1867.10.23
1,347 rows · 11,073 words · 146 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1867.
(Δευτέρα.)
(Ὥρα 12.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν τελετὴν τὸ προεδρεῖον παρουσιάσθη εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Ἀντιβασιλέα καὶ προσεφώνησε τὴν ἀκόλουθον προσφώνησιν.
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ.
Τοῦ Προέδρ. τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Α. Υ. τὸν Ἀντιβασιλέα. Ὑψηλότατε. «Ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς τὸ Προεδρεῖον αὐτῆς ἀναπέμπει τὰς εὐχαριστίας του εἰς τὸν Ὕψιστον διὰ τὸ αἴσιον γεγονὸς τῶν γάμων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου μετὰ τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας. Εὔχεται δὲ εἰς τὸ σεπτὸν αὐτῶν ζεῦγος μακροβιότητα, εὐτεκνίαν, εὐημερίαν καὶ πᾶν ἀγαθὸν, καὶ πέποιθεν, ὅτι οἱ γάμοι οὗτοι θὰ συντελέσωσι πρὸς δόξαν τοῦ θρόνου καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εὐχῶν τοῦ ἔθνους.» Ἡ δὲ Α. Υ. ὁ Ἀντιβασιλεὺς ἀπήντησε τάδε. «Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὸ Σῶμα αὐτῆς τὰς ἐγκαρδίους εὐχαριστήσεις μου καὶ τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι οἱ γάμοι τοῦ Βασιλέως θὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας τοῦ ἔθνους.» Ἐμβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Προχθὲς ὁ κ. Δεληγιώργης, προκειμένου λόγου περὶ προαφαιρέσεως τῶν φόρων, ἐκ τῆς ποσότητος εἰς ἣν μετατρέπονται οἱ κανόνες ὅταν πληρώνωνται εἰς καρποὺς, ἤγειραν μίαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 66. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, μοὶ φαίνεται, τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἐξεφράσθη, καταγινόμενος εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς ἀγγελίας περὶ τῶν γάμων τῶν Α. Α. Μ. Μ. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἅπαξ ἡ ἔννοια αὐτοῦ ἵνα μὴ ἐγερθῶσι δικαστικαὶ διαφωνίαι. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ὁ κ. Δελιγεώργης ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας ἐπὶ τῆς ἐννοίας ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία δήλωσις, διότι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἣν ἔδιδεν εἰς τὸ ἄρθρον ἦτο μία προφανεστάτη ἀδικία. Πρόκειται περὶ κεφαλαίων, καὶ δὲν πρέπει οὕτω νὰ παραγκωνισθῶσι τὰ δίκαια τῶν ἐμφυτευτῶν καὶ τῶν ἐδαφονόμων. Πολὺ λοιπὸν ὀρθῶς ὁ κ. Δεληγιώργης ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης. Ἐπρόκειτο δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ προστεθῇ εἰδικὴ φράσις, διερμηνεύουσα τὴν ἀξίαν τοῦ κεφαλαίου τοῦ κανόνος ἢ νὰ γείνῃ δήλωσις ὅτι, ὅταν ὁ κανὼν μετατρέπεται ἀπὸ καρποὺς εἰς χρήματα, γίνεται τοῦτο κατὰ τὰ ἔθιμα Κερκύρας, ὅπως δηλαδὴ γίνεται μέχρι σήμερον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διὰ τῶν ἰδιωτικῶν συμβολαίων, καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν προϊόντων, ὁπότε διπλασιάζονται καὶ τριπλασιάζονται τὰ ἀγροτικὰ κεφάλαια, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεχρεώθησαν οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὴν σύναψιν τῶν συμβολαίων. Προχθὲς δὲ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δήλωσιν ἀντὶ προσθήκης· φρονῶ δὲ ὅτι ἡ προσθήκη καταλλήλου φράσεως εἶναι μέσον ἀσφαλέστερον.
§5ΚΟΥΡΗΣ. Ἡμεῖς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ 69 ἄρθρου, ἡ δὲ τροπολογία τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Κωνσταντᾶς ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 66, ὥστε πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἄρθρον ἤδη παραδεδεγμένον, ὅπερ ἀπαγορεύει ὁ κανονισμὸς καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν, μὴ ἔχοντες ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν τινὰ ἀφορῶσαν τὸ ἄρθρον 66. Ἡ ἰδέα, ἥτις ἐξεφράσθη, ἀπέβλεπε τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ ἐπὶ ἑτέρου ἄρθρου· τότε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ εἰς καρποὺς ἐμφυτευτικοῦ κανόνος. Τί ζητεῖ σήμερον ὁ κύριος Κωσταντᾶς; νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα ἐφ’ ὧν ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Βουλὴ, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἶναι τὴν τροπολογίαν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἄρθρον πρόσθετον, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἐξεταζομένη εἶναι ἀπαράδεκτος. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν διηνεκεῖς ἐμφυτευτικοὶ κανόνες, τοὺς ὁποίους ὁ ἐμφυτευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ, ἐνῷ σήμερον κατὰ τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον ἐξαγοράζεται ὁ κανὼν ἅμα πληρωθῇ ἡ ἀξία αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἀπεφασίσαμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 66, ὅτι, ὅτε ὁ κανὼν συνίσταται εἰς καρποὺς, τότε γίνεται ἡ εἰς χρήματα μετατροπὴ τοῦ κανόνος κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν ἀποτελούντων τὸν κανόνα καρπῶν. Οὕτω λ. χ. ἐὰν πληρώσῃς δέκα ὀκάδας λάδι κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀγοραία τοῦ ἐλαιολάδου ἐν καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀξία, τούτου δὲ γενομένου ὁ εἰς χρήματα μετατραπεὶς κανὼν ἐξαγοράζεται πρὸς 6%, ὥστε ἐὰν αἱ δέκα ὀκάδες λάδι ἐν καιρῷ τῆς μετατροπῆς τοῦ κανόνος ἀξίζουν ἐν τῇ ἀγορᾷ δραχμὰς 24, ὀφείλεις πρὸς ἐξαγορὰν καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ βάρους τούτου νὰ πληρώσῃς ἓν ὁλικὸν κεφάλαιον συμποσούμενον εἰς δραχ. τετρακοσίας. Οὕτως ἀπεφάσισεν ἤδη ἡ Βουλὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον χάριν τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας φέρει ὁ κ. Κωσταντᾶς, διότι καὶ ἐγὼ δύναμαι τότε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, προτείνων νέας τροπολογίας ἐπὶ παραδεδεγμένων ἄρθρων.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Κουρῆν διὰ τὴν μεγάλην εὐλάβειαν ἣν δεικνύει πρὸς τὸν κανονισμὸν, ἣν συμμεριζόμενος λέγω, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ παραβιασθῇ ὁ κανονισμὸς καθόλου. Πλὴν δὲν πρόκειται σήμερον περὶ παραβιάσεως κανονισμοῦ, διότι ά) ὁ κύριος Δεληγεώργης, συζητουμένου τοῦ προσθέτου ἄρθρου μου μετὰ τὸ ἄρθρον 69, ἐπανέφερε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 66 ἄρθρου καὶ ἡ Βουλὴ, ἥτις εἶναι κυρία τοῦ κανονισμοῦ, ἐπέτρεψεν αὐτήν· βʹ) ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ προοδεύωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἄρθρων, ἀφίνοντες τὰ ἀμφιβόλου ἐννοίας, ἐφ’ ὧν θέλομεν ἐπιστρέψει μετὰ ὥριμον σκέψιν ὅπως δώσωμεν τὴν εὐκρινεστέραν ἔννοιαν, ὥστε εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ κανονισμοῦ. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας τῶν κανόνων σύστημα, ὅπερ φαντάζεται ὅτι ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ 66 ἄρθρου, ἀποκρούω τὰς ἰδέας τοῦ κ. Κουρῆ ὡς ἀντικειμένας εἰς ῥητὰς προηγουμένας δηλώσεις τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, κύριοι, δὲν προεκάλεσα τὴν τροπολογίαν ταύτην διὰ τῆς περὶ προαφαιρέσεως τῶν φόρων προτάσεώς μου, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ἐδήλωσε τὶ ἐννοεῖ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ῥητῶς εἰς τὴν ἔκθεσίν της τὶ ἐννοεῖ περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀξίας τῶν εἰς καρποὺς κανόνων. Μόνος ὁ κ. Δεληγιώργης, γενομένου λόγου περὶ φόρων, ἐξέφερε τὴν ἀμφιβολίαν πῶς εὑρίσκεται ἡ ἀξία τῶν κανόνων· εἶναι δηλαδὴ διὰ τῶν συμβολαίων συνωμολογημένος ὁ τρόπος; ἐκ τῶν ἐθίμων πηγάζει οὗτος; καὶ ἂν ὄχι, πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο; Τότε ἔλαβε χώραν συζήτησις διαλεκτικὴ μεταξὺ διαφόρων βουλευτῶν καὶ τὸ ζήτημα εἶχε σκοτισθῆ μᾶλλον ἀντὶ νὰ διασαφηνισθῇ· ἡ δὲ Βουλὴ ἐπὶ προτάσει, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος βουλευτοῦ, παρεδέχθη, ὅτι ἐννοεῖ νὰ γίνεται τοῦτο ὡς ἐγένετο μέχρι σήμερον, δηλαδὴ νὰ προσδιορίζηται ἡ ἀξία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν συμβολαίων καὶ τῶν δικαστικῶν ἐνοικιάσεων. Τώρα, κύριοι, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν Ἀστικὸν Κώδικα οἱ κανόνες ἐκτιμῶνται ὄχι κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τοῦ κεφαλαίου, καθ’ ἣν ἐσυστήθη ὁ κανών. Ἑπομένως ὁ πληρόνων μίαν ξέστην ἐλαίου ὀφείλει τὸ κεφάλαιον εἴκοσι ταλλήρων, λ. χ. ὁ πληρόνων ἓν μουτσούρι σίτου ὀφείλει τὸ κεφάλαιον δέκα πέντε ταλλήρων. Ὅταν ὅμως εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀξία θέλει προσδιορισθῇ διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν προϊόντων, θέλομεν τριπλασιάσει τὸ κεφάλαιον τὸ ἀρχικόν. Νομίζω δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι προφανεστάτη ἀδικία, ἥτις προσβάλλει τῷ ὄντι τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ὁ κύριος Κουρῆς νὰ ὑπερασπισθῶ αὐτὴν, διότι ὅταν προσβάλληται ἡ ἰδιοκτησία τῶν λεγομένων κτηματοδοτῶν, ἐγείρονται φωναὶ καταπληκτικαὶ ὑπὸ τοῦ κ. Κουρῆ, ἀλλ’ ὅταν προσβάλληται ἡ ἰδιοκτησία τῶν κτηματοληπτῶν δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ τούτου μὴ προσβληθῇ καμμία ἐξοχότης.
§7ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι ὀφείλετε κεφάλαιον εἴκοσι ταλλήρων πληρόνοντες μίαν ξίστην ἐλαίου· ὁ κανὼν οὗτος δὲν ἔχει αὐξομοιώσεις;
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα. Ὅταν πωλῶνται αἱ πρόσοδοι αὗται ἢ ἐξωδίκως ἢ δικαστικῶς, οἱ ἀγορασταὶ προσφέρουσι τιμὰς μείζονας ἢ ἐλάσσονας τοῦ κεφαλαίου λ. χ. εἴκοσι ταλλήρων ἀναλόγως τῆς φερεγγυότητος τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως. Ἑπομένως ἐὰν ἐννοῆτε τοῦτο τὸ δέχομαι, ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῆτε ὅτι βάσις εἶναι ἡ ἀγοραία ἀξία τοῦ εἴδους, τότε δὲν τὸ δέχομαι ὡς ἄδικον. Ὥστε, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔννοια αὕτη τοῦ κ. Κυπριάδου, ἣν ἡ Βουλὴ προηγουμένως συμφώνως μὲ τὴν ἐπιτροπὴν παρεδέχθη, τὸ ἄρθρον 66 ἔχει καλῶς.
§9ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἀξίαν τοῦ κεφαλαίου τοῦ κανόνος καὶ ὄχι τοῦ εἴδους.
§10ΚΟΥΡΗΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐμφυτευτικῶν κανόνων διηνεκῶν, εἰς καρποὺς συνισταμένων, δηλαδὴ κανόνων τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις ἡ ἀξία αὐτῶν. Ἐπροσδιορίζετο ἡ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος ἀξία, ὅτε ἐπρόκειτο μόνον περὶ προσωρινῶν ἐδαφονομῶν ἢ ἐμφυτεύσεων.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ τὰ δικαστήρια τί μᾶς λέγουν; Ἐὰν ἔχωμεν τὴν δικαστικὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα, πρὸς τί τὰ λόγια ταῦτα;
§12ΚΟΥΡΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶμαι πραγματογνώμων ὅπως πληροφορήσω ὑμᾶς τίνι τρόπῳ οἱ πραγματογνώμονες ἐκτελοῦν τὰ ἔργα των. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει συμφωνία, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη τις νὰ δίδῃ διηνεκῶς, λόγῳ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, δύω μέτρα λάδι, ἀφοῦ σήμερον ἐπιτρέπομεν τὴν ἐξαγορὰν πρὸς 6%, ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ λάβῃ ὁ δώσας τὸ κτῆμά του ἀντὶ δύω μέτρων ἐλαιολάδου, τὴν πραγματικὴν τοῦ ἐλαιολάδου τούτου ἀξίαν. Ἵνα αὕτη προσδιορισθῇ λαμβάνομεν ὡς βάσιν τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀξίαν τοῦ εἴδους κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πρὸς μετατροπὴν ἐκτιμήσεως. Ἂν τοῦτο δὲν εὐχαριστῇ τὸν κ. Κωνσταντᾶν, δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν ταύτην, λαμβάνοντες τὸν μέσον ὅρον ἐπὶ τῆς διατρεξάσης τιμῆς ἐντὸς τῆς τελευταίας πενταετίας ἢ δεκαετίας.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι, πραγματογνώμων, σᾶς λέγει ὁ κ. Κουρῆς, διὰ νὰ ἠξεύρω πῶς προσδιορίζεται ἡ ἀξία τῶν κανόνων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ἐμφυτευτὴν ἡμεῖς, παρὰ τὰ κεκανονισμένα, νὰ πληρώνῃ τὸ κεφάλαιον κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ εἴδους πρὸς 6%. Λοιπὸν σᾶς λέγει καθαρὰ ὁ κ. Κουρῆς, εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγει ὁ κ. Κωνσταντᾶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν ἕνα χαράτσι εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξαγορασθῇ (θόρυβος). Ἀλλὰ μάθετε ὅτι ὑπερδιπλασιάζεται τὸ κεφάλαιον διὰ τῆς ἀξίας τοῦ εἴδους καὶ ἑπομένως τὸ χαράτσι μας τοῦτο εἶναι δήμευσις. Ὁ κ. Κυπριάδης κατεννόησεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐλαίου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ κεφαλαίου· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν βουλευτῶν Κερκύρας, ἐὰν τὰ δικαστήρια δὲν ἐκκαθαρίζωσιν οὕτω τὰς ἐδαφονομὰς καὶ τοὺς κανόνας. Λοιπόν, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κύριος Κουρῆς, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἐκ τοῦ κανονισμοῦ ἀναφυέντος ζητήματος, φέρω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ὡς ἴδιον ἄρθρον 70. «Ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ κανόνος γίνεται κατὰ τὰ δικαστικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς τοπικοὺς νόμους Κερκύρας.» Ὁρίζω καθαρώτερον τὴν πρότασίν μου· «Ἡ ἐκτίμησις τοῦ κανόνος, ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ 66 ἄρθρου, γίνεται κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δικαστικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς ἐγχωρίους νόμους Κερκύρας.»
