1867.01.24
1,463 rows · 12,664 words · 79 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
(Τρίτη).
Τῆς 24 Ἰανουαρίου 1867.
Ὥρᾳ 1 παρὰ 20 λεπτά.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταὶ, παρακαλῶ λάβετε τὰς θέσεις σας.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἔχω μίαν τηλεγραφικὴν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας μία ἑταιρία ἀναλαμβάνει νὰ στήσῃ τηλεγραφικὰς γραμμὰς καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς τὴν Σύρον καὶ διάφορα ἄλλα μέρη· τὸ προλαβὸν ὑπουργεῖον εἶχε τελειώσει αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ἐγὼ ἐπέφερα μερικὰς τροπολογίας καὶ ὑποβάλλω τὴν σύμβασιν εἰς συζήτησιν τῆς Βουλῆς...
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατάττει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§7ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ Γαλλικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία μειόνει κατὰ τὸ ἓν τρίτον τὰ τέλη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπεβλήθη μία πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Στεφανοπούλου θέλει τυπωθῆ. Ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ληστείας.
§9ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν οὐδεμία ἀντίῤῥησις παρουσιάσθη ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ φθαρτῶν κτημάτων νόμου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὥστε δύναται νὰ προταχθῇ. Ἐνταῦθα γίνεται παραδεκτὴ καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ ἕκαστον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἕπεται διὰ τρίτην συζήτησιν.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ΙΖʹ. Νόμου. Ἄρθρον 1. Ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΙΖʹ. Νόμου εἰκοστημορίου τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τοῦ τιμήματος τῶν κτημάτων, ὑποχρεοῦνται οἱ θέλοντες νὰ συναγωνισθῶσιν εἰς τὰς δημοπρασίας νὰ προκαταβάλωσι τὸ δεκατημόριον. Εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ εἰρημένου Νόμου ὁ μὲν τελευταῖος πλειοδότης ἀπόλλυσι τὸ δεκατημόριον, αἱ δὲ προενεργηθεῖσαι δημοπρασίαι θεωροῦνται ὡς μὴ γενόμεναι. Ἄρθρον 2, ἡ περὶ ἐκποιήσεως διακήρυξις δημοσιεύεται ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ ἐφόρου, τῆς μὲν πρώτης δημοπρασίας εἰς τὰς πρωτευούσας ὅλων τῶν Δήμων τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ κτῆμα, τῆς δὲ δευτέρας εἰς τὴν πρωτεύουσαν μόνον τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Καὶ ἡ μὲν πρώτη δημοπρασία ἐνεργεῖται μετὰ 30 ἡμέρας, ἡ δὲ δευτέρα μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὡς ἀνωτέρω, δημοσιεύσεως τῶν διακηρύξεων. Ἄρθρον 3. Ὑπόχρεοι εἰς τὴν προκαταβολὴν τοῦ δεκατημορίου θεωροῦνται καὶ οἱ μέλλοντες νὰ συναγωνισθῶσιν εἰς δημοπρασίας, κηρυχθείσας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 4. Τὸ Δημόσιον δὲν ἐγγυᾶται οὔτε διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ κτήματος, οὔτε διὰ τὸ ποσὸν τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῷ δένδρων, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς κατὰ τὰ διαγεγραμμένα ὅρια ταυτότητος τῶν κτημάτων. Πᾶσα προλαβοῦσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Νόμον ἀκυροῦται.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ε. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν λῃστῶν νόμου. Ὁ Κύριος Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§12ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λῃστεία, κύριοι, ἡ ὁποία ἐπιπολάζει εἰς τὴν στερεὰν Ἑλλάδα ἕνεκα ἐγχωρίων λόγων· δυστυχῶς ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος, συνάδελφός μας καὶ φίλος μας, ἐγένετο θῦμα τῆς λῃστείας πρὸ δύω, τριῶν μηνῶν. Ἡ Κυβέρνησις νομίζουσα, ὅτι ἔλλειψις καταλλήλων νόμων συντηρεῖ τὴν λῃστείαν, ὑπέβαλε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ καθὼς θέλομεν ἀναπτύξει παρακατιόντες, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν νεώτερον φέρει παρ’ ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ἐκτὸς μόνον τὴν καταδίωξιν τῶν δημάρχων, καὶ εἰμπορεῖ νὰ ἐπιγραφῇ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν δημάρχων μᾶλλον, παρὰ περὶ καταδιώξεως τῶν λῃστῶν. Τὸ ἐπανέρχεσθαι εἰς τὰ νομοθετημένα, τὰ ὁποῖα ἀπέπνευσαν καὶ κατηργήθησαν ὡς ἀνωφελῆ, νομίζω ὅτι καθίστησι τὴν νομοθεσίαν μας ἄλλην γλῶσσαν Σινικὴν, τῆς ὁποίας ἡ πολυμάθεια συνίσταται εἰς τὴν ἐκμάθησιν πλειοτέρων λέξεων. Ἡ τάσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸ νὰ νομοθετῶμεν, θέλει καταντήσει τὴν νομοθεσίαν μας ἐκεῖ ὅπου κατήντησε καὶ ἡ Ῥωμαϊκὴ νομοθεσία μέχρις Ἰουστινιανοῦ, ὅστις διὰ νὰ καθαρίσῃ αὐτὴν ἠναγκάσθη νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸ πῦρ καὶ νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα ἀπαγορεῦον τὴν ἔκδοσιν νομικῶν συγγραμάτων ἐκτὸς τῶν σχολίων τοῦ νόμου. Εἰς δύω ἀρχὰς στηρίζεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν ἀμοιβῶν καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν ποινῶν, ἀλλ’ οὐδέτερον τούτων εἶναι νέον· αἱ ἀμοιβαὶ προϋπῆρχον καὶ ἐπιζῶσιν ἀκόμη ἐν ἐνεργείᾳ, πλὴν ἐν ἀθῳότητι, διότι οὐδὲν καλὸν προσήνεγκον· ὁ ἴδιος κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν, ὅτι εὑρέθη εἰς πλάνην, ὅταν ἐνόμιζεν, ὅτι ἐπαυξάνων τὴν ἀμοιβὴν τῶν κεκρυμμένων λῃστῶν, ἤθελε κατορθώσει νὰ πέσωσιν αἱ κεφαλαὶ αὐτῶν· μυριάδες δραχμῶν προεκηρύχθησαν ὡς ἀμοιβὴ, καθὼς ἠξεύρετε, διὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Κίτσου, διὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Λύγκου· οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῶν καταδιωκόντων αὐτοὺς κατώρθωσε νὰ τὴν λάβῃ, οὔτε πιστεύω ὅτι αἱ συντάξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιψηφίζει, θὰ παρακινήσουν τοὺς πολίτας νὰ φονευθῶσι διὰ νὰ προσπορίσουν σύνταξιν εἰς τὰ τέκνα των. Αἱ ποιναὶ, κύριοι, ὅλαι συλλήβδην ὑπάρχουν εἰς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν· αὐτὴ ἡ ἐκτόπισις, αὐτὸ τὸ βανδαλικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον πρὸ 30 ἐτῶν ἐνεταφίασεν ἀπόλυτος μοναρχία, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπροξένησε τοσούτους γογγυσμοὺς, ὥστε ἔφθασαν οὗτοι μέχρι τῆς πρωτευούσης τῆς Ἀλβιόνης, καὶ ἠνάγκασαν αὐτὸν τὸν ἀπόλυτον μονάρχην ἕνεκα ἐξωτερικῶν περιστάσεων νὰ τὴν καταργήσῃ, ἀπορῶ πῶς ἐνῷ τοιοῦτον μέτρον ἀπᾴδει εἰς τὰς ἐλευθερίας καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν τοῦ 19 αἰῶνος, ἀπᾴδει εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ 1867, ἔρχεται σήμερον εἷς πρωθυπουργὸς συνταγματικοῦ ἔθνους, ἐπαγγελλόμενος τὰς ἐλευθερίας, νὰ ἀνορύξῃ ἐκ τοῦ τάφου τὸ σεσηπὸς αὐτὸ καὶ βανδαλικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπροξένησε μύρια κακὰ δεινότερα παρ’ ὅσα ἡ λῃστεία. Ἡ νομικὴ πρόληψις, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ νόμου, ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν λῃστείαν, θὰ δώσῃ μίαν λαβὴν εἰς τοὺς ἀντιθέτους τῶν δημοτικῶν ἐξουσιῶν ἀνθρώπους τοῦ νὰ προκαλοῦν λῃστείας διὰ νὰ ἔχουν τὴν ἀφορμὴν νὰ καταδιώκουν καὶ νὰ κατηγοροῦν τοὺς δημάρχους. Ἡ παῦσις τοῦ κατηγορηθέντος δημάρχου δὲν θὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν, κύριοι· θέλει πάλιν ἀνάψει τὴν ἐπιθυμίαν εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς ἀντιθέτους νὰ προκαλέσουν τὰ αὐτὰ καὶ νὰ πληρώσουν μετὰ τόκου τὰ ἴσα. Ἐκ τούτου, κύριοι, θέλομεν ἔχει, καθὼς καὶ ἄλλος εὐφυὴς ῥήτωρ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε, καταδιώξεις δημάρχων καὶ πολλαπλασιασμοὺς λῃστῶν, ἡ δὲ ἡμερησία διάταξις θὰ ᾖναι ἐκλογαὶ δημοτικαὶ καὶ καταδιώξεις δημάρχων λῃστῶν. Τί ἄλλο ἀκόμη ἀποτέλεσμα θὰ φέρῃ ὁ νόμος οὗτος; θὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν τῶν δικαστηρίων καὶ τὴν ἀπώλειαν πάσης ἀνεξαρτησίας αὐτῶν. Ὑπάρχουν χιλιάδες ἐκκρεμῶν δικῶν· ἐὰν λοιπὸν ἐπιφορτισθοῦν τὰ δικαστήρια πρὸς τὰς δημοτικὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔχουν, ἕνεκα τοῦ δημοτικοῦ μας συστήματος, καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν δημάρχων, θὰ παραμελήσωσι τὰ ἄλλα χρέη των καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης θὰ ᾖναι ἰδανική, διότι θὰ κατασταθῇ βραδυτάτη. Θέλουν ἀπολέσει πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν τὰ δικαστήρια, διότι οἱ προστάται τῶν δημάρχων ἢ οἱ κομματάρχαι τῶν ἐπαρχιῶν θὰ ἐπηρεάζουν αὐτὰ διὰ νὰ μὴ ἀποδίδουν τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς κατηγορουμένους. Ὅλα τὰ πράγματα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἔχουν τὰς αἰτίας των· οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἄνευ αἰτίας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ αἴτια. Ἐὰν τὰ αἴτια ὑπάρχουν, τὰ ἀποτελέσματα πάντοτε θὰ ὑπάρχουν. Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα διαιωνίζουν αὐτὴν τὴν λῃστείαν. Εἶπόν τινες, ὅτι ἡ κακῶς χαραχθεῖσα ὁροθετικὴ γραμμὴ ἐνθαῤῥύνει ἢ γεννᾷ τὴν λῃστείαν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, κύριοι, διότι τὸ ἐναντίον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ γεννήσῃ τὴν λῃστείαν· ὅρια τὰ ὁποῖα διαχωρίζονται ἀπὸ φάραγγας, ἀπὸ ὄρη ὑψηλά, ἀπὸ δάση, εἶναι κατάλληλα νὰ κρύψουν τοὺς λῃστὰς καὶ νὰ διαιωνίζουν τὰς λῃστείας· τὰ ὅρια, ὡς εἶναι κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν εἷς χάνδαξ ἢ εἷς μικρὸς ῥύαξ, δὲν εἶναι κατάλληλα νὰ διαιωνίσουν τὴν λῃστείαν, διότι εὐκολώτερον φαίνονται οἱ λῃσταὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη εἴτε ἀπὸ τοὺς στρατιώτας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κράτους. Οἱ λῃσταὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη διατηροῦνται ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν χαρακτήρων τῶν ὁμόρων φυλῶν· εἰς τὰ μεθόρια κατοικοῦν δύω φυλαὶ ἀντιθέτου χαρακτῆρος, ἀντιθέτων συμφερόντων, ἐχθρικῶς πάντοτε διακείμεναι ἐκ φύσεως.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ φυλαί;
§14ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χριστιανικὴ καὶ ἡ τουρκική. Ὅταν ᾖναι ἀρβανῖται οἱ λῃσταὶ, οἱ τοῦρκοι δὲν τοὺς καταδιώκουν, καὶ ὅταν ᾖναι χριστιανοὶ οἱ ἕλληνες δὲν τοὺς καταδιώκουν.
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς δὲ τὴν Πελοπόννησον;
§16ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἄλλα αἴτια, ὡς ἡ πίεσις τῶν ἀρχῶν, ἡ κακὴ διανομὴ τῆς δικαιοσύνης, τὰ κομματικὰ πάθη, ἡ καταπίεσις τῶν ἀποσπασματαρχῶν, ἡ προστασία τέλος τὴν ὁποίαν παρέχουν οἱ ἰσχυροὶ εἰς τοὺς ἐγκληματίας. Ὅλοι ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πολλάκις εἷς ἐγκληματίας κατήντησε φυγόδικος ἀπὸ τὴν μεροληπτικὴν διαγωγὴν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, θελησάσης νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ἔγκλημα εἰς βαθμὸν κακουργήματος. Ἡ φυγοδικία δὲν εἶναι παρὰ ἓν βῆμα πρὸς τὴν λῃστείαν. Πολλοὶ ἐξανέστησαν ἕνεκα τῶν καταπιέσεων τῶν ἀποσπασμάτων ὄχι τώρα, ἀλλὰ καὶ ἀρχῆθεν. Τοιαῦτα αἴτια ὑπῆρξαν πηγὴ λῃστρικοῦ βίου· ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, διηγούμενον ἕνα καλὸν στρατιωτικόν μας περὶ τῆς αἰτίας διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κατσαντώνης, ὁ περιφημότερος δηλ. τῶν κλεπτῶν ἔγεινε τοιοῦτος διὰ ἕνα κριὸν ὁ ὁποῖος τοῦ ἀφῃρέθη μὲ τρόπον ἀπότομον ἀπὸ τζοχαντάρην τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ. Κατὰ τῆς ἀπειλῆς, ὅτι θέλει ἐπιδοθῆ εἰς τὸν κλεπτικὸν βίον, οἱ περὶ αὐτὸν τὸν περιέπαιζον, λέγοντες κάτζε Ἀντώνη· ἐκ τούτου καὶ τὸ ἐπώνυμον, Κατζαντώνης... Μὴ φέρων οὔτε τὴν ὕβριν τοῦ τούρκου, οὔτε τὰς ἀστειότητας τῶν συγχωρίων του, ὥρμησεν εἰς τὸν βίον ἐκεῖνον καὶ ἀπέκτησε φήμην ἀνδρείου ἀρματωλοῦ. Ἡ κακὴ ἀπονομή, κύριοι, τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου ἐκ μέρους τῶν μοιράρχων, τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν δημάρχων, ἠνάγκασε πολλοὺς νὰ δοθοῦν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον. Ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν κακῶς ἐννοοῦμεν σήμερον καὶ τὴν ὁποίαν δίδομεν μετὰ μεγάλης προθυμίας εἰς τὸν ἐγκληματίαν, φιλοτιμούμενοι μάλιστα ὡς κομματάρχαι, ποῖος νὰ περιποιηθῇ περισσότερον τὸν ἐγκληματίαν, αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα αἰτία, ἡ ὁποία προξενεῖ τὴν ἀφοβίαν τῶν νόμων ἔχομεν δυστυχῶς παραδείγματα, ὅτι κομματάρχαι τρέχουν εἰς τὰ κακουργοδικεῖα ἵνα διαφθείρουν τὰς συνειδήσεις τῶν μαρτύρων καὶ δικαστῶν. Αὐτοὶ καὶ αἱ πράξεις των προκαλοῦσι τὴν ἀφοβίαν πρὸς τοὺς νόμους. Ὅταν ὁ ἐγκληματίας γνωρίζῃ ὅτι θὰ εὕρῃ προστάτας ἰσχυροὺς, ἐπιδίδεται εἰς τὸ κακὸν καὶ ἀπὸ τὸ ἔγκλημα μεταβαίνει εἰς τὸν ληστρικὸν βίον. Ἰδοὺ λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς λῃστείας. Θεραπεύει δὲ ὅλα αὐτὰ ὁ παρὼν νόμος; Κανὲν, νομίζω, ἐξ αὐτῶν. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν περίστασιν, κύριοι, τί πρέπει νὰ κάμωμεν; νὰ συντρέξωμεν βεβαίως ὅλοι διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἠθικὴ κατάστασις εἰς τὴν πολιτείαν, ὥστε ὅλοι νὰ γνωρίσουν τὸ καθῆκόν των καὶ ὅλοι νὰ καταδιώκουν τοὺς ἐγκληματίας καὶ τοὺς ἐπιδιδομένους εἰς τὸν ληστρικὸν βίον, ν’ ἀποσκορακισθῇ πᾶσα προστασία πρὸς τοὺς ἐγκληματίας. Ἐνόσῳ ὅμως ἡ πολιτεία δὲν φθάσει εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν, ἓν μέσον, νομίζω, κύριοι, ἱκανὸν νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ληστείαν, τὸ νὰ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος, ὁ ἱκανὸς διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν, οὐχὶ ὁ νόμος, διότι ὁ νόμος ἄνευ ἐκτελεστοῦ εἶναι ἁπλοῦς καὶ ἄψυχος χάρτης. Μικρὸν, κύριοι, πρὶν ἢ ὁ Καῖσαρ διαβῇ τὸν Ῥουβίκωνα, κατέλυσε τὴν δημοκρατίαν τῆς Ῥώμης· ἡ πειρατεία εἶχεν ὑψώσει ἀλαζόνα κεφαλὴν, εἶχε καταντήσει τόσον τολμηρὰ, ὥστε ἐξ ἐπαύλεώς τινος κειμένης παρὰ τὴν Ῥώμην ἥρπασαν τὴν παρθένον ἑνὸς γερουσιαστοῦ πλουσίου καὶ τὴν ἀντήλλαξαν ἀντὶ 80 χιλιάδων δραχμῶν· ἡ δημοκρατία τότε, δὲν ἐψήφισε νόμους, ἀνηγόρευσε τὸν μέγαν Πομπήϊον αὐτοκράτορα στρατηγὸν καὶ ἕνα νόμον τῷ ἔδωκε, τὴν πειθαρχίαν τοῦ ναυτικοῦ. Ἔλαβε τὸ ἀναγκαῖον ναυτικὸν, ἀπέπλευσε καὶ κατέστρεψεν ἐντὸς ὀλίγου τοὺς πειρατὰς, ἐκ δὲ τῶν λειψάνων αὐτῶν συνεστήθη ἀποικία εἰς τὴν Σικελίαν καὶ ἀνήγειρε μίαν πόλιν. Ἡ πεῖρα, Κύριοι, ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις νόμων δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συντηρεῖ τὰς ληστείας· εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καταστρέψῃ αὐτάς. Πιστεύω, ὅτι ἀδικοῦμεν τὸ ἔθνος ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ νὰ φέρῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα· ἀποφασίσατε νὰ ἐξετάσητε καὶ θὰ εὕρητε ἕνα τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον, στρατιωτικὸν βεβαίως, ὄχι χιλίους ἀποσπασματάρχας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κανένα δεσμὸν, καμμίαν πειθαρχίαν πρὸς ἀλλήλους· εἷς μόνος ἀρχηγὸς ἱκανὸς, τίμιος καὶ δραστήριος ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό.
