1866.01.05
1,866 rows · 14,741 words · 256 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 102
Τῆς 5 Ἰανουαρίου 1866.
(Τετάρτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Στεφανόπουλος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΣΚΑΛΤΣΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ περὶ ἡμιτάγματος, καθόσον καὶ ἀντίῤῥησις κᾀμμία δὲν ὑπάρχει, καὶ διότι ἐπείγομαι καὶ ἐγὼ, ἐπειδὴ εἶναι δεσμευμέναι αἱ χεῖρές μου.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΠΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι, προχθὲς τῇ προτάσει τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων Κ. Πετιμεζᾶ ἀπεφάνθη ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ποσὸν τὸ χρησιμεῦον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι κακῶς ἐκπεφρασμένον.
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ ἐξήγησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἡμιτάγματος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκολουθία χωροφυλακῆς τί θὰ εἰπῇ;
§11ΣΚΑΛΤΣΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ προσκαλούμενοι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ἐξακολουθοῦν νὰ ἦναι τοῦ πεζικοῦ.
§13ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι διὰ νὰ ἀπολαμβάνουν τὰς ἀποδοχὰς τοῦ πεζικοῦ, διότι ἄλλως πρέπει νὰ ζητήσωμεν πίστωσιν.
§14Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, ὅτε ἐψήφισε τὴν δαπάνην αὐτὴν, δὲν ἠνόει βεβαίως εἰμὴ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ χρησιμεύσουν αὐτὰ εἰς τὸν ἄλλον στρατόν· τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὰ 1855, ὅτε ὁ στρατηγὸς Καλλέργης ἔκαμε προσωρινὸν διάταγμα, καὶ εἶπεν, οἱ ἄνδρες τοῦ σώματος τῆς ὁροφυλακῆς προστίθενται εἰς τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὀνομάζονται ἐπικουρικὴ χωροφυλακή. Λοιπὸν ἐπάνω κάτω τὸ ἴδιον θὰ γείνῃ σήμερον.
§15ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐνόησα προχθὲς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν παρουσιάσαντα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν διάλυσιν τοῦ ἡμιτάγματος. Τὸν ἐνόησα, διότι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσθη τὸ ἡμίταγμα. Ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ διαλύσῃ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τὸν λόγον διατὶ προσδιορίζεται ἡ τοποθέτησις, ἡ μισθοδοσία κτλ. Αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἄσχετον μὲ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐσχημάτισε τὸ ἡμίταγμα αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη καὶ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις αὐτοδικαίως νὰ ψηφίσῃ τὴν διάλυσιν, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς ἓν καὶ μόνον ἄρθρον καταργοῦν τὸ δεῖνα ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τῆς δικαιοδοσίας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐννοῶ διατὶ διὰ νόμου νὰ κάμωμεν αὐτό. Ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι αὔριον ἡ τοιαύτη ἀπόφασις δὲν θὰ ἀποβῇ λίαν ἐπικίνδυνος; δὲν λέγω τί θὰ γίνῃ, ἀλλ’ εἶναι ἀπὸ τὰ ἐνδεχόμενα, τὰ ὁποῖα πάντοτε παρουσιάζονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δεσμεύεται ἡ ἐξουσία, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ ἐξουσία παραιτεῖ τὰ δικαιώματά της καὶ τ’ ἀφίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐννοῶ λοιπὸν τὸ πρῶτον περὶ καταργήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ παντάπασι τὰς λοιπὰς διατάξεις, καὶ ἑπομένως προτείνω ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον μόνον· «τὸ δεῖνα ψήφισμα τὸ ἀφορῶν τὴν σύστασιν τοῦ ἡμιτάγματος καταργεῖται»· τὰ ἄλλα εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§16Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν σπουδαῖον καὶ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν περιεβλήθη μὲ χαρακτῆρα τοιοῦτον, ὥστε ἡ διάθεσις ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ τῶν διοικούντων νὰ μὴ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Διὰ τοῦ συστήματος, Κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον προτείνει προαγορεύσας, ἀφίεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν νὰ κανονίζουν τὴν τύχην τῶν βαθμολόγων αὐτῶν· καὶ ἔχομεν δυστυχῶς παραδείγματα μέχρι τοῦδε, ὅτι Ὑπουργοὶ ἔδωκαν ὑποχρεωτικὰς ἀφέσεις εἴς τινας ὑπαξιωματικοὺς, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ἡ τύχη τῶν βαθμολόγων αὐτῶν πρέπει νὰ προστατευθῇ ἀπὸ εἰδικὸν νόμον. Καὶ ἡ Συνέλευσις οὕτως ἔπραξε συστήσασα τὸ ἡμίταγμα διὰ νόμου. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ὄχι μόνον εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον τὸ προτεινόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαῖον, ἀλλὰ ζητῶ, ὥστε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου νὰ παρενείρωμεν καὶ ἐγγυήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ κανονίζουν ὁριστικῶς τὴν θέσιν αὐτῶν τῶν βαθμολόγων· διότι δὲν εὑρίσκω ἐγγυήσεις εἰς τὰς ἀορίστους λέξεις, εἴτε τῆς ἀκολουθίας, εἴτε τούτου, εἴτε ἐκείνου. Νομίζω κατὰ συνέπειαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι συνεπὲς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐπροστάτευσεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφ’ ἑτέρου νομίζω, ὅτι καὶ ἀνεξαρτήτως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχουν οἱ τοιοῦτοι βαθμολόγοι, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἶναι στρατιῶται παλαιοὶ, ὑπηρετοῦντες πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἂν ῥίψωμεν αὐτοὺς εἰς τὰς ὁδοὺς, δὲν κάμνομεν ἄλλο εἰμὴ ν’ ἀνοίξωμεν στάδιον εἰς στρατιωτικοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἴσως οὔτε ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις λελυμένη εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὥστε κατ’ ἀρέσκειαν νὰ δίδῃ ἀφέσεις εἰς τοὺς μὲν καὶ νὰ διατηρῇ τοὺς δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν χάριν συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν.
§17ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας βουλευτὴς, δὲν δίδει περισσοτέραν ἐγγύησιν εἰς τὰ προσωπικὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων. Θεωρεῖ προστατευτικὸν τὸ μέτρον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ τοιοῦτον, καὶ ἰδοὺ διατί. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπουργός τις θέλει νὰ παραβλέψῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπαγορεύουν καὶ πρέπει νὰ ὑπαγορεύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ῥίψῃ εἰς τοὺς δρόμους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐντίμως, καὶ μὲ τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος προσκαλεῖ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν χωροφυλακὴν, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐγγύησις, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ὅτι οὐδεὶς τῶν ὑπαξιωματικῶν δύναται ν’ ἀπολυθῇ, καὶ ἑπομένως ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὑπηρεσίας. Ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς, καὶ του προσκολλημένου ὄντος τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, νὰ διατάξῃ τὸν διοικητὴν καὶ νὰ εἴπῃ τοὺς δεῖνα ὑπαξιωματικοὺς, ἅμα ληξάσης τῆς θητείας των, νὰ τοὺς ἀπολύσῃς· ἑπομένως οὐδεὶς νόμος τοὺς προστατεύει· καὶ ἂν θελήσετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ἓν ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀπόλυσις ὑπαξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἐκ βάθρων ὅλους τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς διοργανισμοὺς ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους μόνον τῶν ἀξιωματικῶν ἡ κατάστασις εἶναι μόνιμος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐξασφαλίζει τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἀπὸ ἀδίκους καταδιώξεις· ἐὰν θέλῃ ὁ ὑπουργὸς, δύναται νὰ διατάξῃ, ὁσάκις ἐξυπηρετήσῃ ὑπαξιωματικὸς, νὰ τὸν ἀπολύσουν· δύναται καὶ πρότερον νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, διότι εἶναι ὑπαξιωματικοὶ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δείξωμεν τοιαύτην δυσπιστίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν ἔχωμεν, ἂς τῇ εἴπωμεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην μας, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ καλό· ἄλλως ἀνατρέπονται οἱ κανόνες ὅλοι τοῦ στρατοῦ.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πραγματικῶς οἱ καταστατικοὶ νόμοι προβλέπουν, ὥστε οὐδεὶς πλεονάζων βαθμολόγος νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἴσια, ἴσια περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ὑπουργὸς ἐφαρμόζων τοὺς νόμους δύναται νὰ ῥίψῃ ὅλους αὐτοὺς εἰς τὰς ὁδούς· διότι κανεὶς νόμος δὲν ὁρίζει νὰ ὑπάρχουν 500 ἐπιλοχίαι εἰς ἕκαστον τάγμα. Πρόκειται λοιπὸν εἰδικὸς νόμος νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ θέσις δὲν προβλέπεται ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ κατὰ συνέπειαν πᾶς ὑπουργὸς δικαιοῦται ν’ ἀποβάλῃ αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας· ὄχι μόνον δικαιοῦται, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦται ἀπὸ τὸν νόμον, διότι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πίστωσιν, παρὰ διὰ τοὺς προσδιωρισμένους δι’ ἕκαστον τάγμα. Αὐτὸς ὁ λόγος ἠνάγκασε καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην αὐτῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου πρόκειται, ὥστε οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μένουν εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι καὶ μετὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν δεσμεύεται ὁ ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν· ἐγὼ λέγω, ὅτι δεσμεύεται, καὶ ἰδοὺ διατί· διότι, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους ὡς πρὸς τὰς ἀπολύσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν, πρέπει αὐτὸ νὰ γίνῃ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν στρατιωτικῶν νόμων, καὶ αὐτοὶ δὲν ὁρίζουσι, παρ’ ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τότε λαμβάνουν ὑποχρεωτικὰς ἀφέσεις, ὅταν ἡ διαγωγὴ των ᾖναι ἐπίμεμπτος, ὅταν δὲν ᾖναι ἐπιδεκτικὴ ἀνωτέρας προόδου, καὶ τέλος ὅταν ἡ ὕπαρξίς των εἰς τὰ σώματα καθίσταται ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, οἰκονομικὰ μέτρα· ἐὰν πρόκηται διὰ λόγους τοιούτους νὰ ῥίψωμεν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς ἄνευ μέλλοντος εἰς τὰς ὁδούς, ἐννοῶ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα πρέπει νὰ ἐπεκταθῶσιν ἐπὶ ὅλων τῶν κλάδων τῆς πολιτείας, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι μόνον τοὺς βαθμολόγους αὐτούς. Δὲν πρόκειται ὅμως σήμερον περὶ οἰκονομικῶν μέτρων· πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δεσμεύει τοὺς μέλλοντας ὑπουργούς, ὥστε, καί τοι ὑπεράριθμοι ὄντες αὐτοὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀπολυθοῦν τῆς ὑπηρεσίας, παρὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θεωρεῖται ἀναγκαῖος καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνόησα, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ἐνόησα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βότσαρη, διότι εἶναι ὡρισμένη, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διόλου τί θέλει νὰ εἴπῃ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης· θέλει νὰ κάμῃ μίαν τάξιν ἰδίων ὑπαξιωματικῶν; πρέπει νὰ θέσῃ ἕνα νόμον· θέλει ν’ ἀνατρέψῃ ἐκ βάθρων τὴν πειθαρχίαν καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους; ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ κάμῃ νόμον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόησε ποτὲ νὰ ῥίψῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὰς ὁδούς· οὐδὲ ἡ Βουλὴ ἐνόησε τοῦτο· διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ διαθέσῃ αὐτοὺς σκοπίμως εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐσύστησε προχθὲς εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέγα μέρος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ τοὺς ῥίψῃ ἐντὸς τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ εὕρουν ἐκεῖ τὴν ἀσφάλειάν των· ἑπομένως ν’ ἀποδίδωνται ἰδέαι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ συκοφαντῶμεν τὰ πράγματα. Τὸ ἡμίταγμα, κύριοι, τῶν εὐζώνων δὲν ὑφίσταται· ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς διάφορα τάγματα, ποῦ μὲν εἰς τὴν χωροφυλακήν, ποῦ δὲ εἰς ἀδείας, ποῦ δὲ εἰς σταθμούς· καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἑνωμένον. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν εἰς τοιαύτην περίστασιν νὰ διατηρήσῃ ἕν ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει ὑπηρεσίαν καὶ νὰ τοὺς πληρώνῃ 20 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ νὰ βλέπουν τὸν οὐρανόν; Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔπρεπε νὰ κάμῃ κἄτι τι· τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; ἔπρεπε, κύριοι, νὰ διαλύσῃ τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων καὶ νὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τοὺς δρόμους; ὄχι. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ δώσῃ ἕν μέσον νὰ γίνουν χρήσιμοι· τί μέσον λοιπὸν ὑπάρχει; θέλετε νὰ βάλωμεν 4 ἐπιλοχίας εἰς κάθε λόχον διὰ νὰ μὴ γίνεται καμμία ὑπηρεσία; Ἐπροτιμήθη λοιπὸν νὰ τοὺς βάλωμεν εἰς τὴν ἐπικουρικὴν χωροφυλακὴν διὰ νὰ ὑπηρετήσουν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν τώρα νὰ μάθω τι ἄλλο θέλετε. Θέλετε αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς νὰ τοὺς ὑπαγάγητε εἰς μίαν ἄλλην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἀξιωματικοί; μὰ εἰπέτε το φανερά. Φέρετε μίαν πρότασιν νόμου καὶ τότε σᾶς ἐννοῶ· ἄλλως νὰ θέλετε καὶ νὰ μὴ θέλετε εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ θέλετε νὰ φαίνεσθε προστατεύοντες δῆθεν, καὶ πράγματι νὰ μὴ προστατεύετε. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὄχι νὰ συκοφαντῆτε τὰ πράγματα. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, κύριοι, εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα μὲ τὸν Κ. Βότσαρην, τοὐτέστι θέλω οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ ν’ ἀσφαλισθῶσιν, ὡς πρὸς τὰ ἰδικά των συμφέροντα, ἀλλ’ ἐνταυτῷ ν’ ἀσφαλισθῇ καὶ τὸ Κράτος ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμουν. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν μοὶ εἴπητε ἀποκλειστικῶς νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἠμπορεῖτε νὰ ὑποπέσητε εἰς μέγα σφάλμα, ἐὰν τὸ κανονίσητε διὰ νόμου· διότι, ἐὰν αὔριον χρειασθῇ ὁλόκληρον τὸ ἡμίταγμα νὰ παρακολουθήσῃ ἕν τάγμα πεζικόν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ αὐτό. Κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Βότσαρης πολλὰ σπουδαίως καὶ πολλὰ δικαίως ἔφερεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πραγματοποιήσωμεν. Τί θέλομεν νὰ κάμωμεν κατὰ τὸν Κ. Βότσαρην; νὰ χρησημεύσῃ τὸ ἡμίταγμα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶναι καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν φρουρίων καὶ τοῦ πεζικοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ τὸ δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. «Τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ὑπαξιωματικοί, καθὼς καὶ πάντες εἰς τὰ σώματα ὑπάρχοντες ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας», καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι βλέπετε ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει κἄτι ἀσαφές· ὥστε ὁ ὑπουργὸς νὰ δύναται παντοῦ νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ. Τώρα αὐτὸ δίδει καὶ ἄλλην εὐκολίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑποθέσατε ὅτι θέλετε αὔριον νὰ πάρετε 120 ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς νὰ τοὺς βάλετε εἰς τοὺς λόχους, νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ κάμῃ. Ὑποθέσατε ὅτι θέλει νὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ ἕνα ἐπιλοχίαν, δὲν τὴν περιορίζετε, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους δὲν κλείετε ὅλους τοὺς δρόμους, ἀλλ’ ἀφίνετε τὴν ὑπηρεσίαν νὰ βαδίσῃ, ὥστε τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι νὰ ἦναι ἀνοικτὸς ὁ δρόμος νὰ χρησιμεύσουν παντοῦ. Ὁ μισθὸς ἁπάντων τούτων πρέπει νὰ ᾖναι ὁ τοῦ πεζικοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι ἄδικον, διότι εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τῶν πυροσβεστῶν εἶναι κἄτι τι ἀνώτερος ἀπὸ τοῦ πεζικοῦ, καθὼς καὶ ὁ μισθὸς τῶν στρατιωτῶν, ἀλλὰ μὴ νομίσετε ὅτι αὐτὸ εἶναι διάκρισις χάριν τοῦ σώματος· ὄχι εἶναι χάριν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἡ ὁποία προξενεῖ περισσοτέραν φθορὰν εἰς τὰ ἐνδύματα αὐτῶν. Εἶναι ἀδύνατον ὁ πεζὸς νὰ καταστρέψῃ περισσότερον τὴν ἐνδυμασίαν του, παρὰ ὁ πυροβολιστής, ὁ ὁποῖος εἰς ἕκαστον βῆμα φθείρει αὐτὴν ἢ ὁ πυροσβέστης, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν πυρκαϊὰν φθείρει ὁλόκληρον τὴν ἐνδυμασίαν, ἢ ὁ ἱππεὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε εἰς συνάφειαν μὲ τὸν ἵππον του. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὅμως μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι μέγα πρᾶγμα, εἶναι ἀσήμαντος· ἐπειδὴ οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ σήμερον εἶναι τοῦ πεζικοῦ, εἶναι φρόνιμον καὶ δίκαιον, διότι ὅλοι θὰ κάμουν τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, νὰ πληρώνωνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Κατὰ δεύτερον λόγον ἤθελεν εἶσθαι ἓν σκάνδαλον, ἐὰν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς ἠθέλετε δώσει μισθοδοσίαν διαφορετικὴν, ἐν ᾧ κάμνουν τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους δὲν ἔχω νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ἀνωτέρω θέλει εἶσθαι ὁ μισθὸς τοῦ πεζικοῦ. Διὰ ταῦτα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ καὶ ὁ ὑπουργὸς παραδέχεται τὴν πρότασιν αὐτὴν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ.