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 70. «Ἡ ἐκτίμησις τοῦ κανόνος ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ 66 ἄρθρου, γίνεται κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δικαστικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς ἐγχωρίους νόμους Κερκύρας.»
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔγεινε συζήτησις. Τὰ ἔθιμα δὲν τὰ ἠξεύρομεν (θόρυβος). Ὅταν ἐπιψηφίζωμεν νόμον, δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφίζωμεν ὅ,τι ὁ βουλευτὴς ἔχει κατὰ διάνοιαν, πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, νὰ μᾶς ἐκθέσωσι τὰ ἔθιμα τῆς Κερκύρας. Τί, θὰ παίζωμεν ἐδῶ; Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ μερὶς αὐτὴ τῆς συμπολιτεύσεως πρέπει νὰ δέχηται αὐτά.
§16ΚΟΥΡΗΣ. Τὸ ἀποσύρετε, κ. Κωνσταντᾶ;
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, ὄχι· ἂς δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἂς καταψηφισθῇ ἡ πρότασις ῥητῶς, ἀφ’ οὗ ἀπέκτησες τόσους συντρόφους.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 70......
§19ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι, ὅταν κατανοηθῇ ἀκριβῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, τὸ ἄρθρον 66, τότε δυνάμεθα μόνον νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἢ νὰ προκαλῇ τὴν προσθήκην, ἢ νὰ θεωρηθῇ ἀκριβέστερον ἄνευ τῆς προσθήκης, καὶ τοῦτο, διότι ἐγείρονται ἀμφιβολίαι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία δίδεται ὡς κανών, ἢ ἂν πρόκηται νὰ ἐκτιμηθῇ ὁ κανών. Τὸ ἄρθρον 66 τί λέγει; «Ἐὰν ὁ κανὼν συνίσταται εἰς καρποὺς ἢ εἰς χρήματα·» ἔχομεν λοιπὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος δὲν συνίσταται μόνον εἰς καρπούς.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄρθρον τὸ η, δὲν εἶναι σύνδεσμος.
§21ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. «Ἐὰν ὁ κανὼν συνίσταται εἰς καρποὺς ἢ εἰς χρήματα μετατροπὴ αὐτοῦ γίνεται, ἐκτιμωμένου τοῦ κανόνος.» Λοιπὸν ἔχομεν κανόνα, ὅστις συνίσταται εἰς καρπούς, καὶ ἡ μετατροπὴ αὐτῶν τῶν καρπῶν εἰς χρήματα γίνεται, ἐκτιμωμένου τοῦ κανόνος· δὲν λέγει τῶν καρπῶν· διὰ τί; διότι, καθὼς παρέστησεν ὁ κ. Κωνσταντᾶς, καὶ ἐξωδίκως καὶ δικαστικῶς δύναται νὰ γείνῃ ἐκποίησις, καθ’ ἣν λαμβάνει αὐξομείωσιν ἡ ἀξία τοῦ κανόνος. Πῶς; ἐγὼ χρεωστῶ καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ λαμβάνω ὡς κανόνα δύω ξέστας ἐλαίου· ἐδῶ προβάλλονται τιμαὶ, ὁ ἕνας λέγει 15 τάλληρα πληρώνω τὸ κεφάλαιον τῆς ἀξίας τῆς ξέστης· ἐὰν ᾖναι ἀναξιόχρεως ὁ ὀφειλέτης, ὁ ἄλλος λέγει 18· φθάνει εἰς 20, 25 τάλληρα κτλ. ἢ ἐγὼ ὅστις ἔχω τὸν κανόνα θέλω νὰ πάρω τὰ χρήματά μου καὶ συμφωνῶ μὲ ἕτερον, καὶ τοῦ λέγω πόσα μοῦ δίδεις διὰ τὸν κανόνα. Ἂν αὐτὴ ᾖναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ποία εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι θὰ μείνῃ ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀξίας τῶν κεφαλαίων τοῦ κανόνος;
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, δὲν μεταβάλλονται αἱ σχέσεις τοῦ ἀγρολήπτου καὶ ἀγροδότου, ἐνῷ πρόκειται περὶ διαλύσεως τῆς σχέσεως μεταξὺ αὐτῶν.
§23ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι· εἴτε παραχωρεῖ ὁ ἀγροδότης τὸν κανόνα εἰς ἕτερον, ἵνα πάρῃ τὸ κεφάλαιόν του, ἢ ὁ ἴδιος ἀγρολήπτης ἔρχεται καὶ λέγει τὸν ἀγοράζω ἐγὼ, καταντῶμεν εἰς τὸ αὐτό. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 66, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν καθιέρωσα, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐκ τῶν διασκέψεων τῆς ὁποίας ἐγὼ κατὰ μέγα μέρος ἀπουσίασα. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία τῶν κεφαλαίων τοῦ κανόνος, κατὰ τὴν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀγοραίαν τιμήν του, καὶ ὄχι τοῦ εἴδους τοῦ καρποῦ. Ἂν ὁ κανὼν ἦτο μία ξέστα ἐλαίου, αὕτη θὰ ἐκτιμηθῇ κατὰ τὴν ἐν καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀξίαν τοῦ ἀντιστοίχου κεφαλαίου ἵνα ἴδωμεν ποίαν ἀγοραίαν ἀξίαν ἔχει. Ἂν αὐτὴ ᾖναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω ἕτερον ἄρθρον· ἂν ὅμως τὸ ἄρθρον 66 ἐννοῇ, ὅτι θὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀξία τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸν κανόνα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκτιμήσεως, τότε μοὶ φαίνεται δύναται νὰ προκύψῃ ἀδικία καὶ εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀγροδότας· διότι οἱ καρποὶ αὐτοὶ αὐξομειοῦνται· σήμερον τὸ ἔλαιον ἔχει 2 δραχ. αὔριον ἔχει 1 δραχμήν. Ὥστε ὁ χωρικὸς θὰ ὑπεκφεύγῃ τὴν ἐκτίμησιν κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν εἶχεν ἀκριβὰ τὸ ἔλαιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἰδέα τοῦ νομοθέτου· καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται τὴν προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, εἶναι ἀρκετὰ ἀμφίβολον, διότι, ὡς λέγει ὁ κ. Γόντικας, θέτομεν κατὰ τὰ ἔθιμα τῆς Κερκύρας, καὶ ποῦ ἠξεύρομεν ἂν ᾖναι καταστρεπτικὰ διὰ τοὺς γεωργοὺς ἢ τοὺς κτηματιοδότας. Ἡμεῖς νομοθετοῦμεν καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει· ὁ κ. Κωσταντᾶς λέγει «αὐτὸ εἶναι τὸ ἔθιμον», ὁ κ. Κουρῆς λέγει «δὲν εἶναι αὐτό». Ἂν τὰ ἔθιμα ὑπάρχουν, τότε νομίζω ὅτι, μένοντος τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει, ἡ ἐκτίμησις τοῦ κανόνος θὰ γίνηται κατ’ ἀνάγκην κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τοῦ κανόνος καὶ ὄχι τῶν καρπῶν.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Κυπριάδης, καὶ εἰς δύω προηγουμένας συνεδριάσεις ἀπέδωκεν ἡ Βουλὴ ῥητῶς.
§25ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἔγεινε λόγος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, περὶ τοῦ τί ἐννοοῦσεν ἡ ἐπιτροπή· τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τόσον καθαρὸν, ὥστε ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις. Ἐγὼ ἐμφυτευτὴς ὀφείλω εἰς τὸν πρώην κύριον 3 ὀκάδας ἐλαίου ὡς κανόνα· θέλων νὰ ἀγοράσω τὸν κανόνα τοῦτον, κάμνω τὴν αἴτησίν μου καὶ γίνεται ἡ ἐκτίμησις, καὶ ἀφοῦ προσδιορισθῇ ἡ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτιμήσεως τρέχουσα τοῦ ἐλαίου ἀξία, ἥτις καθ’ ὑπόθεσιν εἶναι δραχμαὶ δύω τρέχουσα ἀξία, ὁ κανὼν, ὃν ὀφείλω νὰ δώσω, εἶναι ἓξ δραχμαί. Ποῖον εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν δραχμῶν ἓξ λογιζομένων ὡς τόκου 6%; εἶναι 100 δραχμαί. Ἑπομένως ἐγὼ ὁ ἐμφυτευτὴς, ἢ ἐδαφονομεὺς θὰ πληρώσω δραχμὰς 100. Αὐτὸ ἐννόησεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ ἄρθρου 66. Ἤδη εἶναι ὀρθὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἢ ὄχι; πρὸ τῆς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπαντήσεως φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀντίῤῥησις, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἤδη δὲ δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν· διότι οὕτω πως μέχρι τῆς κυρώσεως ἑνὸς νόμου, ἂν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τροποποιήσεις, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν νέα ἄρθρα, ποτὲ δὲν ἠθέλαμεν τελειώσει. Ἀλλὰ δὲν διατρέχομεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κωσταντᾶς· Τὰ δικαστήρια δύνανται, ὅταν ἡ ἀξία τοῦ καρποῦ ᾖναι ἐκτάκτως λίαν ἠλαττωμένη, νὰ ἀνεύρωσι τὴν ἀληθῆ ἀξίαν, τὴν συνήθως ὑπάρχουσαν. Παράπονα δὲν θέλουσι γεννηθῆ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἄλλως τε δὲ, Κύριοι, πρόκειται περὶ προϊόντων, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἔχουν ὑπερβολικὰς τιμὰς, ὡς εἶναι π. χ. τὸ ἔλαιον. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τροποποιήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ Κ. Μπαλάνος λέγει «δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κτηματοδότην νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν ἀπὸ τὸν κτηματολήπτην, ἑπομένως οὔτε δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν, ὅταν δύναται νὰ ὑπερτιμηθῇ ἡ ἀξία τοῦ κανόνος πρὸς βλάβην τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Ἂν λοιπὸν οὐδέποτε ᾖναι συμφέρουσαι αἱ τιμαὶ διὰ τὸν ἐμφυτευτὴν, ὅστις μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς ἐμφυτεύσεως, οὐδέποτε θὰ γείνῃ ἡ ἐξαγορὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ διαιωνισθῇ καὶ θὰ ἀφήσωμεν τὴν διάλυσιν τῶν σχέσεων εἰς τὴν τύχην καὶ εἰς τὴν ὄρεξιν τῆς κερδοσκοπίας. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὁρίσῃ ἓν σύστημα ἀμετάβλητον, ὅπως αἱ σχέσεις μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου παύσωσιν ἐπὶ τέλους, ὡς συμφέρει εἰς ἀμφοτέρας τὰς μερίδας, καὶ ὄχι ὅπως συμφέρει εἰς τὴν μίαν, διότι τοῦτο εἶναι κακὴ πίστις.
§27ΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ἔγεινεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 64, τὸ ὁποῖον ἔδιδε μόνον δικαίωμα εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἢ ἐδαφονομέα νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν κανόνα καὶ διαλύσῃ τὰς ὑπαρχούσας σχέσεις, εἶπον, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον τὸ ἴδιον δικαίωμα νὰ ἔχῃ καὶ ὁ δικαιοῦχος, ὁ δώσας τὸ κτῆμα. Ἡ Βουλὴ ἀπέβαλε τὴν πρότασίν μου, καὶ ἐγὼ ἐσεβάσθην τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τώρα ὁ κ. Κωσταντᾶς ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 66 λέγει, ὅτι ἔγεινε μία ἀδικία, ἡ ὁποία δύναται ἄλλοτε μὲν νὰ ᾖναι εἰς βάρος τοῦ δίδοντος τὸν κανόνα, ἄλλοτε δὲ εἰς βάρος τοῦ λαμβάνοντος αὐτόν· ἐγὼ βεβαίως εὐχαριστοῦμαι διὰ τὰς πωλήσεις ταύτας τοῦ Κωσταντᾶ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀδικήσῃ οὔτε τὴν μίαν, οὔτε τὴν ἑτέραν μερίδα. Παραδεχόμενος τὰς καλὰς διαθέσεις ταύτας εἶπον, θέλετε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τοῦ εἴδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προτείνει νὰ ἐξαγοράσῃ ὁ ἐμφυτευτής; ἂς λάβωμεν ἓν χρονικὸν διάστημα 5 ἢ 10 ἐτῶν, διότι οὕτω πως ἡ δικαία καὶ πραγματικὴ τοῦ εἴδους ἀξία προσδιορίζεται ἄνευ βλάβης τῶν ἐνδιαφερομένων.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 70 τοῦ νομοσχεδίου.
