1867.03.08
1.373 στίχοι · 11.453 λέξεις · 78 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 8 Μαρτίου 1867.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 1. Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν διακοπεῖσαν χθὲς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§4ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω κάτι τι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι, γνωρίζετε τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ σεισμοῦ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν· ἡ Κυβέρνησις, ἐκτὸς τῆς πιστώσεως τὴν ὁποίαν ἐζήτησε καὶ τῆς ὁποίας ἡ χρῆσις δὲν ἔγεινεν ὁλοσχερὴς, ἐσκέφθη τίνι τρόπῳ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν αὐτῶν τῶν κατοίκων· ἠναγκάσθη βέβαια νὰ χορηγήσῃ ἀμέσως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς βοήθειαν, καὶ συνεπείᾳ μιᾶς αἰτήσεως τῶν κατοίκων ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον.
ΕΚΘΕΣΙΣ.
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου διὰ δάνειον ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων. Πρὸς τὴν Βουλήν. «Γνωρίζοντες τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, ὅσα ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπήνεγκεν ὁ προσφάτως συμβὰς σεισμὸς, καὶ κατανοοῦντες κάλλιον παντὸς ἄλλου τὴν ἀμήχανον καὶ ἀπελπιστικὴν θέσιν, εἰς ἣν περιῆλθον οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων, μὴ δυνάμενοι νὰ οἰκοδομήσωσιν ἢ ἐπιδιορθώσωσι τὰς καταπεσούσας ἢ βλαβείσας οἰκοδομάς των, οὐδὲ δάνειον εὑρίσκοντες πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου, θέλετε ἐκτιμήσει τοὺς ἰσχυροὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προέλθῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν Ὑμῶν ὑποβαλλομένου μετὰ τῆς παρούσης νομοσχεδίου. Ἐπιφυλαττόμενοι νὰ παράσχωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν πᾶσαν ἐξήγησιν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκούμεθα νῦν συνιστῶντες εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν, ἵνα μὴ ἡ συνδρομὴ, δι’ ἣν πρόνοια λαμβάνεται, ᾖ πάρωρος καὶ ἑπομένως ἧττον ἐπωφελής. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 8 Μαρτίου 1867. Οἱ ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.»
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου διὰ δάνειον ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων. Ἄρθρον 1. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων Κεφαλλήνων πρὸς πραγματοποίησιν δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ δεκαεξαετίαν θέλει πληρόνεσθαι ἐτησίως διὰ τόκον καὶ χρεώλυτρον ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰς δραχμὰς 150,000. Ἄρθρον 2. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει καταβάλλεσθαι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Κεφαλληνίας, καθόσον οἱ δανεισθησόμενοι δὲν ἤθελον ἐκπληροῖ τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις των διὰ τὸ ῥηθὲν δάνειον. Διὰ τὸ οὕτως ὑπὸ τοῦ δημοσίου καταβληθὲν ποσὸν μετὰ τοῦ τόκου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς καθίσταται ὀφειλέτης πρὸς τὸ δημόσιον ἕκαστος τῶν δανεισθησομένων καὶ καταδιώκεται κατὰ τὰς περὶ καταδιώξεως τῶν πρὸς τὸ δημόσιον καθυστερούντων διατάξεις. Ἄρθρον 3. Τὸ προκείμενον δάνειον θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς ἀνέγερσιν ἢ ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ καταπεσουσῶν ἢ βλαβεισῶν οἰκοδομῶν. Ἄρθρον 4. Τὰ γινόμενα δάνεια διὰ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου παρέχουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τίτλον ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐφ’ ὅλων τῶν κτημάτων τοῦ δανειζομένου· αἱ ἐγγραφαὶ αὗται γενήσονται διὰ τοῦ Νομάρχου Κεφαλληνίας ἄνευ τῆς πληρωμῆς δικαιωμάτων χαρτοσήμου ἢ ὑποθήκης. Ἄρθρον 5. Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσεται ὁ τρόπος τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου καὶ τῆς διανομῆς αὐτοῦ πρὸς τοὺς δανεισθησομένους. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 8 Μαρτίου 1867. Οἱ ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.»
Συνοδεύεται καὶ μὲ μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων.
§5ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἷς ἐκ τῶν ζητησάντων χθὲς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, παρακαλεῖται νὰ παρασταθῇ ὡς ψηφολέκτης, καθὼς καὶ εἷς ἐκ τῶν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς.
§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θ’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου τὴν ψηφοφορίαν;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια ἐκ νέου, διότι ἐκείνη ἐματαιώθη. Λοιπὸν, κύριοι, οἱ θέλοντες τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν ναὶ, οἱ ἐναντίοι τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν ὄχι. (Ἐγένετο ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Τσαμοπούλου καὶ Κορφιωτάκη). Παρεδέχθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ ψήφων 59.—Νομοσχέδιον, κύριοι, περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 73,000 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1866. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τῶν γενικῶν μέτρων τῆς ἀσφαλείας ἐκ 15,000 δραχμῶν, τῶν ταχυδρομικῶν ἐξ 11,000, τῆς κατασκευῆς δημοσίων ὁδῶν ἐκ 15,000 κτλ. κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν, παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ διαφόρων ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 466,528· πρώτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται, ὡς καὶ ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπῆς). Εἶναι πρώτη συζήτησις, κύριοι, ἔχει τις τὸν λόγον;
§11ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι πλήρης, διότι περὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν κάμνει λόγον.
§12ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Περὶ αὐτοῦ κάμνει λόγον ἡ ἄλλη ἔκθεσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας διωρίσθη εἰσηγητὴς ὁ Κ. Λεονταράκης.
§13ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ διωρίσθησαν δύω εἰσηγηταὶ, διὰ τοῦτο ἔγιναν δύω ἐκθέσεις.
§14ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, τὴν ἀναγινώσκομεν (Ἀναγινώσκεται καὶ ἡ ἄλλη ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ Λεονταράκη).
§16ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, ὡς ἠκούσατε, παραδέχεται καὶ τὰς δύω πιστώσεις, καὶ τὴν πίστωσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ 4,800 δραχ. καθὼς τὴν δευτέραν πίστωσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐξ 21,500· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ἂν καὶ παραδέχεται τὴν πίστωσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, μολοντοῦτο αὕτη ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνῃ μερικὰς παρατηρήσεις καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὰς ὁποίας οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν ὡς ὁδηγὸν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δώσω τινὰς ἐξηγήσεις, διότι τὴν ἀφορμὴν αὐτὴν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔλαβεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ προκατόχου μου.
§17ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Τὴν ἀφορμὴν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔλαβεν ἐκ πολλῶν ἄλλων προηγουμένων χρήσεων.
§18ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Καλὰ, δὲν βλάπτει.—Δύω λέξεις θέλω εἰπῆ ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ζητεῖται πίστωσις 4,800 δραχμῶν· δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελεν ἐπαρκέσει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αἰτία κατόπιν ἐπελθοῦσα. Ἡ πρώτη αἰτία εἶναι, ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεφασίσθη κατόπιν νὰ ἀπεράσωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀποπομπῆς τῶν φαυλοβίων, ἅπερ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχον ἀπεράσει εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ὥστε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεβαρύνθη μὲ ἓν ἔκτακτον ἔξοδον ἑτέρου ὑπουργείου. Ἡ δευτέρα αἰτία εἶναι ἡ ἑξῆς. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης τὸ ὑποπροξενεῖον τοῦ Ἡρακλείου δὲν ἐδύνατο νὰ διατηρηθῇ ἐξ ἰδίων, διότι ὅλοι οἱ ὑπήκοοι ἀνεχώρησαν· δὲν ἐδύνατο λοιπὸν ὁ ὑποπρόξενος νὰ μείνῃ ἄνευ μισθοδοσίας, ἑπομένως τὸ ὑπουργεῖον ἔδωκεν ἐπιχορήγησίν τινα εἰς αὐτὸν ἐκ 350 δραχ. κατὰ μῆνα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο λόγοι, οἵτινες ἐγέννησαν τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§19ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διατί ἀνεχώρησαν;
§20ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Οἱ ὑπήκοοι ἀπὸ τὴν Κρήτην;
§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἠξεύρω διατὶ ἐρωτῶ· διότι εἶμαι πληροφορημένος, ὅτι εἰς τὰ Χανιὰ καὶ εἰς τὸ Ἡράκλειον ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ ὑπήκοοι.
§22ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ὅσοι ἔμειναν εἶναι Ἰουδαῖοι· ἐκ τῶν ἡμετέρων οὐδεὶς ἔμεινεν ἐκεῖ. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρῶτον ζητεῖται πίστωσις γραφείου καὶ ἀποσκευῆς καὶ ἔξοδα κακουργοδικῶν ἐν γένει ἐκ 4,000 δραχμῶν. Ἡ ποσότης αὕτη, Κύριοι, προέρχεται, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1866 ἐσυστήθησαν τρία κακουργοδικεῖα εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικόν, ὅπερ δὲν ὑπῆρχε πρότερον, καὶ ἔπρεπε βεβαίως νὰ συστηθῶσι καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον κακουργοδικεῖα καὶ συνεστήθησαν τοιαῦτα εἰς τὴν Κέρκυραν, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον· ἡ σύστασις λοιπὸν τούτων ἀπῄτησε δαπάνην γραφείου καὶ ἀποσκευῆς καὶ λοιπῶν ἐξόδων. Ἐκτὸς τούτου ἐντὸς τοῦ ἔτους 1866 ἐσυστήθησαν δὶς κακουργοδικεῖα εἰς τὸ Κράτος, πρῶτον ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, ὑπ’ ἐμὲ δ’ ἔπειτα δύω εἰς τὴν Πελοπόννησον, δύω εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἓν εἰς τὰς νήσους, εἰς τὴν Σῦρον, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἀνεκάλεσα. Ὥστε βλέπετε ὅτι κατὰ τὸ 1866 δικαίως ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι περισσότερα, διότι καὶ δὶς ἐσυστήθησαν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ὑπάρχει συγκριτικῶς πρὸς τὸ 1865 μεγάλη διαφορὰ, διότι καὶ τότε ἡ πίστωσις ἦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 6,000, εἰς δὲ τὸ 1866 8,000· ἀλλ’ ἐζητήθη διὰ τὸ 1866 πίστωσις 4,500, ὡς ἤδη ζητεῖται 4,000 διὰ τὸ 1867· ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι 1,500 δραχμαί. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως θανατικῶν ποινῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις τίποτε, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόφασις, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀνακριτῶν ἐκ δραχ. 15,000 ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται μεταβάσεις ἀνακριτῶν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσω τὸ κονδύλιον τοῦτο. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι εἰς εὐάρεστον κατάστασιν εὗρον τὰς ἀνακρίσεις καὶ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν διαφεύγει τὴν γνῶσιν οὐδενός· ὅλοι γνωρίζετε πῶς ὑπῆρχον αὗται. Σᾶς σημειῶ, ὅτι ἐλθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὗρον ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις ἐπὶ κακουργήμασι 6,190. Τότε λοιπὸν ἔλαβον τὰ ἑξῆς μέτρα· πρῶτον ἐδιπλασίασα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνακριτῶν τοῦ Κράτους. Τοιουτοτρόπως ἀνεβιβάσθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐν Μεσολογγίῳ εἰς 3, ἐν Πάτραις 4, Σύρῳ 2, Χαλκίδι 2, Ἀθήναις 4, Ναυπλίῳ 3, Τριπόλει 3, Σπάρτῃ 3, Καλάμαις 6· δεύτερον, παρεκάλεσα τοὺς δικαστὰς τῶν πρωτοδικείων νὰ μὴ κάμωσι χρῆσιν τῶν διακοπῶν. Αὕτη ἦτο θυσία βαρεῖα βεβαίως εἰς δικαστὰς, οἵτινες ἐργάζονται κατὰ 10 μῆνας καὶ τοὺς δύο ἑτέρους ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπαυθοῦν, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ μείνουν εἰς τὰς θέσεις των πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τακτοποιήσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ ὅπως δώσωσιν ὤθησιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Τοιουτοτρόπως καὶ ἀνακρίσεις ἐπεραιώθησαν πολλαὶ καὶ βουλεύματα ἐξεδόθησαν καὶ ἐπὶ πλημμελήμασιν ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν οὐκ ὀλίγαι. Δὲν πιστεύω ὅτι οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε κανεὶς ἐξ ὑμῶν φρονεῖ, ὅτι, ὁσάκις παρουσιάζονται τοιαῦται ἀνάγκαι, πρέπει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ κονδύλιον τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐπίσης κάμνω τὴν παρατήρησιν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ κονδύλιον, ὅτι ναὶ μὲν εἰς τὰ 1865 ὁ προϋπολογισμὸς περιελάμβανεν 20,000 δρ. δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀνακριτῶν, ἀλλ’ ἐζητήθη καὶ ἰδιαιτέρα πίστωσις 8,500, ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἔτους 1865 καὶ 1866 εἶναι 5,500 δραχ. ἥτις δικαιολογεῖται, ὡς σᾶς εἶπον, ἕνεκα τῆς ὠθήσεως ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διπλασιασθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνακριτῶν καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τῶν περιοδειῶν αὐτῶν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ δώσω ὡς πρὸς τὰς δύο πιστώσεις τὰς ἀπαιτουμένας, μολονότι ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς των.
