1867.10.28
399 στίχοι · 2.844 λέξεις · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1867.
Σάββατον
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Γενομένης τῆς ἀντιῤῥήσεως κατὰ τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν, ἀνεβλήθη ἡ ἐπικύρωσις αὐτῶν διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ὅπως γίνῃ ἡ διόρθωσις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαιοκάρπου Κερκύρας διὰ τρίτην συζήτησιν. Ἄρθρον 1. «Καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ πρὸ τῆς συγκομιδῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου Κερκύρας, πᾶς ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενον μερίδιον ἐλαίου κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου, ἐξαιρουμένων τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς αἱ ἰδιαίτεραι μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων συμφωνίαι ὁρίζουσιν ἄλλως περὶ τοῦ νόμου ἢ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτιμήσεως».
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Αἱ ἐκτιμήσεις ἄρχονται μετὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου, πλὴν ἂν ἕνεκα τῆς ποιότητος τοῦ καρποῦ θεωρηθῇ ἀναγκαία ἀναβολή, ὅτε ὁ νομάρχης δύναται, τῇ προτάσει τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἢ καὶ τῇ βάσει ἄλλων πληροφοριῶν, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐκτιμήσεων τὸ πολὺ μέχρι τῆς 10 Νοεμβρίου. Ἡ δὲ περὶ ἀναβολῆς πρᾶξις τοῦ νομάρχου κοινοποιεῖται πρὸ τῆς 20 Ὀκτωβρίου διὰ τοιχοκολλήσεως ἐν τοῖς δημοτικοῖς καταστήμασι καὶ δι’ ἀναγνώσεως ἐν ταῖς ἐνοριακαῖς ἐκκλησίαις ἑκάστου χωρίου». Ὁ κύριος Κουρῆς ἔχει τροπολογίαν· προτείνει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ «ὅτε».
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. «Ἐν περιπτώσει παντελοῦς φθορᾶς τοῦ ἐλαιοκάρπου, τὸ ἐφετεῖον Κερκύρας ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις προσδιορισμοῦ μεριδίων, ὡς καταστραφείσης τῆς συγκομιδῆς. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐκδίδεται αἰτήσει ἑνὸς ἢ πλειόνων δημοτικῶν συμβουλίων τῶν ἐπαρχιῶν Ὄρους, Μέσης, ἢ τῶν δήμων τῶν παρακειμένων νησιδίων δι’ ἀναφορᾶς ἐπιδιδομένης εἰς τὸν δήμαρχον Κερκυραίων. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐκδικάζεται τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν πέντε ἀπὸ τῆς εἰς τὸν δήμαρχον Κερκυραίων ἐπιδόσεως ἄνευ πράξεως τοῦ προέδρου τῶν Ἐφετῶν».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Ἕκαστος ἀγροδότης ἢ ἐκμισθωτὴς ἓξ ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐκτιμήσεως ἐπιδίδωσι διὰ κλητῆρος τῷ ἑαυτοῦ ἀγρολήπτῃ ἢ μισθωτῇ κλῆσιν περιέχουσαν· 1. Τὸ ὄνομα ἑαυτοῦ, τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ. 2. Τὴν ἡμέραν τῆς γενησομένης ἐκτιμήσεως. 3. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ τὴν θέσιν, ἐν ᾗ ταῦτα κεῖνται, καὶ τὸ πληρονόμενον μερίδιον. 4. Τὸν ὑπ’ αὐτοῦ διορισθέντα πραγματογνώμονα. 5. Τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ, ἵνα παρευρεθῇ ἐν τῇ ὁρισθείσῃ ἡμέρᾳ μετὰ τοῦ ἰδίου πραγματογνώμονος. 6. Τὸν διορισμὸν ἀντικλήτου, κατοικοῦντος ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ εἰρηνοδικείου, ἔνθα κεῖνται τὰ ἐκτιμητέα ἐλαιόδενδρα, εἰς τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ γίνωσιν ἅπασαι αἱ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμεναι τοῖς ἀγρολήπταις καὶ μισθωταῖς κοινοποιήσεις καὶ ἐπιδόσεις. Ἐὰν δὲ τοιοῦτος ἀντίκλητος δὲν διορισθῇ, αἱ ἐπιδόσεις καὶ κοινοποιήσεις γίνονται ἐγκαίρως εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἰδίου εἰρηνοδικείου, ὅστις φυλάττει τὰ ἐπιδοθέντα αὐτῷ ἔγγραφα ἵνα παραδώσῃ αὐτὰ εἰς τὸν ἀγροδότην ἢ ἐκμισθωτήν, ἢ τοὺς ἀντικλήτους αὐτῶν, ἐὰν αἰτήσωσι ταύτας.