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ παραδέχομαι εὐχαρίστως τὰς καλὰς διαθέσεις τοῦ κυρίου Κουρῆ καὶ τὰς δηλώσεις του ταύτας, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν οὗτος ἀπέδιδεν εἰς τὸ 66 ἄρθρον προηγουμένως, δὲν ἦτο ἡ ὀρθὴ, ἡ νόμιμος, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπεν ἄλλως (κατ’ αὐτὸν) νὰ κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἤδη ἡ Βουλὴ δὲν ὥρισε τὴν ἔννοιαν τοῦ 66 ἄρθρου, ὡς ἐπίσης ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεως, καὶ τώρα πάλιν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει αὐτῷ ὁ κύριος Κυπριάδης, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προσθέτου ἄρθρου, διὸ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, καὶ ἂς μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει μὲ τὴν ἀποδοθεῖσαν αὐτῷ ἔννοιαν ὑπὸ τοῦ κ. Κυπριάδου.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχει ἓν ἄρθρον πρόσθετον πρὸ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἀφορῶν τὴν ἔκπτωσιν τῶν φόρων κατὰ τὴν μετατροπὴν τῶν καρπῶν εἰς χρηματικὰς προσόδους. Μολονότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀρκούντως διεσάφησα προηγουμένως, λαμβάνω καὶ πάλιν τὸν λόγον, ὅπως ἀναλύσω τὸ ζήτημα τὰ γίνῃ καταληπτὸν εἰς ὅλους, ἰδίως δὲ εἰς τοὺς ἀντιδίκους. Ὁ κτηματολήπτης πληρόνει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ εἰς καρπούς, λ. χ. εἰς ἔλαιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόλυτος ἀξία περιέχει δύω κεφάλαια, τὸ κεφάλαιον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν κτηματοδότην, καὶ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, ὅπερ πληρόνει ὁ πωλῶν τὸ προϊὸν διὰ τοῦ ἐμπόρου, ἐὰν οἱ φόροι εἰσπράττωνται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἢ προκαταβάλλει ὁ καλλιεργητὴς, ἐὰν οἱ φόροι εἰσπράττωνται ἀμέσως ἀπὸ τοὺς γαιοκατόχους. Τὰ μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντα εἰσοδήματα συνωμολογήθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καθ’ ὃ ὁ κτηματοδότης ἐπλήρονε τοὺς φόρους, διότι λαμβάνων οὗτος εἴδη ἐπώλει αὐτὰ εἰς τὸν ἔμπορον, ὅστις προαφῄρει τοὺς φόρους. Ἤδη πληρόνων χρήματα ὁ κτηματολήπτης ἐπιβαρύνεται καὶ μὲ τοὺς φόρους τοῦ κτηματολήπτου, οὓς πληρόνει κατὰ τὴν πώλησιν τῶν προϊόντων. Κάμνω ἤδη καὶ ἑτέραν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν ἐμφυτεύσεων καὶ τῶν ἀγροληψιῶν ἦτο συνήθεια παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ ἀπαιτῶσι προκαταβολικῶς χρήματα ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον τὰ κτήματα εἰς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν ἢ ἀγροληψίαν. Ἡ συνήθεια δὲν ἦτο γενικὴ, ἀλλὰ σποραδικῶς τοῦτο ἐγίνετο. Οἱ κτηματοδόται ἔλεγον, σοῦ δίδω τὸ κτῆμά μου, ἀλλὰ θέλω 100 τάλληρα λ. χ. νὰ προκαταβάλῃς. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κουρῆς, ὅτι οἱ κτηματοδόται κατέβαλλον θυσίας, ἵνα καταστήσωσι τὸ κτῆμα παραγωγόν. Ἀπεναντίας ὁ κτηματολήπτης πολλάκις ἐπλήρονε τὸν κτηματοδότην, ὅπως λάβῃ τὸ κτῆμα εἰς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν. Πρόκειται ἤδη αὐτὴ ἡ διαιωνιότης νὰ καταργηθῇ, πρόκειται νὰ γίνῃ ἕκαστος ἐλεύθερος ἰδιοκτήτης τῆς μερίδος ἢ τοῦ κεφαλαίου τοῦ εἰς αὐτὸν ἀνήκοντος. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὅπερ ὁ χωρικὸς ἐχορήγει, ἐλέγετο ἐμβατίκιον «ἢ μπατίκιο. Φρονῶ, ὅτι εἶναι δικαιότατον νὰ ὑπολογισθῇ, διότι εἶναι κεφάλαιον καταβληθὲν εἰς τὸ κτῆμα. Δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, πρόκειται περὶ περιπτώσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ συμβολαίου. Ὁ χωρικὸς λαβὼν τὸ κτῆμα ἔδωκε καὶ 10 δίστηλα· πρέπει ταῦτα νὰ ὑπολογισθῶσιν, ὡς ἐκ τούτου ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Κατὰ τὴν μετατροπὴν τῶν εἰς εἴδη κτηματικῶν προσόδων ἀφαιρεῖται ὑπὲρ τοῦ κατόχου τὸ ποσὸν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν βαρῶν, ἅτινα ἐπιβαρύνουν τὰ εἰς χρήματα μετατρεπόμενα προϊόντα καὶ ὁ πρὸς 6% τόκος τοῦ κεφαλαίου ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ συμβολαίου, ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κτηματολήπτου καὶ τοῦ κτηματοδότου κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν.»
§32ΚΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Κωσταντᾶς προτείνει, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀξία τοῦ ἐμφυτευτικοῦ ἐν εἴδει κανόνος νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ βάρη. Παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ διαλυθῇ ἡ ὑφισταμένη σχέσις μεταξὺ ἐμφυτευτοῦ καὶ κτηματοδότου, πρέπει ἡ ἀξία τοῦ εἴδους νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκτιμήσεως καὶ κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ εἴδους. Εἶναι βέβαιον ὅθεν ὅτι, ἂν ἀπολαμβάνω δύω ὀκάδας, μίαν βαρέλαν, ἐλαιολάδου, θὰ προσδιορισθῇ τὸ σχετικὸν κεφάλαιον, ἔχοντες βάσιν καὶ ὑπογραμμὸν τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν αὐτῆς τῆς βαρέλας τοῦ ἐλαιολάδου. Ὁ μέλλων νὰ ἐκτιμήσῃ ἐξ ἀνάγκης, θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπόκειται αὐτὸ τὸ εἶδος, καὶ ἐπομένως ὁ πραγματογνώμων ἅπαντα τὰ βάρη ὑπολογίζων εὑρίσκει τὴν πραγματικὴν ἀγοραίαν τιμὴν, ἕνεκα τούτου δὲ ἡ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀξία συνίσταται λ. χ. εἰς δώδεκα μόνον τάλληρα, διότι προαφαιρεῖται τὸ ἕτερον βάρος, καὶ πᾶσα δαπάνη, τὴν ὁποίαν ὁ καταναλωτὴς μέλλει νὰ ἀπαιτήσῃ, ἄλλως ὁ ἔχων μίαν βαρέλαν νὰ πωλήσῃ ἀντὶ δώδεκα ταλλήρων ἤθελεν ἀπολαύσει ἀνώτερον ποσόν. Θέσαντες λοιπὸν ὡς βάσιν τὴν ἐν καιρῷ ἐκτιμήσεως ἀγοραίαν ἀξίαν, ἂν προσθέσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ προαφαιρῶνται τὰ βάρη, οἱ πληρόνοντες τὸ εἶδος φόρου τοὐτέστι, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ παροιμία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀγνοῶ, ἂν ᾖναι καὶ ἐνταῦθα γνωστὴ, τρεῖς στὸ λάδι, τρεῖς στὸ ξύδι καὶ ἕξη εἰς τὸ ξυδόλαδο. Πέρνομεν ἀπ’ ἐδῶ, πέρνομεν ἀπ’ ἐκεῖ καὶ ἕως τέλους δὲν θὰ μείνῃ τίποτε εἰς τὸν κτηματοδότην. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Κωσταντᾶς μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως ἤκουσα νὰ κάμνῃ, ὅτι ἐνδιαφέρεται νὰ λύσωμεν τῇ συμπράξει μόνον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ζήτημα σπουδαῖον, δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀποδώσῃ εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῇ, ὅτι ἐλήφθησαν πρόνοιαι οὐχὶ πρὸς ἐκπεραίωσιν κοινωνικοῦ ζητήματος, πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς ἰδιοκτησίας, πρὸς ἀνακούφισιν τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὅπως ἡ κοινωνία τεθῇ εἰς γενικὴν ἀναστάτωσιν, ἕνεκα τοιούτων διατάξεων. Ὡς ἐκ τούτου, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ πρώτη τροπολογία τοῦ κ. Κωσταντᾶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἐπαναλαμβάνω τὰ βάρη ὑπολογίζονται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτιμήσεως. Οἱ πραγματογνώμονες τὰ πάντα θέλουσι μὲν λάβει ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀρχὰς καὶ ἰδέας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀπαραδέκτους. Διὰ τοῦτο ἂς μὴ ἀνακατώνωμεν τὰ πράγματα, περισσότερον· ὁ νόμος οὗτος, ὅστις ἔχει τὰ πλημμελήματά του, δύναται νὰ τελειοποιηθῇ τῇ καλῇ διαθέσει τῶν Κερκυραίων, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νὰ προσθέσωμεν πράγματα, ἅτινα νὰ καταστήσωσι τὸν νόμον τραγελαφικὸν καὶ ἀκατανόμαστον, τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν πρέπει ν’ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Τί λέγει ὁ κ. Κουρῆς περὶ τῆς προτάσεώς μου; Σᾶς λέγει ὅτι εἶναι δικαιοτάτη, ἀλλὰ περιττὴ, διότι οἱ πραγματογνώμονες θέλουσι λάβει αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν προσόδων εἰς χρήματα. Ἐπομένως, λέγω, διατὶ νὰ κάμωμεν εἰδικὴν διάταξιν περὶ τούτου, ἥτις ἐνδέχεται νὰ προξενήσῃ δυσαρεσκείας; Ἐν ἄλλοις λόγοις ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ κρατηθῇ ἡ δήλωσις μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ φόροι προαφαιροῦνται κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν προσόδων εἰς χρήματα.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δέχομαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν δήλωσιν καὶ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. Εἰς τὰς λοιπὰς φράσεις τοῦ προαγορεύσαντος δὲν ἀπαντῶ. (εὖγε)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ 70 ἄρθρου;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 71. «Ἡ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένη προθεσμία τῶν τριῶν ἐτῶν ἢ τῶν δύω συγκομιδῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.»
§38ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ εἰσαχθῇ καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ μένωσιν, ὡς συνετάχθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ περιορισθῶσι διὰ μόνον τὴν Κέρκυραν, διότι ἂν ἐφαρμόσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, ἐνδέχεται νὰ προξενήσωσι βλάβην, καθότι ἄλλα τὰ ἐν Κερκύρᾳ κανονιζόμενα συμφέροντα, καὶ ἄλλα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑπτανήσῳ. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι τὰ αὐτά, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα βέβαιοι, διότι καὶ οἱ χωρικοὶ τῶν λοιπῶν νήσων δὲν ἐξεδήλωσαν τοῦτο μέχρι τοῦδε. Καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Νομοθεσία πρέπει νὰ προβαίνῃ συμφώνως μὲ τὰς διαδηλουμένας ὑπὸ τῶν λαῶν ἀνάγκας καὶ οὐχὶ ἀσκόπως καὶ ἄνευ ἀνάγκης.
§40ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ Βουλευτὴς Κύριος Μαυρογιάννης καὶ ὁ Κ. Κωνσταντᾶς ἔχουσι δίκαιον. Εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον κανονίζει πραγματικὰς σχέσεις ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἑπομένως εἰς ταύτην ἀποκλειστικῶς ἀναφέρεται. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ περὶ ἀναθεωρήσεων, ἥτις ἰσχύει κατὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον περὶ ἀφομοιώσεως.
§41ΖΕΡΒΟΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν.
§42ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἔγεινεν ἐνεργὸς καὶ ἔφερε προσκόμματα καὶ κωλύματα εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ ἐζημίωσεν οὐ μόνον τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀγρολήπτας. Πρέπει νομίζω, νὰ ἀπέλθῃ μία θεραπεία. Αὐτὴ ἡ θεραπεία ἐσῆλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις καθιέρωσεν ἕν ἄρθρον ὅπερ λέγει, ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον πλὴν τῶν ἄρθρων δεῖνα καὶ δεῖνα. Ὅταν ἔλθῃ λοιπὸν τὸ σχετικὸν ἄρθρον 80, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ διάφορον θέσιν, ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἑπομένως ἐν καταλλήλῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ νὰ εὕρωμεν μίαν διάταξιν.
§43ΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἄρθρον 80 ὡς ἔχει.
§44ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 72 τί λέγει; «ὁ ἀγρολήπτης ἐμφυτευτὴς ἢ ἐδαφονομεὺς δύναται κτλ.» λοιπὸν ἐπειδὴ εἶναι ὁ τόπος νὰ τεθῇ ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὁ ἀγρολήπτης δύναται νὰ προτιμηθῇ.
§45ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικόν.
§46ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποδείξατε τὴν καταστροφὴν λοιπόν;
§47ΣΕΡΒΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ τελικὸν ἄρθρον.
§48ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Βέβαια ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§49ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι κατόπιν λοιπόν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δεκτὸν τὸ 72. Προχωροῦμεν. «Ἄρθρον 73. Ἐπὶ ἐπανελεύσεως ὁ κτηματοδότης ἀποδίδει εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν, ἀγρολήπτην ἢ ἐδαφονομέα τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῆς ἀξίας αὐτοῦ.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ κτηματολήπτης εἶναι ἄνθρωπος πτωχὸς, ὑποθέσατε ὅτι τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ κτῆμα ὁ ἀγροδότης· πιστεύετε ὅτι δύναται οὗτος νὰ κάμῃ νέαν ἀγωγὴν ὅπως ἀποζημιωθῇ; Πιστεύετε ὅτι δύναται νὰ ὑποστῇ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα; Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ὁ κτηματολήπτης διὰ τρόπων συντομωτέρων καὶ ὀλιγοδαπανωτέρων; Προτείνω λοιπόν (θόρυβος).
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μὴ θορυβῆτε, διότι δὲν φοβοῦμαι κανένα. Προτείνω λοιπὸν μετὰ τὴν λέξιν, ἀποδίδων, νὰ τεθῇ ἡ λέξις «προηγουμένως».