§20ΣΚΑΛΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἶμαι σύμφωνος.
§21ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δεινόν γε ἡ ἄγνοια καὶ πολλῶν κακῶν αἰτία, ἔλεγέ τις τῶν ἀρχαίων. Ὁ ἔντιμος κ. Πετιμεζᾶς ἀναβαίνων τὸ βῆμα εἶπεν, ὅτι δὲν ἐνόησε τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἐνόησε μόνον τὸν κ. Βότσαρην, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται καὶ ὑποστηρίζει τὸν κ. Μαυρομιχάλην καὶ ἀναιρεῖ τὸν κ. Βότσαρην (ἱλαρότης). Ἐνόησε, λέγει, τὸν κ. Βότσαρην, καὶ ἐν τούτοις ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ μὲ μίαν τροπολογίαν, τὴ ὁποίαν ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐνόησα τὸν κ. Βότσαρην, καὶ εὔχομαι καὶ ὁ κ. Βότσαρης νὰ μὴ ἐνόησε καλὰ τί ἐστὶ καθαίρεσις, ἢ κατάργησις ψηφίσματος. Τὰ ψηφίσματα, κύριοι, καὶ μαθετέ το, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, οὐδέποτε καταλύονται, τῶν ἐθνοσυνελεύσεων· αὐτὰ ἵστανται ὡς κολοσσοί· μόνον οἱ νόμοι μεταῤῥυθμίζονται. Δύνασθε ὅμως τὸ ψήφισμα, ὅπως ἐπρότεινε τὸ ὑπουργεῖον, νὰ τὸ μεταβάλετε δι’ ἑνὸς νόμου· τουτέστι νὰ μεταβάλετέ τι, ὄχι ὅμως ποτὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καταργοῦμεν ψήφισμα, διότι τοῦτο εἶναι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἱεροσυλία. Διέλθετε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων ἡμῶν, ἵνα ἴδητε πόσον σεβαστὰ, πόσον ἱερὰ ἐθεωροῦντο τὰ ψηφίσματα τῶν ἀρχαίων Συνελεύσεων, ὥστε καὶ εἰς στήλας καὶ εἰς πλάκας τὰ ἀνήρτων, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστὰ καὶ ἀείζωα. Ἀλλὰ καλῶς ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀνέπτυξε τὸν σκοπὸν τοῦ ἐντίμου κ. Βότσαρη, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι καταργοῦμεν τὸ ψήφισμα, καὶ τοιουτοτρόπως ῥίπτομεν εἰς τὰς ὁδοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἵτινες ἐμόχθησαν. Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν ἐγένετο ἄνευ σκοποῦ· τὸ ψήφισμα τοῦτο σχεδὸν ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ ψήφισμα τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου, ὅτε ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ, ὅσοι ἔλαβον μέρος κατὰ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην μεταβολὴν, ἐθεωρήθησαν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν ἐγένετο καὶ τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκαθιδρύθη τὸ ἡμίταγμα τοῦτο. Βλέπω καὶ ἐγὼ, καὶ καθ’ ἃ ἤκουσα ἀπὸ στρατιωτικοὺς, ὅτι τὸ ἡμίταγμα τοῦτο, ὅπως συνεκροτήθη εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ· ἀλλ’ οὐχ ἧττον οἱ ἄνδρες αὐτοὶ πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ νὰ ὑπηρετήσουν ἐντεῦθεν τὴν πατρίδα· διότι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε τοὺς ἀπολύσωμεν, δὲν ἔχουν κεκτημένα αὐτοὶ δικαιώματα; ἢ πῶς ἄλλοι ἀξιωματικοὶ κτῶνται δικαιώματα; καὶ οἵτινες —πολλὰ ἠμπορῶ νὰ εἴπω—χωρὶς νὰ προσέλθουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀπέκτησαν βαθμοὺς ἀνωτέρους; καὶ ἐκείνους οἵτινες διεκινδύνευσαν τοὐλάχιστον διὰ μίαν ἰδέαν, οἵτινες ἐκινδύνευσαν τὴν ὕπαρξίν των καὶ ἔλαβον ὡς γέρας ἕνα βαθμὸν, αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς ἐγκαταλείψωμεν; νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, καὶ νὰ μὴ παραλείψωμεν οὐδὲ κεραίαν ἐξ αὐτοῦ· ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συστήσῃ τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἂν ὄχι εἰς τὸ παρὸν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέλλον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλείεται ἡ συζήτησις. Ἀντὶ τοῦ 1 καὶ 2 ἄρθρου προτείνεται ἡ ἑξῆς τροπολογία· «Τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἀποτελοῦντες ὑπαξιωματικοὶ, καθὼς καὶ πάντες οἱ εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦντες, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.»
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς «θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας» αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀφίνονται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἴπουν αὔριον, μετὰ 10 ἡμέρας, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπουν νὰ διατηρήσω ἐκ τῶν 400 ὑπαξιωματικῶν μόνον 200, μετὰ ἕνα δὲ μῆνα νὰ εἴπουν αἱ ἀνάγκαι ἐπιτρέπουν νὰ διατηρήσω 50, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Θὰ μοὶ εἴπητε, καὶ δὲν δυνάμεθα, ὅταν ὑπάρχουν ἀνάγκαι τοῦ κράτους, νὰ ἔλθωμεν εἰς μέτρα τοιαῦτα καὶ ἀκόμη μεγαλείτερα; δὲν τὸ ἀρνεῖται κανείς· ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τοῦ κράτους δὲν δύνανται νὰ περιορισθῶσι μόνον ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας 50 ἢ 100 βαθμοφόρων. Ἂν ὑπάρχουν ἀληθῶς ἀνάγκαι, πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν ὅλην τὴν κοινωνίαν. Ἀφ’ ἑτέρου μὴ λαμβάνοντες πρόνοιαν διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τοὺς καταδικάζετε, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλατε τοὺς διατηρήσει εἰς ὑπηρεσίαν, τοὺς καταδικάζετε εἰς στασιμότητα· ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς θέλει ἀντιβαίνει πρὸς ἕτερον νόμον ἐξασφαλίζοντα τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὑπάρχουσιν ἐγκύκλιοι τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, αἵτινες ὁρίζουσι ῥητῶς, ὅτι ὁσάκις χηρεύουσι θέσεις εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, αἱ ἡμίσεις τῶν θέσεων συμπληροῦνται ἀπὸ τοὺς ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικούς· καὶ αὐτὴν τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τῆς κυβερνήσεως διὰ τῆς προτάσεως ταύτης καταστρέφετε, καὶ τοὺς καταδικάζετε εἰς στασιμότητα, καὶ θὰ βλέπουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐγύμνασαν, προαγομένους εἰς ἀνωτέρους βαθμούς, ἐνῷ αὐτοὶ θὰ μένουν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἔλαβον. Βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς πολὺ καλὰ ἀντιπροσωπεύεται ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βότσαρη, καὶ λυποῦμαι πολὺ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς ἀσπάζεται τοιαύτην πρότασιν· ἐγὼ ἀποκρούω διαῤῥήδην τὴν πρότασιν· δὲν συκοφαντῶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ὅπως εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν, διότι ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ περιβάλωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν τοῦ στρατοῦ μὲ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἐπιβάλλουσι· δὲν δεσμεύομεν τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ, ὁσάκις ὑπάρχει ἀταξία, πλημμέλημα ἢ ὁποιαδήποτε σφάλματα, νὰ μὴ τιμωρήσῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπολύῃ. Θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἐπηρείας ἢ συμπαθείας τῶν ἀτόμων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἵστανται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς τάξεως αὐτῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ἀόριστος αὐτὴ πρότασις «εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας» δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο ἢ ὅτι σήμερον ὁ ὑπουργὸς ἐκδίδει ἓν οὐκάζιον, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει, ὅτι ἐκ τῶν 400 ὑπαξιωματικῶν τοὺς 200 ἀπολύω, διότι δὲν χρησιμεύουν πλέον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· ἔρχεται ἕτερος καὶ λέγει ἀπολύω ἑτέρους 200· ἐξ ἄλλου, κύριοι, οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ θεωροῦνται ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ χρήσιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἴσως ἡ λέξις χρήσιμοι ἔχει διάφορον ἔννοιαν κατὰ τὰ διάφορα συστήματα τῆς διοικήσεως· οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοί, κύριοι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ στρατιωτικοί, ὑπηρετοῦντες πλέον τῶν 10 ἐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἠξεύρετε διατὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ παλαιοὶ στρατιωτικοί, ἐσχημάτισαν τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων; διότι κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν οἱ σωματάρχαι τοὺς ἀπέπεμψαν, διότι τοὺς ἐθεώρουν ἀνθρώπους μετὰ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν! Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐντίμων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν περιοδείαν τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τοὺς εἶδον ἐκ τοῦ σύνεγγυς διεσπαρμένους εἰς ἀποστάσεις πολλῶν ὡρῶν διατηροῦντας καὶ τὴν πειθαρχίαν των, τὴν καλῶς ἐννοουμένην πειθαρχίαν, καὶ τοὺς νόμους, καὶ τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ κράτους. Αὐτοὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἔχουν δικαιώματα καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν μεταπολίτευσιν. Δὲν τὸ λέγω, ἵνα κλονίσω τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, διότι καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκτιμῶ τὴν πειθαρχίαν· ἡ πειθαρχία εἶναι λέξις τῆς ὁποίας χρῆσιν δύναται καλὴν νὰ κάμῃ ἓν εἶδος κυβερνήσεως καὶ κακὴν ἓν ἄλλο εἶδος. Διὰ τῆς προτάσεώς σας αὐτῆς ἔρχεσθε νὰ καταστρέψητε τὰς ἐγγυήσεις δι’ ὧν ἡ Συνέλευσις περιέβαλε τὴν τάξιν ταύτην· δίδετε εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ῥίπτῃ εἰς τὰς ὁδούς. Βλέπετε, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βότσαρη καὶ καταστρέφει τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀποκρούων τὴν πρότασιν. Εἰς τὰ καθέκαστα δὲ τῶν ἄρθρων θέλω φέρει τὰς παρατηρήσεις μου.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα συκοφαντοῦνται; ἐπεβεβαιώθη. Ἐπεθύμουν, ἔλεγον, οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ ὑπάρχουν καὶ ν’ ἀπολύωνται σύμφωνα πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους. Οἱ κείμενοι στρατιωτικοὶ νόμοι ἀνῃρέθησαν; Ποῖοι νόμοι κατεστράφησαν διὰ τῆς προτάσεως, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται; Ὑπάρχουν οἱ νόμοι, οἱ κανονισμοί, διότι οὐδεὶς τοὺς ἠκύρωσε. Τί σᾶς λέγουν; θὰ ἔλθῃ εἷς ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Καὶ σεῖς προλαμβάνοντες καὶ προδικάζοντες, νομίζετε, ὅτι ἂν αὔριον ἔλθῃ εἷς ὑπουργὸς, θὰ ἔχῃ κατώτερα αἰσθήματα ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς; Μὲ τοιαῦτα μὴ νομίσητε, ὅτι δύνασθε νὰ κλονίσητε τὴν Βουλήν. Θέλετε νὰ κάμετε καλὸν καὶ δὲν ἠξεύρετε Θέλετε νὰ θέσητε ὑπὸ ἐγγυήσεις τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἐνῷ τοιαῦται ἐγγυήσεις ὑπάρχουν. Ἀφήσατε τοὺς ὑπουργοὺς νὰ πράξουν τὸ καθῆκόν των κατὰ τὸν νόμον, καὶ ὅταν παρανομήσουν, καταδικάσατέ τους. Μὴ συκοφαντεῖτε οὐδὲ τὰ πράγματα, οὐδὲ τὰ πρόσωπα· ἀφήσατε τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐξακολουθῇ· ἂς ἀφήσωμεν τοὺς νόμους νὰ ἰσχύουν· καὶ ἂν οἱ ὑπουργοὶ καταχρασθῶσι, τότε πρῶτος θέλω ὑψώσει τὴν φωνήν μου, ὡς τὴν ὕψωσα καὶ ἄλλοτε. Σᾶς ἠνόχλησαν αἱ λέξεις ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας· καὶ μήπως πᾶν ἄτομον τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι προωρισμένον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας; καὶ ὑποθέτετε, ὅτι, ἂν ἡ πατρὶς φθάσῃ εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν νὰ διαλύσῃ τὸν στρατὸν, ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν; θέλετε νὰ φανῶμέν ποτε κατώτεροι τῶν πατέρων μας; Ποίας περισσοτέρας ἐγγυήσεις ἔχει τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε; (καὶ εἶναι νομοθέτημα, ὄχι ψήφισμα)· ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔθετεν ἐγγυήσεις περισσοτέρας; τί ἔλεγεν; ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ν’ ἀποτελέσουν ἡμίταγμα καὶ νὰ ᾖναι ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν στρατιωτικῶν νόμων· καὶ λέγω τίποτε διαφορετικὸν διὰ τῆς τροπολογίας μου; Ὅταν κάμωμεν ἕνα νόμον, πρέπει νὰ ὑποβλέπωμεν ὄπισθεν τὴν κακίαν τῶν ὑπουργῶν; οὕτω πως δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ δίδῃ ἐγγυήσεις εἰς τὸ ἄτομον· ἐν γένει οἱ νόμοι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε καὶ ἡ κακία τῶν ὑπουργῶν νὰ δύναται νὰ τοὺς διαστρέψῃ. Πιστεύετε ὅτι ὑπάρχει ἐντελέστερος νόμος ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον; καὶ τοῦτο διέστρεψαν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ὅρια εἰς τὴν κακίαν τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ὅρια εἶναι αὐτοὶ οἱ νόμοι. Καὶ ἡ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἶναι αὐτοὶ οἱ νόμοι.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοσαύτη ἀμφισβήτησις εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἡ Βουλὴ ἤδη ἔδωκε πίστωσιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοὺς ἄνδρας τοῦ ἡμιτάγματος τῶν εὐζώνων· ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἢ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ συμφωνῇ περισσότερον μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς; ὑποθέτω, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἡμιτάγματος καὶ τῶν ἄλλων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Τουλάχιστον ἕως τώρα οὔτε εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, οὔτε εἰς ἑτέρας προγενεστέρας συζητήσεις, δὲν ἤκουσα κατηγορίαν ἐναντίον τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, καὶ οὐδεμίαν τάσιν εἶδον εἰς τὴν Βουλὴν ἐμφαίνουσαν, ὅτι οἱ ἄνδρες αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν. Φρονῶ διὰ ταῦτο, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ ἴδια δικαιώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐξησφαλισμένοι οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων σωμάτων. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διατάττει «τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ἐπιλοχίαι καὶ λοχίαι τίθενται εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς». Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου λύεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μείνει ἄλυτον, ἂν ἁπλῶς καὶ μόνον ἠθέλαμεν καταργήσει τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως· διότι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου πλάττεται θέσις διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους. Πλάττει ἐπικουρικὴν χωροφυλακὴν, ὡς πολλὰ εὐφυῶς τὴν ὠνόμασέ τις τὴν ἀκολουθίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἧς τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἀφοπλίζεται ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν λόγον, ὅτι ὡς ὑπεραρίθμους τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους δύναται, εἴτε εἰς ὅλους, εἴτε εἰς τὸ ἥμισυ, εἴτε εἰς πολλοὺς, εἴτε εἰς ὀλίγους νὰ δώσῃ ἄφεσιν, διατηρῶν τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἄφεσιν διὰ λόγους ἄλλους νομίμους, ὄχι ὅμως διὰ τὸν λόγον τοῦ ὑπεραρίθμου. Τί λέγει δὲ εἰς τὴν πρότασίν του ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς; «τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ὑπαξιωματικοί, καθὼς καὶ πάντες οἱ εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ὑπεράριθμοι, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ τελευταῖον τοῦτο θὰ εἰπῇ καθόσον ὑπάρχει ἀνάγκη, ἅμα δὲ αὕτη ἐκλείψει, ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ μεταχειρισθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τῆς ἀφέσεως. Τοῦτο θέλετε ἐννοήσει ἔτι περισσότερον, ἂν ἀντιπαραβάλητε πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου εἰς τὸ ὁποῖον φαίνεται ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ τεθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς χωροφυλακῆς· τὸ δεύτερον ἄρθρον δεικνύει καθαρώτερον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν θέλει νὰ πλάσῃ θέσεις διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς τῶν σωμάτων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ ἡμιτάγματος· ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, ἀφίνει εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ δὲν δίδει τοιοῦτον δικαίωμα· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ ὡς συμφερωτέραν μᾶλλον παρὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ.
