1867.10.27
1,715 rows · 14,514 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 27 8βρίου 1867.
Παρασκευή.
Ὥρα 1¼ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ κάμω βέβαια καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν λεπτομέρειαν τῶν πρακτικῶν, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἔργον μακρόν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω ὅτι ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν ἀπέχει πολὺ τοῦ νὰ ἐκφράσῃ ὅλας τὰς ἰδέας, ὅσαι ῥίπτονται ἐκ μέρους τῶν ἀγορευόντων, ἀρχικῶς τοὐλάχιστον, καὶ διὰ τοῦτο κάθε ἄλλο δύναται νὰ νομίσῃ τις, ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ αὐτὰ, παρὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τοὺς ὁμιλοῦντας εἰς τὸ νὰ στηρίξωσι τὸ ἀντικείμενον τῆς ὁμιλίας των ἐπὶ ἀρχῶν βασίμων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχὴν τῶν συντακτῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ βλέπετε τὸ σφάλμα;
§4ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ κανεὶς, πρέπει νὰ διέλθῃ ὅλην τὴν συζήτησιν· πρᾶγμα ὄχι μικρόν.
§5ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω μίαν ἐπερώτησιν, κύριε πρόεδρε. Κύριοι, καὶ ἡ πόλις ἅπασα καὶ τὸ κοινὸν καὶ ἡμεῖς κατεθορυβήθημεν ἔκ τινος ἀκούσματος, τὸ ὁποῖον περιῆλθε πρὸ ὀλίγου εἰς φῶς. Διεδόθη, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐλῃστεύθη καὶ τὸ ταμεῖον ἐν τῇ πρωτευούσῃ· ποῦ; εἰς τὰ ὄψεις τοῦ στρατοῦ, εἰς τὰς ὄψεις τῶν ὑπουργῶν, εἰς τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐν γένει τῶν μεγαλειτέρων δυνάμεων τοῦ κράτους· (θορυβώδεις συνδιαλέξεις καὶ διαπληκτισμοὶ μεταξὺ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τοῦ γραμματέως Φλωριᾶ). Ἂν, κύριοι, οὕτω πως διακόπτῃ τις, ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ παρεκτραπῇ εἰς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἐν τῇ διανοίᾳ του· διότι ἡ διακοπὴ εἶναι πολὺ σκληρὸν, καὶ μάλιστα ὅταν ἔρχεται ὄπισθεν (θόρυβος).
§6ΑΝΤΥΠΑΣ. Τί σᾶς εἶπον; παρακαλῶ νὰ ἀκούσωμεν.
§7ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾷς, μὲ εἶπε· διόρθωσε τὴν γλῶσσάν σου, καὶ μὴν ὁμιλῇς ἔτσι. Ἀντὶ, κύριοι, νὰ συναισθανθῶμεν τὴν θέσιν μας καὶ κλαύσωμεν, ἀπεναντίας θέλομεν ἵνα καταστήσωμεν τὴν Βουλὴν θεατρικὴν σκηνὴν μὲ τὰς διακοπάς.
§8ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα· (θόρυβος).
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! πρόκειται περὶ τῆς λῃστεύσεως τοῦ ταμείου ἐν τῇ πρωτευούσῃ.
§10ΑΝΤΥΠΑΣ. Νυμφεύσεως;
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς μὲ ἐρωτᾷ νυμφεύσεως; Τοὐτέστιν εἶπε πολὺ καλὰ, ὅτι τὸ ταμεῖον ἐνυμφεύθη μὲ ἄλλους, τοὐτέστι, περιῆλθεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας τῶν ληστῶν. Τὸ ταμεῖον, κύριοι, τῆς πρωτευούσης ἐληστεύθη· ἤκουσα ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι 46,000 ἢ 47,000, ἄλλοι λέγουν 60,000 καὶ 100,000. Τοῦτο τοσοῦτον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν προσβολὴν, ἥτις γίνεται, ἂν ὄχι ἐντὸς τοῦ κράτους, τοὐλάχιστον εἰς τὰ ἐκτὸς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτηρῶμεν καὶ τὰ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μᾶς τὰ διαρπάζουσιν, ἐνῷ συλλαμβάνονται οἱ γεωργοὶ διὰ 5, 10 δραχμὰς, καὶ ἀφοῦ τοὺς παίρνουν αὐτὰς, τοὺς παίρνουν καὶ ἄλλας τόσας οἱ στρατιῶται καὶ οἱ εἰσπράκτορες. Οὕτω λοιπὸν νὰ διαρπάζηται τὸ ταμεῖον ἐν μέσῳ τῆς πρωτευούσης, καὶ μάλιστα νὰ λέγουν ὅτι ἐνυμφεύθη τὸ ταμεῖον! Ἐκτὸς δὲ τῶν χρημάτων ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἴσως δὲν γινώσκετε. Εἰς τὸ ταμεῖον ὑπάρχουν κειμήλια, τιμαλφῆ σκεύη, ἔγγραφα· ὑπάρχουν συμβόλαια, ὑπάρχουν διαθῆκαι, ὑπάρχουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνακτήσωμεν εἰς κάθε καιρὸν, καὶ παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ τὰ κειμήλια ταῦτα καὶ τὰ σκεύη ταῦτα ἐληστεύθησαν, διότι ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, καὶ ταῦτα ἐληστεύθησαν, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἔχωμεν πρόσωπον διὰ νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς καὶ τοὺς φιλέλληνας καὶ συστήσωμεν, ὅπως καθ’ ἑκάστην πράττομεν, νὰ συνεισφέρουν. Ἡσυχία. Τὸ ταμεῖον ἐληστεύθη ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ τί ἐνήργησεν ἡ εἰσαγγελία, τί ἐνήργησαν αἱ ἀρχαὶ μέχρι τοῦδε; Μηδέν· διότι καὶ ἄλλοτε παρουσιάσθη πλαστογράφησις τῶν ἐντύπων γραμματίων, ἀλλ’ οἱ πλαστογράφοι περιφέρονται εἰς τὰς ἀγυιὰς ἀνενόχλητοι.
§12ΑΝΤΥΠΑΣ. Λοιπὸν εἶναι συνήθη αὐτά;
§13ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐλθὲ εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσῃς, διότι ἄλλως θέλω ὑβρίσει τὸν διακόπτοντα· (συνδιαλέγεται μετὰ τοῦ γραμματέως Φλωριᾶ). Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρὼν διὰ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ· ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος ἐπὶ τούτῳ, διότι βέβαια ἔμαθε τὰ καθέκαστα παραχρῆμα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν του. Ὁ λόγος μου εἶναι περὶ τῶν κειμηλίων καὶ τῶν τιμαλφῶν σκευῶν καὶ τῶν ἐγγράφων τῶν σπουδαιοτάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸ ταμεῖον· περὶ αὐτῶν, νομίζω, δὲν ἐλήφθη οὐδεμία πρόνοια καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ καὶ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§14ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἡ Βουλὴ διώρισεν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ ὅσα εἶχον διαδοθῆ καθ’ ἑνὸς μέλους αὐτῆς· (θόρυβος).
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ.....
§16ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της νὰ κάμῃ ἔκθεσιν· ἡ ἔκθεσις αὕτη μένει ἐκκρεμὴς εἰσέτι, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ τηρῆται τοιαύτη σιωπή· (θόρυβος ἀριστερόθεν). Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Μαυρογιάννην ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως καὶ γνωρίζω ὅτι τέσσαρα μέλη ἦσαν ὑπὲρ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἷς ἐναντίος εἰς τὴν ἐνοχήν. Ἡ ὑπόθεσις ἐπῆγεν εἰς τὸ δικαστήριον· οἱ τέσσαρες λέγουν, ὅτι εὑρίσκουν κἄποιαν ἐνοχήν· ὁ εἷς λέγει, ὅτι εἶναι συκοφαντία· (θόρυβος).
§18ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν τότε πρόεδρον ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης συνόδου ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα ὅπως μὴ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§19ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι συκοφαντία αὐτή· ἡ ἔκθεσις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ (θόρυβος).
§20ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σὺ ἔφαγες χρήματα καὶ τολμᾷς περὶ ἐμοῦ νὰ ὁμιλήσῃς; (Συνδιαλέξεις θορυβώδεις μεταξύ τινων βουλευτῶν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§21ΑΧΟΛΟΣ. Δύω λέξεις, κ. πρόεδρε.
§22ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης θεωρῶν ἑαυτὸν προσβεβλημένον, ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως δι’ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι πρὶν ἢ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος, ἔπρεπεν ὁ ἴδιος, ἂν ὄχι εἰς τὸ παρελθὸν, διότι ὁ κ. πρόεδρος τότε δὲν ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν συζήτησιν...
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐτυπώθη· (θόρυβος).
§24ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης, περὶ πολλοῦ ποιούμενος τὴν τιμήν του, ὁ ἴδιος ὤφειλε νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ μένῃ οὔτε εἰς αὐτὸν ἕνας μῶμος, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ ζητήσῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑποθέσεως παρὰ τῆς Βουλῆς.
§25ΑΧΟΛΟΣ. Παρατηρῶ εἴς τινας ὀλίγους, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἔχουν τὴν γενναιότητα νὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν εἴτε τὸ κόμμα, εἴτε τὸν ἑαυτόν των, θέλουν νὰ πειράξουν τοὺς ἄλλους. Προχθὲς ἐγὼ εἶπον δύω λέξεις, ἀλλ’ ὁ κ. Στεφανόπουλος μὲ ὠνόμασεν ἐμὲ τὸν Ἄχολον ἀκαταλόγιστον. Λοιπὸν ὅ,τι ἔκαμα τὸ ἔκαμα πολὺ καλά....
§26ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν θεωρῶ ἴδιον τοῦ χαρακτῆρός μου νὰ ἀπαντήσω.
§27ΑΧΟΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅσα εὐηρεστήθη ὁ συμπολίτης μου νὰ ἐκφέρῃ, τὸν εὐχαριστῶ πολὺ καὶ τίποτε περισσότερον. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ λέγῃ ὅσα θέλει.
§29ΑΧΟΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ ὅτι δὲν καταδέχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς ἄνθρωπον ὡς τὸν κ. Στεφανόπουλον.
§30ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν.
§31ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§32ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπαιτῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὰς ἐκφράσεις αὐτὰς ἢ ὄχι· ὑπάρχει εἷς κανονισμὸς εἰς τὰς χεῖράς σας.
§33ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν δέχηται νὰ ῥίπτωνται αὐτὰ τὰ πράγματα ἐδὼ ἢ ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδοκιμάζει ἡ Βουλή;
§35ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§36ΑΧΟΛΟΣ. Ἐγὼ ἀποδοκιμάζω τοὺς ἀποδοκιμάζοντας.
§37ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀξιόμεμπτα καὶ σημειόνονται εἰς τὰ πρακτικά.
§38Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὅταν ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέλυσε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Φθιώτιδος, ἕνεκα τῆς εὐκτικῆς ἐκείνης πράξεως, δι’ ἧς παριστῶν τὰ δεινοπαθήματα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντεπροσώπευε καὶ διερμήνευε τὰ αἰσθήματά του, παρεκάλει αὐτὴν νὰ λάβῃ σύντονα καὶ ἀποτελεσματικώτερα μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀληθῶς ἐξεπλάγην καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἦτο δικαιοτάτη ἡ ἀγανάκτησις τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες ἐγγύτερα τῶν πραγμάτων ὄντες καὶ συμμετέχοντες εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως τῶν συνεπειῶν τῆς θλιβερᾶς ἐκείνης καταστάσεως, προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐπερωτήσεως. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω, κύριοι, εἰς τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Πετιμεζᾶ περὶ τοῦ παραλόγου τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως, περὶ τῆς σιγῆς δηλονότι, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀπέναντι τῶν ἀλλεπαλλήλων καὶ ἀλληλοδιαδόχων ἀγορεύσεων διαφόρων ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, σιγῆς, ἣν ἠδύνατό τις νὰ ἀποδώσῃ ἢ εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος, ἢ εἰς τὴν ἀψηφησίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει εἴς τινας πολιτικὰς δοξασίας ὁ ὄγκος τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἥτις ἀποβαίνει πολλάκις λίαν ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐλθὼν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἠθέλησε νὰ παίξῃ τρόπον τινὰ ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ἐκείνης παρατηρήσεως, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ μὴ διέλθω ἀπαρατήρητον τὸ παιγνίδιον τοῦτο. Τί θέλετε, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, νὰ πράξωσιν οἱ ὑπουργοὶ ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ ἀποκαταστήσῃ σπουδαῖον ζήτημα ἓν ἁπλοῦν περιστατικὸν, ἀφορῶν τὴν διάλυσιν ἑνὸς σωματιδίου; Ἔπρεπεν, εἶπε, νὰ δαπανήσωσι καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρον ἡμέραν διὰ νὰ ἐνδιατρίψωσιν εἰς μικρὰ πράγματα, ἢ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι παντάπασι πράγματα, καὶ νὰ παραγκωνίσωσι τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς Κερκύρας, τῆς περιβλέπτου ἐκείνης κοινωνίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρος νομός; Καὶ τίς, κύριοι, ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνεγνώρισε τὴν δικαίαν ἀπαίτησιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Κερκυραίων, καὶ ἦλθεν ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ῥίψῃ ἐπ’ αὐτῶν ἄνθη καὶ ῥαντίσματα; Μήπως ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἑνώσεως δὲν ἀπησχολήθησαν καὶ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἀρθῶσιν ἐκ τοῦ μέσου τὰ διχοστατικὰ ἐκεῖνα αἴτια, ἅτινα κρατοῦν τὴν κοινωνίαν ἐκείνην οὐχὶ εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὡς εἶναι καὶ ἡ φύσις τοῦ τόπου; Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ἔπρεπε νὰ ὡριμάσῃ, ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ οὐ μόνον παρὰ τῇ κυβερνήσει καὶ τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτῇ τῇ ἐριζούσῃ κοινωνίᾳ, διὰ νὰ λυθῇ συμφώνως μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἀληθὲς συμφέρον ἀμφοτέρων τῶν κοινωνικῶν ἐκείνων τάξεων· τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἦλθε, καὶ ἰδοὺ ὅτι κατὰ προτίμησιν συζητεῖται καὶ ἀπασχολεῖ τόσας ἤδη ἡμέρας τὴν Βουλὴν, κεῖται δὲ πρὸς τὸ τέρμα του. Ἀλλὰ νομίζετε, κ. ὑπουργὲ, ὅτι εἶναι ἥττονος ἀξίας τὸ ἀντικείμενον τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου; νομίζετε ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς τύχης δώδεκα ἀτόμων; Ἂν τοιοῦτόν τι ἐνομίσατε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχετε λάθος. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, πρόκειται περὶ τῆς βάσεως ἐκείνης, περὶ τοῦ θεμελίου ἐκείνου ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν. Ὅταν δημοτικὰς ἐλευθερίας δὲν ἔχωμεν, (καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι στηρίζονται εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν) δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν δημοσίας ἐλευθερίας. Εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα σπουδαιότατον καὶ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐκήρυξαν ὅτι συνδέεται μετὰ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον ὅμως ἡμεῖς σήμερον δὲν θέλομεν νὰ ἐγγίσωμεν· θὰ ἔλθῃ μετ’ οὐ πολὺ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ σιγὴ λοιπὸν εἰς τοιαῦτα θεμελιώδη ζητήματα εἶναι ἀθέτησις τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων, διότι ἄνωθεν ἡμῶν ὑπάρχει ἓν ἄλλο κριτήριον, τὸ κριτήριον τοῦ ἔθνους, ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ κοινὴ κρίσις καὶ ἐκτίμησις ἐπὶ τῶν ἔργων ἡμῶν. Ναὶ ὅ,τι ὑμεῖς ἀποφασίσητε, ἔχει νομικὴν ὕπαρξιν καὶ ἰσχὺν, ἀλλ’ ἡ ἀείποτε ἀναγκαία ἠθικὴ δύναμις δὲν παρακολουθεῖ καὶ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς δικαιοσύνης· διὰ τοῦτο ὀφείλετε, κ. ὑπουργὲ, νὰ δικαιολογηθῆτε· πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀκούσῃ ἡ κοινωνία ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν ὑπουργῶν τοὺς λόγους ἐφ’ ὧν ἐστήριξαν τὴν πρᾶξιν αὐτήν· δὲν πρέπει κἀμμίαν μομφὴν, κἀμμίαν ἐπίκρισιν νὰ ἀφήσητε ἀναπολόγητον· ἡ σιωπὴ ἐπιβαρύνει πολὺ τὴν Κυβέρνησιν. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἔρχομαι εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ὑπὸ συζήτησιν ὑποθέσεως. Δὲν ἤμην παρὼν προχθὲς, ὅτε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐλάλησεν, ἵνα ἀντιληφθῶ ἰδίαις αἰσθήσεσι τῶν λόγων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίζετο ἡ διάλυσις τοῦ συμβουλίου· ἐξ ὅσων ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως ἤκουσα συμπεραίνω, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 59 τοῦ δημοτικοῦ νόμου· τοὐτέστιν εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠξίωσαν ὅτι ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ κύριοι ὑπουργοί, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνάπτυξε μετὰ στόμφου ὁ κ. Λομβάρδος. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἐὰν πράγματι ἔχῃ ἡ κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἐὰν τὸ ἔχῃ ἀπόλυτον ἢ περιωρισμένον, καὶ κατόπιν ἂν ὑπάρχουν λόγοι, οἵτινες ἠδύναντο νὰ συνεπιφέρουν τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, κύριοι, ἐπειδὴ ἀναγκάζομαι νὰ ἔλθω εἰς ἐξέτασιν τοῦ νόμου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μακρηγορήσω ὀλίγον. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 59· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀπόῤῥοια ἑνὸς ἄλλου πολιτεύματος, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας. Τί σημαίνουν, κύριοι, τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἢ τί εἶναι τὰ δημοτικὰ συμβούλια; δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ συνελεύσεις τοῦ λαοῦ ἐν σμικρότητι. Εἰς τὰ 1837, κύριοι, ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν ἦσαν καθιερωμέναι αἱ συνελεύσεις τοῦ λαοῦ. Τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων τότε ἦτον ἄλλο, ἦτο περιωρισμένον, διετέλει ὑπὸ ἐπιτήρησιν αὐστηρὰν, ὑπὸ ἐπαγρύπνησιν καὶ περιορισμούς· δὲν εἶχεν ἀκόμη καθιερωθῆ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται νὰ συναθροίζωνται οἱ πολῖται εἰς τὰς ἀγορὰς καὶ τὰς πλατείας, ν’ ἀγορεύωσιν ἐπὶ τραπέζης, ὡς σήμερον, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ διάλυσίς των, εἰμὴ ὁσάκις πρόκειται νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ δημόσιος ἀσφάλεια. Τότε, ἐννοῶ, ὅτι ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις εἰς παρομοίας περιστάσεις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ σημερινὴ, διότι, ὡς δὲν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς λαοὺς, ἤγουν εἰς τοὺς ἐντολεῖς, νὰ συνέλθωσι καὶ νὰ ἐκφράσωσι τὰς ἰδέας των, τὰ φρονήματά των, τὰς εὐχάς των καὶ τὰ τοιαῦτα, οὕτω δὲν ἐπετρέποντο τοιαῦται ἐκφράσεις καὶ ἀναφοραὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ ἐντολοδόχους, οἷοι εἶναι οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ὁ πολιτικὸς ἡμῶν χάρτης καθιεροῖ τὰς πλέον εὐρείας ἐλευθερίας· σήμερον ὅταν ἔχητε εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 9, 10, 11 καὶ 14 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται τὸ συνέρχεσθαι, τὸ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ἀναφέρεσθαι· σήμερον, ὅταν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς κυβερνήσεως, ἐν τῇ μητροπόλει τοῦ κράτους, συνέρχωνται ἐν ταῖς πλατείαις πλῆθος ἀνθρώπων καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν ἀναβαίνῃ ἐπὶ τραπέζης καὶ ἐλέγχει καὶ ἐξελέγχει τὴν κυβέρνησιν χωρὶς ἡ ἐξουσία νὰ δύναται νὰ διαλύῃ τὴν συνάθροισιν καὶ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν δημοσίαν ἀγόρευσιν, ἐκτὸς ὅταν ἐπαπειλῆται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια· ὅταν, λέγω, ἡσύχως καὶ ἀόπλως οἱ πολῖται ἐξασκοῦν τὰ τοιαῦτα θεμελιώδη των δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ παροῦσα, οὔτε κἀμμία τῶν προλαβουσῶν κυβερνήσεων διενοήθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς περιορισμόν τινα, δὲν εἶναι μέγας ἀναχρονισμὸς καὶ πολιτικὸς σολοικισμὸς τὸ νὰ θέλετε νὰ ἔχητε τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων; καὶ τί κακὸν ἔπραξε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Φθιώτιδος; μήπως συνῆλθεν ἐν ὅπλοις; μήπως διετάραξε τὴν ἡσυχίαν; Ὄχι· οὔτε ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει συνῆλθεν, ἀλλ’ ἐν ἰδιαιτέρᾳ, ὅπως εἴθισται τοῖς δημοτικοῖς συμβουλίοις, καὶ ἐξέφρασε τὰ παράπονα τῶν ἐντολέων του καὶ τὰς εὐχὰς αὐτῶν, καὶ μόνη ἡ νομαρχία, εἰς ἣν ὑπεβλήθη ἡ πρᾶξις, ἐγνώρισεν ἐπισήμως τὰ γενόμενα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ σημερινὸν δημόσιον δίκαιον εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον τοῦ 1837· ἀπέχει ἀπείρους λεύγας ἐκείνου, ἀπόῤῥοια τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 59. Καὶ σεῖς, κύριοι, οἱ δημιουργήσαντες τὸ νέον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, πρέπει νὰ προσέξητε ἵνα μὴ εἰς τὰς ἡμέρας σας καταπατηθῇ, ἵνα μὴ γενῆτε σεῖς αὐτοὶ οἱ δήμιοί του. Ἀλλὰ ἴσως μᾶς εἴπῃ ἡ κυβέρνησις, αἴ! καὶ τί θὰ γίνῃ; πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἐπαναστατήσωσι τὸν τόπον ὑπὸ τὸ πρόσχημα αὐτὸ, ὑπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνέρχεσθαι, τοῦ συζητεῖν καὶ τοῦ ἀναφέρεσθαι; Ποία ἐγγύησις τῆς δημοσίας τάξεως θέλει ὑπάρχει τότε; ποία πειθαρχία μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐνῷ ἀμφότεραι αὗται αἱ ἐξουσίαι, ὡς ἀλληλένδετοι, ὀφείλουν νὰ συντρέχουν ἡ μία τὴν ἄλλην χωρὶς τὸ ἓν μέρος νὰ προσκρούῃ εἰς τὸ ἕτερον, καὶ μάλιστα τὸ μικρότερον εἰς τὸ μεγαλεῖτερον; Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια πρέπει νὰ ᾖναι ἀνώτερα τῆς μεγάλης δυνάμεως τοῦ κράτους καὶ ὅλως ἀπόλυτα· ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἐννοῶ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου πολιτεύματος, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ διαλύῃ αὐτά. Καὶ ἐὰν χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ κράτους δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ δημοτ. νόμου εἶναι κατηργημένη ὁλοσχερῶς, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅμως ὅτι ἡμιαργεῖ, καθ’ ὅσον καὶ ἡ Συνέλευσις μὴ προφθάσασα νὰ ἐπιψηφίσῃ ὅλον τὸν δημοτικὸν νόμον, ἄφησε τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμὲς, καὶ ἐννοεῖται ὅτι ἄφησε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ πρεπόντως. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀντιποιοῦνται οἱ κύριοι ὑπουργοί. Θὰ ἔλθω τώρα εἰς τὸ περιωρισμένον δικαίωμα, καίτοι τῶν κ. ὑπουργῶν διϊσχυριζομένων, ὅτι τὸ γράμμα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 59 εἶναι καθαρὸν, ὅτι δηλ. «ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὰ δημοτικὰ συμβούλια.» Ἐὰν, κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἠθέλομεν μιμηθῆ εἴτε τὰ πλημμελιοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουν τὸν ποιν. νόμον κατὰ γράμμα, εἴτε τοὺς ποινικολόγους, ἐξηγοῦντας αὐτὰ ἐπίσης κατὰ γράμμα, ὅλα τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἤθελον κρέμασθαι ἀπὸ μίαν κλωστὴν καὶ ἀπὸ τὸ ψαλίδιον ἑκάστου ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὄχι· ἐν τῇ διοικήσει αἱ ἀρχαὶ, ὅπου οἱ νόμοι εἶναι ἀσαφεῖς ἢ περιληπτικοὶ, πρέπει νὰ ὁδηγῶνται ἀπὸ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ ἀπὸ πνεῦμα δικαιοσύνης, καὶ δὲν πρέπει αἱ κυβερνήσεις νὰ ὠφελῶνται ἀπὸ τὸ γράμμα, ἀλλὰ νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, φωτιζόμεναι ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου καὶ προηγούμενα ὑπάρχουν καὶ γνῶμαι νομοδιδασκάλων, οἵτινες ἡρμήνευσαν αὐτὸ τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ νόμου. Καὶ περὶ μὲν τῶν πρώτων ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπε προχθὲς, ὅτι τρία παραδείγματα ὑπάρχουν διαλύσεως δημοτικῶν συμβουλίων, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα δηλ. κατὰ τὸ 1837 διελύθη τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀθηνῶν διὰ τρεῖς λόγους· πρῶτον, ὅτι παρημέλησε τὰς ὑποθέσεις τοῦ δήμου, δεύτερον ὅτι δὲν συνέταξε νομίμως τὸν δημοτικὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τρίτον ὅτι παρέβη τὰ καθήκοντά του. Καὶ μολονότι ἡ διάλυσις αὕτη συνέβη τὸ 1837, ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, ὅτε ἠδύνατο νὰ διϊσχυρισθῇ ἡ κυβέρνησις, ὅτι εἶχεν ἀπόλυτον τὴν ἐξουσίαν, ὠφελουμένη ἐκ τοῦ ξηροῦ γράμματος τοῦ νόμου· πάλιν βλέπετε ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα καὶ χάριν αὐτῶν καὶ μόνων, ὡς ἐπαγρυπνοῦσα ἀρχὴ, ἀπεφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸ δημοτικὸν αὐτὸ συμβούλιον. Κατὰ τὸ ἔτος 1843 διελύθη τὸ τῶν Ἀνακτορίων· τὸ διάταγμα δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους, ἀλλὰ, ὡς ἐπληροφορήθην, τοῦτο ἐγένετο διότι δὲν ἐνήργει τὰ δημαιρεσιακά του καθήκοντα· καὶ τρίτον κατὰ τὸ 1854 διελύθη τὸ τῶν Πτελεατῶν, διότι δὲν ὑπῆρχον ὅσα μέλη ἀπῃτοῦντο πρὸς ἀπαρτίαν, οὔτε τακτικὰ, οὔτε συμπληρωματικά· ὥστε καὶ εἰς τὰς τρεῖς διαλύσεις συμφέροντα δημοτικὰ ἐπενήργησαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν προηγουμένων αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ διδακτικαὶ ἑρμηνεῖαι, τὰς ὁποίας δίδει ὁ μακαρίτης καθηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου Ἀργυρόπουλος, τοῦ ὁποίου αἱ ἐμβριθεῖς κρίσεις καὶ ἡ πολυμάθεια δύνανται νὰ ᾖναι ὁ ἀσφαλέστερος γνώμων καὶ ἡ κοπὶς τῶν λόγων καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀντιλεγόντων, καθ’ ὃ ἐξ ἐπαγγέλματος ἑρμηνεύσαντος τὸν περὶ οὗ πρόκειται νόμον. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νομομαθέστατος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἑρμηνεύων τὸν νόμον αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ καθηγητοῦ, ἀφ’ ἧς δὲν ἀπέβλεπεν οὔτε πρὸς πολιτικὰ, οὔτε πρὸς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς διδασκομένης νεολαίας. Ἄρθρον 59. «Τὰ πολυμελῆ σώματα παρεκτρεπόμενα τῶν καθηκόντων των εἶναι κινδυνωδέστερα ἀπὸ τὰ ἄτομα, καθότι ἡ τόλμη καὶ ἡ παραφορά των αὐξάνουσιν ἐκ τῆς ἀμοιβαίας προτροπῆς καὶ ἐξάψεως, καὶ κατὰ λόγον τῆς μικροτέρας εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἕκαστον μέλος ἀναλαμβάνει, ὑποκρύπτον τὴν ἰδίαν ἐνοχὴν εἰς τὴν γενικὴν τοῦ σώματος. Ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων εἶναι ἀνίσχυρον ὅπλον, πολλάκις μεταχειριζόμενον καὶ καθ’ ἃς μάλιστα περιπτώσεις δὲν πρόκειται περὶ διοικητικῶν τινων πράξεων, ἀλλὰ «περὶ συνδέσμων παρανόμων μὲ ἄλλα ὁμοφυῆ σώματα, περὶ ἀπειθείας διαρκοῦς καὶ περὶ ἀντιπολιτεύσεως στασιώδους κατὰ τῶν καθεστώτων, ἢ διοργανώσεως ἀνταρσίας κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους». Εἰς τοιαύτας περιστάσεις, τιμωρουμένας τὰς πλείστας ἀπὸ τὸν ποιν. νόμον, ὁ Βασιλεὺς, καθὸ ἀρχηγὸς ὅλων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ζυγοστάστης τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, διαλύων τὸ συμβούλιον, προσκαλεῖ τοὺς ἐκλογεῖς νὰ στείλωσιν ἄλλους ἀντιπροσώπους τοῦ δήμου. Ἀλλ’ ὁ νόμος, φοβούμενος μήπως διαλυθὲν μείνῃ ἀσυγκάλεστον καὶ πάθωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ἔθεσε προθεσμίαν τεσσάρων ἑβδομάδων, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον. Εἰς Πρωσσίαν ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ κηρύξῃ, μετὰ τὴν διάλυσιν, τοὺς συμβούλους πρὸς καιρὸν ἢ διὰ παντὸς ἐκπτώτους τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι· ἀλλ’ ἡ ὑπέρογκος αὕτη δύναμις τοῦ δικάζειν περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν πολιτῶν εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον παράλογος, καθόσον πολλάκις γίνεται κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, ἡ δὲ κυβέρνησις θέλει εὐκολώτερον παρασύρεται εἰς τὰς ἀδίκους διαλύσεις, ὅταν ἠμπορῇ συγχρόνως νὰ νεκρόνῃ τὴν πολιτικὴν ἱκανότητα τῶν ἀντιπάλων της. Μέχρι τοῦδε ἓν μόνον διάταγμα ἐξεδόθη, τὸ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1847, διαλύον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀθηνῶν· θεωροῦμεν ἀναγκαιότατον τὰ διατάγματα ταῦτα νὰ ἐκδίδωνται μὲ ἀκριβεῖς αἰτιολογίας». «Περὶ συνδέσμων λοιπὸν παρανόμων μὲ ἄλλα ὁμοφυῆ σώματα, περὶ ἀπειθείας διαρκοῦς καὶ περὶ ἀντιπολιτεύσεως στασιώδους κατὰ τῶν καθεστώτων, ἢ διοργανώσεως ἀνταρσίας κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους» ὁμιλεῖ ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος καθηγητής. Καὶ μόνον εἰς τοιαύτας περιστάσεις λέγει, ὅτι δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ τὸ συμβούλιον. Τῷ ὄντι, ὅταν ἓν συμβούλιον φθάνῃ εἰς τὸ νὰ παρεκτραπῇ εἰς ἐπικινδύνους κατὰ τῶν καθεστώτων πράξεις, εἰς συνεννοήσεις συνωμοτικὰς μετ’ ἄλλων συμβουλίων, ἢ εἰς ἀντιδράσεις συστηματικὰς κατὰ τῆς κυβερνήσεως, σκοπούσας ἀνατροπὰς καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐκεῖ, τὸ καταλαμβάνω, ἔκτακτα μέτρα ἀπαιτοῦνται· αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ὑπαγορεύει τὴν διάλυσιν τοῦ τοιούτου συμβουλίου. Θὰ μοὶ εἴπετε ἴσως· ἐὰν δὲν φθάνωσιν εἰς τοσοῦτον μέγαν βαθμὸν αἱ παρεκτροπαὶ, τί ποιητέον εἰς περιστάσεις ἐλαφροτέρας μὲν, ἄλλα μὴ ἀναγομένας εἰς τὴν σφαῖραν τῶν συμβουλίων; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τελεία ἀκολασία; Ὄχι λέγω, ἀλλ’ ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ ἴδιος καθηγητὴς περὶ τοιούτων περιστάσεων. Ἄρθρον 57. «Ὁ δημοτικὸς καὶ ἄλλοι τινὲς νόμοι περιέγραψαν τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ἃ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐνδιατρίβουσιν· ἐξερχόμενα δὲ τοῦ νομίμου αὐτῶν κύκλου ἐκδίδουσιν ἀκύρους ἀποφάσεις... Αἱ ἀποφάσεις τῶν συμβουλίων εἶναι ἀκυρώσιμοι, ἐὰν αὐτὰ συναθροισθῶσιν εἰς ἄλλους τόπους, εἰς ἄλλους χρόνους, ὑπὸ ἄλλους τύπους ἢ πρὸς ἄλλους σκοποὺς παρὰ τοὺς διὰ νόμου, κανονισμοῦ, ἢ ἰδιαιτέρας ἀδείας ἀρχῆς συγχωρηθέντας· διότι συναθροιζόμενα εἰς συνέλευσιν κατ’ ἐποχὰς ἐκτάκτους, μὴ ὁριζομένας ἀπὸ τὸ 53 ἄρθρον καὶ ἀπὸ τὸν εἰδικὸν περὶ δημοτικῶν συνόδων νόμον, καὶ ἀποκρύπτοντα εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς ἢ εἰς ἔρημα μέρη τὰς συνεδριάσεις των, ἐναντίον τοῦ 224 ἄρθ. τοῦ ποιν. νόμου καὶ ἐπὶ σκοπῷ ἀποῤῥήτῳ ἢ ἐγκληματικῷ, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκδώσουν νόμιμον ἀπόφασιν, καὶ ἂν ἐκδοθῇ αὕτη ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός των. Ὁ νόμος δὲν κηρύττει αὐτὰς ἀκύρους, διότι ἀφίνει εἰς τὸν διοικητὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ν’ ἀκυρώσῃ αὐτὰς, ὅταν περιέχωσι τῷ ὄντι ἐπιβλαβεῖς ἢ ἀναρμοδίους διατάξεις, ἢ ὅταν ἀποδεικνύεται ὁ ἐγκληματικὸς σκοπός. Αἱ ἀποφάσεις ὅμως αὗται παρὰ τοῦ δημάρχου ἐκτελούμεναι εἶναι ὑποχρεωτικαὶ πρὸς τοὺς πολίτας, ὁσάκις δὲν περιέχουσι διάταξιν ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῶν συμβουλίων μέχρις ἀκυρώσεως, διότι δὲν εἶναι ἔργον ἑκάστου πολίτου νὰ ἐξετάζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐσωτερικῆς κατασκευῆς τῶν ἀποφάσεων. Αἱ πράξεις τῶν συμβουλίων εἶναι ἄκυροι ἢ ἀκυρώσιμοι, ὁσάκις τὰ μέλη αὐτῶν συνέλθωσι χωρὶς νὰ προσκληθῶσι παρὰ τοῦ προέδρου κατὰ τὸ ἄρθρον 53 τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι ἡ ἀνάγκη διακρίσεως μεταξὺ ἐκτάκτων συνεδριάσεων καὶ τῶν τακτικῶν, διοριζομένων παρὰ τοῦ νόμου ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1836 περὶ τὴν 15 Σεπτεμβρίου καὶ 1 Ἀπριλίου. Κατὰ τὰς τελευταίας, ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει τὴν ἐποχὴν καὶ τὸ ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων, τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου χωρὶς προσκλήσεως συνερχόμενα, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ προέδρου παρὰ τοῦ ἀντιπροέδρου ἢ τοῦ πρεσβυτέρου τῶν συμβούλων προεδρευόμενα, ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι καὶ νὰ διεξαγάγωσι δημοτικὰς ὑποθέσεις· ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ κατὰ τοῦ προέδρου ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ῥηθέντος νόμου δὲν πολεμεῖ, ἐνισχύει μάλιστα τὴν ἰδέαν ταύτην. Κατὰ τὰς ἐκτάκτους ὅμως συνεδριάσεις, ἐπειδὴ ἡ συνάθροισις καὶ ὁ τῆς συναθροίσεως σκοπὸς ἄγνωστα, πρέπει νὰ προηγηθῇ πρόσκλησις ἀπὸ μέρους τοῦ προέδρου, διὰ νὰ ὑπάρχῃ νομιμότης τῆς συνόδου καὶ τῶν πράξεων τοῦ συμβουλίου. Ὑπάρχει ἀκυρότης ὁσάκις τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἄνευ διατάξεως τοῦ νόμου, ἢ ἀδείας τῆς ἀρχῆς, συνδέονται καὶ σχετίζονται δι’ ἀλληλογραφίας, ἀποτελοῦντα κοινὸν σύνδεσμον, διότι δὲν δύνανται νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν γενικῶν τῆς κοινωνίας συμφερόντων, ἀλλὰ περὶ μόνων τῶν τοπικῶν τοῦ δήμου. Αἱ πράξεις αἱ ἐξ αὐτῆς τῆς συνενώσεως προκύπτουσαι εἶναι ἄκυροι, διότι πᾶν ὅ,τι ὁ ποιν. νόμος ἀπαγορεύει, τοῦτο πραττόμενον δὲν ἔχει οἱονδήποτε κῦρος, ἄρθ. 224 ποιν. νόμου. Ὥστε ἀπόλυτον δικαίωμα ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει· τὸ ἔχει περιωρισμένον, καὶ τότε δύναται νὰ τὸ μεταχειρισθῇ, ὅταν ἀναπόδραστος ἀνάγκη ὑπαγορεύῃ τὴν χρῆσίν του. Ἐν Γαλλίᾳ, κύριοι, ὁσάκις τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἴτε εἰς προκηρύξεις ἢ δηλώσεις εἴτε εἰς ἀλληλογραφίαν μετ’ ἄλλων συμβουλίων παρεκτρέπονται, τιμωροῦνται μὲ τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεών των, καὶ περιπλέον ὁ νομάρχης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας των ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἡ δὲ κυβέρνησις νὰ παρατείνῃ τὴν διακοπὴν ἐπὶ ἓν ἔτος. Καὶ ὅμως ἐπὶ τῆς ἀπολύτου ἡμῶν μοναρχίας, ὅταν καθιερώθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57, οὔτε τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν ὁ ἡμέτερος νομοθέτης, καί τοι ἀπολύτων ἀρχῶν. Σήμερον ἠξεύρετε τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου εἷς μόνος ἄρχει; Ἐπειδὴ πολλὰ συνεχῶς συμβαίνει νὰ λαμβάνωσι χώραν ἔκτακτοι θυσίαι πρὸς αὔξησιν καὶ κίνησιν στρατῶν, ὅπερ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐπιβαρύνει τὸν λαὸν, πολλὰ νομαρχιακὰ συμβούλια ἀπεδοκίμασαν καὶ κατέκριναν τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέτρα, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις τοῦ αὐτοκράτορος Ναπολέοντος κανὲν ἐξ αὐτῶν δὲν διενοήθη νὰ διαλύσῃ. Λοιπὸν ἀπόλυτον δικαίωμα ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει· τὸ περιωρισμένον της δικαίωμα, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, διότι ἐγὼ τὸν θεωρῶ ὅτι ἀργεῖ, πάλιν τὸ περιωρισμένον της δικαίωμα ἡ κυβέρνησις δὲν τὸ ἐξήσκησε δεόντως· δὲν εἶχε λόγους, καθὼς θέλω ἐξηγηθῆ, πρὸς διάλυσιν τοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης προχωρῶν εἶπε τὰ ἑξῆς· «Παράδοξον πρᾶγμα ἐφάνη εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ παρεξέστη αὕτη, διότι, ἐν ᾧ ἡ κυβέρνησις δὲν διέλυσε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Κερκύρας παρεκτραπὲν, διέλυσε ἐκεῖνο τῆς Φθιώτιδος, μὴ τολμήσασα νὰ πράξῃ τι κατὰ τοῦ συμβουλίου τῆς Κερκύρας, διότι ὑπὸ τὰς σάρκας αὐτοῦ ἀπήντησεν ὁ πέλεκυς της ὀστᾶ ἐλέφαντος· ἀπατᾶται ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις, διότι ἡμεῖς δὲν διελύσαμεν τὸ τῆς Κερκύρας, ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἀπέβλεπεν ἀτομικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸ παρεβλέψαμεν, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἀπέβλεπε γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.» Πρῶτον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ταῦτα λέγων, παρεξήγησε τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ· ὁ κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπρεπε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Κερκύρας νὰ διαλυθῇ· ἐξεναντίας ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ κυβέρνησις τὰ αὐτὰ πράγματα δὲν τὰ μετρεῖ μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν, καὶ ὅτι πνεῦμα καταδιωκτικὸν καὶ κομματικὰ συμφέροντα ὡδήγησαν τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Φθιώτιδος, μὴ τυγχάνοντος ἰσχυρῶν προστατῶν, ὡς ἐκεῖνο τῆς Κερκύρας· καὶ διὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ὀρθοῦ τούτου συλλογισμοῦ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα. Εἰς χεῖράς μου περιῆλθεν ἀρτίως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 489 φύλλον τῆς ἐφημερίδος «ἡ Νέα Γενεά·» εἰς αὐτὴν τὴν ἐφημερίδα, ἥτις, ὡς γνωστὸν, εἶναι ὑπουργικὴ, ἀπήντησά τι πολλὰ περίεργον. Ἀφίνων κατὰ μέρος ὅτι καὶ αὐτὴ κατακρίνει τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου καὶ λέγει ὅτι εἶναι ἕωλος πλέον μετὰ τὸ σύνταγμα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 59, ἀπήντησα, λέγω, μίαν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Τολοφῶνος, ἔχουσαν οὕτω· «Πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸν Κύριον Εὐθύμιον Κεχαγιᾶν. Εἶναι ἀνυπολόγιστα τ’ ἀγαθὰ, ὅσα παρέχει εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ σύστασις τοῦ πρωτοδικείου ἐν Ἀμφίσσῃ, καὶ δὲν ὑπάρχει ψυχὴ ζῶσα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Δωρίδος τοὐλάχιστον, νὰ μὴ εὐγνωμονῇ εἰς ὑμᾶς ὡς τὰ μάλιστα ἐργασθέντας καὶ συντελέσαντας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἀνεκτιμήτου τούτου εὐεργετήματος. Ὅθεν θεωροῦντες καθῆκόν μας ἀπαραίτητον οἱ ὑπογεγραμμένοι, ὡς ἀντιπροσωποῦντες ὁλοσχερῶς τὸν δῆμον Τολοφῶνος, νὰ ἐκφράσωμεν ὑμῖν διὰ τῆς παρούσης τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην τῶν κατοίκων τοῦ δήμου τούτου, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ ἐξακολουθῆτε ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ ἀνέκαθεν πρὸ τῆς ἀναδείξεως ὑμῶν ἀναξιοπαθοῦντος τούτου τόπου, βέβαιοι ὄντες, ὅτι αἱ εὐεργεσίαι ἃς σεῖς ἐπιδαψιλεύετε εἰς αὐτὸν ἐκτιμῶνται προσηκόντως..... κτλ.» Σᾶς προσθέτω μάλιστα καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἤκουσα· ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τι μεγαλείτερον καὶ πρωτοφανὲς ἐν Ἑλλάδι, ἐπρόκειτο, λέγω, περὶ ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπρολήφθη ἐντεῦθεν, ἴσως ἐκ μετριοφροσύνης τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ περιωρίσθη εἰς τὴν ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης. Ἐν πρώτοις, κύριοι, διὰ τῆς πράξεως ταύτης παραγνωρίζεται ἡ ἐξουσία καὶ ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀποδίδεται τὸ πᾶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· ἀλλ’ ἀφίνων κατὰ μέρος τὴν ἀπρέπειαν ταύτην, ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ μὲ εἴπῃ πῶς ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ ἔργον; Ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἡ ἐπιδοκιμασία τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; εἶναι ἔργον τοῦ συμβουλίου αἱ ἐπιδοκιμασίαι, ἡ ἔκφρασις εὐαρεσκειῶν καὶ τὰ τοιαῦτα; Διατί ἐκεῖνο δὲν τὸ ἐτιμωρήσατε; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ὅταν ἐπιτρέπετε τὴν ἔκφρασιν χαρᾶς, δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίζετε καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης; ὅταν ἐπιτρέπετε τὰς ἐπιδοκιμασίας καὶ εὐαρεσκείας, δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίζητε τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀποδοκιμασίας καὶ ἀπαρεσκείας· τὸ ἓν παρακολουθεῖ τὸ ἕτερον. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις διϊσχυρίζεται, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν δὲν μετρᾶτε τὰς αὐτὰς πράξεις, ὅτι ὄχι ἀπὸ καλωσύνην σας, ἀλλ’ ἀπὸ ἀτολμίαν παρεβλέψατε τὸ συμβούλιον Κερκύρας, καὶ ὅτι πνεῦμα κομματισμοῦ διέλυσε τὸ τῆς φθιώτιδος. Ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐξακολουθῶν, διέλυσεν, εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις τὸ συμβούλιον τῆς Φθιώτιδος ἕνεκα τῆς ὥρας κατὰ τὴν ὁποίαν παρεξετράπη. Ἡμεῖς, λέγει, αὐτὴν τὴν στιγμὴν διαπραγματευόμεθα μετὰ τῆς Τουρκίας ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διεθνὴς συνθήκη περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν μεθορίων κατὰ τῆς λῃστείας, καὶ ἔρχεται αὐτὸ τὸ εὐλογημένον σωματίδιον τὴν ὥραν ταύτην νὰ ταράξῃ τὰς διαπραγματεύσεις μας. Ἐὰν δὲ συνδυάσῃ τις τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ συμβούλιον ἔσφαλε, διότι δὲν ἀνέφερε τὰ αἴτια τῆς λῃστείας ποῦ κεῖνται, τουτέστι παρέλειψε, κατ’ αὐτὸν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ λῃστεία ἔχει τὴν πηγήν της, τὴν καταγωγήν της καὶ τὴν ὑποστήριξίν της εἰς τὰ μεθόρια καὶ εἰς τὴν ἔνοχον διαγωγὴν τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ἠδύνατο νὰ προέλθῃ εἴς τινας ἄλλας ἐξηγήσεις, τῶν ὁποίων ὅμως δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της εἰς τὸ συμβούλιον, διότι παρέλειψε ν’ ἀναφέρῃ τὰ αἴτια ἐκεῖνα, παρέλειψεν ἐνταῦθα καὶ ἕτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ σήμερον θέλω νὰ σιωπήσω. Ἄλλως τε δὲν ἐννοῶ εἰς τὶ ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰς διπλωματικὰς διαπραγματεύσεις ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ συμβουλίου, ἔστω καὶ ἂν παρέλειψε μερικὰ πράγματα· τοὐναντίον φρονῶ ὅτι ἔρχεται πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κυβερνήσεως, ἀναφέρουσα τὴν θλιβερὰν καὶ ἀθλίαν κατάστασιν τῆς Φθιώτιδος. Ἡ Εὐρώπη γνωρίζει ἤδη ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μεθορίων συντελεῖ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς λῃστείας, καὶ ἠδύνατο κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὅπλον εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν τὴν εἰρημένην πρᾶξιν, ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἐκδόσαν αὐτὴν συμβούλιον. Ἀλλ’ ὁ διϊσχυρισμὸς οὗτος τῶν κ. κ. ὑπουργῶν μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω· τώρα μόνον ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις; Ὁ κύριος Τσιριμῶκος καὶ ὁ μετ’ αὐτὸν λαλήσας κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶπον, ὅτι ἡ λῃστεία ὕψωσε κεφαλὴν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐννοοῦντες μὲ τοῦτο νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εὐθύνην τινα εἰς τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου π. ἔ. ἐξωγκώθη οὕτως ἡ λῃστεία, ὁπωσδήποτε ὅμως μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ κράτους, ὥστε ὅλος σχεδὸν ὁ χρόνος ἀνάγεται εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἔτος διευθύνει τὰ πράγματα. Ἔκτοτε λοιπὸν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης, ἢ τώρα μόνον; Περὶ τούτου ἂς ἐξηγηθῶσιν οἱ κύριοι ὑπουργοί· ἂς ἐξηγηθῶσι, λέγω, ἂν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά των ἐπροσπάθησαν πράγματι νὰ καταστείλωσι τὴν λῃστείαν εἰς τὰ μεθόρια καὶ νὰ διαπραγματευθῶσι πρὸς τοῦτο μετὰ τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης, ἢ ὑπάρχουν ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν! Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐξακολουθῶν εἶπε, «δὲν ἔπρεπεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐκ μόνης τῆς Φθιώτιδος, ἀφοῦ εἰς ὅλον τὸ λοιπὸν Κράτος ὑπάρχει τάξις τελεία, ἀφοῦ εἰς κανὲν μέρος δὲν ὑπάρχῃ λῃστεία καὶ ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὴν Φθιώτιδα ἔχει τὴν αἰτίαν της εἰς τὰ μεθόρια». Ἡ ἐπερώτησις, κύριοι, ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τοῦ συμβουλίου καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὴν ἐπεκτείνω εἰς ἄλλα ζητήματα, καὶ μάλιστα εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ὡς πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα· μολοντοῦτο παρατηρῶ ἐν ὀλίγοις, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅτι δηλαδὴ ἡ λῃστεία ἐξέλιπεν ἀφ’ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους καὶ περιορίζεται εἰς μόνην τὴν Φθιώτιδα. Ἐχειροκρότησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορινθίας κατεδιώχθησαν ἀποτελεσματικῶς συμμορίαι τινές, καὶ ἐκηρύχθη ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα ὅτι κατεστράφη σχεδὸν ἅπασα ἡ λῃστεία· ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ τὸ κακὸν ὑπερηύξησε καὶ ἡ λῃστεία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ θρασεῖα. Εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν προχθὲς ἀκόμη ἐβεβαίουν ὅτι οἱ λῃσταὶ κάμνουν κουμπαριαῖς, νυμφεύονται, διασκεδάζουν καὶ ἀφόβως περιφέρονται, ἑνὶ λόγῳ, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰς οἰκίας των· πέριξ τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Βονίτσης καὶ ἄλλων πόλεων, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἀρχῶν, πολιτικῶν τε καὶ στρατιωτικῶν, αἰχμαλωτίζονται πολῖται, καὶ μόνον εἰς τὰς 17 τρέχοντος μηνὸς ἔγιναν ἄφαντοι διὰ μαγικῆς δυνάμεως 57 λῃσταί, παραλαβόντες καὶ τρεῖς πολίτας ὡς ὁμήρους· εἰς αὐτὴν τὴν Πελοπόννησον δὲν ἀκούονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν λῃστρικαὶ πράξεις;
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραδείγματος χάριν;
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ προεἶπον ὅτι δὲν συζητῶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§41ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Ἀκαρνανία δὲν ἀνήκει εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν;