§23ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ἡ σημείωσις τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἐπιτροπὴ, τῶν ὑπαξιωματικῶν οἵτινες κατετάχθησαν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι περὶ προσώπων, εἶναι περὶ πραγμάτων.
§25ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἀπέῤῥιψε κεφάλαιά τινα ἐκ τῆς ζητηθείσης πιστώσεως διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὀφείλω ἀπ’ ἀρχῆς νὰ δώσω τὰς ἀπαιτουμένας, διασαφήσεις διὰ νὰ δυνηθῆτε, ἔχοντες αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἐξετάσεις, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, νὰ ἐνεργήσητε, καὶ πληροφορίας νὰ ζητήσητε καὶ ἐνστάσεις νὰ κάμητε· διὰ τοῦτο λαμβάνω ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πιστώσεως ἥτις ἐψηφίσθη. Ἡ αὐστηρότης, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς πιστώσεως ταύτης, δὲν μὲ λυπεῖ, Κύριοι· ἀποδίδω τὴν αὐστηρότητα αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς τοῦ νὰ ὑπάρχῃ μεγίστη αὐστηρότης κατὰ τὴν διαχείρισιν καὶ αὐστηροτάτη τάξις τῶν κατὰ νόμον διατεταγμένων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν λοιπὸν πρέπει νὰ μᾶς εὐχαριστῇ ὅλους αὐτὴ ἡ αὐστηρὰ μέριμνα, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον εὐχαριστοῦμαι διότι χρησιμεύει ὡς ἓν μέσον διὰ νὰ σκεφθῶ, ὅτι ἐξερχόμενος τοῦ ὑπουργείου θέλω δώσει λόγον τῶν πράξεών μου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ καθὼς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαιτοῦσιν αὐστηρότητα καὶ δικαιοσύνην, δὲν θέλουσιν ὅμως ὑποστηρίξει, νομίζω, μίαν ἄδικον γνωμοδότησιν, ἐὰν τὸ ἄδικον ἀποδειχθῇ. Ἀποῤῥίπτει ἡ ἐπιτροπή σας, Κύριοι, ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν 50,000 δραχ., διότι νομίζει, ὅτι τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κακῶς ἔδωκε τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης ταύτης εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ κεφάλαιον τὸ προωρισμένον διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἀξιωματικῶν τινων τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μετατεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὀρθῶς ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἀπαιτούσης τῆς ὑπηρεσίας τὴν παρουσίαν αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἶναι ἄτοπον ἡ συμπλήρωσις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν νὰ πληρόνηται ἀπὸ ὑπουργεῖον μὴ ἁρμόδιον, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ν’ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὸ ἁρμοδιώτερον ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι τῶν Στρατιωτικῶν· διὰ τοῦτο ἀφηρέθη τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· κατὰ παραδρομὴν δὲ, ἀγνοῶ πῶς, δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μισθοδοτῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ διότι ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἄλλου κατὰ λάθος, κατὰ παραδρομὴν, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δὲν μετεβιβάσθη τὸ ὑπάρχον ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρωτάτη ἐξήγησις τῆς ἀνάγκης εἰς ἣν εὑρέθη τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, νὰ παραδεχθῇ τὸ νὰ ζητηθῇ ἔκτακτος πίστωσις· δὲν λέγει δὲ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τότε τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ ἐπιτροπή, καθὼς παρετήρησα καὶ ἐγὼ τὰ πρακτικά, ὅτι πάντοτε ἐντὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος, διότι αὐτοὶ, καὶ ἐκτὸς τούτου ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἦσαν, ἐμισθοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐμισθοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔπρεπε νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς πιστώσεως. Ἡ δευτέρα πίστωσις ἀφορᾷ ποσὸν 40,000 δραχ.......
§26ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Περὶ τῶν 200 χωροφυλάκων.
§27ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αʹ. τῶν χωροφυλάκων ἔχει οὕτω. Εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 200 ἄνδρας. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἐτελείωσεν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰανουαρίου, ἡ ἰδία δὲ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς παραδέχεται, ὅτι ἀπαιτεῖται χρονικόν τι διάστημα, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀνεύρῃ τίνες τῶν χωροφυλάκων ἦσαν οἱ μὴ φέροντες τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα τοῦ χωροφύλακος, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐλάττωσιν αὐτῶν πρὸς ὄφελος τοῦ σώματος καὶ ὄχι πρὸς βλάβην· καὶ τοῦτο ἦτο πολλὰ φυσικὸν, διότι δὲν ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον μὲ ἕνα πέλεκυν, οὕτως εἰπεῖν, ν’ ἀφαιρέσῃ 200 χωροφύλακας μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀφαιρεθοῦν σήμερον καὶ ὄχι αὔριον. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἐργασία αὕτη ἦτο ἀποπερατωμένη καὶ ἐπρόκειτο τῷ ὄντι νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν, ἐπῆλθεν ἡ αἴτησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρατηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνδρες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τὴν παραδέχεται ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις λέγει, δὲν φιλονεικεῖ τοὺς δύο μῆνας ἐκείνους, ἀλλὰ τοὺς δύο πρώτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος αὐτῆς τῆς αὐστηρότητος, διότι ἡ τήρησις αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τοὺς δύο πρώτους μῆνας παραδέχεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς ὅτι ἦτο ἀναγκαία διὰ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν τῶν ἧττον χρησίμων χωροφυλάκων. Ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν 40,000 διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους ἀξιωματικοὺς ἡ Βουλὴ εἶχεν ὁρίσει ἓν ποσὸν 100,000 δραχ. διὰ 350 ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ πέραν αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ ἤθελον ἀφεθῆ, καὶ ἑπομένως ῥίπτει εἰς βάρος τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἐκείνους, οἵτινες πέραν αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ ἐμισθοδοτήθησαν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁρίσασα τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχ. διὰ 350 ὑπαξιωματικοὺς, συγχρόνως ὥρισεν ὥστε νὰ μεταβοῦν εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους καὶ ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὑπεράριθμοι εἰς τὰ διάφορα σώματα εὑρισκόμενοι, καὶ τοιοῦτοι ὑπῆρχον εἰς ὅλα τὰ σώματα ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατατεταγμένων εἰς τὸ ἡμίταγμα· ὡς ἐκ τούτου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπήτησε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐκ τῆς ἐργασίας ἢ τῆς μεταθέσεως ταύτης μετέβησαν εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς καὶ πλέον τῶν 140 ὑπαξιωματικῶν· ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν 350 βλέπετε ὅτι ηὔξησε, διότι οἱ 350 ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ πρῶτον ἡμίταγμα, ἄλλοι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὑπεράριθμοι, οἵτινες ὑπῆρχον εἰς τὰ σώματα διὰ διαφόρους λόγους, ὑπῆρχον τέλος πάντων. Ἐξ ἄλλου ὅμως κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους ἠλαττώθη πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν κατὰ 138, διότι πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ καθεῖξαν θέσεις χηρευούσας εἰς τὰ σώματα, ἄλλοι ἀπεβίωσαν, ἄλλοι ἀφέθησαν· τέλος ὑπάρχει μία αὐξομοίωσις ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἥτις ὅμως ἀφίνει ἓν ὑπόλοιπον εἰς βάρος πλέον τοῦ ὑπολογισθέντος. Ἔλαβον, κύριοι, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν κατὰ μῆνα, καὶ ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα. Τὸν Ἰανουάριον, ὅτε ἐγένετο ὁ προϋπολογισμὸς, ἦσαν 378· ἦσαν λοιπὸν ἤδη ἔκτοτε 25 περισσότεροι τοῦ ἀποφασισθέντος ἀπὸ τὴν Βουλὴν· τὸν Φεβρουάριον ἦσαν 75 περισσότεροι, διότι προσῆλθον ἐκ τῶν ἄλλων σωμάτων ὑπεράριθμοι, τὸν Μάρτιον 404· ὕστερον τέλος ἀρχίζει ἐλάττωσις, τὸν Ἀπρίλιον 401, τὸν Μάϊον 393, τὸν Ἰούνιον 386, τὸν Ἰούλιον 374, τὸν Αὔγουστον 372, τὸν Σεπτέμβριον 367, τὸν Ὀκτώβριον 359, τὸν Νοέμβριον 351, καὶ τὸν Δεκέμβριον ὑπάρχει αὔξησις κατὰ 8,759· ὕστερον τὸν Ἰανουάριον τοῦ 67, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται, καὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον 257. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ βάσις ἡ τεθεῖσα τῶν 350 δὲν ἦτο καλὸν νὰ τηρηθῇ, διότι ἡ ἰδία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς προβλέπει, ὅτι ἔμελλον εἰς αὐτοὺς νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλοι ὑπεράριθμοι, οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὰ σώματα, οἵτινες εἶχον τὰ ἴδια δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ προφανῶς καὶ μετ’ ἐπιμονῆς νὰ προστατεύσῃ.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ σώματα ὑπεράριθμοι, ἀφ’ οὗ δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος, πόθεν ἐπληρώνοντο;
§29ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὰ σώματα.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἓν ἔλλειμμα.
§31ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ φανῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1866, ὅτε ἐφάνη τὸ φαινόμενον αὐτό· εἰς τὰ 66 τέλος πάντων τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἐκτὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπεραρίθμων, ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων, ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι πλεονάζοντες ὑπαξιωματικοί· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον αὐτὸ, ὥστε ἡ Βουλὴ γνωρίζουσα τὸ τοιοῦτον καὶ προβλέπουσα περὶ τούτου, ὥρισεν ὥστε καὶ αὐτοὶ ἀκόμη νὰ μεταβοῦν εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους· αὐτοὶ μετέβησαν ἐκεῖ μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ ἡμιτάγματος, καὶ οὕτω ὁ ἀριθμὸς ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ ἦτο πολλὰ φυσικὸν ν’ αὐξήσῃ. Ἄλλη δὲ προσθήκη ἐπῆλθε τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν τόσων ἐνωμοτιῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τοὺς 200 ἐλαττωθέντας χωροφύλακας· αὐτοὶ ἀποτελοῦν ἕνα ἀριθμὸν 61. Καταλαμβάνετε λοιπὸν, ὅτι ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων· ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι διαλυθέντος τοῦ σώματος, ἔπρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ δοθῇ ἡ ἄφεσις· ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τοιαύτην εὐθύνην ὅταν ᾖναι βέβαιον ὅτι καθιεροῦται ἓν σῶμα, πρῶτον μὲν ἓν σῶμα ὑπὸ τὸν τίτλον ἡμίταγμα τῶν ὑπεραρίθμων, καὶ ὕστερον ὑπὸ τὸν τίτλον σῶμα τῶν ὑπεραρίθμων; Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, μετὰ πολλῆς θερμότητος ἐπροσπάθησεν, ὄχι μόνον τὸ παρὸν ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ προστατεύσῃ. Ὁ ἴδιος λοιπὸν λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ ἐγγύησιν ὑπὲρ αὐτῶν, ὑπεχρέωσε καὶ τὸν ὑπουργὸν, καὶ βεβαίως δὲν ἦτο εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Βουλῆς ἄλλο τι, παρὰ νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς μεταξὺ τῶν ὑπεραρίθμων. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν βλέπετε, ὅτι σπουδαίως ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων. Ἐνῷ ἠλπίζετο κατ’ ἀρχὰς μία ἐλάττωσις μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 350, βλέπετε, ὅτι ὑπερέβη τοὺς 400, καὶ μόνον ὕστερον ἀρχίζει νὰ ἐλαττοῦται· διότι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ εὐχὴ, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ἡ ἐπιτροπὴ, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πρὸς πλήρωσιν κενωθησομένων θέσεων οἱ ὑπεράριθμοι. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μία ἔνστασις· διατὶ δὲν ἐπανῆλθον μόνον ὑπεράριθμοι; Ἐὰν τοῦτο ἤθελε γίνει, ἀληθῶς ἠθέλομεν ἔχει ἐπαισθητὴν ἐλάττωσιν τῶν ὑπεραρίθμων, καὶ ἴσως ἠθέλομεν καταβῆ ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν 350, τοὺς ὁποίους προβλέπει ἡ πίστωσις ἡ δοθεῖσα. Ἀλλὰ λέγω, κύριοι, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας, ὅτι ἤθελεν ἔχει πλεῖστα ἀτοπήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἤθελε μαράνει ἐντελῶς τὸν ζῆλον τῶν ὑπηρετούντων· ὅταν πᾶσα χηρεύουσα θέσις κατελαμβάνετο μόνον ἀπὸ τοὺς ὑπεραρίθμους, ἤθελεν εἶναι ἕνας φραγμὸς διὰ πολλὰ ἔτη διὰ τὴν πρόοδον παντὸς καλοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, πολλὰ ὀρθῶς οἱ τότε ὑπουργοὶ παρεδέχθησαν ὅ,τι ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς νόμους τοὺς περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν· τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων νὰ πληροῦται διὰ προβιβασμοῦ ἐκ τῶν ἐν τοῖς σώμασιν ὑπηρετούντων, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ δι’ ἀνακλήσεως τῶν ὑπεραρίθμων εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν· καὶ τοῦτο εἶναι τόσον ἐπωφελὲς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ ὑπουργὸς λόγῳ οἰκονομίας ἤθελε λάβει ἄλλην ἀρχὴν, ἤθελε παραβλάψει ἀσυγκρίτως περισσότερον τὴν ὑπηρεσίαν, παρὰ μὴ οἰκονομήσας 10 θέσεις ὑπαξιωματικῶν.