§8Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἰς τὸν παράγραφον 3 νὰ προστεθῇ «καὶ τῶν συμπεφωνημένων μεριδίων».
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ κύριος Ζερβὸς προτείνει τὴν τροπολογίαν, «καὶ τῶν συμπεφωνημένων μεριδίων»· φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ζερβοῦ συμπληροῦται ὡς ἑξῆς «καὶ τὸ πληρονόμενον μερίδιον».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τοῦ πέμπτου ἄρθρου ὁ κύριος Κουρῆς προτείνει τὸ ἑξῆς πρόσθετον. «Ὁ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτής, ὅστις, συνεπείᾳ τῆς γενομένης αὐτῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον προσκλήσεως, προτίθεται νὰ διορίσῃ τὸν πραγματογνώμονά του, ὀφείλει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τούτους τὸν ὑπ’ αὐτοῦ διοριζόμενον πραγματογνώμονα, συνάμα δὲ καὶ τὸν ἀντίκλητόν του ἐπὶ ταῖς αὐταῖς συνεπείαις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἂν ὁ ὀφειλέτης ἢ μισθωτὴς δὲν κατοικῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ εἰρηνοδικείου, ἔνθα κεῖνται τὰ ἐκτιμητέα ἐλαιόδενδρα».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5, ὅπερ γίνεται ἤδη 6. «Οὐδεὶς γενομένης ἀντιῤῥήσεως, δύναται νὰ διορισθῇ πραγματογνώμων ὑπαγόμενος εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 324 §§ 2, 6, 7 καὶ 9 τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς πραγματογνωμοσύνης. Ἐὰν τὴν ἐξαίρεσιν προτείνῃ ὁ ἀγρολήπτης, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν ἐντὸς 3 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῷ 4 ἄρθρῳ πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως. Ἐὰν δὲ τὴν ἐξαίρεσιν προτείνῃ ὁ ἀγροδότης, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν διὰ κλήσεώς του ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τοῦ διορισμοῦ πραγματογνώμονος ὑπὸ τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ. Τὴν ἐπιοῦσαν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς περὶ ἐξαιρέσεως τοῦ πραγματογνώμονος κλήσεως γίνεται ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις καὶ ἀπόφασις τοῦ εἰρηνοδικείου κατὰ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 ὡρισμένα. Ἐὰν ἡ ἐξαίρεσις ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ προτείνας αὐτὴν καταδικάζεται εἰς πρόστιμον δραχ. 25 καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἀντιδίκου».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. «Κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν οἱ πραγματογνώμονες, ἐπιδειχθέντων αὐτοῖς τῶν ἐκτιμητέων ἐλαιοδένδρων, ἐνεργοῦσι τὴν ἐκτίμησιν, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἀμφοτέροις τοῖς διαφερομένοις. Ἕνεκα κακοκαιρίας, κωλυούσης τὴν πρόοδον τῆς ἐκτιμήσεως, ἀναβάλλεται αὕτη εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην καλοκαιρίας ἡμέραν».