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι μόνον εἰς τὴν Φθιώτιδα ὑπάρχει λῃστεία. Ἐν τούτοις ὁ κ. Λομβάρδος προέβη περαιτέρω, καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὸν ἀκολουθήσω ἐν συντόμῳ βῆμα πρὸς βῆμα. Ὅταν ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι τρομοκρατία ὑπάρχει ὅταν ἡ κυβέρνησις ἔρχεται νὰ καταπνίξῃ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας διὰ τῆς διαλύσεως τῶν συμβουλίων καὶ δὲν ἀφίνῃ ἐλευθέραν τὴν ἔκφρασιν τῶν εὐχῶν τῶν δημοτικῶν τούτων ἀντιπροσωπευτικῶν σωμάτων, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐπέφερεν, ὅτι τρομοκρατία κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν παρίσταται ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις φέρει ἀνὰ χεῖρας τὸ ὅπλον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἥτις στηρίζεται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους καὶ συγκαλεῖ πρὸ τοῦ ὡρισμένου χρόνου τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ καταπατήσει τῶν ἐλευθεριῶν. Κύριε ὑπουργέ, πιστεύσατέ μοι, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως οὐδεὶς σᾶς φθονεῖ διὰ τὴν ὁποίαν ἔχετε πλειονοψηφίαν, οὔτε ἐννοῶ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες, ὡς λέγετε, φέρουν ἀνὰ στόμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ λυποῦμαι ὅτι μὲ φέρετε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ εἰς ἄλλους ἀποδιδόμενον τοῦτο ὅπλον μετατρέπετε ὑμεῖς πρὸς ὠφέλειάν σας, πωλοῦντες ἐκδούλευσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἵνα τὴν διατηρῆτε ἀκράδαντον. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς μὲ τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου; ἡ μὲν εἶναι ζήτημα πολιτικόν, ἡ δὲ καθαρῶς διοικητικόν. Ὁ ἡγεμὼν, κατὰ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον, ὅταν κατὰ τὴν ἑαυτοῦ κρίσιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν· αὐτὸ ἀληθῶς εἶναι προνόμιον ἡγεμονικὸν καὶ ὑπάγεται εἰς τὰ ἀπόλυτα δικαιώματα τοῦ στέμματος. Ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ συμβούλια ὅμως δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, καὶ ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημά σας ἦτο πολὺ ἀτυχές. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης προχωρῶν ἠγανάκτησε καθ’ ἡμῶν, ὅτι, ἐνῷ ἡ δημοσία τάξις εἶναι εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν ἀσφαλὴς, ὅτι, ἐνῷ ἡ δικαιοσύνη διαχειρίζεται ἐξαίρετα καὶ ὅτι, ἐνῷ τὰ ἐγκλήματα τιμωροῦνται, ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ κακίσωμεν τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ τῆς ἀποδώσωμεν τόσας μομφάς. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἔδιδε τοιαύτην ἀφορμὴν ὁ κ. Λομβάρδος, οὔτε νὰ προεκάλει, καὶ μάλιστα διὰ γενικοτήτων καὶ ἀοριστιῶν, συζήτησιν. Ποῦ ὑπάρχει, κ. ὑπουργὲ, δημοσιευμένον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως τῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης συγκριτικῶς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἵνα ἴδωμεν πόσα ἐγκλήματα διεπράχθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν καὶ πόσα ἐτιμωρήθησαν; Διατί προκαλεῖτε ἐν τῷ σκότει τοιαύτας συζητήσεις; ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ ἔλθωμεν εἰς ταύτας, προκειμένης ἤδη ἐπερωτήσεως διὰ μόνον τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου Λαμίας· ἐπειδὴ ὅμως ῥίπτετε ἐν τῷ μέσῳ τὸ χειρόκτιον, τὸ δεχόμεθα, καὶ μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτας συζητήσεις. Ἐκ περισσοῦ δὲ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι ἀντὶ τῆς παρ’ ὑμῶν ἐγκωμιαζομένης καὶ ἐπευφημουμένης αὐστηρᾶς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀντὶ τοὐτέστι τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκλημάτων, τοὐναντίον ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολύονται κακοῦργοι πότε διὰ χάριτος κακῶς ἐννοουμένης, καὶ πότε δι’ ἁπλῆς διαταγῆς. Ἐλησμονήσατε τὰ πρό τινος καιροῦ διαδραματισθέντα περὶ τῆς παύσεως ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Οὐδέποτε, κύριοι, συνέβησαν τόσα σκάνδαλα, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, ὅσα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἀνεποδογυρίσθησαν, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας, δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνία ὀφείλει χάριτας· μετετέθησαν καὶ μετατίθενται, ὡς ἀνεμοστρόβυλος, ἄλλοι ἐναλλὰξ, καὶ ἐπῆλθε τοιαύτη ταραχὴ καὶ σύγχυσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, ὥστε ὑπάρχει ἀληθὴς κυκεών. Ἐὰν ἄλλοι ἔχωσι νὰ καυχηθῶσιν ἐπὶ εὐαρέστῳ διαχειρίσει τῆς δικαιοσύνης, σεῖς ὅμως, καὶ συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν ταύτην, δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε πρὸς τοῦτο πολὺ τὸ θάῤῥος. Δὲν προβαίνω περαιτέρω, μένω ἕως ἐδῶ. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν εἰς τὸ κύριον ζήτημα καὶ στηριζόμενος εἰς τὰ πράγματα, ἤτοι εἰς προηγούμενα παραδείγματα, εἰς νομοδιδασκάλων γνώμας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, συνάγω ὅτι ἀπόλυτον δικαίωμα περὶ διαλύσεως τῶν συμβουλίων ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν χάρτου. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς πράξεως τοῦ διαλυθέντος συμβουλίου, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὰς στιγμάς σας· τὴν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· ἀλλ’ ἐὰν ἀπαθῶς καὶ περισκεμμένως ἀναλύσωμεν ταύτην, θὰ εὕρωμεν, ὅτι οὔτε ἀκυρώσιμος δύναται νὰ θεωρηθῇ. Ἔπρεπε, κ. ὑπουργὲ, νὰ ἐξετάσητε τὸν σκοπόν του, ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἀφορμὴν τῆς συναθροίσεως. Τὸ δημοτικὸν ἐκεῖνο συμβούλιον συνῆλθεν ἐν τάξει, τὸ συνεκάλεσεν ὁ δήμαρχος ἵνα συζητήσῃ περὶ χορηγήσεως δανείου, αἰτήσει τινῶν δημοτῶν, ὅπως λυτρώσωσι τοὺς συγγενεῖς των ἀπὸ τοὺς λῃστάς. Νόμιμος ἄρα ἡ συγκάλεσις, δὲν ἔσχε κἀμμίαν δολίαν προαίρεσιν, κανένα σκοπὸν ἀντιδραστικόν. Ἠξεύρετε δὲ, εἰς τὰ πολυμελῆ σώματα, ὅταν συνέρχωνται, τί συμβαίνει; Ὁ εἷς ῥίπτει μίαν ἰδέαν, ὁ ἕτερος τὴν ἀποκρούει, ὁ ἄλλος τὴν τροποποιεῖ, ἕτερος παρεμβάλλει ἑτέραν καὶ οὕτω καθεξῆς μέχρις οὗ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν πλειόνων, καὶ τότε συντάσσεται ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὔτε πρᾶξις δύναται νὰ θεωρηθῇ· εἶναι ἓν πρακτικὸν συνεδριάσεως, ἐν ᾧ ἐπὶ τέλους ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ τῆς θεραπείας τῶν δεινῶν τοῦ τόπου, πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἀπευθυνομένη· καμμία ἑπομένως ἀντίδρασις, καμμία συνωμοσία, καμμία στασιαστικὴ ἐνέργεια καὶ τὰ τοιαῦτα δὲν προέκυψαν ἐκ τῆς πράξεως ταύτης. Ἄρα ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδία ἐπικαλεῖται, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ αἴτια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ νομοθέτου. Περαίνων τέλος πάντων τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας ἀπέδειξα νομικῶς καὶ λογικῶς παράνομον καὶ παράλογον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον;
§44ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω· ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἵνα ἐξετάσῃ τὰ ἐγκληματικὰ στοιχεῖα τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ συμβουλίου; (θόρυβος).
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν κυβερνῶμεν δι’ ἐπιτροπῶν· δὲν ἐμάθαμεν αὐτὴν τὴν τέχνην.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θέλω νὰ μάθω ἂν ἐπιτροπὴ νομικῶν, διορισθεῖσα παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀνεκάλυψε τὰ ἐγκληματικὰ στοιχεῖα τῆς πράξεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἢ ἡ κυβέρνησις μόνη της, καὶ ποῖα εἶναι ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὴν ἔκαμαν νὰ καψοκεφαλιάσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ διαλύσῃ. Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ θέλω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργός.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ εἶπον προχθές.
§48ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ ἡ σιωπὴ αὕτη νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (θόρυβος).
§49ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑφίσταται ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἀλλ’ ὑπέρβασις καθήκοντος. (Θόρυβος).
§50Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις παρατηρῶ ὅτι συμβαίνει τὸ ἐναντίον παρ’ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰς μάχας τὰς στρατιωτικάς, διότι ἐκεῖ συνήθως προηγοῦνται καὶ ἄρχονται τοῦ πολέμου οἱ εὔζωνοι καὶ ψιλοὶ, κατόπιν δ’ ἐπίκειται τὸ βαρὺ ὁπλιτικόν· εἰς τὴν προκειμένην κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν ἐπηκολούθησεν· ἐξ ἀνάγκης τὸ ἐναντίον, διότι τὸ ὑπουργεῖον φυγομαχοῦν ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς σοβαρὰς κατηγορίας τῶν δεινῶς ἀγορευσάντων ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Μετὰ λύπης εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, μετὰ τοὺς δυναμένους νὰ λέγωσι, τοὺς ἔχοντας τὴν δύναμιν καὶ τὴν ῥητορικὴν ἱκανότητα νὰ ὁμιλῶσι καὶ ν’ ἀντλῶσι τὰ ἐπιχειρήματά των ἀπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν νομοδιδασκάλων, νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἔρχεται ἡ σειρὰ εἰς ἡμᾶς τοὺς λοιποὺς, τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες δὲν ἀντλοῦμεν τὰ ἐπιχειρήματά μας παρὰ ἀπὸ τὴν καρδίαν μας· μετὰ τοὺς δυναμένους λέγειν ἐπίκειται ἡ σειρὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται. Ὀλίγας λέξεις θέλω προσθέσει κατὰ τῆς προχθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. ὑπουργὸς μικροῦ λόγου θεωρεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς διαλύσεως τοῦ συμβουλίου, καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ τὸν παραλληλισμὸν πρὸς τὴν διάλυσιν μιᾶς Βουλῆς. Τῳόντι, κύριοι, ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀνάγκη τις, ἀλλ’ ἂν ἐμβλέψωμεν εἰς τὴν φύσιν τοῦ πράγματος, θέλομεν ἴδει ὅτι ἡ διάλυσις ἑνὸς μικροῦ δημοτικοῦ συμβουλίου εἶναι μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν διάλυσιν ἀκόμη καὶ μιᾶς Βουλῆς· καὶ διατί τοῦτο; διότι ἡ μὲν πρᾶξις τῆς διαλύσεως μιᾶς Βουλῆς ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ζήτημα ἁπλῶς πολιτικὸν, πολλάκις δύναται νὰ ᾖναι τελεσφόρον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὸ καλὸν ἑνὸς κράτους, ἡ δὲ διάλυσις ἑνὸς συμβουλίου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, ἑπομένως δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα οὔτε εἰς τὰ δικαιώματα μιᾶς ἀληθῶς συνταγματικῆς ἐξουσίας, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν ἐξουσίαν αὐθαίρετον, εἶναι καὶ πρᾶξις ἡ ὁποία ἀντίκειται καὶ εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ τόπου ἢ τοῦ δήμου, εἶναι ζήτημα κοινωνικόν· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι, ἐν ᾧ πολλαὶ εἴτε συνταγματικαὶ εἴτε κακῶς μεταχειριζόμεναι τὸ πρόσχημα τοῦ συνταγματισμοῦ ἐξουσίαι περιῆλθον πολλάκις εἰς τὸ μέτρον τῆς διαλύσεως μιᾶς Βουλῆς, καὶ πολλάκις ἐνδεχόμενον νὰ ἔβλαψαν ἢ νὰ ἔσωσαν· ἀπ’ ἐναντίας ἡ διάλυσις ἑνὸς ἢ πολλῶν δημοτικῶν συμβουλίων εἶναι γεγονὸς ἴσως μοναδικὸν εἰς τὰ χρονικὰ μόνης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἡ αὐθαιρεσία ἐν Ἑλλάδι ἐβασίλευε· σπανίως τοὐλάχιστον ἐγὼ, μελετήσας κάποτε τὰ ξένα βιβλία, τοὺς ξένους νομομαθεῖς, εἶδον ὅτι εἰς ἄλλα κράτη καὶ ἐπὶ τῆς αὐστηροτέρας κυβερνήσεως δὲν ἔγινε χρῆσις διαλύσεως δημοτικοῦ συμβουλίου. Τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐσεβάσθη καὶ αὐτὴ ἡ ἐξουσία ἡ τουρκική· τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐσεβάσθη καὶ αὐτὴ ἡ βαρβαροκρατορία καὶ αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος μονάρχης τῆς Ἑλλάδος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ φαινόμενον ἔχεται τινὸς βαρύτητος, κατ’ οὐσίαν καὶ συγκριτικῶς πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ καὶ τῆς κοινωνίας, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σύγκρισιν. Εἶχεν ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα καὶ μάλιστα ἀπολύτως τὸ ὑπουργεῖον νὰ διαλύσῃ τὸ συμβούλιον; Οὐδὲν δικαίωμα εἶχε, διότι τὸ συμβούλιον δὲν τὸ παράγει ἡ ἐξουσία, ἀλλ’ εἶναι γέννημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου, ἐδόθη δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὅταν μία πρᾶξις ἑνὸς ἢ πολλῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἤθελεν ἀντιβαίνει εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν ἑπομένως συνέβαινε νὰ γίνῃ κράτος ἐν κράτει, ἢ ἤρχοντο εἰς σύγκρουσιν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη· ἄλλως ὅπου ὁ νόμος φαίνεται ὅτι ἐχορήγησεν ἓν δικαίωμα εἴτε περιωρισμένον, εἴτε ἀπόλυτον, ἐξυπακούεται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀφ’ ἑτέρου ἓν καθῆκον· ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, ὅταν κάμῃ χρῆσιν τοιούτου δικαιώματος; Εἶναι νὰ σταθμίσῃ μήπως ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν μετήρχετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς διαλύσεως, ἔχει ἀνώτερα καὶ ἐπικινδυνωδέστερα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλει νὰ προλάβῃ. Καὶ, κύριοι, τί ἤθελεν εἴπει τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν ἔξαφνα ἓν ἢ πολλὰ δημοτικὰ συμβούλια ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν, κύριε ὑπουργὲ, τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τοῦ ὁποίου χρῆσιν ἠθέλησες νὰ κάμῃς, διότι τὸ δικαίωμά σου αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντά μου; ἀναγνωρίζομεν ὡς νόμιμον ἀντιπρόσωπον καὶ προστάτην τῶν συμφερόντων μας αὐτὸ τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησες νὰ κολαφίσῃς καὶ ὑποστηρίζομεν αὐτό; Ὅταν, κύριοι, εἷς ἢ περισσότεροι τόποι ἤθελον εἴπει τοῦτο, ἐρωτῶ, τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ προλάβῃ ὁ ὑπουργὸς ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ διὰ μιᾶς τοιαύτης πράξεως; Αὕτη ἡ θέσις ἡ καθαρὰ τοῦ ζητήματος. Σήμερον λοιπὸν παραδεχομένη ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον νομίμως ἐνήργησε, φρονῶ ὅτι ὄχι μόνον καταστρέφει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι μέχρι τῆς τουρκοκρατίας ἐσεβάσθησαν, τὴν δημοτικὴν ἐλευθερίαν, ἥτις εἶναι πολυτιμοτέρα καὶ πάσης πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἡ πρώτη βάσις τοῦ κοινωνικοῦ συνεταιρισμοῦ, ὄχι μόνον λέγω καταστρέφει τοσοῦτον πολύτιμον, ὅσον μικρὸν δικαίωμα, ἀλλὰ ἀκόμη ἀντιπράττει εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ προλάβῃ· δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς τὴν ἀπελπισίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐπροκάλεσαν ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ αἱ αὐθαίρετοι πράξεις πάσης ἐξουσίας. Ὅταν ὁ λαὸς βλέπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιαφορεῖ ὡς ἀδύνατος ἢ δὲν θέλει, δὲν δύναται νὰ τὰ θεραπεύσῃ, καὶ ὅταν ἡ κυβέρνησις ἀντὶ νὰ δίδῃ δίκαιον καὶ ἀκούῃ τὰ παράπονά του, τὸν κολαφίζει καὶ βλέπει ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ δημοτικὰ συμβούλια κατήντησαν ἀνίσχυρα, νευρόσπαστα τῆς ἐξουσίας, ἢ ποταπὰ ὄργανα τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοιαύτης διοικήσεως, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ νὰ κύψῃ τυφλῶς καὶ νὰ ὑφίσταται ὅλα τὰ δεινὰ δίκην δούλου, ἢ αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ ἀναλάβῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ ἐχορήγησε εἰς τὸ ἄρθρ. 107. Διὰ τοῦτο λέγω, διὰ νὰ προλάβωμεν πάντα ἐπικείμενον κίνδυνον, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ σπουδαιότητα τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ μὴ παραφερθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τοιοῦτον ζήτημα ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνο τὸ συμφέρον, διότι τάχιστα θέλει μεταμεληθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κυβέρνησις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγώ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπίζῃ ἑαυτὴν κατὰ τὸ δοκοῦν ἐναντίον τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι διεγείρονται ἐν τῷ βουλευτικῷ σώματι κατὰ τῆς διοικήσεώς της. Θὰ συνομολογήσητε ὅμως πάντες, ὅτι εἶναι καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων της μία κακία ἀδικαιολόγητος νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐπιβαρύνοντες τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως σιωπώσης· καὶ διὰ τοῦτο μετὰ λύπης ἀναλαμβάνω τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ἀφοῦ τῳόντι τόσον πολλὰ ἐῤῥέθησαν κατὰ τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, ὀλίγιστα δὲ ἡ κυβέρνησις κατὰ τῆς αἰτιάσεως ταύτης ἀντέταξε, καὶ ταῦτα ὑπὸ πολλῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατόπιν ἀνῃρέθησαν. Θέλω περιορισθῆ διὰ τοῦτο, τὸ λυπηρὸν αὐτὸ καθῆκον ἐκπληρῶν, εἰς ὀλίγα τινα μόνον, καὶ πρὸ πάντων θέλω ἀποφύγει ν’ ἀναμίξω εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τοῦ κράτους, διότι δὲν νομίζω ὀρθὸν καὶ δίκαιον, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὴν ἐντολήν μας νὰ ἐξαρτήσωμεν ἐκ τῆς τύχης μιᾶς διοικητικῆς πράξεως τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους, ἀντιπροσωπευομένου παρ’ ὑμῶν, περὶ ὅλων τῶν δεινοπαθημάτων καὶ συμφορῶν τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας μας. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δημοσίας ἀσφαλείας στενῶς συνδέεται μετὰ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, πολιτικῆς ἡ ὁποία θέλει συζητηθῆ ἰδιαιτέρως, καὶ τῆς συζητήσεως τῆς ὁποίας τὴν ἡμέραν προσδιώρισεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἀρχομένης τῆς παρούσης συνόδου, πολιτικῆς λίαν σπουδαίας, διότι ἐπηγγέλλετο αὐτὴν ἡ κυβέρνησις εὐτυχῆ καὶ ἀσφαλῆ καὶ διὰ τοῦτο κατέστησεν αὐτὴν πολυδάπανον καὶ φανεράν. — Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ποία ὑπῆρξεν ἡ πρώτη δικαιολόγησις τῆς κυβερνήσεως κατὰ τῆς ἐπερωτήσεως, «διατί διέλυσε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας». Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχει κανένα περιορισμὸν ἐν τῷ Νόμῳ, εἶναι ἑπομένως δικαίωμα ἀπόλυτον, καθὼς ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι καὶ αὐτὸ ἄνευ κανενὸς περιορισμοῦ καθιερώθη ἐν τῷ Συντάγματι. — Εἶναι, κύριοι, ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως; ἔχομεν τῳόντι νομοθεσίαν τοιαύτην; Μᾶς ἀπειλεῖ ἡ συμφορὰ νὰ ἴδωμεν τὰ δημοτικὰ συμβούλια παυόμενα καὶ ἀνανεούμενα καθ’ ὃν τρόπον παύονται καὶ διορίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ εὐχηθῶμεν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς νόμου περὶ μονιμότητος τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, καθὼς διακαῶς καὶ ἐνθέρμως διὰ τὴν ὕπαρξιν νόμου περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εὐχόμεθα; Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τῳόντι ἄλλο τι δὲν ὑπῆρχε πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῆς τῆς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ παρελθὸν τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ἐβασίλευσεν ἀποδεικνύει πόσον σφαλεραὶ εἶναι αἱ ἀρχαί του. — Ὡς ἠκούσατε παρ’ ἄλλου, εἰς τὸ παρελθὸν, καίτοι μυριάδες πολλαὶ ὑπαλλήλων ἀνέβησαν καὶ κατέβησαν τὰς δημοσίας θέσεις, μολαταῦτα τρὶς μόνον ἡ βασιλεία ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἣν ἔδωκεν εἰς τὰ δικαιώματά της ἡ τριακονταετὴς βασιλεία, καὶ ἀπεύχομαι ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου νὰ καταστραφῇ τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο παράδειγμα· λυποῦμαι δὲ εἰς ἄκρον, διότι, ἐν ὀνόματι τοῦ νέου βασιλέως ἐνεργοῦσα ἡ κυβέρνησις, ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀτοπώτερον, ἀναιρέσασα μὲν καὶ καταφρονήσασα τοὺς κοινοτικοὺς θεσμοὺς, ἀποδείξασα δὲ ὅτι καταφρονεῖ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρώτη ἀρχὴ καὶ βάσις τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς διοικήσεώς της. — Τί εἶναι, κύριοι, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; εἶναι λειτουργοὶ καὶ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Τί εἶναι τὰ δημοτικὰ συμβούλια; εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ὁλομελείας τῶν δήμων. Ἐννοῶ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν καθὼς ἀπόλυτος εἶναι ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν φέρει ἡ κυβέρνησις διὰ τὰς πράξεις αὑτῶν. Ἐννοῶ ὅτι εἶναι φυσικὸν τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως νὰ ζητῇ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων εἶναι καταπάτησις ξένων δικαιωμάτων, καὶ, ἐὰν καθιέρωσεν αὐτὸ ὁ νόμος, δὲν ἐνόησε νὰ τὸ καθιερώσῃ εἰμὴ εἰς ἐκείνας μόνον τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου κινδυνεύουσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας προσβάλλονται. Εἰς τὴν περίστασιν τῶν συμβουλίων ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ὁ Βασιλεὺς ὄχι ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἐξασκεῖ διότι, κατὰ τοὺς θεσμοὺς μιᾶς συνταγματικῆς μοναρχίας, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων νὰ ἐνεργηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογή, δηλονότι διὰ τοῦ λαοῦ. Εἶναι μέγα λοιπὸν καὶ ἐξαιρετικὸν τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως! ἡ ἐξάσκησις αὐτοῦ ἐπιφυλάσσεται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις προφανοῦς προσβολῆς τῶν συμφερόντων τῶν δήμων ἢ προσβολῆς τῶν δημοσίων συμφερόντων· τὸ δὲ ἀπόλυτον γράμμα τοῦ νόμου, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὰ δημοτικὰ συμβούλια, δὲν συνεπιφέρει ἐξ ἀνάγκης καὶ τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον τοῦ διαλύειν αὐτά, ὅπως συνεπιφέρει αὐτὸ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου περὶ ὑπαλλήλων. Εὐφυεστέρα ἴσως εἶναι ἡ ἑτέρα ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐπρόβαλεν, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας ἐπαύθη διότι παρεξετράπη τῶν καθηκόντων του.—Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι εἰς ἄλλα κράτη εὐνομούμενα καὶ σεβαστά, οὔτε ὅταν ἀπαντᾶται παρεκτροπὴ καὶ ὑπέρβασις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἁρμοδιότητος, οὔτε τότε δὲν τίθεται εἰς ἐνέργειαν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως· ἀπαιτοῦνται πολλαὶ περιστάσεις, συνδρομαὶ ἄλλων ἀφορμῶν καὶ ἄλλων πολλῶν λόγων, ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξασκηθῇ. Ἀλλὰ μόλον τοῦτο δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν, κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον ἐνεργοῦν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, παρεξετράπη εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀπὸ τὸ καθῆκόν του. Ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ θέλετε ἰδεῖ διάταξιν, ἡ ὁποία διὰ μακρῶν περιγράφει τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος ἡ ἀπόφασις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἡ διάταξις περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου δὲν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, ἡ διάταξις αὕτη ὁρίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ. Ὑπάρχει ὅμως διάταξις ἑτέρα ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκει τις τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων.— Καὶ ὅταν θέλετε νὰ κρίνετε, ἐὰν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας παρεξετράπη τῶν καθηκόντων του καὶ ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητός του, πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἐὰν τὴν διάταξιν ταύτην παρέβη, ἐὰν ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἦναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, ἢ ἐκτὸς τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ἀναφέρει. «Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, λέγει τὸ ἄρθρον 49 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, βοηθεῖ τὸν δήμαρχον ὡς συμβουλευτικὴ καὶ συνεπιτηροῦσα ἀρχή. Ἐπαγρυπνεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁλομελείας τοῦ δήμου εἰς τὸ νὰ δίδεται εἰς αὐτὸν πᾶσα δυνατὴ ὠφέλεια καὶ εἰς τὸ ν’ ἀπομακρύνηται ἀπ’ αὐτὸν πᾶσα ζημία.» Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἀρχὴ συνεπιτηρητικὴ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, ἀρχὴ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν ὁλομέλειαν τοῦ δήμου· εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον παρέχει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζῃ ὅπως εἰς τὸν δῆμον ἀποδίδεται πᾶσα δυνατὴ ὠφέλεια, ἀποκρούεται δὲ ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσα ζημία. Καὶ ὄχι μόνον, κύριοι, ὁ δημοτικὸς νόμος τοιαύτην ὥρισε τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ συγχρόνως ἔδωκεν εἰς αὐτὸ καὶ τὰ μέσα ὅπως τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην, ὁπόταν ἐγκρίνῃ, θέτῃ εἰς ἐνέργειαν πλήρη. — Τὰ ἄρθρα 52 καὶ 53 ὁρίζουσιν ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον συγκαλεῖται οὐ μόνον κατ’ αἴτησιν καὶ πρόσκλησιν τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μόνον τὸν πρόεδρον αὐτοῦ· ὅτι ὁ πρόεδρος αὐτοῦ ἴσα ἴσα διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ συμβούλιον τὰ εὐρύτατα καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς αὐτὸ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἀρχεῖα τῆς δημαρχίας, διὰ νὰ γνωρίζῃ πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δήμου καὶ πᾶν γεγονὸς ἀφορῶν τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· ὁ νόμος δίδει εἰς τὸ συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχεται κατὰ πρόσκλησιν ὄχι μόνον τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ καὶ τοῦ προέδρου αὐτοῦ, καὶ νὰ σκέπτηται περὶ πάσης ὑποθέσεως ἀφορώσης σπουδαῖα τοῦ δήμου συμφέροντα. Σᾶς ἐρωτῶ, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν περὶ ἧς πρόκειται, ἂν εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας ἀπαντᾶτε καμμίαν παρεκτροπὴν ἀπὸ τὰ ὅρια ταῦτα! Πρέπει νὰ βιάζεται τις ὑπὸ ἑνὸς μεγάλου συμφέροντος, πρέπει νὰ διακινδυνεύῃ ἡ ὑπόληψις του ἡ πολιτικὴ, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἑνὸς δήμου, πάσχοντος τοσαῦτα ὅσα ἀναφέρει ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα, ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 49, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα καὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον ν’ ἀπομακρύνωσι πᾶσαν βλάβην ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῶν δημοτῶν, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύουσι, νὰ κηρύξωσιν ὅσα διὰ τῆς πράξεώς των ἐκήρυξαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Λαμίας καὶ νὰ ἱκετεύσωσιν ὡς ἱκέτευσαν αὐτοὶ τὴν κυβέρνησιν ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν δημοσίαν τάξιν! Πρέπει νὰ κατατρώγηται ὑπὸ μεγάλου πολιτικοῦ συμφέροντος ὁ δημόσιος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας παρέβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ἀντέπραξε κατὰ τῆς κυβερνήσεως, προσέβαλεν αὐτὴν, ἔφερεν εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἐξήγειρε διὰ τοῦτο τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Βασιλέως, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἔρχεται μία κυβέρνησις καὶ τὸ συντρίβει! Πρέπει νὰ κατέχηται ὑπὸ τυφλοῦ συμφέροντος, ὅστις ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους τοιαύτην θεωρίαν. Ἀφοῦ, κύριοι, χωρὶς νὰ παρεκτραπῶσιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἀπὸ τὸ πλέον αὐστηρὸν γράμμα τοῦ νόμου, ἐξετέλεσαν ὄχι μόνον ὅ,τι εἶχον δικαίωμα, ἀλλ’ ἱερὸν καθῆκον νὰ πράξωσιν, ὅ,τι παραλιπόντες ἠδύναντο ν’ ἀτιμασθῶσι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐξήγησιν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἐὰν ὅμως οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἄλλον τινά ἐκ τῶν βουλευτῶν προξενῇ τοσαύτην ἐντύπωσιν ὁ νόμος, ὅστις μᾶς κυβερνᾷ, ὁ νόμος τοῦ ὁποίου μᾶς ἠξίωσε μία ἐποχὴ ἐλλείψεως ἐλευθεριῶν, αὐτὴ ἡ ἰδία βαυαροκρατία, ἀποδοῦσα εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν ὁλομέλειαν τοῦ δήμου, καὶ νὰ ἀπομακρύνωσι πᾶσαν βλάβην ἀπὸ τῆς ὁλομελείας ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν, ὅπως ὁ τοιοῦτος πεισθῇ ἐκ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν κυβερνήσεων ἐπὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἔθνη ἄλλα, πολὺ πλέον πεφωτισμένα καὶ ἀρχαιότερα, ἔθνη εὐνομούμενα, κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἰσχύει ἀρχὴ ἀκλόνητος, ἀδιάσειστος ἀπὸ τὰς ἐπαναστάσεις καὶ τὰς διαδοχὰς τῶν πολιτευμάτων καὶ τῶν κυβερνήσεων, ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ ἔθνη δυνατὸν νὰ εὐδαιμονῶσιν ὑπὸ οἱονδήποτε πολίτευμα, ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπὸ πολίτευμα οἱονδήποτε τοῦ ὁποίου βιάζονται οἱ νόμοι καὶ ἀκαταπαύστως ἀναιροῦνται. Μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, κύριοι, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσι διδακτικὰ παραδείγματα, μεταξὺ τῶν ἐθνῶν τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία καὶ ἡ νομοθεσία δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁ φαεινότερος λύχνος ὅπως λύσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τύχης τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, προτιμῶ μίαν αὐτοκρατορίαν, προτιμῶ τὴν νομολογίαν τῆς αὐτοκρατορίας διὰ νὰ ἦμαι πολὺ ἔνδον τῶν ὁρίων τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Πρό τινων ἐτῶν ἐσυζητήθη εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τῆς Γαλλίας τὸ ζήτημα περὶ διαλύσεως τῶν συμβουλίων, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ δημοτικοῦ νόμου· ἰδοὺ δὲ πῶς ἑρμηνεύθη τὸ δικαίωμα τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν αὐτοκράτορα τοῦ νὰ διαλύῃ τὰ δημοτικὰ Συμβούλια. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τοὺς λόγους τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τούτου εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα. «Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκθέτομεν, εἶναι ἀναντιῤῥήτως τὸ πλέον φιλελεύθερον ἐξ ὅσων ποτὲ ὑπῆρξαν ἐν τῇ δημοτικῇ νομοθεσίᾳ. Καὶ κατὰ τὰς ἐποχὰς ἀκόμη, καθ’ ἃς μεγαλύτεραι ἦσαν αἱ παραχωρήσεις εἰς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, τὸ τίμημα ἦτον ἀναγκαῖον πρὸς ἀπόλαυσιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ἐντεῦθεν ἐννοεῖτε τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἄοπλος. Ἡ τάξις καὶ εὐημερία τῶν κοινοτήτων ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Ἐν τοῖς δημοτικοῖς συμβουλίοις πρέπει νὰ βασιλεύῃ σώφρων ἐλευθερία καὶ ἡ πρέπουσα ἀνεξαρτησία· ἀλλ’ ἂν ἡ ἐλευθερία αὕτη ἐκπίπτῃ εἰς ἀκολασίαν, ἂν τὰ συμφέροντα τῶν δήμων παραγνωρίζωνται, ἂν τὰ δημοτικὰ συμβούλια μεταβάλλωνται εἰς ἑστίαν ταραχῶν καὶ ἀλληλομαχίας, πρέπει ἡ ἐπικράτεια νὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ ὑπερασπισθῇ ἑαυτὴν ἐναντίον τῶν ἀταξιῶν τούτων καὶ τῆς τοπικῆς ταύτης ἀναρχίας. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δίδει ὁ νόμος εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς καὶ τῆς τοῦ Δημοτικοῦ συμβουλίου διαλύσεως». Ἠκούσατε, κύριοι, ὑπὸ ποίους ὅρους ἀνετέθη εἰς τὸν αὐτοκράτορα τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον· καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, κύριοι, τὴν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ ἴδιος νομοθέτης τῆς Γαλλίας, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅστις ἐψήφισε τὸν νόμον τὸν παραδοθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν εἰς χεῖρας τοῦ αὐτοκράτορος. Διὰ νὰ διαλύσῃ ὁ αὐτοκράτωρ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον πρέπει ἡ διαγωγὴ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἐλευθερία νὰ ἐξέπεσεν εἰς ἀκολασίαν· πρέπει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο νὰ παρεγνώρισε καὶ νὰ κατεπάτησε τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, πρέπει τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ μετεβλήθησαν εἰς ἑστίαν ταραχῶν καὶ ἀλληλομαχίας, διότι τότε, καὶ μόνον τότε ἡ Γαλλία, ἡ αὐτοκρατορουμένη Γαλλία, ἐνόμισεν ὅτι δύναται καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὸν αὐτοκράτορα, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία διὰ τοσούτου αἵματος διετήρησε καὶ ἥτις τὴν ἑλληνικὴν ἐθνικότητα διέσωσε διὰ τοσούτων χρόνων δουλείας. Ἀλλὰ κύριοι! διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε, ὅτι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τοῦ νόμου θέλω ν’ ἁρπάξω ἐξ ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἀπήντησα, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἐξακολουθῶν τὴν αὐτὴν ἔκθεσιν, πολλὰ ἄλλα μαρτύρια τῆς ἑρμηνείας ταύτης, ὅπως ἴδητε, ὅτι ὁσάκις ἀπαντᾶται ἐν αὐτῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, πάντοτε αἱ αὐταὶ ἰδέαι δεσπόζουσιν, οἱ αὐτοὶ ὅροι παρουσιάζονται εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ οἱ αὐτοὶ λόγοι πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ δικαιώματος ὅπερ ἐδόθη εἰς τὸν αὐτοκράτορα... «Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ἐζήτησεν ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, ἃς καὶ διὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἔργων τοῦ δημάρχου καὶ τῶν παρέδρων. Ἡ διάλυσις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ἔκκλησιν εἰς τὸ ἐκλογικὸν σῶμα. Ἐντὸς τίνος προθεσμίας πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἔκκλησις αὕτη; Ὁ νόμος τοῦ 1831 ὥριζεν αὐτὴν εἰς τρεῖς μῆνας. Ὁ νόμος τῆς 7 Ἰουλίου 1852 ὥρισεν αὐτὴν εἰς ἓν ἔτος. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει ν’ ἀντικαθίσταται τὸ διαλυόμενον συμβούλιον ὑπό τινος δημοτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ δοθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία νὰ διατηρῇ αὐτὴν ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τῆς πενταετοῦς ἀνανεώσεως. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ ἐπιτροπή σας ἐπελήφθη μιᾶς τροποποιήσεως τῶν Κ. Κ. Legrand καὶ Leguien. Οἱ ἔντιμοι οὗτοι συνάδελφοί μας ἐπρότειναν νὰ ὁρισθῇ εἰς δύω μόνον ἔτη ἡ προθεσμία. Καὶ ἡ ἐπιτροπή σας αὐτὴ διῃρέθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ πενταετὴς προθεσμία ἐφάνη ὑπερβολικὴ εἴς τινα τῶν μελῶν. Κατὰ τοὺς τοιαῦτα φρονοῦντας ὑπάρχει τι ἐν τῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀφιεμένῃ ἐξουσίᾳ ταύτῃ δυσκόλως συμβιβαζόμενον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς δημοτικῆς ἐλευθερίας· ἤθελεν εἶσθαι λυπηρὸν τὸ νὰ φανῇ ὁ νόμος ἀφαιρῶν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὅ,τι χορηγεῖ διὰ τῆς ἑτέρας· τὰ δημοτικὰ συμβούλια παραδίδονται τοιουτοτρόπως εἰς εἶδός τι αὐθαιρεσίας. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ἀναγκαία πρὸς κατασίγασιν τῶν παθῶν, ἀλλὰ παρελθόντων δύο ἢ τριῶν ἐτῶν δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀποταθῇ τις πρὸς τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς διαλύσεως ἐκ νέου τοῦ συμβουλίου, ἐὰν αἱ αὐταὶ αἰτίαι ἐπαναφέρωσι τὰς αὐτὰς στάσεις καὶ ταραχάς». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ ὅταν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ μετὰ πόσον χρόνον θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὴν διάλυσιν, καὶ ἐπειδὴ αἱ αἰτίαι πρέπει νὰ ᾖναι τόσον σοβαραὶ, ὅσον σᾶς ἐξέθεσα ἐν ἀρχῇ, διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ προθεσμίαν μακράν· διότι φρονεῖ, καὶ πολλὰ δικαίως, ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκινδύνως νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί· πρέπει αἱ ταραχαὶ νὰ καταπαύσωσι, πρέπει τὰ πάθη νὰ κατασιγήσωσι, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἀκόμη τὰ πνεύματα εἰς ἐκείνην τὴν ἔξαψιν τῆς στάσεως καὶ τῆς ἀλληλομαχίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ αὐτοκράτωρ διέλυσεν. «Οἱ τὴν ἐναντίαν γνώμην ἀσπαζόμενοι ἀπήντων, ὅτι ὅσον περισσότερον ἡ ἐλευθερία ἐπεκτείνεται, τόσον περισσότερον ἡ ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα πρὸς περιορισμὸν καὶ ἀναστολὴν τῶν καταχρήσεων· ὅτι μόνον εἰς βαρείας καὶ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς μέτρον τοσοῦτον δραστήριον ὅσον ἡ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου διάλυσις· ὅτι ἀναγκάζων τις τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸ ἐκλογικὸν σῶμα ἐν ὅσῳ ὁ δῆμος ταράσσεται ἀκόμη ὑπὸ τῶν αὐτῶν παθῶν, καταδικάζει αὐτὴν νὰ διαδραματίζῃ ὀχληρὸν πρόσωπον· ὅτι ἡ ἡσυχία δὲν ἐπανέρχεται τοιουτοτρόπως, κατὰ ῥητὸν τρόπον τινὰ ἡμέραν, καὶ ὅτι τὸ ἀσφαλέστατον μέσον νὰ συγκρατῇ τις τὰ κόμματα εἶναι νὰ τοῖς προδεικνύῃ τὸν καιρὸν καθ’ ὃν θέλουσιν ἐκ νέου συναντηθῆ.— Προσέθετον ὅτι εἶναι δικαίωμα ζητούμενον διὰ τὴν ἐξουσίαν καὶ ὅτι τοσοῦτον ὀλιγώτερον πρέπει νὰ φοβῆταί τις τὰς καταχρήσεις, ὅσον δὲν ἤθελον εὑρεθῆ οἱ συγκροτήσοντες τὴν δημοτικὴν ἐπιτροπὴν εἰς δῆμον, ὅπου ἡ διάλυσις τοῦ συμβουλίου δὲν ἐγένετο ἕνεκα βασίμων λόγων». Ἰδοὺ, κύριοι, εἰς ποίας περιστάσεις εἰς μίαν αὐτοκρατορουμένην ἐπικράτειαν τὸ νομοθετικὸν σῶμα τῆς αὐτοκρατορίας, τὸ προερχόμενον ἀπὸ ἐλευθερίας τοσοῦτον περιωρισμένας, ἐσκέφθη καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὸν αὐτοκράτορα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Πόθεν ἠρύσθητε λοιπὸν, κύριοι, πόθεν ἠρύσθητε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, τοιαύτας ἔχοντες πεφωτισμένων ἐθνῶν ἀποδείξεις περὶ τῆς σοβαρότητός του, ὥστε νὰ διαλύσητε ἓν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὕψωσε φωνὴν ἱκετήριον, ἀφοῦ ἐπὶ 8 μῆνας ἀνέμεινεν, ἐνῷ ᾐχμαλωτίζοντο οἱ συνδημόται του κατὰ δεκάδας, ἐνῷ κατὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπροσώπου τοῦ δήμου ἐκείνου 700000 δραχμῶν ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς λύτρα, ἐνῷ τόσα πτώματα κατέβησαν εἰς τὸν ᾅδην, ἐνῷ 35 ἀκόμη αἰχμάλωτοι ἐκεῖθεν εὑρίσκονται εἰς τὰ ὄρη εἰς χεῖρας λῃστῶν, ἀφοῦ πᾶσα ἀσφάλεια ἐξέλιπεν, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ γεωργήσωσι, νὰ ἐπιστατήσωσι τὰ κτήματά των, νὰ ἐξέλθωσι τῶν οἰκιῶν των, πόθεν ἠρύσθητε, λέγω, τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου κηρύξαντες αὐτὸ τὸ συμβούλιον ἀνάξιον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνάξιον τοῦ δήμου; Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, κύριοι, ὅτι, ἂν ἤρχετο μία κυβέρνησις μετὰ τὴν ἰδικήν σας, μία κυβέρνησις ἔντιμος ἤθελεν εἰπεῖ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο «οὐτιδανοί! ἐνῷ ὁ δῆμός σας τοσαῦτα ἐπὶ τοσούτους μῆνας ὑπέφερεν! ἐνῷ ἐξωντώθη ὁ δῆμός σας! ἐνῷ οὐδεὶς τῶν ὅρων τῆς κοινωνικῆς ὑπάρξεως ἔμεινε σεβαστὸς ἐπὶ τόσον χρόνον, σεῖς, οὐτιδανοὶ καὶ ἀνάξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἐντολῆς σας, ἐσιωπήσατε! ὑπήρξατε ἀνάξιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ δήμου σας καὶ σᾶς διαλύω· διότι ἐβιώσατε καθ’ ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον, ὡς κτήνη, καὶ ἀνάξιοι ἀνεξαρτησίας». Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, τὸ φρόνημά μου, ταῦτα φρονῶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως, τοιαύτην σημασίαν ἀποδίδω εἰς τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοῶ τὴν καλὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν καλὴν διοίκησιν, καὶ διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι, ἐὰν μετ’ ἀγανακτήσεως ὁμιλῶ κατὰ μιᾶς πράξεως, ἥτις ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἤθελε συμβῆ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἰδίως. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πλειότερον, καὶ τὴν δικαιολόγησιν σᾶς ἔδωκα ἐν ἀρχῇ. Ἀλλ’ εἰ μὲν καὶ ἄλλος τις προτιμᾷ παρὰ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα, κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε τιμωρήσει δημοτικὸν συμβούλιον προξενοῦν ἀτιμίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν τῆς διαλύσεως πρᾶξιν τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἤθελε δι’ αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δήμων τίνι τρόπῳ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἂς ψηφίσῃ ἐναντίον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χατζίσκου. Ὅσοι ὅμως παρὰ τοῦτο προτιμῶσι νὰ πολιτεύωνται μετὰ παῤῥησίας καὶ δὲν νομίζουσιν, ὅτι ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῶν προσώπων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐξήρτηται ἡ τύχη τῆς διοικήσεως, ὅσοι ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ φύλαξις τῶν νόμων, ὅτι τὸ σέβας πρὸς τοὺς θεσμοὺς εἶναι αἱ μόναι ἐγγυήσεις τῆς διοικήσεως, αἱ δὲ τῶν προσώπων ἰδιότητες εἶναι ὑποδεέστερα προσόντα, αὐτοὶ βεβαίως θέλουσιν ὑποστηρίξει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διότι, καίτοι χωριζόμενος ἀπὸ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ἕνεκα τοῦ φρονήματος, μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθῶ νὰ φέρω τὴν εὐθύνην, ὡς μέλος τοῦ σώματος, διὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, λυποῦμαι, λέγω, διότι ἡ κυβέρνησις τοὺς φίλους αὐτῆς ζητεῖ πολλάκις νὰ παρασύρῃ εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσιν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀνυπομόνως περιέμενον ν’ ἀκούσω τὸν κ. Δεληγεώργην τοὐλάχιστον, ἕνα δηλαδὴ τῶν ἀξιούντων νὰ διευθύνωσί ποτε τὰς τύχας τῆς πατρίδος, ἕνα ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψῃ πρόγραμμα πολιτικῆς σημασίας. Σέβομαι βεβαίως καὶ προσέχω εἰς ὅλας τὰς ὁμιλίας τῶν συναδέλφων μας, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ ὁμιλίαι ὅλων δὲν ἔχουσι πολιτικὴν ἀξίαν, πολιτικὴν ἐπισημότητα· εἶναι πολλάκις εὔγλωττοι, φωτίζουσι τὸ ζήτημα· καὶ ὅμως δὲν ἔχουν σημασίαν καὶ ἀξίαν τοιαύτην, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται νὰ προσεχθῇ καὶ ν’ ἀπαντᾷ τις πάντοτε. Ἀπαντῶ λοιπὸν σήμερον εὐχαρίστως, διότι ἀπαντῶ εἰς ἓν πρόγραμμα. Κύριοι, ἠκούσατε τὸν κ. Δεληγεώργην λαλοῦντα μετ’ ἀγανακτήσεως τρόπον τινὰ, τὸ ἐπανέλαβε μάλιστα, καὶ ὑποστηρίζοντα τὰ δικαιώματα ἑνὸς ἀδικηθέντος, ὡς εἶπε, δημοτικοῦ συμβουλίου· μὴ πιστεύσατε ἀληθῆ τὴν ἐπιδεικνυμένην αὐτὴν ἀγανάκτησιν· καὶ πῶς ἀγανακτεῖ ὑπὲρ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας ἓν μέλος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία τὴν ἐπαύριον τοῦ πέρατος τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν μετέβαλε δήμους διὰ νὰ διαλύσῃ δημοτικὰ συμβούλια; (εὖγε). Δὲν ἐπίστευσα, οὔτε πιστεύω ποτὲ, ὅτι ἐξετελέσθη ἀδικία διὰ τῆς πράξεώς μας, ἡ ὁποία ἐχαρακτήρισε τὴν ἐνέργειαν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὡς παράνομον καὶ ἀντεθνικήν· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ οὕτω νὰ διεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ μέλους αὐτοῦ τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπέγραφε διαταγὰς, δι’ ὧν διελύοντο δῆμοι καὶ διετάσσοντο νέαι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, οὐχὶ διότι οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες τῶν δήμων ἐκείνων ὑπετέθησαν, καὶ κατὰ παρεξήγησιν, ἂν θέλετε, ὅτι παρεξετράπησαν τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ διότι δὲν ἦσαν πολιτικοὶ τῆς κυβερνήσεως φίλοι (εὖγε). Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται ἀκριβῶς σήμερον περὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων μόνον, καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ ζήτημα τοῦτο· ἡ ἀληθὴς ἀξία καὶ ἔννοια τοῦ ζητήματος εἶναι, ὅπως θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἄλλη· τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας εἶναι ἡ ἀφετηρία δύω συστημάτων ἀντιθέτων, δύω διαφορετικῶν ἰδεῶν, καθ’ ἃς διαφέρομεν ἡμεῖς καὶ οἱ ἀντίπαλοι. Οἱ ἀντίπαλοι ὑποστηρίζοντες ἓν δημοτικὸν συμβούλιον καὶ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ, ὑποστηρίζουν τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀρχὰς, τὸ σύστημά των, ὅπως καὶ ἡμεῖς καταδικάζοντες αὐτὸ, ὑποστηρίζομεν τὸ σύστημά μας. Σεῖς δὲ θέλετε κρίνει, ποῖον των δύω εἶναι ἐθνικώτερον, πατριωτικώτερον καὶ ἀληθέστερον. Πρῶτον, κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τινὰ καὶ περὶ τῆς πράξεως τοῦ συμβουλίου. Πολὺν λόγον ἔκαμον περὶ τοῦ ἀπολύτου ἢ μὴ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύῃ τὸ συμβούλιον· τινὲς τῶν συναδέλφων μας ἐζήτησαν νὰ παραγνωρίσουν μάλιστα τὰ λεχθέντα καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν πραγμάτων, διότι τοιουτοτρόπως ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ σᾶς ἐξαπατήσωσι. Μᾶς κατηγόρησαν λοιπὸν ὅτι παρανόμως ἐνεργήσαμεν, ὅτι νόμος δὲν ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως· ἀλλ’ ἔχουσιν ἄδικον, διότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος δίδει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα τῆς διαλύσεως, πλὴν εἰς τὴν ἐξάσκησιν ἀνάγκη νὰ γίνῃ χρῆσις καλὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον. Δὲν ἐνεργήσαμεν λοιπὸν παρανόμως, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον εἴχομεν τὸ δικαίωμα· ἰδοὺ ὁποία ἡ διάκρισις μεταξὺ δικαιώματος καὶ ἐξασκήσεως αὐτοῦ. Οἱ ἀντίθετοι ἐσύγχυσαν δύω διαφορετικὰ πράγματα· ἐδικαιοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μᾶς μεμφθῇ ὅτι ἐκάμομεν κακὴν χρῆσιν τυχὸν τοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ ὅτι παρηνομήσαμεν, ὅτι δικαίωμα δὲν ὑπῆρχε. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ δικαίωμα εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἡ χρῆσις εἶναι ὡρισμένη ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος καὶ τοῦ πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ τοὺς νόμους σεβασμοῦ. Πρὸς τί λοιπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος καὶ ἡ ματαία φρασεολογία; Πρὶν, κύριοι, ἐξετάσω ἐὰν ἐπράξαμεν καλῶς ἢ κακῶς, θέλω σᾶς ἀπασχολήσει εἰς μικρὰν ἐξήγησιν περὶ δημοτικῆς ἐλευθερίας· ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι, καὶ ὅταν λέγωμεν δημοτικαὶ ἐλευθερίαι, τί ἐννοοῦμεν; Ἐννοοῦμεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν εἰς τὰ ἔργα τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει; Οὐχί· τοῦτο δὲν εἶναι ἐλευθερία, ἀλλὰ κατάχρησις· ζητοῦντες δημοτικὰς ἐλευθερίας, ἐννοοῦμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν των πραγμάτων καὶ συμφερόντων· τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβητήσεων. Λέγοντες, ἂς ἀφήσωμεν ἐλευθέρας τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἐννοοῦμεν, ἂς τὰς ἀφήσωμεν νὰ διοικήσουν τὸν δῆμόν των, ἂς ἐλαττώσωμεν τὴν κηδεμονίαν, καὶ ὄχι ἂς ταῖς παραδώσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἐμποδίζοντες τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν, περιορίζομεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας· τὰς ἑδραιόνομεν ἀπεναντίας· διότι, κύριοι, δημοτικαὶ ἐλευθερίαι καὶ καλὴ διοίκησις εἶναι κεκανονισμένη ἐνέργεια καὶ ὅροι, ἐντὸς τῶν ὁποίων πᾶσα ἐξουσία ἐνεργεῖ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅτι τιμωροῦντες μίαν δημοτικὴν ἀρχὴν ἐπεμβαίνουσαν εἰς ξένα καθήκοντα, περιορίζομεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας· ἀπεναντίας, κύριοι, πράττομεν ὅ,τι ὁ νόμος διατάττει, καὶ ἐμποδίζομεν τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν ἀναρχίαν. Ἠξεύρετε, κύριοι, πότε ἐπιτρέπουν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν διοίκησιν ἐν γένει; Ὅταν αἱ κυβερνήσεις ἀρνοῦνται τὰς ἀληθεῖς ἐλευθερίας εἰς τὰ ἔθνη. Πότε περισσοτέρας τοιαύτας ἐλευθερίας εἶχον αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, ἢ πότε περισσότερον ἐδιοίκουν καὶ ἐκυβέρνων παρὰ ἐπὶ Τουρκίας; Λοιπὸν εἴχομεν περισσοτέρας ἐλευθερίας ἐπὶ τῶν Τούρκων; Καὶ βεβαίως, περισσότερον δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν ἐπὶ ἀπολύτων κυβερνήσεων, ἐπὶ ἀπολύτων συστημάτων πρέπει νὰ ἔχωσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, πρὸς ἀνταλλαγὴν τῆς ἀπωλείας πάσης κυριαρχικῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, πρὸς τὴν ὁποίαν εἰσὶν ἐντελῶς ξένοι, καὶ χορηγοῦσι περισσοτέραν ἐξουσίαν εἰς τὰς κατωτέρας αὐτὰς ἀρχὰς, διότι εἰσὶν ἀσθενεῖς, ἀκίνδυνοι καὶ εὔθραυστοι· τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἴδομεν πληρέστατα ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας; ὅταν τότε ἤθελον νὰ δείξωσιν ὅτι ζητοῦσι δῆθεν τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, κατέφευγον εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἡ Βουλὴ ἐσιώπα, καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐλάλουν καὶ ἐξέφραζον τὰς ἰδέας καὶ ἐπιθυμίας τῆς ἐξουσίας. Ἦτο τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ ἀληθὲς τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ θέλετε νὰ τὸ ἐπαναφέρετε. Διὰ τί ἐπροτιμᾶτο αὐτὸ τὸ σύστημα τότε; διότι δι’ αὐτοῦ κατεστρέφετο ἡ πολιτικὴ σημασία τῶν Βουλῶν· ἤθελον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ θεωρῆται ἡ κυριαρχικὴ ἔκφρασις τοῦ ἔθνους· τὴν ἐζήτουν ἀλλοῦ καὶ ἐφρόντιζον ἀλλοῦ νὰ τὴν ἀποδίδωσιν. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αὐτῶν τῶν ἀρχῶν· δὲν θέλομεν τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ τὰ ἐνδύσωμεν μὲ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· δὲν θέλομεν νὰ παρίστανται ὡς ἀντιπροσωπεύοντα κυβερνητικῶς τὸν τόπον· οὔτε εἰς ἀναφορὰς προσφεύγομεν, αἵτινες πλαστογραφημέναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παραμορφόνουσι τὰ γεγονότα· ὁμιλῶ περὶ ἀναφορῶν, αἵτινες περιφερόμεναι ἤδη διέστρεψαν τὰ γεγονότα. Τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι σώματα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔδωκεν ὕπαρξιν, καὶ ὁ νόμος τὰ προκαλεῖ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν καθηκόντων τινῶν ὑποδεεστέρων. Ἀπαιτοῦμεν νὰ μένωσιν ἐντὸς αὐτῶν, διότι πέραν των εἶναι ἡ Βουλή· ἐὰν παραβιάσωσι τὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου, ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξίν των. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν ἡμεῖς, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν διαφέρομεν ἀπὸ σᾶς, εἶναι ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τῆς δημοτικῆς, καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς αὐτὰ νὰ ἐξέλθουν· δὲν τὸ ἐπιτρέπομεν, διότι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος δὲν τὸ θέλει· διότι τὸ Σύνταγμα ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνωτάτην αὐτὴν δικαιοδοσίαν· δὲν τὸ θέλομεν, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὀλέθριον τὸ σύστημα ὑπὲρ τοῦ ὁποίου σεῖς εἶσθε. Ἰδοὺ, κύριοι, ποία ἡ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν διαφορά· ἀλλὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον παρεκτραπὲν ἐνήργησεν ἀληθῶς καὶ πράξεις παρανόμους ἢ ὄχι; Ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν γνώμην του, νὰ ζητήσῃ συνδρομὴν, νὰ παραπονεθῇ, διότι ἔβλεπε κακὴν τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως δημοσίας ἀσφαλείας· καὶ πρὸς τοῦτο ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς ἀνέφερε δύο ἄρθρα τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ὅμως, κατ’ ἐμὲ, ἀντίκεινται ὅλως διόλου εἰς τὴν ἰδέαν του. Τί λέγουν τὰ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ νόμου; Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, κατ’ αὐτὰ, εἶναι ἡ συμβουλευτικὴ καὶ ἡ βοηθοῦσα τὸν δήμαρχον ἀρχή· ὡς τοιαύτη λοιπὸν, συμβουλευομένη μετὰ τοῦ δημάρχου, διαχειριζομένου τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δύναται τὸ καλὸν τοῦ δήμου νὰ ἐπιδιώκῃ ἐντὸς τῆς δημοτικῆς ἁρμοδιότητος καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν τοῦ δήμου ἀρχήν· ἀντὶ τούτου, γενικὴν θέλουσι νὰ δώσωσι δικαιοδοσίαν εἰς τὸ συμβούλιον· δύναται, λέγουσιν, ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου του νὰ σκέπτηται καὶ ν’ ἀποφασίζῃ τὸ συμβούλιον, διότι ὁ νόμος ῥητῶς δὲν περιορίζει τὴν ἐνέργειάν του μόνον ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν δικαιοδοσίαν, καί τοι ὁ νόμος εἶναι δημοτικός, καί τοι πάντα τὰ δημοτικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα κανονίζει. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἐὰν δεχθῆτε ὅτι ὁ νόμος διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐννοεῖ νὰ δώσῃ ἐξουσίαν ἀποφάσεως εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, τότε τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἓν πολιτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ ἐξετάζῃ πᾶσαν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν· διότι πᾶν μέτρον ἐφάπτεται τοῦ δήμου καὶ τῶν πολιτῶν. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἐφάπτονται τῶν πολιτῶν, οἱ ποινικοὶ νόμοι, ὅλαι αἱ κυβερνητικαὶ ἐνέργειαι ἐφάπτονται τῶν πολιτῶν, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἐφαρμόζονται. Ἔχει λοιπὸν δικαίωμα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ἐξετάζῃ καὶ γνωμοδοτῇ ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν ἀντικειμένων, διότι κανονίζουσι τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν δημοτῶν του; Βλέπετε εἰς ποῖα ἄτοπα καταντῶμεν;
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ληστεία διὰ νόμου εἶναι;
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ληστεία διὰ νόμου· εἶναι ὅμως νόμιμον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ λέγῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν· «ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν τοὺς φόρους μας, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀπολαμβάνομεν ἀσφάλειαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀδρανείας τῆς ἰδικῆς σου», ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τοιαύτη ἀδράνεια δὲν ὑπάρχει;
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λέγει ἀδράνειαν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν πρᾶξιν διὰ νὰ ἰδῆτε, καὶ τὸ λέγει ἐπίτηδες ἐκ πνεύματος συκοφαντίας καὶ ἀντιδράσεως· καθότι πρὶν ἀκόμη ὑπογράψῃ ἐντελῶς τὴν πρᾶξιν, περὶ ἧς πρόκειται, πρὶν ἀκόμη ὑποβληθῇ αὕτη εἰς τὸν νομάρχην, εὑρέθη τυπωμένη καὶ διαδεδομένη εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ἠδύνατο νὰ διαδοθῇ.
§60ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο τοῦτο, δὲν θὰ σᾶς ἔστελλον τὴν πρᾶξιν.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἔστειλαν, ἀφοῦ ἐδημοσιεύθη. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς τάξεως, νομίζω, εἶναι νὰ περιορίζηται ἕκαστος ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος διαγράφει. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶναι περιωρισμένον ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ, ὡς ὁ πολίτης, ὅταν ἐξέρχηται τῶν κανονισμένων του, ὑπόκειται εἰς ποινὰς, τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ ποινικὸς νόμος, οὕτω καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον κατὰ μείζονα λόγον, διότι αὐτὸ εἶναι ἀρχὴ, ἀπὸ τὸν νόμον λαμβάνουσα ὕπαρξιν. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας δὲν περιωρίσθη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐξῆλθεν αὐτῶν καὶ ἐξήλεγξε τὰς ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὸ χείριστον, παρέστησε ψευδῶς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἑστίαν τῆς ληστείας. Ναὶ, κύριοι, ὑπῆρχε ληστεία, ὑπάρχει καὶ ἤδη, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν τουρκικῶν ἐπαρχιῶν. Ὅθεν αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ, παραβαίνουσαι τὰς διαταγὰς τῆς κυβερνήσεώς των, τὴν ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο τὸ ἀρνεῖται τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ παρουσίασε τὴν πατρίδα του ὡς τὴν ἑστίαν τῶν ληστῶν, ἐνῷ, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ ληστεία ἐξέλιπεν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, καὶ ὀλίγοι μόνον λῃσταὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν Στερεὰν κατὰ τὰ μεθόρια· τὴν ἀλήθειαν δὲ ταύτην μόνος ἐκεῖνος δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅστις ὅλας τὰς προσπαθείας του διευθύνει εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας μόνον.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖον ἐννοεῖτε;
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ σᾶς, διότι σεῖς δὲν τὸ εἴπετε. Διαφωνοῦμεν λοιπὸν, κύριοι, πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἡμεῖς ζητοῦμεν ἡ πολιτικὴ ἐξουσία νὰ ᾖναι ἐκεῖ ὅπου ὡρίσθη ἀπὸ τὸ ἔθνος, ὅπου τὴν ἔθεσεν ὁ νόμος, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν μετατοπίσωμεν· ὅλοι δὲ γνωρίζετε, κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης μετατοπίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀρνεῖσθε, κύριοι, ἢ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν εἶναι ἄξιον τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν ὑπέστη, συκοφαντῆσαν τὴν πατρίδα εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις; Ἡ διάλυσις τοῦ συμβουλίου ἦτον ἀναγκαία προσέτι, διότι ὅπως τὸ ψεῦδος ἐῤῥέθη ἐπισήμως, ἐπισήμως ἔπρεπε καὶ ν’ ἀναιρεθῇ· καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ ἐπιζητοῦμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἵνα διατρανωθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀκύρωσις τῆς πράξεως δὲν ἤρκει, ἀφοῦ τὸ ψεῦδος διεδόθη. Διαφωνοῦμεν προσέτι πρὸς ὑμᾶς, διότι ὑμεῖς προσπαθεῖτε νὰ ἀποδείξητε τὴν πατρίδα ὡς ἑστίαν τῆς λῃστείας καὶ ἔμπλεων κακῶν, καὶ ὑποστηρίζετε ὡς ὑπηρεσίαν τινὰ ὑπὲρ τοῦ κράτους τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας θέλουν νὰ προσάψωσιν εἰς αὐτὴν, καὶ συκοφαντίας εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν ὁποίων οὔτε ὁ Ὀμὲρ δὲν ἤθελε φθάσει. Ἡμεῖς δὲ θέλομεν τὸ ἐναντίον· ἡμεῖς θέλομεν νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια καὶ ν’ ἀποδίδωνται εἰς ἑκάστην ἐποχὴν αἱ ἐλλείψεις καὶ τὰ καλά της. Ναὶ, κύριοι, ὑπῆρχον τῳόντι κακὰ, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξαλείφονται, καὶ ἡ Ἑλλὰς σήμερον τοὐλάχιστον ἠμπορεῖ νὰ καυχηθῇ ὅτι ἔκαμεν ἀρκετὰς προόδους, ἐβελτίωσε τὴν κατάστασίν της, καὶ ἀπήλλαξεν ἑαυτὴν ἀπὸ τὴν λῃστείαν, ἥτις τὴν κατέστρεφεν.
§64ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐκλάπη τὸ κεντρικὸν ταμεῖον.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι τῳόντι δὲν ἔχετε ἄλλο ν’ ἀντιτάξητε παρὰ μόνον τὴν συμβᾶσαν κλοπὴν τοῦ κεντρικοῦ ταμείου σήμερον. Δὲν ἐνθυμεῖσθε; συνήθροισαν ὅλα τὰ κακὰ, ὅσα ἔκτοτε ἔλαβον χώραν, καὶ τ’ ἀπηρίθμησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς νὰ ὑφίστανται ἤδη· διὰ τοῦ μαρτυρολογίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μετ’ εὐχαριστήσεως ἀπήγγειλαν, σκοπεύουσι νὰ παρουσιάσωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν χειροτέραν κατάστασιν. Λοιπὸν, κύριοι, διότι πρέπει νὰ τελειώσω, καθόσον τὸ ζήτημα, νομίζω, ἀρκούντως ἀνεπτύχθη, σᾶς λέγω, πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσητε κυρίως ὄχι ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖτε, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι προφανές, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐκτεθέντων δύω ἀντιθέτων συστημάτων· ἐκλέξατε ὁποῖον νομίζετε συμφερώτερον πρὸς τὴν πατρίδα· πρέπει δηλ. νὰ μετατεθῶσιν αἱ ἐξουσίαι; Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μετατεθῇ καὶ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἢ νὰ μένῃ ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος τὴν ἔθεσε; Δεύτερον, πρέπει νὰ συκοφαντῆται ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ἐπισωρεύωνται ὅλα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τυχὸν χώραν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, εἰς μίαν ἐποχὴν, καὶ ν’ ἀποδίδωνται εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως κακὰ, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι ὅτι ἄλλοθεν προέρχονται, καὶ νὰ μὴ διακρίνωνται αἱ ἐποχαὶ, καὶ νὰ παρίσταται ἡ κατάστασίς μας ὅσον οἷόν τε χειροτέρα, ἢ νὰ λέγεται ἡ ἀλήθεια, καὶ αἱ ἐποχαὶ νὰ διακρίνωνται καὶ ν’ ἀποδίδωνται εἰς ἑκάστην τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ, καὶ νὰ μὴ συκοφαντῆται ἡ πατρίς; Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀντιπροσωπεύουν τὴν πρώτην ἰδέαν· ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὴν δευτέραν, καὶ διὰ τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ τιμωρήσωμεν τὸ συκοφαντῆσαν τὴν Ἑλλάδα δημοτικὸν συμβούλιον, καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν νὰ τὴν δικάσητε ὑμεῖς, ἐὰν ᾖναι δικαία ἢ ὄχι. Κύριοι, πιστεύω, ὅτι συντόμως θέλει λάβει χώραν ἐνώπιόν σας ἐκτεταμένη συζήτησις, ὅτε θέλουσιν ἐξετασθῆ ὅλα τὰ ζητήματα, ὅλη ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, ὅλα τὰ γεγονότα· τότε ἐπιφυλάττομαι καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ ἐξηγηθῶμεν· ἀλλ’ ὅ,τι ἀποκρούω, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει καὶ ὑμεῖς ν’ ἀνεχθῆτε, εἶναι τὸ σύστημα τῶν γενικοτήτων, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοί τινες συκοφαντοῦν καὶ κατηγοροῦν τὴν κυβέρνησιν. Ὄχι, κύριοι, γενικότητας καὶ ἀοριστίας· πράγματα εἰπέτε, διότι ἐξ αὐτῶν θέλει ἐξαχθῆ ἡ ἀλήθεια. Φέρετε γεγονότα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν λέγητε τὴν ἀλήθειαν. Ἰδοὺ, ἡμεῖς σᾶς ἀναφέρομεν καὶ γεγονότα. Ὅταν ἔκτοτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, εὕρομεν ἀπέναντί μας μίαν ἀντιπολίτευσιν συνταγματικὴν, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς μίαν τάσιν πρὸς τὴν ἀναρχίαν· ἡ ἀναρχία καὶ ἡ ἐπανάστασις εἶναι ἀντίδρασις κατὰ παρανόμου ἐνεργείας· ἡ τάσις αὕτη ἐξέλιπεν εὐτυχῶς ἤδη καὶ μέχρι λόγων ἔτι· διατί; διότι ἐφροντίσαμεν νὰ ἐκλείψωσιν οἱ λόγοι τῆς ἀντιδράσεως, ἐπαλαίσαμεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν νίκην, κατάχρησιν δὲν ἐκάμαμεν τῆς ἐξουσίας μας, οὔτε ἐστρέψαμεν αὐτὴν πρὸς εὐτελεῖς σκοπούς· ἐμείναμεν ἐντὸς τῶν νόμων· ἐπεμείναμεν εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, ἀφῃρέσαμεν τὴν αἰτίαν.
