1867.03.09
1,300 rows · 11,105 words · 59 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 9 Μαρτίου 1867.
Πέμπτη.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἀναφορὰ Πέτρου Θησέως, δι’ ἧς παραπονεῖται ὅτι δὲν ἀντημείφθη ἀρκούντως χάριν τῶν ἐκδουλεύσεων τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ πατήρ του εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος. Νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§4ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ποῖον ὑπουργεῖον;
§6ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου ἔχει τὰ βοηθήματα.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ συστηθῇ, κύριε πρόεδρε.
§8ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ.
§9ΤΙΝΕΣ. Λέγετε ὅ,τι ἔχετε νὰ εἰπῆτε καὶ δὲν πειράζει.
§10ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Περὶ τῶν παρανομιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρω ὀλίγας παρανομίας ἐσχάτως λαβούσας χώραν, καὶ αἵτινες πρὸ ἓξ μηνῶν ἐγένοντο καὶ ἐξακολουθοῦν ἔτι νὰ γίνωνται. Οἱ ἁπλοῖ πολῖται Ἐλευθέριος Γκίκας καὶ Γεώργιος Νικολαΐδης ἐγένοντο ἀξιωματικοί, ὁ μὲν Ἐλευθέριος Νίκας ὑπουργοῦντος τοῦ Κ. Δρόσου, ὁ δὲ Νικολαΐδης λογιστής, νῦν, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τοῦ Κ. Σαχίνη. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δυνάμει τίνος νόμου περιελήφθησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰς τὴν χορείαν τῶν Ναυτικῶν. Προσέτι κατὰ τὸ βασιλικὸν διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ ἔτος 1858, ὁρίζονται τὰ προσόντα τῶν τροφοδοτῶν· οὗτοι πρέπει νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις διὰ νὰ γίνουν τοιοῦτοι. Ἐν τούτοις πολλοὶ χωρὶς νὰ δώσουν ἐξετάσεις ἐγένοντο παραδεκτοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐν μέρει ἐτηρήθη ὑπὸ τῶν κατὰ διαφόρους καιροὺς ὑπουργῶν, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατὰ θέλησιν διώριζον τροφοδότας τοὺς οἰκείους των. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ νῦν ὑπουργὸς παρὰ τοῖς λιμεναρχείοις μέχρι τῆς προχθὲς διετήρει 40 ὑπεραρίθμους βοηθοὺς καὶ οὕτως ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ 4000 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐνῷ ὑπάρχει διάταγμα ἐκδεδομένον κατὰ τὸ ἔτος 1865, ὅπερ ἐγένετο ὑπουργοῦντος προσωρινῶς τοῦ Κ. Λαζαρέτου καὶ διευθύνοντος τὰ ναυτικὰ τοῦ Κ. Κουμελᾶ, δι’ οὗ ὁρίζονται τὰ προσόντα καὶ τῶν λιμεναρχῶν καὶ τῶν βοηθῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αὐτὸ τὸ διάταγμα δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸ θέσουν εἰς ἐνέργειαν οἱ ὑπουργοί, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ θέσουν φραγμὸν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἐσχάτως δὲ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπαυσε δύο νέους τροφοδότας, οἵτινες ὑπέστησαν τὰς ἐξετάσεις κατὰ τὸ ἔτος 1858 καὶ ἕνεκα τῆς ἱκανότητός των ἀπέκτησαν τὸν βαθμὸν τοῦ τροφοδότου· αὐτοὶ δὲ οἱ παυθέντες νέοι εἶναι ὁ Κ. Δημ. Θεοφάνης καὶ ὁ Κ.................. Τὸν μὲν ἕνα ἐξ αὐτῶν τὸν γνωρίζω, τὸν ἄλλον ὅμως δὲν τὸν γνωρίζω. Τούτους δὲ ἀντικατέστησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς δι’ ἄλλων, οἵτινες δὲν ὑπέστησαν ἐξετάσεις καὶ εἶναι ἀνίκανοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ διατὶ ἔπαυσε τοὺς νέους αὐτούς, οἵτινες καὶ τὰ προσόντα ἔχουν καὶ ἐξετάσεις ἔδωκαν, καὶ διατὶ διατηρεῖ ἀνθρώπους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὴ ἔχοντας τὰ προσόντα, συνάμα δὲ διατὶ ἀπέκτησαν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ οἱ πολῖται Ἐλευθέριος Γκίκας καὶ Γεώρ. Νικολαΐδης· καὶ ταῦτα ἐγένοντο ἐν τῷ ὀλιγοχρονίῳ ἑξαμήνῳ διαστήματι· τὰς δὲ προγενεστέρας παρανομίας παρασιωπῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου.
§11ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Νικολαΐδην, ἦτο τροφοδότης καὶ ἀπελύθη δι’ ὃν λόγον παραπονεῖται, ὅτι ἀπελύθη ὁ ἄλλος· ἐκτὸς δὲ τούτου κατόπιν εἰς τὸ ναυτικὸν ἔγεινε λογιστὴς καὶ ὑπηρέτησε.
§12ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Δύω μῆνας μόνον.
§13ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πρὸ πολλοῦ ἐσυζητήθη διὰ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ διὰ τρίτην φοράν.
§14ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§15ΑΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς θέλει νὰ μάθῃ τί γίνεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· αὐτὸ τὸ ἐπῆρε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐσύστησε καὶ ἐπιτροπήν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ.
§17ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τὸ ἐπῆρε πρὸ μηνῶν.
§18ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου καὶ τὰ δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσίασα καὶ ἐγὼ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑπτανήσου—περὶ τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν πρὸς θεραπείαν τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἔπαθον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι. Ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, κύριε πρωθυπουργὲ, νὰ πληροφορηθῇ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Κ. Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἶναι ἐδῶ, ὅστις βέβαια ἔλαβε καὶ ἄλλας λεπτομερείας πλέον ἀκριβεῖς· ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς νομάρχας καὶ λοιποὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ λοιπὸν νὰ γίνῃ καὶ ἔλθῃ μία ἔκθεσις ἐδῶ καθὼς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔγγραφα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως θὰ παρουσιασθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἔχομεν τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως τοῦ χθὲς ψηφοφορηθέντος νομοσχεδίου, ἤτοι τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§20Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑπέδειξεν ἐκ προοιμίων τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ὑποστηρίξεως καὶ παραδοχῆς αὐτοῦ, ἐπενεγκὼν ἰδίως τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μετριότητα, ἐπεξεργαζομένη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ὅτι τὴν αὐστηρότητα αὐτῆς δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἐναντίας συμφέρει, ὡς Σῶμα πολιτικόν, ν’ ἀκολουθήσῃ ἀρχὰς μακροθυμίας καὶ ἐπιεικείας κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο αἱ δαπάναι, περὶ ἐγκρίσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων πρόκειται· διότι, εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργός, δὲν συμφέρει εἰς τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ὅτε ἐξωτερικῶς συζητοῦνται μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, ἀφορῶντα μέλλον ἀγαθόν, παραβλέποντες τὴν ὁμόνοιαν, ν’ ἀναῤῥιπίζωμεν τὰ μίση καὶ νὰ ἐξάπτωμεν τὰ πάθη. Δὲν ἔχω οὔτε σκοπόν, οὔτε διάθεσιν, ἀπαντῶν εἰς τὸν Κ. πρωθυπουργόν, ν’ ἀμφισβητήσω κατ’ ἀρχὴν τὰ γενναῖα ταῦτα τῆς κυβερνήσεώς του αἰσθήματα· νομίζω ὅμως εὔλογον ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις καὶ οὐσιώδεις τοῦ δημοσίου ταμείου δαπάνας, καταληγούσας εἰς αὔξησιν τῶν φόρων, ὡς καὶ ἐπὶ διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐπὶ ἐξελέγξεως λογαριασμῶν, ὅτι τὰ αἰσθήματα ταῦτα πρέπει νὰ σιγήσωσιν, ὅσον ἱερά, ὅσον φυσικὰ καὶ ἂν ὑποτεθῶσιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου τούτου. Ναί, κύριοι, αἱ χριστιανικαὶ ἀρεταὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἀποτελοῦσι τὴν ἄρνησιν τῆς ἐξελέγξεως, χαλαρόνουσι τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ διαψεύδουσι τὰς εὐλόγους τῆς πολιτείας προσδοκίας περὶ ἀκριβοῦς ἐλέγχου τῶν ὑπευθύνων τοῦ στέμματος λειτουργῶν, καὶ περιπλέον ἐξασθενίζουσι τὴν ἰσχὺν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· αἱ δ’ ἐντεῦθεν δυνάμεναι νὰ προκύψωσι συνέπειαι δὲν συντελοῦσιν οὐδαμῶς εἰς ἐπίτευξιν μέλλοντος ἀγαθοῦ. Ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ μακροθυμία, ἐννοουμένη μετὰ τὸν καταλογισμὸν κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, ἔγκειται εἰς τὴν ἀρετὴν δικαστῶν ἀκάμπτων καὶ δικαίων, οὐδέποτε δὲ πρέπει νὰ κάμπτῃ τὴν Βουλὴν καλουμένην νὰ ἐρευνᾷ ἂν ἐξετελέσθησαν τὰ νομοθετηθέντα καὶ ἂν οἱ ἐπιβληθέντες φόροι διετέθησαν καλῶς. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον προέβησαν σπουδαῖοι δημοσιογράφοι κρίνοντες ἐκ τῶν καταχρήσεων, ὥστε προσὸν τοῦ νομοθέτου οὐσιῶδες ἀνέγραψαν τὸ νὰ ᾖναι ἄθεος. Δὲν δέχομαι τὸν νομοθέτην τῆς Ἑλλάδος ἄθεον, τὸν θέλω χριστιανὸν ὀρθόδοξον, ἀλλ’ ὄχι καὶ μακρόθυμον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσῃ πιστώσεις ἀναπληρωτικάς, δηλαδὴ πρόσθετον προϋπολογισμόν, προϋποθέτοντα φόρους ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι δὲν ἐξήρκεσαν οἱ ψηφισθέντες. Καὶ ἂν δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν οἱ δαπανήσαντες τὰ χρήματα ὑπουργοὶ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένοντο ἢ μὴ ἔνοχοι καταχρήσεως ἢ νοσφισμοῦ, δὲν εἶναι ὅμως πρόωρον, ζητουμένης ἐγκρίσεως δαπανῶν, νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς καὶ ἀμερολήπτως ἂν αἱ δαπάναι, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις, ἐγένοντο εὐλόγως καὶ νομίμως. Ἡ ἰδία κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου της καταγγέλλει τὴν παράβασιν χωρὶς νὰ ἐξηγῇ τοὺς πρὸς τὴν παράβασιν ἀποχρῶντας λόγους· καὶ ποίου νόμου παράβασιν; τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι νόμος τῶν νόμων, τὸν ὁποῖον, ψηφίζον τὸ ἔθνος, παραδίδει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς μὲ τὴν πρόσκλησιν νὰ τὸν σεβασθῶσι, διοικοῦντες τὸ κράτος, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ μὴν ἐκκλίνωσι τῶν διατάξεων αὐτοῦ κατ’ οὐδέν· ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν εὕρωσιν ἐν τῇ συνειδήσει των, ὅτι δὲν δύνανται κατ’ αὐτὸν νὰ διοικήσωσι τὸ κράτος, παραιτοῦνται, οὐδέποτε δὲ δικαιοῦνται νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ παράβασίς του δύναται νὰ ἐγκριθῇ ὡς πρᾶξις νόμιμος. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ἀποῤῥίπτουσα ἐν μέρει τὴν πίστωσιν, ἐξεπλήρωσε καθῆκον οὐσιῶδες καὶ συνειδήσεως. Τὴν γνώμην της ὑποστηρίζοντες δὲν ἐπιδιώκομεν ἐκδίκησιν, οὔτε ἐννοοῦμεν νὰ ἐνισχύσωμεν φατρίαν τινά· ἐπιθυμοῦμεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς νὰ στηλιτεύσωμεν ὑπερβάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιζημίους καὶ ἀδικαιολογήτους, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ ὁ λαὸς, καὶ νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς εἰς τὸ μέλλον, κηρύσσοντες κατ’ ἀρχὴν τὸν προϋπολογισμὸν ἀπαραβίαστον καὶ τὰς ὑπερβάσεις περιορίζοντες στενῶς. Τί εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὁ προϋπολογισμός; τί διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξεδήλωσεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ ἔθνος; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ ἱερώτερος νόμος, εἶναι τὸ γνώρισμα τῆς εὐεξίας ἢ τῆς καχεξίας τοῦ ἔθνους· δι’ αὐτοῦ τὸ ἔθνος χαράττει ἑκάστοτε τὸ οἰκονομικὸν τῶν ὑπουργῶν σχέδιον, ἐκδηλοῖ αὐτοῖς ῥητῶς καὶ καθαρῶς τὸ «sie volo, sic Jubeo» οὕτω θέλω, οὕτω διατάττω.» Πᾶσα παρέκκλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι παράβασις αὐτοῦ, οἱ δὲ παραβαίνοντες τὸ νόμιμον καὶ ἐθνικὸν τοῦτο πρόσταγμα ὑπουργοὶ εἰσὶν ἀναντιῤῥήτως ἀσυγχώρητοι παραβάται. Προσθέτουσιν οἱ τὸ νομοσχέδιον εἰσάγοντες ὑπουργοὶ, οἱ υἱοθετήσαντες τὰς πράξεις τῶν προκατόχων των, ὅτι αἱ γενόμεναι δαπάναι εἰσὶν εὔλογοι καὶ πραγματικαὶ, ὅτι ἐπετρέποντο νὰ γίνωσι καὶ πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ. ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐν ἄλλαις λέξεσι μᾶς λέγουν ὅτι τὰ ψηφισθέντα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ἐξήντλησαν, ἐδαπάνησαν καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ τετρακοσίας ἑξήκοντα καὶ πλέον χιλ. δραχμῶν, ὅτι πρέπει διὰ τοῦτο νὰ τὰς ἐγκρίνωμεν χάριν τακτοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν καὶ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ λεπτολογήσωμεν, διότι ἐπεμβαίνομεν εἰς τὴν διοίκησιν, ἀπομακρυνόμενοι τῶν καθηκόντων μας. Ἀλλὰ δὲν δικαιολογοῦνται ταῦτα λέγοντες, διότι ναὶ, κατὰ τὴν διοίκησιν ἐδαπάνησαν καὶ περὶ διοικήσεως πρόκειται, πλὴν πρόκειται νὰ εὑρεθῇ ἂν ὑπῆρξε καλὴ διοίκησις, καὶ ἂν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας εἰσπράττει καὶ διαθέτει ἡ διοίκησις, ἐπιβάλλει δὲ καὶ ἀποδίδει τὸ ἔθνος, διετέθησαν καλῶς, καὶ τούτων τὴν ἔρευναν ἐπεχείρησεν ἡ ἐπιτροπή σας, ἀνευροῦσα, ὅτι καὶ ἡ διοίκησις ὑπῆρξε χειρίστη καὶ ἡ δαπάνη ἀδικαιολόγητος. Καὶ ποῖος μέχρι τοῦδε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ κακὴ διοίκησις δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς; τί ἀπομένει εἰς τὴν Βουλὴν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτραπῇ ἡ ἐξέλεγξις τῆς κακῆς διοικήσεως; Ἡ ἐλευθερία τῆς διοικήσεως, κύριοι, σεβαστὴ οὖσα ἐντὸς τῶν νόμων, δὲν ἔχει ἔννοιαν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ναὶ, εἶχε δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ μεταθέτῃ στρατεύματα, νὰ προβιβάζῃ ἀξιωματικοὺς, νὰ προμηθεύῃ ὑλικὸν, ν’ ἀνακαλῇ ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν, νὰ διατηρῇ ὑπεράριθμον προσωπικὸν κλπ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις διὰ τὴν δαπάνην, τὸ δικαίωμα αὐτῆς ἀργεῖ· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν τῇ ἐδίδετο τὸ καθ’ ὑπέρβασιν δαπανηθὲν ποσόν· εἰς τὴν ὑπέρβασιν δὲ ὑπέκυψε διότι καὶ τάγματα ἀσκόπως καὶ μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου μετέθεσεν ἀπὸ Ἄργους εἰς Ναύπλιον, ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν, ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Λαμίαν, ἀπὸ Λαμίας εἰς Πάτρας κλπ, διακοσίους χωροφύλακας ὑπεραρίθμους πέραν τριμηνίας διετήρησεν ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἰδιαιτέρας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, προβιβασμοὺς στρατιωτικοὺς ἄνευ ἀνάγκης καὶ πρὸς βλάβην τῶν μισθοδοτουμένων ἐκ τοῦ ἡμιτάγματος ἐξετέλεσε, καὶ ἀπὸ πολιτῶν ἄλλους τοὺς ἐδέχθη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ βαθμὸν ἀξιωματικοῦ, καὶ ἄλλους ἀπὸ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐκάλεσε. Ταῦτα πάντα δὲν ἀποτελοῦσι παρανομίαν; Ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν οἱ ὑπουργοὶ ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ἀδικαιολογήτων πράξεων, εἶναι πρᾶξις καλῆς διοικήσεως; Ἐγκρίνοντες τὴν πίστωσιν θὰ κηρύξωμεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἰσὶ κύριοι νὰ παραβαίνωσι κατὰ τὸ δοκοῦν τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα κεκλημένοι νὰ οἰκτείρωμεν τὸ πολὺ τὰ γενόμενα καὶ νὰ ψηφίζωμεν φόρους, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἐξελέγχωμεν καὶ νὰ ἐκτιμῶμεν τὰς χρῃζούσας δαπάνης μὴ προβλεφθείσης πράξεις τῆς κυβερνήσεως· τὸ δὲ γελοῖον ἐπιχείρημα, τὶ νὰ κάμωμεν, τὰ ἔξοδα ἐγένοντο, πάρετε τὸ πετζί μας, θέλει καταντήσει κανὼν (ἱλαρότης). Συμφωνεῖτε μετὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ θέλετε νὰ ἐγκρίνητε τὰ γενόμενα;
§21ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγκρίνατέ τα· θὰ ἤμην πρόθυμος, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἐπιψηφίσω τὴν πίστωσιν, ἐὰν ἀπεδείκνυον ἢ κἂν διετείνοντο οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ὑπέκυψαν εἰς τὴν δαπάνην, περὶ ἧς πρόκειται, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος, ὅτι ἔσωσαν τὴν τάξιν κινδυνεύουσαν, ἢ ὅτι ὁπωσδήποτε παρεσκεύασαν ἐργασίαν τινὰ ἐθνικήν· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν μᾶς ὑποδεικνύεται· ἑπομένως ὀφείλομεν, νομίμως πολιτευόμενοι, ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὸ νομοσχέδιον, καταλογίζοντες τὰς δαπάνας εἰς βάρος τῶν ἐνεργησάντων ταύτας ὑπουργῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἂν δείξωμεν ἐπιείκειαν, τοιαύτην ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐλπίζωσι κατὰ μείζονα λόγον ὅλοι οἱ τῶν νόμων παραβάται, καὶ τότε ἡ ἀτιμωρησία θέλει γενικευθῆ πρὸ; καταστροφὴν τὴν δημοσίας τάξεως. Θὰ δείξητε, μᾶς λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ νομοσχέδιον πολεμοῦντες, ὅτι ἐκδικεῖσθε κατὰ τοῦ ἀχρόου ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον φαίνεται μὴ ἀποῤῥέον ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τίς εἶπεν, ὅτι, ἐξελέγχοντες τὸ ἄχρουν ὑπουργεῖον, διενοήθημεν ν’ ἀμνηστεύσωμεν τὰ λοιπὰ παρελθόντα καὶ μέλλοντα, ἐπιδαψιλεύοντες ἄφεσιν ἁμαρτιῶν κατὰ μίμησιν τοῦ Πάπα; δὲν ἐξηλέγξαμεν πικρῶς κατακρίναντες τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου κατὰ τὸν Ἰούλιον 1865; Ἂν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων, θ’ ἀναγνώσητε τοὺς ἀξιομνημονεύτους ἐκείνους λόγους τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀντιπροσώπου κυρίου Πετιμεζᾶ· «προσέξατε μὴ ἀνοίγητε ῥήγματα εἰς τὰ Σύνταγμα, διότι ταῦτα βραδύτερον θὰ γίνωσι πυλῶνες». Καὶ πραγματικῶς οἱ πυλῶνες ἔγειναν καὶ νὰ τοὺς κλείσωμεν ζητοῦμεν σήμερον. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὅταν προχθὲς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν καταγγελλομένων παραβάσεων τῶν κυβερνησάντων τὸ κράτος ὑπουργῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνόησα μόνον τὸ ἄχρουν ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ μετ’ αὐτό. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ἤθελον νὰ γίνῃ ἀκριβὴς ἔρευνα, ἵνα πεισθῇ ἀσφαλῶς ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ὑπερβάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀποφανθῇ ἐν γνώσει. Ἐὰν νομίζητε ἀναγκαῖον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης, εἰπέτε το καὶ πεισθῆτε, ὅτι δὲν πράττομεν κακόν τι. Προτείνω ἑπομένως κατὰ πρῶτον λόγον τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τυχαίως τὴν ἀναβολὴν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Πρῶτον, κύριοι, νομίζω, ὅτι παρεξηγήθην σχετικῶς μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ· ἐξετέλεσεν ἀναντιῤῥήτως τὸ καθῆκόν της· διωρίσθη νὰ σᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν πιστώσεων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς εἶπεν ὅσα ἠδυνήθη καὶ ἐνόμιζεν ἀναγκαῖα· δὲν ἦτον εἰς θέσιν νὰ φέρῃ κρίσεις περὶ τῶν ὑπουργῶν, οὔτε τῆς ἐποχῆς· ἠρκέσθη μόνον νὰ ἐκθέσῃ τὰ πράγματα ὅπως τὰ ἀντελήφθη· διαφέρει ἂν τὰ πράγματα τὰ ἀντελήφθη καλῶς ἢ κακῶς· ἐὰν τὰ ἀντελήφθη καλῶς, τόσον καλλίτερα· ἐὰν κακῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν δὲν ἐξετέλεσεν εὐσυνειδήτως καὶ εἰλικρινῶς τὸ καθῆκόν της· ἑπομένως ὅσα εἶπον δὲν ἀφορῶσι τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ τὸ ἀπομακρύνωμεν. Δὲν σᾶς ἠρνήθην, κύριοι, οὔτε δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις τὸ μέγα δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀναντιῤῥήτως συνταγματικὴ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· εἶναι ψεῦδος. Ἀλλὰ ὅλα τὰ δικαιώματα ἔχουσι καὶ τὰ ὅριά των. Ὑπάρχουσι δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ἐξασκεῖ ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἐξασκῇ χωρὶς νὰ παραλύσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξέρχηται αὐτῶν τῶν ὁρίων καὶ νὰ βλάπτῃ τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει δι’ αὐτοῦ νὰ περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας διοικήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ συνδιοικήσῃ μὲ τὴν κυβέρνησιν, τότε θὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ὑπουργείου καὶ θὰ καταστρέψωμεν τὴν πολιτείαν, διότι, ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ γνωμοδοτῇ εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν ἐπάρχων καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, ὅπως θέλουν μερικοὶ, νὰ μὴ δύναται νὰ προβιβάζῃ ἀξιωματικοὺς ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι βλάπτομεν τὸν ὑπουργὸν καὶ καταστρέφομεν τὴν πολιτείαν. Εἶναι λοιπὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος καθιέρωσε. Καὶ τί ἄλλο πράττετε, ὅταν μοὶ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμω μεταθέσεις; καὶ ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅταν, ἐνῷ κάμνω αὐτὴν τὴν μετάθεσιν, δι’ αὐτὴν μὲ κατηγορεῖτε, διότι αἱ μεταθέσεις παρουσιάζουν περισσότερα ἔξοδα καὶ περισσοτέρας ἀποζημιώσεις; Δύναται ἄλλως νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ διοικηθῇ τὸ κράτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις; Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι δὲν κατηγοροῦνται, ὅτι ἐπλήρωσαν, ἀλλὰ διότι ἔκαμαν αὐτὰς τὰς μεταθέσεις, διὰ τοῦ ὁποίου βεβαίως δεσμεύεται ἡ διοίκησις τοῦ κράτους. Ἀλλὰ ἂς ἐπανέλθω, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, περὶ τῆς ὁποίας ἀναντιῤῥήτως ἔγεινε λόγος ἐκτενὴς μέχρι τοῦδε καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐξέθεσε τὰς ἰδέας του περὶ διοικήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὔτε χθὲς, οὔτε σήμερον ἔχω σκοπὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς γνωμοδοτήσεις τοιαύτας. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον δὲν ἐλησμόνησα καὶ δὲν θέλω λησμονήσει νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπὸ ὑμᾶς νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν μίαν ἰδέαν, τὰς περιστάσεις. Ἐνῷ, κύριοι, δὲν εἶμαι βέβαιος εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ, λέγω, δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐνῷ εἴμεθα ἴσως εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ ἡμῶν, δὲν πρέπει εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ παρουσιάζωμεν τὴν γυμνότητά μας, νὰ ἀναῤῥιπίζωμεν τὰ μίση, νὰ ἐξάπτωμεν τὰ πάθη καὶ τὰς ἐκδικήσεις, καὶ ἀντὶ νὰ παρουσιάζωμεν τὴν λαμπρότητα ἐκείνην τῆς ὁμονοίας νὰ παρουσιάζωμεν διαπληκτισμοὺς καὶ λογομαχίας. Ἐνώπιον τῶν περιστάσεων αὐτῶν δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς προσωρινῶς; Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ εἶπον καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω (μολονότι ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οἱ ἀναγκασθέντες νὰ πράξωσι ταῦτα δὲν παρέβησαν τὸν νόμον, οὔτε διότι ἀμέσως δὲν ἀπέλυσαν τοὺς χωροφύλακας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωσι τοῦτο, οὔτε διότι ἐξετέλεσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πληρώσαντες ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν τὰ πληρωνόμενα μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, διότι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, ἐπληρώθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν). Ἔχω λοιπὸν πεποίθησιν, ὅτι, ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν ἔπταισαν οἱ ὑπουργοί. Ἔχω ἀκόμη, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρξεν ἀνωμαλία τις, ἀλλὰ πνεῦμα δολιότητος δὲν ὑπῆρξεν, ἐὰν τινὲς μετετέθησαν εἰς τὸ ἡμίταγμα καὶ ἂν ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔσφαλαν καὶ ἑπομένως παραδέχομαι τὴν πίστωσιν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν, κατὰ τὴν ἰδέαν μου πράττετε καὶ ἔργον δικαιοσύνης καὶ δὲν κάμνετε οὔτε ἀδικίαν, οὔτε ἐπιεικῶς φέρεσθε, διότι, ἐπαναλαμβάνω, νομίζω ὅτι δὲν ἔσφαλον. Ἴσως, κύριοι, (διότι ὅλοι πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν) ἴσως ἡμάρτησαν, διότι ἔλαβον χώραν προβιβασμοί τινες, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο ἔργον τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ ὄχι τῶν ὑπουργῶν· ἑπομένως δὲν ὀφείλουν νὰ δώσουν εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις ἄλλων ἀτόμων, καθόσον δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν γνώσει αὐτῶν ἐνηργήθησαν.