§16ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. «Ἐὰν ὁ πραγματογνώμων τοῦ ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ δὲν ἐμφανισθῇ, ἐνεργεῖ τὴν ἐκτίμησιν μόνος ὁ τοῦ ἀγροδότου, ἢ τοῦ ἐκμισθωτοῦ, ὁ δὲ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτὴς ἐὰν δὲν παραδέχεται τὴν ὑπὸ τούτων γενομένην ἐκτίμησιν, ὀφείλει ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν γενομένης κοινοποιήσεως τῆς ἐκτιμήσεως νὰ προκαλέσῃ διὰ κλήσεως τὸν διορισμὸν τριῶν πραγματογνωμόνων ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ ἐκτιμητέα ἐλαιόδενδρα. Ἡ κλῆσις αὕτη, δι’ ἧς, περιεχούσης τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁρισθῇ προθεσμία μεγαλειτέρα τῶν τριῶν ἡμερῶν, κοινοποιεῖται τῷ ἀντιδίκῳ ἢ τῷ ἀντικλήτῳ αὐτοῦ, ἢ, τοιούτου μὴ διορισθέντος, τῷ γραμματεῖ τοῦ εἰρηνοδικείου κατὰ τὸ ἄρθρον 143 τῆς πολιτικῆς δικονομίας καὶ ἄρθρον 4 § 6 τοῦ παρόντος νόμου. Ὁ εἰρηνοδίκης ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει παραχρῆμα καὶ παρόντων τῶν διαδίκων ἀπαγγέλλει ᾐτιολογημένην ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν καταχωρεῖ μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ ἥτις δὲν δύναται νὰ προσβληθῇ δι’ ἐνδίκου τινος μέσου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τις τῶν διαδίκων δὲν ἤθελεν εἶσθαι παρὼν κατὰ τὴν παραχρῆμα γενομένην δημοσίευσιν τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως· οὐχ ἧττον ἡ ἀπόφασις θεωρεῖται ὡς δημοσιευθεῖσα καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ. Ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει προσδιορίζεται ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς δευτέρας ἐκτιμήσεως ἐντὸς τὸ πολὺ τετραημέρου προθεσμίας. Κατὰ τὸν ὁρισθέντα πρὸς ἐκτίμησιν χρόνον, μὴ ἐμφανισθέντος οὐδενὸς τῶν πραγματογνωμόνων, ἐὰν μὲν τοῦτο ἔλαβε χώραν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἀγρολήπτου, μένει ὁριστικὴ ἡ πρώτη ἐκτίμησις, ἐὰν δὲ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἀγροδότου, τότε τὸ ὀφειλόμενον μερίδιον προσδιορίζεται δι’ ὅρκου, ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν δὲν παρουσιασθῶσιν ἅπαντες οἱ πραγματογνώμονες, ἐμφανισθῶσι δὲ μόνον εἷς ἢ δύω ἐξ αὐτῶν, προβαίνουσιν οἱ ἐμφανισθέντες εἰς τὴν ἐκτίμησιν, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτική· ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας πράττονται τὰ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένα. Ἐν τῇ ἐκτιμήσει δὲ ταύτῃ περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύω ἐκτιμήσεων πεσὼν καὶ χαμαὶ κείμενος καρπός».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. «Ἐὰν οἱ διορισθέντες πραγματογνώμονες δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ διορισμοῦ τρίτου πρὸς λύσιν τῆς διαφωνίας, συντάσσεται ἔκθεσις, περιέχουσα τὴν γνώμην ἑκάστου τῶν διαφωνησάντων πραγματογνωμόνων, καὶ τὸν τρίτον διορίζουσιν οἱ πραγματογνώμονες. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οἱ πραγματογνώμονες δὲν συμφωνήσωσι περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ τρίτου, ὁ ἀγροδότης ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν προσκαλεῖ τὸν διορισμὸν ἐπιδιαιτητοῦ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου, ὅστις ἀποφαίνεται ὁριστικῶς, καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῶν διαφωνησάντων, μὴ δυνάμενος νὰ ὑπερβῇ οὔτε τὸν ἀνώτερον οὔτε τὸν κατώτερον ὅρον τῆς γενομένης ἐκτιμήσεως. Τὰ ἔξοδα τῆς δευτέρας ταύτης ἐκτιμήσεως ἐπιβαρύνουσιν ἀμφοτέρους τοὺς διαδίκους».
