅλου τοῦ κόσμου· νὰ μὴν ᾖναι δικαίωμα ἐκτιμήσεως οὔτε τῶν γραφείων, οὔτε τῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τῆς κοινωνίας, καὶ δι’ αὐτὸ αἱ ἑπόμεναι διατάξεις, συνέπεια αὐτῆς τῆς καθολικῆς ἀρχῆς, εἶναι αἱ ἐκτεταμέναι οὗται διατάξεις· διότι τίς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῆς ἱκανότητος; εἶναι ὁ σωματάρχης. Ἀπαιτεῖ λοιπὸν ὁ νόμος, ἡ πρότασις ἡ πρώτη νὰ ᾖναι ἡ τοῦ διοικητοῦ· ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὑπάρχει πρότασις, καὶ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, ἐνῷ ὁ κ. Γρίβας δὲν ὑπάρχει εἰς σώματα; Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι ὁ κ. Γρίβας δὲν εἶναι εἰς ἐνέργειαν. Νομίζετε ὅτι ἐπαναπαύεται ὁ νόμος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ σωματάρχου; Καὶ δὲν ὑπώπτευσε μήπως οὗτος εἶναι εἰς δύω θέσεις, εἰς ἀντιπαθείας καὶ συμπαθείας; Καὶ πολὺ πρακτικῶς παρατηρεῖ κανεὶς εἰς ὅλα τὰ μέρη ὅτι σωματάρχαι τινὲς μὲν κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπολήπτονται μᾶλλον, τινὲς δὲ ἔλαττον. Διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης δὲν τὸν ἔθεσεν ἀνεξέλεγκτον κριτὴν, ἀλλὰ τὸν ὑπήγαγεν εἰς ἄλλην ἀρχὴν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταβαίνει, λαμβάνει τὰς προτάσεις τοῦ σωματάρχου· δὲν ἀναπαύεται ὅμως εἰς αὐτὸ οὗτος, δὲν τὰς θεωρεῖ ἀληθεῖς, διότι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιληφθῇ ἰδίοις ὄμμασι καὶ αἰσθήσεσι, καὶ τότε μόνον δύναται νὰ κυρώσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ σωματάρχου, ὅταν προσωπικῶς, ὄχι δι’ ἐμμέσους λόγους, πεισθῇ περὶ τῆς ἱκανότητος του ἀτόμου, καὶ μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν κυρόνει τὴν πρᾶξιν. Ὁ ὑπουργὸς δικαιοῦται, εἶναι δικαίωμά του· βλέπει ἕνα κατάλογον προβιβασμῶν κατ’ ἐκλογὴν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν δικαιώματα, καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς φέρει ὀνόματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐκτίμησίν του δὲν εἶναι ἱκανὰ τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καθέξωσι, δὲν ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν τῶν 10 π. χ. μόνον τοὺς τρεῖς ἐγκρίνω· ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων πρόσωπα τῆς ἐκτιμήσεώς του, τῶν ἰδεῶν του. Δύναται νὰ μὴν ἀποδεχθῇ πλήρη τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τότε ἂς στείλῃ νέον ἐπιθεωρητὴν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κάμῃ προσθήκην. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ῥητῶς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καθ’ ὅλα τὰ ἄρθρα καθιεροῖ. Ἄρθρον 21 (τὸ ἀναγινώσκει). Βλέπετε ὅτι ὁ νόμος καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ διοικητοῦ ὑποβάλλει εἰς διατάξεις, καὶ ἐδὼ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ ἱεραρχία εἶναι περιωρισμένη εἶπεν, ὥστε καὶ ὁ ἐκτιμητὴς νὰ μὴ συμπαθήσῃ ὑπὲρ οὐδενὸς προσώπου, εἶπεν, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν πρέπει νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ οἰκονομικοῦ, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σώματος, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς κέκτηται ὅλων τῶν προσόντων ἱκανότητος τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται μεθαύριον νὰ διοικήσῃ καὶ αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν εἶναι μηδέν, καὶ ἐπισήμως εἰς τὴν ἀναφορὰν παραπονεθέντων ἀξιωματικῶν εἶπεν, ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀνήκουν εἰς ἐμὲ διὰ νὰ μὲ φωτίσουν. Καὶ τότε, κύριοι, ἐὰν οὕτως ἔχῃ, θὰ ἐπιζητήσωμεν τότε ἡμεῖς, ὁ στρατὸς, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλομεν τὴν τάξιν, τὰ καλῶς κείμενα, τὰ καθεστῶτα, θὰ ἐπιθυμήσωμεν τὸν δεσποτικὸν νόμον τοῦ 34, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν χρῆσιν ἐκείνου τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος πώποτε δὲν παρεβιάσθη, παρὰ ἕνεκα, καθὼς προανέφερον, μεγάλης δημοσίας ἀνάγκης εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ μακαρίτου Βέϊκου. Ἐξ ὅλων αὐτῶν, κύριοι, ἡ προκειμένη πρᾶξις ἀνάγεται εἰς κἀμμίαν διάταξιν; Ὑπάρχει ὅμως μία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, τὴν ὁποίαν μοὶ εἶπον, ὅτι θὰ ὠφεληθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν· ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ ὁποία ἐξαιρεῖ τοῦ ἐλέγχου δύω τάξεις ἀξιωματικῶν, τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ Βασιλέως καὶ τοὺς ἐργαζομένους ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐπίσης λίαν σοφὴ, εἶναι λίαν ἀναγκαία νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ, διότι οἱ μὲν ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως, θεωρουμένου ὡς τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῶν δυνάμεων τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ πληρώσωσι τὸν χρόνον τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος διαγράφει, ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὸν λοιπὸν στρατὸν, νὰ προτείνωνται ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν Βασιλέα εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμούς. Εἶναι δὲ ἐπίσης σοφὴ ἡ διάταξις, ὅτι καὶ οἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν ἐργαζόμενοι πρέπει ν’ ἀπαλάσσωνται αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἐξελέγξεως, καὶ ἰδοὺ διατί. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ πρεπόντως εἶναι τῶν δύω βαθμῶν, εἶναι τῶν ἀνωτέρων βαθμῶν καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ. Οἱ βαθμοὶ οὗτοι διὰ ν’ ἀποκτηθῶσι, προϋποθέτουσι πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν θεωροῦνται παρ’ ὅλοις τοῖς κράτεσι καὶ ἐνταῦθα οἱ μᾶλλον εἰδικοὶ, οἱ μᾶλλον κατάλληλοι, διὰ νὰ διευθύνουν τὴν ὅλην ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Ἔχουν λοιπὸν ἐκ τῶν προτέρων τὴν πρόληψιν τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητός των, διότι ἄνευ αὐτῶν τῶν στοιχείων δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν εἶναι κάτοχος, ἐὰν ὄχι τοῦ ὅλου στρατοῦ, τοῦ ὅπλου εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἕνας λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, ἐνῷ ὑπηρετεῖ εἰς τὸ σῶμα, εἶχε μόνον τὴν ἀποκλειστικὴν ἐνέργειαν τῆς διοικήσεως τοῦ λόχου του· ἀλλ’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι κάτοχος ὅλης τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ὁπλοστασίου, τοῦ πυροτεχνείου, τοῦ καψυλλείου κλπ. Λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐκ τῶν προτέρων ἔχουν σχηματίσει πεποίθησιν περὶ τῆς ἱκανότητός των. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐργαζόμενοι νυχθημερὸν, δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τῶν σωματαρχῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπέχουν πολὺ μακρὰν, οἱ μὲν ἡμέρας, οἱ δὲ ὁλοκλήρους ὥρας. Ὁ μόνος λοιπὸν ἐκτιμητὴς τῆς ἀξίας των εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, καὶ αὐτὸς θὰ κάμῃ ἔκθεσιν. Εἰς ποίαν λοιπὸν τῶν κατηγοριῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ, ἀνάγει τὴν πρᾶξιν αὑτοῦ; Ὑπηρεσία ἐνεργὸς δὲν ὑφίσταται· ὑπασπιστὴς ἢ διαγγελεὺς τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπάρχει· ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, οὔτε· ἐὰν θελήσητε νὰ τὸν φέρητε εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν, ἐὰν θέλητε ἕνα συνάδελφον, ἕνα ὑπουργὸν, ἕνα κυβερνήτην τοῦ κράτους νὰ θέσητε εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, τότε σεῖς προσωπικῶς ἐκτιμᾶτε τὰς πράξεις, τὴν ἱκανότητά του. Εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν; Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ὑπουργῶν, ὁμιλεῖ περὶ συναδέλφων; «Ἐξαιροῦνται τοῦ ὅρου τῆς εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων ἐγγραφῆς οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἡμετέρου ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· ἀπαιτεῖται ὅμως οὗτοι νὰ ἔχωσι κλπ.» Τοῦ ἡμετέρου ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· ἐὰν ἔλεγε τοῦ ἡμετέρου ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ὑπασπισταὶ καὶ διαγγελεῖς τῆς Α. Μ. Λοιπὸν εἰς ποίαν κατηγορία θὰ τὸν ὑπάγητε; ἐξετελέσατέ τι ἀφ’ ὅσα λέγει ὁ νόμος; ἐξαιρεῖτε τὸ ἄτομον αὐτὸ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπασπιστοῦ ἢ τοῦ ὑπαλλήλου; Καὶ, κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἐὰν ἐνήργει ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τὸ καθῆκόν του, ἴσως, καὶ χωρὶς ἴσως δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς μεταξὺ τῶν ἄλλων ἤθελε προτείνει καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς αὐθαιρέτως καὶ ἐναντίον τῶν νόμων ἐξελέξατο, καὶ εἶχε τὰ μέσα πλήρη ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, καὶ εἶχεν ἐν ἐνεργείᾳ 32 ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐξελέγξουν τοὺς πάντας, καθόσον ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος εἶναι κατάστασις ἐνεργείας, καὶ ἠδύναντο καὶ οἱ βουλευταὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐπιθεωρητῶν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τίποτε ἐξ ὅλων αὐτῶν δὲν ἐγένετο. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ παραβίασις τοῦ νόμου δὲν ἐγένετο μόνον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου κατ’ ἐκλογὴν, ἐγένετο καὶ δι’ ἓν ἄλλο πρόσωπον, διὰ τὸν βαθμὸν κατ’ ἐκλογὴν ἀντισυνταγματάρχου. Ὁ νόμος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, ἔδοσε πλειότερον δικαίωμα καὶ εἶπεν ὅτι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ καὶ ἄνωθεν οἱ προβιβασμοὶ γίνονται ἀποκλειστικῶς κατ’ ἐκλογήν· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ ὁ νόμος ἔθεσε περιορισμοὺς καὶ εἶπεν ὅτι ἑκάστοτε διὰ τοῦτο οἱ ἐπιθεωρηταὶ θὰ ὑποβάλλουν εἰδικὴν ἔκθεσιν· καὶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τὸ ἀνεγνώρισε, καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ προβιβασμοῦ διὰ τοῦτο ἐξέδωκε τροποποίησιν τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπροβίβασε τρεῖς ἀντισυνταγματάρχας, τὸν Κ. Μανωλάκην, Κορωναῖον καὶ Μεσσηνέζην. Οἱ μὲν δύω πρῶτοι εἶχον τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός των· ἦσαν πρῶτος καὶ δεύτερος, ὁ δὲ κ. Μεσσηνέζης ἦτο πέμπτος· παρέλειψε τρεῖς, τοὺς κκ. Κοσκινᾶν, Γούζερην καὶ Μάνεσην. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ διατάγματος, τῆς 18 Ἰουλίου, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ κάμωσιν αἴτησιν θεραπείας καὶ αἴτησιν ἀποζημιώσεως, διότι ὁ ὑπουργὸς ἐπροβίβασε τὸν κ. Μεσσηνέζην κατ’ ἐκλογὴν αὐθαιρέτως, διότι κατὰ τὴν παραμονὴν τοῦ προβιβασμοῦ ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖ τὸν νόμον αὐτόν. Τὸ διάταγμα τῆς 17 Ἰουλίου λέγει· «Ὁσάκις ἕνεκα τῶν περιστάσεων δὲν εἶναι ἐφικτὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τακτικαὶ ἐπιθεωρήσεις καὶ αἱ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀρυόμενος τὰς δεούσας πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, προτείνει ἡμῖν πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου καὶ ταγματάρχου τοὺς ταγματάρχας καὶ ἀντισυνταγματάρχας, τοὺς κατὰ μείζονα λόγον κεκτημένους τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ τὰς θέσεις, αἵτινες πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν». Ἐφημ. Κυβερνήσεως, φύλλον 46, ἔτος 67. Θὰ εἰπῇ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 61, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. ὑπουργὸς ἔδωκε καὶ τὸν συνέταξεν ὄχι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν προβιβασμῶν, τὸν συνέταξε διὰ νὰ διέπῃ τὴν τύχην καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἐθεώρησεν αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἀναγκαίαν· καὶ εἰς τὴν παραμονὴν τοῦ προβιβασμοῦ, διότι τὸ μὲν διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ εἶναι τῆς 18, τὸ δὲ διάταγμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος εἶναι τῆς 17, εἶπεν· ἐγὼ θὰ προβιβάζω ὅπως θέλω καὶ δι’ ἰδίων πληροφοριῶν· καὶ τέλος πάντων δὲν ἐννοῶ μὲ τί μέτρον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνεργεῖ τῆς αὐτῆς φύσεως πράξεις, διὰ τοῦτο δὲν βλέπω ὁ γνώμων τῆς ἐνεργείας του ἐφ’ ὅλων τῶν πραγμάτων νὰ ᾖναι ὁ αὐτός Διότι τότε διατί εἰς τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν συμπεριελάμβανε καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου; διατί δὲν ἔλεγε, διὰ νὰ κολάσῃ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς παρανομίας διὰ μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία, νομίζω, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ναὶ μὲν, διὰ νὰ γίνῃ κἀνεὶς ταγματάρχης ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ αὐτὸ, ἀλλ’ ὁσάκις αἱ περιστάσεις δὲν τὸ ἐπιτρέπουν, δύναται νὰ προβιβάζῃ ἀποβλέπων εἰς μόνην τὴν ἰδικήν του ἐξέτασιν; Λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐτροποποίησε τὴν παραμονὴν τοῦ προβιβασμοῦ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα· δι’ ἄλλην πρᾶξιν ὁμοίας φύσεως δὲν τὸ ἐτροποποίησεν, ἀλλ’ ἠθέλησεν αὐθαιρέτως, πλαγίως καὶ ἀποτόμως νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅ,τι εἶναι λίαν περίεργον εἶναι αὐτὰ τὰ διατάγματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 22 ὑποχρεοῖ ἄλλως τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν· διατύπωσις ὑποχρεωτικὴ, διότι ἄρθρον ῥητὸν τοῦ νόμου τὴν ἐπιβάλλει· καὶ παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, διὰ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν, διὰ νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ἐξελέγξεως, νὰ ἔχῃ ἐν ἐνεργείᾳ τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἄνευ δὲ αὐτῶν τῶν μέσων τῆς ἐξελέγξεως δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς κατ’ ἐκλογὴν, διότι ὄχι μόνον διὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος εἰς βαθμὸν ἀνώτερον ἡ ἀρχαιότης ξηρὰ καὶ μόνη δὲν ἀρκεῖ· καὶ τί λέγει ὁ ὑπουργὸς εἰς ἓν διάταγμα μεταβολῶν τῆς 18 Ἰουλίου; «Προβιβάζομεν ἀποκλειστικῶς κατ’ ἀρχαιότητα ἕνεκα τῆς πρὸς τὸ παρὸν ἐλλείψεως ἐξελέγξεως τῆς πρὸς ἐκλογὴν ἱκανότητος». Ἐκτελεῖ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία τῷ λέγει ὅτι, ὁσάκις θὰ προβιβάσῃς, πρέπει νὰ εἴπῃς τὸν τρόπον, καὶ λέγει· προβιβάζω ἀποκλειστικῶς κατ’ ἀρχαιότητα διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχω μέσα ἐξελέγξεως. Ἀναγνωρίζει τὸν νόμον ὑπάρχοντα, ὁ ὁποῖος τοῦ θέτει περιορισμοὺς, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ προβῇ, καὶ εἰς τὸ ἄλλο διάταγμα τῆς 21 Ἰουλίου λέγει, προβιβάζω κατ’ ἐκλογήν. Ἀφ’ ἑνὸς λέγει ῥητῶς, ὅτι δὲν ἔχει μέσα ἐξελέγξεως ἐκλογῆς, καὶ τὸ λέγει εἰς τὰ διατάγματα τῶν προβιβασμῶν ὅλων, τοὺς ὁποίους ἐνήργησε, καὶ μετὰ δύω ἡμέρας λέγει, ὅτι ἀφίνω τὰ μέσα τῆς ἐξελέγξεως καὶ προβιβάζω κατ’ ἐκλογήν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἐξ ὅλων τούτων συνάγεται πληρέστατα ὅτι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησεν, ὑπάγονται εἰς δύω διακεκριμένας κατηγορίας· τὸ μὲν ὅτι ἔκαμε κακὴν χρῆσιν δικαιωμάτων, τὸ δὲ ὅτι παρεβίασε ῥητὸν νόμον, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εὑρίσκεται εἰς δυσχερεστέραν θέσιν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν εἰς τὸν νόμον περὶ δημοτικῶν.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εὑρέθηκα εἰς δυσχερῆ θέσιν· εὑρέθην εἰς πολλὰ καλὴν θέσιν.