§53ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν δύναται ὁ ἀγρολήπτης νὰ ὑποβάλλῃ ἀνταγωγήν. Ἐνταῦθα ἐπικρατεῖ συνομιλία μεταξὺ τοῦ Κ. Μπαλάνου καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§54ΜΠΑΛΑΝΟΣ. (ἀναβαίνων τὸ βῆμα). Ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, διότι ἄν εἰσαγάγῃ ἀγωγὴν ὁ δοὺς τὸ κτῆμα καὶ ζητήσῃ τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ ὁ λήπτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὰς ἀποζημιώσεις του. Τὸ Δικαστήριον λοιπὸν θὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ δότης ἔχῃ δικαίωμα πρὸς ἐπανέλευσιν καὶ ἂν ὁ λήπτης ἔχῃ δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν τὸ δικαστήριον συγχρόνως ἀποφαίνεται περὶ ἀμφοτέρων τῶν ἀντικειμένων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ τροπολογία σας, Κ. Κωσταντᾶ.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Κ. Κωσταντᾶς ἴσως δὲν ἐξεφράσθη καλῶς. Νομίζω ὅτι ζητεῖ νὰ καθιερωθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως.
§56ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἂς εἴπωμεν λοιπὸν ὅτι δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι περιττόν.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὅταν ὁ Κ. Μπαλάνος διαβεβαιοῖ τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ προσθήκη σημαίνει, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ οὗτος τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως εἰς τὸν κτηματολήπτην. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὶ πειράζει ἂν προσθέσωμεν καὶ τὸ «προηγουμένως»; Πρέπει Κύριοι, ὁ νόμος νὰ ᾖναι πολὺ σαφής. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη μου ἐπιθυμία.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ προστεθῇ «φυλαττομένου ὑπὲρ τοῦ κτηματολήπτου τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπισχέσεως».
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλὰ, ἀφ’ οὗ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «προηγουμένως».
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, εἶναι τὸ ἴδιον, Κύριε Κωσταντᾶ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν. Ἄρθρον 74. «Ἡ ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος ἐπελθοῦσα αὔξησις τῆς ἀξίας αὐτοῦ καταβάλλεται εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ἐμφυτευτὴν ἢ ἐδαφονομέα καὶ ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦ 1866 δικαστικῶς διαταχθεισῶν ἐπανελεύσεων ἀγροληπτικῶν, ἐμφυτευτικῶν ἢ ἐδαφονομικῶν κτημάτων».
§62ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῶν 2 λέξεων «ἀγρολήπτην» καὶ «ἀγροληπτικῶν». Ἰδοὺ τὶ καθιερώνει αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Πρόκειται περὶ ἀντικειμένων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις· ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι περὶ τοῦ Νόμου, δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, διετάχθη ἡ ἐπανέλευσις, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν τὶ δικαίωμα ἔχω ἐγὼ ὁ λήπτης ἀφοῦ διετάχθη ἡ ἐπανέλευσις τοῦ κτήματος; Ἂν ὁ νόμος μοὶ ἀναγνωρίζῃ δικαίωμά τι, τότε δυνάμει ἰδίας ἀγωγῆς δύναμαι νὰ ζητήσω τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγούμενόν μοι δικαίωμα τὰς βελτιώσεις. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ νόμος μοὶ χορηγεῖ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὁ νέος νόμος δὲν πρέπει νὰ μοὶ τὸ ἀφαιρέσῃ. Ἂν ὅμως ὁ νόμος δὲν μοὶ χορηγῇ δικαίωμά τι καὶ ἡ σχέσις ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ δόντος τὸ κτῆμα διαλυθῇ καὶ ὁ δικαστὴς διατάξῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κτήματος, ἔχει δικαίωμα ὁ λήπτης νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ βελτίωσίν τινα; Ὄχι βέβαια. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδηκος. Ὁ ἐδαφονομεὺς, ἡ ἐμφυτευτὴς, Κύριοι, εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴ βελτίωσιν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 1600, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀξίας τῶν βελτιώσεων. Λοιπὸν καθ’ ἣν περίπτωσιν συμβῇ ἡ ἐπανέλευσις, τότε ἐνυπάρχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐδαφονομέως ἢ ἐμφυτευτοῦ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ ἔχῃ μέχρι σήμερον· ὑποθέσατε ὅμως ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς, ἀλλὰ περὶ ἀγροληψίας, καθ’ ἣν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ δοὺς τὸ κτῆμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανέλευσιν καὶ τὴν ἐζήτησε καὶ ὁ δικαστὴς τὴν διέταξεν· ὁ Νόμος δὲν λέγει ὅτι ὁ λήπτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὰς βελτιώσεις; ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως· δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἐναντίον καὶ νὰ καταργήσωμεν ἐνίοτε τὸ δεδικασμένον καὶ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ἐπὶ πράξεων μὴ ἐκκρεμῶν, ἀλλὰ τετελεσμένων, διαλελυμένων, κύριος οἶδε, πρὸ πόσου χρόνου; Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀφαιρεθῶσιν αὐταὶ αἱ λέξεις ἵνα μὴ προσβληθῇ τὸ δεδικασμένον καὶ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀναῤῥιπίσωμεν πάθη ἐσβεσμένα ἤδη.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μπαλάνου ὡς ἀντικοινωνικὴν, παράλογον, ἄδικον καὶ καταστρέφουσαν τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν χωρικῶν Κερκύρας. Ὁ Κ. Μπαλάνος εἶπε πῶς εἶναι δυνατὸν ἐνῷ ὁ νόμος δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ἀγρολήπτην διὰ τὰς οἱασδήποτε βελτιώσεις τοῦ κτήματος, τοῦ ὁποίου διετάχθη δικαστικῶς ἡ ἐπανέλευσις, νὰ χορηγήσωμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς αὐτὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου; Ἂν δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα, πῶς θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τώρα δικαίωμα ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ὁ χωρικὸς διὰ τοῦ νόμου; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω ὅτι αἱ ῥήσεις αὗται προέρχονται ἐκ σκέψεων ἀνθρώπου συναισθανθέντος ποτὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἐννοήσαντος τὸ δίκαιον, καὶ σκεφθέντος πότε ἀφαιρεῖται καὶ πότε χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ σόφισμα αὐτὸ εἶναι πολὺ ἰσχυρὸν, καθ’ ὅσον ἴσως ἀφορᾷ τὰς δικηγορικὰς καρδίας, ἀλλ’ εἶναι ἱστὸς ἀράχνης ἐνώπιον τοῦ Νόμου, τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Ὁ Κύριος Μπαλάνος λέγει, ὅτι ὁ νόμος οὐδὲν δικαίωμα χορηγεῖ εἰς τὸν ἀγρολήπτην ὅταν διαλύεται ἡ ἀγροληψία καὶ ἐπαναλαμβάνεται τὸ κτῆμα δικαστικῶς. Ἀλλὰ θέλω τῷ ἀποδείξει ὅτι ἠπάτησεν αὐτὸν ἴσως ὁ Κύριος Κουρῆς περὶ τούτου ἐὰν τοιαῦτα μαθήματα τῷ ἔδωκε περὶ τοῦ Ἰονίου Κώδικος. Κύριοι, ὁ Ἰόνιος Κώδηξ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν δύο περιπτώσεις, ά.) ὅταν τὸ συμβόλαιον ἀγροληψίας χορηγῇ ῥητῶς δικαίωμα συνιδιοκτησίας εἰς τὸν κτηματολήπτην ἢ συνωμολογήθη πρὸ τοῦ 1841, βʹ.) ὅταν τὸ συμβόλαιον δὲν ὁρίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς συνιδιοκτησίας καὶ συνωμολογήθη μετὰ τὸ ἔτος 1841. Ἐὰν τὸ συμβόλαιον συνωμολογήθη πρὸ τοῦ ἔτους 1841, ἢ μετὰ, ἀλλ’ ὁρίζῃ ῥητῶς τὸ δικαίωμα τῆς συνιδιοκτησίας τοῦ ἀγρολήπτου, ὁ Κώδηξ οὗτος ἐπιτρέπει τὴν ἐπανέλευσιν, ὁρίζει ῥητῶς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀγρολήπτου διὰ τὴν κτητικὴν μερίδα του. Καὶ ἰδοὺ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κώδηκος «Ἄρ. 1644. Ἐὰν κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαλύσεως τῆς ἀγροληψίας εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἀνήκῃ δυνάμει τοῦ συμβολαίου κτητικὸν δικαίωμα, ὁ ἀγροδότης δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸν ἀγρολήπτην μερίδα τοῦ κτήματος, πληρόνων εἰς αὐτὸν τὸ ἰσότιμον εἰς χρήματα.» Σημειώσατε, ὅτι δυνάμει τοῦ συμβολαίου ἀνήκει εἰς τὸν ἀγρολήπτην κτητικὸν δικαίωμα, ἐὰν ἡ ἀγροληψία συνωμολογήθη πρὸ τοῦ ἔτους 1841, εἴτε συνωμολογήθη εἴτε μὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο· λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, ἔχει τὸ καθῆκον ὁ ἀγροδότης νὰ πληρώσῃ τὸ ἰσότιμον τῆς μερίδος τοῦ ἀγρολήπτου εἰς χρήματα. Τώρα ἔρχεται ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν τὸ συμβόλαιον συνομολογηθὲν μετὰ τὸ ἔτος 1841 δὲν ὁρίζει τὸ δικαίωμα τῆς συνιδιοκτησίας εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Περὶ τούτου ὁ νόμος σιωπᾷ, διότι δὲν πρόκειται περὶ συγχωνεύσεως δύο κτητικῶν μερίδων ὑπὲρ τοῦ ἀγροδότου. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τὸ κτῆμα μένει ἀκέραιον εἰς τὸν ἀγροδότην, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ τὴν δι’ ἀποζημιώσεως συγχώνευσιν τῶν δύω κτητικῶν μερίδων. Μένει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ὅταν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχῃ δικαίωμα συνιδιοκτησίας, ἂν στερεῖται κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας καὶ ὅλων τῶν κεφαλαίων, ὅσα συνεσώρευσεν ἐπὶ τοῦ κτήματος. Τὸ δικαίωμα τῆς συνιδιοκτησίας, ὡς πολλάκις ἰσχυρίσθη καὶ ὁ κύριος Κουρῆς, καὶ ὁ κύριος Μπαλάνος, ἐδόθη εἰς τὸν ἀγρολήπτην διὰ τὰς ἐργασίας καὶ τὰ κεφάλαια, ἅτινα ἐθυσίασεν ἐπὶ τοῦ κτήματος. Προϊόντος τοῦ χρόνου παρετηρήθη, ὅτι διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου κατεκερματίζετο ἡ ἰδιοκτησία, καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπηγορεύθη ὑπὸ τοῦ Νόμου, ἐξαιρουμένης πάσης ἐναντίας συμφωνίας μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου. Ὥστε τὸ κτητικὸν δικαίωμα τὸ προκύπτον ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1841 συνομολογηθέντων συμβολαίων καὶ ἐκ τῶν συμφωνιῶν μετὰ τὸ ἔτος 1841 παριστάνει αὐτὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀγρολήπτου διὰ τὰς γενομένας βελτιώσεις. Μετὰ τὸ ἔτος 1841 ἀπαγορευθείσης ὑπὸ τοῦ Νόμου τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀγρολήπτου διὰ κτηματικῆς μερίδος, ἣν προηγουμένως ἐλάμβανεν αὐτοδικαίως, ἐνομοθετήθη συγχρόνως, ὅτι διαλυομένης τῆς ἀγροληψίας δημεύονται ὑπὲρ τοῦ ἀγροδότου καὶ τὰ κεφάλαια καὶ αἱ ἐργασίαι, αἵτινες ἐβελτίωσαν τὸ κτῆμα; Ὄχι, οὐδαμοῦ τοῦ Κώδηκος ἀπαντᾶται τοιαύτη διάταξις, διότι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τοῦ ποινικοῦ Κώδηκος. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι αἱ βελτιώσεις πρέπει νὰ ἀποζημιῶνται διὰ χρημάτων. Ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσε ψηφίσασα τὸ 60 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰποῦσα ὅτι ὁ ἀγρολήπτης δικαιοῦται νὰ λάβῃ τοῖς μετρητοῖς τὴν ὑπεραξίαν τοῦ κτήματος, ὁσάκις δὲν ἔχει συγκυριότητος δικαίωμα, καὶ διὰ τοῦ 73 ὁρίσασα ὅτι διὰ τὰς ἀποζημιώσεις ταύτας ὁ ἀγρολήπτης ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισχέσεως τοῦ κτήματος. Ἐὰν τοιαῦτα δικαιώματα δὲν εἶχεν ὁ ἀγρολήπτης, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε προτείνει, οὔτε ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλὰ λέγει ὁ προαγορεύσας ἀφ’ οὗ διὰ τὰς ἐμφυτεύσεις μόνον ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀποδίδωνται αἱ βελτιώσεις, ἕπεται, λέγει, ὅτι ἀρνεῖται αὐτὰς διὰ τὰς ἀγροληψίας, ἀφ’ οὗ δὲν ἀναφέρει αὐτὰς παντάπασι. Κύριοι, ἕκαστος τίτλος εἶναι εἷς ἰδιαίτερος Νόμος. Ἄλλο τὸ ἀντικείμενον τοῦ τίτλου περὶ ἀγροληψιῶν, καὶ ἄλλο τὸ ἀντικείμενον τοῦ τίτλου περὶ ἐμφυτεύσεων· δὲν ἕπεται ἑπομένως ὅτι ἀποκλείεται ἓν πρᾶγμα μὴ ἀναφερόμενον ῥητῶς ὑφ’ ἑνὸς νόμου, διότι ἀναφέρεται αὐτὸ ὑφ’ ἑτέρου νόμου ἔχοντος ἀντικείμενον πάντῃ διάφορον τοῦ πρώτου· τὸ inclusio unius, exclusio alterius ἐνταῦθα δὲν ἐφαρμόζεται, διότι ὁ νόμος περὶ ἀγροληψιῶν εἶναι χωριστὸς τοῦ νόμου περὶ ἐμφυτεύσεων. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ὑπῆρχε νόμος, ὅστις ἐπέτρεπε τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν ὑπὲρ ἄλλων ἰδιωτῶν· δὲν ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπανόρθωσις τῆς ἀδικίας, ἡ ἐπιστροφὴ τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὸν νόμιμον κύριον, ἀφ’ οὗ ἀφῃρέθη οὐχὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπάρξεως τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ ἰδιώτου; Τοιοῦτος Νόμος, καὶ ἂν ὑπῆρχε, χορηγεῖ δικαιώματα ἱερὰ μὴ δυνάμενα νὰ καταργηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος; Δὲν πιστεύω ὅτι Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος θέλει παραδεχθῆ τοιαύτας ἀρχάς. Συμπεραίνω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μπαλάνου πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ὡς προσβάλλουσα ἱερὰ, κεκτημένα δικαιώματα τῶν χωρικῶν Κερκύρας.