§17ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐγὼ δὲν γνωρίζω νὰ παραστήσω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα· θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐκ πείρας περὶ τῆς λῃστείας. Οἱ λῃσταὶ, οἱ ὁποῖοι μαστίζουν καὶ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν στερεὰν Ἑλλάδα, πόθεν εἶναι; Ἀπὸ τὴν Γαλλίαν εἶναι; ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν; ἀπὸ τὴν Τουρκίαν; ἀπὸ τὴν Πρωσσίαν; Νομίζω, ὅτι εἶναι Ἕλληνες, ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν. Πῶς αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι λῃσταὶ εἶναι τόσον ἰσχυροὶ νὰ καταπιέζουν τοὺς νόμους καὶ δὲν εὑρίσκεται τρόπος τῆς καταστροφῆς των; Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς διατηροῦνται οἱ λῃσταὶ, καὶ πῶς διατηρεῖται ἡ λῃστεία· θέλω σᾶς εἴπει ἐγὼ ὡς ἐκ τῆς πείρας. Εἰς τὴν Πελοπόννησον εἶχε καταντήσει ἡ λῃστεία πολὺ σπουδαία, πολὺ σοβαρὰ ἐν καιρῷ τοῦ Κατσάβα, τοῦ Τασίλα, τοῦ Κακογιάννη· εἶχον καταντήσει 80, 90 λῃσταὶ, οἱ ὁποῖοι διῃροῦντο 10 ἐδῶ καὶ 15 ἐκεῖ καὶ ἐτάραττον ὅλην τὴν Πελοπόννησον· ποῦ ἐτρέφοντο αὐτοί; ἀπὸ ποῖα μέρη ὑπεστηρίζοντο, Κύριοι; Μέσα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἐτεκταίνετο ἡ λῃστεία, ὄχι εἰς τὰ χωριά. Εἶχε καταντήσει πλέον ἓν ἐμπόριον τρομερὸν καὶ ἐπῆγε νὰ λάβῃ σπουδαῖον στασιαστικὸν χαρακτῆρα· ἐπροσπάθησε τότε ἡ ἐξουσία, μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα καὶ μεταβατικὰ καὶ, καὶ, καὶ... ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὴν καταστρέψῃ. Τί ἔγεινεν; ὁ ἴδιος ὁ βασιλεὺς ὁ Ὄθων τότε προσεκάλεσεν ἄνθρωπον καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι θέλω τὴν δεῖνα συμμορίαν νὰ τὴν ἐξοντώσῃς. Πολὺ καλὰ, δὲν σοῦ ἐγγυῶμαι, ἀλλὰ θέλω καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν νὰ μοῦ χορηγηθῇ ὅ,τι ζητήσω. Τί θέλεις; Νὰ διαταχθῇ ὁ νομάρχης, οἱ ἔπαρχοι, οἱ μοίραρχοι καὶ οἱ ὑπομοίραρχοι ὅ,τι μέτρα λάβω, ὅλα νὰ τὰ παραδεχθοῦν. Εἰς τὴν στιγμὴν ἔγεινεν αὐτὸ καὶ τί γίνεται; Μετὰ 36 ἡμέρας κατεστράφη ἡ συμμορία αὕτη, ἔχασε τὸν δρόμον της, ἔμεινε τὸ ἐπίλοιπον μέρος, κατεστράφη εἰς τὴν Καρύταιναν ἀπέξω, ὅπου ἦτο καὶ ὁ Βασιλεὺς τότε. Ὁ νόμος εἶναι φόβητρον τῶν ἀνοήτων μόνον, αὐτοὶ εἶναι θηρία, αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν νόμους· τὸν βάζεις εἰς τὴν φυλακὴν καὶ κάθηται ἕνα, δύο ἔτη, καὶ ἅμα ἐξέλθῃ τὰ λησμονεῖ ὅλα καὶ πέρνει τὸν ἀροτῆρα βοῦν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν σκοτόνει καὶ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του· ἐπῆγαν προχθὲς εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς Τριφυλίας καὶ ἐπῆραν τὸν Σωτηρόπουλον ἡμέρα μεσημέρι. Ποῦ ἐστάθησαν αὐτοί; Ποῦ εἶχαν τὸ λημέρι τους; πῶς ἐπροχώρησαν ἐκεῖ καὶ ἐπῆραν ἕνα ἄνθρωπον καὶ τὸν ἐπῆγαν ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο; Θὰ εἰπῇ λοιπὸν ὅτι τοὺς διατηρεῖ ὁ τόπος, τοὺς διατηροῦν τὰ δημοτικὰ συστήματα, καὶ τὸ ἀποδεικνύω τοῦτο, Κύριοι. Διὰ ποίαν αἰτίαν οἱ κομματάρχαι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διατηρήσουν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας πλανῶνται μὲ τὸ τουφέκι καὶ σκοτόνουν, καὶ ὑποστηρίζει ὁ ἕνας τὸν ἕνα δήμαρχον καὶ ὁ ἄλλος τὸν ἄλλον; Ὑποστηρίζει ὁ ἕνας τοὺς δημάρχους τοῦ μέρους του καὶ ὁ ἄλλος τοὺς δημάρχους τοῦ ἄλλου, καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς; ὁ σκοπὸς εἶναι διὰ νὰ ἔχουν δημάρχους τῆς μερίδος των. Οἱ δήμαρχοι ἐκεῖνοι θὰ περιποιηθοῦν τοὺς ἰδικούς των καὶ θὰ καταδιώξουν τοὺς ἄλλους· ἀλλὰ συγχωρήσατε νὰ εἴπω, καὶ θὰ τὸ εἴπω ἀπροκαλύπτως, τὴν ληστείαν τὴν διατηροῦν οἱ δυνατοὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Ὅταν θέλω ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστής, δὲν θὰ ὑπάρξῃ· ὅταν θέλῃ ὁ Πετιμεζᾶς, ὅστις ἔρχεται μὲ γενικὰς θεωρίας τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι, ὅταν θέλῃ εἰς τὰ Καλάβρυτα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ λῃστής, διότι λέγει τοῦ δημάρχου, ἐγὼ σὲ ὑποστηρίζω, ἀλλὰ θὰ σὲ παραδώσω εἰς τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων ἂν ὑποστηρίξῃς λῃστάς· τότε ὁ δήμαρχος θὰ εἴπῃ εἰς τοὺς συγγενεῖς του, εἰς τοὺς φίλους του, τραβᾶτε χέρι, διότι θὰ σᾶς παραδώσω παρευθύς. Αὐτὰ εἶναι πράγματα τῆς πείρας, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία, παρ’ ὅταν ἀποφασίσουν οἱ ἰσχυροὶ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἔμβουν εἰς πλήρη καὶ δραστήριαν ἐνέργειαν· καὶ ὅταν τοῦτο γίνῃ, τότε μετὰ 10 ἡμέρας ὁ Λύγκος ἢ θὰ φονευθῇ ἢ θὰ συλληφθῇ. Ὅταν θέλῃ ὁ κ. Νοταρᾶς, ὅταν θέλῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, δὲν δύναται νὰ σταθῇ λῃστὴς εἰς τὰ Καλάβρυτα, δὲν θὰ σταθῇ λῃστεία ποτέ. Ἄλλοτε ἐξωντώσαμεν λῃστὰς κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὄχι τὸν Λύγκον μὲ 2 τσοπάνιδες, ἀλλ’ ἄλλους μὲ 80 ἀνθρώπους ἀπηλπισμένους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπιαναν τουφέκι, ἀλλὰ μὲ τὰ σπαθιὰ εἰς τὰ χέρια ἔτρεχαν, ἐνῷ σήμερον, κύριοι, 5 τιποτένοι πηγαίνουν καὶ λῃστεύουν. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα ποτὲ εἰς τὴν πατρίδα, οὔτε ἀπὸ τὸν πατέρα μου τὸ ἔμαθα, νὰ ἔλθουν νὰ συλλάβουν ἀνθρώπους μέσα στὴν πόλιν, ὡς τὸ ἔκαμαν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Κύριοι, πρέπει μὲ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ μὲ τὰ δικαστήρια νὰ ἐνεργήσωμεν δραστηρίως· ἄλλως, κύριοι, μὲ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ὡς λέγει ὁ κ. Κυπριάδης, δὲν ἐξαλείφεται ἡ λῃστεία· αὐτοὶ εἶναι ἄγριοι ἄνθρωποι, κύριοι, δὲν φοβοῦνται ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι λύκοι· διὰ τοῦτο ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν, καὶ μένει πλέον εἰς τὰ μέτρα τὰ συνετὰ καὶ τοὺς ἐπιτηδείους τρόπους ἐκείνων οἵτινες θὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον. Τότε θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ληστεία, ὅταν θὰ ἀποφασίσουν εἰλικρινῶς οἱ δήμαρχοι νὰ τὴν καταδιώξουν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἐντὸς 10 ἡμερῶν πουθενὰ δὲν θὰ εὕρετε ληστήν. Ὁ νόμος, κύριοι, εἶναι ἕνα χαρτὶ, καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἀκόμη ἐὰν τὸν κατεβάσετε, ὅταν δὲν ἐφαρμόζεται ὅπως πρέπει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἵτινες εἶναι ὡρισμένοι νὰ τὸν ἐκτελέσωσιν· ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέσα πρέπει νὰ τὰ βάλῃ ἡ κυβέρνησις εἰς ἐνέργειαν, διότι, κύριοι, ἀδιακόπως κλέπτουν τοὺς βόας μας, δὲν ἀφῆκαν τίποτε, εἶναι εἰς ἀποσύνθεσιν ὁ τόπος καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν καὶ νὰ μὴ καθήμεθα νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ τροποποιῶμεν, καὶ νὰ μὴ φωνάζωμεν ὅτι θὰ χαθῇ τὸ δημοτικὸν σύστημα. Ἐκεῖνοι οἱ δήμαρχοι οἱ ὁποῖοι θὰ διατηροῦν λῃστὰς νὰ παύωνται. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι δήμαρχοι πολλοὶ φυλάττουν τοὺς λῃστάς· δὲν εἶναι κρυφὰ πράγματα, εἶναι φανερά. Ὅταν ὁ δήμαρχος μένῃ εἰς τὸν δῆμον του καὶ συνεννοῆται καὶ μὲ τοὺς ἄλλους δήμους καὶ ὑπάγῃ κανεὶς νὰ κλέψῃ, εἶναι ἀδύνατον ὁ δήμαρχος νὰ μὴ τὸ γνωρίζῃ· ἂς μὴ ἀπατῶμεν τὸν ἑαυτόν μας· εἶναι πολλοί, κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν περισσότερα πράγματα καὶ δικονομίας, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν τὰ γνωρίζουν. Κατήντησε τὸ κακὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα σύντονα, ποῦ θὰ καταντήσωμεν· ἄλλως, κύριοι, νὰ πάρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ὅπλα, καὶ νὰ δώσωμεν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Ἂς μὴ καθήμεθα νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ φιλονεικῶμεν 8–10 ἡμέρας· πρέπει νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διὰ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὅλα τὰ δραστήρια μέτρα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 1 ἄρθρον. Ἄρθρον 1. «Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ ἀστυνόμοι καὶ πᾶς πολίτης, οἵτινες εἴτε διὰ καταδείξεως, εἴτε δι’ ἀμέσου καταδιώξεως συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἀποτελεσμάτων κατὰ τῆς λῃστείας, βραβεύονται κατ’ ἰδιαιτέραν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τῶν προσδιωρισμένων χρηματικῶν ἀμοιβῶν, αἵτινες ἀπονέμονται ἕνεκα τῆς συλλήψεως, τοῦ φόνου, ἢ τῆς ἀποτελεσματικῆς καταδείξεως κεκηρυγμένων ἢ πασιγνώστων λῃστῶν».
§19ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Προχθὲς ἐγένετο μία τροπολογία συμφωνοῦντος καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· μετὰ τὴν λέξιν «βραβεύονται» νὰ τεθῇ «βραβεύονται ἠθικῶς κατ’ ἰδιαιτέραν ἀπόφασιν τῆς κυβερνήσεως».
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν καὶ ἡμεῖς· εὐχαριστήρια, παράσημα κλπ.
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς τεθῇ «τιμητικῶς».
§22ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ, διότι λέγει «βραβεύονται ἀνεξαρτήτως τῶν προσδιωρισμένων χρηματικῶν ἀμοιβῶν».
