| 42 | Κεφ. | 19. | Ἑδαφονόμια κτλ. ἐν Ἑπτανήσῳ | δραχ. | 50,000 | |
| 43 | » | 20. | Χρεωλυτικὸν δάνειον ἐκ δρ. 1,500,000 | » | 75,000 | |
| 44 | » | 125,000 |
1867.10.10
1.644 στίχοι · 14.094 λέξεις · 1 πίνακας · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1867.
(Τρίτη.)
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχης Μ. Μπελῖνος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ σύνταξιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζερβὸς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Κ. Χατζίσκου περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· ἔχει ὡς ἑξῆς. «Θέλουν ἀπολέσει ἐπίσης τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὀφειλέται, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἔχουσιν εἰδικὴν ἢ γενικὴν ὑποθήκην ὁποιουδήποτε πιστωτοῦ.» Οἱ βουλευταὶ Γόντικας καὶ Βουκίδης ὑπέβαλον πρότασιν νόμου ἔχουσαν οὕτω· «Συνιστᾶται τρίτον ἐφετεῖον ἐν Πελοποννήσῳ, εἰς Τρίπολιν, περιλαμβάνον τὰ πρωτοδικεῖα τῶν νομῶν Ἀρκαδίας, Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας.»
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς Ἀπόστολος Καζάζης, ἀπαλλαγεὶς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας διὰ Β. Διατάγματος, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν εἰς τὸν στρατὸν ἐπάνοδόν του.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται διὰ τρίτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν Α. Α. Μεγαλειοτήτων δραχ. 25,000.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο λοιπὸν παραδεκτὸν διὰ τρίτην φοράν. Ἔχομεν διὰ τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκτάκτου ἐκ δραχμῶν 125,000 διὰ τὰ ἐδαφονόμια τῆς Ἑπτανήσου. «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1866 χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν εἴκοσι πέντε χιλιάδων, ἀριθ. 125,000 καταλογιζομένη εἰς τὰ ἑξῆς εἰδικὰ κεφάλαια.
| Κεφ. | 19. | Ἑδαφονόμια κτλ. ἐν Ἑπτανήσῳ | δραχ. | 50,000 |
| » | 20. | Χρεωλυτικὸν δάνειον ἐκ δρ. 1,500,000 | » | 75,000 |
| » | 125,000 |
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον διὰ τρίτην φοράν. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Δημητριάδης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβιβάσεως τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων.
§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁσάκις εἰς τὴν Βουλὴν φέρεται νόμος εἴτε γενικὸς, εἴτε τροποποιῶν ἄλλον νόμον, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀναπόφευκτος, ἂν εἶναι λυσιτελὴς, ἂν εἶναι νόμος θεραπεύων ἀνάγκας γενικὰς ἢ εἶναι νόμος θεραπεύων συμφέροντα τοπικά· ἂν ᾖναι νόμος δυνάμενος νὰ ἐκτελεσθῇ. Διότι, κύριοι, ἡ ἐπιψήφισις νόμου μὴ ὄντος χρησίμου εἶναι ἐπιβλαβὴς, ἡ ἐπιψήφισις νόμου μὴ ὄντος γενικοῦ ἀλλ’ ὑπηρετοῦντος συμφέροντα ἀτομικὰ, εἶναι ἐπιβλαβεστάτη· ἡ δὲ ἐπιψήφισις νόμου μὴ δυναμένου νὰ ἐκτελεσθῇ εἶναι ματαιοπονία. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ψηφίζωμεν νόμους μὴ χρησίμους, διότι φέρομεν χάος, φέρομεν τὴν νάρκην καὶ τὴν παραλυσίαν εἰς τὸν λαὸν, μεταβάλλομεν τὴν καλὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἀτομικοὺς, διότι διχοτομοῦμεν τὸ ἔθνος, ἀναῤῥιπίζομεν τὰ μίση τὰ φυλετικὰ καὶ ἐπεκτείνομεν τὴν διαίρεσιν ἐπ’ ἄπειρον. Ταῦτα λέγω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νόμους αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο μόνον· ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμους, πρέπει νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν χρησιμότητα αὐτῶν εἰς τὴν κοινωνίαν, διὰ τὴν ὁποίαν νομοθετοῦμεν· ὅταν τὴν κοινωνίαν δὲν δυνάμεθα νὰ πείσωμεν, ὅτι νομοθετοῦμεν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν πείσωμεν νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους αὐτούς. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον φέρει σήμερον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἶναι ἀναγκαῖος, ἂν εἶναι νόμος ἀτομικὸς, ἂν εἶναι νόμος γενικός. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς λέγει, ὅτι πέρυσιν ἐψηφίσατε νόμον, δι’ οὗ ἐπετρέψατε τὴν σύστασιν πρωτοδικείων καὶ ἀνεθέσατε τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἕδρας αὐτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἐσκέφθητε, ἐβασανίσατε τὸν νόμον τοῦτον καὶ εἴδατε, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ δικαστήριον εἰς τὴν Ἄμφισσαν· ἀπεστείλατε τοὺς δικαστὰς ἐκεῖ, ἐγένοντο δοξολογίαι, ὅλον τὸ δικαστήριον συνεδρίασεν, ἀλλ’ εὗρεν ὅτι δὲν δύναται νὰ δικάσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας εἰς τὸ πρωτοδικεῖον τῆς Λαμίας, καὶ ἐφέρατε νόμον διὰ τοῦτο, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζετε ὡς γενικὸν, διότι λέγετε εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον· «Αἱ ἐνώπιον τῶν πρὸ τοῦ νόμου ΣΚΑʹ. ὑπαρχόντων πρωτοδικείων ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, πολιτικαὶ, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ, αἱ ὑπαγόμεναι δυνάμει τῶν ἐκδοθέντων καὶ ἐκδοθησομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδίου νόμου διαταγμάτων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν συστηθέντων ἢ συστηθησομένων πρωτοδικείων κτλ.» καὶ μᾶς δεικνύετε κατ’ ἐπιφάνειαν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι γενικὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤνοιξε τὸν κατάλογον καὶ ὅτι λαβοῦσα τὸν γεωγραφικὸν χάρτην ἀνὰ χεῖρας, κατὰ πρῶτον ἀπήντησε τὴν Ἄμφισσαν· καὶ ἐπειδὴ ἀπήντησε τὰς δυσκολίας αὐτὰς καὶ θέλει τώρα νὰ φθάσῃ μὲ ἕνα νόμον, μᾶς δεικνύει, ὅτι σκοπεῖ νὰ ἀτενίσῃ καὶ μέχρι τῆς Γορτυνίας, τῆς Κορίνθου, τῆς Λεβαδείας κτλ. καὶ λέγει, σπεύσατε, εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ψηφίσατέ το. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξηγηθῶμεν καθαρὰ, καὶ τὴν καθαρὰν ἐξήγησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀκούωμεν πάντοτε, διότι θέλομεν πάντοτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πολιτικὸν θάῤῥος. Εἴπομεν πάντοτε, ὅτι δὲν φέρομεν διάκρισιν μεταξὺ Ἀμφίσσης, Γορτυνίας, Κορίνθου κτλ. δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσί τινες νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ Ἄμφισσα εἶναι ἐπαρχία μου, ὅτι τὸ δικαστήριον εἶναι τῆς ἐπαρχίας μου, τῶν φίλων μου. Διατεινόμεθα, ὅτι ἡ Ἄμφισσα δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸν Κύριον Κεχαγιᾶν, οὔτε εἰς τὸν Κύριον Καραλίβανον, δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Ἀμφίσσης ἔχει νὰ δικάζῃ οὐ μόνον τὰς μεταξὺ τῶν κατοίκων σχέσεις τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἂν περὶ τούτου κάμνωμεν λόγον, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐκφράσωμεν παράπονα, διότι εἰς τὰς ἰδικάς μας ἐπαρχίας δὲν ἔγειναν πρωτοδικεῖα, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ ἐμπνέῃ εἰς τοὺς κατοίκους, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε διὰ τὴν Ἄμφισσαν δὲν τὸ ἔπραξε δι’ ἀτομικὸν συμφέρον, διότι σήμερον ὁ κόσμος ὑποθέτει, ὅτι τὸ πρωτοδικεῖον ἐκεῖνο τῆς Ἀμφίσσης συνέστη μόνον καὶ μόνον διότι ἡ Ἄμφισσα ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ ὑπουργόν. Ὁ νόμος αὐτὸς, ἂν καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν, ὅτι εἶναι νόμος γενικὸς, εἶναι νόμος ἀτομικὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ συμφέροντα καὶ δικαιώματα μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς ἄλλας. Πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον χωρὶς νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ συστηθῶσι καὶ τὰ πρωτοδικεῖα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας. Πρέπει προτοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον νὰ μᾶς εἴπουν οἱ ὑπουργοὶ ἂν θὰ κάμουν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας πρωτοδικεῖα· καὶ δὲν πρέπει νὰ παραξενευθῆτε διὰ τοῦτο, διότι τὴν μεταβολὴν τῆς διαιρέσεως εἰς 10 ἢ 15 νομοὺς τὴν παρεδέχθημεν ὡς ἀναγκαίαν, ὡς συμφέρουσαν εἰς τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σχέσεων. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι θεραπεύονται ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, ἂν ἐπιψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτόν. Τὸ πρωτοδικεῖον τῆς Λαμίας, εἰς ὃ ὑπάγονται αἱ δίκαι αὐταὶ, δὲν ἔχει ὑποθέσεις πλειοτέρας τῶν 1000, ἐν ᾧ τὰ ἄλλα πρωτοδικεῖα ἐπιβαρύνονται καὶ αἱ ἀποστάσεις εἶναι μεγαλεῖτεραι καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας δυσχερέστερα· λοιπὸν καὶ αἱ ἀνάγκαι συστάσεως δικαστηρίων εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὑπῆρχον ἀναπόφευκτοι, καὶ ἔπρεπε νὰ θεραπευθῶσι. Φρονοῦμεν, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ δειχθῇ ἀξιοπρεπέστερον, εἰλικρινέστερον, θὰ αὐξήσῃ τὴν πίστιν του περισσότερον, ὅταν ἔλθῃ καὶ μᾶς εἴπῃ, ὅτι θέλω συστήσει καὶ ἄλλα δικαστήρια, καὶ ποῖα. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἂν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, πρέπει νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου μέχρις οὗ συστηθοῦν καὶ τὰ ἄλλα δικαστήρια· διότι ἄλλως καταντᾷ νόμος καθαρῶς ἀτομικὸς, ἀφορῶν τὰ συμφέροντα μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολήν.
§15ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ἀκούων τὸν Κύριον Δημητριάδην, νομικὸν ὄντα, νὰ ὁμιλῇ σήμερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος περὶ χρησιμότητος τοῦ νόμου· λυποῦμαι, λέγω, νὰ θέλῃ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀφορᾷ μόνον μέρη, τὰ ὁποῖα ἐκέντησαν τὴν καρδίαν του, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ γενικὸν, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ νόμων τοὺς ὁποίους βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ τῆς προσηκούσης ἀκριβείας, ὅπως ἀποδειχθῇ καθαρώτερον ἡ χρησιμότης αὐτῶν. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ νόμων, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ὑποκρύπτουν μυστήρια, τὰ ὁποῖα μόνον νομομαθεῖς δύνανται νὰ ἀποκαλύψουν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ἐκτεταμένης μελέτης δυναμένης νὰ φωτίσῃ καὶ ἡμᾶς τοὺς μὴ νομικούς, βεβαίως ὁ κύριος Δημητριάδης ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀναβολὴν καὶ νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐρεύνης νὰ ὑποδείξῃ εἰς ἡμᾶς τὴν χρῆσιν ἢ μὴ αὐτῶν· ἀλλ’ ἐδῶ, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ ἑνὸς ἑρμηνευτικοῦ ἁπλῶς νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύνην τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἤθελε ν’ ἀναδεχθῇ μόνον καὶ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διότι πᾶσα ἑρμηνεία νόμου ἀνατίθεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τί συμβαίνει, κύριοι, εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν; Ὅπως γνωρίζετε ὅλοι, ἀπεφασίσθη νὰ συστηθῶσιν ἕνδεκα δικαστήρια· ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἡ κυβέρνησις βεβαίως καὶ τότε καὶ τώρα, πιστεύω, ἔχει ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ συστήσῃ αὐτὰ τὰ δικαστήρια. Ἐσύστησε τρία καὶ δὲν μένει ἀμφιβολία, ὅτι μετὰ τὰ τρία ταῦτα θέλουν βεβαίως συστηθῆ καὶ τὰ ἄλλα· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρουσιάζεται ἡ δυσκολία αὕτη, ἡ δυσκολία τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, καὶ ἰδοὺ ἔρχονται ἀμέσως εἰς σύγκρουσιν. Τί πρέπει νὰ κάμῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ὑπουργεῖον; νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὥρισε διὰ τοῦ διατάγματος, νὰ ἀναδεχθῇ μίαν μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ, ἂν θέλετε, ἀπέναντι καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἢ νὰ ζητήσῃ μίαν ἑρμηνείαν παρὰ τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, ὅτε συμβαίνει νὰ συνεδριάζῃ; (θόρυβος). Ὁ κύριος Δημητριάδης ἤθελε νὰ ῥίψῃ μομφὴν, διότι ἐσύστησε τὸ δικαστήριον τῆς Ἀμφίσσης πρῶτον καὶ διότι, λέγει, δὲν ὑπῆρχε καμμία δυσχέρεια, ὑπῆρχον ἕτεραι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον μεγαλειτέρας δυσχερείας καὶ περισσοτέρας ἀνάγκας· τοῦ λέγω ὅτι δὲν γνωρίζει τὰς ἐπαρχίας· ἂν κατὰ πεποίθησιν εἶπε τοῦτο, δὲν ζῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂν θέλετε νὰ ἐξετάσητε, αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι εἰς τὰς ὁποίας πρὸ πάντων εἶναι αἱ μεγαλείτεραι δυσχέρειαι εἶναι ἴσα ἴσα ἐκεῖναι διὰ τὰς ὁποίας ἐξεδόθησαν καὶ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα. Ποῦ κεῖται ἡ Ἄμφισσα καὶ ποῦ οἱ κάτοικοι τῆς Παρνασσίδος καὶ Δωρίδος πρέπει νὰ τρέχωσιν ἵνα εὕρωσι δικαιοσύνην; Εἰς τὰ μεθόρια, καὶ ὅταν λέγω εἰς τὰ μεθόρια, μὲ ἐννοεῖτε.
§16Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπ’ ἐδῶ εἰς τὴν Ἀμερικήν.