§64ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἄλλοτε εἶπα, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι ἔμπειρος περὶ τὸν Ἰόνιον κώδηκα, καὶ ὅταν τὸν ἐπικαλοῦμαι, τὸν λαμβάνω προηγουμένως ὑπ’ ὄψιν καὶ σχετίζων ὅλας τὰς σχετικὰς διατάξεις λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ σᾶς τὸν μνημονεύσω μέ τινα πάντοτε δισταγμόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἂν εἶχον δισταγμόν τινὰ αἱ ἀγορεύσεις τοῦ Κ. Κωσταντᾶ μοὶ τὸν ἀφήρεσαν· ὁ κύριος Κωσταντᾶς ὁ κάτοχος τοῦ Ἰονίου Κώδικος.
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ ἦμαι δικηγόρος· ὁ κύριος Κουρῆς, ὑμεῖς, ὄντες δικηγόρος, κατέχετε τοὺς κώδηκας.
§66ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἔπρεπε, λέγω, ὁ Κύριος Κωσταντᾶς νὰ ἀναφέρῃ ποία ἡ διάταξις, ἥτις λέγει τὸ ἐναντίον ὅσων εἶπον ἐγώ. Τὸ ἄρθρον 1608 εἶναι σαφὲς. Κύριοι· ἐν περιπτώσει ἀγροληψίας δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχει τὸ 1644· ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ τὸ δίκαιον.
§68ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον λέγει περὶ τῆς ἀξίας τῆς μερίδος τοῦ ἀγρολήπτου καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἶναι τὸ ἀνεγνωρισμένον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν βελτιώσεων, ἃς ὁ ἀγρολήπτης ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν εἶχε μέρος ἐπὶ τοῦ κτήματος. Ὁ Κῶδιξ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὰς βελτιώσεις δυνάμει ῥητῆς διατάξεως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κτηματολήπτης εἶναι ἐμφυτευτὴς ἢ ἐδαφονόμος, ἐνῷ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν εἶναι τοιοῦτος, ἀλλ’ ἀγρολήπτης, οὐδὲν ἀναφέρει ὁ νόμος, πῶς λοιπὸν θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τοιοῦτον δικαίωμα, ἀφ’ οὗ δὲν ἀναφέρει αὐτὸ, καὶ ἐν τούτοις ῥητῶς τὸ ἀναγνωρίζει ἐπὶ ἐμφυτεύσεων, ἢ πῶς θέλετε λοιπὸν ἐναντίον τοῦ δεδικασμένου, καὶ ἐπὶ πράξεων διαλελυμένων, τετελεσμένων, νὰ χορηγήσωμεν τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὸν ἀγρολήπτην; Καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, κύριοι, ἀνεγνωρίσαμεν δικαίωμα εἰς τὸν κτηματολήπτην. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἄδικος, διότι ἀνατρέπομεν τὰς ἐννόμους σχέσεις τῶν πολιτῶν, τὰς μὴ ἀντιβαινούσας εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν. Μ’ ὅλα ταῦτα ἀποβλέψαντες εἰς κοινωνικὰς ἀνάγκας εἴπομεν ἂς συμβιβάσωμεν τὰ διαμαχόμενα μέρη· ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ δεδικασμένον· μὴ θέλετε νὰ ῥίψωμεν ἀφορμὰς σκανδάλων ἐπὶ τετελεσμένων πράξεων, ἐνῷ τὰ σκάνδαλα τὰ ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν σχέσεων θέλομεν νὰ προλάβωμεν καὶ ἀποφύγωμεν. Νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον σαφὲς τὸ ζήτημα, ὥστε εἶναι ἄπορον, πῶς γίνεται συζήτησις περὶ αὐτοῦ.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅπου δὲν πρόκειται περὶ δεδικασμένου, εἶναι σταθερὰ ἡ νομολογία, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
§70ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον γνωρίζω, ὁ κύριος Κωσταντᾶς, κύριοι, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν συνῄνεσεν ὅπως ἀφαιρεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις (θόρυβος).
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι! ἔρχομαι ἐπὶ τῆς τελευταίας ὁμιλίας τοῦ κυρίου Μπαλάνου· εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ληξάσης συνόδου συνήνεσα ὅπως ἀφαιρεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἠξεύρετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, ἀλλ’ ἠξεύρετε διατί; διότι ὁ κ. Κουρῆς τότε μοῦ εἶπεν, ὅταν τὸν εἶπον ὅτι ἂν τοῦτο καθιερωθῇ, θὰ ἔχωμεν μίαν μερίδα ἀνθρώπων φερεοίκων, ὁ Κ. Κουρῆς μοῦ εἶπε δός μου καὶ σὺ αὐτὸ ὅπου θέλω ἐγώ, νὰ σοῦ δώσω καὶ ἐγὼ τοῦτο. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν συνῄνεσα. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Μπαλάνος προσέξατε μὴ προσβάλετε τὸ δεδικασμένον. Καὶ τίς ἔχει. Κύριοι, τὸν σκοπὸν νὰ προσβάλῃ τὸ δεδικασμένον; Ἂν μεταξὺ δύω προσώπων ἐγένετο ἀπόφασις, ἡμεῖς ἔχομεν σκοπὸν νὰ τὴν καταργήσωμεν; Ὄχι, διότι ἠξεύρομεν, καθὼς ἠξεύρετε ὅλοι σας, ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι ἡ βάσις πάσης κοινωνίας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ μὴ δεδικασμένου. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουν χίλιαι ἀπαιτήσεις, ἐξ ὧν μία εἶναι δεδικασμένη, καὶ εἰς αὐτὴν λέγει τὸ δικαστήριον ὅτι ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Ἂν αὐτὴ ἡ περίπτωσις δὲν δικάζῃ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας, θὰ προσβάλωμεν τὸ δεδικασμένον; φρονῶ ὄχι. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 1644, αὐτὴ ἡ διάταξις, νομίζω, ἀποκλείει ὅλας τὰς ἄλλας δικαιολογήσεις· εἶναι δίκαιον, κύριοι, νὰ ἐξοδεύσῃ ὁ χωρικὸς 10,000 δίστηλα εἰς τὸ κτῆμα τοῦ ἀγροδότου καὶ ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως νὰ τοῦ εἴπῃ ὁ ἀγροδότης ὅτι, ὅ,τι ἐξώδευσες εἶναι δῶρον ἰδικόν μου, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἀπαιτήσεως ἐπ’ αὐτῶν; Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε Ταμερλάνος ἂν ἔκαμνε τοιοῦτον νόμον, δὲν ἤθελε τὸ εἴπει αὐτὸ ποτέ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπαλάνου εἶναι ὅλως διόλου ἄδικος, καὶ πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τάξεως ἐχούσης ἀνάγκην καὶ τοῦ λεπτοῦ. Πολλάκις, Κύριοι, διὰ 80 λεπτὰ ἐπανελήφθη κτῆμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἦτο 1000 δίστηλα. Αὐτὰ, Κύριοι, θὰ τὰ ἐπιτρέψητε; κάμετε ὅπως θέλετε, ἐγὼ τὸ καθῆκόν μου τὸ ἐξεπλήρωσα.
§72ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καὶ ὅπου εἶναι συμπεφωνημένον τὸ ἐναντίον, τί θὰ γείνῃ;
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς ἐξαιρέσωμεν τὸ δεδικασμένον καὶ τὸ συμπεφωνημένον.
§74ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τότε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὰ ⅔ τῆς προτάσεώς μου ἔγιναν δεκτὰ, δὲν ἀποδίδονται βελτιώσεις εἰς ὅ,τι ἐδικάσθη ἢ συνεφωνήθη τὸ ἐναντίον. Μένει τὸ ἂν θὰ θέσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ὅταν οὔτε ἀπόφασις, οὔτε συμφωνία ἐναντία ὑπάρχῃ. Ὑπομονὴ λοιπὸν, ὅταν διαρκῇ εἰσέτι αὐτὴ ἡ σχέσις, τότε ἂν ὁ ἀγρολήπτης ἔκαμε βελτιώσεις νὰ τὰς λάβῃ, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ διαλυθείσης σχέσεως, περὶ ὑποθέσεως ἀποπερατωθείσης πλέον, λησμονηθείσης ἴσως, νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι ὅστις δυνάμει νόμου ἔλαβεν ἤδη τὸ κτῆμά του, ὅστις δυνάμει τοῦ νόμου δὲν ὀφείλει τι εἰς τὸν κακῶς ἢ οὐδόλως καλλιεργήσαντα τὸ κτῆμα, εἰς τὸν μὴ ἐκπληρώσαντα τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις του, μολαταῦτα ὑμεῖς τὸν ὑποχρεοῦμεν νὰ πληρώσῃ ὅ,τι δὲν ὤφειλεν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τι, τοῦτο εἶναι ἀφόρητον.
§75ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν τὸ ἐσυζητήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὸ καὶ εἴμεθα σύμφωνοι. Ὁ Κ. Κωνσταντᾶς ζητεῖ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμοῦν οἱ χωρικοί.
§76ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Σιώπα (θόρυβος)....... εἶσαι ἐχθρὸς τῶν χωρικῶν.
§77ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ἑβδομηκοστὸν τέταρτον καὶ εἴπομεν, ὅτι θέλομεν νὰ διαλυθῶσιν αὐταὶ αἱ σχέσεις· ἂς παραβλέψωμεν, ἂς δώσωμεν καὶ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, ἡ πλειοψηφία παρεδέχθη γενικὴν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει πᾶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην του, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἐκτείνωμεν τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἐπὶ σχέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεραιώθησαν δυνάμει τοῦ νόμου.
§78ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ θεραπεύσωμεν μόνον τὰ κακῶς ἔχοντα θέλομεν ἡμεῖς, καὶ δὲν μέλει τοὺς χωρικοὺς διὰ τὰ περασμένα.
§79ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι τὰ κακῶς ὑπάρξαντα, τὰ ἀποτελοῦντα γεγονότα, περὶ ὧν ἡ ἱστορία δύναται μόνη νὰ κρίνῃ καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ.
§80ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιεικεστέρας γνώμης· καὶ ὅταν δύναμαι νὰ σώσω τὸ δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον πολὺ σέβομαι καὶ προσέτι τὴν συμφωνίαν τῶν μερῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα τοῦ νόμου, τότε νομίζω, ὅτι ἐὰν φοβούμενοι μὴ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, φοβούμενοι μήπως προσβάλλωμεν κεκτημένα δικαιώματα, ἀποφεύγωμεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ἐπὶ μιᾶς περιπτώσεως δικαίας καὶ ἐπιεικοῦς, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν νομοθετοῦμεν ἀκριβῶς καὶ δικαίως. Τὸ πρῶτον εἰξεύρετε τί ἐκάμαμεν εἰς τὰ 1866· ἐκάμαμεν ἕνα νόμον καὶ εἴπομεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανελεύσεως ἀναστέλεται, δὲν προσεβάλαμεν τότε νόμον; ἀλλὰ τὸ ἐκάμαμεν ἕνεκα τῶν περιστάσεων· δεύτερον ἐρχόμεθα τώρα πάλιν εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν καταργοῦμεν καὶ λέγομεν, ὄχι, νὰ ἐπαναληφθῇ, νὰ ἐπαναζήσῃ τὸ δίκαιον τῆς ἐπανελεύσεως, διότι ἡ πρόοδος, αἱ περιστάσεις, ἡ ἀκριβεστέρα ἔρευνα, μᾶς ἔπεισαν, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν εἶναι τόσον ἀποτρόπαιον, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ αἱ ἐκ τῶν γεγονότων καὶ τῶν συμφωνιῶν. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ἔχοντες αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ νόμου ἐνομοθετήσαμεν ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, τότε σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ Ἰόνιος κῶδιξ σιωπᾷ καὶ δὲν λέγῃ, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως ἀγροληπτικῶν κτημάτων δίκαιον ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ἀγρολήπτην δὲν χορηγεῖται, καὶ δὲν ἔχομεν τότε τοιαύτην διάταξιν τοῦ νόμου, τί πρέπει νὰ πράξωμεν ἐν σιωπῇ; πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς διατάξεις, εἰς τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί εἶναι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανελεύσεως. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπανελεύσεως κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι δικαίωμα διαλύσεως μιᾶς συμφωνίας ἕνεκα περιστάσεων ἢ ἕνεκα τῆς θελήσεως τῶν μερῶν. Τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ διαλύεται, διάλυσις δὲ μιᾶς συμφωνίας δὲν θὰ εἴπῃ δήμευσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑνὸς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ πράγματα ἐπανέρχονται εἰς τὴν ἀρχικήν των κατάστασιν· ἕκαστον τῶν μερῶν ἐλευθεροῦται ἀπὸ τὸν δεσμὸν αὐτοῦ τοῦ συναλλάγματος καὶ ἑπομένως ἀναλαμβάνει χώραν διάλυσις μιᾶς συμφωνίας, τότε βλέπετε δὲν συμπαρακολουθεῖ καὶ ἡ ἐπιδίκασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑνὸς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου ἐκτὸς μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία συμφωνία. Ἐὰν τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγροληψίας ὁρίζῃ, ὅτι μὴ ἐκπληροῦντος τοῦ γεωργοῦ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἀγροληψίας, αὐτῆς τὸ κτῆμα ἐπανέρχεται εἰς τὸν ἀγροδότην ἄνευ τινὸς ἀποζημιώσεως, αὐτὸ εἶναι σεβαστὸν, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τὸ ἐγγίξωμεν, καὶ περὶ τούτου εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ Κ. Κωνσταντᾶς· ὅταν πάλιν ὑπῆρξε δικαίωμα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ὄχι δικαίωμα περὶ ἐπανελεύσεως, ἀλλὰ δικαίωμα περὶ ἀποζημιώσεως τῆς αὐξήσεως τοῦ κτήματος ἕνεκα τῆς ἐπανελεύσεως, καὶ τὰ δικαστήρια εἴπουν, ὅτι δὲν ἔχεις δικαίωμα, γεωργὲ, νὰ λάβῃς τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, πάλιν δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐγγίξωμεν, διότι τὸ δικαίωμα εἶναι σεβαστόν· ὅταν ὅμως πρόκειται, κύριοι, περὶ περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξε μὲν δίκη περὶ ἐπανελεύσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ ἀποζημιώσεως ἢ δὲν ὑπῆρξε παντάπασι δίκη, ἀλλ’ ὁ ἀγροδότης ἐπανέλαβε τὸ κτῆμα, τότε ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν γεωργὸν νὰ ζητήσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ὑπὲρ τοῦ κτήματος, διότι συλλογισθῆτε πόσον αὐστηρὸς ἦτο ὁ νόμος τῆς ἐπανελεύσεως, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Σέρβος, μόνον διότι ὁ ἀγρολήπτης ἐτόλμησε νὰ μεταβιβάσῃ τὸ κτῆμα εἰς ἄλλον χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ἀγροδότην καὶ τοι ἐκπληρώσας ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, μόλα ταῦτα κατεδικάζετο νὰ ὑποστῇ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κτήματος· ὑποθέσατε ἄλλην περίπτωσιν, ἐπῆρε ἕνας γεωργὸς ἀγρὸν, τὸν ἐφύτευσε, τὸν ἐκαλλιέργησε, τὸν περιετείχισεν, ἐδαπάνησε τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ κατὰ ἓν ἔτος ἢ δύω δὲν κατώρθωσε νὰ πληρώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀγροδότην, τὸ λαμβάνει ἀμέσως ὁ ἀγροδότης· δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν αὐτὸς νὰ καταστραφῇ, πρέπει νὰ τοῦ εἴπῃ πάρε τὸ κτῆμά σου, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τὸ πάρῃς χέρσον τὸ πέρνεις πεφυτευμένον, ὥστε δόσε τὰς δαπάνας του. Αὐτὸ στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς εἰμπορεῖ νὰ καταστῇ πλουσιώτερος ζημιόνων τοὺς ἄλλους· λέγοντες λοιπὸν ναὶ μὲν δικαιοῦσαι νὰ πάρῃς τὸ κτῆμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποζημιώσῃς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἐδαπάνησε, κατὰ τί ἀδικοῦμεν; Κατὰ τὸν νόμον εἰμπορῶ νὰ δημεύσω τὴν περιουσίαν σου, νὰ σὲ πάρω αἰχμάλωτον, ἔχω τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν καὶ εἰς τὸ ἑβδομηκοστὸν τέταρτον ἄρθρον ὅτι καὶ εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1866 λαβούσας χώραν ἐπανελεύσεις, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀγρολήπτης νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς πρὸς αὔξησιν τοῦ κτήματος καταβληθείσας δαπάνας του ἐκτὸς μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία συμφωνία εἰς τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγροληψίας ἢ ὑπάρχῃ δεδικασμένον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο πράττοντες ὑποστηρίζομεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία βεβαίως τυχαίως δὲν ἐξέθεσεν αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀλλὰ μετ’ ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν πραγμάτων καὶ ἐπιτοπίως καὶ δι’ ἀλληλογραφίας, καὶ διατηροῦμεν προσέτι καὶ μίαν ἰδέαν συμβιβαστικὴν δικαιοσύνης καὶ ἐπιήκειας· τὸ νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν ὅμως παντὸς τοιούτου δικαιώματος τὸ θεωρῶ πολλὰ σκληρόν.
