| 1391 | Αʹ. Εἰς χρέος δημόσιον. | |||
| 1392 | Χρέος ἐξωτερικόν | 1,075,000 | ||
| 1393 | » ἐσωτερικόν | 1,875,870 | ||
| 1394 | Συντάξεις | 2,643,820 | 5,594,690 | |
| 1395 | Βʹ. Βασιλικὴν χορηγίαν | 1,125,000 | ||
| 1396 | Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς | 371,000 | ||
| 1397 | Δ. Εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων. | |||
| 1398 | Τῶν Ἐξωτερικῶν | 568,074 | ||
| 1399 | Τῆς Δικαιοσύνης | 2,483,841 | ||
| 1400 | Τῶν Ἐσωτερικῶν | 3,552,556 | ||
| 1401 | Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. | 1,495,183 | ||
| 1402 | Τῶν Στρατιωτικῶν | 8,031,282 | ||
| 1403 | Τῶν Ναυτικῶν | 1,509,150 | ||
| 1404 | Τῶν Οἰκονομικῶν | 1,032,605 | 18,672,691 | |
| 1405 | Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας κλπ. | 2,064,008 | ||
| 1406 | ΣΤʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμάς | 546,000 | ||
| 1407 | Τὸ ὅλον δραχ. | 28,373,389 |
1867.03.27
1.588 στίχοι · 12.808 λέξεις · 1 πίνακας · 182 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
τῆς 27 Μαρτίου 1867.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1 παρὰ 5′.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀρχόμεθα τῆς ἀναγνώσεως διαφόρων ἐγγράφων· προσοχὴ, παρακαλοῦμεν. Ἐν πρώτοις ὁ Κ. Αὐλάρχης ἀναγγέλλει, ὅτι ἐν τῇ Αὐλῇ διετάχθη δεκαήμερον πένθος ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀρχιδουκὸς Στεφάνου τῆς Αὐστρίας. Κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κ. Λεωτσάκου, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς στέλλει τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις, ἂς ἀναγνωσθῇ.
§4Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἐπερωτήσας δὲν εἶναι ἐδῶ.
§5ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διατί νὰ ἀναγνωσθοῦν; ἂς τυπωθοῦν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς ἀναγνώσεως, πολὺ καλὰ, ἂς τυπωθοῦν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθοῦν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα μίαν αἴτησιν Λαμπρινῆς, χήρας Ἀθανασίου Παπᾶ, ἀρχαίου ἀγωνιστοῦ, αἰτούσης ἀποζημίωσιν καὶ σύνταξιν διὰ τὰς ὑπὸ τοῦ συζύγου της καταβληθείσας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 δαπάνας. Τί λέγει ἡ Βουλή;
§9Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ περαιτέρω.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ. Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταθέτει νομοσχέδιον περὶ τῶν ναυτικῶν ἀποστράτων, θὰ τυπωθῇ.
§13Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Εἷς Κυριάκος Πιζάνος ἐκ Κυθήρων, ἤγειρε δίκην κατά τινος Χρήστου....... ἐνώπιον τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐπέτυχεν, ἀφοῦ κατέβαλε δαπάνας σημαντικάς, μίαν ἀπόφασιν, δι’ ἧς κατεδικάσθη ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ. Ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη καὶ κατέστη τελεσίδικος· ἐζήτησε τὸν ὀφειλέτην ἐν Σμύρνῃ, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τοῦ προξένου ἐν Σμύρνῃ, ὅστις ὤφειλε νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἀμφότεροι δὲ εἶναι ὑπήκοοι Ἕλληνες. Ὁ πρόξενος, δὲν ἠξεύρω τοὺς λόγους, ἀλλ’ ἕκαστος δύναται νὰ τοὺς μαντεύσῃ, ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, περιέχουσα τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ζῇ αὐτὸς καὶ ἐνεργεῖ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόσθες ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβε γνῶσιν......
§15ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη. Ἐζήτησε λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ προσωποκρατηθῇ ὁ ὀφειλέτης· ὁ Κ. πρόξενος ἐσιώπα ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας, ἔπειτα ἐκδίδει μίαν πρᾶξιν περὶ μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως, ἂν δὲν παρουσιασθῇ πιστοποιητικὸν μὴ ὑπάρξεως ἀνακοπῆς τῆς ἀποφάσεως. Μετέβη ἐκεῖνος διὰ νὰ λάβῃ τὸ ἀποδεικτικὸν, καὶ ἠξεύρετε πόσον δυσχερὴς εἶναι ἡ προμήθεια αὐτοῦ, καὶ ὅμως ὑπέκυψε καὶ εἰς τοῦτο. Ἐπανέρχεται, δὲν εὑρίσκει τὸν ὀφειλέτην, μένει ἀρκετὸν καιρὸν εἰς τὴν Σμύρνην, ἐμφανίζεται εἰς τὸν πρόξενον καὶ τοῦ λέγει, ἀφοῦ δὲν ἠθέλησες νὰ μοῦ χορηγήσῃς συνδρομὴν πρὸς φυλάκισιν τοῦ ὀφειλέτου, δός μοι τὴν συνδρομὴν νὰ κατάσχω τὸ εἰς τὸν λιμένα εὑρισκόμενον πλοῖόν του. Ἐκράτησε τὸν ἄνθρωπον ὁ κ. πρόξενος ἐπὶ τριάκοντα πέντε ἡμέρας, ἐπὶ τέλους τοῦ λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ κατάσχῃ τὸ πλοῖον, διότι ἔλαβε τὰ διαβατήριά του, ἐνῷ ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐκφορτώσει τὸ πλοῖον. Συντάττει πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπογράφουν πολλοὶ ὁμογενεῖς, καὶ πιστοποιοῦν, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμον τὸ πλοῖον πρὸς ἀπόπλουν. Ἀναχωρεῖ ἐκεῖθεν καὶ ἔρχεται καὶ παραπονεῖται ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ὁ Κ. Τρικούπης ἐκδίδει μίαν διαταγὴν συντομωτάτην εἰς τὸν πρόξενον νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του. Ἐγὼ δὲν δίδω καμμίαν ἑρμηνείαν εἰς αὐτὴν τὴν διαταγὴν, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ τὴν ἑρμηνεύσητε. Μεταβαίνει ὁ δυστυχὴς μὲ τὴν ἑρμηνείαν ἐκείνην καὶ ὁ πρόξενος ἀπαντᾷ· 1) δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν, διότι αὐτὸς ἦτο πένης καὶ δὲν εἶχεν ἔξοδα νὰ πληρώσῃ τὸν κλητῆρα· 2) μανθάνω, ὅτι εἶναι ὑπήκοος Ὀθωμανὸς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις. Ὁ δὲ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρκέσθη καὶ ἔθεσε τὰ ἔγγραφα εἰς τὰ ἀρχεῖα, καὶ οὕτως ἔμεινεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἤδη. Ὁ δυστυχὴς αὐτὸς ἐμφανίζεται ἐνώπιόν σας παριστάνων τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸ ἐμπόριον, πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων μας, τὴν ἀκηδίαν τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι μεγίστην ἐντύπωσιν ἔκαμεν ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς αὐτὸν τὸν διάδικον, διότι εἶναι Ἑπτανήσιος, ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἑλλάδος, πεποιθότες εἰς τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Δὲν χρειάζεται καμμία ἄλλη ἀπόδειξις πρὸς περισσοτέραν πίστιν, διότι αὐτὰ τὰ λέγουν ἔγγραφα αὐθεντικά. Τούτων οὕτως ἐχόντων, νομίζω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἐπολιτεύθη εἰμὴ λίαν ἀμελῶς καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὰς ἐνεργείας αὐτὰς ἄνευ ἄλλης τινὸς ἐξετάσεως· ἂς ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ. Θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐξέδωκε τοιαύτην παραγγελίαν; ἔπρεπε νὰ γράψῃ ὅπως ἔγραψε; εἶναι καλὸν διάβημα αὐτό; ἂς μὴ σεμνυνώμεθα, κύριοι, ὅτι διοικούμεθα ὅπως πρέπει, ἂς μὴ λέγωμεν ὅτι ἐμφορούμεθα ἀπὸ ἀνεξαρτησίαν. Ὑπομονὴ ἂν Τοῦρκοι κακομεταχειρίζωνται τοὺς ὁμογενεῖς μας, ἀλλ’ ἀνεχόμεθα νὰ ἔρχωνται οἱ πρόξενοί μας νὰ τὸ κάμνουν αὐτό; Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ στερήσω τὸν ὑπουργὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας. Θέλω νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, πόθεν ἔμαθεν ὁ πρόξενος, ὅτι εἶναι ὑπήκοος Ὀθωμανὸς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσημα ἔγγραφα· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδικάζετο ἐδῶ ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καὶ εἶπεν, ὅτι εἶμαι Ἕλλην καὶ ἔχω ἐπίσημον ἔγγραφον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητός μου. Ἀλλ’ ἂν ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπολιτεύθη καλῶς, ἀξίζει νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εὑρίσκω πλημμελῆ τὴν συμπεριφορὰν τοῦ προξένου ἐκείνου καὶ ἐλλειπῆ τὴν προστασίαν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§16Γ. ΑΡΩΝΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ πρόξενος· εἶναι τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐκεῖ καὶ δὲν διορθόνονται καὶ ὁ λαὸς ὑποφέρει. Ἂν δὲν τὸν πληρώσουν, δὲν πηγαίνει νὰ ὑπερασπίσῃ κανένα.
§17ΤΙΝΕΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς, τὰ λέγετε.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἓν τῶν πολυτιμοτέρων βεβαίως δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ πολίτης, εἶναι νὰ καταφεύγῃ ἐνώπιόν σας· ἓν τῶν μεγαλειτέρων καθηκόντων ὑμῶν εἶναι νὰ ἀκούητε τὰ παράπονα ταῦτα, ὁσάκις εἶναι δίκαια. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρό τινος καιροῦ εἰσῆλθεν ἐνώπιόν της νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη νὰ ληφθῇ ποσότης χρημάτων ἀπὸ τὸν λιμένα τῆς Κυλήνης, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν ὡρισμένον· ὑμεῖς, καλῶς ποιοῦντες, εἴπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, πρὶν ἀκούσῃ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὰ χρήματά των· ἑπομένως εἴπετε νὰ ἔλθουν αἱ γνῶμαι τοῦ συμβουλίου. Εἰς τὸν δῆμον Μυρτουντίων συνεκλήθη τὸ συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισε δίκαιον νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ ἰδιοκτησίας τοιαύτης καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ γνώμην. Τὸ δημοτικὸν τοῦτο συμβούλιον εἰς τὸ μέρος ὅπου συνεδρίαζεν ἐξεβιάσθη, ἐκτυπήθη, ἑπομένως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκπεραιώσῃ τὸ καθῆκόν του· ἀνεφέρθη πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ προστασίαν δὲν ἔλαβεν. Ἑπομένως μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξῃ ὄργανον τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀναφορᾶς του ἐνώπιόν σας. Ἐνόμισα λοιπὸν καθῆκόν μου νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὸ περιστατικὸν τοῦτο. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τῶν συμβάντων. Βέβαια ἀναγκαῖον εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν συμπολιτῶν μας νὰ γίνῃ γνωστὴ εἰς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀσφαλίσῃ αὐτὰ τὰ ἐν λόγῳ δικαιώματα. Ἐπερώτησίν τινα θέλω ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν· ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν ὅπως ὡς ἐπιθεωρητὴν τῆς εἰδικῆς διευθύνσεως τῆς ἀσφαλείας τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Νησίου διορίσῃ ἄνθρωπον καταδικασθέντα ἐπὶ δολοφονίᾳ εἰς ἰσόβια δεσμά, τὸν κ. Φεσσᾶν. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 67 ἀποφάσεως τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ ἐκήρυξε τὸν φεσσᾶν ὡς ἔνοχον τοῦ φόνου ἐξ ἰδιοτελείας, διότι ἐν γνώσει τῆς ἐκτελέσεως τοῦ φόνου ἐξ ἰδιοτελείας ἐδέχθη καὶ ὑπέκρυψε τὸν αὐτουργὸν καὶ τὸ πυροβόλον ὅπλον· οἱ σύνεδροι τὸν κατεδίκασαν εἰς ἰσόβια δεσμά. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος καταδικασθεὶς διετέλει εἰς τὰς φυλακάς, ἐξῆλθε κατὰ τὴν μεταβολὴν, νομίζω, τοῦ Ὀκτωβρίου ὁμοῦ μὲ τὴν ἀμνηστείαν, ἥτις ἐδόθη τότε· δὲν εἶμαι βέβαιος ἂν ἐγκατεστάθη ἢ ὄχι εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι πρέπον ἄνευ ἰσχυρῶν λόγων, οὓς ὁ ὑπουργὸς ἴσως μᾶς εἴπῃ, νὰ διορισθῇ ἐπιτηρητὴς τῆς ἀσφαλείας, τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἠθικῆς ἄνθρωπος, ὅστις φέρει εἰς τὸ μέτωπον τὸ στίγμα τῆς δολοφονίας ἐξ ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Διότι, κύριοι, πιστεύω, ὅτι ἄνθρωπος, ὅστις ἐξ ἰδιοτελείας ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ στυγερώτερον τῶν κακουργημάτων, εἶναι ἀνάξιος νὰ ᾖναι ὁ ἐπιτηρητὴς τῆς ἀσφαλείας καὶ δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς τιμῆς τῶν πολιτῶν· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω καὶ οὐδὲ ὑμεῖς ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἀντὶ τούτου πᾶς ἄλλος πολίτης ἠδύνατο νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ μὴ φέρων τοιαῦτα ἀποτρόπαια εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ στίγματα. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἡ πρᾶξις αὕτη μοὶ ἐφάνη σπουδαία, ἐπειδὴ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν λόγον ἱκανὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, καθῆκόν μου ἐθεώρησα νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν ἐνώπιόν μας ἀπὸ μέρους τῆς κυβερνήσεως, διὰ ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὸν τοιοῦτον διορισμόν. Ἐλυπήθην μάλιστα, ὅτε ἤκουσα ὅτι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἄλλος ἀστυνόμος εἶχε προταθῆ καὶ τὸ Β. Διάταγμα, ὅπερ ἔμελλε τὴν πρότασιν ταύτην νὰ περιβάλῃ μὲ τὸ κῦρος τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἔφθασε νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ, ἐπελθούσης τῆς ἀλλαγῆς τῆς κυβερνήσεως. Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ πάρεδρος τοῦ δήμου ἐκείνου ἔκαμε πρότασιν, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐν ᾗ συμπεριέλαβε καὶ τὸν ῥηθέντα Φεσσᾶν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐνεργεῖ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας κατὰ τὰς προτάσεις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, διότι ὁ δημοτικὸς νόμος θέλει ὁ δημαστυνόμος νὰ ᾖναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ὑπεράσπισις τῆς ἀσφαλείας τῶν κατοίκων καὶ τῆς τιμῆς ἀπαιτεῖ ὅπως μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τοιαῦτα πρόσωπα, ἅτινα ἅπαξ κατεδικάσθησαν διὰ δικαστικῆς ποινικῆς ἀποφάσεως. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις ἐπὶ τούτου, εἴτε σήμερον θέλει, εἴτε αὔριον, εἴτε ὁποιανδήποτε ἡμέραν ἤθελε τὸ νομίσει κατάλληλον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ τὴν κάμω αὐτὴν τὴν ἀναφοράν;
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς Ἄγγλους διαμαρτυρομένους· ά συζήτησις. Ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην φορὰν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν περὶ τῶν εἰς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν τοῦ κ. Χατζίσκου πρότασιν. γʹ συζήτησις.