§17ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐξετάσατε, κύριοι, διὰ νὰ ἰδῆτε καθαρῶς ποῦ ἀλλοῦ ἀπαντῶνται σήμερον αἱ μεγαλείτεροι δυσχέρειαι παρὰ εἰς ἐκεῖνον τὸν νομόν. Ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ διάδικοι, ἐκκινοῦντες ἀπέξω ἀπὸ τὴν Ναύπακτον ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν Λαμίαν, ἔχουσιν ἀσφάλειαν; Ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις δικαστηρίων, δὲν ἦτο δίκαιον νὰ γείνῃ ἡ σύστασις τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ; Λυποῦμαι πολὺ ὅτι θέλετε, Κύριε Δημητριάδη, ἐκ προθέσεως κακῆς νὰ παραγνωρίσητε μίαν ἀλήθειαν· ἐπεθύμουν νὰ μοὶ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὰς μεγαλειτέρας ἀνάγκας, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην. Ζῆτε εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ δὲν γνωρίζετε πῶς ζῶμεν ἡμεῖς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα· ἵνα τὰ μάθητε πρέπει νὰ ὑπάγητε νὰ ζήσητε ἐκεῖ, καὶ τότε νὰ μάθητε νὰ ὁμιλῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ δυσχερειῶν. Ἰδοὺ, Κύριοι, καὶ μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας ἀνάγκας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὴν σύστασιν ἑνὸς τοιούτου δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκουσι τοὐλάχιστον δικαιοσύνην. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν ἐδῶ, ἂν κατὰ προτίμησιν ἐσυστήθη ἐνταῦθα ἢ ἐκεῖ δικαστήριον· ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ ὅλων, ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα· δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι τὰ δικαστήρια τὰ ἔχετε πρὸ τῶν θυρῶν τῆς πόλεως, δὲν ἀπέχετε παρὰ 10 ὥρας. Δύνασθε νὰ κάμητε ἕνα περίπατον, ἂν θέλητε νὰ κρίνητε τὰς ὑποθέσεις σας· ἡμεῖς ὅμως εὑρισκόμεθα εἰς διαφορετικὴν θέσιν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ συστηθῇ τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ δικαστήριον ὑπάρχει· ἔρχεται νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν καὶ σᾶς λέγει· κύριοι, τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, αἵτινες ὑπῆρχον εἰς τὸ πρωτοδικεῖον τῆς Λαμίας, τί πρέπει νὰ τὰς κάμωμεν; νὰ δώσω τὴν ἄδειαν εἰς τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο τῆς Λαμίας νὰ τὰς ἐκδικάσῃ, ἢ νὰ τὰς στείλω εἰς τὸ δικαστήριον Παρνασσίδος; Δι’ ἡμᾶς, κύριοι, εἶναι ἀδιάφορον ἂν σήμερον μᾶς εἴπετε, ὅτι θὰ δικασθῶμεν, ὅτι θὰ μᾶς στείλετε εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας, διότι ἐκεῖ θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς δίκας μας· ἂν δὲ εἰς τὸ τῆς Παρνασσίδος, νὰ τὰς μεταφέρωμεν εἰς τὴν Παρνασσίδα· ὥστε μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ μᾶς βλάψητε ἢ θὰ μᾶς ὠφελήσητε· τὸ συμφέρον μόνον ἁπάντων εἶναι νὰ μὴ ἔχωσι τὰς ὑποθέσεις των ἐκκρεμεῖς, νὰ μὴ μένωσιν ἄνθρωποι προφυλακισμένοι καὶ νὰ μὴ προξενῶνται δυστυχήματα, βλάβαι, ζημίαι· ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἰπῆτε ποῦ θὰ μᾶς στείλετε, ζητοῦμεν νὰ μὴ μᾶς ἀφήσητε μετεώρους. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον· ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔρχεται καὶ ζητεῖ μίαν ἑρμηνείαν, ἀφοῦ ἀπήντησε δυσκολίας μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν.
§18ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου ΣΚΑʹ. ἑρμηνεύει, διότι πρώτην φορὰν παρουσιάζεται τοιοῦτος νόμος.
§19ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλει λάβει τὸν λόγον καὶ θέλει δώσει εἰς ὑμᾶς ἀπάντησιν.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι κακῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα· ἀνέφερόν τινὲς ἐνταῦθα περὶ τῶν τοπικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν διαπληκτισμῶν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Ἡ σύστασις τῶν πολλῶν δικαστηρίων ἐγένετο, κύριοι, κατὰ πεποίθησιν ἰδικήν μας· ἡμεῖς πρῶτοι ἐφέραμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὅτε ὁ Κύριος Λυκοῦργος διεύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ζητοῦμεν τὴν ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· εἶναι ἀρχὴ εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύομεν καὶ ζητοῦμεν νὰ τὴν πραγματοποιήσωμεν. Εἰς μάτην σήμερον βασανίζεσθε καὶ λέγετε, ὅτι τὸ δεῖνα δικαστήριον ἔγεινε καὶ τὸ δεῖνα ὄχι, ἢ ὅτι ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὴν δεῖνα καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν, διότι τέλος ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ μίαν, καθότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν ὅλα διὰ μιᾶς τὰ δικαστήρια· δὲν ὑπῆρχε τὸ προσωπικὸν, δὲν ὑπῆρχον ὅλα τὰ μέσα. Ἡμεῖς ἠρχίσαμεν ἀπὸ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο ἡ μεγαλειτέρα ἀνάγκη, ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῆς Ἀμφίσσης, κατόπιν τῶν δύω δικαστηρίων Ἠλείας καὶ Λευκάδος καὶ σήμερον διορίζεται ἴσως τὸ προσωπικόν. Κατόπιν ἔχομεν τὴν σύστασιν τοῦ πρωτοδικείου Κορίνθου, κατόπιν τοῦ τῆς Εὐρυτανίας κτλ. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμβιβαζομένη μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις σειρά. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῶσιν ὅλα· καὶ ἂν ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ πράγματα, βέβαια θὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ματαία ἡ σημερινὴ ἀμφισβήτησις. Ὁ νόμος θέλει ἐκτελεσθῆ καὶ θέλει ἐκτελεσθῆ κατὰ σειράν· ἄλλως περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Πρόκειται νὰ λύσητε τὸ ζήτημα ἐν γένει ἂν αἱ δίκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὰ συστηθέντα ἢ συστηθησόμενα δικαστήρια, εἰσηγμέναι ὅμως εἰς τὰ παλαιὰ, θὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὰ νέα. Δὲν εἶναι τοπικὸν τὸ ζήτημα, εἶναι νομικόν. Σήμερον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θέλει γείνει εἰς τὰ συστηθέντα, αὔριον καὶ εἰς τὰ συστηθησόμενα, διότι καὶ ἐκεῖ θὰ γεννηθῇ τὸ αὐτὸ ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία καὶ τότε νὰ λυθῇ δικαστικῶς ἀπὸ τὰ ἀνώτερα δικαστήρια, διότι θέλει προκύψει μεγάλη διαδικασία, ἥτις θὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ διαδίκου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις θ’ ἀκυρωθῇ καὶ θ’ ἐπιστραφῇ πάλιν εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια. Ὅθεν ὀρθὸν καὶ φρόνιμον εἶναι νὰ κάμωμεν ἀπὸ τοῦδε ἕνα νόμον, ἔστω καὶ περιττὸν, διότι πολλοὶ πιστεύουν, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ νομοθετικῶς, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν ἀντὶ νὰ τὴν λύσωμεν κατὰ τῶν πολιτῶν ἂς τὴν λύσωμεν ὑπὲρ τῶν πολιτῶν φέροντες ἕνα νόμον. Λοιπὸν τὸ ζήτημα βλέπετε, ὅτι εἶναι νομικόν. Πρόκειται σήμερον νὰ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν ἀποβλέπουσαν ὅλα τὰ δικαστήρια, ὅσα ἐσυστήθησαν καὶ μέλλουσι νὰ συστηθῶσιν. Καὶ δὲν ἔχει ἀντικείμενον ἡ συζήτησις σήμερον τὸν ἀριθμὸν τῶν συστηθησομένων πρωτοδικείων, διότι δὲν λύεται σήμερον τὸ ζήτημα· ἂν γεννῶνται ἀμφιβολίαι, ἔρχεται μεθαύριον ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ τότε οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι· θέλομεν περισσότερα, δίδομεν πίστωσιν διὰ τόσα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς λύσεως ἑνὸς ζητήματος, διότι τώρα δικάζονται αἱ ὑποθέσεις καὶ ἐγείρεται ἡ ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα λοιπὸν διὰ τοὺς ἀμφιβάλλοντας περὶ τῆς συστάσεως τῶν ἄλλων δικαστηρίων, δι’ ἐμὲ βέβαια ὄχι, διότι ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ συστηθοῦν ὅλα καὶ μάλιστα ἀπὸ ἓν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, θέλει ἔλθει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις θέλει ἐμπεριλαμβάνει τὴν πίστωσιν, ἥτις ἀπαιτεῖται, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀμεταθέτως ἐπιμένω εἰς ὅ,τι ἐξ ἀρχῆς εἶπον, καὶ λέγω ὅτι νομίζω ὠφέλιμον καὶ καλὸν νὰ συστηθοῦν καὶ τὰ ἄλλα δικαστήρια.
§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος κύριε πρωθυπουργέ;
§22Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
§23ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα σήμερον δὲν ἔχομεν νὰ ἐνασχοληθῶμεν περὶ τῆς συστάσεως ἢ μὴ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, περὶ τῆς συστάσεως περισσοτέρων τῶν 11 ἢ ὄχι· σήμερον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ οὗ ἀπαιτεῖται ὥστε αἱ εἰς τὰ παλαιὰ πρωτοδικεῖα ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ νέα· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἠκούσατε δὲ καὶ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ νομοσχέδιον, τὸν κύριον Καραλίβανον, τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου καθαρῶς ἑρμηνευτικοῦ, ὅτι αὐτὸς ἔρχεται πρὸς ἐξήγησιν ἄλλου νόμου, δι’ οὗ διωρίσθησαν τὰ 24 ταῦτα πρωτοδικεῖα. Πολὺ εὐστόχως ὁ ἀξιότιμος κ. Γόντικας ἠρώτησεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του ποία εἶναι ἡ ἀμφιβολία ἡ προκύπτουσα ἀπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι πολλάκις πολλὰ πεπολιτισμένα ἔθνη ἔχουν ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι χρήζουν μιᾶς νομοθετικῆς ἑρμηνείας, ὅπως τὰ δικαστήρια μὴ ἀποφαίνωνται ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου· δὲν ἤκουσα ὅμως τινὰ ν’ ἀναγνώσῃ ῥῆσίν τινα τοῦ νόμου δίδουσαν αἰτίαν εἰς ἀμφιβολίαν τοιαύτην. Ἤκουσα μόνον ὅτι ἠγέρθη ἡ ἀμφιβολία, αἱ δίκαι αἱ ἐκκρεμεῖς τί θέλουν γείνει; Ἀλλ’ ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἠγέρθη ὡς ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἢ ὡς ἐκ τοῦ διατάγματος τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου; Πρὶν ἢ ἐκδοθῇ αὐτὸ τὸ διάταγμα ὑπῆρξεν εἰς τὸν νοῦν κανενὸς, οἱουδήποτε, ὅτι ὁ νόμος δίδει τὴν ἁρμοδιότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε μία δίκη, ἥτις ἀνήκει εἰς ἓν δικαστήριον, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ εἰσαχθῇ εἰς ἄλλο δικαστήριον; Ἐὰν τοιοῦτό τι ὑπῆρξε, θέλω πεισθῆ καὶ θέλω ὁμολογήσει παῤῥησίᾳ τὴν πλάνην μου· ἄλλως, παρακαλῶ νὰ ἀφήσητε κατὰ μέρος τὰς μερίδας καὶ ἐξετάσητε τὸ δίκαιον καὶ ἡ ψῆφός σας νὰ εἶναι ψῆφος συνειδήσεως. Λοιπὸν ἠγέρθη εἰς τὸν νοῦν τινος, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου ἡ δεῖνα ὑπόθεσις δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ δεῖνα δικαστήριον καὶ δοθῇ εἰς τὸ ἄλλο; Ἔχω καὶ ἐγώ, κύριοι, πεῖραν τῶν δικαστικῶν. Εὐτυχῶς βλέπω συναδέλφους πολλοὺς, δὲν ἤκουσα ὅμως τινὰ ἔχοντα αὐτὴν τὴν ἰδέαν· ἀπεναντίας βλέπομεν τὸ 8 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καθιεροῦν, ὅτι «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ»· ἄρα ὅταν δυνάμει τοῦ νόμου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δικασθῶ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία; δίδει ἀφορμὴν εἰς τοῦτο αὐτὸς ὁ νόμος; ἂς ἀναγνώσωμεν αὐτόν· «συνιστῶνται..........κτλ.» Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὰ τρία ταῦτα ἀντικείμενα ὁρισθῶσι διὰ Βασ. Διατάγματος. Ποῦ ἔδωκεν ὅμως τὴν ἐντολὴν ὥστε τὰς ὑποθέσεις τοῦ πρωτοδικείου Λαμίας νὰ τὰς παραπέμψῃ εἰς τὸ τῆς Ἀμφίσσης; Ἂν ἐτόλμα τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἤθελεν ἀρθῆ ἐκ τοῦ μέσου διὰ τῶν προηγουμένων. Ἔχομεν προηγούμενα ἅτινα λύουσι πᾶσαν ἀμφιβολίαν. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἔχομεν διάταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράλλακτος μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν· (ἀναγινώσκει τὸ 2 ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων). Προσέτι, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1861, συστήσασα εἰς Πάτρας ἐφετεῖον, ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν λέγει τίποτε περὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, διότι ἡ κυβέρνησις διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα. Τί ἐδέησε λοιπὸν νὰ γείνῃ τότε; ἐδέησε νὰ ἐκδοθῇ ὄχι Βασιλικὸν διάταγμα, ἀλλὰ νόμος περὶ μεταβιβάσεως τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων.
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ αὐτὸ θέλομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον.
§25ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ναί, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι συμπλήρωμα τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ πρᾶξις κυβερνητικὴ διὰ διατάγματος γινομένη, ὡς ὑμεῖς ἠθελήσατε νὰ πράξητε. Ἀλλά, κύριοι, τί ὑπάγομεν εἰς τὰ 1861; Τί ἐκάμαμεν ἡμεῖς διὰ τοῦ ΡΜʹ. νόμου, ὅταν ἐκανονίσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ περὶ ἐκκρεμῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποθέσεων; Εἴπομεν, ὅτι τὰ περὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἡ κυβέρνησις θέλει κανονίσει διὰ Βασ. Διατάγματος, ἀλλὰ διὰ νόμου ῥητῶς τὸ ὡρίσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 6· «τὰ περὶ ἐκκρεμῶν δικῶν κλπ.» Ἔδωκε λοιπὸν ῥητῶς ὁ νόμος τὴν ἐντολὴν καὶ δυνάμει αὐτῆς ἐκανονίσθησαν διὰ διατάγματος τὰ περὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ σήμερον ἐντολὴ τοιαύτη δὲν ἐδόθη, ὥστε νὰ δύναται ἡ κυβέρνησις διὰ Βασ. Διατάγματος νὰ κάμῃ τοῦτο. Προφανῶς ὅθεν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ νόμος δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσι σήμερον. Ἐκ τούτου ἕπεται προσέτι ὅτι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον δὲν εἶναι ἑρμηνευτικός. Θὰ μεταβάλωμεν ἐντελῶς τὰ πράγματα ὅταν εἴπωμεν, ὅτι ὁ νόμος ἐπιδέχεται αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς σήμερον λέγει εἶναι ἑρμηνευτικός, δὲν εἶναι συμπληρωτικός· χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἑρμηνευτικός.
§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑμεῖς ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας σας εἴπατε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ φέρετε ἕνα ἑρμηνευτικὸν νόμον.
§27ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνόμιζε τὸν ἐκδοθέντα νόμον ἀσαφῆ, ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἑρμηνευτικὸν νόμον· ὅταν ὅμως ὁ νόμος ᾖναι σαφὴς καὶ καθαρός, δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν. Εἰπέτε το καθαρὰ ὅτι εἶναι νέος νόμος καὶ οὐχὶ συμπλήρωσις. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι μεταβολὴ λέξεως, ἀλλ’ εἶναι μεταβολὴ ἐννοίας, ὅταν λέγωμεν νόμος ἑρμηνευτικὸς ἢ νόμος συμπληρωτικός· ἂν εἶναι ἑρμηνευτικός, ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου· ἄρα αἱ τύχαι ὅλων τῶν ὑποθέσεων, αἱ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου λαβοῦσαι χώραν, πρέπει νὰ κανονισθῶσι κατ’ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν· ὅταν ὅμως δὲν εἶναι τοιοῦτος, δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Καὶ ἠξεύρετε τὰς συνεπείας; Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ γείνῃ μία ἔφεσις κατ’ ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδικείου Δωρίδος· ἂν ἑρμηνευτικὸς εἶναι ὁ νόμος, ἡ ἔφεσις ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐνώπιον τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ πρωτοδικείου· καὶ ἠξεύρετε τί θέλει γείνει; Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες ἔκαμαν τὴν ἔφεσιν εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας θέλετε τοὺς εἴπει, ὅτι ἡ ἔφεσίς σας εἶναι ἄκυρος καὶ ἔπρεπε νὰ κάμητε τὴν ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου Ἀμφίσσης. Ἀλλὰ τώρα, ἐκτὸς τούτου τοῦ λόγου, ὅστις ἀποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν ἂν ἑρμηνευτικὸς εἶναι ὁ νόμος ἢ νέος, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον ἀνάγκην, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἔχει αὐτὰς τὰς πληροφορίας, νὰ μάθω πόσαι εἶναι αἱ ὑποθέσεις τοῦ πρωτοδικείου Ἀμφίσσης· αὗται αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς εἶναι 5, 100, 1000; ἔχομεν ἕνα πίνακα; Ἂν ἐξαίφνης εἶναι 5, ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐνασχοληθῶμεν σήμερον διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὰς τὰς 5 ὑποθέσεις;
§28ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Εἶναι πολλαί.