§81ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶπον, κύριοι, προχθὲς, ὅτι ἰδιοκτησία ἀπὸ ἰδιοκτησίαν διαφέρει καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀνιχνεύσῃ τὰ καθέκαστα αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοιουτοτρόπως νὰ λυθῇ ἡ ὑπόθεσις· τοῦτο δὲ καθίσταται τόσον βέβαιον καθόσον καὶ ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ἐκ τῆς ἄλλης δὲν ἀκούετε εἰμὴ συχνὰ πυκνὰ τὸ ἀγροδότης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἀγρολήπτης, δὲν ἀκούετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ μέρη ἰδιοκτήτης, γαιοκτήμων καὶ μισθωτής. Ἐὰν ἠθέλαμεν ἔχει τὰς λέξεις αὐτὰς γαιοκτήμων καὶ μισθωτὴς, τότε βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ὅπως πρέπει διὰ νὰ ὑπάρχῃ. Τὸ ἀγρολήπτης τὶ σημαίνει; ὅτι ὁ ἀγροδότης ἐδώρησεν ὁ ἀγρολήπτης ἔλαβε καὶ ἔλαβε βεβαίως δικαιώματα κατοχῆς, ἔλαβε τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ οὔτε στενὴ συμφωνία, ἀλλ’ οὔτε οἱ κώδηκες, τοὺς ὁποίας ἐπικαλεῖται ὁ κύριος Κωνσταντᾶς· εἶναι μάλιστα κάτι ἀνώτερον, διότι ὁ ἀγρολήπτης προσκτᾷ δικαιώματα καὶ δικαιώματα ἀναφαίρετα, ἀνεξάλειπτα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου γίνεται μεγάλη καὶ σπουδαία συζήτησις, ἀλλ’ ἐγὼ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις τοσοῦτον εἰργάσθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, νὰ εἴπω, ὅτι καλὰ καλὰ δὲν ἐνόησα τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Τὸ γαιοκτήμων βεβαίως διαφέρει καὶ τότε ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν λέξιν μισθωτὴς καὶ τότε πραγματικῶς ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκείνην, ὅπως ἀπεκαλέσθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἱερά. Αἱ ἰδιοκτησίαι ἐκεῖναι, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἦσαν τοῦ λαοῦ τῆς Κερκύρας, περιῆλθον εἰς τὰς χεῖρας τῶν τιμαριούχων καὶ ἀπὸ τοὺς τιμαριούχους εἰς τοὺς γαιοκτήμονας ἢ τοὺς μεγαλοδώρους αὐτοὺς ἀγροδότας, καὶ κατόπιν ὑπενοικίασαν, μετέφεραν, ἔπραξαν, ὅπως ἔπραξαν, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι χωρικοὶ ἦσαν δεσμευμένοι. Εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἑπτανήσου, ἰδίως εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Κερκύρας, ὀφείλονται πολλὰ καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω περιστάσεις ἄλλας σπουδαίας. Εἶμαι λοιπὸν γνώμης καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ὅπως τὴν προτείνει ὁ κύριος Κωνσταντᾶς καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν τὴν ἐπρότεινεν ὅπως, ἔπρεπε νὰ προταθῇ.
§82ΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἰς ἓν σημεῖον πρέπει νὰ σταματήσωμεν. Οἱ ἐν Κερκύρᾳ ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν καὶ ὀφείλεται σεβασμὸς εἰς τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα, ὡς ἐπίσης σεβαστὸν ἔσεται τὸ δεδικασμένον. Κατὰ καθῆκον θέλω διασαφήσει ἰδέας τινὰς, οὐχὶ βεβαίως ἕνεκα τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Σακελλαριάδου, διότι ὡς εἶναι γνωστὸν, πρὸ πολλοῦ ἴσως ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλαβον τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ μὴ δίδω ἀπάντησιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Σακελλαριάδου.
§83ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε, πρόεδρε νὰ τοῦ δείξω εἰς ποῖον δὲν θέλει νὰ δώσῃ λόγον.
§84ΚΟΥΡΗΣ. Ἀναφέρω γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἰς τὰ πρακτικὰ σημειοῦνται καὶ ἐξ αὐτῶν προκύπτουσιν.
§85ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ βίος σου μαρτυρεῖ (θόρυβος).
§86ΚΟΥΡΗΣ. Τόσον καλλίτερα. Λοιπὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 73, τὸ ὁποῖον ἤδη παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὡρίσθη ὅτι ὁσάκις πρόκειται μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου νὰ γίνῃ αἴτησις, ὅπως λάβῃ χώραν ἡ ἐπανέλευσις τοῦ ἀγροληπτικοῦ κτήματος, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δικαιοῦται ὁ ἀγρολήπτης νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας ἐπελθοῦσαν αὔξησιν. Τοῦτο ἤδη ἔγεινε δεκτὸν, καί τοι ἠμφισβητήθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφωνησάντων συμπεριλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἀφοῦ ὑπῆρχον νόμοι δυνάμει τῶν ὁποίων ἐδικαιούμην νὰ συνάψω τοιαύτας σχέσεις μετὰ τοῦ ἀγρολήπτου· ἀφοῦ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν ἐχορήγουν δικαίωμα εἰς τὸν ἀγρολήπτην ν’ ἀποζημιωθῇ ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως διὰ τὰς τυχὸν ἐπενεχθείσας εἰς τὸ κτῆμα ἕνεκα τῆς καλλιεργείας αὐξήσεις, δὲν βλέπω τὸν λόγον δι’ ὃν, ὁσάκις ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τῆς ἐπανελεύσεως περίπτωσις ἐπαληθευθῇ, δικαιοῦται ὁ ἀγρολήπτης νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν τινά. Ἐὰν τὸ κτῆμα ἐκαλλιέργησεν, ἐὰν εἰργάσθη, ἐξετέλεσε μόνον ἕνα ἀπὸ τοὺς κυριωτέρους ὅρους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔλαβε τὸ κτῆμα εἰς ἀγροληψίαν καὶ μηδεμία τῷ ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Καί τοι δὲ καθιερώθη ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτη ἀρχὴ, δὲν θέλομεν νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ προτιθέμεθα διὰ τοῦ 74 ἄρθρου νὰ προσβάλωμεν καὶ τὸ δεδικασμένον, διότι, ἀφοῦ τελεσιδίκως ἐδικάσθη ἡ ἐπάνοδος τοῦ κτήματος ἐπὶ ἀγροληπτικῶν σχέσεων συνεπεία τῶν προηγουμένων νόμων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ ἀγρολήπτης νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσίν τινα, παραβλέποντες τὰς ἀγροληπτικὰς συμφωνίας, τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀποφάσεις, χάριν τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κύριος Κωσταντᾶς....
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποίαν τροπολογίαν ὑποστηρίζω; Δὲν σᾶς καταλαμβάνω.
§88ΚΟΥΡΗΣ. Ὑποστηρίζεις, Κύριε, τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 74 διαλαμβανομένην, ἡ ὁποία δὲν συνάδει μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τῆς ἰδικῆς σας ἴσως δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ἄξιος ἀπαντήσεως (θόρυβος).
§90ΚΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐν Ἑπτανήσῳ ἐξεδόθησαν τελεσίδικοι ἀποφάσεις ἀποτελοῦσαι τὸ δεδικασμένον ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως καὶ προσβολῆς. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι μετὰ τὸ δεδικασμένον—ἀφοῦ διελύθησαν αἱ συμφωνίαι, αἵτινες ὑπῆρχον—ἀφοῦ τὸ κτῆμα ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ἀγροδότην, δύναται νὰ κινηθῇ νέα ἀγωγὴ ὅπως ἀποζημιωθῇ ὁ ἀγρολήπτης, παραβλέπομεν τοὺς ὅρους τῶν ἀγροληπτικῶν συμβάσεων, αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος κειμένων νόμων ἐκανόνισαν τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπανελεύσεως καὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νόμων ἐξεδόθησαν αἱ τελεσίδικοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀποφάσεις, ἐφ’ ὧν οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ χεῖρα. Ἐὰν, Κύριοι, ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι θέμα τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἤθελον φέρει μετ’ ἐμοῦ ἀρχαῖα συμβόλαια ἀγροληψίας πρὸ τοῦ Κώδικος διομολογηθέντα, ὅπως καταδείξω δι’ αὐτῶν τῶν συμβολαίων, ὅτι δικαίωμα ἀποζημιώσεως δὲν εἶχεν οὐδέποτε ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως ὁ ἀγρολήπτης, μόνον διότι ἐκαλλιέργησε τὸ κτῆμα καὶ ἕνεκα τῆς καλλιεργείας ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις αὐτοῦ καὶ μείζονα ἑπομένως ἀξίαν ἀπέκτησε. Δὲν ἀγνοεῖτε ἤδη μετὰ τὰ ἐπανειλημμένως ἐκτεθέντα, ὁποῖος ἦτον ὁ κύριος καὶ οὐσιώδης χαρακτὴρ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροληπτικῶν συμβάσεων, μὴ συγχεομένων μὲ τὰς ἐδαφονομὰς ἢ ἐμφυτεύσεις. Τὸ κτῆμα ἐδίδετο ἵνα καλλιεργηθῇ, ἐκ δὲ τῶν παραγομένων καρπῶν πληρώσῃ ὁ καλλιεργητὴς μερίδα τινὰ προϊόντων, ἐκ τῆς παραγωγῆς ἐξαρτωμένην καὶ πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι, ἂν παραβῇ τὰς ὑποχρεώσεις ἃς ἀνελάμβανε περὶ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος καὶ εἰς τῆς μερίδος τὴν πληρωμὴν, νὰ ἀποκλείεται μένων ἀμέτοχος παντὸς δικαιώματος. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἴς τινας περιπτώσεις ἐζητήθη ἡ ἐπάνοδος τοῦ κτήματος, διότι ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἀγροδότου τὸ κτῆμα εἰς ἕτερον πρόσωπον μεταβίβασεν ἢ διότι ἐπὶ χρόνον τινα παρέλειψεν ὁ ἀγρολήπτης νὰ πληρώσῃ ἐλάχιστα τινὰ βάρη εἰς ἃ τὸ ἀγροληπτικὸν κτῆμα ὑπέκειτο. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν κατεδολιεύετο τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγροδότου ἄνευ ἀδείας, καὶ συνήθως τὰ βάρη ἀποκρύπτων μετεβίβαζεν ἐν παραβάσει κειμένων νόμων, τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας ἀπειλούντων, ἰδιοκτησίαν, ἣν ἔλαβεν ὅπως, καλλιεργῶν ταύτην, μέρος τῶν καρπῶν ἀπολαύσῃ. Ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ὁ γεωργὸς προσεπάθει νὰ καταστήσῃ ἐλεύθερον τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὸν δὲν ἀνῆκε, τοῦτο δὲ δὲν ἐπέτρεπον οἱ νόμοι, ἀλλὰ τὸν θέλοντα νὰ σφετερισθῇ ξένην περιουσίαν ἄλλοτε μὲν συνεννοούμενος μετὰ τοῦ ἀγοραστοῦ καὶ ἄλλοτε ἀπατῶν αὐτὸν, ἐτιμώρει, διαλυομένης τῆς ἀγροληψίας καὶ τοῦ κτήματος ἀποδιδομένου εἰς τὸν ἀρχικὸν κύριον. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν τοιοῦτον ζήτημα· ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ δεδικασμένου, καὶ ἂν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἤδη τελεσίδικοι περὶ ἐπανελεύσεως ἀποφάσεις πρὸ τοῦ 1866· ἐὰν θὰ τὰ σεβασθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὔτε κατὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, οὔτε δυνάμει τῶν ἐθίμων, οὔτε κατὰ τὰ συμβόλαια οὐδέποτε ἀπέκτησεν ὁ ἀγρολήπτης· ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου εἶναι σοβαρὰ καὶ σπουδαία, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ὑποστηρίζω.
