1867.10.25
2,381 rows · 20,264 words · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1867.
Τετάρτη.
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐκκλησιαστικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον, περὶ συστάσεως διαρκοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Κατὰ τὸν νόμον, τὰ διδακτικὰ βιβλία πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔγεινε τίποτε· ὑποβάλλω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς.
§4ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§5ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἶμαι ἐπιφορτισμένος διὰ νὰ παρουσιάσω μίαν ἀναφορὰν, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἐδολοφονήθη ἠθικῶς. Ἐδῶ ἀναφέρεται εἷς κλητὴρ Σταυρόπουλος, νέος ἀρκετὰ ἔντιμος καὶ, ὡς ἀκούω, καὶ υἱὸς τοῦ διασήμου ἐκείνου ἀγωνιστοῦ Σταυροπούλου, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος κατὰ κακὴν μοῖραν διατελεῖ εἰς τὸ καθῆκον αὐτὸ τοῦ κλητῆρος. Διατελεῖ, κύριοι, εἰς τὸ καθῆκον αὐτὸ 28 ἔτη, πάντοτε ηὐηρέστησε καὶ εἰς τὰ ἔσχατα ὅπου ἐξετάσθη ἀπήντησεν ἄριστα. Δὲν ἠξεύρω τίς δαίμων καὶ τὸν μεταθέτουν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, καὶ τέλος τὸν ἔπαυσαν. Ἂν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ἴδῃ (ἐγχειρίζει εἰς αὐτὸν τὴν ἀναφορὰν τοῦ κλητῆρος). Μόνον τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι ἄξιος ἀνωτέρας μοίρας παρὰ τοῦ νὰ διατελῇ κλητήρ.
§6ΑΧΟΛΟΣ. Εἰπέ μου, παρακαλῶ, εἰς ποίαν ἐπαρχίαν ἀνήκει αὐτός;
§7ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τῆς Μεσσηνίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν χώραν αἱ τοιαῦται πράξεις, νὰ παύονται κλητῆρες χρησιμεύοντες καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους κλητῆρας, καὶ πρὸς τοὺς δικαστὰς καὶ πρὸς τοὺς δικηγόρους ἀκόμη. Ἂν εὐαρεστῆται ἡ Βουλὴ, ἡ ἀναφορὰ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅστις θὰ τὸν ἐπαναφέρῃ αὐθορμήτως εἰς τὰ χρέη του· διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μία πρᾶξις αὐτὴ πολὺ ἄδικος καὶ ὁ ὑπουργὸς ἴσως δὲν ἐγνώριζε περὶ τίνος πρόκειται.
§8ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Φέρετε κατηγορίαν.
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεμία κατηγορία ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ· σεῖς εἶσθε συνηθισμένος νὰ ὑπερασπίζητε τοιούτους.
§10ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶπον νὰ φέρητε κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ.
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀνοησία ὁ λόγος σας, καὶ ἐγὼ εἰς ἀνοησίας δὲν ἐπεμβαίνω. Ἀκούσατε, κύριοι βουλευταί· μὲ λέγει νὰ φέρω κατηγορίαν διὰ μίαν παῦσιν ἑνὸς κλητῆρος· δὲν εἶναι ἄξιος διὰ τὸ φρενοκομεῖον; (γέλως).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορά.
§13ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι βουλευταὶ, τὴν διαρκῆ λυπηρὰν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ᾖμαι εἷς τῶν βουλευτῶν της· ἡ κατάστασις αὕτη, κύριοι, ἀπό τινος καιροῦ ἐχειροτέρευσεν, ἐσχάτως μάλιστα καὶ χωρίον ὁλόκληρον ἐληστεύθη καὶ ᾐχμαλωτίσθη καὶ ἀγέλας ἐκ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας, ὡς ἄλλα κτήνη, ᾐχμαλώτισαν οἱ λῃσταὶ, μεταφέροντες αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς τῶν κατὰ τὴν Τουρκίαν χωρίων. Ἡ τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων, κύριοι βουλευταὶ, προκαλεῖ βεβαιότατα μεγάλην μελέτην καὶ μεγάλην προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους, τοσοῦτον μᾶλλον, κύριοι, καθ’ ὅσον καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας, ἐν τῷ μικρῷ αὐτοῦ κύκλῳ, λόγον ἐποίησε προκληθὲν ἀπὸ δυστυχεῖς τινὰς συνδημότας του, καὶ εἰς πρᾶξιν προῆλθεν, ἐκθέτον τὴν κατάστασιν καὶ προτεῖνον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ ἀνήκοντα μέτρα. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον μὲ ἔχει εἰς θαυμασμὸν περιπλέον εἶναι, ὅτι αὐτὸ τὸ συμβούλιον, ὡς ἤκουσα, διελύθη. Παρακαλῶ, διὰ τοὺς λόγους τούτους τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, καὶ συνάμα νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ προσδιορισθῇ καὶ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἡ δὲ ἐπερώτησίς μου, κύριοι, εἶναι ἡ ἀκόλουθος· πρῶτον, ἂν ἡ ἀπὸ 12 8βρίου εἰς τὰς ἐφημερίδας καταχωρισθεῖσα πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας εἶναι γνησία· δεύτερον, ἐὰν τὰ περιεχόμενα εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ἔχωνται ἀληθείας· τρίτον, ἂν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον διελύθη, ὁποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν διάλυσίν του· καὶ προσέτι παρακαλῶ νὰ παρακατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τὸ περὶ τῆς διαλύσεως βασιλικὸν διάταγμα. Μετὰ τὰς δοθησομένας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ θέλω ἐπανέλθει.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις νὰ συζητηθῇ ἡ πρώτη μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κερκυραϊκοῦ ζητήματος· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ καὶ σήμερον, εἶμαι ἕτοιμος.
§15ΤΙΝΕΣ. Μετά.
§16ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Σήμερον.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§18ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ μετὰ τὸ νομοσχέδιον.
§19ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα ἀκόμη καὶ σήμερον.
§20Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐννοῶ τὸ σύστημα τοῦ νὰ προσδιορίζηται ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως, ὁσάκις ἡ ἐπερώτησις αὕτη δὲν παρέχει ἀμέσως τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀπαντήσῃ· ἡ φύσις ὅμως τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο τοιαύτη, ὥστε τὸ κοινοβουλευτικὸν τοῦτο ἔθιμον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμέρας δὲν παρουσιάζεται ἀναγκαῖον εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅτι ἔλαβε χώραν διὰ πρώτην φορὰν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἡ διάλυσις δημοτικοῦ συμβουλίου. Τὴν διάλυσιν αὐτὴν τὴν ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας, ἐσκέφθη, ἐμελέτησε καὶ ἀπεφάσισε. Σήμερον τί πρόκειται; πρόκειται ἡ κυβέρνησις νὰ ἐρωτηθῇ, καὶ ἐρωτᾶται, ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἡρωϊκὸν μέτρον; Ἡ κυβέρνησις τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποφάσεώς της τὰ ἔχει ἤδη πλήρη, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν. Λοιπὸν ἡ φύσις τῆς ἐπερωτήσεως δὲν χορηγεῖ τὴν ἀναβολὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει κανένα δισταγμὸν, ἔχει πλήρεις τὰς σκέψεις του ἵνα ἀπαντήσῃ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι πρὸ παντὸς ἄλλου σπουδαία καὶ σπουδαιοτάτη. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἑλληνικῆς πόλεως μαστιζομένης δεινῶς ἀπὸ λῃστάς. Ἔλαβον χώραν μεγάλαι πράξεις προφανῶς, ὡς ἀγέλαι συνελαμβάνοντο οἱ πολῖται καὶ ἀπήγοντο καὶ ἐζητοῦντο λύτρα πρὸς ἀπελευθέρωσίν των. Τούτου ἕνεκα τὸ δημοτ. συμβούλιον προέβη εἰς μίαν πρᾶξιν, διότι συνδημόται ἐζήτουν δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῶν λύτρων καὶ ἀπελευθέρωσίν των. Τὸ δημοτ. συμβούλιον διελύθη καὶ κατὰ συνέπειαν προσκαλεῖται ἡ κυβέρνησις ν’ ἀπαντήσῃ καὶ δώσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας. Νομίζω, ὅταν κινδυνεύωσι τοιαῦτα συμφέροντα, πᾶσα ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως θὰ δείξῃ ἓν εἶδος ἀδιαφορίας τοῦ Σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ διὰ ταῦτα, καὶ καθόσον μάλιστα ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθοῦν καὶ νὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα καὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός.
§21ΑΧΟΛΟΣ. ....... (θόρυβος).
§22ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ὁ κανονισμὸς κανονίζει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Χθὲς ἐκοινοποιήθησαν τὰ ἀντικείμενα τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Σήμερον παρουσιάσθη ἐπερώτησις· ὁ κ. Χατζίσκος μάλιστα ἐζήτησε νὰ παρακατατεθῶσι καὶ ἔγγραφα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἐπερώτησιν· ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἡμέρας τῆς ἀπαντήσεως· ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ τόσον κατεπείγουσα ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ συζητηθῇ σήμερον. Διατείνονται, ὅτι διελύθη τὸ δημοτ. συμβούλιον· καλὰ, καὶ δυνάμεθα σήμερον νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν; εἶναι κανεὶς κίνδυνος νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις μετά τινας ἡμέρας; Μάλιστα ὁ προτείνας ἐζήτησε τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τὸ κατεπεῖγον.
§23ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ὁ ἀνὴρ, ὅστις ἔφερε τὴν πρότασιν, ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζίσκος, καὶ ὁ πρωθυπουργὸς δὲν διστάζουν.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀφήσατε· θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Κύριοι! Μετὰ πάσης προθυμίας καὶ εὐχαριστήσεως θέλω δώσει ὅλας τὰς ἐξηγήσεις καὶ πᾶσαν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀληθῶς τὸ συμβούλιον τῆς Λαμίας διελύθη καὶ διελύθη διὰ δύω σπουδαιοτάτους λόγους. Ἂν δὲν διελύομεν τὸ συμβούλιον αὐτὸ, νομίζω πῶς ἠθέλαμεν παραβιάσει τὰ ἱερώτερα καθήκοντά μας, ἠθέλαμεν ἀφήσει νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητος πρᾶξις, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι προσβλητική. Δὲν τὸ ἐκάμαμεν διὰ νὰ ἐκφοβίσωμεν ἄλλους ἔχοντας τὸν σκοπὸν νὰ κάμωσι παρομοίας πράξεις. Ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὰς πράξεις μας, καὶ ἑπομένως ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνικὰ μέσα δὲν μᾶς ἐξιππάζουν. Κύριοι! Πρῶτον δὲν θέλω νὰ θέσω ὡς ζήτημα, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι, ναὶ ἢ ὄχι, ἀπόλυτον, καὶ ἂν ἡ διάλυσις αὕτη ὑπάγεται εἰς περιορισμοὺς ἢ ὄχι· ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, καὶ λέγων τοῦτο, ἐννοῶ, ὅτι δὲν προσδιορίζεται οὔτε ἀπὸ ἀνάγκας, οὔτε ἀπὸ περιστάσεις, ἀλλ’ ὅπως ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντικαθιστάναι τὸν ὑπάλληλόν της δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ διὰ τὸ συμβούλιον. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν τὸ συζητῶ τοῦτο. Κύριοι! Διὰ νὰ διοικηθῇ καλῶς ἕνας τόπος, ἑκάστη ἐξουσία πρέπει νὰ εἶναι ἐντὸς τῶν καθηκόντων της καὶ νὰ ἐνεργῇ ἐντὸς αὐτῶν· ἅμα ἐξέρχεται καὶ ἐπεμβαίνει εἰς ἄλλα καθήκοντα, αὐτὴ ἡ ἐξουσία παραβιάζει τὸν νόμον, γεννᾷ τὴν σύγχυσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποφέρῃ μίαν τοιαύτην ὑπέρβασιν καθηκόντων, οὔτε ἡ κοινωνία ἠμπορεῖ νὰ ὑποφέρῃ αὐτὴν τὴν σύγχυσιν. Αὐτὸ ἔπραξε τὸ δημ. συμβούλιον· ἐξῆλθε τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων του, διότι τὸ δημ. συμβούλιον ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν διοικητικῆς ἐνεργείας, καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὸν δῆμον καὶ τὴν ἐπαρχίαν. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα, κύριοι, τοῦ δημ. συμβουλίου; Αὐτὰ περιγράφονται ὡρισμένως εἰς τὸ 50 τοῦ νόμου ἄρθρον.
§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ 49.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ 49 ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸ 50· διότι ἂν τὸ 50 δὲν εἶναι ἐξήγησις τοῦ 49, τότε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἠμπορεῖ ἀξιόλογα νὰ καταστῇ πολιτικὴ ἀρχή. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ 50 ἄρθρον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δημ. συμβούλιον νὰ ἐξετάσῃ πᾶσαν διοικητικὴν ἐνέργειαν καὶ πάντα νόμον; διότι πᾶσα διοικητικὴ ἐνέργεια καὶ νόμος ἐφαρμοζόμενος εἰς τοὺς πολίτας ἐφάπτεται βέβαια καὶ τοῦ δήμου. Λοιπὸν ἔχει τὸ δημ. συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλης αὐτῆς τῆς ἐνεργείας; Ἕνας φορολογικὸς νόμος ἐφάπτεται βέβαια τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν· ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ συμβούλιον νὰ κρίνῃ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου λέγον, ὅτι γεννᾷ ἀδικίας ἢ βλάβας; Ἓν μέτρον διοικητικὸν ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐπειδὴ ῥυθμίζει τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐγγίζει βέβαια τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἑκάστου δήμου· ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δημ. συμβούλιον νὰ ἐξετάζῃ αὐτὰ τὰ μέτρα, ἐξελέγχον τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν; καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τότε δὲν ἠθέλατε ἔχει ἀρχὰς ἄλλας ἀνεξαρτήτους, διὰ νὰ ἐξετάζουν τί ποιεῖτε; Δὲν ἠθέλατε ἔχει δημοτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιφέρουν μομφάς, καὶ τότε ἀντὶ συμβουλίων δὲν ἠθέλατε ἔχει ἀντ’ αὐτῶν ἀρχὰς πολιτικὰς εἰς ὅλον τὸ κράτος διεσπαρμένας, ἐνίοτε συμφωνούσας, ἐνίοτε ἀντιπραττούσας πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἤθελεν εἶσθαι χάος, δὲν ἤθελεν ἐπέλθει σύγχυσις, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἔλεγε ναὶ καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια ὄχι; Τὸ κατ’ ἐμέ, ὄχι κατ’ ἐμὲ ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον, οἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἔχουν ἄλλην δικαιοδοσίαν, δὲν ἔχουν ἄλλα καθήκοντα, παρὰ νὰ ἐξετάζουν καὶ νὰ ἐνεργοῦν ἐπὶ ἀντικειμένων καθαρῶς ἐπιτοπίων, καθαρῶς δημοτικῶν, μὴ ἐχόντων σχέσιν μὲ τὴν ἐν γένει διοίκησιν, μὴ ἐχόντων μὲ ὅ,τι νομοθετικὸν διατάττουν, διότι ἐκτὸς τούτου, κύριοι, τὸ δημοτικὸν σύστημα, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ νὰ εἶναι ἡ οἰκογενειακὴ ἐκείνη ἐξουσία ἡ ὁποία σκέπτεται, φροντίζει καὶ ἐνεργεῖ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου ἰδίως, ἐπεμβαίνει ἀδίκως καὶ παρατόλμως εἰς τὰ μέτρα τῆς διοικήσεως ἐν γένει. Ἰδού, κύριοι, διατὶ ἐνόμισα ὅτι δημοτικὸν συμβούλιον, ἐνεργῆσαν ὅπως ἐνήργησεν, ἐκφράσαν γνώμην περὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως καὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξῆλθε τῶν καθηκόντων του, καὶ ἐξελθὸν τῶν καθηκόντων του ἀποκατέστη ἔνοχον τῆς ποινῆς ἡ ὁποία τοῦ ἐπεβλήθη, διότι ἄλλως ἡ σύγχυσις, ἡ ἀταξία ἤθελεν ἐπέλθει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσω τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, διότι τὸ συμβούλιον αὐτὸ ὅπως ἐξεφράσθη, ἐξέφραζεν ἓν ψεῦμα τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν τῆς πατρίδος. Ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν ἤδη, ὑπάρχει καμμία ἐμφωλεύουσα συμμορία; Ὄχι. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι, ἐσωτερικῶς διεπράχθη ληστεία εἰς τὰ μέρη ταῦτα; Ὄχι. Τί γίνεται, κύριοι; οἱ λησταὶ προστατεύονται εἰς τὴν γείτονα ἐπικρατείαν καὶ ἐκεῖθεν ἐκπέμπονται νὰ λεηλατῶσι τὰς ἰδικάς μας ἐπαρχίας. Ἡ ληστεία λοιπὸν δὲν εἶναι ληστεία ἐμφωλεύουσα καὶ ἐνδιαιτωμένη ἐσωτερικῶς· ἡ ληστεία ἐμφωλεύει ἐξωτερικῶς καὶ ἐκεῖθεν ὡς ἐπιδρομὴ ἀποστέλλεται καθ’ ἡμῶν. Ἐὰν τὸ συμβούλιον εἰλικρινῶς ἐφέρετο, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ὄργανον ἐκτελέσεως μιᾶς κακῆς ἰδέας, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν πλήρη, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ὑπάρχει διότι μᾶς στέλλεται ἔξωθεν ὡς ἐπιδρομή, ὅτι ἐσωτερικὴν ληστείαν δὲν ἔχομεν, τὴν στέλλουσιν ἔξωθεν, καὶ τοιουτοτρόπως, κύριοι, τὸ συμβούλιον ἐὰν τὸ ἔλεγε, ἤθελεν εἴπει μίαν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποδείξει συγχρόνως καὶ ποία ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως· καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἴπῃ χάριν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς παρίδος. Τί εἶπεν ὅμως τὸ συμβούλιον; Εἶπε τὸ ἐναντίον· ἤθελε νὰ καθιερώσῃ ἓν προηγούμενον ψεῦδος, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς μαστίζεται ἀπὸ ληστείαν, ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διαιτωμένην καὶ μὴ δυναμένην νὰ καταστραφῇ ἕνεκα τῶν κακῶν μέτρων, ἤτοι τῆς ἀνεπιτηδίου ἐνεργείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Τὸ συμβούλιον λοιπὸν διὰ τῆς πράξεώς του αὐτῆς εἶπεν ἓν ψεῦδος πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο τὸ συμβούλιον, ἐπαναλαμβάνω, ἦτον ἔνοχον τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν ὑπέστη. Κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν. Πρό τινος ἤδη καιροῦ εὐτυχῶς ἡ ληστεία ἔπαυσεν νὰ μαστίζῃ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ τόπου· πρό τινος ἤδη καιροῦ, εὐτυχῶς, ἠμποροῦμεν ἐλευθέρως νὰ ἀναπαυώμεθα ἐκτὸς τῶν πόλεων, ἐκτὸς τῶν χωρίων, ἐκτὸς τῶν οἴκων μας. Πρό τινος ἤδη καιροῦ, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ που λῃστής, δὲν τολμᾷ νὰ παρουσιασθῇ, διότι ὅμοιοι αὐτοῦ ἔλαβον τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των εἰς ἀριθμὸν μέγιστον. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀπαλλαχθῶμεν· κατὰ δυστυχίαν αἱ μεθόριοι ἐπαρχίαι εἶναι ὑποκείμεναι εἰς αὐτὸ τὸ κακόν, καὶ πάσχουν ἀληθῶς, καὶ ὑποφέρουν, καὶ ζημιόνονται καὶ καταστρέφονται· ἀλλά, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, τούτου δὲν εἶναι αἴτιος οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, οὔτε τὸ ἔθνος. Ἀρχαί τινὲς παρεξηγοῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ μὴ πιστῶς φερόμεναι καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ πρὸς τὴν ἰδίαν κυβέρνησίν των, παραβιάζουσι τὸ χρέος των, ὑποστηρίζουσαι καὶ ὑποθάλπουσαι συμμορίας, τὰς ὁποίας ἐκπέμπουν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, καὶ λεηλατοῦσιν αἱ συμμορίαι αὗται. Ἡ Ἑλλὰς λοιπόν, κύριοι, τὸ λέγω πρὸς τιμήν της, ἤδη ἐσωτερικῶς εἶναι ἀπηλλαγμένη· ὑποφέρει μόνον ἀπὸ τὰς συμμορίας τὰς ὁποίας τῆς στέλλουσιν οἱ ὑπάλληλοι Τοῦρκοι. Τὸ συμβούλιον λοιπόν, ἐὰν ἤθελε νὰ στηλιτεύσῃ τὴν κακὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ πλήρη τὴν ἀλήθειαν, καὶ λέγον τὴν ἀλήθειαν, ὑπεράσπιζε διὰ τῆς ἀληθείας τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν, καθὼς ἠξεύρετε, συκοφαντοῦν καὶ ὑβρίζουν ὅλην τὴν ἡμέραν, λόγῳ τῶν ληστειῶν αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν δυστυχῶς ἀκόμη εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Ἰδοὺ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ προβῶ εἰς τὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον προέβην.
§27ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλὰ ἔκαμες.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφ’ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς νομίζω, κατ’ ἐμέ, ὅτι ἀδίκησε τὸ συμβούλιον, ὄχι τὸ κατεδίκασε, διότι τὸ συμβούλιον οὔτε ὑπεστήριζε λῃστάς, οὔτε ὑπερασπίζει, οὔτε εἶπεν ὅτι ἡ κυβέρνησις τοὺς διατηρεῖ. Τὸ συμβούλιον, συμφώνως μὲ τὸ καθῆκόν του τὸ θρησκευτικόν, δὲν ἔκαμε ἄλλο παρὰ νὰ ζητήσῃ θεραπείαν καὶ βοήθειαν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν· μήπως ἀνεφέρθη εἰς τὸν Πασσᾶν τῆς Λαρίσσης; Τί λέγει τὸ 49 ἄρθρον; Ἄρθρον 49. «Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον βοηθεῖ τὸν δήμαρχον ὡς συνεπιτηροῦσα ἀρχή. Ἐπαγρυπνεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁλομελείας τοῦ δήμου εἰς τὸ νὰ δίδεται εἰς αὐτὸν πᾶσα δυνατὴ ὠφέλεια καὶ εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνηται ἀπ’ αὐτὸν πᾶσα ζημία». Κύριοι δὲν ἐχρεωστοῦσε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ φροντίσῃ διὰ τὸ καλὸν τοῦ δήμου του; Ποία ἄλλη ἀρχὴ ἤθελε φροντίσει; Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κύριος πρωθυπουργός, ὅτι ἡ ληστεία ἀπὸ τὴν Τουρκίαν ἔρχεται ἢ ἀπ’ ἐδῶ ὑπάγει εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι ἔχουν 35 αἰχμαλώτους ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν καὶ τοὺς βαστοῦν εἰς τὴν Τουρκίαν, τὸ συμβούλιον λέγει, ὅτι πταίει ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε διὰ τῶν ὀργάνων της, διὰ τῆς δυνάμεώς της νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ αἰχμαλωτίζωνται ὡς ἀνδράποδα. Ἔσφαλε τὸ συμβούλιον διὰ τοῦτο; Θαυμάζω· δὲν ἠμποροῦσα νὰ περιμείνω τοιαύτην ὁμιλίαν ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργόν. Τί εἶναι τὸ συμβούλιον; Δὲν εἶναι ἀρχὴ διοριζομένη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν· τὸ συμβούλιον ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται· δὲν διορίζεται, προέρχεται ἐξ ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔπειτα καὶ ὑπέρβασιν καθηκόντων ἐὰν ἔκαμεν, ἠμπορούσατε νὰ ἀκυρώσητε τὴν πρᾶξιν, ποτὲ ὅμως νὰ ἔλθητε εἰς μίαν κατάργησιν τοῦ συμβουλίου, δηλαδὴ νὰ τὸ ἀπελπίζετε καὶ νὰ τὸ βιάσητε εἰς ἓν βῆμα τὸ ὁποῖον ἐντρέπομαι νὰ τὸ εἴπω. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος νὰ τὸ καταπιέζουν οἱ λῃσταὶ, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ μεταβατικά· καὶ ἠξεύρετε τί κάμουν στρατιῶται τινὲς, οἱ ὁποῖοι διευθύνονται ἀπὸ ὄχι τόσον φρονίμους ἀξιωματικούς· οἱ ἄνθρωποι ἦλθον εἰς ἀπελπισίαν, καὶ ἔκαμον τότε ἣν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν πρᾶξιν. Μήπως ἀνεφέρθησαν εἰς καμμίαν ξένην ἀρχήν; Βοήθειαν ζητοῦν, καὶ ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ παυθοῦν; Τί θέλετε; νὰ κάμουν στάσιν; ἢ θέλετε νὰ κάμουν, ὃ μὴ γένοιτο, κανὲν ἄλλο τὸ ὁποῖον εἶναι αἶσχος νὰ φαντασθῇ κανείς; Ἠξεύρετε, ὅταν ἀπελπίζεται ὁ ἄνθρωπος καὶ δὲν ἔχῃ βοήθειαν, ποῦ καταφεύγει. Λοιπὸν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι κατεπατήθη. Τὸ συμβούλιον ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμνεν, ἤθελεν εἶναι προδότης· ἐζήτησε βοήθειαν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ· ἔκαμεν ὅ,τι ὁ νόμος λέγει, καὶ κατ’ ἐμὲ ἡ κυβέρνησις ἔκαμε πολὺ κακὰ, ἔκαμε παρανομίαν. Εἰς ποῖον ἐστηρίχθη; ποῖος νόμος δίδει τὸ δικαίωμα; κανεὶς· ἔκαμεν αὐθαιρεσίαν· ἐδῶ εἶναι μία πρᾶξις αὐθαίρετος.