§32ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ ὑπεράριθμοι αὐτοὶ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐντεῦθεν χρονολογοῦνται;
§33ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Οἱ ὑπεράριθμοι εἶναι μετὰ τὴν μεταβολὴν, διότι ἐγένοντο πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ, καθὼς ἐγένοντο καὶ πολλοὶ ἀνθυπασπισταί.
§34ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν οἱ προβιβασμοὶ αὐτοὶ ἠμποροῦν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ᾖναι ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως· νὰ προβιβάζῃ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι εἰς ἀνάγκην νὰ παραδέχεται τὸ ἔξοδον· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν φραγμὸν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς.
§35ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, εἶχα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρατηρήσω πρῶτον, ὅτι κατ’ ἐμὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ σεβασθῇ τὴν πολὺ θερμῶς ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ ἴδῃ τὴν τύχην τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων προστατευομένην. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἦτο μία ἔκφρασις γενικὴ τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἔδειξεν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅτι σέβεται τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐφρόντισε περὶ αὐτῶν. Τώρα εἰς τὸ μέλλον τί θὰ πράξῃ, ἐδῶ ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἐὰν θέλετε, σᾶς ἐκφράζω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἀποφασίσατέ το καὶ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ τεθῇ ἕνας φραγμός. Εἶναι καὶ μία ἄλλη περίστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἔχει κἄτι τι ἐπιλήψιμον. Εἶναι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰς τάξεις των ὑπεραρίθμων τινῶν, οἵτινες εἶχαν ἀπολυθῆ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, καὶ ἄλλων κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ποσῶς στρατιωτικοί· ἐδῶ εἶναι ὁ κατάλογος· ὅστις τῶν κυρίων ἔχει περιέργειαν ἂς τὸν ἰδῇ· ἀλλ’ ὑποθέτω, πολλὰ ὀλίγους θὰ γνωρίζετε ἐξ αὐτῶν, καθὼς καὶ ἐγὼ δὲν τοὺς γνωρίζω. Εἶναι 21, Γερανάκης Θεοδώρου........
§36ΤΙΝΕΣ. Ὅποιος θέλει ἂς τοὺς διαβάσῃ.
§37ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, εἶχον ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας διὰ διαφόρους λόγους, οἱ δὲ ὑπουργοὶ, οἱ διάδοχοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς εἶχον ἀπολύσει, ἐρευνήσαντες βεβαίως συνεπείᾳ παραπόνων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον αὐτοὶ, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἶχον ἀπολυθῆ δικαίως, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἀπέδιδον εἰς αὐτοὺς μίαν δικαιοσύνην ἐπαναφέροντες αὐτούς. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐὰν δὲν συνεδέετο μὲ τὴν δοθεῖσαν πίστωσιν, μὲ ὑποχρεώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἐμὲ δὲν εἶχε τίποτε τὸ παράνομον καὶ ἄδικον· διότι δὲν ἦσαν ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δρόμου, ἦσαν ἄτομα ὑπηρετήσαντα, καὶ ἐὰν ἀπεδείχθη, ὅτι ἀδίκως ἀπελύθησαν, νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ Ἀλλ’ ἀτυχῶς συνδέεται μὲ τὴν πίστωσιν, καὶ ἑπομένως τῳόντι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἠθέλησαν ν’ ἀναδεχθοῦν μίαν εὐθύνην ἀτομικὴν, ἀποδόσαντες εἰς αὐτὰ τὰ ἄτομα δικαιοσύνην. Εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσάν τινας τῶν ὑπουργῶν νὰ φανοῦν συγκαταβατικοὶ ὡς πρὸς τὰ ἄτομα αὐτά. Εἶναι ὁ λόγος ἐν γένει, τὸν ὁποῖον προεῖπον, συμπαθείας ὡς πρὸς τὴν τύχην αὐτῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι, ὅτι τινὰ τῶν ἀτόμων αὐτῶν ἔλαβον μέρος ἢ ἐπεθύμουν νὰ λάβουν μέρος εἰς ἀγῶνα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὅλοι ἔχετε συμπάθειαν, ἂς τὸ εἴπωμεν ἡσύχως μεταξὺ μας. Ἐνόμιζον λοιπὸν οἱ ὑπουργοὶ ὅ,τι δὲν πράττουν τίποτε παράδοξον, ἐὰν τὰ τοιαῦτα ἄτομα ἤθελον τὰ προστατεύσει· ἤθελον νὰ ἐξασφαλίσουν ἓν μικρὸν μέλλον δι’ αὐτοὺς ἀπέναντι κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἀνεδέχοντο, κινδύνων εὐγενῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους. Ἓν σπουδαῖον κεφάλαιον 120,000 δραχμῶν, προερχόμενον ἀπὸ τοῦ ἱματισμοῦ τῆς καταθέσεως, ἀποῤῥίπτει ἡ ἐπιτροπή. Ἡ αὔξησις αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀποδεδειγμένην ὑπερτίμησιν τῶν διαφόρων εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ, καὶ, ἐὰν θέλετε, ἠμποροῦμεν νὰ κατηγορήσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, ἐπὶ μὴ καλῇ ἐκτιμήσει τῶν τιμῶν αὐτῶν τῶν διαφόρων εἰδῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχει τοῦτο τίποτε ἐπιλήψιμον. Ἐγὼ ἐξ ὑποθέσεως λαμβάνω πληροφορίας, ποῖαι εἶναι αἱ τιμαὶ αἱ σημεριναὶ τοῦ πανίου, τῆς τσόχας καὶ τῶν λοιπῶν, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θὰ πάρω μίαν βάσιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐσφαλμένη ἢ νὰ μεταβληθῇ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν περιστάσεων, τοῦ πολέμου κτλ. ἑπομένως θὰ γίνῃ ὑπέρβασις· ἀλλὰ κατὰ τί ζημιοῦται τὸ δημόσιον, διότι ἀντὶ 70 λεπτῶν δὲν ἐτάχθη κατ’ ἀρχὰς 1:30, ὅσον ἠγοράσθη; Νομίζω κατὰ τίποτε δὲν ζημιοῦται, ἂν ἐξ ἀρχῆς ἐτάχθη ἢ ἔπειτα ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο λανθασμένον τὸ ποσὸν, καὶ ζητεῖται ἡ συμπλήρωσις δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων· νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ προσβάλλῃ εἴτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς αὐτὸ τὸ λάθος, εἴτε τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐδῶ εἶναι λάθος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἕνας προϋπολογισμὸς λαμβανομένων τῶν τιμῶν τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τούτου προέρχεται μία σπουδαία διαφορὰ, οὐχὶ ζημία· διότι τὸ ἐλάχιστον πρᾶγμα ὅταν εἰς μεγάλην ποσότητα ἀγοράζεται, ἡ τιμὴ αὐτοῦ εἶναι μικροτέρα. Τὸ πανὶ ὑπελογίζετο πρὸς 75 λεπτὰ ὁ πῆχυς, ἠγοράσθη ὅμως ἀντὶ 1:30· βλέπετε ὅτι ἐκ τούτου προέρχεται μία διαφορὰ σπουδαία, ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ἐγένετο μία προμήθεια πέραν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔτους 1866· π. χ. ἂν ἀπαιτοῦντο ἀπολύτως 20,000 πήχεις πανὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἡ δημοπρασία ἔγεινε διὰ 40 χιλ. καὶ τοῦτο ἐγένετο ὅπως κοστίσῃ εὐθηνότερον· ἐπήγασε δὲ ἐκ τούτου μία αὔξησις, ἡ ὁποία ἀφηρέθη ἀπὸ τὸ 1866 ὡς πλεόνασμα, καὶ αὐτὸ λέγει καὶ ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν πίστωσιν, καὶ ἔχει δίκαιον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σημειοῖ εἰς τὴν ἔκθεσίν της ὅ,τι ἐσημείωσεν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις τοῦ πράγματος· ἡ ἔκθεσίς μου εἶναι τῆς 11 Ἰανουαρίου 1867 ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὰ διάφορα κεφάλαια εἶναι ἕνα μῆνα ὕστερον, περὶ τὰ μέσα Φεβρουαρίου· κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε εἶχεν ἀποφασισθῆ τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἑπομένως ἠδύναντο νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἴδῃ ὅτι ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμὸς προβλέπει μίαν σπουδαίαν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ· ὑπὲρ τοὺς 1000 στρατιώτας κατετάχθησαν περισσότερον, καὶ περὶ τούτου ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐν τούτοις ἴσον ποσὸν ἱματισμοῦ ὑπάρχει καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ διὰ τὸν ἄλλον προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ζητῆται περισσότερον· καὶ τοῦτο, διότι ἐκπίπτεται τὸ ἐφόδιον τὸ περυσινὸν διὰ τὸν ἱματισμόν. Μεταβαίνω εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν μετακομίσεων τοῦ στρατοῦ. Ἐζητήθη 50,000 δραχμῶν ἔκτακτος πίστωσις· ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡμάρτησεν, ὅτε συνέκρινε τὸν προηγούμενον προϋπολογισμὸν μὲ τὰς κινήσεις τοῦ 1867· λέγω ὅτι ὁ τότε στρατὸς ἦτο πολυαριθμότερος, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν νεοσυλλέκτων ἦτο μεγαλείτερος, διότι ὅσον μεγαλειτέρα ἦτο ἡ θητεία, τόσον περισσοτέρους νεοσυλλέκτους εἴχομεν, ἑπομένως ὀλιγώτερα τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ κύριος λόγος αὐτός· ὁ κύριος λόγος τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης εἶναι ἡ ἔκῤῥυθμος κατάστασις, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, τῆς κοινωνίας ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἰδίως καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας· ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συναισθάνωμαι τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἐννοῶ κάλλιστα διατὶ δὲν προϋπελόγισεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους ὁ προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων ὑπουργῶν τὰς αἰτίας· ὅτε ἡ ληστεία ἐμάστιζε τὸν τόπον, ὅτε τὰ μεθόρια εὑρίσκοντο εἰς τὴν μεγαλειτέραν συγκίνησιν, ὅτε ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἑπτανήσου πᾶσα μετακίνησις ἐδιπλασίαζε τὰ ἔξοδα, δὲν μοὶ φαίνεται παράδοξον ἡ προσθήκη ἑνὸς κονδυλίου 50,000 εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἄλλως τε παρατηρήσατε τοὺς παρελθόντας προϋπολογισμοὺς καὶ θέλετε ἰδῆ κεφάλαια πολὺ ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ· καὶ ἂν λάβετε τὸν μέσον ὅρον τῶν διαφόρων ἐτῶν, θέλετε ἰδῆ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι 176,000 καὶ ὁ προϋπολογισμὸς προβλέπει μόνον 80. Ἡ ἐπιτροπὴ μέμφεται τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον διὰ τὰς μεγάλας μετακινήσεις, τὰς ὁποίας ἀδικαιολογήτως ἔπραξε, καὶ ἀποστρέφει τὸ βλέμμα ἀπὸ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Νομίζω, ὅτι ἡ φράσις εἶναι πολὺ αὐστηρὰ, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δικαία, ὅλοι γνωρίζετε, διότι ἀνήκετε εἰς τὰς ἐπαρχίας, τοὺς διαφόρους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουν τὴν μετακίνησιν, τὴν ὁποίαν πολιτικαὶ περιστάσεις, ἐπαρχιακὰ συμφέροντα ἑκάστου τόπου ἐπιφέρουσιν. Αἱ περιστάσεις ὅμως αὗται, ὡς παρατηρεῖτε, ἐπιβάλλουν ἔξοδα. Δὲν πρέπει ὅμως κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ αἰτιώμεθα ὑπουργόν τινα, ἐὰν νομίζῃ ἐν τῇ πεποιθήσει του, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τῆς μετακινήσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος τάγματος, καὶ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πολὺ καλὰ ἐνηργήθη ἡ μετάθεσις αὕτη. Σώματα στρατιωτικὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις μένουν ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέρος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξοικειωθῶσι μετὰ τοῦ τόπου πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἡ μετάθεσις τοῦ τάγματος τῆς Λαμίας εἰς Πάτρας καὶ τὸ ἀνάπαλιν νομίζετε, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπίαν τοῦ ὑπουργοῦ; ποσῶς. Τὸ τάγμα μένον ἐκεῖ πλησίον τῶν μεθορίων κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ὑπάρχοντος μεγάλου ἀναβρασμοῦ, ἔδιδεν ἀφορμὴν ἀνησυχιῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν μεγαλειτέρων ἀτοπημάτων εἶναι καλὸν νὰ ἐξοδευθῶσι 5 χιλιάδες δραχμαὶ ὅπως ἐκεῖ σταλῇ ἓν σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει προηγούμενα καὶ δὲν θέλει δώσει ὑπονοίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς καταχρήσεις διὰ μέτρα ὅλως κυβερνητικὰ, τῶν ὁποίων δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ἀνάγκας κάλλιον τῆς κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι αὐταὶ αἱ καταχρήσεις εἶναι ὑπερβολικαὶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἀποφεύγωμεν, διότι ἄλλως πᾶσα κυβέρνησις ἤθελε δεσμευθῆ εἰς τὰς ἐνεργείας της πρὸς βλάβην μεγίστην τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπὶ τῆς νοσηλείας ὑπάρχει πίστωσις ἔκτακτος 10 χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ κεφάλαιον παρατηρῶ ὅ,τι καὶ εἰς τὸν ἱματισμόν· ὅτι ἐγένετο προμήθεια φαρμάκων μεγαλειτέρα τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔτους ἐκ τῆς Γαλλίας. Τὸ ἐφόδιον ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867. Ὥστε δὲν ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, καθόσον παρατηρεῖτε, δὲν ἐζητήθη καὶ αὔξησις. Καὶ ἐντὸς 10 χιλιάδων δραχμῶν φαρμάκων τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ὁ στρατὸς, ὑπάρχει καὶ ἐφόδιον ἑτέρων 10 χιλιάδων. Ὥστε τὸ δημόσιον δὲν ὑφίσταται καμμίαν ζημίαν.