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. «Ἐὰν ἕνεκεν τῆς περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου εἰρηνοδίκου ἐπισυμβῇ βλάβη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καθίσταται ὑπόλογος πρὸς τὸν ζημιωθέντα ἐπὶ ἀνορθώσει πάσης ζημίας καὶ προστίμου δραχ. 50 ἕως 100, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τοῦ πρωτοδικείου».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11. «Οἱ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδικείου διοριζόμενοι πραγματογνώμονες ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου ἕκτου τοῦ παρόντος νόμου, ἡ δὲ περὶ ἐξαιρέσεως αἴτησις, ἥτις δὲν δύναται νὰ προταθῇ εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῶν διαδίκων αὐτῶν καὶ οὐχὶ πληρεξουσίων των, γίνεται ἅμα τῇ δημοσιεύσει τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 ἀποφάσεως. Ἀμφισβητηθέντος δὲ τοῦ λόγου τῆς ἐξαιρέσεως, ἐπιβάλλεται ὅρκος εἰς τὸν ἀντίδικον τοῦ προτείναντος τὴν ἐξαίρεσιν, οὔτε γίνεται δεκτὸς ἢ ἀντεπάγεται καὶ δίδεται ἀμέσως. Ἐὰν δὲ, ὁ καθ’ οὗ ἐπροτάθη ἡ ἐξαίρεσις, δὲν ᾖναι παρὼν, ἐπιβάλλεται ὅρκος εἰς τὸν προτείναντα, ὅστις ὀφείλει νὰ δώσῃ αὐτὸν παραχρῆμα καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἰδίας γνώσεως, μὴ δυνάμενος νὰ τὸν ἀντεπαγάγῃ. Ἐὰν ἡ ἐξαίρεσις γίνῃ δεκτὴ, ὁ εἰρηνοδίκης διορίζει ἄλλον ἀντὶ τοῦ ἐξαιρεθέντος καὶ καταδικάζει τὸν ἡττηθέντα εἰς τὰ ἔξοδα...
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Βλέπετε, μετὰ τὴν διάσκεψιν ἐκείνην ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν, συνήλθομεν ἀμφότερα τὰ μέρη καὶ παρετηρήσαμεν ὅτι δὲν ἐκανονίσθησάν τινα. Ὁ ἀγρολήπτης, κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ μὴ παρευρεθῇ εἰς τὰς ἐκτιμήσεις αὐτάς. Λοιπὸν καλὸν εἶναι, εἴπομεν, νὰ δώσωμεν καὶ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἀντίκλητον.
§24ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐξαίρεσις· τότε τί θὰ γίνῃ; Ὅλα αὐτὰ ἡμεῖς τὰ ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐθέσαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν βλέπετε.
§25ΚΟΥΡΗΣ........
§26ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ μετεβάλατε τὰς ἰδέας μας, πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ δικαιολογηθῶμεν.
§27ΚΟΥΡΗΣ. Αὐτολεξεὶ μετεφέραμεν ὅ,τι εἴπατε καὶ ὑμεῖς, ἐκτός τινων παρατηρήσεων μικρῶν ἀλλ’ ἀναγκαίων.
§28ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν λέγομεν ὅτι ὁ προτείνων τὴν ἐξαίρεσιν πρὸς ἀπόδειξιν, πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ὅρκον εἰς τὸν ἀντίδικόν του· ἂν αὐτὸς δὲν ᾖναι παρὼν, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν προτείνοντα, ἀλλὰ τοῦτο ὑποθέτει ὅτι ὁ προτείνων εἶναι παρών· ὅταν ὅμως ἐπιτρέπωμεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴν ᾖναι παρὼν καὶ δὲν εἶναι παρὼν, τί θέλει γίνει; Δι’ αὐτὸ ἐπροβλέψαμεν ἡμεῖς νὰ ἔχῃ μίαν βλάβην.