§90ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ τότε ὁ μὲν πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶχε ξηρὸν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ χρῆσις εἶναι περιωρισμένη καὶ γίνεται κατ’ ἐκτίμησιν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἰδέας τῶν κυβερνώντων. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν γράμμα τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει· τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι καθαρόν· ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέβαλε τὸ καθῆκον εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν ὑπὸ ῥητοὺς ὅρους καὶ ὑπὸ ῥητὰς περιστάσεις. Διὰ ταῦτα, κύριοι, συμπεραίνω λέγων ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, δὲν ὠφέλησαν τὰ ἄτομα, ἔβλαψαν τὴν ὑπηρεσίαν, ἐζημίωσαν τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ παραλύουν ὁσημέραι τὴν πειθαρχίαν τὴν τοσοῦτον ἀναγκαίαν, καὶ τὴν ὁποίαν κέκληται σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ μετὰ τὸν σεισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέστη μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν. Πρέπει νὰ μάθητε, κύριοι, ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος πᾶσα πρᾶξις δυναμένη νὰ κλονίσῃ τὰ θεμέλια μιᾶς κοινωνίας ἰδιαιτέρας, δικαζομένης δρακοντίως, ὑποβαλλομένης εἰς τοσαύτας ὑποχρεώσεις, καὶ ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἡ λοιπὴ κοινωνία πρέπει νὰ ᾖναι εὐγνώμων πρὸς αὐτὴν τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν τῇ Ἑλλάδι διὰ τῶν πολλῶν της κόπων ἐξασφαλίζει ὅ,τι ἄλλοι στρατοὶ εἰς ἄλλα κράτη δὲν ἐνεργοῦσι. Δὲν περιορίζεται σήμερον ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἀποκλειστικὰ καθήκοντα τῆς κοινωνίας του· τῷ ἐπεβλήθησαν ἐξ ἀνάγκης ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ἔκτακτοι κόποι· κατεκερματίσθη διὰ νὰ εἰσπράττῃ φόρους· ἀπεγυμνώθη, καὶ οἱ στρατιῶται σήμερον πληρόνουν διαρκῶς ἀπὸ τὸν ὀλίγον μισθόν των τὰ ἐνδύματα τῆς ὑπηρεσίας των· εἰς κανὲν ἄλλο μέρος στρατὸς δὲν εὐεργετεῖ τὴν κοινωνίαν τοσοῦτον ὅσον ὁ ἡμέτερος. Οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης ἔχουν δύω ἐντολὰς, τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἀσφάλειαν· ἐκτὸς τούτων ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως τῆς κοινωνίας. Ἡμεῖς, κύριοι, καὶ σεῖς οἱ πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας πεδινάς, δὲν εἴδετε διαρκῶς διαβαίνοντας τοὺς στρατιώτας γυμνητεύοντας διὰ νὰ εἰσπράξουν καὶ πληρώσουν τὰ ταμεῖα χρήματα διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῆς τῆς κοινωνίας; Καὶ μάθετε, κύριοι, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγον, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καλῶς πειθαρχῶν, ὅταν δὲν ἔχῃ δικαιοσύνην· μάθετε ὅτι εἰς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς κοινωνίας τὰ σφάλματα, τὰ ἀτοπήματα διορθοῦνται, ἅμα ὅμως λάβωσι χώραν τοιαῦτα ἐν τῷ στρατῷ, τὰ σκάνδαλα ὑφίστανται, εἶναι ἐσαεί. Τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης; τί δύναται νὰ πράξῃ πᾶσα διάδοχος κυβέρνησις ἐπὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν; οὐδὲν· ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ, νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχουν τὰ σπέρματα τῆς δυσπιστίας πρὸς τοὺς νόμους, παρανομίαι νὰ παρουσιάζωνται καθ’ ἑκάστην ἀπέναντι τῶν νομίμων δικαιωμάτων. Εἰς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς κοινωνίας τοιαῦται παράνομοι πράξεις δὲν ἀφίνουν τὰ ἴχνη των· ἅμα ἕνας νομάρχης ἢ ταμίας διαχειρισθῇ κακῶς τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀποβάλλεται εἴτε ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τὴν διορίσασαν, εἴτε ἀπὸ τὴν διάδοχον· ἀλλ’ ὅταν ἐν τῷ στρατῷ καταρτίζωνται βαθμοὶ, εἶναι δικαίωμα προστατευόμενον ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν μας. Αἴ, κύριοι, μάθετέ το, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνει τὸ ἔθνος, ὅτι οἱ κόποι, οἱ ὁποῖοι ἀνταλλάσσονται διὰ τῶν εἰσπράξεων, εἶναι κόποι μάταιοι· ὅτι τὸ στοιχεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ ἀτενίζῃ ἡ κοινωνία, διατελεῖ εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἴσως δὲν παρέξει ἐν δοθείσῃ στιγμῇ ὅλον τὸν ζῆλον ἐκεῖνον, ὅταν καθ’ ἑκάστην διὰ παρανόμων πράξεων ἀποθαῤῥύνεται καὶ μαραίνεται. Δὲν ἐλάλησα πώποτε, κύριοι, καὶ κακῶς ἐξελήφθη, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε νὰ ἀντιπροσωπεύσω δικαιώματα, οὔτε νὰ ἀναγνωρίσω ὑποχρεώσεις· δὲν παρεδέχθην πώποτε παρανόμους ἰδέας, διανομὴν λαφύρων εἰς τὸν στρατόν· εἰς τὸν στρατὸν τὸ συμφέρον πάσης κυβερνήσεως, ἢ τὸ συμφέρον ἐμοῦ ὡς ἀτόμου ἀνήκοντος εἰς τὸν στρατὸν, εἶναι συμφέρον ἀποκλειστικόν· ὁ στρατὸς δὲν θέλει λάφυρα· ὁ στρατὸς θέλει ἐκπλήρωσιν δικαιωμάτων, ὅταν ἐπέρχεται ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ χρόνου· δὲν πρόκειται εἰς τὸν στρατὸν οἱ βαθμοὶ νὰ ἀπονέμωνται κατ’ ἀρέσκειαν. Εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα κράτη οἱ ἀξιωματικοὶ γνωρίζουν καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τῆς προαγωγῆς των· ὁ βαθμὸς δὲν εἶναι εὔνοια τῶν προσώπων· εἶναι ἔλεγχος τῆς ὑπηρεσίας· ἐπολέμησα ἀείποτε τὴν κακὴν τάσιν τῶν ὑπουργῶν, ἐκδιδόντων κατὰ περιόδους σειρὰν προβιβασμῶν, διότι αἱ σειραὶ τῶν προβιβασμῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι διὰ νὰ συμπεριληφθοῦν πρόσωπα μὴ δυνάμενα ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ νὰ συμπεριληφθῶσι. Δὲν εἶναι ἐνέργεια εἰς τὸν στρατὸν ἀπονομαὶ βαθμῶν ἀκαταλλήλων· τοὐναντίον τὸν παραλύετε· ὁ στρατὸς καὶ πᾶς ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα δὲν ἀπαιτεῖ, δὲν δικαιοῦται παρ’ εἰς ὅ,τι ὁ νόμος τοῦ δίδει· πᾶν πέραν τοῦ νόμου εἶναι ἀποκρουστέον. Καθ’ ὅλην τὴν ἐνέργειαν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μετεχειρίσθη ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν, ὁλοκλήρους τὰς πολυπλόκους διατάξεις μιᾶς νομοθεσίας ἰδίας, ποτὲ μὲν διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τοῦτον, ποτὲ δὲ διὰ νὰ ἐξοστρακίσῃ τὸν ἕτερον. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο καὶ ἀντιπροσωπεύων, φρονῶ, ὡς ἄτομον, ὄχι ὡς ἔχων ἀποστολὴν, τὰς ἰδέας αὐτὰς, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς κοινωνίας αὐτῆς, ὀφείλει νὰ τῇ παρέξῃ τὴν συνδρομήν της, ὥστε ἡ ἰδία αὐτὴ κοινωνία νὰ ἐξακολουθῇ τὰ ἔργα της μὴ ἀποθαῤῥυνομένη ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν. Δὲν ζητοῦμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀκύρωσιν πράξεων, ζητοῦμεν ἓν παράδειγμα ἠθικὸν εἰς τοὺς μέλλοντας ὑπουργούς· κατωρθώθη ἡ μόνη πρόληψις, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ καταστραφῇ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ πρέπει νὰ τὰ διέπουν ἄνθρωποι εἰδικοί· ἡ πεῖρα διαῤῥήδην ἀνθίσταται. Ἐφθάσαμεν, κύριοι, νὰ μακαρίζωμεν τὰς ἐποχὰς τοῦ μακαρίτου Στάϊκου καὶ τοῦ Τζαβέλλα· μακαρίζεται ἡ ἐποχὴ ἐκείνη σχετικῶς πρὸς τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ· ἐσέβοντο τὸν νόμον οἱ ἀνίκανοι, οἱ φουστανελλάδες ἐκεῖνοι ὑπουργοὶ, καὶ σήμερον οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐπιστήμης ἔρχονται ἔχοντες τὴν ἱκανότητα τοῦ διαστρέφειν μόνον τοὺς νόμους καὶ ῥίπτουν κάτω τὰ πάντα. Ἐννοῆτε, ὅταν μία κοινωνία τοιαύτη, ὁποία ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, ἀποβάλλῃ τὴν μόνην πρόληψιν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ τὴν συντηρῇ διαρκῶς, εἰς ποίαν κατάστασιν φθάνει· καὶ τὸ ὁμολογῶ παῤῥησίᾳ, ὅτι δυστυχῶς καὶ διὰ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ δι’ ἐμὲ καταῤῥέει αὐτὴ ἡ πρόληψις· καὶ ἐγὼ ἀπέναντι πολλῶν ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἀπαιτεῖται νὰ κατέχεται ἀπὸ ἄνθρωπον γινώσκοντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα καὶ ὑπηρετήσαντα ἐν τῷ στρατῷ, καὶ δυστυχῶς τὰ πράγματα, καὶ δυστυχῶς ἐπανειλημμέναι πράξεις ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης παρέλυσαν, κατέστρεψαν τὴν πρόληψιν αὐτὴν, καὶ ἐννοεῖτε, ὅταν τοιαῦται κοινωνικαὶ ῥιζικαὶ προλήψεις ἐκλείψουν, ὅτε σήμερον ἀφέθημεν ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὴν διάθεσιν καὶ θέλησιν τῶν ἀτόμων, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι χαρτιὰ ἄγραφα, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν ἐφαρμογήν. Σᾶς εἶπον δὲ, κύριοι, ὅτι ἰδιαζόντως εἰς τὴν κοινωνίαν αὐτὴν πρέπει νὰ ἐπιστήσητε σπουδαίως τὴν προσοχήν σας ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, διότι καθ’ ἡμέραν ἀποῤῥοφᾷ τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους, ἀνατίθεται εἰς αὐτὴν ἡ ὕπαρξις τῆς κοινωνίας, ἡ καταδίωξις τῶν ληστῶν, ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἔχετε ἀνάγκην καὶ ἔχει ἀνάγκην τὸ ἔθνος καὶ ἡ ἰδία αὐτὴ κοινωνία, οἱ θεσμοὶ τοῦ στρατοῦ νὰ ἦναι στερεοὶ, νὰ μὴν ἦναι χαλαροί· πᾶσα χαλάρωσις διὰ τοιούτων πράξεων εἶναι ζημία ἐπικίνδυνος διὰ τὸ ἔθνος· καὶ δὲν σᾶς λέγω κηρύξατε ἀκύρους τὰς πράξεις, καθαιρέσατε τοὺς βαθμολόγους· ἔρχομαι μόνον νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ ἀνορθώσητε αὐτὴν τὴν πρόληψιν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅτι τέλος πάντων τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἠμπορεῖ νὰ παρέχῃ μερικὰ τρωτὰ μέρη εἰς τὴν παρέκκλισιν τῶν λοιπῶν κυβερνητῶν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς κλάδους, καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν στρατὸν, δὲν ὀφείλει νὰ κλονίζεται τὸ παράπαν· καὶ ἀποτεινόμενος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, λέγω εἰς ὑμᾶς καθαρῶς, καθὼς τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν ζητοῦμεν ἐκρύθμους ἀποφάσεις· ζητοῦμεν νὰ θέσητε ἕνα φραγμὸν, τέλος πάντων, εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην προσγινομένας παρανομίας, θέλομεν, τέλος πάντων, αὐτὴ ἡ ἰδία κοινωνία, τὴν ὁποίαν διέπουσι δρακόντειοι νόμοι, ἡ ὁποία διὰ μίαν ἀντιλογίαν δικάζεται καὶ καταδικάζεται, τὰ δικαιώματά της νὰ τὰ ἔχῃ πλήρη δι’ ὅσα λέγει ὁ νόμος· πέραν τοῦ νόμου δικαιώματα νὰ μὴ θελήσητε νὰ ἀναγνωρήσητε. Διὰ ταῦτα, κύριοι, συμπεραίνω ἐκθέσας, το κατ’ ἐμὲ, ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ ἐκθέσω, ὅτι ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ ὥστε ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ἀναφερομένων πράξεων νὰ διαιρέσῃ εἰς δύω κατηγορίας τὰ διάφορα ζητήματα· εἰς τὴν κακὴν χρῆσιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι δίδουν εἰς χεῖρας τῶν ὑπουργῶν, καὶ εἰς παράνομον καθαρῶς πρᾶξιν. Τὸ μὲν διὰ παράνομον καθαρῶς πρᾶξιν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ κυρίου Γρίβα· ὅσον δὲ διὰ τὰ ἄλλα ζητήματα, εἶναι ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων συνάγεται ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔθεσεν εἰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, αὔριον.