§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου συζητηθοῦν τὰ ἐκκρεμῆ φορολογικὰ νομοσχέδια, διότι εἶναι τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ὡς καὶ περὶ ἐπιτηδευμάτων.
§25ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παρηγγέλθη ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσιν, καὶ μολαταῦτα παρῆλθε τόσος καιρὸς καὶ δὲν τὴν ἔφερε· διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σταματήσῃ;
§26ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι κατεπείγοντα νομοσχέδια θεωροῦνται τὰ φορολογικά, καὶ ἀφοῦ τελειώσουν αὐτὰ, τότε ἂς συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, καθὼς καὶ τ’ ἄλλα ἀντικείμενα. Εἰς ἀπάντησιν τῶν λόγων του λέγω, ὅτι κατεπείγοντα μὲν τὰ φορολογικὰ, σπουδαιοτάτη ὅμως εἶναι καὶ ἡ ἐν λόγῳ πρότασις, ἑπομένως δὲν εἶναι ἰσχυρὸς ὁ λόγος αὐτός. Ἔρχεται κατόπιν, μία ἄλλη παρατήρησις ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι ἐστάλη καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐνῷ εἰσέτι δὲν ἦλθε κἀμμία ἔκθεσις, σεῖς προτάττετε αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι προετάχθη ἕνεκα ἰδιαιτέρας διαθέσεως τοῦ Προέδρου· ἐλησμόνησε φαίνεται ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐδόθησαν δύω προθεσμίαι, καὶ οὐδὲν ἔπραξεν ἐπ’ αὐτῆς· ἑπομένως σήμερον ἦλθε κανονικῶς ἡ σειρά της καὶ ἡ Βουλὴ προαπεφάσισε τὴν ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν, ὡς καὶ ἐγένετο διὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν· διὸ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς.
§27ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι· ἔχομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§29ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Φέρετε τὰ πρακτικὰ (Θόρυβος).
§30ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τέλος πάντων τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν μεταβάλῃ.
§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, καὶ ἂν θέλω νὰ ἀντιτάξω, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω, ὅταν τὸ θέλῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε σᾶς λέγω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι ἐγὼ μόνον· ἐνδιαφέρομαι ὅσον ἐνδιαφέρεσθε καὶ ἐνδιαφερόμεθα ὅλοι, ὅσον ἐνδιαφέρεται ὅλον τὸ ἔθνος. Θέλετε νὰ ἀναβάλετε τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς; Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ πλειονοψηφία, καὶ ἂς τὴν ἀναβάλωμεν· διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§32ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια· πάρετε τὰ πρακτικὰ (θόρυβος).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἀρχίσωμεν;
§34ΤΙΝΕΣ. Τὰ φορολογικά.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ ἡμερησία διάταξις· πρῶτον ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων εἰς τοὺς Ἄγγλους, ἔπειτα περὶ τῶν ὀφειλετῶν, ἔπειτα περὶ ῥυμοτομίας, ἔπειτα περὶ ἑνώσεως ταμείου, περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος κτλ.
§36ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ κ. Λαμπρινίδης, ἐνῷ πρὶν ἦτο ἐδῶ, τώρα δὲν φαίνεται· τῶν ἄλλων μελῶν τινὰ ἀνεχώρησαν ὅλως διόλου, ὥστε, ἐὰν ἦτο ἑτοίμη ἡ ἔκθεσις, θὰ τὴν ἔφερον. Ἄλλως τε, ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν 3 Φεβρουαρίου ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀμέσως νὰ ἔλθουν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Ἐὰν δὲ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων ἔγειναν διάφοροι συζητήσεις καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ σταλῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀδυνατῇ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν περιμένῃ· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τοιαύτην ἀντίῤῥησιν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν τὴν ἐπιτροπήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ὡς τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα καὶ σπουδαῖα.
§37ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις, παρακαλῶ νὰ προκαλέσητε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§38ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβάσετε τὰ πρακτικὰ τῆς 3 Φεβρουαρίου διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς προετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν ἐτέθησαν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια (θόρυβος).
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπειδὴ θὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, ἂς συζητήσωμεν αὐτὸν διὰ τρίτην φοράν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον θέλει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσωμεν; Ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰ ἑξῆς, περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας, περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου διὰ δάνειον, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τώρα προσετέθη, δὲν ὑπῆρχε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν· εἶναι καὶ ἄλλα πολλά· ποῖον θέλετε νὰ προτάξωμεν;
§43ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μὲ τὴν σειράν.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ φορολογικὰ εἴπομεν, ὅτι θὰ προταχθοῦν.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπιμένω νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 3 Φεβρουαρίου διὰ νὰ ἰδῆτε τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, διότι δὲν πρέπει νὰ προτιμᾶται ἡ γνώμη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§46ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν εἶχε τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου (θόρυβος).
§47ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Βουλὴ μετὰ τοῦ Προέδρου ὁρίζει δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουσιν ὅτι συναινέσει τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος ὥρισεν ὡς ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὰ ἀναφερθέντα· κατὰ συνέπειαν σήμερον, ἐπειδὴ ἐρωτώμεθα, λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ προταχθοῦν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἰδοὺ, ἂς συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§49ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη, δὲν ἦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτό.
§50ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἄρθρον 25 τοῦ Συντάγματος· «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν .... καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἀσκεῖ τοῦτο διὰ τῶν ὑπουργῶν του·» ἐπίσης καὶ ὁ κανονισμὸς συγχωρεῖ τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ποία πρότασις πρέπει νὰ προταχθῇ.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν θέλω ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος νὰ προτιμηθῶσι τὰ μὲν τῶν δέ· τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν πρὸ δύω μηνῶν καὶ ὁλονὲν ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν ὅτι καὶ ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν ἐπ’ αὐτῆς, πῶς ἐτέθη λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§52ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν παρουσιάζουν τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλουν νὰ παρουσιάσουν, ἡ Βουλὴ προχωρεῖ. Παρακαλῶ δὲ νὰ προτάξῃ ἡ Βουλὴ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐσκέφθη ἀρκούντως τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ὅταν πρὸ δύω μηνῶν ἐπροτάθησαν καὶ εἶναι τρίτη συζήτησις. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ οὕτω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ προταχθοῦν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§54ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, οὕτω νὰ γίνῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον νὰ τεθῇ πρῶτον;
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος τῶν ἐξόδων.
§57ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί λέγετε; νὰ τὴν τυπώσωμεν;
§59ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§60ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μετὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια νὰ ἔμβῃ ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἐγκρίνετε νὰ τεθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Καὶ βλέπομεν πάλιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου.
§65Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης· διότι, ἐνῷ πέρυσιν ἐξεδόθη αὐτὸς ὁ νόμος καὶ μόλις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, ἐμφανίζεται ὁ κ. ὑπουργὸς σήμερον καὶ ζητεῖ τροποποίησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ τροποποίησις, δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν· ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν βλέπω τὸν κίνδυνον, ἐὰν ἀναβληθῇ 2 ἢ 3 ἡμέρας αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι πάντοτε προτείνεται ἀναβολὴ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, διότι πάντοτε αὐτὰ ἢ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ ἄλλως πως ἀναβάλλονται. Ὅλαι αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 65 κατετέθη, ἐξ οὗ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου ἔφερεν ἔλλειμα 700,000 δραχμῶν· εἶναι ἀριθμοὶ καὶ οἱ ἀριθμοὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς καμμίαν ἀμφιβολίαν. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανικοῦ Νόμου· εἶναι καθαρῶς φορολογικὸν ἀντικείμενον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὸ πρῶτον, διότι ἡ ἰδία Βουλὴ ἐπεψήφισε προϋπολογισμὸν 29,000,000, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν δυνηθῆ νὰ φέρωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐλάττωσις προῆλθεν ἀπὸ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τοῦ 1866;
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἀπὸ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τοῦ 1866.
§69ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι προνομιακὸν τὸ χαρτόσημον, ἀφοῦ ὅλα τὰ εἴδη ἐφέτος φορολογοῦνται περισσότερον; Ἡ πρότασις σᾶς λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ διατὶ ἐφέτος εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα διὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ· ὁ ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι θέλει καθὼς φορολογοῦνται ὅλα τ’ ἄλλα εἴδη περισσότερον, νὰ φορολογήσῃ καὶ αὐτὸ περισσότερον. Τώρα εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἂν θὰ παραδεχθῇ τὴν αὔξησιν· κατὰ συνέπειαν εἶμαι ὑπὲρ τῆς συζητήσεως· δὲν ἕπεται δὲ ἐξ αὐτοῦ ὅτι, εἴτε ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου, εἴτε ὑπὲρ ἄλλου, θὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ὑπουργόν. Λοιπὸν προτείνω νὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὸ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ νὰ γείνῃ συζήτησις, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ ἐμπεριεχομένου αὐτοῦ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ διὰ 2, 3 ἡμέρας· ὁ ὑπουργὸς τὴν ἀποκρούει, ὁ κύριος Γόντικας εἶναι σύμφωνος νὰ μὴ ἀναβληθῇ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Δὲν παρεδέχθη ἡ ἀναβολή.