§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν, κύριοι, τὴν τιμὴν, καὶ τὸ καυχώμεθα, ὅτι ἐξηλείψαμεν οὕτω τὴν τάσιν πρὸς ἀναρχίαν, διότι ἐφηρμόσαμεν ἀκριβῶς τοὺς νέους θεσμοὺς, καὶ ἀπεμακρύναμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐναντίου συστήματος· ἀντιπολίτευσις ὑπάρχει καὶ ἤδη, ἀλλ’ ἀντιπολίτευσις εἰρηνικὴ, νόμιμος. Ταῦτα μᾶς ἀρκοῦσι, καὶ πιστεύω ὅτι θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ ἐν καιρῷ καὶ θέλει ἐκτιμηθῆ ἡ μεγάλη αὕτη ὑπηρεσία πρὸς τὴν πατρίδα τῆς κυβερνώσης μερίδος.
§68ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὀλιγόλογος πάντοτε, ἅμα συζητῶ μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν τὸ περὶ παύσεως δῆθεν τῆς τάσεως τῆς ἀκαταστασίας, τὴν ὁποίαν ἀπέδοσεν εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς ἐξουσίας· ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἡ παῦσις τῆς ἀκαταστασίας δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς καλῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ ἡγεμόνος, ἂν θέλετε δὲ, καὶ ἀπὸ τὴν καταπίεσιν τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγομεν ἐδῶ, δὲν κάμνομεν ἄλλο παρὰ ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀπὸ τοὺς συμπολιτευομένους καὶ ἀπὸ τοὺς παραπονουμένους, τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ποῖος θὰ μᾶς δικάσῃ, κύριοι;
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Βουλή.
§70ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι· εἶναι ὁ ἄρχων, ὅστις θὰ μᾶς δικάσῃ, μάρτυς δὲ εἶναι ὁ λαὸς ὁ πάσχων, ὁ ὑποφέρων· αὐτὸς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξετάσῃ πῶς διοικήσατε. Ἐὰν ὁ λαὸς εἴπῃ ὅτι καλὰ διοικήσατε, τότε ὁ ἡγεμὼν θέλει εἴπει εἰς τὴν κυβέρνησιν «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι, ὅτι καλῶς διοικήσατε»· ἐὰν δὲ ὁ λαὸς εἴπῃ τὸ ἐναντίον, ὁ ἡγεμὼν θέλει εἴπει πρὸς αὐτοὺς «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι». Καὶ ἂς ἀφήσω τὰ λόγια· ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἀποτείνομαι εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος ἐγνωμοδότησεν ὅτι τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ 59 ἄρθρου τὸ εἶχεν ἡ ἀστυνομία, καὶ μοὶ ἐνθύμισε τὴν ὑψηλὴν ἀστυνομίαν τοῦ 3 καὶ 4. Κύριοι, εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, καὶ τὴν ἀνέγνωσα δεκάκις, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἴδω παρὰ ἓν καθῆκον· διότι νομίζω, ὅτι τὸ συμβούλιον ὤφειλε νὰ κάμῃ μίαν πρᾶξιν· καὶ τί ἔκαμε; παρέστησε τὰ πράγματα ὅπως παρεστάθησαν ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργόν· διότι αὐτοὶ ὁμολογοῦν, ὅτι ὑπάρχει ἡ λῃστεία καὶ ὡς ἐκ τούτου πάσχει ὁ τόπος· βλέπομεν ὅτι αὐτοὶ ὑποφέρουν, λυποῦνται, πάσχουν· βλέπομεν τὸ συμβούλιον ἀπελπιζόμενον, διότι αἰχμαλωτίζονται καθ’ ἑκάστην οἱ πολῖται, νὰ ἀποτείνεται εἰς τὴν κυβέρνησιν, λέγον, «κυβέρνησις, βοήθησον· θέλεις διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ νὰ μᾶς σώσῃς, ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον· πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇς τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μὲ τὴν γείτονα χώραν, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ τακτικὸν στρατὸν εἰς τὰ μεθόρια· θέλεις διὰ τῆς δυνάμεως». Τί ἔσφαλον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐὰν ἐζήτησαν σωτηρίαν; δὲν βλέπω καμμίαν προδοσίαν. Αἴ, κύριοι, ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν των, νὰ σᾶς παρουσιάζωνται συγγενεῖς καὶ γείτονες αἰχμαλωτισθέντες καὶ νὰ σᾶς φωνάζουν «σώσατέ μας πρὸς Θεοῦ, ἀπαλλάξατε αὐτὰ τὰ μέλη τῆς κοινωνίας ἀπὸ τὸν κίνδυνον·» τί ἠθέλατε πράξει; ἠθέλατε μείνει ἀνάλγητοι εἰς τὰ δεινά των; Νομίζω, ἔκαμον ἓν καθῆκον· «βοήθειαν, λέγουν, ζητοῦμεν ἡμεῖς, σωτηρίαν· ἢ διὰ τῶν ὅπλων ἢ διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀπαλλάξητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν κίνδυνον». Κύριοι, ὁ κάθε ἕνας νὰ λυπῆται καὶ νὰ εὔχηται νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ σφάλλειν εἶναι ἀνθρώπινον, τὸ ἀρνεῖσθαι ὄχι ὅμως φρόνιμον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης διϊσχυρίσθη, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε μᾶλλον νὰ διαλύσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κερκύρας· ὄχι· ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔκαμε καλὰ ὅπου δὲν τὸ διέλυσε· μόνον ἡ πρᾶξις ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ὄχι μόνον δὲν ἔκαμε πρᾶξιν, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ κατωτέρας ἀξίας. Λοιπὸν εἶναι περιττὸν νὰ διαπληκτιζώμεθα οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωποι ἠμποροῦμεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν γίνῃ μία μυστικὴ συνεδρίασις, πότε ἔγιναν περισσότερα ἀδικήματα. Διότι βλέπω ὅτι, κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, θὰ μᾶς κατηγορήσουν δικαίως, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ αὐτοδιοικηθῶμεν. Ἐγὼ γνωρίζω τοὐλάχιστον ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔγινε παρανομία, τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἐπαύθη αὐθαιρέτως καὶ ἀδίκως.
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, διὰ μακρῶν μέχρι τοῦδε ἀνεπτύχθη ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιόν σας, καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι μετ’ ὀλίγον ὅλον τὸ ἔθνος θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς πράξεις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ἡμῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα χθὲς ἀνέφερα· ἔρχομαι μόνον νὰ ἐξετάσω ἀρχάς τινας καὶ δοξασίας τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας θεωρῶ, κατ’ ἐμὲ, ἀτόπους. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του καὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ σᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν λόγων δὲν ἀνατρέπονται τὰ πράγματα· καὶ τῇ ἀληθείᾳ εἶμαι σύμφωνος μὲ αὐτὸν, ὅτι οἱ κενοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν καὶ ἀναπτύσσουσι τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν γνῶσιν τῆς ἐν γένει καταστάσεως ἡμῶν, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνατρέψωσι τὰ πράγματα. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἡ διαίρεσις τῶν δήμων γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον γενικῶς τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ χάριν ἀτομικῶν συμφερόντων· μὲ αὐτὸν τὸν πῆχυν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ τὰ συμφέροντα, καὶ οὕτως ἐγὼ τὰ ἐξέτασα. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τῶν δήμων μέχρι σήμερον ἐστήριξα τὰς τοιαύτας μεταβολὰς καὶ συγχωνεύσεις, καὶ ἡ διαίρεσις τῶν δήμων ἔγινεν εἰς πολλὰ μέρη· τοῦτο δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. Διότι ἂν, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς ἕνα δῆμον ὑπάρχουν ἰδιαίτερα συμφέροντα, καὶ ὑπάρχουν κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν διὰ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἕτεροι κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ἐν τῇ στερεᾷ, ἡ κυβέρνησις ἔχει καθῆκον μετὰ προηγουμένην δήλωσιν τῶν δήμων νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ συμφέροντα. Ἂν ἐζήτησαν τὸν χωρισμὸν λοιπὸν τὰ δημοτικὰ συμβούλια, πῶς δύναται τοῦτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν σας; ἔρχεται μάλιστα ἐναντίον ὑμῶν. Ἐκεῖ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐζήτησαν νὰ χωρίσωσι τοὺς δήμους, διότι εἶχον συμφέρον καὶ ἡ κυβέρνησις τὸ ἐξετέλεσεν· ἐδὼ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς κυβερνήσεως διὰ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιπολάζουν ἐκεῖ, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει, συκοφαντεῖτε τὴν κυβέρνησιν, προσβάλλετε τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι, τὸ παραδοξότερον, τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο ὑπενόει ὅτι τὰ κακὰ προήρχοντο ἐξ ἀμελείας τῆς κυβερνήσεως. Ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, καθότι ἡ κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ περιπλέξῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ἐπισκοτίσῃ τὸ δημόσιον πνεῦμα καὶ ὑποθέσῃ ὅτι τῷ ὄντι παράνομος συνέβη πρᾶξις. Κατὰ τὰ ἄλλα δὲν εὗρόν τι ἄξιον εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ν’ ἀντικρούσω, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐλέχθησαν, εἶναι ἱκανὴ νὰ σχηματίσῃ τὴν συνείδησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πεισθῶσιν ἀπὸ μόνην τὴν ἀλήθειαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιχειρῶ ν’ ἀντικρούσω λόγους κενοὺς, μὴ φέροντας εἰς πραγματικὸν συμπέρασμα. Ἐπεθύμουν ν’ ἀντικρούσω τὴν ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῶν δήμων.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν, κ. πρόεδρε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι βουλευταί· θὰ τεθῇ τὸ θέμα.
§74ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα.
§76ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πρότασιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ κυβέρνησις διαλύσασα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας ἔπραξε παρανόμως, νὰ ἐγερθῶσι.
§78ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὴ βιάζεσθε, κύριε πρόεδρε· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ λυθοῦν αὐτὰ (θόρυβος).
§79ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν θέμα, αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν οἱ φίλοι μου· οὐχ ἧττον ἔθεσα καὶ ἐγὼ θέμα, καὶ λέγω καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν βαθεῖαν λύπην της διὰ τὰ συμβαίνοντα δυστυχήματα εἰς τοὺς λαοὺς τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τὴν παράνομον καὶ ἄλογον διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ζητήματα λοιπὸν εἶναι δύω· ὡς πρὸς τὸ ἓν ἠμποροῦμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι· τροποποιοῦμεν ὅμως αὐτὰ οὕτω· λυπούμεθα διὰ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Λαμίαν, ἐξ αἰτίας τῆς μὴ ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ὁμόρων ἀρχῶν.
§81ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι μῦθοι· δύω ἡμέρας συζητοῦμεν τὸ παράνομον τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτάτη πρότασις. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὴν παράνομον διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς διετύπωσε τὴν πρότασίν του ὁ κ. Χατσῖσκος· ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὰ συμβαίνοντα δυστυχήματα εἰς τοὺς λαοὺς τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς τροποποιοῦμεν αὐτὴν καὶ θέτομεν ἄλλην πρότασιν· ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὰ συμβαίνοντα ἐξ αἰτίας τῶν παραβάσεων τῶν καθηκόντων τινῶν ἐπαρχιῶν τῆς μεθορίου ἐπικρατείας, καὶ ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις διαλύσασα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ μοὶ συγχωρήσετε, ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου πρωθυπουργοῦ περιέχει πράγματα καὶ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνεπείας, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, διατὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἂν τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἤθελεν ἐκφράσει μίαν μομφὴν κατὰ τῆς γείτονος ἐπικρατείας, τὸ κράτος ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν· ἡ ἀξιοπρέπειά του, ἡ φιλοτιμία του, ἡ ἀνεξάρτητος θέσις του, τὸ καθῆκον ὅπερ ἔχει τῆς ἀμύνης, ὅλα ταῦτα διεγείρονται ἅμα τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἐν τόσῃ πομπῇ καὶ μετὰ τοσαύτης ἐπισημότητος ἀποφανθῇ περὶ γεγονότων τοιούτων. Δὲν θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ὄχι διότι τοιαῦτα γεγονότα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν τινὲς διεθνεῖς σχέσεις, δὲν τὰ ἀποκρούω, δὲν λυποῦμαι καὶ δὲν ἀγανακτῶ, ἀλλὰ διότι δὲν συνήλθομεν πρὸς τοῦτο, οὐδὲ ἐσυζητήσαμεν πρὸς τοῦτο μὲ ἐκτεταμένας λεπτομερείας τοιαύτας, ὁποίας ἀπαιτοῦν συμφέροντα τοῦ τόπου ἐν στιγμῇ τοιαύτῃ. Δὲν ἀρνοῦμαι δὲ τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, κηρύττουσαν ἐνώπιον ἡμῶν τοιαύτην ἀναμφισβήτητον παράβασιν τῶν διεθνῶν σχέσεων, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον ὡς κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύουσα τὰ πλέον τιμαλφῆ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ προαγορεύσας καὶ ἡ Βουλὴ δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ τιμή της καὶ αἱ πρὸς τὸ ἔθνος ὑποχρεώσεις τὴν ὑπαγορεύσουσιν· ὥστε περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας ἔκαμε καὶ ἑτέραν παρατήρησιν, ὅτι δηλ. ἂν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ὅπως ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τὴν διετύπωσεν, ἀναλαμβάνει τότε τὸ ἔθνος ὑποχρεώσεις πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔχει συνεπείᾳ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν τῆς κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ· ἀπέναντι τῶν ξένων κυβερνήσεων ἀντιπρόσωπος εἶναι ἡ κυβέρνησις· αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἔχουσι σκοπὸν νὰ δώσωσιν ὑποστήριξιν ἢ νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ὑποστήριξιν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι εἴτε ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὑπάρχει εἴτε οὔ, αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τῆς κυβερνήσεως ἔχει τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας προανέφερον. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς ἐφέραμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν; ὁ ἀξιότιμος κ. Χατσῖσκος ἐζήτησε νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της· ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἂν λοιπὸν τεθῇ ἄλλως τὸ θέμα, ἂν δὲν πρόκειται νὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη περὶ τῶν συμφερόντων ἐκεῖ, τότε τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζεται· ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐκφρασθῇ, τότε δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ἔθνος τὸ γειτονικὸν δὲν εἶναι ἀνεύθυνον εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα, νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς.
§86Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.....
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν, κ. Δημητριάδη· ἐγὼ λέγω ὅτι ἀφ’ ὅ,τι προέκυψεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν, οἱ μὲν κατηγόρησαν τὴν κυβέρνησιν ὅτι παρηνόμησε διαλύσασα τὸ συμβούλιον, οἱ δὲ ὅτι δὲν παρηνόμησε. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα· εἶναι ῥητόν.
§88ΤΙΝΕΣ. Αὐτό, αὐτό.
§89Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως, κύριοι, βλέπετε ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίοδον, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων δὲν εἶναι καλή, εἶναι σύμφωνος· περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, διότι ὁμολογεῖται πανταχόθεν. Σήμερον προέβημεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀπέναντι ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη ἂν ὄχι ἐναντίον ῥητοῦ νόμου, τοῦ γράμματος τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, ἀλλὰ λόγῳ ὅτι ἀδίκως προέβη εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ἡ κυβέρνησις, καὶ ἡμεῖς ἀποδοκιμάζομεν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς κυβερνήσεως· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μας. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ μὲν κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς πράξεις της, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδοκιμασίας. Λοιπὸν ἡ πρότασις θὰ ᾖναι καθαρὰ οὕτως· αʹ ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν πρᾶξιν τῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἡμᾶς, ἡρμήνευσε πιστῶς τὰ δεινοπαθήματα αὐτοῦ τοῦ τόπου, ὅστις μαστίζεται ὑπὸ τῆς ληστείας.
§90ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δύω λέξεις διὰ νὰ ἐξηγήσω τὸν σκοπὸν τοῦ θέματός μου. Οἱ λαοὶ τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν ὅτι πάσχουν ἀπὸ τὴν ληστείαν εἶναι βέβαιον, βεβαιότατον· τὸ συνομολογοῦμεν ἀμφότεραι αἱ μερίδες. Ἐρχόμεθα τώρα, ποῖον σκοπὸν εἶχε τὸ θέμα; νὰ παρηγορηθῶσιν οἱ λαοὶ ὅτι ἡ Βουλὴ λυπεῖται ἐξ ἑνὸς μέρους καὶ διὰ τῆς λύπης της λέγει πρὸς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα. Τώρα, τὸ θέμα τοῦ πρωθυπουργοῦ τί θέλει ἐδῶ; τὸ θέμα τοῦ πρωθυπουργοῦ ἔρχεται νὰ οὐδετερώσῃ μίαν ἀλήθειαν, τῆς ὁποίας χρῆσιν ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ κάμῃ ὅπως θέλει· θέλει λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν νὰ τὴν τροποποιήσῃ δι’ ἑνὸς θέματος. Ἡ κυβέρνησις θέλει ἀκόμη νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ κατάστασις, ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει. Μολαταῦτα χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, χάριν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς μου. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ λυπεῖται διὰ τὴν παράλογον καὶ ἄλογον διάλυσιν τοῦ συμβουλίου.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα βέβαια νὰ τεθῇ ἡ πρότασις ὅπως τὴν διετύπωσεν ὁ κ. Χατζίσκος, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν λυπῆται δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν.
§92ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα. (θόρυβος).
§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς διετυπώθη τὸ θέμα, κύριε πρόεδρε;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὴν παράλογον καὶ ἄδικον διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας.
§95ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Παράλογον μόνον· δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε διὰ ψήφων 83 κατὰ 41 τὴν πρότασιν. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ 20).