§29ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τότε ἂς ἔλθῃ ἕνας πίναξ.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω καὶ μία.
§31ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἂν εἶναι μία, κάμνομεν βλάβην καὶ χάνομεν καὶ καιρόν. Διότι, Κύριοι, οἱ εἰσαγαγόντες τὰς ὑποθέσεις των εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας ἔχουν πληρώσει τὸν δικηγόρον των ἐν Λαμίᾳ, καὶ τώρα θὰ πληρώσουν ἄλλον ἐν Ἀμφίσσῃ· ἔχουν εἰσαγάγει τὴν ὑπόθεσιν εἰς εἰσηγητὴν, ὅστις γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τώρα θὰ χρειασθῇ νέος εἰσηγητής. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, πρὶν γνωρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποθέσεων δὲν ἔπρεπε νὰ γνωρίσωμεν ἂν διωρίσθησαν νέοι δικηγόροι εἰς αὐτὸ τὸ πρωτοδικεῖον; (γέλως). Γελᾶτε ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε τὸ σπουδαῖον αὐτοῦ τοῦ πράγματος· ἂν ῥίψητε αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις εἰς δικολάβους, γνωρίζετε τὰς συνεπείας; Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔλθῃ μία ἔκθεσις, ὥστε νὰ γνωρίσωμεν ἂν εἶναι τόσον πολλαὶ ὑποθέσεις, καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν σύστασιν τῶν νέων δικαστηρίων. Ἀνακεφαλαιῶν τὸν λόγον λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως εἶναι Διάταγμα ἐναντίον τοῦ 8 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἶναι ἄκυρον καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ μᾶς δοθῶσιν αἱ προειρημέναι πληροφορίαι αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι. Διὰ ταῦτα, ἂν δοθῇ ὁ χαρακτὴρ τοῦ αὐτοτελοῦς εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα κύριον Δημητριάδην, ὅστις ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.
§32ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σαφέστερον καὶ νομικώτερον τοῦ προλαλήσαντος βέβαια ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ λαλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· προβλέπω ὅμως, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ μερὶς, ἥτις σιωπᾷ, καὶ οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες εἰς οὐδεμίαν ἐρώτησιν τῶν προλαλησάντων ἀπήντησαν, προβλέπω ὅτι οὐ μόνον κατεπειγόντως ἀλλὰ καὶ αὐθαιρέτως θὰ συζητήσωσι τὸ ζήτημα· διότι, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν μεγάλην πλειονοψηφίαν, παρουσιαζόμενοι λέγουν, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον· ὅταν τοὺς λέγουν τί κατεπειγότητα ἔχει ἀφοῦ ὑπάρχει Διάταγμα κανονίζον ὅ,τι θέλει νὰ κανονίσῃ αὐτὸς ὁ νόμος· ὅταν ἀποδεικνύεται σήμερον ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς οὐδαμῶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἑρμηνευτικὸς, διότι δὲν ἑρμηνεύει οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ προηγουμένου νόμου· ὅταν ἔρχονται ὡς τὸν στρεψόδικον ἐκεῖνον δικηγόρον, ὅστις φάσκει καὶ ἀντιφάσκει καὶ λέγουν πότε ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὸς, πότε ὅτι εἶναι συμπληρωματικός· δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοιαύτης μεταμελουμένης προτάσεως καὶ θελήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Λοιπὸν λέγω, κύριοι, ὅτι σήμερον, καὶ θὰ τὸ εἴπω τολμηρότερον τοῦ κ. Μπαλάνου, ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ κάμῃ οὔτε συμπληρωτικὸν οὔτε ἑρμηνευτικὸν νόμον, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ, ἐὰν μὲ ἐρωτήσετε, νομίζω ὅτι ὑπάρχουν κείμενοι νόμοι, δυνάμει τῶν ὁποίων δύνανται νὰ τακτοποιηθοῦν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις· διότι, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, κ. Καραλίβανε, ὑπάρχει διάταξις καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται ἄκων τοῦ φυσικοῦ αὑτοῦ δικαστοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μία καθαρὰ ἀντινομία, ὅταν ἔχῃ τὸν φυσικὸν δικαστὴν ὁ πολίτης, νὰ τὸν μεταβιβάζετε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ; Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ὁ φυσικὸς δικαστὴς ἦτον ὁ τῆς Λαμίας πρότερον διὰ τοὺς ἔχοντας ἐκεῖ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, καὶ σήμερον, ὅτε ἐκανονίσθη ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Πρωτοδικείου Ἀμφίσσης, εἶναι κατὰ τὸ Διάταγμα καὶ τὸν νέον αὐτὸν νόμον ὁ τῆς Ἀμφίσσης. Δυνάμει λοιπὸν τῶν κειμένων νόμων αἱ δίκαι, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὸ τῆς Λαμίας, πρέπει νὰ δικασθοῦν ἐκεῖ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ἀσάφεια, ἀλλὰ προεκάλεσε ταύτην τὸ Διάταγμά σας. Ὥστε βλέπετε ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται ἐναντίον τῆς ἐννοίας τῆς Βουλῆς, διότι τί ἄλλο εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ κ. Γεωργιάδου, διότι, ἂς τὸ εἴπωμεν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ κακοφανῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶναι νομικὸς (γέλως), παρὰ ὁ νόμος ὁ σημερινός; Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπειδὴ παρηνόμησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκδόσασα τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ἀναβάλλω τὸν νόμον αὐτὸν καὶ θεωρῶ ἄκυρον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο· εἰδ’ ἄλλως, εἶναι περιττὸς καὶ ἄκυρος ὁ νόμος αὐτός. Ποτὲ δὲν συζητεῖ ἐπὶ ἁπλῶν πραγμάτων ἀλλ’ ἐπὶ ἀμφιβολιῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι οὔτε ἑρμηνευτικὸς οὔτε συμπληρωτικὸς· ἔρχεται μόνον νὰ συμπληρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4ου τοῦ Συντάγματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦτο θὰ εἰπῇ, διότι ἂν τοῦτο δὲν εἴπῃ, πρὸς τί νομοθετεῖται;..........
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, λυποῦμαι πρὸ πάντων διὰ μερικὰς ἐκφράσεις τοῦ Κ. Μπαλάνου. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριοι, ὁμιλῶν τις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄλλους, ψηφοφορήσατε κατὰ συνείδησιν, ὄχι κατὰ κόμμα, ὄχι κατὰ φατρίαν· διότι κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πλέον εὐσυνείδητος, πλέον πατριώτης ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶπε κακόν.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπε κακὸν, λέγει ὁ Κ. Δημητριάδης, διότι κρίνει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του ὁ Κ. Δημητριάδης, ὁ ὁποῖος πέρυσιν ἐσχίζετο διὰ τὰ δικαστήρια, καὶ σήμερον λόγῳ ἀντιπολιτεύσεως τα πολεμεῖ. Λοιπὸν οἱ καθήμενοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἶναι ἐπίσης πατριῶται, ἐπίσης εὐσυνείδητοι, ἀποβλέποντες εἰς τὸ καθῆκόν των, ὡς πᾶς ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τολμᾷ νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαγωγήν των, καὶ δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἄλλους. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Πρῶτον, τὸ ζήτημα τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ζήτημα νομικὸν, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Δὲν εἶμαι βεβαίως νομικὸς διακεκριμένος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος τόσον ἁπλοῦ συσταίνεται δικαστήριον εἰς μίαν ἐπαρχίαν· πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἡ δίκη διὰ τὴν ὁποίαν ἐκινήθη ἀγωγὴ ἐνώπιον ἄλλου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἀπέχει δύω ὥρας, εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἶναι σύμφωνον, εἶναι καλὸν ἡ δίκη αὐτὴ νὰ δικάζηται εἰς τὸ πρῶτον δικαστήριον, καὶ ὄχι εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ τόπου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχει; Ἀδιάφορον τώρα ἂν εἶναι πολλαὶ ἢ ὀλίγαι αἱ δίκαι. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω πῶς τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ σχετικῶς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δικῶν, πρέπει νὰ λυθῇ σχετικῶς μὲ τὴν λογικὴν τῶν πραγμάτων, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει δικαστήριον ἐντὸς τῆς περιφερείας, δικάζεται ἐντὸς αὐτοῦ. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Μπαλάνος, αἱ δίκαι ἐκεῖναι εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ δικαστήριον, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἓν δικαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς πεποίθησιν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δικηγόρος δὲν ἠξεύρω ποῖος. Βλέπετε, ὅτι ἂν ἀναχωρήσῃ κανεὶς ἀπὸ ὑποθέσεις, δὲν κάμνει τίποτε. Τὸ ζήτημα πρόκειται νὰ λυθῇ κατ’ ἀρχὴν, εἶναι λογικὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι, συστηθέντος ἑνὸς δικαστηρίου εἰς μίαν περιφέρειαν, πρέπει μόλα ταῦτα αἱ δίκαι νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ δικάζωνται εἰς ἄλλην περιφέρειαν; Ἐὰν καὶ τοῦτο τὸ εὑρίσκητε λογικὸν, τότε ἀποφασίσατε ἀδιαφόρως ἀπὸ τὸν ἀριθμόν. Ὁ Κ. Μπαλάνος, μοὶ φαίνεται, εἰς τὴν παραβολὴν τῶν ἄρθρων ἔκαμε καὶ ἄλλο λάθος· ὁ διοργανισμὸς ἔχει ἔλλειψιν ὅρου λίαν οὐσιώδους· δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συστηθῇ δικαστήριον καὶ ἐν ποίῳ χρόνῳ· λέγει, ὅτι συσταίνονται δικαστήρια καὶ διὰ διατάγματος προσδιορίζονται αἱ περιφέρειαι, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει, ἡ Κυβέρνησις συσταίνει δικαστήριον διὰ διατάγματος καὶ προσδιορίζει τὴν περιφέρειαν καὶ τὸν χρόνον. Κύριοι, ἡ λέξις χρόνος περιέχει κατ’ ἐμὲ ἀναντιῤῥήτως αὐτὴν τὴν ἰδέαν· διότι δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ δικαστήρια, καὶ μόλα ταῦτα τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς, νὰ μὴν ἠμπορῇ νὰ τὰς μετακινήσῃ, καὶ νὰ ἀφήσῃ τοὺς πολίτας νὰ δικάζωνται ἓξ ἢ 7 μῆνας. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὄχι ὑποθέτω, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ λέξις χρόνος, τεθεῖσα ἐκεῖ, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν λαθραίως πως νὰ μεταθέτῃ τὰς ὑποθέσεις ἀπὸ ἑνὸς δικαστηρίου εἰς ἄλλο, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς παράλογον ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ συστηθοῦν δικαστήρια ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, καὶ νὰ μὴ δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ μετατίθενται αἱ δίκαι καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν ἐπὶ ἕνα ἴσως χρόνον ματαίως. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ δικαστήρια, ἔδωκε συγχρόνως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ τὰς δίκας.
§36ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἡμεῖς ἔτσι τὸ θέλομεν.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλὰ, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλουν ἄλλοι· ὅμως αὐτὴ ἡ ἰδέα δὲν εἶναι παραδεκτὴ παρὰ πάντων, καὶ ἐπρόκειτο νὰ φερθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νὰ κινδυνεύσουν συμφέροντα ἐκρεμῶν ἴσως δικῶν, διὰ τὰς ὁποίας καὶ χρόνος καὶ χρήματα πολλὰ ἐξωδεύθησαν· διὰ τοῦτο καὶ ὀρθὸν καὶ ἐπιεικὲς καὶ δίκαιον ἐθεωρήθη νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ δίδει καθαρὰν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὰ δικαστήρια καὶ νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὴν περιφέρειαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸ διάταγμα, ὅπως ἐξεδόθη, καὶ ὁ νόμος, ὅπως ὑπεβλήθη, εἶναι ἀναγκαῖος καὶ ὀρθότατος· διότι ἐὰν παραδέχετο τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκαν ἀπὸ τοῦ βήματος, τότε ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι παρὰ τὸ πλέον παράλογον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐνώπιον μιᾶς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἔκαμε τοὐλάχιστον νόμον παράλογον· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, συναισθανομένη τὸ καθῆκόν της καὶ ἐνεργοῦσα εὐσυνειδήτως, εὐσυνειδητότερον ἴσως ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸν νόμον, θὰ παραδεχθῇ τὸν νόμον αὐτὸν ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη.
§38ΠΛΑΤΥΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ καθῆκον χάριν κυρίως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, χάριν τῆς θεμελιώδους βάσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία διακρίνει τὰς ἐξουσίας μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀνωτάτων ἐξουσιῶν τῆς κοινωνίας, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ὁ προαγορεύσας δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὴν ὑπεράσπισίν του ὡς πρὸς τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον προηγήθη τοῦ νόμου· εἰς τοῦτο κυρίως ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ὅταν παρουσιάζεται πραγματικὴ σύγχυσις εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς νομοθετικῆς ἢ τὸ ἀνάπαλιν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία, τὰ πάντα καταστρέφονται, τὸ Σύνταγμα εἰς πλήρη παραλυσίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τετάρτη διάταξις τοῦ διατάγματος εἶναι διάταξις νομοθετικὴ, καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, εἶναι παράνομον. Περὶ τούτου, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία· τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου προϋπάρχοντος· ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει ῥητῶς ποῖα ἀντικείμενα ἀναθέτει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ κανονισθῶσι διὰ διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου. Τὸ διάταγμα λοιπὸν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου περιωρίσθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται πλέον ὄχι περὶ δικῶν αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀναφυῆ εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτὴν μετὰ τὴν ψήφισιν του νόμου, ἀλλὰ περὶ δικῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἤδη καὶ ἦσαν ἤδη εἰσηγμέναι εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς πρὸς αὐτὰς, Κύριοι, δὲν ἔδωκεν ὁ νόμος δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ τὰς κανονίσῃ· ἑπομένως ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς δίκας ἀπῃτεῖτο νὰ ἐπέλθῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίσῃ αἱ δίκαι αὗται αἱ ὑπάρχουσαι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, τῶν ὁποίων ἐπελήφθησαν ἤδη, πῶς θὰ δικασθοῦν εἰς τὸ μέλλον· αὐτὰ εἶναι ὅλα ἀντικείμενα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐπαναλαμβάνω, τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ τὰ κανονίσῃ, εἶναι παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οὐδεὶς πολίτης στερεῖται τοῦ φυσικοῦ δικαστηρίου· ὅστις εἶχεν εἰσαγάγει τὴν ὑπόθεσίν του εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας, εἶχε δικαίωμα κεκτημένον συνεπείᾳ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Θέλετε νὰ τὸν στερήσητε τοῦ δικαιώματος τούτου; Δύνασθε, ἀλλ’ ὄχι διὰ διατάγματος ἀλλὰ διὰ νόμου. Τώρα ἐπιτρέψατε νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν, ὁ ὁποῖος πρέπει τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀντίῤῥησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος ἠθέλησαν νὰ τὸ χαρακτηρίσουν ὡς βουλευτικόν. Ἐὰν, κύριοι, ἦτο νόμος, ὅστις περιεῖχεν ἀμφιβολίας καὶ ἀμφιβολίας, ὄχι θεωρουμένας, κύριοι, ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἢ ἄλλου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἀμφιβολίας θεωρουμένας δικαστικῶς ὡς τοιαύτας· ἂν λ. χ. ἐπί τινος ζητήματος νομικοῦ ἐκφράσῃ τὴν τοιάνδε γνώμην ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ ὡς ἐξ αὐτοῦ ἀναιρέσῃ ἀπόφασιν τῶν ἐφετείων, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκφράσει γνώμην ἐναντίαν, ἀφοῦ ἀναιρέσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος παραπέμπει τὴν δίκην εἰς ἄλλο ἐφετεῖον· ἐὰν ὑποθέσητε ἐκφράσῃ καὶ ἐκεῖνο γνώμην ἐναντίον τοῦ Ἀρείου Πάγου σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκφράσει τὸ πρῶτον ἐφετεῖον, καὶ πάλιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, τότε ἀποδεικνύεται δι’ αὐτῆς τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία ἐπέρχεται μετὰ προηγουμένην συζήτησιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μεθ’ ὅλας τὰς προηγηθείσας διατυπώσεις, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀμφίβολος, ἐπειδὴ αἱ ἀνώτεραι δικαστικαὶ ἐξουσίαι ἔχουν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας ἀντιθέτους· καὶ ὅταν ἐκφρασθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομίμου τρόπου, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχει ἀμφιβολία, τότε πλέον δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀμφιβολία, παρὰ τὸ μέσον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, ἔλαβε χώραν τὸ τοιοῦτον; Πρόκειται λόγος περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία γνώμη δὲν ἐξεφράσθη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι εἰσεχώρησεν ἀμφιβολία σπουδαία, πραγματικὴ ἐπί τινος διατάξεως τοῦ νόμου. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν τούτων μᾶς παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἶναι ἀνθερμηνευτικόν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι βλασφημία νομικὴ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λέγωνται τοιαῦτα.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἢ ὄχι;
§40ΠΛΑΤΥΣ. Ἐγὼ ἀπὸ πέρυσιν ἀπεφάνθην κατὰ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Τώρα ὡς δικηγόρος τί λέγετε;
§42ΠΛΑΤΥΣ. Εἶμαι ἐναντίος ἀπὸ πέρυσι, διότι νομίζω, ὅτι οὔτε ἀνάγκη εἶναι, οὔτε πρόσωπα κατάλληλα ὑπάρχουν πρὸς σύστασιν νέων δικαστηρίων.