§71Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ζητῶ τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐὰν ἕνας ξένος, κύριοι Βουλευταί, ἀπεφάσιζε νὰ παρακολουθήσῃ ὡς θεατὴς τὰς συζητήσεις, αἵτινες γίνονται πρὸ δύω μηνῶν, ἤθελεν ἀπορήσει, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἤθελεν ἴδει νὰ συζητῶμεν, εἰμὴ φόρους· διότι φορολογικὸν ἦτο τὸ Νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, φορολογικὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς δυνάμεως, φορολογικὸν ἦτο τὸ Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Οἰκονομίας περὶ δασμολογίου, φορολογικὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, καθὼς καὶ τὸ περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ μελισσίων, φορολογικὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐγγείων προσόδων, φορολογικὰ ἦσαν ὅλα τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ ὑπέβαλον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου μέχρι τῆς σήμερον, φορολογικὰ ἦσαν τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ ὑπέβαλον περὶ πιστώσεων· διότι εἰς τί ἄλλο θὰ καταλήξουν αὐτὰ τὰ Νομοσχέδια παρὰ τὴν αὔξησιν φόρων; Φορολογικὸν τέλος πάντων ἦτο καὶ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπὴ περὶ συστάσεως Δικαστικοῦ γραφείου καὶ ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Οἰκονομίας, φορολογικὸν εἶναι καὶ τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσήχθη διὰ νὰ συζητηθῇ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν περὶ χαρτοσήμου. Δὲν μένει εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος σπουδαῖον ἄλλο ζήτημα νὰ συζητήσῃ παρὰ μόνον τὰ φορολογικά; Παραξενεύεται ὁ κύριος ὑπουργὸς διατὶ νὰ προτείνωμεν τὴν ἀναβολήν· τῷ λέγομεν ὅτι ἐπροτείναμεν αὐτὴν, διότι νομίζομεν ὅτι ὑπάρχουσιν καὶ ἄλλα Νομοσχέδια σπουδαιότερα ἀπὸ τὰ φορολογικά. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐχθρὸς τῶν φόρων, δὲν θέλω ν’ ἀρνηθῶ τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ τρόπου περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ὅλας τὰς ἐργασίας καὶ νὰ καταγινώμεθα μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ νὰ εὕρωμεν μέσα διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους καὶ φόρους δυσβαστάκτους. Κατηντήσαμεν τὴν Βουλὴν ἐργαστήριον φορολογικῶν νομοσχεδίων, τοῦ ὁποίου ἐργοστασιάρχαι εἶναι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἡμεῖς δὲ οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐργάται. Φοβοῦμαι, οὕτω βαδίζοντες, μὴ παρεξηγηθῶμεν ὅτι θέλομεν τὸν λαὸν νὰ τὸν καταστήσωμεν ὕλην πλουτισμοῦ τοῦ δημοσίου Ταμείου, μεταλλεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἢ ἀνακύψῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν. Ἀφίνω τὰ πολλὰ νομοσχέδια αὐτὰ, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου. Τί ἀνέφερεν ὁ κύριος ὑπουργὸς εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη, εἶπεν, ἀλλὰ δὲν εἰσῆλθεν ὅσον ποσὸν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀρκεῖ ὁ λόγος αὐτὸς νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀκύρωσιν ἑνὸς νόμου; ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλω διὰ νέου νόμου νὰ διπλασιάσω τὰ ἔσοδα καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὡς τὴν μόνην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου; Πότε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν οὗτος ὁ νόμος; ἐψηφίσθη τὸν Δεκέμβριον 1865 διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη τότε, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του· ἀλλὰ πότε ἐδημοσιεύθη; πότε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν αὐτὸς ὁ νόμος εἰς τὴν Ἑπτάνησον; εἶναι ὑπόχρεως ὁ ὑπουργὸς νὰ μᾶς τὸ εἰπῇ, ἀλλὰ τίποτε δὲν μᾶς λέγει περὶ αὐτοῦ εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν διῆλθε τακτικῶς τὴν ὁδὸν, ἣν ἔπρεπε νὰ διέλθῃ, διότι ὡς πολλῶν ἄλλων Νόμων καθὼς καὶ αὐτοῦ παρελείφθη ἡ ἔγκαιρος καὶ πλήρης δημοσίευσις. Ἡ ἀτελὴς δημοσίευσις τῶν νόμων κατέστησε διλληματικὴν τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων. Ὁ νόμος αὐτὸς, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐμβῆκεν εἰς ἐνέργειαν εἰς τὸ Ναύπλιον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀπριλίου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν τὸν Δεκέμβριον, καὶ τοῦτο ἐπειδὴ δὲν εἶχε δημοσιευθῆ καὶ ἑπομένως δὲν ἴσχυε, καὶ τούτου ἕνεκα κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον διεξήγοντο ὅλαι αἱ δίκαι, καὶ τὸ δημόσιον δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ ὅσα ἤλπιζεν, ἰσχυόντων τῶν δικαιωμάτων τῆς πενίας. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀγνοῶ ἂν ἐφηρμόσθη κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 1866. Οἱ λόγοι λοιπὸν, ὅτι δὲν εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὸ χαρτόσημον ὅσα ἐπεριμένοντο, δὲν χρεωστοῦνται εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ἀλλὰ εἰς τὴν μὴ τακτικὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τί ἄλλο, κύριοι, συμβαίνει; Συμβαίνει καὶ τοῦτο, ὅτι πολλαὶ δίκαι τοῦ δημοσίου εἰσήχθησαν εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ τὸ 1866 καὶ τὰ δικαστήρια δὲν ἐδίκαζον παρὰ τοιαύτας. Γνωρίζω, ὅτι τὸ ἐν Ναυπλίῳ δικαστήριον εἰργάζετο τρεῖς μῆνας ὁλοκλήρους ἐπὶ ὑποθέσεων τοῦ δημοσίου, καὶ γνωρίζετε ὅτι τέλος χαρτοσήμου δὲν δαπανᾶται εἰς τὰς δίκας ταύτας καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν εἰσπράττει· ἐκτὸς δὲ τούτου ἐπῆλθον αἱ διακοπαὶ τῶν δικαστηρίων, καὶ μεταθέσεις δικαστῶν καὶ ὅλα ταῦτα ἐμπόδισαν τὴν εἴσπραξιν καὶ τὰς δικαστικὰς ἐργασίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κυριώτεροι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1866 δὲν ἔφθασε τὰς προσδοκίας καὶ τὰς ἐλπίδας τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ διότι συνέβησαν αὐτὰ, διότι δὲν εἰργάσθησαν τὰ δικαστήρια, διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν καὶ καταργήσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν; Καὶ νομίζει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἐπιφέρῃ μίαν αὔξησιν εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, θὰ αὐξήσουν καὶ αἱ εἰσπράξεις; Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἔξοδα εἰς τὰ ὁποῖα θέλουν ὑποκύψει, θέλουν ἐλαττώσει τὰς δίκας; δὲν ἀναλογίζεται τὴν φοβερὰν ἀχρηματίαν ὅλως διόλου; Καὶ γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀχρηματία, ἥτις μαστίζει μόνον τὴν κοινωνίαν, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἄπειρα περιστατικὰ, καὶ ἑπόμενον ἦτον καὶ εἰσπραχθέντα νὰ μὴ φθάσουν τὰς προσδοκίας τοῦ ὑπουργοῦ· ὥστε ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι θέλει πεισθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον· ἄλλως ὑποθέτω, ὅτι ἐψηφίσατε αὐτὸν τὸν νόμον· πότε θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν; οὐχὶ πρὶν τοῦ Σεπτεμβρίου βέβαια. Λοιπὸν διὰ τρεῖς μόνον μῆνας, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, ἀξίζει τὸν κόπον νὰ συζητήσωμεν μὲ τόσην ταχύτητα αὐτὸν τὸν νόμον; Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δὲν συγκατατίθεται ν’ ἀποσύρῃ αὐτό.
§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπειράκις ἐπανελήφθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπό τινας τῶν Κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐναντιοῦνται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Πολὺ μᾶς ἀδικοῦν ὅσοι μᾶς ἀποδίδουν τοιαύτην ἄνοιαν· τὴν λαμβάνομεν, Κύριοι, καὶ τὴν ἐλάβομεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον πάντων εἶναι ἡ ἰσοῤῥοπία, ὅπως σᾶς εἶπον, τῶν ἐσόδων ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, εἶναι πολὺς ὁ φόρος, δὲν δύναται ὁ λαὸς νὰ τὸν ὑποφέρῃ. Ἐψηφίσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀνεβιβάσατε μάλιστα πέραν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε. Τίνι τρόπῳ θέλετε, Κύριοι Βουλευταὶ, νὰ πληρωθῶσιν αὐτὰ τὰ ἔξοδα, ὅταν δὲν συνεισφέρουν οἱ πολῖται; δὲν σᾶς ἐννοῶ. Θέλετε ν’ ἀφίνετε χάος; θέλετε νὰ ψηφίσετε προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ τὰ ἐλλείμματα τὸ ἓν νὰ παρακολουθῇ τὸ ἄλλο; θέλετε νὰ βλέπετε τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀμηχανίαν; Ποῖος, Κύριοι, νομίζετε, ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς συμπολίτας του, καὶ αὐτὸν τὸν ἑαυτόν του; μήπως οἱ φόροι ἐπιβαρύνουν τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα τάξιν καὶ ἀφίνουν τὴν ἄλλην; Ὅλας τὰς τάξεις τὰς ἐπιβαρύνουν, καὶ ἑπομένως καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς συμπολίτας μου, καθὼς καὶ τοὺς συναδέλφους μου καὶ τοὺς συμπολίτας τῶν συναδέλφων μου. Δὲν ἐννοῶ τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν τινὲς μεριμνῶντες ὑπὲρ τοῦ λαοῦ· ἡ μεγαλειτέρα μέριμνα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ᾖναι τὰ ἔσοδα ἴσα μὲ τὰ ἔξοδα· τί ὠφελοῦν οἱ θρῆνοι;
§73Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ καλὴ διοίκησις.
§74ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν δὲν τὴν βλέπετε καλὴν, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ εἰπῆτε, ὅτι δὲν βλέπομεν καλὴν τὴν διοίκησιν ἐκ μέρους ὑμῶν, πρέπει νὰ ἔλθουν ἄλλοι, εἰπέτε το· ἄλλως ἁπλῶς νὰ λέγετε, μὰ αὐτὸς ὁ λαὸς ἀδιακόπως νὰ ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους.....! Ἐὰν ὑπάρχῃ κᾀμμία δαπάνη περιττὴ, διὰ τὶ δὲν τὴν ἀπηλείψατε καὶ δὲν προσδιωρίσατε τὰ ἔξοδα αὐτὰ τῶν 29 εἰς 20 ἑκατομμύρια, ἵνα εἰπῆτε, περιττὸς ὁ δεῖνα φόρος, περιττὸς ὁ δεῖνα; Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τοιαύτην συζήτησιν, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, τὸν ὁποῖον ἠλαττώσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν ἐφηρμόσθη ἐγκαίρως, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐγκαίρως. Διὰ τὰ σφάλματα καὶ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι· ἓν μόνον εἴχατε δικαίωμα, καθὼς καὶ τὴν πρώτην φορὰν τὸ εἶπόν τινες. Ἔχομεν ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔφερεν ἀλλοῖον ἀποτέλεσμα παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠλπίζαμεν; Σᾶς ἔφερον καθὼς, σᾶς εἶπον, τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1865 καὶ 1866, ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι κατὰ 3,000,000 ἦταν ὀλιγώτεραι αἱ εἰσπράξεις ἀφ’ ὅ,τι προϋπελογίσθησαν, καὶ κατὰ 200,000 περίπου, χωρὶς νὰ συμπεριληφθῇ ἡ Ἑπτάνησος, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865 πρὸς τὸ 1866, καὶ δὲν χρειάζεται πολλὴ σκέψις, δὲν χρειάζονται αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ διὰ νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ὁ νόμος, ὅπως ἐτροπολογήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἤθελε μᾶς φέρει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· διότι, Κύριοι, διὰ νὰ εἰπῆτε, ὅτι μετὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου δὲν θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα πρέπει νὰ δυνηθῆτε νὰ ὑποστηρίξητε τὸ ἑξῆς, ὅτι δηλαδὴ ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ὑπὲρ τῶν πενήτων φέρει τόσην ὠφέλειαν, ὅση δύναται νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου τῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον ἐπληρώνετο κατὰ τὸν πρῶτον νόμον διπλάσιον, καὶ τώρα ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἥμισυ. Μὴ πιστεύσετε ποτὲ, ὅτι ἡ μόνη κατάργησις τῆς διατάξεως τῶν πενήτων εἶναι ἱκανὴ νὰ πληρώσῃ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία προέκυψεν ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χαρτοσήμου τῆς τάξεως κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ, ὅπως σᾶς εἶπον, αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Συνέταξεν ἡ Κυβέρνησις ἕνα προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλε, καὶ εἰς αὐτὸν περιέλαβε 3,000,000 ἐκ τῆς προσόδου τοῦ χαρτοσήμου. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐννοεῖται, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ματαιωθῇ, καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ κατακρίνεται ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ. Σᾶς εἴπομεν ὅτι τόσα εἶναι τὰ ἔξοδα· ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν, εἴμεθα πρόθυμοι, καὶ ἴδετε ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν, ποίαν προθυμίαν εἶχον διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις· ἀλλ’ ἤδη ἐκρίνατε τὸ ἀναγκαῖον ὅλων τῶν δαπανῶν· ἀπέναντι τῶν δαπανῶν αὐτῶν σᾶς ἐφέραμεν τὰ ἔσοδα· ὅταν δὲν ψηφισθοῦν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε, βεβαίως τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν· ὅπως τὸ παρελθὸν ἄφησε 3,000,000 ἔλλειμμα, ἐπίσης ἄλλα 3,000,000 θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Τίνι τρόπῳ θὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, ὅταν δὲν δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα;
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἰκονομία.
§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν ἦλθε καὶ ἐλύθη. Λοιπὸν συνέπεια εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων.