§27ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε κάμει πρότασιν ἀφορῶσαν τὸ ἡμίταγμα· ἡ πρότασις αὕτη ἦτον, ὡς καὶ ἡ σημερινὴ, περὶ διαλύσεως τοῦ ἡμιτάγματος· διότι τότε δὲν μᾶς ἦτον ἄγνωστον, ὅτι ὑπῆρχε πρότασις διὰ τῆς ὁποίας ἓν μέρος τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ προστεθῇ εἰς τὰ τάγματα, οἱ δὲ λοιποὶ εἰς τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, ὅταν ἐν τῷ στρατῷ ἤθελον χηρεύσει θέσεις. Ἐρωτῶ ὑμᾶς μετὰ τὴν τοιαύτην γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ, ὅστις ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἰδέα, ἡ ὑποψία, τὴν ὁποίαν ἤδη ἐκφράζουν, ὅτι σκοπός μου ἦτο νὰ διαλυθῇ τὸ ἡμίταγμα, καὶ νὰ μένουν εἰς τοὺς δρόμους οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοί; Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἐδέχθη ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντιπροσωπεύων τὸ ὑπουργεῖον, διότι εἶπεν, ὅτι παραδεχόμεθα τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ τὸ κάμωμεν ὀργανικῶς· καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτό. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ὥστε νὰ μείνωσιν αὐτοὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τοὺς δρόμους; Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο λόγος περὶ ὀλιγωτέρας ἀσφαλείας, λέγω πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι κατ’ ἐμὲ περισσοτέρα ἐγγύησις ὑπάρχει ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν, ἂν ἡ ἐξουσία ἀφίνετο ἐλευθέρα νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ· καὶ ἰδοὺ διατί; ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίαν ὡς ἀρχὴν παρεδέχθη, νὰ μεταχειρισθῇ μέρος τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν εἰς τὰ τάγματα, καὶ τότε ὄχι μόνον ἔχουσι μόνιμον θέσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ στάδιον ἠνοίγετο. Δεύτερον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προσδιορίσωμεν διὰ τοῦ νόμου τὰ περὶ αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα. Βλέπετε λοιπὸν τὴν ἀνάγκην νὰ τοποθετηθοῦν αὐτοί. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ ἔχῃ τὸν σκοπὸν, ὥστε μία ἐξουσία νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ, ἐξ ἐναντίας ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὑπεραρίθμων, καὶ ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐγένετο, ὥστε νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὰ τάγματα, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἐν ἀρχῇ, καὶ ἀφίνει μόνον εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, καὶ ὁμιλεῖ περὶ ὑπεραρίθμων, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὑποψία ὅτι θέλουσι παραγκωνισθῆ, ὅπως τὸ ἔθετε τὸ ζήτημα ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς αὐτὴν, διότι ἡ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ δεσμεύηται.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κύριος δεληγιώργης ἐφάνη κἄτι τι τολμηρότερος εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς τροπολογίας· ἀλλὰ τοῦτο ἦτο φυσικὴ συνέπεια ὅπως τὸν ἀπαλλάξῃ μάλιστα ἀπὸ τὸν φόβον, ὅστις ἐσχηματίσθη εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ἀφίνεται κἄτι τι ἄγνωστον περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Θέλω ἀμέσως καὶ δι’ ὀλίγων λέξεων εἰπεῖ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς ἐξουσίας ὡς πρὸς αὐτὸ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὔτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξασφαλίζονται, οὔτε διὰ τῆς τροπολογίας. Ἠξεύρετε τί ἀσφαλίζει τὸν βαθμολόγον ἐν τῷ στρατῷ; ὁ περὶ καταστάσεως νόμος· ὁ κανονισμὸς λοιπὸν οὗτος τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας εἶναι εἰς πλήρη ἐνέργειαν· εἴτε εἰς τὴν χωροφυλακὴν εἶναι, εἴτε ἀλλοῦ, εἴτε ὑπεράριθμοι, ἡ δύναμις τοῦ νόμου ὑπὲρ αὐτῶν εἶναι πάντοτε προστατευτική. Ποῦ λοιπὸν ὁ κίνδυνος; Εἶπεν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας δὲν θὰ ἰσχύῃ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ διατεθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους. Καὶ ἐγὼ δὲν παραξενεύομαι, διότι δὲν γνωρίζετε τὴν ἔκτασιν αὐτῆς τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἐγὼ ἂν ἠδυνάμην νὰ ἀκουσθῶ παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἤθελα διαθέσει εἰς ἐπωφελῆ ὑπηρεσίαν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὑπάρχουν θέσεις, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις σᾶς εἶπε, βασιζόμενος εἰς τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς, θέλω διαθέσει τὰ τοῦ ἡμιτάγματος. Ποῦ λοιπὸν βλέπετε τὸν κίνδυνον περισσότερον εἰς τὴν τροπολογίαν, ἢ εἰς τὸ νομοσχέδιον; Λοιπὸν πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἔχετε τοιούτους φόβους. Πιστεύσατε δὲ, κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξουσίας ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ὑπάρχει μόνον εἰς διατυπώσεις τινας, ἀλλ’ εἶναι ἀπόλυτον, καὶ δὲν τοὺς ἐξαιρεῖ τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑπολοίπου· ὥστε καμμία ἐγγύησις δὲν προσφέρεται, ἀλλὰ πᾶσα διάταξις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε, θὰ περιστέλλῃ διὰ νόμου τὴν ἔκτασιν τῆς ὑπηρεσίας.
§29ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Εἶπον καὶ πρότερον, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, εἴμεθα σύμφωνοι πληρέστατα, ἂν ἡ ἔννοιά των ἦναι καθαρὰ καὶ φανερὰ καὶ εἰδικῶς γίνεται λόγος· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δύναται νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς ὅπου ἀλλοῦ θεωρήσει ἀναγκαῖον, καὶ νὰ τοὺς πάρῃ καὶ ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν. (θόρυβος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν ά) τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω «Τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ὑπαξιωματικοὶ, καθὼς καὶ πάντες οἱ εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ὑπεράριθμοι, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.» «Ὁ μισθὸς ἁπάντων τῶν ἀνωτέρω θέλει εἶσθαι ὁ τοῦ πεζικοῦ.» Ἡ τροπολογία συγχωνεύει τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§31ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ διαφέρει τοῦ νομοσχεδίου μόνον κατὰ τοῦτο, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ᾖναι ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐρχόμενοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσπράττωσι καὶ φόρους, ὑπηρεσία, ἥτις εἶναι ὅλως διόλου ἀποκλειστικὴ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ δὲν θὰ μετέρχωνται παρὰ μόνον ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν καθαρὰν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι δὲν ἔρχονται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Οἱ ἔντιμοι κύριοι βουλευταί, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ πρῶτον ἄρθρον, πρὸς καλὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀντὶ νὰ φέρωσι καλὸν, ἐπιφέρουν κακὸν χωρὶς νὰ τὸ θέλωσι, διότι οἱ ἴδιοι ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι δὲν θέλουσι τοιοῦτον εἶδος ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἤθελα νὰ ἐκφράσω παρὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις, ὅτι εὑρίσκω διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς περισσοτέρας ἐγγυήσει, διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Κύριος ὑπουργὸς διὰ νὰ διασαφηνισθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένετε σύμφωνος, Κύριε ὑπουργέ;
§34ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ τίνος ἀντικειμένου;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε τὴν πρότασίν σας, Κύριε Λεωτσάκε· ἄλλη τροπολογία δὲν κατετέθη· ἂν γείνῃ παραδεκτὴ αὐτὴ τότε τὰ δύω ἄρθρα παραλείπονται.
§36ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω, φέρω εἰδικὸν ἄρθρον ἐπὶ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς λέγω ὅτι αὐτὸ ἐννοεῖ ἡ μία πρότασις καὶ αὐτὸ ἡ ἄλλη· ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα, ἂν θέλῃ νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ἂν θέλῃ, νὰ μὴ τὸ ἐννοήσῃ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ λέγω ὅτι «αἱ χηρεύουσαι θέσεις θέλουσι πληρωθῆ ἐκ τῶν ὡς εἴρηται ὑπαξιωματικῶν ἐξ ἡμισείας.»
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι θὰ καταστρέψωμεν ὅλους τοὺς κανονισμούς· ἂς γίνῃ ἰδιαίτερος νόμος, μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ Κ. Λεωτσάκος· «Οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἡμιτάγματος ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λοιπῶν τοῦ πεζικοῦ ὑπαξιωματικῶν, δυνάμενοι νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ». — Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.—
§39ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἄνευ θέσεως λέγω ὅτι «τίθενται εἰς ἀπεριόριστον ἄδειαν ἐκ μὲν τῶν ἐξετασθέντων οἱ μὴ εὐδοκιμήσαντες, ἐκ δὲ τῶν εὐδοκιμησάντων οἱ κατ’ ἀρχαιότητα νεώτεροι.»
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη «οἱ ἄνευ θέσεως ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ἰσόβαθμοι αὐτῶν....
§41ΤΙΝΕΣ. Ποῖοι εἶναι ἰσόβαθμοι αὐτῶν;
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ φαρμακοποιοὶ καὶ οἱ τοιοῦτοι.
§43ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§44ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι περιττόν, διότι κατηργήθησαν θέσεις δοκίμων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε «οἱ ἄνευ θέσεως ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ἰσόβαθμοι αὐτῶν, ἐκ μὲν τῶν ἐξετασθέντων τίθενται εἰς ἀπεριόριστον ἄδειαν οἱ μὴ εὐδοκιμήσαντες, ἐκ δὲ τῶν εὐδοκιμησάντων οἱ κατ’ ἀρχαιότητα νεώτεροι, λαμβάνοντες καθ’ ὅσον διατελοῦσιν εἰς ἄδειαν μισθὸν δραχμὰς τεσσαράκοντα.»
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοεῖς, Κ. Μαυρομιχάλη, διὰ τοὺς 40 μόνον ἀνθυπασπιστάς;
§47ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ δι’ ὅλους. Ἔχομεν ἀνθυπασπιστὰς 450· ἐν μὲν τῷ στρατῷ ὑπάρχουν θέσεις ὀργανικαὶ ἀνθυπασπιστῶν μόνον 84, διὰ δὲ προγυμναστὰς τῆς ἐθνοφυλακῆς τὸ ὑπουργεῖον ἐκράτησε μόνον 100. Μένουν λοιπὸν πλέον τῶν 200 ἀνθυπασπιστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τεθοῦν εἰς ἀπεριόριστον ἄδειαν. Λέγω λοιπὸν νὰ τεθῶσιν ὄχι ἀδιακρίτως καὶ κατὰ θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς ἄδειαν, ἀλλὰ κατὰ ἓν σύστημα τάξεως καὶ σειρᾶς. Προτείνω λοιπὸν ἀντὶ τοῦ 3 ἄρθρου νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Πρόεδρος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, τὸ ἠκούσατε, ὅπως τὸ διετύπωσεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης· τὸ θέτω εἰς ψηφοφορίαν.