§43ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ νομοσχέδιον εἶναι αὐτὸ, ἑρμηνευτικὸν ἢ ἐπεξηγηματικόν;
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει κανὲν προοίμιον.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ τὸ ἔχετε τρίπορτον.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἰσθάνομαι τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου, ἀναβαίνων τὸ βῆμα ἔπειτα ἀπὸ τόσους νομικοὺς ἐγὼ ὁ ταπεινὸς ἰατρὸς, καὶ μάλιστα ἔπειτα ἀπὸ τὸν σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον νομομαθῆ Γόντικαν, ὁ ὁποῖος μὲ τόσην σοβαρότητα, μὲ τόσην σπουδαιότητα, μὲ τόσην εὐγλωττίαν, μὲ τόσην κοινοβουλευτικὴν χάριν ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ὁ ἰατρὸς δὲν στερεῖται τοῦ κοινοῦ λογικοῦ, ὅπου ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ἐπειδὴ τὸ σημερινὸν ζήτημα δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ζήτημα λογικὸν, καὶ ὄχι, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Γόντικας, ζήτημα στρεψόδικον νομικὸν, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ τολμῶ νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου. Ὅταν ἐψηφίζατε καὶ ἐψηφίζαμεν τὸν νόμον περὶ τῆς συστάσεως τῶν νέων δικαστηρίων, εἰς κανενὸς βουλευτοῦ τὸν νοῦν κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν κατέβη νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως καθόσον ἀποβλέπει τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν δικαστηρίων ὅπου καὶ ὅπως θέλει, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία· ὥστε τοὐλάχιστον θέλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν πέρυσιν. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ ἕνδεκα νέα Πρωτοδικεῖα, μένει δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν της νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔναρξιν, τὴν περιφέρειαν καὶ τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐστοχάσθημεν ὅλοι, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν ῥήσεων ἡ Κυβέρνησις μένει ἐλευθέρα ὅπως θέλει νὰ συστήσῃ τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ τακτοποιήσῃ ἑπομένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὰ τὰ δικαστήρια ἐπρόκειτο νὰ κάμουν· αὐτὴν τὴν πεποίθησιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἕως ὅτου ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, καὶ τὸ ἐξέδωκεν ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι ἠμποροῦσε νὰ κανονίσῃ καὶ ὁρίσῃ ποῦ ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν αἱ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν πρώην Πρωτοδικείων δίκαι. Καμμίαν ἀμφιβολίαν τοὐλάχιστον ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν ἠμποροῦσε· λέγει ὁ Κ. Μπαλάνος, καὶ εἶπον καὶ οἱ προαγορεύσαντες, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταῤῥυθμίσητε τὰς δίκας. Ἀπόδειξις ὅτι ἠμποροῦσεν εἶναι ἡ ἀντίῤῥησις, καὶ ἅμα ἐξεδόθη τὸ διάταγμα πρῶτος ὁ ὁποῖος ἐξήγειρε τὴν ἀμφιβολίαν, ἂν ἦμαι καλῶς πληροφορημένος, ἦτο ὁ Κ. Μπαλάνος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς πλήρη διένεξιν μὲ τὸν Κ. Κυπριάδην. Ὁ Κ. Μπαλάνος ὑπεστήριζεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ μετακινηθοῦν αἱ δίκαι, ὁ δὲ Κ. Κυπριάδης εἶπεν, ὅτι ἔχει πληρέστατα τὸ δικαίωμα εἰς τοῦτο. Βλέπω ἄλλον νομικὸν ἀντικρύ μου, τὸν Κ. Σέρβον, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν αὐτὸν τὸν νόμον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶναι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἀντιφρονοῦν μέχρι τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν ὑπαλλήλων· καὶ διὰ νὰ μὴ διέλθω ὅλας τὰς βαθμίδας, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου μοῦ ἐξέφρασε τὴν γνώμην του ἐνώπιον ἐπιτροπῆς συστηθείσης πρὸς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἡ κυβέρνησις ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, ὅπως θελήσῃ· ὅτι ἡ μεταβίβασις αὐτῶν τῶν δικῶν ἀπὸ τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας λ. χ. πρὸς ἓν νέον συστηθὲν ἢ συστηθησόμενον εἶναι ἀναγκαιοτάτη, λογικωτάτη συνέπεια τοῦ ψηφισθέντος πέρυσι νόμου· δὲν ἠξεύρω τί πλειοψηφία δύναται νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου. Ἄλλοι νομικοὶ, τοὺς ὁποίους παρεκάλεσα ἐπίσης, εἴτε ἐσυμφωνοῦσαν μὲ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε πρὸς τὴν ἄλλην τῶν ἐναντίων. Ἐὰν λοιπὸν, ἀξιότιμε Κύριε Πλατύ, εἶναι βλασφημία νὰ ἐκφράζῃ τις ἀμφιβολίαν....
§47ΠΛΑΤΥΣ. Εἶπον, ὅτι εἶναι βλασφημία νὰ ὀνομάζῃ κανεὶς νόμον ἑρμηνευτικὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διόλου ἑρμηνευτικὸς νόμος.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι ἑρμηνευτικὸς νόμος κατὰ τὴν ἰδέαν σου εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἐπεξηγήσῃ νόμον πρότερον ἀσαφῆ.
§49ΠΛΑΤΥΣ. Ἀσαφῆ κηρυχθέντα ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, καθὼς εἶπον.
§50ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πιστεύω ὁ Κ. Μωραϊτίνης νὰ εἶπε τοιοῦτόν τι (θόρυβος).
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν σέβηται ἢ ὄχι τὴν θέσιν του ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν εἷς βουλευτὴς καὶ ταπεινὸς ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλεῖ, λέγει τι ἐπισήμως, ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκεῖνος λέγει δὲν εἶναι οὕτω, ἐὰν αὐτὸς σέβηται τὴν θέσιν του, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή· ἐγὼ τὸ παρατρέχω. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Κ. Μωραϊτίνης· περαιτέρω δὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ὁ Κ. Γόντικας νομίζει, ὅτι ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει· δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ τῷ ἀπαντοῦν. Λοιπὸν, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Πλατὺ, διὰ νὰ μὴ πέσωμεν εἰς ἀσαφείας, ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν ν’ ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, νὰ δικάσωσι τὰ ἐφετεῖα, νὰ προβῶσι μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ πάλιν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ πρῶτα δικαστήρια, καὶ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς ἔπειτα, ἐὰν θὰ ἤμεθα ὑπουργοὶ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ εἴπωμεν, τοῦτο συμβαίνει. Ἐνομίζομεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μας, ὅσοι καὶ ἂν ἦσαν, 1000, ἢ 100, ἢ 10 ἢ 1 μόνος, ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ῥιψοκινδυνεύσωμεν τὰς ὑποθέσεις των. Ἤλθομεν λοιπὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἴπομεν· θέλετε; εἰπέτε, ὅτι ἐπεξηγεῖτε, ὅτι συμπληροῦτε· εἰπέτε ὅτι πρέπει νὰ μείνουν ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν αἱ δίκαι· εἰπέτε, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῶσιν· εἰπέτε ὅ,τι θέλετε· ἐξασφαλίσατε τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν σας.
§52Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, Ἀδίκως, νομίζω, ἐπέμειναν οἱ θέλοντες νὰ μάθωσιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον ποῖον χαρακτῆρα φέρει ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος. Ἡ ἀπάντησις, ἂν καὶ δὲν ἐδόθη, ἐννοεῖται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, καμμίαν σημείωσιν, κανένα τίτλον, καμμίαν ἐπιγραφὴν δὲν φέρω ἐπ’ αὐτοῦ· ὅ,τι θέλετε νὰ τὸ εἴπετε αὐτὸς τὸ δέχεται. Ἄρα εἶναι ἓν ἔργον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ φράσις αὐτὴ, ἐπιπόλαιον, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν διὰ νὰ καλλιεργηθῇ ἀπὸ ἡμᾶς καὶ νὰ διορθωθῇ. Δὲν καταλαμβάνετε, κύριοι, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐνόησε τὸ λάθος του, λάθος, τὸ ὁποῖον προκύπτει πάντοτε ἀπὸ τὰς ἐσπευσμένας συζητήσεις; Ἐνθυμεῖσθε πέρυσι πῶς περιεπλέχθη ὁ νόμος αὐτὸς, ἐν μέσῳ τίνος κυκεῶνος, τίνος θορύβου ἐσυζητήθη· ἐσυζητήθη;... ἐψηφίσθη ἁπλῶς. Ἐπειδὴ εἶδον κατόπιν τὴν ἔλλειψιν τὴν σοβαρὰν, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι ὁ νόμος των ἔμενε χάρτης ἄγραφος καὶ δὲν ἦτον ἐγγὺς ἡ ἄλλη σύνοδος διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀπαιτήσεις τινῶν φίλων των, ἐφευρῆκαν τὸ μέσον, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ οἰκονομήσωσι τὴν ἔλλειψιν τὴν ῥιζικὴν, τὸ διὰ διατάγματος δηλ, καὶ εἶπον κατὰ νοῦν· ἐὰν περάσῃ αὐτὸ, ἐκερδήσαμεν· ἐὰν δὲν περάσῃ, ἔχει ὁ Θεός. Καὶ ἐπειράχθη ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος Κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν εὐφυΐαν πολὺ ἐκτιμῶ, διατί ὁ ἔντιμος Κ. Μπαλάνος ἐπεκαλέσθη τὴν συνείδησιν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, καὶ τὴν παρεκάλεσε νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸν κομματισμὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Αἴ, κύριοι! ἐὰν νομίζουν τινὲς, ὅτι ὅλοι εἴμεθα ἐπιστήμονες, ὅτι ὅλοι ἔχομεν εἰδικότητα, εἶναι ἐσφαλμένοι. Πρέπει νὰ σεβώμεθα τὰς εἰδικότητας, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ζητήματος νομικοῦ, περὶ δικαστικῆς νομοθεσίας μάλιστα, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ μία φράσις καὶ μία λέξις ἀμφίβολος ἢ διφορουμένη, καὶ μία ὑποστιγμὴ ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ μεγάλας τὰς συνεπείας κατὰ τῶν διαδίκων. Ἐγὼ, κύριοι, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἠμπορῶ νὰ ἀνέγνωσα κἄπου κανὲν ἄρθρον τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅταν ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Κ. Μπαλάνος καὶ ἄλλοι ὅμοιοι τοῦ Κ. Μπαλάνου περὶ τοιούτου ζητήματος, ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἀκούω μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς. Ἑπομένως μία τοιαύτη ἐπίκλησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ κατακριτέα. Εἶναι ζητήματα καθαρῶς πολιτικὰ ἢ κομματικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἂν ἀκολουθήσῃ τις τὸν κομματισμὸν, δὲν εἶναι ἴσως κατακριτέος, διότι ἀκολουθεῖ τὰ φρονήματά του, τὰς πεποιθήσεις του· ἀλλὰ εἰς ζητήματα, κύριοι, δικαστικὰ πρέπει ν’ ἀποσκορακισθῇ ὁ κομματισμὸς, καὶ διὰ τοῦτο κατόπιν τοῦ Κ. Μπαλάνου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ νομικοῦ τούτου ζητήματος. Ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, πρὸς τοῖς ἄλλοις ῥήμασιν αὑτοῦ, ἠθέλησε νὰ ἐξελέγξῃ τὸν προαγορεύσαντα Κ. Δημητριάδην, βουλευτὴν Κορινθίας, ὡς ἀνακόλουθον, ἐπειδὴ πέρυσιν ἦτον ὑπὲρ τῶν Πρωτοδικείων καὶ ἤδη ἀντιμάχεται πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὀπωσδήποτε κατ’ ἐμοῦ δὲν ἔχει νὰ προτείνῃ τοιαύτην αἰτίαν, διότι ἐγὼ ἀπὸ πέρυσιν ἐκηρύχθην κατὰ τῆς προσθήκης τῶν πρωτοδικείων. Ὅταν λοιπὸν πέρυσι σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι μεταβάλλοντες τὰς βάσεις τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ τροποποιοῦντες αὐτὰς κατὰ τὸ δοκοῦν, παραδεχόμενοι ἕδραν ποῦ μὲν τοὺς νομοὺς, ποῦ δὲ τὰς ἐπαρχίας, ἠθέλατε φέρει μίαν ἀνωμαλίαν, δὲν τὸ ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν, δὲν τὸ ἐσυλλογίσθητε παντάπασιν· εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, καὶ ὅμως ἰδοὺ πῶς ἔρχονται αἱ σημασίαι, ἰδοὺ πῶς τὰ ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον ἡμεῖς ὅταν ἐλέγομεν νὰ μὴ τροποποιηθῇ ἡ δικαστικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶπόν τινες· «δὲν θέλετε τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοσύνης πανταχοῦ· διατὶ αἱ μὲν τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ὦσιν ἐγγύταται τῆς δικαιοσύνης, αἱ δὲ ἄλλαι νὰ στερῶνται αὐτῆς;» Πολὺ καλὰ, εἶπον καὶ οἱ ἄλλοι, ἔστω, ἂς ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας· ἀντὶ τούτου ὅμως παρεδέχθη μέτρον μερικόν. Κατὰ συνέπειαν ἐψηφίσθησαν τὰ ἕνδεκα Πρωτοδικεῖα, πλὴν μόνον τρία ἐσυστήθησαν, καὶ οὔτε τρία σωστὰ εἶναι, διότι περὶ τοῦ ἑνὸς ἔγεινε διάταγμα συστάσεως, τὸ ἄλλο εἶναι ἐν τῷ γίνεσθαι καὶ τοῦ τρίτου μόνον ἐσυστήθη καὶ τὸ προσωπικόν. Διατὶ αὐταὶ αἱ διαιρέσεις καὶ αἱ ἐπιφυλάξεις; ὅλοι τὰς ἐννοοῦμεν. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, εἴπαμεν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς ἕνδεκα ἐπαρχίας, διατὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τρεῖς καὶ μόνον; Δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀρχίζοντες ἀπὸ ἓν ἐσταμάτησαν μετὰ ἓν ἔτος σχεδὸν εἰς τὸ τρίτον· ὥστε, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἕνδεκα, πρέπει νὰ παρέλθωσιν τέσσαρα ἢ πέντε ἔτη. Ἐὰν ἤθελον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐκτελέσει τὴν περυσινὴν ἀπόφασίν σας καθολοκληρίαν, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ὑπῆρχε πνεῦμα κομματισμοῦ, καὶ τότε ἠδύναντο μετὰ παῤῥησίας νὰ εἴπωσιν· «ἐξετελέσαμεν τὴν ἀπόφασίν σας, ἐπειδὴ ὅμως ἔγεινε λάθος πέρυσιν εἰς ἓν οὐσιῶδες μέρος τοῦ νόμου, πρὸς τὴν μεταφορὰν δηλ. τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν εἰς τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, ψηφίσατε τὸν συζητούμενον νόμον». Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τῆς μερικότητος ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ· τρία Πρωτοδικεῖα εἶχον σκοπὸν νὰ συστήσωσιν, αὐτὰ ἐσύστησαν καὶ δι’ αὐτὰ ἔρχονται νὰ ζητήσωσι τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου· τίς οἶδε ποίας διαστροφὰς θὰ ματαιώσωσι τὰ ἄλλα. Ταῦτα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὴν μὴ ἀκριβῆ καὶ ἀμερόληπτον καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καὶ συγχρόνως ἤθελον νὰ σᾶς ἀναμνήσω ὅ,τι πέρυσιν εἶπον, ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας γίνονται ἀδικίαι μεγάλαι, ἄλλαι δὲ ἔχουσι προνόμια καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ὁ κομματισμός. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν φέρει κἀμμίαν ἐπιγραφὴν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἐνόησαν τὸ λάθος των. Δὲν ἠμπορεῖ κἀνεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι δικαίωμα κυβερνητικὸν ἦτο μόνον νὰ ἐκδώσωσι Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ νὰ εἴπωσι «συσταίνονται εἰς τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ἐπαρχίαν Πρωτοδικεῖα, ἄρχονται δὲ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ἀπὸ τῆς δεῖνος ἡμέρας»· τὰ περιπλέον εἶναι μία ἀντιποίησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ποσῶς νὰ ἀξιώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπουν· καὶ πῶς ἐνοοῦσες νὰ συστηθῇ ἓν Πρωτοδικεῖον, αἱ δὲ ὑποθέσεις τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας νὰ εἶναι εἰς ἄλλα δικαστήρια; Καὶ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ εἶχον εἰσαχθῆ αἱ ὑποθέσεις αὗται εἰς τὸ ἁρμόδιον Πρωτοδικεῖον, καὶ ἀφοῦ ἀρκετὰ προέβη ἡ διαδικασία αὐτὴ καὶ εἶναι ἴσως περὶ τὸ τέλος, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἆρά γε συμφερώτερον διὰ τοὺς διαδίκους νὰ ἐξακολουθήσουν εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιον μέχρι τέλους χωρὶς νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰ νέα; Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ ἔκφρασις ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξουσιοδοτεῖτο εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα περὶ μεταβιβάσεως τῶν δικῶν, ἄλλως, ὁ νομοθέτης ἐνοοῦσε νὰ μένωσιν ἐκεῖ ὅπου ἦσαν. Ἐὰν δὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν τὸ προεῖδον πέρυσι καὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ συμπεριλάβουν τὴν ἐξουσιοδότησιν ταύτην, ἔσφαλαν αὐτοί. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλομεν τὴν ἐπίσπευσιν, δὲν εἴχομεν συμφέρον νὰ τὸ ἐκφράσωμεν ἐν τῷ νόμῳ· καὶ ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν τὸ προέλαβον, ἂς αἰτιῶνται ἑαυτούς· ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ Διατάγματος εἶναι παράνομος καὶ ἀντισυνταγματική. Διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους λογικώτατα σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Μπαλάνος, δὲν ἠμπορεῖ κἀνεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχουν συμφέρον οἱ διάδικοι νὰ τοὺς ἀφαιρέσουν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦσαν, ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο γείνῃ διὰ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἔ! καὶ τώρα, θὰ μοῦ εἴπητε, ἔγεινε λάθος· τὸ βλέπει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἠξεύρω πόθεν προῆλθεν, ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα ἢ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν· ὑποθέτω πάντοτε ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, διότι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων. Λοιπὸν ἔγεινε τὸ λάθος, τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Ὑπουργός· τί νὰ κάμωμεν τώρα; δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συμπλήρωσιν; δὲν πρέπει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον νὰ τὸν ἱκανοποιήσωμεν; θέλετε νὰ εἶναι εἰς τὰ παλαιὰ Πρωτοδικεῖα αἱ παλαιαὶ δίκαι καὶ εἰς τὰ νέα αἱ νέαι; Καὶ ἐγὼ λέγω ὄχι· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καλλίτερα, νὰ ἴδωμεν, μόνον διὰ τὰ τρία πρωτοδικεῖα πρόκειται; Ἐὰν εἶναι διὰ τριάκοντα ὑποθέσεις, εἶναι περιττὸς ὁ νόμος· ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν ἕνδεκα καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγάλη, μάλιστα· καὶ τότε φέρετέ μας τοὺς πίνακας, τὴν ἔκτασιν τῶν περιφερειῶν, τὴν ἀνάγκην ἑκάστης ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἀκούσητε καὶ μίαν γνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν ποῦ καὶ ποῦ πρέπει νὰ συστηθῶσι· φέρετε τὸν πίνακα τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν εἰς ὅλα τὰ παλαιὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἢ οὕτως ἢ ἄλλως· σπεύδοντες νὰ φθάσωμεν θὰ πάθωμεν ὅ,τι ἐπάθομεν πέρυσιν. Ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν, ὅτι θέλομεν νὰ θέσωμεν φραγμόν· ὄχι κανένα φραγμὸν δὲν σᾶς ἐθέσαμεν· σεῖς ἐξεναντίας τὸ ἐκάματε δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον πνεῦμα. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ κλείσω τὴν ὁμιλίαν μου, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ προχωρήσω περιπλέον· ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων, ὅτι, ἐὰν θέλετε ν’ ἀποφανθῶμεν διὰ τὰ τρία πρωτοδικεῖα, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι περιττόν· ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰ νέα πρωτοδικεῖα ἀπονέμεται καὶ αἱ πολιτικαὶ καὶ ποινικαὶ ὑποθέσεις καὶ ἐκεῖ διεξάγονται, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὰ παλαιὰ αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀκολουθοῦσι τὸν δρόμον των. Ἐὰν σπεύσητε νὰ ἀκυρώσητε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ διατάγματος, κἀνέν ἐμπόδιον δὲν ὑπάρχει· εἰς τὸ πρακτικὸν ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς ἀριθμὸς 15 δικῶν ἐνώπιον τῶν πρωτοδικῶν Λαμίας ἐκ μέρους διαδίκων κατοικούντων ἐν τῇ Ἀμφίσσῃ, διωρισμένοι εἶναι οἱ πληρεξούσιοί των, αἱ δίκαι ἐξακολουθοῦν καὶ κἀνὲν ἐμπόδιον δὲν παρουσιάζεται. Δὲν παύει λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη· εἰσάγονται νέαι δίκαι; αὐταὶ φέρονται ἐνώπιον τῶν νέων πρωτοδικείων. Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ τῶν ἕνδεκα πρωτοδικείων, λέγω καὶ ἐγὼ σύμφωνα μετὰ τῶν ἄλλων, νὰ μᾶς παρουσιάσουν ποῦ θὰ τὰ συστήσουν, κατὰ προτίμησιν ἢ ὄχι; ποῦ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν καὶ πόσος, εἰς ποῖα πρωτοδικεῖα καὶ ἐφετεῖα ὑπάρχουν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν ψῆφόν μας.
§53ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ προσβάλω τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετέβαλε τὸν ἑαυτόν του εἰς ταπεινὸν ἰατρὸν, ἐνῷ ἐγὼ τὸν ὕψωσα· προσέβαλα δὲ δικαίως τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς σήμερον καὶ οἱ καλλίτεροι ἐμοῦ νομικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐν προοιμίῳ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισα, προσέβαλαν, καὶ τὸ προσέβαλα ὡς παράνομον· καὶ ἂν θέλετε, ἡ ὁμιλία μου εἶναι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου πρωθυπουργοῦ. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν ὅ,τι ἐγὼ αὐτὸς, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι περιττός· καὶ ἐγὼ εἶπα, ἅμα ἀφαιρέσητε τὴν διάταξιν 4 τοῦ διατάγματος, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον προβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἶναι περιττός. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν, κύριοι, τὸ λέγω θαῤῥαλέως, ἐνώπιόν σας οὐδόλως νὰ προσβάλλω τὰς πράξεις τοῦ ἄλλου, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σέβηται τὸν ἑαυτόν του παρὰ πάντα ἄλλον· μὴ σεβόμενος τὸν ἑαυτόν σου, ἀλλ’ ὠθούμενος ἀπὸ γνώμας τρίτων, αἱ ὁποῖαι λέγονται μὲν ἐπίσημοι, δὲν δύνανται ὅμως νὰ εἶναι τοιαῦται, δὲν δύνασαι νὰ ἦσαι πιστευτὸς, καὶ ἂν ἦσαι ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ ἦσαι ἐπίσημος καὶ μέγας, ὅταν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ φέρῃς γυμνόν. Διατί οἱ κανονισμοὶ τῶν Σωμάτων προέβλεψαν πάντοτε, ὁσάκις προβάλλονται νόμοι, νὰ προτάσσηται μία ἔκθεσις αἰτιολογική; διὰ νὰ βλέπω ἐγὼ ὁ ἀμαθὴς καὶ μικρὸς νομικὸς καὶ ὁ πολίτης τέλος πάντων βουλευτὴς, διότι σεῖς ὅλοι ἀντιπροσωπεύετε ἐντίμως τὰς ἐπαρχίας σας, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἦσθε καὶ νομικοὶ, νὰ βλέπω μίαν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν δι’ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον οἱ σοφοὶ τῆς Ἑλλάδος τὸν ἐθεώρησαν ἀμφισβητούμενον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν λέγει ἀλήθειαν· δὲν θέλω νὰ διαψεύσω ὡς Λομβάρδον τὸν κύριον Λομβάρδον, ἀλλ’ ὡς ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, διότι ὤφειλε τὴν γνώμην του νὰ τὴν ἔχῃ συνωδευμένην μὲ ἔκθεσιν ἐπίσημον τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη, διὰ νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ τί εἶπεν ὁ σοφὸς πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀδιάφορον ἐὰν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσῃ μίαν ἐσφαλμένην γνώμην. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐὰν ἠρωτᾶτο ἐπισήμως ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ Ἀρείου πάγου, οὐδέποτε ἤθελεν ἐκφράσει τοιαύτην γνώμην· καὶ πολὺ καλὰ ὁ κύριος Πλατὺς εἶπεν, ὅτι εἶναι βλασφημία νομική· δὲν χρειάζονται πολλαὶ γνώσεις νομικαὶ, ἀλλὰ μόνον ὁ ὀρθὸς λόγος. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι μὲ μόνην τὴν λογικὴν ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν· διότι, ἀφοῦ ἐκάμαμεν ἕνα νόμον καὶ εἴπαμεν, ὅτι συσταίνονται 11 δικαστήρια, ἐδώκαμεν δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν χρόνον καὶ τὴν ἕδραν, ὅταν ἔκαμες ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, δὲν ἔρχεσαι εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Λοιπὸν κατὰ τί ἐβλασφημήσαμεν ἐνώπιόν σας, κύριε Λομβάρδε, διὰ νὰ μᾶς κακίσῃς; Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ Κ. Κυπριάδου ὡς ὀρθήν, διότι ὁμιλῶν πέρυσι τὸν Ἀπρίλιον εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ. Καὶ πῶς θέλεις λοιπὸν τὴν περιφέρειαν ἑνὸς πρωτοδικείου νὰ τὴν ὑπαγάγῃς εἰς ἄλλο δικαστήριον; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κύριος Κυπριάδης, ὅστις θεωρεῖται μεταξὺ τῶν καλλιτέρων νομικῶν, νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι; Ἀπορῶ διότι δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπισήμως καὶ νὰ διαψευσθῇ μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ μὲ τὴν περυσινὴν ὁμιλίαν του κατὰ τὸν Ἀπρίλιον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ΣΚΑʹ. Λοιπὸν ὁ μὲν Κυπριάδης ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι εἶπε τὸ ἐναντίον, προφορικῶς δὲ ὅ,τι εἶπε δὲν εἶναι ἐπίσημον. Ὁ Κ. Μωραϊτίνης ἐπισήμως δὲν σοῦ ἀπήντησε, διότι δὲν βλέπω ἔκθεσιν προτασσομένην, ἥτις νὰ μοῦ λέγῃ, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ταπεινὸς ἰατρός, συνεβουλεύθην τὴν γνώμην τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Κυπριάδου, τῶν δεῖνα νομικῶν, διὰ νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ μήπως ᾖμαι ἠπατημένος εἰς τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν καὶ νὰ ἐρωτήσω ἄλλους. Ὅταν ὅμως βλέπω ἓν νομοσχέδιον ξηρὸν, δὲν ἔχω δίκαιον νὰ κακίσω ἐκεῖνον, ὅστις ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἔκαμε; Λοιπὸν ἠδικήσατε καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς νομικοὺς καὶ τοὺς ἐκάματε ψευδομάρτυρας. Ὅταν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἀπαντήσουν εἰς τὴν ἐρώτησίν σου δι’ ἐπισήμου ἐκθέσεως, τότε δύνασαι νὰ εἴπῃς σὺ, ἥκιστα νομικὲ, διατὶ προσβάλλεις τὴν γνώμην τοῦ Μωραϊτίνη; Ἐγὼ κἀνένα δὲν προσέβαλα· σὺ δὲν εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ᾖσαι νομικὸς, ἀλλὰ σήμερον, ὅταν βλέπῃς τὸν πρωθυπουργὸν νὰ σὲ ἀντικρούῃ καὶ νὰ συμφωνῇ μαζύ μου, διὰ τί δὲν θέλεις νὰ ἀναγνωρίσῃς, ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἄκυρον; (θόρυβος). Ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Μπαλάνου, πρὸς χάριν 4–5 δικῶν νὰ ἀφήσωμεν νὰ δικάζῃ τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας; Ἐπειδὴ ἐζήτησεν ἕνα πίνακα ὁ κύριος Μπαλάνος, καὶ ἔτσι κάμνουν βέβαια, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν εἶναι περισσότεραι δίκαι, καὶ μία ἐὰν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ἐγὼ λέγω καὶ χίλιαι ἐὰν εἶναι, ἀκόμη περισσότερον βλάπτονται τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, διότι ὑμεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ λάβητε τὰ συμφέροντα αὐτὰ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Καὶ ὅταν τοὺς κατοίκους τῆς Ἀμφίσσης τοὺς βλάψῃς διὰ τῆς μεταφορᾶς αὐτῆς, δὲν ἔχεις ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· καὶ ὅταν ὁ κάτοικος τῆς Λαμίας ἠναγκάσθη δυνάμει τοῦ πρώτου νόμου νὰ καλέσῃ τὸν κάτοικον τῆς Ἀμφίσσης εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας, σήμερον διὰ τῆς μεταβιβάσεως αὐτῆς δὲν ἀναγνωρίζεις, ὅτι προσβάλλεις κεκτημένα δικαιώματα; Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὅπου τὰ νομοσχέδια ἐψηφίζοντο ἀσυζητητί· σήμερον ἅμα εἶναι 30 ὁμοῦ εἰς μίαν μερίδα, θὰ συζητῶνται. Καὶ σεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Λαμίας δὲν ἔχετε συμφέρον νὰ ὑποστηρίζετε τοιαῦτα νομοσχέδια, διότι σήμερον σᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Ἄμφισσαν νὰ δικασθῆτε.
§54ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν ὁ νόμος μᾶς ὑποχρεοῖ, ὑπάγομεν καὶ εἰς τὴν Τρίπολιν.
§55ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει καὶ τὰς εἰσηγμένας ὑποθέσεις νὰ τὰς λάβῃς· ἄρα λοιπὸν νὰ σὲ ἀναγκάσουν νὰ ἔλθῃς εἰς τὴν Ἄμφισσαν διὰ μίαν ὑπόθεσιν, ἥτις πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν εἶναι εἰσηγμένη εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας καὶ σήμερον εἰς τὰ ἑξῆντα ἑπτὰ ἔχει σειράν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔγεινεν οὕτω καὶ διὰ τὰ ἐφετεῖα;
§57ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν ὅ,τι κακὸν ἔγεινε τότε πρέπει νὰ γείνῃ καὶ τώρα; — Λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, πιστεύω νὰ ἐπείσθητε, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου σας εἶναι ἄδικος καθὼς καὶ τὸ διάταγμα, ἀφοῦ καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι περιττός. Ὅταν λοιπὸν ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν σᾶς ἔδωκεν, ἀλλὰ τὴν οἰκειοποιήθητε, καὶ ἤλθατε οὕτως εἰς σύγκρουσιν καθαρὰν μὲ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς, λέγω, ὅτι ἅμα ἀναγνωρίσητε ὡς ἄκυρον τὸ ἄρθρον 4 τοῦ διατάγματος καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχυρὸν, ὁ νόμος εἶναι περιττός· ἐὰν θέλητε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς οὕτω, θὰ εἴπω ὅ,τι καὶ χθὲς, νὰ τεθῇ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, δι’ οὗ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1867 διατάγματος θεωρεῖται ἄκυρον καὶ μὴ ὑπάρχον.
§58ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καί τοι ἀνήκων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀναγνωρίζων ὅμως τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, δὲν ἐτόλμησα μέχρι τοῦδε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπερίμενον πρακτικωτέρους καὶ εἰδικωτέρους, ὅπως ἀναπτύξωσι τὸ ζήτημα, ὁποῖος ἦτον ὁ Κ. Μπαλάνος. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου, δὲν ἤκουσα εἰμὴ ἓν μόνον σπουδαῖον πρᾶγμα καὶ ἔχον πραγματικὴν ἀξίαν, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς Κ. Μπαλάνος, ἐὰν ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωματικὸς, καθόσον τὸ τοιοῦτον ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν· διότι ἐὰν μὲν συμβαίνῃ τὸ πρῶτον, βλάπτει· ἐὰν δὲ συμβαίνῃ τὸ δεύτερον, δὲν βλάπτει. Περὶ αὐτοῦ ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, τὸ ἐννοῶ καὶ λέγω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὴν δευτέραν σημασίαν· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ὅλα εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἔγεινε διὰ τὸ ἓν ἢ διὰ τὸ ἄλλο, ἢ, διότι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ ἐκφράζεσθαι, θέλει νὰ διηγῆται ἱστορίας καὶ νὰ λέγῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤμην ἐδῶ ὅταν ἐψηφίσατε τὰ 11 πρωτοδικεῖα, καὶ σᾶς λέγω καθαρὰ, ὅτι, ἂν ἤμην ἐδῶ, δὲν ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ οὐδενὸς πρωτοδικείου· καὶ ἔχω λόγον πολὺ σπουδαῖον καὶ θὰ σᾶς τὸν εἴπω, εἶναι πολὺ ἰσχυρός· πρὶν μορφώσωμεν ὑπαλλήλους καθὼς πρέπει, δικαστὰς καθὼς πρέπει, οὔτε ἓν πρωτοδικεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν. Ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ δικαστήρια ἐσυστήθησαν, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἔναρξιν ἀπὸ ἓν καὶ εἶναι ὅλως διόλου ὑπερβολικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν· τὸ δικαστήριον ἐσυστήθη ὅπως δήποτε, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἠξεύρῃ τὶ θὰ γίνωσιν αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς, ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, καὶ ὀρθοτάτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου Μπαλάνου, ὅτι δὲν δύνανται ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις νὰ μεταφερθῶσιν· ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλοι, οἵτινες ἔχουν τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ Κ. Μπαλάνου, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶναι ἐπίσης σεβαστή. Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου λέγῃ, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχῃ τὴν ἐναντίαν ἰδέαν; Ἡ λέξις «περιφέρεια» ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κανονίζει καὶ τὰς μεταφορὰς τῶν δικῶν· οὕτω διατείνεται εἷς νομομαθὴς, ὅστις ἴσως ὑπερβαίνει κατὰ τὴν παιδείαν τὸν κύριον Μπαλάνον· εἶπεν ὅτι ἐν τῇ λέξει περιφέρεια ἐμπεριέχεται καὶ ἡ ἄλλη ἔννοια, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναδεχθῇ ὁλόκληρον τὸ βάρος καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ ὅρος οὗτος νὰ ἔλθῃ δι’ ἑνὸς νόμου. Ὁ νόμος αὐτὸς τί εἶναι; ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωματικός; Ἐπαναλέγω, ὅτι εἶναι συμπληρωματικὸς, ἀλλ’ ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἑρμηνείαν, καὶ δὲν εἶναι ἔγκλημα, οὔτε βλασφημία, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Πλατύς· διότι, ἐὰν διαφύγῃ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον μία λέξις, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὴν μίαν λέξιν ἀντὶ τῆς ἄλλης, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτον ὑπερβολικὴ ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κύριος Πλατύς. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι συμπληρωματικὸς καὶ χρησιμεύει καὶ πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου· καὶ τί κακὸν ἐξάγομεν ἢ δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τούτου; ποῖα εἶναι τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπιζήμια; Ὁ κύριος Μπαλάνος ἤθελε νὰ μάθῃ ἐὰν εἶναι δικηγόροι, καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσῃ· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω πληροφορίας τοιαύτας καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπάρχουν, καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ καλλίτερα νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ σᾶς κατονομάσω ἕνα, δύω, τρία, τέσσαρα πρόσωπα. Ὁ κύριος Μπαλάνος σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις αἱ τοιαῦται δὲν εἶναι εἰμὴ τρεῖς τέσσαρες· ἑπομένως δὲν εἶναι ἄξιον λόγου ἡ μεταφορά. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· δύω ὁλόκληροι ἐπαρχίαι δὲν ἔχουν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τὸ ὅλον τέσσαρας· αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις πολιτικαὶ καὶ ποινικαὶ θὰ εἶναι περὶ τὰς ἑκατὸν, 15 ἢ τοὐλάχιστον 10 θὰ εἶναι τῶν ὑποδίκων· ὥστε, βλέπετε, δὲν εἶναι ἀνάξιον λόγου τὸ νὰ μεταφερθῶσιν αὐταὶ αἱ δίκαι. Λέγουσί τινες, δὲν σᾶς ἐσύστησαν δικαστήρια εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας καὶ ἑπομένως νὰ συνταχθῆτε μὲ τὴν ἀντίθετον γνώμην· ἀλλ’ ἐὰν δὲν μᾶς ἐσύστησαν δικαστήρια, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λόγος, ὥστε νὰ ἀσπασθῇ τις τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· ἐγὼ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συστήσω δικαστήριον ἀδίκως, ἤθελον ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ πρᾶγμα· ἐὰν πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα, ἂν ὁ νόμος ᾖναι ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωματικὸς, ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὸ δεύτερον, ἑρμηνεύων ὅμως τὸν ΣΚΑʹ. νόμον ἀφ’ ἑαυτοῦ του, συμπληρῶν τὸ κενὸν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι ἀντικείμενον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος δὲν εἶναι ἡ ἑρμηνεία νόμου· ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, δὲν ἑρμηνεύει· τοὺς νόμους τοὺς ἀσαφεῖς τοὺς ἑρμηνεύουν τὰ δικαστήρια.
§59ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία πόθεν γίνεται;
§60ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδῶ εἶναι συμπλήρωσις μόνον νόμου, εἶναι συμπληρωτικὸς νόμος καὶ ὡς τοιοῦτον ὁ κύριος Μπαλάνος δὲν τὸν ἀποκρούει.
§61ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Θέλω τὴν ἀναβολὴν, διότι πρῶτον ὁ νόμος αὐτὸς ἑρμηνευτικὸς δὲν εἶναι· δεύτερον, διότι τὸ ἐκδοθὲν διάταγμα εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καὶ τρίτον, διότι ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§62ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ νόμος εἶναι συμπληρωματικὸς, συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Μπαλάνον· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ὅτι εἶναι τὸ διάταγμα ἀντισυνταγματικὸν, δὲν συμφωνῶ, διότι πάντα νόμον τὸν παρακολουθεῖ ἓν διάταγμα ἢ κανονιστικὸν ἢ ὀργανικόν. Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα, καὶ βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία μεταξὺ τῶν νομικῶν.
§63ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶναι ἔγκυρον τὸ διάταγμα ἢ ὄχι;
§64ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ δύναται......
§65ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Σήμερον εἶναι ἄκυρον, ναὶ ἢ ὄχι;
§66ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σήμερον ὄχι, διότι δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ δίκας.
§67ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§68ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον διάταγμα, ἐπειδὴ ὑπῆρχε διχογνωμία μεταξὺ τῶν νομομαθῶν.
§69ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πρὸς ἑρμηνείαν λοιπὸν τοῦ νόμου...(Θόρυβος).
§70ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι σοφιστικὴ ἡ ἐρώτησις αὕτη, καὶ θὰ τὸ εἴπω κατὰ πρόσωπον. Ἐδῶ ὑπάρχει νόμος· ἀκούσατε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία, ἐξέδωκεν αὐτὸ τὸ διάταγμα· νομίζουσα δὲ ἀκολούθως, ὅτι ἤθελε θέσει τοὺς διαδίκους εἰς θέσιν νὰ κάμωσιν ἔξοδα, προεκάλεσε τὸν νόμον· ποῦ εἶναι τὸ παράνομον; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν ἄλλο παρὰ νὰ κανονίσῃ καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἀνεφύησαν ἐκ τῆς συστάσεως τῶν νέων πρωτοδικείων· τούτου ἕνεκα δὲν βλέπω οὐδὲν τὸ παράνομον, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίζῃ τινὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα γενικὸς νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ προΐδῃ. Φρονῶ, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις ἐστράφη ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν· ἐὰν δὲ ὁ Κύριος Μπαλάνος θέλῃ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωματικὸς, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§71ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολλοὶ ἐλάλησαν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἀντὶ νὰ τὸ διευκρινήσωμεν περισσότερον τὸ ἐσκοτίσαμεν. Τὸ ὑπουργεῖον μᾶς παρουσιάζει ἐνταῦθα μὲ τὴν μίαν χεῖρα τὸ πῦρ καὶ μὲ τὴν ἑτέραν τὸ ὕδωρ· «τῇ μὲν ὕδωρ ἔφερε δουλόφρονι χειρὶ, τῇ δὲ πῦρ.» Ἀφ’ ἑνὸς μᾶς παρουσιάζει ἓν διάταγμα ἀντισυνταγματικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος σήμερον ἀντὶ παντὸς ἄλλου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἕνα νόμον ἑρμηνευτικὸν, ὁ ὁποῖος κανονίζει ὁπωσδήποτε τὸν νόμον. Κύριοι, δὲν ἤλθομεν μόνοι εἰς τὰ ἐνταῦθα· μᾶς ἔφερεν ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος καὶ αὐτὸν ὀφείλομεν πάντες νὰ σεβασθῶμεν, διότι, ἂν ἀρχίσωμεν σήμερον νὰ ξεσχίσωμεν μὲ τὴν μίαν χεῖρα καὶ τὴν ἑτέραν τὸν θεσμὸν, δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν, καὶ οἱ ἐντολεῖς μας θὰ μᾶς εἴπωσιν ἀπέλθετε. Ὁ θεσμὸς λέγει, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ. Ἐν τίνι δικαιώματι παρίσταται ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης μὲ ἓν διάταγμα καὶ λέγει πρὸς τοὺς πολίτας, Κύριοι, μετάβητε εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐσύστησα καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον σπουδαῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὥστε οὐδὲ νόμος δύναται νὰ τὸ εἰπῇ, διότι ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε μίαν ὑπόθεσιν πρὸ ἑνὸς ἢ δύω χρόνων εἰς ἓν δικαστήριον καὶ πρόκειται νὰ δικασθῇ, λάβε αὐτὴν ἀπὸ τὸ δικαστήριον αὐτὸ, ἄφησε τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἔκαμες καὶ πήγαινε εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Ἀμφίσσης. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ εἶναι συμβιβασμός τις μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἐὰν θέλουν ἐκ συγκαταθέσεως νὰ μεταθέσωσι τὴν ὑπόθεσίν των οἱ διάδικοι εἰς ἄλλο, ὄχι ὅμως νὰ τὸ εἴπῃ νόμος· διότι καὶ ὁ νόμος θὰ θεωρηθῇ αὐθαίρετος, πολὺ δὲ περισσότερον τὸ διάταγμα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀφ’ οὗ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὑπουργὸς τὸ λέγει· διότι τί σᾶς λέγει; ἐξεδώκαμεν διάταγμα ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ διεκόπησαν αἱ δίκαι τῶν πολιτῶν καὶ συνέβησαν δαπάναι καὶ ἔξοδα. Ἤδη ἔρχομαι μὲ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ καλύψητε ὅσα μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν· δὲν εἶναι, νομίζω, ἄξιον τὸ τοιοῦτον ἑνὸς ὑπουργοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νόμος ἐκδοθησόμενος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς πολίτας, ἀφήσατε τὴν δικαιοδοσίαν σας καὶ μεταβῆτε εἰς τὴν ἑτέραν. Αἱ δίκαι πρέπει νὰ μένουν καὶ νὰ δικασθῶσιν εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα δικαστήρια, καὶ αἱ ἀναφυόμεναι εἰς τὸ κατόπιν νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὸ νέον· ἄλλως τε θὰ ἔχωμεν περιπλοκὰς καὶ ζημίας καὶ θὰ ἔχουν εἰς τὸ κατόπιν ἀγωγὰς οἱ πολῖται, καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνάξουν καὶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκδώσῃ παράνομον νόμον, καὶ τοὺς ὑπουργούς. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ προσέξωμεν ὥστε νὰ μὴ παραβλαφθῶσι. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅτι ἡ τροπολογία ἢ ὁ νόμος αὐτός, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς ἔῤῥιψεν ἀνέκθετον, νὰ μὴ ληφθῇ οὐδόλως ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι καὶ τοῦτο μία περιφρόνησις εἰς τὴν Βουλήν· διότι εἰς οὐδὲν συνταγματικὸν κράτος καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίοδον ἢ σύνοδον δὲν παρουσιάσθη ὑπουργὸς εἰσάγων νομοσχέδιον χωρὶς ἔκθεσιν δικαιολογημένην καὶ καλῶς ἀνεπτυγμένην· ἀλλὰ καί τοι προσκαλεῖται καὶ ἔπρεπεν ὁ ἴδιος ὑπουργὸς νὰ ἠμπορῇ νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνθαῤῥυνόμενος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, λέγει, αὐτὸ τὸ ἔκθετον τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔῤῥιψα, θέλω νὰ τὸ παραδεχθῆτε· ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας αὐτὸ δὲν ἀντανακλᾷ εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα ἀλλ’ εἰς ἐκείνην.