§91ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε Κουρῆ, ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς· ἐὰν σέβησθε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὡς πρὸς τὰς ἀγροληψίας, διὰ ποῖον λόγον δὲν σέβεσθε αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐμφυτεύσεις;
§92ΚΟΥΡΗΣ. Τὸ σέβομαι.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, διότι ἀφίνετε εἰς τὸν νόμον, ὅτι δικαιοῦται ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ πληρωθῇ τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας αὔξησιν.
§94ΚΟΥΡΗΣ. Θὰ δώσω ἀπάντησιν.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι τώρα, ἔπειτα, ἐὰν θέλῃς.
§96ΚΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Κουρῆς κατήντησεν ἤδη αὐτοσύστατος, καὶ τὸ ἔδαφος εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζει τὰς ἰδέας του καθαρὸν ὡς ὁ βορβορώδης πηλὸς τοῦ παρελθόντος, ὅπερ ὡς γνήσιον τέκνον ὑπερασπίζεται βῆμα πρὸς βῆμα. Ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι κύριος τῶν ἰδεῶν, τῶν πράξεών του, ἐπομένως ἤρκει νὰ ἐπιδείξῃ τις τὴν εὐθύτητα καὶ τιμιότητα τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ὡδήγησαν τὸν κύριον τοῦτον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, παραπέμπων ἕκαστον εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθηκε. Τί σᾶς λέγει ὁ κ. οὗτος; Τί μὲ μέλει, λέγει, ἐὰν εἶναι δίκαιον ἢ ἄδικον ἡ μὴ ἀποζημίωσις τῶν χωρικῶν· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπῆρχον νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεπον ῥητῶς εἰς τὸν χωρικὸν νὰ ἀπαιτήσῃ τὰς ἀποζημιώσεις του ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως τοῦ κτήματος· ἄλλως, ἐὰν δηλαδὴ οὐδεὶς νόμος μὲ ὑποχρεοῖ ῥητῶς περὶ τούτου, ἐγὼ ὁ ἀγροδότης δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ τὸν ἀποζημιώσω, ἅμα θελήσω νὰ τὸν ἀποβάλω ἐκ τοῦ κτήματος, ἐπειδὴ ὡς δοῦλος ἀπέκτα πρὸς ὄφελος τοῦ Κυρίου· ἴσως συλλογίζεται καὶ οὕτως ὁ κύριος Κουρῆς, καθὸ κάτοχος τοῦ ἀρχαιοτέρου ῥωμαϊκοῦ δικαίου. Σᾶς ἀπέδειξα, κύριοι, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπαλάνου, ὅτι καὶ νόμοι ὑπῆρχον ὁρίζοντες τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀγρολήπτου ἐν περιπτώσει ἐπανελεύσεως τοῦ κτήματος, καὶ ἡ ἱστορία καὶ τὰ ἔθιμα, καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἄνευ ἐξαιρέσεως τάξεως, ἐπιμαρτυρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀγρολήπτου διὰ τὰς ἐργασίας καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καταβάλλει πρὸς αὔξησιν τοῦ κτήματος. Ποῖος, κύριοι, εὐσυνείδητος ἄνθρωπος δὲν ἀπεζημίωσε τὸν ἀγρολήπτην μετὰ τὴν ἐξώδικον ἢ δικαστικὴν ἐπανέλευσιν τοῦ κτήματος; Μόνον οἱ πλεονέκται, μεθ’ ὧν συσχετίζεται ὁ προαγορεύσας (θόρυβος) καὶ οὓς δικαίως μὲ τόσην θερμότητα ὑποστηρίζει, ἐγύμνωσαν τοὺς ἀθλίους ἀγρολήπτας, ὧν τὰ δάκρυα ἐπανέστησαν καθ’ ὅλης τῆς τάξεως τοῦ παρελθόντος καὶ ὑπεχρέωσαν ἡμᾶς νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν καὶ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰς ἀθλιότητας ταύτας, ἃς παρήγαγεν ἡ πλεονεκτικὴ τάσις ἀνθρώπων τινῶν λεγομένων σήμερον τιμίων, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ κεφαλὴ ἀδίκως ἀποφεύγει τὴν δικαιοσύνην τοῦ δημίου. (θόρυβος).... Ἀλλ’ ἔστι δίκης ὀφθαλμός· μὴ γίνεσθε ὑψηλότεροι.... μένετε εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ ἔπειτα ἀπαντᾶτε, κύριε Κουρῆ. Σᾶς λέγει: ὁ κ. Κουρῆς, κατέθεσεν ὁ ἀγρολήπτης κεφάλαια, ἐθυσίασε τὴν ἐργασίαν πέντε ἓξ γενεῶν· τί πρὸς τοῦτο; ἔκαμε τὸ χρέος του, ἐξεπλήρωσεν ἕνα ὅρον τοῦ συμβολαίου. Λυποῦμαι, κύριοι, τὸ θυμίαμα καὶ τὸν λιβανωτὸν, τὸν ὁποῖον καίουσί τινες ἀστόχως εἰς τοιαῦτα εἴδωλα....
§98ΤΙΝΕΣ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά; ἢ παύσατε ἢ φεύγομεν.
§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καλὴ ὥρα..... Τέλος πάντων, κύριοι, μὴ τὰ προκαλεῖτε διὰ νὰ μὴ ἀναγκάζωμαι νὰ σᾶς τὰ λέγω. Ὑποθέσατε λοιπὸν, κύριοι, δύω ἀνθρώπους, ἐξ ὧν ὁ εἷς καταθέτει τὴν γῆν, καὶ ὁ ἕτερος τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦσι μίαν διηνεκῆ ἀγροληψίαν, μεταβιβασθησομένην εἰς τοὺς κληρονόμους καὶ διαδόχους αὐτῶν ἐπάπειρον ἄνευ τῆς παραμικροτέρας ἰδέας, ὅτι θὰ διαλυθῇ ποτὲ ἡ ἀγροληψία αὕτη. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν κεφαλὴν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ὅτι, ἐὰν δὲν εἴπῃ ὅτι ἡ παραχθησομένη ἀξία τοῦ κτήματος ὡς καὶ ἡ ὠφέλεια τῶν εἰσοδημάτων εἶναι κοινὴ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατέβαλε πρὸς παραγωγὴν τοῦ κτήματος; Τοῦτο ἀληθεύει διὰ τὰς μισθώσεις, διὰ τὰς προσωρινὰς κατοχὰς, καὶ ἐν τούτοις, ἐὰν ὁ μισθωτὴς βελτιώσῃ τὸ κτῆμα, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποζημιωθῇ κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας, οἵτινες ἐπικρατοῦσιν εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι. Ἡ ἑταιρία συνεστήθη οὐχὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς αἰωνιότητος, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος τῆς καλῆς πίστεως κατέστησε κοινὴν τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην μεταξὺ τῶν συνεταίρων. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ ἔτος 1841 ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Κουρῆ καὶ τῶν συνεταίρων του ὁ νῦν Κῶδιξ, φραγκιστὶ, δι’ οὗ εἶπον εἰς γλῶσσαν ἄγνωστον εἰς τοὺς χωρικοὺς, (διότι οὗτοι δὲν ἐννοοῦν οὔτε γρῦ ἐκ τῆς ἰταλικῆς γλώσσης, ἥτις εἶναι τὸ οἰκογενειακὸν γνώρισμα καὶ χάρισμα τῶν ἀγροδοτῶν), ἐν τῇ περιπτώσει ά, βʹ, γʹ, δʹ, ἔχω τὸ δικαίωμα ἐγὼ ὁ ἀγροδότης νὰ διαλύω τὸ συμβόλαιον· ἀλλ’ ἐνῷ ἐπιβάλλω τὴν διάλυσιν, δὲν προσδιορίζω συγχρόνως τί θὰ γενῇ καὶ ἡ ἀποζημίωσις, ἀφοῦ διαλύεται ἡ ἑταιρία ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν λέγεταί τι περὶ συγκυριότητος. Ἄρα, λέγει ὁ κ. Κουρῆς μὲ τὴν συνήθη γλῶσσαν τῆς αὐστηρᾶς τιμιότητος, δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω τίποτε εἰς τὸν ἀγρολήπτην, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει τίποτε. Κύριε Κουρῆ, ἐὰν ὁ νόμος ὁ ἰδικός σας δὲν λέγῃ τίποτε, ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους, ἡ συνείδησις τῶν 180 βουλευτῶν, ἠξεύρετε τί λέγει; λέγει, ὅτι εἶναι ἄτιμος ὁ γυμνόνων τὸν ἄλλον καὶ ἀφαιρῶν τὰ κεφάλαια καὶ τοὺς ἱδρῶτάς του ἄνευ ἀποζημιώσεως. Τὴν ἀποζημίωσιν ἐπιβάλλει ὁ Κῶδιξ τῆς συνειδήσεως τῆς ἀνθρωπότητος, ὅστις εἶναι ἐπικρατέστερος τοῦ Κώδικός σας τῶν μαρκουλίνων τοῦ 1841. Φαίνεται ὅτι ἐφοβήθη, κύριοι, μὴ τὰ ἐπιχειρήματά του ταῦτα δὲν πείσωσι τὴν Βουλὴν, καὶ ἔσπευσε νὰ προσθέσῃ καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ τοῦ δεδικασμένου. Ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστὸν, ἀλλὰ τὸ ἐννοῶ, καὶ τὸ ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ἡ κοινωνία τῆς Ἑλλάδος, ἅπασα ἡ ἀνθρωπότης, ὄχι ὡς τὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Κουρῆς καὶ τὸ χαρακτηρίζει μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς αὐστηρᾶς τιμιότητος καὶ τῆς ὑψηλῆς νομομαθείας καὶ νοημοσύνης. Τὸ δεδικασμένον ἔχει ὅριον τὰς σχέσεις μεταξὺ δύω ἀντιδίκων διὰ πρᾶγμα ὡρισμένον καὶ ὑφ’ ἣν ἔποψιν ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον δικαστικῆς ἐρεύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουρῆς τί σᾶς εἶπεν; ἐὰν δὲν ἐπροσέξατε, σᾶς ὑπενθυμίζω ἐγὼ τί εἶπε. Τὸ κτῆμα ἐπανελήφθη, εἶπεν, ὑπὸ τοῦ κτηματοδότου διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀφ’ οὗ ἐπαληθεύθησαν δικαστικῶς αἱ περιπτώσεις αἵτινες κατὰ τὸν νόμον ἐπιφέρουσι τὴν ἐπανέλευσιν. Ἄρα, εἶπεν, ἀφ’ οὗ ἡ ἐπανέλευσις ἐγένετο διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, πῶς δυνάμεθα τώρα νὰ δώσωμεν ἓν δικαίωμα ἀποζημιώσεως τῶν βελτιώσεων ἐπὶ κτημάτων δικαστικῶς ἐπαναληφθέντων; Δὲν προσβάλλομεν, λέγει, τὸ δεδικασμένον; Κύριοι, ἄλλο τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπαληθεύσεως τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς κατὰ τὸν νόμον ἐπέρχεται ἡ ἐπανέλευσις, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ ἓν εἶναι χωριστὸν τοῦ ἄλλου· π. χ. δύναμαι νὰ διαῤῥήξω ἓν συμβόλαιον πωλήσεως καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὸ κτῆμά μου δι’ ἕνα νόμιμον λόγον, δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως· ἄρα, ἐὰν ὁ ἀγοραστὴς, ὅστις κατεδικάσθη νὰ μοῦ ἀφήσῃ τὸ κτῆμα, ζητήσῃ τὰς ἀποζημιώσεις του, προσβάλλει τὸ δεδικασμένον! Τοῦτο εἶναι τ’ αὐτὸ μὲ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις ἀφορᾷ τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου, καὶ ὄχι τὰ ἄλλα δικαιώματα τοῦ ἀγρολήπτου τὰ μὴ ἀποτελέσαντα ἀντικείμενον δικαστικῆς ἐρεύνης, καὶ περὶ ὧν ἑπομένως οὐδόλως διέλαβεν ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Πῶς λοιπὸν προσβάλλεται τὸ δεδικασμένον, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον 74 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν πρὸ τοῦ 1866 διαταχθεισῶν ἐπανελεύσεων; Ἀπορῶ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Τότε βεβαίως ἤθελε προσβληθῇ τὸ δεδικασμένον, ἐὰν ἔλεγε τὸ ἄρθρον, ὅτι αἱ περὶ ἐπανελεύσεως δικαστικαὶ ἀποφάσεις αἱ πρὸ τοῦ 1866 δημοσιευθεῖσαι ἀκυροῦνται, οἱ δὲ ἀγρολῆπται ἀναλαμβάνουσιν ἀκέραια τὰ δικαιώματά των. Τοιαύτην διάταξιν μόνον δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὡς προσβάλλουσαν τὸ δεδικασμένον, καὶ ταύτην πάντες ἀποκρούομεν ὡς παραβιάζουσαν τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς κοινωνικῆς ὑπάρξεώς μας. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὁ κ. Κουρῆς μὲ τὰ συνήθη λιγυρὰ παράπονά του· «πρὸς θεοῦ, ἕλληνες βουλευταὶ, μὴ ἀκούετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι ἰδοὺ συμβόλαια πρὸ τοῦ ἔτους 1841, τὰ ὁποῖα λέγουσιν, ὅτι ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἀγροληψίας δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως ὁ ἀγρολήπτης». Ἔ! Κύριε Κουρῆ, παρὰ πολὺ μετεχειρίζεσαι τὰ μέσα τῆς καλῆς πίστεως διὰ νὰ καλύψῃς τὴν κερδοσκοπίαν τῆς κακοπιστίας. Τίς ἐτόλμησε ποτὲ νὰ εἴπῃ ὅτι ὅπου συνεφωνήθη οὕτως, ὁ νόμος πρέπει νὰ διατάξῃ τὸ ἐναντίον; Τὸ ἄρθρον 74 τηρεῖ ἱερὰ καὶ ἀπρόσβλητα τό τε δεδικασμένον καὶ συμπεφωνημένον. Ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐξασφαλίζει ἀρκούντως τό τε δεδικασμένον καὶ συμπεφωνημένον, δύνασθε, κύριοι, νὰ εἴπητε ῥητῶς «ἐκτὸς τοῦ δεδικασμένου καὶ πάσης ἐναντίας συμφωνίας μεταξὺ τῶν μερῶν.» Δὲν προχωρῶ, κύριοι, διότι ἀπέκαμα μόνος μου ἀπέναντι δύω δικηγόρων συστηματικῶς παραμορφούντων τὰ πράγματα, ὅπως ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ὑποτιθεμένης ὑμετέρας ἀγνοίας περὶ τὰ Κερκυραϊκά.