§49ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχαιότητα, κύριοι, τῶν ἀξιωματικῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἀνθυπασπισταί. Ὑπάρχει νόμος, ἐπὶ τοῦ Κ. Βότσαρη μοὶ φαίνεται, κατὰ τὸ 1859, καθ’ ὃν ἡ ἀρχαιότης ὁρίζεται τὸ ⅓ ἐξ ἀρχαιότητος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰ ⅔ διὰ τῆς εὐδοκιμήσεως τῶν ἐξετάσεων. Σήμερον δὲ προκειμένου νὰ ἀποστείλωμεν 200 τόσους ἀνθυπασπιστὰς εἰς ἄδειαν, κατ’ ἐμὲ θεωρῶ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι λελυμένον, καὶ ἡ τοποθέτησις ἑκάστου ἀνθυπασπιστοῦ δὲν εἶναι σχηματισμένη ἀκόμη, φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται παρὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1859 νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν σειράν τῆς ἀρχαιότητος, ἀντὶ νὰ θέσωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ ἀνθυπασπισταὶ θέλουν τεθῆ εἰς ἀόριστον ἄδειαν συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ ἀρχαιότητος τοῦ 1859.
§50ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο καλὸν καὶ ὀρθὸν, ἂν οἱ ἀνθυπασπισταὶ οἱ σημερινοὶ εἶχον δώσει ἐξετάσεις, ἀλλ’ οἱ σημερινοὶ ἀνθυπασπισταὶ δὲν προήχθησαν δι’ ἐξετάσεων, τώρα ἤδη ἐξετάζονται· ὥστε βλέπετε ἐκ τῶν σημερινῶν ἐξαγομένων τῆς ἐπιτροπῆς θὰ κανονισθῇ ἡ θέσις αὐτῶν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ὅπως τὴν διετύπωσεν· ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον 2. Ἐκ τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἄνευ θέσεως τίθενται εἰς ἀόριστον ἄδειαν ἐκ μὲν τῶν ἐξετασθέντων οἱ μὴ εὐδοκιμήσαντες, ἐκ δὲ τῶν εὐδοκιμησάντων οἱ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα νεώτεροι, λαμβάνοντες ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν εἰς ἀόριστον ἄδειαν, μηνιαῖον μισθὸν δραχ. τεσσαράκοντα (40).» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ὁ Κ. Λεωτσάκος διετύπωσε μίαν ἄλλην πρότασιν (ἀναγινώσκεται).
§52ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν πρότασίν σας;
§54ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὄχι.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§56ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ την.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου (ἀναγινώσκεται· οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§58ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις (θόρυβος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται φιλονεικία, κύριοι· ἐπαναλαμβάνω νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λεωτσάκου.
§60ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀντίθετον, Κ. Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λεωτσάκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί θέλετε, κύριοι, δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως νὰ εἴπητε; ὅτι ὁ κανονισμὸς εἶναι κανονισμὸς, καὶ ὁ νόμος εἶναι νόμος; (θόρυβος).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§64ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Παρεδέχθη.
§65Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιθέτως (θόρυβος).
§66ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως, ὡς ἀντιβαινούσης εἰς τὸν νόμον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§69ΤΙΝΕΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη (θόρυβος).
§70ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς τελευταίας αὐτῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ σχεδὸν παμψηφεὶ παρεδέχθη τὴν πρότασιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Μπουκίδη καὶ Κ. Μαυρομιχάλη, σᾶς προκαλῶ εἰς τὴν τιμήν σας νὰ μὲ εἰπῆτε ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§72ΤΙΝΕΣ. Τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§73Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ τώρα παρὰ νὰ προβῇ εἰς μίαν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνες ζητοῦν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; (ἐγείρονται περὶ τοὺς 15)· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§75ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂς ἀναγνώσουν δύω, τρεῖς φορὰς τὴν πρότασιν, διὰ νὰ ἰδοῦν ὅτι, ὅ,τι ζητεῖ ὁ Κ. Λεωτσάκος, ὑπάρχει.
§76ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριοι. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ θέμα, διότι κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους ἐπανέρχονται οὗτοι εἰς τὰ σώματα· ποῖος νόμος ἐμποδίζει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰ σώματα; εἴπατε ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ νόμος, καὶ τότε ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ λέγετε τί πειράζει· ἰδοὺ τί πειράζει· διότι πρῶτον εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν ὅτι τώρα εἶναι ἡμέρα, καὶ δεύτερον, διότι ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτό. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ ψηφίσωμεν τὸ τοιοῦτον.
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῆς λογικῆς.
§78ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἔφερα διὰ νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα ὡς καὶ οἱ ἄλλοι· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται ὅτι θέλει ἐννοεῖ καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς ὡς καὶ τοὺς ἄλλους, ἐγὼ τὴν ἀποσύρω.
§79ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔτσι τὸ ἐννοεῖ.
§80ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Τότε τὴν ἀποσύρω.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 1. Τὸ ἡμίταγμα τῶν εὐζώνων διαλύεται, οἱ δὲ εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὑπάρχοντες ὑπαξιωματικοί, καθὼς καὶ πάντες οἱ εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ὑπεράριθμοι, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ μισθὸς ἁπάντων τῶν ἀνωτέρω θέλει εἶσθαι ὁ τοῦ πεζικοῦ. Ἄρθρον 2. Ἐκ τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἄνευ θέσεως τίθενται εἰς ἀόριστον ἄδειαν ἐκ μὲν τῶν ἐξετασθέντων οἱ μὴ εὐδοκιμήσαντες, ἐκ δὲ τῶν εὐδοκιμησάντων οἱ τὴν ἀρχαιότητα νεώτεροι, λαμβάνοντες ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν εἰς ἀόριστον ἄδειαν, μηνιαῖον μισθὸν δραχ. τεσσαράκοντα (40).»
§82ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Χθὲς διεκόπη ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου περὶ σιδηροδρόμου συνεπεία τροπολογίας τινὸς, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 1ον καὶ 2ον ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν· τὸ δὲ 3ον λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὸ δέχεται ὅπως ἐτροπολογήθη.
§84ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Ἡ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1855 καὶ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1857 ὑπ’ ἀριθ. ΤΖʹ. καὶ ϞΕʹ. Νόμων λόγῳ ἐγγυήσεως χρηματικὴ παρακατάθεσις ὁρίζεται εἰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν.»
§86ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Ἡ πρὸς ἀποπεράτωσιν προθεσμία ὁρίζεται διὰ μὲν τὸν σιδηρόδρομον εἰς δώδεκα, διὰ δὲ τοὺς σταθμοὺς εἰς δεκαοκτὼ μῆνας ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν ἐργολάβον κοινοποιήσεως τῆς ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ ἐγκρίσεως τοῦ δικαιώματος.»
§88ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρ. 3ον (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροπολογήθη). «Ἄρθρον 3. Καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 τοῦ πρώτου ἐκ τῶν ἀνωτέρω μνημονευομένων νόμων, ὡς καὶ τὰ ἐδάφια 1, 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ νόμου τῆς 10 Ἰουνίου 1857 ἀντικαθιστάμενα διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον ἐπικυρωμένον τοῦ ὁριστικοῦ σχεδίου τοῦ σιδηροδρόμου ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ δικαιώματος του εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Νομαρχίας, τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, τῶν Δημαρχιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἐκείνου τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν. Τοῦ σχεδίου τούτου δύναται πᾶς τις νὰ λάβῃ ἀκωλύτως γνῶσιν καὶ ἀντίγραφον, ἐντὸς δὲ ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου τούτου, ὅπερ θέλει ἐμφαίνει τὰς καταλαμβανομένας ἰδιοκτησίας, ἐνεργεῖται ἡ ἑπομένη διαδικασία πρὸς ἐκτίμησιν καὶ ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς καταληπτέας ἰδιοκτησίας. Τῆς ἐκποιήσεως προηγεῖται ἀποζημίωσις προσδιοριζομένη δι’ ἑκουσίου συμβιβασμοῦ, ἀποπερατωμένου ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου. Ἀποτυχόντος τοῦ συμβιβασμοῦ, βεβαιοῦται τοῦτο διὰ πρωτοκόλλου, ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, συντασσομένου καὶ ἐμφαίνοντος τὰ ποσὰ τῆς τε ἀπαιτήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἐργολάβου, οἷαι ἐγένοντο κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου. Ἡ ἀποζημίωσις ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ ἐκτιμήσει δύω ἐκτιμητῶν· πρὸς τοῦτο ἑκάτερος τῶν διαφερομένων διορίζει ἀνὰ ἕνα ἐκτιμητήν. Ἐὰν οἱ διαφερόμενοι δὲν διορίσωσι τοὺς ἐκτιμητὰς ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποτυχίας τοῦ συμβιβασμοῦ, ἢ διορισθῶσι μὲν οἱ ἐκτιμηταὶ, ἀλλ’ ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ των, δὲν καταθέσωσι τὴν γνωμοδότησίν των, τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν διαφερομένων, καὶ ἀφοῦ ἀκροασθῇ καὶ τὸν ἕτερον αὐτῶν, διορίζει τρεῖς ἐκτιμητὰς, οἵτινες ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ των θέλουσι καταθέσει τὴν γνωμοδότησίν των. Ἐὰν οἱ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων διορισθέντες πραγματογνώμονες διαφωνήσωσι, τὸ αὐτὸ Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν διορίζει, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν διαφερομένων, καὶ μετ’ ἀκρόασιν καὶ τοῦ ἑτέρου, τὸν τρίτον ἐκτιμητήν· τὸ αὐτὸ δὲ δικαστήριον διορίζει τὸν ἐκτιμητὴν τοῦ ἀμελήσαντος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θἄτερος τῶν διαφερομένων παρέλιπε νὰ διορίσῃ τὸν ἐκτιμητήν του. Αἱ περὶ διορισμοῦ ἐκτιμητῶν συζητήσεις γίνονται τὴν πρώτην δικάσιμον συνοπτικῶν δικῶν μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἐνδιαφερομένου. Διαρκουσῶν τῶν δικαστικῶν διακοπῶν δὲν ἀπαιτεῖται πρᾶξις οὔτε τοῦ Προέδρου, οὔτε τοῦ Συμβουλίου τῶν διακοπῶν πρὸς τὰς τοιαύτας συζητήσεις. Αἱ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικῶν ὑπόκεινται εἰς μόνον τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς. Ἡ ἀνακοπὴ γίνεται ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατ’ ἐρήμην ἀποφάσεως. Ἡ γνωμοδότησις τῶν ἐκτιμητῶν, ἐὰν οὗτοι ἦναι σύμφωνοι, ἢ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῶν, ἐὰν διωρίσθησαν τρεῖς ἐκτιμηταὶ, ἐκτελεῖται, ἀφοῦ κηρυχθῇ ἐκτελεστὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 119 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐκτιμητῶν οὐδὲν ἔνδικον μέσον συγχωρεῖται. Αἱ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ἀναφερόμεναι προθεσμίαι ἐπεκτείνονται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 195 καὶ 196 τῆς πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκτίμησιν δὲν ἀποζημιώσῃ ὁ ἐργολάβος τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐκτιμητῶν, ἐντὸς πέντε μηνῶν ἀπὸ τῆς γενομένης ἐπιταγῆς, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς καταληπτέας ἰδιοκτησίας δύναται νὰ κάμῃ ἀκωλύτως χρῆσιν αὐτῆς, ὁ δὲ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν ἁπάντων τῶν γενομένων ἐξόδων.»
§90ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ 3ον ἄρθρον. — Κατὰ τοῦ συνόλου ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§94ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 4ου ἄρθρου.
§95ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι.
§96Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι μία πρότασις ἥτις εἶναι ἀναγκαία.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὸ σύνολον ἔχον οὕτω· Ἄρθρον 1. «Ἡ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1855 καὶ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1857 ὑπ’ ἀριθ. ΤΖʹ. καὶ ϞΕʹ. Νόμων λόγῳ ἐγγυήσεως χρηματικὴ παρακατάθεσις ὁρίζεται εἰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Ἄρθρον 2. Ἡ πρὸς ἀποπεράτωσιν προθεσμία ὁρίζεται διὰ μὲν τὸν σιδηρόδρομον εἰς δώδεκα, διὰ δὲ τοὺς σταθμοὺς εἰς δεκαοκτὼ μῆνας ἀπὸ τῆς πρὸς τὸν ἐργολάβον κοινοποιήσεως τῆς ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ ἐγκρίσεως τοῦ δικαιώματος. Ἄρθρον 3. Καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 τοῦ πρώτου ἐκ τῶν ἀνωτέρω μνημονευομένων νόμων, ὡς καὶ τὰ ἐδάφια 1, 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ νόμου τῆς 10 Ἰουνίου 1857 ἀντικαθιστάμενα διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον ἐπικυρωμένον τοῦ ὁριστικοῦ σχεδίου τοῦ σιδηροδρόμου ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ δικαιώματός του εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Νομαρχίας, τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, τῶν Δημαρχιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἐκείνου τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν. Τοῦ σχεδίου τούτου δύναται πᾶς τις νὰ λάβῃ ἀκωλύτως γνῶσιν καὶ ἀντίγραφον· ἐντὸς δὲ ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου τούτου, ὅπερ θέλει ἐμφαίνει τὰς καταλαμβανομένας ἰδιοκτησίας, ἐνεργεῖται ἡ ἑπομένη διαδικασία πρὸς ἐκτίμησιν καὶ ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς καταληπτέας ἰδιοκτησίας. Τῆς ἐκποιήσεως προηγεῖται ἀποζημίωσις προσδιοριζομένη δι’ ἑκουσίου συμβιβασμοῦ, ἀποπερατωμένου ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου. Ἀποτυχόντος τοῦ συμβιβασμοῦ, βεβαιοῦται τοῦτο διὰ πρωτοκόλλου, ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, συντασσομένου καὶ ἐμφαίνοντος τὰ ποσὰ τῆς τε ἀπαιτήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἐργολάβου, οἷαι ἐγένοντο κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου. Ἡ ἀποζημίωσις ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ ἐκτιμήσει δύω ἐκτιμητῶν, πρὸς τοῦτο ἑκάτερος τῶν διαφερομένων διορίζει ἀνὰ ἕνα ἐκτιμητήν. Ἐὰν οἱ διαφερόμενοι δὲν διορίσωσι τοὺς ἐκτιμητὰς ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποτυχίας τοῦ συμβιβασμοῦ, ἢ διορισθῶσι μὲν οἱ ἐκτιμηταὶ, ἀλλ’ ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ των, δὲν καταθέσωσι τὴν γνωμοδότησίν των, τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν διαφερομένων, καὶ ἀφοῦ ἀκροασθῇ καὶ τὸν ἕτερον αὐτῶν, διορίζει τρεῖς ἐκτιμητὰς, οἵτινες ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ των θέλουσι καταθέσει τὴν γνωμοδότησίν των. Ἐὰν οἱ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων διορισθέντες πραγματογνώμονες διαφωνήσωσι, τὸ αὐτὸ Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν διορίζει, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν διαφερομένων, καὶ μετὰ ἀκρόασιν καὶ τοῦ ἑτέρου, τὸν τρίτον ἐκτιμητήν· τὸ αὐτὸ δὲ Δικαστήριον διορίζει τὸν ἐκτιμητὴν τοῦ ἀμελήσαντος, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θἄτερος τῶν διαφερομένων παρέλιπε νὰ διορίσῃ τὸν ἐκτιμητήν του. Αἱ περὶ διορισμοῦ ἐκτιμητῶν συζητήσεις γίνονται τὴν πρώτην δικάσιμον συνοπτικῶν δικῶν μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἐνδιαφερομένου. Διαρκουσῶν τῶν δικαστικῶν διακοπῶν δὲν ἀπαιτεῖται πρᾶξις οὔτε τοῦ Προέδρου, οὔτε τοῦ Συμβουλίου τῶν διακοπῶν πρὸς τὰς τοιαύτας συζητήσεις. Αἱ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικῶν ὑπόκεινται εἰς μόνον τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς. Ἡ ἀνακοπὴ γίνεται ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς κατ’ ἐρήμην ἀποφάσεως. Ἡ γνωμοδότησις τῶν ἐκτιμητῶν, ἐὰν οὗτοι ἦναι σύμφωνοι, ἢ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῶν, ἐὰν διωρίσθησαν τρεῖς ἐκτιμηταὶ, ἐκτελεῖται, ἀφοῦ κηρυχθῇ ἐκτελεστὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 119 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐκτιμητῶν οὐδὲν ἔνδικον μέσον συγχωρεῖται. Αἱ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ἀναφερόμεναι προθεσμίαι ἐπεκτείνονται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 195 καὶ 196 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκτίμησιν δὲν ἀποζημιώσει ὁ ἐργολάβος τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐκτιμητῶν, ἐντὸς πέντε μηνῶν ἀπὸ τῆς γενομένης ἐπιταγῆς, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς καταληπτέας ἰδιοκτησίας δύναται νὰ κάμῃ ἀκωλύτως χρῆσιν αὐτῆς, ὁ δὲ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν ἁπάντων τῶν γενομένων ἐξόδων.»
