1867.04.04
1.725 στίχοι · 14.459 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82
τῆς 4 Ἀπριλίου 1867.
(Τρίτη).
Ὥρα 10 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον εἶναι τὸ περὶ δανείου.
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Προτοῦ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις εἴπομεν νὰ κάμωμεν τὴν ἐκκρεμῆ ψηφοφορίαν τοῦ ζητήματος τῶν κτημάτων.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δι’ ἀναστάσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ἔγεινε λόγος ἀρκετὸς περὶ αὐτῶν τῶν κτημάτων τῆς Τροιζηνίας καὶ ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀλλὰ δὲν ἦτο πλήρης ἡ Βουλή.
§7ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ νομίζω τακτικὸν· πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ν’ ἀναπτυχθῇ.
§8ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ πρότασις ἐσυζητήθη τρὶς καὶ δὲν ἔμεινε παρὰ ἡ ψηφοφορία, ὁ δὲ κανονισμὸς λέγει, ὅτι αἱ προτάσεις ἔρχονται εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν.
§9ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δύνανται, λέγει, νὰ ἔλθωσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν συνηρμολογήθη ἀκόμη· ἔπειτα, ὅταν συναρμολογηθῇ, θὰ τυπωθῇ. Ἔχομεν καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως πρωτοδικείου εἰς τὰ Κύθηρα, τῶν βουλευτῶν Κοντολέοντος, Ἀρώνη καὶ Παναρέτου· ἔχομεν καὶ τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν Καρυστίας, ζητούντων τὸ αὐτό· ἔχομεν καὶ τοῦ Κυρίου Πλαπούτα, ζητοῦντος διὰ τὴν Γόρτυναν· ἔχομεν καὶ τῶν Τσαμοπούλου καὶ Παπαλουκᾶ διὰ τὴν Λοκρίδα, καὶ τοῦ κυρίου Κοριζῆ τὸ περυσινὸν δι’ ὅλα τὰ δικαστήρια 55, ἢ 60.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ σταλῶσιν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν αὐτά.
§12Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐστάλησαν πέρυσι καὶ ἐγνωμοδότησαν.
§13ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐφέτος δὲν ἐστάλησαν.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Κύριε πρόεδρε, μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού, κύριοι, τοῦ Κ. Θεοχάρη ἡ πρότασις. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§16Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§17ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρώτησιν ἀπευθύνω εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Μενδρεσὲ ἀπελύθησαν 14 κατάδικοι ἄνευ βασιλικῆς χάριτος; Νὰ ὁρισθῇ παρακαλῶ, ἡ αὔριον ἵνα μᾶς δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς λόγον.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἔλαβον νύξιν· ἔλαβον ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα ὅπως λάβω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, καὶ μόλις τὰς λάβω θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§19ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν Παρασκευὴν, κύριε πρόεδρε, ὅτε θὰ εἶναι ὅλα τὰ ἔγγραφα ἕτοιμα.
§21ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὠφελοῦμαι τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν διὰ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῆς ὑποθέσεως ἑνὸς πολίτου Ἕλληνος, διατρίβοντος εἰς Αἴγυπτον, ὅστις, καί τοι ἀνεγνωρισμένος αὐτόχθων Ἕλλην, υἱὸς ἀγωνιστοῦ φαλαγγίτου, δημότης ἐγγεγραμμένος εἰς τὰς Ἀθήνας, λαβὼν πολλάκις καὶ διαβατήριον ἀπὸ τὴν νομαρχίαν τῆς Ἀττικῆς, εὑρίσκεται μολαταῦτα φυλακισμένος πρὸ 4, 5 μηνῶν εἰς τὰς εἱρκτὰς τοῦ Πασσᾶ τῆς Αἰγύπτου, λόγῳ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι Ἕλλην. Ἡ ἀφορμὴ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐφυλακίσθη εἶναι, καθ’ ἃς ἔχω ἐκεῖθεν πληροφορίας, μία διένεξις, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Πασσᾶ καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνος, ἀποβλέπουσα εἰς κτῆμα σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ Ἕλλην ἔχει εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Αἰγύπτου καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Πασσᾶς ἐπιθυμεῖ ν’ ἀποκτήσῃ παρ’ ἀξίαν καὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτοῦ τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἶναι δὲ, κύριοι, τόσον βέβαιον ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι Ἕλλην, καὶ ὅτι ἀφορμὴ τῆς καταδιώξεώς του εἶναι τὸ κτῆμά του, καθόσον ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν μεταξὺ τοῦ Πασσᾶ καὶ τοῦ δελεβέγγη αὐτοῦ, ἀφορῶσα τὸ ῥηθὲν κτῆμα· διότι ὁ Πασσᾶς, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατακτήσῃ αὐτὸ τὸ κτῆμα, ἠναγκάσθη νὰ κινήσῃ μίαν ἀγωγὴν, καὶ τὴν ἐκίνησεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου, ἀναγνωρίσας ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι Ἕλλην. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Ἕλλην ἐπὶ τοῦ προκατόχου τοῦ νῦν προξένου τῆς Ἀλεξανδρείας ὑπερασπίσθη ἐνθέρμως καὶ δὲν ἐστάθη δυνατὸν εἰς τὸν Πασσᾶν νὰ τὸν φυλακίσῃ· ἀφ’ ἧς ὅμως τὸ προξενεῖον τοῦ Καΐρου ἔμεινεν ἐπί τινας μῆνας ἄνευ προξένου, διευθυνόμενον ὑφ’ ἑνὸς γραμματέως, ἀπὸ τότε, καὶ διότι ὁ γραμματεὺς δὲν εἶχε βαρύτητα καὶ διότι ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἀλεξανδρείας δὲν ἐνδιεφέρετο, φαίνεται, περὶ τοῦ Ἕλληνος αὐτοῦ, ὠφελήθη τῆς περιστάσεως, τὸν συνέλαβεν ὁ Πασσᾶς καὶ τὸν ἔθηκεν εἰς τὰς εἱρκτάς. Μᾶς ἐστάλησαν, κύριοι, ἐπιστολαὶ ἐκεῖθεν, καὶ δύω ἀναφορὰς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐγχειρίσω εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μὴ θέλων νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πιστεύω ὅτι διοικητικῶς ἠδύνατο νὰ προστατευθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλὰ δυστυχῶς, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, αἱ ἀναφοραὶ ἐκεῖναι ἀντὶ νὰ φέρουν ἀποτελέσματα εὐνοϊκὰ καὶ σωτήρια περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἐχρησίμευσαν ὥστε ἡ φυλάκισίς του νὰ κατασταθῇ ἔτι αὐστηροτέρα, νὰ μεταφερθῇ εἰς δωμάτιον σκοτεινότερον, ν’ ἁλυσοδεθῇ καὶ νὰ μένῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν. Χθὲς ἔλαβον ἐπιστολὴν νέαν ἐκ Καΐρου, δι’ ἧς μοὶ ἀναγγέλλουν ὅτι ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπελπιστικὴ, καὶ ἡ κοινωνία ἡ Ἑλληνικὴ ἐκεῖ, καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠξεύρουν τὶ νὰ σκεφθοῦν ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τῆς ἐθνικότητος, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἐὰν ἔχῃ προχείρους τὰς πληροφορίας, ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς, τὶ ἐνήργησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς καὶ τὶ ἐλπίζεται νὰ κατορθώσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς Ἕλληνος.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν.). Αὔριον θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δημητριάδης περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν κτημάτων.
§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν χωρίων τῆς Τροιζηνίας ἡ Βουλὴ τὴν ἐνθυμεῖται· ἔχει ὡς ἀκολούθως. Κατὰ τὰ 1826, τὸ ἔθνος τότε εὑρισκόμενον εἰς στενοχωρίαν καὶ ἔχον ἀνάγκην νὰ ἐφοδιάσῃ τὸ φρούριον τοῦ Μεσολογγίου, ἐξέθηκεν εἰς δημοπρασίαν ἐκποιήσεως αὐτὰ τὰ κτήματα· φαίνεται, ὅτι κατὰ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως ἐπετρέπετο ἡ ὑποθήκευσις αὐτῶν τῶν κτημάτων, δὲν ἐπετρέπετο ὅμως καὶ ἡ ἐκποίησις· ἀλλὰ τότε ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, διατελοῦσα εἰς στενοχωρίας καὶ μὴ εὑρίσκουσα οὔτε κεφαλαιούχους οὔτε ἄλλους πόρους, ἐξέθηκεν εἰς δημοπρασίαν αὐτὰ τὰ κτήματα. Ἂν ἀπέτυχεν ἡ σωτηρία τότε τοῦ Μεσολογγίου, ὅπως δήποτε οἱ ἄνθρωποι ἔγειναν κύριοι αὐτῶν τῶν κτημάτων, κατέβαλον πολλὰ πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, τὰ παρεχώρησαν εἰς ἄλλους, τὰ ἔδωκαν εἰς ὑποθήκην, τὸ δὲ δημόσιον οὐδεμίαν ἀξίωσιν εἶχεν ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν. Κατὰ τὰ 1865 οἱ κάτοικοι τοῦ Πόρου βαρέως φέροντες πρὸς τοὺς κτηματίας τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ θέλοντες νὰ ὠφεληθῶσιν, ὑπέβαλον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι παρανόμως αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καταβαλόντες κεφάλαια, ἀγοράσαντες ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, δαπανήσαντες ἄπειρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν τῶν κτημάτων, κατέστησαν ἅρπαγες περιουσίας ἐθνικῆς καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐγκαταλείψωσι. Κατὰ συνέπειαν αὐτῆς τῆς παραστάσεως τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔθηκεν εἰς κίνησιν ὁλόκληρον στρατιὰν κλητήρων, οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ἐφόρων, δικηγόρων καὶ ἄλλων, ἀπήτησε πιστώσεις χιλιάδων δραχμῶν καὶ ἠνέῳξε τὰ δικαστήρια τοῦ Ναυπλίου πρὸς ἐκδίκασιν ἀποκλειστικῶς αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Μῆνας ὁλοκλήρους τὰ δικαστήρια τοῦ Ναυπλίου ἐδίκαζον δίκας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τελευταῖον ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν, παραδεχομένου ὅτι ἡ ἀγωγὴ αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος συνεπείᾳ τῆς παραγραφῆς· τὸ δημόσιον ἔκαμεν ἀνακοπὴν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ ἐφετεῖον δὲν ἐπελάβετο ἀκόμη τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχον παραστήσει, ὅτι ἀντὶ 60,000 δραχ. ἃς εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς δι’ ἔξοδα δικαστικά, ἐξωδεύθησαν 240,000. Ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως λοιπὸν τῆς δίκης αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο προσδοκᾷ ἢ ἀνέκτησε τὸ δημόσιον μέχρι τοῦδε, εἰμὴ πρῶτον 800 πολίτας τιμίους, φιλησύχους καὶ ἐναρέτους νὰ τοὺς ἀπασχολῇ εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ εἴπῃ εἰς τὰ δικαστήρια, παύσατε ὅλας τὰς ἄλλας δίκας, ἀποφασίσατε περὶ τῶν δικῶν αὐτῶν, ἃς ἤγειρε τὸ δημόσιον κατὰ τοῦ δημοσίου· διότι, κύριοι, τί εἶναι τὸ δημόσιον εἰμὴ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν; ποίους ἀφορῶσιν αὐταὶ αἱ δίκαι; τοὺς πολίτας. Λοιπὸν τὸ δημόσιον δικάζεται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἀπεῤῥίφθησαν αὗται αἱ ἀγωγαί, τὸ δημόσιον καταδικάζεται νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἀντιδίκους ἀνὰ 80 δρ. εἰς ἕκαστον δικαστικὰ ἔξοδα, καὶ εἶναι 400, καὶ δικηγόρους πληρόνει 4 ἀντὶ 55 δρ. δι’ ἑκάστην δίκην. Αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος, ὃ ἀπέκτησε τὸ δημόσιον, ἐπιβαρυνθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφίνω τὰς ἄλλας ζημίας, ἀφίνω τὴν προσβολὴν τῆς καλῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ ἀπὸ τοὺς πολίτας, ὀφείλει καὶ νὰ μὴ παραβιάζῃ αὐτὴν, διότι πάλιν τὸ δημόσιον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν. Δὲν ἀρκεῖται τὸ δημόσιον καὶ οἱ δικηγόροι αὐτοῦ, οἱ ἐντολοδόχοι αὐτοῦ, εἰς τὰ γενόμενα· κάμνει ἔφεσιν καὶ πρόκειται ν’ ἀπασχοληθῇ τὸ ἐφετεῖον μῆνας ὁλοκλήρους εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, καὶ νέαι δαπάναι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν, μεγαλείτεραι τῶν δαπανῶν τοῦ πρωτοδικείου, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ σχέσεις τῶν πολιτῶν νὰ κλονίζωνται. Εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον πρότασις τοῦ κυρίου Θεοχάρη, περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς κυριότητος αὐτῶν τῶν κτημάτων· τότε ἦτο ἀπαράδεκτος αὐτὴ ἡ πρότασις, διότι δὲν ἐπετρέπετο εἰς πολίτην. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν ἀναγνωρίσεως κυριότητος, ἔχομεν ἄλλο δικαίωμα, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως, τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν αὐτὸ τὸ δικαστικὸν ταξείδιον, τὸ μέγα, τὸ ἐπιβαρύνον τὸν προϋπολογισμόν. Εἴχομεν δικαίωμα σκεπτόμενοι ὡς συνετοὶ οἰκογενειάρχαι, προκειμένου νὰ διαθέσωμεν περιουσίαν καὶ ἰδικήν μας καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως ποῖον διδόμενον ἔχομεν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιχείρησις θ’ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, καὶ ποῖον τὸ ὄφελος ἐν τῇ περιπτώσει, τῇ ἀπροσδοκήτῳ, τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς τῆς δίκης. Πρῶτον, δὲν ἔχομεν καμμίαν βεβαιότητα, ὅτι ἡ δίκη αὕτη θ’ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, διότι δὲν πρόκειται περὶ πραγματικοῦ ζητήματος διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἕκαστος νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του. Πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς νομικοῦ, καὶ τότε καὶ βουλευταὶ καὶ ὑπουργοὶ καὶ δικασταὶ καὶ δικηγόροι καὶ πάντες ὀφείλουν νὰ ἔχωσι μίαν γνώμην, διότι εἷς εἶναι ὁ νόμος. Δὲν εἶναι νόμος, ὅστις ἀναγνωρίζει καὶ παραδέχεται τὴν παραγραφὴν τὴν τριακονταετῆ ἀποσβεννύων πᾶσαν ἀπαίτησιν; Ἀπὸ τὰ 26 μέχρι τοῦ 65, ὅτε ἠγέρθη ἡ φοβερὰ ἀγωγὴ πρὸς τὸ παρελθὸν, κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι παρεγράφη, διότι θ’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀριθμητικήν. Ἔχομεν μίαν γνωμοδότησιν τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Βερολίνου, ἣν ἡ σχολὴ ἐκείνη δὲν εἶχεν ἐκδώσει ἐπὶ ζητήματος εἰδικοῦ τῆς ὑποθέσεως αὑτῆς· ἡ διατριβὴ εἶχεν ἀντικείμενον μίαν προσωπικὴν ἀγωγὴν τοῦ δημοσίου κατὰ τοῦ Κοντοσταύλου, καὶ ἡ σχολὴ ἐκείνη, ἑρμηνεύουσα διάφορα χωρία τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἀντιφατικὰ, συμπεραίνει ὅτι αἱ προσωπικαὶ ἀγωγαὶ τοῦ δημοσίου παραγράφονται μετὰ 30 ἔτη, καὶ φέρει καὶ διάφορα ἄλλα χωρία τῶν Νεαρῶν τοῦ Ἀναστασίου· ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς νόμους τοὺς μεταγενεστέρους τῆς Ἑλλάδος, τὸν νόμον τὸν περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων, τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος ἐξέδοτο τότε, περὶ ἐξελέγξεως τῶν τίτλων ἀπὸ μέρους τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου· διότι τότε ἔτι μᾶλλον ἤθελεν εἰπῆ, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ πραγματικῆς ἢ προσωπικῆς ἀγωγῆς ἐν Ἑλλάδι, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ περὶ ἑρμηνείας τῶν διατάξεων ἐκείνων· ὥστε τὸ ἀπαράγραπτον, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ὑποστηρίξωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀφοῦ λοιπὸν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ δίκη ν’ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, διατί νὰ ὑποπίπτωμεν εἰς τὰς φοβερὰς αὐτὰς δαπάνας; Ἀλλὰ δεδόσθω ὅτι τὸ δημόσιον ἐκέρδησε· τί ἐκέρδησε; θὰ πάρῃ γαίας, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀναγκαίας καὶ ὠφελίμους δαπάνας, καὶ αὐταὶ δὲν ἀρκοῦν μὲ τὴν ἐκποίησιν ὅλων αὐτῶν τῶν κτημάτων· καὶ τότε ἀκόμη τί κερδίζομεν; κερδίζομεν τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀπασχολῶμεν τὰ δικαστήρια μὲ δίκας, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ δαπάνας, νὰ βασανίζωμεν τοὺς διαδίκους καὶ τὰ παρόμοια. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ γίνωμεν προσεκτικώτεροι χωρὶς νὰ διακινδυνεύσωμεν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ δημοσίου, οὔτε νὰ προσβάλωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀποφαινόμενοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ πίστωσις εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ἵνα ἐξακολουθήσῃ τοιαύτας δίκας, διότι, μακρὰν τοῦ νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, γινόμεθα παραίτιοι νὰ τὰ βλάψῃ; Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ δίκη· εἶναι καὶ ἄλλαι περὶ διεκδικήσεως τῶν γαιῶν ἐκείνων τὰς ὁποίας εἶχε δώσει τὸ διάταγμα τοῦ 34 εἰς τοὺς στρατιώτας ἐκείνους, τοὺς ἀποίκους, οἵτινες ἀφέθησαν ἵνα ἀποικισθῶσι· τοὺς ἔδωκε τὸ δημόσιον αὐτὰς τὰς γαίας νὰ κατέχωνται ὑπ’ αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ τὰς ἐκαλλιέργησαν, τὰς ἐξεποίησαν, ἐπλήρωσαν τὰ χρήματα ὡς ἀγορασταὶ εἰς τὸ δημόσιον τὸ ἴδιον, διότι ἐκεῖνοι ἐχρεώστουν τὰ χρήματα αὐτὰ, καὶ ἔρχεται σήμερον τὸ δημόσιον καὶ λέγει, δὲν ἀναγνωρίζω τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξα διὰ διαταγμάτων, διὰ νόμων, καὶ θέλω τὰ κτήματα ὀπίσω. Τὰ δικαστήρια θὰ εἴπουν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλῃ τὰς ἰδίας πράξεις, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διοικῇ ὅπως θέλει, θ’ ἀποῤῥιφθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀγωγαὶ, ἢ, ἐὰν δὲν ἀποῤῥιφθῶσι, θ’ ἀναγκασθῇ τὸ δημόσιον, λαμβάνον αὐτὰς τὰς γαίας, νὰ πληρώσῃ δαπάνην διπλασίαν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν πίστωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ θὰ πράξωμεν ἔργον δικαιοσύνης καὶ ὠφελιμώτατον εἰς τὴν πατρίδα μας.