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις, Κύριοι, θέλω ἀπαντήσει χωρὶς νὰ εἰσέλθω διόλου εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν, καθόσον τὸ κατ’ ἐμὲ κηρυχθεὶς ἐναντίον τῆς ἀρχῆς πάσης φορολογίας, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω λόγους, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἐπανέλαβον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρὸς διασάφησιν ὅμως παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅτι ἀληθῶς ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἴσως καὶ πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάνας· νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω τὴν λέξιν ταύτην νὰ διέλθῃ, καθόσον τῷ ὄντι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξε τὰς προτάσεις αὐτάς· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπολέμησαν τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου. Αὐτὴν τὴν μικρὰν διασάφησιν ἐνόμισα δίκαιον νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§78ΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε εἰς ἄλλην συζήτησιν, ὑπεστήριξα τὴν ἀρχὴν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων· τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθην, δὲν ἐπαναλαμβάνω· νομίζω ὅτι εἶναι γνωστοί. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπεστήριξα αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ταὐτοχρόνως διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ὑπέβαλον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα ἢ πρέπει ν’ αὐξήσωμεν. Ἐγὼ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, Κύριοι, δὲν εἶμαι βεβαίως εἰς κατάστασιν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, παραδεχόμενος ἢ ἀποῤῥίπτων τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου· καὶ ἐπειδὴ, ὡς ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ σκοπὸν ἔχει καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά της, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπισπεύσει εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ προσκόψωμεν· ἀπεναντίας εὐελπίζομαι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον προτίθεμαι νὰ φθάσω, τοὐτέστιν, ὅτι δὲν εἶναι, Κύριοι, σήμερον ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως ὁριστικῶς ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Πέποιθα δὲ, ὅτι καὶ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ἰδίως δὲ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλουσι σταθμίσει αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὀφείλω νὰ καθυποβάλω, ἵνα μὴ ἐπισπεύδοντες, ἐπαναλαμβάνω, προσκόψωμεν. Ἤκουσα ἀπὸ τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ὅτι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προτείνει τὴν ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου αὔξησιν, εἶναι, διότι ἐκ τῶν καταστατικῶν τῶν εἰσπράξεων μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐπιψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νόμου, προκύπτει ἐλάττωσις κατὰ 700,000 δραχμῶν ἀπέναντι τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τοῦ πρότερον ἰσχύοντος νόμου. Ἄλλον οὐσιώδη καὶ σπουδαῖον λόγον δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι βουλευταὶ, εἶσθε πραγματικῶς ἐν καταστάσει, καὶ δύνασθε ἐπὶ τέλους νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νόμου ἐπέφερε τὴν ἐξ 700,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶσθε· τοὐλάχιστον ὀφείλω νὰ κηρύξω μετὰ θάῤῥους, ὅτι εἰς κατάστασιν τοιαύτην ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι, καὶ νομίζω ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος βουλευτὴς, καί τοι ἐπιθυμῶν νὰ παρέξῃ τὰ μέσα ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεὶς βεβαίως θὰ θελήσῃ τυφλοῖς ὄμμασι νὰ ἐπιβαρύνῃ μίαν ἢ πλειοτέρας τάξεις ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι πρὶν φθάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐρωτήσωμεν κατὰ πόσον βάσιμοι εἶναι οἱ περὶ ἐλαττώσεως ὑπολογισμοὶ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ· καὶ πρὸς τοῦτο ἀνάγκην ἔχομεν πληροφοριῶν τινων. Γινώσκετε τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νέος περὶ χαρτοσήμου νόμος, ὅστις πρὸ μικροῦ εἰσήχθη ἐν ἰσχύϊ εἰς Ἑπτάνησον. Ἀνήκων, ὡς ἠξεύρετε, εἰς τὴν πρώην ἑπτανησιακὴν πολιτείαν, ἐπιτρέψατε πρὸς στιγμὴν νὰ σᾶς κάμω παρατηρήσεις τινὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων προκαλῶ οἱονδήποτε, ἐὰν τυχὸν λανθάνωμαι, νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ λάθη μου· νὰ σᾶς εἴπω, λέγω, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον μόλις ἤδη ἤρχισε νὰ εἰσάγηται ὁ νόμος αὐτός· καὶ διατί; διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν μεγάλην ἑβδομάδα τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγένετο ἡ δικαστικὴ ἀφομοίωσις· ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δικαστικῆς ἀφομοιώσεως; Ἅπασαι αἱ δικαστικαὶ ὑποθέσεις ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῶσι διὰ νομοθεσίας καὶ διαδικασίας νέας, τὴν ὁποίαν ὅπως μελετήσουν οἱ δικηγόροι, ἀπῃτεῖτο χρόνος τις· ὡς ἐκ τούτου αἱ μὲν ἐκκρεμεῖς ἀνεβάλλοντο, αἱ δὲ νέαι δὲν εἰσήγοντο καὶ χαρτόσημον ἑπομένως δὲν κατηναλίσκετο. Μετ’ οὐ πολὺ ἐπῆλθον αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ, καθ’ ἃς ἀναστέλλεται ἡ ἐκδίκασις τῶν πλείστων ὑποθέσεων. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ τὸ ἐπισυμβὰν δυστύχημα ἐν Κεφαλληνίᾳ τοῦ σεισμοῦ, ὅστις ἐξετάθη ἐν Λευκάδι καὶ Ἰθάκῃ, ὅπερ προεκάλεσε τὸν ἐπιψηφισθέντα νόμον, δι’ οὗ ἀνεστάλησαν ἐπὶ δύω μῆνας μέχρι 31 Μαρτίου ἅπασαι αἱ δικαστικαὶ ὑποθέσεις τῶν τριῶν τούτων νήσων. Καθόσον λοιπὸν, κύριοι, ἀφορᾷ τὴν Ἑπτάνησον, μόλις ἤρχισεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νόμου· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐὰν ἔκτοτε δὲν παρῆλθεν οὔτε ἓν ἔτος, ἐὰν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἔτους ἐλάβομεν τὴν δικαστικὴν ἀφομοίωσιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀνεστάλη ἡ ἐκδίκασις, τὰς δικαστικὰς διακοπὰς καὶ τὴν ἐκ τοῦ σεισμοῦ εἰς τρεῖς νήσους διακοπὴν, ἐννοεῖται πολὺ καλὰ, κύριοι, ὅτι δὲν δύναται, μοὶ φαίνεται, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ βασισθῇ ἐπὶ καταστατικοῦ τινος διὰ νὰ εἴπῃ, ἰδοὺ πλήρης ἀπόδειξις ὡς ἐκ τῆς ὁποίας εὑρίσκω, ὅτι ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος ἔφερε μίαν μεγίστην διαφοράν, καὶ τοι ὤφειλε νὰ προκύψῃ διαφορὰ, ἀφοῦ ἅπαξ ἠλαττώθησαν τὰ περὶ χαρτοσήμου δικαστικὰ τέλη. Ἀλλὰ, κύριοι, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἓν ἄλλο γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προτίστως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ σταθμίσῃ. Πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ τελευταίου νόμου τὰ περὶ χαρτοσήμου τέλη ἦσαν ἐλαφρότερα ἐν Ἑπτανήσῳ· ὡς ἐκ τούτου δὲ οὐχὶ μικρὰν ἐντύπωσιν ἐπροξένησεν ὁ περὶ χαρτοσήμου ἑλληνικὸς νόμος, καί τοι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαττωθέντων δι’ αὐτοῦ τῶν δικαστικῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ποία δὲ ἡ προξενηθησομένη ἐντύπωσις, ἐὰν πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους διπλασιασθῶσι τὰ τέλη ταῦτα; Αἱ κυβερνήσεις πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικαὶ εἰς τὰ τοιαῦτα, ἵνα προλαμβάνωνται δίκαια παράπονα τῶν φορολογουμένων καὶ μὴ δυσκολεύωνται ὅσοι τυχὸν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεών των. Ἐξ ὅλων τούτων, κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου φόρου, οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑπτανήσου ἀποβλέποντες, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, διότι παντοῦ πρέπει νὰ προλαμβάνωνται τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν καὶ παντοῦ πρέπει νὰ ᾖναι εὐπρόσιτος ἡ δικαιοσύνη, νὰ μὴ συμβαίνουν δὲ, καθ’ ἃς ἔσχον πληροφορίας, αἱ περὶ χαρτοσήμου καταχρήσεις. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν βλέπω μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Μπαλάνον, ὁ ὁποῖος ἐνασχολούμενος σήμερον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν σας, διὰ ν’ ἀκούσητε τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρατηρήσεις αὐτοῦ.
§79ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ν’ ἀκούσωμεν;
§80ΚΟΥΡΗΣ. Ν’ ἀκούσητε, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια κατὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου, ἥτις ἐὰν ληφθῇ, θέλομεν ἴσως ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην νὰ διπλασιάσωμεν τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τοῦτο ὄχι διὰ νὰ στερήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ᾖναι ἀναγκαῖα πρὸς ἱκανοποίησιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους. Ἀφ’ ἑτέρου ἂν ἐπῆλθεν οὐχὶ κατὰ τὸ φαινόμενον ἀλλὰ πραγματικὴ ἐλάττωσις εἰσπράξεων μὴ ἀποδοτέα εἰς τὰς παρ’ ἐμοῦ καθυποβληθείσας αἰτίας, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ποίους ἄλλους φόρους πρέπει νὰ αὐξήσωμεν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν ἀνάγκην νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ χαρτοσήμου· ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει δὲν πρέπει μετὰ τοσαύτης παχύτητος νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ὁποίου, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω μετὰ θάῤῥους, θὰ ᾖναι πολὺ δυσάρεστα. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι, ἵνα μὴ μακρολογήσω, ἤθελεν εἶσθαι εὐχῆς ἔργον καλῶς σκεπτόμενοι, πρὶν φέρωμεν αὐτὴν τὴν νέαν ἀνατροπὴν τῶν πραγμάτων ἐπὶ νόμου, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν, νὰ λάβωμεν ὅλας τὰς σχετικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ διαφωτίσουν τὴν Βουλὴν, διότι ἄλλως εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἂν αὐξάνωμεν τοὺς φόρους ἐπὶ τῇ ἁπλῇ προτάσει καὶ ἐξ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν τοῦ ὑπουργείου. Καθῆκον ἔχομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἔχομεν καὶ τὸ καθῆκον μετὰ ὥριμον σκέψιν καὶ μελέτην νὰ ἐκλέξωμεν τὸ εἶδος τῶν φόρων, καὶ νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς ἐπαχθεστέρους. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν προτίθεται νὰ αὐξήσῃ τὰ δικαστικὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ὀφείλει νὰ καθυποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ὅπως ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς ἀποφανθῶμεν ἐν γνώσει περὶ τῆς αὐξήσεως τοιούτου φόρου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἤθελεν εἶσθαι ἐπιθυμητὸν νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 3 ἡμέρας ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γʹ συζήτησις.
§81ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἀπέῤῥιψεν ἡ Βουλή.
§82ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε, μοὶ φαίνεται, ἐὰν ἀπεφασίσθη.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναβολή.
§84ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀπεῤῥίφθη διὰ τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὶν αὐξήσωμεν τὸν φόρον πρέπει ὡρίμως νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν· δὲν ἐννοῶ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς καὶ ἀνεκπεραίωτον τὸ νομοσχέδιον αὐτό· ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐκπεραιώσωμεν, ἀφ’ οὗ ἅπαξ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὑπέβαλε. Ἐγώ, κύριοι, χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ἀγνοῶ ἂν θὰ γείνῃ ἀσπαστὴ, δὲν συμφέρει, οὐδὲ εἶναι ἔργον πατριωτικὸν ἀνεξετάστως οἱονδήποτε φόρον νὰ ἐπιψηφίζωμεν. Καὶ ἐπὶ ἑτέρου σπουδαίου γεγονότος ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ἡ κυβέρνησις ἔλαβεν ἤδη τὴν πρωτοβουλίαν πρὸς λύσιν τῶν περὶ ἰδιοκτησίας ζητημάτων, εἰς ἃ ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρεται ἡ Κέρκυρα. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ἂν τυχὸν λυθῶσι, θὰ προκαλέσωσιν ἀπείρους δίκας, πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προτεινομένου νέου περὶ χαρτοσήμου νόμου θὰ παρεμβάλῃ ἀνυπέρβλητα προσκόμματα, ὥστε δὲν ἤθελον νὰ ματαιωθῇ ἡ λύσις τῶν περὶ ἰδιοκτησίας Κερκύρας ζητημάτων ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ὑπενθυμίζω δὲ, ὅτι τῆς Κερκύρας τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς Κερκυραϊκὸν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ παρέξωμεν καὶ τὰ μέσα, ἵνα ἄνευ μεγάλης δαπάνης ἀποπερατωθῶσιν ἅπασαι αἱ εἰσαχθησόμεναι δίκαι. Δι’ ἅπαντας τοὺς ἐκτεθέντας λόγους φρονῶ ὀρθὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς ἐλευσομένης πέμπτης.
§85ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Στηριζόμενος, Κύριοι, εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, ὀφείλω νὰ σεβασθῶ κατὰ μείζονα λόγον τὰς πλάνας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται νομίζουσα, ὅτι διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ παλαιοῦ νόμου θὰ εἰσπράξῃ περισσότερα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ παλαιοτέρου νόμου ἐλαφρύνοντο οἱ πολῖται περισσότερον, οὐδέποτε θέλω συμφωνήσει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κύριε Κουρῆ, ἂν δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, κ’ ἐγὼ διὰ τὸ χαρτόσημον δὲν θέλω νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, πρέπει νὰ συμφωνήσητε νὰ ἐπανέλθῃ ὁ παλαιὸς νόμος ὅπως ἦτο· ἡ δὲ ἀναβολὴ δὲν θέλει σᾶς φέρει εἰς νέον φῶς οὔτε εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα ἄλλο παρ’ ὅ,τι σήμερον παρουσιάσθη ἐνώπιόν σας, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἔχῃ προτάσεις περισσοτέρας δυναμένας νὰ σᾶς πείσωσι τὶ θέλει ἐξοδευθῆ, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο ἀριθμητικὸς κατάλογος τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδικάσθησαν κατὰ τὸ 1865 τῶν πενήτων μόνον, συγκριτικῶς πρὸς τὰς τῶν πλουσίων, αἱ ὁποῖαι ἐδικάσθησαν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἐκ τούτων ἠθέλατε ἰδῆ, ὅτι οἱ πολῖται ἐλαφρύνοντο διὰ τοῦ πρώτου νόμου καὶ ἀπὸ τοῦ νέου νόμου δὲν εἰσήχθη οὔτε τὸ τρίτον τῶν δικῶν, ὅσῳ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ. Ἂν λοιπὸν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλῃ ἕως εἰς τὸ κόκκαλο νὰ πονέσῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν θέλῃ νὰ φέρῃ κατ’ αὐτοῦ νέας καταπιέσεις, καὶ θέλῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν παλαιὸν νόμον, πρέπει, Κύριοι, νὰ τὸν δεχθῆτε, διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἄπειροι δίκαι δὲν ἐπῆγαν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσωσι τὰ δικαστικὰ τέλη· πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι διὰ τοῦ νέου νόμου ηὔξησαν κατὰ πολὺ πολλὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου· π. χ. τὰ προικοσύμφωνα πληρόνουν περισσότερον τέλος χαρτοσήμου ἢ ὅσον ἐπλήρονον ἄλλοτε. Τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη τῶν 700,000 δραχμῶν, προέρχεται ἀπὸ τὴν μὴ εἰσαγωγὴν πολλῶν δικῶν, διότι ὅλοι οἱ πένητες ἐγκατέλειψαν τὰς ὑποθέσεις των εἰς τὴν τύχην, διότι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν εὐκολίαν, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ νόμου περὶ πενήτων. Σήμερον, ἐπαναφέροντες φόρους ὑπερόγκους εἰς ὅλας τῆς κοινωνίας τὰς τάξεις καὶ ἰδίως εἰς τὴν κατωτέραν, πιέζομεν τοὺς κατοίκους· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέτωμεν καὶ νέους. Ἑπομένως, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ παλαιὸς νόμος, ἀλλὰ μὲ τὰ δικαιώματα τῶν πενήτων, ὅτε, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει περισσότερα. Ἂν ὅμως τὸν ἐπαναφέρετε ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῶν πενήτων, θέλετε κάμει ἕνα σολοικισμόν, διότι τὰ δικαιώματα τῶν πενήτων ἐστηρίζοντο εἰς μίαν ὁρκοδοσίαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· ἑπομένως ἐπανερχομένου τοῦ νόμου ἄνευ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, θὰ πληρόνουν οἱ διάδικοι ὅσον ἐπλήρονον ἕως τώρα· οὕτω γίνεται μία παράβασις τῆς δικονομίας. Λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ παλαιὸς, ὅπως εἶχε· παρακαλῶ δὲ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἐπάνοδον τοῦ νόμου, διότι θὰ εὐεργετήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὰς δίκας του εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀντιδίκων του. (θόρυβος).