§29ΚΟΥΡΗΣ. Μίαν τοιαύτην βλάβην ἐθέσαμεν καὶ ἡμεῖς.
§30ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἰδέα σας καὶ εἶναι ἄδικος. Πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὸ πρῶτον μέρος.
§31ΚΟΥΡΗΣ. Καὶ τότε θὰ ἤμεθα εἰς τὰ ἴδια.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς ἀφαιρεθῇ τὸ πρῶτον μέρος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλην ἀντίῤῥησιν;
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (Ἀναγινώσκεται τὸ 12). Ἄρθρον 12. «Οἱ πραγματογνώμονες συντάσσουσιν ἐγγράφως, καὶ ἂν ὦσι τρεῖς, κατὰ πλειονοψηφίαν, μίαν καὶ μόνην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ ἐλαιοδένδρων ἑκάστου ἀγρολήπτου ἢ μισθωτοῦ. Ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ ἀναφέρῃ ἰδιαιτέρως τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστης μερίδος, τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως καὶ νὰ ᾖναι ὑπογεγραμμένη ὑφ’ ἁπάντων τῶν πραγματογνωμόνων. Ἐάν τις τῶν πραγματογνωμόνων δὲν γινώσκῃ γράμματα, ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ὑπὸ τοῦ εἰδότος, ὑπογράφεται ὑπὸ τούτου καὶ γίνεται ἐν αὐτῇ μνεία περὶ τοῦ μὴ εἰδότος γράφειν. Ἐὰν ἅπαντες δὲν γινώσκωσι γράφειν, τὴν ἔκθεσιν συντάττει εἷς τῶν κλητήρων, ἐπὶ τούτῳ καλούμενος ὑπὸ τοῦ ἀγροδότου, ἵνα παρευρεθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὑπογράφει αὐτός τε καὶ δύω μάρτυρες καὶ ποιεῖ μνείαν τῆς αἰτίας ταύτης. Τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω συνταχθεῖσαν ἔκθεσιν ἐγχειρίζουσιν ἅπαντες ὁμοῦ οἱ πραγματογνώμονες εἰς τὸν εἰρηνοδίκην τῆς περιφερείας, ἔνθα κεῖνται τὰ ἐκτιμηθέντα κτήματα. Ἐν δὲ τῇ περιπτώσει τοῦ προηγουμένου δευτέρου ἐδαφίου λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐγχείρισιν καὶ ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν κλητήρ. Ἡ ἐγχείρισις πρέπει νὰ γίνῃ ἐντὸς δώδεκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκτιμήσεως. Ὁ εἰρηνοδίκης λαβὼν τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἀναγινώσκει ἅπασαν καθαρῶς καὶ μεγαλοφώνως ἐνώπιον τῶν πραγματογνωμόνων ἁπάντων, καθὼς καὶ ἐνώπιον τοῦ κλητῆρος, τοῦ συντάξαντος ταύτην κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, καὶ ἀμφοτέρων ἢ τοῦ ἑνὸς τῶν μαρτύρων. Ἀφοῦ δὲ ἅπαντες οὗτοι βεβαιώσωσι τὸ γνήσιον καὶ ἀληθὲς τῆς ἐκθέσεως, συντάσσει παρὰ πόδας ταύτης ἔκθεσιν ἐγχειρίσεως, ἣν ὑπογράφουσιν οἱ γινώσκοντες γράμματα πραγματογνώμονες, γινομένης μνείας τῶν μὴ γινωσκόντων, καὶ ὁ κλητὴρ ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἰδίου δευτέρου ἐδαφίου μετὰ τοῦ μάρτυρος ἢ τῶν μαρτύρων. Συγχρόνως οἱ μὲν πραγματογνώμονες ἐκτὸς τοῦ ὡς τρίτου διοριζομένου δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 10, ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὰ ἄρθρα 288 καὶ 335 τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ὅτι τιμίως καὶ εὐσυνειδότως ἐνήργησαν τὴν προκειμένην πραγματογνωμοσύνην, ὁ δὲ κλητὴρ, ὁ μάρτυς ἢ οἱ μάρτυρες ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ εἰρημένου δευτέρου