1867.03.30
1,593 rows · 13,040 words · 184 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
Τῆς 30 Μαρτίου 1867.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 1 παρὰ 25/60 Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κύριος Βαλασόπουλος προτείνει μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ φόρων ὁδοποιΐας.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου· (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἑτέραν ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου.— Ὁ βουλευτὴς Σινανιώτης ἔχει τροπολογίαν καὶ αὐτὸς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.— Θὰ τυπωθῶσιν. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουν νὰ ὑποβάλουν διάφορα νομοσχέδια.
§6ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν ἐργατῶν Σφραγιστηρίου καὶ τυπογραφείου, ἔχον οὕτως. Ἄρθρον μόνον. «Αἱ διατάξεις τῶν περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων Νόμων ΧΝΒʹ. ἀπὸ 3 Αὐγούστου 1861, ΜΓʹ. ἀπὸ 3 Μαρτίου 1864, καὶ ΡϞΘʹ. ἀπὸ 7 Ἰανουαρίου 1866, καὶ τῶν δυνάμει αὐτῶν ἐκδεδομένων Β Διαταγμάτων ἐπεκτείνονται καὶ ἐπὶ τῶν παρὰ τῷ Ἐθνικῷ τυπογραφείῳ καὶ Σφραγιστηρίῳ ὑπηρετούντων, ὅσοι λαμβάνουσιν ἐτησίως μισθὸν ἐκ δραχμῶν ἑξακοσίων ἢ ἀνώτερον, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπηρεσιῶν αὐτῶν.» Ἕτερον περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, τὰ ὁποῖα καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον πρὸς τύπωσιν.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ δικαστηρίων καθυποβάλλω τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον περὶ συστάσεως νέων πρωτοδικείων.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἄρθρον 1. «Τὰ ἐμποροδικεῖα καταργοῦνται, αἱ δὲ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν ὑπαγόμεναι διαφοραὶ ἢ ἄλλαι ὑποθέσεις, ἀνήκουσαι τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ ἁρμόδια πρωτοδικεῖα. Τὰ ἔργα τοῦ προέδρου τῶν ἐμποροδικῶν, ὅπου ὁ παρὼν νόμος δὲν ὁρίζει ἄλλως, ἐκπληροῖ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Ἄρθρον 2. Αἱ ἐκκρεμεῖς εἰς τὰ καταργούμενα ἐμποροδικεῖα δίκαι μεταβαίνουσιν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει ἑδρεύοντα. Ἄρθρον 3. Εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, ὅταν δικάζωσιν ἐμπορικὰς ὑποθέσεις, δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ εἰσαγγελέως. Ἄρθρον 4. Ἐμπορικαὶ δίκαι δικαστέαι κατὰ τὴν ἐν τῇ Πολιτικῇ δικονομίᾳ διαγραφομένην περὶ αὐτῶν διαδικασίαν εἰσὶν αἱ χαρακτηριζόμεναι ὡς τοιαῦται ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς 2 Μαΐου 1835 περὶ ἁρμοδιότητος τῶν ἐμποροδικείων. Τὸ ἀνέκκλητον τῶν ἐμπορικῶν ἀποφάσεων κρίνεται κατὰ τὸ 9 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἄρθρον 5. Τὰ τῆς πενίας δικαιώματα ἀπονέμει καὶ ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς δίκαις ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου. Ἄρθρον 6. Τὸ ἄρθρον 730 τῆς πολιτικῆς δικονομίας καταργεῖται. Ὁμοίως καταργοῦνται αἱ διατάξεις τῆς πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ παντὸς ἄλλου νόμου, καθόσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα. Ἄρθρον 7. Τὸ τμῆμα τέταρτον τοῦ Γʹ. βιβλίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διαγράφεται, τὸ δὲ κεφάλαιον δεύτερον τοῦ αὐτοῦ τμήματος γίνεται κεφάλαιον ὄγδοον τοῦ προηγουμένου τρίτου τμήματος καὶ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «διαδικασία ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς δίκαις». Τὸ τμῆμα πέμπτον τοῦ αὐτοῦ βιβλίου τὸ ἐπιγραφόμενον «ἔνδικα μέσα» γίνεται τμῆμα τέταρτον.» Ἀναφοραὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ ἐπανειλημμέναι αἰτήσεις τῶν κατοίκων τῆς νήσου Κυθήρων ἐζήτησαν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι πρωτοδικεῖον, τοὐλάχιστον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ πρωτοδικεῖον ἐκεῖνο μετὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ συγκοινωνῶσιν ἀμέσως· μὲ τὸ Γύθειον ἢ τὴν Σπάρτην δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἄμεσον συγκοινωνίαν ὅπως μὲ τὸ Ναύπλιον. Ἐζήτησαν λοιπὸν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ πρωτοδικεῖον τοῦ Ναυπλίου. Τοῦτο, κύριοι, ἐπροκάλεσε τὸ 7ον ἄρθρον (θόρυβος). Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, παρουσιάζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασίς της, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμά της, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροποποίησιν ἢ μεταβολήν.
§8ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἔχετε.
§10ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔφερα νόμον περὶ διοχετεύσεως ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πόλιν Χαλκίδα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἦλθε νομίμως· τέλος ἐσυμφωνήσαμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις εἰς τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρὸς τοῦτο χθὲς ὁ κύριος ὑπουργὸς ἔφερε τὸν νόμον εἰς τὸν ὁποῖον εἴμεθα σύμφωνοι. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εὐαρεστηθῇ, ὥστε νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καθόσον εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις καὶ δὲν θὰ χάσῃ παρὰ 5 λεπτά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προτιμηθῇ.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, νὰ προτιμηθῇ.
§13ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κ. Πρόεδρε, σωρείαν νομοσχεδίων, προτάσεων καὶ τροπολογιῶν μᾶς στέλλετε καθ’ ἑσπέραν ἔντυπα καὶ λιθογραφημένα, ἀλλ’ ὅμως δὲν συνοδεύονται μὲ μίαν ἡμερησίαν διάταξιν· ἑπομένως δὲν ἠξεύρομεν ποῖα θὰ συζητήσωμεν διὰ νὰ φέρωμεν μαζύ μας καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Καὶ ἄλλοτε σᾶς παρεκάλεσα περὶ αὐτοῦ· ἢ λησμονεῖτε νὰ τὸ διατάξητε ἢ τὸ διατάττετε καὶ δὲν ἐκτελεῖται. Παρακαλῶ νὰ λιθογραφῆται καθ’ ἑσπέραν ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ νὰ μᾶς διανέμεται διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκαλέσατε, Κ. Βουλευτὰ, τὸ προεδρεῖον νὰ κάμῃ ὅ,τι λέγει ὁ κανονισμός· σᾶς παρακαλεῖ καὶ τὸ προεδρεῖον εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως νὰ περιμένητε νὰ προσδιορίζηται ἡ ἡμερησία διάταξις, διότι τὸ προεδρεῖον δὲν ἔχει παρὰ τὰ ἴδια τὰ νομοσχέδια.
§15Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἔχετε.
§17Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀναγνωρίζω ὅτι μέγα καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς Νομοθεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἔχει μικρότερον καθῆκον νὰ φροντίσῃ καὶ ἐξετάσῃ ἂν οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐκτελῶνται, ἢ ἂν οἱ νόμοι ἀντὶ νὰ χρησιμεύωσιν εἰς εὐημερίαν χρησιμεύουν εἰς καταστροφὴν τῶν τιμαλφῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν σας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐλπίζων ὅτι ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς θέλει μοὶ δώσει ἀπάντησιν εἰς μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα προχθές, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν προσδιωρίσθη ἡμέρα ἀπαντήσεως ἡ σήμερον, θέλω λάβει τὴν τιμὴν ν’ ἀποτείνω ἑτέραν τινὰ ἐπερώτησιν εἰς τὸν Κύριον πρωθυπουργόν. Πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν περιῆλθε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων εἰς γνῶσιν τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων οἱ χωροφύλακες μαζὺ μὲ τὸν ἐνωμοτάρχην, κατὰ τοῦ ὑπομοιράρχου στασιάσαντες, διετάραξαν τὴν πόλιν· ἂν τὰ περιστατικὰ ταῦτα, ἀφοῦ κατηγγέλθησαν οἱ παραίτιοι, ἐτιμωρήθησαν ἢ μόνον μετετέθη ὁ ὑπομοίραρχος, ὁ δὲ στασιάσας ἐνωμοτάρχης διευθύνει πρὸς μέγα σκάνδαλον τὴν ὑπομοιραρχίαν Καλαβρύτων. Ἀκόμη πρέπει νὰ μάθετε, ὅτι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχον νὰ ἐξαιρέσῃ κληρούχους πρὶν ἢ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀπελύθησαν παρ’ αὐτῶν οἱ κληροῦχοι, καὶ ἀντὶ ἐκείνων συνελήφθησαν ἄλλοι. Προσετέθη ἀκόμη ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τότε μόνον θὰ ἐπιθεωρῶνται νεοσύλλεκτοι, ὅταν αἱ ἀρχαὶ ὅλαι συμφωνήσωσι πρὸς ἐξαίρεσιν ἀνθρώπων ἀνηκόντων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φατρίαν. Δήμαρχοί τινες ἀρνοῦνται νὰ προσφέρωσι τοὺς κληρούχους καὶ διακηρύττουν ἐπισήμως, ὅτι τότε θὰ τὸ κάμουν, ὅταν συμφωνήσωσι νὰ ἐξαιρέσουν ὅσους αὐτοὶ θέλουν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐμποδίζονται καὶ ταῦτα ὁμολογουμένως πρὸς τὸν σκοπὸν μιᾶς καὶ μόνης φατρίας. Ὥστε, βλέπετε οἱ μὲν τῶν συμπολιτῶν σας εἶναι αἰχμάλωτοι, οἱ δὲ κατακτηταί. Καὶ θέλετε, Κύριοι, θαυμάσει, ὅταν ἀκούσετε, ὅτι ὁμοφώνως αἱ ἀρχαὶ τῶν Καλαβρύτων ἐδήλωσαν πρὸς τὸν ἔπαρχον Καλαβρύτων, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐστάλησαν ἐκεῖ παρὰ διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι συμφέροντα τῆς φατρίας των, καὶ τότε θ’ ἀλλάξωσιν, ὅταν ἀλλάξωσιν οἱ βουλευταὶ τῶν Καλαβρύτων φρόνημα. Ταῦτα ὁμολογοῦσιν αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν Βουλὴν νὰ προκαλέσῃ τὸν Κύριον ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἐνώπιόν σας τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1209 ἔγγραφον ἀπὸ 5 Μαρτίου 1867 τοῦ ἐπάρχου τῶν Καλαβρύτων.
§18ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτὸ τὸ ἔγγραφον;
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς κἀνένα περὶ αὐτοῦ. Αὐτὰ, Κύριοι, δὲν ὁμολογῶ ἐγώ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρουσι, διότι ὑπεράνω τῆς πολιτικῆς ταύτης θέλω νὰ ἵσταμαι καὶ οὔτε ὑποσχέσεις δύνανται νὰ δελεάσωσι τοὺς βουλευτὰς τῶν Καλαβρύτων. Δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ἡ ἐρώτησίς μου, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ποία ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως ἐκείνου τοῦ τόπου, διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ξένα ἀπὸ ἐμὲ, καὶ οὐχὶ τοιαῦτα, ἀλλὰ πολλαπλάσια, ἀλλὰ μυρία ἂν γίνωσιν, εἰς ἐμὲ θὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Πρὶν λοιπὸν, Κύριοι, ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἀπαντήσει παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ νὰ κατατεθῇ ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐπάρχου τῶν Καλαβρύτων, καὶ τίποτε περισσότερον. Ἂν δὲ ὅσα λέγει ᾖναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἐγὼ θέλω νὰ κατατεθῇ.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Λυποῦμαι εἰς ἄκρον, διότι δὲν ἔχω τὰς συμπαθείας τῶν Κ. βουλευτῶν Καλαβρύτων, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θέλω κάμει κἀμμίαν χρῆσιν πρὸς ἀπόκτησιν μ’ ὅλην τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι. Κύριοι, ὁμολογῶ πῶς πρώτην φορὰν ἀκούω σήμερον αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αἱ συνήθεις συκοφαντίαι τῶν ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας πλέκουν εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν μάθουν ὅτι παύονται. Ὁ ἔπαρχος Καλαβρύτων διοικεῖ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἀφ’ ἧς ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον, καὶ μέχρι χθὲς οὐδὲν παράπονον, τὰ πάντα ἐν ὁμαλῇ καταστάσει· ὁ ἔπαρχος ἔμαθεν, ὅτι ἀπολύεται καὶ ἀμέσως τὰ πάντα ἀνεφύησαν, κακουργήματα, στάσεις, ἐμπόδια εἰσπράξεως καὶ χίλια τοιαῦτα. Ὅσοι ἐστάθητε εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐνθυμεῖσθε, καὶ τότε συνέβη παρόμοιόν τι· καὶ τότε εἷς ὑπάλληλος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμαθεν, ὅτι ἀπελύθη, εἰδοποίησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ κόσμος ἀνεστατώθη· τὴν ἐπιοῦσαν εἰδοποιηθεὶς ὅτι ἔμεινεν ἐτηλεγράφησεν, ὅτι τὰ πάντα εὑρίσκονται ἐν ἡσυχίᾳ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν τοῦτο τηλεγραφηθῇ καὶ εἰς τὸν ἔπαρχον αὐτόν, θὰ ἔχωμεν πάραυτα μίαν ἀπάντησιν, ὅτι τὰ πάντα βαδίζουν λίαν καλά. Καὶ, Κύριοι, ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ἥτις εἶναι εἰς πλήρη παραλυσίαν, ἔχει ὑπαλλήλους τῆς ἐκλογῆς, τῆς ἀνοχῆς τοὐλάχιστον τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ. Καὶ διὰ τίνων μέσων ἐζητήσαμεν τὰς συμπαθείας καὶ ὑποστηρίξεις τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, ὅταν ὁ ἔπαρχος ᾖναι τῆς ἐμπιστοσύνης του; Δὲν ἠξεύρω, ὁμολογῶ, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀναφορὰ, ὄχι ὅμως διότι ὁ Κύριος ἔπαρχος γράφει ἢ διότι ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς τὸ ζητεῖ, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἔργον πάσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς, ἂν τῷ ὄντι τοιαῦται ἐγκλήματα λαμβάνωσι χώραν. Ἀλλὰ μόνον, Κύριοι, εἰς τὰ Καλάβρυτα λαμβάνουν χώραν αὐτὰ καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπαυσεν ὁ ἔπαρχος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλω ἐξετάσει καὶ θέλουσι τιμωρηθῆ, καθόσον ἀνώτερος διευθυντὴς διοικητικὸς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος κατὰ τοῦ ὁποίου πιστεύομεν, ὅτι ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἔχει παράπονον, ἢ πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν δυσπιστεῖ. Τώρα περὶ ὑπομοιράρχου εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕνας ἐνωμοτάρχης ἐκεῖ· ἐννοεῖται, ὅτι ὁ διορισμὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπορῶ πῶς ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἀπηυθύνθη εἰς τὰ ἁρμόδια πρόσωπα· πῶς αὐτὴ ἡ σπουδὴ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν ἀπηυθύνθη προηγουμένως εἰς τὰ ἁρμόδια πρόσωπα; Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι τὰ παράπονα διευθύνθησαν πρὸς τὸν Κύριον Πετιμεζᾶν πλαγίως, καὶ ἀπευθείας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφ’ ἧς ὁ Κύριος ἔπαρχος ἔπαυσε· καὶ μολαταῦτα θέλω φροντίσει, ὥστε μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος οἱ ἔνοχοι νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἰδοὺ τί εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν μίαν ἐπερώτησιν.