§23ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ὁ κ. Μακρυγιάννης ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἵνα ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς, τὶ ὑποθέτει ὅτι λείπει ἀπὸ τὴν λέξιν βράβευσιν ἵνα τὴν συμπληρώσωμεν διὰ τῆς λέξεως τιμὴ; Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον λέγει βραβεῖον, ἐννοεῖ πᾶν ἄλλο παρὰ χρηματικὴν ἀμοιβήν· ἑπομένως πᾶσα συμπλήρωσις εἶναι οὐ μόνον περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐναντία ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐκφράζει.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τεθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ παρατηρήσεις αὗται.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 1 ἄρθρου.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ 1 ἄρθρον;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον. Ἄρθρον 2. «Πολίτης ἢ ἐθνοφύλαξ, πληγωθεὶς ἐν συμπλοκῇ μετὰ λῃστῶν, ἀποζημιοῦται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἰάσεως, καὶ ἂν κατασταθῇ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν μὲν ᾖ ἔγγαμος, μηνιαίαν σύνταξιν δραχμῶν 50· ἐὰν δ’ ἄγαμος, δραχμῶν 30. Ἡ σύνταξις αὕτη μεταβαίνει εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα τοῦ συνταξιούχου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου». Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ προσετέθη ἐν τέλει τὸ ἑξῆς· «ἐὰν δὲ ᾖναι ἄγαμος, ἡ σύνταξις μεταβαίνει εἰς τοὺς γονεῖς».
§29ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν παραδέχομαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι δίδομεν δικαίωμα συντάξεως ἐπὶ τῶν ἀνιόντων. Οἱ νόμοι, κύριοι, γίνονται διὰ τοὺς μεταγενεστέρους καὶ ὄχι διὰ τοὺς προγενεστέρους.
§30ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Στράτος φέρει ἀντίῤῥησιν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι δύο γέροντες γονεῖς ἔχουν ἕνα καὶ μόνον υἱὸν, οὗτος ἐξῆλθε πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ ἐφονεύθη. Εἶναι δίκαιον αὐτοὶ οἱ γέροντες, οἵτινες μόνον ἀπὸ αὐτὸν τὸν υἱὸν ἔζων, νὰ στερηθῶσι τῆς συντάξεως;
§31ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν λάβωμεν, κύριοι, ὡς κανόνα τὸ ἂν, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν χιλίας περιπτώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ φιλανθρωπία θὰ κάμῃ τὸν βουλευτὴν νὰ ἐγκρίνῃ. Ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τῶν συντάξεων ἦτο ἐν γένει διὰ τοὺς προγενεστέρους· ἐνταῦθα νομοθετοῦμεν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παθαίνουν ἐν τῇ καταδιώξει τῆς λῃστείας. Δὲν εἶναι φιλάνθρωπον νὰ νομοθετήσωμεν καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἔπαθον, καὶ αἱ κυβερνήσεις ἀφῆκαν τὰς οἰκογενείας των νὰ πένωνται καὶ νὰ ὑποφέρουν τὰ πάντα; Ἐνῷ λοιπὸν σήμερον ἡ κυβέρνησις δὲν λαμβάνει πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν, διατί νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῶν ἀνιόντων; Ἔπειτα ὅταν ἕνας πατὴρ γέρων ἔχῃ ἕνα καὶ μόνον υἱὸν, ὁ δήμαρχος δὲν τὸν προσκαλεῖ, οὔτε ἄλλη ἀρχὴ, καὶ τοιαῦται περιστάσεις εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ παρουσιασθῶσι· διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου.
§32Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἱερώτεραι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα, παρὰ αἱ τοῦ συζύγου· ἑπομένως ἡ πολιτεία ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ ταύτας, ὅταν ὁ ἄγαμος υἱὸς δίδῃ τὴν ζωήν του ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁ περὶ στρατολογίας νόμος δὲν ἐξαιρεῖ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως τὸν σύζυγον, ἐνῷ τὸν υἱὸν τὸν χορηγοῦντα τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως εἰς τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τὸν ἀπαλλάσσει τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πολιτεία δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἀνυποστήρικτον τὸν πατέρα ἐκείνου τοῦ ὁποίου ὁ ἄγαμος υἱὸς ἐφονεύθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὸ νὰ λαμβάνουν οἱ γονεῖς τὴν σύνταξιν, ἐὰν ὁ φονευθεὶς ᾖναι ἄγαμος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὴν προσθήκην ἣν ἀναφέρει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 3 ἄρθρον. Ἄρθρον 3. «Πολίτου ἢ ἐθνοφύλακος φονευθέντος ἐν συμπλοκῇ μετὰ λῃστῶν, ἢ ἀποθανόντος ἐκ πληγῆς ἣν ἐν τοιαύτῃ συμπλοκῇ ὑπέστη, ἡ μὲν σύζυγος ἐνόσῳ μένει ἐν τῇ χηρείᾳ λαμβάνει μηνιαίαν σύνταξιν δραχμῶν τριάκοντα, τὰ δὲ τέκνα τὰ ἄῤῥενα μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος καὶ τὰ θήλεα μέχρι τοῦ γάμου, ἀνὰ δρ. 15 ἕκαστον. Τὰ δὲ θήλεα προικίζονται προσέτι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ δραχμῶν 500 ἕκαστον, πληρωτέων μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου.»
§34ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ 4 ἄρθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Χατζίσκου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 4. «Πᾶς, ὅστις τυχὸν, συνεπεία προηγουμένης ἀποτελεσματικῆς καταγγελίας λῃστῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἢ ἕνεκα φόνου ἢ συλλήψεως τοιούτων ἤθελε λῃστευθῆ, κακοποιηθῆ ἢ καταστῆ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν ὑπὸ λῃστῶν ἀποζημιοῦται κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον οὗ τινος Δήμου εἰσὶ κάτοικοι ἢ δημόται οἱ λῃσταὶ, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον τοῦ δήμου ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ ὁποίου ἔλαβε χώραν ἡ λῃστεία, ἀφοῦ προηγουμένως ὁρισθῇ ἡ ζημία. Οἱ δὲ δῆμοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λῃστῶν, ἢ ἐκ τῆς περιουσίας τῶν πατέρων των, κατὰ τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς μέτρον, ἐὰν διατελῶσιν εἰσέτι ὑπὸ πατρικὴν ἐξουσίαν.»
§36ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον εἶναι μὲν κακὸν ἐν γένει, ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν ὡς ἀναγκαῖον κακόν. Χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω αὐτὴν τὴν διάταξιν ὡς 4 ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· τὴν ὀνομάζω δρακόντειον, ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικὸν δὲν ἔχει δρακοντείας διατάξεις; οἱ ἄλλοι βουλευταὶ δὲν παρουσίασαν ὁμοίας διατάξεις; Ὥστε, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς εὐλόγως νὰ μᾶς κατακρίνῃ διότι παρουσιάσαμεν τοιαύτην διάταξιν· ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τῳόντι, κατὰ μέγα μέρος, ἄδικος, ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὸ αὐστηρὸν δίκαιον δὲν ἐμβαίνω, ἔρχομαι εἰς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον νομίζω κατάλληλον πρὸς ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας· θὰ σᾶς φέρω δύο, τρία παραδείγματα τῆς ἐπαρχίας μου, ἵνα ἰδῆτε πόθεν ἀνεχώρησα νὰ συντάξω αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ὁ δῆμος τῆς Λαρίσσης τῆς Φθιώτιδος σεμνύνεται, κύριοι, καὶ καυχᾶται διότι ἐκεῖ ἐγεννήθη ὁ Ἀχιλλεὺς, διότι ἐγεννήθη ὁ Ἕλλην ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα Ἕλληνες· ἀλλὰ, κύριοι, ὁ δῆμος τοῦ Τυμφριστοῦ δὲν ἐντρέπεται τὸ νὰ ὑπάρχῃ πρὸ 3 ἐτῶν ἐκεῖ ἀρχιλῃστὴς ἕνας Δεδοῦσης· τὸ λέγω μὲ λύπην μου, διότι εἶμαι γέννημα τοῦ δήμου αὐτοῦ, διότι ὅπως ὁ ἕνας δῆμος σεμνύνεται, οὕτω καὶ ὁ ἄλλος δῆμος δυσφημίζεται. Τώρα σᾶς παρακαλῶ ὑποθέσατε, ὅτι οἱ ποιμένες ἐκτοπίζονται· εἶναι, κύριοι, δίκαιον καὶ εἰς ποῖον νόμον στηρίζεται, εἰς ποῖον ὀρθὸν λόγον; Σήμερον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι διὰ νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ νὰ συζητῶμεν νομοσχέδια περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θεωρεῖτε ἄλλην ἐξόντωσιν καταλληλοτέραν παρὰ τὰ νομοθετικὰ ἔργα· τ’ ἄλλα μέτρα ἀπέβησαν ἀνεπαρκῆ. Προχθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅταν διετάχθη ὁ στρατὸς τῆς γραμμῆς νὰ καταδιώξῃ τὴν λῃστείαν, τὴν ἐξήλειψεν· αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ὄθωνος δὲν εἴχομεν λῃστείαν. Λοιπὸν, Κύριοι, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται μὲ νομοθετικὰ ἔργα νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν; Δὲν ἔχει ἡ κυβέρνησις ἡ ἰδία καὶ τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὸν στρατὸν ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ; Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου; Κύριοι, ἓν ἐκ τῶν δύω· ἢ πρέπει νὰ μὴ δώσωμεν νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι νομοθετικὸν αὐτὸ τὸ ἔργον, ἢ πρέπει, λέγω, νὰ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον νομοθετικὸν, εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς δυνάμεως, τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· ἔχομεν νομάρχας, στρατὸν, μοιράρχους, διατί πληρόνει τὸ ἔθνος τοὺς φόρους; Θέλομεν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ἓν ἐκ τῶν δύο λοιπόν· ἢ ἄλλως, Κύριοι, πρέπει νὰ τεθοῦν διατάξεις τοιαῦται, ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι νομοθετικὴ πλέον ἐλήφθη φροντὶς πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ νὰ μάθουν καὶ οἱ νομάρχαι καὶ οἱ μοίραρχοι καὶ ὁ στρατὸς ὅτι ἠναγκάσθη τὸ ἔθνος νὰ κάμῃ νόμον διὰ νὰ καταδιώξῃ τὴν ληστείαν. Λοιπὸν ἀφοῦ ἐρχόμεθα καὶ παραδεχόμεθα τοιοῦτον μέτρον, πρέπει νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ μέσα ὅσα καταστρέφουν τὴν ληστείαν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Εἶπον χθὲς καὶ ἐπαναλέγω καὶ σήμερον, τί θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν τινὰς διατάξεις αἵτινες δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξωσι καὶ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα; Λοιπὸν ἂν θὰ σχηματισθῇ νόμος, πρέπει νὰ γίνῃ τοιοῦτος, ὥστε νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα· ἐκεῖνο ὅπερ ἐσύστησα ἐγὼ, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶπε χθές· εἶναι νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ νόμος διὰ 2 ἢ 3 ἔτη.
§37ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὠνόμασε τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δρακοντείους καὶ τοιαύτας περιέχει ἡ παρ’ αὐτοῦ προταθεῖσα τροποποίησις. Παραδέχομαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει δρακοντείους διατάξεις, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐνόχων, ἐνῷ ἡ τοῦ Κυρίου Χατζίσκου τροπολογία κατ’ αὐτῶν τῶν ἀτόμων· τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐστηρὸν κατ’ ἐκείνων οἵτινες ἀποδειχθῶσιν, ὅτι συντελοῦν εἰς τὴν διάπραξιν τῆς ληστείας, ἀλλ’ ὁ κ. Χατζίσκος θέλει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ κατ’ ἐκείνων οἵτινες εἰργάζοντο εἰς τοὺς ἀγρούς των ὅταν διεπράχθη ἡ ληστεία εἰς τοὺς τόπους των· ἄλλως τε εἶναι φάσμα, εἶναι πλάνη, διότι πάντες ἠξεύρετε ὅτι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπογραμματέων· ἄλλως δὲ πρὸς βεβαίωσιν ὅτι ἡ ληστεία ἐπράχθη ἀκριβῶς εἰς τοῦ δεῖνος δήμου τὰ ὅρια, ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον καὶ βεβαιωθῇ τοῦτο ὑπ’ αὐτῶν τῶν ληστῶν καὶ ἄλλα πολλὰ, διότι δύο δῆμοι θέλουσιν ἀποζημιώσει, ὁ δῆμος εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου διεπράχθη ἡ λῃστεία καὶ ἐκεῖνος εἰς ὃν ἀνήκουσιν οἱ λησταί. Λοιπὸν ἀπαιτοῦνται πολλὰ πράγματα, ὡς βλέπετε, καὶ πρόκειται ἡ βεβαίωσις τῆς ταὐτότητος τῶν ληστῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἐξέτασις τοῦ δημοτολογίου πολλῶν δήμων, διὰ νὰ βεβαιωθῇ εἰς ποῖον δῆμον ἀνήκουσιν οἱ λησταί. Διὰ ταῦτα δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος, καθ’ ὅσον εἶναι ἄδικος καὶ ὑπόκεινται κατ’ αὐτὴν εἰς βάρη ἄνθρωποι ἀθῶοι.
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ Κύριος Χατζίσκος, Κύριοι, ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν ὠνόμασε τὸν νόμον δρακόντειον, κάκιστον, ἀλλ’ ἀναγκαῖον· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν εἴπω ὅτι ἡ τροπολογία του εἶναι ὅ,τι κάκιστον καὶ μὴ ἀναγκαῖον· εἶναί τι ἀσαφὲς ὅπερ θὰ γεννήσῃ πολλὰς δίκας (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Χατζίσκου)· δηλαδὴ θέλει ὑπάρξει μεγάλη φιλονεικία, καὶ ὁ λῃστευθεὶς θὰ ζητῇ ἄλλα καὶ ὁ δῆμος ἄλλα, καὶ.... Τοιαύτη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Χατζίσκου, ἥτις ἔρχεται νὰ δώσῃ ὕπαρξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ τροπολογία λοιπὸν αὕτη, Κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ τὸ βλάπτει. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίος εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Χατζίσκου, διότι θέλομεν ἔλθει εἰς ἕνα λαβύρινθον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γόντικα, ἐπιμένετε νὰ λαλήσητε;
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντελῶς κατὰ τῆς τροπολογίας ὅπως ἔχει. Πρῶτον θέλω εἴπει ὀλίγα, διότι πολλάκις παρεξηγήθην. Εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ ὑπουργείου τῷ 1856, ὅπερ κατεδίωξε τὴν ληστείαν τότε, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ληστεία δὲν κατεδιώχθη μόνον ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἔλαβε μέρος καὶ ἡ χωροφυλακή· ὁ Μπακάλογλους ὑπηρέτησεν ἀποτελεσματικῶς, καὶ αὐτὸς δὲν ἀνήκει εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ πολῖται δὲν ἔκαμαν τὸ χρέος των. Ἐκεῖνο, ὅπερ ὠφέλησε τὴν Κυβέρνησιν τότε, εἶναι ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν συμβεβηκότων, ἅτινα ἔλαβον χώραν, ὅλη ἡ σύμπραξις τῶν πολιτῶν ηὐχαρίστησε καὶ τὴν τότε Κυβέρνησιν. Δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα λοιπὸν μόνον ἡ ἐνέργεια τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ τ’ ἄλλα σώματα ἐξεπλήρωσαν τὸ χρέος των· ἡ πρόθυμος σύμπραξις τῶν πολιτῶν ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν σύμπραξιν τοῦ λαοῦ ἔφερεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἄλλοι ἐκήρυξαν περιττὸν, ἄλλοι ὡς δρακόντειον· καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο θέλω σᾶς ἀποδείξει ἐν καιρῷ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὅτι αἱ ἀρχαὶ ὅλων τῶν διατάξεων ὑπάρχουσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας τροποποιημέναι, ὅμως ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Θέλομεν νὰ καταδιώξωμεν τὴν ληστείαν δίδοντες τὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς δυναμένους νὰ τὴν καταδιώξωσι. Τοῦτο πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν, διότι ἐκτὸς τῶν νομοθετημάτων, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ συνταγματικὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ οὐδεμίαν ἐξουσίαν εἰς οὐδένα. Ἔρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν. Δὲν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν Κύριον Χατζίσκον, δὲν παραδέχομαι τὸ σύστημά του· ἀλλ’ ἴσως ἤθελεν ἔχει ἀποτέλεσμα, ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τὴν ἐμψύχωσιν, ἐὰν εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε παθόντας ἐδίδομεν τ’ αὐτὰ δικαιώματα, ὅσα καὶ εἰς τοὺς κατὰ τὴν συμπλοκὴν πληγωθέντας. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ἠμποροῦμεν νὰ κατατάξωμεν καὶ τοὺς καταδείκτας οἵτινες εἶναι τὰ κύρια ὄργανα. Ἠμποροῦμεν λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ καταδείκτης νὰ ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὸν συμπλακέντα, καὶ ἀπολαμβάνουσι τὰ αὐτά.