§24ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ὁ ὑπουργὸς διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν;
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος βεβαίως ἀλλ’ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς, διότι ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ, ὁ σωματάρχης ἔκαμε προβιβασμόν τινα;
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ σωματάρχης νὰ κάμῃ...
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ἐὰν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς τοὺς ἔκαμον οἱ σωματάρχαι καὶ ἐὰν οἱ σωματάρχαι ἐνήργησαν παρανόμως καὶ ἐὰν δι’ αὐτὸ ὁ ὑπουργὸς ᾖναι ὑπεύθυνος καὶ πρέπῃ νὰ τιμωρηθῇ. Ἐὰν θέλετε νὰ καταμεμφθῆτε αὐτὸν, θέλετε τὸν καταμεμφθῆ ὄχι διὰ πρᾶξιν ἰδικήν του, ἀλλὰ διὰ πρᾶξιν ἄλλων, οἵτινες εἶχον δικαίωμα νὰ τὴν πράξωσι. Θέλετε λοιπὸν νὰ τιμωρήσητε τὸν ὑπουργὸν, διότι κακῶς ποιοῦντες οἱ ὑπ’ αὐτὸν, τοὺς ὁποίους ἀκόμη ἴσως δὲν ἔμαθον οἱ ὑπουργοὶ, ἔκαμον προβιβασμούς; Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸς εἶναι λόγος ὡς ἐκ περισσοῦ ῥηθείς. Χθὲς σᾶς ὡμίλησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λόγους τινὰς, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ μία πρᾶξις διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδόθη δικαιοσύνη εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀδικηθέντες ἀπώλεσαν τοὺς βαθμούς των καὶ οἵτινες δικαστικῶς ἠδύναντο νὰ τοὺς ἀποκτήσωσι. Καὶ ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο παράνομος, κατ’ οὐσίαν ὅμως δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄδικος, διότι, ἐὰν εἰς ἀξιωματικοὺς ἀπολέσαντας τὸν βαθμόν των ἀπέδωκαν τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὁποίους εἶχον ἀπολέσει, τοῦτο καὶ δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς ἠδύνατο νὰ γίνῃ· ἐὰν τώρα, καθὼς νομίζω, τὸ δίκαιον πηγάζῃ ἀπὸ μόνον τὸν νόμον καὶ δὲν δυνάμεθα εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὑτῶν νὰ ἀρνηθῶμεν δικαιοσύνην, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ κατακρίνωμεν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἴσως εἶναι ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται, ἀλλ’ ὄχι καὶ τόσον σπουδαῖον, ὥστε νὰ ἐπισύρῃ τὴν αὐστηρὰν ἐπίκρισιν καὶ τὴν καταδίκην. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι εἰς τὰ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, πρὸ πάντων πρόθεσις κακὴ δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν πρέπει νὰ συνταυτίζωμεν τοὺς ὑπουργοὺς μὲ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πράττουν διάφορα ἐγκλήματα. Διατί; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, διότι οἱ ἄλλοι ἐγκληματίαι ἐνήργησαν μὲ δόλιον σκοπὸν, ἐνῷ οἱ ὑπουργοὶ οὐδεμίαν κακὴν πρόθεσιν εἶχον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιμένωμεν εἰς αὐτὴν τὴν αὐστηρὰν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιζητεῖ, διότι κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν ὁ ὑπουργὸς, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν εἶναι ἄξιος τοιαύτης αὐστηρᾶς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς κατακρίσεως δι’ αὐτὴν τὴν πληρωμὴν, ἥτις τῷ ἀποδίδεται· ἑπομένως πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῆ τὴν πίστωσιν ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου.
§28ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κύριος Σωτηρόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας, τὰς ὁποίας σπεύδω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ πρῶτον ἠρώτησε γενικῶς ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποβάλῃ τοὺς 200 χωροφύλακας πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν δύω μηνῶν, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρετήρησαν, ὅτι εἶχον καταταχθῆ πρόσωπα στερούμενα τῶν προσόντων· δεύτερον, ἂν πραγματικῶς ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος, μὴ ἀνήκοντες εἰς αὐτὸ, καὶ ἂν ὅλοι οἱ κατὰ τὸ 1866 εἰσαχθέντες ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν ὑπεράριθμοι πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου· καὶ τρίτον, ποῖος ὁ πραγματικὸς λόγος τῆς κατὰ 120 χιλιάδας δραχμῶν ὑπερβάσεως τῆς πιστώσεως τοῦ ἱματισμοῦ, διότι ἡ ἔκθεσις δὲν κάμνει λόγον. Εἰς τὸ πρῶτον ἀπαντῶ, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἦτο ἀδύνατον, κυρωθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, νὰ γίνῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἐξέλεγξις τῶν ἐχόντων ἢ μὴ τὰ προσόντα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, διότι οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν· ἑπομένως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔμελλον νὰ δώσουν οἱ προϊστάμενοι, ἔπρεπε νὰ ἔλθουν ἀπὸ τὰ πλέον μεμακρυσμένα μέρη τῆς ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ κύριος λόγος. Ὁ Κύριος βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι ὑπάρχουν ἐν τῇ χωροφυλακῇ ἄνδρες μὴ ἔχοντες προσόντα· τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει οὕτω. Καὶ δὲν θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον αὐτὸ, ὅταν ἐνθυμηθῆτε ὅτι εἰς τὰ 1864 ἐξεδόθη Διάταγμα τῆς 16 Δεκεμβρίου περὶ προσθήκης 40 ἐνωμοτιῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, προβλέπον, ὥστε νὰ καταταχθῶσι χωροφύλακες ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 40 ἐνωμοτιῶν. Ἑπομένως ἄνδρες, μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα, μετὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ὑπάρχουσι, καὶ ἐπρόκειτο μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν 200 νὰ εὑρεθῇ τίνες χωροφύλακες ἦσαν μᾶλλον κατάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ γενικῶς, ἔπρεπε νὰ γίνῃ συμπλήρωσις τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος ὑπομοίραρχος ἔπρεπε νὰ δώσῃ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὑπὸ τὰς διαταγάς του χωροφυλάκων· ἐννοεῖτε ὅμως, ὅτι μέχρις οὗ συλλεχθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος τις, καὶ τοσοῦτον εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, ὥστε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ κατενόησε καὶ παρεδέχθη αὐτοὺς τοὺς δύω μῆνας. Ἂν δὲ διετηρήθησαν πέραν τῶν δύω μηνῶν, τοῦτο βεβαίως προῆλθεν ἀπὸ λόγους ὅλως ἐξαιρετικούς· ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρβασις ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἕως οὗ ληφθῶσιν αἱ ὡρισμέναι πληροφορίαι, ὥστε ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οὐχὶ τυπικῶς, ἀλλ’ οἱ ὀλιγώτερον χρήσιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καθίσταται ἀναγκαία ἡ διατήρησίς των. Ἡ δευτέρα ἐρώτησις εἶναι ἂν κατὰ τὴν δευτέραν Ἰανουαρίου, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὰ σώματα, προστεθέντες καὶ οὗτοι εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους. Εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἔφερον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐγγεγραμμένα ὅλα τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐκ νέου καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν κατάλογον — 146 τὸ ὅλον. Ἀκριβῶς δὲν σημειῶ πῶς εἰσῆλθεν ἕκαστος, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν τὰ ἐξηγῶ ἓν πρὸς ἕν· ὑπάρχουν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 1 Ἰουλίου περὶ τοὺς 90, οἵτινες ὁμοῦ μὲ τοὺς χωροφύλακας τοὺς ὑπεραρίθμους ὑπῆρχον εἰς τὰ σώματα· ἦσαν ὑπεράριθμοι καὶ πλεονάζοντες ἐκτὸς τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ἡμίταγμα. Εἶναι λοιπὸν 61 οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ὡς ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν 200 χωροφυλάκων· εἶναι δὲ πρὸς τούτοις καὶ ἄλλοι ὑπὲρ τοὺς 15, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὰ σώματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ὑπάρχει εἷς λοχίας, ὁ ὁποῖος ἦτο χωροφύλαξ καὶ μετετέθη εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους ὡς λοχίας· ἐξήτασα πῶς ἔγεινεν αὐτὸ καὶ ἔμαθον, ὅτι ἔγεινεν αὐτὴ ἡ μικρὰ παράβασις, διότι ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς εἶχεν ὑπηρετήσει εἰς τὸ ἱππικὸν ὡς λοχίας· ἐπειδὴ λοιπὸν ἦτο λοχίας ἄλλοτε, μετετέθη εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους ὡς λοχίας· ὁ ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀποδοθῇ ὁ βαθμὸς ὃν εἶχεν εἰς τὸν στρατόν· ἀλλ’ οὗτος εἶναι εἷς. Εἶναι ὕστερόν τινες, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τοὺς πλεονάζοντας· τοιοῦτοι εἶναι περὶ τοὺς 10 ἕως 12. Συμπεριλαμβάνεται καὶ εἷς λοχίας, ὅστις μετετέθη ἕνεκα διαγωγῆς οὐχὶ καλῆς. Εἶναι καὶ εἷς ἀπὸ τὴν διλοχίαν τῶν σκαπανέων. Εἶναι ἐννέα διάφοροι βαθμολόγοι, οἵτινες μετέβησαν εἰς τοὺς πλεονάζοντας ἐκ τούτου, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν τῆς διλοχίας αὐτῆς ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ πρέπει νὰ ᾖναι τεχνῖται, καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν ἦσαν τεχνῖται ἐθεωρήθησαν ἄχρηστοι.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἡμίταγμα, τί θὰ ἐγίνοντο;
§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἔμενον πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν εὑρίσκω παρὰ δύω ὀνόματα περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ γίνῃ λόγος καὶ νὰ συζητηθῇ σπουδαίως ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἢ ὄχι ὁ χωροφύλαξ ἐκεῖνος λοχίας, καὶ ἂν ὁ λοχίας, ὁ ὁποῖος μετετέθη ἕνεκα κακῆς διαγωγῆς, ἔπρεπε νὰ μετατεθῇ. Τὸ τρίτον εἶναι ποῖος ὁ πραγματικὸς λόγος τῶν 120,000 δραχ. δι’ ὑπερβάσεις ἐπὶ τοῦ ἱματισμοῦ, διότι εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲν γίνεται μνεία περὶ τῆς ὑπερτιμήσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἕτερος λόγος. Ὁ λόγος ὁ ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἔκθεσιν εἶναι ἀληθής. Ἐκτὸς τούτου ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τὸν οὐχὶ ὀλιγώτερον ἰσχυρὸν λόγον τῆς ὑπερτιμήσεως. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω φέρω τοὺς ἀναλογικοὺς πίνακας, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζονται αἱ προμήθειαι. Ὁ ἱματισμὸς τοῦ στρατοῦ βασίζεται ἐπὶ τῆς ἡμερησίας καταθέσεως καὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ, ἡ ὁποία προσδιορίζεται κατὰ καιρὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ ἀναλογικὸς πίναξ, ὁ ὁποῖος περιέχει τὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος στρατιώτης κατὰ τὸ διάστημα τῆς θητείας του λαμβάνει. Ἡ ἡμερησία κατάθεσίς του εἶναι 20 λεπτὰ καὶ αὕτη ἀποτελεῖ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τριετοῦς θητείας του τὴν ἀξίαν 219 δραχμῶν, αἵτινες εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἱματισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐντὸς τοῦ τριετοῦς διαστήματος λαμβάνει. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὑποδιαιρεῖται κατὰ τὸν ἀναλογικὸν πίνακα τῶν ἐνδυμάτων εἰς διάφορα τεμάχια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν ἱματισμόν· παραδείγματος χάριν δι’ ὑποκάμισα εἶναι προσδιωρισμένον ἐκ τῆς διατιμήσεως ὅτι ἔχει τόσον πανὶ πρὸς τόσα λεπτὰ τὸν πῆχυν, τόσα κομβία, τόσα ῥαπτικὰ κτλ. Εἰς ὅλας τὰς διατιμήσεις θέλετε εὕρει τὴν τιμὴν τοῦ πανίου τοῦ Ἀμερικανικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται ὅλα τὰ λινὰ, ὅλα τὰ βαμβακηρὰ ἐνδύματα πρὸς 75 λεπτὰ τὸν βασιλικὸν πῆχυν· ἡ διατίμησις αὕτη ἔγεινε κατὰ τὰ 1862, ὅτε μετεβλήθη ἡ θητεία ἀπὸ 4 ἔτη εἰς 3. ἤδη ὅμως ἔπρεπε νὰ γίνῃ νέα διατίμησις καὶ, καθὼς ὅλοι γνωρίζετε, ἀνεβιβάσθησαν οὐσιωδῶς αἱ τιμαὶ τῶν δημοπρασιῶν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπληρώσαμεν 138 λεπτὰ τὸν βασιλικὸν πῆχυν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὴν προμήθειαν, δὲν ἠμποροῦσε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὴν τιμὴν τῆς διατιμήσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι ὑπολογισμέναι ὅλαι αἱ δαπάναι, διότι ἄλλως ἤθελεν ἐπιβαρυνθῇ ὁ στρατὸς, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον· ὡς ἐκ τούτου πηγάζει μία σπουδαιοτάτη διαφορὰ, διότι, ἂν ὑπολογίζωνται τὰ ἐνδύματα τυπικῶς, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν διατίμησιν τοῦ 62 θέλετε εὕρει 75 λεπτὰ τὸν πῆχυν, ἐνῷ πέρυσιν ἦτο 138.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ μένει τίποτε εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἢ τὰ πληρόνει ὅλα ὁ στρατιώτης;
