1867.04.09
105 στίχοι · 701 λέξεις · 7 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
τῆς 9 Ἀπριλίου 1867.
(Κυριακή).
Ὥρα 10 καὶ ¼ Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν, κύριοι, τὴν κλήρωσιν τῆς εἰκοσαμελοῦς ἐπιτροπῆς ἥτις, κατὰ τὸ πρόγραμμα, θὰ ὑποδεχθῇ τὸν Ἀντιβασιλέα. Γενομένης τῆς κληρώσεως ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου κυρίου Μαυρογιάννη, ἔλαχον οἱ ἑξῆς· Τ. Πλέσσας, Κ. Πεταλᾶς, Ἀνδ. Γαΐτας Φωσκάρδης, Κ. Θεοδώρου, Κ. Χριστοδούλου, Ἰωάν. Βαλασόπουλος Ἰωάν. Μπαλάφας, Σ. Στεφανόπουλος, Αἰακὸς Λογιωτατίδης, Κ. Δαρειώτης, Κ. Πλατὺς, Λ. Πετιμεζᾶς, Γ. Πεῤῥωτὴς, Α. Γρηγοριάδης, Ἀρώνης, Σ. Κοπανίτσας, Μεταξᾶς, Καραμάνης, Χ. Κανελλόπουλος καὶ Κ. Κυπριάδης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εὐηρεστήθητε νὰ μὲ τιμήσετε μὲ τὰς ψήφους σας, σᾶς εὐχαρίστησα καὶ σᾶς ὑπεσχέθην, ὅτι ἐφ’ ὅσον δυνηθῶ θέλω διεξαγάγει τὴν ἐξουσίαν τοῦ προέδρου καὶ τὰς συζητήσεις ὅσον εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν μεγαλειτέραν εἰλικρίνειαν, τιμιότητα καὶ ἀμεροληψίαν. Νομίζω ὅτι τὸ ἐξετέλεσα. Ἐὰν δέ τινα ἐλύπησα, ἀφορῶν ὅμως πάντοτε εἰς τὸ ἀληθὲς συμφέρον καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι θέλω τύχει τῆς συγγνώμης σας, καθόσον ἐξ εἰλικρινείας τοῦτο ἐξετέλεσα. Εἶμαι, Κύριοι, πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ ὑμᾶς, καὶ καυχῶμαι, ὅτι αὐτὴ ἡ σύνοδος ἔδειξεν ὁμοφωνίαν μετὰ φρονήσεως· ἔδειξεν, ὅτι γνωρίζει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις μὲ ὅλην τὴν φρόνησιν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ παύσουν πλέον οἱ συκοφαντοῦντες τὸ ἔθνος, ὅτι δὲν ἠξεύρει νὰ διοικηθῇ συνταγματικῶς. Εἶναι, Κύριοι, πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ προεδρείου, ἀντιπροέδρους καὶ γραμματεῖς, διότι ὑπηρέτησαν ἐν τιμῇ καὶ εἰλικρινείᾳ· εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν ταμίαν, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἀκριβῶς, εἶμαι τέλος εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ λοιπὸν προσωπικόν. Κύριοι, δὲν ἔχω περισσότερα νὰ εἴπω. Εὔχομαι νὰ ἐπανέλθητε, σὺν Θεῷ, ἐν ὑγείᾳ καὶ πλήρει ὁμονοίᾳ, ἵνα διεξαγάγωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ θρόνου.
§5Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῆς πρὸς τὸν κύριον πρόεδρον.
§6ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Περὶ τὴν 12 ὥραν ἀνηγγέλθη διὰ κανονοβολισμῶν ἡ ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων ἀναχώρησις τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἀντιβασιλέως. Ὁ πρόεδρος μετὰ τῆς κληρωθείσης εἰκοσαμελοῦς ἐπιτροπῆς ἐξῆλθον εἰς ὑποδοχὴν αὐτῶν εἰς τὴν μεγάλην πύλην, ἔνθα τοὺς ὑπεδέχθησαν καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς προητοιμασμένον θρόνον. Ἀναγινώσκεται διὰ τρίτην συζήτησιν τὸ διάταγμα τῆς πολιτογραφήσεως τοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου, καὶ γίνεται δεκτὸν παμψηφεί. Μετὰ ταῦτα ὁ σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, παρισταμένης καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐξεφώνησε τὰς καταλλήλους εὐχάς. Τότε ἡ Α. Υ, ὁ ἀντιβασιλεὺς, θεὶς τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἔδωκε τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἀντιβασιλείας ὁριζόμενον ὅρκον.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ
Τῆς ὁρκωμοσίας τῆς Α. Υ. τοῦ Ἀντιβασιλέως. Τῷ χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ ἑξηκοστῷ ἑβδόμῳ ἔτει, τῇ ἐννάτῃ Ἀπριλίου, Κυριακῇ, ὥρᾳ 12 τῆς μεσιμβρίας, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου Αʹ, τῶν Ὑπουργῶν, τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς Ἱερᾶς συνόδου, ἡ Α. Υ. ὁ Πρίγκιψ Ἰωάννης, ἔδωκεν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν κατὰ τὸν ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1866 Νόμον περὶ ἀντιβασιλείας ὅρκον, ἔχοντα οὕτως· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ τηρῶ πίστιν εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους.» Πρὸς βεβαίωσιν τούτων συνετάχθη τὸ παρὸν πρωτόκολλον εἰς διπλοῦν, ὅπερ ὑπεγράφη ἰδίᾳ χειρὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, τῆς Α. Υ. τοῦ Ἀντιβασιλέως, τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ,
ΙΩΑΝΝΗΣ,
+ Ἀθηνῶν ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ Πρόεδρος, Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ,
Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Δ. ΒΟΣΤΑΡΗΣ, Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ,
Δ. ΓΡΙΒΑΣ, Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
Μετὰ ταῦτα ἡ Α. Μ. ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ Α. Υ. ὁ ἀντιβασιλεὺς ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς Βουλῆς ἐν μέσῳ ζητωκραυγῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς ἐκφράζομεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναλαβοῦσαν τόσον δύσκολα καὶ τόσον βαρέα καθήκοντα. Ἀναγγείλατε ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, ὅτι ὅλοι ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὸ αἴσθημα τιμίως καὶ πατριωτικῶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα. Ἀναγινώσκεται τὸ διάταγμα τῆς λήξεως τῆς Βʹ Συνόδου.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Βʹ. Συνόδου τῆς Αʹ. Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Ἡμέτερος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει κοινοποιήσει τὸ παρὸν διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 8 Ἀπριλίου 1867.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.