§92ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἀπόψε· ἂς ἀναφθῶσι τὰ φῶτα.
§93ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς στρατιωτικῶν). Πρὸ πολλοῦ, κύριοι, εἶχον ἀκούσει ὅτι ἀστραπαὶ καὶ βρονταὶ ἡτοιμάζοντο· ἠγνόουν τὸ ἀντικείμενον. Ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις καὶ ἐξ αὐτῆς, ἂν καὶ ἔμαθα γενικὰς κατηγορίας ἀπευθυνομένας εἰς ἐμέ, μολαταῦτα τίποτε δὲν ἐδυνήθην ἀκόμη νὰ ἐνοήσω. Ἤμην λοιπὸν σήμερον λίαν περίεργος νὰ μάθω, τέλος πάντων, τὰς πραγματικὰς κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις· ὁμολογῶ δὲ ὅτι ὄχι μόνον περίεργος ἤμην, ἀλλὰ καὶ κατά τι ἀνήσυχος, διότι δὲν ἔχω τὴν οἴησιν ὅτι τὰ πάντα γνωρίζω, καὶ ὅλαι μου αἱ πράξεις εἶναι ἀλάνθαστοι. Ὑπέθετον ὅτι ἑτοιμασία, γενομένη συστηματικῶς καὶ ἐξεργασία αὐστηρὰ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε πράξεων, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἀποκαλύψῃ καὶ μέρη τρωτὰ, τὰ ὁποῖα διέφυγον τὴν προσοχήν μου, διότι γνωρίζων τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας μου, δὲν εἶχόν ποτε τὴν ὑποψίαν ὅτι ἤθελον φωραθῆ παραβιάσας νόμους ἐν γνώσει. Τέλος πάντων ἦλθε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς λογοδοσίας. Ἠκούσατε, κύριοι, μίαν ἐκτεταμένην ἀνάπτυξιν διαφόρων κατηγοριῶν, αἵτινες, ὡς ἠκούσατε εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας, διαιροῦνται εἰς δύω τινὰ κυρίως· εἰς μίαν παρανομίαν ῥητὴν, κατωνομασμένην, καὶ εἰς ἄλλας πράξεις, κατὰ τὰς ὁποίας κακῶς διεχειρίσθην τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς χεῖράς μου ἐξουσίαν. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀνέφερεν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὰ ἀκόλουθα περιστατικὰ, δόσαντα ἀφορμὴν εἰς τὰς σκέψεις του ταύτας. Πρῶτον, ὅτι διέστρεψα ἐκ προοιμίων τὸν περὶ Φαλαγγιτῶν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν· δεύτερον, ὅτι ἐνήργησα παρὰ τὸν νόμον καὶ πρὸς βλάβην μεγίστην τῶν δημοσίων συμφερόντων, τῆς πειθαρχίας, τῆς τάξεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, προβιβάσας ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους καὶ ἀνακαλέσας ἄλλους ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, καὶ ὅτι δὲν ἐτήρησα τὸν «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον», ὅστις ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς ἀμοιβαίας πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐξ ἡμισείας διὰ προβιβασμοῦ, καὶ ἐξ ἡμισείας δι’ ἀνακλήσεως ἐκ τῆς ἀργίας· τρίτον, ὅτι ἐνήργησα διαφόρους προβιβασμοὺς εἰς τὸν ὑγειονομικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν κλάδον κατὰ παράβασιν ὁμοίως τῶν ὁρισμῶν τοῦ «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου» περὶ πληρώσεως χηρευουσῶν θέσεων, καὶ ἐπὶ τέλους τὴν μεγάλην παρανομίαν τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ταγματάρχου κ. Γρίβα καὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Πλέσα. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἐν ὀλίγοις ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὰς τὰς διαφόρους αἰτιάσεις. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν φάλαγγα, ἤμην εἰς μεγίστην ἀπορίαν νὰ μάθω ὁποίαν ἔλλειψιν ἐννοεῖ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς νὰ μοὶ ἀποδώσῃ, διότι, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οὐδέποτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν Φαλαγγιτῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς διεφιλονείκησε τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως νὰ κάμνῃ προβιβασμοὺς καὶ ν’ ἀνακαλῇ ἐκ τῆς προικοδοτημένης εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα. Τούτου οὕτως ἔχοντος, δὲν ἐννοῶ ποῦ εὑρίσκει τὸ μεμπτὸν, ὅτι προεκλήθη ἓν διάταγμα, δι’ οὗ ἀνεκλήθησάν τινες καὶ ἐπροβιβάσθησαν ἄλλοι εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα. Ἄλλως δὲ, τίνα σχέσιν ἔχει τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι προγενέστερον τοῦ νόμου, μὲ τὸν μετὰ ταῦτα ἐκδοθέντα νόμον, τὸν κανονίσαντα τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς προικοδοτημένης καὶ τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος; Μόνον ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ ἀντείπῃ τι εἰς τοῦτο, διότι ἐπρέσβευε τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅτι αἱ κυβερνήσεις δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβάζειν, καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ὑπεστήριζε μέχρις ἐσχάτων. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ ὑμεῖς, κ. βουλευτὰ, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν παραβαίνει μία κυβέρνησις τὸν νόμον, προβιβάζουσα καὶ ἀνακαλοῦσα ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, καὶ οὕτως ἐγένοντο μέχρι τοῦδε καὶ προβιβασμοὶ καὶ ἀνακλήσεις εἰς αὐτήν· τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγὼ, θελήσας νὰ δικαιώσω μέρος τῶν ἀναξιοπαθούντων ἐκείνων ἀγωνιστῶν. Συγχρόνως ὅμως ἐθεώρησα καλὸν νὰ κανονισθῇ διὰ τὸ μέλλον ὁ τρόπος τοῦ προβιβάζειν, διότι μὲ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἐνδεχόμενον ἦτον αἱ συμπάθειαί του νὰ τὸν παραπείσωσιν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν μὴ συμβῇ, βεβαίως αἱ παρεξηγήσεις δὲν ἤθελον λείψει, ὅταν μόνον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν ἐξαρτᾶται ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα ἢ νὰ προβιβάσῃ εἰς αὐτήν. Ἴσως ὁ βουλευτὴς ἐνόει δι’ ὅσων εἶπε (διότι ὁμολογῶ ὅτι κατὰ βάθος δὲν τὸν ἐνόησα), νὰ μὲ μεμφθῇ, διότι αὐτὸ τὸ διάταγμα, καί τοι προκληθὲν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, δὲν ἐδημοσιεύθη ἀμέσως. Ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν ἐν μέρει διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, ἃς ἐπρόφερε, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, καίτοι ὑπάρχον, δὲν εἶχε δημοσιευθῆ· ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς διεφιλονείκει μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τὸ νόμιμον αὐτῶν τῶν πράξεων· ἔμεινε λοιπὸν τὸ διάταγμα ἀνενέργητον ἐπ’ ὀλίγον, διὰ τοῦ νόμου δὲ ἔπαυσεν ἡ διαφωνία αὕτη καὶ ἐμβῆκαν ὅλοι εἰς τὴν νόμιμον κατηγορίαν. Τοιουτοτρόπως δὲν δύναται οὔτε ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν νὰ ὑπάρξῃ καμμία φιλονεικία, διότι ὁ ἀριθμὸς ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φάλαγγος εἶναι ὁ διὰ τοῦ νόμου κανονισθεὶς, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ τρόπος τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς μεταθέσεώς των εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα εἰς τὸ μέλλον· ἄλλως τε δὲν βλέπω τί εἶναι εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τὸ ἐπιλήψιμον ἢ τὸ σκανδαλῶδες· ἐνήργησα ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου, προκαλέσας αὐτοὺς τοὺς προβιβασμοὺς καὶ αὐτὰς τὰς ἀνακλήσεις· ὅτε δὲ ὑπέβαλα τὸν νόμον τῶν ἀριθμῶν, ἐμπεριλαμβάνοντο εἰς αὐτὸν καὶ οἱ ἐσχάτως ἀνακληθέντες καὶ προβιβασθέντες, διότι ἐντὸς τῶν 156 ὑπῆρχον καὶ οὗτοι, ὅτε ὁ νόμος ἐκυρώθη. Ἀλλὰ τὸ παραδοξότερον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἐγένετο κρυφίως, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγένετο ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ· καὶ διατὶ νὰ κάμω τοῦτο ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δὲν μοι φιλονεικεῖ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξω φανερά; Καὶ ἄν τις ἄλλος ἐξέφερε τὴν τοιαύτην ἰδέαν, ἠδύνατο ἴσως νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει δίκαιον· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐγίνωσκεν ἀπὸ στόματός μου, ὅτι ἔμελλον νὰ γίνωσι προβιβασμοὶ, διότι τὸν εἶχον παρακαλέσει νὰ μ’ εἴπῃ, ἐὰν ἐπεθύμει ἵνα ἀνακληθῇ εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα ὁ πατήρ του, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ δώσω ἓν δεῖγμα σεβασμοῦ, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους τότε ἐξέθηκεν· ὥστε ἦτον ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι προβιβασμοί. Δὲν εἶχε λοιπὸν ἡ πρᾶξις αὕτη τίποτε τὸ κρυπτόν· ὁ μόνος δὲ λόγος τῆς ἀμέσως δημοσιεύσεώς της ἦτον ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξε διὰ δύω λέξεων ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Τὸ δεύτερον ζήτημα ἦτο τὸ τῶν ἀνακλήσεων ἐκ τῆς ἀργίας.