§38ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ πρῶτον εὐχαριστῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐνῷ φαίνεται ὅλως διόλου ἐναντίος τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐχ ἧττον δὲν ἐκάκισε τοὺς κόπους τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ κατέβαλλεν ὅπως προέλθῃ εἰς ἐξέλεγξιν τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπεθύμουν νὰ πεισθῶ ὁ ἴδιος, ὅπως προέλθω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν λόγων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λυπηρὸν, ὁ κύριος ὑπουργὸς μ’ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὅπως πείσῃ τοὺς κυρίους βουλευτὰς, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ πείσῃ, καὶ ἀποδίδω εἰς τὴν πρὸς τοὺς προκατόχους ἁβρότητα μᾶλλον παρ’ ὅτι ἦτο πεποίθησις, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐφέρθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐγένοντο ἕνεκα ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, δὲν ἠδύνατο παρὰ μετ’ ἐπιστασίας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου νὰ σκεφθῇ, καὶ διότι πρὸ πάντων ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ 465 χιλιάδων καθ’ ὁλοκληρίαν ἐθεωρεῖτο ὡς παράνομος, διότι δὲν ἀνεφέρετο ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἠνάγκασαν τὰς κυβερνήσεις τὰς παρελθούσας νὰ προέλθωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 ὁρισθείσης, ἀφοῦ ἐξήτασεν ὅσον ἠδυνήθη ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κυβερνήσεως, ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐν γένει ἐξέτασιν μιᾶς ἑκάστης τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, διὰ νὰ ἐπιφέρω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐσχημάτισε καί τινας λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέφρασε. Καὶ πρῶτον ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τὴν χωροφυλακὴν εἶχε δοθῆ πίστωσις ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ὀκτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ πίστωσις αὕτη ὑπῆρχε διὰ 2,333 χωροφύλακας καὶ δι’ ἕνα ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποβληθεῖσαν κατὰ τὸν Δεκέμβριον. Ἡ ὅλη δύναμις τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ 1866 ἦτο 2,333, ἀξιωματικοί ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες· ἐξ αὐτῶν δὲ 236 ἦσαν ὑπομοίραρχοι, 28 ἀνθυπομοίραρχοι κτλ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶχε 2,333 ἀλλὰ 2,533, εἶχε πλέον διακοσίους. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπέβαλεν, ὑποβαλὼν τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν πραγματικὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ τὴν δύναμιν ἠλαττωμένην κατὰ 200. Ἡ Βουλὴ μετὰ συζήτησιν λίαν σπουδαίαν παρεδέχθη ὅ,τι ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέφερεν, ἑπομένως οἱ 200 ἐθεωροῦντο πλέον ἀναχωρήσαντες ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ μίαν πίστωσιν, διότι ἔπρεπεν ἐντὸς μηνὸς νὰ φέρῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν 200 χωροφυλάκων, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο ἢ διότι ἔληξαν τὰ ἔτη τῆς θητείας ἢ ἐπὶ τῇ παραβάσει τῶν κεκανονισμένων προσόντων. Ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατηρήσῃ τοὺς χωροφύλακας αὐτοὺς ἐπὶ 2 καὶ 3 μῆνας, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε νὰ πληρωθῶσιν ἐξ αὐτοῦ οἱ 200 χωροφύλακες κατὰ τοὺς 2 μῆνας. Ἐντὸς ὅμως τῶν δύω αὐτῶν μηνῶν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ τὴν ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἐλάττωσιν· ἐν τούτοις δὲν ἐγένετο καὶ κύριος οἶδε ἂν θὰ γίνῃ. Ἐνταῦθα, ὡς παρατηρεῖτε, λοιπὸν εἶναι μία φανερὰ παράβασις, μία φανερὰ ὑπέρβασις τῆς δαπάνης τῆς δοθείσης παρὰ τῆς Βουλῆς καθόσον ἀφορᾷ τοὺς χωροφύλακας. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπομοιράρχους κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς ἦσαν 25 εἰς ἀργίαν· ἐξ αὐτῶν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετεχειρίσθη εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν 10–12. Ὅτε τότε ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς πολὺς λόγος ἐγένετο, ἂν πρέπῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ περὶ δημοσίου ἀσφαλείας νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κύριος Ἀντ. Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε τότε πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε τὸν διαχωρισμὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας εἰς δύω, εἰς τὸ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, καὶ εἰς τὸ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ἡ πρότασίς του αὕτη ἀπεῤῥίφθη, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπέμενεν αἱ 150,000 δραχμαὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κεφάλαιον διδόμενον εἰς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, καὶ οὕτω παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ κεφάλαιον αὐτό. Ἑπομένως οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς μένουν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χωροφυλακῆς. Ἕνεκα δὲ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἡ κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ ἐκεῖ ἓν σῶμα χωροφυλάκων ηὔξησε κατὰ ἑπτὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς παρὰ τὸ διάταγμα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς........ Οἱ ὑπομοίραρχοι εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεκλείσθη πᾶν κεφάλαιον ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐννοεῖται, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας ἀλλ’ ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπεφασίσθη νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἕνδεκα ἀνθυπομοίραρχοι καὶ εἷς ὑπομοίραρχος, οὓς ἐπανέφερον, καὶ οὕτω ηὔξησε πάλιν κατὰ 20 χιλιάδας δραχμῶν τὸ ποσὸν τὸ ὁρισθὲν διὰ τὴν χωροφυλακήν. Βλέπετε, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακὴν παρῆλθον 3 καὶ 4 μῆνες καὶ ἐν τούτοις αἱ κυβερνήσεις δὲν ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐκφρασθεῖσαν εὐχὴν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν δὲν ἐγένετο ἐλάττωσις παρὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· ἑπομένως ἡ ὑπέρβασις ἔλαβε χώραν οὐχὶ κατ’ ἀνάγκην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ᾖναι σύμφωνος εἰς ὅ,τι ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πίστωσις αὕτη. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων, ἐπίσης εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερε δὲν μ’ ἔπεισε παντελῶς. Ἡ εὐχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε πέρυσι, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτον οὐχὶ πῶς νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματα τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀλλ’ ἵνα ἡ κυβέρνησις μείνῃ ἀκριβὴς εἰς τὸ παρὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁρισθὲν ποσὸν τῶν 350 ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν· κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν δὲν εὑρίσκοντο παρὰ 375 ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἡμιτάγματος. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἀπετέλουν κυρίως τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἐσυζήτησε τὴν ἀρχὴν καὶ παρεδέχθη νὰ ὀνομάσῃ σῶμα ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, ὥρισε δὲ νὰ τεθῶσι καὶ οἱ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ἄλλων σωμάτων, ὥστε νὰ σχηματισθῇ ἓν σῶμα διατελοῦν ὑπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ Βουλὴ τότε εἶχεν ἀποφασίσει διὰ 350 μόνον ὑπεραρίθμους ἀξιωματικοὺς μόνον καὶ μόνον 130,000 δρ. ὑποθέτουσα ὅτι πάντες οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἤθελον τεθῆ εἰς τὰ ἄλλα σώματα· ἑπομένως ἤθελε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις, ἐνῷ δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχε τὸ τοιοῦτον, διότι κατὰ τὰς διαφόρους τριμηνίας δὲν προέλαβε καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν πιστώσεων. Βλέπετε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ὥστε δὲν ἠμποροῦσε παρὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἓν ἔλλειμμα καὶ αὐτὸ ἔρχεται ἡ πίστωσις ν’ ἀναπληρώσῃ. Ἀλλὰ πόθεν προῆλθον οἱ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ τῶν σωμάτων; ὅταν ἐσυστήθη τὸ ἡμίταγμα τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρχουν πλέον, διότι πάντες οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῶν σωμάτων ἀπετέλουν ἓν σῶμα, ἡμίταγμα ὀνομαζόμενον. Διὰ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὑποβαλὼν τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔδιδε περισσοτέραν προσοχὴν, θὰ ἔβλεπε καλλίτερα τὰ πράγματα, δὲν ἐξέτασε καθαρῶς καὶ ὡς ἔδει ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων καταλόγων ἕκαστον σῶμα ὁποίους ὑπαξιωματικοὺς ἔχει ὑπεραρίθμους· διότι διὰ νὰ διατηρῶσι τὸν ζῆλον μεταξὺ τοῦ στρατοῦ οἱ διάφοροι ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσουν ἀπὸ τὰ 1864 διαφόρους ἐγκυκλίους, δι’ ὧν νὰ ἐγείρουν τὸ αἴσθημα· διότι ἐν ὅσῳ ὑπῆρχε τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων, δύσκολον ἦτο νὰ προαχθῇ τις. Ἀπέναντι τῶν ἐγκυκλίων αὐτῶν, ἕπεται ὅτι οἱ σωματάρχαι ἀπέκτων ἓν δικαίωμα νὰ κάμνωσι μεταβολάς τινας καθόσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιώτας αὐτούς· τοὺς δικαιῶ· ἀλλὰ πότε ἤθελε συμβῆ τοῦτο; ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐχήρευε μία θέσις. Ἂν ἐκενοῦτο μία θέσις, ἠδύνατο δι’ ἐξετάσεως καὶ ἀρχαιότητος νὰ προβιβάσῃ ἕνα δεκανέα τοῦ σώματος, καὶ νὰ μὴ πάρῃ τὸν λοχίαν τοῦ ἡμιτάγματος, ἀλλ’ ἐδῶ βλέπετε τὸ ἐναντίον. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 66, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ σχηματισθῇ ἓν σῶμα ὑπεραρίθμων, εὑρέθησαν, ὡς σᾶς εἶπον, 146 ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί. Ὥστε φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι σωματάρχαι καὶ οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἐντὸς τῶν σωμάτων πολλάκις ἔκαμνον προβιβασμοὺς, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε καμμία θέσις κενή. Ἑπομένως οἱ λοιποὶ προβιβασμοὶ διετέλουν ὡς ὑπεράριθμοι προβιβασμοί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Βουλὴ περὶ τὸ τέλος τοῦ Δβρίου, ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνόει ὅτι ἐπακριβῶς τῶν ποσῶν θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν. Ἐν τούτοις ὄχι μόνον δὲν ἀφῃρέθησαν, ἀλλ’ εὑρέθη μάλιστα εἰς τὸ τέλος τοῦ 66 μόνον κατὰ 14 ἐλαττωμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν· ἐκτὸς τῶν εἰσελθόντων κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς, εἰσῆλθον κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 23 ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες, ἀφεθέντες ἢ ἀπολυθέντες ἕνεκα διαγωγῆς ἀξιομέμπτου ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἐπανῆλθον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐδῶ ὑπάρχει εἷς κατάλογος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ὃν ἐμφαίνονται οὐχὶ μόνον οἱ ἀπολυθέντες καὶ ἀφεθέντες, ἀλλὰ καί τινες, οἵτινες ἐκ τῆς θέσεως τοῦ πολίτου ἦλθον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐναντίον ῥητῶν νόμων, διότι οὐδεὶς πολίτης, ἂν δὲν καταταχθῇ ὡς στρατιώτης, δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς βαθμὸν ὑπαξιωματικοῦ.