§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν, κύριοι, ἱστορικῶς εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἥτις μόνη θὰ μᾶς φέρῃ εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα. Πραγματικῶς, κύριοι, περιέμενα ἀπὸ μίαν πατρικὴν κυβέρνησιν, ἀπὸ ἓν συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, ὄχι νὰ διαλύσῃ τὸ συμβούλιον ἀλλὰ νὰ τὸ παρηγορήσῃ, νὰ τὸ περιποιηθῇ. Τέλος πάντων, ἐὰν ἐθεώρησεν ἡ κυβέρνησις, ὅτι τὸ συμβούλιον παρεξετράπη, νὰ τῷ κάμῃ τουλάχιστον μίαν μικρὰν παραίνεσιν. Δὲν ἔγεινε τοῦτο, κύριοι, ἀλλ’ εἰς ἐπίμετρον τῶν δυστυχημάτων τοῦ τόπου ἐκείνου ἔρχεται ἡ διάλυσις. Ἐπερίμενα ἀκόμη καὶ σήμερον, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ μεταχειρισθῇ ἄλλην γλῶσσαν παρὰ τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη. Οἱ Τοῦρκοι, λέγει, στέλλουν τοὺς λῃστάς· καὶ ποῖος ἀρνεῖται τοῦτο; Ἀλλὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας, ἐὰν ἐξέφραζε τοιαύτην ἰδέαν, τότε ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι ἐξῆλθε τῶν ὁρίων του καὶ περὶ πολιτικῶν ἔκαμε λόγον. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἱστορικῶς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ γεγονότα. Τὰ ἐδάφη, κύριοι, ἅτινα ἐξελέξατο τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἐξασκήσῃ τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας καὶ σχέδιά του, καὶ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις καὶ μέτρα του, τὸ πρὶν μὲν ὡς ἀντιπολίτευσις, καὶ μετὰ ταῦτα ὡς κυβέρνησις, ἦσαν αἱ μεθόριοι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους· καὶ ὅμως, κύριοι βουλευταὶ, ἑκάστη πόλις ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν, ἕκαστον χωρίον, ἕκαστον δάσος, κύριοι, ἔχει νὰ διηγηθῇ ἕκαστον, ὅταν ἐρωτηθῇ, ἀπὸ ἓν τρομερὸν, ἀπὸ ἓν λυπηρὸν δυστύχημα, ὅπερ ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ὑπουργικὴν ταύτην περίοδον. Αὕτη ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Δὲν λησμονεῖτε συνάμα, κύριοι βουλευταὶ, καὶ τὴν πανηγυρικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἔλευσιν τοῦ ὑπουργείου τούτου, τὴν ὡραίαν ἐκείνην γλῶσσαν· δὲν λησμονεῖτε ἐπίσης τὴν ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν ἄκραν σιγὴν καὶ πρόθυμον συνδρομὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ παράδειγμα τοῦτο τῆς ἄκρας σιγῆς καὶ τῆς συνδρομῆς πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὸ ἠκολούθησαν καὶ οἱ λαοὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς μεθορίου γραμμῆς· ἐπὶ πλέον ἐνηγκαλίσθησαν καὶ τὴν μεγάλην ὑπομονὴν καὶ τὴν μεγάλην ἀνοχὴν δι’ ὅσα ὑπέστησαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, δι’ ὅσα δυστυχήματα ὑπέστησαν, δι’ ὅσας ζημίας ὑπέστησαν, δι’ ὅσας ἀγγαρείας ὑπέστησαν, δι’ ὅσα καταλύματα ὑπέστησαν, δι’ ὅσας αἰχμαλωσίας ὑπέστησαν, δι’ ὅσους φόνους ὑπέστησαν καὶ διὰ τόσα ἄλλα μυρία δυστυχήματα. Τέλος πάντων, κύριοι, τὸ κακὸν ὑπερεξεχείλισε, καὶ ἔρχεται ἓν δημοτικὸν συμβούλιον, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας φθιώτιδος, καὶ λέγει· διακόπτω τὴν σιγὴν, διότι ἐπνίγην ἀπὸ τὰς φωνὰς τῶν αἰχμαλώτων. Προχθὲς, κύριοι βουλευταὶ, εἷς ἔμπορος ἐκ τῶν καλλιτέρων τῆς Λαμίας, ὁ κ. Γραμματίκας, ἐπήγαινε διὰ τὴν Σύρον καὶ ἔξωθεν τοῦ βουλευτηρίου μοὶ λέγει· Ἠξεύρετε; ἐκ τῶν δύω ἐγκύων γυναικῶν, τὰς ὁποίας ἠχμαλώτισαν οἱ λῃσταὶ ἀπὸ τὸ χωρίον Δερβὲν–φούρκα, ἡ μία ἐγέννησε καὶ ἀπεβίωσεν εἰς τὰ λημέρια τῶν λῃστῶν. Τί τρομερώτερον τούτου, κύριοι; Καὶ ὅμως τοιαῦτα δυστυχήματα συχνὰ δυστυχῶς λαμβάνουν χώραν, τὸ δὲ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ἠμποροῦσε πλέον παρὰ νὰ προέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἱκετεύσῃ τὴν κυβέρνησιν μετὰ σεβασμοῦ, ὅπως λάβῃ τὰ ἀνήκοντα μέτρα πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως. Κύριε πρωθυπουργὲ, εἴπατε ὅτι λέγει ψεῦδος, διότι δὲν εἶπεν ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ λῃσταὶ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Τουρκίαν. Ναί, κύριοι, ἂν παρέλειψε τοῦτο, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, καλῶς ποιοῦν καὶ πολιτικὴ σύνεσις ὑπηγόρευσε τὸ συμβούλιον νὰ τὸ παραλείψῃ, ἀλλ’ ὅμως καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα εἶπε τὴν ἀλήθειαν.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ προδοσία.
§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προδοσία εἶναι ἐὰν τὸ παρέλιπε πρὸς σκοπὸν ἐπιβλαβῆ, ἄλλως θεωρεῖται φρόνησις· διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα εἶπε μεγάλας ἀληθείας. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ διάλυσις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐνῷ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, δὲν ἦτο καὶ ἀνάλογος, δὲν ἦτο συνετὸν μέτρον, δὲν ἦτο πολιτικὸν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Τί θὰ εἴπῃ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, σᾶς ἐρωτῶ, ὅστις ἐνῷ βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν του, καὶ ἐνῷ εὑρίσκεται καθ’ ἡμέραν εἰς ἀδιακόπους φόβους καὶ τρόμους, ὕστερον ἀφοῦ μανθάνει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ δήμου του ἐκθέτουν τὴν κατάστασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ κυβέρνησις τοὺς διαλύει! Βεβαίως θὰ εἴπουν ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις ἢ δὲν θέλει νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἢ θέλει νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις! Καὶ ὁποίαν, νομίζετε, πολιτικὴν τιμωρίαν ὑπέστησαν οἱ διαλυθέντες σύμβουλοι; Ἀκούσατε. Ἂν ἐχρειάσθη τεσσάρων ἡμερῶν ἐκλογικὴ πάλη, διὰ νὰ ἐκλεχθῶσιν ἄλλοτε σύμβουλοι, κατὰ τὴν διαταχθησομένην ὅμως νέαν ἐκλογὴν, ὁ λαὸς βεβαίως θὰ τοὺς ἐκλέξῃ αὐθημερόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα.
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μαντεύετε.
§33ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν τὸ μαντεύω, παρὰ ἠξεύρω τὴν ἐπαρχίαν μου ὅπως ἠξεύρεις τὴν ἰδικήν σου· ἠξεύρω τὸν ἑλληνικὸν λαόν Ὅταν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πάσχῃ, καὶ πάσχῃ ἀδίκως, ἠξεύρει νὰ ἱκανοποιῆται ἐντὸς τῶν νόμων. Λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε, ὅτι ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα καὶ ὡς πρὸς τὸ νομικὸν ἀκόμη, τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐσκέφθη κἄπως ἐπιπολαίως. Ἐν τούτοις ἂς ἐξετάσωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου σχετικῶς μὲ ἄλλα γεγονότα, διὰ νὰ κάμωμεν σύγκρισιν ποῦ εὑρίσκομεν τὸ περισσότερον δίκαιον ἢ ποῦ εὑρίσκομεν τοὺς νόμους περισσότερον παραβιασθέντας. Ἔχομεν, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἓν ψήφισμα τῆς πρὸ ὀλίγου Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν τῶν ὡραιοτέρων καὶ σωτηριωδεστέρων ψηφισμάτων, καταργεῖται ἡ ἀμνηστία εἰς τοὺς λῃστάς. Ἔρχεται τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ μᾶς φέρει ἕνα νόμον, διατάξεις τινὰς τοῦ ὁποίου ὅλοι ὠνομάσαμεν δρακοντείους, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ψηφίζεται, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ὑποστηρίζει, καὶ τροπολογίας φέρει τὰς ὁποίας καὶ παρεδέχθη ἡ Βουλή. Ἔχομεν λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, τὸν πρὸ ὀλίγου περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας ψηφισθέντα νόμον. Διὰ τοῦ ψηφίσματος καταργεῖται ἡ ἀμνηστία, ἡ δὲ ἀμνηστία δὲν εἶχεν ἄλλο πλεονέκτημα διὰ τὸν ληστὴν παρὰ νὰ φέρῃ τὴν κεφαλήν του ἐπὶ τῶν ὤμων του ἀσφαλῶς, νὰ ἀναπνέῃ τὸν πάτριον ἀέρα εἰς τὸ χωρίον του, νὰ καταγίνεται εἰς τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ δακτυλοδεικτῆται ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του ὡς κακοῦργος· αὐτὸ ἦτο τὸ πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ ἀμνηστευόμενος λῃστὴς πρὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀμνηστίας. Ἔρχεται κατόπιν ὁ ἐπιψηφισθεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος τί λέγει; καὶ ὁ τροφοδότης θεωρεῖται κακοῦργος, καὶ καταδιώκεται, καὶ φυλακίζεται, ἐκτοπίζεται ὡς καὶ ἐκεῖνος ὁ πολίτης ὅστις ἤθελεν ἔλθει εἰς ἔμμεσον συνεννόησιν μετὰ τοῦ λῃστοῦ. Καὶ ὅμως τὸ ὑπουργεῖον λαμβάνει μέτρον καὶ φέρει τοὺς λῃστὰς ἀπὸ τὰ βουνὰ εἰς τὰς πεδιάδας, εἰς τὰ χωρία, ἐλευθέρους, τρώγοντας καὶ πίνοντας. Κύριοι, ὁποία ἀποθάῤῥυνσις διὰ τοῦ μέτρου τούτου εἰς τοὺς λαούς! Ὁποῖον θάῤῥος εἰς τοὺς λῃστάς! Ἔχει καμμίαν σύγκρισιν ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ συμβουλίου μὲ τὸ κυβερνητικὸν αὐτὸ μέτρον; προσβάλλει ἡ πρᾶξις ἆρά γε, ὡς αὐτὸ τὸ διοικητικὸν μέτρον, ψηφίσματα, νόμους καὶ διατάγματα; Ναί! κύριοι, ἐκτὸς τῆς κακῆς ἰδέας ἥτις δικαίως ἐσχηματίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ τούτου τρόπου, τὸ μέτρον τοῦτο οὐδετερώνει ὁλοσχερῶς τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως καὶ χαλαρόνει καὶ μηδενίζει τὸν πρὸ ὀλίγου ψηφισθέντα περὶ καταδιώξεως λῃστείας νόμον. Καὶ θέλομεν φθάσει ἆρά γε διὰ τοιούτων μέτρων εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα τῆς ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τῆς διαλύσεως τοῦ συμβουλίου δὲν ἀνταπεκρίθη, ὡς ἔδει, ὥστε νὰ ἐπιχύσῃ βάλσαμον εἰς τὴν κακὴν ἐκείνην κατάστασιν τοῦ τόπου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθεῖαν της λύπην διὰ τὰ συμβαίνοντα εἰς τοὺς λαοὺς τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, διὰ τὴν παράλογον διάλυσιν τοῦ συμβουλίου Λαμίας, καὶ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν ὅσον ἔνεστι ταχέως τὴν ποθουμένην ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Ἐὰν, κύριοι, διστάζῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν πρὸς παρηγορίαν τῶν λαῶν ἐκείνων, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐξέφρασεν ἓν ψεῦδος, ἐνῷ δὲν εἶπε παρὰ ἀλήθειαν, ἐὰν, λέγω, διστάζῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρώτην πρότασίν μου, ἔχω μίαν δευτέραν, ἤτοι νὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ ἐπιτροπὴν βουλευτικὴν, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς τὰς μεθορίους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, νὰ λάβῃ πληροφορίας ἐκ τοῦ πλησίον, διὰ νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου ἐκείνου.
§34ΑΧΟΛΟΣ. Κύριε Χατζῖσκε, σᾶς κάμνω μίαν ἐρώτησιν· τὸ συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἔπαυσε παρανόμως τί θὰ γένῃ;
§35ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φέρῃ τὸ διάταγμα τῆς παύσεως, ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὸ διάταγμα τῆς παύσεως.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ διάταγμα λόγους.
§37ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διὰ τοῦτο ἴσα ἴσα ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ διάταγμα σήμερον δὲν ἔχει λόγον.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κανὲν διάταγμα δὲν ἔχει λόγους.
§39ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω τὸ διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου διελύθη τὸ συμβούλιον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἔχει λόγους, καὶ λόγους ἰσχυρούς.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ πότε ἔγεινε ἐκεῖνο; ἔγεινεν πρὸ τοῦ Συντάγματος.
§41ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προκειμένου λόγου, κύριοι βουλευταί, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Φθιώτιδος, ἤθελεν εἶσθαι ἢ δειλία ἢ καθαρὰ προδοσία, ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς σιγήσωσι καὶ δὲν ἐκθέσωσι μετὰ θάῤῥους καὶ ἄνευ προσωποληψίας τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐσυνείθισα νὰ κρύπτω τὴν ἀλήθειαν· τούτου ἕνεκα θαῤῥαλέως ἔρχομαι νὰ εἴπω ὅ,τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνωρίζω. Εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Φθιώτιδος διατελεῖ εἰς λυπηρὰν κατάστασιν ἕνεκα τῆς λῃστείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπήχθησαν συλλήβδην αἰχμάλωτοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅτι διεπράχθησαν καὶ ἄλλαι ληστεῖαι, κακώσεις κλπ. καὶ ὅτι ἐπληρώθησαν βαρύτατα λύτρα. Ὡσαύτως ὅμως ἀληθὲς καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις κατέβαλε καὶ καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἀπαλλάξῃ τὴν ἀτυχῆ ταύτην χώραν ἀπὸ τὴν μαστίζουσαν αὐτὴν ληστείαν, καὶ ὅτι συμπάσχει εἰς τὰ δεινοπαθήματα τῶν πολιτῶν, καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν, παραδεχομένη οἱαδήποτε τῇ ὑποδειχθῶσιν ὡς συντελεστικὰ μέτρα, ἀφ’ ὅπου καὶ ἂν προέρχωνται. Ἐγὼ αὐτὸς, μόλις ἀποβιβασθεὶς τοῦ ἀτμοπλοίου, ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν εὗρον προθυμοτάτην νὰ παραδεχθῇ πᾶν μέτρον τὸ ὁποῖον ἤθελέ τις τῇ προτείνει ὡς συντελεστικὸν εἰς καταστολὴν καὶ ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. Μὲ θλίβει κατάκαρδα ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἐπαρχίας μου. Μ’ ἦτο προτιμότερος, ὁ θάνατος καὶ ἐπεθύμουν τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, ἔστω καὶ μὲ τὴν θυσίαν τῆς ὑπάρξεώς μου. Καί τοιούτῳ θλιβόμενος, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ κακὸν τῆς λῃστείας ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀφ’ ὅτου ἡλικιώθην, ποτὲ δὲν ἐγνώρισα τὴν Φθιώτιδα ἐντελῶς ἀπηλλαγμένην τῆς λῃστείας. Πάντοτε σποράδην ὑπῆρχε τοιαύτη καὶ ὅλαι αἱ κυβερνήσεις εὐγενῶς ἠγωνίσθησαν πρὸς ἐξάλειψιν τοῦ κακοῦ. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, κύριοι, ὑπήρξετε κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς τὰ πράγματα. Εἰπέτε μοι πότε ἐντελῶς ἐξέλιπεν ἡ ληστεία; Πάντοτε κατεβλήθη πᾶσα πρὸς τοῦτο προσπάθεια, καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις παρὰ πᾶσαν ἄλλην συνεκέντρωσεν εἰς τὰς μεθορίους ἐπαρχίας δισχιλίους σχεδὸν ἄνδρας, ἐνῷ οὐδέποτε ἦσαν πλειότεροι τῶν 800 ἠσχολημένοι εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας· καὶ μ’ ὅλας ταύτας τὰς κολοσσαίας δυνάμεις τὸ κακὸν πλεονάζει. Πρέπει ὅθεν νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν τοῦτο προέρχεται. Κυρίως, κύριοι, ἐκπηγάζει ἐκ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἥτις, ὡς πολλοὶ γνωρίζετε, εἶναι ἰδανικόν τι σημεῖον τὸ ὁποῖον εὐκολώτατα δύναται ὁ λῃστὴς νὰ διαβῇ, νὰ αἰχμαλωτίσῃ ἢ νὰ λῃστεύσῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν γείτονα χώραν, σχεδὸν ἀπαρατήρητος. Δυστυχῶς ἤδη ὑπάλληλοί τινες τῆς Τουρκίας φυλάττουσι καὶ συντρέχουσι τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ σχέδια τῶν λῃστῶν καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τόσας συλλήβδην αἰχμαλωσίας. Τὸ κακὸν ὅμως τοῦτο ἄλλως θὰ θεραπευθῇ παρὰ διὰ τῆς συγκεντρώσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ὅρια, καθ’ ὅσον ἀδύνατον εἶναι καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ φράξωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν γραμμήν. Γνωρίζω, κύριοι, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν συμμοριῶν καὶ τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν λῃστῶν, ἀναβαινόντων περίπου εἰς 200· γνωρίζω προσέτι, ὅτι αὕτη ἔχει τὴν γέννησίν της εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, καὶ ὅτι ἔλαβεν ἐπίτασιν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου π. ε. ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ ἡ συζήτησις τῶν αἰτίων, μ’ ὅλον ὅτι ἐγὼ καὶ τότε εἶπον εἰς τὰς ἐν Φθιώτηδι προϊσταμένας ἀρχὰς, ὅτι τὰ κινήματα ἐκεῖνα ἤθελον πολλαπλασιάσει τὴν λῃστείαν, ὡς δυστυχῶς συνέβη· ἀλλὰ, μ’ ὅλον ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐφέρθησαν ὅλα ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως, αὕτη οὐδεμίαν ἀκρόασιν ἢ προσοχὴν ἔδωκε. Λοιπὸν, κύριοι, ὅσον δυσάρεστος καὶ ἂν εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Φθιώτιδος, ὅσον μεγάλα καὶ θλιβερὰ ἂν διαπράττωνται αὐτόθι ἐγκλήματα, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης αἰσθανόμεθα πλειότερον παντὸς ἄλλου, τοσοῦτον ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀφ’ οἱανδήποτε αἰτίαν, ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις βαθύτατα αἰσθάνεται τὰ παθήματα τοῦ λαοῦ καὶ προθυμοτάτη εἶναι νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἐξάλειψιν τοῦ κακοῦ, καὶ σχετικῶς ἡ κατάστασις εἶναι καλλιτέρα ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Ἐάν, κύριοι, τοιαύτην δὲν εἶχον περὶ τῆς κυβερνήσεως ἰδέαν, δὲν ἤθελον τηρήσει, ὡς ἄλλοι, μέχρι τοῦδε νεκρικὴν σιγὴν, ἀλλ’ ἤθελα ὑψώσει φωνὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι ἐξεπλήρωσα καὶ νῦν παρὰ τῇ κυβερνήσει, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποτεθῶ ποτὲ ἐλλειπὴς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μου.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι κατηγορεῖσθε διότι δὲν ἐκάματε τὴν ἐπερώτησιν· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας.
§43ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔρχομαι ἤδη ἐπὶ τὸ θέμα τοῦτο. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ πρόσωπα συνδεόμενα μετ’ ἐμοῦ διὰ πολιτικῆς φιλίας, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον φιλικά μου ἀτομικῶς καὶ παρ’ ἐμοῦ ἄκρως ὑποληπτόμενα, νομίζω, ὑπερέβη τὸ καθῆκόν του ἀναμιχθὲν εἰς κυβερνητικὰ καθήκοντα. Εἷς ἐκ τῶν συμβούλων τούτων δι’ ἐπιστολῆς του μοῦ ἔκαμε γνωστὴν τὴν πρᾶξιν· τῷ ἀπήντησα, ἐρωτηθεὶς ἂν θέλω κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, ὅτι δέχομαι τὴν ἐντολὴν ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀφεθῶ ἐλεύθερος εἰς τὰς ἐνεργείας μου. Ἡ ἀπόκρισις αὕτη δὲν ἤρεσε, φαίνεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐδημοσιεύθη ἡ πρᾶξις καὶ ἐστάλησαν εἰς διαφόρους ἐνταῦθα ἀντίγραφα αὐτῆς, ὡσανεὶ δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας καὶ δυνάμενοι καὶ θέλοντες νὰ ὑπερασπίσωσιν αὐτὴν ἐντὸς τοῦ δικαίου της. Ἐὰν λοιπὸν παρέβη τὸ καθῆκόν του, ἀναμιχθὲν εἰς κυβερνητικὰ καθήκοντα, ἡ κυβέρνησις δικαίως τὸ ἐτιμώρησεν. Συμπεραίνων λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Χατσίσκου εἶναι ἄδικος καὶ ἄσκοπος· ἄδικος μὲν, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ὑπὸ τῶν νόμων διαγεγραμμένῳ δικαίῳ διέλυσε τὸ συμβούλιον, ἄσκοπος δὲ, διότι πάντες ὁμολογοῦμεν τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα πάσχει ὁ λαὸς, προσθέτοντες ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκπληροῖ προθύμως ὅ,τι τείνει ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν.
§44ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰχμαλωτισθέντων καὶ πόσον τὸ ποσὸν τῶν μέχρι τοῦδε πληρωθέντων λύτρων;
§45ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου π. ε. μέχρι τοῦδε ὁ μὲν ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰχμαλωτισθέντων ἀνέρχεται εἰς 106 περίπου, τὸ δὲ ποσὸν τῶν πληρωθέντων λύτρων εἰς 700,000 περίπου δραχμῶν.
§46ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν ἄλλην ἐρώτησιν σᾶς ἀποτείνω. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, καθ’ ὅσον καὶ ἐγὼ γνωρίζω μερικὰ πράγματα, ἂν ἐκτὸς τῶν λύτρων ὑποχρεώθησάν τινες νὰ πληρώσωσι διὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν των, ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν κτημάτων των, καὶ ἂν ἄλλοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Φθιώτιδα καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Εὔβοιαν.
§47ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κάτοικοι τινες τῶν ἀνατολ. δήμων, ἀγνοῶ πόσοι, ὅτε ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ Θεσσαλικὴ ἐπανάστασις καὶ ἐπαπειλεῖτο εἰσβολὴ καὶ Τουρκαλβανῶν, ὡς ἤκουσα, μετέβησαν εἰς Εὔβοιαν. Τὰ λοιπὰ δὲν πιστεύω νὰ εἶναι ὅλως ἀληθῆ.
§48ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν μ’ εἴπατε, ὅτι τὸ δημοτ. συμβούλιον λέγει ἀληθείας.
§49ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅ,τι εἶπον πρὸς ὑμᾶς, κύριε, τὸ ἐπανέλαβον καὶ σήμερον καὶ δὲν θὰ κρύψω ποτὲ καὶ ἀπὸ κᾀνένα τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς εἶπον ὅτι εἰς τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα μέρος τὸ δημοτικὸν συμβούλιον λέγει τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ὅμως μέρος δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν· ὅ,τι εἶπον εἰς ὑμᾶς, τὸ εἶπον καὶ εἰς ἄλλους πολλοὺς ἄνδρας, ἑπομένως δὲν θὰ τὸ κρύψω καὶ τώρα.