§94Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. ὑπουργέ; Παρατηρῶ ὅτι δὲν ἀντελήφθητε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω ἐγώ, καθόσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τῶν φαλαγγιτῶν, καὶ θέλω σᾶς ἐπαναλάβει διὰ νὰ ἐννοήσητε· λέγω ὅτι, καθὼς εἶπα καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελε νὰ δοθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ὅστις ἐπεψηφίσθη, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό. Τί εἴπομεν τότε καὶ τί ἐπροκάλεσεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; ὅτι καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐκτελέσωσιν, ἠξεύρετε διὰ τί; διότι τὸ διάταγμα τῆς 14 Μαρτίου, ὅπερ ὁ κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, δὲν ἐμπεριεῖχε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ὅτι ἠδύνασθε νὰ προβιβάσητε.......
§95ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἦσαν προβιβασμένοι αὐτοὶ, Κ. Μαυρομιχάλη.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν.
§97ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἦτο πρᾶγμα τετελεσμένον· τὸ διάταγμα εἶχε προκληθῆ καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδὲ λογικὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῶν νόμος μεταγενέστερος. Κατηγορήθην ἐπίσης ὅτι παρεβίασα τὸν νόμον «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν», προκειμένου περὶ πληρώσεως θέσεων χηρευουσῶν, μὴ τηρήσας τὴν νόμιμον ἀναλογίαν, διότι ἀνεκάλεσα πλειοτέρους ἐκ τῶν ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικῶν. Ἀπατᾶται ὁ ἔντιμος βουλευτής· τὸ λέγω καθαρὰ, βασίζομαι εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἰδίου νόμου. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ θέσεις αἱ χηρεύουσαι τότε εἰς τὸν στρατόν· ὑπῆρχον χηρεύουσαι ἑπτὰ θέσεις ἀντισυνταγματαρχῶν, ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀργίας τρεῖς, οἱ κ. κ. Βότσαρης, Γενίσαρλης καὶ Πάλλης, ἐπροβιβάσθησαν δὲ τρεῖς ταγματάρχαι εἰς ἀντισυνταγματάρχας, οἱ κκ. Μανωλάκης, Κορωναῖος καὶ Μεσσηνέζης, μετετέθη δὲ ὁ ἕβδομος ἐξ ἄλλης θέσεως· βλέπετε ἐκ τούτου ὅτι ἐτήρησα ἀκριβῶς τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος. Θέσεις χηρεύουσαι ταγματαρχῶν ὑπῆρχον ἑπτά· ἐξ αὐτῶν κατέλαβον δι’ ἀνακλήσεως ἐκ τῆς ἀργίας τὰς τρεῖς οἱ Π. Ἀλεξάνδρου, Δημητριάδης καὶ Δαγκλῆς, ἐπροβιβάσθησαν δὲ τρεῖς, οἱ Ἰωαννίδης, Τζῆρος καὶ Τζακάκης, τὴν δὲ τετάρτην καθεῖξεν ὁ Καπετανάκης, μετατεθεὶς ἐκ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἐτήρησα αὐστηρῶς τὴν ἀναλογίαν τοῦ ἡμίσεως, ὡς κελεύει ὁ νόμος. Ἰατροὶ ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀργίας δύω, οἱ Ὀριγώνης καὶ Νίδερ, ὅπως καθέξωσι τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν τεσσάρων θέσεων λοχαγῶν, ἐπροβιβάσθησαν δὲ ἕτεροι δύω, οἱ Δρεπανιώτης καὶ Δωροβίνης· λοχαγοὶ τῆς οἰκονομίας ἀνεκλήθησαν τρεῖς, οἱ Σκοῦφος, Ἀθανασιάδης καὶ Καρέλης, ἐπροβιβάσθησαν δὲ δύω, οἱ Χρυσοχέρης καὶ Κοντογιάννης· ἑπομένως καὶ ἐνταῦθα ἐτηρήθη αὐστηρῶς ὁ ὅρος τοῦ νόμου. Ποῦ λοιπὸν στηρίζει τὸν ἰσχυρισμόν του ὁ ἔντιμος βουλευτής; Βεβαίως ὄχι εἰς τὸν νόμον· ἴσως ὅμως εἰς παρεξήγησιν ἢ λήθην τοῦ νόμου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐλησμόνησε, φαίνεται, ἂν καὶ ἀνέγνωσε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν,» ὅτι εἰς τοὺς ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοὺς ἀνήκει τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων εἰς τὸ ὅπλον εἰς ὃ ἀνήκουν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ τῶν θέσεων τούτων ἀνήκει εἰς τὸν προβιβασμὸν, καὶ ἐσύγχυσε τὰς θέσεις αὐτὰς μὲ τὰς θέσεις τῆς ἐθνοφυλακῆς, αἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ ὅπλον τοῦ πεζικοῦ· ἡ παρὰ τῇ ἐθνοφυλακῇ ὑπηρεσία εἶναι ἔκτακτος καὶ εἰδική, καὶ καθὸ τοιαύτη εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁρίζον τὰ δικαιώματα τῶν ἐν ἀργίᾳ καὶ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν ὡς πρὸς τὰς χηρευούσας θέσεις τοῦ ὅπλου των. Ἐγὼ δὲ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι εἶμαι μόνος ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσω, ἔθεσα ἐκείνους μὲν, ὅσοι εἶχον θέσιν καὶ δικαίωμα κατὰ νόμον, ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, ἐπροβίβασα τοὺς ἔχοντας δικαίωμα προβιβασμοῦ, τοὺς δὲ λοιποὺς ἀργοὺς ἀξιωματικούς, ἀνακαλέσας ἐκ τῆς ἀργίας, ἐτοποθέτησα ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν ὡς ἀνωτέρους προγυμναστάς. Διὰ νὰ κατανοήσητε δὲ ἔτι μᾶλλον τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου· «Οἱ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα διαλύσεως σώματος, καταργήσεως θέσεως ἢ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας ἀξιωματικοὶ ἀναλαμβάνουν τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων τοῦ βαθμοῦ των εἰς ὃ ἀνήκουσιν ὅπλον». Δὲν εἶχον λοιπὸν δικαίωμα οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ νὰ καθέξωσι καὶ τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι αἱ θέσεις αὗται δὲν εἶναι τοῦ ὅπλου εἰς ὃ ἀνήκουσιν οὗτοι. Εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἀνήκουσι καὶ οἱ δύω ἀξιωματικοί, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ἤτοι ὁ λοχαγὸς Ἀρβανίτης, γενόμενος ταγματάρχης, καὶ ὁ λοχαγὸς Σκοῦφος, προβιβασθεὶς ἐπίσης. Ἐνταῦθα, κύριοι, συζητοῦμεν τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῶν γενομένων προβιβασμῶν, ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχον θέσεις πρὸς προβιβασμόν, καὶ ἂν αἱ θέσεις αὗται ἐπληρώθησαν σύμφωνα μὲ τὰ δικαιώματα, ὅσα ὁ νόμος ὁρίζει διὰ τοὺς ἐν ἀργίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς· ὡς πρὸς τοῦτο ἔδωκα ὑμῖν τὰς δεούσας διασαφήσεις, ἀναγνοὺς καὶ ἀναπτύξας τὸν νόμον· ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ἀποκλειστικῶς ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐξουσίας τὸ διαθέτειν ἕκαστον ἀξιωματικὸν κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ λοιπὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα αὕτη τῷ ἀναγνωρίζει· εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπέμβῃ· ἄλλος ὑπουργὸς, ἄλλως κρίνων, δύναται ἄλλως νὰ διαθέσῃ τὰ πρόσωπα· ἀρκεῖ νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὁρισμοὶ τοῦ νόμου καθόσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα ἑκάστου, ἵνα καθέξῃ διὰ προβιβασμοῦ ἢ δι’ ἀνακλήσεως τὴν ἀναλογοῦσαν ἑκάστῳ μερίδα· διότι, ὡς προεῖπον, ἡ τοποθέτησις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας καὶ θέσεις τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ὅταν δὲν πρόκειται περὶ θέσεων ἐν τῷ ἰδίῳ ὅπλῳ, ἀλλ’ εἰς τὰς γενικὰς καὶ τὰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας, ἡ τοποθέτησις, λέγω, αὕτη εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου δύναται πᾶς τις νὰ ἐπικρίνῃ, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν κυβέρνησιν. Μετὰ ταῦτα κατηγορήθην, κύριοι, ὅτι ἐπροβίβασα ἐναντίον τοῦ νόμου τὸν ἀντισυνταγματάρχην καὶ συνάδελφόν μας κύριον Πλέσαν, μὴ κατέχοντα θέσιν ἐνεργείας καὶ μὴ ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως· ἑπομένως κατὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν διττῶς ἥμαρτον· πρῶτον, προβιβάσας ἀξιωματικὸν μὴ ὄντα ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ δεύτερον, ἀπονείμας βαθμὸν ἄνευ θέσεως. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι βαρυτάτη καὶ ἡ ἐνοχὴ πλέον ἢ πιθανὴ, διότι τῳόντι τὸ 21 ἄρθρον τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι οὐδέποτε ἀπονέμεται βαθμὸς, μὴ ὑπαρχούσης θέσεως. Κύριοι, ἐὰν τοιαύτας στοιχειώδεις ἀρχὰς παρεγνώριζα, ὄχι μόνον ἤθελον εἶσθαι ἀξιοκατάκριτος ὡς στρατιωτικὸς, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ἐγὼ ἤθελον θεωρηθῆ δικαίως δεκάκις πλέον ἀξιοκατάκριτος, διότι κατὰ σύμπτωσιν εἰργάσθην πολὺ ἐπὶ τῶν νόμων αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων τῶν ἰδίων νόμων, καὶ ἑπομένως ὑποτίθεται, ὑπάρχει πρόληψις, ὡς λέγει ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι λαβὼν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων αὐτῶν καὶ ἐργασθεὶς μετὰ πλείστων ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς συντάξεως αὐτῶν ὡς καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων, ἦτον ἑπόμενον νὰ ἔχω πλήρη γνῶσιν αὐτῶν καὶ διττὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωμαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος προεκάλεσα, καὶ διὰ τοῦτο ἐννοῶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ προλαλήσαντος, διότι δὲν ἀποδίδω αὐτὴν εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχει, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐλησμόνησε κάτι τι ἢ δὲν ἐνόησε τὸν νόμον, ὡς ἐγὼ τὸν ἐνόησα. Οὕτω π. χ. τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, ἤτοι τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ στρατιωτικὸς βουλευτὴς, δὲν τὴν θεωρεῖ κατάστασιν ἐνεργείας· καὶ ἀπατᾶται μεγάλως, διότι ἄρθρον εἰδικὸν τοῦ «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου» λέγει, ὅτι «ἡ διαθεσιμότης εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ τοῦ διαμένοντος προσωρινῶς ἄνευ θέσεως·» τὸ ἄρθρον τοῦτο συνεπάγει ἀναγκαίως δύω συμπεράσματα· τὸ μὲν ὅτι ὁ στρατιωτικὸς βουλευτὴς εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, καί τοι ἐκτὸς ὑπηρεσίας εὑρισκόμενος, καὶ ἑπομένως ὅτι ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα ὅσα συνεπάγεται ἡ κατάστασις τῆς ἐνεργείας, τὸ δὲ, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ θέσιν. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι βουλευταὶ, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἀληθῶς ἔχει σπουδαιότητα καὶ ὡς πρὸς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ ἤδη δὲ ὑπάρχουσιν ὅμοιαι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας παρέβλεψεν ὁ κ. βουλευτὴς ν’ ἀναφέρῃ, ἐνδεχόμενον δὲ εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ δοθῶσιν ὅμοιαι ἀφορμαὶ καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ὅλοι. Ὁ στρατιωτικὸς βουλευτὴς, κύριοι, εἶναι διαθέσιμος κατὰ τὸν νόμον· διαθέσιμος δὲ, κατὰ τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον, σημαίνει ἀξιωματικὸς ἐν ἐνεργείᾳ, μὴ ἔχων θέσιν προσωρινῶς ἐν τῷ στρατῷ· ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ· ἄρα δὲν χάνει οὐδὲ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ κατά τε ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν· καὶ τοῦτο ἐφηρμόσθη εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, διότι οὕτως ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα. Τὸ σύνταγμα ἠθέλησε τὸν ἀξιωματικὸν βουλευτὴν ἐν ἐνεργείᾳ, χωρὶς νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἐφαρμόζων λοιπὸν οὕτω τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα τί ἔπραξα; δύω τινά· ὑπέβαλα εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως προβιβασμοὺς κατ’ ἀρχαιότητα, συγκαταλέξας καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀξιωματικοὺς βουλευτὰς, οἵτινες συνέπεσε καὶ εἶναι ἐντὸς τῆς σειρᾶς τῶν προβιβαστέων. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ προβιβάζηται, διότι δὲν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διότι δὲν ὑπάρχει θέσις, ἦτον ὀρθὴ, τότε κατέῤῥεεν ὅλον τὸ οἰκοδόμημά μου, καὶ τότε δὲν παρηνόμησα μόνον προβιβάσας τὸν κ. Πλέσαν, ἀλλὰ καὶ διαφόρους ἄλλους βουλευτὰς, ὅλους δηλονότι ἐκείνους, ὅσοι κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς εὑρέθησαν, ἐν τῷ μέσῳ ἢ εἰς τὸ ἄκρον τῶν λοιπῶν. Μετὰ τοῦ κ. Πλέσα καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους προεβιβάσθη καὶ ὁ Πετιμεζᾶς κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος· ὅ,τι ἐφαρμόζεται εἰς τὸν μὲν, ἐφαρμόζεται ἐντελῶς καὶ εἰς τὸν δὲ· τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶχον τὸ δικαίωμα ἀμφότεροι δυνάμει τῆς ἀρχαιότητός των νὰ προβιβασθῶσι, διότι ὁ νόμος δὲν θέλει ὥστε ὁ ἀξιωματικὸς βουλευτὴς νὰ κατέχῃ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸν θέλει ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἑπομένως προβιβαστέον. Δύναται λοιπὸν ὁ στρατιωτικὸς βουλευτὴς, καί τοι ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ εὑρισκόμενος, καί τοι μὴ ἔχων θέσιν ἐν αὐτῷ, νὰ λάβῃ προβιβασμὸν, καὶ ὄχι μόνον κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκλογὴν, διότι τὸ Σύνταγμα προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ βουλευτὴς ἤθελε προβιβασθῆ κατ’ ἐκλογήν. Ὅθεν ἐναντίον τῆς ἐκφρασθείσης γνώμης σας, ἔντιμε βουλευτὰ, τὸ Σύνταγμα προβλέπει καὶ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, καὶ διατάσσει τί νὰ γείνῃ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀξιωματικὸς προβιβασθεὶς κατ’ ἐκλογὴν, ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸν προβιβασμόν. Οὕτως ἐννοῶν τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, εἶχον πληρέστατα τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ εἰς τὸν προβιβασμὸν ὄχι μόνον βουλευτῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ μέσῳ ἄλλων προβιβαστέων κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις, ἀκολουθῶν τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος, ἔφθανα εἰς βουλευτὰς, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς θέσιν ἐν τῷ στρατῷ· ὁ Κ. Πλέσας π. χ. διὰ νὰ μείνω εἰς τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖον προέταξεν ὁ προλαλήσας, ὁ Κ. Πλέσας εἶχε σειρὰν προβιβασμοῦ, ἂν καὶ δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ σώματι· τὸν συμπεριέλαβα λοιπὸν, διότι ὁ νόμος μοὶ τὸ ἐπέτρεπεν. Ἠδυνάμην βέβαια νὰ μὴ προβιβάσω καὶ αὐτὸν, ὡς ἐδυνάμην νὰ παραλείψω καὶ τοὺς λοιποὺς εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν εὑρισκομένους βουλευτὰς, ὡς ἐδυνάμην νὰ σταματήσω καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν λοιπῶν προβιβασμῶν, ἀποδίδων εἰς τοὺς μὲν τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠρνούμην εἰς τοὺς λοιποὺς, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀδικήσω οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, ὅσοι, φθάσαντες εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τοῦ δικαιώματος πρὸς προβιβασμὸν, ἐθεώρουν δικαίως τὸν προβιβασμόν των ὡς ὀφειλὴν διὰ τὰς προηγουμένας καλὰς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας των. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο νεωτερισμὸς καὶ ἄνευ προηγουμένων, ἑρμηνευτικῶν τῶν νόμων; εἶναι νεωτερισμὸς, δικαιολογῶν τὰς ἐγερθείσας αἰτιάσεις; Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι νεωτερισμός· ὅ,τι ἐγένετο ὑπὲρ τῶν δύω προμνησθέντων βουλευτῶν, ἐγένετο ἀνέκαθεν καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας καὶ ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας· καὶ σήμερον ἀκόμη ἐγένοντο καὶ ἄλλα ὅμοια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναφέρω πρὸς πλήρη διαφώτισιν τοῦ ζητήματος. Ἀνέκαθεν, κύριοι, ὅσοι ἀξιωματικοὶ, ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἢ εἰς ἄλλας εἰδικὰς ὑπηρεσίας καὶ γενικὰς, παραχωροῦνται, ὡς ὁριστικῶς ἀπεσπασμένοι ἐκεῖ· ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ προβιβασμοῦ των εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκουσι, καί τοι μὴ ἔχοντες θέσιν ἐν αὐτῷ, οἱ τοιοῦτοι πάντοτε προβιβάζονται, διότι οὐδὲν ἀντίκειται εἰς τὸν προβιβασμόν των τοῦτον· οὕτω π. χ. ὁ νῦν διευθύνων τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν ἀντισυνταγματάρχης κύριος Μανιτάκης ἐπροβιβάσθη, διατελῶν ἀπεσπασμένος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν κατ’ ἀρχαιότητα, ἅμα προβιβασθέντων τῶν ἀρχαιοτέρων του εἰς τὸ σῶμα, διότι τίποτε δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸν προβιβασμὸν καὶ αὐτοῦ, εὑρισκομένου εἰς θέσιν ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· οὕτως ἐπροβιβάσθη δὶς ἄλλοτε ὁ ἀντισυνταγματάρχης Καρπούνης, ὑπηρετῶν παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν οἰκονομικῶν, ἅμα τῶν ἀρχαιοτέρων αὐτοῦ προβιβασθέντων. Ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων ἐγένετο ὁ προβιβασμὸς τοῦ συνταγματάρχου Κ. Κορωναίου πρὸ δύω περίπου ἐτῶν, ὅτε διωρίσθη ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἂν καὶ ἡ θέσις αὕτη δὲν ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι οὔτε ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, οὔτε κἂν στρατιωτικὸς, νομίζω· καὶ μολαταῦτα οὗτος ἐπροβιβάσθη, διότι δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν τὸ νομίμως κωλῦον τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ, γενόμενον κατὰ σειράν. Παρατηρήσατε δὲ, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ ὅπλον τοῦ πυροβολικοῦ δὲν ὑπάρχει βαθμὸς συνταγματάρχου, ἀλλ’ ὁ ἀνώτερος βαθμὸς εἶναι ὁ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου· ἐκτὸς ὅμως τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστον σῶμα ἔχει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξίν του τὴν ἐσωτερικὴν, ὑπάρχουν καὶ γενικαὶ θέσεις, καὶ ἔκτακτοι ὑπηρεσίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται νὰ γίνωσι προβιβασμοί. Κατὰ τ’ ἀνωτέρω λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ κατέχοντες ἄλλας ὑπηρεσίας ἢ θέσεις μὴ στρατιωτικὰς καὶ οἱ κατέχοντες τινὰ τῶν γενικῶν θέσεων τοῦ στρατοῦ, ὅταν φθάνωσιν εἰς τὴν σειράν των, δύνανται νὰ προβιβάζωνται ἄνευ παρανομίας, καί τοι μὴ ὑπαρχούσης θέσεως ὀργανικῆς ἐν τῷ ὅπλῳ, εἰς ὃ ἀνήκουσιν. Ὅ,τι ἐγένετο διὰ τοὺς ἄλλους, ἐγένετο καὶ διὰ τὸν διευθύνοντα τὸν γεωμετρικὸν κλάδον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπομείνας ὁ ἀρχαιότερος τῶν ὑπολοχαγῶν μετὰ τοὺς προβιβασμοὺς, ὅσους ἐπροκάλεσεν ἡ καθαρῶς στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἐπροβιβάσθη καὶ αὐτὸς, ἀκολουθῶν τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός του. Καὶ ἄλλους τοιούτους προβιβασμοὺς ἐδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὰ παραδείγματα ταῦτα, ὄντα ἱκανὰ νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι οὐδεὶς νεωτερισμὸς ἔλαβε χώραν, ἀλλ’ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι κανονικὴ, μὴ παρουσιάζουσα οὐδὲν ἔκτακτον, οὐδὲν ἀνώμαλον, οὐδὲν τὸ προσκροῦον εἰς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἐξετάζων, κύριοι, τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Πλέσου ὄχι πλέον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομίμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πρέποντος καὶ τῶν συνεπειῶν του εἰς τὸ μέλλον, ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μαυρομιχάλην, ἐρωτήσαντα τὶ θὰ γίνῃ ὁ κ. Πλέσας ἐξερχόμενος τῆς βουλῆς, ὅτε δὲν θέλει πλέον ἔχει θέσιν ἐν τῷ σωματί του, ὅτι ὁ κ. Πλέσας θέλει εἶσθαι ἀντισυνταγματάρχης διαθέσιμος, ὡς ἤθελεν εἶσθαι ταγματάρχης διαθέσιμος, μέχρις ὅτου χηρεύσῃ θέσις, διότι ἀμφότεραι εἶναι κατειλημμέναι. Ὅλοι ἡμεῖς δὲν λογιζόμεθα ἄνευ θέσεως εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν; ὅπως λοιπὸν εἴμεθα σήμερον διαθέσιμοι, θὰ εἴμεθα καὶ ὅταν παύσωμεν τῆς βουλευτικῆς θέσεως, περιμένοντες νὰ ἀνοίξωσιν αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβωμεν. Ἄλλως τε προκειμένου περὶ ἑνὸς τοιούτου ὁμαλοῦ καὶ νομίμου προβιβασμοῦ, ἐφαρμοσθέντος εἰς τὸν κ. Πλέσαν, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ φανῶμεν ὀλίγον πλέον μαλακοί· ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὁ κατ’ ἀρχαιότητα, κατὰ νόμον καὶ κατὰ πλεῖστα προηγούμενα προβιβασθεὶς ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, εἰς ἣν ὀφείλομεν ἴδιον σεβασμὸν, διότι οὗτος εἶχεν ἀποκτήσει τὸν ἴδιον σχεδὸν βαθμὸν, ὅστις σήμερον τῷ φιλονεικεῖται, εἰς Μεσολόγγι, ὡς παῖς, ὅτε τινὲς ἐξ ἡμῶν δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη εἰς τὴν ζωήν. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τεθῇ πρῶτον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐκτιμήσεως. Κύριοι, ὑπάρχει νόμος, ὁρίζων, ὅτι διὰ τὸν προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἀνήκει εἰς τὴν ἐκλογὴν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Καὶ ἀληθῶς αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε, συνοδεύεται μὲ διάταγμα ἐκτελεστικὸν, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόντων διὰ τὴν ἐκλογήν· καὶ ἐδῶ εὑρίσκει ὁ ἔντιμος προλαλήσας λαβὴν ἰσχυρὰν νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἐπὶ παρανομίᾳ, διότι ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐκτιμήσεως ἐναντίον τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Καὶ κατὰ πρῶτον, κύριοι, ἐπειδὴ ὁ νόμος λέγει, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν καὶ τὸ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα, ἡ ἐνέργειά μου δὲν ἦτο παράνομος, ἀλλὰ τὸ πολὺ παρὰ τὸ διάταγμα, διότι ἡ περιστολὴ ὑπάρχει μόνον εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον διοικητικὸν καὶ μεταβλητόν· τὸ διάταγμα τοῦτο ἀληθῶς λέγει, καὶ πολλὰ ὀρθῶς, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῶσιν ἐργασίαι τινες, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἐν γνώσει καὶ ὑποβάλῃ ὥριμόν τι εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως· διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησε τὸ διάταγμα ν’ ἀφήσῃ εἰς μόνην τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τοσαύτην ἁρμοδιότητα. Δικαίως λοιπὸν κατὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας καὶ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα, ἅτινα, ἀφοῦ καθιεροῦν τὰς ὑποχρεώσεις τῶν στρατιωτικῶν, καθιεροῦν καὶ τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καταπατηθῶσιν, ἐνόσῳ οἱ ὅροι αὐτῶν ἐκτελοῦνται. Ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγὼ ἂν ἐξέλιπον ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ σωτηρίου τούτου διατάγματος· καὶ τὸ διάταγμα ὑπῆρχε, καὶ τὰ πρόσωπα εἶχον ἄλλοτε διορισθῆ, κύριοι, καὶ εἶχε γίνει ἔναρξις τῶν τακτικῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἔμειναν νεκρὰ ἢ κατηργήθησαν, ἴσως διότι ἐγὼ τὰ εἶχον προκαλέσει. Ἐὰν ἤδη εἴχομεν τὰ ἄλλοτε διαταχθέντα μέσα πρὸς διάγνωσιν τῆς ἱκανότητος τῶν ἀτόμων, οἱ προβιβασμοὶ ἤθελον γίνει ἅπαντες κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ ἴσως ἠθέλομεν ἔχει πλειοτέρους ἀξιωματικοὺς διακεκριμένους εἰς τὸν στρατὸν, προβιβασθέντας κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων πρὸς διάγνωσιν τῆς ἱκανότητος καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν των τοὺς ἀφῆκεν εἰς τὴν γενικὴν σειρὰν, τὴν τῆς ἀρχαιότητος, Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἀναγνωρίζω πρῶτος ἐγὼ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, διὰ τί ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅστις ἐπροκάλεσα τὸ διάταγμα τοῦτο ὡς ἐχέγγυον ὑπὲρ τοῦ δικαίου, τὸ κατεπάτησα κατὰ τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Γρίβα. Ἀπαντῶν τὸν παραπέμπω εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, ἃς περιέχει τὸ ἴδιον διάταγμα, ἐξαιρέσεις, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα ἀνεγνώρισεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας· αὗται δὲ περιλαμβάνουσι τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καὶ τοὺς ὑπασπιστὰς καὶ διαγγελεῖς τοῦ βασιλέως. Ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις αὗται, καθ’ ἃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας διατείνεται, ἐτέθησαν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι πάντοτε καὶ ἄνευ ἀμφιβολίας οἱ καλλίτεροι τοῦ στρατοῦ, καὶ καθὸ τοιοῦτοι εἶναι περιττὸν νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν. Οὐδόλως παραδέχομαι τὴν ὀρθότητα τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, διότι γινώσκω πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, οὓς θεωρῶ πολὺ ἱκανωτέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς αὐλῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπὲρ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν πρόληψις ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῶν ἐκ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων, ἀλλ’ εἶναι ἄλλος ὁ λόγος, καὶ δύνασθε νὰ μὲ πιστεύσητε, κύριοι, διότι ἡ ἐμὴ καὶ ὄχι ἄλλου ἡ διάνοια ἐνυπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Ἡ πρωτίστη καὶ ἀληθὴς αἰτία τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, μὴ ἀνήκοντες εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῶν στρατιωτικῶν ἐπιθεωρητῶν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ κανονισμένη σειρὰ τῶν προκαταρκτικῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας τὸ ἴδιον διάταγμα ὁρίζει. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε δοθῆ εἰς ἐπιθεωρητήν τινα ἡ ἁρμοδιότης νὰ συλλέξῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν, ἵνα προτείνῃ καὶ ἐξ αὐτῶν διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, παρά τινος ἤθελε ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας ἂν ὄχι παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, καθὸ ἀμέσου προϊσταμένου των, καὶ τοῦτο ὅπως δυνηθῇ βράδιον νὰ τοὺς προτείνῃ πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργό; Ἐκ τούτων ἕκαστος κατανοεῖ τὸν ἀληθῆ λόγον, τὸν ὑπαγορεύοντα τὰς ἐξαιρέσεις τῶν τάξεων ἐκείνων, ὅσαι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἔχων λοιπὸν ἀδιαφιλονείκητον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω ἀπ’ εὐθείας προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, δὲν τὸ ἔχω προκειμένου περὶ ἀτόμων, μὴ ὑπαγομένων κατ’ ἀνώτερον λόγον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν!! Ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὅπως μὲ καταδείξῃ ἀντιφάσκοντα, εἶπεν, ὅτι ὁ ἴδιος ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ προβιβασμοῦ ταγματαρχῶν, ἀνεγνώρισε τὴν ἰσχὺν τοῦ διατάγματος καὶ προεκάλεσεν ἄλλο διάταγμα, τροποποιοῦν τὸ πρῶτον. Ναὶ, κύριοι, ἀληθῶς ἐπροκάλεσα διάταγμα, συγχωνεῦον τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν εἰς τὴν τοῦ ὑπουργοῦ, προκειμένου νὰ προβιβασθῇ ταγματάρχης εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Ἂν λοιπὸν εἶχον ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ νομίμου τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ ὑπουργοῦ, χωρὶς οὗτος νὰ ᾖ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων, τίς μ’ ἐκώλυε νὰ συμπεριλάβω καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην εἰς τὸ προκληθὲν διάταγμα; Ἐδυνάμην νὰ συμπεριλάβω εἰς τὰς ἐξαιρέσεις καὶ πᾶσαν ἄλλην κατηγορίαν ἀξιωματικῶν, μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν· ἰδίως δὲ, ἔχων κατὰ νοῦν νὰ προτείνω προβιβασμὸν, κατ’ ἐκλογὴν, ὑπουργοῦ κεκτημένου βαθμὸν στρατιωτικὸν, ἐδυνάμην ἐξαιρετικῶς νὰ τάξω καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λοιπῶν ἐξαιρέσεων. Δὲν τὸ ἔπραξα δὲ διότι ἐθεώρησα γελοῖον νὰ ὑποβάλω διάταγμα ἑρμηνευτικὸν ἐκεῖ ὅπου ἑρμηνεία δὲν ἀπῃτεῖτο· διότι, ἀφοῦ δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ βασιλέως καὶ τὸν ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων, πολὺ ὀλιγώτερον ἀπαιτεῖται αὕτη, προκειμένου περὶ ὑπουργοῦ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἂν ὁ κ. Γρίβας εἶναι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου, ἂν εἶναι ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως; Ἀπαντῶ, ὄχι· ἀλλ’ εἶναι πλέον ἢ ὑπάλληλος καὶ ὑπασπιστὴς, εἶναι μέλος τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως εἰς οὐδένα ἐπιθεωρητὴν δύναται ν’ ἀνατεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν ἱκανότητος ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ διοικῇ τὸν τόπον. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ ἐθεώρησα γελοῖον νὰ προκαλέσω διάταγμα ἐξαιρέσεως, προκειμένου περὶ ὑπουργοῦ· φρονῶ, ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἐξαιρέσεως ὑπάρχουν διὰ τὸν ὑπουργὸν κατὰ πολὺ πλέον καταφανῶς ἢ διὰ πάντα ἄλλον. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι παράδοξόν τι συμβαίνει· εἰς ἄλλην ἐποχὴν ὁ κ. Βότσαρης ἐφέρθη πολὺ αὐστηρὰ πρὸς τὸν κ. Γρίβαν, σήμερον δὲ παρουσιάζεται ὅλως διαφορετικός. Κύριοι, δὲν ἀποφεύγω τὴν συζήτησιν οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· μοὶ ἀρέσκει νὰ ἐξηγοῦμαι πάντοτε φανερά. Ἠξεύρω τὶ ὑπαινίττεται ὁ κ. βουλευτὴς, διότι καὶ ἄλλοι εἶπον, ὅτι ὁ κ. Γρίβας εἶναι σωματικῶς ἀνίκανος νὰ κατέχῃ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, καθὸ ἀτυχήσας νὰ χάσῃ τὴν χεῖρά του. Ἀληθῶς, ἱκανὸν χρόνον μετὰ τὸ συμβὰν δυστύχημα εἰς τὸν κ. Γρίβαν, διέταξα νὰ παραπεμφθῇ οὗτος ἐνώπιον τῆς Ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως γνωμοδοτήσῃ αὕτη περὶ τῆς ὑγείας του· ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον τὰ Ναυπλιακὰ, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπηκολούθησαν συμβάντα, τὰ ὁποῖα, ἀνατρέψαντα τὰ καθεστῶτα ἐκ βάθρων, μετέβαλον τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐφιλονείκησεν αὐτῷ ἣν κατέλαβε θέσιν ἐν τῇ μεταβολῇ, καὶ σήμερον ἔρχεσθε νὰ μεμφθῆτε ἐμὲ, παραδεχόμενον τὸ γεγονὸς καὶ ἀναγνωρίζοντα τὴν χρησιμότητα τοῦ ἀνδρός; Καὶ προβλέπει μὲν ὁ νόμος τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, αἵτινες καθιστῶσι τὸν ἀξιωματικὸν σωματικῶς ἄχρηστον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ αὗται εἶναι ὑποχρεωτικαὶ μόνον διὰ τὰ ἄτομα, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὴν ἐξουσίαν, ἥτις δύναται μὲν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς συνεπείας αὐτῶν εἰς τὸ ἄτομον, ἀλλ’ εἶναι ἐλευθέρα καὶ νὰ μὴ τὰς ἐπιβάλῃ, ὁσάκις νομίσῃ, ὅτι τὸ ἄτομον δύναται εἰσέτι νὰ χρησιμεύσῃ ἐπιτυχῶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι οὕτως ἐφαρμόζεται τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐξουσίας καὶ ἀλλαχοῦ, μετάβητε, κύριοι, εἰς τὴν εὐρώπην, ὅπου συχνὰ θέλετε ἀπαντήσει εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοὺς ἠκρωτηριασμένους, τοὺς ὁποίους δὲν ἀποῤῥίπτουν ἐλαφρῶς ὡς σκεύη ἄχρηστα, ἀλλὰ τοὺς διατηροῦν ὁσάκις καὶ ἐφόσον ἡ ἐξουσία θεωρεῖ τὴν ὑπηρεσίαν των χρήσιμον ἀκόμη εἰς τὸν στρατόν. Σᾶς ἀναφέρω καὶ ἓν παράδειγμα, ὄχι μὲ τὸν σκοπὸν νὰ κάμω παραβολὴν μεταξὺ τοῦ κ. Γρίβα καὶ διασήμου τινὸς στρατηγοῦ τῆς Γαλλίας, καὶ ν’ ἀνυψώσω τὸν πρῶτον πέραν τοῦ δέοντος, ἀλλὰ μόνον ἵνα καταδείξω, ὅτι διατηροῦσιν ἐκεῖ καὶ εἰς θέσεις ἀνωτέρας ἄνδρας ἠκρωτηριασμένους, ἐφόσον δύνανται νὰ ὦσι χρήσιμοι. Ὅστις μετέβη εἰς τὰς Βερσαλλίας εἶδε βεβαίως τὴν εἰκόνα τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ, ὅστις ἀπεικονίζεται ἔφιππος μὲ ἕνα ὀφθαλμὸν, ἕνα βραχίονα καὶ ἓν σκέλος· οὕτω λοιπὸν αἱ κυβερνήσεις δὲν ἀποῤῥίπτουν ἀξιωματικόν τινα ὡς ἄχρηστον, διότι φέρει μίαν μόνην χεῖρα, καθότι ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἱκανότης αὐτοῦ δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὰ μέλη, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν. Ἀλλ’ ἴσως μ’ ἐρωτήσητε ἂν μόνον ὁ κύριος Γρίβας εἶχε τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐν τῷ στρατῷ· ἀπαντῶ· κύριοι, ὅτι γνωρίζω πολλοὺς, τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἱκανοὺς διὰ τοιοῦτον προβιβασμὸν, ἀλλ’ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν περιωρίσθην εἰς τὸν προβιβασμὸν μόνου τοῦ κ. Γρίβα. Οὗτος, προβιβαζόμενος, δὲν ἀφῄρεσεν οὐδενὸς ἄλλου τὴν θέσιν, διότι καθὸ ὑπουργὸς δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ· παντὸς ἄλλου ὅμως ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς ἐξ ἀνάγκης ἤθελε παραβλάψει ἀμέσως καὶ ἐκ προοιμίων τὰ δικαιώματα τρίτων, διότι ἔπρεπε διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος τοῦ προβιβασμοῦ νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ θέσις, ἣν ἤθελε καθέξει. Προκειμένου λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ ἄλλους ὁ προβιβασμὸς καὶ ὁ ἄρτος, ἐθεώρουν ἀναπόφευκτον νὰ προϋπάρξωσιν ἅπασαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐξασφαλίζουσαι τὴν δικαιοσύνην, δύνανται νὰ μετριάσωσι τὴν πικρίαν τῆς στερήσεως τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμοῦ. Οὗτος εἶναι, κύριοι, ὁ ἰσχυρὸς λόγος ὅστις μ’ ἐβίασε νὰ σταματήσω εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Γρίβα, εὐχόμενος, ὅπως εἰς τὸ μέλλον τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς θὰ δύναται, μὲ ἥσυχον συνείδησιν, νὰ προάγῃ κατ’ ἐκλογὴν τοὺς διακεκριμένους ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ.
§98ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὁ ἴδιος ἐκρίνατε αὐτὸν ὡς ἀνάξιον, ὥστε δὲν εἶσθε συνεπής.
§99ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ τοῦ κ. Γρίβα καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ. Ἤδη μεταβαίνω εἰς τὴν κατηγορίαν, ὅτι παρὰ τὸν νόμον ἐπροβίβασα αὐτὸν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ χηρεύουσα θέσις. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ὁ κ. Γρίβας ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν λοιπῶν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασθέντων βουλευτῶν· ὁ κ. Γρίβας δὲν κατέχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ οὔτε ὡς ὑπουργὸς, οὔτε ὡς βουλευτής· δύναται ἑπομένως χωρὶς νὰ παραβιασθῇ ὁ νόμος νὰ προβιβασθῇ, καί τοι μὴ ὑπαρχούσης θέσεως ἐν τῷ στρατῷ. Εἶχον λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσω αὐτὸν κατ’ ἐκλογὴν μὲν διότι ὁ κ. Γρίβας ὡς ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀποτελούντων ἀρχὴν ὑποδεεστέραν, χωρὶς δὲ νὰ ὑπάρχῃ θέσις χηρεύουσα εἰς τὸν στρατὸν, διότι ἡ ταύτης ὕπαρξις δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, καθὸ διαθέσιμοι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι διὰ τῶν ἐκτεθέντων ἀρκούντως ἀπέδειξα ὅτι δὲν κατεπατήθη ὁ νόμος περὶ Καταστάσεως τῶν Ἀξιωματικῶν, — ὅτι ἐπὶ τῶν κατονομασθέντων προσώπων, ὅσα ἀνεκλήθησαν καὶ ἐπροβιβάσθησαν, ἐτηρήθη ἀκριβῶς ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προβιβασθέντων καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀργίας ἀνακληθέντων πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων εἰς τὸ ὅπλον ἢ τὸν κλάδον, εἰς ὃν ἀνήκουν,— ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐθνοφυλακῆς ὡς εἰδικὴ, δὲν συνεπάγει τὴν ἐφαρμογὴν ἄρθρων, ἀφορώντων τὰ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, ὅτι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Πλέσα οὐδεμία ἐγένετο παραβίασις τοῦ νόμου, διότι ὁ βουλευτὴς δὲν ἀπαιτεῖται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ — καὶ ἐπὶ τέλους ὅτι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Γρίβα ὄχι μόνον τὸ πνεῦμα ἀλλ’ οὐδὲ τὸ γράμμα τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου οὐδόλως παρεβιάσθη.
§100ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5½).