§21ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τοῦ ἐγγράφου;
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον. Μία ἄλλη ἐπερώτησις μοὶ ἐγένετο περὶ τοῦ Κυρίου Φεσσᾶ. Οὗτος εἶχε προταθῆ ἀπὸ τὸν δήμαρχον Παμήσου ὡς δημαστυνόμος, ὅταν ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου. Ὁ Κύριος Φεσσᾶς διωρίσθη κατὰ συνέπειαν αἰτήσεως τοῦ Νομάρχου, ἀφοῦ συνεστήθη ὡς ἄνθρωπος δυνάμενος νὰ φέρῃ τὴν τάξιν εἰς τόπον, τοῦ ὁποίου ἡ ἡσυχία ἀπειλεῖτο ἀπὸ τοὺς φυγοδίκους. Καὶ ἠξεύρετε μέχρι τίνος βαθμοῦ εἶχε καταντήσει, ὥστε οἱ κάτοικοι ἐξερχόμενοι εἰς τοὺς ἀγρούς των συνελαμβάνοντο καθ’ ὁδὸν μὲ ἕνα τρόπον ἀρκετὰ περιποιητικὸν, ἐλῃστεύοντο. Λοιπὸν ὁ δήμαρχος Παμήσου ἐπρότεινε μετ’ ἄλλων δύω καὶ τὸν Κύριον Φεσσᾶν, ὁ δὲ Κύριος Νομάρχης ἐσύστησε τὸν Φεσσᾶν ὡς τὸν καταλληλότερον νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν αὐτὴν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, τῶν συστάσεων αὐτῶν διωρίσθη ὁ Κύριος Φεσσᾶς.
§23ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρῶτον, Κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λαλήσω, ἀφοῦ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου Καλαβρύτων ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν, καὶ διὰ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων καὶ δι’ ἄλλων ἀκόμη ἐγγράφων αὐτῆς τῆς Νομαρχίας καὶ τῶν δικαστηρίων θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅσα πράγματα συνέβησαν εἰς τὰ Καλάβρυτα· διὰ τοῦτο παρέστησα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τρόπον τινὰ ὡς ἐπερώτησιν. Παραιτῶ λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δημαστυνόμου Παμήσου Φεσσᾶ. Ὅταν, Κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Φεσσᾶ, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν λοιπῶν δικαστηρίων. Ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς, κατηγορούμενος ἐπὶ συνεργείᾳ δολοφονίας ὡς ὑποκρύψας τόν τε δολοφόνον καὶ τὰ ὅπλα του, ἐφέρθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καταγγελθείς, καὶ διὰ βουλεύματος παρεπέμφθη εἰς δίκην, τὸ δὲ δικαστήριον τῶν συνέδρων τὸν καταδίκασεν εἰς ἰσόβια δεσμά· ἔκαμεν ἀναίρεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς ἀποφάσεώς του ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησίν του περὶ ἀναιρέσεως καὶ κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς τὰ ἔξοδα. Οἱ ἐξελθόντες, κύριοι, τῶν φυλακῶν τοῦ Ναυπλίου ὑπάγονται εἰς δύω κατηγορίας, εἰς ὑποδίκους καὶ καταδίκους· οἱ ὑπόδικοι, ἀμνηστευθέντες, βεβαίως ἀποκατεστάθησαν εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα, διότι πᾶς ὁ μὴ καταδικασθεὶς χαίρει τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, διότι ἡ ἀμνηστεία ἐξαλείφει πᾶν ἴχνος ἐγκλήματος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω καὶ περὶ τῶν καταδίκων· οἱ κατάδικοι δὲν ἀποκατεστάθησαν εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος πρὸ ὀλίγου ἔλυσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νομολογίας, καὶ θαυμάζω πῶς ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὁ ἐκτελεστὴς τῶν νόμων, ἀγνοεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ὁποίας ἡ μελάνη μὲ τὴν ὁποίαν ἐγράφη ἀκόμη δὲν ἐστέγνωσε. Διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα ὁ κατάδικος, πρέπει νὰ γίνῃ αἴτησις εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐκ μέρους τοῦ καταδικασθέντος, πρέπει νὰ κάμῃ δήλωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς, νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον διὰ ἀποφάσεώς του νὰ ἐγκαταστήσῃ αὐτὸν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Ὁ Φεσσᾶς κατὰ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου λύει αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτὸς ἐγκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα· ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιάσετε τοιαύτην ἀπόφασιν, ἐπικαλούμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων λέγω, ὅτι ὁ Φεσσᾶς εἶναι ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Κύριοι, ὁ δήμαρχος Παμήσου, κύριος Μιχάλος, ἄνθρωπος ἱκανὸς νὰ κατέχῃ τὴν ὑπόληψιν καὶ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ πατρίδος, ἐπρότεινεν ὡς δημαστυνόμος τοῦ δήμου Παμήσου, τοῦ πρωτεύοντος τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει τὴν κατοικίαν του ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ἐπρότεινε, λέγω, ὡς δημαστυνόμον τὸν Ἀνδρέαν Κυριακὸν, ὅστις εἶχε χρηματίσει δήμαρχος καὶ ἦτο καὶ δημαρχικὸς πάρεδρος καὶ εἶχε παραιτηθῆ ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἐπειδὴ ἐπροτάθη ὡς ἀστυνόμος· (εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, διότι εἶχεν ὑπηρετήσει εἰς ἀνωτέραν ὑπηρεσίαν). Δὲν γνωρίζω τῇ ἀληθείᾳ ἐὰν ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεπλήρου τὴν θέσιν τοῦ Κυριακοῦ, καὶ ἐὰν δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ τοιοῦτο διάταγμα· οὐχ ἧττον ὅμως ὁ Κ. Μιχάλος ἀπῆλθεν εἰς Εὐρώπην δι’ ὑποθέσεις του καὶ μετ’ οὐ πολὺ ὁ πάρεδρος ὑπέβαλε πρότασιν νέαν καὶ ἐπρότεινε τρεῖς, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ προτείνεται εἷς καὶ μόνος· ἐπρότεινε τρεῖς πιεζόμενος, ὡς φαίνεται, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων οὓς δὲν ἠξεύρω, ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ ὁ Φισσᾶς μεταξὺ τῶν τριῶν καὶ γίνῃ δημαστυνόμος. Ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς, κύριοι, κατεδικάσθη ἐπὶ δολοφονίᾳ· φέρει στίγμα ἀνεξάλειπτον καὶ ἀπὸ τοὺς αἰῶνας καταδικασθὲν, διότι τὸ στίγμα τῆς δολοφονίας εἶναι τὸ ἀποτροπαιότερον καὶ τὸ ἀτιμότερον ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα κατεδίκασαν οἱ αἰῶνες καὶ ὅλαι αἱ κοινωνίαι. Ἀλλὰ ποῦ θέλει εὕρει ἀσφάλειαν ἡ κοινωνία ἀπὸ τοὺς δολοφόνους, κρίνατε σεῖς, ὅταν 400,000 δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐμποδίσωσι τὴν δολοφόνον χεῖρα κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ἥτις ἐπεβουλεύθη τὴν ζωήν του, ὅταν ἄπειρον πλῆθος στρατοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμποδίσῃ τὰς δολοφόνους ἀποπείρας κατὰ τοῦ νῦν αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων Ναπολέοντος! Ποίαν ἀσφάλειαν θὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία, ὅταν ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Αὐστρίας καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας, ἐπαπειλούμενοι ὑπὸ τῶν δολοφόνων, δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἀπὸ τόσας μυριάδας στρατευμάτων; Τοσοῦτον εἶναι φοβερὸν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, ὥστε κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅσον ἰσχυρὸς, ὅσον ῥωμαλέος καὶ ἂν ἦναι, ὅσας δυνάμεις καὶ ἂν δύναται νὰ προδιαθέσῃ. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ δολοφόνος διορίζεται ἐπιτηρητὴς τοῦ δήμου Παμήσου, καὶ ἐτέθη ἡ ὑπογραφὴ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως ἡμῶν ὑποκάτω ἑνὸς διατάγματος, τὸ ὁποῖον περιέχει τοιοῦτον διορισμόν! Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τῆς κατοικίας τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως τοιαῦτα λαμβάνωσι χώραν, τί πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν διὰ τὸ ἐπίλοιπον κράτος; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στέκεται διορισμὸς ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ Κράτους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στέκῃ ἄνθρωπος ὅστις διὰ τῆς γνώμης τῶν πολλῶν ἀποκατεστάθη, καθὼς εἶπεν ὅτι νομίζει ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα; Ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν πολλῶν; Ποῖον εἶναι τὸ δικαστήριον τῶν πολλῶν; Εἶναι λοιπὸν ἡ πολιτικὴ περίστασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Αὐτὴ εἶναι οἱ πολλοὶ, αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν πάντες; αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ! Ἀλλὰ, κύριοι, τί θέλει εἰπῆ ὁ ἔξω κόσμος, πᾶς ἄνθρωπος ὅστις ἤθελεν ἀκούσει ὅτι εἰς τὸν δῆμον Παμήσου, ἐπιτηρεῖ τὴν ἠθικὴν, τὴν ἀσφάλειαν, τὰ ὑπάρχοντα τῶν πολιτῶν ὁ ἀποδεδειγμένος διὰ τῆς ἀπολύτου δικαστικῆς ἀληθείας, δι’ ἀποφάσεως ὅλων τῶν δικαστηρίων, Φεσσᾶς ὁ δολοφόνος; Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ὁ Φεσσᾶς πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτος ὑπάλληλος, τί ἀφίνομεν τοὺς δολοφόνους ἐντὸς τῶν φυλακῶν; Αὐτοὶ θὰ ἦναι οἱ ἄριστοι τῶν ἀστυνόμων, αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς ἐγκαταστήσωμεν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι σεῖς εἶσθε οἱ καλλίτεροι ἄνθρωποι, διότι ὁ Νομάρχης Μεσσήνης λέγει, ὅτι αὐτὸς εἶναι λαμπρὸς ἄνθρωπος, ἔχει ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν διὰ νὰ φέρῃ τὴν τάξιν, εἶναι αὐστηρὸς καὶ δραστήριος· διατὶ λοιπὸν οἱ ἄλλοι δολοφόνοι δὲν εἶναι καλοί; διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ βάλωμεν ἀστυνόμους ὅλους αὐτοὺς τοὺς κακούργους νὰ φυλάξουν τὴν κοινωνίαν, ἀφοῦ κρίνετε ὅτι ὁ δολοφόνος εἶναι ἐπιτήδειος νὰ ἦναι ἀστυνόμος; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῶν νόμων τῆς πατρίδος, δὲν εἶναι πρέπον ἀπέναντι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βασιλείας, ἀπέναντι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ νομιμοποιῶμεν μίαν τοιαύτην καταπάτησιν τῶν νόμων. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, τί πρέπει νὰ ὑποθέσητε; ὅτι ὁ Φεσσᾶς, ἂν καὶ ἐπετύγχανε νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ αὐτὸν εἰς τοιαύτην θέσιν; Ὑπεράνω τῶν νόμων ὑπάρχει ἕνας ἄλλος νόμος, ὁ νόμος τῆς ἀρετῆς, ὁ νόμος τῆς ἠθικῆς. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, λῃσταὶ ἀμνηστευθέντες, δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ἀφοῦ ἀμνηστεύθησαν, δὲν θεωροῦνται πολῖται καὶ δὲν ἐγκατεστάθησαν εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα; Διατὶ νὰ μὴ διορίζωνται αὐτοὶ εἰς τὰς τοιαύτας θέσεις; Δὲν δύναται, ἐπαναλέγω ὁ Φεσσᾶς, δὲν εἶναι ἀποκαταστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ μόνον ἀπόφασις, καθὼς σᾶς εἶπον, δύναται νὰ τὸν ἐγκαταστήσῃ εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, καθῆκον ἱερὸν εἶχον νὰ διαφωτίσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος, διότι αὐτὸ τὸ βῆμα ἐπλάσθη, ὅπως ἡ φωνὴ ἑκάστου ἔρχεται πρὸς ὅλας τὰς τάξεις καὶ ὄχι μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν. Ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, καθὼς ἔπρεπε, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, εἰς ἕνα ἀντιπρόσωπον ἑνὸς ἔθνους. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταβῶ τοῦ βήματος τούτου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ καὶ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαινομένη, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γ. Φεσσᾶ ὡς δημαστυνόμου Παμίσου ἐγένετο παρὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» (ἱλαρύτης).