§41ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίος εἰς τὴν τροπολογίαν. Ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁρμᾶται ἀπὸ μίαν ἠθικὴν βάσιν, θέλει νὰ δίδῃ σύνταξιν εἰς ἀνθρώπους παῤῥησίᾳ φονεύοντας, εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἡ Κυβέρνησις εἰς ἕνα γενναῖον πολίτην ἢ στρατιώτην νὰ δώσῃ σύνταξιν, ἀλλ’ εἰς ἕνα προδότην, διότι ὁ προδότης εἶναι ὁ καταδείκτης (γέλως) δὲν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος· ἴσως εἶσθε σεῖς, διότι τὸ λέγει ὁ πρωθυπουργός. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἰς τὸν καταδείκτην τοῦτο μὲν λόγῳ τῆς ἀνηθικότητος δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀμοιβὴν, ἐκεῖνο δὲ λόγῳ τῶν καταχρήσεων, διότι ὁ καταδείκτης ποτὲ δὲν θὰ προδώσῃ ἕνα λῃστὴν διὰ μίαν μικρὰν χρηματικὴν ἀμοιβήν· διότι ὁ λῃστὴς κατόπιν θὰ τὸ φυλάξῃ καὶ δοθείσης περιστάσεως θὰ τὸν φονεύσῃ. Λοιπὸν ἠμποροῦν οἱ πολῖται ὁρμώμενοι ἀπὸ αἴσθημα ἐξαλείψεως τῆς λῃστείας ἀπὸ τὸν τόπον των, ἴσως νὰ προδίδουν τοὺς λῃστὰς, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδέποτε ὁ καταδείκτης θέλει νὰ γείνῃ γνωστός. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Χατζίσκου εἶναι ἄδικος εἰς τὴν βάσιν της καὶ παράλογος εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Πρῶτον μὲν διότι ἐπιβάλλει τὴν ἀποζημίωσιν ἐναντίον ἀνθρώπων ἀθώων, δεύτερον δὲ εἰς ἰδανικὰ πρόσωπα, ἅτινα στεροῦνται περιουσίας· καὶ ἠξεύρετε ὅτι καὶ οἱ δανεισταὶ δὲν δύνανται νὰ κατάσχουν τὴν περιουσίαν τοῦ δήμου παρὰ μόνον ποσοστὸν μέρος αὐτῆς· αὐτὸς λοιπὸν ὁ καταδείκτης ποῖον ποσοστὸν θέλει κατάσχει; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι μία ἰδανικὴ ἀποζημίωσις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἄδικος, διότι ἐπιβάλλεται ἐναντίον ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἔπταισαν. Εἶναι δὲ καὶ παράλογος, διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν φροντίδα νὰ δώσῃ σύνταξιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες φονεύονται ἢ πληγόνονται, καὶ ἀφ’ ἑτέρου λέγει ὅτι δίδει ἀποζημίωσιν ἀνθρώπων ἀθώων. Ἐπειδὴ καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἐμπειρότεροι ἐμοῦ, ὡς ὁ Κ. Γρηγοριάδης, σᾶς τὸ εἶπον, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ λῃσταὶ ἐσηκώθησαν ἀπὸ τοπικὰς αἰτίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κοντοβουνήσιος ἐσηκώθη λῃστὴς, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν τοῦ ἔδωκε βαθμὸν, διότι εἶχε φονεύσει ἕνα καρυτινόν· οἱ Χονδρογιανναῖοι ἐπίσης. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι διάφορα αἴτια παρώρμησαν τοὺς λῃστὰς αὐτοὺς· αὐτὰ ἅτινα εἶναι ὅλως διόλου ἀτομικὰ εἶναι αἰτία νὰ ἀποζημιοῖ ὁ δῆμος; αὐτὸ δὲν εἶναι λογικὸν, εἶναι παράνομον, ἐναντίον τῶν ἀναλλοιώτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ λάβωσι χώραν καταχρήσεις; καὶ ἴσως λῃστὴς συλληφθεὶς θὰ φέρῃ μαρτυρίας ψευδεῖς, ὅτι ὁ δεῖνα ἦλθε καὶ μοῦ εἶπε τὸ μυστικόν. Αὐτὰ θὰ λάβουν χώραν, καὶ δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὰ παράλογα. Διὰ ταῦτα δὲν παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Χατζίσκου. Ἡ δὲ τοῦ πρωθυπουργοῦ εἶπον ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἠθικὴν βάσιν.
§42ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ προλαλήσας εἶναι ἐναντίος τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ κατάδειξις εἶναι προδοσία· αὐτὸς οὗτος τὸ παρεδέχθη διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου· τὴν κατάδειξιν τῶν λῃστῶν τὴν παρεδέχθημεν καὶ διὰ τοὺς δημάρχους, οἵτινες θεωροῦνται οἱ εὐγενέστεροι τοῦ δήμου, καὶ ἂν θέλετε τὴν ἀμείβομεν· θέλετε τώρα τὸν πολίτην νὰ μὴ τὸν ἀμείψωμεν διότι πράττει τὸ αὐτὸ ὅ,τι καὶ ὁ δήμαρχος; Ὁ Κ. Γόντικας ὀνομάζει τὴν κατάδειξιν τῶν λῃστῶν προδοσίαν, ἀλλ’ ἐγὼ ὀνομάζω αὐτὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν κοινωνίαν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ὀφείλει ν’ ἀμείβῃ. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ πρωθυπουργοῦ.
§43ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὸ 4. ἄρθρον δὲν πρόκειται περὶ καταδεικτῶν ἁπλῶν καὶ μυστικῶν, ἀλλὰ περὶ καταδεικτῶν λαμβανόντων μέρος εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλετε εἰς τὸ 4 ἄρθρον νὰ προσθέσωμεν;
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. «Τὰ περὶ συντάξεως καὶ ἀποζημιώσεως ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 3 ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀποτελεσματικῶς καταδείκτας λῃστῶν, παθόντας ἕνεκα τῆς καταδιώξεως».
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Χατζίσκος εὐχαριστεῖται εἰς αὐτὴν τὴν προσθήκην;
§47ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ ἀμειφθῶσι καὶ οἱ καταδεῖκται.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀκόμη φθάσω εἰς τὴν τάξιν τοῦ 4 ἄρθρου, θὰ ἐρωτήσω τὸν Κ. Πετιμεζᾶν ἂν ἐπιμένῃ, διότι ἔχει ἓν ἄλλο 4 ἄρθρον.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε. Πρὶν, κύριοι, ἔλθω καὶ ὑποστηρίξω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας, θέλω προσθέσει πρὸς διασάφησιν μόνον ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, τὰ ὁποῖα ἔφερε τότε ἡ σύμπραξις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς· τῷ ὄντι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καθ’ ἣν ἡ λῃστεία εἶχεν ἀποβῆ ἐπίφοβος εἰς τὴν κοινωνίαν, μία λῃστρικὴ συμμορία ἐκ 30 λῃστῶν εἶχε καταλάβει τὴν θέσιν τοῦ Σεμενοῦ, καὶ κατὰ τῆς συμμορίας ταύτης ἐξῆλθεν ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Βακάλογλους μετὰ τοῦ Μέγα, ὅστις ἐφονεύθη, καὶ πολλῶν ἄλλων ἐθνοφυλάκων· πλὴν, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι ἀπὸ τῆς 4 ὥρας τῆς πρωΐας μέχρι τῆς 3 μ. μ. ἓν πλῆθος πολιτῶν ἐθνοφυλάκων καὶ χωροφυλάκων εἶχε περικυκλώσει τοὺς λῃστὰς, καὶ κἀνεὶς δὲν ἐτόλμησε νὰ κάμῃ μίαν ἔφοδον, εἰμὴ οἱ ὀλίγοι τοῦ πεζικοῦ διοικούμενοι παρὰ τοῦ λοχαγοῦ Τζίρου, οἱ ὁποῖοι προσέβαλον διὰ τῆς λόγχης τοὺς λῃστὰς, καὶ ἔπεσε μὲν μεταξὺ τῶν τακτικῶν στρατιωτῶν καὶ ὁ Μέγας, πλὴν ὅμως ἡ καταστροφὴ ἐγένετο διὰ τῆς λόγχης. Ἄλλως, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλητε, ὅτι ἂν δὲν ἔφθανεν ἐκεῖνο τὸ τακτικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐμπεφρουρημένον ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος, καὶ δὲν ἐπέπιπτε διὰ τῆς λόγχης καὶ κατέστρεφε τὴν συμμορίαν, δὲν ἤθελε συμβῆ καὶ τότε τὸ ἀποτέλεσμα· τὸ ὁποῖον συνέβη, μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου οἱ λησταὶ ν’ ἀποχαιρετήσουν τοὺς πολιορκητὰς, καὶ νὰ ἀπέλθουν ἀβλαβεῖς εἰς τὰ ἔργα των. Δὲν ὑποστηρίζω βεβαίως τὴν γνώμην, ὅτι μόνος ὁ τακτικὸς στρατὸς δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν, δύναται ὅμως νὰ τὴν πολεμήσῃ τοσοῦτον ἀποτελεσματικῶς, ὥστε νὰ μὴ φεισθῇ αὐτῆς· ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῷ ὄντι ὅλων τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀρχῶν, καὶ αὐτῶν τῶν πολιτῶν. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς μετὰ ταῦτα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν τροπολογίαν μου ταύτην· καθὼς χθὲς καλῶς ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ παρετηρήσαμεν, εἰς κανὲν κράτος δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν οὔτε τὸ παραμικρὸν, ἐὰν ὁ λαὸς ὁλόκληρος ἐπαγρυπνῇ κατὰ τοῦ κακοῦ, οὔτε δύναται ἀσφαλεστέρα κατὰ τοῦ κακοῦ, οὔτε μεγαλειτέρα δύναμις νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὰ κράτη ἄλλη· ἀλλὰ, καθὼς παρετήρησα χθὲς, ὁ λαὸς δὲν δύναται πάντοτε ν’ ἀγρυπνῇ, δὲν δύναται νὰ ᾖναι συντεταγμένος κατὰ τῶν κακῶν, καὶ διὰ τοῦτο διώρισεν ἄρχοντας καὶ ἐξουσίαν, ὅπως ἐπιβλέπωσι κατὰ τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦν τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ ἔθεσε δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν ἀνθρώπους εἰδικοὺς, τοὺς δημάρχους, διὰ τὰ πράγματα τῶν δήμων, τοὺς ἐπάρχους διὰ τὰ πράγματα τῆς ἐπαρχίας, τοὺς νομάρχας διὰ τοὺς νομοὺς, τὸν στρατὸν διὰ νὰ δίδῃ συνδρομὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τὰ δικαστήρια νὰ δικάζουν τὰς διαφορὰς τῶν πολιτῶν, τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπιβλέπῃ ἐπὶ ὅλων τούτων, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα γνωρίζετε· ἔχων λοιπὸν ὅλα τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὁ λαὸς, μένει ἀμέριμνος καὶ ἐξακολουθεῖ τὰ ἔργα του. Τὸν λαὸν λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξεγείρωμεν καθ’ ἑνὸς κακοῦ κατὰ τῆς πολιτείας, κ’ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη θέλει καταστρέψει ἐπὶ μίαν μόνην στιγμὴν ὄχι τὴν ληστείαν, ἀλλὰ καὶ κάθε μέγα κακὸν, ὅσον μέγα καὶ ἂν ᾖναι. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ὁ λαὸς ὅλος ἀποφασίζει νὰ καταδιώξῃ τοὺς φυγοδίκους, ἢ οἵους δήποτε ἄλλους ἀνθρώπους κακῆς διαγωγῆς· φρονεῖτε ὅτι θὰ παρέλθωσι πλέον τῶν 24 ὡρῶν ὅπως αὐτὰ τὰ ἄθλια ὄντα παραδοθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην; Ἀλλὰ μήτε ἡ κυβέρνησις, μήτε ἄλλη ἀρχὴ, μήτε οἱ ἔχοντες ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἐξεγείρουν τὸν λαὸν, ὁπόταν θέλουν, εἰς ἐκστρατείαν κατὰ τῶν κακῶν ἀνθρώπων· ἤκουσα προτήτερα λόγους τινὰς τοῦ κυρίου Γρηγοριάδου, τοὺς ὁποίους ὅσον καὶ ἂν ἐκτιμῶ, ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μὴ τοὺς ἀκούσω, διότι δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Δὲν ἀρκεῖ νὰ θέλω νὰ καταστραφῇ ἡ ληστεία, διότι τότε πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θέλω· δὲν ἀρκεῖ νὰ μὴ θέλῃ ὁ κύριος Γρίβας, Κουμουνδοῦρος, Λομβάρδος, νὰ μὴν γίνεται κακὸν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐμποδίσουν· ἄλλως τε ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ αὐτὸ ἀληθὲς, ἡμεῖς πρῶτοι θὰ ἐθεωρούμεθα οἱ αἴτιοι ὅλων τῶν κακῶν τούτων. Πολὺ ἤθελον εὐχαριστηθῆ ἐὰν ὑπῆρχον εἰς τὸν τόπον τοιαῦται ἐκλαμπρότητες καὶ ὑπολήψεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἴπουν εἰς τὸν στρατὸν, κατάστρεψον τὴν ληστείαν, καὶ νὰ τὴν καταστρέψῃ, διότι τότε ἐστὲ βέβαιοι ὅτι εἰς μίαν στιγμὴν τὸ κακὸν ἐξηλείφετο· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι, ὑπάρχουν ὅμως ἀρεταὶ μεγάλαι εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν, καὶ αὐτὰς πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ ἐξεγείρωμεν, διότι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι βλέπουν, ἀλλ’ ὀλίγοι κρίνουν· πρέπει λοιπὸν νὰ κάμητε τὸν λαὸν τοῦτον ν’ ἀποκτήσῃ τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον θὰ τὸν κάμῃ νὰ κρίνῃ, διότι ὁ λαὸς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ ἀμέσως τὰ πράγματα ὅπως ὀλίγοι· τὰ βλέπει μὲν, ἀλλὰ δὲν τὰ κρίνει, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ λαοῦ ἔρχεται μὲν βραδεῖα ἀλλὰ τρομακτικὴ πάντοτε, διότι τότε ἔρχεται μετὰ τὴν κρίσιν. Τί λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν ληστείαν; αὐτὴ ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον νὰ τὴν ἐξεγείρωμεν. Πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ ἐνεργήσῃ ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ λαοῦ τοῦ ἁπλοῦ μάλιστα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀκαταμάχητος δύναμις, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὅστις ὀλιγώτερον, ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του δύναται νὰ φροντίζῃ διὰ τὰ κοινά; Πρέπει ἢ νὰ στείλωμεν ἀποστόλους νὰ τὸν ἐξεγείρωμεν, ἢ τὸν μέγαν ἀπόστολον τοῦ συμφέροντος, ὅστις κατὰ δυστυχίαν εἶναι πάρα πολὺ ἰσχυρὸς, καὶ ὅστις δύναται νὰ τὸν κεντήσῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν κατὰ τῆς ληστείας, καὶ τότε ἡ ἐκτέλεσις γίνεται. Κύριοι, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἱστορίαν της, καὶ ἐξ αὐτῆς πρέπει νὰ ἀρυώμεθα τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα ἅτινα ἠφάνισαν τὴν ληστείαν· ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν τὸν καιρὸν εἰς τὰ τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ὅσον ἐδυνήθην νὰ μελετήσω καὶ ἐννοήσω, ἐσχημάτισα ἰδέαν τινὰ, τὴν ὁποίαν δὲν διστάζω νὰ φέρω ἐνώπιόν σας καὶ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας· οὐδὲ ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν ποτὲ, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι ἀλάνθαστοι καὶ πρέπει νὰ προτιμῶνται· πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἀλλὰ γνωρίζω τὴν θέσιν μου, καὶ ἐντὸς τῆς κοινωνίας, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπέναντι τοσούτων ἄλλων οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπέρτεροί μου· ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ προσφέρω τὴν μικρὰν καὶ ταπεινὴν γνώμην μου, ὅταν νομίζω ὅτι αὕτη δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ γενικὸν καλόν; Κύριοι, εἶπον προτήτερα ὅτι ὑπάρχουν νομοθεσίαι, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἐπέτυχεν· ὑπῆρχε προτήτερα ἓν κακὸν μέγα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, τὸ ὁποῖον προέρχεται βεβαίως ἀπὸ τὰς ἐκδικήσεις εἴτε τὰς πολιτικὰς εἴτε τὰς κοινωνικάς· τὸ κακὸν τοῦτο ἦτο ἡ δενδροτομία· διὰ νὰ ἐκδικηθῶ δηλ. ἐγὼ τὸν ἀντίπαλόν μου, τοῦ ἔκοπτα τὴν νύκτα τὸ ἀμπέλι του· καὶ ἐννοεῖτε ὅτι ἦτο κάτι τι χειρότερον ἀπὸ τὴν ληστείαν, διότι ναὶ μὲν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον δὲν ἀφῄρει τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ὀλίγον, ἀλλὰ τοῦ ἀφῄρει ὅλην τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τοὺς κόπους οὓς εἶχε καταβάλει, τοῦ ἔκοπτε τὰ ἐλαιόδενδρα, τὰ γεννήματα, τὰ περιβόλια καὶ πρὸ πάντων τὰ ἀραβόσιτα. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν εἰς τὴν ἀρχὴν εἶναι πάντοτε μικρὸν, ἀλλὰ καθὼς ἡ ἀσθένεια λαμβάνει μεγαλειτέρας διαστάσεις, οὕτω καὶ τὸ κακόν· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τις, καὶ τί κακὸν μέγα εἶναι ἂν τέλος πάντων ἕνας ἀγρὸς ἑνὸς ἀνθρώπου κατεστράφη; ἀλλὰ τοῦτο θὰ γεννήσῃ ἀντεκδίκησιν καὶ αὕτη ἄλλην, καὶ οὕτως αἱ ἄπειροι αὗται ἀντεκδικήσεις θὰ φέρουν τὴν καταστροφήν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῇ ἕνας νόμος πρὸς καταστολὴν τοῦ κακοῦ τούτου καὶ ἡ ἐγγύησις ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ. Καὶ τότε λοιπὸν ἐσυλλογίσθησαν καὶ εἶπον διατὶ κατὰ τοῦ κακοῦ τούτου νὰ μὴ κάμωμεν ἔκκλησιν εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ; τὴν ἔκαμαν δὲ δι’ ἑνὸς νόμου ὅστις ἐπέτυχε, τοῦ νόμου τῆς ἀποζημιώσεως. Κατέστησαν ὅλον τὸν Δῆμον ὑπόλογον διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν κτημάτων ἑνὸς ἀνθρώπου· τοῦτο εἶχε δύω μεγάλα ἀποτελέσματα, ά. ἐξετέλει ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ποτὲ ἡ κοινωνία δὲν πρέπει ν’ ἀποκρούσῃ καὶ βʹ. ἓν καθῆκον πρὸς τὸν ἀδικηθέντα καὶ κατὰ τῆς κακίας. Καὶ βεβαίως· κύριοι, ὑποθέσατε ἕνα ἄνθρωπον πτωχὸν, ἔχοντα 2 στρέμματα ἀμπέλι, τὰ ὁποῖα τὴν νύκτα τὰ κόπτουν καὶ μένει ἄνευ περιουσίας· νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι κακὸν νὰ τρέξωμεν εἰς βοήθειαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ δίδοντες ὅλοι ἀπὸ ἓν πεντάλεπτον, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ἐντὸς τῆς κοινωνίας ὅπως ζήσῃ, καὶ τὸν σώσωμεν ἀπὸ τὴν δυστυχίαν καὶ ἀπὸ μίαν πλάνην, ἥτις δύναται νὰ τὸν φέρῃ εἰς τι κακούργημα; Καὶ τί ἄλλο εἶναι αἱ καθημεριναὶ συνεισφοραὶ τὰς ὁποίας κάμνομεν πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους εἰς διάφορα δυστυχήματα, σεισμούς, καταστροφὰς ἀπὸ πλημμύραν, παρὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ θρησκευτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθῆκον, νὰ ἐρχώμεθα εἰς βοήθειαν τῶν δυστυχούντων; Βέβαια, κύριοι, δὲν ὑπάρχει κανεὶς, ὅστις νὰ μὴν ἔχῃ λόγους νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του· καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὰς ἰδέας μου οὐδεμίαν ὑπόληψιν δὲν ἔχω, καὶ διὰ τοῦτο δέχομαι πᾶν ὅ,τι εἶναι καλλίτερον. Κύριοι, ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅστις ἔγεινε, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πολὺ ὀλίγοι δύνανται ν’ ἀμφιβάλλουν, καὶ ἐὰν ἀμφιβάλλῃ τις ἐξ ὑμῶν, ἀμέσως ἤθελον ἐπιδείξει τὰς διατάξεις του, ἔθετεν ἐγγυήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μίαν ἐξασφάλισιν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἔπρεπε ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμά του· αἱ διατάξεις λοιπὸν εἰς τὰ καθέκαστα δύνανται νὰ ᾖναι ἐκ τῆς πείρας πολὺ σοφώτεραι ἀπὸ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας εἰς μίαν στιγμὴν ὁ μὴ νομικὸς ἔθεσε. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου τίποτε ἄλλο δὲν ἐγίνετο, παρὰ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστραφῇ εἰς μίαν περιφέρειαν οἱανδήποτε, ἀπεζημιοῦντο ἀπὸ τὴν κοινότητα ἥτις κατὰ τοῦτο θεωρεῖται ὑπόλογος· ἐὰν δὲ ἐτύχαινε νὰ ᾖναι μεταξὺ τῶν ὁρίων δύο Δήμων, τότε ἡ Δικαστικὴ ἀπόφασις ἀποφασίζει, ποῖος ἐκ τῶν δύω, ἢ καὶ οἱ δύω μαζὺ ἀποζημιόνουν. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐζήτησε τὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, διότι δὲν εἶχον τίποτε, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ βαλάντια τῶν δημοτῶν, καὶ τὸν φόρον τοῦτον τὸν ὠνόμασεν ἔρανον· καὶ ἀκόμη διέταξεν ὁ νόμος, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ δίδῃ ἔνοπλον συνδρομὴν πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου, διότι ἤθελε ταχέως νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀδικηθέντα πολίτην εἰς τὴν κατάστασίν του. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐγέννησε καλὰ ἀποτελέσματα, διότι ἔσωσε τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὰς ἐκδικήσεις, τὰς ὁποίας γεννοῦν τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ πάθη. Πιθανὸν ἡ μικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος μου, νὰ μὴν ᾖναι ἐπαρκὴς νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ ὅλα τὰ μέτρα, ὅλους τοὺς ὅρους τοὺς νομικοὺς καὶ τὰς ἰδέας διὰ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ κάμω ἕνα νόμον καὶ νὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ τοῦτο, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ᾖναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον, τοὺς δικαστικοὺς ὅρους ἀφίνω εἰς ἄλλους πολὺ ἱκανωτέρους ἀπὸ ἐμὲ καὶ εὑρισκομένους ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Κύριοι ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς λῃστείας, ὅστις ὑπάρχει σήμερον, καὶ ὅστις ὑπῆρχε πρὸ ὀλίγων χρόνων, διὰ νὰ ἴδητε διὰ τί σήμερον τὰ μέσα ὅλα μεταχειριζομένη ἡ ἐξουσία δὲν ἐπιτυγχάνει, ἐνῷ τ’ αὐτὰ μέσα ἄλλοτε ἐπέτυχον, καθὼς ἡ ἀμοιβὴ ἐπέτυχε καὶ σήμερον δὲν ἐπιτυγχάνει. Ἠξεύρετε ὅλοι τι λέγει ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν περὶ λῃστῶν; μία λῃστρικὴ συμμορία ὅταν αἱματωθῇ ἐχάθη· διατί; διότι ἀπέκτησεν ἐχθροὺς, διότι ἐφόνευσεν ἀνθρώπους, διότι ἐξήγειρε το κοινὸν μῖσος καὶ τὴν ἀγανάκτησιν· ὅλαι λοιπὸν αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι ἔπραξαν βιασμοὺς, φόνους καὶ τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν κοινωνίαν, κατεστράφησαν ταχύτατα. Οἱ λῃσταὶ ἐνόησαν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξεγείρουν τὸ δημόσιον πνεῦμα, καὶ νὰ μὴ προσβάλλουν τὸν λαόν, ὄχι διότι ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ τὴν λῃστείαν καὶ δὲν θέλει τὴν καταδίωξιν, ἀλλὰ διότι ἤθελον νὰ μὴ τὸν ἀναγκάσουν πρὸς ἐξέγερσιν διὰ νὰ τὴν καταστρέψῃ. Καὶ ὄχι μόνον ἐστάθη ἕως ἐδῶ ἡ πονηρία αὐτῶν τῶν κακούργων, ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω· ἐπάσχισαν νὰ καταστήσουν τὴν λῃστείαν ὠφέλιμον εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους καὶ το κατώρθωσαν. Δὲν εἶναι κἀνεὶς ποιμὴν ὅστις δίδει σήμερον τροφὴν εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ δὲν λαμβάνει τριπλασίαν τιμὴν παρ’ ὅ,τι εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ δι’ ὅλα τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δίδουν εἰς τοὺς λῃστὰς ἀποζημιοῦνται, καὶ μάλιστα πλουσίως. Ὥστε, βλέπετε, σήμερον δὲν ἐγγίζουν τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία θέλει τοὺς καταστρέψει· ἐξ ἐναντίας τοὺς περιποιοῦνται, βεβαίως ὄχι ὅλους, ἀλλ’ ὅσοι τοὺς ἀναγκαιοῦν καὶ τοὺς χρειάζονται. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσουν τοῦτο αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὰ μέσα, νὰ γνωρίζουν τοὺς δρόμους καὶ ὅλα τὰ τοιαῦτα. Ἐξέλεξαν λοιπὸν τοὺς πλουσίους καὶ κατ’ αὐτῶν ἐπετέθησαν. Ἰδοὺ πόθεν προέρχεται τὸ σχέδιον τῶν λῃστῶν, καὶ βλέπετε, ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη ἐκτελεῖται κανονικώτατα. Βλέπετε, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχει ἕνας λῃστὴς, λεγόμενος Κίτζος· αὐτὸς ἦτο στρατεύσιμος εἰς τὰ τάγματα, καὶ ἀφοῦ εἰς ὀλίγα ἔτη περιῆλθεν ὡς μεταβατικὸς ὅλα τὰ μέρη, γνωρίζει ποῦ εἶναι σήμερον τὰ νερὰ, αἱ πηγαὶ, τὰ σπήλαια, αἱ χαράδραι, τὰ δάση, καὶ ἐν γένει ἐσχημάτισεν εἰς τὸν νοῦν του μίαν ἀναγνώρισιν στρατιωτικὴν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν· ἀφ’ οὗ δὲ ἐμελέτησε καλῶς τὰ πράγματα, ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς λῃστείας, καὶ βλέπετε ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνέλαβε, διότι ἔλαβα καὶ ἐγὼ τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσω τινάς, βλέπετε ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἠξεύρει ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς Ἀττικῆς, ποῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη πηγὴ τοῦ ὕδατος, ἠξεύρει ποῦ διασταυροῦνται ὅλαι αἱ ὁδοὶ, ποῦ εἶναι τὰ δάση ὅπου ἠμπορεῖ νὰ προφυλαχθῇ, καὶ ὅλα ταῦτα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγνώρισε πάντα ταῦτα, εἶναι ἀσφαλισμένος διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ζήσῃ. Τί ἔχει ἀνάγκην; χρημάτων· χρήματα ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ, ἀλλ’ ὄχι ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς πλουσίους. Ἤρχισε λοιπὸν τὸ ἔργον του, κάθηται ἡσύχως καὶ μελετᾷ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ θῦμά του, καὶ ἐπιτίθεται δι’ ὅλης τῆς ἐπιτηδειότητος· λαμβάνει 40 ἢ 50 χιλιάδας δραχμὰς καὶ διάγει ἐπὶ ἓξ μῆνας ἥσυχος. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἐξακολουθεῖ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ὁ λεγόμενος Λαφαζάνης, διότι εἶναι τῆς αὐτῆς σχολῆς καὶ οἱ δύω· ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν αὐτὴν σχολὴν τῆς κακίας καὶ ἤρχισεν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ νὰ ἐφαρμόζηται τὸ σχέδιον τοῦτο πληρέστατα. Ἡ περιγραφὴ τοῦ Κ. Σωτηροπούλου εἶναι μία ἐργασία, ἡ ὁποία κάμνει τιμὴν, καὶ κἀνεὶς δὲν πρέπει νὰ μὴ μελετήσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, πολὺ περισσότερον ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι τὴν πεῖραν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν δι’ 60,000 δραχ. ἠγόρασεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, ἡμεῖς πρέπει νὰ τὴν ἐπωφεληθῶμεν, καὶ ἂν τὶς μελετήσῃ τὰς ἁπλᾶς μάλιστα συνδιαλέξεις, θέλει ἀνακαλύψει ὁλόκληρον τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διευθύνει αὐτὸ τὸ σχέδιον τῆς λῃστείας σήμερον. Ἀφοῦ λοιπὸν, Κύριοι, ἡ λῃστεία ἔλαβε τὸν νέον αὐτὸν χαρακτῆρα, συνομολογῶ, ὅτι τὰ μέσα τὰ παραδεδεγμένα δὲν τὰ παραδέχομαι, ἀλλὰ συνομολογῶ, ὅτι καὶ τὰ πρόσθετα μέσα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπαρκέσουν. Πρέπει νὰ ἐξεγείρωμεν τὸν λαὸν καὶ τὸ κακὸν παύει. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἀκόμη τὶ ἐπληροφορήθην· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αἰχμαλωσία προσώπου καὶ μάλιστα σημαντικοῦ ἄνευ συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν θὰ χορηγήσῃ αὐτὸς ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει τὸ θῦμα· καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι οἱ λῃσταὶ δὲν δύνανται ποτὲ νὰ γνωρίζωσι πότε ἕνας ἄνθρωπος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἔμπορος ἢ οἱοσδήποτε βιομήχανος θέλει μεταβῆ εἴς τι χωρίον διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸ μὲν ἢ τὸ δὲ, ἢ δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὁδηγοῦν καὶ τοὺς κρατοῦν προσεκτικοὺς πρὸς ὅλας τὰς κινήσεις τοῦ ἐκλεχθέντος θύματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς λέγω, ἐὰν 10 ἄνθρωποι εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἢ 15 καὶ 20 ᾖναι ἐν γνώσει τῶν σχεδίων τῶν λῃστῶν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι προδήλως τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γυναικῶν γνωρίζουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· διότι τὸ φῦλον τοῦτο ὅσας καὶ ἂν ἔχῃ ἀρετὰς, τίποτε μυστικὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ περὶ τῶν πραγμάτων (γέλως). Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι καὶ τοῦ φύλου τούτου αἱ πληροφορίαι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν εἰς τοὺς ἄνδρας, ἀλλ’ ἕκαστος ἀνὴρ μεμονωμένος ἐνεργεῖ, καὶ τί λέγει; Διατὶ ἐγὼ νὰ κάμω αὐτὴν τὴν καταγγελίαν; Διατί ἐγὼ νὰ ἐκτεθῶ, νὰ ἔλθουν αὔριον οἱ λῃσταὶ νὰ μὲ φονεύσουν; Διότι οἱ ἄλλοι θὰ κάμουν τὴν δουλειά τους, θὰ καλλιεργοῦν τοὺς ἀγρούς των καὶ δὲν θὰ μὲ ὑπερασπισθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἐὰν ὅμως οἱ φρόνιμοι, οἱ καλοὶ πολῖται ἐξεγερθῶσι, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἡ λῃστεία θὰ καταστραφῇ ἐντὸς μιᾶς στιγμῆς. Μένει τώρα τὸ ζήτημα πῶς θὰ τοὺς ἐξεγείρωμεν. Ἐγὼ συνέλαβα μίαν ἰδέαν νὰ τοὺς καταδικάσωμεν εἰς μίαν ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν τὸ μέρος, καθὼς σᾶς εἶπον προτήτερα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ ἡ αἰχμαλώτισις, εἶναι σχεδὸν πληροφορημένον εἰς τὰς τελευταίας τάξεις τοῦ λαοῦ, κατὰ μέγα μέρος. Ἐὰν πιστεύετε ὅτι τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθοῦν τὰ λύτρα καὶ φέρεται ὁ αἰχμάλωτος, δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς λῃστείας, τοὐλάχιστον ἐγὼ ἀμφιβάλλω, εἶμαι μάλιστα πεπεισμένος ὅτι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα καὶ ἐκεῖ γίνεται καὶ ἡ αὐτὴ συντροφιὰ ὑπάρχει. Ἐὰν λοιπὸν καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑποβάλωμεν εἰς μίαν ἀποζημίωσιν, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι οἱ λῃσταὶ δὲν θὰ δύνανται οὔτε νὰ αἰχμαλωτίσουν, οὔτε λύτρα νὰ λάβωσι πλέον. Ἀκούσατε, Κύριοι, ὅ,τι σᾶς εἶπο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι πιστεύω ὅτι ταῦτα θὰ μεταβληθῶσιν εἰς πράγματα, θὰ ἐπιτύχουν τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὅλοι οἱ πολῖται. Ἐὰν, Κύριοι, διὰ τοῦ νόμου ὑποχρεώσωμεν τοὺς δήμους εἰς ἀποζημίωσιν, καθὼς καὶ τὸν αἰχμάλωτον εἰς ἓν ποσοστὸν, καὶ τοῦτο τὸ ἔθεσα ἐπίτηδες, διότι κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ προσέχῃ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι θ’ ἀποζημιωθῇ καθ’ ὅλα, διότι ἂν ἔχῃ φόβον, ἂς λάβῃ ἕνα, δύω ἀνθρώπους νὰ τὸν φυλάττουν, ἐστὲ βέβαιοι τότε ὅτι καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ᾐχμαλωτίσθη εἷς συμπολίτης μας οἱοσδήποτε, ὅλοι οἱ δῆμοι θὰ ἐπισπεύσουν κατὰ τῶν λῃστῶν, διότι δὲν θὰ τοὺς ἀφήσουν εἰς κἀνὲν μέρος νὰ λάβουν λύτρα· θὰ τοὺς συλλάβουν μάλιστα, διότι ἄλλως θ’ ἀποζημιώσουν, καὶ τοιουτοτρόπως φρονῶ, ὅτι θὰ παροτρύνωμεν τὸν λαὸν ἐναντίον τῆς λῃστείας διὰ τοῦ πλέον ἀποτελεσματικοῦ τρόπου. Πιθανὸν ν’ ἀκούσω πάλιν, καθὼς ἤκουσα προχθὲς ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου Κ. Γόντικαν, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις ἐμπεριέχει καὶ κἄτι τι ἄλλο, διότι θὰ πληρώσῃ καὶ ὁ ἀθῶος. Μάλιστα· ἠξεύρεις φίλτατε καὶ ἀξιότιμε βουλευτὰ Καρυταίνης, τὴν ἀπόλυτον δικαιοσύνην ὁ Θεὸς τὴν ἐκράτησε διὰ τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὅστις θέλει νὰ τὴν εὕρῃ θὰ μεταβῇ ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖ θὰ μεταβῶμεν πάντες. Ὁ λόγος λοιπὸν αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ πτοήσῃ τὴν Βουλὴν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀναχαιτίσῃ παντάπασιν ἀπὸ τοῦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τινὲς ὠνόμασαν δρακόντειον. Ἐγὼ θέλω νὰ ᾖναι ὠφέλιμον καὶ ἂς ᾖναι δρακόντειον, ἐγὼ θέλω νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἂς ἔχω τὴν εὐθύνην ἐγώ, καὶ ἂν, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ μεταβάλω τὴν ἰδέαν μου εἰς νόμον, ἤθελον τὸ κάμει εἰς τὴν στιγμὴν, διότι ἡ πεποίθησίς μου τοιαύτη εἶναι. Δὲν ἀποκρούω ὅμως καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἐναντίαι, οὔτε ἐπιμένω νὰ μεταβάλω τὸ φρόνημά των διὰ τῆς προτάσεώς μου, ἡ ὁποία μόνον καὶ μόνον ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὸ κοινὸν συμφέρον. Κύριοι, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἤθελα τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέρχεται καὶ ταχέως, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ θετικῶν βάσεων, ἐπὶ μιᾶς ἀναλογίας θετικῆς. Καὶ ποία ἄλλη ἀναλογία εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὸ μέτρον τῆς καταστάσεως ἑνὸς ἑκάστου; Βεβαίως τὴν ἀποζημίωσιν ἕκαστος πρέπει νὰ τὴν δώσῃ κατὰ τὰς δυνάμεις του, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἀνακαλύψωμεν ἀπὸ τὰ φορολογικὰ βιβλία τοῦ παρελθόντος ἔτους· παρετήρησα δὲ ὅτι καὶ ὁ νόμος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν φυτειῶν βασίζεται εἰς ταύτην τὴν ἀρχὴν καὶ εἶπον ὅτι πρωτόκολλον νὰ συντάσσεται ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, τὸν ἔφορον καὶ τὸν δήμαρχο, ὄχι ὅτι αὐτοὶ ἔχουν νὰ ἐκτελέσουν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν μηχανικὴν ὑπηρεσίαν, ἤτοι νὰ καταλογίσουν τὴν μερίδα ἀναλόγως τοῦ φόρου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ δὲ εἴσπραξις νὰ ἐνεργῆται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ φυτειῶν νόμου, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ πληρωμὴ ταχύτατα. Παρέλειψα εἰς τὴν τροπολογίαν μου ὅρον τινὰ, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν ἰδικήν του τροπολογίαν εἶχε χθὲς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Χατζίσκος, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει τίποτε, ἐὰν θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις θ’ ἀποδίδεται ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λῃσταποδόχων καὶ λῃστῶν. Κατ’ ἐμὲ, ἡ περιουσία τῶν λῃστῶν εἶναί τι ἰδανικὸν, ἀλλὰ μία διάταξις περὶ τούτου δὲν ἤθελε βλάψει. Αὐτὰς, κύριοι, τὰς διατάξεις τῆς τροπολογίας μου ὑπεστήριξα ὅσον ἠδυνήθην ἐνώπιόν σας καλλίτερον· βεβαίως ἤθελον λογισθῆ εὐτυχὴς, ἐὰν ἡ ἰδέα αὕτη ἐπετύγχανεν· οὐχ ἧττον ὅμως εἰς ἐμὲ μένει πάντοτε ἡ ἰδέα, ὅτι ἐὰν πραγματοποιηθῶσιν, ἐὰν δηλ. αἱ διατάξεις αὗται μεταβληθῶσι εἰς νόμον, ἡ λῃστεία θέλει ταχύτατα καταστραφῆ. Οἱ νόμοι, Κύριοι, εἶναι φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται νὰ θεραπεύσωσι νοσήματα κοινωνικά. Βλέπετε, καμμία πρᾶξις δὲν μένει ἀνεξάλειπτος ἀπὸ τὴν πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπὸ τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὰς συνηθείας, καὶ ταῦτα πάντα σᾶς τὰ ἐξήγησα προτήτερα ὅσον ἠδυνήθην καλλίτερα· ἤδη ὅμως ἔρχομαι νὰ τὰ συσχετίσω μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι! ὅσα τὸ ἄρθρον 4 περιλαμβάνει, αὐτὰ ταῦτα ἐμπεριέχονται εἰς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὸ κράτος, καὶ καθόσον ἐνόησα, ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε παρὰ ν’ αὐξήσῃ τὸ μέτρον τῆς ποινῆς εἰς ὡρισμένας τινὰς ἀξιοποίνους πράξεις, τουτέστι νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ποινήν.....
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας.
§51ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἆ! μάλιστα· πολὺ καλά.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ὑπέβαλε σήμερον, τὸ ὑπέβαλον καὶ εἰς ἐμὲ πολλοὶ ἄλλοι ἐπίσης σπουδαῖοι ἄνδρες καὶ ἐπέμειναν περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος. Εἶναι τῳόντι σπουδαία ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς πρέπει νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ἐὰν φέρῃ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, διότι καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἡμεῖς τὸν αὐτὸν σκοπὸν εἴχομεν καὶ ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἀνεχωρήσαμεν· διαφέρομεν περὶ τῶν μέσων· εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· ἡ νέα τακτικὴ τῶν λῃστῶν κατὰ μέγα μέρος συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησίν των, διότι πολλὰ συμφέροντα ἤδη δὲν ἀντετάχθησαν κατὰ τῶν λῃστῶν· καὶ ἐπειδὴ πολλὰ συμφέροντα δὲν ἀντετάχθησαν, διὰ τοῦτο οἱ λῃσταὶ εὑρίσκουν παντοῦ, ἐὰν ὄχι ὑπερασπιστὰς, πάντοτε ἀδιαφόρους ἀνθρώπους. Αὐτὴν τὴν πεῖραν ἔχοντες καὶ ἡμεῖς, εἴπομεν πῶς ἔπρεπε νὰ διεγείρωμεν περισσοτέρους ἐχθροὺς κατὰ τῶν λῃστῶν, πῶς ἔπρεπε νὰ κάμωμεν περισσοτέρους ἀνθρώπους ἐγρηγοροῦντας πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν αὐτῶν, διότι ἄνευ τούτου ἀδύνατον νὰ καταστραφῶσιν. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσίασεν· ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον σᾶς παρουσιάζει, καὶ θέλομεν σᾶς εἴπει διατί, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει τῷ ὄντι νὰ ἐξετάσωμεν σαφῶς, νὰ μελετήσωμεν πῶς ἠμποροῦμεν νὰ διεγείρωμεν περισσοτέρους ἀνθρώπους κατὰ τῶν λῃστῶν. Πρῶτον, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ἔσχε λαμπρότατα ἀποτελέσματα, καὶ ἅμα τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, ἡ δενδροκοπία, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐμάστιζεν ἐλεεινῶς τὴν Μεσσηνίαν, τότε κατεστράφη· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀποζημιώσεως δύναται ἐφαρμοζομένη καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν νὰ φέρῃ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα; Λέγω ὄχι, καὶ ἀναντιῤῥήτως, διότι θέλετε ἰδῆ ὅτι ὁ σκοπὸς ἑνὸς ἐγκλήματος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἑτέρου οὐσιωδῶς διαφέρει, καὶ ἑπομένως ἡ θεραπεία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἡ ἰδία. Τί σκοπὸν εἶχεν ἡ δενδροκοπία; δὲν εἶχεν οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, παρὰ νὰ ζημιώσῃ, νὰ ἐκδικηθῇ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου κατεστρέφοντο τὰ δένδρα. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν καὶ ἡ ἰδέα ἦτο κακὴ πρόθεσις, ἰδέα βλάβης, καταστροφῆς τοῦ ἀντιπάλου. Τί εἶπεν ὁ νόμος τότε; οὐδετερώνω τὴν κακήν σου θέλησιν νὰ ζημιώσῃς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, νὰ τὸν καταστρέψῃς· ἡ πρᾶξίς σου δὲν ἔχει τίποτε ὑπὲρ σοῦ, ἔχει μόνον τὴν πραγματοποίησιν τῆς κακίας σου· τὴν οὐδετερώνω διότι τὸν ἀποζημιώνω. Κόπτεις τὰ δένδρα; ὁ ἐχθρός σου δὲν βλάπτεται, ὠφελεῖται μάλιστα· διὰ τοῦτο ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀποζημιώσεως οὐδετέρωσε τὸ ἔγκλημα καὶ ἔπαυσε· διατὶ νὰ κόψῃ τὰς ἐλαίας μου ὅταν ἀξίζουν 1000 δραχμὰς καὶ ἐγὼ λαμβάνω 2000; εἶναι ὄφελος μάλιστα. Λοιπὸν τὸ παράδειγμα τοῦτο, νομίζω, πρὸς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν ἐφαρμόζεται; διότι ὁ σκοπὸς τοῦ λῃστοῦ δὲν εἶναι νὰ ζημιώσῃ τὸν λῃστευόμενον, εἶναι νὰ ὠφεληθῇ αὐτὸς, ἑπομένως τοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ὁ λῃστευόμενος ἔπειτα ἀποζημιωθῇ· αὐτὸ βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ κάμῃ τὸν λῃστήν. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὸν λῃστὴν ἰδίως ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρόθεσιν τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος αὐτὸς, ἡ ζημία εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς δημότας, εἰμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν; Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου ἢ τοῦ ἀδίκου, ἐὰν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν θὰ πάθουν καὶ ἀθῶοί τινες, διότι ὁ κύριος σκοπός μας πρέπει νὰ ᾖναι πῶς νὰ καταστρέψωμεν τὴν λῃστείαν ἐλαττόνοντες ὅσον τὸ δυνατὸν βεβαίως τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀθῶοι ἄνθρωποι εἰμποροῦν νὰ πάθουν· ἀλλὰ εἰς τοιαύτην περίστασιν ἐννοεῖτε καλλίτερον ἐμοῦ ὅτι δὲν εἰμπορεῖ ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀπονεμηθῇ πλήρης καὶ τὸ ἔγκλημα μόνον νὰ τιμωρηθῇ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἐπιβάλλει αὐτὴν τὴν ζημίαν εἰς τοὺς κατοίκους δύω δήμων, τοῦ δήμου εἰς ὃν ἐξετελέσθη ἡ λῃστεία, καὶ τοῦ δήμου εἰς ὃν ἐδόθησαν τὰ λύτρα· ὁ δὲ κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς εἶπεν ὅτι τοιουτοτρόπως καταστρέφετε τὸν αἰχμάλωτον, καὶ σᾶς τὸ εἶπε διότι ἐκινδύνευσε· δὲν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ ποινὴ, ὑπῆρξεν ὅμως ἐκ μέρους τῶν ἐντοπίων ἀρχῶν καὶ ἐναντίον βεβαίως τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως μία αὐστηρὰ κακὴ καταδίωξις ἐν ᾗ στιγμῇ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος διεπραγματεύετο τὴν ἀπολύτρωσίν του, καὶ ἡ καταδίωξις ἡ αὐστηροτέρα ἐμπόδισε διὰ πολλὰς ἡμέρας τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἴσως ηὔξησε τοὺς κινδύνους του. Ἔπειτα ὁ δῆμος εἰς τὸν ὁποῖον τὰ λύτρα πληρόνονται, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ κατά τι ἔνοχος, ἀφοῦ ἐντὸς αὐτοῦ του δήμου δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ λῃσταὶ, παρὰ μόνον 2 ἄνθρωποι ἔχοντες μέγιστον συμφέρον νὰ ἀποτελειώσουν αὐτὸ τὸ συνάλλαγμα, ὁ εἷς ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεώς του καὶ ὁ ἄλλος ὑπὲρ τῶν λύτρων; Εἶναι δυνατὸν, λέγω, αὐτὸς ὁ δῆμος νὰ εὐθύνεται, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐδένα λόγον δὲν εἰμπορεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἰδίαν τῶν διατρεχόντων, διότι εἰς μίαν στιγμὴν παρουσιάζονται, ἀνταλλάσσουν τὰ λύτρα καὶ φεύγουν; καὶ διότι διὰ μίαν στιγμὴν ἦλθεν ὁ λῃστὴς ἀπὸ ἕνα δῆμον.....
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ μάλιστα νὰ μὴν ᾖναι λῃστὴς, νὰ ᾖναι ἕνας λῃσταποδόχος.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τούτου εἰς τίνος δήμου τὰ ὅρια ἐγένετο ἡ ἀνταλλαγή; ἡ ἀνταλλαγὴ εἶναι πρᾶξις μεταξὺ δύω ἀνθρώπων ἐχόντων μέγιστον συμφέρον τοῦ νὰ τὴν καλύψουν.