§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ἁπλοῦν μὲν, ἀλλὰ πολὺ ἄξιον τῆς προσοχῆς σας. Πέρυσιν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐσυζήτησε τὸν νόμον αὐτὸν περὶ συστάσεως νέων Πρωτοδικείων, τί ἐκάμαμεν τότε ἕκαστος καὶ τί εἶχεν ἕκαστος εἰς τὸν νοῦν του περὶ αὐτοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία, διότι ὁ σκοπός μας τότε ἦτο νὰ γείνῃ προχειροτέρα ἡ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴ πρὸς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους, ὅπου ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξάν τινες καὶ ἰδίως ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ πρόθεσις αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω ἐὰν πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, ἢ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐξετιμήθησαν αἱ ἀνάγκαι· διότι, ἂν θέλετε, δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ ἐκτίμησις εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν πλησιάζει τὰς ἀνάγκας οὔτε τὴν ἀλήθειαν. Καλὸν ἦτο ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις συναποφασίσῃ μετὰ τῆς Βουλῆς πρᾶξιν τινὰ καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη προέρχεται δι’ ἀμοιβαίας πεποιθήσεως, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐθεωρήθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ σήμερον πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω οὔτε εἰς τὸ μέτρον οὔτε εἰς τὴν προσοχὴν τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καθότι, ἐὰν ἤθελέ τις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἤθελεν ἴσως περιέλθει εἰς θέσιν νὰ ὁμολογήσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν θέλω τοὐλάχιστον νὰ προκαλέσω. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, καὶ λέγω, ὅτι πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτὸν τὸν νόμον, μία διάταξις τοῦ ὁποίου εἶναι, «αἱ ἕδραι ἑκάστου Πρωτοδικείου καὶ ἡ περιφέρεια τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.» Σᾶς βεβαιώνω, κύριοι, ὅτι ἐὰν θέλωμεν εἰς ἑκάστην λέξιν νὰ ἀποδώσωμεν μίαν ἔννοιαν κατὰ θέλησίν μας, βεβαιωθῆτε, ὅτι τότε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρῃ εἰς συνεννόησιν καὶ πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλους ὅρους παρὰ τοὺς τῆς γλώσσης. Τί λέγει, κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη; «ἡ ἕδρα, ἡ περιφέρεια καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος». Ὁμιλεῖ ἐδὼ περὶ ἐκκρεμμῶν ὑποθέσεων; Τὸ κατ’ ἐμέ, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ τοιοῦτον, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησιν ἐξέδωκε νέον Διάταγμα τὸ ὁποῖον εἶναι τῷ ὄντι πολλὰ περίεργον· διότι εἰς τὸ 4 ἄρθρον νομοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐνόησε τὸ ἄτοπον καὶ εἰσήγαγε σήμερον ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ τὸ διορθώσῃ· δύναται ὅμως νὰ τὸ διορθώσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἦτο νομοθετικῆς φύσεως· δὲν ἐδυσκολεύθη ὅμως διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ δύναται νὰ λησμονήσῃ αὑτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ διαταγμάτων πρέπει νὰ γίνηται ἡ νομοθεσία εἰς τὸ κράτος ἐν ἀπουσία τῆς Βουλῆς· τοῦτο τὸ ἐννοῶ ὅτι δύναται νὰ τὸ κάμῃ. Ὅταν ὅμως κηρύξῃ ὡς ἀρχήν της τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ὅτι διὰ διαταγμάτων θέλει νὰ νομοθετῇ, δὲν ἠμπορεῖτε οὔτε ὑμεῖς οὔτε κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι μόνον ἕως ἐδῶ εἶναι τὸ κακόν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ παρὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ εὕρῃ κάτι τι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἔχομεν παραδείγματα προηγούμενα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμει Νόμων μετεφέρθησαν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀπὸ ἓν δικαστήριον εἰς ἄλλο, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη καὶ ἄτοπος ἦτο καὶ ἐπιπόλαιος καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ θὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἐὰν παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ. Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερα πρέπει νὰ σᾶς προκαλέσω νὰ ἐξετάσητε μερικὰ πράγματα. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι μεταβιβάζετε σήμερον τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις καὶ πολιτικὰς ἀπὸ τὸ ἓν δικαστήριον εἰς τὸ ἄλλο· πρῶτον, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησάν τινες ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς ὠφέλειαν τῶν διαδίκων; ποῖος δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ ἐὰν εἶναι πρὸς ὠφέλειαν ἢ βλάβην; Δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα, καθὼς ὑμεῖς λέγετε ὅτι γίνεται πρὸς ὠφέλειαν, νὰ εἴπω μὴ ψηφίσετε τὸν νόμον διότι βλάπτει; ποῦ ἔχετε τὰς ἐναντίας ἀληθείας καὶ ποῦ στηρίζεται ὁ ἰσχυρισμός σας; Ἰδοὺ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐκάμετε. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἄλλο ἀντικείμενον· ὑποθέσατε ὅτι 15, 20, 30 ἄνθρωποι διὰ μίαν ποινικὴν πρᾶξιν κατηγγέλθησαν εἰς τὴν ἐπιτόπιον ἀρχὴν εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπου ἡ πρᾶξις ἔγεινε· τώρα θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ εἴπω ὅτι δικαιοῦμαι ἐνταῦθα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις νομοθετεῖ διότι ἔχει κακὸν εἰς τὸν νοῦν της;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μὲ λέγετε, ἡ ἁρμοδιότης τῶν ποινικῶν δικαστηρίων κανονίζεται ἀπὸ τὸν τόπον, ὅπου ἐπράχθη τὸ ἔγκλημα, ἢ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν εἰς ἣν ὑπάγονται οἱ ἐγκληματήσαντες;
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ τὸν τόπον. Ὁ τόπος εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κανονίζει τὴν ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὸ πρᾶγμα· θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν Πατρῶν εἶναι μακρύτερα ἀπὸ τὸ τῶν Καλαμῶν, ἤτοι ἀπὸ τὸ δικαστήριον εἰς ὃ ἔγεινεν ἡ πρᾶξις, καὶ αὐτὸ εἶναι πλησίον εἰς τὴν ἀλήθειαν· ὥστε ἐδῶ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν νὰ μεταβιβάζωμεν τὴν ποινικὴν διαδικασίαν εἰς ἄλλο δικαστήριον ἐκ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν ὑπόνοιαν ἀποδίδω εἰς κανένα. Ὑποθέσατε ὅμως ὅτι ὑπῆρχε πολιτικὸν συμφέρον νὰ καταδιωχθῶσι, νὰ καταδικασθῶσι τινὲς, καὶ τοιαῦτα παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα, καὶ μάλιστα εἰς τὰ σοφώτερα ἔθνη, εἰς τὴν Γαλλίαν αὐτὴν· νομίζετε, ὅτι εἶναι σωστὸν νὰ μεταβιβάζετε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ μίαν εἰς ἄλλην δικαιοδοσίαν; δὲν διατρέχει κίνδυνον ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀσφάλεια αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων; Ἴσην ἐγγύησιν νομίζετε θέλω ἔχει ἐγὼ, ὅστις ἔπραξα μίαν πρᾶξιν εἰς ἕτερον μέρος, ὅταν δικασθῶ εἰς δικαστήριον κείμενον εἰς μέρος, ὅπου αἱ σχέσεις δὲν εἶναι ἀνεπτυγμέναι καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ δικαστήριον νὰ ἐννοήσῃ τὰ πράγματα; Ἐκ τούτου, ὡς βλέπετε, δύναται νὰ ἐκπηγάσῃ κακόν. Καὶ, Κύριοι, ποῖον κακὸν ἤθελε προέλθει εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται μέχρι τοῦδε ὑπόδικοι εἰς τὰ δικαστήρια τὰ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα, ἂν δὲν ἐγίνοντο τὰ νέα δικαστήρια; ποῖον κακὸν ἐπαπείλει αὐτούς; Τὰ ὑφιστάμενα δικαστήρια πρόκειται νὰ βλάψουν τὸν κόσμον; ὄχι. Ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ δικαστήριον Ἀμφίσσης, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἤθελον προσέλθει εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας. Ἡ Βουλὴ εἶπε, μάλιστα, νὰ συστηθῶσι δικαστήρια· δὲν εἶπεν ὅμως καὶ αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὰ νέα, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ μεταβάλητε τὴν σημασίαν τῶν λέξεων καὶ νὰ δώσητε εἰς αὐτὰς ἑτέραν ἔννοιαν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξέδωκεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς, εἶναι πράγματι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, μία παρανομία, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀρέσκεται εἰς τοιαῦτα πράγματα. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιστήσω ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι καὶ προχθὲς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον τοῦτον, ποία μεγάλη ἀνάγκη παρουσιάζετο, ποῦ ἦτο τὸ κατεπεῖγον νὰ συζητηθῇ τόσον ταχέως; Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς ἑαυτὴν, ὅτι πρέπει βραδέως νὰ ψηφίζῃ καὶ μετὰ προσοχῆς νόμους, οἱ ὁποῖοι τόσον δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας. Ἐννοῶ, κύριοι, τὸ κατεσπευσμένον ὅλων τῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἰσέρχωμαι εἰς τὰς διανοίας τῶν ἄλλων ἢ νὰ παρεξηγῶ κανένα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω παντάπασι νὰ κρίνω ἂν ἦτο πρέπον, ἀφοῦ ὑπῆρχον τόσοι δισταγμοὶ, νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα εἰς τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ νὰ ἀποδεικνύεται μετὰ ταῦτα ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅτε ἐνόησε τὸ βάραθρον τὸ ὁποῖον ἤνοιξε διὰ τοῦ διατάγματος καὶ ἔτρεξε νὰ τὸ συμπληρώσῃ. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τούτου περιοριζόμενος· περὶ τοῦ ἑτέρου εὔχομαι μόνον νὰ μὴ εὑρεθῇ κἀμμία κυβέρνησις, ἥτις νὰ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπήχθησαν πολῖται, διότι δύνανται νὰ προέλθουν ἀτοπήματα κατὰ τῆς πολιτείας.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μπαλάνου περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ναὶ ἢ ὄχι; αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι·) Ἀπεῤῥίφθη. Δεύτερον ζήτημα εἶναι· παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ναὶ ἢ ὄχι;
§77Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις, ἂν εἶναι ἑρμηνευτικὸν τὸ νομοσχέδιον ἢ συμπληρωτικὸν· ἐπὶ ταύτης πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§78ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίσῃ ἂν ὁ νόμος θὰ εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωτικὸς, πάλιν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ἀμφιβολίαν (θόρυβος·) διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸν νόμον ἐντελῶς ἑρμηνευτικόν. Ἐπομένως δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ συμπληρωτικός· ὅσοι νομίζουν, ὅτι εἶναι συμπληρωτικὸς, δὲν τὸν δέχονται.
§80ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡμεῖς τὸν νόμον αὐτὸν θεωροῦμεν συμπληρωτικὸν, διότι πράγματι δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς, ὡς μὴ ἑρμηνεύων σαφεῖς καὶ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Νόμου ΣΚΑʹ. Ἐπομένως τοῦτο καὶ θὰ ψηφοφορήσωμεν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον λέγει ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὸς.
§82ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι μόνον του, δὲν δύναται δὲ καὶ νὰ νομοθετήσῃ. Ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς νόμου, ἡμεῖς θὰ τὸν νομοθετήσωμεν καὶ οὐχὶ τὸ ὑπουργεῖον. Ἡμεῖς τὸν νόμον δὲν θεωροῦμεν ἑρμηνευτικὸν, ἐπομένως νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· οἱ μὴ θέλοντες τὸν νόμον ὡς ἑρμηνευτικὸν λέγουν ὄχι (θόρυβος).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τὴν ἀρχὴν (θόρυβος).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν νόμον ὡς ἑρμηνευτικὸν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι.