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι, κύριοι, τῳόντι μερικοὶ κακοῦργοι, οἵτινες ἀποκατεστάθησαν δι’ ἀποφάσεως καὶ μερικοὶ ἄνευ ἀποφάσεως· μερικοὶ ἄνευ ἀποφάσεως εἶναι ἰσοδύναμοι μὲ μερικοὺς ὑποπεσόντας εἰς ἔγκλημα, καὶ ἐν τούτοις ἀποκατεστάθησαν καὶ καθὼς ὁ εἷς πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ὁ ἄλλος βεβαίως. Λέγω, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ κακοῦργοι καὶ ἄνευ δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀποκατεστάθησαν ἔπειτα· καὶ δι’ αὐτοὺς τὸ ἴδιον ἐμπόδιον ὑπάρχει, καὶ τότε βλέπομεν πόσοι θὰ καθήσουν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ ἀξιώματα. Κύριοι, τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν εἶναι τὸ ἑξῆς (καί, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ λύσῃ ἀποφατικῶς, ὁ Φεσσᾶς πρέπει εἰς τὴν στιγμὴν νὰ ἀπολυθῇ). «Εἷς καταδικασθείς, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὰ δικαιώματα, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς δημόσιον ὑπηρεσίαν, ὅταν κρίνεται κατάλληλος διά τινα ὑπηρεσίαν, ναὶ ἢ ὄχι;» Ἐὰν ἐνταῦθα ἀποκριθῆτε ἀποφατικῶς καὶ εἴπετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὅστις ποτὲ κατεδικάσθη, ἂν καὶ μετὰ ταῦτα ἀποκατεστάθη εἰς τὰ δικαιώματά του, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ δημόσιον ὑπηρεσίαν, τότε εἰς τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ παύσῃ ὁ Φεσσᾶς· ἐὰν ὅμως νομίζετε, πῶς ὅταν ἀποκαθίσταται ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ δικαιώματα, κρίνεται κατάλληλος διά τινα ὑπηρεσίαν, ὅπως ὁ Φεσσᾶς, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ὥστε νὰ ζητῆται ἡ παῦσις αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ κατακρίνεται ὁ διορισμός του. Πρῶτον, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι κατηγορήθη ὡς δολοφόνος ὁ Φεσσᾶς· κατηγορήθη ὅτι ἐντὸς τῆς οἰκίας του ἀπεκρύβη εἷς δολοφόνος. Ἐάν, κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν οἰκίαν ἐκρύβη εἷς δολοφόνος, ᾖναι δολοφόνος, ᾖναι ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τοσοῦτον ἐξηχρειωμένος, ὡς τὸν παριστᾷ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἐὰν τῳόντι ἡ πρᾶξις τοιαύτης ἐνεργείας χαρακτηρίζῃ τὸν κακοηθέστερον τῶν ἀνθρώπων, ὡς τὸν παριστᾷ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, τότε ὁ κύριος Φεσσᾶς εἶναι ἔνοχος τῆς πλέον μοχθηροτέρας πράξεως, ὡς ἀνάξιος νὰ ζῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἐὰν ὅμως ὁ Φεσᾶς εἶχε τὸ ἀτύχημα ἐντὸς τῆς οἰκίας του νὰ δεχθῇ νὰ κρυβῇ εἷς ἄνθρωπος, ὅστις διέπραξε φόνον, δὲν εἶχε δὲ τὴν κακίαν καὶ τὴν διαφθορὰν τοῦ νὰ ᾖναι αὐτουργὸς ἢ συνεργός, νομίζω τότε, ὅτι καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητά του ἤθελε τὸν δικαιώσει. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς σκέψεως τῆς Συνελεύσεως ἄλλοτε ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολυθέντας, ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτον ἀπόλυτος· ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τότε ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολυθέντες ὁπωσδήποτε ἐντελῶς ἀπηλλάγησαν, ὅλαι αἱ συνέπειαι αἱ νομικαὶ δὲν τοὺς ἐπιβαρύνουσιν· αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν ἔκαμε. Καὶ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ προεχώρησεν ἡ σκέψις αὕτη, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ προτιμήσῃ καὶ τὴν ἀπόλυσιν ἀνθρώπου καταδικασθέντος διὰ δολοφονίαν, ἡ ὁποία δι’ ἄλλους λόγους δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ἔκτοτε ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐθεωρήθη ὡς τοιαύτη· δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐνόμισεν, ἢ μᾶλλον ἐπείσθη, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μεταπολιτεύσεως, ὅστις ἀπεφυλάκισε τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς εἴτε καταδίκους εἴτε ὑποδίκους, ἐξήλειψε καὶ τὴν ἐνοχὴν καὶ τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ὅπως πιστεύεται ὅτι εἶναι ἀληθὲς, πρόκειται νὰ δειχθῇ τώρα αὐτὸς ὁ Φεσσᾶς (ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἔνοχος δολοφονίας, ἀλλ’ ὑπέκρυψε δολοφόνον ἐν τῇ οἰκίᾳ του) ὅπως παριστάνεται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, αἵτινες προεκάλεσαν τὸν διορισμόν του, ἀπὸ τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Νομάρχην, ὅστις δὶς ἔγραψε, διότι δὲν ἔγεινεν ὁ διορισμὸς καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐγνώριζον τί εἶχε γείνει· ὁ κύριος Μιχάλος ἦτον ἐδῶ καὶ ποτὲ δὲν μᾶς ὡμίλησεν· αὐτὸς ἔλαβε γνῶσιν τῆς προτάσεως, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Μιχάλος ὡς κατάλληλον ἐθεώρησε τὸν κύριον Φεσσᾶν. Ἰδοὺ δὲ, κύριοι, τί ἔγραψε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κύριος Νομάρχης. «Παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον ὅπως προκαλέσῃ καὶ χορηγήσῃ ταχύτερον τὸν διορισμὸν τοῦ Φεσσᾶ εἰς τὴν θέσιν Δημαστυνόμου Παμίσου, διότι ἡ ἠθικὴ ἐπιῤῥοὴ.... καὶ ἡ δραστηριότης του θέλει συντρέξει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως... .....» Ἰδοὺ, κύριοι, ἐν ἐγγράφῳ του τί εἶπεν ὁ Νομάρχης· ἰδοὺ δὲ τί εἶπε καὶ τὴν 8 Φεβρουαρίου, διότι ἡ πρότασις ἔγεινε κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου. «Προτείνω τὸν διορισμὸν τοῦ κυρίου Γεωργίου Φεσσᾶ, ὅστις...... διὰ..... θέλει.... κτλ». Λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ προτάσεως ἑνὸς, ὅστις ἔκρυψε δολοφόνον· πρόκειται περὶ ἀνθρώπου γνωστοῦ εἰς τὴν Μεσσήνην καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ νὰ καθέξῃ μίαν τοιαύτην θέσιν, καὶ διὰ τὰ προηγούμενά του καὶ διὰ τὴν δραστηριότητα καὶ τιμιότητά του· πρόκειται περὶ Φεσσᾶ, ἐξελθόντος τῶν φυλακῶν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μεταπολιτεύσεως, τῶν ὁποίων τὰς θύρας ἤνοιξεν ὁ λαὸς τότε, καὶ περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ λαοῦ ἀπεφάνθη ὁ Ἄρειος Πάγος, ἡ δὲ ἀπόφασίς του, νομίζω, λέγει ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ λαοῦ ἐξήλειψε τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς· πρόκειται περὶ τοῦ Φεσσᾶ, ὅστις καὶ ἀπὸ τὸν Δήμαρχον καὶ ἀπὸ τὸν Νομάρχην δὶς ἐσυστήθη ὡς ὁ μόνος κατάλληλος νὰ διορισθῇ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ἐὰν αὐτὸς ὁ διορισμὸς εἶναι κακὸς, ἂς τὸ εἴπῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸν ἀνακαλέσω· κακὸς δὲν εἶναι, ἀλλὰ μάλιστα κάλλιστος καὶ πολὺ ἐπιτυχημένος.
§25ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν, κύριε ὑπουργέ. Ἐρωτῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἐὰν εἷς οἱοσδήποτε κατηγορούμενος ἐπὶ δολοφονίᾳ ἢ ἄλλῳ κακουργήματι ἀποκατεστάθη δι’ ἀποφάσεως εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ ἐὰν ἀκόμη οὗτος δὲν κατηγορήθη ὡς αὐτουργὸς, ἀλλ’ ὡς συνεργὸς, σᾶς ἐρωτῶ, ἔχετε ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ἀπὸ τὴν ἠθικὴν, τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε τοιούτους ἀνθρώπους εἰς τὴν ἐξουσίαν; καὶ δὲν ἔχει ἄλλους ἀνθρώπους ὁ τόπος;
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅ,τι νομίζω· ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Φεσσᾶς εἶναι ἠθικώτατος, διότι τὸν γνωρίζω· ἠξεύρω ὅτι διάγει εἰς Μεσσήνην ὡς ὁ καλλίτερος τῶν πολιτῶν· τὸ λέγω δημοσίᾳ καὶ προκαλῶ ὅλους, ὅσοι τὸν γνωρίζουσι, νὰ μὲ ἀναιρέσωσιν· ἑπομένως τοιοῦτον ἄνθρωπον.....
§27ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ προκαλεῖς, ἐγὼ λέγω, ὅτι πραγματικὸς δολοφόνος εἶναι ὁ Φεσσᾶς· ἀλλὰ καὶ πάλιν ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀξιοσύστατος.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ τὸν εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ κοινωνία καλλίτερα δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων.
§29Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἠξεύρετε καὶ σεῖς.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι πιστεύω εἶναι, ὅτι ἦτον συκοφαντία ἐκ μέρους ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον ὅτι ὁ Φεσσᾶς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἤθελε κατισχύσει εἰς τὸν δῆμον Παμίσου καὶ ἤθελε τοὺς καταβάλει· ὑποθέτω, ὅτι ἦτον μία καθαρὰ συκοφαντία. Τώρα, κύριοι, θ’ ἀπαντήσω εἰς μίαν παρατήρησιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀπήντησα. «Ὅταν γίνωνται ταῦτα εἰς τὸν δῆμον Παμίσου, τί γίνεται εἰς τὸ ἄλλο Κράτος;» Σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντήσετε εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, κύριοι· ὅλοι εἶσθε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε τὴν κατάστασιν αὐτῶν καὶ δύνασθε νὰ εἰπῆτε τί γίνεται· εἶναι περιττὴ ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§31Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει ἐὰν μόνον οἱ κατάδικοι εἶναι ἔνοχοι· καὶ ἐγὼ λέγω πῶς ὄχι, πῶς εἶναι καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι κατάδικοι, καὶ μὀλαταῦτα ἡ δικαιοσύνη δὲν τοὺς προετίμησεν ἀπὸ τοὺς καταδίκους· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε· ἡ ἱστορία τῆς κοινωνίας, αὐτὴ εἶναι ὁ πλέον ἀπαθὴς καὶ ἀληθὴς μάρτυς. Ἔπειτα, περὶ τοιούτων πραγμάτων δὲν πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον, μόνον λέγω, κύριοι, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Φεσσᾶς ἐσυκοφαντήθη, καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν λαμβάνω τὴν ἐνοχὴν τοῦ Φεσσᾶ· οὔτε τὸν κατεδίκασα ἐγὼ, οὔτε τὸν γνωρίζω, οὔτε ἠξεύρω τί συνέβη, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει λάβει εἰς τὴν συνείδησίν του, ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ἐγὼ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων, διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, εἶπον ὅτι εἶναι ἔνοχος· ἐὰν τὰ δικαστήρια τὸν ἠδίκησαν καὶ ἂν ἐσυκοφαντήθη αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἂς ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια εἰς τὴν ἐπίσημον ὁμιλίαν τοῦ κ. Προέδρου· ἐγὼ ὅπως ἠξεύρω, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξεύρω εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις. Λέγω δὲ ὅτι εἶναι ὄχι δολοφόνος, ἀλλὰ κάτι τι χειρότερος τοῦ δολοφόνου· διότι οἱ συνεργοί, κατὰ τοὺς νόμους, τιμωροῦνται εἰς πολλὰς περιστάσεις εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν μὲ τὸν αὐτουργὸν, καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἦτον ἀνόητος ἄνθρωπος καὶ ἤξευρε τί ἔκαμνεν. Ἀλλὰ ἂς μὴν ἐνοχλήσωμεν τὸν νομοθέτην. Πιστεύετε, κύριοι, ὅτι τὰ κακουργήματα ἐν Ἑλλάδι ἤθελον ἀπολαμβάνει προστασίας, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑποθάλπουν; καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ λῃσταὶ πολλάκις ὑπεστηρίχθησαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον περὶ λῃστείας, ἠθέλησε νὰ καταδιώξῃ καὶ ἐκείνους, οἵτινες τοὺς ὑποστηρίζουν; Διὰ τὴν δολοφονίαν δὲν ἔχει οὕτω; οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν εἶναι χειρότεροι, διότι αὐτοὶ εἶναι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κακοῦργοι φθάνουν εἰς τὸν σκοπόν των. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει κᾀμμία ἀπόφασις, ἥτις νὰ ἐγκαθιστᾷ τὸν Φεσσᾶν εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ πραγματικῶς βλέπετε ὅτι οὔτε τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου ὁμολογεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ· καὶ μήπως ἦτο μακρὰν τὰ δικαστήρια νὰ λάβῃ μίαν πληροφορίαν; Παραδέχομαι νὰ σταλῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, ἀφ’ οὗ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις, ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων κλπ, καὶ τότε θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ὅλα ἀληθῆ, καὶ ἂν ᾖναι ἀληθῆ, δικαιούμεθα ἀκόμη νὰ κάμωμεν μίαν ὑπόθεσιν· διότι ὑπόθεσιν κάμνομεν, καὶ ὄχι κατηγορίαν, διότι ἠμπορεῖ εἰς ἄλλα μέρη νὰ ἔγειναν παρεκτροπαὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον περισσότεραι ἢ ὀλιγώτεραι· ἑπομένως τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου δὲν εἶχε κᾀμμίαν ἀναφορὰν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Ἠκούσατε ὅτι ὁ Κ. πρόεδρος ἀνέμιξε τὸ ἄτομον ἑνὸς τῶν ἐντίμων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγὼ καὶ ὅλος ὁ στρατὸς ἔχομεν ὑπόληψιν· τὸν ἠκούσατε ὅτι αὐτὸς εἶχε πλήρη πεποίθησιν ὅτι αὐτὸς εἶναι δολοφόνος. Λοιπὸν, κύριοι, εἴμεθα δικασταὶ ἡμεῖς νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς εἰκασίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου; πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται βασίζονται ἐπὶ τῆς συκοφαντίας; τότε τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ποῦ στέκονται; ποῦ ἡ δικαιοσύνη, ἐὰν κηρύξωμεν ὡς ὑποβολιμαίας ὅλας τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων; Ἀφίνω νὰ ᾖναι καύχημα τοῦ πρωθυπουργοῦ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον εἶπεν ἐπισήμως, ὅτι, ἐὰν ὁ Φεσσᾶς ἐγκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ἐνῷ δὲν ἐγκατεστάθη, ἐγὼ ἐν τῇ καθαρᾷ συνειδήσει μου ἤθελα τὸν διορίσει, διότι εἶναι ἄνθρωπος ἱκανός. Δὲν ἔχω σχέσιν μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ πρωθυπουργοῦ· ἂς εἶναι οἱ λόγοι του αὐτοὶ ὡς καύχημά του καὶ ὡς ἰδική μου ἀπολογία.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ὁ Νίκας ὁ διορισθεὶς εἰς τὴν Ὕδραν δημοτικὸς ἀστυνόμος, τί ἦτο;
§33ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔλθω εἰς πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω· ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐρωτήσητε τί γίνεται καὶ εἰς τὴν Κίναν. Λοιπόν, κύριοι, ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐλάλησα μετ’ εἰλικρινείας. Ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ λαλήσω, διότι, καθὼς καὶ σεῖς, εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, καὶ πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις θέλει ἐπικαλεσθῆ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τῆς δικαιοσύνης, θὰ μὲ εὕρῃ ἑτοιμότατον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή μου· διότι οἱ ἀδικούμενοι πρέπει νὰ εὑρίσκωσι προστασίαν. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ λέγω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς καὶ δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ ἄνευ ἐξετάσεως τοὺς λόγους τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ἐὰν θέλῃ ἐν συνειδήσει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῶν δικαστηρίων. Κάμνω λοιπὸν δευτέραν πρότασιν καὶ ἀποσύρω τὴν πρώτην, καὶ λέγω, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἴδῃ ἂν ὁ Φεσσᾶς ᾖναι ἐγκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§35Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί πρᾶγμα εἶναι, κύριοι, ὁ φεσσᾶς ἐγὼ δὲν γνωρίζω καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ἀλλὰ μόνον εἰς μίαν λέξιν....
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀδελφός μου μοῦ εἶπεν ἐδῶ, ὅτι παραπονεῖσθε, διότι εἶπα τὴν λέξιν σιωπὴ, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὸ εἶπα δι’ ἐσᾶς.
§37Μ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλὰ, δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ εἴπω.