§98ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ δώσῃ τέλος εἰς ἓν ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ ἀμνηστείας τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν· πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις αὐτῆς τῆς προτάσεως· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προβῇ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι εἶναι σπουδαιότατον, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι κανεὶς θέλει νὰ ἀφήσῃ κατόπιν τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἓν ζήτημα τόσον σπουδαῖον.
§99Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον διὰ τὸ κληροδότημα.
§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§102ΖΩΤΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἦσθε συνεπὴς, Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ ἐκκρεμὲς πρῶτον.
§103ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζατουνίτου, τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας (θόρυβος).
§105ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου. (θόρυβος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ πρότασις περὶ ἀμνηστείας, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
§107ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§108ΛΑΠΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἂς τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἔπειτα ὅμως νὰ μὴ φύγωμεν διὰ νὰ συζητηθῇ αὐτό.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§110ΣΚΑΛΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἕνα λόγον ἔχω νὰ εἴπω· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ ὅπως ὁ πρόεδρος αὐτῆς κοινοποιήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἡμιτάγματος.
§111ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ κοινοποιηθῶσι τὰ πρακτικὰ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Παρεδέχθη.
§113ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον.
§114ΡΟΥΚΗΣ. Προηγουμένως ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ νὰ τὰ ἐπικυρώσῃ ἡ Βουλή.
§115Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκκρεμοῦς προτάσεως καὶ κατόπιν τῆς ἀμνηστείας.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἕτοιμα τὰ πρακτικά.
§117ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Νὰ γίνῃ διακοπὴ ἐπὶ 5 λεπτὰ, ἑωσότου νὰ ἑτοιμασθοῦν.
§118ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, καταλάβετε τὰ θέσεις σας· ὅλοι φωνάζομεν, ὅλοι ἀπαιτοῦμεν, ὁ μὲν τὸ Λαύριον, ὁ δὲ τὴν ἀμνηστείαν κλπ. ὅλα εἶναι κατεπείγοντα, ὅλα πρέπει νὰ τὰ τελειώσωμεν σήμερον, ἐὰν θελήσωμεν θρησκευτικῶς, εἶναι ἀνωτέρα ἡμέρα παρὰ τὴν αὐριανήν. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, καὶ ἂν θέλετε καὶ δὲν πωλεῖτε δημοκοπίαν, νὰ συνεδριάσωμεν ταχὺ διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§119ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§120ΑΧΟΛΟΣ. Ποία διακοπή; σεῖς τολμᾶτε ν’ ἀναφέρητε τοιαῦτα;
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὀλίγας τινὰς λέξεις ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου κατ’ ἐμὲ σπουδαίου. Τὸ τῆς ἀφομοιώσεως τὸ ἀποπερατώσαμεν κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος. Μένει ὅλως διόλου ἐκκρεμὲς καὶ ἄλυτον τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας. Κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθωμεν, δὲν πρέπει αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὔτε τῆς Ἑπτανήσου ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὑπὸ σκέψιν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως προκύψῃ τι διὰ τοὺς δύω τόπους. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν εἰς τὰ πρακτικά της, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ὁποιαδήποτε πρόσωπα θέλει εἰδικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ προετοιμάσουν ἓν γενικὸν φορολογικὸν σύστημα δι’ ὅλον τὸ Κράτος, νὰ τὸ δημοσιεύσῃ πρὸ τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ λάβουν καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ τὸ κοινὸν ὑπὸ σκέψιν, καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν τώρα. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἀμοιβήν της.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Κεχαγιᾶ, σᾶς ἔχω σημειώσει ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ ζητήματος· θέλετε τὸν λόγον;
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λομβάρδου;
§126ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διόλου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, διότι τὸ ἔργον εἶναι ἀναγκαῖον· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι προκειμένου περὶ φορολογίας, πρέπει νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· μόνον νὰ ἐκφρασθῇ μία εὐχὴ περὶ συστάσεως τοιαύτης ἐπιτροπῆς.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ λέγω.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν.
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔγινε πρότασις περὶ διακοπῆς.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν καὶ ἀπέῤῥιψε.
§132ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἦμαι σύντομος.
§133ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν;
§134ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἕτοιμα.
§135ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ, ἕτοιμα εἶναι.
§136ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ, κύριοι, νὰ ζητῆτε 5 τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, δὲν τὸ ἐννοῶ.
§137ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶπε νὰ συνταχθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἐπικυρωθοῦν.
§138ΑΧΟΛΟΣ. Εἶναι ἀνετοίμαστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἕτοιμα.
§140ΡΟΥΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, πρόκειται σήμερον νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος; Ἐὰν λήξῃ, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ πρὸς τί νὰ μὴ περιμένωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ γίνῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρακτικόν; Πρὸς τί νὰ γίνῃ ἀνάγνωσις; καὶ ἔπειτα συζήτησις, καὶ ἔπειτα νέα ἀνάγνωσις; Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις μέχρις ἑσπέρας, καὶ ἔπειτα νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά.....
§141ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἴπομεν ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ διὰ τὰ δύω αὐτὰ νομοσχέδια.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἕτοιμα.
§143ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἐκάμαμεν πρότασιν διακοπῆς (θόρυβος).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουν μερικοὶ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτὰ τὰς ἐργασίας μας. (θόρυβος μέγας).
§145ΛΑΠΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον νὰ διακοπῇ;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ. Κ. Μπουκαούρης καὶ ἄλλοι τὸ ζητοῦν.
§147ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέσατέ το λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας ἐπὶ 10 λεπτὰ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁρίστε Κ. Κεχαγιᾶ. Καθήσατε Κύριοι!
§149ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ, ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς ἔτη πολλὰ, Κ. Πρόεδρε· φεύγομεν.
§150ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιμένωμεν νὰ μὴ δωρηθοῦν τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρονται πρόσωπα σπουδαῖα καὶ ἐπηρεάζεται ἡ Βουλή.
§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καθήσατε ν’ ἀκούσητε καὶ ν’ ἀντικρούσητε διὰ λόγων. Καθήσατε νὰ ἴδωμεν ποῖοι αὐθαιρέτως κατακρατοῦν ἐθνικὰ κτήματα.
§152ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν Πρόεδρον ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν κατακρατούντων τὰ κτήματα.
§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, σᾶς ἤκουσα χθὲς τόσην ὥραν, καθήσατε ν’ ἀκούσητε καὶ σεῖς. Κύριοι! Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, Κ. Πετιμεζᾶ, τὴν τόσον εὔγλωττον καὶ τὴν τόσον λογικὴν, ἦτο βεβαίως πάντη περιττὸν νὰ ἔλθῃ ἄλλος τις νὰ προσθέσῃ νέα ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ δυστυχῶς χθὲς εἷς τῶν ἀγορευσάντων ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμόρφωσαν πεποιθήσεις, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν, ἀλλ’ ἀπὸ μακρὰν μελέτην τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἦλθε νὰ τοὺς προσβάλῃ ὡς ἔχοντας συμφέρον, καὶ διὰ τοῦτο σπεύδουν νὰ ψηφίσουν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Θεοχάρη. Θέλομεν ἐξετάσει, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμόρφωσαν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, στηρίζουν τὴν πεποίθησίν των εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐπικαλεσθέντες πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτῆς προηγουμένας ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων καὶ διατάγματα, ἀλλ’ ὄχι διατάγματα· κακῶς ὠνομάσθησαν διατάγματα, εἶναι ἀνταποκρίσεις τοῦ γραφείου τῆς καμαρίλλας καὶ τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν ἦσαν διατάγματα.
§154ΚΟΡΙΖΗΣ. Εἶναι ἐδῶ.
§155ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐὰν ἦσαν διατάγματα, ἤθελον εἶσθαι δημοσιευμένα.
§156ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§157Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ!
§158ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ κατόπιν.
§159ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπεκαλέσθησαν ἰδέας, κύριοι, καὶ ὄχι πράγματα· λέγω ἰδέας, διότι καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἔγγραφα, ὑποστηρίζοντα τὰς ἰδέας ταύτας, τὰ πράγματα ὅμως συνηγοροῦν κατὰ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, διότι ὑπῆρξαν ἰσχυραὶ κυβερνήσεις ἐπὶ 40 ἔτη· ὑπῆρξεν ἡ κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου, τῆς ἀντιβασιλείας, ἥτις ἦλθε μὲ ξένον στρατὸν· ὑπῆρξαν κυβερνήσεις ἰσχυραὶ πρὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 καὶ ἀκόμη μετὰ τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ. Αὐταὶ, λέγω, αἱ κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ βουλευτικοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξεποίησε τὰ κτήματα αὐτά· τὴν ἐσεβάσθησαν, διότι καθὼς ὀρθῶς παρετήρησε χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Ῥηγόπουλος, ὑπάρχουσί τινα ἄγραπτα δικαιώματα πολὺ ἰσχυρότερα καὶ αὐτῶν τῶν γραπτῶν. Ναὶ, Κύριοι, ἦσαν ἰσχυρότερα, καὶ διὰ τοῦτο μία ἀντιβασιλεία, ἡ ὁποία εἶχε ξένον στρατὸν, δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀκυρώσῃ τὰς πωλήσεις τῶν κτημάτων ἐκείνων, πωλήσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπρομηθεύθη ἡ τότε κυβέρνησις τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Ποῖοι, κύριοι, ἐδημιούργησαν αὐτὸ τὸ ἔθνος; Τὸ ἐδημιούργησαν αἱ γενναῖαι ἐκεῖναι ψυχαὶ, αἱ ὁποῖαι καὶ τὸ αἷμά των καὶ τὰς περιουσίας των συνεισέφεραν (θόρυβος δεξιά).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε;
§161ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἴμεθα δικαστήριον.
§162ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα ὁμιλῶ περὶ τοῦ δικαστηρίου, κύριε.— Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀντιβασιλεία καὶ ὅλαι αἱ μεταγενέστεραι κυβερνήσεις δὲν ἐτόλμησαν, παρὰ μόνον μέχρι λόγων· καὶ προέβησαν, ἔγραφεν ἡ καμαρίλλα τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἀλλὰ τὸ φῶς δὲν ἔβλεπε τὰς πράξεις αὐτάς. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Σωτηρόπουλος ἀνέγνωσε χθὲς, ἦσαν μυστηριώδεις ἀνταποκρίσεις μεταξὺ Βασιλέως, ἢ μεταξὺ τῆς καμαρίλλας καὶ μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἦσαν διατάγματα, (θόρυβος).
§163ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ ἐτελείωσαν (ἱλαρότης).
§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ὀρθὸς λόγος τὸν βλάπτει.
§165ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Προτείνομεν νὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν συνεπεία τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§166ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Λογιωτατίδη, παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε.—Διατὶ λέγω, μέχρις ἰδεῶν προέβησαν καὶ οὐχὶ μέχρι πραγμάτων; Δὲν ἦσαν ἰσχυραὶ ἐκεῖναι αἱ κυβερνήσεις; Δὲν ὑπῆρχον δικαστήρια; Διατὶ ἄφινον ἐπὶ 40 ἔτη τὰ κτήματα εἰς τοὺς ἀγοραστὰς ἐκείνους; Τὰ ἄφησαν, διότι ἔβλεπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως κατὰ τῆς πωλήσεως, ἐνῷ ἀπεναντίας ὑπῆρχον ἄπειροι λόγοι ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς πωλήσεως, καὶ διὰ τοῦτο σιωπηλῶς πᾶσαι αὗται αἱ κυβερνήσεις δὲν ἐτόλμησαν νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια. Ἡ ἀντιβασιλεία εἶχε τόσην ἰσχὺν, ὥστε καὶ χρῆσιν τῆς μπαγιονέττας ἔκαμε διὰ νὰ πιέσῃ τοὺς δικαστὰς νὰ ὑπογράψουν κεφαλικὰς ποινὰς, καὶ δὲν εἶχε τὴν ἰσχὺν νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν σας παρανόμως κατεῖχον;
§167ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μήπως ἡ ἰδία αὐτὴ Κυβέρνησις δὲν ἐφυλάκισε τὸν Κολοκοτρώνην καὶ τοὺς ἄλλους; (θόρυβος).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§169ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῖοι, κύριοι, περιῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιβασιλείας; Περιῆλθεν ὁ Κωλέτης, περιῆλθεν ὁ Μαυροκορδᾶτος. Αὐτοὶ τάχα δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν πολὺ καλλίτερον ἀπὸ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἦσαν βεβαίως εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν· ἦλθον καὶ δύω ἐθνικαὶ συνελεύσεις, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862. Τίς ἐξ αὐτῶν ἐπρότεινεν, ὅτι πρέπει τὸ δημόσιον νὰ πάρῃ τὰ κτήματα ἀπὸ τοὺς ἀγοραστάς; Οὐδεὶς. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ Κ. Κοριζῆς καὶ ὁ Κ. Καραμάνος, οἵτινες διὰ νὰ κερδήσουν οἰκτρὰν δημοτικότητα μεταξὺ τῶν δημοτῶν των, ζητοῦν ν’ ἀκυρωθῇ ἱερὸν συμβόλαιον καὶ νὰ καταστήσωσι τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑλληνικὴν κακῆς πίστεως. Ναί, κύριοι, ἐδανείσθησαν κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα οἱ πατέρες μας, καὶ ὀβολὸν δὲν ἐπληρώσαμεν, ἐπωλήθησαν κτήματα, τῶν ὁποίων τὸ τίμημα ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν ἀγῶνα· ἀφοῦ δὲ δὲν ἐπληρώσαμεν τοὺς δανειστάς μας, προτείνεται νὰ πάρωμεν καὶ τα κτήματα! Ὡραία δικαιοσύνη! Καὶ ἐάν, Κύριοι, δὲν προωδεύσαμεν, καὶ δὲν προοδεύομεν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡ ὀπισθοδρόμησίς μας, ἡ στασιμότης μας προέρχεται ἀπὸ τὴν κατάραν τῶν γενεῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι τόσον σκληρῶς περιεφρονήθησαν καὶ σήμερον ὑβρίζονται. Τί ἦλθεν ἡ ἀντιβασιλεία καὶ τί ἔκαμε; Μὲ τρεῖς λέξεις τὰ δικαστήρια κηρύττονται ἀναρμόδια διὰ πᾶσαν ἀπαίτησιν τῶν ἰδιωτῶν διὰ τὰ παλαιὰ χρέη. Σᾶς ἐρωτῶ, εἰς ποίαν δικαιοσύνην στηρίζεται τὸ διάταγμα τοῦτο; Ἐὰν θέλετε τὸ δημόσιον νὰ διεκδικῇ τὴν περιουσίαν του, πῶς δὲν συνηγορεῖτε καὶ ὑπὲρ τῆς καταχρήσεως τοῦ διατάγματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔκλεισε τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς δανειστὰς τῆς ἐπικρατείας;
§170ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κάμετε πρότασιν!