§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ στρατιώτης δίδει τὰ 20 λεπτὰ, περισσότερον δὲν τοῦ ἀφαιρεῖται· τὸ ὑπερβάλλον πληρόνει τὸ δημόσιον (εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν φαίνεται), διότι εἶναι κανονισμένον ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς διατιμήσεως γενικῆς, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐλάττωσις καὶ αὔξησις. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα καὶ παρετηρήσατε, ὅτι δὲν πηγάζει κἀμμία διὰ τὸ δημόσιον ζημία. Ἐκτὸς τούτων ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Κορινθίας, διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς ἐκείνην ἀνυψοῦτο τὸ ζήτημα μέχρις ἀδικήματος σπουδαίου κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπευθύνου τῶν ὑπουργῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ παρὸν ἀπέχει μακρὰν τοῦ νὰ ἔχῃ τὰς τοιαύτας διαστάσεις· ἐννοῶ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐφαρμογῆς ὅλων τῶν ἀρχῶν τῶν γνωστῶν, ἀλλὰ βεβαίως ἡ περίπτωσις ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἢ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἀφορμὴ μιᾶς ὑπερβάσεως καὶ δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ὑψωθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλουν τινὲς νὰ τὸ ὑψώσουν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κορινθίας, δὲν ἐφαρμόζεται ποσῶς εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν σημερινήν· τὸ ζήτημα εἶναι πῶς νὰ ἐξηγηθῶσιν, οὐχὶ πῶς νὰ δικαιωθῶσιν, οὐχὶ πῶς νὰ καλυφθῶσιν αἱ κατὰ τόπους γενόμεναι ὑπερβάσεις. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη παράνομος, παρὰ τὸν τύπον, παρὰ τὸ νόμιμον, παρὰ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, παρὰ τὰς διατυπώσεις περὶ δημοπρασίας, ἐνέργεια, τὸ ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι πολὺ διαφορετικόν. Ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, κύριοι, βλέπετε, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν ἠδικήθη τὸ δημόσιον, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ζητοῦμεν σήμερον εἶναι μία τυπικὴ μεταβίβασις. Πέρυσιν ἦτο εἰς τὴν δημοπρασίαν 138 λεπτὰ ὁ πῆχυς, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἐφέτος εἶναι 121 εἰς τὴν δημοπρασίαν τὴν ὁποίαν ἐνήργησα ἐγώ. Πρέπει νὰ δώσετε, νομίζω, κἄποιαν πίστιν εἰς τὰ λεγόμενά μου (θόρυβος).
§33ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἱματισμὸς ἦτο πλήρης διὰ τὸ 66 καὶ, φαίνεται, πλεονάζει διὰ τὸ 67. Θέλω νὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ νὰ διαφωτίσετε τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ στρατιῶται εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ ἐνδύματα ἢ ἂν τοὺς δίδουν ἐνδύματα ὅπως ἀπαιτεῖται, διότι ἠκούσθη ὅτι οἱ στρατιῶται.... (θόρυβος).
§34ΤΙΝΕΣ. Ἄλλο αὐτό.
§35ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ἡ ὁποία νὰ μᾶς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπραξαν εἰμὴ τὸ καθῆκόν των. Καὶ χθὲς, κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ποσῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, διότι προφανῶς ἐκ τῶν πρακτικῶν ἐξάγεται, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἶχεν ὁρισθῆ ἀπὸ τὴν ἰδίαν Βουλὴν νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου μᾶλλον ὑπήγοντο οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί· τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ δὲν ἐγένετο κατὰ παραδρομήν. Διὰ τοῦτο τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πολὺ καλὰ σκεφθὲν καὶ ἀκολουθοῦν τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, τὸ μετέφερεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη ἡ πίστωσις. Περὶ τῶν μετακινήσεων, κύριοι, δὲν κάμνω πλέον λόγον, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς θὰ διαφιλονεικήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐξουσίαν τοῦ νὰ μετακινῇ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοὺς ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητά της· τὰς δὲ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας βεβαίως ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου. Ἐν γένει μὲν βέβαια ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ ἢ κατακρίνῃ οἱανδήποτε πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον, νομίζω, τοῦ παρόντος. Ἂν θέλῃ νὰ κατακρίνῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, δύναται διὰ τὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ, ἦσαν πολλαὶ αἱ περιστάσεις αἱ ἐπιβαρύνουσαι τὸ κεφάλαιον τῶν μετακινήσεως. Θέλω σᾶς ἀναφέρει μόνον ἓν, ὅπερ οὐδεὶς ἔχει ὑπ’ ὄψιν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐξώγκωσε κατὰ 20,000 δραχμῶν τὸ κεφάλαιον αὐτὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὴν καταδίωξιν οἱ στρατιῶταί μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ψύχη μὲ τὸν ἱματισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν· ὅλοι λοιπὸν προμηθεύονται μίαν κάπαν· τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας αὐτῆς ἐπιβαρύνει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ διὰ τὰ μέτρα τῆς ἀσφαλείας. Εἰς τὰ 1865 λοιπὸν καὶ ἐντεῦθεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐξόδων τῆς μετακινήσεως· ἀναβαίνει δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μεταξὺ τῶν 10 καὶ 20,000 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν τοιαῦτα παρεμπίπτοντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ τὰ διακρίνωμεν μὲ τὴν πλάστιγγα τῆς ἀκριβείας. Ἡ μετακίνησις αὐτὴ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιφέρει ὅσα ἄτοπα τινὲς ἀπηρίθμησαν. Τί σημαίνει ἂν ἐγὼ ἠδυνάμην τὴν μετάθεσιν τοῦ δεῖνος ἀξιωματικοῦ νὰ τὴν οἰκονομήσω, ὅταν ἐξ ἀνάγκης ἀναποδράστου ἀναγκάζωμαι νὰ ἐξοδεύσω περισσότερον διὰ τὴν ἀσφάλειαν; Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ζητημάτων οἷα ἐπαρουσιάσθησαν ἰδίως ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Κορινθίας, διότι οὐδὲν ἔξοδον ἐγένετο παρὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν λεπτολογήσετε, ἴσως εὕρετε 3 ἢ 4 ἀξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο κἄποια ὑπέρβασις· καὶ δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ἐνταῦθα διὰ νὰ μάθετε ποῖοι οἱ λόγοι αὐτῆς τῆς ἐξογκώσεως τῆς ἀναποφεύκτου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον διὰ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖτε ν’ ἀναθέσετε εὐθύνην εἰς τὸν ὑπουργὸν αὐτόν. Νομίζω κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἔχετε πλειοτέρους λόγους νὰ μὴ διστάσητε νὰ παραδεχθῆτε τὴν πίστωσιν, οὐδὲ νὰ μεταβάλετε τὸ ζήτημα εἰς καθαρῶς πολιτικὸν ζήτημα.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, καθὼς ἐλλόγως σᾶς εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρόκειται ὅμως περὶ ζητήματος λογιστικοῦ, πρόκειται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν δαπάνην τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ. Ἐκτιμῶ τὸ συνδιαλλακτικὸν πνεῦμα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ καθόλου δὲν θέλω λυπηθῆ, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτουσα τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παραδεχομένη τοὺς ἐκτεθέντας λόγους ὑψηλῆς πολιτικῆς, θέλῃ παραδεχθῆ τὴν πίστωσιν καὶ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην μας. Ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα πολιτικόν, σῶμα κυρίαρχον, ἑπομένως δύναται νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ, νὰ ἀμνηστεύσῃ, νὰ χαρισθῇ, καὶ ἐν γένει νὰ κάμῃ πᾶσαν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν νομίζει ἀναγκαίαν καὶ ἀνάλογον πρὸς τὰς περιστάσεις. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν. Ἡ ἀποστολὴ πάσης ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποστέλλεται οἱαδήποτε πρότασις, εἶναι νὰ τὴν ἐξετάσῃ μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν λεπτομέρειαν καὶ νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐξετάσεως καὶ τὰς σκέψεις της. Διὰ τοῦτο βλέπετε πολλάκις, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ καταγίνονται καὶ εἰς μικροῦ λόγου ἀντικείμενα· πολλάκις γράφουν ἐκθέσεις μακρὰς διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν μετάθεσιν ἑνὸς ἄρθρου ἢ τὴν ἀλλαγὴν ὀλίγων λέξεων. Ἂν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἤθελε περιορισθῆ εἰς τὸ ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων περιστάσεων φανῇ γενναία καὶ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον διόλου· ἀλλ’ ἐπειδὴ τόσον ὁ κ. πρωθυπουργός, καθὼς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετέβησαν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ἐζήτησαν νὰ σᾶς ἀποδείξουν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δικαία, θέλω σᾶς εἴπει ὀλίγα τινά, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἀρκέσωσι νὰ σᾶς πείσουν εἰς τὸ ν’ ἀποῤῥίψετε τὴν πίστωσιν, τοὐλάχιστον θέλουν σᾶς βεβαιώσει, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐστηρίζετο εἰς τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔλαβε. Πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῆς δαπάνης ἢ τῆς ὑπερβάσεως, ἡ ὁποία ἔγεινεν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς μετακινήσεως τοῦ στρατοῦ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐξετάζοντες τὴν χρῆσιν τῆς δαπάνης αὐτῆς, ἐπεμβαίνετε εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ παρεμβάλλετε προσκόμματα εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα εἰς μόνους τοὺς ὑπουργοὺς ἀνήκουσι. Συμφωνῶ, ὅτι ἡ μετακίνησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἔργον καθαρῶς διοικητικόν, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι καὶ οἱ κκ. ὑπουργοὶ θέλουσι συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου συνεπάγει δαπάνας καὶ πᾶν δικαίωμα, συνδεόμενον μὲ δαπάνας, δὲν εἶναι ἀπόλυτον, ἔχει περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ τὴν δαπάνην. Ἔχει βεβαίως δικαίωμα ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μετακινῇ τοὺς στρατοὺς ὅπως καὶ ὁπόταν θέλῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμβουλεύεται τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ βλέπῃ ἂν ἔχῃ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην· ἔχει π. χ. τὸ ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα νὰ προμηθεύεται ὅπλα καὶ παντὸς εἴδους ὑλικὸν, ἀλλ’ ἐὰν κάμῃ τὴν προμήθειαν ταύτην χωρὶς νὰ ἔχῃ πίστωσιν, νομίζω, ὅτι δὲν πράττει ἐντὸς τοῦ Νόμου. Κανεὶς δὲν φιλονεικεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μετακινῇ τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἐφιλονεικήσαμεν καὶ φιλονεικοῦμεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο, κάμνουσα χρῆσιν ἑνὸς δικαιώματός της, νὰ ὑπερβῇ τὴν πίστωσιν τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς χορηγηθεῖσαν, διότι οὕτω πράττουσα ἐπεμβαίνει ἢ καταπατεῖ τὸ δικαίωμα ἄλλης κυριάρχου ἐξουσίας, τῆς Βουλῆς... Μόνος ὁ λόγος τῆς ἀκαταμαχήτου ἀνάγκης δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ὑπουργόν. Παρουσιάζονται βεβαίως περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμνῃ ἐνεργείας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν πίστωσιν, ὅταν ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐνέργειά της εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς θέλει προληφθῆ μέγα τι δυστύχημα. Ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ καθαρὰ, ὅτι ἔκαμα ὑπέρβασιν ἀλλὰ τὴν ἔκαμα διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἰσχυρὸν λόγον· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς προτεινομένους λόγους, εὕρῃ αὐτοὺς ἰσχυροὺς, τότε βέβαια ἐγκρίνει τὴν πίστωσιν· ἀλλὰ δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνήργησα ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνετε εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς μου τῆς ἐνεργείας. Ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἡ μεγάλη αὕτη καὶ ἀναπόδραστος ἀνάγκη, ἕνεκα τῆς ὁποίας ηὔξησεν ἡ δαπάνη αὕτη, δὲν φαίνεται· μένει εἰς ὑμᾶς, ἐὰν πεισθῆτε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κάμωσι πολλὰς κινήσεις, μένει, λέγω, εἰς ὑμᾶς νὰ παραδεχθῆτε τὴν πίστωσιν αὐτήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐνήργησεν ἐντὸς τοῦ δικαιώματός της, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, διότι οἱ λόγοι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὴν πείσωσι περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς προτείνει νὰ μὴ παραδεχθῆτε πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν 40,000 ἐπὶ τοῦ κεφαλ. τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἔκθεσίν του σημειόνει, ὅτι τὴν ζητεῖ διὰ δύω λόγους, ά) διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποβάλῃ ἀμέσως τοὺς 200 χωροφύλακας, τῶν ὁποίων τὸν μισθὸν περιέκοψεν ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ β) διότι ἐκάλεσεν εἰς ἐνέργειαν ὑπομοιράρχους τινὰς καὶ ἀνθυπομοιράρχους. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐξετάζουσα τὸ ἀντικείμενον, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύναντο οἱ 200 χωροφύλακες ν’ ἀποβληθοῦν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ὑπομοιράρχους καὶ ἀνθυπομοιράρχους, ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τῇ ἔδωκε τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπῆρχον ἀξιωματικοί τινες τῆς χωροφυλακῆς πληρονόμενοι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ μεταξὺ τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποβάλῃ καὶ αὐτοὺς, καὶ τὸ ἔπραξε διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὴν δαπάνην. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, ποία οἰκονομία ἤθελεν ἐπέλθει ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀφαιρούμενοι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τοὺς ἀποβάλῃ ὁπόταν ἤθελε, μεταφέροντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐλάμβανον θέσιν κανονικὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποβληθοῦν; Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν, ὅτι οὔτε ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ τεθοῦν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ εἰς ἐνέργειαν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μεγαλύτερον σκάνδαλον. Εἰς τὸ ἡμίταγμα ἀπεφασίσθη νὰ περιληφθοῦν ὅλοι οἱ εἰς τὰ διάφορα σώματα ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅλοι οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ, εἰς οἱονδήποτε σῶμα καὶ ἂν ὑπηρέτουν, ἐλογίζοντο εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος, διότι ὡς ὑπεράριθμοι δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὴν δαπάνην τὴν προσδιωρισμένην διὰ τὸ Σῶμα, εἰς ὃ ἦσαν προσκεκολλημένοι. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ κεῖται ἡ διαφορά. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατείνεται, ὅτι καθ’ ὃν καιρὸν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῶν ὑπεραρίθμων ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι μὴ περιλαμβανόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἡμιτάγματος. Ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τοιοῦτοι· ἐὰν δὲ καὶ ὑπῆρχον, ἔπρεπεν εὐθὺς νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὸ ἡμίταγμα. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου βλέπομεν, ὅτι ἐξηκολούθησαν νὰ εἰσέρχωνται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸ ἡμίταγμα, καὶ τοῦτο, διότι τὰ διάφορα σώματα ἐπροβίβαζον ὑπαξιωματικοὺς χωρὶς νὰ ὑπάρχουν θέσεις κεναί· ἐγίνοντο οὕτως ὑπεράριθμοι καὶ μετεφέροντο εἰς τὸ ἡμίταγμα. Ἐὰν ὑμεῖς πεισθῆτε, ὅτι ὑπῆρχον 146 ὑπεράριθμοι εἰς τὰ διάφορα σώματα καθ’ ὃν καιρὸν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῶν ὑπεραρίθμων, τότε ἠμπορεῖτε νὰ παραδεχθῆτε τὴν πίστωσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφ. τοῦ ἱματισμοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται πίστωσις 120,000 δραχμῶν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε ν’ ἀποῤῥιφθῇ, τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν της, ἀλλὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἰδοὺ τί γράφει· ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως· (θόρυβος). Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τί λέγει ὁ κ. ὑπουργός; ὅτι ἴσον ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης θέλει μεταφέρει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867. Ἑπομένως ἡ προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ τούτου, τὴν ὁποίαν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἡ ὑπηρεσία, διότι εἶχε κλείσει συμβόλαια περὶ προμηθείας ἀνωτέρου ποσοῦ, θέλει χρησιμεύσει διὰ τὸ 1867. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ δοθῇ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866, δὲν εἶναι τακτικώτατον νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ κατηγορήσωμεν κανένα, ἀλλὰ νὰ καταδείξωμεν ἀταξίας τινὰς καὶ ἐλλείψεις, διὰ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν καὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ζητοῦν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ 1866, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦν, ὅτι θὰ μεταχειρισθῶσι διὰ τὸ 1867· εἴπομεν ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιμένομεν, διότι τὸ ποσὸν τῆς καταθέσεως ἐπὶ τοῦ ἱματισμοῦ σχηματίζεται ἀπὸ τὰς ἀφαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀνδρῶν τῶν διαφόρων σωμάτων. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθη ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὸν ἱματισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρόντων ἀνδρῶν εἰς ἕκαστον σῶμα, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔκτακτος λόγος παρουσιάζετο, δὲν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, καθ’ ἣν, ἀφοῦ μίαν φορὰν δίδεται ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων ἀνδρῶν, νὰ ἔρχωνται ὕστερον νὰ ζητοῦν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν· τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καθῆκον νὰ τὸ ἀποκρούσῃ. Ἐὰν ἔχετε ἄλλον λόγον, κ. ὑπουργὲ, φέρετε τὸν λογαριασμόν σας ἀκριβῆ διὰ νὰ σᾶς δοθῇ μία πίστωσις (θόρυβος). Κατακρίνω πολὺ πικρὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀταξίαν ταύτην, διότι γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἔμποροι ἐχρεωκόπησαν, καθόσον χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖον πίστωσιν συνῆψε συμφωνίαν, ἀλλὰ μὴ ἔχον χρήματα δὲν πληρόνει· διὰ τοῦτο εἶναι εἰς βάρος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 2,500,000 δραχ. καὶ ὁλόκληρος ἡ ὑπέρβασις τοῦ 1864, ἡ ὁποία δὲν ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε τὴν ἀπόῤῥιψιν τινῶν ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ. Καὶ μεθ’ ὅλα ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον οἱ κύριοι ὑπουργοί, τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρισμένα τὰ πράγματα, οὔτε συμφέρει νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ἄνευ εὐρυτέρας ἐξετάσεως αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπείσθη περὶ τοῦ ἐναντίου, ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§37ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, κύριοι, καταβαίνων ἐκ τοῦ βήματος σᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν του γνώμην ἡ ὑπόθεσις χρῄζει πλειοτέρας ἀνακρίσεως καὶ γνωμοδοτεῖ κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀποκλίνῃ οὔτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν οὔτε εἰς τὴν ἀποψήφισιν τῆς πιστώσεως· δὲν πιστεύω ὅμως ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα ὑπάρχει εἰς πάντας· ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τὴν διήμερον συζήτησιν, οἱ κύριοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀρχὰς ὁρμώμενοι ἀπὸ νόμιμον καὶ λίαν συνταγματικὸν λόγον, ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ στηλιτεύσωσι τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἀξίας τοιαύτης μομφῆς παρουσίασεν, μετέβαλον γνώμην, καὶ πείθομαι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸν ἀξιότιμον κύριον Σωτηρόπουλον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του εἰπόντα, ὅτι ἡ συζήτησις διευκόλυνε τὰ πράγματα καὶ ὅτι ἡ ἰδική του ὁμιλία θέλει χρησιμεύσει μόνον καὶ μόνον ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλάνην ἐξέφερε, δὲν θέλουν ἐγκρίνει τὸ συμπέρασμά του. Καὶ βεβαίως, ὅταν ἓν τῶν κυριωτέρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία παρουσίασεν ἔκθεσιν τοσοῦτον αὐστηρὰ, παρουσιάζεται μετὰ τὴν διήμερον συζήτησιν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁμολογεῖ ὅτι λαμβάνει τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη ἕνεκα κακῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ αἱ ὁποῖαι διευκρινίσθησαν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἥτις ἀνεδέχθη τὸν λίαν ἀξιέπαινον ἀγῶνα νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς πρὸ αὐτῆς κυβερνήσαντας, νομίζω, ὅτι δὲν ἀδικῶ οὔτε τὸν κ. Σωτηρόπουλον, οὔτε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν ὑποστηρίζοντες τὴν ἔκθεσίν των, ὡς προϊὸν πλάνης. Φέρ’ εἰπεῖν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἡμιτάγματος τῶν εὐζώνων ὁ κ. Σωτηρόπουλος φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐσκόπει νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τῶν ὑπεραρίθμων οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ τῶν σωμάτων, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ τὸ σῶμα τοῦτο εἰς μόνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ τάγμα τῶν εὐζώνων.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσατε καλὰ, δὲν εἶπα τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἦσαν ὑπεράριθμοι.