§38ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Ἐπειδή, κύριοι, ἐγένετο λόγος συνεπεία τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ περὶ ἀποκαταστάσεως εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τινὰ καὶ κατόπιν νὰ ἔλθω εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, τὸ ὁποῖον, ἂν θέλετε, διαφεύγει ὅλως τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Θὰ εἴπω διήγησίν τινα, τὴν ὁποίαν εἷς γείτων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, καθήμενος εἰς Τρίπολιν, εἶχε μάθει ὅτε ἔγεινεν ἡ κατηγορία τοῦ Φεσσᾶ. Ὁ Φεσσᾶς κατηγορήθη, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἔδωκεν ἄσυλον εἴς τινα δολοφόνον εἰς τὴν οἰκίαν του. Ὁ Φεσσᾶς εἶναι εἷς τῶν πλουσιωτέρων τοῦ δήμου ἐκείνου καὶ ἱκανωτέρων πολιτῶν, καὶ ἐδέησε μετὰ πολλὰς κατ’ αὐτοῦ μαρτυρίας τῶν ἀντιπάλων του νὰ παραπεμφθῇ πράγματι εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι οἱ συγγενεῖς τοῦ Μιχάλου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς τὴν Μεσσήνην, κατέγιναν νὰ δώσωσι συνδρομὴν εἰς τὴν τύχην τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, καὶ εἶχε σχηματισθῆ εἰς τὸ Ναύπλιον ἡ ἰδέα, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κύριος Δημητριάδης ἦτο ἐκεῖ, ἡ ἰδέα ὅτι πλέον τῶν 2000 ταλλήρων ἐπῆραν οἱ συγγενεῖς τοῦ Φεσσᾶ, διὰ νὰ δωροδοκήσωσι τοὺς ἐνόρκους· οὐχ ἧττον ὅμως ἠξεύρετε, ὅτι τὴν δικαιοσύνην τὴν λαμβάνουν οἱ ἄνθρωποι μόνοι των. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, φοβούμενοι τὴν καταδίωξιν τοῦ νόμου, εἴτε διότι πραγματικῶς ἐσυκοφαντοῦντο, δὲν προσῆλθον εἰς τοὺς ἐνόρκους. Οἱ ἔνορκοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε σχηματισθῆ ἡ ἰδέα ὅτι ἐπῆγαν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν προσῆλθε κἀνεὶς εἰς αὐτοὺς, εἰς τὸ πεῖσμα τὸν κατεδίκασαν. Ἐρωτᾶται τώρα, ἡ Βουλὴ, ἢ ὁ νόμος, ἢ ὁ Βασιλεὺς, ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων....
§39ΤΙΝΕΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ Βασιλέως.
§40ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Ἡ μεσοβασιλεία, ἡ ἐπανάστασις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ χάριτας ἢ ὄχι; Καὶ τὶ ἄλλο εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, παρὰ πληροφορία ὅτι μία ἀπόφασις εἶναι ἄδικος ἢ πεπλανημένη, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ δίδῃ εἰς τὸν πολίτην ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του; Ἀλλ’ ἡ χάρις διαιρεῖται εἰς δύω, εἰς χάριτα τῆς ποινῆς καὶ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Νομίζετε, κύριε Πετιμεζᾶ, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἀποκαταστάσεως, ὅτι μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ποινικῆς δικονομίας, τῆς παρελεύσεως τῶν πέντε ἐτῶν, ὑπάρχει νὰ ἀποκαθιστᾷ ἕνα πολίτην εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἢ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ θέσῃ χεῖρα ὄχι μόνον εἰς τὴν ποινὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅταν ἐβγῆκαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰς φυλακὰς, ὑπῆρχε Βουλὴ διὰ νὰ ὑποβάλῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης διάταγμα περὶ πλήρους ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου; δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ μία ἐπανάστασις, ἥτις ἔβγαλεν αὐτοὺς ὅλους ἀπὸ τὰς φυλακὰς τοῦ Ναυπλίου, εἶχε τὸ πνεῦμα νὰ ἀποκατασταθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ἢ μόνον νὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν; Μοῦ φαίνεται, οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε εἰς τὸ ἄλλο δύναται νὰ ἀπαντήσῃ τις. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις; ἡ ἀποκατάστασις νομιμοποιεῖται καὶ διὰ διορισμοῦ εἰς ἀξίωμά τι, οἷον εἶναι τὸ προκείμενον. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ἰδική μου· ἂς ἐρωτηθοῦν οἱ καλλίτεροι νομικοί· καὶ θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν ἐπισήμου ἀνδρὸς, τοῦ ἀειμνήστου Πήληκα, ὅστις ἦτο ἐκ τῶν ὀλίγων ἀνδρῶν περὶ τὰ ποινικὰ, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν εἶχον ἀκούσει εἰς τὴν δίκην τοῦ Πλαπούτα, ὅταν ἐδικάζετο ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πετιμεζᾶ, ἥτις ἐγένετο κεκλεισμένων τῶν θυρῶν· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικὰ ἐκείνης τῆς δίκης, διὰ νὰ ἴδετε ὅτι ὁ κ. Πάϊκος ὡς ὑπερασπιστὴς τοῦ Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ ἐζήτησε τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ στρατηγοῦ Πλαπούτα ὡς μάρτυρος. Ὁ Πήλικας, ἀποκρούων αὐτὴν τὴν ἔνστασιν ὡς ἄδικον, εἶπεν ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὰ πολιτικὰ του δικαιώματα διὰ τοῦ διορισμοῦ του ὡς ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως, καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις διὰ τῶν διατάξεων τῆς ποινικῆς δικονομίας, καὶ ὅτι ἡ ἀποκατάστασις ἐπέρχεται καὶ διὰ χάριτος· διότι εἰς αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον δίδει χάριτα, λέγει, ὅτι ἀπολύομεν τῆς φυλακῆς καὶ ἀπονέμομεν πλήρη τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα. Λοιπὸν, κύριοι, ὅταν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅστις γνωρίζει τὸν Φεσσᾶν, καὶ ὅτι ἐσυκοφαντήθη, ὅταν πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν γνωρίζουν ὅτι ὁ πλούσιος ἐκεῖνος Φεσσᾶς, ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος πολίτης κατεδικάσθη συκοφαντηθεὶς, δὲν εἶχε δικαίωμα ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς ἕνα διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, νὰ στείλῃ ἓν διάταγμα χάριτος τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων; Ὅταν διώρισεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν θέσιν, ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ τὸν ὑπουργόν; καὶ ὁ ὑπουργὸς, ὅταν δίδῃ χάριτας, ἐκ θείας ἀντιλήψεως ἢ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ μανθάνει; Πηγαίνουν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ λέγουν, ἐπλανήθη ὁ δικαστής. Καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας δὲν ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι ἄλλοι κατεδικάσθησαν καὶ ἄλλοι ἦσαν ἔνοχοι; Ἡ χάρις λοιπὸν, κύριοι, ἔχουσα τὸν προορισμόν της εἰς μίαν ἄδικον καταδίκην, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν κυβέρνησιν νὰ μετριάζῃ τὸ μέτρον τῆς ποινῆς. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ καθιερώσητε τοιαύτην νομολογίαν, ὥστε οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος νὰ καθιστῶνται εἰς τὰ πολιτικὰ των δικαιώματα μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν πέντε ἐτῶν· διότι τότε δὲν πιστεύετε ὅτι θέλουν ἀποκλεισθῆ ἀπὸ ἀξιώματα πολλοὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι χρήσιμοι; Ἀλλὰ εἶναι ἠθικὸν διὰ μίαν κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ μὴ ἀποκατασταθέντας πολίτας εἰς μίαν θέσιν; Ἀλλ’ εἶναι πάλιν ἠθικὸν εἰς μίαν κυβέρνησιν ἐπ’ ἄπειρον νὰ στερῇ ἕνα τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὅταν ἐπείσθη ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη;
§41ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Δόσιος ἀποκατεστάθη δι’ ἀποφάσεως τῆς ἐθνοσυνελεύσεως εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν εἶχεν ἀπολυθῆ ἀπὸ τὰς φυλακάς;
§42ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ αὐτό. Εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ εἰσέλθῃ. Ἂν ὁ κ. Δόσιος τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ζήτημα, διότι ἦτο πληρεξούσιος ὁ ἀδελφός του καὶ ἤθελεν ἐπισημότερον νὰ φανῇ ὅτι ἀποκατέστη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἰδικήν μου ἰδέαν. — Ἡ χάρις λοιπὸν, ὡς σᾶς προεῖπα, ἐπέρχεται εἴτε διὰ διατάγματος, εἴτε διὰ διορισμοῦ εἰς ἀξίωμά τι. Συμφωνούσης λοιπὸν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἔδωκεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν γνωρίζω τὸν Φεσσᾶν καὶ ἑπομένως δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Ἤκουσα μὲ προσοχὴν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ ἀνέπτυξεν ἐνώπιόν σας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ φρικτὴν ἐντύπωσιν, οἵαν ἐπροξένησεν εἰς αὐτὸν ὁ διορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου εἰς τὴν ἀστυνομικὴν θέσιν τοῦ δήμου Παμίσου, ἀνθρώπου καταδικασθέντος, ἀδίκως ἢ δικαίως δὲν εἶναι ἴδιον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀνθρώπου καταδικασθέντος διὰ τὸ στυγερώτερον τῶν ἐγκλημάτων, τῆς δολοφονίας. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς κατεδικάσθη εἰς ἰσόβια δεσμὰ δι’ ὑπόκρυψιν τῶν δολοφόνων, ἀλλὰ διότι συνέπραξεν εἰς τὴν δολοφονίαν, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς ἡ ὁποία τῷ ἐπεβλήθη. Ὁ συνεργὸς τῆς δολοφονίας καταδικάζεται εἰς ἰσόβια δεσμὰ, ὁ δὲ κρύπτων κακούργους καὶ φυγοδίκους ἢ φονεῖς εἰς ἐλαφροτέραν ποινήν. Μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ Γεωργίου Φεσσᾶ ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου· ἦτο ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἡ ἐπανάστασις ἠμνήστευσεν ἢ ἔδωκε χάριν εἰς τοὺς καταδίκους καὶ ὑποδίκους, καὶ μετὰ πολλὰς συζητήσεις ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου τοὺς μὲν ὑποδίκους ἠμνήστευσεν, εἰς δὲ τοὺς καταδίκους ἔδωκε χάριν, ὁποίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ καὶ ἀνώτατος ἄρχων. — Γνωρίζετε βεβαίως καλλίτερά μου, ὅτι ἡ μὲν ἀμνηστεία, ἡ ὁποία δὲν δίδεται εἰς πρόσωπα ἀλλὰ εἰς πράξεις, καὶ ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ ὑποδίκων, ἡ ἀμνηστεία ἐξαλείφει τὸ ἀξιόποινον τῆς ποινῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ἀφίνει κἀμμίαν συνέπειαν εἰς τὸν ἐγκληματήσαντα· ἀλλ’ ἡ χάρις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν κατάδικον, δὲν ἐξαλείφει ὅλας τὰς συνεπείας τῆς πράξεως· τοῦτο εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως καὶ ἀντιλογίας. Τὸ ἄρθρον 518 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἔχει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν «τέλος τῶν ποινῶν» (τὸ ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 564 τῆς ποινικῆς δικονομίας ἔχει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν «κεφάλαιον 3 ἀποκατάστασις» (τὸ ἀναγινώσκει). Εἶναι ζήτημα, κύριοι, ὅτι ἡ χάρις τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς καταδίκους ἔδωκεν ἡ ἐπανάστασις, δὲν ἀποκατέστησεν αὐτοὺς εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα; Μοῦ φαίνεται ὅτι οὔτε νὰ τὸ συλλογισθῇ εὐλόγως κἀνεὶς δύναται· «ἡ ἀποκατάστασις, λέγει τὸ ἄρθρον 565, γίνεται μόνον 5 ἔτη μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ἢ τὴν παραγραφὴν τῆς ποινῆς». Ἐκ τῶν ἄρθρων δὲ 566 καὶ 567 ὡς καὶ ἐκ τοῦ 568 βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν εἰδικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διαγράφουν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἀποκατάστασις ἑνὸς ἐγκληματίου, ἢ τελέσαντος τὴν ποινὴν ἢ λαβόντος χάριν ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν χάριν τὴν ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἔδωκεν εἰς τοὺς καταδίκους, καὶ τὴν ἀμνηστείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τοὺς ὑποδίκους. Τοιαύτη ἀποκατάστασις δὲν ἔγεινεν· ἑπομένως ὁ διορισθεὶς ὡς ἀστυνόμος Φεσσᾶς διωρίσθη κατὰ παράβασιν τῶν νόμων. Ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶχεν ὅλα τὰ προσόντα, ὅλα τὰ προτερήματα· λέγω μόνον ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅταν γνωρίζῃ τὴν καταδίκην αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅτι δὲν ἀποκατέστη, ἔπραξε παρὰ τὸν νόμον ἀποδεχθεὶς τὴν πρότασιν τοῦ νομάρχου περὶ διορισμοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν δημαστυνόμου. Ὄχι μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν δύναται νὰ διορισθῇ πρὶν ἢ ἀποκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματά του, ἀλλὰ, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὀφείλει νὰ διατελῇ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἄνθρωπος λοιπὸν, ὅστις ὤφειλε νὰ διατελῇ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, διορίζεται ἀστυνόμος νὰ ἐπιτηρῇ τὴν διαγωγὴν τῶν συμπολιτῶν του, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουν τὸ στίγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς φέρει νομίμως! Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶχε δίκαιον νὰ ἐκπλαγῇ ἐπὶ τοιούτῳ διορισμῷ κατὰ παράβασιν ῥητῶν καὶ σαφῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ εἶχε δίκαιον ἐπίσης νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου διωρίσθη εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, καὶ ἀπορῶ πῶς μετὰ ταῦτα ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του καὶ ἔκαμεν ἄλλην, νὰ παραπεμφθῇ δηλαδὴ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ᾖναι ἀποκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἢ ὄχι. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν του ταύτην καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ καὶ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐὰν ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς, λαβὼν χάριν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου, θεωρῆται ἀποκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, κ. Πρόεδρε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, καθήσατε νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἠμπόρεσα νὰ ἀντιληφθῶ, καὶ ἂν σᾶς ἀρέσῃ, νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Οἱ μὴ εὐαρεστούμενοι εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου προτείνουν τὴν τελευταίαν πρότασιν, νὰ διευθυνθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ δώσῃ γνώμην ἂν δικαίως ἔλαβε τὸν διορισμὸν, ἂν ἀποκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θεωρῆται ἀποκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν καθήσατε νὰ σᾶς ἐρωτήσω.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὶ εἶναι τὸ θέμα καὶ τὶ προτείνομεν· νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν ἂν ὁ Γεώργιος Φεσσᾶς ᾖναι νομίμως ἀποκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα δυνάμει τῆς χάριτος, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου.
§49ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν....
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἴδωμεν πρῶτον αὐτό.
§51ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τότε οὔτε ὑπουργὸς κἀνεὶς δὲν θὰ εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§52ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· ἂν ὁ Φεσσᾶς θεωρῆται νομίμως ἀποκατεστημένος ἢ ὄχι· οἱ νομίζοντες ὅτι εἶναι λέγουσι ναί.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι τῶν κυρίων· μετὰ ταῦτα, ὅταν ἀποῤῥιφθῇ τοῦτο, τότε θὰ ἴδωμεν τὶ λέγουν οἱ ἄλλοι.