§39ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πόσοι εἶναι αὐτοί;
§40ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι πολλοί. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ ὑπέρβασις ἐγένετο διότι ὑπῆρχον ἀρκετοὶ ὑπαξιωματικοί, ἀλλ’ ὑπέρβασις ἐγένετο καὶ διότι 20 τόσοι καὶ πλέον ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀφέθησαν, ἐπανῆλθον ὑπὸ τῶν Κ. ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν· ἑπομένως νὰ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τοιαύτας περιστάσεις νὰ ζητῇ αὐτὴν τὴν πίστωσιν τεσσάρων τόσων χιλιάδων δραχ. ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὸ ἐθεώρησε δίκαιον καὶ ἑπομένως ἀπέῤῥιψε τὴν πίστωσιν αὐτήν. Αὐτὰ εἶναι καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἱματισμὸν ἐπὶ τῆς καταθέσεως, ἐδῶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλάβομεν ἡμεῖς, ἡ πίστωσις τῶν 120,000 δρ. ἐξεπέσθη δι’ ὑλικὸν ὅπερ θὰ χρειασθῇ διὰ τὸ 67· ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ ἀποῤῥίπτουσα τὴν πίστωσιν διὰ τὸ 66, ζητεῖ ἡ πίστωσις αὐτὴ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ 67, διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἔτους θὰ ἐξοδευθῇ, καὶ καθόσον ὁ ὑπουργὸς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι θὰ τὸ ἀφαιρέσῃ· μολονότι δὲ δὲν εἴδομεν ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 67, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν ἐσυζητήθη, ἐπειδὴ ὅμως ὁ ὑπουργὸς λέγει ὅτι ὑπάρχει, ἡμεῖς τὸ παραδεχόμεθα. Τώρα ἔρχομαι ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου κεφαλαίου διὰ νὰ τελειώσω· εἶναι τὸ τῶν μετακομίσεων τοῦ στρατοῦ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δικαίως προηγουμένως εἶπεν, ὅτι λαμβάνεται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος, καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι λαμβάνεται ὁ μέσος ὅρος· εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὅμως ἔχει ἄδικον ἐν μέρει, διότι τὰ πέντε ἔτη, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τὸ 61, 62, 63 καὶ 64, λαμβάνεται δὲ ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ ἐτῶν τὰ ὁποῖα εἶναι ὁμοίας φύσεως· ἀλλὰ τὰ ἔτη αὐτὰ δὲν εἶναι ὁμοίας φύσεως, διότι τότε ὁ στρατὸς ἦτο εἰς κίνησιν ἕνεκα τῶν ἐμφυλίων ἐπαναστάσεων· κατὰ τὰ 63 ἐπίσης, κατὰ τὰ 64 ἐπίσης δὲν εἶχον κανονικῶς τὰ πράγματα, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ κεφάλαιον αὐτὸ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ᾖναι ἐπηυξημένον. Λαμβάνοντες αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλὰ κατὰ τὸν παρελθόντα χρόνον δὲν ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη· ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν τὰ μετὰ τὸ 60 ἔτη, καὶ τότε ἠθέλατε ἰδῆ ὅτι δὲν ἐξωδεύθησαν ποτὲ περισσότερον τῶν 120,000 δραχ. ἀλλ’ ὀλιγώτερον. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς λίαν ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν ὅπερ ἐχορηγήθη πέρυσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶναι βεβαία ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς ἀφίνω ἐντελῶς τὰς μεταβολὰς τῶν τε ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἰανουαρίου 66 μέχρι τέλους Δεβρίου· ἐκεῖ θέλετε ἰδῆ ὅλας τὰς μετακινήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν· ἔρχομαι μόνον εἰς ἓν ἀντικείμενον καθόσον ἀφορᾷ τὰς μετακινήσεις τῶν σωμάτων. Δὲν ἐναντιοῦμαι ὅτι εἰς τοιαύτας ἐποχὰς, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα τώρα, εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ μετακομίσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν· δηλ. τὰ σώματα τὰ ὁποῖα μετεκινήθησαν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον κτλ. μετεκινήθησαν εἰς τοιαύτας ἀποστάσεις, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιφέρουν μεγάλας δαπάνας. Δὲν πρέπει δι’ ἁπλῆν ἰδέαν νὰ ἐξακοντίζωνται τὰ σώματα ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν εἰς τὴν ἄλλην, διότι θὰ εὑρεθοῦν ἴσως ἀνάγκαι νὰ μετακομισθοῦν καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἐν τῷ διαστήματι αὐτῶν τῶν μηνῶν δὲν ἔμειναν παρὰ 2 ἢ 3 τάγματα ἐν τῇ θέσει των· διότι τὸ τάγμα τῆς Λαμίας συνήχθη ὁλόκληρον, ἢ τοὐλάχιστον τ’ ἀποσπάσματά του, καὶ τὸ μετέφεραν εἰς τὰς Πάτρας, καὶ ἐκεῖθεν ἐντὸς τῆς Πελοποννήσου, ἐνῷ τὸ τάγμα τῶν Πατρῶν τὸ ἐπέταξαν εἰς τὴν Λαμίαν. Τὸ τοιοῦτον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀρκετὰ ἀνοικονόμητον. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι κάθε 4 ἔτη τὰ τάγματα μετακινοῦνται; ναὶ, ἀλλὰ κατ’ ἔτος ἐγένετο καὶ ἓν τοιοῦτον· δὲν τὸ ἐπρόβλεψεν· ἂς τὸ ἐπρόβλεπεν. Ὅποιος θέλει, ἀφίνω ἐδῶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἠμπορεῖ νὰ φωτισθῇ καλλίτερον περὶ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ νοσηλείας, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφέρει· ζητεῖ πίστωσιν 10,000 δραχ. καὶ τοῦτο, διότι ἐξώδευσε φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν καὶ διὰ τὸ 67, καὶ διὰ τοῦτο, καὶ διότι ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 67 ἀφαιρεῖται ἡ ποσότης αὐτὴ, ἐξετάσαντες δὲ δὲν τὴν εὕρομεν, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν 4 αὐτῶν ἀντικειμένων ὅπως ἀπεφάνθη. Μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ καλλίτερον τὰ πράγματα καὶ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, καὶ ἐγὼ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠμποροῦσα νὰ πεισθῶ ὥστε ν’ ἀναβιβάσω εἰς μέγαν ἀριθμὸν τὸ ἄδικον τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἀνεβίβασεν. Ἤκουσα τὸν προαγορεύσαντα καὶ ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐδείχθη λίαν αὐστηρὰ ὅσον εἰς ὁμαλὰς καὶ εἰς ἄλλας τακτικωτέρας περιστάσεις δὲν ἤθελε δειχθῆ, πολὺ δὲ περισσότερον ἤδη. Ἤδη ἔχω νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ πολλὰ ὀλίγα. Δὲν ἠμπορεῖτε σήμερον νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐξόδων τῆς μεταθέσεως· τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς διοικητικὸν, καὶ ὅταν μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ προχωρήσετε, ὅταν μίαν διοικητικὴν ἐνέργειαν τὴν καταδικάσετε ἐκ τῶν ὑστέρων, τότε, κύριοι, ἐπεμβαίνετε εἰς τὴν ἁπλῆν διοικητικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφ’ ἑνὸς ἐπιτρέπετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ ὅσας νομίζει ἀναγκαίας μετατοπίσεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν καταδικάζετε, διότι ἐνήργησε περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὸ λέγετε σεῖς, ἀφ’ οὗ παρῆλθον πολλοὶ μῆνες ἀπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας καθ’ ἃς ἐγένοντο, καὶ εἶναι λίαν δικαιολογημένη. Κύριοι, σήμερον ἐντελῶς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι προεξάρχει κατὰ τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν ἡ ὑπηρεσία· ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν λαμβάνει μέρος ἡ πολιτικὴ καὶ τὴν ἐπηρεάζει πολλάκις· ἐνθυμηθῆτε ὅτι τρία ἀλληλοδιαδόχως ἐνήργησαν ὑπουργεῖα, καὶ αὐτὰ ἕκαστον ἐνήργησεν ἐν πεποιθήσει κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς πολιτικῆς, καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι εἰς πολλὰ μέρη ὑπῆρχον πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἐτοποθετήθησαν ἀπὸ μίαν πολιτικὴν, τῆς ὁποίας δὲν ἐνέκρινε τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον τὸν λόγον τοῦ νὰ θέσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ ἐκτιμοῦν καὶ τοὺς λόγους τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τοὺς λόγους τῆς πολιτικῆς, δύνασθε τὴν σήμερον νὰ καταδικάσητε αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της ἀναγκαζομένη ἀπὸ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, καὶ νὰ εἴπετε ὅτι ἔκαμε περισσοτέρας μεταθέσεις ἀφ’ ὅ,τι ἔπρεπε; Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπέμβῃ νὰ καταδικάσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν· διότι καὶ ἀκαίρως καὶ ἀδίκως ἐπεμβαίνει εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν, καὶ χωρὶς νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας, καταδικάζει τὴν ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ καμμία κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἀναδειχθῇ νὰ διοικήσῃ ὅταν ἀφ’ ἑνὸς τῆς παραχωρῆτε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ, πλαγίως δὲ τὴν καταδικάζετε. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος εἰς πολλὰ ὑπουργεῖα, καὶ πιστεύω ὅτι ὅσα ἔγειναν, ἔγειναν ἀπὸ ἀπόλυτον ἀνάγκην· χάριν δὲ ἐκδικήσεως οὔτε εἰς μετατοπίσεις καταντᾷ, οὔτε εἰς ἀντικαταστάσεις μία Κυβέρνησις· καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἶναι δυσάρεστον διὰ τὸν ὑπουργὸν, καὶ διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διότι προσβάλλει τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων, καὶ οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ προσκρούῃ εἰς αὐτὰ τὰ συμφέροντα. Εἶμαι βέβαιος λοιπὸν ὅτι ὅ,τι ἐνηργήθη τότε ἐνηργήθη χάριν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπομένως καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἐπιμείνει νὰ καταδικάσῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα δὲν ἔχει δίκαιον ἡ ἐπιτροπή. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κ. Βότσαρης σᾶς εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐλαττώνει κατὰ 200 ἄνδρας, ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τὸ ἀναγνωρίζῃ αὐτὸ, ἦτον εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Κύριοι, ἔχομεν στρατιώτας, αὐτοὶ ἀπέκτησαν δικαιώματα, ὑποχρεώσεις· εἶναι δυνατὸν εὐθὺς νὰ τοὺς ἀπομακρύνετε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς νὰ σεβασθῆτε τὰ δικαιώματά των; ἀλλὰ τότε, πῶς θέλετε τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλάκις.... (θόρυβος). Λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον ἀναντιῤῥήτως ἔπρεπε νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως βαθμηδὸν, διότι ἄλλως ἤθελον γεννηθῇ ἀποζημιώσεις. Εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, κύριοι, ἐνίοτε αἱ παραβάσεις δὲν εἶναι παρὰ καθαρῶς οἰκονομικαὶ, καὶ ἂν ἠδύνατο ἕνας ὑπουργὸς νὰ σᾶς εἴπῃ σᾶς πληρόνω, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοῦ εἴπητε τίποτε, διότι ἐπεβάρυνε μὲ περισσότερα ἔξοδα τὸ δημόσιον, διότι αἱ ἀνάγκαι πραγματικῶς τὸ ἐπεβάρυνα μὲ περισσότερα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὄχι διότι ὑπεστήριξα αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἄλλοτε καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παρεδέχθη, νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅταν οἰκονομικοί τινες λόγοι ἀντίκεινται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς τάξεως, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ προτιμήσῃ τὴν εὐθύνην του πρὸς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης τῆς τάξεως ἔπρεπε νὰ γίνουν χρηματικαὶ ζημίαι, καὶ σεῖς τὸ παρεδέχθητε· ὅταν σᾶς εἶπα, ὅτι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐκάμαμεν παρανόμους δαπάνας, εἴπετε καλὰ ἐκάματε. Καὶ τώρα νομίζω, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς τὰς ἀπολύτους, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπισπεύσῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ αὐτὰ τὰ σώματα, νομίζω ὅτι θέλετε εἴπει, ὅτι καλὰ ἔπραξεν, ἀφ’ οὗ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅλην τὴν τακτικὴν διεξαγωγὴν τὴν ὁμαλὴν καὶ εἰρηνικήν. Θέλετε λοιπὸν παραδεχθῆ, ὅτι δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω λόγους ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ διακινδυνεύσῃ τὸ μέγα συμφέρον· καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, θέλετε εἴπει, ὅτι δὲν ἔκαμε κακῶς· ἑπομένως ὅτι θέλετε παραδεχθῆ τὰς πιστώσεις. Κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας βέβαια μὴ περιμένετε νὰ εἰσέλθω, διότι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς, καὶ διότι ἀπέναντι τῶν μικρῶν λεπτομερειῶν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ μία ἰδέα γενικωτέρα τῆς παρούσης καταστάσεώς μας· δὲν εἶναι ὁ καιρὸς νὰ διϋλίσωμεν τὸν κώνωπα, πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ πάθη ἕκαστος, πρέπει νὰ διέλθωμεν ἐν ὁμονοίᾳ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μεγάλα συμβεβηκότα, ἅτινα τελοῦνται κατὰ τὴν ἐποχήν μας, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερνικήσωμεν. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ νὰ παρουσιασθῶμεν ὡς ἔθνος ὁμονοοῦν καὶ ὁμοφωνοῦν διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὸ μεγαλεῖον τὸ προωρισμένον ἀπὸ τὴν θείαν πρόνοιαν. Λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἂν ὑπάρχουν τινὲς ἐλλείψεις καὶ παρεκτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, συνδέονται πολὺ στενῶς μὲ τὴν πορείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐντελῶς ὁμαλὴ, κανονικὴ, πρέπει νὰ ἤμεθα μετριώτεροι. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἰδίως τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ παρουσιάζηται ὄχι μεμψιμοιροῦσα, ἀλλὰ εἰς τὴν δύναμίν της ἐν τῇ ὁμονοίᾳ στηριζομένη πρέπει νὰ διέλθωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν εἶναι οὔτε παραπολλά. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεών μας· ὅταν ᾖναι ὁ καιρὸς, πρέπει νὰ τὴν ἐξετάζωμεν καὶ νὰ φερώμεθα αὐστηροὶ, διότι αἱ Κυβερνήσεις τότε μόνον δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸν σκοπόν των, ὅταν αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις φυλάττωσι τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς κοινωνίας ἐν τῇ τάξει, ἐν τῇ ἀσφαλείᾳ καὶ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῇ εἰλικρινεῖ τῆς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν ἐν ἰσχύϊ καὶ νομιμότητι. Εἰς τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις αὐτὸς ὁ λόγος πρέπει νὰ ὑπερισχύσῃ καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἡ ἡσυχία διετηρήθη ὅσον τὸ δυνατόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, Κύριοι, ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἰδέας καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐμφορουμένη νὰ παραδεχθῇ τὰς πιστώσεις, ἐντὸς τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἄτοπα. Εἰς ἐναντίαν περίστασιν μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἡ ἀπόφασίς μας θέλει βλάψει, θέλει παρεξηγηθῆ (θόρυβος) ......
§42Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μὴ ἐξελέγξωμεν ὅλως διόλου;
§43Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· νὰ ἐξελέγξωμεν (θόρυβος), ἀλλ’ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ μᾶς εἰποῦν, ὅτι δὲν καταγινόμεθα παρὰ πῶς νὰ εὕρωμεν μομφὰς κατὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ἤκουσα, Κύριοι, ζητοῦντας τὸν λόγον καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τοὺς ἀκούσω· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τοὺς ἀκούσω ἐνασχολουμένους, ὄχι εἰς γενικότητας, ἀλλὰ νὰ ἀποδείξωσιν, ἂν ἠμποροῦν, ἂν μὲ κατασχέσεις ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα, ἢ ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ἐξωδεύθησαν περισσότερα· ἐπιθυμῶ νὰ μ’ ἀποδείξωσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πετάξῃ εἰς τὸν δρόμον 300 ἀνθρώπους καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν τοὺς χωροφύλακας. Κατ’ ἐμὲ λέγω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ τοὺς θέσῃ εἰς ἐνέργειαν· τὸ μόνον λάθος εἶναι, ὅτι παρέλειψε νὰ σημειώσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πίστωσιν, ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· καὶ σᾶς ἐρωτῶ· οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ τί ἔπρεπε νὰ γίνουν; ἔπρεπε νὰ μένουν, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἕως νὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος; ἔπρεπε νὰ μένωσι, Κύριοι, ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ νέον προϋπολογισμὸν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ, σᾶς εἶπον, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Καθόσον δὲ ἀφορᾶ τὴν προμήθειαν τοῦ πανιοῦ, καθόσον ἀφορᾶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἀγορασθέντων πραγμάτων, διὰ τοῦτο βεβαίως οὐδεὶς ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ἐὰν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν πρᾶγμα ἐκτιμᾶται πρὸς τόσας δραχμὰς, καὶ ὅταν πρόκειται ν’ ἀγορασθῇ, ἔχει ἀξίαν τριπλασίαν τῆς προϋπολογισθείσης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ ὅλοι οἱ τύποι ἐξεπληρώθησαν, νὰ εἴπωμεν, διὰ τί ἐξωδεύθησαν περισσότερα· χρειάζονται 30,000 πήχεις πανίου διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς τόσας χιλιάδας στρατὸν, ἀλλὰ τὰ χρήματα δὲν ἐπαρκοῦν νὰ ἀγοράσωμεν 30,000, μόλις ἀρκοῦν ν’ ἀγοράσωμεν 15,000· τί πρέπει νὰ γίνῃ; πρέπει νὰ ἐνδύσωμεν μόνον τὸν ἡμίση στρατόν; Βλέπετε δὲ, ὅτι καὶ ἡ δημοπρασία ἔγινε καὶ ὅλοι οἱ τύποι ἐτηρήθησαν. Τί πταίει ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν ὑπερετιμήθη τὸ πρᾶγμα καὶ ἐχρειάσθησαν περισσότερα χρήματα; Πιστεύω διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν πίστωσιν, διότι ἐντὸς τῆς πιστώσεως αὐτῆς..........
§44ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἡμίταγμα;
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε πῶς τὸ ἐλησμόνησα; Εἰς τὸ ἡμίταγμα πρῶτον ὑπάρχουν δύω ἄτοπα· προσθήκη ἑνὸς ποσοῦ ἀξιωματικῶν, ἥτις δὲν εἶναι προσθήκη, διότι εἶναι μεταθέσεις ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὰ διάφορα τάγματα, καὶ ἄλλοι 300 περίπου ἀξιωματικοί· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑπάρχουν 300 ἀξιωματικοὶ, τὸ ἡμίταγμα ὡρίσθη νὰ περιέχῃ 350, διότι κατόπιν εὑρέθη, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὰ τάγματα 50 περιττοί· δὲν λέγω τώρα, ὅτι ἡ μετάθεσις εἰς τὸ ἡμίταγμα εἶναι παρανομία, εἶναι παραβίασις· βεβαίως δὲν εἶναι, διότι ἡ μετάθεσις οὐδέποτε δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς παρανομία. Λοιπὸν ἡ πρώτη παράβασις εἶναι, ὅτι ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ, εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ταγμάτων, μετετέθησαν εἰς τὸ ἡμίταγμα· εἶναι καὶ δεύτερος λόγος, ὅτι καὶ μερικοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐπανέφερον εἰς τὸ ἡμίταγμα ἀπὸ πολίτας. Πρῶτον, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι σωστὸς ὁ λόγος αὐτὸς, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ λεγόμενοι πολῖται δὲν ἦσαν ἀρχικῶς πολῖται, ἀλλ’ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἠδικήθησαν, καὶ τοὺς ὁποίους διὰ διοικητικῆς ἀποφάσεως ἐδικαίωσαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χάσωσι τὸ δίκαιόν των, τὸ ὁποῖον καὶ δικαστικῶς ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσιν ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὅλα τ’ ἀποδιδόμενα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι ἠδύναντο νὰ ἐπισύρωσι μίαν ἀπόφασιν ὁριστικὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀδίκως καὶ παρανόμως ἐνεργήσαντος.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἁρμόδιος, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ ἐκείνους, οἵτινες μετετέθησαν ἀπὸ τὰ σώματα εἰς τὸ ἡμίταγμα· ὁ Κύριος Πρόεδρος λέγει, ὅτι ἐπληρώνοντο· νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ἐὰν ἀπὸ τοὺς μετατεθέντας εἰς τὰ οἰκεῖα τάγματα ἔγειναν ἄλλοι προβιβασμοί.
§47ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔγειναν.
§48ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τοῦτο εἶχον δίκαιον ὅπου εἶπον, πρέπει νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ κακὸν, διότι καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε δύναται νὰ διορίσῃ περισσοτέρους ὑπαλλήλους, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικαστὰς καὶ οὕτω καθεξῆς, λοιπὸν λέγω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, τοὺς μετατεθέντας ἀπὸ τὰ τάγματα τὰ οἰκεῖα εἰς τὸ ἡμίταγμα, ἐὰν ἀποδεικνύεται ὅτι τοὺς ἐπροβίβασεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ..........
§49ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἶπον, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὑπῆρχον ὑπαξιωματικοὶ ὑπεράριθμοι εἰς τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων· ἐκτὸς τούτου ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὰ διάφορα σώματα πρὸ τοῦ 1866, οἵτινες, ἐπειδὴ ἦσαν ὑπεράριθμοι, προσεκολλήθησαν εἰς τὰ σώματα, διότι ἐφάνησαν χρήσιμοι. Ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ διάλυσις τοῦ ἡμιτάγματος, τὸ ὁποῖον συνέκειτο ἐκ 300, τότε ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους τοῦ ἡμιτάγματος νὰ προστεθοῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι οἱ ὑπεράριθμοι οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ σώματα· ὡς ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ αὔξησις τοῦ σώματος αὐτοῦ· ἀπὸ 350, ὡς τοὺς ἔλεγεν ἡ Βουλὴ, προῆλθεν αὔξησις 150, μαζῇ μὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς προερχομένους ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῶν χωροφυλάκων, καὶ τὰ σώματα ἔμειναν μὲ τὴν ὀργανικήν των δύναμιν. Μετὰ ταῦτα λοιπὸν ἐχήρευσαν θέσεις καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν οἱ ὑπουργοὶ διέταξαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος νόμου διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς, εἶπον ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων νὰ πληροῦται ἐκ τῶν ὑπεραρίθμων, καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ διὰ προβιβασμοῦ τῶν ὑπηρετούντων· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπληρώθησαν αἱ θέσεις αἱ ἡμίσεις διὰ τῆς ἐπανόδου, καὶ αἱ ἄλλαι ἡμίσεις διὰ προβιβασμῶν ἐντὸς τῶν σωμάτων.
§50ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Εἶμαι πεπεισμένος ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ὑπουργὸς, ὅτι ἐχήρευσαν αἱ θέσεις καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῶσι διὰ προβιβασμοῦ· δὲν ἔγεινεν αὐτὸ, ἀλλὰ διὰ προβιβασμοῦ εἰσήγοντο εἰς τὰ τάγματα καὶ μετετίθεντο εἰς τὸ ἡμίταγμα· αὐτὸ τοὐλάχιστον ἡ ὑπηρεσία μᾶς ἐφώτισε.
§51ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ σημείωσις ἡ ἐκ τῶν ἀρχείων ληφθεῖσα τῶν εἰσελθόντων καὶ ἐξελθόντων (ἀναγινώσκει μίαν σημείωσιν). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς διάφοροι μετετέθησαν ἀπὸ τοὺς ὑπεραρίθμους εἰς τὰ διάφορα σώματα, καθὼς καταφαίνεται ἐκ τῆς σημειώσεως αὐτῆς, ἥτις ἐξήχθη ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία μᾶς ἔδωκεν ὅτε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἔγεινεν ὁ νόμος τῶν ὑπεραρίθμων, εἰς κἀνέν σῶμα δὲν ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι (θόρυβος). Τέλος πάντων αὐτὸ μᾶς εἶπεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν ἦσαν ὑπεράριθμοι, ἀλλὰ διὰ προβιβασμοῦ προῆλθον οἱ ὑπεράριθμοι καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ἔγειναν μεταθέσεις μόνον τινῶν ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ὥστε φοβοῦμαι νὰ μὴ συνέβη τοιοῦτόν τι.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν τῆς ἐπιδεξίου ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Κ. πρωθυπουργοῦ. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ λαλήσῃ μᾶλλον εἰς τὴν καρδίαν παρὰ εἰς τὸ πνεῦμα· μᾶς εἶπε πολλὰ περὶ ὁμονοίας καὶ συμπνοίας, μᾶς εἶπε πολλὰ περὶ μεγαλείου καὶ ἄλλων πραγμάτων· ἤθελον ἀκούσει τὸν Κ. πρωθυπουργὸν μὲ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν, ἐὰν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἀντικείμενον τῆς αὐτῆς φύσεως, ὑμεῖς, κύριοι, τοῦ πρωθυπουργοῦ ἡγουμένου καὶ ὅλου τοῦ ἄλλου ὑπουργείου ἑπομένου, δὲν ἠθέλατε ἀρνηθῆ ψῆφον.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω μίαν λέξιν; Χθὲς δὲν ἀπεῤῥίφθη ἡ πίστωσις, ἀλλ’ ἐσυζητήθη νὰ φερθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον, ἑπομένως χθὲς δὲν ἦτο ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώσεως· ὥστε ἡμεῖς δὲν ἀπεβλέπαμεν μὲ τοῦτο τοὺς προκατόχους.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ἐσυζητεῖτο καὶ ἐδικάζετο καὶ ἐζητεῖτο ἡ καταδίκη ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ὀρθῶς καὶ νομίμως ἐπέφερε τὴν καταδικαστικὴν ἐναντίον αὐτοῦ ψῆφον· ὅ,τι χθὲς ἐσυζητεῖτο, τοῦτ’ αὐτὸ συζητεῖται καὶ σήμερον, καὶ τὴν ὑπομονὴν μὲ τὴν ὁποίαν χθὲς ἐδικάσαμεν, τὴν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ δείξωμεν καὶ σήμερον, ἄλλως θὰ κηρυχθῶμεν φατριασταί· καὶ τότε μάλιστα ἀναῤῥιπίζονται τὰ πάθη, ὅταν ἴδῃ ὁ κόσμος, καὶ ὁ ὑπουργὸς ὅστις κατεδικάσθη, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἠκολουθήσαμεν. Τί ἦτο τὸ χθεσινὸν ἀντικείμενον, κύριοι; παραβίασις τοῦ προϋπολογισμοῦ· τί εἶναι τὸ σημερινόν; παραβίασις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὅπως ἐδικάσαμεν τὸ χθεσινὸν, ὀφείλομεν νὰ δικάσωμεν καὶ τὸ σημερινόν· δὲν δυνάμεθα νὰ παρεκτραπῶμεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑμεῖς αὐτοὶ ἐψηφίσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἴπατε εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἰδοὺ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα σοῦ χορηγοῦμεν διὰ νὰ κυβερνήσῃς τὸ κράτος. Δύνασαι μὲ αὐτὰ τὰ μέσα νὰ διοικήσῃς τὸ κράτος; Ἐὰν δὲν δύνασαι, ἀπομακρύνσου καὶ μὴ θέλεις νὰ ἐπιβαρύνῃς τὸν λαὸν μὲ φόρους· τὸ νὰ δικαιολογῶμεν σήμερον ὑπόθεσιν ὁμοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν χθὲς κατεδικάσαμεν, τὰ τοιαῦτα οὔτε οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τῆς ἀγορᾶς δὲν τὰ κάμνουν. Βλέπετε, παρουσιάσθη εἷς λόγος δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας διὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον τοῦ Κράτους, τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ τηρήσῃ χωροφύλακας καὶ νὰ κάμῃ ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ μεταθέσῃ τάγματα καὶ νὰ μεταθέσῃ ὑπαλλήλους καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἀνωμαλίαν εἰς τὸ κράτος· τὴν τάξιν φέρουσι τὰ τοιαῦτα ἢ τὴν ἀταξίαν; τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μεταθέτῃ τὰ τάγματα καὶ νὰ μὴ μεταθέτῃ μόνον τοὺς ἀξιωματικούς;
§56ΛΑΠΠΑΣ. Ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέσῃ ὅσους θέλει, δὲν δύνασαι νὰ τῆς δέσῃς τὰς χεῖρας.
§57ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Γενικῶς ὁμιλεῖ ὁ Σακελλαριάδης.
§58ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χθὲς, λέγω, ἐπρόκειτο περὶ ὑπερβάσεως καὶ τὴν ὑπέρβασιν ἐκείνην τὴν κατεδικάσαμεν· σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, ὡς διϊσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, οὔτε Ναυπλιακὴ στάσις ἔγεινεν, οὔτε ἄλλα περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος· καὶ ὅμως καὶ τότε οὐδέποτε ἐπληρώθησαν περισσότερα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδέποτε παρετηρήθησαν τοιαῦτα ἀντικείμενα, οὐδέποτε ἐπετράπη εἰς τὸν ὑπουργὸν ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλῃ ὑπερβάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἐξοδεύσῃ ἓν λεπτὸν μὴ ἀποχρώντως δεδικαιολογημένον· διότι τότε, κύριοι, ἐρωτῶ, τί χρησιμεύει ὁ προϋπολογισμὸς, ὅταν τὸ ἓν ὑπουργεῖον κάμνῃ ὑπέρβασιν 50,000, τὸ ἄλλο 100 καὶ τὸ ἄλλο 200; Καὶ ὅταν δὲν χρησιμεύει ὁ προϋπολογισμὸς, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ ἡ Βουλή· διὰ τοῦτο ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ καταδικάσωμεν αὐστηρῶς ὅλας τὰς ὑπερβάσεις. Ἐννοῶ τὴν ἁβροφροσύνην ἀφ’ ἧς ὡρμήθη ὁ Κ. πρωθυπουργὸς διὰ νὰ συγκινήσῃ τὰ αἰσθήματά σας καὶ τὰς καρδίας σας· εἶπεν, ἐὰν ἐπιφέρετε καταδικαστικὴν ψῆφον ἐπὶ τῶν ὑπερβάσεων αὐτῶν, τότε θὰ εἴπουν, ὅτι τὸ τοιοῦτον γίνεται δῆθεν ἵνα μὴ σχηματισθῇ μία ἄλλη κυβέρνησις, ὅτι τρόπον τινὰ θέλομεν νὰ ἐμπορευθῶμεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν ὡς βουλευταὶ καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν ἄλλους. Δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς, δὲν ἐξετάζομεν ἂν ἦσαν βουλευταὶ οἱ τότε ὑπουργοί, καὶ ἐγὼ μάλιστα δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦσαν βουλευταί, οὔτε ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ φροντίσω ποῖοι ἦσαν· ἐδῶ παρατηρῶ μίαν ὑπέρβασιν. Ἔγεινε παράβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραβιάζεται αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς συνήθροισε εἰς τὰ ἐνταῦθα; Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι κατ’ ἔτος ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ὀφείλει ἓν ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ, τότε κύριοι, δὲν γινόμεθα ἐπίορκοι; Εἰς τὰς λεπτομερείας δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, διότι εἶναι παροῦσα ἡ ἀξιότιμος ἐπιτροπὴ, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος. Πιστεύω, ὅτι δὲν θ’ ἀφήσουν τὸ ἔργον των ἔκθετον, δὲν θὰ χαρισθοῦν εἰς πρόσωπα, ἀλλὰ θὰ ἔλθουν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὰ ἔργα των· ἐγὼ δὲ τὰ ἐμελέτησα καὶ τὰ εὗρον φρόνιμα, συνετὰ, πολιτικά, συνταγματικά καὶ ὀρθά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συντέμωμεν τὰς συζητήσεις μας καὶ νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Βλέπετε, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα ἀπολογισμὸν δὲν μᾶς παρουσιάζουν διὰ νὰ τὰς ἐξελέγξωμεν, ἀλλὰ μᾶς φέρουν ἕνα προϋπολογισμὸν, καὶ μᾶς λέγουν μετὰ 10 ἢ 12 ἔτη, τοὐτέστιν εἰς τὴν αἰωνιότητα, ὅτε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συζητήσῃ τοὺς ἀπολογισμούς, τότε θὰ τοὺς παρουσιάσουν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπομεν αὐτὰ τὰ χειροπιαστὰ, ὅταν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ παρουσιάζονται καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι ἐκάμαμεν αὐτὰς τὰς ὑπερβάσεις, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἡμεῖς πρέπει νὰ παραβλέψωμεν; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο εἰς Βουλὴν Ἑλληνικὴν καὶ μάλιστα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ὁμοφροσύνη, σύμπνοια, καὶ τὴν σύμπνοιαν ταύτην καὶ ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι, καὶ δι’ αὐτὴν ἀνέβην καὶ ἀναβαίνω πάντοτε τὸ βῆμα· καὶ ἂν θέλετε, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἀλλ’ ἀνεμνήσθην κάτι τι, μὲ ἠλέκτρισε μία σοφὴ ἰδέα τοῦ Πλάτωνος, «ὅπου δὲν εἶναι τὰ ἄριστα, ἐλευθέρως λέγειν». Παραβλέπομεν σήμερον τὸ ἓν, παραβλέπομεν αὔριον τὸ ἄλλο, καὶ τοιουτοτρόπως ἀνοίγομεν τὸ στάδιον τῆς ἀτιμωρησίας ἡμεῖς αὐτοὶ, συγχωροῦντες τὰ ἐγκλήματα· διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς.
§60ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὡς βλέπετε, κύριοι, ἐκ τῆς παρουσιασθείσης συμπληρωτικῆς πιστώσεως, ζητεῖται ἡ ψῆφός σας ἐπὶ μιᾶς δαπάνης γενομένης καθ’ ὑπέρβασιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πλέον τῶν 400,000 δραχ. Καὶ ἡ πρᾶξις, κύριοι, καὶ ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο, παρέχει πολλὴν σοβαρὰν σκέψιν· α) διότι, ὡς βλέπετε, εἶναι μία καταπάτησις τοῦ νόμου, β) διότι ἐγένετο καὶ εἰς ἕνα καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον μέγας λόγος γίνεται περὶ καταστάσεως οἰκονομικῆς, καὶ ὅλοι συγκεντρόνομεν τὴν προσοχήν μας, πῶς αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον ἠδύνατο νὰ τακτοποιηθῇ διὰ νὰ συντηρηθῇ τὸ κράτος, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας κατεπειγούσας καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἐκτεθειμένη ἡ ἐπικράτεια. Αὕτη ἦτο, κύριοι, ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ δαπάνη ἡ παρουσιαζομένη. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ σας διὰ νὰ τὴν ἐξετάσῃ ἐπακριβῶς ἐπὶ τῶν νόμων καὶ νὰ σᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει τὸ καθῆκον καὶ ὁ νόμος. Ἐὰν εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ν’ ἀποφανθῇ κατ’ ἐπιείκειαν, τότε ἠδύνατο νὰ πράξῃ τὸ ἐναντίον· ἤδη ὅμως, ὅτε παρεπέμφθη διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πραγματικότητα, τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν νομιμότητα, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ σᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἔφερεν. Ἐὰν ὑμεῖς ἐναντίον τῆς αὐστηρότητος τοῦ νόμου θέλετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιεικείας, αὐτὸ εἶναι ἐν τῇ κυριαρχίᾳ σας. Διὰ τοῦτο καὶ βλέπετε, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐναντίον τῆς ἐκθέσεώς μας δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν, καὶ ὅτι δὲν στηρίζονται ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐκ τῶν ζητουμένων 400 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν βλέπετε κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος παραδέχεται· ἄρχεται ἡ παρατήρησίς μας περὶ τῆς ὑπερβάσεως τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς 12 ὑπομοιράρχους, οἱ ὁποῖοι, ὡς σᾶς εἶπον, μετεφέρθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ μένουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πάντοτε· ἔμενον ἐκτάκτως ἐκεῖ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν τακτικήν των θέσιν, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἰς ἐκεῖνον τὸν προϋπολογισμὸν περιλαμβάνονται, ἀπ’ ἐκεῖ μισθοδοτοῦνται. Μετέβησαν λοιπὸν εἰς τὴν τακτικήν των θέσιν· διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἐχρειάσθη ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐκείνῳ ἔκτακτος πίστωσις, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἑκάστου ὑπουργείου ἔχει τὴν τακτικὴν δαπάνην κατὰ τὰ κανονισμένα. Μεταβάντες λοιπὸν οἱ ὑπομοίραρχοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν, μετέβαινον εἰς τὴν κανονικήν των θέσιν· οἱ μὲν ἐν ἐνεργείᾳ μετέβαινον εἰς τὴν θέσιν των, οἱ δὲ ἐν ἀργίᾳ, εἰς τὴν ἐν ἀργίᾳ θέσιν των, καὶ διὰ τοῦτο κᾀμμία ὑπέρβασις δὲν ἐχρειάζετο. Πῶς λοιπὸν ἐπῆλθεν ὑπέρβασις; Διότι δὲν τοὺς ἐτοποθέτησαν καταλλήλως, διότι ἀντὶ νὰ τοὺς θέσῃ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν κανονικήν των θέσιν τοὺς ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ἡ πρώτη δαπάνη βλέπετε ὅτι ἔγεινε παρανόμως.
