1867.03.10
404 rows · 2,929 words · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
Τῆς 10 Μαρτίου 1867.
Παρασκευή.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλοίαρχοι καὶ ἰδιοκτῆται ἐκ Πετσῶν ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐξάλειψιν τῆς παραγράφου, ἥτις θέτει φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπὶ τῶν πλοιάρχων.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. — Οἱ βουλευταὶ Κ. Κ. Καραμάνος καὶ Κοριζῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπαρχιακοῦ ταμείου· θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. — Ὁ βουλευτὴς Γυθείου Ἠλίας Μαυρομιχάλης παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθῇ δεκαπενθήμερος ἄδεια ἀπουσίας. Τί λέγει ἡ Βουλή;
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συνέχειαν.
§9ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ 1852 ἐξεδόθη εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ οἰκόπεδα τῆς πλατείας Σπάρτης διὰ νὰ χρησιμεύσωσι δι’ ἐργαστήρια τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ χορηγῇ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος ταῦτα, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ἐπωλήθησαν καὶ εἰσέπραξε τὸ δημόσιον πλέον τῶν 500,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα τώρα ἔχουν ἀξίαν πλέον τῶν 150,000 δραχμῶν. Διὰ διατάγματος ὡρίσθη νὰ τελῆται ἐκεῖ ἡ ἑβδομαδιαία ἀγορὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐμπόρων ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ. Ἀλλ’ αἱ ἀρχαὶ δυστυχῶς δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ διάταγμα αὐτὸ, ὥστε οἱ ἔμποροι αὐτοὶ κατεστράφησαν. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔγεινε, σήμερον μὲ ἀπέστειλαν μίαν ἀναφορὰν, ἐκθέτοντες τὰ δίκαιά των παράπονα. Πρὶν δώσω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ γνωστοποιήσω αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συστήσει αὐτὴν, ὅπως ἐπανορθωθῶσι τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν.
§10ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καταθέτω τὸν συγκριτικὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον μοῦ ἐζήτησεν εἷς τῶν Κυρίων βουλευτῶν, δηλ. τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τοῦ 1863–1866 κατὰ μῆνα καὶ κατὰ ταμεῖον. Ἐξ αὐτῶν φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον εἰς τὸ 66 πρὸς τὸ 65, 1,231,948 καὶ 52/00· καὶ ἀπὸ μὲν τὰ καθαρῶς τελωνιακὰ δικαιώματα 909,607 καὶ 42/00, ἀπὸ δὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅστις εἰσπράττεται εἰς τὰ τελωνεῖα 321,341 κτλ., ὥστε τὸ ὅλον ἀναβαίνει εἰς 1,230,000 περίπου. Κύριοι, σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν νῆσον Μιτηλύνην συνέβη σφοδρότατος σεισμὸς, ὅστις κατερήμωσε τὴν πόλιν καὶ ἐπροξένησε τὸν θάνατον χιλίων περίπου ψυχῶν· εἰς τὴν Μιτηλύνην ἡ Κυβέρνησις, μολονότι εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγαλυτέραν στενοχωρίαν, δὲν ἠδύνατο ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας νὰ μείνῃ ἀδιάφορος· διὰ τοῦτο ἔστειλεν ἓν ἀτμόπλοιον μὲ ὀλίγας τροφὰς καὶ τὴν δαπάνην αὐτὴν ζητεῖ νὰ τὴν ἐγκρίνετε.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν 12,000 καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 12, «συνδρομαὶ ὑπὲρ τῶν ἐκ τῶν σεισμῶν παθόντων».