§54Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Φέρω πρότασιν· «Ἀρκεσθεῖσα ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ δοθείσας πληροφορίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, διετύπωσα μίαν πρότασιν· ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς· προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιφορτίσῃ τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν αὑτῆς νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ὁ Φεσσᾶς ἔχῃ τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ νὰ ᾖναι ὑπάλληλος. Τώρα νομίζετε ὅτι μεθ’ ὅλα ταῦτα τὰ περιστατικὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία ἀπωτέρα πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀποκρούω, τοὐτέστιν ὅτι ἀρκεσθεῖσα ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν...
§56ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ λέγει ὁ Κυριακὸς καὶ ὁ Λάππας.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ δεχθῇ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πρότασιν, πλὴν λέγω ὅτι ἡ πρότασίς μου τότε μένει εἰς τὴν αἰωνιότητα.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἤθελα, κύριοι, νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα....
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις, περὶ τοῦ θέματος πρόκειται.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος· θὰ ψηφισθῇ πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ἢ τοῦ κυρίου Κυριακοῦ;
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἡ ἀπωτέρα ψηφίζεται πρώτη.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι, ἡ ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Κυριακοῦ.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδιάφορον ποία θὰ ψηφοφορηθῇ· ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ σκοπεύει νὰ μεμφθῇ τὸν ὑπουργὸν, ἐνῷ ἡ ἄλλη πρότασις σκοπεύει νὰ μὴ τὸν μεμφθῇ· ὁποία θέλει ἂς ψηφοφορηθῇ καὶ ὅ,τι θέλει ἡ Βουλὴ ἂς παραδεχθῇ.
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει λογικῶς τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποῤῥέουν ἀπὸ μίαν συζήτησιν, καὶ δὲν δύναται τότε ἡ Βουλὴ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας ἐπὶ μιᾶς ἀφηρημένης ἰδέας νὰ ἐπιβάλλῃ ἠθικῶς μίαν νομολογίαν. Ἠπόρησα, κύριοι, μὲ τὸ συμπέρασμα τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ψηφοφορία εἶναι καθαρὰ, εἶναι ψηφοφορία ἐμπιστοσύνης.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§66Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω μόνον ἓν πρᾶγμα, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφοφορήσῃ κατόπιν μιᾶς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις διετύπωσε μίαν πρότασιν συγκεκριμένην καὶ ὁριστικὴν. Ἐννοῶ τὰς προτάσεις τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὴν πρότασιν τὴν πρώτην τοῦ κυρίου συναδέλφου Πετιμεζᾶ, φέρουσαν τοὺς ὅρους καὶ τὰς διατυπώσεις καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ὅρος αὐτῆς τῆς διατυπώσεως ἀνεκλήθη καὶ σήμερον παρουσιάζεται ἡ πρότασις ἡ καθαρὰ, ἡ συγκεκριμένη τῆς συζητήσεως, ἡ λέγουσα ὅτι ἐπισήμους ἀποδείξεις δὲν παρουσίασεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως διὰ ν’ ἀποδείξῃ ἐὰν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀποκατεστάθη νομίμως καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δικάσωμεν. Διὰ τῆς ἀποφάσεως μας θὰ νομολογήσωμεν, κύριοι, θὰ νομολογήσωμεν ἐπὶ τῶν δικαστηρίων, καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ κατάδικοι οἱ ἀπολυθέντες κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν ἐναντίον τῶν νόμων, ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων τῆς ποινικῆς δικονομίας, θεωροῦνται ἀποκατεστημένοι· ἰδοὺ, κύριοι, εἰς τί θ’ ἀπολήξῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις. Καὶ φρονεῖτε ἀκινδύνως, ὅτι δύνασθε νὰ ψηφοφορήσητε μίαν τοιαύτην πρότασιν; δύνασθε ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης συγκεκριμένης ὑποθέσεως νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὰς ἰδέας τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ὅτι ὁ κατάδικος Φεσσᾶς, λαβὼν χάριν κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν, θεωρεῖται ἀποκατεστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§68Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος δὲν συνεπάγεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκαταστάσεως· δὲν πρόκειται ἡμεῖς σήμερον νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ θέλετε νὰ τὸ λύσετε, ὅτι ἡ χάρις ἀποκατέστησε τὸν Φεσσᾶν, καὶ κατὰ συνέπειαν πάντα κατάδικον. Λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα; Διετυπώθη ὅτι νὰ ἐρωτήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιτροπὴν της ἐὰν ὁ περὶ οὗ πρόκειται Φεσσᾶς ἀποκατεστάθη ἢ ὄχι εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐὰν νομίμως ἢ ὄχι ἔλαβε θέσιν δημοτικοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν πρόκειται τώρα, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, νὰ ἔχῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα συνέπειαν· τὸ ἐννοῶ, θὰ ἔχῃ ἴσως τοιαύτην συνέπειαν, ἀλλὰ δὲν ἐκάμαμεν συζήτησιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς καθαρᾶς ὑπουργικῆς ἐμπιστοσύνης· μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ἀποφαινόμεθα ὅτι παρανόμως διωρίσθη αὐτός. Ὑπάρχουν ἐνδοιασμοὶ ἀκόμη· καὶ ὑπάρχει ἐνδοιασμὸς ἐὰν ἀποκατεστάθη, ναὶ ἢ ὄχι, εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα· καὶ ὑπάρχει ἐνδοιασμὸς, διότι δὲν παρουσιάζονται ἐπίσημοι ἀποδείξεις, ἐπίσημοι ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι κατέδειξαν τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Εἰς τὸν ἐνδοιασμὸν λοιπὸν αὐτὸν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ καὶ ζητεῖ πληροφορίας, ζητεῖ ἀποδείξεις· ζητεῖ νὰ πεισθῇ ἐὰν τὸ ἓν ἔχῃ ἀληθῶς ἢ τὸ ἄλλο. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν. Τώρα, κύριοι, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ᾖναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη, πιθανὸν νὰ συνεπάγεται συνεπείας κυβερνητικὰς, ὑπάρξεως ὑπουργείου, παραιτήσεως ὑπουργείου· αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον ζήτημα· τὸ καθαρὸν εἶναι τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶναι ἀξία νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ παρέξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς θεωρῇ λίαν περιττάς. Κατὰ συνέπειαν δὲν δυνάμεθα, νομίζω, λογικῶς νὰ ψηφίσωμεν, ἔστω καὶ κατὰ τύπους, ἀπωτέραν ὡς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κυριακοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται, ὥστε ἡ πρότασις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης· καὶ εἰ μὲν παραπεμφθῇ, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν, εἰ δὲ ὄχι, τὸ ζήτημα μένει καὶ ὑποτίθεται χωρὶς νὰ νομολογήσῃ ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ κάμῃ διάταξιν ὁριστικὴν, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἐπαρκεῖς, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομικὸν ζήτημα ἐὰν ἡ ἀποκατάστασις ᾖναι συνέπεια τῆς χάριτος ἢ ὄχι. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κύριοι, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν καθαράν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ λέγουν ὄχι. Κατὰ συνέπειαν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπωτέρου τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Κυριακοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε ὅτι καὶ ἡ εὐφυΐα περιπλέκεται ἐνίοτε, ὅταν πατῇ εἰς ψευδὲς ἔδαφος· αὐτὸ ἔπαθεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης· τὸ ἔδαφος εἶναι ψευδὲς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔφθασε σωστὰ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐζητοῦσεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης. Ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἔχει συνεπείας, ἢ ἐὰν δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὸ ἴδιον κάμει· διότι λέγει ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ νομολογήσῃ, διότι ἡ νομολογία της θὰ ἔχῃ συνεπείας, καὶ ἐὰν καλῶς θεωρῆται ἀποκατεστημένος ὁ Φεσσᾶς, τότε θεωροῦνται ἀποκατεστημένοι ὅλοι οἱ καταδικασθέντες καὶ ἀπολυθέντες. Καὶ λοιπὸν, λέγει ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ μεγάλην συνέπειαν, νὰ κηρύξῃ ὅλους τοὺς ἀπολυθέντας ἀθώους· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμῃ τώρα. Διατί νὰ τὸ κάμῃ τότε μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Οὐσιαστικῶς εἶναι καλὴ ἡ ἔλλειψις πληροφοριῶν; Ἐὰν οὐσιαστικῶς εἶναι κακή· ποῖος πταίει; Ἔφερε πρότασιν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἐὰν εἶναι οὐσιαστικῶς καλὴ, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη πληροφοριῶν· διότι τί πληροφορίας ζητεῖ; τί ἔγγραφα; ὁ ἰσχυρισμὸς ὁ ἰδικός μας εἶναι, ὅτι μία πρᾶξις τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν μεταβολὴν ἀποκατέστησε τοὺς ἐξελθόντας τῶν φυλακῶν· τί ἄλλα ἔγγραφα νὰ παρουσιάσῃ ἡ ἐπιτροπή; τί ἄλλο νὰ κάμῃ; Ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτοὶ πταίουν, ὁ κύριος Πετιμεζᾶς πταίει, ἐὰν μᾶς σύρῃ πρὸς τοιαῦτα συμπεράσματα. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νομολογίαν κἀμμίαν ἀπὸ τὴν Βουλήν· ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἦλθε λέγων ὅτι κακῶς ἔπραξα ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔπραξα κακῶς, ἔπραξα καλῶς· ἡ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ τώρα, ἂν εὐχαριστῆται εἰς ὅσα τῇ εἶπον ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν εὐχαριστῆται, θὰ εἰπῇ ὅτι εὐχαριστήθη εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πετμεζᾶς, καὶ τότε φυσικῶς αὐτὸ εἶναι μομφή. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, μομφῆς εἰς τὸν ὑπουργὸν, τίποτε ἄλλο, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ μείνετε· δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἀποφύγετε τὸ ζήτημα ὅπως τὸ θέτει ὁ Κυριακός. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς λέγει, δὲν πιστεύω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργός, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς, πρέπει νὰ στείλετε τὴν ὑπόθεσιν εἰς μίαν ἐπιτροπήν· ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἔχουν ἀξίαν κἀμμίαν· ἑπομένως πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἔχουν ἀξίαν ἐκεῖνα ὁποῦ λέγει ὁ Πετιμεζᾶς ἢ ὄχι· ἑπομένως, τὸ ζήτημα «ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα» εἶναι πολλὰ φυσικὸν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ τέρμα πάσης συζητήσεως. Πᾶσα συζήτησις ἔχει ἀποτέλεσμα ἢ μίαν πρότασιν τροπολογημένην, καὶ αὐτὴ ὁπωσδήποτε εἶναι μομφὴ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ πρότασιν καθαρὰν μεθ’ ἣν μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· λοιπὸν ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ ἐὰν πείθεται εἰς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ἢ τοὺς ἰδικούς μου.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῷ ὄντι ἡ εὐρυΐα, βλέπετε, ὁσάκις δὲν πατεῖ εἰς ἔδαφος· δὲν εὑρίσκει τόπον νὰ σταθῇ, αὐτὸ εἶναι ὁμολογούμενον. Σήμερον ἔρχεται μία πρότασις καθαρὰ καὶ λέγει· κύριοι, ἕνας ὑπουργὸς διώρισεν εἰς θέσιν ὑπάλληλον μὴ ἔχοντα δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον ὁ ὑπουργὸς λέγει· ὄχι, ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον, διότι ἡ ἀμνηστεία τὸν ἔφερε... Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ, καὶ σᾶς εἶπον ἄλλοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔλυσε τὸ ζήτημα διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δοσίου. Ἐγὼ ἐννοῶ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἔχει μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νομίζει, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν μαζύ της καὶ λέγει· κάμω ὅ,τι θέλω ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία δύναμις, δὲν εἶναι ὅμως καὶ μία ἀλήθεια. Κύριοι, ἐννοῶ, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν μου, διότι αὐτὴ μόνη δύναται νὰ φωτίσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς ἀληθείας. Τώρα ἡ Βουλὴ δὲν θέλει· τί νὰ τῆς κάμω; ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐμποδίσω;
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, κύριοι, ἂν θέλετε ν’ ἀκούσετε· ἀπὸ τὰ σχήματα καὶ τὰς φωνὰς ἐννοῶ ὅτι θέλετε νὰ ψηφίσωμεν ὡς ἀπωτέραν τὴν πρότασιν· «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰς παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δοθείσας πληροφορίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Κυριακοῦ καὶ τοῦ Λάππα.
§73ΖΩΤΟΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν θὰ ψηφοφορήσετε;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§75ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ ὅσους ἦλθον κατὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον δὲν παραξενεύομαι· ὅμως ἀπορῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται κατὰ συνέχειαν πολλὰ ἔτη. Ὁσάκις παρουσιάζεται μία πρότασις, καὶ παρουσιάζεται μία ἄλλη ὡς σύνθετος, τί λέγει ὁ κανονισμός; Ὅτι τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀπωτέρα. Νομίζω, δὲν εἶναι ζήτημα νὰ ἐκτιμήσωμεν ποία ἀπὸ τὰς δύο προτάσεις εἶναι ἀπωτέρα. «Ἀρκεσθεῖσα ἡ Βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§76ΖΩΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ἔντιμος φίλος μου, θαυμάζει διότι ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπωτέρα· δὲν θαυμάζει δὲ διὰ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, διότι εἶναι πρωτόπειρος. Ἐγὼ ὅμως θαυμάζω τὰ μέγιστα μὲ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μαθητευόμενος ὡς ὁ κ. Πετιμεζᾶς· εἶναι ἀρχαῖος βουλευτὴς, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀρχαιότερος αὐτοῦ· καὶ τότε, ὅταν ἤμεθα εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ ἔτη κατὰ συνέχειαν, ἐνθυμεῖται πολὺ καλὰ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι πᾶσα πρότασις ἢ καὶ πᾶσα ὑποτροπολογία, ἡ ὁποία ἐσυμφωνοῦσε μὲ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ἢ μὲ τὴν πρότασιν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκείνη ἦτο ἡ πλησιεστέρα, ἀπωτέρα δὲ ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν ἐσυμφωνοῦσε. Τὸ ἐνθυμεῖται πολὺ καλὰ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι αὐτὸ τὸ «ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ, καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Κεχαγιᾶς πολλάκις· καὶ ἂν θέλῃ, τοῦ φέρω τὰ πρακτικὰ πολλῶν συνεδριάσεων· καὶ τότε ἐψηφοφόρησε μία πλειονοψηφία αὐθαίρετος ἥτις εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν, ὅτι «φωτισθεῖσα ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἅπαξ ἢ δὶς καὶ αὐθαιρέτως. Ποτὲ δὲ ἐψηφοφορήθη τοῦτο· ἐψηφοφορήθη προηγουμένως ἡ πρότασις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅταν αὕτη ἀπεῤῥίφθη, τότε δι’ ἀναστάσεως ἐψηφοφορήθη τὸ «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὁ θαυμάζων μὲ ἐμὲ τὸν ἀρχαῖον βουλευτὴν ἔχει ἄδικον. Ἐγὼ λοιπὸν, ἐπειδὴ μὲ ἐπροκάλεσεν ὁ φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, ἐπιμένω λέγων, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Κυριακοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ ὁποία συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι ἀπωτέρα, εἶναι ἡ πλησιεστάτη, εἶναι αὐτόχρημα ἡ γνώμη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· πᾶσα ἄλλη γνώμη, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ μέρους τῶν λαλησάντων, ἐκ μέρους τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅσον ἠπία καὶ ἂν ᾖναι, εἶναι ἀπωτέρα, διότι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Τί μᾶς λέγει ὁ κ. Κυριακός; «Ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» δηλαδὴ, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι οὐράνιον (θόρυβος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, κύριοι, καὶ θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ καὶ τοῦ νόμου.