§25ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, ἦτο παρὼν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἤθελον ἐκφράσει τὴν εὐχὴν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ν’ ἀφήσῃ τὰς δίκας αὐτὰς πρὸς ὄφελος τῶν κατοίκων ἐκείνων, οἵτινες ἠγόρασαν τὰ κτήματα αὐτά. Σήμερον ὅμως, ὅπως ἔρχεται ἡ πρότασις αὕτη, ἔρχεται λίαν ἀναρμοδίως εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς γνωρίζετε εἰς πᾶσαν συνταγματικὴν πολιτείαν τρεῖς ἐξουσίαι διακρίνονται, ἡ νομοθετικὴ, ἥτις νομοθετεῖ, ἥτις ψηφίζει τοὺς νόμους, ἡ δικαστικὴ, ἥτις ἐφαρμόζει τοὺς νόμους, καὶ ἡ νομοτελεστικὴ, ἥτις τοὺς ἐκτελεῖ. Σήμερον λοιπὸν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Θεοχάρη σᾶς ζητοῦν νὰ πολεμήσητε τὰς πράξεις τῶν δικαστηρίων, νὰ τοῖς εἴπετε δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς νόμους, ὅσους ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἐνομοθετήσαμεν θέσιν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν οἰκονομικῶν συμβούλου δικαστικοῦ ἴσα ἴσα διὰ τοιαύτας σπουδαίας ὑποθέσεις πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διωρίσθη εἶναι λίαν ἀξιότιμον καὶ ὅλοι τὸ γνωρίζετε διὰ τὴν νομομάθειάν του. Ἑπομένως ἂς παραπεμφθῇ εἰς τὸν σύμβουλον αὐτὸν, καὶ ὅταν ἰδῇ ὅτι εἶναι παραγεγραμμένα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, πιστεύσατε, ὅτι οὐδέποτε ὁ κ. Οἰκονομίδης θὰ συμβουλεύσῃ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν δίκην αὐτήν· ἄλλως τε ἡμεῖς ἐγκληματήσαμεν νομοθετήσαντες θέσιν ἄσκοπον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξοδεύομεν 800 δραχ. κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προσβάλῃ τὰς πράξεις τῆς δικαστικῆς. Ἂν ἡ ὑπόθεσις ἤρχετο πρὶν εἰσαχθῇ εἰς τὰ δικαστήρια.....
§26ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρὶν ἦλθε.
§27ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νομοθετικῶς νὰ τὴν λύσῃ, καὶ νὰ φέρῃ μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον· διότι ἐνταῦθα ἀντιφάσκουσιν, ὡς γνωρίζετε, δύω σχολαὶ νομικαὶ, ἡ τοῦ Βερολίνου καὶ ἡ ἡμετέρα, ἥτις στηρίζεται εἰς τὸν περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμον. Ἤδη ὅμως ὅτε ἐπελήφθησαν τὰ δικαστήρια, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ, χωρὶς νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν της, ἐπεμβαίνουσα εἰς δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. (θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ Θεοχάρη καὶ Κοριζῆ.) Πολεμῶν τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν προσβάλλω τὰ δικαιώματα οὔτε τοῦ Κουντουριώτη, οὔτε τοῦ Μιαούλη, οὔτε τοῦ Θεοχάρη· τὰ ὀνόματα ταῦτα εἶναι σεβαστὰ, καὶ ἴσως τὰ προσβαλλόμενα δικαιώματά των ἀναγνωρισθῶσιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Τὴν πολεμῶ μόνον διότι ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰς δικαστικὰς πράξεις. Ἤδη ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ λέγῃ ὅτι αἱ δίκαι θ’ ἀποβοῦν κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἤδη πρόκειται μόνον καὶ μόνον, διότι δὲν εἶναι πρότασις ἑρμηνευτικὴ, νὰ πολεμήσωμεν τὰ δικαστήρια, καὶ οὐδέποτε ἐγὼ θὰ παραδεχθῶ αὐτὴν, καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς προτάσεως, διότι εἶναι πρότασις γελοιωδεστάτη καὶ ἀναξιοπρεπὴς, προσβάλλουσα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ, καὶ ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ.
§28ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι γελοιωδεστάτη, λέγει, ἡ πρότασις αὕτη, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ δείξῃ τὸ ἔθνος εὐγνῶμον εἰς τὰς μεγαλειτέρας οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι προσεκλήθησαν ὡς τράπεζαι, ὡς κεφαλαιοῦχοι, νὰ καταθέσουν τὸν τελευταῖον ὀβολόν των διὰ νὰ σώσωσι τὸ προπύργιον τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ Μεσολόγγιον, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἔδωκαν οὐχὶ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ πάρουν γῆν, διότι δὲν ὑπῆρχεν Ἑλλὰς,—ὅλη ἡ κυβέρνησις εὑρίσκετο μέσα εἰς μίαν γολέτταν εἰς τὸ Ναύπλιον— ὅπως δίδουν οἱ φιλοπάτριδες Ἕλληνες ὅπως ἐλευθερωθῇ ἡ Κρήτη, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν ἐλπίδα. Μέχρι τοῦδε ἐνέμοντο τὰ κτήματα αὐτὰ, ὡς τὴν τελευταίαν ἰκμάδα, ἡ ὁποία ἔμεινε δι’ αὐτοὺς ἀπὸ ὅλην των τὴν περιουσίαν· ὁ Κουντουριώτης, ὁ Τσαμαδὸς, ὁ Τομπάζης καὶ οἱ μεγαλείτεροι ἄνδρες ἀντὶ τῶν ἑκατονταπλασίων τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἐπῆραν ἕνα κομμάτι γῆς.
§29ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἔδωκαν χαρτιὰ (θόρυβος).
§30ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πήγαινε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν ἵνα μάθῃς τὶ ἔδωκαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γελοία πρότασις, ἡ ὁποία ἔρχεται; Ἀφοῦ ἐπῆγαν εἰς τὸ δικαστήριον κ’ ἐξώδευσε τὸ δημόσιον 19,000 δραχ. ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀγωγή.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλει ἕτερος νὰ ὁμιλήσῃ. Θεωρεῖται λοιπὸν ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Θεοχάρη. «Ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι τῶν μέχρι τοῦδε κατόχων τῶν κατὰ τὸ 1826 ἐπὶ δημοπρασίας, τῇ ἀποφάσει τῆς τότε κυβερνήσεως, ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν κτημάτων πρὸς διάσωσιν τοῦ κινδυνεύοντος Μεσολογγίου, κειμένων εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας καὶ Ἀργολίδος.»
§32ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ κάμνω πρότασιν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ νομικὸς, ὁ ἐν τῷ δικαστικῷ γραφείῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, καὶ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν.
§33ΚΟΡΙΖΗΣ. Πρέπει νὰ φέρῃ ἡ κυβέρνησις ἰδίαν πρότασιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας προτείνει ὡς καὶ ὁ κ. Κοριζῆς, ἡ πρότασις αὕτη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν καὶ νὰ σκεφθῇ ὁ ἐπὶ τούτῳ διωρισμένος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὅπως δώσῃ γνώμην, καὶ ἂν ἐγκρίνῃ ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει δίκαιον, ν’ ἀποσυρθῇ. Ἄλλοι προτείνουν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἵνα μὴ τὸ δημόσιον ἐξοδεύεται, ἂν δὲν ἔχῃ δίκαιον. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Λοιπὸν, κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι νὰ διευθυνθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Θεοχάρη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Θεοχάρη ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Γνωρίζετε, κύριοι, τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς νήσου Κερκύρας ὡς ἐκ τῆς περιπεπλεγμένης καταστάσεως τῶν κτημάτων, ἡ ὁποία ἐγέννησε τοσαύτην δυστυχίαν ὡς ἐκ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν κυρίων τῶν κτημάτων καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Πολλὰ παράπονα ἠγέρθησαν ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ ὅλαι αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἐφρόντισαν νὰ ἐπιφέρουν θεραπείαν τινα καὶ νὰ λύσωσιν, εἰ δυνατὸν, τὸ δύσκολον τοῦτο ζήτημα· ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἐμελέτησαν καὶ ἐνησχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλ’ εἴτε διότι ἔλλειπον αἱ Βουλαὶ, εἴτε διότι δὲν εἶχον καιρὸν ἁρμόδιον, δὲν κατωρθώθη ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου· ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς. Μετὰ ἐργασίαν πολλοῦ χρόνου κατηρτίσαμεν νομοσχέδιον ἐκτεταμένον, τὸ ὁποῖον λύει ὅσον εἶναι δυνατὸν καλλίτερον καὶ μὲ ὅσην εἶναι δυνατὸν ὀλιγωτέραν ἀδικίαν τὸ ζήτημα. Τὸ νομοσχέδιον πληροῖ τὰς σχέσεις τῶν κυρίων καὶ τῶν ἐργαζομένων τὴν γῆν ὡς καὶ τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δανειστῶν καὶ τῶν ὀφειλετῶν. Εἰς τὸ περὶ χρεῶν ζήτημα εὑρέθημεν διῃρημένοι· τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν Κερκύρας πολεμοῦσι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν δίδομεν σήμερον, καὶ θεωροῦσι τὴν λύσιν αὐτοῦ ὡς βλαπτικὴν ἢ ὠφέλιμον. Εἶπον, ὅτι, ἂν θέλετε νὰ λύσετε τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, νὰ δώσητε πληρεστέραν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν χρεῶν, νὰ δώσητε ὠφελείας εἰς τοὺς ὀφείλοντας ἐξ αὐτῆς τῆς σχέσεως, παρὰ εἰς τοὺς ὀφείλοντας ἐξ ἁπλῶν δανείων· ἡμεῖς δίδομεν ἑτέραν λύσιν καὶ εἴμεθα ἐν πλειοψηφίᾳ. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν, καὶ ἔπειτα νὰ τυπωθῇ. Μένει δὲ εἰς τὸν ἔχοντα νὰ κάμῃ παρατηρήσεις καὶ ἀντιλογίας ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις. Ἡ ταχύτης εἶναι ἡ ὠφελοῦσα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν· ἄλλως, ἂν μείνῃ καὶ ἐφέτος, ἡ κατάστασις αὕτη θὰ παραταθῇ. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς νομοσχέδια 1) περὶ πολιτογραφήσεως τῆς Ἑλένης Μαλάσκη, διὰ βʹ. φορὰν, 2) περὶ δανείου 28 ἑκατομμυρίων, διὰ βʹ. φορὰν, 3) περὶ ἀρχηγείου ἐθνοφυλακῆς, διὰ δευτέραν φορὰν, 4) περὶ μεταλλείων, διὰ βʹ. φορὰν, 5) περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως, διὰ τρίτην φορὰν, ἔχον οὕτως· Ἄρθρον μοναδικόν. «Εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ Ναυπηγείου παραχωρεῖται δωρεὰν ἔκτασις βράχων καὶ θαλάσσης ἐκ μέτρων χιλίων ἑξακοσίων πεντήκοντα ὀκτὼ, ἀριθ. 1658, ἀρχομένη ἀπὸ τὸ σφαγεῖον καὶ λήγουσα μέχρι τοῦ ἐθνικοῦ οἰκοπέδου, ὁροθετουμένη δὲ ἀνατολικῶς μὲ θάλασσαν, δυτικῶς μὲ δημοσίαν ὁδὸν καὶ ἰδιόκτητον οἰκόπεδον, ἀρκτικῶς μὲ θάλασσαν καὶ μεσημβρινῶς μὲ τὸ νεοκατασκευαζόμενον ναυπηγεῖον.» 6) Περὶ παραχωρήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως 24,102,15 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ βʹ. φορὰν, 7) ὡσαύτως 40,000 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ σύνταξιν τῶν πρώην ἀστυνομ. χωροφυλάκων ἐν Ἑπτανήσῳ, διὰ βʹ. φορὰν, καὶ 8) περὶ στρατολογίας. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς νομοσχέδια.—Τὸ περὶ ἀπογραφῆς, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν. — Τὸ περὶ λειπομαρτύρων, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν. — Τὸ περὶ ἐνόρκων, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρωτήσαντος τοῦ κ. Κυριακοῦ, πόθεν θέλει γίνεσθαι ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἀποχρῶντος, ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεφάνθη, ὅτι παρὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων. — Τὸ περὶ κλήρου, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν.—Τὸ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν. — Τὸ περὶ νέων δικαστηρίων, διὰ δευτέραν ἀνάγνωσιν.— Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔλαβον χώραν τὰ ἑξῆς.
§36ΖΩΤΟΣ. Ἐπὶ τῶν δικαστηρίων αὐτῶν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι ἀποβλέπει ὁλόκληρον τὸ Κράτος καὶ τὴν δικαιοσύνην, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλή. Κύριοι βουλευταὶ, γίνεται πρότασις.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἐπιμένουν τινες, θὰ ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§40ΖΩΤΟΣ. Τὸ ἀνάπαλιν, κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§42Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, κύριε Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε 15. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καιρὸν καὶ κάμνωμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἂς παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ αὔριον, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὸ δικαστήριον τῆς Λευκάδος· καθόσον ἀποβλέπει τὰ ἐπίλοιπα, ὅ,τι θέλετε κάμετε· θέλετε νὰ προσθέσετε καὶ ἄλλα; προσθέσατε· θέλετε νὰ τὰ ἐλαττώσετε; ὅ,τι θέλετε κάμετε.
§45ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν αὔριον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§47ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ δικαστήριον τῆς Λευκάδος, τὸ παραδεχόμεθα· ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ θέλομεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἴπομεν νὰ γείνῃ.
§49ΖΩΤΟΣ. Διατί ὄχι σήμερον;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§51ΖΩΤΟΣ. Ἐξαιρέσει τῆς Λευκάδος.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω πῶς ἠμποροῦν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ συμβιβασθῶσιν ἐὰν παραδεχθῶμεν ἕνα ὅρον· πρὶν συζητήσωμεν τὸ τρίτον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν Παρασκευὴν δὲν μᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσιν, ἀμέσως νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πάντοτε νὰ τὸ χωρίσωμεν τῆς Λευκάδος.
§54ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κανένα δὲν χωρίζομεν.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν Πέμπτην πρῶτον νομοσχέδιον νὰ εἶναι αὐτό.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις παρακαλεῖται τὴν Πέμπτην νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἐτελείωσε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τρίτη ἀνάγνωσις.
§62ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτό· τὰ φορολογικά.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ φορολογικὸν, κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ φορολογικὸν, τρίτη συζήτησις.
§65ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσάγει ἀντίῤῥησιν ἔγγραφον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ 26 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ ἀπαγορεύονται οἱ γραπτοὶ λόγοι.