§86ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἕνα νομοσχέδιον περὶ τῶν πλοιάρχων τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 21.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ καὶ σπουδαῖα, Κύριοι, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν τὸ νὰ ἐπαναλάβω σήμερον πάλιν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι νὰ ἐκθέσω τινὰς ἀσυμφωνίας, τὰς ὁποίας παρατηρῶ εἰς τὴν περυσινὴν ἔκθεσιν τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Γνωρίζετε βεβαίως ὅλοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ καὶ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ὀφείλουν ν’ ἀκολουθῶσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, τὰς αὐτὰς ἀρχὰς τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ, διότι ἐδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτόν. Ὁ νῦν πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1865 ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου· τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του; «Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξισώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους πρὸς τὰ ἔσοδα, τῆς καταπαύσεως τῶν καταχρήσεων καὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν ὑμῶν». Ὁ νῦν ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, «ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξισώσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου....» Ἐρωτῶ τὸν Κύριον πρωθυπουργὸν πότε εἶχε δίκαιον; πέρυσιν ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἡ ἀνάγκη τῆς ἰσοῤῥοπίας ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἢ ἐφέτος, ὅτε ὁ ὑπ’ αὐτὸν ὑπουργὸς, Κύριος Κεχαγιᾶς, πρεσβεύει τὴν ἐναντίαν ἰδέαν; Καὶ πάλιν λοιπὸν ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν πότε εἶχε δίκαιον, πέρυσιν ἢ ἐφέτος; Εἶναι, Κύριοι, λυπηρὸν μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν νὰ ἔρχεται ἡ ἰδία Κυβέρνησις νὰ ζητῇ ἀνατροπὴν νόμων, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ ἰδία ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν· οἱ λόγοι ὅμως, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσίν του, δὲν εἶναι ἀληθεῖς, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἢ ὀλίγους μόνον μῆνας, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἱκανὸς χρόνος διὰ νὰ δοκιμασθῇ, Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον νὰ δοκιμασθῇ καὶ ἂν εὕρωμεν εἰς αὐτὸν ἐλλείψεις, ἂν εὕρωμεν ὅτι ὁ φόρος δὲν εἶναι ἀνάλογος, τότε ἐρχόμεθα ἐν γνώσει καὶ τὸν τροποποιοῦμεν. Ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις κατὰ 700,000 δραχ., κατὰ τὸν νέον νόμον θὰ εἰσπραχθῶσιν 1,500,000, διότι ὁ φόρος θὰ διπλασιασθῇ. Ἀλλ’ εἶναι πρέπον νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς ἕνα λαὸν, ὁ ὁποῖος μαστίζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀχρηματίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν; ἀρκεῖ ὅτι προσεθέσαμεν βάρος τοσούτων ἄλλων φόρων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου μέχρι τῆς προσεχοῦς συνόδου, ἵνα ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα, καὶ τότε ἐν γνώσει ζητοῦμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου, οὐχὶ ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὸν πρῶτον, ἀλλ’ ὅπως κάμωμεν μίαν τροποποίησιν αὐξάνοντες αὐτὸν κατὰ 20% τοὐλάχιστον. Ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας, τὸ μὲν ἵνα παρακαλέσω τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξηγηθῇ πότε εἶχε δίκαιον, πέρυσιν ἢ ἐφέτος, τὸ δὲ ἵνα παρακαλέσω ὑμᾶς ν’ ἀναβάλητε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Φαίνεται, ὅτι ὁ Κ. βουλευτὴς δὲν ἀνέγνωσε τὰς προτέρας συζητήσεις καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκει ἀσάφειαν καὶ ἀντιφάσεις εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του. Ἂν ἀνεγινώσκετε τί ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς, ἠθέλατε ἀκούσει, ὅτι ἐπέρχονται πάντοτε διορθώσεις, διότι γίνονται καὶ λάθη· τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ τὸ ὀνομάσῃ ἀντίφασιν. Ὁ Γλάδστων ἐλανθάσθη ὁ ἴδιος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, καὶ ἦλθε μόνος καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν· Κύριοι, ἔκαμα λάθος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, φέρω τὴν ἑξῆς διόρθωσιν. Ἂν ἐγὼ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελόγισα, ὅτι θὰ λάβω 2,000,000 δραχ. ἀπὸ ἕνα φόρον, καὶ πραγματικῶς δὲν ἔλαβον, θὰ ἔλθω νὰ ζητήσω μίαν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ νόμου. Ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἂν σκεφθῇ, ἂν μελετήσῃ, θέλει ἰδῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις· ὅταν οἱ ὑπολογισμοί μου δὲν ᾖναι ὀρθοὶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐμμένω εἰς αὐτούς. Ἐγὼ ὑπελόγισα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς ἦτον ὀρθὸς· ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν ἔχων τὰ γεγονότα ἐνώπιόν του εὑρίσκει, ὅτι ὑπάρχει ἕνα λάθος καὶ ζητεῖ διόρθωσιν· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντίφασις· τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐτήρησε τὰς ἀρχάς του εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μὴ ἠξεύρῃ τί γίνεται εἰς τὸν κόσμον.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ ἀντίφασις ὑπῆρχε μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὑπομονὴ, ἀλλ’ εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ νόμου.
§91ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ὑποβάλω, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι θέλετε ἅπαντες ἀσπασθῆ. — Ἀναβολή. Καὶ διὰ νὰ ἀποφύγω τὰς μακρυνὰς συζητήσεις συνοπτικῶς σᾶς λέγω· ά! ὅτι ἂν ἡμεῖς σήμερον παραδεχθῶμεν ἕνα νόμον ἀντίθετον εἰς τὸν ἤδη πρὸ ὀλίγων μηνῶν παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων παραδεχθέντα, φοβοῦμαι μήπως μᾶς εἴπουν ἀνακολούθους καὶ ἀσυνεπεῖς· βʹ) σᾶς λέγω, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπρότεινε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον σήμερον μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀκυρώσωμεν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν ὅσων εἶχεν ὑπολογίσει ἡ Κυβέρνησις, ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα τῶν πενήτων, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπρόσθεσεν, ἂν δὲν σφάλλω, καὶ ἄλλα βάρη τὰ ὁποῖα εἰς τὸν προϋπάρχοντα νόμον δὲν ὑπάρχουν. Σήμερον ὅμως βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν ᾧ ἀφίνει τ’ ἄλλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἤδη προσέφερε πρὸς ἀντίμετρον, πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἐλλείψεως, θέλει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἀρχαῖον νόμον, ὥστε θὰ ἔχωμεν τὸ βάρος τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὸ ἐπιπρόσθετον βάρος. Ἡ γνώμη ἐμοῦ, Κύριοι, εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀρχαῖος νόμος, ἀλλὰ καθ’ ὁλοκληρίαν· γʹ) ἤκουσα ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπὸ πολλοὺς νὰ φωνάζουν ἀπὸ ἐδῶ, ἰσότητα, ἰσότητα· ταύτην, Κύριοι, ὅλοι τὴν ὑποστηρίζομεν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰσότης νὰ μὴν ᾖναι ἰδανικότης, ἀλλὰ πραγματικότης. Τώρα μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡμεῖς παραδεχθῶμεν αὐτὸν τὸν νόμον, καταστρέφομεν τὴν ἰσότητα μεταξὺ πολίτου καὶ πολίτου, καὶ ἐνῷ ἠκούσαμεν νὰ φωνάζουν τὰ μύρια κατὰ τῆς Ἐνετικῆς φενάκης, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐνθρονίζετε ἐκ νέου τὴν Ἐνετικὴν ἀριστοκρατίαν, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐστὲ βέβαιοι, (σᾶς ὁμιλῶ ὡς ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς πρὸς τὸν τόπον μου· δὲν ἠξεύρω τί γίνεται εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον, διότι δὲν ἀπέκτησα γνώσεις πραγματικὰς), μία τάξις μόνον τῆς κοινωνίας, καὶ αὕτη εἶναι ἡ μᾶλλον εὐπάθητος, δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά της, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ θὰ καταπιέζεται. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ταύτην. Πρέπει, Κύριοι, νὰ προνοήσωμεν, ὥστε πᾶσαι ἀδιακρίτως αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας νὰ ἐπιβαρύνωνται καὶ ἐξ ἴσου πᾶσαι νὰ φορολογῶνται· ἄλλως, Κύριοι, θὰ ἀναγκάσωμεν τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ λαοῦ νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐξάσκησιν τῶν τιμαλφεστέρων δικαιωμάτων του καὶ νὰ γείνῃ ἕρμαιον τῶν πλουσίων καὶ εὐπόρων, διότι σᾶς λέγω μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ὅτι θὰ φέρωμεν τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἅπαντα τὰ δικαιώματα θὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὰς χεῖρας ὀλιγίστων, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντισταθοῦν εἴτε κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας εἴτε κατὰ τῆς πλεονεξίας· καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Βουλὴ, οἱαιδήποτε θὰ ᾖναι αἱ περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν θέλει βεβαίως καθιερώσει μίαν ἀρχὴν τόσον καταστρεπτικήν. Τέταρτος καὶ τελευταῖος λόγος, καὶ ἐγκαταλείπω τὸ βῆμα. Δὲν θέλω νὰ θίξω ζητήματα οἰκονομολογικά· ἀλλ’ ὅταν καὶ ἐγὼ ὡς φοιτητὴς τῶν Σχολείων ἐπήγαινα καὶ ἐμαθήτευα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἤκουσα ὅτι ὅσῳ ἐλαφρότερος εἶναι ἕνας φόρος, τόσον περισσότερον εἰσπράττεται. Ἐνθυμεῖσθε τί ἔκαμεν ὁ Γλάδστων εἰς τὸ περὶ ἐπιστολῶν. Τώρα, κύριοι, ἂν ἡμεῖς ἐπιβαρύνωμεν αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, καὶ τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις; Μ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔχωμεν ἐναντία ἀποτελέσματα· ἀνεξαρτήτως, ὅτι ὁ ἄπορος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελον τὸν ἐπιβαρύνει, καθεὶς τὰς μικρὰς ὑποθέσεις τὰς παραμελεῖ, διότι λέγει, προτιμῶ ἀπέναντι τῆς ἀμοιβαιότητος μιᾶς δίκης νὰ ἐγκαταλείψω καὶ ἀποσκορακίσω ἓν δικαίωμα ἢ ἓν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ 30, 40, 60 δραχμὰς, παρὰ νὰ ὑποβληθῶ εἰς ἓν ἔξοδον, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον καὶ ἀναπόφευκτον 30 δραχμῶν· καὶ ὡς ἐκ τούτου μοὶ φαίνεται, κύριοι ὑπουργοὶ, μ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν εἰς τὴν ἐνέργειάν σας, χωρὶς νὰ αὐξήσητε τοὺς φόρους, ἀντὶ νὰ φθάσητε εἰς 3,000,000, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσατε, ὅτι ἔπρεπε νὰ πορισθῆτε ἀπὸ τὸ χαρτόσημον, θὰ ἔχετε δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου οὐχὶ 2 ἀλλὰ 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον. Αὐτὰ, κύριοι, ἔχω καὶ εἶχα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, τοὐλάχιστον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἑτοιμάζομαι νὰ δώσω καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§92ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ λαλήσω περὶ τῆς νέας προτάσεως, ἥτις ἐπανελήφθη, τοὐτέστι τῆς ἀναβολῆς, διότι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ, καὶ μολονότι οἱ προαγορεύσαντες καὶ πρὸ πάντων ὁ τελευταῖος ἐπρότειναν τὴν ἀναβολὴν, οὐχ ἧττον ἐπελήφθησαν τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπελήφθησαν κυρίως εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, ἐν ᾧ δὲν πρόκειται παρὰ περὶ τῆς ἀρχῆς· διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀναιρέσω ὅσα εἶπον καὶ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα καὶ εἰς τὴν ἀρχήν. Εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὸν πρῶτον νόμον, θὰ ἔχωμεν, καθὼς προτείνεται ἡ τροποποίησις, τὰ βάρη τοῦ νέου νόμου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ὠφελήματα τοῦ προλαβόντος· καὶ νέα βάρη ἐννοοῦν μόνον τὸ χαρτόσημον τῆς ἀξίας, τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ηὐξήθη κατὰ τὸν ἐνισχύοντα νόμον ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν, διότι τῷ ὄντι ὁ πρῶτος νόμος ἐπέβαλλε τέλος εἰς τὰ συμβόλαια μέχρι τῶν 20,000 δραχμῶν, τὸ δὲ περιπλέον ἔμενεν ἀφορολόγητον. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἦτον ἄδικον ὑπὲρ τῶν πλουσίων καὶ κατὰ τῶν πτωχῶν, διότι ἅμα τις συνῆπτε συμβόλαια ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν, τὰ ποσὰ ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν ἦσαν ἀφορολόγητα· ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ διώρθωσε τὸ ἀδίκημα τοῦτο, διότι εἶπε, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος, ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του ἔπρεπε νὰ συνεισφέρῃ· ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς διώρθωσεν ἓν ἀδίκημα. Ἄρα νὰ μείνῃ ὁ νόμος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐν ἰσχύϊ, δὲν εἶναι βάρος ἀλλὰ δικαιοσύνη. Ἂν παραδεχθῶμεν τὸν νόμον αὐτὸν ὅπως προτείνεται, τότε θὰ προσβάλωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, θὰ ἐγκαταστήσωμεν τὴν πλουτοκρατίαν, θὰ δημιουργήσωμεν προνόμια; Ἐξ ἐναντίας, κύριοι, ὁ ὑφιστάμενος νόμος εἶναι ὑπὲρ τῶν πλουσίων καὶ κατὰ τῶν πτωχῶν, διότι καὶ ὁ πένης καὶ ὁ πλούσιος θὰ πληρόνῃ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον, ἐν ᾧ ὁ προτεινόμενος νόμος κάμνει διακρίσεις μεταξὺ τῶν πλουσίων καὶ τῶν πτωχῶν, διότι περιορίζει τὸ τέλος καὶ τὸ ἐπαναφέρει εἰς τοὺς πλουσίους, ὅπως ἦτο πρότερον. Δὲν παραβιάζεται λοιπὸν ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, ἀπ’ ἐναντίας γίνεται μέριμνα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ οἱ πλούσιοι θὰ πληρόνουν τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπλήροναν πρότερον· ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι δικαιότερος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ὁποίαν ἐξέτασεν ὁ Κ. Βουλευτής. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, ἡ ἄμεσος συνέπεια θὰ ᾖναι ἡ αὔξησις τῶν φόρων τῆς ἐπικρατείας. Τότε διὰ τί νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εἰς ὅλα; διὰ τί νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν εἰς ἄλλα 40%; Ἂν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἦτο τόσον ἀδιαφιλονείκητος καὶ ὀρθὴ, βεβαίως αὐτὴ ἡ Ἀγγλία δὲν ἤθελε διατηρεῖ τόσους βαρεῖς φόρους τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ Ἑλλὰς, δηλαδὴ τὸ τῆς σταφίδος. Διὰ τί ἡ Ἀγγλία μᾶς ἐπιβάλλει φόρους 10% ἐπὶ τῆς σταφίδος; Διὰ τί δὲν ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχήν σας, νὰ ἐλαττώσουν τοὺς φόρους διὰ νὰ ἔχουν μεγαλειτέρας καὶ περισσοτέρας προσόδους; Κύριε Παδοβᾶ, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, ἰδοὺ, τὸ ἐφηρμόσαμεν ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὡς ὀρθὴν, ἐὰν ἔβλεπα ὅτι ἅμα αὐξηθῇ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, ἡ δικαιοσύνη θὰ ᾖναι ἀπρόσιτος, οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ προσέρχωνται εἰς τὰ δικαστήρια. Τὸ χαρτόσημον ὑπῆρχε πρότερον τὸ διπλάσιον, καὶ ἐντούτοις ἐὰν αἱ δίκαι ἦσαν τόσον πολλαὶ, ὥστε ἐθεωρεῖτο... (θόρυβος). Ἀλλ’ ἰδοὺ, ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ποία ἦτο ἡ συνέπεια κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν σας; ν’ αὐξηθῇ ἡ πρόσοδος. Εἰς τὰ 1865 χωρὶς νὰ ᾖναι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου εἰσεπράχθησαν 2, 240,000 ἀπέναντι 2,460,000 προϋπολογισθέντων. Εἰς τὰ 66, ὅταν ἠλαττώσαμεν πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ αὐξηθῇ ἡ πρόσοδος, καὶ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἠξεύρετε εἰς ποῖον ποσὸν περιωρίσθησαν αἱ εἰσπράξεις; εἰς 2,288,000. Ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων καὶ ἀριθμῶν τί ἠθέλατε ἀντιτάξει;
§93ΚΟΥΡΗΣ. Ὅταν ὁ νόμος ὁ προηγούμενος καταργηθεὶς ἢ τροπολογηθεὶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔδιδε 3,000,000 ὁ δὲ νέος, καί τοι ἐλαττωθέντων τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τὸ ἥμισυ, ἔδωκε 2,288,000, τοῦτο τί δεικνύει; ὅτι ηὔξησεν ὁ φόρος.