§78ΖΩΤΟΣ. Τί ἄλλο λέγει αὐτὴ ἡ πρότασις, παρ’ ὅτι ὁ Φεσσᾶς λαβὼν χάριν ἐγκατέστη, καὶ εἶναι νόμιμον; Τί λέγει ὁ Πετιμεζᾶς; ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔλαβε χάριν ἀπὸ τὸν λαὸν, ἐναντίον ὅμως παντὸς νόμου, ἐναντίον πάσης ἀποφάσεως δικαστηρίου, ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν χαίρει τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς θέσιν ὑπαλλήλου. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι τὸ ἀπώτερον, καὶ ἐὰν θελήσετε νὰ μᾶς ἐπιβάλετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπωτέρα ἡ γνώμη αὕτη, ἀλλ’ ἡ τοῦ πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀδικία καὶ εἶναι αὐθαιρεσία ἐκ μέρους σας, εἶναι αὐτόχρημα δικτατορικὴ καταπάτησις τοῦ κανονισμοῦ καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζῶτε, καὶ ἐγὼ ἔκαμον πολλάκις βουλευτής. Σὲ παρακαλῶ· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἐξηγήθην, ὅτι θ’ ἀκολουθήσω τὸν νόμον, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀφίνομεν ἄλλα δικαιώματα εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄλλην πρότασιν, φεύγει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ ἀντικείμενον, δὲν συζητεῖται πλέον. Ἰδοὺ τὸ ἀπώτερον.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι, ἀπωτέρα πρότασις; Ἀπωτέρα θὰ εἴπῃ, ὅτι περιλαμβάνει καὶ ὅλας τὰς ἄλλας, ἐὰν παραδεχθῇ αὕτη ἢ ἀποῤῥιφθῇ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἰσχυρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς του· καὶ μήπως νομίζετε, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θέτει ὁ κ. Κυριακός, ἀποκρούει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ; Ὄχι· διότι τί λέγει ὁ κ. Κυριακός; «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τί λέγει ὁ κ. Πετιμεζᾶς; ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κυριακοῦ, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν δὲν τὴν παραδεχθῇ, θὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν ψηφοφορεῖται λοιπὸν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ; Πῶς διϊσχυρίζεται ὁ φίλος μου κ. Ζῶτος, ὅτι ὅπως καὶ ἂν διατυπωθῇ μία πρότασις, οὕτω πως πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ; Ψηφοφορεῖται, ἀλλ’ ἐμμέσως· διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα, ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι, διὰ νὰ φωτισθῇ, ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἐκθέσεως τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν ψηφοφορεῖται καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, δὲν ἀποκλείεται· αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἀπωτέρα.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ ὁποιανδήποτε πρότασιν καὶ ἂν ψηφοφορήσετε, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ οὐσία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἠμπορεῖ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πρότασιν· ἐννοῶ, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπῄτει νὰ μὴ ταχθῇ ὁ τύπος ἐκεῖνος, ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι τῳόντι πολλὰ εὐφυὴς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται κομμάτι σοφιστικὸν ν’ ἀποκρούωμεν μίαν πρότασιν διὰ μιᾶς ἄλλης, ἡ ὁποία δὲν προδικάζει τίποτε· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ μεγάλη πεῖρα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀπέναντι ἐμοῦ τοῦ ἀπείρου, εἶναι τόσον ἀποφασιστικὴ, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τίποτε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κυριακοῦ καὶ τοῦ κ. Λάππα νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παραδέχθη. Κύριε ὑπουργὲ, πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἡ πρότασίς σας.
§85ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἔχων ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, τὰς δυσχερείας καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ κράτος, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν τοῦ νόμου περὶ τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρετε τὸ ἄλλο;
§87ΓΡΙΒΑΣ. Μάλιστα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ ἄλλου, κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτό;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς ζητοῦν ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραγωγείου τῆς Χαλκίδος· δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν;
§91ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην φοράν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διὰ τρίτην συζήτησιν. Προχθὲς ἐμείναμεν εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον. Ἔχει τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς.
§93ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐπιτροπή σας, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς, ἐκτιμῶσα τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας νομοσχεδίου, ἐμελέτησεν ἐμβριθῶς καὶ ἐπισταμένως αὐτὸ, ἐβασάνισε πολυτρόπως τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νόμον· προσέτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν διαφόρους ἀναφορὰς διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν καὶ τὰς τροπολογίας διαφόρων βουλευτῶν καὶ παρετήρησεν, ὅτι τῷ ὄντι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκεται μὲν ὁ σκοπὸς νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἐλάττωμα, τὸ πλημμελὲς τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου, καθότι οὔτε ἡ ἰσότης, οὔτε δικαιοσύνη ἐτηρεῖτο εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ζητεῖται καὶ αὔξησις φόρου καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξητε, διότι εἰργάσθημεν ἐκτεταμένως καὶ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς κλάσεις καὶ κατηγορίας. Παρετήρησεν ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ μελετήσῃ καὶ βασανίσῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Εὗρε, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν διαίρεσιν καὶ διάκρισιν τοῦ πληθυσμοῦ δὲν ἐγγυᾶται, δὲν ὑπόσχεται μίαν ὅσον εἶναι δυνατὸν δικαίαν καὶ ἴσην διανομὴν τοῦ φόρου. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος, δὲν εὗρεν ἄλλο μέσον παρὰ νὰ προσθέσῃ ἔτι μίαν διάκρισιν πληθυσμοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως εἴδομεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καθ’ ὃ οἱ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες εἶναι εἰς μεγίστην ἀπόστασιν ἀπὸ τοὺς πληθυσμοὺς εὐαρίθμων πόλεων νὰ ἔλθουν εἰς ἴσην τινὰ φορολογίαν. Καὶ ἀκόμη περισσότερον ἰσχυρὸς λόγος ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τῆς διαιρέσεως ἀντὶ 6 εἰς 7 φορολογίας, διότι εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρχίας, Κύριοι, δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὸ μέσον τῆς κλίμακος τοῦ ἐνοικίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν νὰ κατατάξωμεν ἀναλόγως αὐτοὺς τοὺς μικροὺς καὶ ὀλίγον ὠφελίμους ἐπιτηδευματίας τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ μέτρον τῆς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν διάκρισιν καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς παρεδέχθη· διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας, μὴ ὑπαρχούσης βαθμίδος ἐνοικίου, ὅλοι πληρόνουν τὸ αὐτὸ ἐνοίκιον καὶ ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν τῆς φορολογίας. Εἰς τὰς Ἀθήνας ὅμως π. χ. θέλετε εὕρει μίαν κλίμακα ἐνοικίου, διὰ τῆς ὁποίας τίθεται ὁ πλούσιος ἀναλόγως, ὁ πτωχὸς ἀναλόγως κτλ. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι τὸ αὐτὸ ἐνοίκιον εἰς ὅλους. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ ἓν μέσον καὶ εὑρέθη αὐτό.
§94ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ποίας γνώμης εἶναι;
§95ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς εἰς τὰς μεταβολὰς αὐτοῦ τοῦ πίνακος τοῦ τιμολογίου ἔφερε μίαν ἐδικήν του τροποποίησιν, τουτέστι τὴν τελευταίαν τάξιν τὴν μετέβαλεν ὡς πρὸς τὸν πληθυσμόν· ἐσυγχώνευσε τὰς δύω τελευταίας εἰς μίαν, ἐλαττόνων τὴν φορολογίαν. Τοιουτοτρόπως εὕρομεν, ὅτι σχεδὸν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας βαθμίδας ὁ Κύριος ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἔχομεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν τίποτε ἐδὼ. Οὐχ ἧττον ὅμως, καὶ μ’ ὅλην αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπή σας ἔκαμεν, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσῃ μερικῶν ἐπιτηδευμάτων φορολογίας, τουτέστι νὰ μεταθέσῃ τινὰς ἀπὸ τὴν μίαν κατηγορίαν εἰς τὴν ἄλλην καὶ ἀπὸ τὴν μίαν κλάσιν εἰς τὴν ἄλλην, καὶ συμβιβάσῃ οὕτω τὰ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα. Νομίζω, ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ἕνα ἕκαστον ἀντικείμενον δὲν εἶναι καιρὸς νὰ λαλήσωμεν, ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, τότε θέλω φέρει τὸν λόγον καὶ θέλω δώσει ἀποχρώντως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφασίσαμεν οὕτως καὶ ὄχι ἄλλως.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τὸ νέον τιμολόγιον εἴμεθα σύμφωνοι· τὸ ἄρθρον μένει ὅπως ἔχει.
§97ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ Αʹ. τιμολόγιον πρῶτον.
§98ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ πλεονέκτημα παντὸς νόμου........
§99ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑμεῖς ἔχετε γνώμην ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐπέρασε.
§100ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ 2 σχετίζεται μὲ τὸ 4. Τὸ 62 ἄρθρον λέγει· «εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται κλπ.» λοιπὸ, ὅταν λέγῃ οὕτω, θὰ σᾶς ἀποδείξω ἂν ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἀληθὴς, ἂν θὰ ἔχωμεν βάσιν τὸ ἐνοίκιον ἢ μίαν ὑποτιθεμένην μονάδα. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ πλεονέκτημα παντὸς νόμου εἶναι ὄχι μόνον νὰ ᾖναι σαφὴς, ἀλλὰ νὰ μὴ ᾖναι καὶ ἀλγεβρικός· ὅταν δὲ τὸν ἀναγινώσκῃ τις, νὰ μὴ ὑποθέτῃ, ὅτι λύει ἀλγεβρικὰ ζητήματα, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ διάταξις ῥητὴ, ἥτις νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν δυσκολίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ᾖναι σαφὴς, δίκαιος κατὰ πόλεις, κώμας, χωρία. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ 2 καὶ 4. ἄρθρον τῶν ἐνοικίων εἶναι ἄδικος καὶ ἐν μέρει μὴ ἀληθής· διότι, ἐνῷ λέγει, ὅτι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ τοῦ ἐνοικίου, μόλα ταῦτα τὸ ἐπιτήδευμα δὲν κανονίζεται οὕτως, ἀλλ’ ἔξαφνα λαμβάνεται ὡς βάσις μία μονὰς, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἰδιοῤῥύθμως ἐκανόνισε. Μὲ ἤλεγξε, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Κυπριάδης, ὅτι ἀγνοῶ τὸν νόμον αὐτόν. Ὅταν ἀνέγνωσα τὴν τροπολογίαν πρὸ ἡμερῶν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιτήδευμα τῶν δικηγόρων, διότι εἰς αὐτὸ καταφαίνεται τὸ ἄνισον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐνόησα, Κύριοι, ὅτι τροπολογῶν τὸν νόμον διὰ τοὺς δικηγόρους, ἀποκλείω τοὺς ἐμπόρους καὶ ἰατρούς. Μὲ ἤλεγξεν, ὅτι δὲν ἐνόησα τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄνισος κατὰ πόλεις καὶ χωρία. Τί σᾶς λέγει τὸ 4 ἄρθρον; λέγει ῥητῶς, ὅτε τὸν πληθυσμὸν μιᾶς τινος πόλεως τὸν διαιρῶ εἰς τάξεις, τὸν ἀριθμὸν τῶν τάξεων τὸν πέρνω ὡς διαιρέτην καὶ μὲ αὐτὸν διαιρῶ τὸ ἀνώτατον ἐνοίκιον ἑνὸς ἐπιτηδευματίου. Λοιπὸν, διὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι σήμερον συζητῶ ὑπὲρ τῶν δικηγόρων, μεταφέρω τὸ παράδειγμα αὐτὸ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰατρῶν καὶ τῶν ἐμπόρων. Τὸ πηλίκον, λέγει ὁ νομοθέτης, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ μετὰ τὴν διαίρεσιν αὐτὴν· θὰ ᾖναι ὁ ὅρος τῆς κατωτέρας τάξεως, καὶ δὲν λέγει, ὅτι τὸ πηλίκον χρησιμεύει διὰ νὰ σὲ ὁδηγήσῃ· ἀλλ’ ἀδιάφορον καὶ ὅπως τὸ λέγει. Χρησιμεύει λοιπὸν, λέγει, διὰ νὰ καταταχθῇ ὁ ἐπιτηδευματίας εἰς τὴν κατωτάτην τάξιν. Δηλονότι, ὑπάρχει ἔμπορος εἰς τὰς Ἀθήνας ὡς ὁ Γκινάκας ἢ ὁ Τσάτσος· αὐτὸς πληρόνει 1000 τάλληρα κατ’ ἔτος ἐνοίκιον. Προσέξατε νὰ ἰδῆτε, ὅτι ἡ βάσις εἶναι ὑποθετικὴ, αὐθύπαρκτος εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, καὶ ἡ διάνοια αὕτη, ὅσον ἀγαθὴ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν εἶναι ἄνισος, καὶ ἰδοὺ· τῶν ταλλήρων λοιπὸν αὐτῶν διαιρουμένων διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τάξεων 6, τί μᾶς φέρει ὡς πηλίκον; 10,000. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ὁ τοιοῦτος θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατωτέραν τάξιν· ποῦ τὴν εὑρίσκει λοιπὸν αὐτὴν τὴν κατωτέραν τάξιν τῶν 50 δραχμῶν; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὴν μονάδα, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὡς βάσιν, τὴν λαμβάνει αὐθαιρέτως, διὰ νὰ καταστρώσῃ ἕνα πίνακα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι μονὰς ὑποτιθεμένη καὶ ἥτις φέρει εἰς τὰ ἑξῆς ἀδικήματα. Ἐὰν εἷς ἔμπορος, εἷς ἰατρὸς πληρόνῃ τὸ ἀνώτατον ἐνοίκιον μιᾶς πόλεως, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι τῶν ἐπαρχιῶν ὅλα τὰ ἐνοίκια εἶναι κάτω μιᾶς ἑκατοντάδος, θὰ καταντᾷ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ καταταχθοῦν εἰς τὴν τάξιν τῶν 50 δραχ. ἐξαιρέσει 3, 4, τοῦ Καλλιγᾶ, τοῦ Παππαῤῥηγοπούλου, τοῦ Κ. Κυπριάδου, τοῦ Κ. Πλατύ· ὥστε λοιπὸν οἱ δικηγόροι τῆς πρωτευούσης, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζονται ὑποθέσεις εἰς ὅλον τὸ Κράτος, διότι ὑπάρχει ὁ Ἄρειος Πάγος, θὰ πληρόνουν 50 δραχμάς. Δὲν συμβαίνει, Κύριοι, τὸ αὐτὸ εἰς τὰς ἐπαρχίας· τὸ ἀνώτατον ἐνοίκιον εἰς τὴν Τρίπολιν π. χ. εἶναι ἀπὸ 500–600 δραχ. ὁ δὲ ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ ἔχει τάξεις τέτσαρας· διαιροῦντες τὸ 600 διὰ τοῦ 4 θὰ εὕρωμεν 150. Κανεὶς δὲν πληρόνει τόσον, ὅλοι πληρόνουν κατωτέρω τῶν 100. Οἱ ἔμποροι τῶν ἐπαρχιῶν θὰ ὑπαχθοῦν εἰς 120 καὶ 160 δραχμάς· διότι ὅπου ὁ πληθυσμὸς ἔχει οἰκοδομὰς μεγάλας, αἱ οἰκοδομαὶ αὗται θὰ ἐπηρεάσουν ὅλους τοὺς ἄλλους ἐπιτηδευματίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐὰν συγκρίνητε τοὺς ἐπιτηδευματίας τῶν Ἀθηνῶν μὲ τοὺς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὅπου αἱ μεγάλαι οἰκοδομαὶ εἶναι μία ἢ δύο, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων θὰ πληρώσουν περισσότερα. Νομοθετεῖτε λοιπὸν μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας; Ἐγὼ λοιπὸν κάμνων τὴν τροπολογίαν διὰ τοὺς δικηγόρους, δὲν ἐνόησα νὰ ὑποστηρήξω τοὺς δικηγόρους μόνον, ἀλλ’ ὅλους τοὺς ἐπιτηδευματίας αὐτούς· διότι σᾶς λέγω, ὅτι τὸ εἰσόδημα δὲν κανονίζεται οὔτε ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν, οὔτε ἀπὸ τὸ ἐνοίκιον, καὶ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις τοῦ ἐνοικίου· διότι ὁ δικηγόρος λ. χ. τῶν Ἀθηνῶν δὲν ὑπερασπίζεται μόνον τὰς ὑποθέσεις τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν θέλει τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐνοικίου· τίνι τρόπῳ θὰ προσδιορισθῇ; διότι ὅσοι ἔχουν κάμει συμβόλαια, τὰ συμβόλαια δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ ἐνοικίου, ἀλλ’ ὅσοι κάθηνται εἰς τὰ σπίτια τους, πῶς θὰ τὰ ἐκτιμήσωμεν; θὰ τὰ ἐκτιμήσῃ ὁ ἔμπορος; Λοιπὸν ἐνῷ κατακρίνει τὴν ἐπιτροπὴν, ἔρχεται εἰς μίαν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ καὶ εὐρύτερον ἐὰν ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐνοίκιον, θέλετε ἰδῆ, ὅτι θὰ ἀδικήσητε τὸν Τριπολίτην, τὸν Ἀμφισσέα καὶ τὸν κάτοικον τοῦ Μεσολογγίου, διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας αἱ οἰκοδομαὶ εἶναι μικρᾶς ἀξίας. Ὅταν λοιπὸν αἱ οἰκοδομαὶ διαφέρουν κατὰ 300 ἢ 200 δραχμὰς κατ’ ἔτος, θὰ κατατάξητε ὅλους τοὺς ἐπιτηδευματίας εἰς τὴν 3ην ἢ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀνωτέραν τάξιν· ἡ μεγάλη οἰκοδομὴ μία νὰ ᾖναι σώνει· αὐτὴ λοιπὸν ἡ οἰκοδομὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ ὅλων τῶν ἄλλων. Βλέπετε λοιπὸν ποία ἀνισότης ὑπάρχει. Καὶ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τοὺς δικηγόρους· πολλοὶ ἐκ τῶν καλλιτέρων δικηγόρων τῶν Ἀθηνῶν κάθηνται εἰς σπίτια 80 δραχμῶν· δὲν εἶναι ἄνισος αὐτὴ ἡ φορολογία; Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, θὰ κάμετε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα, ὅτι ἐδῶ μὲν νὰ πληρόνουν οἱ ἐπιτηδευματίαι τὸ κατώτερον ἐπιτήδευμα, διότι ὑπάρχουν μεγάλαι οἰκοδομαὶ, εἰς δὲ τὰς ἐπαρχίας κανεὶς δὲν θὰ πληρώσῃ τὸ κατώτερον ἐπιτήδευμα, διότι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶχον δίκαιον ὅτε ἔκαμνον τὴν τροπολογίαν καὶ σᾶς εἶπα, ὅτι ὁ πληθυσμὸς δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ εἰσόδημα ἐν γένει, καὶ ὅτι ἡ βάσις αὐτὴ τοῦ ἐνοικίου, ὅπως προτείνεται, δὲν εἶναι ὀρθή· διότι ὁ πληρόνων ἐδῶ 100 δραχμὰς θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν 50 δραχμῶν, καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Τρίπολιν θὰ ὑπαχθῶ εἰς τὴν τάξιν τῶν 150 δραχμῶν. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅστις δὲν ἔχει πρόθεσιν νὰ ἀδικήσῃ κανένα, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν δι’ ὅλο τὸ κράτος, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ νόμος σεβαστὸς, θέλει παραδεχθῆ τὴν βάσιν τὴν δεκαδικήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικηγόρους, εἶπον νὰ παραδεχθῇ τὴν βάσιν ἐκείνην εἰς τρεῖς κατηγορίας, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλει· ἂς βάλῃ λοιπὸν τοὺς δικηγόρους εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν· καὶ βλέπετε, ὅτι διὰ τοὺς δικηγόρους φαίνεται καταφανέστερον τὸ ἀδίκημα. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ δικηγόρος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος· ἀρκεῖ, ὅτι τοῦ φορολογοῦμεν τὸ χαρτόσημον καὶ τὸ ἐπιτήδευμα, τὸν κάμνομεν εἰσαγγελέα, ἀναλαμβάνει τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὑπερασπίζεται ἐξ ἐπαγγέλματος τοὺς κακούργους. Ὅταν λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ, θέλετε νὰ τὸν στείλωμεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ τοῦ πωλήσωμεν τὰ ἔπιπλα; τότε διατί νὰ μὴν πληρόνουν καὶ οἱ ὑπάλληλοι; διατὶ ἐγὼ νὰ πληρόνω καὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ μὴ πληρώνουν, ἐνῷ αὐτοὶ ἔχουν τὴν σύνταξιν, ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω; (θόρυβος). Λοιπὸν, ἐπειδὴ εἶναι ἐλεύθερον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, οὐδέποτε πρέπει νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς αὐτὰς τὰς κρατήσεις, διότι καθεὶς δικηγόρος θὰ ὑπάγῃ νὰ πληρώσῃ, οὐχ ἧττον δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἐν τῷ νόμῳ μία ἀνήθικος διάταξις· καὶ ἐὰν τυχὸν ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ καὶ εἰπῇ, ὅτι «τώρα πρέπει νὰ ὑπάγω εἰς τὸ δικαστήριον» καὶ τοῦ εἰποῦν, «ὄχι πᾶμε εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἀφοῦ πληρώσῃς ἔπειτα πηγαίνεις νὰ ὑπερασπισθῇς,» τότε βλέπετε, ὅτι ἠμποροῦν νὰ καταστραφοῦν δικαιώματα πολιτῶν, διότι ἠμπορεῖ νὰ δικασθῇ ἐρήμην ἡ ὑπόθεσις. Ζητῶ λοιπὸν καὶ τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ μὴ τὴν παραδεχθῆτε, καὶ νὰ παραδεχθῆτε ὡς βάσιν τὸ 10% (θόρυβος).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε βουλευτὰ, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§102ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Πρὸ τοῦ ἄρθρ. 3ου νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τιμολόγιον, αἱ τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ αἱ παρ’ ἡμῶν τροποποιήσεις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ τιμολόγιον. 1) Ἀκονιστὴς μαχαιρῶν καὶ ψαλίδων. 2) Ζυγιστής. 3) Καλαφάτης. 4) Κατασκευαστὴς σκιαδίων. 5) Κουρεὺς ἄνευ ἐπίπλων καὶ ἀρωμάτων. 6) Καθαριστὴς καπνοδόχων. 7) Κοφινοποιὸς ἢ καλαθοποιός. 8) Καλαποδᾶς ἢ τσοκαρᾶς. 9) Καφφεκόπτης. 10) Κῆρυξ. 11) Μετρητὴς γεννημάτων ἢ κοιλαντζῆς. 12) Μαχαιροποιός. 13) Πεταλᾶς ἢ καλλιγωτής. 14) Παιγνιδιάτορας (μουσικός). 15) Σαμαροποιός. 16) Σαρωματᾶς. 17) Τσιμπουκοποιός. 18) Χαλβατζῆς ἢ στραγαλοποιός.
§104ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Εἰς τὸν χαλβατζῆ, εἶναι διαφορὰ μεγάλη χαλβατζῆ ἀπὸ χαλβατζῆ· ἐδῶ νὰ διακρίνομεν ἄνευ μύλου· εἶναι ἐργοστάσια παράγοντα ἔλαιον καὶ εἶναι διαφορὰ 10,000 δραχ.»
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα (παρεδέχθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 19) Ψαθοποιός.
§107ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποῦ δένουν σαρώματα, ἀλλὰ εἶναι μὲ ἡμερομίσθιον.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τοὺς ἐργαζομένους εἰς καταστήματα.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις Βʹ· 1ον. Ἁλιεὺς ἢ ἰχθυοπώλης.
§111ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τὸν ἁλιέα, τὸν ἀρτοπώλην κτλ. (θόρυβος).
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναλόγως τοῦ καταστήματος· ἑπομένως θὰ πληρώσουν ὀλίγα.
§113ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τὸν μάγειρον τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου τὸν ἔχει εἰς τὴν πρώτην κλάσιν τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἀλλὰ ἐκεῖ κατ’ ἐκεῖνο τὸ τιμολόγιον θὰ πληρώσῃ ὁ μάγειρος τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 5,000, 42 δραχμάς.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε; εἶναι 24 ἡ πρώτη.....
§115ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Καὶ αἱ περισσότεραι πόλεις ἔχουν πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 5,000· εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑποδιαιρέσεις, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει διάκρισις βαθμοῦ· ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ὅλοι αὐτοὶ θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν μεγαλείτερον φόρον. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον ὁ μάγειρος νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὅπου θὰ πληρώσῃ 12 δραχμὰς, 10 δραχμὰς καὶ καθεξῆς.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν Σῦρον καὶ τὰ ἄλλα μέρη· ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας διαφέρει· τὸ ἐλάττωμα τοῦ πρώτου νόμου ἴσα ἴσα ἦτον, ὅτι εἰς αὐτὸν δὲν ὑπῆρχον διακρίσεις, ἀλλ’ ἐξίσου ἐπλήρονε καὶ ὁ ἀπολαμβάνων πολλὰ καὶ ὁ ἀπολαμβάνων ὀλίγα· αὐτὴ ἦτον ἡ ἔλλειψις καὶ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἠθέλαμεν νὰ διορθώσωμεν. Τώρα εἶναι μερικὰ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀνάγκην κεφαλαίων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ διαίρεσις εἰς τάξεις· ἀλλὰ ἄλλα ἐπιτηδεύματα ἔχουν ἀνάγκην κεφαλαίων. Τώρα φρονεῖτε, ὅτι ὁ μάγειρος ἀνήκει εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν; ὅταν παραδεχθῆτε τὸ τοιοῦτον, θὰ παραδεχθῆτε τὸ νὰ πληρώνουν ὅλοι οἱ μάγειροι τὸ αὐτὸ ποσὸν, διότι εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν δὲν ὑπάρχουν τάξεις· ἑπομένως κυρίως προσβάλλετε τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἔχει σκοπὸν ὄχι νὰ αὐξήσῃ τὰς προσόδους ἀλλὰ νὰ διανείμῃ δικαίως τοὺς φόρους. Διὰ τοῦτο τὸ μεγαλείτερον σφάλμα τοῦ πρώτου Νόμου ἦτο νὰ πληρόνῃ ὁ πλούσιος ὅσον καὶ ὁ πτωχός. Διὰ τοῦτο λοιπὸν κατετάξαμεν τὸν μάγειρον εἰς τὴν πρώτην κλάσιν. Ἑπομένως ἐδῶ ὑποστηρίζω 60–80 δραχμάς· εἰς ἄλλον πληθυσμὸν ἀπὸ 15 ἕως 20 θὰ πληρώσουν 36 καὶ οὕτω καθεξῆς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ.
§117ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν μ’ ἐνόησεν ἀναγνωρίζω ὅτι ἂν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὡς βάσιν, εἶχε καλῶς ἡ κατάταξις τοῦ μαγείρου εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν καὶ τὴν ἀ. κλάσιν· ἀλλ’ ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται εἶναι ἐσφαλμένη. Εἰς τὴν Ἄμφισσαν, τὰς Θήβας, μίαν πάγκαν ἔχει ὁ ἕνας μάγειρος, καὶ ὁ ἄλλος τηγανίζει τὰ σικότια, τὰ ψάρια, ἢ βράζει βρούζαις· ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸν τὸν νόμον, δὲν θὰ ζητήσητε κλίμακα ἐνοικίου; Ποῦ θὰ τὴν εὕρητε λοιπόν; ὅλοι θὰ ἦναι εἰς τὴν ἀ. τάξιν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μετατεθῇ αὐτὸς ὁ ἐπιτηδευματίας εἰς τὸ τιμολόγιον τῆς ἀ. κατηγορίας.
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε λοιπὸν οἱ μάγειροι θὰ ὑποβάλλωνται εἰς δύω κατηγορίας· τῶν μὲν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ ἓν τιμολόγιον, τῶν δὲ ἐπαρχιῶν κατὰ τὸ ἄλλο. Ὅταν ἦναι οὕτω, μάλιστα. Λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθοῦν τῶν Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Σύρου καὶ Πειραιῶς.
§119ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Πειραιῶς δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι, διότι μόνον 2 ξενοδοχεῖα εἶναι.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπάγονται εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἀθηνῶν.
§121ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ δύο ξενοδοχεῖα θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν πληθυσμὸν τοῦτον, τὰ δὲ ἄλλα εἰς τῶν ἄλλων πόλεων.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ μάγειροι τοῦ Πειραιῶς ἔχουν περισσοτέρας ἐργασίας.
§123Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας, αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «1) Ἁλιεὺς ἢ ἰχθυοπώλης. 2) Ἀρτοπώλης».
§125ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Αὐτὸν τὸν μετεφέραμεν ἀπὸ τὴν βʹ. τάξιν εἰς τὴν ἀ. τῆς αὐτῆς κατηγορίας, διότι οὗτος μόλις ἀποζῇ. Λοιπὸν τὸν μὲν τῶν Ἀθηνῶν ἐβάλαμεν νὰ πληρώσῃ 16 δραχμὰς, τὸν δὲ ἐπαρχιώτην 14, 12 καὶ καθεξῆς.
§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι μεγάλη διαφορά.
§127ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Διὰ τὸν ἁλιέα νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς συνεφώνησε μαζύ μου, διότι ὁ ἁλιεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τόσα κέρδη, ὥστε νὰ πληρόνῃ 24 δραχμάς, καὶ ὅλοι οἱ ἁλιεῖς τοῦ Πειραιῶς εἶναι δυστυχεῖς.
§128ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τοῦ πλησίον· ἔχομεν μίαν τάξιν ἁλιέων εἰς τὸ Ναύπλιον, οἱ ὁποῖοι δὲν φοροῦν παπούτσια.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂς ἦναι.
§130ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. «Γούναρης». Τὸ παραδέχεσθε;
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§132ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. «Πωλητὴς πτηνῶν καὶ λαχάνων». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε δίκαιον νὰ μεταφέρῃ τὸν πωλητὴν λαχάνων καὶ πτηνῶν ἀπὸ τὴν 4 εἰς τὴν ά. κλάσιν· καὶ ἂν ἐξετάσητε εἰς τὰς ἐπαρχίας, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι κανὲν πλούσιον ἐπιτήδευμα ὁ λαχανοπώλης.