§171ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ καταστρέψωμεν τὴν πίστιν ὄχι μόνον διὰ τὰ δάνεια, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἱερὰς πράξεις; Τὰ ἠγόρασαν, λέγουν, οἱ ἴδιοι· τὰ ἐπώλησαν οἱ ἴδιοι. Κύριοι, εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν βεβαίως ἡ περιουσία περιωρίζετο εἰς πολλὰ ὀλίγους, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐλάμβανον μέρος καὶ εἰς τὰς κοινὰς ἀνάγκας συνεισέφερον· βεβαίως ὁ Μιαούλης, ὁ Κουντουριώτης καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεκένωσαν τὸν θησαυρόν των διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἐκεῖνοι βεβαίως ἦσαν εἰς κατάστασιν καὶ ν’ ἀγοράσουν, καὶ τοὺς παρεκάλουν ν’ ἀγοράσουν.
§172ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὁ Μιαούλης δὲν ἠγόρασε.
§173ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅσοι ἠγόρασαν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν. —Ἀλλὰ τί λέγουν; Ἐπωλήθησαν εἰς εὐτελεστάτην τιμήν. Κύριοι, ἐὰν ἐντὸς δεκαπενταετίας ἐδῶ εἰς Ἀθήνας ἐπωλήθησαν ἀγροὶ πρὸς 80, πρὸς 100 δραχ. τὸ στρέμμα, καὶ σήμερον πωλοῦνται πρὸς 10, πρὸς 15 δραχ. ὁ πῆχυς, ἀπορεῖτε διὰ τί ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς σημερινῆς; καὶ εἰς ποίαν περίστασιν; Εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν τὸ μέλλον ἦτο ἀβέβαιον. Τὴν ὀνομάζομεν σήμερον ἐθνικὴν περιουσίαν· ἀλλ’ ἐὰν ἀπετύγχανεν ὁ ἀγὼν ὄχι μόνον ἐθνικὴ περιουσία δὲν ἤθελεν ὑπάρχει, ἀλλ’ οὔτε ἠθέλαμεν ὀνομάζεσθαι πολῖται ἐλευθέρου κράτους. Σήμερον βεβαίως τὰ θεωροῦμεν μερικὰ εὔκολα, ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν θέλω νὰ ἐκτιμήσητε, τὶ ἤξιζον ἐκεῖνα τὰ κτήματα. Ἀλλὰ τί φρονεῖτε; Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ δημόσιον κινεῖ ἀγωγὰς, καὶ νομίζετε, ὅτι τὸ δημόσιον θὰ κερδίσῃ τὰς δίκας αὐτάς; καὶ ἐὰν τὰς κερδίσῃ, εἰς ποίας ἀποζημιώσεις θὰ ὑποχρεωθῇ ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τῶν κτημάτων του; Ἀλλ’ ἄλλο, Κύριοι. Ἐὰν θέλετε νὰ ἦσθε δίκαιοι, καὶ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι τὴν δικαιοσύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χθὲς μὲ πολὺν ζῆλον ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς περιουσίας, ἐρωτῶ ἐκείνους καὶ πρὸ πάντων τὸν Κ. Σωτηρόπουλον, τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ μεγάλης ἀκριβείας ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὸν ἐρωτῶ, νὰ μοὶ εἴπῃ, οἱ λεγόμενοι σήμερον κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἰς ποῖον τίτλον στηρίζονται; Εἰς τὸν τίτλον τῆς ἁρπαγῆς, Κύριοι. Οἱ λεγόμενοι ἐμφυτευταὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἰς ποῖον τίτλον στηρίζονται; Εἰς τὸν τίτλον τῆς ἁρπαγῆς... Χθές, Κύριοι, πῶς ἐψηφίσατε νόμον περὶ ἐθνικῶν γηπέδων; Διατί δὲν ἐφέρατε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια; Διατί ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος ἔφερε πρότασιν περὶ φυτειῶν καὶ δὲν ἐσκέφθη νὰ ὑπάγῃ τὸ δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ παραλάβῃ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα κακῶς κατέχουν; Ποῖον πνεῦμα ὑπηγόρευσε τὴν ἀπόφασίν σας ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ᾠκοδόμησαν ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων, χωρὶς νὰ ἦναι κύριοι; Πνεῦμα βεβαίως δικαιοσύνης καὶ συμφέροντος. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἐκποίησις, σᾶς ἐρωτῶ, τὰ κτήματα αὐτὰ πῶς ἤθελον διάκεισθαι; Ἤθελον κατέχεσθαι ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον αὐθαιρέτως. Λοιπὸν οἱ μὴ ἔχοντες οὐδένα τίτλον, οἱ αὐθαιρέτως καταλαβόντες ἐθνικὰς γαίας, ἐκεῖνοι εὑρίσκουν ὑπεράσπισιν, καὶ σήμερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἕνα τίτλον αὐτοὶ κακῆς πίστεως κρίνονται;
§174ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί λέγει;
§175ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί λέγω; Σᾶς τὸ ἐξηγῶ καὶ καλλίτερον. Εἰς τὴν Ἠλείαν ἐφυτεύθησαν τόσοι σταφιδῶνες· σᾶς ἐρωτῶ, εἴχετε τίτλον; εἴχετε ἄδειαν;
§176ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ ἠγοράσαμεν.
§177ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι! αὐθαιρέτως· καὶ ἀπόδειξις τρανὴ εἶναι, ὅτι ὁ Κ. Σωτηρόπουλος ἔφερε πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνει, ὁλόκληροι αἱ γαῖαι......
§178ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§179ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχει σχέσιν. Ὅλαι αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐφυτεύθησαν ἀπὸ ἰδιώτας εἰς ξένην περιουσίαν, δηλ. ἐθνικήν, αὗται, λέγει, νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἰδιοκτησία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρανόμως ἐφύτευσαν, καὶ νὰ πληρώνουν τὸ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τίμημα.
§180ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν.
§181ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἁπλούστατα νὰ μοὶ ἀπαντήσητε· ἤδη ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ἐκκρεμὲς αὐτὸ τὸ ζήτημα; διατί δὲν εἶπεν εἰς τὸ δημόσιον, κίνησε ἀγωγὴν νὰ πάρῃς τὰ κτήματα ἀπὸ τας χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τίτλων παρανόμως ἐφύτευσαν;
§182ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ εἶπε.
§183ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπεν. (θόρυβος δεξιά.)
§184ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά.
§185ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὑρετέ τα. — Προχθὲς ὅταν ἦλθεν ἡ πρότασις περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνήγειραν οἰκοδομὰς ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων, διὰ τί δὲν εἴπομεν, διὰ τί θέλομεν νὰ κάμωμεν νόμον; νόμος ὑπάρχει περὶ ἰδιοκτησίας· αὐτοὶ κακῶς ἔπραξαν· νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν τὸ δημόσιον κατ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι παρανόμως ᾠκοδόμησαν. Διὰ τί δὲν τὸ εἴπομεν τοῦτο; Ὄχι εἴπομεν, καλῶς ἔπραξαν, καὶ καλῶς τὸ ἀπεφασίσαμεν.
§186ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ πληρώσουν.
§187ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Κυπριάδη, ἐὰν ἤξευρον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τῷ ὄντι ἐνήργησαν καὶ συνέλαβον τὴν ἰδέαν τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν διάδοχον γενεὰν ἄνθρωποι, οἵτινες προσπαθοῦν διὰ σοφισμάτων ν’ ἀναιρέσουν τὰς πράξεις των, ἤθελον τὸ συλλογισθῆ πολύ. Ἀφοῦ λοιπὸν, Κύριοι, ἐπὶ 40 ἔτη Κυβερνήσεις τόσον ἰσχυραὶ ἐσεβάσθησαν τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴν ἐκποίησιν, θὰ ἦναι ἱεροσυλία κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, κάτω ἡ ἀπόφασις ἐκείνη. Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ πολύ, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν εἰς τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1791......
§188ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὰ Ἠλειακὰ ζητῶ τὸν λόγον.
§189ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ἐκείνην, λέγω, τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ δημοκρατία ἐδήμευσε τὴν περιουσίαν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν, ἢ δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀναγνωρίσουν τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· τὴν ἐδήμευσαν καὶ τὴν ἐπώλησαν εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, καὶ μάλιστα τὸ τίμημα ἐπληρώθη ἀπὸ assignats, τοὐτέστιν ἀπὸ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκπέσει εἰς τὸ ἐπάπειρον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε εἰς ποῖον βαθμὸν εἶχεν ἐκπέσει, ἀρκεῖ τοῦτο, ὅτι διὰ 5,000 φράγκων ἠγοράζετο ἓν ζεῦγος ὑποδημάτων· εἰς τόσον βαθμὸν εἶχον ἐκπέσει τὰ assignats, καὶ ἐν τούτοις τὰ κτήματα ταῦτα ἐπωλήθησαν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Μετὰ 20 ἔτη ἐπανέρχεται ἡ οἰκογένεια τῶν Βουρβόνων καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐφυγαδεύθησαν. Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐσεβάσθη τὴν πρᾶξιν τῆς πωλήσεως καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ πάρῃ τὰ κτήματα ὀπίσω, διὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τοὺς πρώην ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ἐψήφισε δάνειον μέγα, διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐστέρησαν τῶν κτημάτων. Καὶ τοῦτο διὰ τί τὸ ἔπραξε, Κύριοι; Τὸ ἔπραξε, διότι εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἐὰν ἡμεῖς θελήσωμεν ν’ ἀκυρώσωμεν τὰς πράξεις ἐκείνας, πιστεύετε ὑμεῖς, ἢ οἱ μεταγενέστεροι, ἐὰν παρουσιασθοῦν ἔκτακτα περιστατικὰ, θὰ ἀποφασίσουν νὰ δώσουν ὀβολόν; Ὄχι! Ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι συνηλλάττοντο ὄχι μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι θνητὰ, ἀλλὰ μὲ ἐπικράτειαν ἡ ὁποία εἶναι ἀθάνατος, ποτὲ δὲν θέτουν εἰς ἀμφιβολίαν τὰς συναλλαγὰς τοῦ δημοσίου. Οὕτως ἐφέρθη ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς ἐπικρατείας, καὶ οὕτω πως φερόμενον ἐθεμελίωσε τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ ὅταν παρουσιάζηται ἀνάγκη, εὑρίσκει χρήματα ὅσα θέλει, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος. Οὔτε διενοήθησάν ποτε εἰς τὰ εὐνομούμενα ἔθνη νὰ βαδίσωσι τὸν ὁποῖον ἡμεῖς βαδίζομεν δρόμον, νὰ μὴ πληρώνωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δανεισταί μας, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς διατάγματος νὰ λέγωμεν τὰ δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια νὰ δικάσουν ἀπαιτήσεις ἰδιωτικὰς κατὰ τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ ἐρχώμεθα ν’ ἀκυρῶμεν καὶ αὐτὰς τὰς πράξεις τῆς πωλήσεως τῶν κτημάτων. Δὲν πράττετε πρὸς τὸ συμφέρον τῇ ἐπικρατείας τοιαῦτα προτείνοντες. Λέγουν, ὅτι τὸ τίμημα κατετέθη οὐχὶ εἰς χρήματα ἀλλ’ εἰς ἐντολάς, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία εἶχεν ἐκπέσει κατὰ πολύ· παραδέχομαι, ὅτι εἶχεν ἐκπέσει· τὶ σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρίσκετο εἰς μεγαλειτέραν ἀνέχειαν, τοῦτο εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εἶχε τίποτε, καὶ εὑρίσκετο εἰς τοσαύτην στενοχωρίαν ὥστε νὰ προβῇ ἄκουσα εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκποιήσεως, διὰ τοῦτο πρέπει ἡ ἐκποίησις νὰ θεωρῆται σήμερον ὕστερον ἀπὸ 40 χρόνους ὡς κακῶς ἐνεργηθεῖσα; Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλα. Ἂν ἐπὶ 40 ἔτη κυβερνήσεις ἰσχυραὶ ἐσεβάσθησαν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἱεροσυλία νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ τὴν ἀκυρώσωμεν, ἢ νὰ εἴπωμεν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ τὸ εἴπωμεν ἀμέσως. Αὐτὰ τὰ κτήματα, ἂν ἔμεναν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δημοσίου θὰ ἦσαν ἔρημα.........
§190ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Καὶ τὶ εἶναι τώρα, δὲν εἶναι ἔρημα;
§191ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχετε πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν Τροιζηνίαν. Ἡ Ναυπλία ὅμως εἶναι κῆπος, ὑπάγετε εἰς τὸ Ἄργος νὰ δῆτε ὁποία καλλιέργεια ὑπάρχει, καὶ ὁπόσας προσόδους παρέχει εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ πάντοτε τὴν Τροιζηνίαν ὀνειρεύεσθε δὲν πηγαίνετε καὶ μακρύτερα.
§192ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν μᾶς ἔμεινε πλέον καιρὸς, δὲν βλέπω ἰδιατὶ νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις.
§193ΣΤΡΑΤΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε θὰ ἐρωτήσω τὴν βουλήν.
§195ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν;
§197ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τοιαύτην τακτικὴν ἡμεῖς ποτὲ δὲν ἴδομεν. Εἰς τὰ παρελθόντα ἔτη ἡ τάξις ἦτο αὕτη, ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς λήξεως ἐτελείωναν αἱ συζητήσεις, ἀνεγινώσκοντο τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπεκυροῦντο. Ἀνεγινώσκετο τὸ διάταγμα καὶ ἐτελείωνε.