§39ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Καὶ τὰ δύω τὰ εἴπατε· διὰ τοῦτο εἴπατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι πλὴν τῆς δυνάμεως τῶν εὐζώνων ὑπάρχουν ὑπεράριθμοι καὶ εἰς τὰ ἄλλα σώματα καὶ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 90.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ φιλονεικοῦνται μόνον.
§41ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Δὲν φιλονεικοῦνται ποτὲ, νομίζω, ἀπὸ Βουλὴν πρὸς κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἀνὲν συμφέρον νὰ ἐκτεθῇ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἰδίας κυβερνήσεως, τὸ ἐννοῶ νὰ διστάσῃ τις, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς· ὅθεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι ἔχει τοὺς ἀριθμοὺς, εἶναι πιστευτή· καὶ πρέπει νὰ τὴν πιστεύσητε πρῶτοι ὑμεῖς. Ἐὰν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἶχεν ἀναγνώσει τὸν ψηφισθέντα νόμον, τὸ ἄρθρον πρῶτον, ἤθελεν ἰδῇ, ὅτι ἀμφότεροι οἱ ἰσχυρισμοί του δὲν εἶναι ἀληθεῖς. «Τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ὑπαξιωματικοὶ, καθὼς καὶ πάντες οἱ εἰς τὰ σώματα ὑπεράριθμοι, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.» Ὅταν λοιπὸν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον, ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι, καὶ δὲν ἐνόει, ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν ὑπεράριθμοι, πρέπει νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τοὺς δρόμους. Ὑπάρχει ὅμως ἓν ἄλλο ζήτημα· οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνῷ δὲν ἦσαν ἐν τῷ στρατῷ, διότι εἶχον ἀπολυθῆ, ἔλαβον ἐκ νέου τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐπηρεάζει οἰκονομικῶς, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐμισθοδοτήθησαν, ἔλαβον ἄδειαν νὰ ἀναχωρήσωσι καὶ ἀνεχώρησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐὰν ὅμως θέλετε τὸ πολιτικὸν τοῦτο ζήτημα νὰ τὸ ἐξετάσετε, ἐξετάσατέ το. Ἐμνήσθην δὲ τοῦ γεγονότος τούτου, διότι, ἐξεταζομένης τῆς διαχειρίσεως τῶν δύω ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν ἐῤῥίφθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἡ ἔκφρασις, ὅτι ἐγένοντο προβιβασμοί. Ὡς πρὸς τὸν ὑπουργὸν τὸν ὁποῖον εἶχον συνάδελφον, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔκαμε κἀνένα προβιβασμὸν ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν στρατόν· γνωρίζω δύω μόνον προβιβασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν εὐθὺς ὅταν ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ὅταν γίνωνται ἀκόμη ὑπουργοὶ, φέρουσι μαζῆ των ὅλας τὰς ἕξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνατρεφόμενοι ἐν τῷ στρατῷ ἀποκτῶσι, τῆς ἱεραρχίας τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ τὰ λοιπὰ, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἕξεις πολλάκις ὀφείλουν νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, καὶ μία τῶν ἀναγκῶν τούτων εἶναι καὶ ἡ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἔκαμε τῷ ὄντι ὁ Κ. Ζυμβρακάκης δύω προβιβασμοὺς εἰς δύω κενὰς θέσεις· ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τοὺς κάμῃ, διότι δὲν ἐνόει πῶς εἷς λόχος τοῦ πυροβολικοῦ φέρ’ εἰπεῖν δύναται νὰ διοικῆται ὑπὸ ὑπολοχαγοῦ καὶ τὰ ἔργα τοῦ ὑπολοχαγοῦ νὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ ἀνθυπολοχαγοῦ. Κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ἐὰν ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔκαμέ τινα παρατήρησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην· τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι δύω καὶ μόνοι προβιβασμοὶ ἐγένοντο εἰς θέσεις νομοθετικῶς κανονισμένας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄλλος προβιβασμὸς ἐγένετο κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα τῆς ὑπουργίας μας. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἤρξατο τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν πιστώσεων σήμερον ἀπὸ τοῦ κονδυλίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν κίνησιν τοῦ στρατοῦ· ἀνέπτυξε τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἀνέπτυξαν, ὅτι εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὴν διοίκησιν ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἐξέλεγξις τοῦ κονδυλίου τούτου, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν, ὅτι ναὶ μὲν δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως εἶναι νὰ διοικῇ, δὲν εἶναι ὅμως δικαίωμα αὐτῆς νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ἤθελε σταματήσει εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἤθελεν ὑποπέσει εἰς ἕνα μέγαν σολοικισμὸν ὑποστηρίζων, ὅτι μία κυβέρνησις ἔχει ἐντολὴν νὰ διοικῇ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ διοικῇ. Διὰ τοῦτο ὁ κύριος Σωτηρόπουλος προέβη εἰς τὸ ἑξῆς· εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐὰν ἀναγκάζωνται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, δύνανται εἰς τοιαύτην περίστασιν νὰ κάμωσι κινήσεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἑπομένως δαπάνας, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Οὐδεὶς λόγος μοὶ ὑπαγορεύει τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς τῆς θεωρίας τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ δικαιολογημένος εἶναι ὁ ὑπουργὸς ὁ ποιήσας μετακινήσεις τοῦ στρατοῦ ἕνεκα τῶν λόγων τοὺς ὁποίους θέλω σᾶς ἐκθέσει. Ἐν πρώτοις, κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα ἄξιον καταφρονήσεως, ἓν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Σωτηρόπουλος καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔδωκαν προσοχήν· ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς δαπάνης τὴν ὁποίαν τὸ κράτος ἔκαμε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη διὰ τοιαύτας ἀνάγκας; Διότι μετατρέπεται εἰς ἀδικίαν αὐτὴ ἡ ἀμέλεια, οὕτως εἰπεῖν, περὶ τὴν ἔρευναν ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγεννήθη μόνον κατὰ τὰ 1866, ἀλλὰ διαρκεῖ ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξε τὸ κράτος. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὴν παροῦσαν πίστωσιν, ὁ μέσος ὅρος τῆς δαπάνης διὰ κίνησιν τοῦ στρατοῦ εἶναι δραχμαὶ 176,000· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866 ἐψήφισε μόνον 80,000 καὶ ἤδη διὰ διὰ τῆς πιστώσεως αἰτοῦνται ἕτεραι 50,000, τὸ ὅλον 130· ὁ Κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἀγνοεῖ ὅτι κατὰ τὸ 1865 διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 111,794, νέαι πιστώσεις ἐκ δρ. 19,700, τὸ ὅλον 131,694. Συγχωρήσατέ μοι νὰ παραβάλω τὸ 1865 πρὸς τὸ 1866· τὸ 1865 ὑπερβαίνει τὸ 1866, ἂν ψηφίσητε τὴν πίστωσιν, κατὰ 1,600. Καὶ τὰ δύω ἔτη εἶχον ἐκλογὰς, τὸ μὲν βουλευτικὰς, τὸ δὲ δημοτικάς· ὥστε ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ὑπάρχει ἐντελὴς ἰσότης. Ὡς πρὸς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς λόγος ὅπως ἀποδώσωμεν τὰ πρωτεῖα εἰς τὸ 1866, ὅπως θεωρήσωμεν κατώτερον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κινήσεως τοῦ στρατοῦ τὸ 1866, παραβάλλοντες αὐτὸ πρὸς τὸ 1865. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, περίστασίς τις ἡ ὁποία κατασταίνει τὸ 66 ὑπέρτερον τοῦ 65· εἶναι ἡ συγκρότησις δύω στρατοπέδων ἐκ 2000 ἀνδρῶν ἑκάστου, συγκροτουμένου ἀπὸ ἱππικόν, πυροβολικὸν καὶ πεζικόν. Τέλος πάντων ἂν πλήρης ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας μεταξὺ τῶν δύω ἐτῶν ἰσότης, δὲν ἐννοῶ πῶς ἐγεννήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἰδέα τοῦ νὰ κατακρίνῃ τὴν κατὰ τὸ 1866 μετακίνησιν τοῦ στρατοῦ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως. Προβαίνω, κύριοι, περαιτέρω. Κατακρίνουν τινὲς τὴν μετακίνησιν ταγμάτων, καὶ χωρὶς νὰ ἔχω ἀνάγκην νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν τῆς ἀρχῆς, ὅτι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς διοικήσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, λέγω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τὸ ἐνήργησε κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ ἐνεργήσῃ. Τὸ ὑπουργεῖον διώρισεν ἐπιθεωρητὰς τοῦ στρατοῦ. Αὐτοὶ ἐπιθεωρήσαντες ἐγνωμοδότησαν περὶ τῆς μεταθέσεως. Ὁ στρατηγὸς Σπυρο–Μήλιος μεταβὰς εἰς Πάτρας καὶ Κέρκυραν, ἐγνωμοδότησεν ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ τὸ τάγμα ἐκ Πατρῶν. Ὁ Κ. Σμολένσκης μεταβὰς εἰς Τρίπολιν καὶ Ναύπλιον ἐγνωμοδότησε τὴν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν τῶν ταγμάτων· θέλετε νὰ ἐπεμβῆτε καὶ εἰς τοῦτο ἀκόμη νὰ ἐξετάσητε ἂν ὁ Κ. Σμολένσκης καὶ ὁ Σπυρο– Μήλιος ἐγνωμοδότησαν ἀκριβῶς, ἀσφαλῶς, δικαίως, κατὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας; Ἕως ἐκεῖ δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω τὴν ψῆφόν σας. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, ἐγεννήθησαν ἀνωμαλίαι τὸ 1866, προερχόμεναι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐπηρεάζουσαι τὸ ἐσωτερικόν, αἱ ὁποῖαι ὡσαύτως ὑπηγόρευσαν ἀνάγκας, καὶ σᾶς ἀναφέρω τινὰ παραδείγματα· 31 ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ σταθμεύοντος ἐν Κερκύρᾳ μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι ἐδραπέτευσαν διὰ νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς Κρήτην· καὶ πραγματικῶς μετημφιεσμένοι εἶχον ἐγκαταλείψει τοὺς στρατῶνας, καὶ εἶχον συμφωνήσει μετὰ τοῦ τροφοδότου ἑνὸς πλοίου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάβασιν ταύτην· ἀλλ’ ἀνεκαλύφθησαν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον φυσικῷ τῷ λόγῳ ἠναγκάσθη ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας νὰ κάμῃ μετακινήσεις τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐν Ἑπτανήσῳ· καὶ ἠξεύρετε ὅτι ἡ μετάβασις ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Ἑπτάνησον εἶναι δαπανηρά. Εἰδήσεις ὑπῆρχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δραπετεύσεις ἐπρόκειτο νὰ γείνουν εἰς τὰ σώματα τὰ ὑπάρχοντα ἐν Λαμίᾳ. Τοῦτο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ᾖναι ἀδιάφορον εἰς μίαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς τάξεως, καὶ ἡ ὁποία εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα εὕρισκεν ἐνώπιόν της ζητήματα ἄλλα ἀνώτερα, ἀνωτέρας πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ διαχειρίζηται. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν μεταβολὰς καὶ ἄπειρα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐν τοσούτῳ κατὰ τὸ 1866 δὲν ἐπροξένησαν δαπάνας εἰς τὸ Κράτος περισσοτέρας ἀπὸ τὸ 1865, πολὺ δὲ ὀλιγωτέρας ἐπροξένησαν ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον μιᾶς πενταετίας ἢ ἑξαετίας. Ἰδοὺ διὰ τί δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τοσοῦτον ἀδικαιολόγητον εὗρε τὴν πίστωσιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν κίνησιν τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ προβῇ εἰς μίαν πρότασιν περὶ ἀποῤῥίψεως τῆς πιστώσεως, πρότασιν οὐχὶ ἀδιάφορον, διότι ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώσεως παρεκτὸς μιᾶς ἀνωμαλίας, τὴν ὁποίαν φέρει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, προσθέτει μομφὴν σπουδαίαν ὡς προερχομένην παρὰ τοῦ σώματος τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ ἔθνος εἰς τὸν ὑπουργὸν ὅστις ἔκαμε τὴν διαχείρισιν. Παρεκτὸς δὲ τούτου ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ὅτι εἰς τὰ κονδύλια τῆς ὑπερβάσεως περιλαμβάνεται καὶ ἓν κονδύλιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι διὰ κινήσεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶναι διὰ κάπας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· εἶναι ἔξοδον, τὸ ὁποῖον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ ὁποία εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι sui generis, ἰδιότροπος, ἀπαιτεῖ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον· «Κύριε ὑπουργέ. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1866 ἠγοράσθησαν 1050 κάπαι, ὧν ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 25,000 δραχ.»