§67ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διαμαρτύρησις κατὰ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅτι εἶμαι ἐναντίος κατὰ τῆς προκειμένης αὐξήσεως, εἶναι μία ἔνστασις κατὰ τῆς ἀφῃρημένης αὐξήσεως. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπειδὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀποῤῥίψετε· ἀλλὰ μάθετε, ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς εἶναι ὅλον τὸ ἔθνος· ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω μίαν κοινότητα γεωργοκτηματικὴν καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, ἔχω ἔνστασιν, ἀντίῤῥησιν, ἀποκρούω καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Αὐτὴ εἶναι μία τροπολογία, εἶναι τρόπον τινὰ ὡς ἔνστασις.
§68ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη γραπτή.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλετε ὅλως διόλου φορολογίαν;
§70ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη· ἀποκρούω καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον.
§71ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον φόρον θέλετε;
§72ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ πάσης ἄλλης φορολογίας αὐτὸς προτείνει τὸν ἔρανον.
§73ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὡς βουλευτὴς νὰ εἶναι κατὰ ἢ ὑπὲρ, προσέτι δὲ νὰ προτείνῃ προτάσεις καὶ νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἑπομένως αὐτὸ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκθεσις καὶ οὐχὶ διαμαρτύρησις, ἡ δὲ πρότασίς του εἶναι, ὅτι ἀποκρούει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ νομοσχέδιον.
§74Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἔχω παράπονα κατὰ τῶν νομοσχεδίων τῆς φορολογίας, ἀλλὰ τὰ παράπονα δὲν εἶναι ὅμοια μὲ τὰ παράπονα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου βουλευτοῦ Αἰγίου. Βεβαίως δὲν ἔρχομαι νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ᾖμαι διαμαρτυρόμενος· ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλοι, οἵτινες θέλουσι νὰ εἶναι διαμαρτυρόμενοι ἠμποροῦν νὰ τὸ κάμωσιν, ἐγὼ ὅμως ὑπόσχομαι, ὅτι πώποτε δὲν θὰ τὸ κάμω. Ἡ ἀρχὴ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας δὲν εἶναι ζήτημα πλέον διὰ τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπεφασίσθη· ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ σήμερον, εἶναι περὶ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας καὶ ἐάν τινα εἴδη πρέπει νὰ φορολογῶνται κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἡ ἐλάττωσις εἴς τινα εἴδη τοῦ φόρου οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ ζήτημα, ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ σχετικὴ πρέπει νὰ λάβῃ χώραν. Ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀνακουφισθῇ, εἶναι ἡ τάξις τῶν γεωργῶν· ἑπομένως ὁ φόρος ὁ ἔγγειος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μετριώτατος τῶν φόρων, διότι κατὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ 1834, ὅπως ἠξεύρετε, ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τὸν φορολογούμενον ὅ,τι παρήγαγε καὶ ἐφορολογοῦντο οἱ φυγόπονοι. Πέρυσι, κύριοι, συζητουμένου τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐφέτος ἂν ὄχι ὡς ὑπουργὸς, τοὐλάχιστον ὡς βουλευτὴς ὑπόσχεται νὰ φέρῃ τελειότερον φορολογικὸν σύστημα· ἦλθε τὸ 1867 καὶ τίποτε δὲν ἔγεινεν· ἀλλὰ τί θὰ μᾶς εἴπῃ; θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸ 1868 θὰ κάμῃ τὴν τροποποίησιν αὐτήν. Ταῦτα λέγοντες, θέλομεν νὰ καταδείξωμεν τὸ δύσκολον χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ συνηγορήσωμεν, ὅτι ἓν πρᾶγμα ὅσον εἶναι δύσκολον ἐφέτος νὰ γείνῃ, ἄλλο τόσον δύσκολον εἶναι νὰ γείνῃ καὶ τοῦ χρόνου· 33 ἔτη παρῆλθον καὶ τὸ δύσκολον εἶναι πάντοτε δύσκολον, δὲν μετεβλήθη, οὐδεμία ἐργασία μετέβαλε τὸ σύστημα αὐτό. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἔγγειος φόρος, ὁ προσδιορισθεὶς πρὸς 8%, δύναται νὰ προσδιορισθῇ πρὸς 6%. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ἐὰν προσδιορισθῇ πρὸς 6%, ὁ φόρος οὗτος εἶναι μικρός· εἶναι μέγιστος συγκρινόμενος πρὸς τοὺς ἄλλους· διότι, ὅταν λογαριάσετε τὸν ἀγρὸν, ὅστις θὰ παράγῃ τὸ εἰσόδημα αὐτὸ, καὶ τὴν δαπάνην τοῦ γεωργοῦ· ὅταν ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὰ μέσα τῆς γεωργίας εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀτελέστατα· ὅταν ἀναλογισθῆτε τὴν δυσμένειαν τοῦ οὐρανοῦ, εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι σπουδαῖος, ὅταν περιορισθῇ εἰς 6%, διότι ἔχετε νομοσχέδιον ἕτοιμον περὶ ἐξευρέσεως πόρων εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ λιμένων, καὶ τὸν φόρον αὐτὸν θέλετε νὰ τὸν αὐξήσετε.
§75Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Συμπεριλαμβάνεται.
§76Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται ἡ μνήμη τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς νὰ ᾖναι ζωηροτέρα τῆς ἰδικῆς μου. Κατ’ ἐμὲ, τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ἔκπτωσιν τοῦ φόρου καὶ ἐπιβάλλεται καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων (θόρυβος). Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὁ φόρος ὁρισθῇ εἰς 6%, εἶναι οὐσιώδης καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀποκρούσῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ὅστις εἶναι 10, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 2%· ἡ ἐλάττωσις αὐτὴ βέβαια πρέπει νὰ ἀναπληρωθῇ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν λοιπῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ εἰς τὰ ἄλλα εἴδη ἐκάμαμεν, ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν ταύτην· καὶ ὁ φόβος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς συμψήφισιν, εἶναι μάταιος, διότι ἐπεψηφίσαμεν τοσούτους φόρους, ὥστε ὄχι μόνον τὰ 32 ἑκατομμύρια θὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ περισσότερα τῶν τεσσαράκοντα, διότι προμηνύεται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐφορία τῶν προϊόντων· ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων· αὗται δὲν ἀνήκουσιν εἰμὴ εἰς δύω τρεῖς ἐπαρχίας. Λέγω, ὅτι, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ἐνισχύεται φοβερὰ καταπίεσις κατὰ τῶν φορολογουμένων. Εἶσθε ὅλοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε τὸ σύστημα τῶν σπαχήδων, ἤγουν τῶν ἐνοικιαστῶν· ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα πασῶν τῶν εὐεργεσιῶν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, διότι κατὰ τὰς στατιστικὰς, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουν οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, 1450 τμήματα ἐνοικιάζονται κατ’ ἔτος· ἕκαστον τμῆμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρους τῶν τεσσάρων ἐνοικιαστῶν· σχηματίζεται λοιπὸν μία φοβερὰ στρατιὰ σπαχίδων. Τέσσαρας μῆνας καὶ περισσότερον περιέρχονται οὗτοι τὰς ἐπαρχίας λυμαινόμενοι καὶ καταπιέζοντες τὸν λαόν· ὁ λαὸς θὰ εὐχαριστηθῇ νὰ μὴ βλέπῃ τὰ φοβερὰ αὐτὰ ὄντα καὶ νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν τῶν ποινητόρων· καὶ περισσότερον ἂν ἐπλήρωνε τοῦ φόρου ἐκείνου, θὰ ἦτο εὐχαριστημένος, διότι πρέπει νὰ ἐξετάσητε ὄχι τί εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τί ἐξέρχεται ἐκ τοῦ βαλαντίου τοῦ φορολογουμένου. Οἱ σπαχίδες λοιπὸν κατέστρεψαν τὸν λαὸν λόγῳ κερδοσκοπίας, διὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς ἰδίας των διαθέσεις. Ὅ,τι λοιπὸν ἐπράξαμεν διὰ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, διὰ τί νὰ μὴ τὸ πράξωμεν εἰς μικρὰς ἐκτάσεις τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων; Ἠξεύρετε τί πράττουν οἱ ἐνοικιασταὶ εἰς τοῦτο; Καὶ πέρυσιν ἐῤῥέθη ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ τὸ γνωρίζετε καὶ σεῖς· ἐνοικιάζουν, στέλλουν τοὺς ἀνθρώπους των. Ἔχετε σταφίδας καὶ γνωρίζετε πῶς δύναται νὰ γίνῃ ἡ καταμέτρησις αὐτῶν· πρέπει νὰ ξηρανθῇ ἡ σταφίς. Εὑρίσκουν ἕνα σωρόν, τὸν ἐκτιμοῦν 10,000· ἄλλως, λέγουν εἰς τοὺς φορολογουμένους «μετρήσατέ τον» καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἐὰν καταμετρήσῃς τὸν σωρὸν τὸν τὸ μεσημέρι, ἐχάθη· πρέπει νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος. Ἀρχίζει ἡ διαπραγμάτευσις μεταξὺ τοῦ φορολογουμένου καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀδικίας. Τί λοιπὸν ἐρχόμεθα σήμερον νὰ σᾶς εἴπωμεν; Σώσατέ μας ἀπὸ τοὺς σπαχίδες, κάμετε νὰ σᾶς δώσωμεν κατὰ στρέμμα, ὡς γίνεται τοῦτο ἐπὶ τῶν ἀμπέλων· τοιουτοτρόπως εὐεργετοῦμεν τὸν τόπον αὐτόν, ἐξασφαλίζομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ δὲν θέλομεν νὰ γίνωμεν ὄργανα κερδοσκοπίας τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἰδοὺ ἡ τροποποίησίς μου· νὰ διαιρεθῶσιν αἱ σταφιδάμπελοι εἰς πέντε εἴδη καὶ νὰ ἐξευρεθῇ ὁ φόρος δυνάμει τοῦ νόμου τῶν ἀμπέλων· ά. ποιότητος θέλει εἶσθαι ἡ σταφιδάμπελος ἡ ὁποία παράγει 800 λίτρας καὶ ἐπέκεινα· 600 ἡ βʹ. 400 ἡ γʹ. κλπ. καὶ νὰ ἐπιβάλετε καὶ ἕνα φόρον ἀνάλογον. Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ὑπολογίζω, ὅτι τὰ τμήματα Κορινθίας καὶ Ξυλοκάστρου, ἐνῷ ἐνοικιάζονται μόνον 55,000 δραχμὰς, θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον πλέον τῶν 100,000. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διατί ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Τετάρτην παρατήρησιν ἔχω ἀκόμη τὴν ἑξῆς· εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν φόρων ὁ κύριος ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέθεσεν καὶ ἡμεῖς παρεδέχθημεν, ὅτι οὔτε ἀρχὰς προστασίας, οὔτε φορολογίας τῆς περιουσίας ἠκολουθήσαμεν, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ χρηματισμοῦ, διότι ἔχομεν ἀνάγκην. Πέρυσι ἰσχυρίσθημεν, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων οἰκιῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι φορολογεῖ ἐκεῖνον ὅστις ἔχει ἀνάγκην νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ σπίτι του, τὸν ἰδιοκτήτην, τὴν ὕλην ἥτις ἀποτελεῖ τὴν οἰκοδομὴν, τὰ ξύλα, τὸν σίδηρον ἐν γένει, τὸν ἐργάτην ὅστις ἐργάζεται, καὶ ἐζητήσαμεν τινὲς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ φόρου, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Τώρα, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην νὰ φορολογήσῃ τὰς μὴ ἐνοικιαζομένας οἰκίας, διατί νὰ μὴ ἐκτείνῃ τὴν φορολογίαν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων; δὲν ἔχουν ταῦτα ἀξίαν; καὶ ὑπάρχει σπουδαιοτέρα περιουσία καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐν Σύρῳ καὶ Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ; Ἡ Τράπεζα τὰ οἰκόπεδα τὰ δέχεται μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν. Λοιπὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην προστασίας πολιτικῆς, καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν, αὐτοὶ πρέπει νὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι; Αὐτὰ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, καθ’ ὅσον ἔχω καὶ ἔγγραφον τροπολογίαν, ἥτις διενεμήθη, καὶ ἐπιμένω ὑποστηρίζων αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἀπόκειται δ’ εἰς ὑμᾶς νὰ ἀποφασίσητε.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὑπουργὸς ὢν πέρυσι τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεσχέθην νὰ παρουσιάσω ἐφέτος εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος· διότι, ἂν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατακρίνουσι τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἔλαβον μάλιστα τὸ θάῤῥος νὰ γράψω ὁλόκληρον πραγματείαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι λείψανον τῆς δουλείας καὶ τῆς βαρβαρότητος καὶ ἀσχημίζει καὶ τὸ οἰκοδόμημα τῶν ἐλευθεριῶν μας. Ἐνόσῳ τὸ σύστημα τοῦτο ὑπάρχει, μὴ πιστεύσετε ποτὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία καθὼς πρέπει. Καθ’ ὅσον αὐξάνει ὁ πληθυσμὸς, θὰ ἐπεκτείνεται βεβαίως ἡ καλλιέργεια τῶν γαιῶν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωποι κεφαλαιοῦχοι καὶ εἰδήμονες νὰ ἀπασχολήσουν τὰ κεφάλαιά των καὶ τὴν νοημοσύνην των εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ ἔχει δύω μεγάλα καὶ ῥιζικὰ ἐλαττώματα· τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι φορολογεῖ τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ κεφάλαια, καὶ τὰ ἀναγκάζει διὰ νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὴν γῆν, τὸ δὲ δεύτερον, ὅτι ὑποβάλλει τὸν φορολογούμενον, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ φορολόγος νὰ βεβαιόνῃ ὅλα τὰ προϊόντα, εἰς τοσαύτας ἐνοχλήσεις καὶ καταπιέσεις, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωπος, ἔχων δόσιν τινὰ φιλοτιμίας καὶ δυνάμενος νὰ κάμῃ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, νὰ προτιμήσῃ τὸ γεωργικὸν ἐπάγγελμα. Διὰ τοῦτο πᾶσα ἀναβολὴ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι καταστροφὴ τοῦ τόπου καὶ ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας μεταβολῆς. Ὅτε ἔγραψα πραγματείαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶχα τὴν τόλμην νὰ προτείνω ἴδιον σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὴν ἀκίνητον περιουσίαν· ἀλλὰ τὸ σχέδιόν μου εὗρε πολλὰς ἀντιῤῥήσεις. Ἐκ τῶν ἀντιῤῥήσεων τούτων ὠφελούμενος καὶ μελετήσας καλλίτερον τὸ πρᾶγμα ὅτε διέμενον εἰς τὴν ἀγροτικήν μου οἰκίαν, κατέγεινα ἔτι μᾶλλον καὶ ἦλθα εἰς πολὺ πρακτικὰ ἀποτελέσματα· ἀλλὰ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν ἀπήντησα δυσκολίας τινὰς, πρὸς λύσιν τῶν ὁποίων εἶχον ἀποφασίσει, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ παρουσιάσω ἓν ἔργον ὁπωσοῦν τέλειον, νὰ ἀπέλθω ἀμέσως μετὰ τὴν συγκομιδὴν τῆς σταφίδος μου εἰς τὴν Εὐρώπην· ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἀντὶ τοῦ ταξειδίου τούτου ὑπεχρεώθην νὰ κάμω ἓν ἄλλο ταξείδι, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον μὲ ἐμπόδισεν ἀπὸ τὸ ταξείδι ἐκεῖνο, ἀλλὰ μοῦ ἀφῄρεσε καὶ διὰ παντὸς τὰ μέσα νὰ κάμω εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν τὸ εἰς τὴν Εὐρώπην ταξείδιόν μου. Διὰ τοῦτο ἀδυνατῶ νὰ ἐκπληρώσω τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐπεθύμουν, πρὶν παρουσιάσω τι εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισκεφθῶ τόπους τινὰς τῆς Εὐρώπης, ἵνα δυνηθῶ νὰ λύσω ἐπιτοπίως τὰς ἀπορίας μου. Τοῦτο δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ κάμω ἤδη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ περυσινὴ ὑπόσχεσίς μου ἐπιβάλλει.