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσεν ἕνα κατάλογον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 καὶ ἀπολογισμὸν τοῦ 1865. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ τύπωσις αὐτῶν, διότι ἡμεῖς ὡς ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ τελειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰς ἐργασίας μας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§14ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχουν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ δύνασθε νὰ λάβετε γνῶσιν αὐτῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς συνδρομῆς τῶν 12,000 δραχμῶν τί λέγετε;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ τὴν παραδεχόμεθα διὰ πρώτην φοράν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ;
§18ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε τὸν ἀντικατέστησεν ἄλλος ὑπουργὸς, δύναται καὶ σήμερον νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ. Ἐγένετο πρότασις νὰ παρουσιασθῇ κατάλογος τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν προξένων, τοὐτέστι νὰ παρουσιάσῃ πίνακα τῶν γενομένων καταχρήσεων ἀπὸ ὑπαλλήλους προξενικούς. Ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ὅτε ἤκουσε τὸ τοιοῦτον, ἐξεπλάγη καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος ὑπάλληλος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπεχρεώθη νὰ φέρῃ τὸν ἀναγκαῖον πίνακα. Παρῆλθον δέκα καὶ ἐπέκεινα ἡμέραι καὶ ὁ κατάλογος δὲν ὑπεβλήθη· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι ὁ κατάλογος ἦτον ἕτοιμος καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ, ἀλλ’ αἴφνης μετεβλήθησαν τὰ πράγματα· ὡς φαίνεται, κατεβλήθησαν μεγάλαι προσπάθειαι καὶ διὰ φίλων καὶ πολλῶν ἄλλων μέσων διὰ νὰ μὴν ὑποβληθῇ αὐτὸς ὁ κατάλογος. Καὶ ἀναβαίνουν, Κύριοι, τὰ ὀφειλόμενα ὄχι εἰς 20,000, ὡς σᾶς εἶπον τότε, ἀλλὰ εἰς 40,000 περίπου δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, ὅπως ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, νὰ ὑποβληθῇ αὐτὸς ὁ κατάλογος· παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὑποχρεώσῃ τὸν Κύριον ὑπουργὸν διὰ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ αὔριον τὸν κατάλογον ὀνομαστὶ, καὶ ὄχι νὰ μᾶς τὸν φέρῃ..........
§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ τῷ ὄντι ἤθελα τὸν φέρει, ἐὰν ὁ συνάδελφός μου δὲν ἔλεγεν, ὅτι καταγίνεται εἰς τοῦτο, καὶ ὅτι θέλει τὸν φέρει ὁ ἴδιος.
§21ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρὸ δύω μηνῶν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, δι’ ἧς παρεκάλουν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ γενόμενα εἰς τοὺς δήμους. Ἠξεύρετε, ὅτι τὰ διάφορα καταλύματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατοικοῦν οἱ χωροφύλακες, πληρόνονται παρὰ τῶν δήμων· τότε ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρόνουν τὰ ἐνοίκια, καὶ ἑπομένως οἱ πολῖται, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν ἅπαξ νὰ δώσουν τὰ καταστήματά των ἢ τὰς οἰκίας των πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν οὔτε τὰς οἰκίας των νὰ μεταχειρισθοῦν, οὔτε ἐνοίκια νὰ λάβουν, διότι οἱ δῆμοι οὔτε πληρόνουν, οὔτε ἔχουν νὰ πληρώσουν. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἠναγκάσθην νὰ φέρω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε οἱ πολῖται νὰ δύνανται νὰ κάμουν χρῆσιν τῶν οἰκιῶν των. Παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, ὥστε νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς ἡ Βουλὴ· τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη αὕτη;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε δύναμαι, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, νὰ σᾶς φέρω πολλὰ παραδείγματα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, νὰ προχωρήσωμεν. Ἀρχόμεθα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παραδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ὅπου δὲν παραδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ, ἐκεῖ θὰ σᾶς ἐρωτῶ· (ἀναγινώσκει τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν πιστώσεων, τὰ ὁποῖα παραδέχεται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 14, ἄρθρου Γʹ. ἱματισμὸς καταθέσεως 120,000, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκει δικαιολογημένην τὴν εἰρημένην πίστωσιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν της. Ἐπιμένει ἡ ἐπιτροπὴ;
§26ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀπεῤῥίφθη.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα φορὰ, ὥστε δὲν πειράζει.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 17, ἄρθρον Βʹ. μετακινήσεις στρατοῦ δραχμὰς 50,000. Λοιπὸν οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§31ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Πέτρου Μαυρομιχάλη καὶ Μανουσάκη). Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 54 κατὰ 35, ἀρνηθέντων τριῶν.— Νοσηλεία 10,000 δραχ. Ἐπιμένει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν γνώμην της;
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐπεξηγήσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπιμένει καὶ ἀποσύρει τὴν γνώμην της.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅλα παραδέχονται. Τὸ Νομοσχέδιον ἀναγινώσκεται καὶ διὰ δευτέραν φοράν.