§100ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλω διὰ νὰ ἔλθω εἰς προσωπικότητας πρὸς τὸν Κ. Κουρῆν, τὸν ὁποῖον τὸν γνωρίζετε ὅλοι. (γέλως). Κύριοι, εἶμαι στρατιώτης τῆς πατρίδος. Τοῦτο τὸ γνωρίζετε ὅλοι, καὶ τὸ μαρτυροῦν τὰ πάθη καὶ τὰ μαρτύριά μου, καὶ ἡ μία πτέρυξ καὶ ἡ ἑτέρα, καὶ οἱ κκ. ὑπουργοὶ δύνανται νὰ μαρτυρήσουν, ἐάν ποτε ἐγὼ τοὺς ἐκολάκευσα ἢ τοὺς ἐπολέμησα ἀδίκως. Τὸ νὰ ἀνέρχεται ἐνταῦθα ὁ κ. Κουρῆς καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν σοῦ ἀπαντῶ, τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῶ. Κύριε Κουρῆ, ἐὰν ἤθελον φέρει αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελεν ἔλθει ἡ Βουλὴ ἄνω κάτω· διότι ὅ,τι γίνεται εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Κερκύρας ἀπὸ ὑμᾶς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἡμᾶς. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀναπτύξω τὰ πάθη καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰ μαρτύρια, τὰ ὁποῖα μία τάξις δὲν καταδέχεται νὰ ἐκδικήσῃ, ἀλλὰ τὰ καταπίνει ὅλα, τότε θέλετε ἐννοήσει τὰ δεσμὰ, ὑφ’ ὧν κρατοῦνται. Ἐὰν ἔγεινεν ἡ ἱερὰ ἕνωσις, δὲν ἔγεινεν ἐκ τῶν κτηματιῶν ἐκείνων, ἀλλ’ ἔγεινεν ἐκ τοῦ λαοῦ ἐκείνου τῆς ἐξοχῆς τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ζακύνθου· ὁ λαὸς τῆς ἐξοχῆς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔκαμε τὴν ἕνωσιν, οἱ τιμαριοῦχοι δὲν τὴν ἤθελον, ἀλλὰ ἤθελον νὰ δεσμεύουν καὶ νὰ τυραννοῦν. Εἶναι δὲ πολλὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἀποσιωπῶ, διὰ νὰ μὴ δείξω ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς Ἑπτανήσου καὶ ὄχι νὰ μείνουν κατόπιν τῆς ἱερᾶς ἑνώσεως καὶ ζητοῦν σήμερον νὰ δεσμεύσουν αὐτοὺς τοὺς λαούς. Σᾶς λέγω ὅτι οἱ λαοὶ αὐτοὶ εἶναι δεσμευμένοι, τὰ λοιπὰ τὰ παραλείπω.
§101ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἄρθρον, κ. πρόεδρε.
§102ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νὰ λείψουν αἱ λέξεις «ἀγρολήπτην» καὶ «ἀγροληπτικῶν.»
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῶν δύω λέξεων «ἀγρολήπτην» καὶ «ἀγροληπτικῶν» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§104ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἄρθρον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυπριάδης τί λέγει; Νὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς τροπολογίας του;
§106ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται ὁ κ. Κυπριάδης.
§107ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τὴν δέχομαι ἐγώ.
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη.
§109ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γυμνώσωμεν κἀνένα.
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οὔτε ἡμεῖς θέλομεν νὰ γυμνώσωμεν, οὔτε ὅμως ἀφίνομεν νὰ μᾶς γυμνώσωσιν ἄλλοι.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίστευα νὰ μὴν ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις περὶ τούτου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριοι;
§113ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς τροπολογίας μου.
§114ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς τῶν ἐκπτώσεων, καθ’ ἃς ὑπάρχει ἐναντία ἀπόφασις ἢ συμφωνία τῶν μερῶν.»
§115ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀποῤῥίψατε τὰς ἀποφάσεις.
§116ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ λέξις «δικαστικῶς» ν’ ἀπαλειφθῇ.
§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐννοεῖ περὶ τῶν ἀποζημιώσεων.
§118ΜΠΑΛΑΝΟΣ. «Ἐκτὸς ἐὰν ἀπόφασις δικαστικὴ λέγῃ τὸ ἐναντίον, ἢ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία συμφωνία τῶν μερῶν.»
§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 75. «Μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκτελέσεως τῆς περὶ ἐπανελεύσεως τελεσιδίκου δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁ ἐμφυτευτὴς, ἀγρολήπτης ἢ ἐδαφονομεὺς δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐπανέλευσιν καταβάλλων τῷ ἀντιδίκῳ αὑτοῦ τὰ ὀφειλόμενα λόγῳ κανόνος ἢ μεριδίου μετὰ τοῦ τόκου καὶ τὰ προσηκόντως ἀποδεδειγμένα ἔξοδα.»
§121ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τὸ τέλος, ἀντὶ «ἔξοδα» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «δικαστικὰ ἔξοδα.»
§122ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κ. Κωσταντᾶ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη ὡς ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 76. «Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 21, 23 ὡρισμένα ἰσχύουσι καὶ εἰς τὰς περὶ διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν, ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομιῶν καὶ περὶ ἐπανελεύσεως δίκας.»
§124ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 77.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω δύω ἄρθρα περὶ τῶν προνομίων καὶ ὑποθηκῶν. Ἠξεύρετε, ὅτι, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τις ἓν κτῆμα ἀσφαλῶς, ὀφείλει, πανταχοῦ τοῦ πολιτισμένου κόσμου, νὰ συμβουλευθῇ τὰ βιβλία τὰ δημόσια, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ μὴ διακινδυνεύσῃ τὰ κεφάλαιά του, ἀγοράζων κτήματα βεβαρυμένα μὲ προνόμια ἢ προγενεστέρας ὑποθήκας. Ἐννοῶ δὲ πολὺ καλῶς, ὅτι ὅστις ἐν γνώσει διακινδυνεύσῃ καὶ ἀπόλλυσι τὰ κεφάλαιά του μὴ συμβουλευόμενος τὰ βιβλία, δικαίως ζημιοῦται, καὶ μόνον τὸν ἑαυτόν του δύναται νὰ μεμφθῇ· ἀλλ’ ἐὰν ἐν ἀγνοίᾳ, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι δημόσιον ἀδίκημα. Ἐξηγοῦμαι. Μολονότι ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ ἔχομεν βιβλία ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, οὐχ ἧττον ὅμως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἄγραφοι ὑποθῆκαι καὶ προνόμια, αἵτινες ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν ἀγροληπτικῶν, ἐμφυτευτικῶν καὶ ἄλλων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μεταγεγραμμένα εἰς τὰ βιβλία τῆς δημοσιότητος. Τώρα, ἐγὼ ἀγοράζων ἓν κτῆμα, συμβουλεύομαι τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῆς μεταγραφῆς, καὶ βλέπων ὅτι αὐτὸ δὲν ἐπιβαρύνεται ὑπ’ οὐδενὸς πραγματικοῦ δικαιώματος τρίτου, ἐν καλῇ τῇ πίστει τὸ ἀγοράζω. Ἀφοῦ δὲ δεκαπλασιάσω τὴν ἀξίαν αὐτοῦ διὰ τῶν βελτιώσεων, παρουσιάζεται ὁ ἄγραφος ἐνυπόθηκος δικαιοῦχος μὲ ἓν κατάστιχον προκατακλυσμιαῖον, λέγων, ὅτι ἔχει δικαίωμα εἰσπράξεως ἐδαφονομικῶν δικαιωμάτων καὶ προνόμια ἐπὶ τῆς κυριότητος τοῦ κτήματος. Μετὰ πολυχρονίους καὶ πολυδαπάνους δίκας, οὗτος ἀπαιτεῖ, λαμβάνει τὸ κτῆμα, καὶ ὁ ἀγοραστὴς ἀπόλλυσι τὸ κτῆμα, τὰ κεφάλαια καὶ ὑποχρεόνεται νὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ καθυστεροῦντα τοῦ πρώτου κατόχου τοῦ κτήματος. Αὐτὴ ἡ κατάστασις, κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἡμιβάρβαρος, εἶναι καὶ πολὺ ἐπιζήμιος εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ μεταγράψουν καὶ νὰ ἐγγράψωσιν οἱ δικαιοῦχοι αὐτὰ τὰ δικαιώματα εἰς τὰ βιβλία τὰ δημόσια, καὶ ὁ ἀγοραστὴς νὰ μὴ διακινδυνεύῃ τὰ κεφάλαιά του· διότι ποῖος ἀποφασίζει νὰ γείνῃ ἰδιοκτήτης ἐν Κερκύρᾳ, ἀφοῦ ἠξεύρει ἐκ προοιμίων, ὅτι ἐνδέχεται νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν περιουσίαν του καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ καθυστερηθέντα χρέη τοῦ κατόχου; Ὥστε δὲν χάνει μόνον τὰ κεφάλαια τῆς ἀξίας, ἣν εἶχε τὸ κτῆμα ὅτε ἠγοράσθη, καὶ τῆς ἀξίας, καθ’ ἣν ἐβελτιώθη, ἀλλὰ περιπλέον ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ καθυστερηθέντα χρέη τοῦ πωλητοῦ.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι εἶναι σύμφωνοι καὶ δεχόμεθα τὰ ἄρθρα ταῦτα· ὅταν θὰ συναρμολογηθῇ ὅλον τὸ νομοσχέδιον, τότε τὰ συναρμολογοῦμεν.
§128ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὥστε ἡ ἀρχὴ τῶν ἄρθρων αὐτῶν γίνεται παραδεκτή;
§129ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 78.
§131ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀπαλείφεται.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 79. «Πᾶσα ἐξ ἀγροληψίας, μεταφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς προγενεστέρα τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλὴ, εἰς χρήματα ἢ καρποὺς συνισταμένη, ὡς καὶ πᾶσα ὀφειλὴ πηγάζουσα ἐκ τῶν λεγομένων πάκτων καὶ προστυχίων, δικασθεῖσα ἢ μὴ, πληρόνεται εἰς δέκα ἴσας δόσεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων ὅμως δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐλάσσων τῶν εἴκοσι δραχμῶν. Ἐὰν ἡ ἀρχικὴ ὀφειλὴ προκύπτῃ ἐκ καρπῶν, ἀποδίδονται οὗτοι αὐτούσιοι. Ἡ πρώτη δόσις εἶναι πληρωτέα κατὰ Μάρτιον τοῦ 1868 ἔτους, αἱ δὲ λοιπαὶ κατὰ Μάρτιον ἑκάστου ἔτους. Καθυστεροῦντος τοῦ ὀφειλέτου τρεῖς διαδοχικὰς δόσεις, γίνεται αὐτοδικαίως ἀπαιτητὴ ἅπασα ἡ ὀφειλή.»
§135ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀφορμὴν λαμβάνω, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀθλίας καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς προθέσεως τοῦ νὰ ἐπιμένω πάντοτε ἐπικαλούμενος ὑμᾶς ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἡ πρώτη δόσις τῶν καθυστερούντων, περιλαμβανομένων καὶ τῶν τοῦ ἔτους 1867, κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1868. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐφέτος οἱ χωρικοὶ Κερκύρας θὰ λιμοκτονήσουν ἕνεκα τῆς ἀπολύτου ἀφορίας καὶ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως τῶν κεφαλαίων. Διατί λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸν Μάρτιον τοῦ 68 θὰ πληρώσουν, ἐνῷ τοῦτο ἀδύνατον; Φρονῶ ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο παρὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς στρεψοδικίας, αἵτινες μόνον τοὺς δικηγόρους θέλουσιν εὐχαριστήσει. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ πρώτη δόσις θέλει γείνει ἐντὸς τοῦ ἔτους 1868, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἀκόλουθα ἔτη θέλουν γίνεσθαι αἱ πληρωμαὶ ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή.
§136ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§137ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ φράσις, κύριοι, «πᾶσα ἐξ ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς προγενεστέρα τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλὴ» τοῦ 79 ἄρθρου περιλαμβάνει, ὡς ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τὰ καθιστάμενα ἀπαιτητὰ κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ προσεχοῦς Δεκεμβρίου; διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι πολὺ σκοτεινή.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δὲν εἶναι σκοτεινή.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δεκτὸν τὸ 79 ἄρθρον μὲ τὰς διασαφήσεις καὶ προσθήκας τοῦ Κ. Κωσταντᾶ.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 80. «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει διὰ τὴν Κέρκυραν, ἐκτὸς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 70–76, αἵτινες ἰσχύουσι καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους τοῦ πρώην Ἰονίου κράτους.»
§142ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 80, διότι πολλὰ τῶν ἄρθρων ἐτροπολογήθησαν καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωσι καὶ οἱ λοιποὶ βουλευταί.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ μόνον τὸ προεδρεῖον νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν Κ. Μπαλάνον, Κουρῆν, Κωσταντᾶν, Κυπριάδην κλπ. διὰ νὰ συγχωνεύσῃ, διαιρέσῃ καὶ ἐν γένει συναρμολογήσῃ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ βλάβης τῆς ἐννοίας, καὶ τότε τὸ τυπόνουν καὶ τὸ παρουσιάζουν καὶ παραδεχόμεθα τὸ σύνολον.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 3 καὶ 15/60).