§50ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Χατζίσκου. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς ἀπήντησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πολὺ ἐντέχνως· δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ νόμων τὴν παράνομον πρᾶξιν τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀορίστως πως ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ἀναμφισβήτητον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως τοῦ παύειν ὡς ὑπαλλήλους τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ τοὺς δημάρχους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἀμφισβήτησε, διότι εἶναι ἀνάξιον ἀμφισβητήσεως· ἠθέλησε νὰ διηγηθῇ ξηρὸν τὸ περιστατικὸν αὐτό. Ἤθελεν εἶσθαι σπουδαιοτέρα ἡ περίστασις, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔλειπε νὰ προκαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν ὅπως αὐθωρεὶ καταβάλῃ τὰ ἔγγραφα, σπουδαιοτέρα, λέγω, διότι ἐὰν κατεβάλλοντο τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν κρίνει αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ἤθελεν ἴδει ἂν πράγματι παρηνόμησεν ἡ κυβέρνησις ἢ ὄχι· ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι, ἡ πρᾶξις αὕτη κατεχωρήθη εἰς ἐφημερίδα τινα, ἑπομένως ἐξῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα ἡ πρᾶξις τοῦ συμβουλίου δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις, καθὼς λέγει, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλους λόγους διέλυσε τὸ συμβούλιον· ἐπειδὴ ἐδημοσιεύθη καὶ ἔγεινε γνωστὴ, τὴν παρουσιάζω ὠφελούμενος ἀπὸ τὰ ἐν αὐτῇ εἰς τὸ νὰ κατηγορήσω τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ὡς παράνομον. Σήμερον πρόκειται ἡ κυβέρνησις νὰ δώσῃ λόγον ἐὰν νομίμως ἔπραξε διαλύσασα ἀρχὴν δημοτικὴν, ἥτις διὰ νὰ ἐκλεχθῇ θὰ ὑποβληθοῦν οἱ πολῖται εἰς θυσίας ματαίας, θὰ ἐπέλθουν πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ δαπάναι, διότι ἡ κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ διαθέσῃ στρατὸν πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως. Οἱ προαγορεύσαντες, ἂς μὲ συγχωρήσωσι, περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἐν αὐτῷ δὲν ἔχω διόλου νὰ κατακρίνω τὴν κυβέρνησιν εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις αὕτη καθὼς καὶ αἱ προκάτοχοι κατέβαλον ὅσα ἠδυνήθησαν, καὶ τὸ ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις, μέτρα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ηὐτύχησε τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της νὰ καταστραφῇ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν λῃστῶν· ἀλλὰ ἐὰν μία κυβέρνησις ἐνήργησε διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κράτους, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ φατριαστικῶς ἐνήργησε καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων μερίδος τινος, μετεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κυβερνᾷ. Λοιπὸν ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· αὐτὸ βεβαίως τὸ ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, ἀλλὰ ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν παύῃ τὸν δήμαρχον Οἰκονομόπουλον, δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως; διατί λοιπὸν νὰ διαλύσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας; Βέβαια διὰ λόγους φατριαστικοὺς ἐγένετο τοῦτο, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν μᾶς εἶπε κανένα σπουδαῖον λόγον· σήμερον ἐπεριμέναμεν νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις ὅτι τὸ διέλυσε, διότι εἶχε σχέσεις καὶ συνώμοττε μετὰ λῃστῶν, διότι ἐνήργει ὅπως γείνῃ ἐπανάστασις. Ἀλλὰ, κύριε πρωθυπουργὲ, τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον διατείνεσαι ὅτι ἔχεις, καὶ τὸ ὁποῖον θέλω σοὶ ὑποδείξει ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτον, εἰς ποῖον νόμον τὸ στηρίζετε; Ὁ δημοτικὸς νόμος, κύριοι, οὐδαμοῦ λέγει, ὅτι δύναται μία κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ ἕνα δημοτικὸν συμβούλιον· ὑπάρχει νόμος μεταγενέστερος εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἃς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, λέγων, ὅτι δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ κάμῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἓν δημοτικὸν συμβούλιον ἀναρμοδίως κάμῃ πρᾶξίν τινα, τὸ ἄρθρον 57 ὁρίζει τὶ πρέπει νὰ γίνεται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι αὐτὸ λέγει ὅτι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐκδίδεται ἀναρμοδίως καθ’ ὑπέρβασιν τῆς δικαιοδοσίας, εἶναι ἄκυρος· καὶ ὅταν ἡ πρᾶξις εἶναι ἄκυρος, δὲν ἐπιφέρει διάλυσιν παρὰ μόνον πειθαρχικὴν ποινήν· δύναται νὰ τιμωρηθῇ τὸ συμβούλιον, οὐδέποτε ὅμως νὰ διαλυθῇ. Ἐὰν ἓν πολιτικὸν δικαστήριον, κύριε πρωθυπουργὲ, δικάσῃ μίαν ἐμπορικὴν ὑπόθεσιν ὡς πολιτικὴν, ὑπάρχει νόμος νὰ διαλυθῇ τὸ δικαστήριον; Ὄχι, δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν τὸ ἄρθρον 49· καὶ ὡς σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Κρεστενίτης, οὔτε ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ δημοτικοῦ νόμου νομίζω, ὅτι δύναταί ποτε νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὡς τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ διάλυσις αὐτοῦ, διότι αὐτὸ δὲν ἐξέφρασεν εἰμὴ μίαν μόνον δημοτικὴν εὐχήν· ὅπου δὲ ὁ νόμος σιωπᾷ, ἕπεται ὅτι δὲν ἀντιλέγει. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ κρίνητε καλὰ πόσον εἶχε δίκαιον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ἐκφράσῃ μίαν τοιαύτην εὐχὴν, πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τοὺς συγγενεῖς ἐκείνων, οἵτινες εἶναι αἰχμάλωτοι, διὰ νὰ μάθητε τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον· ἐκεῖ ὁ εἷς ἔλεγε νὰ σώσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πληρώσωμεν τὰ λύτρα· ὁ δὲ ἄλλος ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τοιαύτην ἀρχὴν, διότι τοῦτο οἱ λῃσταὶ θὰ τὸ λάβουν πρὸς ὠφέλειάν των, καὶ τότε ὅλοι οἱ δημόται θὰ αἰχμαλωτίζωνται. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς συζητήσεως ἦτο νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη ἑνὸς, ὅστις εἶπεν ὅτι πρέπει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἡ πρότασίς του αὕτη ἐγένετο παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ὑπῆρξε τὸ νὰ κάμῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον αὐτὴν τὴν πρᾶξιν· ὥστε σήμερον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐνώπιόν μας, τουτέστι τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι τοιαύτη, ὅπως τὴν παριστάνουν. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐπενέβη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἐξουσία καὶ ἐτιμώρησεν αὐτό. Μήπως τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐζήτησε νὰ ἐγείρῃ ἐπανάστασιν καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἀναρχίαν εἰς τὸν τόπον; Ἡ πρᾶξις λοιπὸν αὐτὴ, ὡς ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξάγεται, δὲν εἶναι ἔγκλημα, εἶναι μία εὐχὴ, τὴν ὁποίαν δύναται ἕκαστος πολίτης ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν. Τί ἄλλο λέγουν αὐταὶ αἱ ἀναφοραὶ, αἵτινες ἔγειναν ὅπως γείνῃ ὁ νόμος τῆς Χαλκίδος διὰ τὰ νερὰ, εἰμὴ ὅτι ἤθελεν ὁ δῆμος αὐτὸς νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, νὰ φέρῃ τὰ νερά; Ἔπρεπε λοιπὸν σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ συμβούλιον αὐτὸ διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ἔκαμε τὸ δεῖνα ἔγκλημα, ἔπραξεν ἔγκλημα ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει βλάβη εἰς τὴν κυβέρνησιν; ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὅτι τὸ συμβούλιον αὐτὸ προσέβαλε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται εἰμὴ χάριν πολιτικῶν λόγων. Κατόπιν, κύριοι, ὅταν πάλιν ἐξώσθη ὁ Ὄθων, σωρηδὸν ἤρχοντο αἱ πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, διὰ τῶν ὁποίων πάντες ηὔχοντο διὰ τὴν ἔξωσίν του. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἐκεῖνα τὰ συμβούλια νὰ διαλυθοῦν διότι ἐξέφραζον μίαν εὐχήν; διότι συνεκρούοντο αἱ εὐχαί των μὲ τὴν κυβέρνησιν τοῦ Ὄθωνος; ὥστε σοφιστικῶς, καθαρὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπήντησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἢ διότι δὲν τῷ ἐδόθη καιρὸς, μολονότι εἶναι εὐφυέστατος, σήμερον παρ’ ἐλπίδα τὰ ἔχασε σχεδὸν, διότι εἶναι τὸ ἔγκλημα αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ τὸν δικαιολογήσῃ. Ἔρχεται μία πρᾶξις καὶ τιμωρεῖται· ὁ ζητῶν ἐλεημοσύνην τιμωρεῖται· μὲ ἄλλους λόγους ὅταν ἔρχεται ὁ ἐπαίτης καὶ ζητεῖ ἐλεημοσύνην, νὰ τὸν πετάξῃ ἔξω καὶ νὰ τὸν φονεύσῃ. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς παράνομος· ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθῆκον αὐτῆς, τῆς ἐπιπλήξεως, καὶ οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν παράνομον. Καὶ διατί ἄλλοτε ἐκατηγόρει τοὺς προκατόχους του ὁ Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἔπαυον δημάρχους; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ πάντα διέπει ἡ ἰδιοτέλεια καὶ τὸ συμφέρον. Ποῖος νόμος ἔρχεται διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν; δὲν βλέπω νόμον, οὔτε ἄλλην προγενεστέραν διάταξιν. Καὶ τέλος πάντων ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, διότι βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι, οἵτινες ἐπροκάλεσαν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, πρὸς μείζονα φωτισμὸν τοῦ κοινοῦ ἤθελεν εἰπῆ, ὅτι δυνάμει τοῦ δεῖνος λόγου καὶ καθήκοντος τὸ ἔπραξεν αὐτό. Ὥστε, κύριοι, βλέπετε καταφανῶς, ὅτι ὅσον καὶ ἂν θέλῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ καλύψῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι αὐτόχρημα ὅλως παράνομος καὶ ὡς τοιαύτην προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν κηρύξῃ. Τὴν δὲ πρότασιν τοῦ κυρίου Χατζίσκου δὲν τὴν παραδέχομαι· ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἡ πρᾶξις, ὀφείλετε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι νόμιμος, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐστηρίχθη εἰς τὴν δεῖνα διάταξιν, καὶ οὐδεὶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρωθυπουργὸν νὰ ἐννοῇ ὅπως θέλει κατὰ τὸ κεφάλι του. Ἐὰν οὗτος τὸ θεωρῇ οὕτω, δύναται νὰ παύσῃ ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ κράτους καὶ τότε ἰσοδυναμεῖ μὲ τύραννον, καὶ τοῦτο μήτε αὐτὸς τὸ δέχεται, μήτε ἐὰν τὸ δέχηται, τοῦ τὸ ἐπιτρέπει κανείς.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος, τὸ δέχεσθε;
§52ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ συμβούλιον τῆς Κερκύρας, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασεν εὐχὰς, διότι ἐπαύθη ὁ Τζουαννόπουλος, μ’ ὅλον ὅτι εἶναι προγενεστέρα πρᾶξις, δὲν καταδικάζεται.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤλπιζα νὰ διϊσχυρισθῇ ὁ προαγορεύσας, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ διαλύῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἐνῷ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 59 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν βασιλέα νὰ διαλύῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἐκτρέπεται τῶν καθηκόντων του. Ἠδύνατο ὁ κ. Γόνδικας νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ἐξετράπη τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ παρανόμως ἐγένετο ἡ διάλυσις του· νὰ ἰσχυρίζεται ὅμως ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι παραλογισμός. Ἀλλὰ, κύριοι, πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν νομίμως ἢ ὄχι διελύθη τὸ συμβούλιον. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν ἐγνώριζα ὅτι θὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ ἐπερώτησις αὕτη, καθότι, ἐὰν ἐγνώριζα τὴν ἐπερώτησιν, ἤθελον ἐφοδιασθῆ μὲ διαφόρους ἐπιστολὰς ἐκ τῆς πατρίδος μου, τῶν Ἀγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε πεισθῇ πόθεν προέρχεται ἡ λῃστεία καὶ ποῦ ἐμφωλεύει αὕτη καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ πράττῃ τὰ ἐγκλήματα εἰς Φθιώτιδα· οἱ πατριῶταί μου αὐτόπται ὄντες ἐλεεινολογοῦν τὴν θέσιν των, διότι ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα των, καθότι δὲν δύνανται νὰ ὑποφέρουν τὰ διάφορα βάσανα τῶν τούρκων καὶ λῃστῶν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ λῃστεία σήμερον ἐμφωλεύει εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ δημοσίως οἱ λῃσταὶ κάμνουσι καταλύματα εἰς ὅλα τὰ χωριὰ, τρώγοντες καὶ πίνοντες ἐλευθέρως μαζῆ με τοὺς Δερβεναγάδες· ἤθελον σᾶς παρουσιάσει ἐπιστολὰς τῆς Φθιώτιδος ἐκ διαφόρων προὐχόντων, οἱ ὁποῖοι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐκτιμῶσι τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως πρὸς ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας, ἀφ’ ἑτέρου αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀπελπίζονται, φοβούμενοι μὴ ἡ κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ φέρῃ αἴσιον ἀποτέλεσμα· διότι οἱ λῃσταὶ ὑποθάλπονται, ὡς εἴρηται, εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐξέρχονται εἰς τὴν Φθιώτιδα, πράττουν ἐγκλήματα καὶ ἐπανέρχονται ἐν μιᾷ νυκτί. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ἀποτελεσματικῶς ἡ λῃστεία, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον ὡς ἐκ τῶν ὡς εἴρηται αἰτιῶν, καὶ ὅλοι ἔπρεπεν νὰ ὁρμώμεθα ἀπὸ πατριωτισμὸν, νὰ σκεφθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταδιώξωμεν ταύτην καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς τούρκους νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν ἀνεχόμεθα τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν μεθορίων, καὶ ὄχι νὰ αἰτιώμεθα τὴν κυβέρνησιν μὴ δυναμένην ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς της λόγων νὰ φέρῃ ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν. Τώρα ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Λαμίας· ὅσοι ἀνεγνώσατε αὐτὴν, καὶ πιστεύω ὅλοι σας, διότι ἂν δὲν τὴν ἐβλέπατε, δὲν ἤθελε γίνει βεβαίως ἡ ἐπερώτησις, οὔτε ἠθέλατε κατακρίνει τὴν κυβέρνησιν, ὅτι διέλυσε τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο· ἑπομένως εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζετε πῶς ἡ πρᾶξις αὕτη ἔλαβεν χώραν. Ἡ συζήτησις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἦλθε συνεπείᾳ πράξεώς τινος, ὅλως ἀσχέτου μὲ τὸ ἀντικείμενον, καὶ ἐνῷ δύω μέλη τοῦ Συμβουλίου, διότι τὸ συμβούλιον συνέκειτο ἀπὸ 8 πρόσωπα, ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ἔχουν ἁρμοδιότητα νὰ κάμωσι τοιαύτην πρᾶξιν, τὰ λοιπὰ ἓξ ἀνεγνώρισαν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ἓν ὑπεχώρησε καὶ ἔμειναν τὰ λοιπὰ 7. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελε φθάσει εἰς τὴν διάλυσίν του ἂν πράγματι τὸ συμβούλιον ἐξέθετεν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ δὲν μετέβαλλεν αὐτὰ ἐκ προθέσεως; Ὄχι βεβαίως· ἀπεναντίας τὸ συμβούλιον αὐτὸ, ὁρμώμενον ἀπὸ καθαρὸν φατριασμὸν, ἐκθέτει τὰ πράγματα ἀντιστρόφως καὶ προβαίνει εἰς διϊσχυρισμοὺς ὅλως ἀνυποστάτους. Ἐνῷ δὲν ἀγνοεῖ ποῦ οἱ λῃσταὶ ἐμφωλεύουσι, διϊσχυρίζεται ὅτι μετέβησαν ἡμεδαποὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ὅλως ψευδὲς, διότι ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ τὸ γνωρίζω ὡς κάτοικος καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας· ἀλλὰ καὶ ἀληθὲς ἂν ἦτο, ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ περὶ τούτου λόγον καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἔξω κόσμον, πολὺ δὲ περισσότερον ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξε. Λοιπὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεδαποὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διϊσχυρίζεται ψευδῶς τοῦτο, εἶναι δίκαιον νὰ διατηρηθῇ; Ὄχι, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἐνῷ δὲν ἦτο πλῆρες καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ πρᾶξις, συνετάχθη καὶ παραχρῆμα κατεχωρήθη εἰς ἔκτακτον παράρτημα τῆς ἐφημερίδος «ἡ Φωνὴ τοῦ Λαοῦ.» Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁρμῶμαι ἀπὸ κανὲν συμφέρον· ἠγνόουν τὴν διάλυσίν του καὶ ἔμαθον αὐτὴν ἀπὸ τὸν σύμβουλον Κωνσταντῖνον Τσάλλην, διαμένοντα ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε ποτὲ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν οὕτω πως νὰ διαστρέψῃ τὰ πράγματα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διαβάλῃ τὴν κυβέρνησιν, νὰ προσβάλῃ τὸ ἔθνος, νὰ τὸ ὑπερασπισθῶμεν καὶ νὰ θεωρῶμεν τὴν κυβέρνησιν ὡς παρανομήσασαν διὰ τὴν διάλυσίν του· ἀπ’ ἐναντίας σεῖς οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζεσθε, ὅτι θέλετε δικαιοσύνην, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἔκαμε κάλλιστα ἡ κυβέρνησις.—Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἠρώτησε τὸν κ. συνάδελφόν μου Τζιριμῶκον ἂν οἰκογένειαι ἐκ Φθιώτιδος μετέβησαν εἰς Χαλκίδα, καὶ πόσα λύτρα ἐπλήρωσεν ἡ Φθιῶτις. Εἰς τὴν πρώτην περίστασιν ἀπαντῶ ὅτι 5 οἰκογένειαι μετέβησαν εἰς τὴν Χαλκίδα ὅτε ὑπῆρχεν ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπανάστασις, καὶ ἐπανῆλθον ἐν καιρῷ θέρους. Εἰς τὴν δευτέραν δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Τσιριμῶκον ὅτι τὸ ποσὸν τῶν λύτρων ἀναβαίνει τὰς 700,000, διότι τότε ἡ Φθιῶτις ἔπρεπε νὰ τείνῃ χεῖρα ἐπαίτου, ἀλλὰ τὸ πολὺ, πολὺ 150,000 δραχ. Ὁ κ. Χατζῖσκος διϊσχυρίζεται ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀρνεῖται, καὶ ἡ κυβέρνησις ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν δὲν εἶναι εὐάρεστος καὶ ἑπομένως εἶναι περιττή· ἀλλὰ τὸ κακὸν ἔγκειται ἀλλοῦ καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅλοι πῶς νὰ ἐξαλειφθῇ. Ἐπεθύμουν, κύριοι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἐντελὴς ἡσυχία εἰς τὴν Φθιώτιδα, ἀφοῦ οἱ τοῦρκοι ὑποστηρίζουν τὴν λῃστείαν· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν δύναται νὰ κερδήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§54ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Πόσαι αἰχμαλωσίαι ἔγειναν;
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πολὺ 60–70, καὶ ἀπὸ 2 χιλιάδας ἑκάστη κάμνουν 140,000 δραχμάς, ἐνῷ ἄλλοι πληρόνουν δι’ ἐξαγορὰν 100 τάλληρα, ἄλλοι 150–200, καὶ ὀλίγοι περισσότερα. (Θόρυβος.) Μὴ ταράττεσθε, κ. βουλευταί, διότι περισσότερον λυπεῖ ἡμᾶς ἡ κατάστασις τῆς Φθιώτιδος, καθόσον πάσχομεν οἱ ἴδιοι, πάσχουσιν οἱ συγγενεῖς μας, πάσχουσιν οἱ συμπολῖταί μας, οἵτινες μᾶς ἀνέδειξαν ἀντιπροσώπους των καὶ πάλιν ἐνδεχόμενον νὰ ζητήσωμεν τὴν ψῆφόν των· ἀλλὰ κατὰ καθῆκον ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν τὴν κατάστασιν καὶ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ὁ κ. Χατζίσκος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀσκόπως διελύθη τὸ συμβούλιον, διότι θὰ ἐκλεχθῶσι τὰ ἴδια μέλη· δὲν πρόκειται ὅμως, κύριοι, ἂν θὰ ἐκλεχθῶσιν ἢ ὄχι, ἀλλὰ ἐπρόκειτο νὰ τιμωρηθῶσι διὰ τὴν ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων των καὶ διὰ τὴν παράστασιν ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Λέγω δὲ εἰς τὸν Κ. Χατζίσκον ὅτι, ἂν ἔχῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν αὐτῶν προσώπων, ἔπρεπε νὰ μείνῃ εὐχαριστημένος. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὁ κ. Χατζίσκος, ὡς ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἅπαξ τοῦ ἔτους ἔρχεται εἰς Φθιώτιδα καὶ ἑπομένως ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς τὸν τόπον γνωρίζομεν κάλλιον, ἂν θὰ ἐπιτύχωσιν ἢ ὄχι.
§56ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε τοὺς λόγους.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ἐκ προοιμίων, ὅτι τὸ ἄρθρον 59 τοῦ δημοτικοῦ νόμου δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ διαλύῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον· ἑπομένως παραδέχομαι ὅτι ἡ κυβέρνησις ὀρθῶς καὶ νομίμως διέλυσε τὸ περὶ οὗ πρόκειται συμβούλιον.
§58ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νὰ μὴ ἀνοίγετο ἡ παροῦσα συζήτησις ἐπεθύμουν· νὰ μὴ ἤρχοντο τοιαῦτα αἴσχη εἰς φῶς, διότι τῇ ἀληθείᾳ ἀντὶ ὠφελείας προσγίνεται βλάβη, τουλάχιστον εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς· ἐπεθύμουν ἑπομένως ἵνα μὴ ὑπῆρχε φατριασμὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ἐὰν δὲν εἶχα ὑπ’ ὄψιν δύω προηγουμένας πράξεις δύω δημοτικῶν συμβουλίων, σκληρὰς ὅσον θέλετε, δὲν ἤθελον ἀναβῶ τὸ βῆμα οὔτε ἤθελα ὑπερασπισθῶ τὴν ἄδικον παῦσιν ἑνὸς συμβουλίου. Εἶναι γνωσταὶ αἱ πράξεις δύω δημοτικῶν συμβουλίων· τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Κερκύρας· ἠξεύρετε πόσον κατηνέχθησαν καὶ πόσον προσέβαλον τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκεῖ οὔτε φωνὴ οὔτε ἀκρόασις, ἐκεῖ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι δὲν παρέβησαν τὰ καθήκοντά των.
§59ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔγεινε καμμία πρᾶξις ἐκεῖ.
§60ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἔγεινεν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρεβίασε, κύριοι, κατά τό σύστημα τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὰ καθήκοντά του, διότι ἐζήτησε τὴν συναρωγὴν, μᾶλλον εἰπεῖν, τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ ὑπουργείου, διότι ἵστατο ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν πολιτῶν ἡ μάχαιρα τοῦ Δαμοκλέους. Ἀλλ’ εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ λύτρα δὲν ἀνήρχοντο εἰς 700,000 δραχμὰς, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Τσιριμῶκος, ἀλλ’ εἰς 150,000 καὶ οἱ αἰχμαλωτισθέντες δὲν εἶναι 700, ἀλλὰ μόνον 50· εἶναι 50 οἱ αἰχμάλωτοι, αἰχμαλωτίσθησαν μόνον 50 κτήνη καὶ ὄχι Ἕλληνες, καὶ δὲν πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν θλίψιν τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν! Εὐχαριστῶ τὸν κ. Τσιριμῶκον, διότι ἀρκετὰ εὐγενῶς καὶ ὑπερηφάνως, τοὐλάχιστον δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν συνείδησιν καὶ πεποίθησίν του καθόσον ἀφορᾷ τὸν νόμον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς διαλύσεως τοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ διότι μᾶς ἐξέθηκε τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὑτῶν ἔποψιν, καὶ ἐνοήσαμεν πάντες εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ μεθόρια, καὶ πόσον ὑποφέρουν οἱ ἐκεῖ ὁμογενεῖς καὶ ἀδελφοί μας. Καὶ αὐτὰ ταῦτα, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὰ μάθω ἀπὸ τὸν κύριον Τσιριμῶκον· ἔχω ἐπιστολὰς καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσίν ποτε, διότι εἴδετε πόσον εἰς ἓν τῶν προηγουμένων φύλλων οἱ δημογράφοι ἐχαρακτήρισαν τὰ περὶ τῶν λῃστῶν ἀληθῆ, διότι δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προστατεύουν τοὺς λῃστάς· ἀλλὰ δὲν κατεδέχθην νὰ ἐκθέσω αὐτὰ τὰ αἴσχη εἰς τὸν ἔξω κόσμον διὰ νὰ μὴ κατακριθῶμεν. Ὁ ἱππότης τῆς Ἀττικῆς ποῦ ἐτρέφετο; ἐτρέφετο ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ὅμως, ἅμα ἐπῆγεν ἕως ἔξω, ἔλαβε τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας. Βλέπετε, ὅπου οἱ λαοὶ δὲν θέλουν νὰ ὑποθάλπουν τὴν λῃστείαν πῶς καταστρέφεται. Ἔχουν τὴν ὑπαλληλίαν πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔμπνευσίν των οἱ ὑπουργοί, ἔχουν τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς φίλους των, ἀλλ’ ὀφείλουσι συνάμα νὰ φροντίζουν καὶ περὶ τῆς γενικῆς ἀσφαλείας καὶ τότε δὲν ἀποτολμᾷ κανεὶς νὰ κατακρίνῃ τὴν ἐξουσίαν· αἱ πράξεις τῶν φίλων σας, ἡ διαγωγὴ των κατακρίνουν τὴν ἐξουσίαν. Ὁ δὲ κύριος πρωθυπουργὸς μᾶς ἔθεσε τὸ ζήτημα πλέον ὑψηλά· εἶπεν ὅτι ἐξέλιπεν ἡ λῃστεία τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ὅτι ἡσυχία καὶ τάξις ἐπικρατεῖ πανταχοῦ, καὶ ὅτι τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο ψεύδεται, διὰ τί; διότι, εἶπε, τῷ ζητοῦν λύτρα δι’ ἀπελευθέρωσιν αἰχμαλώτων. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριε πρωθυπουργὲ, ἢ ψευδές; Δὲν νομίζω νὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ διαψεύσητε, διότι εἶναι κοινωνία, ἥτις τῷ ὄντι βοᾷ, καὶ γράμματα εἰς διαφόρους καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς ἀκόμη διαβεβαιοῦν τοῦτο. Λοιπὸν τί ἠδύνατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ συμβούλιον καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ καταπιεζόμενα νὰ πράξουν; δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν του καὶ νὰ εὐχηθῇ; Καὶ ἓν συμβούλιον ἠδύνατο νὰ προβῇ ποτε εἰς μίαν τοιαύτην πρᾶξιν, ἔχον νομάρχην ἱκανὸν καὶ δραστήριον, ἀγαπώμενον παρὰ πάντων καὶ τιμώμενον; Ποτὲ μὴ γένοιτο· μόνη ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἐπιβαρύνει τὸν νομάρχην, καὶ ποτὲ τόπος δὲν δύναται νὰ καταλῃστευθῇ καὶ λεηλατηθῇ, ὅταν ὑπάρχῃ ἀρχὴ καὶ ὁ φόβος τοῦ διοικητικοῦ ὑπαλλήλου. Ἡ λῃστεία ἐξέρχεται ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους καὶ πορεύεται. Ἦταν ἕνας ἔπαρχος εἰς τὸν Βάλτον καὶ ἐξῆλθον 60 λῃσταί, ἀλλ’ ἐν διαστήματι 20 ἡμερῶν τοὺς μὲν συνέλαβε καὶ ἐφόνευσε, τοὺς δὲ ἀπέπεμψε.