§198ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου ἔχει σκοπὸν σήμερον νὰ φέρῃ τὴν λῆξιν ναὶ ἢ ὄχι;
§199ΡΟΥΦΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα ἔχω ἐδῶ τὸ διάταγμα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναγνωσθῶσιν ἀμέσως τὰ πρακτικὰ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι, (ἀμφίβολον ἀποτέλεσμα). Τὸ ἀνάπαλιν, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ γίνῃ λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§201ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἂς μείνωμεν λοιπὸν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας, διότι ἂν δὲν λυθῇ αἱ συνέπειαι θὰ ᾖναι λυπηραὶ (θόρυβος). Καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου, ἐπειδὴ γίνεται λῆξις χωρὶς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας, διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅτι ἂν συμβῇ τι νὰ ᾖναι εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ αἰτία (θόρυβος).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ διακοπῇ πᾶσα ἑτέρα ἐργασία καὶ ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§203ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ μείνωμεν ἐδῶ ὅπως τελειώσωμεν ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα, νομίζω τότε, ὅτι τὰ πρακτικὰ δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως (θόρυβος). Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 59 κατὰ 38 ἀρνηθέντων τριῶν δὲν παρεδέχθη ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὁ Κύριος Σακελλαριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§205ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοί δοθῶσιν οἱ τίτλοι αὐτῶν τῶν κτημάτων περὶ ὧν πρόκειται.
§206ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἔχουν οἱ ἀγορασταί.
§207ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν περὶ τίνος πρόκειται; περὶ τίνος συζητοῦμεν; ποῦ τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφανθῇ μία Βουλή; τὴν τυφλομυῖαν παίζομεν; Τὶ κατάστασις πραγμάτων! ἐνῷ πρόκειται περὶ τῶν μεγίστων, δὲν ἔχομεν οὔτε ἓν πειστήριον, οὔτε ἓν σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἐν τούτοις τολμοῦν τινες ν’ ἀναβαίνουν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος λέγοντες, ὅτι καταπατοῦνται δικαιώματα καὶ δικαιοσύνη παρ’ ἀνδρῶν οἵτινες συνεισέφερον τὴν περιουσίαν των ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Ἂν, Κύριοι, ἐπὶ τοιούτων σημείων βαδίζοντες ἀποφασίσωμεν περὶ 50 ἢ 60,000,000, τότε τετέλεσται, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν δύναμαι νὰ εἴπω κάλλιον νὰ μὴ συνεκροτεῖτο ἡ τοιαύτη Βουλή. Μά, Κύριοι, ἔγγραφα δὲν ἐπιτρέπονται νὰ δημοσιευθῶσι, τίτλοι δὲν μᾶς παρουσιάζονται· ἐρωτῶ ὄχι τὸν μᾶλλον εὐσυνείδητον, ἀλλὰ τὸν μᾶλλον ἀσυνείδητον ἂν δύναται ἐν γνώσει νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀνεμνήσθησάν τινες τὰς σκιὰς τῶν ἡρώων ἐκείνων· ἀλλὰ ποίων ἡρώων; τῶν ἡρώων, οἵτινες συνεκρότησαν τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις, οἵτινες ἀπεφάνθησαν, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ γῆ δὲν πωλεῖται, τῶν ἡρώων ἐκείνων τῆς ἐν Τροιζῆνι Συνελεύσεως, ἥτις ἐκήρυξεν ὡς παρανόμους, αὐθαιρέτους τὰς πράξεις τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῶν ἡρώων τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως, ἥτις ἐπίσης ἀπεφάνθη κατὰ τῶν πράξεων τούτων. Ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ ἀναμνησθῆτε σκιὰς καὶ ἥρωας, μὴ βλασφημῆτε ἐπὶ τῶν ἡρώων αὐτῶν, διότι ὅταν βλέπετε τρεῖς Συνελεύσεις ἀλληλοδιαδόχως νὰ κατακρίνουν, νὰ ἀναθεματίζουν πράξεις τοιαύτας, δὲν ἔχετε σεῖς δικαίωμα νὰ τὰς μεταχειρίζεσθε, οὔτε ὡς φάσμα. Ἂν, Κύριοι, τινὲς εἶπον ὅτι παρῆλθεν ἤδη ὁ κίνδυνος, παρῆλθεν ἤδη ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς μακρὰν τοῦ κινδύνου παραγνωρίζομεν τὰ τιμαλφῆ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἂν ἐζῶμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅπου ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν συνεκροτήθη ἡ ἐν Τροιζῆνι Συνέλευσις, καὶ ἐβλέπετε τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ τοῦτο, τότε βεβαίως δὲν ἠθέλατε ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἐπικαλῆσθε οὔτε αὐτάς, οὔτε τὰς πράξεις των, οὔτε τὰς σκιὰς των. Καί, Κύριοι, ἐδῶ πρόκειται νὰ μελετήσωμεν καὶ ἕτερόν τι, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὴν ἱστορίαν· ἐν ὅσῳ ἡ ἱερὰ γῆ, τὴν ὁποίαν ἠλευθέρωσαν οἱ ἔνδοξοι ἐκεῖνοι πατέρες μας, μὲ τὰ αἵματά των διετηρεῖτο ἄθικτος καὶ ἀλύμαντος, δὲν συνέβησαν οὔτε καταχρήσεις, οὔτε παρανομίαι· ἀλλ’ ἀφότου ἐδόθη ἡ γῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἔκτοτε ἐξηγέρθη ἡ ἀγανάκτησις, τότε τὰ μίση, τότε οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι, τότε ἐσφετερίσθησαν τὸ δάνειον, καὶ ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι πρὸς τὸν ἐχθρὸν καὶ ἐντεῦθεν ὁ Ἰμπραΐμης, ἐντεῦθεν ὁ Κιουταχῆς μᾶς ἐλεηλάτησε καὶ ἔφερε κατὰ κρημνῶν τὴν Πατρίδα, ἕνεκα τῶν ἀθλίων πράξεών μας· καὶ ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἁρπάγων, καὶ νὰ κατακρίνωμεν τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, Κύριοι, πρῶτον δὲν μᾶς παρουσίασεν οὔτε ὁ ἔντιμος ὑπουργός, οὔτε τὸ προεδρεῖον, κανὲν τεκμήριον, κανὲν μαρτύριον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ὅπως βασισθῶμεν, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν μᾶς παρουσιάσουν τοιαῦτα νόμιμα πειστήρια, πᾶσα πρᾶξις ἡμῶν λογίζεται καὶ ἀνήθικος καὶ ἀπρεπής, ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει κατὰ τὴν ὁποία ἤθελε παρουσιάσει ὅλα τὰ τεκμήρια, ὅλα τὰ ἔγγραφα, δὲν ἔχομεν οὐδέποτε ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρωμεν ἀπόφασιν, μετὰ τὰς πράξεις τριῶν ἐθνοσυνελεύσεων, καὶ τὰ θεσπίσματα τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου, καὶ τὰς πράξεις ἑνὸς Βασιλέως, ὅστις ἡρωϊκῶς εἰργάσθη ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε μία πλειοψηφία ἐξαρπάσει, ἂν ὁ μὴ γένοιτο, μίαν πανολεθρίαν ἀπόφασιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ κλεινὸς ἡμῶν ἡγεμὼν, ὅστις τόσον ὑψηλὰ ἵσταται, δὲν θέλει ἐπικυρώσει τὴν πρᾶξίν της, ὥστε ὁ ἀγὼν καθ’ ὅλην τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθετα, εἶναι μάταιος, καὶ δὲν ἀφορᾷ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ παραλύσῃ τὰς τελευταίας ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑτέρου σπουδαίου, σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, περὶ τοῦ Λαυρίου. Ἀλλὰ διατὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄγουν καὶ φέρουν ἓν μέρος τῆς πλειοψηφίας, δὲν ἐσπούδασαν τὸ ἀντικείμενον αὐτό; Ἡ ὀλιγωρία διὰ τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἔχω τὴν παῤῥησίαν νὰ τὸ εἴπω, καὶ ἂς ἦμαι πάντοτε μόνος, δὲν εἶναι ἢ ὕβρις καὶ περιφρόνησις. Ἡξεύρετε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους ἓν ἑκατομμύριον ἐξεμεταλλούργησαν οἱ ξένοι καὶ μετέφερον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἀκόμη προχωροῦν. Ἀπορῶ μὲ τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργόν· ἐγέννησε σκάνδαλον ἐπὶ σκανδάλου καὶ πότε ἔφερε τὸ ἓν νομοσχέδιον ἵνα ψηφισθῇ, πότε τὸ ἕτερον καὶ κατέστρεψεν οὕτω τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Τὸ Λαύριον ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, ἐν τούτοις ἡ ὑπόθεσις ἔμενεν ἀνεκπεραίωτος....
§208ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Περὶ Λαυρίου εἶναι τὸ ζήτημα, ἢ περὶ τῶν γαιῶν;
§209ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζεις περὶ τίνος εἶναι, διότι ἤσουν εἰς τὸν τόπον σου καὶ χθὲς μόνον ἦλθες. Πρόκειται, μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, νὰ ἀκυρωθοῦν συμβόλαια, καὶ ἡμεῖς σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ποῦ εἶναι τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀκυρώσωμεν; Ἔχομεν ἔγγραφα, πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἂν ᾖναι κατὰ τύπους νὰ τὰ κυρώσωμεν, ἄλλως νὰ τ’ ἀκυρώσωμεν. Ἀλλὰ μᾶς παρουσιάσθησαν τοιοῦτοι τίτλοι;
§210ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τοὺς ἔχουν οἱ κτηματίαι.
§211ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἂν ἔχουν τίτλους, ἂς τοὺς παρουσιάσωσι καὶ ἡμεῖς παραιτούμεθα (θόρυβος).
§212ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἂν ἔζων μάλιστα αὐτοὶ οἱ ἀγορασταὶ, ἔπρεπε νὰ τοὺς εἰσάξωμεν εἰς δίκην, διότι ἐσφετερίσθησαν τὰ 8 ἑκατομμύρια, τοὺς ἐράνους τοὺς πλουσίους, τὰ πολύτιμα σκεύη τῶν ἐκκλησιῶν. Ἔπρεπε νὰ ζῇ ὁ Κριεζώτης ὅστις ἤξευρεν ὅλα ταῦτα, ὁ υἱός του ὅμως δὲν γνωρίζει τίποτε.
§213ΦΛΕΣΣΑΣ. Τί εἶν’ αὐτὰ ποῦ λέγεις;
§214ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Φλέσσα, ἠλάττωσες τὸν φόρον τῶν συκεῶν σου, ἡσύχασε. Δὲν γνωρίζω πῶς ἡμεῖς σήμερον θὰ κατακρίνωμεν τὰς πράξεις τῶν τριῶν Συνελεύσεων, τὰς πράξεις ἑνὸς μεγαλόφρονος Καποδιστρίου, τὰς πράξεις τοσούτων ἄλλων. Ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν μετὰ 40 ἔτη ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε τοιαῦτα πράγματα· ἡμεῖς δὲν τὰ ζητοῦμεν, σεῖς ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε νὰ σᾶς τὰ χαρίσωμεν. Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, ἢ ἂν ὄχι δικαστικὸν, ὅλως ἀλλότριον τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς, καὶ διότι, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναιρέσωμεν ψηφίσματα Συνελεύσεων, καὶ διότι ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς· ἂν ἡμεῖς ἐπιληφθῶμεν, τότε καταστρέφομεν τὰς χωριστὰς ἐξουσίας, τὴν δικαστικὴν, τὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, νὰ ἐκτυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι, καὶ οὕτω πως νὰ προχωρήσωμεν· μᾶλλον καθόσον ἐπαναλαμβάνω καὶ πρὸ ἡμῶν, ἡ Συνέλευσις, ὁ Καποδίστριας, ὁ Ὄθων, ἐξηγέρθησαν κατὰ τῶν παρανόμων αὐτῶν ἁρπακτήρων, καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς οἱ σπιθαμιαῖοι νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰς πράξεις των. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ δικάσῃ, καὶ γνωμοδοτῶ νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§215ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, καὶ πᾶσα συζήτησις ἑπομένως θεωρεῖται ἀντισυνταγματική.
§216ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φέρω μίαν τροπολογίαν.
§217Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὅσοι ἔχουν ζητήσει τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσουν· ἂν παραιτοῦνται, θὰ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐκφρασθῆτε, ἂν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε.
§219ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ· κατὰ τὴν ψηφοφορίαν κάμετε τὴν ἔνστασιν.
§221ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Μόλις εἶναι 65 βουλευταί.
§222ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀκούσωμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κυπριάδου.