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν καὶ ἀσπάζονται τὸ ἐν ἰσχύϊ φορολογικὸν σύστημα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔγγειον φόρον. Καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ἰδιώτης πάντοτε ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, ὅπως πολὺ καλὰ τὸ ἐχαρακτήρισαν, εἶναι λείψανον τῆς βαρβαρότητος, καὶ ἑπομένως εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ τροποποιηθῇ ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπικρατείας. Ἀλλὰ φρονῶ, καὶ θὰ συμφωνήσετε εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν πολλὰ ἐμπόδια ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος, καὶ τὸ μέγιστον καὶ μεγαλεῖτερον εἶναι ἡ διάκρισις τῶν κτημάτων ἡ ὁποία ὑφίσταται. Ὑπάρχουν ἐθνικὰ, ἐθνικοϊδιόκτητα καὶ ἰδιόκτητα· ἑπομένως εἰς πᾶν βῆμα ἀπαντᾶτε καὶ διαφορετικὸν φόρον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύνεται τὸ κτῆμα. Εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπάρχει τῳόντι σύστημα φορολογικὸν στηριζόμενον εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ποιότητα τῆς γῆς· ἀλλ’ ἐκεῖ ἓν εἶδος κτημάτων ὑπάρχει, ἰδιόκτητος περιουσία, καὶ ἑπομένως εἶναι εὔκολος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τοιούτου συστήματος. Διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ σύστημα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λύσωμεν τὰ ἄλλα τὰ σπουδαιότερα ζητήματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐμποδίζουν. Τὸ ζήτημα τῶν φυτειῶν· ἠξεύρετε, κατὰ τὸν νόμον ἢ καὶ κατ’ αὐθαίρετον ἐνέργειαν, ἐνήργησαν πολλοὶ τῶν πολιτῶν φυτείας ἐπ’ ἐθνικῶν κτημάτων· τὸ δημόσιον ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ λαμβάνῃ ἐκτὸς τοῦ φόρου καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἄλλον τὸ δυσκολώτερον ζήτημα, τὸ τῶν κατεχομένων γαιῶν, τὴν κατοχὴν τῶν ὁποίων οἱ ἰδιῶται ἐνεργοῦν ὡς ἰδιοκτησίαν. Ἠξεύρετε, ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων γαιῶν ἐκτὸς τοῦ ἐγγείου φόρου πληρόνουν καὶ 15% λόγῳ ἐπικαρπίας. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς ἐπιζητεῖτε καὶ ἐγώ, θὰ ἀπαντήσωμεν τὰς μεγαλειτέρας δυσχερείας πρὶν λύσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα· καὶ θεωρῶ εὔκολον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, ὅταν προηγουμένως ἀπαλλοτριωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ περιουσία καὶ περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἰδιωτῶν. Ἄνευ ὅμως αὐτῆς τῆς προγενεστέρας ἐργασίας μὴ πιστεύσετε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ὅπως πρέπει σύστημα εὐρωπαϊκόν. Νὰ μὴ νομίσετε, ὅτι καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τούτου θὰ μᾶς διευκολύνῃ πολλὰς δυσχερείας· ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχουν ἁπλούστατον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐὰν παραδεχθῶμεν ἡμεῖς, θὰ γεννηθοῦν τὰ μεγαλείτερα παράπονα ὡς πρὸς τὴν δικαίαν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου. Ἔχουν διαιρέσει ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς εἰς τέσσαρας ἢ πέντε τάξεις καὶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ὥρισαν διὰ παντὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον, χωρὶς νὰ ἐξετάζουν τὸ εἶδος τῆς καλλιεργείας, ἐὰν καλλιεργήθη ἢ ὄχι· ὁ ἰδιοκτήτης τῶν γαιῶν εἶναι ὑποχρεωμένος ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ποιότητος τῆς γῆς νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον· ἀδιαφοροῦν ἐὰν ἐκαλλιέργησε σταφίδα ἢ ὅ,τι ἄλλο. Εἰπέτε, ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο ἐδῶ, δὲν θὰ γεννηθοῦν τὰ μεγαλείτερα παράπονα; δὲν θὰ λέγουν οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωμεν τὸν αὐτὸν φόρον τὸν ὁποῖον πληρόνουν οἱ σταφιδοκτηματίαι· διότι ἐκεῖνοι ἔχοντες φυτείας, σταφίδας ἢ ἀμπελῶνας ἢ ἐλαίας, ἀπολαμβάνουν πολύ, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, καίτοι ἔχοντες καλλιτέρας γαίας, νὰ τὰς φέρωμεν εἰς τοιοῦτον εἶδος φορολογίας· καὶ ἑπομένως ἰδοὺ ἓν παράπονον δίκαιον. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλο παράπονον σημαντικώτερον· διὰ νὰ καλλιεργήσῃ ἕνας εἰς ἓν ἔτος τὸν ἀγρόν του κατὰ τὸ εὐρωπαϊκὸν σύστημα, θὰ πληρώσῃ τὸν αὐτὸν φόρον· θὰ ἰδῆτε ὅμως ἄλλα παράπονα, ἂν ἐφαρμόσητε αὐτὸ τὸ σύστημα. Ἓν παράδειγμα πολὺ καλὸν μὲ ἐνθυμίζει ὁ κύριος πρόεδρος· ὑπάρχει ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῶν καπνῶν, καὶ οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἄργους ὑπέβαλον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ παύσῃ ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία καὶ νὰ πληρόνηται ὁ φόρος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν μεταφορὰν διὰ θαλάσσης, διότι πιέζονται. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι διῃρημένα τὰ κτήματα, ὄχι κατὰ λόγον τῆς ποιότητος τῆς γῆς, ἀλλὰ κατ’ εἶδος τοῦ τμήματος, εἰς ἐλαίας, εἰς ἀμπελῶνας, εἰς διαφόρους καλλιεργείας, καὶ κατὰ λόγον τῆς προσόδου προσδιορίζεται ὁ φόρος· καὶ ἠξεύρετε πόσα ἑκατομμύρια ἐδαπάνησεν ἡ Γαλλία διὰ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον; 150 ἑκατομμύρια, διότι τὸ κτηματολόγιον δὲν χρησιμεύει ὡς τίτλος ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ὡς μέσον καλῆς φορολογίας. Ἐδῶ, ἐννοεῖται, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ σύστημα, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς κτηματολογίου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σημειωθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἑνὸς ἑκάστου, ἡ ἔκτασις τοῦ κτήματός του, ἡ πρόσοδος, καὶ ἐπὶ τῆς προσόδου θὰ τεθῇ ὁ φόρος. Ἔλθετε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου ἔργου καὶ θέλετε ἰδῆ τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι ἔτι περισσότερον θὰ αὐξήσουν ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ τὸ ἀνώμαλον τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ σκεφθῶμεν καὶ νὰ μὴ ἐργασθῶμεν, ὥστε νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα; Ὄχι βεβαίως· ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ εἶναι ζήτημα χρόνου· πρέπει προηγουμένως νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν ὅλαι αἱ γαῖαι. Λοιπὸν εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ ἐνοικιάζωνται, πρέπει νὰ ἀφίνετε εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ καλλιεργοῦν τὰ ἐθνικὰ, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ πληρόνουν ἐκτὸς τοῦ φόρου καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία περιεπλέχθη σημαντικὰ, καὶ πρὶν ἔλθῃ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν παράλληλον ὅλη ἡ ἀκίνητος περιουσία, μὴ πιστεύσετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐφορμοσθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ φορολογικὸν αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφήσῃ τὰ μεγαλείτερα παράπονα· διότι θὰ πληρόνῃ ὁ ἰδιοκτήτης εἴτε καλλιεργήσει εἴτε ὄχι, εἴτε παραγάγει εἴτε ὄχι, θὰ πληρώσῃ πάντοτε ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον. Ἀλλὰ νομίζετε μόνον αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα θὰ ἔχῃ; θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλο σημαντικώτερον, τὰς καθυστερήσεις. Δυστυχῶς ὅσοι φόροι πληρόνονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χρηματικῆς φορολογίας, ὅπως εἶναι τῶν ἀμπέλων, ἀφίνουν τὰς μεγαλειτέρας καθυστερήσεις, 30 καὶ 50%.
§79ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ὁ λόγος;
§80ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι εὔκολος· διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει συμφέρον, πηγαίνει καὶ εἰσπράττει τὸν φόρον, ἐνῷ ὁ ταμίας δὲν τὸν εἰσπράττει, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τόσας καθυστερήσεις, ἰδίως εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν τοῦ κυρίου Δημητριάδου, τὴν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ 8 εἰς 6%. Καὶ ἐγὼ ἤθελον δεχθῆ καὶ ἡ Βουλὴ βέβαια τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι τῷ ὄντι, ὅπως πολλάκις τὸ εἶπον, ἡ τάξις αὐτὴ φορολογεῖται πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὰς λοιπάς. Ἤθελον δεχθῆ τὴν πρότασιν του, ἐὰν ἀπεδείκνυεν ὅτι δι’ ἄλλων φόρων δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα· ἐν ὅσῳ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν λύεται, εἶναι περιττὸν νὰ λέγωμεν πῶς ὁ φόρος ὁ δεῖνα πρέπει νὰ μετριασθῇ.
§81ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἶπα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· κάμετε ἔρανον, νὰ πληρώσουν ὅλοι.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἔρανος μόνον εἰς τὰ βάρβαρα ἔθνη ἐπιβάλλεται, ὄχι εἰς τὰ ἐλεύθερα. Ἀφίνω αὐτὴν τὴν δόξαν εἰς ἄλλους, κάμετε σεῖς τὴν πρότασιν αὐτήν. Λοιπὸν, ἐν ὅσῳ δὲν ἀποδείξουν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα, εἶναι περιττὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ δεῖνα φόρος εἶναι πολὺς ἢ ὀλίγος.
§83ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσπράξατε τὰ 50 ἑκατομμύρια καθὼς εἰσπράττετε τοῦ πτωχοῦ τὰς πέντε δραχμάς.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ ἔφερα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ εἰσπραχθοῦν. Προκειμένου περὶ καταλογισμοῦ φόρου, λέγετε ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτὸ ὁ πολίτης νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον; ποῦ θὰ εὕρῃ λοιπὸν νὰ πληρώσῃ τὰ καθυστεροῦντα; Διατί μόνον εἰς τὸν φόρον φέρετε τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος, καὶ ὄχι εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν 60 ἑκατομμυρίων; Βεβαίως δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν καθυστερούντων· ἐξεναντίας, ὁποῖα μέτρα ἔλαβα γνωρίζετε, διὰ νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ νῆμα τῶν καθυστερήσεων. Ἐνόσω λοιπὸν δὲν ἀποδείξει ὁ κύριος Δημητριάδης, ὅτι τὰ 29 ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, δύνανται νὰ ἀναπληρωθοῦν ἀπὸ τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα φόρον, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἐλαττώσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῇ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν δυσχερῆ θέσιν, τουτέστι νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 2 καὶ 3 ἑκατομμυρίων, ἤγουν νὰ πολιορκῆται τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοὺς πιστωτὰς καὶ νὰ μὴ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὰς συντάξεις, τὸν στρατὸν καὶ τόσα ἄλλα διὰ τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐὰν ἐννοῆτε τοιαύτην διοίκησιν, βεβαίως ἡμεῖς τὴν ἀποκρούομεν· θέλομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἔλθῃ ἐνήμερον εἰς τὰς πληρωμὰς, διὰ νὰ διατηρῆται ἡ ἀσφάλεια δι’ ἣν κάμνει ὁ λαὸς τὰς θυσίας ταύτας.
§85Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἓν τοῖς ἑκατὸν περιλαμβάνεται εἰς τὰ 8% τὰ ὁποῖα ὁ νόμος προτείνει.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ τώρα καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν ἔλλειψα ἀπὸ καμμίαν βουλευτικὴν περίοδον, ἀφ’ ὅτου ἐσυνταγματίσθη ὁ τόπος, εἴτε ὡς βουλευτὴς, εἴτε ὡς γερουσιαστὴς, καὶ ἀπηύδησα, τὸ ὁμολογῶ, ν’ ἀκούω κατὰ πᾶσαν σύνοδον, ὡς καὶ εἷς τῶν προλαλησάντων εἶπεν, ὅτι τὸ φορολογικόν μας σύστημα εἶναι ἐπαχθὲς, εἶναι τυραννικὸν, εἶναι ἄνισον, εἶναι ἄδικον· καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνεται παρ’ ὅλων τῶν βουλευτῶν, παρ’ ὅλων τῶν γερουσιαστῶν, καὶ νὰ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὑπουργοὺς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐξ ὧν εἶναί τινες καὶ ἐδῶ, ὑπέσχοντο πάντοτε νέον σύστημα. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἐπεκράτησε τότε. Ἀλλάξαμεν καὶ σήμερον τακτικὴν, κύριοι; Τὰ αὐτά. Πέντε ἔτη παρῆλθον μετὰ τὴν μεταβολήν· τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ μὲ συμπληρώματα ἐπαχθέστατα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ὁ ἴδιος σᾶς ὡμίλησε καὶ σήμερον, ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ εἴτε ὡς ὑπουργὸς εἴτε ὡς βουλευτὴς ἓν σύστημα νέον, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἀπεσύρθη· συνέβη καὶ τὸ δυστύχημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνέβη, δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ περίεργον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ τοῦ συστήματος ὡς βουλευτὴς ἄλλοτε, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις ἦτο καὶ φίλος τοῦ ὑπουργείου, ἐφαίνετο τρόπον τινὰ, ὅτι εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔλθῃ εἰς ἓν νέον σύστημα. Τώρα λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, μᾶς ἔφερε τὸ αὐτὸ ἐλαττωματικὸν σύστημα καὶ μᾶς ζητεῖ νὰ μᾶς πάρῃ καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα· καὶ μὲ ποίαν γλῶσσαν, κύριοι; μὲ τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἥτις μᾶς ἔκαμε κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν νὰ πιάσωμεν τ’ αὐτιά μας καὶ νὰ βουλώσωμεν τὸ στόμα μας. Σᾶς εἶπα ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἀπηύδησα ν’ ἀκούω κατακρινόμενον αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ν’ ἀκούω τὸ ἴδιον κατ’ ἔτος κατακρινόμενον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κ.κ. ὑπουργοὺς, καὶ δι’ ἄλλων λόγων νὰ ὑποστηρίζουν τὸ ἴδιον σύστημα μὲ συμπληρώματα· σᾶς εἶπον δὲ ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ὑπουργικῶς νὰ ἔλθῃ θεραπεία, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν λάβῃ ὁριστικὸν ῥιζικὸν μέτρον. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὁ φορολογούμενος λαὸς, ἡμεῖς πρῶτον καὶ δεύτερον οἱ ἐντολεῖς μας. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς ἔχει νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῶν ὑπουργῶν· καθ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων, διότι τὸ πρώτιστον καθῆκον ἦτο ἰδικόν μας· ἡμεῖς φορολογούμεθα, ἡμεῖς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν φόρων. Εἶπα λοιπὸν, ὅτι βουλευτικῶς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἔχω περὶ τούτου γνώμην νὰ σᾶς ὑποβάλω. Ποία δὲ εἶναι ἡ γνώμη μου; Νὰ ἐκλεχθῇ τριμελὴς βουλευτικὴ ἐπιτροπὴ διαρκὴς, ἥτις νὰ περιέλθῃ ὅλα τὰ τμήματα τοῦ κράτους, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰς τὴν Πελοπόννησον, Λακωνίαν καὶ εἰς τὰς νήσους, νὰ συλλέξῃ ἐπιτοπίους πληροφορίας, νὰ καταρτίσῃ ἓν σύστημα πλῆρες, ὁμοιόμορφον, ἀνάλογον τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς καταστάσεώς μας· καὶ πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι ἡ βουλευτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ θὰ πράξῃ ὅ,τι ἡμεῖς ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν. Μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τὰ φορολογικὰ νομοσχέδιά του, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιθυμίαν μας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν ὑπουργικὴν τὴν θεραπείαν. Ἴδετε τὶ σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τυραννικόν, εἶναι ὀλέθριον, εἶναι βάρβαρον· ἀλλὰ σᾶς ἀνέπτυξε τόσους ἄλλους λόγους, τόσας ἄλλας δυσκολίας, ὥστε ἐσύστησε τὴν παραδοχήν του. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν ἐργασθέντα ἢ ὑποστηρίζοντα ἓν σύστημα φορολογικόν, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος κατακρίνει. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς συστήσω τὴν ἐκλογὴν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἥτις πιστεύω νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπιθυμίας μας.