§62ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἦτο;
§63ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω· ἤμην ἐγώ· καὶ εἰς συνέντευξιν μὲ τοὺς Δερβεναγάδες τοὺς λέγω, πρὸς τί ἐδέχθητε αὐτοὺς τοὺς λῃστάς; τοὺς ἐδέχθημεν, λέγει, κατὰ τὸ σύστημα νὰ τοὺς δώσωμεν ψωμὶ νὰ φάγουν· πολὺ καλὰ, ἀλλὰ τὸ κακὸν γίνεται εἰς τοὺς Ἕλληνας· ἔχουν, λέγει, ἐγγύησιν· καλὰ, ἀλλὰ θὰ μοῦ δώσητε καὶ σεῖς ἐγγύησιν, ὅτι δὲν θέλουν νὰ λῃστεύσουν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, καὶ τότε μάλιστα, ἄλλως τοὺς εἶπα μυστικὰ τί ἠδύναντο νὰ κάμωσι, καὶ τότε μήτε ἔδωκαν τὴν ἐγγύησιν καὶ ἕως εἰς τὸν καιρὸν ποῦ ἤμην ἐκεῖ δὲν ἔγεινε καμμία λῃστεία εἰς τὸν Βάλτον.
§64ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς αὐτοῦ τοῦ ἐπάρχου ἐφονεύθη ἕνας τῶν μεγαλειτέρων στρατηγῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ Στράτος.
§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς δολοφονίας αὐτοῦ τοῦ στρατηγοῦ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Σκαλτζᾶ· εἶναι ἐδῶ; ὅταν ἐφονεύθη ὁ ἔντιμος Στράτος, ἦτο τότε ὁ ἔπαρχος εἰς τὸ Ἀγρίνιον.
§66ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀνεχώρησε τὴν ἰδίαν ἑσπέραν τῆς δολοφονίας.
§67ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἦτον εἰς συνάντησιν τοῦ νομάρχου, μανθάνει τὸ γεγονὸς, ἔρχεται, μολονότι ὁ ποταμὸς ἦτο κατεβασμένος, ἐπιλαμβάνεται τῶν ἀνακρίσεων, εὑρίσκει τὸν ἔνοχον καὶ τὸν παρουσιάζει εἰς τὸ δικαστήριον. Δὲν ἐφονεύθη εἰς τὸ Ῥίον, ἀλλ’ εἰς τὸ Ξηρόμερον.
§68ΣΤΡΑΤΟΣ. Μίαν ὥραν ἀπὸ τὸν Κραβασαρᾶν.
§69ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν ἠξεύρετε τὰς τοποθεσίας.
§70ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰς γνωρίζω πολὺ καλά.
§71ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὰς γνωρίζετε καθόλου, διότι σεῖς δὲν ἐμείνατε ἐκεῖ καὶ δὲν γνωρίζετε τὸν τόπον, ἂν καὶ εἶναι πατρίς σας· δὲν τὸν εἴδατε, ἀλλὰ τώρα εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἔθετε πολὺ ὑψηλὰ τὸ ζήτημα καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὴ ἡ σπεῖρα τῶν κακούργων εἰσήρχετο ἀπὸ τὸ ὀθωμανικὸν κράτος· καὶ ἔχετε ἐνταῦθα τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις συνανταποκρίνεται πάντοτε μὲ τοὺς πρέσβεις τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ μόλα ταῦτα ἠξεύρετε, ὅτι ἄλλοτε ἦλθεν ἐδῶ καὶ μᾶς εἶπε, γάλα, μέλι τὰ πάντα. Ἐὰν δὲν δύνασθε ὑμεῖς, κύριε ὑπουργὲ, ὡς ἐκ τῆς ἐξουσίας νὰ περιστείλητε αὐτὸ τὸ κακόν, ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις ἔχει τόσον ὑψηλὰς σχέσεις, δὲν δύναται μεταχειριζόμενος τὴν ἐπιῤῥοήν του καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐξουσίας νὰ περιστείλῃ αὐτὸ τὸ κακόν; Αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι εἰμὴ μία ἐπίθεσις, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ λῃστεία ἔρχεται ἐκ τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους. Ὅταν ἐπήγατε νὰ κατασβέσητε ἐκεῖνον τὸν δαυλὸν, ἐκείνην τὴν φωτιὰν, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ φωτιὰ ἐκείνη ἤθελεν ἔλθει εἰς τὸ κράτος σας καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ προβῆτε εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα· εἶσθε λοιπὸν σεῖς οἱ παραίτιοι. Ἔρχομαι ἐπὶ τῆς πράξεως. Ἡ δημοτικὴ πρᾶξις, καθὼς παρετήρησα, δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποτέλεσμα θλίψεως, ἀποτέλεσμα ἀγωνίας καὶ ἀγανακτήσεως τῶν κατοίκων καὶ οὐχὶ φατριαστικὴ, ὅπως ἤθελον νὰ τὴν χαρακτηρίσουν τινές· διότι ἀπέναντι τῶν ὀκτὼ δὲν ἠδύνατό ποτε νὰ εἶναι ἓξ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν αὐτὸν τὸν φατριασμόν, καὶ νὰ εἶναι ἓξ ἐναντίον τῆς ἐξουσίας καὶ δύω ὑπὲρ· ἄρα δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ἤθελεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, φαίνεται, ὅπως ἐξεφράσθη, ἵνα εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ὅτι οἱ λῃσταὶ εἰσέρχονται ἐκ τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους· ἄλλαις λέξεσιν, ἤθελεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ φυγαδεύσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι, ἤθελε νὰ κηρυχθῇ κατὰ τῆς Τουρκίας· ἀλλὰ τότε ἤθελεν ὑπάγει καὶ εἰς τὸ κακουργοδικεῖον. Ἠρκέσθη εἰς παῦσιν, ἀλλ’ εἶναι ἄδικος. Λέγω ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ παύσῃ τὸ ὑπουργεῖον· τὸ πολὺ, πολὺ ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξίν του καὶ νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ. Ἀλλὰ τί λέγει; ἔπαυσα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἕνεκα ὑπερβάσεως καθηκόντων, καὶ ἡ ὑπέρβασις καθηκόντων ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναφερθῇ πρὸς τὴν ἐξουσίαν. Δεδόσθω ἕνας, ὅστις δὲν ἔχει δικαίωμα, ἕνας Ἄγγλος, Γάλλος, σᾶς ἔδωκεν ἀναφορὰν καὶ τῷ εἴπατε, δὲν εἶσθε πολίτης Ἕλλην· ἀποῤῥίπτετε τότε τὴν ἀναφοράν του· οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναφερθῇ· ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν πρᾶξίν του καὶ οὕτω ἀπηλλάττεσθε τοῦ κακοῦ καὶ δὲν διεγείρατε τοιαύτην ἀγανάκτησιν, διότι τώρα τί προκύπτει; ὁ τόπος αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀναρχίαν. Λῃσταὶ ἐντεῦθεν, αἰχμαλωσίαι ἐκεῖθεν, λύτρα, κακὰ, δεινὰ, ὑπάρχουν ἐκεῖ· αὐτὸς ὁ δῆμος ἐν τούτοις μένει ἄνευ δημοτικοῦ συμβουλίου. Εἰς τοιαύτην ἐποχὴν καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε ἐκλογάς; τότε θὰ ἀνάψητε ἐμφύλιον πόλεμον.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε.
§73ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολλὰ δὲν ἐφοβούμην, ἀλλ’ ἔγειναν. Ἂν λ. χ. διακόσιοι λῃσταὶ ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον, οἱ διακόσιοι οὗτοι οὐ μόνον ἐπαρχίαν, ἀλλὰ νομὸν ὁλόκληρον δύνανται νὰ λυμαίνωνται· ὑπάρχουν 2000 ἄνδρες, καὶ οἱ 2000 ἄνδρες δὲν δύνανται νὰ καταστρέψουν 200 λῃστάς· ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ ἐνεργήσουν αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαί, καὶ ἤθελον σᾶς εἰπῇ ἐγὼ πῶς πρέπει νὰ ἐνεργήσουν. Δὲν πρέπει νὰ καταπιέζουν τοὺς πολίτας, νὰ μὴ πέρνουν τὰ σφακτά των, τὸ ψωμὶ, ἀλλὰ νὰ περιφέρωνται, νὰ ἐρωτοῦν ποῦ οἱ λῃσταὶ, καὶ οὕτω πως δύνανται ν’ ἀποκαλυφθῶσιν οἱ λῃσταί· ἀλλ’ ὅταν πηγαίνῃ ὁ λῃστὴς καὶ γδέρνει τοὺς πολίτας καὶ τὰ μεταβατικὰ τοὺς ἐξαφανίζουν, εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ ἔχουν τὸν νοῦν των νὰ εἴπουν ποῦ εἶναι οἱ λῃσταί; Παρατηρήσατε ὅτι τὰ μεταβατικὰ κάμνουν περισσοτέραν θραῦσιν εἰς τὸν λαὸν ἢ ὅ,τι κάμνουν οἱ λῃσταὶ, διότι ὁ λῃστὴς θὰ ζητήσῃ λύτρα καὶ θὰ φύγῃ, θὰ ὑπάγῃ μίαν φορὰν, ἐνῷ τὸ μεταβατικὸν πηγαίνει καθ’ ἡμέραν. Ἡ πρᾶξις λοιπὸν καθ’ ὅλους τοὺς λόγους δὲν εἶναι εὔλογος· τὸ πολὺ ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀκυρώσῃ αὐτὴν, νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, νὰ τὴν ῥίψῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα, νὰ νουθετήσῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπέλθῃ μὲ τὸν πέλεκυν, διότι ὁ πέλεκυς αὐτὸς δύναται νὰ φέρῃ μεγαλειτέρας συνεπείας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§74Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, παρουσιάζει τρεῖς χαρακτῆρας· τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ παύειν τὰ δημοτικὰ συμβούλια ὡς τοὺς ἁπλουστέρους ὑπαλλήλους τοῦ κράτους, τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ὑπερέβη τὰ καθήκοντά του, καὶ τρίτον, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἦτο ψευδής. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ἐσχετίσθη πολὺ στενῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως ἀποκλειστικῶς ἐν Φθιώτιδι. Ἡ κυβέρνησις ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι αἱ μεθόριοι δὲν διέπονται ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ κράτους, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ὑπῆρχεν ἰσότης, καὶ ὅτι ἀναγνωρίζει ἑαυτὴν ἀνίκανον νὰ φέρῃ τὴν τάξιν. Εἶπεν ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, αἱ συμβουλαὶ τῶν φίλων, αἱ συμβουλαὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης δὲν ἐπήρκεσαν νὰ καταστρέψουν τὸ κακὸν τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν. Ἡ κυβέρνησις θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀνίκανον νὰ θέσῃ εἰς τάξιν καὶ νὰ φέρῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ κάμῃ νὰ αἰσθανθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι τὰ εὐεργετήματα τῆς κοινωνίας· ἀλλὰ κατὰ συνέπειαν τούτου, ἔπρεπε νὰ τὰς ἀπαλλάξῃ καὶ ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ὅπως ἔχετε τάξιν καὶ ἀσφάλειαν πρέπει νὰ ἐπιβάλλητε φόρους, διότι ἡ κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀναπτύξῃ δυνάμεις, νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τοὺς δυστροποῦντας. Καὶ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων ἦτο τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως. Τάξις ἄνευ θυσιῶν, ἄνευ δαπάνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μᾶς ἔλεγον, καὶ πραγματικῶς τότε ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διότι ὁ τόπος ἐκεῖνος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατετρύχετο ὑπὸ τῆς λῃστείας. Οἱ φόροι ἐπεβλήθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν χειροτέρα ἐκείνης καθ’ ἣν ἐπλήροναν ὀλιγωτέρους φόρους. Μᾶς εἶπον, ὅτι ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῶν μερῶν ἐκείνων τὰ καθιστᾷ ἀδιοίκητα καὶ ἀνίκανα νὰ τύχωσι τῆς τάξεως καὶ εὐδαιμονίας, ἧς ἀπολαμβάνουσιν αἱ ἕτεραι ἐπαρχίαι τοῦ κράτους. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ γεγονὸς τῆς γεωγραφικῆς θέσεως δὲν εἶναι νέον, διότι μένει οἷον ἦτο ἀπὸ τὰ 33, καὶ μολαταῦτα εἴδομεν ὁλοκλήρους περιόδους νὰ διέλθωσι χωρὶς ποτὲ νὰ παρουσιασθῇ ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν σήμερον παρουσιάζει ἡ ἐπαρχία ἐκείνη. Δὲν μᾶς εἶπον αἴτια, δὲν μᾶς εἶπον νέους λόγους, οἵτινες ὑποθάλπουν τὴν κατάστασιν ταύτην· μᾶς ὑπέδειξαν τὴν ἐκτεταμένην γραμμὴν τῆς ὁροθεσίας, μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ κακὸν ἐμφωλεύει εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, καὶ μήπως τὸ κακὸν τοῦτο ἦτο νέον; μήπως ἄλλοτε καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ λῃστεία δὲν ὑπεθάλπετο, δὲν ἐξεπέμπετο ἀπὸ τὰς γείτονας ἐπαρχίας; Καὶ ὅταν ἡ κυβέρνησις, κύριοι, ἔχει τὰ μέσα νὰ συγκεντρώνῃ λῃστὰς, δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ τοὺς ἐξοντώνῃ, νὰ τοὺς συλλαμβάνῃ καὶ νὰ τοὺς καταστρέφῃ; Κύριοι, δὲν πρόκειται ν’ ἀποδώσω εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐνοχὴν οὔτε ὡς πρὸς τὴν τροφοδοσίαν τῆς λῃστείας, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξίν της, ἔρχομαι νὰ δείξω, ὅτι εἶναι ἀνίκανος ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν καταστείλῃ. Καὶ ἂν εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τοῦ ἐζήτησε τὴν γνώμην του περὶ τοῦ πῶς δύναται νὰ καταστείλῃ τὸ κακόν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε βλέπετε, ὅτι δὲν τὸ κατέστειλε· καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ὀφείλει νὰ ὑπομένῃ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα, αὐτὴν τὴν ἀναλγησίαν, αὐτὴν τὴν ἀδιαφορίαν τῆς κυβερνήσεως; κοινωνία ἥτις φορολογεῖται, ἥτις ὑπέστη νέους φόρους χάριν τῆς τάξεως, ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἔλεος καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν αἴτησίν της ταύτην τιμωρεῖται. Βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως ὡς φέρεται εἶναι ἀποτέλεσμα μεγάλης ἀνικανότητος καὶ ἀνεπιτηδειότητος τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἡ κυβέρνησις. Ἡ κοινωνία, κύριοι, δὲν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἡ κοινωνία ἔθεσε συμβόλαιον μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς εἶπεν· ἀπαιτεῖς θυσίας ἵνα συντηρηθῇς· ἰδοὺ σοῦ τὰς δίδω, ἀλλὰ σὺ ἔχεις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὲ προστατεύσῃς, καὶ ὅταν σὺ παραμελῇς τὴν ὑποχρέωσίν σου ταύτην, ἔχω κ’ ἐγὼ τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῶ τὰς ἰδικάς μου. Τοῦτο εἶναι ἰσότης, εἶναι διανομὴ δικαιοσύνης· εἶναι δίκαιοι οἱ ἐπιβληθέντες φόροι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ὅταν οἱ κάτοικοι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς βίας, ἀπαγωγὰς, αἰχμαλωσίας 50 καὶ 100 ἀνθρώπων; Οἱ κάτοικοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχον τὸ δικαίωμα οὐ μόνον εὐχὰς νὰ κάμουν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τὴν ἀσφάλειάν των. Καὶ τίς, κύριοι, ὁ νομιμώτερος ἀντιπρόσωπος ἢ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας; Καὶ εἶναι ὑπέρβασις καθήκοντος τοῦ συμβουλίου ἐκείνου, ὅταν λέγῃ ὅτι μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῶν προβλεπομένων ἀπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν ἀφορώντων τὰ πλέον λεπτομερέστερα συμφέροντα τοῦ δήμου, ἐφ’ ὧν δίδοται τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρεται, δὲν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ καὶ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ νὰ ζητῇ θεραπείαν τῆς καταστάσεως ἐν ᾗ εὑρίσκεται ὁ τόπος; Καὶ τί λέγει τὸ συμβούλιον; Δανειζόμεθα ἵνα πληρώσωμεν τοὺς φόρους, δανειζόμεθα ἵνα πληρώσωμεν λύτρα διὰ τοὺς αἰχμαλώτους· δὲν ἔχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν σύντονον πρόνοιαν τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δεινῶν μας, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ κυβέρνησις καὶ λέγει σᾶς τιμωρῶ, διότι ὑπερέβητε τὴν δικαιοδοσίαν σας; Καὶ ἠννόουν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἀπολύτου παύσεως, ἄνευ λογοδοσίας, εἰς μίαν ἐποχὴν παρελθοῦσαν ἀλλὰ καὶ καταδικασθεῖσαν· ἠννόουν, ὅταν ὁ Νόμος ὁ συνταχθεὶς κατὰ τὰ 33, ὅτε τὸ πολίτευμα ἦτο ἀπόλυτον, ἔδιδε τοιαῦτα δικαιώματα. Ἀλλὰ κύριοι, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὅταν τὸ ἔθνος συνῆλθεν, ἡ πρώτη αὐτοῦ μέριμνα ἦτο νὰ σώσῃ τοὺς δημοτικοὺς θεσμούς. Καὶ τί εἶπε; Δὲν θέλω πλέον δημοτικοὺς ἄρχοντας ἀποῤῥέοντας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, δὲν θέλω ἔμμεσον ψηφοφορίαν, θέλω καθολικὴν, θέλω ἐκλογὴν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μία κυβέρνησις κρυπτομένη εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου δύναται ν’ αὐθαιρετῇ πάντοτε. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε τὸν νόμον, εἴχατε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστῇ ἱερὸς, ἠθελήσατε ὁλόκληρος ἡ κοινότης νὰ συμμετέχῃ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχόντων της, καὶ ποσῶς νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ ἡ κυβέρνησις. Λοιπὸν, κύριοι, ὅταν ἐζητήσατε ἀσφαλείας ὅταν τὸ ἔθνος ἔκαμε μίαν ἐπανάστασιν ἵνα προφυλάξῃ τὰ δικαιώματά του, ἅτινα κατεπατήθησαν, καὶ σήμερον ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν γίνονται τοιαῦται πράξεις, ἠξεύρετε τί κάμνετε; ἀρχίζετε τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ἐπανόδου εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ποῖα ἦταν τὰ παράπονα τοῦ τόπου, ἵνα ἐξεγερθῇ καὶ ὑποστῇ τὰς δυσκόλους συνεπείας μιᾶς μεταπολιτεύσεως; Καὶ ὅταν ὁ πρόεδρος τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου φέρεται οὕτω, ὁ ἀποῤῥέων ἀπὸ μίαν πλειοψηφίαν, ἂς τὸ μάθῃ ἡ πλειοψηφία, ὅτι εἶναι ἠθικῶς συνυπεύθυνος μετὰ τῆς κυβερνήσεως· ἡ πλειοψηφία θὰ δώσῃ δίκην τῶν πράξεών της, ὅπως ἡ κυβέρνησις. Ἡ εὐθύνη τῆς κυβερνήσεως εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἔποψιν, ὡς πρὸς τὰς ἠθικὰς ὅμως συνεπείας ἡ πλειοψηφία εἶναι συνένοχος. Ὅ,τι συμβαίνει εἶναι, κύριοι, μία καθαρὰ ἐπάνοδος πρὸς τὸ παρελθόν. Πρόκειται, κύριοι, νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀτόμων, ἢ πρόκειται ν’ ἀποδείξωμεν καθαρῶς, ὅτι τὸ ἔθνος ὑπέστη ἐλλείμματα ἄνευ οὐδεμιᾶς πρακτικῆς ὠφελείας; Πρόκειται νὰ καταστήσωμεν τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς ἕρμαιον τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνήσεων; Καὶ ἔχομεν παράδειγμα προκατόχου κυβερνήσεως, μίαν πρᾶξιν δημοτικοῦ συμβουλίου ἄτοπον, εἰς τὴν ὁποίαν οὔτε κἂν κατεδέχθη ν’ ἀτενίσῃ· καὶ ὅταν ἕνα δημοτικὸν συμβούλιον λῃστευόμενον πανταχόθεν, μὴ εὑρίσκον καμμίαν ἄνεσιν, ἔπειτα ἀπὸ τὰς θυσίας νέου φορολογικοῦ συστήματος εὑρισκόμενον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἐξέφρασε μίαν εὐχὴν, πῶς δύνασθε νὰ θεωρήσητε, ὅτι ὑπερέβη τὴν δικαιοδοσίαν τῶν καθηκόντων του, καὶ ἐν ᾧ ζητεῖ προστασίαν σύντονον, ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἡ ποινὴ, ἣν τοῦ ἐπεβάλετε, τῷ ἦτο ἀναγκαία; Καὶ, κύριοι, εἰς ποίαν νομολογίαν εἴδατε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διαλύουν τὰ δημοτικὰ συμβούλια; Ὅσοι ἔγραψαν περὶ δημοτικῶν θεσμῶν, Ἕλληνες καὶ ξένοι, μόνον ἐπέτρεψαν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ vèto, τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεών του, καὶ μόνον ὅταν κάμῃ παράβασιν, προδοσίαν κατὰ τῶν καθεστώτων, πρᾶξιν τέλος, ἥτις δύναται νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὸ δικαστήριον, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διάλυσιν. Ἀλλὰ μία εὐχὴ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου εἶναι τι προδοτικὸν, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ κύριος πρωθυπουργός; Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ὅτι τί νὰ κάμωμεν; τὸ κακὸν δὲν ἐμφωλεύει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀλλ’ εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι αὕτη ὑποθάλπει τὸ κακόν· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι νέον. Ὅσοι διετέλεσαν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους ἔχουν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ ἐμφωλεύει ἰδίως ἐκεῖ· εὑρέθησαν ὅμως εὐτυχῶς κυβερνήσεις κατὰ καιροὺς, αἵτινες ὁλοσχερῶς κατέστρεψαν τὴν λῃστείαν. Καὶ, κύριοι, τί ἐλλείπει ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν; εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐτυχεστέραν ἐποχὴν ὅλων τῶν προκατόχων της, διότι καὶ στρατὸν ἄπειρον ἔχει, καὶ σώματα εἰδικὰ ἐσύστησε καὶ κατὰ προτίμησιν ἀφέθη εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν νὰ τὰ σχηματίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ καταλλήλως πρὸς παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως· ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία παρεμβάλλει μικρὰ προσκόμματα εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, νὰ τοὺς θεωρήσῃ σώματα χωριστὰ καὶ νὰ φέρῃ τι καλὸν διὰ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ λοιποῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἐγένετο τοιοῦτόν τι; ὁ τακτικὸς στρατὸς κατεκερματίσθη, τὰ νέα τέσσερα τάγματα ἀπεῤῥοφήθησαν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα; ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ μέσα, μ’ ὅλην τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοθετικὸν σῶμα παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ κατάστασις εἶναι χειροτέρα. Καὶ ποῖος μᾶς πταίει; ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἐὰν κατώρθωνεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως νὰ μεταφέρῃ ἀλλοῦ τὰς ἐπαρχίας, ἠθέλαμεν τοῦ ὀφείλει μεγάλην χάριν, ἀλλ’ αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι θὰ εἶναι ἐκεῖ· λοιπὸν ἀδιακόπως θὰ ὑπάρχῃ ἡ λῃστεία; Δὲν ἀφαιρῶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τὴν καλὴν θέλησιν· ἡ κυβέρνησις ὡς πᾶσα ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει μίαν εὐγενῆ ἰδέαν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν θέλησιν νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ τί μὲ ὠφελεῖ, ὅταν δὲν γνωρίζῃ, ὅταν δὲν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέτρα, ἢ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπιθυμεῖ ἡ κοινωνία; Ἡμεῖς δὲν εὐχαριστούμεθα ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῆς κυβερνήσεως, θέλομεν πράγματα, καὶ δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα πληρόνομεν κατ’ ἔτος. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι αἱ μεθόριοι γραμμαὶ εἶναι πλησίον μιᾶς ξένης δυνάμεως, οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβανούσης, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἱκανὸν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Μέσα εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐδόσαμεν, ἐκτάκτους νόμους περὶ ληστείας ἐψηφίσαμεν, νέα στρατεύματα ἐχορηγήσαμεν, τῆς ἐδόσαμεν ὅπλα καὶ τί ἀποτέλεσμα ἔχομεν; ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας συνελθὸν, ὅπως ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν, ἐτιμωρήθη. Ποῦ ἠξεύρατε, κύριοι, καὶ τίς ἐπίστευεν ἐξ ἡμῶν, ὅταν ἐψηφίζαμεν τὸν δημοτικὸν νόμον, ὅταν ἐζητοῦμεν νέας ἐγγυήσεις περὶ τῶν σχέσεων τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ὅταν ἠθέλομεν ἐντελῶς ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελεν ἔλθει κυβέρνησις, ἥτις διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἤθελε παύσει ὁλόκληρον δημοτικὸν συμβούλιον; Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, δώσωμεν τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ τιμωρῇ τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας ἄνευ λόγου, θέλομεν ἐγκαταστήσει εἰς τὸν τόπον τὸ ψεῦδος καὶ τὴν κακοήθειαν, καὶ θὰ κηρύξωμεν, ὅτι ὅστις τολμήσει νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν θὰ τιμωρεῖται. Εἶπον ψεῦδος, λέγει ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶπον, ὅτι οἱ λησταὶ ἐμφωλεύουν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας· καὶ μήπως τοῦτο εἶναι νέον, ἵνα τὸ ἀναφέρῃ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον; Ἡ κυβέρνησις καὶ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅτι ἡ κατάστασις καὶ ἡ θέσις τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν ἀνέπτυξαν αὐτὸ τὸ μόλυσμα τῆς ληστείας, καὶ δὲν εἶναι δυσφημισμὸς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἂν εἴπωμεν ὅτι οἱ λησταὶ λυμαίνονται τὴν Φθιώτιδα· ἂν νομίζετε, ὅτι εἶναι πατριωτικὸν καὶ ἄξιον τῆς ἐθνικῆς τιμῆς νὰ λέγωμεν ψεύδη, τότε ποτὲ δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ διοίκησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀλήθεια εἶναι προγεγραμμένη. Καὶ μήπως τὰ διαδραματιζόμενα εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κόσμου καὶ πρόκειται τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, διότι τὰ ἐφανέρωσε, νὰ τιμωρηθῇ; Προσέβαλε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, διότι εἶπε πληρόνω φόρους, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀσφάλειαν; Ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως ἐγκαινιάζει σύστημα ὅμοιον τοῦ παρελθόντος, ὅτι ὁ πολίτης λῃστευόμενος δὲν ὀφείλει νὰ εἴπῃ τὸ δίκαιόν του· μόνον ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προστατεύῃ καὶ νὰ ἐπαγρυπνῇ, ὁ πολίτης δὲν χρεωστεῖ ν’ ἀναφέρεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐφ’ οὗ ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ σώματος· καὶ ἂς μὴ παραβλέπωμεν τὰ ζητήματα, διότι ἐκ τῆς κακῆς ἢ ὀρθῆς αὐτῶν λύσεως προέρχονται κακαὶ ἢ ἐπωφελεῖς συνέπειαι. Δὲν ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἂς μάθῃ καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ πᾶσα ἑτέρα ἐξουσία, ὅτι τὸ νὰ κρύπτεται ὄπισθεν ἑνὸς γράμματος, δὲν θέλει ἀποφύγει τὸν ἔλεγχον, οὔτε τὴν λογοδοσίαν. Τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, διότι τὸ ἄρθρον 59 λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Ἀπόλυτον εἶναι ἐκεῖ, ὅπου αἱ κυβερνήσεις θέλουσι νὰ δεσπόζωσι. Ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862 εἴχομεν ἐπίσης Σύνταγμα, ἀλλὰ Σύνταγμα δολιευόμενον, ψευδόμενον καὶ ἀναιδῶς καταπατούμενον. Καὶ ἂν παρατηροῦμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1862, ἀρχίζει νὰ λαμβάνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, πάντες ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀναστείλωμεν τὰς συνεπείας. Ζητοῦμεν ἀπὸ σήμερον νὰ προτάξωμεν μίαν ἀφετηρίαν δυσανάβατον ἀπὸ πᾶσαν κυβέρνησιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα, καλυπτομένη ὄπισθεν τοῦ γράμματος ἑνὸς νόμου, νὰ λέγῃ ἔχω ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ παύω τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ λόγους καὶ λόγους ἰσχυροὺς καὶ νόμους διαγεγραμμένους, οἵτινες νὰ δικαιολογοῦν τὴν πρᾶξιν της. Διὰ ταῦτα φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα, τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἐνώπιόν σας καὶ συζητεῖται νομοθετικῶς, ἐπισήμως, πρέπει νὰ λυθῇ μὲ τὴν στάθμισιν ἐκείνην καὶ μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς νομοθετικὸν σῶμα. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ λαὸς καὶ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σῶμα, ὅτι τὰ δικαιώματα ἑκάστου εἶναι σεβαστὰ, ὅτι αἱ θυσίαι, ἃς ὑπέστη μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, εἶχον λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Σεῖς ἡ πλειοψηφία, ἂν δὲν λύσητε οὕτω τὸ ζήτημα, θὰ ἔλθητε εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτοὺς καὶ θὰ δώσητε λόγον. Περαίνων λέγω, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς παράνομος καὶ ἡ Βουλὴ τοιαύτην ὀφείλει νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ. Ἄλλως τε ἡ πρᾶξις αὕτη θέλει δώσει χώραν εἰς συνεπείας, ἐξ ὧν σεῖς πρῶτοι θὰ μεταμεληθῆτε.