§61ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διαβάσω μίαν στιγμὴν τὰ σχετικὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 5 Ἰανουαρίου 1866; Ἀναγινώσκει τὰ πρακτικά.
§62ΛΑΠΠΑΣ. Ἰδοὺ τὶ ἠκολούθησεν. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐλάμβανον τὸν μισθὸν τῆς ἀργίας καὶ ἐπληρόνοντο ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἕως οὗ δὲν εἶχε πλέον ἀνάγκην αὐτῶν.
§63ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα, τὰ ὁποῖα εἶναι λεπτομερέστερα πολὺ, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ ἴδῃ καὶ τὸ πνεῦμα. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔκαμε πρότασιν νὰ διαχειρισθῇ ἡ πίστωσις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐξ ἴσου ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν 150,000 δραχμῶν· ἐπὶ τῇ προτάσει ὅμως τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ πίστωσις αὕτη ἀπεῤῥίφθη.
§64ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ δὲν ἐξάγεται αὐτό.
§65ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐδόθη οὐδεμία πίστωσις διὰ νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐζήτησα τότε νὰ ἐπαναφερθῶσιν, ἔμειναν.
§66ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν τὸ ἀναγνωσθὲν μέρος νὰ ἐδικαιολόγει διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ζημιώσῃ κανέναν· ἀλλ’ ὡς βλέπετε, τὶ λέγομεν, τὶ ἐπρότεινες καὶ τὶ ἐπρότεινα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὶ ἀπεκρίθη ὁ ἄλλος, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὶ ψηφίζεται· ἐνταῦθα τὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή; Εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ μεταβοῦν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μεταφερθῇ καὶ ἡ πίστωσις· ποία πίστωσις; Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὐδεμιᾶς πιστώσεως, διότι αὐτοὶ περιελαμβάνοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔπρεπε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν κανονικήν των θέσιν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἔλαβον ἄλλην παρὰ τὴν κανονικήν των θέσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἔγεινεν ἡ ὑπέρβασις. Τώρα ἔρχομαι κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τοὺς 200 χωροφύλακας· οἱ 200 χωροφύλακες ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον γνωρίζον τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, ὥρισε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπεψήφισεν· ἀλλ’ εἴτε διότι ἀνάγκην ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε διότι δὲν ἠξεύρω πως ἤθελε νὰ κάμῃ οἰκονομίαν τινὰ, τοὺς ἐπῆρε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναρμοδίως καὶ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἀπέραντα, τοὺς ἐτροφοδότει ἐπὶ δύω μῆνας, καὶ μετὰ ταῦτα τοὺς ἀπέλυσε. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, σᾶς παρακαλῶ, ἠδύνατο πλέον νὰ τοὺς περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνῷ τοὺς εἶχεν ἐξαλείψει;
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον τοὺς εἶχε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔπειτα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην παράβασιν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸν στρατὸν ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἶχον ἀποκατασταθῆ περισσότεροι ἀξιωματικοὶ τῶν κανονικῶν· ἀπεφασίσθη λοιπὸν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ὥστε διὰ νὰ τακτοποιηθῇ ὁ στρατὸς καὶ μὴ ὑπάρξῃ αὐτὸ τὸ ὑπεράριθμον ἐντὸς τῶν σωμάτων, νὰ σχηματισθῇ ἴδιον σῶμα, ὅπερ ὠνόμασεν ἡμίταγμα, νὰ συμπεριλάβῃ ὅλους τοὺς ὑπεραρίθμους ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ διατηρῆται ἕως οὗ ἕκαστος εὕρῃ θέσιν ἐνεργητικὴν ἢ ἄλλως πως οἰκονομηθῇ. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δὲν ὡρίσθη ὡς τάγμα κανονικὸν, ἀλλ’ ἦσαν θέσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐτέθησαν αὐτοὶ διὰ νὰ μισθοδοτῶνται καὶ βαθμηδὸν νὰ ἐκλείψῃ· τοιουτοτρόπως 134 ἐξῆλθον. Ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος Κ. ὑπουργὸς, εἴδατε, ὅτι δώδεκα εἰσῆλθον εἰς τὴν χωροφυλακὴν, 12 ἢ 13 εἰς διάφορα σώματα, ὥστε τὸ ὅλον 25 ἢ 30 εἰσῆλθον εἰς τὰ σώματα, ἐνῷ ἔπρεπε πάντοτε ἐξ αὐτοῦ νὰ παραλαμβάνωνται ὁσάκις ἐξεκενοῦντο θέσεις, καὶ τὸ ὑπουργεῖον σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔκρινε νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν ὑπεραρίθμων καὶ τὸ ἥμισυ νὰ προβιβάζωνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Λοιπὸν ὅπως δήποτε, βλέπετε, ἐλαττοῦται αὐτὸ τὸ σῶμα, διότι ἐξῆλθον 134, ὥστε αὐτὸ τὸ σῶμα ἠλαττώθη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τοὺς 350 ἐξελθόντες 144, ἔμειναν 206. Ἀλλὰ τὶ ἔγεινεν; Ἐξῆλθον 144· ναὶ· ἐνῷ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1866 ἐξῆλθον 141, εἰσῆλθον 134· τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι αὐτὸ δὲν ἦτο ἓν σῶμα κανονικὸν καὶ διαρκὲς, ἀλλὰ πρὸς διατροφὴν τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν· λοιπὸν καθὼς ἐξήρχοντο ἢ παρῃτοῦντο, ἐλαττοῦτο κατὰ τοσοῦτον ὁ ἀριθμὸς, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ εἰσῆλθον 134.
§69ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὑπαξιωματικοὶ εἰργάζοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ἀρτοποιεῖον κτλ. κατόπιν δὲ τοὺς ἐτοποθέτησαν εἰς τὸ ἡμίταγμα.
§70ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς ὅλων αὐτῶν ἀπετέλεσε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τῶν 350 ὑπεραρίθμων. Αὐτὸ ἦτο ἓν σῶμα μὴ σῶμα, ἀλλὰ μία συνάθροισις ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν· βαθμηδὸν τὸ ἔκαμαν σῶμα, καὶ ἐπροβίβαζον ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς ἔστελλον ἐκεῖ.
§71ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρετε ποῖος προβιβάζει τοὺς ὑπαξιωματικούς; Οἱ σωματάρχαι, ὄχι ὁ ὑπουργός.
§72ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ διοικηταὶ προβιβάζουν ὅσους θέλουν, τότε δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγώ......... Καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖται τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ δικαιολόγησις δὲν μᾶς πείθει. Ἔρχεται μετέπειτα ἡ μετακίνησις τοῦ στρατοῦ· πρὸς τοῦτο εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ 80,000 δραχμῶν, ἀλ’ ὡς ἐκ τῶν γενομένων κινήσεων αἱ 80,000 κατηναλώθησαν καὶ περισσότερον ἀκόμη. Ἔρχομαι εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν, ἀλλ’ αὕτη γίνεται ἐντὸς τοῦ ὅρου· δὲν λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰς ἀνάγκας νὰ μεταθέτῃ στρατόν· τοῦτο δὲν διεφιλονείκησε κανεὶς, ἀπόδειξις ὅτι ἀναγνωρίζομεν αὐτὸ, ἀλλὰ πρέπει ὅμως αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῆται καὶ μετὰ προνοίας καὶ σκέψεως ἐντὸς ὅρων, πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν ἂν ἔχωμεν χρήματα διὰ μετακινήσεις, ὅταν δὲν ἔχωμεν πρὸς συντήρησιν. Τὰ δαπανώμενα ὑπεραρίθμως διὰ μετακινήσεις ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἔχουν τὸν ὅρον των καὶ οὗτος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅταν ψηφίζῃ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε συνήθως 70,000 καὶ κατὰ τὸ 1866 ἐψηφίσθησαν 80 χιλιάδες, τὸ ὑπουργεῖον ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τόσας κινήσεις ὥστε νὰ ὑπερβῇ τ’ ἀποφασισμένα. Ὅπως βλέπετε, αἱ ὑπερβάσεις αὗται ἐγένοντο δυστυχῶς ἄνευ δικαιολογήσεως, διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν· ὥστε τὰ ἔξοδα διὰ πᾶσαν περίστασιν εἶχον προβλεφθῆ, καὶ ἐντὸς αὐτῶν ὤφειλε νὰ ἐνεργῇ τὸ ὑπουργεῖον καὶ οὐχὶ νὰ ὑπερβῇ τὰ νενομισμένα. Ταῦτα ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε· δὲν μένει εἰς ἡμᾶς τι πλειότερον, τὰ λοιπὰ εἶναι ὑμέτερον ἔργον. Πρὸς ὑποστήριξιν ὅμως τοῦ νόμου, ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἂν θέλετε νὰ λάβητε καὶ ἕτερα μέτρα, δὲν ἐπεμβαίνομεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπιτροπῆς· παρῆλθεν ἡ ὥρα· ἐγκρίνετε νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον διὰ πρώτην φορὰν ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς;
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον (θόρυβος.)
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καὶ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἔχω τι ν’ ἀντείπω ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιθυμῶ ὅμως αὔριον, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἀκριβεστέρας πληροφορίας ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀντικειμένων εἰς τὰ ὁποῖα ἐλάλησε σήμερον. Καὶ πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς φωτίσῃ ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν δύω μηνῶν ν’ ἀποβάλῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς τοὺς 200 χωροφύλακας, τῶν ὁποίων τὴν δαπάνην περιέκοψεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866. Δεύτερον, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν τῷ ὄντι ὅλοι οἱ ὑπεράριθμοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1866 εἰσῆλθον εἰς τὸ ἡμίταγμα, ἦσαν εἰς τὰ διάφορα σώματα διεσκορπισμένοι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ἢ προήρχοντο ἐκ μεταγενεστέρων προβιβασμῶν· διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω καθαρὰ, αἱ πληροφορίαι ἃς ἔδωκε σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς δοθείσας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις ἐπληροφόρησε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ὑπεράριθμοι δὲν ὑπῆρχον εἰς κἀνὲν σῶμα, ὅτι ναὶ μὲν ὑπηρέτουν εἰς τὰ διάφορα σώματα, ἀλλ’ ὅλοι οὗτοι ἐλογίζοντο εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος καὶ ὅτι τὰ διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ 66 εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἡμιτάγματος, προήρχοντο ἐκ προγενεστέρων προβιβασμῶν. Ἐπιθυμῶ πρὸς τούτοις νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρὰ ποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὰς ὑπερβάσεις κατὰ 120,000 δραχμὰς εἰς ἀγορὰν ἱματισμοῦ, διότι ἄλλα διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις καὶ ἄλλοι λόγοι ἐξετέθησαν σήμερον ἀπό τε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν. Αὐτὰς τὰς τρεῖς πληροφορίας παρακαλῶ αὔριον νὰ μᾶς δώσῃ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1866 χορηγεῖται πίστωσις 466,328 κτλ. ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον.
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 5 παρὰ 20|60