§88ΖΩΤΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, διότι πρέπει νὰ συντέμνωμεν τὸν καιρὸν τῶν συζητήσεων, ἀφ’ οὗ ἐντὸς 3,4 ἡμερῶν θὰ λήξῃ ἡ σύνοδος· καὶ δὲν ἤθελον λαλήσει, ἐὰν δὲν ἦτο ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὅλην τὴν κοινωνίαν. Βεβαίως δὲν θὰ κάμω θεωρίας· ἐὰν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Χατζίσκου, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ στείλῃ νὰ περιέλθω τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀνεξόδως· εἶναι καλὴ αὐτὴ ἡ γνώμη, καὶ μάλιστα ἡ ἰδική μου γνώμη θὰ ἦτο, ὁ Κ. Ὑπουργὸς, ἂν θὰ εἶναι πολὺν καιρὸν ὑπουργὸς, νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν περιοδείαν καὶ νὰ ὑπάγω καὶ ἐγὼ μαζῆ του. Τώρα σᾶς λέγω ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐφέτος, εἶναι βαρὺς καὶ ἐπαχθής. Ἄλλος σκοπὸς παρ’ αὐτὸς, ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρὺς καὶ ἐπαχθὴς διὰ τοὺς φορολογουμένους, δὲν μὲ κινεῖ. Ἐν ὀλίγοις, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ἓν περιστατικὸν τοῦ 1860, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐννοήσητε ὅτι ὁ φόρος καὶ τῶν 8% τότε, τὸν ὁποῖον ἐπεζητοῦμεν καὶ δὲν ἐπετύχομεν, ἦτο βαρύς. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, νῦν πρωθυπουργὸς, τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνέταξεν ἓν νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐγγείων φόρων εἰς χρήματα μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιδεξιότητός του τοῦ νὰ κερδίζῃ καὶ γνώμας τῶν ξένων· καὶ γνωρίζω ὅτι ἐκέρδησε τὴν γνώμην τότε καὶ τοῦ μακαρίτου Οὐάϊς, τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Συνέταξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διὰ τοὺς φράγκους, οἱ ὁποῖοι δὲν καταλαμβάνουν τὴν κατάστασίν μας, ἦτο πολὺ καλὸν· τὸ ἐγκωμίασαν τότε, τὸ ἐπῄνεσαν, καὶ μάλιστα ὁ μακαρίτης Οὐάϊς, ὅστις ἦτο μὲν καλὸς διπλωμάτης, ἀλλὰ δὲν ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα. Τότε ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν 20 μελῆ, νομίζω, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος, καὶ ἦσαν μέλη καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, Δανόπουλος, Αὐγερινὸς καὶ ἄλλοι τινὲς ἐκ τῶν σημερινῶν συναδέλφων. Τότε, κύριοι, ἐσυζητήσαμεν τοὺς λόγους, ἐσυζητήσαμεν τὰ 10% ἢ 8% ἐὰν ἦναι ἐπαχθὲς ἢ ὄχι, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔλεγεν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος 10% καὶ ν’ αὐξήσωμεν μέχρι 15%. Ἐγὼ ἐξέφρασα ἐν ὀλίγοις μίαν γνώμην καὶ ἀπεσύρθην. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τότε εἰς τὴν οἰκίαν του μοῦ εἶπεν, ὅτι θ’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μου. Ἔκαμα λοιπὸν ἕνα χωριάτικον λογαριασμὸν, ἕνα λογαριασμὸν τοῦ γεωργοῦ, καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι ὁ λογαριασμὸς ἐκεῖνος ἦτο σωστὸς, καὶ ὁ ἴδιος ἐπείσθη, ὅτι ὁ φορολογούμενος, ἐὰν φορολογηθῇ πρὸς 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἀσήμαντον τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ ἡ κυβέρνησις· διότι ἐὰν διαιρέσωμεν κατὰ τὸν λογαριασμὸν τῶν χωρικῶν τὰς γαίας εἰς 3 τάξεις, ἤτοι εἰς γαίας πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης ποιότητος, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα, εἰς μὲν τὴν πρώτην τάξιν καθαρὸν ἔσοδον σίτου μένει 36%· ἐὰν 100 εἶναι σῖτος ἀκαθάριστος εἰς τὰ ἁλώνια, ἀπὸ τὰς γαίας πρώτης ποιότητος καθαρὸν εἰσόδημα εἶναι 35 ἕως 36%· ἀπὸ τὰς ἄλλας γαίας δευτέρας ποιότητος ἀφαιροῦντες τὰ ἔξοδα, μᾶς μένει καθαρὸν ἔσοδον 24 ἕως 26%· ἐὰν εἶναι τρίτης ποιότητος, τὸ καθαρὸν εἰσόδημα καταντᾷ σχεδὸν μηδὲν, 6, 7, 8%. Κύριοι, μετὰ ταῦτα θὰ σᾶς εἴπω τί κερδίζει ὁ γεωργὸς καὶ τί εἶπον τότε καὶ τί ὅλοι γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. 10 στρέμματα πρώτης ποιότητος βγάζουν ἀπὸ 8 ἕως 10 κοιλὰ τὸ στρέμμα· εἰς μίαν εὐφορίαν ἠμπορεῖ νὰ πάγῃ καὶ 15 κοιλὰ, ἀλλὰ συνήθως εἰς τὸν ὑπέρτατον ὅρον παράγει 8 ἕως 10 κοιλὰ τὸ στρέμμα. Ἰδοὺ λοιπὸν, κάμνω μίαν ἀναλογίαν· 10 στρέμματα ἀπὸ 8 ἕως 10 εἶναι 80 ἢ 100 κοιλά. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα. Θὰ ἀφαιρέσωμεν ἔξοδα 10 κοιλὰ ὁ σπόρος, ἁλωνιστικὰ 5 κοιλὰ, 15 κοιλὰ, ἀγροφύλακες 2½ ἕως 3, βωδοκαματός· (2 ἢ 3 φοραῖς τὸ ὀργώνει καὶ τὸ σπέρνει κάθε στρέμμα· ὅταν θὰ ὀργώσωμεν, εἶναι ἕνα βωδοκαματίκι, ὅταν δὲ θὰ γυρίσωμεν νὰ σπείρωμεν, γυρίζει 2 στρέμματα τὸ βῷδι· λοιπὸν διὰ μὲν τὸ ὄργωμα· θέλομεν 10 βωδοκαματίκια, διὰ δὲ τὸ σπάρσιμον 5, ὅ ἐστὶ 15· ἡμεῖς εἰς τὴν στερεὰν Ἑλλάδα πληρόνομεν ἀπὸ 5 ἕως 6 δραχ. τὸ βωδοκαματίκι, εἰς τὴν Πελοπόννησον, νομίζω, δὲν πληρόνετε ὀλιγώτερον). Τώρα 15 βωδοκαματίκια πρὸς 6 δραχ.=90 δρ. ἤτοι πρὸς 1 κοιλὸν σιτάρι=15 κοιλὰ σιτάρι. Ἔχομεν λοιπὸν 44 κοιλά. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ θεριστικά. Κατὰ στρέμμα πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅτι θὰ πληρώσωμεν 2 μερδικὰ ἀπὸ 1 κοιλὸν· κατὰ 10 κοιλὰ ἔχομεν λοιπὸν ἄλλα 10 κοιλὰ, δηλ. 54. Ἀφαιρέσατε 10 ἀπὸ τὰ 54 καὶ μᾶς μένουν 46· αὐτὰ εἶναι τὸ καθαρὸν εἰσόδημα ἐκ τῆς ά. ποιότητος γαιῶν, ἀφοῦ λογαριάσῃς πρὸς 10 τὸ στρέμμα. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὰς γαίας βʹ. ποιότητος καὶ εὑρίσκομεν μόλις 20% καθαρὸν εἰσόδημα· εἰς τὰς γαίας γʹ. ποιότητος, καθὼς ὅλοι γνωρίζετε, πιάνει τὸ 1 2, ἢ τὸ 1, 3, καὶ μένει καθαρὸν εἰσόδημα 4½ ἕως 5 κοιλά. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, εἶναι οἱ τόκοι αὐτῶν τῶν χρημάτων, εἶναι οἱ τόκοι τοῦ σίτου, ἡ τιμὴ ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἁλώνιον εἶναι κατωτέρα τῆς τιμῆς τοῦ 8βρίου ἢ τοῦ 9βρίου, ὅπου σπέρνουν, εἶναι οἱ τόκοι τῶν βῳδίων, τῶν ἀλόγων καὶ καθεξῆς. Ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ τῆς Ἑλλάδος πῶς ζοῦν, μᾶς λέγουν, ἀφοῦ εἰς τὰς γαίας ά. ποιότητος μένει καθαρὸν εἰσόδημα 46% ἐκτὸς τῶν τόκων τῶν κεφαλαίων τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ γεωργὸς, εἰς δὲ τῆς δευτέρας ποιότητος μόλις 20 καὶ τῆς γʹ. 5 ἢ 6; Τὸ γνωρίζετε ὅλοι· δουλεύουν διὰ νὰ ὠφελῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των· νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ καθαρὸν ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐξετάσαμεν τότε κατὰ τὸ 1860, καὶ θὰ τὸ ἐνθυμῆται καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, διότι ἔλαβε μέρος τότε, καὶ εὕρωμεν ὅτι ἦτο ἀληθὲς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Κ. ὑπουργὸς τότε ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιόν του ἢ δὲν τὸ ἐσυζήτησε, τώρα θὰ εὕρωμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐσκέφθη πολὺ καλῶς, καὶ γνωρίζουσα τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ ποιμένος καὶ τοῦ ναύτου καὶ παντὸς ἐπιτηδευματίου ἠλάττωσε 5% καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος πρέπει νὰ φορολογηθῇ οὐχὶ ὁ καρπός μας καὶ ἡ ἐργασίας μας. Ἀλλὰ, κύριοι, παρουσιάζονται σήμερον ἀνάγκαι ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, διότι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ τῆς ὁποίας ζῇ τὸ ἔθνος καὶ ζῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους, σύμφημι· καὶ διὰ τοῦτο ἴδατε ὅτι ὅλοι ἀπεδέχθημεν τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους μὲ μικράς τινας ἐλαττώσεις· ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἓν φορτηγὸν ζῶον τὸ φορτώσετε μὲ 50,60 καὶ 100 ὀκάδες, κατ’ ἀνάγκην τὸ βαστᾷ, ἀλλ’ ὅταν τὸ φορτώσητε μὲ 150, πέφτει κάτω. Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο εἰς ἐκεῖνα ὅπου ἔπρεπε φειδωλὴ ἐκ συστήματος· πολλὰ τὰ ἄφησε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν ἕως τώρα, δὲν πρέπει καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ὁλοσχερῆ αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, ὅλας τὰς τάξεις ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου μέχρι τοῦ κατωτέρου, ἀπὸ τοῦ παλατίου τοῦ μεγαλειτέρου μέχρι τῆς καλύβης τῆς πενιχροτάτης, διότι ὅλοι θέλομεν νὰ φᾶμεν· διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, ὅλοι ἔχομεν ἰδιοκτησίας, καὶ οἱ ποιμένες αὐτοὶ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι εἶναι σκηνῆται, ἤρχισαν, ὅπως ἀπολαύσωσι τὰ καλὰ τοῦ μεριδίου, τὸ ὁποῖον θὰ πάρουν διὰ τὰ ζῶά των, ν’ ἀγοράζουν ἀπὸ ἕνα κῆπον ἢ ἀπὸ ἕνα χωράφι, καὶ ἑπομένως ὅλους μᾶς ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ἐπειδὴ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀφορᾷ, ἐπειδὴ, καθὼς ἀπέδειξα δι’ ἀριθμῶν, καὶ πιστεύω ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἶναι σύμφωνος, τὸ καθαρὸν εἰσόδημα εἶναι ὀλιγώτερον καὶ ἀπὸ τὴν ἀναλογίαν τῆς φορολογίας 5%, καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, καὶ τὴν ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐχαλαρώθη πρὸ πολλοῦ καιροῦ, δὲν λέγω σήμερον, καὶ ὁλονὲν χαλαροῦται, καὶ ὅλοι γνωρίζετε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὅμως ποτὲ ὡς Ἕλληνες δὲν θὰ προφέρωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συγχρόνως πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐλεεινὴν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος σήμερον, καθὼς ὅλοι καλλίτερά μου γνωρίζετε, δὲν ἔχει νὰ φάγῃ, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀρυσθῇ πᾶσαν πληροφορίαν περί τε τῆς καταστάσεως τῶν πολιτῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ περὶ τῆς χρηματικῆς ἐν γένει ἀκόμη καταστάσεως τοῦ Κράτους, αὐτὴ ἡ κυβέρνησις γνωρίζει κάλλιστα ὅτι πολλοὶ φορολογούμενοι καθυστεροῦν ὄχι ἀπὸ δυστροπίαν, ὄχι ἀπὸ κακίαν· ἀπ’ ἐναντίας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνειθισμένοι μόνοι των νὰ εὑρίσκουν τὸν εἰσπράκτορα, οἱ ἴδιοι καταδιώκονται καὶ στέλλονται εἰς τὰς φυλακάς. Κύριοι, βεβαιωθῆτε, εἰς τὴν τιμήν μου σᾶς ὁρκίζομαι, ὅτι κατ’ αὐτὰς ἦλθον ἄνθρωποι ἐκ Φθιώτιδος, Λεβαδείας καὶ Μεσολογγίου καὶ εἶδον μερικοὶ καὶ τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι ἐὰν εἰς τὰ μέρη Α. Β. Γ. Δ. ἀλλοῦ δὲν ἠξεύρουν, κρεμάσετε ἄνθρωπον διὰ μίαν σφάντζικα, δὲν εὑρίσκετε· διότι στερούμενοι τοῦ ἄρτου, τρώγουσι λάχανα πρὸ 3 καὶ 4 μηνῶν· ἐὰν εἶχον μίαν σφάντζικα, τὴν ἐξώδευσαν ἤδη ν’ ἀγοράσουν καλαμπόκι καὶ εὐτυχῶς ἡ θεία πρόνοια, ἡ ὁποία δίδει τὸ ἕνα κακόν, δίδει καὶ τὸ ἄλλο καλὸν· ἐὰν δὲν ἦτο τὸ φθινόπωρον καὶ ὁ χειμὼν καλὸς ὕστερον ἀπὸ τὴν μεγάλην δυστυχίαν καὶ τὴν ἔλευσιν ἀπείρων προσφύγων ἐκ τῶν συνόρων, θὰ εἶχον πεθάνει ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὸ ψῦχος, καὶ τὸ λέγω δημοσίως. Λοιπὸν ἕνα λαὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὀβολὸν διὰ ν’ ἀγοράσῃ ψωμί, ὁ ὁποῖος ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πρὸ τριῶν μηνῶν ζῇ μὲ λάχανα καὶ περιστοιχεῖται ἀπὸ τόσας ἀνάγκας, τώρα ἡμεῖς νὰ τὸν ἐπιβαρύνωμεν ἀκόμη περισσότερον; Ἂς εὐχαριστηθῶμεν μὲ τὴν αὔξησιν 6% καὶ ἑτέρου 1% διὰ τὴν ὁδοποιίαν· διότι ἂν ψηφίσωμεν 8% καὶ 1% διὰ τὴν ὁδοποιίαν 9, ἤλθαμεν εἰς τὰ παλαιὰ τῆς συγχωρεμένης· διότι, κύριοι, τί ἄλλο ἐκάμαμεν ὅταν ἐψηφίσαμεν εἰς τὰ 1860 μίαν πρότασιν τοῦ Κ. Δανοπούλου καὶ ἐκηρύχθημεν τότε ὡς ταραξίαι, ὡς ἀνατροπεῖς; τί ἄλλο ἐκάμαμεν παρὰ ἀντὶ τοῦ 10% ἐζητήσαμεν 8; Καὶ τότε καὶ ὁ φίλος μας Κ. Κουμουνδοῦρος ὡς ὑπουργὸς ἀντέταξεν, ἀλλ’ ἡ καρδία του ἔλεγεν ἄλλο, διότι γνωρίζει καλὰ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι ἄμοιρος τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ· ὅσα θέλει γνωρίζει, ὅσα δὲν θέλει δὲν γνωρίζει· κάμνει πῶς δὲν τὰ γνωρίζει. Λοιπὸν τώρα, ἐὰν ζητήσωμεν 9%, συλλογισθῆτε ὅτι εἶναι ἓν βάρος τὸ ὁποῖον θὰ τζακίσῃ τὸν σβέρκον τοῦ φορολογουμένου λαοῦ.
§89ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἂν δὲν ἠναγκαζόμην ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα, διότι δὲν ἀνέχομαι νὰ μᾶς κάμῃ τόσον πτωχοὺς, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ψωμὶ νὰ φάγωμεν.
§90Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα πλούσιοι λοιπόν;
§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα καὶ πτωχοί. Εἶμαι, Κύριοι, βουλευτὴς τῆς Φθιώτιδος καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰ δύω παρελθόντα ἔτη ἐπῆλθε μεγάλη ἀφορία καὶ ὁ λαὸς ὑποφέρει, δὲν ἔφθασεν ὅμως εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διϊσχυρίζεται ὁ προαγορεύσας.
§92ΖΩΤΟΣ. Ὅ,τι σᾶς εἶπον εἶναι ἀληθὲς, δύναται ὁ Κύριος βουλευτὴς νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει. Ἐγὼ διῴκησα τὴν Φθιώτιδα ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ κατοικῶ 30 ἔτη. Ἑπομένως, ὅ,τι σᾶς εἶπον, τὸ εἶπον ἐπισήμως.
§93ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κ’ ἐγὼ ἐπισήμως σᾶς λέγω, ὅτι ὀλίγαι μόνον οἰκογένειαι δυστυχοῦν· ὅλαι αἱ ἄλλαι, καὶ ἂν δὲν ἔχουν, θὰ δανεισθοῦν. Αὐτὰ μόνον εἶχον νὰ σᾶς εἴπω. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς φόρους, συμφωνῶ πληρέστατα, ἀφοῦ ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς παρεδέχθη, ὥστε τὸ ἓν τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν 8 νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ λοιπὰς τοπικὰς ἀνάγκας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρὺς, εὑρισκόμενοι ὅμως εἰς τοιαύτας περιστάσεις, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ τὸν παραδεχθῶμεν.