§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἤθελον ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Φθιώτιδος νὰ κρύψωσι τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Φθιώτιδος, δὲν δύνανται ὅμως νὰ σιωπήσωσι τὸ παράπαν. Ὁ κ. Τσιριμῶκος εἶπεν, ὅτι 700 χιλιάδες δραχμῶν ἐδόθησαν λύτρα, καὶ ὅτι 106 αἰχμάλωτοι ἀπήχθησαν· ἐξ ὅσων ὅμως θέλω σᾶς ἀναγνώσει, θέλετε ἰδεῖ λεπτομερείας τοιαύτας, αἵτινες, πιστεύω, θέλουσιν ἐμποιήσει ὑμῖν τὴν ἰδίαν φρίκην καὶ τὸν ἴδιον τρόμον, τὸν ὁποῖον ἐνεποίησε καὶ εἰς ἐμέ. Πολὺ εὐγλώτως ὁ προλαλήσας ἀνήρεσε τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Τσιριμῶκον περὶ τῶν αἰτιῶν τῆς ληστείας, ὅτι δῆθεν ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας εἶναι ἡ αἰτία τῆς νέας πληγῆς τῆς Φθιώτιδος. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω, ὅτι τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον, ὑπῆρχον καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς βασιλείας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ποτὲ τοιαύτη κατάστασις λῃστρικὴ δὲν ὑπῆρχε. Κατὰ τὰ 1857, κύριοι, ὅτε ὑπῆρχε μία κατάστασις πολὺ χειροτέρα τῆς παρούσης, καὶ ὅτε ἀρκετοὶ ἐκ τῶν στρατιωτῶν ἐπεδόθησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, δὲν συνέβη οὔτε τὸ πολλοστημόριον τῶν ὅσων συμβαίνουν σήμερον. Ἡ κυβέρνησις τότε μὲ ὀλιγώτερα μέσα καὶ ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος κατέστρεψε τὴν ληστείαν, καὶ τὸ Ζητοῦν ὑπῆρξεν ὁ τελευταῖος τάφος αὐτῆς, ἔκτοτε δὲ ἡ ληστεία ἢ ἐξηλείφθη ἢ σπανίως ἐφαίνετο. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἡ λῃστεία εἶχε ταπεινωθῆ καὶ πλῆθος φυγοδίκων καὶ λῃστῶν συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν θέλω σᾶς ἀναγνώσει, καὶ ἡ ὁποία διαιρεῖται εἰς δύω ἐποχὰς, θέλετε μάθει, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤθελον νὰ διϊσχυρισθῶσιν, ὅτι δηλ. ἡ ληστεία ὑπάρχει, διότι ἐκδρομαὶ γίνονται ἀπὸ τὴν τουρκικὴν χώραν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι περίεργος ν’ ἀκούσῃ τὴν ἔκθεσιν εἰδημόνων ἀνδρῶν, κατοικούντων εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. «Περιγραφὴ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Φθιώτιδι μέχρι τέλους Ἰουνίου 1867. Ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Φθιώτιδι ἀπὸ τῆς ἀνοίξεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ἀποβαίνει ἀπερίγραπτος· ἑπομένως τὰ κατωτέρω ἐκτιθέμενα δὲν εἶναι εἰμὴ ἀσθενὴς σκιαγράφησις αὐτῆς, εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα τῶν γενομένων. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ τὴν κατάστασιν προγενεστέρων ἄλλων ἐποχῶν, δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ οὐδὲ μὲ τὴν ἀγρίαν κατάστασιν, διότι καὶ ταύτης ὑπῆρξε χείρων· διότι ἐνῷ ἔλειπε πᾶς πολιτικὸς δεσμὸς καὶ πᾶσα προστασία κυβερνητικὴ, τὰ ἐκ τοῦ πολιτισμοῦ γεννώμενα πάθη εἶχον κορυφωθῆ. Οἱ λῃσταὶ ἀποβαλόντες πάντα φόβον τῆς ἐξουσίας καὶ πολλαπλασιασθέντες ἐκ τῆς κατὰ τὰ μεθόρια ἀνωμαλίας, παρῄτησαν τὰ ὄρη καὶ ἐπλημμύρησαν τὰ χωρία τῆς Φθιώτιδος, ἔνθα διεπράξαντο ἀνεκδιήγητα· ἐκ τούτων μνημονεύομεν ὀλίγα τινά. Τὸ πάσχα ὅλαι οἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι συνέφαγον ἐντὸς τῶν χωρίων μετὰ τῶν χωρικῶν ἐν παντελεῖ ἀφοβίᾳ καὶ ἀταραξίᾳ, οἷον ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Δεδούση ἐν τῷ χωρίῳ Κάψι. Ἡ συμμορία τοῦ Σπανοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Αὐλάκι, κειμένῳ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Λαμίας καὶ Στυλίδος. Ἡ συμμορία τοῦ Μπατσαλέξη εἰς τὸ χωρίον Γραμμένη Ῥάχη, ἔνθα ὁ ἀρχιλῃστὴς ἠνάγκασε τὸν πατέρα μιᾶς κόρης νὰ τὴν δώσῃ εἰς γάμον εἰς συγχώριόν του τινὰ παρὰ τὴν θέλησίν της· τὴν ἀπήγαγε μάλιστα αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ναὸν διὰ τῆς βίας καὶ τὴν ἐστεφάνωσεν. Ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιταίων εἰς τὸ χωρίον Ἀρχάνι, ἔνθα οἱ λῃσταὶ ἐβάπτισαν νήπια τῶν χωρικῶν... Ἡ συμμορία τοῦ Καμάρα ἐν τῷ χωρίῳ Γιαννιτζοῦ· αἱ δὲ συμμορίαι τοῦ Τσούκα, τῶν Ἀρβανιτοβλάχων, Μπόλια καὶ λοιπῶν εἰς διάφορα χωρία τῶν δήμων Φαλάρων, Κρεμαστῆς Λαρίσσης καὶ Πτελεατῶν, καὶ ἄλλαι συμμορίαι ἀλλαχοῦ. Οὕτω δὲ συμβιοῦντες μετὰ τῶν κατοίκων ποτὲ μὲν ἐν τοῖς χωρίοις, ποτὲ δὲ ἐν ταῖς περιφερείαις αὐτῶν, ἐξηκολούθουν διαπράττοντες ὅσα οὐδέποτε ἄνθρωποι ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζῶντες ἔπαθον. Τὰ καθέκαστα πάντων τῶν παθημάτων ἦτον ἀδύνατον νὰ γνωσθῶσιν ἅπαντα ἀκριβῶς, ἄλλως τε καὶ ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ὅσων ἐγένοντο γνωστὰ ἤθελεν εἶσθαι ἔργον πολύπονον. Ὅθεν περιοριζόμεθα εἰς τὴν ἔκθεσιν ὀλίγων ἐκ τῶν πολλῶν. Αἱ συμμορίαι τῶν Ντατσογιαναίων ἐδῄωσαν, ἤτοι ἐχαράτσωσαν τὸ χωρίον Ῥάχαις· ἡ συμμορία τοῦ Βέμη τὸ χωρίον Σπαρτιά· ἡ συμμορία τοῦ Ἰμπραΐμη τὸ χωρίον Τσερνοβίκι· ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιτοβλάχων τὰ χωρία Γλύφα καὶ Χαμάκου· ἡ συμμορία τοῦ Δίπλα τὰ χωρία Σουβάλα, Γαυριανὴ καὶ Ἁγίων Θεοδώρων, καὶ ἔλαβον ὡς χαράτσωμα ἀπὸ ἕκαστον τῶν χωρίων τούτων ἀνὰ δύω καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ τελευταία συμμορία ᾐχμαλώτισεν ἐκ τοῦ χωρίου Ἁγίων Θεοδώρων καὶ τοὺς Ἀντώνιον Χαλβατζῆν καὶ Εὐαγγέλην Παπαδήμου, ἐξαγοράσαντας τὴν ζωήν των μὲ ὀκτὼ χιλιάδας δραχμῶν ἕκαστος. Ἄλλαι δὲ συμμορίαι ἔλαβον χαράτζι ἀπὸ Νεοχώριον, ἀπὸ Πουγκάκια καὶ ἀπὸ ἄλλα χωρία τῶν δήμων Σπερχειάδος καὶ Τυμφρηστοῦ· ἡ συμμορία τοῦ Μπίλιου εἰσέβαλεν εἰς τὸ χωρίον Γλύφα, κατέλυσεν ἐπὶ δύω ἡμέρας ἐν αὐτῷ καὶ ἔλαβε λύτρα παρ’ ἑκάστου κατοίκου ἀπὸ πεντήκοντα ἕως 150 δραχμὰς, ἀναλόγως τῆς καταστάσεώς των. Ἐν γένει δὲ οὐδὲν χωρίον τῆς Φθιώτιδος ἔμεινεν ἀχαράτσωτον· ἡ συμμορία τοῦ Γκαμαλέτσου ἐχαράτσωσε τὸν Δημήτριον Βενετόπουλον, ἐμποροκτηματίαν· ἡ συμμορία τῶν Καραγιανναίων ᾐχμαλώτισε τὸν Γ. Καλύβαν ἀπὸ χωρίον Ζόπσι καὶ ἀπέλυσεν αὐτὸν διὰ λύτρων· ἡ συμμορία τοῦ Καρδιασμένου ᾐχμαλώτισε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Μυξάταις. Ἄλλη συμμορία ἐφόνευσε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Μερκάδας· ἑτέρα συμμορία τοῦ Καραγιάννη ᾐχμαλώτισε τὸν υἱὸν τοῦ Παπαγιάννη ἐκ τοῦ χωρίου Δρακοσπηληᾶς, τὸν ὁποῖον ἀπέλυσε διὰ λύτρων ἓξ χιλιάδων δραχμῶν· ἑτέρα συμμορία τοῦ Δίπλα καὶ Καραγιανναίων ᾐχμαλώτισε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Μώλου, τοὺς ὁποίους ἀπέλυσε διὰ λύτρων δώδεκα χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ συμμορία τῶν Ἀρβανιτοβλάχων, Μπόλια καὶ λοιπῶν ᾐχμαλώτισε τὸν Παναγιώτην Ἀθανασίου ἐκ τοῦ χωρίου Ἀλωπουσπίτων· ἡ αὐτὴ συμμορία ᾐχμαλώτισε τὸν Παναγιώτην Γιωτόπουλον, δημοτικὸν σύμβουλον· ἡ αὐτὴ συμμορία ᾐχμαλώτισε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Κόμματος, πάντας δὲ ἀπέλυσε διὰ λύτρων ἐν ὅλῳ 12,000 δραχμῶν. Ἡ αὐτὴ συμμορία ἐφόνευσε τὸν Νικόλαον Ἀργυρόπουλον ἐκ Μοσχοχωρίου, κτηματίαν· ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισεν ἓξ κατοίκους ἐκ τοῦ χωρίου Παλαιοβράχαις· ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισε τρεῖς κατοίκους ἐκ τοῦ χωρίου Παλαιοχωρίου. Ἡ συμμορία τοῦ Σπανοῦ ᾐχμαλώτισεν εἰς χωρίον Μουσταφάμπεη δύω ζωεμπόρους, οὓς ἀπέλυσε διὰ λύτρων ἓξ χιλιάδων δραχμῶν· εἰς Στυλίδα ἑτέρα συμμορία συνέλαβε δύω αἰχμαλώτους. Ἡ συμμορία τοῦ Τσούγκα ᾐχμαλώτισε τρεῖς ἄνδρας καὶ μίαν γυναῖκα ἐκ τοῦ χωρίου Λογκιτσίου, καὶ οἱ μὲν ἀπελύθησαν διὰ λύτρων, ἕνα δὲ ἐξ αὐτῶν ἐφόνευσεν· ἡ συμμορία τοῦ Ἀβδούλη ᾐχμαλώτισεν ἄνωθεν τοῦ Λογκιτσίου ἓν ἀνδρόγυνον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐλευθερωθῶσι διὰ λύτρων, ἐβίασε τὴν σύζυγον, καὶ ἑπομένως ἔσφαξε καὶ αὐτὴν καὶ τὸν σύζυγόν της. Αἱ αἰχμαλωσίαι αὗται εἶναι ὀλίγαι ἐκ τῶν πολλῶν, αἵτινες διεπράχθησαν. Πρὸς τούτοις οὐδεὶς ἐκ τῶν εὐπόρων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, μάλιστα τῶν κτηματιῶν, δὲν ἔμεινε χωρὶς νὰ πληρώσῃ φόρον εἰς τοὺς λῃστὰς, συνετείᾳ ἀπειλῆς φόνου καὶ καταστροφῆς τῶν κτημάτων του. Ἤρκει μία συμμορία ν’ ἀπευθύνῃ μίαν ἐπιστολὴν γέμουσαν ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων καὶ ὁ πρὸς ὃν ἀπεστέλλετο δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀποστείλῃ τὰ ζητούμενα χρήματα καὶ πολύτιμα πράγματα, οἷον ὅπλα, ἐνδύματα κτλ. Πολλὰ τῶν θερινῶν βοσκημάτων τῆς Φθιώτιδος διέθεσαν οἱ λῃσταὶ καὶ ἔλαβον αὐτοὶ τὰ ἐνοίκια, τοποθετήσαντες αὐτοὶ τοὺς ποιμένας, ὡς ἐν παραδείγματι, βοσκήματα εἰς τὸν δῆμον Φαλάρων, Κρεμαστῆς Λαρίσσης καὶ Πτελεατῶν. Ὁ δὲ ἀρχιλῃστὴς Τσούκας ἀπήτησεν ἀπὸ τὴν κοινότητα Στυλίδος, ἐπὶ ποινῇ καταστροφῆς αὐτῆς, νὰ ἐνοικιάσῃ πρὸς αὐτὸν τὰ χειμερινὰ κοινωτικὰ λειβάδια ἐπὶ δύω ἔτη. Τὰ προϊόντα τῶν ποιμνίων τῶν κατοίκων καὶ τῶν ποιμένων οὐχὶ χάριν τροφῆς, ἀλλὰ καὶ κερδοσκοπίας ἐκαρπώθησαν οἱ λῃσταί. Οἱ λῃσταὶ ἐπώλησαν πρὸς τοὺς λεγομένους γαλατάδες τὸ γάλα πολλῶν ποιμνίων πρὸς κατασκευὴν ξηροτύρων· τὸ γάλα τῶν ποιμνίων τοῦ χωρίου Τσιρνοβιτσίου ἐπώλησαν οἱ λῃσταὶ πρὸς τοὺς γαλατάδες δι’ ἑπτακοσίας δραχμάς. Οἱ λῃσταὶ καταστάντες κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ἠνάγκασαν πολλαχοῦ πολλοὺς δανειστὰς νὰ ἐξοφλήσωσιν ὁμόλογα ἄνευ πληρωμῆς, λαμβάνοντες αὐτοὶ παρὰ τῶν ὀφειλετῶν τὴν ὀφειλήν. Ἔλυσαν διαφορὰς περὶ κατοχῆς καὶ κυριότητος, δηλαδὴ ἠνάγκασαν πολλοὺς νὰ παραχωρήσωσι τοὺς ἀγρούς των εἰς ἄλλους, οἵτινες ἐνόμιζον ὅτι εἶχον ἀξιώσεις καὶ ἐπεκαλοῦντο διὰ δώρων τὴν ἐπέμβασιν τῶν λῃστῶν. Ἐπὶ τούτοις, ἀφοῦ οἱ λῃσταὶ ἠδύναντο ἀκωλύτως νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ χωρία, ἐξεδικήθησαν πάντα ὅστις εἶχε φονεύσει λῃστὴν ἢ εἶχε καταδιώξει· λόγου χάριν, ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Μώλου, οἵτινες πρό τινων ἐτῶν εἶχον φονεύσει λῃστήν τινα Τσόγκαν καλούμενον, συμμορία λῃστρικὴ εἰσβαλοῦσα εἰς τὸ χωρίον των, ἐζήτησε νὰ ἀναστήσῃ τὸν φονευθέντα λῃστήν· καὶ ἐπειδὴ τοῦτο ἦτον ὑπεράνθρωπον, οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα, ἐξηγόρασαν δὲ τὴν ζωήν των δι’ ἁδρῶν λύτρων. Βουκόλον τινὰ καταδείξαντά ποτε λῃστρικὴν συμμορίαν ἐκρεούργησαν. Τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Νίκοβας ἀγωνιστὴν Ζέρβαν, διότι εἶχε ποτὲ καταδιώξει τὴν συμμορίαν Τσούκα, συλλαβοῦσα αὐτὸν, ἀφοῦ ἀπανθρώπως τὸν ἐβασάνισε, τὸν ἐκρεούργησεν. Ἕτερος κάτοικος τοῦ χωρίου Πτελεοῦ, διότι εἶχε ποτὲ καταδιώξει τὴν συμμορίαν τῶν Ἀρβανιτοβλάχων, ἀπέθανε μαρτυρικὸν θάνατον· οἱ λῃσταὶ ἐνέβαλον εἰς τὸν πρωκτόν του κάλαμον καὶ διὰ τοῦ ἐμφυσήματος διεῤῥάγησαν τὰ ἐντόσθια αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἐξέπνευσεν ἐν ἀλγεινοτάτῃ ἀγωνίᾳ. Ταῦτα διεδραματίσθησαν ἐν τῇ Φθιώτιδι μέχρι τέλους Ἰουνίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς ταύτης καὶ ἐφεξῆς διεπράχθησαν ἀναρίθμητοι λῃστεῖαι καὶ δῃώσεις, ἐξ ὧν σημειοῦμεν ὀλίγας, τὰς ἐφεξῆς. Ἡ συμμορία τοῦ Τσούκα ᾐχμαλώτισε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Δίβρης καὶ διὰ λύτρων ἠλευθερώθησαν· ἡ συμμορία τῶν Ντατσογιανναίων ᾐχμαλώτισε δύω ἐκ τοῦ Πτελεοῦ· ἡ συμμορία τοῦ Τάκου Ἀρβανιτάκη, εἰσβαλοῦσα εἰς τὸ χωρίον Χαλίλι, ᾐχμαλώτισε δεκατέσσαρας κατοίκους, οὓς ἀπέλυσε διὰ λύτρων δεκαὲξ χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ αὐτὴ συμμορία ᾐχμαλώτισε συγχρόνως καὶ ἕνα κάτοικον τοῦ χωρίου Μάκρεσης· ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισεν ἕνα μικρέμπορον ἐκ τοῦ χωρίου Ἀγᾶ· ἄλλη συμμορία ἕτερον ἐκ τοῦ χωρίου Κλονί, ὅστις κατώρθωσε δι’ ἀποδράσεως νὰ σωθῇ. Ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισεν ἕνα κάτοικον τοῦ χωρίου Δραχμάνι· ἡ συμμορία τοῦ Τσούκα ᾐχμαλώτισε δύω κατοίκους τοῦ χωρίου Λογκιτσίου, καὶ ὁ μὲν ἀπέδρα, ὁ δὲ ἔσωσε τὴν ζωήν του διὰ λύτρων. Ἑτέρα λῃστρικὴ συμμορία ᾐχμαλώτισε κάτοικόν τινα ἐκ τοῦ χωρίου Ἀμούρι, Κορδογιάννην καλούμενον, ὅστις μέχρι τοῦδε διατελεῖ εἰς χεῖρας τῶν λῃστῶν. Ἕτεραι συμμορίαι ᾐχμαλώτισαν δύω μὲν κατοίκους τοῦ χωρίου Πτελεοῦ, τρεῖς κατοίκους τοῦ χωρίου Σούρπης καὶ τὸν υἱὸν τοῦ εὐπόρου Μουστάκα ἐκ τοῦ χωρίου Νεράϊδας. Ἡ συμμορία τοῦ Τάκου Ἀρβανιτάκη, εἰσελθοῦσα εἰς τὸ χωρίον Δερβὲν Φούρκα, ἀφοῦ ἐδῄωσε τοὺς κατοίκους, ᾐχμαλώτισεν ἐξ αὐτῶν δέκα, ἐν οἷς καὶ γυναῖκες, ὧν ἡ διὰ λύτρων ἀπελευθέρωσις δὲν ἔγινεν ἴσως ἀκόμη καὶ μένουν εἰς χεῖρας τῶν λῃστῶν. Ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισεν ὀκτὼ κατοίκους τοῦ χωρίου Γαρδικίου τοῦ δήμου Σπερχειάδος· ἑτέρα συμμορία ᾐχμαλώτισεν ἐννέα κατοίκους τοῦ χωρίου Κομποτάδες, παρὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος Λαμίαν κειμένου, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἀπελύθη, διὰ δὲ τοὺς ἑτέρους ὀκτὼ ζητοῦνται λύτρα. Ἑτέρα συμμορία τὴν τετάρτην τρέχοντος μηνὸς ᾐχμαλώτισεν ἐκ τοῦ χωρίου Παλαιοβράχαις πέντε κατοίκους, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὁποίων ζητοῦνται λύτρα· ἑτέρα συμμορία τὴν ἑβδόμην τοῦ ἐνεστῶτος μηνὸς ᾐχμαλώτισεν εἰς τὸν δῆμον Τυμφρηστοῦ τρεῖς κατοίκους, ζητοῦσα λύτρα. Ἐκ τῶν πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν αἰχμαλωτισθέντων τεσσαράκοντα ἐννέα κατοίκων Φθιώτιδος οἱ πλεῖστοι διατελοῦσιν ἔτι καὶ νῦν ἐν αἰχμαλωσίᾳ, μὴ δυνηθέντες νὰ οἰκονομήσωσι τὸ ὁποῖον τοῖς ζητεῖται παρὰ τῶν λῃστῶν χρηματικὸν ποσόν». Τὸ μακρὸν τοῦτο μαρτυρολόγιον ἀποδεικνύει, νομίζω, ἐναργέστατα ὅτι οὔτε ἴχνος ἐξουσίας ὑπάρχει εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας οἱ λῃσταὶ δύνανται νὰ διαθέσωσι τὴν περιουσίαν τῶν κατοίκων, δύνανται νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ζωὴν αὐτῶν, δύνανται τὰ πάντα νὰ πράξωσιν ὡς ἄλλοι κατακτηταί. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι λῃσταὶ διημερεύουν τὰς ἑορτὰς πλησίον τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, βαπτίζουν τέκνα, ἁρπάζουν κόρας, νυμφεύουν αὐτὰς, νυμφεύονται ἐκεῖνοι, καὶ ἔρχεται ἡ ἐξουσία νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουν λῃσταὶ, ἀλλὰ μόνον ἐφορμοῦν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν; Λῃσταὶ ἐνοικιάζουν λειβάδια, συνάζουν τὰ εἰσοδήματα τῶν ποιμνίων, ἐπιβάλλουν τόσους φόρους καὶ κατὰ ἀναλογίαν διανέμουν αὐτοὺς εἰς τοὺς κατοίκους· εἶναι λῃσταὶ αὐτοὶ, ἢ δύναμις ἡ ὁποία ἑδρεύει εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον, καὶ ἡ ἐξουσία ἀπέναντι αὐτῶν τῶν κακούργων καὶ τῶν πράξεων στέκει ἀνάλγητος ἢ ἀνίκανος νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὰ τὰ τρομερὰ συμβάντα; Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι τὸ ⅓ σχεδὸν τῶν κατοίκων ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ φόρον εἰς τοὺς λῃστὰς, καὶ τὸ ⅒ ᾐχμαλωτίσθη πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ἐξουσίας εἰς τοὺς Κομποτάδες, μίαν ὥραν μακρὰν τῆς Λαμίας; Καὶ ἔπειτα ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν παθόντων; Τί ἔγκλημα ἔπραξε τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, διότι δὲν διηγήθη πράγματα, τὰ ὁποῖα φρονίμως ποιῆσαν ἐσιώπησεν; Εἶχε χρέος νὰ εἴπῃ τὴν αἰτίαν; Αὐτὸ ἔκαμε μίαν ἁπλῆν ἀφήγησιν τῶν τρομερῶν συμβεβηκότων τῶν γινομένων καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν δῆμόν του, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀφήγησιν εἶναι ἄξιον πάσης καταδίκης, εἶναι ἄξιον τῆς διαλύσεως; Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ ὧν προσέβαλε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων; ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κλονίσωσι τὴν τάξιν, καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ κλονισμοῦ ἠναγκάσθη ἡ κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ αὐτὸ διὰ νὰ σώσῃ τὸ κράτος; τί ἄλλο ἔκαμε παρὰ διηγήθη, ἀφ’ ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα, ἓν πολλοστημόριον; Ἡ ἁπλῆ λοιπὸν διήγησις τῶν διατρεχόντων εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως κατὰ τῶν καθεστώτων; εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει τὴν διάλυσιν ἑνὸς συμβουλίου; Εἶναι καμμία ἀπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ δημοτικὸς νόμος καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παύσῃ τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο; Ὑπερέβη δηλαδὴ τὰ καθήκοντα ἐπεμβαῖνον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Δὲν εἶναι ἄλλος ὁ σκοπὸς παρὰ νὰ ἐμπνευσθῇ ὁ φόβος, ὥστε νὰ μὴ ἐκφράζωνται οἱ ἄνθρωποι τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία των, ὅλον τὸ κράτος· διότι ἡ ληστεία τῆς Φθιώτιδος βλάπτει ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τὰ δυστυχήματα ἐκείνου τοῦ νομοῦ ἀντανακλῶσιν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ ὡραία ἐπαρχία νὰ ᾖναι ἕρμαιον τῆς ληστείας, νὰ κρεουργῶνται οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς νὰ μένῃ ἀνάλγητος; Ἔπρεπε, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ σιωπήσῃ, νὰ μὴ παραλείψῃ τὰς αἰτίας καὶ τὰς ἀφορμάς. Πρῶτον, ὅτι κανὲν καθῆκον δὲν τὸ ὑποχρεόνει εἰς τοῦτο· οὔτε ἦτο πρᾶγμα ἄγνωστον, καὶ οὔτε κανεὶς φιλονεικεῖ ὅτι ἡ κακὴ αὐτὴ κατάστασις τῶν μεθορίων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ γνωρίζει ὁ κόσμος, καὶ μολαταῦτα καμμία κυβέρνησις δὲν ἐδικαιολογήθη λέγουσα ὅτι ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τούτων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ ἡ ληστεία. Εἰς περιστάσεις, κύριοι, ἄλλας τῳόντι σοβαρὰς, τῳόντι σπουδαίας, εἰς τὰς ὁποίας ἄλλο δημοτικὸν συμβούλιον ἐπεμβῆκεν εἰς καθήκοντα καθαρῶς διοικητικὰ, ἡ κυβέρνησις ἀπεσιώπησε καὶ ἐδέχθη μάλιστα καὶ περιφρονήσεις, διότι ἀπεδοκιμάσθη ἡ παῦσις ἑνὸς προέδρου· ἐνῷ ἐκεῖ εἶχεν ἄδικον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἐνῷ ὑβριστικῶς ἐφέρθη πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖ τὸ συγχωρεῖ· ἐδῷ, ὅπου τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐν τῷ δικαιώματί του, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἐνέγραψεν εἰς τὰ πρακτικά του περιληπτικήν τινα ἱστορίαν τῶν διατρεχόντων, καὶ ἐζήτησε μετὰ πολλῆς μετριότητος τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων, ἐδῷ, λέγουν, αὐτὸ τὸ συμβούλιον αὐθαδίασε, παρεξετράπη τῶν ὁρίων του, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, διότι ἐτόλμησε νὰ κλαύσῃ τὸν πόνον του. Μία κυβέρνησις, κύριοι, πατρικὴ ἤθελε τῳόντι ἀποδώσει ἔπαινον εἰς αὐτὸ τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ εὐχηθῇ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν κακῶν αὐτῶν, ἀφοῦ, ὡς εἴδατε, ὁποῖα τρομερὰ κακὰ συνέβησαν εἰς τὸν δῆμόν του, κακὰ τὰ ὁποῖα, πιστεύω, ὅλων τὴν καρδίαν ἐμάλαξαν· πιστεύω, ὅτι ὅλοι συναισθάνεσθε μίαν ἀποστροφὴν, μίαν λύπην, φόβον μέγαν διὰ τὴν κακὴν αὐτὴν κατάστασιν τῆς Φθιώτιδος. Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἦλθε νὰ τιμωρήσῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ τελευταίου ὅρου τῆς ποινῆς ἓν δημοτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασε τὴν ἀλήθειαν, εἶναι κυβέρνησις τῳόντι ἀντισυνταγματικὴ, εἶναι κυβέρνησις ὄχι πατρικὴ, εἶναι κυβέρνησις, ἡ ὁποία μόνον καὶ μόνον θέλει νὰ διασπείρῃ τὸν τρόμον. Καὶ τῳόντι, καθὼς εἶπεν εἷς ξένος, ἐδῷ ὑπάρχει τρομοκρατία, δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε οἱ βουλευταὶ ἐνώπιον τῆς βουλῆς, οὔτε οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἐν τοῖς δημοτικοῖς συμβουλίοις. Τυραννεῖσθε, καταφρονεῖσθε, καὶ κἀνεὶς δὲν ἔχει τόλμην νὰ ἀντιστῇ εἰς μίαν κυβέρνησιν αὐθαίρετον· εἶσθε ἄξιοι τῆς τύχης σας, προσέθηκεν ὁ ξένος ἐκεῖνος, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δύνανται πολὺ καλὰ νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς πιέσεως, κατὰ τῆς παρανομίας, ἀλλ’ ἐνῷ πολλὰ παράνομα ἐνεργοῦνται, κἀνεὶς ἢ πολλὰ ὀλίγοι ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ τὰ στηλιτεύσωσιν. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, παραδεχθῆτε τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, θέλετε καθιερώσει τῳόντι τὴν τρομοκρατίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θέλετε εἴπει, κύριοι, εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος· «Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ ἀναφέρησθε, οὔτε νὰ διηγῆσθε τὰ παθήματά σας, οὔτε νὰ ζητῆτε τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων, διότι μία θέλησις αὐθαίρετος τῆς κυβερνήσεως θέλει σᾶς καταδικάσει, θέλει σᾶς διαλύσει, θέλει σᾶς στείλει εἰς τὰ δικαστήρια». Σκεφθῆτε, κύριοι, πόσον αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι οὐσιῶδες· ἡ ἀπόφασίς σας θὰ καθιερώσῃ ἓν προηγούμενον πολὺ τρομερὸν, πολὺ περιφρονητικὸν δι’ ἡμᾶς, πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἐλευθερίας μας. Ψηφίσατε ὅτι τῳόντι τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων του, διαλύσαν τὸ δημοτικὸν τῆς Λαμίας συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου του, καὶ θέλετε ἐνσπείρει τοιοῦτον τρόμον, ὥστε κανεὶς πλέον δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ τὸ παραμικρόν. Ἐδῷ εἶναι φανερωτάτη, κύριοι, ἡ παρανομία· οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους διαλύεται ἓν δημοτικὸν συμβούλιον, εἶναι διαγεγραμμένοι, εἶναι ἀκριβεῖς.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ;
§77ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἐκ τῶν καθηκόντων του παρεβιάσθη; Ἐὰν ἐπεμβῆκεν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐξουσίας, ἐὰν κατέκρινε τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν ἐξήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐὰν προὐκάλεσε μίαν ἀπείθειαν, μίαν στάσιν, τὸ ἐννοῶ ὅτι παρεξετράπη. Ἐδῷ τί ἔκαμε, παρὰ νὰ εὐχηθῇ νὰ διορθωθοῦν αὐτὰ τὰ κακῶς ἔχοντα; Ἐνυπάρχει ἐν τούτοις τί ἐγκληματικόν; Οὐδὲν ἄλλο ἐμφαίνεται ἐν τῇ διαλύσει τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, ἢ ὁ σκοπὸς τῆς ἐξουσίας νὰ ἐνσπείρῃ τὸν τρόμον.
§78ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Εἶχον δίκαιον, κύριοι, νὰ ζητήσω σήμερον τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως εἰς ἄλλην ἡμέραν, διότι ἤθελον νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τήν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καθὼς καὶ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἄλλοι νοημονέστεροι ἐγνώριζον τὰ πάντα. Ἀκολουθῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸ σύστημά των αὐτό. Ὁ κ. Χατζΐσκος ἔθεσε τὴν ἐπερώτησίν του, ὅτι ἡ κυβέρνησις παρηνόμησε διαλύσασα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας· αὐτὸ εἶναι, μοὶ φαίνεται, τὸ κύριον ζήτημα τὸ σημερινόν. Ἂς τὸ ἐξετάσωμεν· κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὰ δημοτικὰ συμβούλια; πιστεύω ὅτι τὸ ἄρθρον 59 τοῦ νόμου εἶναι ἐκπεφρασμένον ἀρκετὰ, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ παρέχει εἰς τὴν κυβέρνησιν. Τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἦτον ἐξ ἐκείνων τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσουν τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὁρίζονται ῥητῶς ἀπὸ τὸν δημοτικὸν νόμον· μεταξὺ τῶν καθηκόντων του δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπικρίνειν καὶ κατακρίνειν τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως. Εἰς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἠδυνήθην νὰ λάβω, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ τελευταίῳ παραγράφῳ ἀναφέρει· «Δι’ ὅλα ταῦτα καὶ δι’ ὅσα χάριν ἁβροφροσύνης παραλείπει νὰ ἐκθέσῃ, ἐκφράζει διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος τὴν λύπην του διὰ τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν τοῦ δήμου μας καὶ ἁπάσης τῆς ἐπαρχίας»—Ἀνέλαβε καθήκοντα καὶ ἄλλων—«εὔχεται δὲ ἐγκαρδίως ὅπως ἡ κυβέρνησις λάβῃ ταχέως καὶ ἀποτελεσματικῶς καὶ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν διὰ τῆς ἐντόνου μερίμνης, καὶ φέρῃ τὴν δικαίαν θεραπείαν.» Παρακαλῶ, τί λέγει ἐδῷ; Κυβέρνησις, δὲν ἔλαβες κἀνὲν μέτρον, κυβέρνησις δὲν ἐνήργησες τίποτε, ὁ τόπος ἕνεκα τῆς διαγωγῆς σου ἦλθεν εἰς παραλυσίαν, οἱ λῃσταὶ διαπράττουν αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα. Ὅλα αὐτὰ, ἐξεταζομένης τῆς παραγράφου αὑτῆς, εἶναι κατηγορία κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Σᾶς παρακαλῶ, δύνανται τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα αὐτό Τότε, μάλιστα, ἀποσύρω πᾶσαν ἰδέαν· ἐὰν ὅμως δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἡ παράγραφος αὐτὴ δὲν εἶναι παρὰ μομφὴ κατὰ τῆς κυβερνήσεως· οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀναγινώσκων αὐτὸ τὸ ἐξηγῶ, καὶ πιστεύω ὅτι ὅλοι εἶσθε εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν νὰ ἐννοήσητε, ὅπως ἐγὼ τὸ ἐνόησα. Ἐπομένως πιστεύω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δικαίως καὶ ὀρθῶς ἔπραξε νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου· διότι ἐὰν, κύριοι, θελήσωμεν νὰ παραβλέψωμεν τὸ νὰ ἐπεμβαίνουν αἱ ἐξουσίαι αἱ διάφοροι εἰς τὰ καθήκοντα ἄλλων ἐξουσιῶν, τότε πρέπει νὰ περιμένωμεν βεβαίαν τὴν ἀποσύνθεσιν τῆς κοινωνίας. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τῆς ληστείας. Ἀπὸ τὰ 1833, ὅτε κατηρτίσθη τὸ βασίλειον, μέχρι σήμερον οὐδέποτε ἡ ληστεία ἐξέλιπε, καὶ οὔτε, πιστεύω, θὰ ἐκλείψῃ, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὕτη τῶν ὁρίων, διότι τὰ ὅρια εἶναι δύσκολον νὰ διατηρηθῶσι, καὶ τὸ κυριώτερον πάντων, ἐνόσῳ ἡ γείτων δύναμις δὲν θελήσει εἰλικρινῶς νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, διότι τὰ πάντα οἱ λησταὶ εὐκόλως προμηθεύονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ εὐκόλως μεταβαίνουν εἰς ἀσφάλειαν· αὐτοὺς τοὺς λόγους βεβαιούμεθα ἐκ τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὰ 1857, ὅτε ἡ γείτων δύναμις ἀπέστειλεν ὑπάλληλον δραστήριον πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῶν γειτονικῶν νομῶν, τότε ἀποτελεσματικῶς κατεδιώχθη ἡ ληστεία, καὶ μόνον κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἠφανίσθη, εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐποχὰς οὐδέποτε· καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τότε δυνάμεθα νὰ καταστρέψωμεν τὴν ληστείαν, ὅταν ἔχωμεν τὴν γείτονα δύναμιν φίλην καὶ δραστηρίως καὶ εἰλικρινῶς ἐνεργοῦσαν πρὸς τοῦτο. Ἄλλως εἶναι ἀδύνατον, ἀδύνατον καὶ ὅλα τὰ μέτρα ἀνεπαρκῆ. Προκαλῶ τὸν κ. Χατζίσκον, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, δι’ ἄλλων μέτρων νὰ ὑποδείξῃ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς. Ἐὰν νομίζητε ὅτι αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησις, δὲν ἐφάνησαν συντελεστικὰ, ὑποδείξατε ὁποῖα ἄλλα μέτρα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ. Λέγομεν ὅτι ἡ ληστεία εἶναι εἰς τὴν πλέον μεγαλειτέραν ἀκμὴν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξέλθῃ· ἐν τούτοις, κύριοι, ἂς εἴπωμεν, ἡ κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο. Νομίζω, ὅτι οὕτω πως ἐρχόμεθα εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· ἄλλως τε λέγοντες λόγους, ὅτι παρηνόμησες καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ληστεία ὑφίσταται, εἶσαι ἀδύνατος, αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα. Ὑποδείξατε κατὰ τί παρέλειψεν ἡ κυβέρνησις τὸ καθῆκόν της, ἢ τί ἔπρεπεν ἀκόμη νὰ κάμῃ.
§79ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρεξηγεῖτε τοὺς λόγους μας. Κατακρίνομεν τὴν κυβέρνησιν, διότι ἔπαυσεν ἄνευ νόμου, ἄνευ λόγου νομίμου τὸ συμβούλιον.
§80ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Παρέβη τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ, λέγουν, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἐπιπλήξῃ τὸ συμβούλιον....
§81ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν κατηγοροῦμεν τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε μέτρα κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ διότι δὲν ἀφίνει τοὺς πολίτας νὰ ἐκφρασθοῦν.
§82ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ συμβούλιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως.
§83ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν κατέκρινε.
§84ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἔτσι τὸ ἐννοῶ ἐγὼ, ὅτι κατέκρινε τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, ἐπομένως ἐν τῷ δικαιώματί της ἡ κυβέρνησις ἔπραξε· καὶ ὑμεῖς, κ. Γόντικα, εἴπατε ὅτι τῳόντι ὑπερέβη τὰ καθήκοντά του τὸ συμβούλιον, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ τὸ ἐπιπλήξῃ, καὶ εἰς κανένα νόμον δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιπλήξεως. Ἡ ἐκτίμησις λοιπὸν εἰς μόνην τὴν κυβέρνησιν ἀνήκει, διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, νομίζω ὅτι οὐδέποτε ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐξουσία.
§85ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, εὐχαριστῶ διότι ὁ κ. Τσιριμῶκος μοὶ ἄνοιξεν ἕνα μεγάλον δρόμον· εἶπεν, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἀκροατήριον, εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἔθνος θέλω νὰ ὁμιλήσω.
§86ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§87ΑΧΟΛΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ ἔθνος ὅλον εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ ὁ κ. Γόντικας, ὅστις εἶναι Πελοποννήσιος, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ τοῦτο. Εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Λαμίαν ἔκτοτε ἦτο ληστεία, ἀλλὰ ἐγὼ τὸν λέγω ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές· ἴσως ἔκλεπτον γίδες, ἀλλὰ σήμερον κλέπτουν ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τί τὰ θέλετε αὐτά; Δὲν πηγαίνετε εἰς τὸ Μεσολόγγι, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὴν Μεσσήνην, εἰς τὴν Ἠλείαν, εἰς τὰ Καλάβρυτα; Λέγει ὅτι ὑπάρχει στρατὸς χιλιάδες· ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω πόσος ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ποίας ὁδηγίας ἔχει; ὁποίας βλέπομεν καὶ εἰς τὰς ἄλλας πολιτικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχὰς, παρανομίας καὶ τὰ τοιαῦτα.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰπέ τας.
§89ΑΧΟΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν κακὴν διοίκησιν. Ναί, κύριε Κεχαγιᾶ, εἰς τὴν Καρύταιναν, τὰ Φιλιατρὰ, τὰ Καλάβρυτα, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπου εἶναι χιλιάδες στρατός;
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰπέτε ὅτι εἰς τὴν Ἠλείαν δὲν ἔγινεν ἐκεῖνο ὅπου ἔγινε πέρυσι.
§91ΑΧΟΛΟΣ. Τί ἔγινε; πιάσε τὰ κατάστιχά σου νὰ ἰδῇς.
§92ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅτι δὲν εἰσεπράχθησαν φόροι εἰς τὴν Ἠλείαν.
§93ΑΧΟΛΟΣ. Διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Τσιριμῶκον, ἐξώδευσαν δύω ὑπουργοὶ, ἐξώδευσαν 100,000 δραχμὰς (χειροκροτήματα)· ἕνας ἀπήντησεν εἰς τὸν προλαλήσαντα καὶ εἶπεν ὅτι ἐκεῖ δὲν ἔγινεν ἐπανάστασις· ἂς ἐνθυμηθῇ ὅμως τί ἔγινεν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί;
§95ΑΧΟΛΟΣ. ..... Νὰ σοῦ κόψω τὸ κεφάλι. — Ἔρχομαι τέλος πάντων εἰς τὸ συμβούλιον. Τὸ συμβούλιον εἶναι ἀνεξάρτητον· ἕκαστος βάλλει τὴν κάλπην του, τὴν πληρόνει 35 δραχμὰς καὶ λέγει· «λαὲ, ἂν μὲ νομίζῃς ἄξιον νὰ σὲ ἀντιπροσωπεύσω, δός μου τὴν ψῆφόν σου». Τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀνεξάρτητα, δὲν εἶναι ὡς οἱ ἔπαρχοι, οὔτε ὡς ὁ ταμίας, οἱ ἔφοροι καὶ καθεξῆς· ὥστε λέγω ὅτι ὑπῆρξεν ἡ μεγαλειτέρα παρανομία. Καὶ τῳόντι λέγει ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ξηρὰ, ἐγὼ ἐντὸς τοῦ δικαίου μου ἔπρεπε νὰ τὸ παύσω· ἀλλὰ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ στοχασθῇ ὅτι, ἂν αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἴπουν θέλομεν τὸ συμβούλιον, παρανόμως τὸ ἔπαυσες, ὅτι παρανόμως ἀντιτάττομεν τὴν βίαν; Σᾶς λέγω λοιπὸν ὡς ἐπισφράγισιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις κατήντησε δωροδοκοῦσα καὶ ἡ πλειονοψηφία δωροδοκουμένη.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσαι ἀκαταλόγιστος (θόρυβος).
§97ΑΧΟΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διότι δὲν τὸ ἀνέχεται τὸ ἔθνος.
§98ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχεις δίκαιον, διότι ὡς ἀποθηκάριος ἔφαγες δύω ἀποθήκας.
§99ΑΧΟΛΟΣ. Εἰκοσιπέντε χιλιάδας δραχμὰς χρεωστεῖς. Κύριοι ὑπουργοὶ, σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε ἂν χρεωστῶ ἓν λεπτὸν, καὶ ἐσὺ, ἐὰν δὲν εἶσαι ἕως εἰς τὸν λαιμόν.....
§100ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν τὴν Βουλὴν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν λόγων τοῦ κ. Ἀχόλου (θόρυβος).
§101ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν· παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§102ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· σήμερον θὰ τελειώσωμεν.
§103ΗΛΙΑΣ ΒΟΙΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν ἀνέχομαι μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ἄχολος· εἶπεν ὅτι δωροδοκεῖ ἡ κυβέρνησις καὶ δωροδοκεῖται ἡ πλειονοψηφία (Θόρυβος).
§104ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδείξωμεν.
§105Η. Β. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀποδοκιμασία, διότι οὕτω δίδει εἰς ὅλους τὸ θάῤῥος νὰ λέγουν ὅ,τι θέλουν. Εἶναι ἀνανδρία καὶ κακοήθεια νὰ λέγουν τὰ τοιαῦτα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσίνας ἔχει τὸν λόγον.
§107Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ ὁμιλήσῃ.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, περίεργον εἶναι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσητε, καὶ ἔτι περίεργος εἶναι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπ’ ὄψιν σας ἐτέθη τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐὰν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας ἔπραξεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων του καὶ διὰ τοῦτο ἐτιμωρήθη, ἢ ἔπραξεν ἐκτὸς τῶν καθηκόντων του, καὶ τότε δικαίως ἐτιμωρήθη. Καὶ βεβαίως τὸ ἀντικείμενον τοῦτο συνδέεται μετὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τοῦ κράτους, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν ἀντικείμενον ἔχει. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἐντοσούτῳ ὑπάρχει μία περίεργος σύμπτωσις· ἡ εὐαισθησία τοῦ ὑπουργοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνατρέψῃ τὰς κατηγορίας, αἵτινες προσήφθησαν εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ μόλα ταῦτα ἐκ νέου ἔρχονται ἄλλαι κατηγορίαι. Τοῦτο τῷ ὄντι εἶναι περίεργον. Ἀλλὰ καὶ τὰ αἴτια, τὰ προκαλέσαντα τὴν παῦσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ταῦτα εἶναι περίεργα, καὶ ἡ πρᾶξις ἀκόμη ἀναφέρεται εἰς ἔκτακτα περιστατικὰ καὶ συμβάντα· ἀλλὰ ὄχι μόνον τοῦτο, κύριοι, ἀλλὰ καὶ αἱ ταραχαὶ αἱ ἔκτακτοι, αἵτινες συνέβησαν, καὶ αἱ περιστάσεις αἱ ἔκτακτοι. Δι’ ὅλα ταῦτα τῷ ὄντι πολλὰ περίεργος θὰ ᾖναι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Πρὸ παντὸς ἄλλου, κύριοι, θέλω σᾶς κάμει μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν, ἥτις μὲ ἐξέπληξε. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, κύριοι, ἐπαύθη ὄχι δι’ ὅσα εἶπεν, ἀλλὰ δι’ ὅσα δὲν εἶπεν· ἡ πρᾶξίς του ἐθεωρήθη ἐλλειπής, καὶ διὰ τοῦτο ἐτιμωρήθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπαύθη τὸ δημοτικὸν συμβούλιον· τὸν εἶπεν ὁ ἴδιος πρωθυπουργός. Δὲν σᾶς φαίνεται διόλου παράδοξον; Δημοτικὸν συμβούλιον τιμωρεῖται δι’ ὅσα δὲν εἶπε. Κύριοι, ἡ δύναμις πάσης κυβερνήσεως εἶναι ἡ δικαιοσύνη· ἡ δὲ λέξις, δικαιοσύνη, ἀκολουθεῖ ὅλας τὰς πολιτικὰς πράξεις. Ὅπου λοιπὸν τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως ἔχουν διαφόρους ἐκτάσεις, εἶναι διάφορα, ἐκεῖ βεβαίως δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Ἂς λάβωμεν, κύριοι, τὰς πράξεις τῆς παρούσης κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι τυχαίως ἐξετελέσθησαν ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐντὸς μικροῦ μόνου διαστήματος· ἂς λάβωμεν αὐτάς, ἂς τὰς θέσωμεν ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἂς ἐξετάσωμεν τὸν πῆχυν, μὲ τὸν ὁποῖον ἐμέτρησε τὰς πράξεις ταύτας, διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ κυβέρνησις ἀπὸ πολιτικὰς πεποιθήσεις ἐξηκολούθησε τὴν πορείαν αὐτὴν, ἢ ὁ ὑπουργὸς χάριν παιδιᾶς ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἤλλαξε τὴν πορείαν του. Κύριοι, τί ἔπραξε πρὸ ὀλίγου τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς μεγαλοπόλεως Κερκύρας, στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια πρέπει νὰ ἀπομακρύνωνται ἄλλων πράξεων, τὸ ὁποῖον κατεφέρθη κατὰ τῆς πράξεως τοῦ προέδρου τοῦ πρωτοδικείου καὶ κατεφέρθη μάλιστα μὲ τρόπον ὄχι τόσον καλόν; Κύριοι, εἶναι κανεὶς ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος φιλονεικεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δύναται νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους της; τὸ Σύνταγμα αὐτὸ, οἱ θεσμοὶ τοῦ κράτους δὲν ἐνέγραψαν ἐντὸς αὐτῶν καὶ δίδουν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους της; Ἀλλ’ οἱ νόμοι δὲν περιορίζουν τοῦτο· εἶναι πληρέστατα δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως· καὶ διότι ἡ κυβέρνησις ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κερκύρας νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐξάσκησις δὲν εἶναι εἰλικρινὴς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του ἐπ’ αὐτοῦ; Κύριοι, ὕψωσε τὴν φωνὴν πολὺ ἰσχυρὰν καὶ κατεφέρθη κατὰ τῆς πράξεως ἐκείνης· τί δὲ ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις, νομίζετε, στηριζομένη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ῥητῶς λέγει ὅτι, ὁσάκις αἱ πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἐξέρχονται τῶν καθηκόντων, ἀκυροῦνται; Ἰδοὺ ἡ διάταξις· «Πᾶσα πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀφορῶσα ἀπόφασιν ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός του, εἶναι ἄκυρος». Ἡ νομαρχία στηριζομένη εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἀλλὰ ἐστάθη τὸ δημοτικὸν συμβούλιον μέχρις αὐτοῦ; Ὄχι, ἐπειδὴ δι’ ἄλλης ἀποφάσεώς του εἶπεν ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ φροντίζῃ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ἐκτύπησε κατακέφαλα τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου, ἐδημοσίευσε τὴν πρᾶξίν του διὰ τοῦ τύπου, καὶ ὅμως ὁ πέλεκυς τοῦ ὑπουργείου καταπίπτων ἐπὶ τῆς ἐπιδερμίδος εὗρεν ὀστᾶ, ἀπεστομώθη. Δὲν ἐτόλμησεν ἡ κυβέρνησις νὰ προβῇ περαιτέρω· ἦσαν ἰσχυρὰ τὰ ὀστᾶ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Κερκύρας, διότι ἡ Κέρκυρα, κύριοι, ἔχει ὀστᾶ καὶ ἐπιδερμίδα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ, διότι ὑπάρχουν λόγοι πολιτικοὶ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές. Ὑπῆρχον λόγοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἤθελε νὰ ἐξεγείρῃ, πολιτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τοὺς κολαφισμοὺς καὶ νὰ σιγήσῃ. Καὶ, κύριοι, εἰς μίαν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἐπραγματεύθη, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν εἶχε δίκαιον· ἀλλὰ δὲν συνέβη τοῦτο καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τὸ πτωχὸν τῆς Λαμίας, τοῦ ὁποίου τὰ κόκκαλα, φαίνεται, ἦσαν εὔθραυστα. Ἦλθε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ἔγραψε, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἓν ψήφισμα ἐντὸς τῶν καθηκόντων του, καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, τιμωρεῖται, ὄχι δι’ ὅσα εἶπεν, ἀλλὰ δι’ ὅσα δὲν εἶπεν· ὁ πέλεκυς τῆς κυβερνήσεως δὲν εὗρεν, ὡς φαίνεται, συμπαγῆ ὀστᾶ καὶ ἐπροχώρησεν. Εἰπέτε, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ ἀναφερόμενος εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν σας, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο ὅτι τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πράξεων, καὶ ὅταν τὰ μέτρα εἶναι τοιαῦτα, δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν δικαιοσύνην; Τοῦτο, κύριοι, ἤθελα νὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ νὰ σᾶς ἐκθέσω καθόσον ἀφορᾷ τὴν πορείαν καὶ τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ποῦ μὲν, ὅταν εὑρίσκῃ μέλη στερεὰ καὶ ὀστᾶ συμπαγῆ, στρέφει πρὸς τὰ ὀπίσω, καὶ ποῦ, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ τοιαῦτα, προχωρεῖ καὶ πέραν τοῦ νόμου. Μετὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν νομικὴν καὶ πολιτικὴν ἔποψιν· τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Λαμίας. Πρῶτον λοιπὸν, ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, αὐτὸ τὸ ψήφισμα εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου; πρέπει νὰ καταδικασθῇ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἰς τοιοῦτον θάνατον; καὶ δεύτερον, αὐτὸ τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν. Εἰς μίαν ἰδέαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐξεπλάγην· αὐτὴ δὲ εἶναι ὅτι καὶ ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὰ δημοτικὰ συμβούλια. Καὶ ὁ μὲν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως.
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα προτήτερα· τὸ λέγω τώρα.
§111Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ εἴπατε προτήτερα. Κατὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, θέλω πρῶτον ἀναλύσει τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ θέλω ἐξετάσει τὴν πρᾶξιν τῆς κυβερνήσεως οὐχὶ μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπανάστασις καθιέρωσε διὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως, καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐῤῥέθησαν ὅταν ὑπεστηρίζοντο αἱ ἐλευθερίαι τοῦ ἔθνους ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει τὰς πράξεις ταύτας καὶ ὑπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἤδη διατελοῦμεν· καὶ τοῦτο τὸ πράττω ὅπως ἐκ τῆς παραβολῆς ἀποδειχθῇ πόσον μένομεν ὀπίσω. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ἐνθυμηθῶ τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 33 μέχρι τῆς σήμερον· τοῦτο εἶναι δύσκολον, καὶ πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη τις πρᾶξις ἀφ’ ὅσας θὰ ἀναφέρω, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν. Καὶ ὅμως, κύριοι, τὸ συμβούλιον ἐπαύθη, ἐκαρατομήθη, ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὸ πλῆρες αὐτοῦ δικαίωμα, ἵνα ἐμπνευσθῇ ὁ τρόμος εἰς τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας. Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ ἀγαπῶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μου, ἀγαπῶ πρὸ πάντων τὸ δημοτικὸν σύστημα, οὐ μόνον διότι ὑποστηρίζει τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, ἀλλὰ διότι ἀναπτύσσει τὴν βιομηχανίαν, τὰ καλὰ ἔργα, αὐξάνει τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, καὶ εἶναι τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται ὁ πολιτισμὸς εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη τοῦ κράτους· ἀγαπῶ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἐπιθυμῶ νὰ θεωρηθῇ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἐκ μέρους τῶν κυβερνήσεων. Μὴ νομίσετε ὅτι ἂν ὑπῆρχε νόμος νὰ παύουν τοὺς ὑπαλλήλους τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ διορίζουν, δὲν ἤθελα τὸ δεχθῆ! Θέλω ἕνα πολίτευμα, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ἀλήθεια, νὰ μὴν ᾖναι γράμμα νεκρὸν, καὶ ὅταν ἡ βασιλεία τῶν νόμων καὶ ὅταν ἡ βασιλεία τοῦ συντάγματος παύσῃ, ἡ σύγχυσις καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ ᾖναι οἱ διάδοχοι τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία σήμερον πάσχει· ὑπάρχουν μέρη εἰς τὰ ὁποῖα πάσχει ἡ πολιτεία ἀλλ’ ἡ κοινωνία ὄχι· ἡ πολιτεία ἐξακολουθεῖ τὸν δρόμον της καὶ ἡ κοινωνία τὸν ἰδικόν της, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Πλὴν σεῖς συλλογισθῆτε ὅτι, ἂν πάσχῃ ἡ πολιτεία, πάσχει δεινότερον ἡ κοινωνία καὶ ἐπαυξάνουσι τὰ παθήματα καθ’ ἑκάστην, καὶ πρέπει νὰ προβλέψητε ποῦ τὸ σκάφος τῆς πολιτείας φέρεται, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ κατάστασις εἶναι ἀξία τῆς μελέτης σας, τῆς προσοχῆς σας, εἶναι παρά ποτε ἀξία. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐλάλησε περὶ καθηκόντων ξένων αὐτοῦ, καὶ ὅτι φερ’ εἰπεῖν, ἠδύνατο νὰ κατηγορήσῃ τοὺς φορολογικοὺς καὶ ἄλλα μέτρα κυβερνητικά· εἰς τοῦτο ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἀλλὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ἔπραξε τοιοῦτόν τι· τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐπέκρινε τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας! Καὶ μήπως τάχα ἡ ληστεία εἶναι τι διοικητικὸν, ἔχει νόμιμον χαρακτῆρα, ἢ ἕτερον σύνδεσμον μετὰ τῆς πολιτείας; Αὐτὰ, κύριοι, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικήν; Καὶ πρῶτον ἂς ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τόσον ἐμφαντικῶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι «δὲν τὸ εἶπον, ἀλλὰ τὸ λέγω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι ἀπόλυτον», ὅπως εἶναι καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, μᾶς συγχωρεῖτε, κύριε ὑπουργέ. Ἰδοὺ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐκαυχήθησαν ὅτι ἐπρομάχησαν, ὅτι ὑπέστησαν ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἀποκτήσεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν εἰς τὸν τόπον, ἰδοὺ τί ἀξιοῦν! Τὸ δημοτικὸν σύστημα νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς διοικητικοὺς κανόνας, νὰ παύωνται ὡς καὶ οἱ ὑπάλληλοι.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος τὸ λέγει.
§113ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει τοιοῦτόν τι· ὁ νόμος, κύριοι, δὲν εἶναι γράμμα, ὁ νόμος εἶναι λογικὴ, ὁ νόμος εἶναι ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ ὅπου ὀρθὸς λόγος δὲν ὑπάρχει νόμος δὲν ὑπάρχει. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς παύει τὰ δημοτικὰ συμβούλια, παύει καὶ τοὺς δημάρχους· λοιπὸν ἐμπρὸς, δράξατε τὸν πέλεκυν ἀνὰ χεῖρας καὶ ὅπου ὑπάρχουν δημοτικὰ συμβούλια, μὴ εὐχαριστοῦντα ὑμᾶς, ἐκκόψατέ τα. Ὁ νόμος ἐπιβάλλει μόνον μίαν ποινὴν εἰς τὰς τοιαύτας πράξεις, τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν· τῳόντι ἐπεφύλαξε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα τοῦ διαλύειν καὶ παύειν τοὺς δημάρχους, καὶ τοιαῦτα παραδείγματα ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἐπὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐπαναστατήσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐξεῤῥιζώσαμεν ἀπὸ τὴν ῥίζαν· σεῖς δὲ μοὶ φαίνεται ὅτι προέβητε πλέον τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ὅτε κατὰ τὸ 62 ἐπανεστάτησε τὸ Ναύπλιον καὶ πολλὰ δημοτικὰ συμβούλια διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ ἐπεδοκίμασαν τὴν πρᾶξιν τῆς ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη μόνον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ναυπλίας ἐτόλμησε νὰ διαλύσῃ, διότι εἶχεν ἐνθρονίσει προσωρινὴν κυβέρνησιν. Πῶς δύναται ἕνας ὑπουργὸς νὰ παύῃ δημάρχους καὶ δημοτικὰ συμβούλια; ἠξεύρετε τοῦτο τί θέλει νὰ εἴπῃ; τὸ ἔθνος πρέπει νὰ στέκῃ νὰ κάμῃ ἐκλογὰς δημοτικῶν συμβούλων, νὰ κάμῃ ἐκλογὰς δημάρχων, οἵτινες ἐτιμωρήθησαν ὄχι δι’ ὅσα εἶπον ἀλλὰ δι’ ὅσα δὲν εἶπον, καὶ πρέπει ἡ κοινωνία νὰ καταντήσῃ εἰς κατάστασιν ἐμφυλίου πολέμου, διότι ἕνα λαὸν ἐνασχολεῖτε μὲ τοιαῦτα πράγματα. Ὅταν παρεξηγῆτε τοὺς νόμους, ὅταν καταπατῆτε τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς, τότε ὁ λαὸς ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, διότι τὸ μέγα μέρος τῆς δυστυχίας προέρχεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καχεξίαν. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω, οὐχὶ χαριζόμενος εἰς ὑμᾶς ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τῆς πολιτείας, καὶ σᾶς ἀπηύθυνα ὅσας συμβουλὰς ἐνόμιζα ὅτι συμφέρουσιν εἰς τὴν πατρίδα, ὅτε ὅλοι ἐπλανῶντο· καὶ σήμερον πολὺ περισσότερον θέλω ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὐτό. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ γλῶσσα τῶν πραγμάτων, ὁ ἀκαταμάχητος αὐτὸς χείμαῤῥος ὁ ὁποῖος δὲν καλύπτεται οὔτε μὲ χαρτιὰ οὔτε μὲ λόγια, θὰ σᾶς ἀποδείξῃ ποία εἶναι ἡ διοίκησις τοῦ τόπου. Εἶπον πολλὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως συνεζήτησα, ἐστάθμισα, καὶ τώρα πάλιν σᾶς λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως ἦτο λίαν παράτολμος· προσβάλλει τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, προσβάλλει τὴν ἰδίαν σας ὕπαρξιν καὶ ἀναλογισθῆτε καλῶς· μὴ λαμβάνετε τὴν παροῦσαν στιγμὴν καὶ τὰς παρούσας περιστάσεις ὡς ἐπίμετρον τῶν συνεπειῶν· ἐὰν καθιερώσητε τοιαύτας ἀρχὰς, αἱ ἐπαρχίαι ἐντὸς ὀλίγου θὰ γίνουν δοῦλαι. Ὁ ἔπαρχος, κύριοι, τὸ ἐπαρχίδιον τὸ ὁποῖον θὰ σταλῇ ἐκεῖ, ὁ ὑπομοίραρχος, ὁ ἐνωμοτάρχης θέλουν κτυπᾷ τὸν πόδα καὶ σεῖς θέλετε τρέμει· ἂν προβαίνωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κτυπῶντες τὴν βάσιν εἰς τὴν ὁποίαν στηριζόμεθα, ἡ ὕπαρξίς σας, ἡ ὑπόληψίς σας, τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου θὰ φθάσουν εἰς βαθμὸν πολὺ χειρότερον ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον εἴμεθα πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, καὶ τότε ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔρχεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ὑποστηρίζει αὐθαιρέτους πράξεις, καὶ τότε εὑρίσκομεν πλειονοψηφίαν παντοῦ καὶ θὰ ἀκούωμεν φωνάς· «ὁ ὑπουργὸς παρανομεῖ, δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ ἐκλεχθῶμεν». Τὰ ἐλησμονήσατε πάντα ταῦτα; Θέλετε νὰ φθάσητε πολὺ ταχέως εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην; θέλετε νὰ τιμωρῆτε τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, νὰ τὰς καταστήσητε ἕρμαιον τῶν θελήσεων τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου; πράξετέ το· ἡ εὐθύνη δὲν θέλει μᾶς ἐπιβαρύνει, διότι εἶμαι ἐναντίος τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μας. Ὁ Μέγας Ναπολέων ἔτρεμεν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ παύσῃ δήμαρχον, καὶ ἡμεῖς τοὺς κόπτομεν τὰς κεφαλὰς, μὴ ἀναλογιζόμενοι ὅτι μία ἐκλογὴ φέρει ἀπείρους ζημίας, ἐξάπτει τὰ πάθη· καὶ παρατηρήσατε ὅτι δὲν δύνανται νὰ παύσουν εἰσέτι εἰς αὐτὴν τὴν πατρίδα τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως· ὑμεῖς, κύριοι, γνωρίζετε πόσα ἡμερομίσθια χάνονται εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅταν ὅλος ὁ λαὸς ἀσχολῆται εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἔπειτα, κύριοι, αἱ διατάξεις αἱ ἀπόλυτοι φέρουν μεγάλην εὐθύνην· πολλὰ δικαιώματα ἀνέγραψε τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὰ ἀνέγραψε μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἦναι ὠφέλιμα εἰς τὴν πολιτείαν καὶ ἐκανόνισε τὴν χρῆσιν· ἀλλ’ ὅλα δύναταί τις νὰ τὰ καταχρασθῇ, δύναται νὰ παύσῃ 25 δικαστὰς καὶ νὰ διορίσῃ ἄλλους 25 ἵνα μὴ ἐξέλθῃ ποτὲ ἀπόφασις; Βλέπετε ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ ἀπόλυτα δὲν εἶναι καθόλου ἀπόλυτα· ἐδόθησαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς νὰ ἐξασκῶνται, διότι πᾶσα χρῆσις ὑπὲρ τὸν μέτρον ὀνομάζεται κατάχρησις. Δὲν δύνασθε νὰ βασισθῆτε εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παύωμεν τὰ συμβούλια καὶ δι’ ὅσα ἀκόμη δὲν εἶπον· τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ἡ ἐξήγησις αὕτη εἶναι διὰ τὴν πολιτείαν φρικώδης. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν δημοτικοῦ συμβουλίου· ἀλλὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, διότι τὸ κακὸν εἶχε φθάσει ἕως εἰς τὸ μυαλὸν τῶν κοκκάλων, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πρὸ ἑνὸς ἔτους πάσχουν, διότι λῃσταὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν προσερχόμενοι διαδραματίζουν τὰς πλέον ἀποτροπαίους σκηνάς. Καὶ μᾶς εἶπον τινὲς, ὅτι τὸ κακὸν ἤρχισεν ἀπὸ τὸν Αὔγουστον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ἔκτακτον, ἑπομένως ἔχει καὶ ἐκτάκτους τὰς ἀφορμὰς, καὶ ὅτι ἐγεννήθη λῃστεία φοβερὰ, ἡ ὁποία ἔλαβε τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ ἀνέφερον τὸ 55, 56, καὶ 57· τῷ ὄντι φοβερὰ ἦτον εἰς τὰ 57 ἡ λῃστεία· τὴν ἐνθυμοῦμαι, διότι εἰργαζόμην εἰς τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι καὶ τότε ἔπεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν; Εἶχε μεγάλας αἰτίας, αἱ ὁποῖαι τὴν ἐγέννησαν· τότε εἶχε γίνει τὸ ἀτυχὲς κίνημα, ἡ μεγάλη ἰδέα δηλαδή· ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ κατοχὴ εἶχεν ἔλθει εἰς τὸν τόπον καὶ ὅτι τότε ὁ Μαυροκορδάτος ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον καὶ ὁ στρατηγὸς Καλλέργης ἤθελε νὰ διαλύσῃ ὁλόκληρον ἕνα στρατὸν ἀπὸ δέκα τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς· δέκα τάγματα στρατιωτικὰ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐῤῥίφθησαν εἰς τοὺς δρόμους καὶ οἱ στρατιῶται, βοηθούμενοι ἀπὸ τὰς τότε περιστάσεις, ἔδραξαν τὰ ὅπλα κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ ἐσχηματίσθη ἡ φοβερὰ λῃστεία.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε πόσοι στρατιῶται ἔλαβον μέρος εἰς τὴν λῃστείαν; ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἦτο κανείς.