§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, δὲν μὲ ἐνοήσατε· εἰς τὰ 1865, ὅταν εἴχομεν τὸν πρῶτον νόμον, εἴχαμεν εἰσπράξει 2,340,000 ἄνευ τῆς Ἑπτανήσου· ἐτροποποιήθη ὁ Νόμος, συμπεριελήφθη ἡ Ἑπτάνησος καὶ περιορίζεται τὸ ποσὸν εἰς 2,288,000. Ἄρα ὁ νέος νόμος ἠλάττωσε κατὰ τὸ ἥμισυ.
§95ΚΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ εἶναι τὸ ἥμισυ αὐτό;
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως· τὰ 2,340,000 εἶναι χαρτόσημον καὶ ἀξίας καὶ τάξεως, Ἡ ἐλάττωσις βεβαίως ἐπῆλθεν ἀπὸ τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως· διότι ἠλαττώσαμεν τὰ τέλη κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ἐνῷ ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ προσεδοκᾶτο μεγαλειτέρα αὔξησις, ἡ πρόσοδος κατὰ τὸ 1866 ἦτο παντοῦ 2,288,000. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἠλαττώσαμεν καὶ ἀντὶ αὐξήσεως ἔχομεν ἐλάττωσιν. Εἰς τὰ 1865 εἰσεπράχθησαν 2,340,000 ἀπὸ χαρτόσημον τάξεως καὶ ἀξίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς δὲ τὴν Ἑπτάννησον 286,000. Εἰς τὸ 66 μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς τάξεως κατὰ τὸ ἥμισυ εἰσεπράχθησαν 2,288,000 εἰς δὲ τὴν Ἑπτάννησον 386,000. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀκόμη ὁ Νόμος, θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, θὰ ᾖναι ματαιοπονία. Ἑπομένως ὅσον παρατείνεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου αὐτοῦ, τόσον μεγαλειτέρα ζημία θὰ προκύψῃ καὶ ἔλλειψις εἰς τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξισωθοῦν μὲ τὰ ἔξοδα. Ἐὰν φαίνεται ἐπαχθὴς ὁ φόρος, παρακαλῶ τοὺς κυρίους νὰ προτείνουν κανένα ἄλλον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ ἐσκέφθη. Ἔλθετε νὰ ἐξισώσητε τὰ ἔσοδα μὲ τὰ ἔξοδα· ὅπως ὁ Νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις δεικνύει ἔκτακτον πίστωσιν, πρέπει νὰ δεικνύῃ καὶ τὸν πόρον, ἐξ οὗ θὰ πληρωθῇ ἡ πίστωσις, οὕτω καὶ ὁ βουλευτὴς, ὅταν δὲν παραδέχεται μίαν πρόσοδον, πρέπει νὰ εὕρῃ καὶ τὰ πράγματα διὰ νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ζητεῖ. Μήπως διὰ τὸν φόρον τῶν ζώων τὰ ἴδια δὲν εἴπομεν; καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν θὰ εἴπουν τὰ ἴδια; Ἔλθετε λοιπὸν νὰ κάμετε τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ τότε παραιτούμεθα ἀπὸ πᾶσαν αὔξησιν φόρου.
§97Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγα τινὰ νομίζω νὰ ὑποβάλω. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1837, τὸν ὁποῖον κατήργησεν ὁ Νόμος τοῦ 1865 ἐπὶ τοῦ φόρου τάξεως, συνέβαινε τὸ ἀκόλουθον· ὅστις δὲν ἀπελάμβανε τὸ δικαίωμα τοῦ πένητος ἐπλήρονε 2 δραχ. διὰ τὰς ἀποφάσεις ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν, 5 τῶν Πρωτοδικῶν καὶ 10 τῶν ἐφετῶν. Δυστυχῶς ἡ πολυγραφία, ἡ ἕξις τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου καὶ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις, νὰ γράφωσι πολλὰ, ἀπέδειξεν ὅτι διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τις μίαν δίκην ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου χρειάζεται 50 δραχ. καὶ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐχρειάζετο 250 δραχμὰς· διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ δὲ αὐτὰς τὰς 250 δραχ. ἐπενοήθη τὸ μέσον τῆς ἀπολαύσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ πένητος, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ δαπανηθοῦν 7 δραχ., διότι ἔπρεπε νὰ ὁρκισθῇ, νὰ γείνῃ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ κ.τ.λ. Τί ἄλλο συνέβαινεν; ἡ αὔξησις, δηλαδὴ ἡ προσθήκη πολλῶν φύλλων χαρτοσήμου, δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ εἰρηνοδικείου ἀλλὰ καὶ τοῦ Πρωτοδικείου· σπάνιον ἦτο νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις ὀλιγώτερον τῶν 3 φύλλων, τινὲς μάλιστα ὑποθέσεις ἔχουν 10 φύλλα καὶ ἐπλήρονεν ἕκαστος 100 δραχμὰς διὰ μίαν δίκην εἰσαγομένην ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν Ἦλθεν ὁ Νόμος ὁ ἄλλος καὶ εἶπεν· ἐλαττόνω τὸ χαρτόσημον πρὸς ὄφελος τῶν πλουσίων καὶ ἐξασφαλίζω τοὺς Δημάρχους, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάζοντο, χωρὶς νὰ ᾖναι πένητες νὰ τοὺς δίδουν τὸ δικαίωμα τῆς πενίας. Νομίζετε ὅτι ἠλαττώθησαν τὰ τέλη; ὄχι· ηὔξησεν ὁ φόρος τῆς ἀξίας καὶ ἠλαττώθη τῆς τάξεως; ὄχι, διότι ἐξετάθη εἰς τὰς ἄλλας τάξεις (θόρυβος). Εἰς τὸ Ναύπλιον 2,000 ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν τοῦ Δημοσίου. Αὐτὴν τὴν στατιστικὴν ἐπερίμενα νὰ μοῦ φέρῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς, πόσαι ἀποφάσεις εἶναι ἐκδεδομέναι κατὰ τὸ 1866 μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἔκαμαν τὰ δικαστήρια; Εἶχον δημοτικὰς ἐκλογὰς, τὴν ἀνακήρυξιν τῶν Παρέδρων, συμβούλων καὶ ὑποψηφίων Δημάρχων, εἶχον τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Λέγει ὁ ὑπουργὸς, ὅτι λογαριάζει τὰ ἔσοδα τοῦ Φεβρουαρίου· ἀλλὰ μέχρι τοῦ Μαΐου δὲν εἶναι μῆνες δικαστικῆς ἐργασίας, εἶναι ὁ Σεπτέμβριος, Ὀκτώμβριος, καὶ Νοέμβριος. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας εἶχον τὴν ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κύριος ὑπουργός. Κύριοι, δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος οὔτε ἐντριβὴς εἰς τὰ πολιτικὰ· εἶμαι ἐντελῶς ἀδαὴς τῆς περὶ τὸ κυβερνᾷν δεξιότητος· ἀλλὰ ἐννοῶ ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, ἐὰν ᾖναι φόρος ἀδικαιολόγητος, εἶναι αὐτὸς· γεωργοὶ, ποιμένες, βιομήχανοι ἀπογυμνοῦνται. Ἔρχεται ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ μᾶς λέγει νὰ μοῦ εὕρετε φόρους· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εὕρετε ἄλλους, πρέπει νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου! Ὅ,τι λέγω, κύριοι, τὸ λέγω ἐκ πεποιθήσεως· ποτὲ δὲν θέλω ἐπιψηφίσει τὴν παραδοχὴν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀναβολῆς;
§99ΚΟΥΡΗΣ. Ἐδῶ ὁ κύριος ὑπουργὸς κάμνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65 ὅταν ἴσχυεν ὁ πρώην Νόμος καὶ τοῦ 66 μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Νόμου αὐτοῦ. Τώρα, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν κεχωρισμένα δύω κονδύλια, τί εἰσεπράχθη ἀπὸ τὸ χαρτόσημον τῆς ἀξίας καὶ τί ἀπὸ τῆς τάξεως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἔφερε καὶ πραγματικὴν ἐλάττωσιν εἰσπράξεως, ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι δὲν εἰσήχθη ὁ Νόμος παντοῦ, καὶ τοι γνωρίζετε, ὅτι τρομερὰ συμβεβηκότα ἔκαμαν ὥστε νὰ ἀναστείλωμεν τὰς δικαστικὰς πράξεις, καθὼς εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἕνεκα τοῦ σεισμοῦ ἐπὶ 2 ἕως 3 μῆνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ διδόμενα νὰ ἴδωμεν τὸ συμπληρωτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ ὅλου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος ὑπουργὸς ᾖναι εἰς θέσιν μέχρι τῆς πέμπτης νὰ μᾶς ὑποβάλῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον οὐσιώδη, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει ἀποφασίσῃ, ἴσως θέλομεν ἐξακριβώσει ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἥτις ἔγεινε καθόσον ἀφορᾷ τὰ δικαστικὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ἐπέφερεν αὔξησιν εἰσπράξεως, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι αὐτὴ ἡ αὔξησις εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὸ Ταμεῖον θὰ φέρῃ βλάβην. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον χωρὶς νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὴν οὐσίαν, λέγω καὶ ἐπιμένω νὰ ἐρωτήσητε τοὐλάχιστον, ἐὰν ἐπιθυμοῦν νὰ ᾖναι ἐν γνώσει αὐτῶν τῶν γεγονότων, τόσων σπουδαίων καὶ σημαντικῶν, ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς πέμπτης.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μοῦ ζητεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι ἀδύνατος, διότι τὴν ἐζήτησα καὶ μοῦ παρουσίασαν δυσκολίας οἱ Ταμίαι, διότι δὲν κρατοῦν ξεχωριστὰ τὸ ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου, ἀξίας καὶ τάξεως. Ἂν μόνον παρατηρῶ, ὅτι εἶναι πάντῃ περιττὴ ἡ πληροφορία αὐτὴ, διότι ὁ εἰσαγόμενος Νόμος δὲν μετεῤῥύθμισε τὸν Νόμον καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν, διότι ἐπέβαλα φόρον καθόσον ἀφορᾷ ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν· λοιπὸν ἡ τροποποίησις τοῦ Νόμου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀξίας, ἀλλὰ τῆς τάξεως, διότι τοῦτο ἠλάττωσε κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Νομοθέτου. Εἰς τὸ 1866 τὸν Ἰανουάριον τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον εἰσέπραξε κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον 25,113,75· εἰς τὸ 1867, 22,499· τὸ τῶν Πατρῶν εἰς τὰ 1866, 14,801, εἰς τὸ 1867, 10,000. Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας φαίνεται ἐλάττωσις· αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις δὲν προέρχεται παρὰ ἀπὸ τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως, διότι αὐτὸ ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἥμισυ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἔληξεν ἡ συζήτησις. Κύριε Κουρῆ, ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας;
§102ΚΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ λέγει ὁ ὑπουργὸς, ὅτι ἀδυνατεῖ, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω μόνον περὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τρίτην συζήτησιν, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον). Θὰ ζητήσω τὸ ἐναντίον.
§104ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν ἐγειρόμενοι ὑπὲρ τοὺς 15). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι· (γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία). Κύριοι, ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη διὰ ψήφων 83 κατὰ 42. Ἀρχίζομεν τὴν συζήτησιν. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). «Τὰ δικαστικὰ ἐν γένει τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ἐλαττωθέντα κατὰ τὸ ἥμισυ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1865 ΡΙϚʹ. νόμου, προσδιορίζονται ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1867 κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1836 νόμου.»
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀντὶ 1ης Ἀπριλίου νὰ τεθῇ 15.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται αὐτὴ ἡ παρατήρησις· ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται) «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 220 τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἀπολαύοντες ἢ ἀπολαύσοντες τῶν δικαιωμάτων τῶν πενήτων, ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τελῶν χαρτοσήμου. Τὸ κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοῦ δημάρχου πιστοποιητικὸν ἀπαιτεῖται νὰ φέρῃ καὶ τὴν θεώρησιν καὶ βεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου· ἐν περιπτώσει διαφωνίας αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἐκδοθεῖσαν πιστοποίησιν, ἀποφαίνεται ὁριστικῶς ὁ ἁρμόδιος ἔπαρχος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἐκτεθέντας κάτωθι τοῦ πιστοποιητικοῦ λόγους διαφωνίας. Ἐν αἷς ἐπαρχίαις δὲν ὑπάρχει οἰκονομικὸς ἔφορος ἐκπληροῖ τὸ διὰ τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου ἀνατεθὲν αὐτῷ καθῆκον ὁ ταμίας.»