§94ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ νέου φορολογικοῦ συστήματος σήμερον διὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε μία ὑπόσχεσις τὸ παρελθὸν ἔτος τοῦ Κυρίου Σωτηροπούλου· σήμερον ἁπλῶς πρόκειται νὰ παραβάλωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην μὲ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλετε εἰς τὰ ποίμνια καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ λοιπὰς τάξεις. Ἂν ἤκουον τὸν Κύριον Χατζίσκον νὰ ἐπρότεινε μίαν ἀντιπαράθεσιν, ὡς ἐπλησίασε κατά τι ὁ Κ. Ζῶτος, εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν φόρων, ἤθελον εὐχαριστηθῆ εἰς τὴν ἐν λόγῳ πρότασιν νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν ἢ ν’ ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα αὐτό· ἀλλὰ, Κύριοι, ὅσοι ἐλάλησαν ἐχωρίσθησαν· ἓν μέρος αὐτῶν ἀξιοῦσιν, ὅτι ἠγόρευσαν κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἐγγείου φόρου, ἕτερον μέρος, ὅτι ἀντεπροσώπει τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ οὕτω πως διῄρουν τὰ κοινοβουλευτικὰ καθήκοντα· διότι εἶναι παραγνώρισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθήκοντος νὰ ἔρχεται ἕνας βουλευτὴς καὶ νὰ λέγῃ στεντωρίᾳ τῇ φωνῇ «ἀντιπροσωπεύω τὴν γεωργικὴν τάξιν,» διότι ἡ πατρίς μου εἶναι χώρα γεωργική.
§95ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐφέρατε τοιούτους χωρισμοὺς καὶ διακρίσεις.
§96ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν ἀντιπαράθεσιν τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου μὲ τὴν τοῦ ἐγγείου.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ Χατζίσκου· αὐτὸς εἶναι σύμφωνος καθόσον ἀφορᾷ τὸν ποιμνιακὸν φόρον.
§98ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἐναντίον αὐτοῦ· ὁ Κ. Χατζίσκος ἐψήφισε τὸ 30%, καὶ τὸ 30% τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου εἶναι ἀνώτερον τοῦ 8%. (θόρυβος). Εἶναι ψεῦδος καὶ ψεῦδος προφανὲς νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ γεωργοὶ δὲν εἶναι ἐπιβεβαρυμένοι. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ τάξις αὕτη μᾶλλον τῶν ἄλλων φορολογεῖται (θόρυβος). Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἓν ποσὸν ποιμνίων ἵνα παραβάλητε τὸν φόρον, ἵνα ἔλθητε εἰς τὰ πράγματα, καὶ νὰ μὴ λέγετε ἀδιακόπως, ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ γεωργικὴ τάξις!
§99ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἠξεύρει οὔτε τὶ παράγει τὸ ποίμνιον, οὔτε (θόρυβος).
§100ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Εἰς 500 πρόβατα θὰ πληρώσῃ ὁ ποιμὴν 200 δραχμὰς, ἔρχεται 20%.......
§101ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὴν ἀξίαν τοῦ ζώου λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἢ τὸ εἰσόδημα;
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἀπὸ τοῦ βήματος δύνασθε νὰ ἐπανορθώσητε τὸν ἀγορεύοντα.
§103ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν τὸ κάμνω ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ διακόψω τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀγορεύοντος, ἀλλὰ μόνον ἵνα εὐκολύνω αὐτὴν, ὅπως μὴ παρατείνωνται αἱ συζητήσεις.
§104ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πέρνετε 40 λεπτὰ εἰς τὸ πρόβατον, 40% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ζώου.
§105ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Λοιπὸν ἡ ἀξία τοῦ ζώου εἶναι μία δραχμή;
§106ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ μίαν δραχμὴν πέρνετε 40 λεπτά. Τὰ 40 λεπτὰ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὰ 8%.
§107ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος.
§108ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Ζώτου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἓν στρέμμα γῆς καλῆς ποιότητος θὰ παράξῃ 10 κοιλὰ σίτου· τὰ 10 κοιλὰ ἵνα καθαρισθοῦν εἰς τὸ ἁλώνιον χρειάζεται μία ἐργασία, ὅταν θὰ τὸ καλλιεργήσῃ, ἄλλη, ἑτέρα ὅταν θὰ τὸ σπείρῃ, ἑτέρα ὅταν θὰ τὸ θερίσῃ, δηλ. ἀπαιτοῦνται 4 ἡμεροδούλια. Τὰ 4 ἡμεροδούλια θὰ τὰ βάλετε πρὸς 4 δραχμὰς, γίνονται 16· ἑπομένως 16 δραχμὰς πρόκειται νὰ ἐξοδεύσῃ ὁ γεωργὸς ἵνα τοῦ φορολογήσητε εἰς 10 κοιλὰ σίτου ἕνα. Πρέπει, Κύριοι, νὰ μάθετε, ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸ 10% τὸ ἀνέχονται οἱ γεωργοί· μόνον ὁ φόρος τῶν ποιμνίων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοὺς φαίνεται βαρύς. Τί ἐπικαλεῖσθε σήμερον τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως; Καὶ ἐγὼ ἤμην πληρεξούσιος· τότε ἐνομίσαμεν, ὅτι κακῶς θὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν λαὸν ἂν καταβιβάσωμεν τοὺς φόρους· ἐφώναξαν πολλοὶ, ὁ Κ. Καλλιγᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἔκπτωσις τεσσάρων ἑκατομμυρίων (θόρυβος). Εἰς τοὺς γεωργοὺς, Κύριοι, εἰς τὰς 80 δραχμὰς τοὺς πέρνετε 10, ἐνῷ ἀπὸ τὰς 100 τοῦ ποιμνίου πέρνετε 40 (θόρυβος). Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§109Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἀναπτυχθέντων παρὰ τοῦ Κυρίου Γόντικα οὐδὲν ἄλλο κατέστη γνωστὸν, ἢ ὅτι ὁ φόρος τῶν ζώων ὡς τὸν ὑπολογίζομεν εἶναι βαρὺς, καὶ φοβεῖται μὴ οἱ ἀγροὶ ἐξαναστῶσιν ἐναντίον τῶν ζώων, ἢ τὰ ζῶα ἐναντίον τῶν ἀγρῶν. Ἔκαμε λογαριασμούς τινας, ἀλλ’ οἱ λογαριασμοί του δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν καὶ ἰσχύουσαν ἀριθμητικὴν, καὶ ὀλίγοι ἦταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ καταντήσωσιν εἰς ἀποτελέσματα. Σᾶς εἶπεν, ὁ Καλλιγᾶς εἶπε τοῦτο, ἐκεῖνο, ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπὶ τέλους σᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ὁ φόρος ὁ ποιμνιακὸς εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπαχθής; Οὔτε πρόκειται περὶ τούτου. Εἶπον, ὅτι εἶναι ἐπαχθὴς ὁ φόρος αὐτὸς, διότι ἐπιβαρύνει τὸν γεωργὸν, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ὁ καταμερισμὸς τῶν ἔργων εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὁ ποιμὴν νὰ μὴ εἶναι γεωργός· ὁ αὐτὸς εἶναι καὶ ποιμὴν καὶ γεωργὸς, καὶ σπάνιον παράδειγμα εἶναι νὰ εἶναί τις μόνον γεωργὸς καὶ οὐχὶ ποιμὴν (θόρυβος). Ἐγὼ, Κύριοι, οὐ μόνον θεωρῶ ἐπαχθῆ τὸν φόρον τῶν ζώων, ἀλλὰ τὸν θεωρῶ καὶ παράλογον· εἶναι φόρος τῶν Ἀσιανῶν ἐθνῶν, τὰ ζῶα καὶ οἱ δοῦλοι δὲν φορολογοῦνται. Ἔρχονται ὅμως καὶ μᾶς λέγουν, ἐζητήσατε δικαστήρια, ἑπομένως αὔξησιν ἐξόδων, καὶ ἐν τούτοις ζητεῖτε ἐλάττωσιν φόρων. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπωμέν τι περὶ τούτου, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶσθε ἀκατάπειστοι. Ἐζητήσαμεν τὴν οἰκονομίαν, τὴν καλὴν διοίκησιν, δὲν ἐζητήσαμεν αὔξησιν φόρων, διότι τὸ δημόσιον θὰ προκαταβάλῃ κεφάλαια, ἀλλὰ ταῦτα θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου, ἀπὸ τῆς οἰκονομίας τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων· ἄλλως, ὅταν θέλωμεν νὰ διαστρέψωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν λογικὴν, ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν νὰ λέγωμεν ἀνυπόφορα ψεύδη.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μιχαλόπουλε, ἐπιμένετε νὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς;
§111ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα διαμαρτύρησιν κατὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ. Νὰ ἐννοούμεθα, εἶμαι κατὰ τῆς αὐξήσεως.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§113ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν διαμαρτύρησίν μου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§115ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτὸ, Κ. Πρόεδρε. Ἂν ἔχῃ ἰδίαν του τροπολογίαν, πρέπει νὰ τὴν φέρῃ, ἄλλως τοιοῦτον ζήτημα δὲν δύνασθε νὰ θέσετε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένει....
§117ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν ἐπιμένει παρὰ λέγει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ τοῦ τὸ ἀμφισβητήσητε, εἶναι δικαίωμά του.
§118ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑπείκω βέβαια εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ὑποβάλετε εἰς τὴν θέλησίν σας· διαμαρτύρομαι· σᾶς εἶπον, θέλω νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ διαμαρτύρησίς μου αὕτη· ἂν καὶ τοῦτο μοὶ ἀρνῆσθε, διαμαρτύρομαι καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς δευτέρας ἀποφάσεως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Μιχαλοπούλου, νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὰ ἄρθρα. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Κυριακός. «Ἄρθρον 2. Οἱ δι’ ἐνοικιάσεως διατιθέμενοι ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας προσδιορίζονται· ά) Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν ἔγγειος φόρος 8%· δικαίωμα ἐπικαρπίας 15%.» Ἔχομεν καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Δημητριάδου. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, § ά. ἀντὶ τῶν 8% νὰ ὁρισθῇ 6% ἔγγειος φόρος.»
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐννοοῦμεν μὲ τὰ 8%, ὅτι ἐξ αὐτῶν τὸ ἓν θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Λοιπὸν 7.
§121ΖΩΤΟΣ. Πολὺ καλὰ, 6 καὶ 1, 7.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δημητριάδου, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ὁ ἔγγειος ἀπὸ 8 εἰς 6% μετὰ τοῦ 1=7. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. «§ Ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου 10%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν ὅσαι χρησιμεύουσιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δήμους ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν ἐλαιοτριβεῖα, λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν. Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ἐλαιῶν. «Ὅταν ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἔγγειος φόρος εἰσπράττεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ὁρίζεται οὗτος εἰς λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν». Τροπολογία τοῦ Κ. Κρεμέζη (ἀναγινώσκει). «Ἀντὶ τῶν 10% νὰ ὁρισθῇ 8% ὁμοιομόρφως μὲ τοὺς λοιποὺς φόρους». Τοῦ Κ. Ἀλεξίου (ἀναγινώσκει). «Ἡ βʹ. § τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νομοσχεδίου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· Ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου 8%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν ὅσαι χρησιμεύουσιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δῆμον, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν ἐλαιοτριβεῖα ἢ δὲν εὐχαριστεῖται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ τὰς ἐκθλίψῃ, ἐὰν μὲν ὦσιν ἄωροι (πράσιναι) ἢ ὥριμοι (μαῦρα) καὶ ἄνευ ἅλατος, πρὸς λεπτὰ 2 τὴν ὀκὰν, ἐὰν δὲ ἁλατισμέναι ἢ τεταριχευμέναι, πρὸς λεπ. 3 τὴν ὀκᾶν, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ φόρος θέλει ἀποδίδοσθαι ὅταν ἐξάγωνται καὶ μεταφέρωνται ἀλλαχοῦ».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ....
§124ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν, ποῦ στηριζόμενος παρεδέχθη αὐτὴν τὴν ἀνισότητα, ἀφοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι ἡ ἰσότης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ; Εἰς μὲν τὴν ἐλαίαν 10%, εἰς δὲ τὰ ἄλλα 8, νομίζω ὅτι εἶναι ἀδικία αὐτὴ προφανεστάτη.
§125ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μακρὰ πεῖρα, Κύριοι, ἡ ὁποία εἶχε κανονίσει τοὺς φόρους, εἶχεν ἀποδείξει ποῖος ἦτον ὁ κατ’ ἀναλογίαν ἴσος φόρος τοῦ ἐλαίου πρὸς τοὺς ἄλλους δημητριακοὺς καρπούς· διὰ τοῦτο, βλέπετε, ἀείποτε ὁ αὐτὸς φόρος ἐπικρατεῖ, 10% οἱ ἔγγειοι φόροι, 10 οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, 10 καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, αἵτινες ἦσαν τῆς βίας καὶ οὐχὶ τῆς ὡρίμου σκέψεως, αἱ μὲν ἔφερον εἰς ἐλάττωσιν, κατωτέραν, αἱ δὲ ἄφησαν ἐλάττωσιν ὀλιγωτέραν. Προκειμένου σήμερον νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν παραδεχθεῖσαν αὐτὴν ἐλάττωσιν, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἴσον, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματός μας καὶ τὸ δίκαιον· οὐδεὶς λόγος ὑποστηρίζει καὶ δικαιολογεῖ τὴν ἀνισότητα. Τὸ ἴσον, τὸ ὁποῖον προτείνω ἐγὼ, τὸ ὑποστηρίζει πολυχρόνιος τάξις πραγμάτων. Δὲν θέλω τώρα νὰ ἔλθω εἰς τὰς παραστάσεις πόσον καταθλιπτικὴ εἶναι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη φορολογία· διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σήμερον λέγω ἔπρεπε νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μᾶλλον εἰς τὸν καιρὸν τῶν ἐξόδων. Σήμερον λοιπὸν, ἐρχόμενοι βέβαια πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἐξόδων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀναλογίαν τὰ μέσα, ἅτινα ἠμποροῦν νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων, ὅσα ἐψηφίσαμεν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑπερβολικοῦ ἢ μετρίου, πρόκειται περὶ τοῦ ἴσου. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔλαιον θὰ φορολογηθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καθὼς καὶ οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, 8%· πᾶσα ἄλλη φορολογία πλέον αὐτῶν εἶναι ἐπιβαρυντικὴ, ἄδικος, ἐναντίον τῆς ἰσότητος.
§126ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι, πολλάκις ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοὐλάχιστον ἐγὼ τὸ ἤκουσα, ὅτι ὠφείλομεν νὰ εἴχομεν ἐπιστήσει τὴν προσοχήν μας, ὅταν ἐσυζητήσαμεν τὰ ἔξοδα· καὶ σήμερον, ἀφοῦ τότε παρεδέχθημεν δαπάνας περισσοτέρας ἀπὸ τὰς ἀναγκαιούσας, ὀφείλομεν, λέγουν, νὰ ἀκολουθήσωμεν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὑποβάλλει καὶ μᾶς ζητεῖ.
§127ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§128ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὸ εἶπον ἄλλοι. Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω κἀμμίαν μομφὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἴσως, ὅτε ἐψηφίσαμεν, ἦτο καὶ τοῦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰπῇ τοῦτο, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ ἤδη, ὅτε συζητοῦμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους· διότι ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξισώσωμεν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα· ἀλλ’ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐσόδων εἶναι τοιοῦτος, δὲν ἐννοῶ διατί σήμερον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν πάντα νόμον φορολογικὸν, καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 28,000,000 δραχ. διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης φορολογίας, προκειμένου νὰ φορολογήσωμεν τὰς ἐλαίας· αὐτὸ τὸ ὁποῖον στηρίζουσιν εἰς τὴν ἰσότητα, αὐτὸ δὲν ἁρμόζει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου δύναται νὰ εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων· διότι ἡ δαπάνη διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν λοιπῶν προϊόντων εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρὰ τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου. Σᾶς ἐξέθεσαν καὶ ἄλλοι πρὸ ὀλίγου ποῖα τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται (θόρυβος). Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῶν φόρων τῶν προϊόντων, ὅτι φορολογοῦνται μεγάλα κεφάλαια ἐργασίας, καὶ μολαταῦτα ἐβάλαμεν 7% καὶ 1, 8. Ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐκ τῶν ἐλαιῶν εἶναι 50%, ἐνῷ ἐπὶ τῆς γεωργίας δὲν εἶναι παρὰ μόνον 40%. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου· ἐπιμένω εἰς τὸ 10%.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ προλαλήσας ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐν γένει. Τῷ ὄντι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀνισότης, ἀλλὰ πραγματικῶς διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς φορολογίας προσεγγίζομεν εἰς τὴν ἰσότητα· καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν κτήματα, ἅτινα ἀπαιτοῦν πολλὰς δαπάνας, εἶναι ἄλλα κτήματα, ἅτινα δὲν ἀπαιτοῦν τὰς αὐτὰς δαπάνας· εἶναι πραγματικῶς μεγάλη ἀνισότης. Ἡ πρόσοδος τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν εἶναι παρὰ προϊὸν ἐργασίας, ἐν ᾧ ἐπὶ τῶν ἄλλων, βέβαια, καὶ εἰς ἐκεῖνα χρειάζεται ἐργατία, ἀλλὰ εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς δὲν εἶναι παρὰ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας τοῦ γεωργοῦ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Τὸ θεωρῶ λοιπὸν περιπλέον νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω καρπῶν, τοσοῦτον περισσότερον, καθόσον καὶ προηγουμένως ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διαφορά. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρότερον εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ὁ φόρος ἠλαττώθη εἰς 9%, ἐνῷ τῶν ἄλλων ἔμεινε 10. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος; διότι ἐφορολογεῖτο τοῦ γεωργοῦ ἀκριβὰ καὶ ὁ σπόρος, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα τὰ κτήματα δὲν ὑποβάλλεται εἰς αὐτὴν τὴν δαπάνην. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ τοῦ 59 ἢ 58, νομίζω, ἠλάττωσε τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ 10 εἰς 9.