§133ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν νὰ παύσῃ νὰ διαιρῇ τὴν πρωτεύουσαν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας· διότι δύναμαι νὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι δυστυχία εἶναι καὶ ἐδῶ, καθόσον εἶναι μὲν πληθυσμὸς μεγαλείτερος, ἀλλὰ καὶ ὁ συναγωνισμὸς εἶναι μεγαλείτερος καὶ τὰ κέρδη ὀλιγώτερα.
§134ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τὸ εἶπα διὰ νὰ δικαιολογήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ παράδειγμα αὐτὸ ὁποῦ ἔχει ὄψιν του. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιμένει νὰ μετατεθῇ ὁ πωλητὴς πτηνῶν καὶ λαχάνων εἰς τὴν ά. κλάσιν.
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν Ἀθηνῶν· τὴν κατέταξα δηλ. ἀπὸ τὴν 4 εἰς τὸν 2 κλάσιν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «3) Ἀλλαντοποιὸς καὶ ἀλλαντοπώλης (κατασκευαστὴς λουκανικῶν.) 4) Βιβλιοδέτης. 5) Βαφεύς. 6) Βαγενᾶς ἢ βαρελοποιὸς ἢ καδοποιός.» Τὸ 7) Γούναρης διαγράφεται. «8) Γανωτής. 9) Διορθωτὴς ὡρολογίων. 10) Διορθωτὴς ἢ κατασκευαστὴς ὅπλων. 11) Κατασκευαστὴς πίλων (καπέλων καὶ κασκέτων). 12) Κτίστης. 13) Κατασκευαστὴς μουσικῶν ὀργάνων. 14) Καῤῥοτσέρης δι’ ἕκαστον κάῤῥον (δὲν ἐξαιροῦνται οὐδ’ οἱ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἔχοντες τοιαῦτα).»
§137ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ κάμνει μίαν παρατήρησιν, νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ κάῤῥα τῶν κηπουρῶν, τὰ χρησιμεύοντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν.
§138Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐκτὸς τῶν τροποποιήσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἄλλας· λέγομεν, ἐκ τῆς βʹ. κλάσεως τῆς ά. κατηγορίας πρέπει νὰ διαγραφῶσιν εἰς τὴν ά. κλάσιν ὁ κτίστης, ὁ γούναρης, ὁ διορθωτὴς ὡρολογίων καὶ ὁ σοβατζῆς, ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ὅτι τὰ κάῤῥα τῶν γεωργῶν καὶ κηπουρῶν πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσι πάσης φορολογίας. Παρατηρῶ δὲ συγχρόνως, ὅτι ἡμεῖς καταβιβάζομεν τὸν φόρον τῶν ἁμαξῶν εἰς 20 δραχ. δι’ ἑκάστην ἅμαξαν. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι οἱ ἔχοντες κάῤῥα πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο τάξεις, δίτροχα καὶ τετράτροχα, καὶ τὰ μὲν τετράτροχα νὰ μείνουν ὅπως ἔχει ἐνταῦθα, τὰ δὲ δίτροχα εἰς τὴν ά. κατηγορίαν τῆς βʹ. κλάσεως.
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλά.
§140ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀμφότεραι δ’ αἱ κατηγορίαι ἐξαιροῦνται πάσης φορολογίας διὰ τὰς κηπουρικὰς καὶ γεωργικὰς ἐργασίας.
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «15) Μοδίστραι ἢ ἁπλῶς ῥάπτριαι. 16) Ξυλουργὸς ἢ μαραγκός ἐπὶ ἡμερομισθίῳ. 17) Παπλωματᾶς ἢ ερωματᾶς. 18) Πωλητὴς πηλίνων ἀγγείων, 19) Ῥάπτης ἁπλοῦς. 20) Σκυτοῤῥάπτης (σαράτσης). 21) Σκευοστολιστὴς οἴκων (ταπετσιέρης)» 22) Σοβατζῆς διαγράφεται. «23) Σανδαλοποιὸς (παπουτσῆς σαχτιανίων.)»
§143ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Εἶναι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι μεταφέρουν διάφορα τοιαῦτα ἐμπορεύματα καὶ πέρνουν ἄλλα· θὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοί;
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ καθ’ ὁδὸν πωλοῦντες ἄνευ καταστημάτων ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «24) Στατηροποιός. 25) Γαϊτανοπλέκτης (καζάζης). 26) Τορνευτής. 27) Ὑφαντής. 28) Φούρναρης ἁπλοῦς. 29) Χρυσοκεντητὴς (συρμακέζης). 30) χρωματιστής.»
§146ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἐδῶ ἡ ἐπιτροπὴ κάμνει διάκρισιν διὰ τοὺς πωλητὰς ὀπωρικῶν, καθ’ ἣν ὁ τῶν Ἀθηνῶν πληρόνει 120, ὁ δὲ τῶν ἐπαρχιῶν ὀλιγώτερον· ὁ φόρος οὗτος εἶναι βαρύτατος· διὰ τοῦτο τὸν μεταφέρομεν εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν.
§147ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂς μεταφερθῇ εἰς τὴν ά. κατηγορίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν 3 κλάσιν τοὐλάχιστον· ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας 32, ἀλλοῦ 20 καὶ καθεξῆς.
§148ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν καὶ τὸν σχοινᾶν.
§149ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν τὶ συζητοῦμεν· πρέπει νὰ λάβωμεν τὸ τιμολόγιον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συζητήσωμεν (θόρυβος).
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ διέλθωμεν τοὺς ἐπιτηδευματίας τῆς ά. κατηγορίας, θὰ γυρίσωμεν ὀπίσω πάλιν (θόρυβος.)
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κλάσις Γʹ.» 1.) Ἀλευροπώλης.
§152ΜΕΛΑΓΧΡΙΝΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ ἀλευροπώλης;
§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐννοῶ, ὅποιος ἔχει κατάστημα καὶ πωλεῖ μὲ τὴν ζυγαριάν.
§154ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀμπατζῖδες, μυλωνᾶς γύψου καὶ κουρασανίου νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν βʹ. κλάσιν τῆς ά. κατηγορίας· οἱ δὲ διδάσκαλοι χοροῦ καὶ ξιφασκίας εἰς τὴν ά. κατηγορίαν τῆς ά. κλάσεως.
§155ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα· ἂς ᾖναι.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 1 Γαλακτοπώλης μετὰ καταστήματος. 2 Κατασκευαστὴς ἢ πωλητὴς χειριδίων (χειροκτίων). 3 Κηροπώλης ἢ κηροχύτης. 4 Στοιχειοχύτης. 5 Τενεκετζῆς ἢ φαναρτζῆς. 6 Τιτανοπώλης (ἀσβεστοπώλης). 7 Χρυσοχόος.
§157ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἐδῶ θὰ προσθέσωμεν ἀκόμη καὶ τοὺς κανατάδες, κατασκευαστὰς πηλίνων ἀγγείων.
§158ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΛΑΣΙΣ Δʹ.
1 Ἐργολάβος ἀκατεργάστων λίθων. 2 Ἐπιτηρητὴς οἰκοδομῶν, ὁδοποιΐας καὶ γεφυροποιΐας (βοηθοὶ ἀρχιτεκτόνων ἢ ἐργολάβων.) 3 Ἐπιδιορθωτὴς ἁμαξῶν ἢ κάῤῥων. 4 Κατασκευαστὴς πηλίνων ἀγγείων. 5 Κουρεὺς μετ’ ἐπίπλων ἢ καὶ ἀρωμάτων. 6 Πωλητὴς πτηνῶν καὶ λαχάνων. 7 Ὑποθηκοφύλακες.
§159ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐπιδιορθωταὶ ἁμαξῶν ἢ κάῤῥων, πωλητὴς πτηνῶν καὶ λαχάνων νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν βʹ. κλάσιν τῆς ά. κατηγορίας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ.
ΚΛΑΣΙΣ Εʹ.
1 Ἀργυραμοιβὸς (σαράφης) 2 Βαλανεὺς (λουτράρης). 3 Διδάσκαλος ἢ Κορτιστὴς κλειδοκυμβάλου. 4 Ἐργολάβος τοιχογραφημάτων (ζωγραφιῶν). 5 Ἔμπορος ἀνθράκων καὶ καυσοξύλων. 6 Κατασκευαστὴς ἢ πωλητὴς ἐμπιπίων. 7 Κατασκευαστὴς ἁμαξῶν. 8 Λαδοπώλης μετ’ ἐργαστηρίου.
§160ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἔμπορος ἀνθράκων ἢ καυσοξύλων νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τὴν 5 εἰς τὴν 4 κλάσιν.
§161ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ ἀργυραμοιβὸς ἀπὸ τὴν 5 κλάσιν νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν 4 τῆς πρώτης κατηγορίας.
§162ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· ὁ ἀργυραμοιβὸς ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων.
§163ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅταν εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ ἀργυραμοιβοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κερδήσουν, πολὺ ὀλιγώτερον βεβαίως εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τόπον, ὅπου αἱ συναλλαγαὶ εἶναι τόσον εὔκολοι, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀργυραμοιβοὶ νὰ κερδίζουν, διότι τὸν ἀργυραμοιβὸν κάμνει ὁ Βοῦρος, ὁ Σκουζὲς, καὶ αὐτοὶ εἶναι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τοκιστῶν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀργυραμοιβὸς ὁ καθήμενος εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ 60 δραχ.
§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι αὐτό, διότι ἕνας ἀργυραμοιβὸς δὲν περιορίζεται νὰ κερδήσῃ τὰ δύω λεπτὰ ἀπὸ τὴν λίραν καὶ τὸ τάλληρον, ἀλλὰ κάμνει καὶ τὸν μεσίτην καὶ τὸν τοκιστήν.
§165ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς κατεστράφησαν· καὶ ὁ ἔμπορος ἀνθράκων καὶ καυσοξύλων νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν 3 κλάσιν τῆς 2 κατηγορίας.
§166ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι πολὺς ὁ φόρος αὐτός, ὃν βεβαίως θὰ πληρώσουν οἱ καταναλωταί.
§167ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ τάξις αὕτη ἐπλήρονε μέχρι τοῦδε 12 δραχ. καὶ ἤδη 36· σημειώσατε δὲ, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἔμποροι δὲν ἔχουν ἐργασίαν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ μόλις τὸν χειμῶνα· πολλοὶ δὲ, ἂν θέλετε, κατεστράφησαν ἐξ αὐτῶν· ἠξεύρω μάλιστα ἕνα φίλον μου, τὸν γέρω–Κολοσούκαν, ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ κέντρον αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου, καὶ κατεστράφη. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὰ μεγάλα κέρδη.
§168ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό· πολλοὶ ἔμποροι ἐχρεωκόπησαν· θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν κερδίζουν;
§169ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ ἠξεύρετε, διατὶ δὲν κερδίζουν; διότι σήμερον οἱ γεωργοὶ ὅλοι καὶ αὐτὴ ἡ ἀποικία ἡ Γερμανικὴ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ φέρουν ξύλα μέσα. Κατὰ συνέπειαν αὐτοὶ οἱ ἔμποροι δὲν ἔχουν πωλήσεις.
§170ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ πληρώσουν καὶ αὐτοί.
§171ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ πρὸ πάντων ἡ συνοικία τῶν Γερμανῶν.
§172ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν σας, οὔτε διὰ τὸν ἀργυραμοιβὸν, οὔτε διὰ τὸν ξυλέμπορον.
§173ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τώρα εἰς τὰ κρεοπωλεῖα ζητοῦμεν νὰ ὑπαχθῇ ὁ κρεοπώλης εἰς τὴν τετάρτην κλάσιν τῆς πρώτης κατηγορίας.
§174ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν ἐλαττόνωμεν τὸν φόρον τῶν μὴ ἐχόντων κατάστημα, τότε ζημιοῦμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν, καὶ τοιουτοτρόπως ζημιόνετε ἐμμέσως καὶ τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀγορὰς καὶ ἐνοικιάζουν τὰ καταστήματα αὐτὰ πρὸς ὄφελος, ἐννοεῖται, τοῦ δημοτικοῦ ταμείου. Ἐὰν δὲν ὑποβληθοῦν εἰς τὸν αὐτὸν φόρον ἢ τοὐλάχιστον εἰς ἕνα μετριώτερον, τότε θὰ ζημιωθοῦν οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουν τὰς ἀγοράς.
§175ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κύριοι, εἰς τόπον, ὅπου ἡ βιομηχανία δὲν ἀνθεῖ, ἀλλ’ εἶναι πρόχειρος καὶ ἀποδίδει εἰς πολλὰς οἰκογενείας τὸν πόρον τῆς ζωῆς, ἐννοεῖται, δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τοιοῦτον φραγμὸν, ὥστε νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν πόρον τῆς ζωῆς εἰς τὰς οἰκογενείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διὰ τοιούτου μέσου πορίζονται. Οἱ κρεοπῶλαι, οἱ ἔχοντες ἐντὸς τῆς ἀγορᾶς κρεοπωλεῖα, εἶναι πολλοὶ, καὶ δὲν δύνανται οὔτε ἀστυνομικῶς νὰ ἐμποδισθῶσι· διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν διατηρῶσιν ὅλοι τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, δύνανται καὶ ἐκτὸς τῆς δημοτικῆς ἀγορᾶς νὰ ἔχουν κρεοσφαγεῖα. Αὐτοὶ ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι οἱ πτωχότεροι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρόνουν 100 καὶ 150 δραχ. ἐνοίκιον.
§176ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι νὰ πληρόνωσι τὸ ἥμισυ.
§177ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν.
§178ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι.
§179ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Μὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὰ πρωτεῖα καὶ προηγεῖται. — Κύριε ὑπουργὲ, εἰς τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ κρεοπώλου ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι βαρὺς ὁ φόρος, διότι θὰ πληρώσουν, καθὼς παρετηρήσαμεν, δραχ. 80, 70, 60 διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις. Λοιπὸν πρέπει νὰ κατατάξωμεν αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα εἰς τὴν τρίτην κλάσιν τῆς αὐτῆς κατηγορίας, διότι εἶναι ἀδύνατον αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς τοιοῦτον φόρον ὑπέρογκον. Ἠξεύρετε τί κάμνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας; ἠξεύρετε τί ἐστὶ χασάπης ἐκεῖ; Οἱ πλούσιοι τῶν πολιτῶν καθ’ ἑβδομάδα ἀγοράζουν ἀπὸ ἕνα σφακτὸν καὶ τὸ διαμοιράζονται δύο ἢ τρεῖς, καὶ διόλου δὲν κάμνουν χρῆσιν οἱ δυστυχεῖς χασάπιδες, παρὰ σφάζουν ἕνα σφακτὸν τὴν ἡμέραν καὶ μόλις τὸ ἐξοδεύουν καὶ αὐτό.
§180ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κύριε, Πρόεδρε δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλὴ, καὶ παρακαλῶ, συζητοῦντες τὸν κυριώτερον νόμον, ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ᾖναι εἰς τὰ δωμάτια, νὰ ἐξέλθουν.
§182ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι.
§183ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι πλήρης, ν’ ἀναβάλωμεν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Εἰς τὸν κρεοπώλην ἐμείναμεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 παρὰ ¼.