§110ΛΑΠΠΑΣ. Ἔχω ἐγὼ ἀντίῤῥησιν ἐδῶ. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν διάκρισιν, ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ἐπειδὴ ἔχομεν τόσα προηγούμενα, ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι ἔχοντες μεγάλην κατάστασιν, κατώρθωσαν νὰ πάρουν πιστοποιητικὸν πενίας καὶ νὰ πολεμοῦν μὲ τὰ ψεύματα, λοιπὸν λέγω, αὐτὸ δὲν θὰ ὠφελήσῃ τίποτε, καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διάκρισις, διότι θὰ συμβοῦν τ’ αὐτὰ καὶ χειρότερα (θόρυβος). Μὴ ταράτεσθε, Κύριοι, καὶ ἔχω παραδείγματα νὰ σᾶς φέρω· ἕνας Γιαννάκος στὴν Λειβαδιὰ, ὅστις ἀπεβίωσε πρὸ ὀλίγου καιροῦ, εἶχεν εἰσοδήματα 9,000 δραχ. καὶ δύο τρία χωράφια, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς εἶχε κατορθώσει νὰ πάρῃ ἓν πιστοποιητικὸν, καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ πένητος· αὐτὰ εἶναι γεγονότα, εἶναι γνωστὰ, καὶ ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ἠμπορεῖ νὰ τὸν γνωρίζῃ. Ἂν θέλετε ἀφῆστε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι οἱ πένητες δὲν θὰ ὠφεληθοῦν παρὰ οἱ δικηγόροι.
§111ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα ζημιοῦνται οἱ δικηγόροι.
§112ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ ’ποῦ λέγω ’γὼ· τὰ ἠξεύρω ’γὼ καλλίτερα ἀπὸ σᾶς. Ἔχω ἄλλα παραδείγματα νὰ σᾶς φέρω τοιαῦτα· καὶ ἐν τοσούτῳ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει μικρὰν κατάστασιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ πιστοποιητικόν· ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον. Σᾶς λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ διάκρισις νὰ ἐκλείψῃ, διότι γίνονται καταχρήσεις. Τέλος πάντων ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς ὅπως θέλουν ἂς ἀποφασίσουν.
§113ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Καπετὰν Λάππας, ὡς γνωρίζετε, εἶναι πλούσιος· καὶ ἂν δήμαρχός τις τῆς πατρίδος του ἔκαμε κατάχρησιν καὶ ἔδωκε πιστοποιητικὸν εἰς πλουσίους, ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς κανόνα. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι ἓν εὐεργέτημα· ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ὠφελήσῃ τὴν ἄπορον τάξιν τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ προσιτοὺς εἰς τὰ δικαστήρια. Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ἡ διαδικασία ἡ δικονομικὴ εἶναι τοσοῦτον στρεψόδικος, ὥστε διὰ τοῦτο αἱ δίκαι καταντοῦν νὰ περαιοῦνται μετὰ 20 ἔτη. Ἂν ἀφαιρέσητε τὴν διάταξιν αὐτὴν, θὰ καταστήσητε δυστυχεῖς τὰ ⅔ τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος. Οἱ πλούσιοι εἰς κάθε τόπον εἶναι ὀλιγώτεροι· εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς οἱ πτωχοὶ εἶναι περισσότεροι, αἱ δίκαι δὲ ἀναφύονται μεταξὺ ἀμφοτέρων. Ὁ Κ. Λάππας λοιπὸν θέλει σήμερον νὰ καταπιέσῃ ἐκείνους τοὺς πτωχοὺς, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει δίκας. Τὰ δικαστήρια, Κ. Λάππα, δὲν διακρίνουν τὸν ταγματάρχην ἀπὸ τὸν πτωχὸν, καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἐνομοθέτησε συμφέροντα διὰ τοὺς δικηγόρους, ἀλλὰ διὰ τοὺς πένητας. Ἐγὼ, Κύριοι, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ πρῶτος νόμος, ὡς ἔχει· ὁ νομοθέτης δὲν ἐπρόβλεψε μόνον δι’ ἕνα χρόνον, οὔτε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐνομοθέτησε διὰ πολλὰ ἔτη. Ὁ φορολογικὸς νόμος μεταβάλλεται κατ’ ἔτος, ποτὲ ὅμως τοιοῦτον δικαίωμα δὲν μεταβάλλεται διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων· πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰδικὴ πρότασις, ἥτις ν’ ἀποκρούσῃ τὸ εὐεργέτημα αὐτό. Ἐὰν κάμῃς ὡς δικηγόρος πλειστογραφίαν, ἡ ἐξαίρεσις αὕτη δύναται νὰ δικαιολογήσῃ διάταξιν καταργοῦσαν ἓν εὐεργέτημα στηριζόμενον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Νομοθέτου; Ὁ Νομοθέτης πρέπει νὰ ᾖναι φιλάνθρωπος καὶ οὐχὶ δρακόντιος. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ νομοθετῶμεν καταπιέζοντες τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν θὰ εἰσπράξητε φόρους, θὰ ἀναγκάζητε ἀνθρώπους σκεπτομένους λογικῶς νὰ ταχθοῦν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς πείσητε εἰς τὰ μὴ ὀρθά. Πρέπει λοιπὸν νὰ συντάττεσθε εἰς τὰ ὀρθὰ διὰ νὰ σᾶς συνδράμωμεν, ἄλλως θὰ χάσητε πολλοὺς κ. Ὑπουργέ! (Θόρυβος.)
§114ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον ἀπέναντι τοῦ κ. Γόντικα· τοῦ λέγω ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰδέαν του, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἔχῃ διὰ λογαριασμόν του· τοῦ λέγω ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι, ἔχοντες εἰσοδήματα 2 καὶ 3,000 δραχμῶν, ἐπαρουσιάσθησαν καὶ εἶπον, ὅτι ἔχω 5,000 καὶ ἐξώδευσα 7,000, ἰδοὺ λοιπὸν ὅπου εἶμαι πένης. Λοιπὸν δὲν ὠφελεῖται ὁ πένης, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συντελέσῃ διὰ ν’ ἀπομακρυνθοῦν μερικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καταχρῶνται τὸν Νόμον.
§115ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ τὰ τιμωρεῖ ὁ Νόμος.
§116Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις νομίζω ἀναγκαίας νὰ ὑποβάλω κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λάππα.
§117ΛΑΠΠΑΣ. Εἶσαι καὶ σὺ δικηγόρος καὶ διὰ τοῦτο.
§118ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Λάππαν διὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μὲ κάμνει. Εἶμαι τῷ ὄντι δικηγόρος, ἀλλ’ ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο εἶμαι ὁ καταλληλότερος νὰ ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως δὲν εἶναι κατάλληλος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λάππας ὡς στρατιωτικὸς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅ,τι ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν νομοθεσίαν μας. Δὲν προτείνει ἄλλο ἐπιχείρημα ἰσχυρὸν παρὰ τὴν κατάχρησιν· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν εἴπω, ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν λόγῳ τῆς καταχρήσεως τὴν κατάργησιν, θὰ ὁμοιάσωμεν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἠμποροῦσε νὰ συλλογισθῇ, καὶ ἤθελε νὰ καταργηθῇ ὁ ὀρθὸς λόγος, ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἀριθμητική. Βέβαια πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἠθικὴ, ἀλλὰ δὲν πρέπει, διότι παρουσιάσθησαν ἄνθρωποι παραβιάσαντες, προσβαλόντες τὴν ἠθικὴν, νὰ καταργήσωμεν τὸν Νόμον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τοὺς λόγους τῆς καταργήσεως. Ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ὅτι εἶδεν ἀνθρώπους ἔχοντας 3 καὶ 4,000 δρ. νὰ ἀπολαύσουν τοῦ δικαιώματος τῆς πενίας, δὲν τὸ εὑρίσκω δικαιολογοῦν τὴν κατάργησιν, διότι ἠμπορεῖ ὁ ἔχων εἰσοδήματα 1000 δραχμῶν καὶ κατοικῶν εἰς μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἦναι πλούσιος, ἐνῷ ὅστις κατοικεῖ εἰς Ἀθήνας καὶ ἔχει 6 καὶ 7,000 δραχμῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκας, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ εἰς κύκλον μέγαν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι καταστρέφεται, ὅταν καταβάλῃ 300 ἢ 400 δραχμάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνωμεν καὶ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Θεοῦ, εἰς ἣν ὑπόκειται καὶ ὁ ζητῶν τὴν ἀπόλαυσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πενίας. Ἀλλά, κύριοι, ἐκτὸς τούτου ἐγὼ προτείνω καὶ μίαν δευτερεύουσαν διάταξιν· διότι δι’ αὐτῆς δὲν καταργεῖται τὸ χαρτόσημον διὰ τοὺς πένητας, ἀλλὰ μένει. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχει εἷς μίαν δίκην 100 δραχμῶν καὶ ἔρχεται κατ’ ἔφεσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον· ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 5 δραχμῶν χαρτόσημον καὶ 3 τὰ πρακτικὰ 8· ἂν δὲν φθάσῃ τὸ ἓν φύλλον, θὰ τὸ πολλαπλασιάσῃ ὁ δικαστής. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι λογικὸν καὶ σύμφωνον μὴ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα νὰ συμπεριληφθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. (ἀναγινώσκει). Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον ν’ αὐξάνωνται τὰ φύλλα, ἀλλὰ νὰ θέτῃ ὀλιγωτέρας ἀξίας χαρτόσημον εἰς τὰ κατὰ συνέχειαν φύλλα. Αὐτὸ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν εὐθυδικίαν τῆς Βουλῆς νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§119ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητριάδου, δηλ. τὰ ἑπόμενα φύλλα νὰ συμπληροῦνται διὰ χαρτοσήμου κατωτέρας ἀξίας, βεβαιωθῆτε ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὔξησιν 75,000 δραχμῶν θὰ ἔχωμεν διπλασίαν· καὶ ἂν παραδεχθῇ ἡ παρατήρησις αὕτη, ὁ συζητούμενος Νόμος ματαιοῦται καὶ καθίσταται περιττὴ ἡ ἐπιψήφισίς του· ἂν ὅμως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Δημητριάδη ἀφορᾷ τοὺς πένητας, εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐγώ, κύριοι, ὑποστηρίζω ν’ ἀπαλειφθῇ ὁ βʹ. καὶ γʹ. παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου αὐτοῦ, διότι, ἂν παραδεχθῆτε τοὺς παραγράφους αὐτοὺς, βεβαιωθῆτε ὅτι ποτὲ πένητος δικαίωμα δὲν θὰ ἔχωμεν· καθ’ ὅτι πολλοὶ γεωργοὶ φαίνονται ὡς φορολογούμενοι, ἐνῷ δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται, διότι καλλιεργοῦν κτήματα ξένα, ὁ δὲ Ἔφορος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τοὺς πένητας καὶ ἑπομένως προτείνω τὴν ἀπάλειψιν. Εἶμαι δὲ σύμφωνος μὲ τὸ ἀ. ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου δευτέρου.
§120ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διατί, δὲν μᾶς εἴπατε.
§121ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ προκληθῶ νὰ εἴπω περισσότερα, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, ἰδού, σᾶς λέγω διατί. Διότι ἠξεύρετε τί ζητοῦμεν ἡμεῖς οἱ δικηγόροι; νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς πένητας καὶ νὰ ὠφεληθῶμεν ἡμεῖς· βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱ πένητες δὲν ὠφελοῦνται παρὰ οἱ δικηγόροι. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ μέτρον τῆς πενίας καθίσταται πρόξενον ἐμπορίου τῶν δικῶν.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πρότασις, κ. Πρόεδρε, τοῦ κ. Δημητριάδο εἶναι ἀξία μελέτης· ἂς τυπωθῇ λοιπὸν καὶ αὔριον βλέπομεν.
§123ΛΑΠΠΑΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ ἐκλείψῃ ὅλη αὐτὴ ἡ δουλειά.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἰδέα......
§125ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἐγὼ προτείνω τὴν τροπολογίαν μου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει μίαν τροπολογίαν περὶ προσθήκης ὄχι πλέον ἀξίας τῆς αὐτῆς ἀλλὰ μετὰ τὸ ά. χαρτόσημον νὰ τίθηται ἄλλο χαρτόσημον μικροτέρας ἀξίας. Εἶναι καὶ τοῦ κ. Γόντικα, ὅστις θέλει νὰ ὑπάρχῃ ὁ παλαιὸς Νόμος καθολοκληρίαν, δηλ. νὰ ᾖναι ὅλως διόλου ἐλεύθεροι οἱ πένητες. Εἶναι καὶ τοῦ κ. Χατζοπούλου, ὁ ὁποῖος θέλει τὸ Νομοσχέδιον καθὼς εἶναι, μὲ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ πιστοποιητικά.
§127ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζοπούλου τὴν δέχομαι, κἀμμίαν ἄλλην ὄχι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάππας θέλει ν’ ἀπαλειφθῇ ὅλως διόλου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ διάκρισις πένητος καὶ πλουσίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔχομεν τοῦ κ. Γόντικα.
§129ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι θέλουν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15.) Λοιπὸν δὲν εἶσθε 15· θὰ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Γόντικα νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Ὥστε μένει τὸ ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου, ἐξαιρουμένου τοῦ βʹ. καὶ γʹ. ἐδαφίου. Ἔχομεν τώρα τοῦ κ. Δημητριάδου.
§131ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω μίαν ὑποτροπολογίαν εἰς αὐτὴν, δηλ. μόνον διὰ τοὺς πένητας.
§132ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μερικοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἐπειδὴ ἤκουσαν ὅτι θὰ τοὺς ἐπιβαρύνουν παράβολα, διότι εἶχον ἀποκτήσει πρὸ τοῦ Νόμου τὰ ἀντικλητήρια, ἐπειδὴ ὁ Νόμος δὲν ἐζήτει παράβολα, νομίζουν, ὅτι ἐὰν ἴσχυεν ὁ νόμος αὐτὸς, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἐπὶ δύο, τρία ἔτη, δὲν θὰ πληρόνουν παράβολον. Ἐγὼ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ καλῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἐὰν τὸν παράβολον ἐκλείψῃ, πρέπει νὰ ἐκλείπῃ ἐν παντὶ καιρῷ;
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος κατήργησε τὰς εἰσπράξεις τῶν πενήτων· καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὸ παράβολον, δὲν ἐκάμαμεν νόμον καὶ ἐπομένως τὰ δικαστήρια ἐφαρμόζουν τὸν πρῶτον νόμον.