ἐδαφίου ὁρκίζεται ὡσαύτως ὅτι ἡ ἀναγνωσθεῖσα καὶ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθεῖσα ἔκθεσις εἶναι ἡ ὑπὸ τῶν πραγματογνωμόνων αὐτῶν ὑπαγορευθεῖσα. Ἡ περὶ ὁρκωμοσίας ἔκθεσις ἐγγράφεται ἐπίσης ὑπὸ τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων καὶ ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ὑπὸ τῶν γινωσκόντων γράφειν πραγματογνωμόνων, γενομένης μνείας τῶν μὴ γινωσκόντων, καὶ ὑπὸ τοῦ κλητῆρος μετὰ τοῦ μάρτυρος ἢ τῶν μαρτύρων ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἰδίου δευτέρου ἐδαφίου. Ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἐδαφίων δευτέρων τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8, ὁ εἷς πραγματογνώμων παραδίδει τὴν ἔκθεσιν καὶ πράττονται τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ. Ὁ εἰρηνοδίκης λαβὼν τὰς ἐκθέσεις ταύτας τὰς μονογραφεῖ ἐφ’ ἑκάστης σελίδος, τὰς φυλάττει ἀσφαλῶς ἐν ἰδίῳ φακέλλῳ καὶ δίδωσιν ἀντιπεφωνημένον ἀντίγραφον ἑκάστῳ τῷ αἰτήσαντι ἐκ τῶν διαφερομένων.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀντὶ «ἰδίαν» «μίαν καὶ μόνην» ἔκθεσιν.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἐπιδιαιτητοῦ» διὰ τῆς φράσεως «τρίτου διοριζομένου,» διότι ὅταν ἦναι πραγματογνώμονες, ὁ τρίτος ὀνομάζεται τρίτος πραγματογνώμων.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται.) Ἄρθρον 13. «Αἱ κατὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα γενόμεναι καὶ παραδιδόμεναι ἐκθέσεις ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ὡς δημόσια ἔγγραφα, ἐκτὸς ἂν προσβληθῶσι καὶ ἀποδειχθῶσιν ὡς πλασταί. Αἱ τοιαῦται ὅμως ἐκθέσεις δὲν προδικάζουσι τὸ περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς ζήτημα.»
§40ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ κάτοχοι.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ τὸ 14 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ γʹ. φοράν. Ἄρθρον 14. «Οἱ πραγματογνώμονες, οἱ νομίμως κλητευθέντες καὶ ἀδικαιολογήτως μὴ ἐμφανισθέντες πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἐκτιμήσεως, τιμωροῦνται ἀνεκκλήτως μὲ χρηματικὴν ποινὴν 50 μέχρις 100 δραχμῶν, ἐπιβαλλομένην παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ ἐκτιμητέα ἐλαιόδενδρα, τῇ αἰτήσει τοῦ προσκαλέσαντος αὐτοὺς, καὶ καθίστανται ἐπίσης πολιτικῶς ὑπεύθυνοι πρὸς ἀνόρθωσιν πάσης ἄλλης ζημίας τούτου.» Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καραϊσκάκης. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ γʹ. φορὰν τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 15, 16, 17 καὶ 18. Ἄρθρον 15. «Αἱ ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων καὶ αἱ ἐξώδικοι κλήσεις ἢ κοινοποιήσεις καὶ τὰ πρὸς ἐπίδοσιν τούτων ἐπιδοτήρια γράφονται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, τὰ δὲ εἰς τοὺς διαφερομένους διδόμενα ἀντίγραφα τῶν ἐκθέσεων ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου δευτέρας κλάσεως». Ἄρθρον 16. «Ἅπασαι αἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐπιδόσεις γίνονται ἢ διὰ δικαστικῶν