§130ΤΙΝΕΣ. Τοῦ 61.
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα, τοῦ 61. Ὁ προλαλήσας Κ. Κατσίνας ἔκαμε παρατήρησίν τινα, ἥτις δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἶναι 28,000,000, ἐνῷ τῶν ἐσόδων εἶναι 31,000,000. Τῷ ὄντι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀλλ’ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, ὅτι ἔξοδα ἐπίσης θεωροῦνται καὶ τὰ ὀφειλόμενα 21,000,000. Καὶ ἂν ἠθέλαμεν νὰ συντάξωμεν προϋπολογισμὸν ὅπως ἔπρεπε, ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα δὲν πληρόνονται ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Λοιπὸν τὰ 2 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα πλεονάζουσι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τόκον ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας. Δὲν δύναται, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν μου λέγω, νὰ βασισθῇ κανεὶς ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, καθόσον παρ’ ἡμῖν μᾶλλον ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου παρακολουθεῖ τὴν πρόσοδον τοῦ ἰδιώτου· ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ἰδίως εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, εἶναι πάντοτε σταθερὰ ἡ πρόσοδος, εἰς ἡμᾶς δὲν ἀκολουθεῖ τοῦτο. Ἂν εἶναι εὐφορία, ὠφελοῦνται οἱ ἰδιῶται, ὠφελεῖται καὶ τὸ δημόσιον· ἂν δὲν εἶναι εὐφορία, ἡ ἔλλειψις τῆς προσόδου εἰς τοὺς ἰδιώτας εἶναι ἔλλειψις καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπίσης. Ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πάρωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς ὡς ἀποτέλεσμα ἀλανθάστου σκέψεως· καὶ ἰδέτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866. Ἰδέτε· ὁ Κ. Χρηστίδης εἰς τὴν ἔκθεσίν του, συντάττων τὸν Ἰούλιον, εἰς τὰ μέσα δηλ. τοῦ ἔτους, τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρέθη ἠπατημένος. Θέλετε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ προΐδωμεν ἀπὸ τοῦδε ἂν ἡ εὐφορία θὰ εἶναι καλὴ καὶ τόσα ἄλλα περιστατικὰ ἅτινα δύνανται νὰ λάβουν χώραν;
§132ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ἐπαραξενεύθην τόσον μὲ τὸν Κ. Κατσίναν, διότι δὲν γνωρίζει ἀπὸ ἐλαιόδενδρα, ὅσον μὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅστις ἔχει ἀγοράσει τοιαῦτα. Κύριοι, ἀφίνω ὅτι ἐγὼ ἠγόρασα καὶ γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἐπειδὴ ἠγόρασε πολλὰ, ἔχει τὸν λογαριασμόν του πόσον ἐξώδευσε. Θέλομεν λοιπὸν νὰ δώσωμεν φόρον κατὰ στρέμμα ἀμφότεροι. Ἠγόρασα, κύριοι, ἓν τεμάχιον γῆς, ὅπερ φέρει 60 ἐλαιόδενδρα, ἔχει δὲ περιφέρειαν 4 στρεμ. ἐξώδευσα εἰς καλλιέργειαν 350 δρ., ἠγόρασα δὲ τὰ ἐλαιόδενδρα 5,000 δρ. Ἰδοὺ ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς ἀγορᾶς ἐδῶ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ τοῦ γεωργοῦ. Ἐκαλλιέργησα λοιπὸν καὶ ἐξώδευσα 350· ὁ γεωργὸς θέλει 4 κοιλὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν πρὸς 5 δρ. 20 δρ. Προσέτι θέλει 70 ἢ καὶ 80 ὀκάδας σιτάρι· θὰ καταθέσῃ λοιπὸν ὁ γεωργὸς κεφάλαιον 42 δρ. ἐνῷ ἐγὼ διὰ νὰ καλλιεργήσω τὰ 4 στρέμματα κατέθεσα 350. Ἐκτὸς αὐτοῦ, κύριοι, ἡ συλλογὴ τοῦ ἐλαιοκάρπου εἶναι δαπανηροτάτη· διὰ νὰ συλλέξῃ τις ἓν κοιλὸν, ἀπαιτεῖται νὰ ἐξοδεύσῃ μίαν δρ. εἰς τρόπον ὥστε τὰ ⅔ τῶν ἐλαιῶν χάνονται. Διὰ ταῦτα ἐπιμένω νὰ καταβιβασθῇ ὁ φόρος εἰς 8%, διότι ὁ γεωργὸς λαμβάνει περισσότερα παρὰ ὁ ἐλαιοκτηματίας. Ἐκτὸς δὲ τούτου προτείνω νὰ καταβιβασθῇ εἰς 2 λεπτὰ ὁ φόρος ἑκάστης ὀκᾶς βρωσίμων ἐλαιῶν.
§133ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ἐλαιῶν, καθόσον ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἄδικος, ἐπειδὴ τὰ ἐλαιόδενδρα ἀπαιτοῦν ἐπίσης μεγίστην δαπάνην εἰς τὴν καλλιέργειάν των καὶ ἴσην μὲ τὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἐλαιόδενδρα δὲν παράγουν, καί τοι καλλιεργούμενα κατ’ ἔτος. Δὲν θεωρῶ δὲ ὅτι ὅ,τι ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς εἶπεν εἶναι ἀληθὲς· ὅ,τι δηλ. ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε τότε τὸ ἀπεφάσισεν ἐξ ἀπερισκεψίας· φρονῶ μάλιστα ὅτι ὅ,τι τότε ἀπεφασίσθη, ἀπεφασίσθη ὕστερον ἀπὸ μεγάλας σκέψεις, καὶ διότι δὲν ἐβιάζετο, ἐν ᾧ σήμερον ἡ αὔξησις τῶν φόρων γίνεται μᾶλλον ἀπὸ τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων εἰς ἃς εὑρισκόμεθα· τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς ὀρθὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαντλήσωμεν τοσοῦτον τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὥστε νὰ τοὺς ἀδικήσωμεν εἰς τοσοῦτον βαθμόν. Διὰ τούτους τοὺς λόγους παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ μὴν ἐπιμείνῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἀλλὰ νὰ μετριασθῇ εἰς 8% ὁ φόρος.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθ’ ὃ ἀπωτέρα ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἀλεξίου, τίθεται ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Θέλετε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν καὶ ἐκ δευτέρου; Ἀναγινώσκεται καὶ ἐκ δευτέρου (ἀνεγνώσθη.) Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι.....
§135ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Νὰ διαιρεθῇ· πρῶτον νὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ ἐλαίου καὶ ὕστερον διὰ τὰς ἐλαίας.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὁ φόρος νὰ ὁρισθῇ ἀντὶ πρὸς 10% πρὸς 8% παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλαίου εἰς 8% νὰ ἐγερθῶσι (πάλιν τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§137ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§138ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Τί διάκρισιν ἐκάματε;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἐπειδὴ ἐπιμένουν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θὰ ἐρωτήσω δι’ αὐτῆς.
§140ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ ἑνώσωμεν καὶ τὴν πρότασιν περὶ σταφιδοκαρποῦ.
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἑνώσωμεν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν εἰς 8% τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λέγουσι ναί, καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§143ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ὁ φόρος τῆς σταφίδος.
§144ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὐτό. Ἐγένετο ἡ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Καΐρη καὶ.....
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη διὰ ψήφων 78 κατὰ 28 τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Ἀλεξίου, ἐπιμένει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰς ἐλαίας;
§146ΑΛΕΞΙΟΥ. Ὁ ὑπουργός ἐπιμένει.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπιμένει· ἐρωτῶ τὸν Κ. Κρεμέζην καὶ τὸν Ἀλεξίου, ἐὰν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πρότασίν των.
§148ΑΛΕΞΙΟΥ. Τί λέγει ὁ ὑπουργός;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αἱ ἐλαῖαι νὰ πληρώνωσι 2 λεπτὰ ὅταν εἶναι ἀνάλατοι καὶ 3 λεπτὰ ὅταν εἶναι ἁλατισμέναι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. «Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων πρὸς 10%».
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης ὑπέβαλε τροπολογίαν, καθ’ ἣν προτείνει αἱ σταφιδάμπελοι αἱ ἐθνικοϊδιόκτητοι νὰ μὴ φορολογῶνται ὅπως μέχρι τοῦδε παρὰ νὰ φορολογῶνται κατὰ στρέμμα, ὅπως φορολογοῦνται αἱ ἄμπελοι· ἑπομένως νὰ διαγραφῇ ὁ παράγραφος αὐτὸς, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν, τότε παραδεχόμεθα αὐτόν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων συκοδένδρων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ 50 λεπτὰ ἕκαστον στατῆρα (καντάριον)».
§152ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπὶ τῆς ῥητίνης, κατράμης, ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασικῶν προϊόντων, πλὴν τοῦ πρινοκοκκίου, ἔγγειος φόρος 10%. Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐξ ἐθνικῶν δασῶν ἐξαγομένης ῥητίνης 15%. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν τιμὴν ταύτην.»
§154ΑΛΕΞΙΟΥ. Ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀντὶ 10% πρὸς 8%.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Ἀλεξίου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. «Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται εἰς 5%. ΣΤʹ. ἐπὶ τῶν μεταλλείων 5%, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων 10%, ἁπάντων δὲ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞʹ. νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται ὁ φόρος, κανονίζεται διὰ Β. Διατάγματος». Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας προτείνει ὅπως μὴ φορολογῶνται αἱ οἰκίαι, αἵτινες δὲν ἐνοικιάζονται· ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, παραδέχεται τὴν πρότασιν ταύτην; (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη. «Περὶ τῆς κατὰ δένδρον εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας. Ἄρθρον 3. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων μορεοδένδρων, τῶν συμπληρωσάντων τὸ 5 ἔτος τῆς ἡλικίας, ὁρίζεται εἰς λεπτὰ 5 κατὰ δένδρον».
§156ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Περὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων. Ἄρθρον 4. Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων κανονίζονται ἀναλόγως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίας προσόδου ὡς ἑξῆς....
§158ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Φόροι τῶν ἀμπέλων· κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία πρόσοδος τοῦ στρέμματος μέχρι τῶν δραχ. 10, ἔγγειος φόρος λεπτὰ 70 καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας λεπτὰ 70· ἀπὸ δραχμὰς 10 ἕως 20, ἔγγειος φόρος δραχμὴ 1 καὶ λεπτὰ 50, δικαίωμα ἐπικαρπίας δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 50· ἀπὸ δραχ. 21 ἕως 30, ἔγγειος φόρος δραχ. 2 καὶ λεπτὰ 50, δικαίωμα ἐπικαρπίας δρ. 2 καὶ λεπτὰ 50· ἀπὸ δραχμὰς 31 ἕως 40, ἔγγειος φόρος δραχ. 3 καὶ λεπτ. 50, δικαίωμα ἐπικαρπίας δραχ. 3 καὶ λεπτὰ 50· ἀπὸ 41 καὶ ἐπέκεινα, ἔγγειος φόρος δραχ. 4 καὶ λεπτὰ 50, δικαίωμα ἐπικαρπίας δραχ. 4 καὶ λεπτὰ 50.»
§160ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Περιβόλια ἔλαττον τῶν δραχ. 45, ἔγγειος φόρος δραχ. 3, δικαίωμα ἐπικαρπίας δραχ. 3. Ἀπὸ δραχ. 45 ἕως 74, ἔγγειος φόρος δραχ. 6, δικ. ἐπικαρ. δραχ. 6. Ἀπὸ δραχ. 75 ἕως 104 ἔγγειος φόρος δραχ. 9, δικ. ἐπικαρ. δραχ. 9 Ἀπὸ δραχ. 105 καὶ ἐπέκεινα ἐ. φ. 12, δικ. ἐπικ. δραχ. 12.»
§162ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἀμυγδαλέαι ἄνευ διακρίσεως ποιότητος, ἔγγειος φόρος δραχ. 2, δικαίωμα ἐπικαρπίας δραχ. 2.» Κύριε ὑπουργὲ, σᾶς γίνεται ἡ ἐρώτησις, πόσαι ἀμυγδαλέαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ στρέμμα, ὥστε νὰ φορολογηθῇ· καὶ ἐὰν 2 ἢ 3 ἀμυγδαλέαι ἢ καὶ 5 εὑρίσκωνται εἰς ἓν στρέμμα, πρέπει νὰ φορολογηθῇ;
§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε αὐταὶ αἱ ἀμυγδαλέαι κεῖνται σποράδην καὶ κατὰ τὸν πάγιον νόμον δὲν φορολογοῦνται.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Λαχανόκηποι, σικυῶνες, γεώμηλα, κρόμμυα καὶ σκόροδα ἔλαττον τῶν δραχ. 45, ἔγγειος φόρος δραχ. 2 καὶ λεπτὰ 40, δικ. ἐπικ. δραχ. 4 καὶ λεπ. 50. Ἀπὸ δραχ. 45 ἕως 64, ἔγγειος φόρος δραχ. 2 καὶ λεπ. 40, δικ. ἐπικ. δρ. 8 καὶ λεπ. 25. Ἀπὸ δραχ. 65 καὶ ἐπέκεινα, ἔγγειος φόρος δραχ. 6 καὶ λεπ. 40, δικ. ἐπικ. δραχ. 12»
§166ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. «Γρασίδια καὶ τριφύλλια ἔλαττον τῶν δραχ. 30, ἔγγειος φόρος δραχ. 1 καὶ λεπτὰ 60, δικ. ἐπικ. δραχ. 3. Ἀπὸ δρ. 30 καὶ ἐπέκεινα, ἔγ. φόρ. δραχ. 2 καὶ λεπ. 80, δικ. ἐπικ. δραχ. 8 καὶ λεπτὰ 25.»
§168ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. «Καπνὰ καὶ κοκκάρια ἔλαττον τῶν δραχ. 30, ἔγγ. φόρ. δρ. 2. δικ. ἐπικ. δραχ. 3 καὶ λ. 75. Ἀπὸ δραχ. 30 ἕως 49, ἔγγειος φόρος δραχ. 3 καὶ λεπτὰ 20, δικ. ἐπικ. δραχ. 6. Ἀπὸ δραχ. 50 ἕως 69, ἔγ. φόρος δραχ. 4 καὶ λεπ. 80, δικ. ἐπικ. δραχ. 9. Ἀπὸ δραχ. 70 καὶ ἐπέκεινα, ἔγγειος φόρος δραχ. 6 καὶ λεπτὰ 40, δικ. ἐπικ. δραχ. 12.» Ὁ κύριος Λαμπρυνίδης ἔχει τροποποίησιν. Ἀναγινώσκεται. Ἄρθρον 1. «Ὁ ἔγγειος φόρος τοῦ καπνοῦ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄργους καὶ Ναυπλίας ὁρίζεται εἰς λεπτὰ ἓξ κατ’ ὀκᾶν καὶ θέλει εἰσπράττεσθαι εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ κράτους κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν αὐτοῦ εἴτε διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἄρθρον 2. Καταργεῖται ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τοῦ ἐγγείου φόρου ὡς πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἐπαρχίας καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον.»
§170ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§171ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀκούω φωνάς τινας «δὲν παρεδέχθη»· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπετε τοῦτο πρὶν ἀκούσετε τοὺς λόγους· διότι οὕτω φερόμενοι, δεικνύετε ὅτι ἔρχεσθε ἐκ προκαταλήψεως νὰ ἀποῤῥίψετε μίαν πρότασιν. Κύριοι βουλευταὶ, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ σῶμα τοῦτο μίαν πρότασιν στηριζομένην εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν γεωργῶν· ἴσως κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην δὲν εἶχεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα, ἴσως δὲν εἶχε σχηματισθῆ τελεία πεποίθησις καὶ ἕνεκα τούτου εἰς ἐκείνην τὴν σύνοδον ἡ πρότασις δὲν παρεδέχθη· οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἔπαυσα ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἔχει δύω καλὰ ἀποτελέσματα, τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου καὶ τὸ ἰδιαίτερον μιᾶς τάξεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πάσχουσι πολυειδῶς. Δὲν ἀποθαῤῥύνομαι νὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς τὴν κρίσιν σας, θέλω ὅμως ἐν συντόμῳ ἀναπτύξει αὐτὴν, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀνέπτυξα ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι πιστεύω, ὅτι εἶναι εἰσέτι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοάς σας καὶ οἵτινες ὑπεστηρίχθησαν δι’ ἀριθμῶν.