§55ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Μὰ τὸν Σωτηρόπουλον τὸν εἶχον εἰς ἕνα ἄλλο μέρος καὶ τὰ λύτρα τὰ ἐπῆραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Κυπαρισσίας, εἰς τὸ ἀμπέλι τοῦ συγγενοῦς του.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ δὲν ἐξηκριβώθη, διότι ὁ δόσας τὰ λύτρα δὲν ἠθέλησε νὰ μοῦ εἰπῇ ὁριστικῶς ποῦ τὰ ἔδωκε.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ἐξεγείρετε τῶν δήμων τὴν ἐπαγρύπνησιν ἵνα μὴ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν λύτρων, αὐτὸ δὲν βλάπτει τὸν ληστὴν, διότι ὅπου μένουν, ὅπου ἔχουν τὸν αἰχμάλωτον, ἠμποροῦν νὰ κάθωνται ἥσυχοι, καὶ ὁ δῆμος δὲν ἔχει νὰ ὑποφέρῃ τίποτε· ἀπειλεῖται δὲ ὁ δῆμος εἰς τὸν ὁποῖον μίαν ἡμέραν θὰ συναντηθοῦν χάριν αὐτῆς τῆς αἰσχρᾶς ἀνταλλαγῆς Θέλετε νὰ κάμετε τοὺς πολίτας νὰ ἐγρηγοροῦν καὶ νὰ φυλάττουν ἀδιαλείπτως τὰ ὅριά των, ἵνα μὴ λάβῃ χώραν αὐτὴ ἡ στιγμιαία συνάντησις; οὕτω θὰ καταστρέψωμεν τὴν λῃστείαν; Ἀλλὰ πρῶτον οἱ ἴδιοι λῃσταὶ αὐτοπροσώπω, ἔρχονται εἰς συναλλαγὴν; συνήθως ὄχι· τί δύναται λοιπὸν νὰ προλάβῃ ἡ ἐπαγρύπνησις τῶν δήμων; Διὰ νὰ ἀποφύγῃ ἕνας δῆμος τοὺς κινδύνους καὶ ἐν ὑποθέσει καθ’ ἣν συνήθως λῃσταὶ ἐνεργοῦσι αὐτοπροσώπως, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ ἀπὸ ἑσπέρας μέχρι πρωΐας ἐν τοῖς ὅπλοις, καὶ πρέπει ἀδιακόπως οὕτω τὸ Ἔθνος νὰ εὑρίσκεται ἔνοπλον καὶ εἰς κίνησιν, ἵνα φυλάττῃ ἕκαστος τὰ ὅριά του, διότι ἐνδέχεται ἐξ ἀπροόπτου καὶ ἐν μιᾷ στιγμῇ εἷς λῃστὴς νὰ διαφθείρῃ 3, 4 πολίτας μὲ τόσα δῶρα εἰς ὅσα δὲν θὰ φθάσῃ ἡ ἀποζημίωσις, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ θὰ καταδικασθοῦν κατόπιν νὰ ὑποκρύπτωνται ἐντὸς τῶν οἰκιῶν αὐτῶν καὶ νὰ συναλλάττωνται· ἢ νὰ πράξῃ μίαν λῃστείαν ἢ ὑποκρυπτόμενος εἰς ἓν μέρος διὰ μιᾶς καὶ ἐξ ἀπροόπτου συλλαμβάνει ἕνα ἄνθρωπον καὶ τὸν ἀπάγει. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐντὸς μιᾶς ὥρας, ὅπως ἔγεινε τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου καὶ γίνεται, διὰ 5 ἀνθρώπων. Εἶναι δίκαιον οἱ δημόται ὅλοι νὰ ὑποστῶσιν τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑπέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος; καὶ διατὶ, κύριοι, λέγουσι καὶ καταδικάζουσι τοὺς δημότας; ὄχι διότι προγνωρίζοντες, ὄχι διότι μαθόντες, ὄχι διότι ἀνακαλύψαντες ὅτι ὑπάρχουν λῃσταὶ εἰς τὸν τόπον των ἀδιαφόρησαν καὶ δὲν τοὺς κατεδίωξαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐφρόντιζαν αἰωνίως νὰ περιπολοῦν, ὥστε νὰ προλάβουν τὴν πρᾶξιν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα ἰδέα, ἡ καθιέρωσις δηλ. τῆς εὐθύνης τῶν δήμων, εἶναι ἄδικος καὶ ἄσκοπος ἴσως, καὶ φοβοῦμαι μήπως ἡ θεραπεία τὴν ὁποίαν οὕτω ζητοῦμεν, θὰ ἀπασχολήσῃ καὶ θὰ ἀποσπάσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των, θὰ βλάψῃ καὶ δὲν θὰ ὠφελήσῃ κατὰ τῆς λῃστείας· θὰ καταστρέψῃ τοὺς κατοίκους μᾶλλον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγουν τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία κατὰ δυστυχίαν δύναται νὰ ἐπέλθῃ εὐκόλως, 60,000 καὶ 80,000 δραχμῶν, διότι 80,000 τοῦ ἐκόστισε τοῦ Σωτηροπούλου ὁμοῦ μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν νομισμάτων· ζημία ἐξ 80,000 δραχμῶν εἶναι πολλὰ ἐπαισθητὴ καὶ ὁ δῆμος πρέπει αἰωνίως νὰ ἐγρηγορῇ καὶ νὰ ᾖναι εἰς τὰ ὅπλα, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν πιθανότητα ὅτι θέλει τὴν ἀποφύγει. Λοιπὸν τὸ μέτρον τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ δὲν θὰ μᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν λῃστείαν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἴσως εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν οἱ λῃσταὶ ἐμφωλεύουν συνήθως εἰς ἕνα δῆμον, εἰς ὃν εὑρίσκουν καταφύγιον καὶ κατοικοῦν· τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινὰς, διότι ἐκεῖ βεβαίως δὲν θέλουν οἱ πολῖται καὶ αἱ ἀρχαὶ νὰ καταδιώξωσι τοὺς λῃστὰς, οἵτινες ἐν ἀγνοίᾳ των θὰ δύνανται νὰ ἐνδιαιτῶνται εἰς τοὺς δήμους των. Δὲν ἀποκρούω δὲ καὶ τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλετε εἰς τὰς ὀλιγωρούσας ἀρχὰς, καὶ τὰς ἐποχὰς, ἤτοι τὸν 10 ἕως ἔτη 20 καὶ αἰωνίως ἀποκλεισμόν των νὰ λάβωσι θέσιν, καὶ οἱ πολῖται νὰ ἐξασκῶσι τὰ πολιτικὰ δικαιώματά των, καθόσον λέγω ὅτι ἐντὸς τοῦ δήμου αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ᾖναι γνωστὸν ὅτι ἐμφωλεύουν λῃσταί· οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου αὐτοῦ, ἐὰν θέλουν, ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των καὶ τότε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ λῃστεία, ἀφοῦ καταστραφοῦν αἱ φωλεαὶ τῶν λῃστῶν. Εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν λοιπὸν πταίουν οἱ κάτοικοι καὶ δίκαιον εἶναι νὰ τιμωρηθῶσι· νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν ἐπαινῶ τῳόντι, διότι εἶναι εὐφυὴς, ἐφαρμοζομένη εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν μόνον οὔτε ἄδικος, οὔτε ἐπικίνδυνος, οὔτε ἀλυσιτελὴς εἶναι. Καθὼς ἠξεύρετε, Κύριοι, ἡ λῃστεία δὲν ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς καὶ ὑποστηρίξεως μεγάλης εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα λῃστεύει, ἢ εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὰ λύτρα, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου προφυλάττεται, διαμένει, ἡσυχάζει· πρέπει νὰ ἰατρευθοῦν οἱ λῃσταὶ, νὰ νοσηλευθοῦν, νὰ τροφοδοτηθοῦν κλπ. ἔχουν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῶν κατασκόπων. Κύριοι, μυστήριον ὄντως εἶναι μὲ τὴν κατασκοπείαν καὶ ἀστυνομίαν τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦν οἱ λῃσταί. Εἶναι δὲ ἀδύνατον ὁ δῆμος, ἡ πλειοψηφία τοῦ δήμου εἰς ὃν συνήθως ἐνδιαιτῶνται οἱ λῃσταὶ, νὰ μὴ γνωρίζουν τοῦτο· ἑπομένως οἱ δημόται σιωπῶντες πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας τῆς πλαγίας, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς ὑποστηρίξεως τῆς λῃστείας. Ἡ ἰδέα λοιπὸν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, τροποποιουμένη ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, δύναται νὰ φανῇ λυσιτελὴς, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐπιζητοῦμεν, ἤτοι τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. (Ἐνταῦθα ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ κατῆλθε τοῦ βήματος, τινὲς τῶν Κ.Κ. βουλευτῶν ἰδιαιτέρως ὡμίλησαν πρὸς αὐτόν. Μετὰ τὴν συνομιλίαν ταύτην ἀνέβη ἐκ νέου τὸ βῆμα). Κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὡς ἰδέαν πρέπει νὰ τὴν δεχθῶμεν ὅλοι, ἀλλὰ πρὶν τὴν δεχθῶμεν ὅλοι συγκεκριμένως καὶ νομοθετήσωμεν, πρέπει νὰ τὴν μελετήσωμεν πολύ· εἷς τῶν ΚΚ. βουλευτῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν ὁρίων δὲν βλάπτει εἰς τὴν λῃστείαν· εἰς τοῦτο ὅμως ἐγὼ ἀντιτάσσω, ὄχι μόνον τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν γνώμην ὅλου τοῦ κόσμου· ἡ ἰδέα ὅτι τὰ ὅριά μας δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς λῃστείας μετέβη ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Κ. βουλευτὴν· ἐν τούτοις ἡ ἰδέα περὶ ἧς πρόκειται, ὡς πρὸς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεθόριοι, δύναται νὰ παρουσιάσῃ κινδύνους καὶ ἀδικίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε τὴν ἰδέαν αὐτὴν νὰ τὴν διατυπώσωμεν, νὰ προχωρήσωμεν δὲ εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὔριον ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς, ὅτε ἀποφασίζομεν ἔτι τὰ ὀρθότερον.
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν Κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν τιμὴν μὲ τὴν ὁποίαν θέλει πάντοτε νὰ προσφέρεται πρὸς ἐμὲ, ἀναλόγως τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω πάντοτε πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον. Κύριοι, ἀφοῦ ὁ Κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ἀξίαν μελέτης καὶ συζητήσεως τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἔλθω ν’ ἀναπτυχθῶ εἴς τινας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθουν εἰς συμπλήρωσιν, καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσιν ἴσα ἴσα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἰδέας αὐτῆς, καθ’ ἣν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ καθήμενος εἰς τὴν ἕδραν μου συνέταξα αὐτὴν εἰς διάστημα ὀλίγων στιγμῶν, ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην νὰ σᾶς παρουσιάσω αὐτὴν τελείαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ ἱκανὸς δὲν εἶμαι νὰ νομοθετῶ, ἄλλοι ὑπέρτεροί μου θὰ τακτοποιήσωσι τὴν ἰδέαν αὐτήν. Εἶναι ἀληθέστατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι...... (θόρυβος). Παρατηρῶ ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πάντες τὸ γνωρίζετε καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει τὸ κατανοήσει ἀμέσως, ὅτι οἱ λῃσταὶ δύνανται ἀλλοῦ νὰ ἑδρεύουν, ἀλλοῦ νὰ λῃστεύουν καὶ ἀλλοῦ νὰ λαμβάνουν τὰ λύτρα παραδέχομαι δὲ τὴν ἰδέαν νὰ καταδιωχθῶσιν ἀπηνῶς οἱ δῆμοι ἐντὸς τῶν ὁποίων ἑδρεύουν λῃσταὶ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γνωρίζουν ποῦ ἑδρεύουν λῃσταὶ καὶ ἀκόμη ποῦ θὰ λάβουν τὰ λύτρα, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ λάβουν ἂν δὲν ἔχουν ὑποστήριξιν. Ναὶ, δὲν πταίουν μόνον οἱ κακοὶ, οἱ κακοῦργοι οἱ ἐν τῷ δήμῳ εὑρισκόμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ καλοὶ, διότι καὶ οὗτοι διὰ τῆς ἀδιαφορίας των ὑποστηρίζουν τὸ κακόν. Πρέπει αὐστηρῶς νὰ τιμωρήσωμεν τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἑδρεύει λῃστρικὴ συμμορία· ἡ ἰδέα δὲ ἡ ἰδική μου εἶναι νὰ ἐξεγείρωμεν τὸν λαὸν, καὶ ὁ λαὸς, κύριοι, οὔτε τὰ ὅπλα θὰ λάβῃ, οὔτε τὰς ἐργασίας του θ’ ἀφήσῃ, οὔτε τι ἄλλο, ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ θέλω, καὶ κατεστράφη ἡ λῃστεία. Ἕνας δῆμος, ἅμα θελήσῃ εἰς μίαν ἐπαρχίαν, λῃστὴς δὲν εἰσέρχεται εἰς αὐτήν· τόσον εἶναι ἰσχυρὰ ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ. Καὶ τὶ νομίζετε; δύναται νὰ ζήσῃ 24 ὥρας ὁ λῃστὴς ἅμα δὲν λάβῃ τροφὴν; καὶ αὐτός εἶναι ἄνθρωπος καὶ τὸν στόμαχόν του, τὸν ἐχθρόν του, τὸν φέρει ἐπάνω του· ἵνα λάβῃ τροφὴν πρέπει νὰ ἔχῃ σχέσεις, πολὺ περισσότερον ἵνα λάβῃ τὰ λύτρα. Ποτὲ δὲν θὰ ἐκλέξῃ σημεῖον ἵνα λάβῃ τὰ λύτρα χωρὶς νὰ ἔχῃ σχέσεις εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο· καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζετε πάντες. Ὡσαύτως τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἀπολυτροῦται ὁ αἰχμάλωτος εἶναι σημεῖα ὑποστηρίξεως τῆς λῃστείας· ὡσαύτως ὅπου ὁ αἰχμάλωτος διέρχεται μετὰ τῶν λῃστῶν εἶναι σημεῖα ὑποστηρίξεως, ὅπου οἱ λῃσταὶ ἐνδιαιτῶνται. Θέλετε παρατηρήσει ὅμως, ὅτι δύναται ὁ αἰχμάλωτος νὰ κινδυνεύσῃ. Ποσῶς· ἂν θέλετε, συμπεριλάβετε καὶ τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ αἰχμάλωτος κρατεῖται, ἐντὸς τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ πληρωμὴ τῶν λύτρων. Ὅλα εἶναι σημεῖα ὑποστηρίξεως· οἱ αἰχμάλωτοι μάλιστα τρέφονται καλῶς, διότι ἔχουν συμφέρον οἱ λῃσταὶ νὰ ζήσουν ἵνα πάρουν λύτρα. Ὁ αἰχμάλωτος, κύριοι, δύναται ἴσως νὰ παρουσιάσῃ ἐμπόδια εἰς τὴν ἀπόδειξιν ποῦ καὶ ποῦ ἐκρατήθη. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν γίνονται, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε, ὅτι καὶ τὰ ἐναντία γίνονται, διότι δύναται νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ αἰχμαλωτιζόμενος περιφέρεται, ἀλλ’ ἅμα ἀπολυτρωθῇ θὰ τὸν γνωρίζῃ καὶ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου γίνονται ὅλα γνωστά. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἀφοῦ καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει τοὺς ὅρους τούτους νὰ τοὺς τακτοποιήσῃ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἢ δύω ἢ τρεῖς ἄνθρωποι, καὶ τοὺς παρουσιάσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐκ τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους θὰ παραδεχθῶμεν ἐξαρτῶνται πολλαὶ ἀκόμη διατάξεις πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο, ἂν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ, ἂς ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν σήμερον καὶ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἰδία αὔριον, καὶ οὕτω νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος χρονικοῦ, διότι μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου τούτου τὰ ἄλλα ἄρθρα θὰ παραδεχθῶσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§59ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ἀγχίστροφον τῶν παραχωρήσεων ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου ἀρκετὰ ἐλάλησα καὶ προχθὲς, καὶ ἀπέδειξα τὸ μὴ ὀρθὸν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὁμολογουμένως εὐφυὴς ῥήτωρ, σπουδάσας τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, σπουδάζει καὶ τοὺς πολιτικοὺς, καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν του κατέφυγεν εἴς τινα νόμον πολιτικὸν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ Βαυαροκρατίας, ἐπὶ ἀπολύτου Μοναρχίας. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς διῄρεσε τὴν ὁμιλίαν του εἰς δύω λόγους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπιφάνειαν φαίνονται σπουδαῖοι· ὁ ἕνας λόγος εἶναι ὅτι ὑπῆρχε παραπλήσιος νόμος ἐπὶ τῆς Βαυαροκρατίας, ὅτι ἐγένετο, ἐσυζητήθη καὶ παρεδέχθη ἐπὶ ἀπολύτου Μοναρχίας· ὁ ἕτερος λόγος ἦτο ἡ διέγερσις τοῦ λαοῦ· οὐδένα ἄλλον λόγον ἤκουσα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του παρ’ αὐτοὺς τοὺς δύω. Τὸν πρῶτον λόγον ἐπολέμησε λίαν εὐφυῶς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς· ὑπολείπεται κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ νὰ τὸν πολεμήσω ἐγώ. Ὁ νομοθέτης, κύριοι, ἵνα οὐδετερώσῃ τὴν κακίαν ἑνὸς δενδροκόπου, διατάσσει διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου τὸν δῆμον νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν παθόντα, καὶ ἑπομένως δεικνύει εἰς τὸν δενδροκόπτην, ὅτι ἡ κακία του δὲν τὸν ὠφέλησε, διότι ἐκεῖνος κατέστη πλουσιώτερος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸν νομοθέτην νὰ διατάξῃ οὕτω (καὶ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἦτον ἀπόλυτος)· ὑπῆρχεν εἷς λόγος ἐν τῷ δήμῳ, διότι οἱ νόμοι δὲν εἶναι παρὰ ἓν συνάλλαγμα κοινωνικὸν, ὁ νομοθέτης συνηλλάχθη μετὰ τοῦ δήμου. Σήμερον ὅμως νομοθετοῦμεν περὶ Κράτους ὁλοκλήρου, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καταδικάσωμεν, νὰ ἐπιβάλωμεν τιμωρίαν εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Τότε ὑπῆρχε λόγος ἐν τῷ τόπῳ, ad hoc, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸν νομοθέτην νὰ διατάξῃ ὡς διέταξε, διότι ποῖος ἤθελεν ἀποκόψει τὴν ἄμπελον τοῦ ἄλλου ἢ ὁ γείτων ὁ ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ εὑρισκόμενος; Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δικαιολογημένος ὁ νόμος αὐτός; Τότε ὁ νομοθέτης ἤθελεν οὐχὶ μόνον νὰ τιμωρήσῃ τὴν μνησικακίαν ἑνὸς ἄλλου, ἀλλὰ καὶ νὰ προστατεύσῃ καὶ τὴν δενδροφυτείαν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔγεινε μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος, ὅτε δὲν ὑπῆρχε δενδροφυτεία οὐδαμοῦ· ἀλλὰ σήμερον ἐκλιπόντος τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐγέμισεν ἀπὸ δενδροφυτείας, δὲν ὑφίσταται πλέον ὁ λόγος αὐτὸς δι’ ἡμᾶς. Πόσον καιρὸν ἔχουν νὰ ἀκούσουν οἱ νομικοὶ ἀγωγὴν περὶ δενδροφυτείας; Ὅταν ἐκλείψῃ ὁ λόγος τοῦ νόμου, ἐκλείπει καὶ ὁ νόμος αὐτός. Τὰ νομοθετήματα εἶναι φάρμακα, τὰ ὁποῖα δίδονται ὅπως θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς· ταῦτα ὅμως μεταβάλλονται, ὅπως καὶ οἱ ἰατροὶ δὲν μεταχειρίζονται πάντοτε τὰ αὐτὰ φάρμακα. Ἄλλοτε ὑπῆρχε νόμος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα τοῦ ἄλλου παρὰ ὁ γείτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς κατεδολιεύθη, κατηργήθη. Οὕτω, Κύριοι, καὶ ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ἀποζημίωσιν τὸν δῆμον, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ περίστασις, ὁ αὐτὸς λόγος. Πῶς θὰ ὑποβάλωμεν τὸν δῆμον εἰς ἀποζημίωσιν διὰ πράξεις ἄλλου, εἰς τὰς ὁποίας οἱ δημόται ποσῶς δὲν εὐθύνονται; ἄλλος νὰ ἀδικῇ καὶ ἄλλος νὰ ἀποζημιώνῃ, τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν ὑφίσταται νόμιμος λόγος. Σήμερον πρόκειται νὰ δικάσητε περὶ λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, καὶ ἔρχονται ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν δήμων, εἰς μίαν στάνην ἑνὸς ποιμένος, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ τρεῖς ὥρας μακρὰν ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ δήμου διότι οἱ λῃσταὶ, Κύριοι, ποτὲ δὲν φαίνονται πλησίον πόλεων ἢ κωμοπόλεων μεγάλων, ἀλλὰ πλησίον χωρίου τινος ἢ εἰς δάση καὶ φάραγγας καὶ εἰς ἀπότομα μέρη, ὥστε καταδιωκόμενος ὁ λῃστὴς νὰ εὑρίσκῃ ἄσυλον. Ὁ δεύτερος λόγος τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἀνέφερεν ἐνώπιόν σας εἶναι ἡ διέγερσις τοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν, λέγει, ὥστε νὰ διεγείρωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ ὅπως καταδιώξῃ τοὺς λῃστάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Γρηγοριάδης, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διεγείρεται ὅταν σὺ, Κύριε Πετιμεζᾶ, τὸ θελήσῃς μὲ τὴν οἰκογένειάν σου, μὲ τοὺς συγγενεῖς σου, μὲ τοὺς φίλους σου, καὶ ὅταν λέγω σὺ, ἐννοῶ τοῦτο δι’ ὅλους τοὺς πολιτικούς. Ὡσαύτως λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιώσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔσπειραν· καὶ διατί μόνον αὐτοί; διότι καὶ ὁ νόμος τῆς Βαυαροκρατίας ἔλεγε τὸ αὐτό ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτον ἀπόλυτος, δὲν ἐσυζητήθη ἐντὸς κοινοβουλίου, ἔγεινεν ἀπὸ ἕνα Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, καὶ δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν ὡς παραδείγματα ἐντὸς συνταγματικοῦ κοινοβουλίου νόμον ἀπολύτου μοναρχίας, διότι τότε ὀλίγοι ἔκαμνον τοὺς νόμους. Τὸ νὰ ἀποζημιώσω ἐγὼ τὸν δῆμον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔγεινεν ἡ λῃστεία κατὰ τί βλάπτεται ὁ λῃστής; Ἐδῶ πρόκειται νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, δὲν πρόκειται νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων. Ἐδῶ ἔρχεται νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως λῃστῶν, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐν τούτοις φέρετε τροπολογίας περὶ ἀποζημιώσεως ἐκείνων τοὺς ὁποίους οἱ λησταὶ ἔβλαψαν, καὶ φθάνετε οὕτως ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο· τοῦτο εἶναι σόλοικον, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω· καλλιτέραν ἔκφρασιν δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ μεταχειρισθῶ, ἐὰν αὕτη ἤθελε σᾶς φανῆ προσβλητική. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι ἐγὼ θὰ εἴπω τότε νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ δημόσιον· διότι τί σοῦ χρεωστεῖ ὁ δῆμος, ὁ ὁποῖος πληρόνει τὰ βάρη του, τοὺς φόρους, τί σοῦ χρεωστεῖ, ὅταν σὺ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύνασαι νὰ καταδιώξῃς τὸν λῃστήν; Τέλος πάντων, Κύριοι, διότι θεωρῶ ἄδικον νὰ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, καθ’ ὅσον καὶ εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου τὰ ἀνέφερα, τελειόνων, λέγω τὸ ἑξῆς· ὅταν προχθὲς ἐζήτησεν ἀπὸ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις τὴν ψῆφον εἰς τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον, τὴν ἐδώκαμεν, διότι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ καὶ οὐδεὶς ἀντεῖπεν. Ἐννοεῖτε, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ μᾶς ἔχουν κατὰ τὸ ἥμισυ προκατειλημμένους καὶ ἑπομένως μετ’ ὀλίγον πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ἐπαχθεῖς εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος· διότι, ἐὰν δὲν ἐπιβάλωμεν φόρους, εἶναι ὄνειρα καὶ φάσμα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ Κ. Βότσαρης. Εἴμεθα εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μαστίζει τὸν τόπον ἡ ἀχρηματία καὶ φοβοῦμαι μήπως καταστρέψωμεν τοὺς δήμους· ἐγὼ φοβοῦμαι μὴ ἀναστατωθῇ ὁ λαὸς καὶ μᾶς εἴπῃ, δὲν δύναμαι νὰ ὑποφέρω περισσότερα βάρη· πῶς ἐνῷ ὁ λῃστὴς ἦτον ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ἀναγκάζετε ἐμὲ νὰ ἀποζημιώσω; εἰς ποίας διατάξεις στηριζόμενοι μοῦ ἐπιβάλλετε αὐτὴν τὴν ἐλεεινοτάτην ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὅρια οὔτε εἰς τὴν διαδικασίαν, οὔτε εἰς τὰς ἀποδείξεις της, οὔτε εἰς τὴν πηγήν της; Πιστεύω, ὅτι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θὰ ἀνεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νόμον περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ὅτι θέλει ἀποῤῥίψει τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Πετμεζᾶ.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἑτέρα ἰδέα περὶ τῶν δήμων εἰς τοὺς ὁποίους ἐμφωλεύουν καὶ ἔχουν καταφύγιον οἱ λῃσταί.
§61ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφοῦ πολεμῶ τὸ ὅλον, Κύριοι, ἐννοεῖτε, ὅτι πολεμῶ καὶ τὸ μέρος· ἀποζημίωσιν δὲν δέχομαι, διότι ὁ πολίτης δὲν σοῦ χρεωστεῖ τίποτε· λέγει, ὅτι πρέπει σὺ νὰ μὲ ἀσφαλίσῃς. Ἔπειτα, Κύριοι, ἐὰν εἰς ἕνα τόπον φανῇ ἕνας κακοῦργος, εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνουν οἱ ἄλλοι οἱ καλοί;
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ, ὅταν ἐμφωλεύουν διαρκῶς.
§63ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ λῃσταὶ ποτὲ δὲν μένουν διαρκῶς εἰς ἕνα τόπον· μένουν μίαν ἡμέραν ἐδῶ, μίαν ἄλλην ἐκεῖ. Δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὸν νόμον χρονικὰ διαστήματα, διότι θὰ καταστρέψωμεν οὕτω τὴν κοινωνίαν. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους, Κύριοι, προτείνω νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις αὕτη.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ θέσωμεν ὡς τέταρτον ἄρθρον. «Τὰ περὶ συντάξεως καὶ ἀποζημιώσεως διαταττόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 2, 3, ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀποτελεσματικῶς καταδείκτας λῃστῶν παθόντας ἕνεκεν τῆς καταδείξεως.» Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τέταρτον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ νομοσχέδιον θὰ καταντήσῃ ἕκτον, ἔχει οὕτω......
§67ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγένετο μία τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον. Μετὰ τὴν λέξιν «μέτρου» τίθεται «ἀναλόγως τῶν εἰς τὴν νόμιμον ἐξουσίαν αὐτοῦ μέσων.»
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἐννοῶ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον· ὅταν ὁ δήμαρχος εἰδοποιῆται περὶ λῃστῶν, νὰ διατάττῃ αὐθωρεὶ τοὺς περὶ αὐτὸν χωροφύλακας ἢ πολίτας νὰ σπεύδουν πρὸς καταδίωξιν. Λοιπὸν ὅλα τὰ μέσα ὅσα ἔχει ἀνὰ χεῖρας νὰ τὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἰδοποιῇ καὶ τὴν πλησίον ἀρχήν.
§70ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἁρμόδιος καὶ νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ· δὲν εἶσθε ὑμεῖς Κ. Πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ λέγω διὰ νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἀποφασισθῇ ὅ,τι ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ, καὶ ἔχετε ἄδικον νὰ κάμνετε τοιαύτας παρατηρήσεις.
§72ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρέπει νὰ συνεννοούμεθα, Κύριοι. Χθὲς ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς διεφιλονείκησε τὴν ἰδέαν, ὅτι ζητοῦμεν καὶ ἐπιβάλλομεν ποινὰς εἰς τοὺς δημάρχους διὰ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των· δὲν καταδιώκουν τοὺς λῃστὰς· ἀλλ’ εἶναι οὗτοι ἀποσπασματάρχαι; λοιπὸν ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, εἴπομεν νὰ προστεθῇ, «ἀναλόγως τῶν εἰς τὴν νόμιμον αὐτοῦ ἐξουσίαν μέσων.» Ἐὰν δὲν τοὺς δώσῃς ἐξουσίαν, πῶς θὰ τοὺς τιμωρήσῃς;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς λύεται, νομίζω, αὐτὸ τὸ ζήτημα· νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν δήμαρχον νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέσα...
§74ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδεχθέντες τὴν ἀνάγκην τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, παρεδέχθημεν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς νομοθεσίας κατὰ πρῶτον, δεύτερον ὡμολογήσαμεν τὴν ἀνικανότητα τῆς ἐξουσίας, τρίτον ἐσηκώσαμεν τὴν εὐθύνην ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει, ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν εἰς ἣν ἀνήκει τὸ καθῆκον τῆς προστασίας, τῆς τιμῆς, τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, καὶ τὴν ἀνεθέσαμεν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὶ χρειάζονται οἱ δήμαρχοι λοιπόν;
§76ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δήμαρχοι δὲν εἶναι παρὰ οἱ ἐντολοδόχοι. Ἐσηκώσαμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀνεθέσαμεν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἥτις ἀπεκδέχεται τὴν σωτηρίαν ἐγκαθιστῶσα ἀρχὰς καὶ μισθοδοτοῦσα· ἐῤῥίψαμεν οὕτω τὴν αὐτοκατάστασιν ἐπὶ τῆς κοινωνίας, ἀκολούθως κατηντήσαμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν ποινῶν, ὅπερ ἄν τινες ὠνόμασαν Δρακόντιον, ἐγὼ τὸ ὀνομάζω γελοῖον· διότι, ἐὰν σεῖς νομοθετῆτε ποινὰς καὶ ἀμοιβὰς κατὰ τῶν λῃστῶν, οἱ δὲ λῃσταὶ καθ’ ἡμῶν καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν καταδιωκτῶν, τίς θέλει ὑπερισχύσει; ποία ποινὴ θέλει ἐμπνεύσει τὴν αἴσθησιν τοῦ τρόμου; ἡ ἰδική μας εἶναι ἀνωτέρα, ἢ ὁ τρόπος δι’ οὗ γίνεται ἡ προκήρυξις τοῦ λῃστοῦ; Καὶ τελευταῖον κατηντήσαμεν εἰς τὸ πάντων ἀτοπώτατον, διότι ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μύρια ἕπονται, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ σύστημα τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπου συμβαίνει τὸ κακούργημα, ἐκεῖ νὰ ἦναι ἔνοχος ἡ κοινωνία, ὡσὰν νὰ ἔχῃ μίαν κεφαλὴν ἡ κοινωνία διὰ νὰ τὴν κόψω. Ἀποσιωπῶ, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀνατρέπομεν ἐντελῶς τὴν κοινωνίαν, διότι οἱ δήμαρχοι, ἐν γένει αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, οἱ πολῖται θέλουσιν εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ἕρμαιον τῆς κατασκοπείας, τοῦ προσηλυτισμοῦ, τῆς κομματικῆς ἀντεκδικήσεως· ταῦτα δὲ πάντα τὰ ἄτοπα εἰς τὶ θὰ μᾶς καταντήσουν; Ἡμεῖς λοιπὸν εἴμεθα ἔνοχοι τοῦ κακοῦ καὶ οὐχὶ ἡ κοινωνία, ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ, οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταί· διότι τί εἶναι ὁ δήμαρχος, τί ὁ ἀστυνόμος παρὰ οἱ ἐντολοδόχοι ἡμῶν; Τίνες εἶναι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν διοικητικοὶ, στρατιωτικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, εἰμὴ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ κακὸν ἀνέρχεται διὰ μιᾶς ὀντολογικῆς, οὕτως εἰπεῖν, κλίμακος μέχρις ἡμῶν. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον, ἐπειδὴ παρεδέχθημεν δυστυχῶς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἑξῆς προσθήκην, τοὐτέστι προσθέτω μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ τοὺς βουλευτάς. Διατί νὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία τὸ παράπονον ὅτι ἐπιῤῥίπτομεν τὴν εὐθύνην ὅλην εἰς αὐτήν;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί παραδέχεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, Κύριε Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένομεν εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4 Μ. Μ.