§86Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις ἀπωτέρα. Ἡ διάταξις τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ Διατάγματος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, ναὶ ἢ ὄχι; Πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητεῖτε λοιπὸν πολιτικὸν θέμα, ἂν εἶναι παράνομος ἡ ἐνέργεια μας, ναὶ ἢ ὄχι. Μάλιστα, τὸ δεχόμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§88Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ τὴν στενοχωρίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἐννοῶ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, διότι βλέπω, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιμάχονται δύω συμφέροντα πολὺ οὐσιώδη. Τὸ ἓν εἶναι, νὰ μὴ θεωρηθῇ ὁ νόμος ὡς συμπληρωτικὸς ἀλλ’ ὡς ἑρμηνευτικὸς, ἵνα μὴ ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξέδωκε διάταγμα τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν συμφέρον, ὅπερ ὑπερασπίζεται ἡ κυβέρνησις· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον, τὸ συμφέρον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν οἱ πολῖται, οἱ ἔχοντες δίκας ἐκκρεμεῖς, ἀπὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου, ὅτε ἤρχισε τὸ δικαστήριον Ἀμφίσσης, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὁ νόμος οὗτος θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸς, εἰς ζημίας καὶ ζημίας ἀνυπολογίστους. Τοῦτο θέλει συμβῆ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅτι ὁ νόμος ὁ παρουσιαζόμενος εἶναι ἑρμηνευτικός. Ἕκαστος ὅθεν ὀφείλει νὰ σταθμίσῃ τὰ δύω ταῦτα συμφέροντα, καὶ νὰ δώσῃ εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τὴν ψῆφόν του, διότι καὶ τὰ δύω νὰ συμβιβασθῶσιν ἀδύνατον. Ὑπερασπιζόμενος τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς, ἀλλ’ εἶναι νόμος νέος, λέγω, ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχω νὰ μὴ ὑποβάλω τοὺς πολίτας εἰς ζημίας, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὁ νόμος ὡς ἑρμηνευτικός. Ἂν ἦτο ἑρμηνευτικὸς, ἡ κυβέρνησις ἤθελεν εἰσαγάγει νόμον λέγοντα «τὸ ἄρθρον δεύτερον τοῦ νόμου ΣΚΑʹ. περιλαμβάνει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ἡ κυβέρνησις τὴν τύχην τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν διὰ διατάγματος.» Τοῦτο εἶναι ἑρμηνευτικὸς νόμος· καὶ θαυμάζω πῶς ἡ κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι καὶ οἱ νόμοι, ὡς οἱ ἱερεῖς, δύνανται νὰ γίνουν διὰ χειροτονίας, καὶ δύνανται νὰ ᾖναι νόμοι αὐτοτελεῖς διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ἑνὸς ἀτόμου, τοῦ πρωθυπουργοῦ ἢ ἄλλου ὑπουργοῦ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, οἱ ὑπερασπίζοντες τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως καὶ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐπιφέρωσι ζημίας μόνον εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ πρόκειται συγχρόνως ν’ ἀποφανθῶσι περὶ πραγμάτων, ἅτινα εἶναι ὅλως διόλου ἄτοπα καὶ παράνομα. Ὡς συμπέρασμα ἐπιφέρω, ὅτι δὲν δύναται τὸ προεδρεῖον νὰ θέσῃ ζήτημα, ἂν ὁ προκείμενος νόμος ᾖναι ἑρμηνευτικὸς ἢ ᾖναι αὐτοτελὴς, διότι τὸ προεδρεῖον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι ἔχουν ἄλλον χαρακτῆρα, ἄλλην σύνταξιν· ἀλλ’ ὀφείλομεν τὴν τοιαύτην πρότασιν νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν θέλωμεν νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν, πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ἐξαίρεσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἂν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ δώσῃ εἰς τὸν νόμον χαρακτῆρα ἑρμηνευτικὸν, τώρα πρῶτον θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικός· ἡμεῖς θὰ ψηφοφορήσωμεν ἂν ᾖναι αὐτοτελής· Ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ δώσῃ αὐτῷ χαρακτῆρα ἑρμηνευτικὸν, νομίζω, ὅτι τὸ προεδρεῖον δὲν ὀφείλει νὰ θέσῃ τοιοῦτον ζήτημα· ἀλλὰ καὶ ἂν θέλῃ νὰ τὸ θέσῃ, θὰ τὸ θέσῃ ὡς αὐτοτελές.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔθεσεν ὁ Κ. Μπαλάνος πρῶτος.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Δεληγεώργης μοὶ φαίνεται, ὅτι καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ψηφοφορηθῇ ὁ νόμος χωρὶς νὰ γίνῃ διάκρισις. Ἐπρόσεξα νὰ ἴδω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Κ. Δεληγεώργη, διότι μοὶ ἐφάνησαν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι θὰ ἦσαν τῳόντι σπουδαῖα κατὰ τοῦ νόμου· εὐτυχῶς δὲν μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν. Ὁ κύριος Δεληγεώργης πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν δεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, τιθεμένην εἰς ψηφοφορίαν, καὶ τὴν ἀντικρούσητε, ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε παρανόμως· καὶ διὰ τοῦτο, λέγει ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἡ κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ ψηφοφορηθῇ ὁ νόμος ὡς ἑρμηνευτικός. Καὶ ὅταν οὕτω πως φέρετε τὴν πρότασιν, τὴν δεχόμεθα, καθὼς καὶ ἂν θέλητε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα. Ἂν παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, θὰ ζημιώσητε τοὺς πολίτας! Ποῦ εἶναι αἱ ζημίαι τὰς ὁποίας βλέπει ὁ κύριος Δεληγεώργης; δὲν λέγει τίποτε· καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ζημίαι ἐντὸς 10 ἡμερῶν; Ποῦ εἶναι αἱ μεγάλαι καταστροφαί; Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐξήγαγε συμπέρασμα, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς διότι δὲν εἶναι συντεταγμένος οὕτως ἢ ἄλλως. Ἑπομένως τὸ μόνον ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Δεληγεώργη κατὰ τοῦ νόμου εἶναι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως. Κύριοι, ἂν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ σᾶς κάμῃ νὰ ψηφοφορήσητε ὅπως ζητοῦσιν οἱ κύριοι, ψηφοφορήσατε. Ἐγὼ δὲν ἤκουσά ποτε, ὅτι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως εἶναι ἰσχυρὸς νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ νόμου, καὶ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἑπομένως, ὅταν δὲν ἀντίκειται εἰς ἀρχήν τινα, καὶ μόνον δὲν λέγῃ «ἑρμηνεύεται τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρον». Ἀλλὰ λέγουν, διατάττομεν νὰ μεταφερθοῦν αἱ ὑποθέσεις ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἕτερον μέρος· ἂν δὲν θέλετε τοῦτο, ἀποῤῥίψατε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.—Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐκάμαμεν καμμίαν πρότασιν· ἡμεῖς ἐφέραμεν τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ἐπιθυμοῦμεν ἡ Βουλὴ νὰ τὸν ψηφίσῃ. Ἂν βουλευτής τις ἔφερε μίαν πρότασιν καὶ λέγῃ πῶς ἐννοοῦμεν τὸν νόμον, ἡμεῖς τοῦ λέγομεν, ὅτι τὸν ἐννοοῦμεν ἑρμηνευτικόν.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐναντίον τοῦ συμφέροντος, ὅπερ ὑπερασπίζεται, δὲν ἀντέταξεν ἡ ἀντιπολίτευσις κανὲν συμφέρον. Τὸ συμφέρον, ὅπερ ἀντέταξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ σπουδαιότερον τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζεται· διότι τὸ μὲν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συμφέρον ἀτομικὸν, εἶναι συμφέρον ἀμύνης, ὅπερ ἔχει πᾶς τις, ὅταν πράξῃ πρᾶξιν ἐναντίον τοῦ νόμου, τὸ δὲ συμφέρον, ὅπερ ἀντετάξαμεν ἡμεῖς, εἶναι ἅγιον, διότι δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς αὐτούς.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀποδεικνύεται.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εὑρίσκει, λέγει ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς, ποῖον συμφέρον θέλει σήμερον νὰ ὑπερασπισθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις, ποῦ εἶναι αἱ δίκαι καὶ αἱ ζημίαι. Πιστεύω ὅτι ἐσκέφθη ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐσύστησε δικαστήριον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δωρίδος καὶ Παρνασσίδος μετὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐσύστησεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀνέλαβε μίαν εὐθύνην, ὅτι δηλ. αἱ δύω αὗται ἐπαρχίαι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν παρέχουσιν ἐνασχόλησιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἑπομένως ἵνα ᾖναι συνεπὴς καὶ δείξῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως πηγάζει ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι πᾶσα παρερχομένη ἡμέρα γεννᾷ νέας δίκας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ἂν θὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὸ πρωτοδικεῖον τῆς Λαμίας ἢ τῆς Ἀμφίσσης. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ν’ ἀποδώσω ἀξίαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ προτίμησις, ἣν ἔκαμε κατὰ τὴν σύστασιν τῶν νέων δικαστηρίων, ἀποδεικνύει, ὅτι κάθε ἡμέρα γεννᾷ δίκας καὶ συμφέροντα, καὶ ταῦτα τὰ συμφέροντα ἡμεῖς θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν· ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, ὅτε παρῆλθον 20 ἡμέραι, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὁ νόμος θέλει βεβαίως γείνει γνωστὸς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, θέλουν γεννηθῆ δίκαι ποινικαὶ καὶ πολιτικαὶ, σᾶς λέγω, ὅτι ὅλαι αἱ δίκαι θὰ ὑποκύψωσιν εἰς ἀναίρεσιν, διότι ὁ νόμος ὁ ἑρμηνευτικὸς θέλει θεωρήσει παρανόμους ὅλας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἀπὸ τὸ πρωτοδικεῖον Λαμίας· τοῦτο ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν, αὐτὴν τὴν σύγχυσιν νὰ διαφύγωμεν. Διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι ὁ παρουσιαζόμενος σήμερον νόμος εἶναι νόμος αὐτοτελὴς, ἰσχύων ἀπὸ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ δημοσιευθῇ. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπερασπιζόμεθα, καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσιώδη διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω γνωμῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τύπον τοῦ νόμου, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν μεγάλῃ στενοχωρίᾳ ὡμίλησεν ὁ Κύριος πρωθυπουργός. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς εἶναι νομικὸς, ἠξεύρει νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, καὶ ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐδόθη τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι ἐν μέρει νομοθετικὸν καὶ ἐν μέρει δικαστικόν. Τὴν ἰδιότητα ὅμως ταύτην δὲν τὴν ἔχουν οἱ ἄλλοι νόμοι, δὲν τὴν ἔχουν τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς· τοῦτο πρέπει νὰ διακρίνεται. Τί θὰ εἰπῇ ἑρμηνευτικὸς νόμος; Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἕνα νόμον· ἂν οὗτος εἶναι ἀμφίβολος, καλεῖται νὰ δώσῃ μίαν ἑρμηνείαν· καὶ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου νόμου ἑρμηνευτικοῦ, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ καὶ τὸν τύπον, δὲν πρέπει ὁ νόμος νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ τύχη τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων κανονίζεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον δεῖνα; Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον, διότι αὐτοὶ οἱ συνάδελφοί του ἐξεφράσθησαν, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἀλλὰ συμπληρωτικός. Διὰ τοῦτο, κύριε πρόεδρε, ἂν θέλῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν καὶ νὰ δώσῃ χαρακτῆρα εἰς νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει, πάλιν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα αὐτοτελές. Ἂν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς προτείνῃ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, εἶναι ἀνακόλουθον.
§94ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, ἐὰν ἐζήτησε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις ἂν ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ μὴ, τὸ ὑπουργεῖον ἄφησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν ἡ ἐπιψήφισις, καὶ ὅτε ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλε τὸ θέμα, ὁ κύριος Μπαλάνος ἐζήτησε νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, καὶ ἄλλοι ἐζήτησαν νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ τούτου, διὰ νὰ διακριθῇ καθαρῶς ἂν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ οὔ. Ἡμεῖς, κύριοι, νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τεθῇ τοιοῦτον θέμα, ὥστε ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀποτείνουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἐζήτησε νὰ γείνῃ τοιαύτη ἐξήγησις, δὲν εἶναι δικαία. Ἂν ὅμως τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ γνώμην, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἑρμηνευτικὸς, εἶναι ἄλλο. Τὰ δικαστήρια, κύριοι, προσεχῶς θέλουσιν ἐξετάσει ἂν ὁ νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ ὄχι. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Δεληγεώργης λέγει, ὅτι, διὰ νὰ εἶναι ἑρμηνευτικὸς, πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ ἄλλον νόμον, τὸν ὁποῖον ἑρμηνεύει· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ οὐσία ἀποφαίνεται περὶ τούτου καὶ ὄχι ὁ τύπος. Ἀλλ’ ὁ Κ. Δεληγεώργης παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουσι δύω συμφέροντα ἀντίθετα, τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως προσπαθούσης νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν της, καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἄλλων νὰ ὑπερασπίσουν ἐκείνους, οἵτινες θὰ ὠφεληθοῦν ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ νόμου. Τὰ πράγματα, κύριοι, ἔχουσιν οὕτως· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει καθῆκον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα, ὅτι ἔχει καθῆκον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου νὰ ὁρίσῃ τὶ θέλει γείνει περὶ ἐκκρεμῶν δικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου. Ἄλλοι ἔχουν τὴν ἐναντίαν· ἐπειδὴ ὅμως ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι, ἐρχόμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα νομοθετικῶς. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου εἶπεν, ὅτι ἀδύνατον νὰ φέρετε νόμον ἑρμηνευτικὸν ἐφ’ ὅσον τὰ δικαστήρια δὲν εὑρέθησαν εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἄλληλα· αὐτὸ δὲν δυνάμεθα βέβαια διόλου νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔλαβε τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους. Τοῦτο ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ εἰς ἀντίθεσιν τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως φέρει ὁ Κ. Δεληγεώργης τὸ συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν καὶ λέγει, ὅτι ἂν ὁ νόμος χαρακτηρισθῇ ὡς ἑρμηνευτικὸς, ὅλοι οἱ ἔχοντες δίκας ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς Λαμίας ἐκ τῶν χαρακτηριζομένων ὡς ἐκκρεμῶν, δύνανται νὰ ζημιωθῶσι διὰ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν· ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον συμφέρον δὲν τὸ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν; Τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πάντων ὡς ἔγκυρον καὶ αἱ πράξεις ὅλαι ἐγένοντο ἐνώπιον τοῦ νέου δικαστηρίου. Ἂν λοιπὸν θεωρηθῇ ὁ νόμος τώρα ὡς ἑρμηνευτικὸς, δὲν ἐγείρεται τὸ ἀντίθετον συμφέρον τῶν διαδίκων τῶν εἰσαγαγόντων τὰς ὑποθέσεις των ἐνώπιον τοῦ νέου δικαστηρίου; Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης τὸ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγώ.
§95ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα κακίζονται οἱ προλαλήσαντες. Ἂν, Κ. Πρόεδρε, ὡς ἑρμηνεύθη ἐνώπιόν σας, δὲν κάμῃ τὴν ἐξήγησιν ἡ Βουλὴ, ἂν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ὁ νόμος ἢ ὄχι, θέλει συμβῆ ἓν ἄτοπον, νὰ ἔλθῃ ἕνας ἄλλος νόμος. Ἔχει ἄδικον λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις ὅταν σᾶς λέγῃ, ὅτι ἂν δὲν βλέπῃ εἰς τὸν νόμον μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζωγραφίζεται ἡ ἑρμηνευτικότης τοῦ νόμου, οὔτε ν’ ἀναφέρεται εἰς τὸν ΣΚΑ. νόμον, οὔτε νὰ ἔχῃ ῥητὴν διάταξιν, ὁ νόμος δὲν εἶναι ἑρμηνευτικός; Ἐνόσῳ, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ῥήτρα ἐν τῷ νόμῳ, ποῦ θὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἑρμηνευτικός, ἀφοῦ δὲν ἀναφέρεται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ ΣΚΑ. νόμου; Κακίζεται λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις διότι ἔρχεται νὰ σαφηνίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸν θεωρῇ ὡς ἑρμηνευτικὸν νόμον, ἡμεῖς λέγομεν ὅτι παρανομεῖ. Καὶ ἰδού· ὑποθέσατε ὅτι ἡ ὑπόθεσις... (θόρυβος).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰπέτε πῶς θέλετε νὰ τεθῇ τὸ θέμα, Κ. βουλευτά.
§97ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὲ τὰ παραδείγματα θὰ κανονίσω τὸ θέμα· ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι κατηγορήθη τις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου Λαμίας διὰ κακούργημα, καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας δὲν τὸν θεωρεῖ ἔνοχον, τὸν ἀποφυλακίζει. Ἂν εἴπητε, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου, θὰ τὸν πιάσῃ τὸ δικαστήριον τῆς Ἀμφίσσης νὰ τὸν βάλῃ εἰς τὰς φυλακὰς (θόρυβος). Λοιπὸν ἡμεῖς, ἐπειδὴ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὸς, θεωροῦντες αὐτὸν παράνομον, θὰ εἴπωμεν τὸ ἐναντίον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι.... (θόρυβος).
§99ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου ὡς νόμου ἑρμηνευτικοῦ λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Σπυροπούλου καὶ Τσαμοπούλου).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν διὰ ψήφων 80 κατὰ 41. Θέλει ἀναγνωσθῆ τώρα διὰ τρίτην φορὰν κατ’ ἄρθρον. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον.) Ἄρθρον 1. «Αἱ ἐνώπιον τῶν πρὸ τοῦ Νόμου ΣΚΑʹ. ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, πολιτικαὶ, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ, αἱ ὑπαγόμεναι δυνάμει τῶν ἐκδοθέντων καὶ ἐκδοθησομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδίου Νόμου Διαταγμάτων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν συσταθέντων ἢ συστηθησομένων Πρωτοδικείων, μεταβιβάζονται εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένων, αἵτινες, ἂν δὲν ἀποπερατωθῶσιν ὁριστικῶς διὰ τῆς ἐκδοθησομένης ἀποφάσεως, ἀκολουθοῦσι τὸν αὐτὸν κανόνα.»
§102ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐφανέρωσεν, ὅτι συνεπεία τοῦ ἐκδοθέντος νόμου αὐτὸς ὁ νόμος θέλει ἰσχύει οὐ μόνον διὰ τὰ συστηθέντα ἢ ἐπὶ τοῦ παρόντος συστηθησόμενα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἢ ἡμέρας συστηθησόμενα· ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, ἥτις ὁμιλεῖ καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἀναφέρεται εἰς ἓν μόνον διάταγμα. Λοιπὸν τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν «διάταγμα» νὰ τὸν κάμωμεν πληθυντικὸν «τῶν διαταγμάτων. Δεύτερον, εἰς τὸ 1 ἄρθρον μεταχειρίζεται τὸν ἐνεστῶτα χρόνον «μεταβιβάζονται»· εἰς δὲ τὸ δεύτερον «θέλουσι μεταβιβάζεσθαι»· νὰ μεταχειρισθῇ λοιπὸν ὁ αὐτὸς χρόνος «μεταβιβάζονται».
§103ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ διόρθωσις.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. (Ἀναγινώσκονται καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ τρίτην φορὰν ὡς καὶ τὸ σύνολον.) Ἄρθρον 2. «Αἱ ἐνώπιον τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, πολιτικαὶ, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ, αἱ ἀνήκουσαι εἰς περιφέρειαν τῆς δικαιοδοσίας Πρωτοδικείων, ὑπαχθεῖσαν ἢ ὑπαχθησομένην διὰ τῶν περὶ συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων Διαταγμάτων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλου Ἐφετείου, μεταβιβάζονται εἰς τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο κατὰ τὸν ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τεθέντα κανόνα.» Ἄρθρον 3. «Τὰ αὐτὰ θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι καὶ εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τῶν Εἰρηνοδικείων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἀρχαίων Πρωτοδικείων, ὑπαχθέντων ὅμως ἢ ὑπαχθησομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν συστηθέντων ἢ συστηθησομένων τοιούτων.» Ἄρθρον 4. «Ὁ παρὼν Νόμος θέλει δημοσιευθῆ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει ἐκτελεσθῆ ὡς Νόμος τοῦ Κράτους.»
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 4 παρὰ 5 λεπτά.)