κλητήρων ἢ δι’ ἄλλων κλητήρων ἐπὶ τούτῳ, ἕνα μῆνα πρὸς τῆς 18 Ὀκτωβρίου διοριζομένων ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐν ἑκάστῃ εἰρηνοδικιακῇ περιφερείᾳ ἐκ καταλόγου πεμπομένου αὐτῷ ἐκ τῶν διαφόρων δημάρχων πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ διορισμοῦ των. Τὰ ὀνόματα τῶν διοριζομένων τούτων κλητήρων γνωστοποιοῦνται τῇ παραγγελίᾳ τοῦ νομάρχου διὰ τοιχοκολλήσεως ἐν τοῖς εἰρηνοδικείοις, ἐν τοῖς δημαρχείοις καὶ ἐν τοῖς παρεδρείοις τῶν σχετικῶν περιφερειῶν παρ’ αἷς δωρίσθησαν. Ὁ κλητὴρ λαμβάνει λεπτὰ δεκαπέντε δι’ ἑκάστην ἐπίδοσιν, καὶ ἐὰν παρευρεθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ εἰς τὴν ἐγχείρισιν κατὰ τὸ ἄρθρον 10 § 2 καὶ 3, δραχμὴν μίαν δι’ ἑκάστην δύωρον ἀσχολίαν, ὑπὸ τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ προκαταβαλλομένην». Ἄρθρον 17. «Οἱ κλητῆρες παραγγελλόμενοι τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἀμελήσαντες τὴν ταχεῖαν καὶ ἐμπρόθεσμον κοινοποίησιν τῶν ἐπιδοτέων ἐγγράφων τιμωροῦνται ἀνεκκλήτως, τῇ αἰτήσει τοῦ παραγγείλαντος, ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, παρ’ ᾧ εἰσὶ διωρισμένοι, μὲ χρηματικὴν ποινὴν δρ. 20–100, ἐπιφυλαττομένης πάσης ἄλλης κατ’ αὐτῶν ἀποζημιώσεως τοῦ παραγγείλαντος ἕνεκα τῆς ἀμελείας των». Ἄρθρον 18. «Ἐὰν ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἢ μισθωτὴς συνέλεξε τὸν πεσόντα ἢ κρεμάμενον καρπὸν ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας ἐκτιμήσεως ἄνευ ἀδείας τοῦ ἀγροδότου ἢ ἐκμισθωτοῦ, ἰσχύει ἡ ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τῶν τελευταίων τούτων γενομένη ἐκτίμησις».
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 19. «Ἐὰν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἕνεκα τυχηρῶν γεγονότων οἱωνδήποτε θεομηνίας ἐπισυμβῇ μεγάλη φθορὰ τοῦ ἐλαιοκάρπου τῆς νήσου, τότε ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τῇ προτάσει ἁπάντων ἢ τινῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς κατὰ τὰ ἄρθρα 3 ἐπιτροπῆς, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ μετὰ τὴν συλλογὴν ἄλλων ἀποδείξεων ὑπ’ αὐτοῦ διατασσομένην, δύναται νὰ κηρύξῃ ἀκύρους τὰς γενομένας ἐκτιμήσεις καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀγρολήπτας ἢ μισθωτὰς τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀγροληπτικοῦ δικαιώματος, ἢ κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ὀφειλόμενον ποσόν, καθ’ ὃ μέτρον ἤθελε θεωρηθῆ δίκαιον. Ἐὰν ἡ βλάβη αὕτη ἐπισυμβῇ ἐπί τινος κτηματικῆς περιοχῆς, τότε ὁ Ἄρειος Πάγος κρίνει κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐπὶ τῇ προτάσει ἑνὸς ἢ πλειόνων τῶν ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ δήμων. Ἐὰν ἡ βλάβη ἐπισυμβῇ ἐπί τινος ἢ ἐπί τινων κτημάτων, τότε οἱ βλαφθέντες αἰτοῦσι τὴν ὁλοσχερῆ ἀπαλλαγήν των ἢ τὴν μερικὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀγροληπτικοῦ μεριδίου, εἰσάγοντες τὴν τοιαύτην ἀγωγὴν των ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων κατὰ τὰς διατάξεις τῆς πολ. δικονομίας· τοῦ δικαιώματος τούτου ἀποκλείονται ἐκεῖνοι, ὧν τὰ κτήματα περιλαμβάνονται ἐν ταῖς περιφερείαις, περὶ ὧν ὁπωσδήποτε ἐδίκασε τὸ ἐφετεῖον κατὰ τὰ προηγούμενα ἐδάφια. Ἐὰν ἐν ταῖς περιστάσεσι τοῦ 1 καὶ 2 ἐδαφίου τοῦ παρόντος ἄρθρου παρασταθῇ ἀπόλυτος ἀνάγκη ἵνα ληφθῇ προαπόδειξις τις ἀναγκαία, δυναμένη διὰ τοῦ χρόνου νὰ ἐξαφανισθῇ, τότε τῇ αἰτήσει τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις τούτοις ἀναφερομένων τὸ ἐφετεῖον Κερκύρας δύναται προαποδεικτικῶς νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς συλλογὴν καὶ ἐξασφάλισιν τῶν ἀναγκαίων ἀποδείξεων, ἃς ὀφείλει νὰ πέμψῃ μετὰ τὸ πέρας εἰς τὸν Ἄρειον πάγον. Ἅπασα ἡ ἐν τοῖς μνησθεῖσι δύω ἐδαφίοις διαδικασία γίνεται ἀνεξόδως, οἱ δὲ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων διατασσόμενοι πρὸς ἐνέργειαν ἀναγκαίας τινὸς ἀποδείξεως ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετῶσιν ἀμισθὶ ἐπὶ ποινῇ χρηματικῇ 100–300 δρ., ἐν περιπτώσει ἀπειθείας, ἐπιβαλλομένῃ καὶ αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τῶν παραγγειλάντων ἁρμοδίων δικαστηρίων».
§43ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται τὸ ἐφετεῖον νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὴν δεῖνα περιφέρειαν δὲν ὑπάρχει βλάβη, ἐνῷ ὁ εἷς θὰ δύναται ν’ ἀποδείξῃ ὅτι κατεστράφη ἐντελῶς· διατί νὰ μὴν ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὸ αὐτὸ δικαίωμα μὲ τὸν ἄλλον;
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Βέβαια· ἔχετε δίκαιον· πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ.
§45ΚΟΥΡΗΣ. Πρόκειται νὰ σεβασθῶμεν τὸ δεδικασμένον.
§46ΡΩΜΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ δέκα βουλευτὰς ψηφίζομεν νόμους· ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, καὶ ὅ,τι ἐκάματε καὶ κάμνετε δὲν εἶναι τίποτε, διότι δὲν ἦτον ἀπαρτία.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἔγινεν ἀντίῤῥησις ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§48ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Καλέσατε τοὺς εἰς τὰ δωμάτια.
§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οἱ κκ. βουλευταὶ λέγουν ὅτι εἶναι ἐν τοῖς δωματίοις καὶ ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν θεωροῦνται παρόντες.
§50ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ῥωμαῖος ἔκαμε τὴν ἔνστασιν καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· (ἐξέρχονται οἱ ἐν τοῖς δωματίοις.)
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, βλέπω, εἴμεθα πλήρεις.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κάμε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν κ. πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν, ἂν καὶ τὸ σῶμα εἶναι ἐν πληρεστάτῃ ἀπαρτίᾳ, διότι ὁ κ. Ῥωμαῖος βλέπω ὅτι ἐπιμένει.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Ῥωμαῖε;
§55ΡΩΜΑΙΟΣ. Μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν; κύριοι, θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἴμεθα πλήρεις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 2 καὶ 25 Μ. Μ.