§115ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε λάθος. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἔκτακτον περιστατικὸν ἐγέννησε φοβερὰν λῃστείαν, καὶ μολαταῦτα, κύριοι, τότε 800 στρατιῶται ἤρκεσαν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Τζιριμώκου, νὰ ἐξαλείψουν τὴν λῃστείαν ἐκείνην. Καὶ τὸ σφάλμα εἶναι εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν; ἀπατᾶσθε πολύ. Πότε κύριοι, τὸ κακὸν ἐκτυπήθη κατὰ κεφαλῆς καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ἀποτέλεσμα ἦλθεν; Ἡ λῃστεία εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ ἔχει αἰτίαν· πρέπει τὴν αἰτίαν νὰ ἐκκόψητε, καὶ τότε τὸ κακὸν παύει· ἐν ὅσῳ ἡ αἰτία ὑφίσταται, τὸ κακὸν δὲν ἐξαλείφεται. Καὶ τί θέλετε νὰ κάμῃ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ὅταν ὁλόκληρος ἡ πολιτικὴ δύναμις τῆς κυβερνήσεως δὲν τὴν συντρέχῃ; Καὶ ἐνταῦθα ἐννοῶ τὸν στρατὸν ὡς ἐνεργὸν ἄτομον. Καὶ πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ κτυπηθῇ τὸ κακὸν τοῦτο ἐνωρὶς καὶ προόῤῥιζα, ἐν ᾧ εἶχεν αἴτια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε καὶ οὐ μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ περισσότεροι φίλοι τῆς κυβερνήσεως; Λοιπὸν βλέπετε ὅτι τὸ κακὸν εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον ὑπερεπλεόνασε· δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διηγοῦνται τινὲς, ὅτι ἡ λῃστεία ἀπὸ τὰ 33 μαστίζει τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, εἶναι βαθμὸς διάφορος. Ἐγὼ ἐχρημάτισα εἰς τὴν Λαμίαν ὅτε ὑπῆρχε λῃστεία, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶχεν ἐξαλειφθῆ καὶ περιηρχόμην ἔφιππος εἰς ὅλην τὴν φθιώτιδα, δὲν ἤκουσα ὅμως λῃστὰς μὲ τύμπανα καὶ μὲ χορούς. Ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἦτο νόμιμος καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ· καὶ ποῖος νόμος ἐνεργεῖται εἰς τὴν φθιώτιδα ἐκτὸς τῶν φορολογικῶν νόμων; Αἱ ὑποχρεώσεις δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐκεῖ μὲ τοιαύτην ἀσφάλειαν, ὥστε οἱ λαοὶ νὰ εἴπουν, ἰδοὺ ἐξετελέσθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μᾶς φορολογεῖ, καὶ ἑπομένως οἱ νόμοι ἔχουν πλήρη ἐντέλειαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· ἐκεῖ μόνον οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἐξασκοῦν ὅλην των τὴν ἐπιῤῥοὴν, εἰς τοιαύτην περίστασιν εὑρίσκεται δὲ τὸ συμβούλιον τοῦτο, διότι ἐντὸς τῶν νόμων καὶ ἐντὸς τῶν καθηκόντων του ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τιμωρηθῇ τόσον παρατόλμως καὶ νὰ καρατομηθῇ! Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὔτε ὑπὸ τὴν πολιτικὴν, οὔτε ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ· εἶναι παράνομος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους λέγω ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας, ἐνεργῆσαν ἐντὸς τῶν συμφερόντων καὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, ἐπαύθη ἀδίκως καὶ παρανόμως.
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Περίεργος λέγω κᾀγὼ εἶναι ἡ σημερινὴ συζήτησις· περίεργος ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου διεξάγεται· περίεργα δὲ τὰ παράπονα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τάχα σιωπᾷ, ἐνῷ κατηγορεῖται ὅτι κακῶς ἔπραξε νὰ διαλύσῃ τὸ συμβούλιον Λαμίας. Πλὴν εἰς τί ν’ ἀπαντήσωμεν; Ἠκούσαμεν πολλὰ λόγια εὔγλωττα· ἠκούσαμεν πολλὰς τετορνευμένας φράσεις, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, δὲν ἠκούσαμεν πράγματα. Καὶ ἠκούσαμεν αὐτοὺς τοὺς ἐκτεταμένους εὐγλώττους λόγους, αὐτὰς τὰς πολυπληθεῖς τετορνευμένας φράσεις εἰς στιγμὴν, εἰς ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν εἰς κάτι τι πραγματικώτερον ν’ ἀσχοληθῶμεν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀποπερατώσωμεν τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα καὶ τὸ περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, τὸ ὁποῖον ἡ νῆσος ἐκείνη περιμένει ἀνυπομόνως. Συζητεῖτε σήμερον ἀπὸ τὸ πρωῒ (καὶ ἤδη εἶναι ἑσπέρα) διὰ τί; διότι δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ ἓν δημοτικὸν συμβούλιον, διότι ὁ νόμος, λέγετε, δὲν τῆς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι νόμος τοιοῦτος, ὡς ἰσχυρίζεσθε, δὲν ὑπάρχει. Πιστεύω ὅμως ὅτι οὐ μόνον ὁ κύριος Γόντικας, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ μετ’ αὐτοῦ θέλουσι συμφωνήσει μὲ ἡμᾶς, ὅταν δείξωμεν αὐτοῖς τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 59 τοῦ περὶ δήμων νόμου λέγει (καὶ ἂς τὸ ἀκούσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι δὲν τὸ γνωρίζουν) «ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.» Τίποτε ἄλλο δὲν προσθέτει, τίποτε ἄλλο δὲν λέγει. Τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπόλυτον. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν, κύριοι, τοῦ διαλύειν ἓν δημοτικὸν συμβούλιον εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως· δύναται νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὅταν καὶ ὅπως θέλει. Μένει εἰς ὑμᾶς νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν ἡ χρῆσις ἔγινε καλῶς· δὲν δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε ὅτι παρανόμως ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρέπει νὰ χάσωμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, ὅπως τάχα πεισθῇ ἡ πλειονότης, ὅτι παρανόμως ἐπράξαμεν διαλύοντες τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος φωνάζετε διατί διελύσαμεν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας, μᾶς ἐπεκρίνατε ἀφ’ ἑτέρου, διατί δὲν διελύσαμεν ἐκεῖνο τῆς Κερκύρας· ἴσως ἔκαμε καμμίαν ἔκφρασιν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κερκύρας; Σεῖς οἱ ἴδιοι εἴπετε, σεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογεῖτε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κερκύρας ἦτο παράνομον, διότι ἐπέκρινε τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς οἱ ἴδιοι κηρύσσετε ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κερκύρας ἐπεμβῆκεν εἰς πράξεις, εἰς ἃς δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ ἐπεμβῇ, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ τὸ διαλύσωμεν. Ποῦ εἶναι τώρα, ὡς ἔλεγέ τις τῶν ἐντίμων κυρίων προαγορευσάντων, ποῦ εἶναι τὰ δύω σταθμά; εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς ὑμᾶς; Ἂν ἔκαμε κακὰ ἡ Κυβέρνησις μὴ διαλύσασα τὸ συμβούλιον Κερκύρας, ἔκαμε καλὰ διαλύσασα τὸ τῆς Λαμίας· ἂν ἔκαμε καλὰ καὶ δὲν διέλυσε τὸ συμβούλιον Κερκύρας, καὶ ἔκαμε κακὰ καὶ διέλυσε τῆς Λαμίας, ἐπαινέσατέ μας τοὐλάχιστον διὰ τὸ πρῶτον. Ἀλλὰ κατακρίνετε καὶ διὰ τὰ δύω. Διατί ὅμως ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους συλλογιζομένους, διατί, ἐνῷ δὲν διέλυσε τὸ συμβούλιον τῆς Κερκύρας, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τοιοῦτον βῆμα, διέλυσε τὸ συμβούλιον Λαμίας; Ὄχι· διότι εἰς ἐκεῖνο εὕρηκεν, ὡς εἶπαν, ἐπιδερμίδας καὶ κόκκαλα. Ἂν ὁ Ναπολέων Αʹ, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. Πετιμεζᾶς, ἔτρεμε διὰ νὰ παύσῃ ἕνα δήμαρχον, μία πραγματικῶς συνταγματικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία αἰσθάνεται ὅτι ἔχει τὴν δύναμίν της ἐντὸς τοῦ ἔθνους, δὲν τρέμει ποτὲ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων της, καὶ ὄχι ἐπιδερμίδας, ὄχι κόκκαλα, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀπαντήσωμεν ἐνώπιόν μας κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας, δὲν θὰ μᾶς σταματήσῃ. Δὲν διελύσαμεν τὸ συμβούλιον Κερκύρας, καθότι πρῶτον δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μας ἡ πρᾶξίς του· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἐπισήμως τῆς πράξεως ἐκείνης· καὶ ἂν ἀκόμη γνῶσιν ἤθελε λάβει ἡ Κυβέρνησις, στοχάζομαι ὅτι δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου! Ἐκεῖ ἴσως ἠμποροῦσε νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν ἐπίπληξιν, καθότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Κερκύρας περιωρίζετο εἰς ζήτημα ὅλως διόλου ἐσωτερικὸν καὶ δὴ ἀτομικόν· περιωρίζετο εἰς ζήτημα μὴ θίγον, ὡς τὸ τοῦ συμβουλίου Λαμίας, μεγάλα, κύριοι, συμφέροντα, καὶ τὴν πρᾶξιν ἠμποροῦσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν παραβλέψῃ, ἠμποροῦσε νὰ τὴν συγχωρήσῃ, νὰ τὴν ἀφήσῃ κατὰ μέρος. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ὅμως τῆς Λαμίας διὰ τῆς πράξεώς του πηγαίνει (καὶ ἴσως δὲν ἦτον ἐν γνώσει) πηγαίνει νὰ προσβάλῃ ἄλλα μεγαλείτερα ζητήματα. Ἐὰν δὲ πρὶν γίνουν αἱ ἐπερωτήσεις αὗται, ἐὰν πρὶν ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ ἐκτεταμένη συζήτησις, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσκόπευον νὰ φέρουν τὴν ἐπερώτησιν ἤθελον εὐαρεστηθῆ ν’ ἀκολουθήσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ἄλλα πραγματικῶς, ὡς εἰς ἡμᾶς, συνταγματικὰ κράτη, τοὐτέστι νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τῇ εἴπωσιν ὅτι σκοπεύουσι νὰ φέρωσιν ἐπερώτησιν, διατὶ, ἐνῷ δὲν διελύθη τὸ συμβούλιον Κερκύρας, διαλύετε τὸ τῆς Λαμίας; ἡ Κυβέρνησις ἤθελε τοῖς ἐξηγήσει τὸ διατί, καὶ ἀγαπῶ νὰ πιστεύσω ὅτι, ἀφοῦ ἤκουαν τὸ διατί, δὲν θὰ ἐπροχωροῦσαν εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπερώτησιν. Ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἐπροχωρήσαμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ ἐγὼ βιάζομαι νὰ εἴπω ἐδῶθεν, ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας, ἡ ὁποία ἤθελε καὶ θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς λῃστείας ἐν Φθιώτιδι ὡς προερχομένην ἀπὸ ἀφροντισίαν, ἀπὸ ἀνικανότητα, καθὼς εἶπόν τινες τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρᾶξις αὕτη ἤρχετο εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε καὶ ἀπευθύνει διακοινώσεις, ἀπαιτοῦσα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συμβάσεων, τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Ἀλβανῶν ἀπὸ τὰ μεθόρια, κηρύττουσα ὅτι ἡ λῃστεία διατηρεῖται ἀπὸ αὐτοὺς, καὶ ὅτι ἕως οὗ ἡ γείτων ἐπικράτεια δὲν θελήσῃ νὰ συμπράξῃ εἰλικρινῶς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπαρχία ἐκείνη θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἀθλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν τὴν ἀρνούμεθα ἡμεῖς, τὴν ὁμολογοῦμεν. Ἐὰν οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ἤθελον γνωρίζει ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, δὲν ἤθελον ἔλθει, τὸ πιστεύω μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ προσπαθήσουν διὰ παντὸς μέσου νὰ δώσουν ἐνίσχυσιν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος λέγουσιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης δὲν εἶναι συνέπεια ἀμεριμνησίας, (ἵνα μὴ ἄλλο εἴπω) τῶν ὑπαλλήλων τῆς γείτονος ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀνικανότητος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας, καὶ ἂν τυχὸν θελήσητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀναιρέσητε τὸ καύχημα, ὅτι κατέστρεψε τὴν ληστείαν πανταχοῦ τοῦ κράτους. Ἐὰν ληστεία ὑπάρχῃ ἀκόμη εἰς τὰ σύνορα, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ καλύψῃ τὴν ἀλήθειαν; ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς ὅλην τὴν ἄλλην ἐπικράτειαν κατέστρεψε τὴν ληστείαν, αὐτὴ εἶναι ἀνίκανος νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν εἰς τὴν φθιώτιδα, ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὰ πράγματα ὁμολογοῦσιν ὅτι, ἐὰν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστείλωμεν ὁλοτελῶς τὴν ληστείαν εἰς τὰ σύνορα, αἰτία εἶναι αὐτὰ τὰ σύνορα, αὐτὴ ἡ μὴ εἰλικρινὴς ἐνέργεια τῶν τοπικῶν ἀρχῶν τῆς γείτονος ἐπικρατείας; Καὶ ἐνῷ τὸ ζήτημα τοῦτο συζητεῖται παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ἔρχεται τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Λαμίας νὰ μᾶς λέγῃ· δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ληστεία ὑποστηρίζεται ἀπ’ ἐκεῖ. Σεῖς πταίετε, σὺ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Καὶ ἔρχονται οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοοῦντες βεβαίως τὰ πράγματα, νὰ ὑποστηρίζωσιν αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§117ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε αὐτό;
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐξάγω ἐκ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἔχω ὅτι, ἐὰν ἐγνωρίζετε ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὅλα αὐτὰ ἐνεργοῦνται ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἠθέλατε φέρει ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, δὲν ἠθέλατε εἰπῆ ὅ,τι καὶ ὅσα εἴπατε.
§119ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε ὅμως νὰ σᾶς εἴπω· ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὴν πηγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύεσθε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐναντίον τοῦ συμβουλίου. Ἡ πεποίθησίς σας εἶναι πεποίθησις ἀτομική;
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κυβερνῶντες, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταὶ, τὸ κράτος, ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅτι γνωρίζομεν τί συμβαίνει εἰς τὸ κράτος, καὶ γνωρίζομεν ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας (ἐπαναλαμβάνω, ὄχι ὅτι τὸ ἔκαμεν ἐν γνώσει διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων ἀρχῶν τῆς γείτονος ἐπικρατείας) ἀλλὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμίας ὁρμώμενον ἀπὸ μίαν ἀρχὴν ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἠμπορέσουν νὰ εἴπουν, ὅτι τὴν ληστείαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστείλωμεν (ἐνῷ πανταχοῦ τοῦ κράτους εἶναι κατεστραμμένη) προέβη εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἕνεκα τῆς στιγμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔρχεται, ἐπέρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀξιώσεις ἐκείνας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος.
§121ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, καταδικάζετε τὸ συμβούλιον (θόρυβος).
§122ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κ. ὑπουργὲ, ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἐρωτήσω;.... (θόρυβος).
§123ΤΙΝΕΣ. Προχωρήσατε, κ. ὑπουργέ!
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν μὲ πειράζει ὅσας διακοπὰς μοῦ κάμνουν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε!
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ διαλύσῃ ἓν δημοτικὸν συμβούλιον ἠμπορεῖτε νὰ ἀμφισβητήσητε, οὔτε, νομίζω, ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, θὰ εὑρεθῶσι πλέον ἔντιμοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσουν νὰ ἐπικρίνωσι τὴν κατὰ τὴν περίπτωσιν, ταύτην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν λοιπὸν τῆς παρανομίας, αὕτη ἐξαλείφεται διὰ τῶν ὀλίγων αὐτῶν λέξεων. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατσίσκου, τοῦ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, συμφωνῶ πληρέστατα.
§127ΡΩΜΑΙΟΣ. Τὴν ἐκφράζουν καὶ οἱ ὑπουργοί.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, σᾶς ἐπαναλαμβάνει ἡ κυβέρνησις, δὲν εἶναι καλή· σᾶς προσθέτω ὅμως, ὅτι εἶναι καλλιτέρα ἀφ’ ὅ,τι ἦτον ἀπὸ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὴν κυβέρνησιν παρελάβομεν, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔντιμοί τινες προαγορεύσαντες ἀνέγνωσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συνέβαινον, ἀλλὰ δὲν συμβαίνουσι σήμερον, καὶ, καθὼς πολλὰ καλῶς ὁ κ. Τσιριμῶκος εἶπεν, ἡ κατάστασις αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον. Τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν ηὕραμεν· τοὺς ληστὰς μὲ τὰς σημαίας καὶ τὰς τυμπανοκρουσίας των καὶ τὰ ψητὰ καὶ τὰ βραστὰ εἰς τὰ διάφορα χωρία τῆς Φθιώτιδος τοὺς ηὕραμεν. Σήμερον ταῦτα δὲν ὑπάρχουν, καὶ ἂν ληστεία ὑπάρχῃ, ὑπάρχει, διότι οἱ λησταὶ εἰσέρχονται μονονυκτὶ ἐκ τοῦ τουρκικοῦ καὶ μονονυκτὶ ἀποσύρονται ἐκτὸς τῶν συνόρων. Ἡ κατάστασις ὅμως τῶν συνόρων ἦτον ἡ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ 1833, εἶπον τινὲς τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων. Διατί οἱ λησταὶ δὲν ἐλῄστευσαν ποτὲ τόσον ὅσον σήμερον; τί νέον γεγονὸς ἐπῆλθε; τί ἔκτακτον συμβαίνει, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὴν ληστείαν νὰ ὑπερπλεονάσῃ τόσον εἰς τὴν Φθιώτιδα; Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν δεικνύομεν πολιτικὴν περίνοιαν ὑποκρινόμενοι ὅτι δὲν βλέπομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος βλέπει· δὲν δεικνύομεν διπλωματικὴν ἱκανότητα ὑποκρινόμενοι ὅτι δὲν αἰσθανόμεθα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος αἰσθάνεται. Δὲν συμβαίνει τι ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν ἐπαρχιῶν; Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ προχωρήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ προβῶ εἰς ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀπρόκλητος τοὐλάχιστον. Ἐὰν καὶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν νομίζουν οἱ κύριοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως συμφέρουσαν, ἂς τὴν προκαλέσωσιν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν δεικνύει μεγάλην κοινοβουλευτικὴν ἱκανότητα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποκρίνεται, ὅτι δὲν βλέπει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος βλέπει.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅμως τὴν προκαλεῖτε· μὲ συγχωρεῖτε.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε σκοπὸν εἴχομεν, οὔτε σκοπὸν ἔχομεν νὰ τὴν προκαλέσωμεν. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς ἤλθαμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Κερκύρας· ἡμεῖς ἤλθομεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἴπομεν, τοὐλάχιστον ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον ὅπως σήμερον ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, ἀλλὰ ἐπέμενον μερικοὶ τῶν κυρίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις ἀμέσως σήμερον.
§131Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν προκαλεῖτε.
§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν εἶπόν τι τὸ ὁποῖον τὴν προκαλεῖ, τὸ ἀποσύρω· δὲν τὸ βλέπω ὅμως· τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἐνόησα.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ διασαφήσω; Εἴπατε ὅτι ἀπὸ τὸν Αὔγουστον ἡ ληστεία ἔλαβε διαστάσεις μεγαλειτέρας.
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤρχισεν εἶπον.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤρχισεν! ἐὰν ἠθέλατε ἦσθαι δίκαιος καὶ φιλαλήθης, ἔπρεπε νὰ εἴπητε τὴν αἰτίαν· θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καθαρώτερον;
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός). Ἐγὼ προσθέτω· τίποτε δὲν ἐνηργήθη ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τότε κυβερνήσεως.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤμεθα εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἶσθε ἐκτός.
§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐζητήσατε τὴν συνδρομήν μας καὶ τὴν ἐδόσαμεν.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς;
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέλη τῆς κυβερνήσεως· ἐὰν δὲν ἦσθε ὑμεῖς, ἦσαν ἄλλοι.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ ἔκφρασις δὲν ἤθελε φέρει, δὲν λέγω ἐρεθισμόν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς μία πρόκλησις, ἀφοῦ ἐπὶ ἓξ ὥρας ἀδιακόπως ἀκούομεν τόσα καὶ ἐτηρήσαμεν τοιαύτην σιωπὴν, ὥστε καὶ κατὰ τῆς σιωπῆς μας ταύτης παρατηρήσεις ἀπηυθύνατε. Ἀλλὰ ἡ διάλυσις αὕτη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας εἶναι, εἶπαν, κάτι τι τρομακτικὸν, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρει εἰς τὸ παρελθὸν, εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ, κύριοι, ἐντὸς ὀλίγου νὰ τρέμητε, κάτι τι τὸ ὁποῖον δεικνύει τρομοκρατίαν! Λέγω, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφρασθῶ καὶ ἐγὼ ἐλευθέρως, καθὼς ἐξεφράσθητε προηγουμένως, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσητε ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πειράξω κανένα· λέγω, ἐνόσῳ προΐστανται τῶν δημοσίων ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἐκφύγουν τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών των, ἐνόσῳ προΐστανται τῶν δημοσίων ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποκρούουν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ δὲν λέγουν ὅτι μετ’ αὐτῆς δὲν θέλουν, δὲν ἠμποροῦν νὰ συνεργασθῶσιν· ἐνόσῳ προΐστανται τῶν δημοσίων ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν ἀναβάλλουσι τὴν συγκάλεσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ τὴν προκαλοῦσι μίαν ὥραν προτήτερα, τρομοκρατία, μὴ φοβηθῆτε, ὅτι θὰ συστηθῇ· κίνδυνον αἱ συνταγματικαὶ, ἢ αἱ δημοτικαί μας ἐλευθερίαι, μὴ φοβηθῆτε, ὅτι ποτὲ θὰ διατρέξουν. Κίνδυνον διατρέχουν αἱ συνταγματικαὶ καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἀφήσει ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ τὸ παράδειγμα, συνεδριαζούσης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ ἐξέρχωνται τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἐκφράζουν γνώμας καὶ ῥήτρας καὶ ἀποφάσεις περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας. Ἡ πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Λαμίας προσέβαλε τὰ δικαιώματα κυρίως τῆς ἀντιπροσωπείας· ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία παρίσταται ἐδῶ, καὶ αὐτὴ μόνη δικαιοῦται καὶ εἶναι ἑτοίμη νὰ ἐξελέγξῃ καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἑτοίμη νὰ τὸν δώσῃ. Αἴ! φόβον μὴν ἔχετε περὶ τῶν συνταγματικῶν μας ἐλευθεριῶν, ἑωσοῦ τοιοῦτον κανόνα, τοιοῦτον ὁδηγὸν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ μὴ φοβηθῆτε ποτὲ, ὅτι ἀπὸ τὴν διάλυσιν τοῦ συμβουλίου τῆς Λαμίας θὰ ἐπέλθῃ ὅλος ἐκεῖνος ὁ ἀναβρασμὸς καὶ ἡ σύγκρουσις ἡ ἐκλογικὴ, τὴν ὁποίαν εἷς προαγορεύσας ἐπενόησε, καὶ ὅτι τὸ ἔθνος θὰ εὑρεθῇ διὰ τοῦτο ἄνω κάτω. Τοῦτο θὰ προκύψῃ, ὅταν ἐπιμένωμεν ζητοῦντες διαλύσεις βουλῶν, καὶ προκαλοῦμεν βουλευτικὰς ἐκλογὰς (εὖγε! δεξιόθεν). Τότε μάλιστα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν διάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Λαμίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ τοιοῦτος κίνδυνος. Λυποῦμαι ὅτι ὡμίλησα περισσότερον παρ’ ὅσον εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω. Εἰς τὰς ἀορίστους κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἴμεθα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρει νὰ κυβερνήσῃ, δὲν ἠξεύρει νὰ ὁδηγήσῃ τὸν τόπον, ὁποία ἔκαμε τόσα καὶ τόσα, περιμένομεν ὡρισμένα ἀντικείμενα καὶ ὡρισμένα γεγονότα διὰ ν’ ἀπαντήσωμεν, καθὼς ἀπαντῶμεν εἰς τὸ ὡρισμένον σήμερον γεγονὸς τῆς διαλύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Λαμίας. Εἰς τὰς γενικὰς καὶ ἀορίστους ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν, δύναμαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀντιτάξω γενικὰς ἀπαντήσεις, τὰς ἑπομένας. Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πανηγυρικῶς διπλασιασμὸν, καθὼς λέγετε, φόρων· Κυβέρνησις ἡ ὁποία τοὺς διπλασίους τούτους φόρους τοὺς εἰσέπραξεν ὅλους ἐλευθέρως ἀπὸ τοὺς πολίτας, πληρωθέντας καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐπαρχίαν τῆς Φθιώτιδος, καθὼς τὸ ὡμολόγησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· Κυβέρνησις δυναμένη νὰ δείξῃ ἐν πάσῃ περιπτώσει δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν, διὰ τῆς ποινικῆς στατιστικῆς, ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπήρειάν της, ὑπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν κυβέρνησίν της τὰ ἐγκλήματα εἰς ὅλον τὸ κράτος ἠλαττώθησαν σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ, ἡ κυβέρνησις αὕτη δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονότητος καὶ ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑποδεικνυομένης πρὸς αὐτὴν ὑποστηρίξεως. — Περιμένομεν, ἐπαναλέγω, εἰς τὰς ἀορίστους κατηγορίας νὰ φέρωσιν ὡρισμένα γεγονότα, καὶ ἔπειτα πάλιν ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ἀντικρούσωμεν.
§142ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§143ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι· νὰ τελειώσωμεν.
§144ΑΧΟΛΟΣ. Εἶναι 20 νὰ ὁμιλήσουν· 3 ἡμέρας θέλομεν.
§145ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν θέλουν νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος ὡμίλησεν ὡς Κάλχας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ μαγικῆς δυνάμεως ἐξῆξε γεγονότα ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε πρόεδρε, ν’ ἀντικρούσω διὰ πραγμάτων τὴν μαγικὴν αὐτὴν δύναμιν.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν ἕνεκα τῆς ἑορτῆς. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 παρὰ 25 λεπτὰ Μ. Μ.