§42ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτας πληροφορίας.
§43ΔΕΛΙΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πιστεύω· ἐγὼ δὲν ἀποδίδω παρὰ καλὴν πίστιν καὶ ἀξιέπαινον ζῆλον. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια, εἶπον πρὸ μικροῦ, εἶναι ἰδιότροπος ἐν Ἑλλάδι· καὶ τῷ ὄντι· διότι εἰς τὰ ἄλλα κράτη δὲν ἀπαντᾶτε τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἀπαντᾶτε ἐδῶ, ἂν καὶ ἔχουν τοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ τὸν αὐτὸν μηχανισμὸν τὸν λογιστικόν· λῃστεία, ζωοκλοπὴ, εἴσπραξις διὰ τῆς βίας τῶν δημοσίων φόρων, καὶ μυρία ἄλλα, τὰ ὁποῖα, καθὼς σᾶς εἶπον, εἶναι ὅλως διόλου ἔκτακτα εἰς ἓν κράτος, τὸ ὁποῖον διέπεται ἀπὸ μίαν νομοθεσίαν, ἥτις δὲν ἐπιδέχεται τὰς τοιαύτας πληγὰς, διότι ἐμορφώθη εἰς κράτη τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὰς πληγὰς ταύτας καὶ μετεφέρθη ἐν Ἑλλάδι παραδόξως. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος μετὰ τὴν διευκρίνισιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ὑλικοῦ, ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι κατὰ μὲν τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τῷ ὄντι ἡ πίστωσις δὲν εἶναι ἀποῤῥιπτέα, ἂν δηλονότι ἡ ὑπέρβασις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἐλαττωμένης διατιμήσεως, ἡ ὁποία ἴσχυεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1862, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας γίνεται ὁ προϋπολογισμός· ἂν ὅμως, εἶπεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς, ᾖναι ἀληθὴς, δὲν γνωμοδοτοῦμεν νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πίστωσις· φρονοῦμεν ὅμως ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι περιττὸν νὰ ζητηθῇ, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Κ. ὑπουργὸς νομίζω ὅτι διεβεβαίωσεν ἀμφότερα, καὶ ἡ πληροφορία ἐκείνη εἶναι ἀληθὴς, καὶ αὐτὴ τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον εἶναι ἀληθής. Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσωμεν διὰ μίαν στιγμὴν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, δὲν βλέπω πρὸς ποῖον σκοπὸν θὰ πράξωμεν τὴν μεταβολὴν ταύτην. Νομίζουν πολλοὶ, ὅτι ἴσως ἴσως ἀντιβαίνει εἰς τοὺς τύπους τοῦ λογιστικοῦ νόμου νὰ μὴ πιστεύσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὴν δαπάνην ἔκαμε κατὰ τὸ 1866, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς πλάσματος, τὸ ὁποῖον θὰ μορφώσωμεν ἡμεῖς ἐν τῇ κεφαλῇ μας, ἀντὶ εἰς τὸ 1866 νὰ πλάσωμεν καὶ νὰ ὑποκριθῶμεν, ὅτι ἔγεινεν εἰς τὸ 1867. Ἐν τούτοις ἡ πλεονάζουσα προμήθεια ἐγένετο εἰς τὸ 1866. Λοιπὸν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1866 πρέπει νὰ περάσῃ. Ἀλλ’ ἔχει τοῦτο καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ; Καμμίαν. Ἐνταῦθα ἔχω τὸ καθῆκον, προκειμένου περὶ ἑνὸς στρατιωτικοῦ μετὰ τοῦ ὁποίου συνυπηρέτησα, καὶ ὅστις εἶναι ἀπὼν, (μολονότι ἡ κυβέρνησις τοσοῦτον ὑπερασπίσθη τὴν διαχείρισιν ὅλων τῶν ὑπουργείων, περὶ ὧν πρόκειται), νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα φθάνει ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς — εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ κατακρίνουν μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸν ὑπουργὸν Ζιμβρακάκην ὡς σπάταλον, διότι καμμία μομφὴ βεβαίως δὲν ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν οὔτε περὶ καταχρήσεως, οὔτε ἄλλης τοιαύτης φύσεως, ἀλλὰ μόνον ὅτι χωρὶς νὰ σέβεται τὸν προϋπολογισμὸν ἐξώδευσε χρήματα παρὰ τὴν ἄδειαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Πρὸς ὑπεράσπισίν του, κύριοι, ἐξετέθησαν πολλὰ, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν ἔμεινεν ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποῤῥιφθῇ οὐδὲν ἐκ τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα τὸν ἐπιβαρύνουν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως, ἂν ἐφείδετο τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὀφείλω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1866, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε ἰδῆ μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ἐπέφερεν οἰκονομίας εἰς τὸν στρατὸν, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον περισπούδαστοι, ὡς εὑρεθεῖσαι εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν, ὅστις ἐπεξειργάσθη παρὰ τῆς Βουλῆς μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος, ἕνεκα πολιτικῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, ὡς ἀναγομένην εἰς ἐποχὴν ὄχι πολὺ παλαιάν. Παρατηρήσατε, κύριοι, ἐν πρώτοις ἓν διάταγμα τῆς 24 Ἰουλίου 1866 ὡς καὶ τὸ ἕτερον διάταγμα τῆς 31 Ἰουλίου, ἐν οἷς θέλετε ἰδῆ προσέτι ἓν διάταγμα τὸ ὁποῖον ἔφερε καὶ εἰς τὸ παρὸν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὸ μέλλον οἰκονομίαν, διότι ἀφορᾷ τὰ ἐπιμίσθια καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διέπονται κατὰ πολὺ ἀπὸ νόμους καὶ διατάγματα πολὺ ἀρχαῖα, μιᾶς ἐποχῆς, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε λόγος αἱ κυβερνήσεις νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Βαυαροκρατίας. Παρατηρήσατε καὶ ἕτερον διάταγμα τῆς 26 Ἰουλίου 1866. (Τὸ ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς περὶ οὗ εἰδικώτερον ἐλάλησα, εἶχεν ὅλον ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθη καὶ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐπέλθουν ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηραὶ οἰκονομίαι, καὶ ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὰς ὁποίας ἐξανίσταται ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητοι καὶ δὲν τὸν ἐπιβαρύνουσι. Καὶ πρὶν τελειώσω, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας μου εἶπον, ὅτι τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς δὲν τὴν ἀποδίδω εἰς καμμίαν αἰτίαν ἐπιλήψιμον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινας ἐφάνη περίεργον, ὅτι, ἐν ᾧ ἄλλοτε δὲν ἐγένετο τοσοῦτον ἐπίμονος ἐξέλεγξις τῶν πιστώσεων, ἐγένετο ἤδη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε· ἀντὶ δὲ νὰ κατηγορήσω τὸν ζῆλον τοῦτον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ᾖμαι ἐκ τῶν πρώτων ἐπαινετῶν της, διότι ὑπερασπισθεὶς πάντοτε καὶ δι’ ὅλου μου τοῦ πολιτικοῦ βίου τὸν συνταγματισμὸν, ἐννοεῖται ὅτι ἀποδίδω μεγάλην ἀξίαν εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Δημητριάδης, βουλευτὴς Κορινθίας, εἶπεν, ὅτι εἶναι τὸ μοναδικὸν δικαίωμα τῶν κοινοβουλίων ἡ ἐξέλεγξις τῶν κυβερνήσεων περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πόρων. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι κακὸν καὶ ὅ,τι πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τοῦ συνταγματισμοῦ, εἶναι ἡ κατάχρησις. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὴν προκειμένην περίπτωσιν μετὰ τὴν ἐκτενῆ ἐξέλεγξιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ ὑπόλογοι νὰ ἐπικαλεσθοῦν εἴτε τὴν εὐσπλαγχνίαν, εἴτε τὴν ἐπιείκειαν· εἶναι μὲν ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, διότι, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἀνθρώπων, ξένων τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πολιτικοί του φίλοι, ἐπεκαλέσθη σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ βεβαίως τὰ πράγματα καθιστῶσι περιττὰ τὰ αἰσθήματα, διότι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέδειξε μὲ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας τὰς πλέον εἰλικρινεῖς, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ζητουμένη εἶναι εὔλογος καὶ δικαία.
§44ΚΟΥΡΗΣ. Ἠκολούθησα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πιστώσεων διήμερον συζήτησιν. Τὸ μὲν ὑπουργεῖον προτείνει νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισιν συμπληρωτικῶν πιστώσεων διά τινας λόγῳ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτητὰς ἤδη δαπάνας, ἡ δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα βασανίσασα Βουλευτικὴ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ τὴν ἐν μέρει ἀπόῤῥιψιν τῶν ὑπουργικῶν προτάσεων. Δύω ἑπομένως τὰ συνεπείᾳ τῶν συζητήσεών μας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρουσιαζόμενα ζητήματα, ά.) τὶ ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἂν τυχὸν κακόν τι ἔπραξε διὰ τῆς γνωματεύσεώς της, βʹ) τὶ μέλλει, ἐν αἷς διατελοῦμεν περιστάσεσι, νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ ἐμὲ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της· ἐπιφορτισθεῖσα νὰ βασανίσῃ τὰ εἰς τὴν Βουλὴν προταθέντα νομοσχέδια καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ γνωματεύσῃ, ἐμελέτησε καὶ συνεζήτησε τὸ ὑπὸ διάσκεψιν ἀντικείμενον, ἀφοῦ δὲ ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὅσας ἠδυνήθη πληροφορίας, τὴν γνώμην της εἰς τὴν Βουλὴν διεκοίνωσεν. Ἐνήργησεν ἑπομένως σύμφωνα πρὸς τὴν δοθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν· τὰς δὲ ἐπὶ ἑκάστης αἰτουμένης πιστώσεως σκέψεις καὶ γνώμας αὐτῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα αὕτη ἀποφανθῇ. Εἰς πάντα ταῦτα δὲν βλέπω κακόν τι, οὐδὲ δύναμαι τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πραχθέντα νὰ θεωρήσω ἐπιλήψιμα ἢ ἄξια μομφῆς. Ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως καὶ γνωματεύσεως τῆς ἐπιτροπῆς καλόν τι θέλει προκύψει, διότι ἐξελεγχόμεναι αἱ τῶν ὑπουργῶν πράξεις καὶ αἱ τὰς δαπάνας καλύπτουσαι συμπληρωτικαὶ πιστώσεις, εἰς ἅπαντας τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων ὑπουργοὺς ὑπενθυμίζουσιν, ὅτι τάχιον ἢ βράδιον ἐπέρχεται ἡ πρὸς αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν πάσης ὑπουργικῆς πράξεως καὶ ἐνεργείας κατάλληλος στιγμή. Ἀλλὰ τὶ μετὰ τὴν γνωμάτευσιν μέλλει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Ἰδοὺ τὸ σπουδαιότερον ζήτημα. Αἱ ἐπιτροπαὶ γνωματεύουσιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφασίζει. Ἡ Βουλὴ τῶν ἀποφάσεών της ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην καὶ τὰς συνεπείας αὐτῶν, δὲν πρέπει δὲ αἱ ἀποφάσεις της νὰ μένωσιν ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἀποφαινομένη δὲ ἡ Βουλὴ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τι δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ἄδικον καὶ παράτολμον, ἢ ἐν παραβάσει τοῦ Συντάγματος γενόμενον, νὰ ἔχῃ δὲ καὶ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δικαστήριον, ἀλλὰ πολιτικὸν Σῶμα, τῆς πολιτείας τὴν κατάστασιν καὶ τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς αὕτη διατελεῖ, ὀφεῖλον νὰ σταθμίσῃ. Ἄδικος κατὰ τὴν γνώμην μου θέλει χαρακτηρισθῆ ἡ τῆς Βουλῆς ἀπόφασις, ἂν τυχὸν, ἐπὶ τῶν λεχθέντων βασιζομένη αὕτη, καθ’ ὑπέρβασιν καθηκόντων κηρύξῃ ἐνεργηθείσας πράξεις τινὰς ἢ δαπάνας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρώην ὑπουργοῦ. Ἵνα εἰς τοιοῦτον φθάσωμεν συμπέρασμα, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ γενόμεναι ἐξετάσεις καὶ οἱ ὑποβληθέντες λόγοι, πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐρεύνας μας, νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς μονομερῆ καὶ μεμονωμένην ἐξέτασιν κονδυλίων τινῶν, ἀσχέτως πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, τοῦ κυρίου καὶ τελικοῦ τῶν ἐπιχειρήσεών του σκοποῦ. Πολύτιμον εἶναι τὸ τῆς ἐξελέγξεως τῆς Βουλῆς δικαίωμα, ἀπαράγραπτον καὶ ἀναφαίρετον· ἀλλ’ ἵνα τῆς πολιτείας τὰ συμφέροντα ὑπηρετήσωμεν, ἀνάγκην ἔχομεν σοβαρῶς τὴν προσοχὴν ἡμῶν νὰ ἐπιστήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν κλειομένων χρήσεων, οὐχὶ δὲ ἐπὶ μεμονωμένων κονδυλίων. Πρό τινος χρόνου ζητῶ τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἵνα, ἀμερολήπτως καὶ ἐπωφελῶς ἐνεργοῦντες, ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις ἑκάστου καὶ τὴν γενομένην χρῆσιν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε μόνον προϋπολογισμοὶ συντάσσονται καὶ ἐπιδοκιμάζονται. Σπουδαίως, σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἂν καθ’ ὑπέρβασιν ἐδαπανήθη ποσόν τι πρὸς ἕνα ἢ ἄλλον σκοπὸν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ ἀσχέτως τῆς ὅλης διαχειρίσεως καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ δικαιούμεθα ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὰς προτεινομένας συμπληρωτικὰς πιστώσεις. Ἄλλως τε, ἀμφιβάλλω, κατὰ πόσον ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν καὶ ὠφέλιμον ἔργον νὰ ἐπιληφθῶμεν ἐν τῇ σημερινῇ τῶν πραγμάτων ἡμῶν πολιτικῇ καταστάσει τοιούτων ζητημάτων. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐνῷ γίνεται λόγος διὰ κάππας, μετακινήσεις στρατιωτῶν πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ περὶ ἄλλων τοιαύτης φύσεως δαπανῶν, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατιώτης ἐν καιρῷ μάλιστα χειμῶνος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν κάππαν του καὶ τὰ τσαρούχιά του, ὅταν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καθήκοντα τὸν ἀναγκάζουν νὰ τρέξῃ πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἵνα ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια διατηρηθῶσιν. Ἂς περιμένωμεν, κύριοι, καταλληλοτέραν πρὸς ἐξέτασιν τοιούτων ἀντικειμένων στιγμὴν, μὴ λησμονήσωμεν δὲ, ὅτι καιρὸς ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων δὲν εἶναι σήμερον, σύμπνοια καὶ ὁμόνοια ἀπαιτεῖται πρὸς ἐπιδίωξιν καὶ ἐκτέλεσιν μεγάλων καὶ εὐγενῶν κατορθωμάτων.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν φαίνεται ἀρκετὰ δικαιολογημένη ὡς πρὸς ὅλα τὰ κονδύλια, καὶ, καθὼς ἐγὼ φρονῶ, δὲν εἶναι εἰς ὅλα δικαία, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ δύω κονδύλια, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκούντως δικαιολογημένα. Τὸ πρῶτον κονδύλιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς 43,000 δραχμῶν, ἤτοι τὴν ὑπέρβασιν, ἥτις ἐγένετο χάριν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ ἡμίταγμα· καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τῶν 350, οἵτινες ἐπληρώθησαν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἠξεύρω διατὶ οἱ τότε ὑπουργοὶ, ἀφοῦ ὥρισεν ἡ Βουλὴ νὰ περάσουν εἰς τὸ ἡμίταγμα, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ὑπελογίζετο ὅτι ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν 800, περιωρίσθη εἰς 400 ἄνδρας. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Δεληγιώργης εἶπεν, ὅτι 90 περίπου ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν εἰς τὰ διάφορα σώματα καὶ ἐπληρόνοντο ἀπὸ 40 δραχμὰς, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν φέρουν τόσον ποσὸν 40,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ὑπέρβασις εἶναι 40,000 δραχμαὶ, καὶ τὴν τοιαύτην ὑπέρβασιν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, καὶ ὡς ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει ἡ ὑπέρβασις αὐτή.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λάθος ἔχετε.
§47ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865 ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται τόσον ποσὸν καὶ πρέπει νὰ ἔλθουν ἀπὸ ὅλα τὰ σώματα νὰ ἀπαρτίσουν αὐτὸ τὸ σῶμα (θόρυβος). Δύω πύλαι, κύριοι, ὑπάρχουν εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, τῆς ἐξελέγξεως τῶν καταχρήσεων καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διοικητικῆς. Ἡ μία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ σύνταγμα καὶ ἥτις, ἕως ὅτου νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν δὲν ἐπιψηφισθῇ, δὲν θέλει λάβει χώραν, διότι κατ’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι ἓν πλάσμα καὶ οὐδέποτε θέλει γίνει.... Λοιπὸν διὰ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, πρόκειται νὰ κατηγορήσωμεν ὑπουργὸν καταχρασθέντα καὶ ἐγκληματήσαντα νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸ κρίνει εὔλογον. Ἀλλ’ ὑπάρχει εἰς τὰς ἀπολύτους μοναρχίας εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν; Ὑπάρχει εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα εὐθύνη καὶ νόμος περὶ εὐθύνης; Μία ἀποδοκιμασία ἀρκεῖ νὰ παραδειγματίσῃ τοὺς καταχρωμένους τὰ δημόσια; Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔχομεν τοιοῦτον νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ κατ’ ἐμὲ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε θέλει γίνει τοιοῦτος, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη δὲν ὑπάρχει, θέλετε νὰ μᾶς ἀποκλείσετε καὶ τὸ ἄλλο καταφύγιον τοῦ νὰ ἀποῤῥίπτωμεν πισώσεις, αἵτινες ἔγειναν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ! Καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς ᾖναι ὑπόλογος, νομίζετε, ὅτι δὲν πηγαίνει εἰς τὴν φυλακήν; Δὲν συμφωνῶ μὲ ἐκείνους, οἵτινες εἶπον, ὅτι θὰ τοὺς πάρωμεν τὸ πετσί τους· τοὺς ῥίπτομεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἀναπληρόνομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναπληροῖ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἐὰν ᾖναι ὅλα μάταια καὶ περιττὰ, πρὸς τί νὰ κοπιάζῃ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος καὶ ὁ γέρων Καλλιφρονᾶς; πρὸς τί νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή; (ἱλαρότης). Μολαταῦτα καὶ αἱ μετακινήσεις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀδικαιολόγητοι, διότι ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις λόγῳ ἐκδικήσεως νὰ στείλῃ ἕνα στρατὸν ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο μέρος. Διὰ ποῖον λόγον ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ παραδεχθῶ τὴν μετακίνησιν τὴν γενομένην πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, καὶ διατὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ προβλέπῃ τοιαύτας μετακινήσεις, αἵτινες δὲν ἀφορῶσιν ἔκτακτα φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ 12 ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δύναται ἡ κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ἐξοδεύῃ χρήματα καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰς δαπάνας αὐτὰς ἀνακοινόνει εἰς τὸ πρῶτον ἄνοιγμα τῆς Βουλῆς ἢ Συνόδου; Ἀπορῶ πῶς ἔχει τὸ θάῤῥος ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ζητεῖ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ λέγει, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι ἀρκετὰ δικαιολογημέναι, διότι ἐννοῶ τὸν κύριον Δεληγιώργην, ὅτι εἶχε συμφέρον νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πιστώσεις αὐτάς, ἀλλὰ ποῦ εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοί, οἵτινες εἶναι βουλευταί; διατὶ δὲν παρουσιάζονται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἔχουν τὸ θάῤῥος καὶ ὑποστηρίζουν τὴν ὑπέρβασιν αὐτὴν, ἥτις ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον; Ὁ Κύριος Δεληγιώργης χθὲς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπερβάσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐδικαιολόγησε τὰς ὑπερβάσεις αὐτάς, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ ἄδικον, ἐὰν ἡ Βουλὴ τοιαύτας δαπάνας λίαν δικαιολογημένας τὰς ἀπέῤῥιπτεν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπετε ἀντὶ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, 43,000 δραχμῶν, καὶ ταύτας οὐχὶ ἀρκούντως δικαιολογημένας, πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ὑπέρβασιν, ἥτις εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος; καὶ τότε ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ὑπέρβασιν, ποῦ θὰ φθάσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ δὲν ἔχετε παράδειγμα, ὅτι πάντοτε ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον πηγαίνει τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Διατί; διότι γίνονται καταχρήσεις, καὶ τὰς καταχρήσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ῥίψωμεν εἰς βάρος ἐκείνου, ὅστις πταίει. Δεύτερον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι τὸ τῆς νοσηλείας. Βλέπετε πόσον ἐπιεικὴς εἶμαι, Κύριοι, (ἂς μὴ ἔχωσί τινὲς τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἴσως αὐτὰ τὰ χρήματα, διότι δύνανται αὐτοὶ νὰ ἔμβωσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσι). (Θόρυβος). Προτείνω λοιπόν, ὥστε ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παραδεχθῇ εἰς μόνον δραχ. 43,000 καὶ 10 τῆς νοσηλείας, τὸ ὅλον δραχ. 53,000.
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τοῦ ἱματισμοῦ, τουτέστι ἐὰν διὰ τὸ ἔτος 1866 ὁ ἱματισμὸς ἐπληρώθη πλήρης, ὑπάρχουν δὲ καὶ 120,000 δραχμῶν, ἂς ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς θέλει νὰ τὰς καταλογίσῃ εἰς βάρος τοῦ 1867. Ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ χρήματα ἢ δὲν ὑπάρχουν; ὑπάρχει ὁ ἱματισμὸς ἢ τί ἔγεινε; ποῖοι τὰ ἥρπασαν; διότι γνωρίζω περιστατικά τινα. Ὁ τότε ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς δὲν ὑποθέτω νὰ ἐπλήρωσεν αὐτὴν τὴν ὑπέρβασιν, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέφυγεν εἰς βίαια μέσα διὰ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὰ τὰ χρήματα· τοῦ ἔστειλε τὸν φρούραρχον καὶ τοῦ εἶπεν «ἢ θὰ μὲ πληρώσῃς ἢ θὰ σοῦ φέρω τὸ ἱππικὸν νὰ σὲ πολιορκήσῃ». Οὕτως ἠναγκάσθη ὁ Κ. Χρηστίδης νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν καὶ ὡς ἤκουσα αὐτὸ ἐσφετερίσθη, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε.... διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1866, οὔτε ἱματισμὸς διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ ἔτος 1867. Διὰ τοῦτο προσκαλῶ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν ὡς στρατιώτης καὶ Βότσαρης τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνωρίζει, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ἐξηπατήθη εἰς πολλά.
§49ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐφόδιον ὑπάρχει ἱματισμοῦ, αὐτὸ κατελογίσθη ἤδη εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 67, καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐγώ, καί τοι ἔχων ἀνώτερον ἀριθμὸν στρατοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ζητῶ ἀνώτερον ποσὸν ἱματισμοῦ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς νοσηλείας· δὲν ζητῶ ἐφέτος πλειότερα φάρμακα ἀπὸ πέρυσιν, ὅπερ θὰ εἰπῇ, ὅτι ἀφῄρεσα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις. Τί θὰ συμβῇ δὲ ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πίστωσις; θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἐγὼ δι’ ὄφελος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867 συμπληρωτικὴν πίστωσιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πῶς θέλει ἡ Βουλή, νὰ ψηφίσῃ διὰ μιᾶς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἢ κατὰ κονδύλιον;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ κονδύλιον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον λοιπὸν ὡς πρὸς τὰς 50,000 διὰ τοὺς χωροφύλακας, γνωρίζετε πάντες τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θέλω ἐρωτήσει τὸ ἐναντίον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ μέρος τῶν χωροφυλάκων λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ ψήφων 68 κατὰ 38, ἀρνηθέντων δύω. Ἔχομεν δεύτερον περὶ τοῦ ἡμιτάγματος τῶν εὐζώνων, τὰς 30,000.
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνουαστικῆς κλήσεως.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σημερινὴ ψηφοφορία εἶναι δευτέρα, ὥστε καὶ ἂν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν πίστωσιν, δύναται νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ αὔριον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ ψήφων 51 κατὰ 45.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ λοιπὰ αὔριον, αὔριον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥραι 4 καὶ ½.)