§134ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂς σημειωθῇ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικά.
§135Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί προσετέθη;
§136ΤΙΝΕΣ. Ὡς πρὸς τοὺς πένητας.
§137Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τοὺς πένητας, καθόσον ἀφορᾷ τὰ εἰρηνοδικεῖα, νὰ πληρόνουν 50 λεπτὰ, καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ πρωτοδικεῖα καὶ ἐφετεῖα, νὰ ᾖναι μία δραχμή.
§138ΤΙΝΕΣ. Καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§139Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοεῖται.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 3. «Συναλλαγματικὴ ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν, γεγραμμένον ἐπὶ ἀσήμου ἢ ἐπὶ μὴ ἁρμοδίου ἐνσήμου χάρτου, ἢ παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΡΙϚʹ νόμου, ἀπόλλυσι τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπορικοῦ ἐγγράφου, ὑποκείμενον καὶ εἰς τὰς λοιπὰς κατὰ τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου συνεπείας παραβάσεως» Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπ’ αὐτοῦ;
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 4. «Αἱ ὑπὸ ἀνωνύμων ἑταιριῶν παραβάσεις τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων, ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτοῖς διαγραφομένων συνεπειῶν τῆς παραβάσεως, δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι καὶ τὴν ἀνάκλησιν τῆς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου χορηγηθείσης ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῶν ἐγγράφου». Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐτελείωσε. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη τὸ σύνολον. Κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ἔξοδα συνηρμολογήθησαν, λοιπὸν δὲν βλέπω τὸ δύσκολον νὰ τὰ τελειώσωμεν καὶ αὐτά. Ἂς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν λοιπὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν ἔχομεν δημόσιον χρέος ἐξωτερικὸν, ἔχομεν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὰς συντάξεις 5,594,690. Ἡ Βασιλικὴ ἐπιχορήγησις 1,125,000. Ἔξοδα βουλῆς 371,000, τὸ ὅλον 7,090, 690· αὐτὰ εἶναι ὅλα ποῦ δὲν εἶναι εἰς τὰ ὑπουργεῖα. Ἔχομεν τώρα τὰ ἄλλα. Ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 568,074. Τῆς Δικαιοσύνης 2,483,841. Τῶν Ἐσωτερικῶν 3,552,556. Τῆς παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 1,495,183. Τῶν Στρατιωτικῶν 8,031,282. Τῶν Ναυτικῶν 1,509,150. Τῶν Οἰκονομικῶν 1,032,605. Τὸ ὅλον ἔξοδα 18,672,691. Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας 2,064,008. Ἔχομεν διαφόρους πληρωμὰς 546,000. Τὸ ὅλον 28,373,389 Θὰ διαβάσω τὸν νόμον. (Ἀνεγνώσθη ὁ νόμος καὶ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον 1. «Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1867 ὑπολογίζονται εἰς δραχ. εἴκοσι ὀκτὼ ἑκατομμύρια, τριακοσίας ἑβδομήκοντα τρεῖς χιλιάδας, τριακοσίας ὀγδοήκοντα ἐννέα, ἀριθ. 28,373,389. Ἄρθρον 2. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ποσότητα χορηγοῦνται τοῖς ὑπουργοῖς πιστώσεις, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν συναπτόμενον γενικὸν πίνακα τῶν ἐξόδων, καὶ ὑπὸ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν εἰς αὐτὸν προσηρτημένων ἀναλυτικῶν φύλλων, ὡς ἕπεται.
| Αʹ. Εἰς χρέος δημόσιον. | ||
| Χρέος ἐξωτερικόν | 1,075,000 | |
| » ἐσωτερικόν | 1,875,870 | |
| Συντάξεις | 2,643,820 | 5,594,690 |
| Βʹ. Βασιλικὴν χορηγίαν | 1,125,000 | |
| Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς | 371,000 | |
| Δ. Εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων. | ||
| Τῶν Ἐξωτερικῶν | 568,074 | |
| Τῆς Δικαιοσύνης | 2,483,841 | |
| Τῶν Ἐσωτερικῶν | 3,552,556 | |
| Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. | 1,495,183 | |
| Τῶν Στρατιωτικῶν | 8,031,282 | |
| Τῶν Ναυτικῶν | 1,509,150 | |
| Τῶν Οἰκονομικῶν | 1,032,605 | 18,672,691 |
| Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας κλπ. | 2,064,008 | |
| ΣΤʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμάς | 546,000 | |
| Τὸ ὅλον δραχ. | 28,373,389 |
Ἄρθρον 3. Ἐὰν αἱ διὰ τοῦ παρόντος νόμου χορηγούμεναι πιστώσεις ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐπαρκέσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπεται ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος χορηγηθῶσι διὰ Βασιλ. Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐφεξῆς ἄρθρων τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων. Αʹ. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ διατροφὴν ὑποδίκων. Δι’ ἀποζημιώσεις συνέδρων. Δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων. Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ὑποδίκων. γραφείου καὶ ἀποσκευῆς Κακουργιοδικῶν. μεταφορᾶς ἀνακριτῶν. ἐκτελέσεως θανατικῶν ἀποφάσεων. Βʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Διὰ τὴν διατήρησιν τῶν καταδίκων. Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν δικαιωμάτων. Δι’ ὁμοίαν διεθνῶν τηλεγραφικῶν δικαιωμάτων. Γʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ ποσοστὰ ἐν γένει. Διὰ ποσοστὰ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου καὶ γραμματοσήμου. Δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς ὀρυκτῶν. Δι’ ἔξοδα καλλιεργείας ἁλικῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων. Δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων».
§145ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῆς Κεφαλληνίας, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν τώρα.
§146ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσίν του καὶ νὰ ἀναφέρῃ τὰ ὅσα εἶδε καὶ ἤκουσεν, ὅταν ἐστάλη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, τὸ τὶ καπαστροφαὶ συνέβησαν καὶ τὸ τὶ ἐπληροφορήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ τόπου, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς καταστροφὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐκεῖ, καὶ νὰ παρουσιασθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ ὅλαι ὅσαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ δάνειον καὶ παραδεχθῇ τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον.
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί νομοσχέδιον;
§148ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Τὰ δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρουσίασα διὰ τὴν ἀσιδοσίαν διὰ δέκα ἔτη καὶ τὸ δάνειον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλετε τὸ παρὸν ἀλλὰ τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον;
§150ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον ἐγὼ θέλω.
§151ΤΙΝΕΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.
§152ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ παρουσιασθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα ἐδῶ.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπυργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ ὁ ἔντιμος Βουλευτής· ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον, αἱ καταστροφαὶ εἶναι μέγισται, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ παρέξῃ συνδρομὴν μεγαλειτέραν κατὰ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις.
§154ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἐγὼ λέγω μόνον, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι πολλὰ ὀλίγον, εἶναι ἀνεπαρκές· διότι, ὅταν ἐγὼ ἀνοικοδομήσω τὴν οἰκίαν μου καὶ ἑκατὸν ἄλλοι, χίλιαι δὲ οἰκογένειαι μένουν ἔξω, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ᾖναι εὐάρεστον· ὥστε ἐγὼ αὐτὰ δὲν τὰ πέρνω ἐπάνω μου.
§155ΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Λειβαδᾶ· ἑπομένως νομίζω ὅτι δυνάμεθα, καὶ εἰς αὐτὸ εὑρίσκω καθ’ ὁλοκληρίαν συμφώνους ὅλους τοὺς συναδέλφους, νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, καὶ ὅτε εἶναι δύσκολον νὰ κάμῃ τοιαῦτα, ἔκαμεν ὅ,τι ἠδυνήθη.
§156ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§157ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ μὴν ἔκαμνε τίποτε;
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τρίτην συζήτησιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ. Κατὰ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§159ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρχίζομεν τὰ ἄρθρα. «Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων πρὸς πραγματοποίησιν δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ 16ετίαν θέλει πληρώνεσθαι ἐτησίως διὰ τόκον καὶ χρεώλυτρον ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰς δραχμὰς 150,000».
§161ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 2. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει καταβάλλεσθαι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Κεφαλληνίας, καθόσον οἱ δανεισθησόμενοι δὲν ἤθελον ἐκπληροῖ ἐμπροθέσμως τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεις των διὰ τὸ ῥηθὲν δάνειον. «Διὰ τὸ οὕτως ὑπὸ τοῦ δημοσίου καταβληθὲν ποσὸν μετὰ τοῦ τόκου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς καθίσταται ὀφειλέτης πρὸς τὸ δημόσιον ἕκαστος τῶν δανεισθησομένων, καὶ καταδιώκεται κατὰ τὰς περὶ καταδιώξεως τῶν πρὸς τὸ δημόσιον καθυστερούντων διατάξεις».
§163ΦΛΩΡΙΑΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ἀνεχώρει ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ δάνειον θὰ ᾖναι πραγματικόν· ἀλλ’ ὡς εἶναι συντεταγμένον αὐτὸ τὸ ἄρθρον, θέλει φέρει πολλὰ προσκόμματα εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περιέχεται ἡ ἑξῆς διάταξις· «καθόσον οἱ δανεισθησόμενοι δὲν ἤθελον ἐκπληροῖ ἐμπροθέσμως τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὑτῶν ὑποχρεώσεις των διὰ τὸ ῥηθὲν δάνειον»· ὁ ὅρος οὗτος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε βεβαίως δὲν θέλει εὐκολύνει τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν οἱ κεφαλαιοῦχοι ὅτι θέλουν καταδιώκει τοὺς δανειστὰς διὰ τῆς συνήθους διαδικασίας, καὶ ἀφ’ οὗ δὲν ἐπιτύχωσι τίποτε, τότε μόνον δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἵνα ζητήσωσι τὴν ἀποζημίωσιν· ὅταν, λέγω, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κεφαλαιοῦχος, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀφ’ οὗ ὑποστῇ ὅλας τὰς βραδύτητας αἵτινες θὰ προέλθουν ἐκ τῆς συνήθους διαδικασίας καὶ καταδιώξεως, ἐννοεῖται ὅτι συγκέντρωσις κεφαλαίων εἶναι ἀδύνατον νὰ προέλθῃ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ διάταξίν τινα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου, διὰ τῆς ὁποίας ἢ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταδιώκωσι τοὺς ὀφειλέτας διὰ τῆς συνήθους διαδικασίας, ἢ νὰ παραδεχθῇ διατάξεις τινὰς, αἵτινες τοὐλάχιστον νὰ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐὰν ἐντὸς βραχέος διαστήματος δὲν λάβωσιν αὐτὰ τὰ δάνεια ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας, νὰ καταφεύγουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ζητοῦν τὸ χρεώλυτρον καὶ τὸν τόκον, ὥστε προτείνω μεταξὺ τῆς λέξεως «ἐκπληροῖ» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἐμπροθέσμως» καὶ νὰ δηλωθῇ, ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλλωνται καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν συνήθη διαδικασίαν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον μὲ αὐτὴν τὴν δήλωσιν, τότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ· ἄλλως νομίζω, ὅτι ὁ Νόμος δὲν θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος καὶ ἡ Βουλὴ ὑποθέτει καὶ θέλει νὰ φέρῃ εἰς Κεφαλληνίαν.
§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ 2 ἄρθρου εἶναι αὕτη. Καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε χρήματα, ἤθελε πραγματοποιηθῆ τὸ δάνειον, καὶ βεβαίως εἰς μίαν ἔκπτωσιν, καὶ ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφειλέτας. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, ἔρχεται μὲ τὴν ἐγγύησιν, καὶ ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ δανειστοῦ· ἐὰν οἱ ὀφειλέται δὲν πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως, θὰ καταδιωχθῶσιν ἀπὸ τοὺς δανειστάς. Ὑποθέσατε ὅτι πρῶτον θὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφειλέτας, ὅταν δὲ οὗτοι δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν, θ’ ἀποταθῇ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τότε τὸ δημόσιον θὰ τρέχῃ νὰ καταδιώκῃ αὐτούς.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς προστεθῇ ἡ λέξις «ἐμπροθέσμως».
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ καταδιώκουν οἱ πιστωταὶ τοὺς ὀφειλέτας ἀλλὰ τὸ Δημόσιον; Λοιπὸν τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅπως ἐδιορθώθη, παραδέχεται ἡ Βουλή;
§167ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 3. Τὸ προκείμενον δάνειον θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἀνέγερσιν ἢ ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ καταπεσουσῶν ἢ βλαφθεισῶν οἰκοδομῶν». (Παραδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 4. Τὰ γινόμενα δάνεια διὰ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου παρέχουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τίτλον ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐφ’ ὅλων τῶν κτημάτων τοῦ δανειζομένου· αἱ ἐγγραφαὶ γενήσονται διὰ τοῦ Νομάρχου Κεφαλληνίας ἄνευ πληρωμῆς δικαιωμάτων χαρτοσήμου ἢ ὑποθήκης».
§170ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ἐπειδὴ ὑπάρχει μία ἀμφισβήτησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραιτεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς διζήσεως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ζητεῖ νὰ προστεθῇ ὁ ὑπουργός;
§172ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δίδει τὴν ἐγγύησιν, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς διζήσεως.
§173ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ὅταν τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, τί σημαίνει;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ᾖναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργός. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ καὶ τὸ 4 ἄρθρον ὅπως ἀνεγνώσθη;
§175ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 5. Διὰ Β. Διατάγματος κοινοποιηθήσεται ὁ τρόπος τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου καὶ τῶν διανομῶν αὐτοῦ πρὸς τοὺς δανεισθησομένους». (Παρεδέχθη). Τὸ σύνολον ἡ Βουλὴ παραδέχεται; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θέλετε διὰ πρώτην συζήτησιν τὰ Νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§177ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ ἐκτελέσεως τῆς ῥυμοτομίας τῶν ὁδῶν, τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Βασιλείου, 1 συζήτησις· (ἀνεγνώσθη καὶ παραδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἑνώσεως τῶν εὐεργετικῶν ταμείων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ· (ἀνεγνώσθη καὶ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἕτερον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐν ἐνεργείᾳ φάλαγγος.
§179ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῶσι συγχρόνως καὶ μὲ τὸ περὶ ναυτικῶν, ἄλλως ν’ ἀναβληθῇ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εἰσήχθη τὸ περὶ ναυτικῶν.
§181ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, Κύριε Πρόεδρε· αὔριον.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα πλήρεις διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4½)