§172Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἠκούσαμεν πέρυσι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβετε, καθόσον εἴπατε, ὅτι μένουν εἰσέτι ἔναυλοι οἱ λόγοι εἰς τὰς ἀκοάς μας.
§173ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὁ καπνὸς τῶν δύω τούτων ἐπαρχιῶν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν καταναλίσκεται ἐντὸς τοῦ τόπου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Δημητριάδου, ὅστις ἔχει τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἐξοδεύεται ἓν φύλλον καπνοῦ εἰς τὸν τόπον· ὥστε κατ’ ἀνάγκην, βλέπετε, αὐτὸ τὸ προϊὸν ἐξέρχεται, καὶ ἠξεύρετε εἰς ποίαν τιμὴν; 50 καὶ 60 λεπτὰ τὸ πολύ. Δὲν σᾶς λέγω ψεῦδος, ἐὰν σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπωλήθη ἐφέτος καπνὸς 25 λεπτὰ ἡ ὀκὰ, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐζητήθη ἐξωτερικῶς· διότι ὁ καπνὸς οὗτος μόνον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καταναλίσκεται καὶ εἶναι γεγονὸς, ὅτι ὁ καπνὸς αὐτὸς δὲν καταναλίσκεται εἰς τὸν τόπον. Πιστεύω, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο θέλει παραδεχθῆ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ὄχι μόνον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικὸν ἀπὸ τόπον εἰς τόπον (ἀνησυχία). Λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν ἀγαπᾶτε νὰ ἀκούσετε, καλά. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἐνεργηθῇ ἄλλως πως ἡ φορολογία αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, διότι εἰς τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν πιέζεται πολὺ ὁ φορολογούμενος· διότι, ἐνῷ ἐξοδεύει πολλὰ εἰς ἓν στρέμμα καὶ οὔτε 30 ὀκάδας ἀπολαμβάνει, τὸν ὑποβάλλετε εἰς μίαν φορολογίαν 5 δραχμῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλάκις συμβαίνει νὰ πωλήσῃ ὅλον τὸ προϊὸν διὰ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Τελευταῖον τὸ λέγω μὲ τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα, ὅτι θέλετε παραδεχθῆ αὐτὴν τὴν πρότασιν ὡς συμφέρουσαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ σᾶς δίδω τὸν λόγον μου, ὅτι ἐὰν ὡς ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς φορολογίας ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, νὰ πληρώσω ἐγὼ ὁ ἴδιος.
§174Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Λαμπρυνίδης ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν μου, ὁμολογῶ, ὅτι τὰ καπνὰ τοῦ Ἄργους δὲν καταναλίσκονται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, διότι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν καὶ τὴν γεῦσιν τῶν ἄλλων καπνῶν, καὶ ὅτι 20 καὶ 25 λεπτὰ πολλάκις πωλεῖται ἡ ὀκὰ, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Τὰ καπνὰ αὐτὰ πηγαίνουν εἰς τὴν Μάλταν καὶ εἰς ἄλλα μέρη καὶ ἐκεῖ τὰ κάμνουν ποῦρα. Λοιπὸν, ἐὰν φορολογηθῇ εἰς τὸ τελωνεῖον, τοῦτο εἶναι ὠφελιμώτερον καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους εἶναι δίκαιον καὶ ἔργον φιλανθρωπίας νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὴν καταπίεσιν τῶν ἐκτιμητῶν καὶ τόσων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι συχνάκις τοὺς ἐπισκέπτονται καὶ τοὺς ἐπιβαρύνουσι.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐπείσθητε ἢ ἐπιμένετε;
§176ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον περὶ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας καὶ θέλετε τώρα νὰ εἴπω τὸ ἐναντίον; Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, πρέπει νὰ παραδεχθῇ οὕτω καὶ κάθε ἄλλο προϊὸν. Ἐὰν φορολογῆται ἡ σταφὶς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, τοῦτο γίνεται διότι δὲν καταναλίσκεται εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ὁ καπνὸς καταναλίσκεται.
§177Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ πίῃ ἀπ’ αὐτόν.
§178ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἀφίνω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λαμπρυνίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Δὲν παρεδέχθη. «Βαμβάκια ἔλαττον τῶν δρ. 20, δικ. ἐπικαρπίας λεπτὰ 90. Ἀπὸ δρ. 20 ἕως 29, δικ. ἐπικ. δραχ. 1 καὶ λεπ. 80. Ἀπὸ δραχ. 30 ἕως 39, δικ. ἐπικ. δραχ. 2 καὶ λεπ. 70. Ἀπὸ δραχ. 40 καὶ ἐπέκεινα δικ. ἐπικ. δρ. 3 καὶ λεπτὰ 60.»
§180ΖΩΤΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ περυσινὸς φόρος εἶναι, κύριε ὑπουργὲ, ἢ ἐφέρατε ἄλλον;
§181ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἴδιος.
§182ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§184ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κυπριάδου τοῦ νὰ φορολογῶνται κατὰ στρέμμα αἱ ἐθνικοϊδιόκτητοι ἄμπελοι, πρέπει νὰ κάμωμεν κατάστρωσιν. «Σταφιδάμπελοι μέχρι 200 λιτρῶν δραχ. 2. Ἀπὸ 201 ἕως 300, δρ. 4. Ἀπὸ 301 ἕως 500, κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 6. Ἀπὸ 501 ἕως 700, δραχ. 8. Καὶ ἀπὸ 700 καὶ ἐπέκεινα δραχ. 10.»
§185Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πῶς κανονίζετε τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων;
§186ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 700 λίτραι μᾶς κάμνουν 100 δραχ. Ἄρα 10%.
§187ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ φέρετε προτήτερα μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§188ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχεται.
§189ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τοῦτο, ἂν εἰς χρήματα πρέπει νὰ δίδεται ὁ φόρος ἢ εἰς εἶδος. Ἐγὼ ἀντιτείνω εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. βουλευτοῦ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας· τότε μόνον ἠμπορῶ νὰ συναινέσω, ὅταν ἐξαιρεθῇ ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας. Ἰδοὺ δὲ διατί· διότι τὸ νὰ πληρώσουν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας 15 δραχμὰς δι’ ἑκάστην χιλιάδα φόρον ἐπικαρπίας καὶ 12 διὰ φόρον ἔγγειον, τὸ ὅλον 30, δὲν τοὺς συμφέρει νὰ καλλιεργοῦν· ὅπως μέχρι τοῦδε ἐφορολογοῦντο, ἀπέδιδον εἰς εἶδος, καὶ αὐτὸ ἦτο βάρος, ἀλλ’ ὑποφερτὸν, διότι ἐφορολογοῦντο 10 δραχ. τὴν χιλιάδα δι’ ἔγγειον φόρον. Μολοντοῦτο εἶναι εὐχαριστημένοι νὰ πληρόνουν καὶ τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας νὰ τὸν ἀποδίδουν εἰς εἶδος, καὶ τὸ δημόσιον ἂς ἐνοικιάζῃ ὅπως ἕως τώρα τὴν ἐπικαρπίαν. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἔχουν ἀποθήκας, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον θὰ τὰς ἔχῃ ὑπεγγύους. Ὁ φόρος εἰς χρήματα καὶ κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων εἶναι ὀλέθριον πρᾶγμα, καὶ μάλιστα ἂν προσδιορισθῇ εἰς δραχμὰς 15, ὡς προτείνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Κ. βουλευτὴς, διότι τότε ἀναβιβάζεται μὲ τὸν ἔγγειον φόρον εἰς δραχ. 30. Προσθέσατε τὰ λιμενικὰ, τὰ ἔξοδα, τὰ ἀγώγια μεταφορᾶς κτλ. καὶ βλέπετε τὸ ναυάγιον τῶν κτηματιῶν. Διὰ ταῦτα προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν.
§190ΤΙΝΕΣ. Θὰ καταπιέζουν οἱ ἐνοικιασταί.
§191ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ τότε προτείνω ἄλλο. Τὸ σύστημα πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως εἶχε μέχρι τοῦδε, δηλ. ὁ φόρος τῆς ἐπικαρπίας νὰ δίδεται εἰς εἶδος· ἂν θέλετε σεῖς διὰ τὰς ἰδικάς σας ἐπαρχίας, κάμετε ἐξαίρεσιν δι’ αὐτάς· ἡμεῖς μένομεν εὐχαριστημένοι, ὅπως μέχρι τοῦδε, νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς εἶδος ἀντὶ εἰς χρήματα· ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας Ἠλείας, Ὀλυμπίας, Καλαμῶν, Τριφυλίας, Μεσολογγίου καὶ Ναυπάκτου, ὁ σταφιδοκαρπὸς πωλεῖται πρὸς 100 δραχ. τὴν χιλιάδα, καὶ ἐνίοτε πρὸς 50· εἶναι δίκαιον λοιπὸν τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ ἀπαραλλάκτως τὸν φόρον ὅπως καὶ διὰ τὴν Κορινθίαν, Πάτρας, Αἴγιον, ὅπου ὁ σταφιδοκαρπὸς πωλεῖται πρὸς 240 καὶ 300 δραχ. τὴν χιλιάδα;
§192ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§193ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο, δὲν εἶναι ἀληθές· ἀλλ’ εἰς τὰς Πάτρας ὑπάρχουν μερικαὶ θέσεις, αἱ ὁποῖαι παράγουν μίαν χιλιάδα κατὰ στρέμμα· τοῦτο εἶναι καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ κατὰ γενικὸν λόγον ἕκαστον στρέμμα παράγει περὶ τὰς 300 λίτρας· αἱ λοιπαὶ περιστάσεις εἶναι ἐξαιρέσεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἐπιμένουν οἱ προαγορεύσαντες βουλευταὶ Πατρῶν καὶ Κορινθίας καὶ Αἰγίου. Ἀλλ’ ἐὰν παράγῃ ἡ Ἠλεία πλειότερον καρπὸν κατὰ στρέμμα, πληρόνει σκάμμα περισσότερον· ἐὰν ἡ Ἠλεία παράγῃ 2000 λίτρας κατὰ στρέμμα, πληρόνει 10 καὶ 10–20 δραχ. κατὰ στρέμμα, ἐνῷ ἀλλαχοῦ παράγουν μὲν ὀλιγώτερον, ἀλλὰ καὶ πληρόνουν ὀλιγώτερον.
§194Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀντιλέγω (θόρυβος),
§195ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου.
§196Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§197ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο· πρέπει νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ ζήτημα τοῦ ἐγγείου φόρου, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἀναφέρω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, ὁ ἔγγειος φόρος 10 δραχ. τὴν χιλιάδα, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους σταφιδαμπέλους.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Στεφανοπούλου ἔχει οὕτως· «Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκαρποῦ τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Ὀλυμπίας, Γόρτυνος, Τριφυλίας, Πύλου, Καλαμῶν, Μεσολογγίου καὶ Ναυπάκτου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 10 δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν.»
§199ΤΙΝΕΣ. Εἶναι προνόμια αὐτά.
§200ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν δεχόμεθα κανὲν προνόμιον, δικαιοσύνην μόνον· ὁ μακαρίτης Ἀργυρόπουλος, ὅταν ἔκαμε τὸν πάγιον νόμον, ἐπωλοῦσαν ὅλοι ἀπὸ 50 τάλληρα τὴν σταφίδα, καὶ ἔβαλε 25 τάλληρα διὰ τὴν εὐκολίαν τοῦ λαοῦ. Διατί, Κύριοι, καθὼς τὸ σιτάρι πληρόνει κατὰ τὰς τρεχούσας τιμὰς, διατί νὰ μὴ πληρόνῃ καὶ ὁ σταφιδοκαρπὸς; 300 δραχ. πωλεῖ, 30 νὰ πληρόνῃ. Δότε μου ὀλίγον καιρὸν, ὅταν νομίζετε, ὅτι εἶναι παραμύθια, νὰ σᾶς εἴπω. Εἰς αὐτὰς αἱ ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ὁ Κ. βουλευτὴς ἐπανέλαβεν, ὅταν τοὺς κατοίκους ἡ Κυβέρνησις παρεκάλεσε νὰ προικοδοτηθοῦν, ἐπῆραν γαίας ἐπὶ συμβολαίῳ. Θὰ τοὺς κάμετε νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ θὰ κερδήσουν· τὸ συμβόλαιον ἦτο νὰ δίδουν χρήματα τόσον τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὁ νόμος περὶ προικοδοτήσεως λέγει, ἄν ποτε ἡ κυβέρνησις θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ποτὲ ἀπὸ 3% περισσότερον νὰ μὴ θέσῃ. Ὡς ἐν παραδείγματι σᾶς λέγω, ἐγὼ ἔχω 4000 δρ. γῆν ἠγορασμένην, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου· 5–6 ἔτη, ὡς ἠξεύρουν οἱ παλαιοὶ σταφιδοῦχοι, θὰ κάμουν διὰ νὰ δώσουν τοῦ ἐτησίου ἔτους τὰ ἔξοδα· θὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ 7, καὶ αὐτὰ τὰ ἔτη ἐπληρόναμεν καὶ τὸ 1%. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ σταφὶς αὐτὴ ἐκτιμᾶται πλέον τῶν 300 δραχ. μόνον μὲ τὸ 10% ἔχουν 30 δραχ. τόκον. Μᾶς φέρουν λοιπὸν ἐναντίον τῆς συνθήκης καὶ μᾶς βάζουν εἰς εἶδος. Ἡμεῖς ἔχομεν αἴτησιν θεραπείας, καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὰ κτήματά μας καὶ νὰ μᾶς ἀποζημιώσῃ. Ἐπεθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου νὰ συνεισφέρωμεν, ἀλλ’ ὅσον πωλοῦμεν· 60,000 σταφίδα ἔκαμα πέρυσι, καὶ ἤθελα δώσει 4,000 δραχ., ἤθελα δώσει διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν 4Χ9=360 δραχ., ἤθελα δώσει καὶ ἄλλας 120. Στοχασθῆτε ποία ἀδικία γίνεται, καὶ ὄχι νὰ παίζωμεν ὅταν συζητῶμεν.
§201ΤΙΝΕΣ. Ἡ Συνέλευσις τὰ ἔκαμε.
§202ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠμπορεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ κόψῃ ὅλους τοὺς ἄνδρας, εἶναι δίκαιον; Ἡ Συνέλευσις ἦτο προωρισμένη νὰ φέρῃ Βασιλέα καὶ νὰ συνθηκολογήσῃ μετ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὰ δικαστήρια θὰ κερδήσωμεν. Μολοντοῦτο ἐφέτος τί σᾶς ζητοῦμεν; 10% ἐθέσατε, τὸ δίδομεν· τί ζητεῖτε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι πωλοῦμεν; Ἕνας ὅστις πωλεῖ 300, νὰ πληρώσῃ 300 δραχ. ἐὰν 100, νὰ πληρώσῃ 100. Ἄλλως καθὼς γίνεται τὸ πρωτόκολλον τῶν σιτηρῶν κάθε 15θήμερον, νὰ γίνεται καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς σταφίδος. Ὅταν θέλετε, κύριοι, νὰ φανῆτε δίκαιοι......
§203Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§204ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ πληρώσῃ ἕκαστος ὅπως πωλεῖ· διατί λοιπὸν ἡμεῖς νὰ πληρόνωμεν 15%, καὶ οἱ ἄλλοι 10; Τὰ ἔχομεν ἀγορασμένα μὲ αἷμα, μὲ παράδες, ὄχι καθὼς μερικοὶ ἀπὸ σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἡρπάσατε τὰ παλαιὰ τοῦ Ἀλῆ ἀγᾶ καὶ Σαΐτ ἀγᾶ εἰς τὰς Πάτρας· καὶ τὰ ἠξεύρομεν καὶ μὴ μᾶς ἐνοχλεῖτε.
§205ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Νὰ τὰ λάβετε.
§206ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον· τὰ ἔχει ὁ μακαρίτης Συνοδινός.
§207ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (Θόρυβος).
§208ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διότι ἔχουν ἁμαρτίας τινὲς, πρέπει νὰ παιδευθῶμεν καὶ ἡμεῖς; Τί σᾶς ζητοῦμεν, κύριοι; Καθὼς εἰς τὰ σιτηρὰ κάμνεις τὸ πρωτόκολλον κάθε 15 ἡμέρας, κάμετε καὶ διὰ τὴν σταφίδα· ὅσον πωλήσωμεν τὸν Αὔγουστον, νὰ πληρώσωμεν· ἐννοῶ δι’ ὅλους, ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν μου, καὶ τοὺς Βοστιτσάνους καὶ τοὺς Γορτυνίους. Ἐλπίζω οἱ ἀδιάφοροι ἄνθρωποι, οἱ μὴ ἔχοντες συμφέρον, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἴπωσιν ὄχι. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ζητεῖ ἰσότητα φόρων· ἀλλ’ ἰσότης εἶναι αὐτή; νὰ πωλῶ 60 καὶ νὰ μοῦ ζητῇς 150; δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ δικαιοσύνην· ὅσον πωλεῖ ἕκαστος, τόσον νὰ πληρόνῃ.
§209ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε, ἂς τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 Μ. Μ.)