§35ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρακαταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τὰ μητρῷα τοῦ ἡμιτάγματος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀναγινώσκεται καὶ διὰ δευτέραν φορὰν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῶν πιστώσεων, διότι δὲν τὸ ἀνεγνώσαμεν. (Ἀναγινώσκεται). Παραδέχεται ἡ Βουλὴ κατὰ δευτέραν φορὰν τὸ Νομοσχέδιον; (Παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λοιπὸν αὔριον ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ. — Ἕτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχαιρεσιῶν. Τὸ ὑπουργεῖον θέλει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. — Ὁμοίως περὶ χαρτοσήμου (πρώτη συζήτησις). (Ἀναγινώσκεται).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ περὶ χαρτοσήμου διὰ πρώτην φοράν·
ΕΚΘΕΣΙΣ
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἑπόμενος εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκα ὑπόσχεσιν διὰ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1866 ἐκθέσεώς μου, δι’ ἧς συνώδευσα τὸν ὑποβληθέντα ὑμῖν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου ἰσχυουσῶν διατάξεων. Ὡς γνωστὸν, διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1865 ΡΙϚʹ. Νόμου σπουδαῖαι ἐπῆλθον τροποποιήσεις εἰς τοὺς περὶ χαρτοσήμου ἀρχαιοτέρους νόμους, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ περὶ χαρτοσήμου νομοθεσία, ἡ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἐπικρατείας ἰσχύουσα. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ καταργηθῇ ἡ λόγῳ πενίας χορηγουμένη ἀτέλεια, ἰδίως ὡς ἐκ τῶν καταχρήσεων καὶ καταδολιεύσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἔδιδε χώραν ἡ τοιαύτη ἀτέλεια. Ἐπειδὴ δὲ ἐκρίθη ὡς λίαν βαρεῖα διὰ τοὺς ἀπολαύοντας τῶν δικαιωμάτων τοῦ πένητος ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν, ὡς εἶχον κανονισθῆ διὰ τοῦ νόμου τῆς 14 Αὐγούστου 1836, καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν ἐξελήφθη ὡς βέβαιον, ὅτι ἡ προσδοκωμένη ὠφέλεια ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ὑπὲρ τῶν πενήτων ἀτελείας ἤθελεν εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ ἡμίσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν, ἐπροτάθη καὶ ἐψηφίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀνωτέρω μνημονευθέντος ΡΙϚʹ. Νόμου ἡ κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλάττωσις τῶν τελῶν τούτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων ἡ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πρόσοδος ὑπελογίσθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1866 ἐκ δρ. 3,000,000· ὁ διαληφθεὶς Νόμος ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1866, εἴς τινα δὲ μέρη κατὰ τὸν Μάϊον ὡς ἐκ τῆς περὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Νόμου λαβούσης χώραν ἀνωμαλίας. Ἐν τούτοις τὸ ἀποτέλεσμα τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1866 ἀπέδειξε τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους ἐσφαλμένους, καθόσον ἡ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 2,300,000 μόνον, ἤτοι ἐπαρουσιάσθη ἔλλειμμα σχετικῶς πρὸς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐκ δραχ. 700,000. Ἐὰν δὲ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεις τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Ἐπικρατείας, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, αἱ τοῦ 1866 εἰσπράξεις ἠλαττώθησαν ἐκείνων τοῦ 1865 κατὰ δραχ. 150,000, ἐκτὸς ἑτέρας ἐλαττώσεως, ἐπελθούσης εἰς τὰ προξενικὰ δικαστικὰ τέλη, ἥτις ὑπολογίζεται περὶ τὰς δραχμὰς 80,000–100.000. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν εἰσπράξεων δὲν ἀναφέρεται ἢ μόνον εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, ὡς κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαττωθέντα, καθόσον αἱ τοῦ 1866 συναλλαγαὶ δὲν ἦσαν κατώτεραι ἐκείνων τοῦ 1865. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἐλάττωσις τῶν δικαστικῶν τελῶν ἦτον ἀδικαιολόγητος, καθόσον ταῦτα, ὡς εἶχον ἀπὸ τοῦ 1836 κανονισθῆ, οὐδέποτε ἐκρίθησαν τοσούτῳ ἐξωγκωμένα, ὥστε ὡς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀποβαίνῃ ἀπρόσιτος ἡ δικαιοσύνη εἴς τινας τῶν πολιτῶν· ἀπεναντίας δὲ ταῦτα εἰσὶ μέτρια, συγκρινόμενα πρὸς τὰ παρὰ τοῖς εὐνομουμένοις ἔθνεσιν ὑπάρχοντα. Ἂν μάλιστα ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου ἐξετασθῇ ὑπὸ ἔποψιν δικαιοσύνης, τὸ εἰς τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις πληρονόμενον χαρτόσημον εἶναι τὸ ἔχον τὰς πλείστας δικαιολογήσεις, καθόσον οὐ μόνον ἀποῤῥέει ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ ζητῶν τὴν ἐπέμβασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πρὸς ἐνάσκησιν καὶ βεβαίωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ἀπαιτήσεών του ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ἀνάλογον τέλος, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦτο ἐπιβαρύνει ἐπὶ τέλους τὸν ἡττώμενον διάδικον, ἤτοι τὸν μὴ ἔχοντα ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ δίκαιον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου φρονῶ, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν αὐξάνουσιν ἕτεροι φόροι, ἐπιβαρύνοντες παραγωγικὰς τῆς κοινωνίας τάξεις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ μεγάλα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐλλείμματα καὶ θεραπευθῶσι κατεπείγουσαι ἀνάγκαι, ἀποβαίνει πάντῃ ἀδικαιολόγητον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἰδοὺ ἐν συντόμῳ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀναγκαῖον καὶ ὀρθὸν κρίνω νὰ ἐπαναχθῶσι τὰ δικαστικὰ τέλη ὡς ἦσαν πρὸ τοῦ τελευταίου ΡΙϚʹ. Νόμου. Ἵνα δὲ μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ πένητες μὲ πλείονα τέλη, ἔκρινα ὀρθὸν δι’ αὐτοὺς νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τέλη ταῦτα, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ ἠλαττωμένα. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τῶν καταχρήσεων, ὅσαι ἐλάμβανον χώραν εἰς τὰ παρὰ τῶν δημάρχων ἐκδιδόμενα πιστοποιητικὰ, ἀναγκαίαν θεωρῶ τὴν σύμπραξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὀφείλοντος καὶ δυναμένου νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς τοῦ δημάρχου πιστοποιήσεως. Διὰ νὰ ἀποτραπῇ δὲ καὶ ἡ ἐκ στρεψοδικίας ἐνδεχομένη ματαίωσις τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει ἡ ὑπὲρ τῶν πενήτων διάταξις, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ ἐφόρου καὶ δημάρχου. Οὕτως, ἐνῷ καθιεροῦνται αἱ ἀπαιτούμεναι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν πενήτων, τίθεται καὶ φραγμός τις εἰς ἐνδεχομένας καταχρήσεις. Ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ἐπιβαλλόμενον πρόστιμον τοῦ πενταπλοῦ τέλους διὰ τὰς συναλλαγματικὰς ἢ εἰς διαταγὴν γραμμάτια τὰ γραφόμενα ἐπὶ ἀσήμου ἢ ἐπὶ μὴ ἁρμοδίου ἐνσήμου χάρτου δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς καταστολὴν τῆς ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου γενομένης καταχρήσεως. Οἱ ἐκδίδοντες καὶ οἱ δεχόμενοι τὰ τοιαῦτα γραμμάτια εὑρίσκουσι συμφερωτέραν τὴν ὑποβολήν των εἰς τὸ πρόστιμον ἢ τὸ νὰ γράφωσι τὰ γραμμάτια ταῦτα ἐπὶ τακτικοῦ ἐνσήμου χάρτου, καθόσον δι’ ὀλίγιστα ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται ἠναγκασμένοι νὰ προσφεύγωσι εἰς τὸ δικαστήριον, τῶν ὁποίων τὸ πενταπλοῦν τέλος εἶναι ἀσυγκρίτως ἔλασσον τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι γράφοντες τὰ γραμμάτιά των ἐν γένει ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποβαίνει ἀπαραίτητον νὰ νομοθετηθῇ νέα ποινὴ κατὰ τῶν παραβιαζόντων τὸν νόμον, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀλήθεια ἡ ἐπὶ τῶν τοιούτων γραμματίων ἢ συναλλαγματικῶν νενομοθετημένη φορολογία. Ἀντὶ τῆς ἀκυρότητος, ἥτις εἰς εὐνομούμενα ἔθνη ὑπάρχει καθιερωμένη διὰ τὰ ἐπὶ ἀσήμου ἢ ἐπὶ μὴ ἁρμοδίου ἐνσήμου χάρτου γεγραμμένα γραμμάτια, ἔκρινα προτιμωτέραν τὴν ποινὴν τῆς ἀπωλείας ἢ ἀποβολῆς τῆς ἐμπορικῆς ἰδιότητος· οὕτω δὲν παραβλάπτεται μὲν ἡ κυρία ἀπαίτησις, στερεῖται ὅμως ὁ δικαιοῦχος τῶν πλεονεκτημάτων, ὅσα παρέχει ἡ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων ἰδιότης, ἰδίως δὲ τοῦ μέσου τῆς διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ἐκτελέσεως. Οὐχ ἧττον ἀναγκαῖον κρίνω νὰ νομοθετηθῇ καὶ ἑτέρα ποινὴ διὰ τὰ ὑπὸ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἰδίως δὲ τῶν ἀσφαλιστικῶν, ἐκδιδόμενα ἔγγραφα, καθόσον παρετηρήθη, ὅτι ταῦτα συνήθως ἐκδίδονται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, τὸ δὲ πρόστιμον τοῦ πενταπλοῦ τέλους δι’ ὅσα ἐξ αὐτῶν σπανίως παρουσιάζονται εἰς δημοσίαν ἀρχὴν ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὲς πρὸς ἀποτροπὴν τῆς καταχρήσεως ταύτης. Ὡς κατάλληλον δὲ ποινὴν θεωρῶ τὴν ἀνάκλησιν τῆς κεχορηγημένης ἀδείας ἢ ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας ἐγγράφου, καθόσον οἱ διευθύνοντες τὰς ἑταιρίας ταύτας, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὸν κίνδυνον τοῦτον, δὲν θέλουσι βεβαίως ἐξακολουθεῖ γράφοντες τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου Νομοσχεδίου ἐξηγήσεις πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκτιμῶσα τοὺς ἰσχυροὺς λόγους, οἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ, θέλει προέλθει, ὡς τάχιστα, εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισίν του. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Μαρτίου 1867.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.»
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων. Ἄρθρον 1. Τὰ δικαστικὰ ἐν γένει τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ἐλαττωθέντα κατὰ τὸ ἥμισυ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1865 ΡΙϚʹ. νόμου, προσδιορίζονται ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1867 κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1836 νόμου, Ἄρθρον 2. Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 220 τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἀπολαύοντες ἢ ἀπολαύσοντες τῶν δικαιωμάτων τῶν πενήτων ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τῶν κατὰ τὰ προηγούμενον ἄρθρον τελῶν χαρτοσήμου. Τὸ κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐκδιδόμενον ὑπὸ τοῦ Δημάρχου πιστοποιητικὸν ἀπαιτεῖται νὰ φέρῃ καὶ τὴν θεώρησιν καὶ βεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου· ἐν περιπτώσει διαφωνίας αὐτοῦ πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἐκδοθεῖσαν πιστοποίησιν, ἀποφαίνεται ὁριστικῶς ὁ ἁρμόδιος Ἔπαρχος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἐκτεθέντας κάτωθι τοῦ πιστοποιητικοῦ λόγους διαφωνίας. Ἐν αἷς ἐπαρχίαις δὲν ὑπάρχει οἰκονομικὸς ἔφορος, ἐκπληροῖ τὸ διὰ τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου ἀνατεθὲν αὐτῷ καθῆκον ὁ ταμίας. Ἄρθρον 3. Συναλλαγματικὴ ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν, γεγραμμένον ἐπὶ ἀσήμου ἢ ἐπὶ μὴ ἁρμοδίου ἐνσήμου χάρτου, ἢ παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΡΙϚʹ. νόμου, ἀπόλλυσι τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπορικοῦ ἐγγράφου, ὑποκείμενον καὶ εἰς τὰς λοιπὰς κατὰ τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου συνεπείας παραβάσεως. Ἄρθρον 4. Αἱ ὑπὸ ἀνωνύμων ἑταιριῶν παραβάσεις τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων, ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτοῖς διαγραφομένων συνεπειῶν τῆς παραβάσεως, δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι καὶ τὴν ἀνάκλησιν τῆς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου χορηγηθείσης ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῶν ἐγγράφου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Μαρτίου 1867.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.»
Ἐδῶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ ἄρθρα διὰ πρώτην φορὰν τοῦ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§38ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διατί νὰ μὴ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μελετηθῇ;
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐσυζητήθη πέρυσιν ὁ νόμος αὐτὸς περὶ χαρτοσήμου καὶ εἶναι μεμελετημένος.
§40ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Λέγω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅπως τὰ ἄλλα νομοσχέδια, οὕτω καὶ αὐτὸ νὰ διέλθῃ τὴν πορείαν του· διατί αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἐδῶ;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει· ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι ἀποφασισθῇ, παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας της.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, — ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Λεονταράκης—εἴμεθα συγχρόνως καὶ ὡς ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἠμποροῦμεν, ἀσχολούμενοι εἰς αὐτὴν πολλὰς ὥρας τὴν ἡμέραν, νὰ ἐργασθῶμεν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τοῦτο, ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ μᾶς ἀντικαταστήσῃ, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑπάγῃ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων;
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§47ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐδῶ· ἀπεφασίσθη προχθὲς νὰ τὸ βάλωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι δὲν ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπή.
§49ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ χορηγηθεῖσα προθεσμία καὶ δὲν φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της, τίθεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἂν θέλῃ ἡ ἐπιτροπή, καθ’ ὃν χρόνον θὰ συζητῆται ἐδῶ ἡ ἀ. βʹ. καὶ γʹ. συζήτησις, νὰ ἐργασθῇ, δὲν μᾶς πειράζει.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ πρώτην φοράν. Ἐδῶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἀναγνωσθὲν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, διὰ πρώτην φοράν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Γόντικα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκεται). Εἶναι καὶ μία ἀναφορὰ τῶν ἐμποροπλοιάρχων Σπετσῶν· τὴν καταθέτω ἐδῶ καὶ ὅποιος θέλει τὴν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν αὔριον.
§52ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ μείνῃ καὶ αὐτὴ ὡς τροπολογία.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ περὶ ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου διὰ δάνειον ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων. Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην φοράν.
§54ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προηγηθῇ τῶν φορολογικῶν νόμων ὁ προϋπολογισμός· ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε εἶπεν, ὅτι θὰ συζητηθοῦν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ὑποβληθῇ, εἶπον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὸ περὶ ἐπαρχαιρεσιῶν. Ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχαιρεσιῶν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην φοράν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας· εἶναι τρίτη συζήτησις.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, Κ. Πρόεδρε.
§59ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐγνωρίζαμεν ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ περὶ ζωοκλοπῆς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον, διότι δὲν ἔχομεν ἀναφοράς.
§61ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὴν δευτέραν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χατσίσκου περὶ ὀφειλετῶν εἰς τὸ δημόσιον· εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις. Τὴν πρότασιν τὴν ἔχετε καὶ τὴν ἠξεύρετε· εἶναι δεκτὴ ἡ ἀρχὴ διὰ δευτέραν φορὰν;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἀναγινώσκεται διὰ δευτέραν συζήτησιν καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἄρθρον ἡ πρότασις αὕτη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 2 καὶ 20′ Μ.Μ.