§223ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, ἥτις συζητεῖται φέρει ὡς ἐφεξῆς· «ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι τῶν μέχρι τοῦδε κατόχων τῶν κατὰ τὰ 1826 ἐπὶ δημοπρασίας τῇ ἀποφάσει τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν κτημάτων πρὸς διάσωσιν τοῦ κινδυνεύοντος Μεσολογγίου, κειμένων κατὰ τὰς ἐπαρχίας Τροιζῆνος καὶ Ἀργολίδος.» Ὅσον σύντομος εἶναι ἡ πρότασις τοσοῦτον καὶ περιληπτικὴ, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶς τις τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ὅστις ἤθελε ψηφοφορήσει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τῆς προτάσεως, πρέπει νὰ συλλογισθῇ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, καὶ προσέτι νὰ σκεφθῇ νὰ μορφώσῃ τὴν συνείδησίν του, νὰ κατανοήσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα. Κατὰ πρῶτον θέλομεν ἐξετάσει εἰς ποῖον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀναγνώρισις τῆς τοιαύτης ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων. Πάντες γνωρίζομεν καὶ οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὰ περὶ τούτου εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον· ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἀποῤῥοφῶμεν τὴν ἐξουσίαν ἄλλων σωμάτων, καὶ ἐρχόμεθα νὰ γίνωμεν ἐκτελεσταὶ καὶ ἐπικυρωταὶ καὶ δικασταὶ, ἐνῷ ἡ ἀποστολή μας εἶναι κυρίως νὰ ψηφίζωμεν νόμους, καὶ οἱ νόμοι κατὰ γενικὸν κανόνα ἀποβλέπουν γενικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, ὄχι εἰδικὰ καὶ συγκεκριμμένας ὑποθέσεις, ἀμφισβητήσεις ἀφορώσας τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, τῶν ὁποίων ἡ λύσις εἶναι ἀνατεθειμένη εἴτε εἰς τὰ δικαστήρια, εἴτε εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, πόσον ἐκτεταμένη εἶναι ἡ εὐθύνη, καὶ πόσον μετὰ περισκέψεως πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ εἴτε τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, εἴτε δι’ ἀναφορὰν ἰδιωτικὴν, ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιφέρῃ, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, μίαν ψῆφον· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχομεν 5 ἢ 20 πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλουν τοὺς τίτλους των, λέγουν ὅτι, Σεβασοὶ βουλευταὶ, ἡμεῖς ὑπὸ τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου ἠγοράσαμεν τὰ δεῖνα κτήματα· ἰδοὺ ὅτι ἐπληρώσαμεν, καὶ ἐλάβομεν πωλητήρια, σήμερον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἔθνους, ἀδικοῦσα καὶ παρανομοῦσα, καὶ μᾶς εἰσάγει εἰς τὰ δικαστήρια· ἐπικαλούμεθα τὴν δικαιοσύνην τῆς Βουλῆς· τότε πολὺ καλὰ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς θεραπείας τῶν παραπόνων αὐτῶν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ αὐτοὺς τοὺς πολίτας τοὺς βασανίζει εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὶς παραπονεῖται; οὐδεμίαν ἀπόφασιν ἔχομεν, οὔτε ἀπόδειξιν ἔχομεν, ὅτι ἐπληρώθη τίμημα· οὐδεὶς μᾶς προσκαλεῖ νὰ τὸν δικαιώσωμεν· ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος δὲν ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν δυσχερῆ θέσιν, τοῦ νὰ ἔχῃ δίκας μὲ 20, 50, 100 πολίτας, περὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐστηρὰν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της ἡ Κυβέρνησις τὸ διώρθωσεν, ἀλλὰ κατὰ συνείδησιν καὶ συμφέρον ἐθνικὸν φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιδιώξῃ· ἑπομένως προκαλεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ τῇ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ παύσῃ αὐτὰς τὰς δίκας. Ἐνῶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀντιπροσωπεύσει τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, σιωπᾷ, αὐτὴν τὴν εὐθύνην δὲν τὴν ἀναλαμβάνει. Καὶ μόλα ταῦτα δὲν ἠξεύρω πόθεν ὠθούμενοι καὶ σπρωχνόμενοι, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ ἀλλοτρίων καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὶ σᾶς λέγουν μερικοί; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρός μας, νὰ ἀκυρώσωμεν αὐτὰς τὰς πωλήσεις ἠθέλαμεν εἶσθαι πολὺ τολμηροί. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, σεβασθῆτε τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, ὡς σέβεσθε καὶ τὴν ἰδικήν σας, καὶ ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν τοῦ ἐλαχίστου πολίτου. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, πόσον μεγάλη εἶναι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν, θέλοντες νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὁποίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνομεν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Πῶς δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τίτλους, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι εἶναι, εἰς τὶ συνίστανται; τίποτε δὲν γνωρίζομεν καὶ οὐδὲν ἠκούσαμεν. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν καὶ εἴπωμεν, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τύπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μορφὴν τίτλων; ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν προκαλούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται· οἱ τίτλοι αὐτοὶ τίνος εἶναι; Τίποτε δὲν βλέπομεν ἐνταῦθα, παρὰ μόνο, ὅτι ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι. Ἔπειτα κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκφρασθῶμεν τοιουτοτρόπως, χωρὶς νὰ φανῶμεν παραλογιζόμενοι καὶ ἀσυνεπεῖς, ὅτι ἄνευ σκέψεως προέβημεν· διατί; διότι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει ἓν γεγονὸς ἐκκρεμές· δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ἐκκρεμές· σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκφρασθῆτε οὕτως, ἀλλ’ ὅπως ἐγὼ εἰς τὴν τροπολογίαν μου, καὶ νὰ εἴπητε οὕτως. Ἄρθρον 1. «Ἀκυροῦται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ΛΒʹ. ψήφισμα τῆς ἐν Ἄστρει Συνελεύσεως, τὸ ὑπ’ ἀριθ. ΙΔʹ. τῆς 16 Ἀπριλίου 1826 ψήφισμα τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως, τὸ ὑπ’ ἀριθ. ΚΔʹ. τῆς 5 Μαΐου 1827, ψήφισμα τῆς ἐν Τροιζῆνι Συνελεύσεως, καὶ τὰ ἀπὸ 19/31 Μαΐου 1836, καὶ 31 Ἰανουαρίου (12 Φεβρουαρίου) 1837 Β. Διατάγματα περὶ ἀκυρώσεως τῶν κατὰ τὸ 1826, ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν κτημάτων Δαμαλᾶ, Ἀπάθεια, Κοκινιὰ, Μαζώματα, Ἤρια, Ἀβδίμπεη, Κυβέρη καὶ Κάντια.» «Ἄρθρον 2. Ἀναγνωρίζονται ὡς ἔγκυροι καὶ νόμιμοι οἱ τίτλοι τῶν ἀγοραστῶν τῶν κτημάτων τούτων, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐκπληρώσουν οἱ ἀγορασταὶ τοὺς ὅρους τῆς πωλήσεως, καὶ οὔτε αὐτοὶ, οὔτε οἱ δικαιοῦχοί των νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἀπαιτήσεώς τινος κατὰ τοῦ δημοσίου διὰ τὴν μὴ μέχρι τοῦδε ἀναγνώρισιν τῶν τίτλων των.» Διὰ τὶ πρέπει νὰ εἴπητε οὕτω; διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς ἀντίφασιν δύω πράξεις, μία ἥτις νὰ λέγῃ ἐπικυροῦνται αὐταὶ αἱ αἰτήσεις, καὶ ἄλλη, ἥτις νὰ λέγῃ ἀκυροῦνται αὐταὶ αἱ αἰτήσεις. Λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν σήμερον αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι λέγουν, αὗται αἱ ἐκποιήσεις εἶναι παράνομοι, ὅταν ἔχωμεν τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀποῤῥίπτονται αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν τῶν ἀγοραστῶν, ὅταν ἔχωμεν δύω Β. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι ἐπικυροῦνται αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων, δυνάμεθα νὰ προσποιηθῶμεν, ὅτι δὲν τὰ γνωρίζομεν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι τῶν ἐκποιηθέντων κτημάτων; τὶ θὰ εἰπῇ τοῦτο; Λοιπὸν ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ φανῇ συνεπὴς εἰς τὰς ἀποφάσεις της, ἀκυροῦσα τὰς πράξεις αὐτῶν τῶν προηγουμένων ἐθνικῶν Συνελεύσεων. Ἀλλὰ συλλογίσθητε πόσον μέγα εἶναι τὸ βῆμα, νὰ ἀκυρώσῃ ἡ Βουλὴ τοῦ 1865, τὰς πράξεις ἐθνικῶν Συνελεύσεων, καὶ ἀποφάσεις δικαστηρίων καὶ τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· καὶ διατί; χωρὶς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἡμεῖς ἐστάλημεν ἐδῶ διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ λαοῦ, δὲν ἀπεστάλημεν διὰ νὰ ἀπογυμνώσωμεν τὸ ἔθνος ἀπὸ τὴν περιουσίαν του. Μᾶς εἶπον, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ προγενέστεραι δὲν ἦσαν δίκαιαι· καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα ἔθεσεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅστις ἐμέμφθη ἡμᾶς, ὡς διὰ σοφισμάτων θέλοντας νὰ ἀντικρούσωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν νόμου, ὅστις ὅμως, νομίζω, μετέβαλεν ὅλως διόλου τὸ θέμα καὶ διὰ σοφισμάτων ἠθέλησε νὰ τὸ ὑπερασπισθῇ· ὅτι αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις ὅλων τῶν ἐποχῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος καὶ μετὰ τὸν ἀγῶνα καὶ μετὰ τὴν Βασιλείαν, ἐφάνησαν δικαιότεραι, προσεκτικώτεραι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, εἶναι ἡλίου φαεινότερον· διότι δὲν εὑρέθη ἄλλη Βουλὴ δικαιοτέρα, ἢ ἄλλη Κυβέρνησις νὰ ἀποφασίσῃ ὅπερ ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν, καὶ εἰς ἡμᾶς μόνον ἐδόθη αὐτὴ ἡ μεγάλη δόσις τῆς δικαιοσύνης, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ λύσωμεν ἐκ τοῦ προχείρου αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἁρμοδιότης! (φιλονεικίαι μεταξὺ Κεχαγιᾶ, Δημητρακοπούλου καὶ Γρηγοριάδου ἐξ ἑνὸς, καὶ τοῦ ἀγορεύοντος ἐξ ἄλλου· διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν· θόρυβος διαρκής). Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, καὶ ἂν οἱ συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὸ ἐναντίον, μᾶς πείσουν, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀπαλλοτριώσεις ἐγένοντο ἐν καλῇ πίστει χάριν τῆς πατρίδος (θόρυβος), αὐτὸν τὸν νόμον νὰ τὸν διατυπώσωσι νὰ τὸν ἀκούσωμεν, καὶ ἂν πεισθῶμεν, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν, ἔδωκαν τὰ χρήματά των, καὶ ὅτι ἐν ἀνάγκῃ τῆς πατρίδος ἔγιναν αὐταὶ αἱ ἐκποιήσεις, καὶ ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν εἶναι ἀθῶοι, πιστεύσατε, ὅτι δὲν θέλομεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφον μας· ἀλλὰ σήμερον εἴμεθα εἰς τὸ σκότος (θόρυβος). Τέλος πάντων τὸ δικαστήριον θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην· ἄλλως ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει προτείνω νὰ τροπολογηθῇ ὁ νόμος κατὰ τὴν τροπολογίαν μου.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω μίαν ἔκθεσιν. Διάφοροι πολῖται ὑπέβαλον ἀναφορὰς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἔκαμε τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἔκθεσιν· ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῶσιν αὗται εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα;
§225ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, νὰ συστηθῶσι.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ διάφοροι βουλευταὶ ἔκαμον προτάσεις περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§227Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία μου εἰς τὸν κανονισμὸν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§228ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ἐπειδὴ μένει ὅλη ἡ ἐργασία ὀπίσω, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ διορθωτὴς τῶν ἐντύπων.
§229Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ στενογράφοι νὰ λάβουν τὸ ἥμισυ τῆς μισθοδοσίας των κατὰ τὰς διακοπάς.
§230ΑΧΟΛΟΣ. Τὸ ὅλον· αὐτοὶ κοπιάζουν περισσότερον.
§231ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§232ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε αὐτὰ ποῦ ἐπέρασαν, πόσα εἶναι;
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς προτάσεις αὐτὰς τὰς ἔθεσα....
§234ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν στενογραφίαν.
§235ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὅλον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στενογράφους, εἶναι οἱ μᾶλλον ἀναγκαῖοι καὶ κοπιάζουν περισσότερον (θόρυβος).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα καὶ δὲν εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἑπομένως παρεδέχθη ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Δημητριάδου μὲ τὴν προσθήκην τοῦ διορθωτοῦ καὶ τῶν στενογράφων...
§237ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὕτως ἀποφασίζετε 30,000 δραχμῶν πρότασιν; (θόρυβος).
§238ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσε.
§239ΑΧΟΛΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΑΛΛΟΙ. Διατί τὸ ἥμισυ οἱ στενογράφοι; τὸ ὅλον.
§240ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἠκούσαμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν παραδέχεσθε. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ καθαρῶς ἡ πρότασις.
§241ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, καμμία πρότασις δὲν γίνεται δεκτὴ (θόρυβος).
§242ΣΤΡΑΤΟΣ. Πολλοὶ τῶν βουλευτῶν δὲν ἔλαβον γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται· καὶ μὴ θέλετε νὰ λάβετε ἐν ἀγνοίᾳ ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον.....
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα πρῶτον τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκροασθῇ. Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς ὑπέβαλον, ὅτι διάφοροι πολῖται ἔχουν ἀναφορὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησε περὶ αὐτῶν, καὶ σᾶς ἐρώτησα ἂν πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα, καὶ μὲ εἴπατε «Μάλιστα».
§244ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπέβαλον ὡσαύτως μίαν πρότασιν καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γραφείου.
§246ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ζητῶ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν (θόρυβος)· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι θέλετε νὰ μᾶς ἁρπάσητε τὴν ἀπόφασιν· διαμαρτύρομαι, δὲν δίδομεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, δὲν ὑπάρχει Βουλή. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· εἰς τὸ μέσον ἑνὸς ζητήματος δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἄλλα (θόρυβος).
§247Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θὰ ἐκτανθῶ πολὺ, διότι δὲν ἔχω τὸν ὑλικὸν καιρὸν, καὶ διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ συνδέεται μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, καὶ φοβοῦμαι μὴ προσκρούσω εἰς αὐτὴν, καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀγῶνος, ἐπιφυλακτικῶς ὁμιλῶ, διότι ὁ ἀγὼν αὐτὸς εἶναι μέγας Διὰ τοῦτο θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ καθαρὸν ζήτημα. Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι τὴν πρότασιν, περὶ ἧς πρόκειται, τὴν ὑπέβαλεν εἷς βουλευτὴς, ὅστις δὲν εἶναι παρὼν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι τῶν μέχρι τοῦδε κατόχων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ προταθῇ ἀπὸ Βουλευτήν· τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγει «Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς.» Τώρα θὰ μοὶ εἴπωσι· δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν τίτλων· καὶ διατί ἐρχόμεθα νὰ κάμωμεν τοιοῦτον νόμον; διὰ νὰ παραχωρήσωμεν τὰ κτήματα τὰ πωληθέντα· ἐπωλήθησαν; εἶναι δωρεά; ἑπομένως δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ βουλευτάς· διότι προκαλούμενον τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, δὲν τὴν υἱοθετεῖ· ποῖος τὴν ὑποστηρίζει; Λοιπὸν κατὰ πρῶτον λέγω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, παραβιάζομεν προφανῶς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα. Κύριοι, οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ζήτημα, δύω κυρίως ἰδέας μᾶς παρουσίασαν· ἡ μία, ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος, τὰ σώματα, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ τοὺς δικαιώσωμεν· ἡ δὲ ἄλλη, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι συναισθανόμεθα τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ τὰς ἐκτελοῦμεν· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Προσέξατε πολὺ, Κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι ἐγγὺς εἶναι νὰ γίνῃ ἡ λῆξις τῆς Βουλῆς καὶ πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος σπουδαίου καὶ σοβαροῦ, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν τινῶν πρόκειται νὰ ζημιώσωμεν τὸ δημόσιον ἀρκετὰ ἑκατομμύρια. Ἂς μὴ ἐπισπεύδωμεν, Κύριοι, τὴν ἐπιψήφισιν αὑτοῦ τοῦ νόμου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδομεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς μας νὰ μᾶς κατακρίνωσι· τὸ πολὺ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἂς φέρῃ νόμον ἢ τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ τότε ἐπιλαμβανόμεθα αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δὲν πρέπει σήμερον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
§248ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἀπαγγείλῃ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὴν λῆξιν τῆς παρούσης συνόδου· κατὰ συνέπειαν τούτου ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ ἀναγνωσθῇ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐὰν εὐαρεστῆται ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ.
§249ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; (Θόρυβος)· κάμετε τὴν ἔνστασιν, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουν καλῶς; (Θόρυβος).
§251ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα κατέλαβε τὴν ἕδραν αὑτοῦ ὁ πρόεδρος Κ. Εὐθ. Κεχαγιᾶς καὶ ἀνέγνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν. Κύριοι Συνάδελφοι, «Διανύσαντες αἰσίως τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιορισθέντα χρόνον τῶν ἐργασιῶν μας, ἂς ῥίψωμεν ἐπ’ ὀλίγον βλέμμα ἐπὶ τῶν πεπραγμένων κατὰ τὴν ἤδη λήγουσαν Σύνοδον. Ἂν καὶ ἡ ἔναρξις τῆς συνόδου ἐγένετο, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, τὴν 28 μαΐου, ἡ Βουλὴ ὅλως ἕνεκα τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν κατηρτίσθη νομίμως τὴν 10 Ἰουλίου, καὶ ἤρξατο ἔκτοτε τῶν τακτικῶν αὑτῆς ἔργων. Ἡ Σύνοδος ἐντεῦθεν διήρκεσε πέντε μόλις μῆνας, καθ’ οὓς σπουδαῖα ἔργα ἐνομοθετήθησαν ζητήματα δὲ μεγάλου ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, σπουδαίας καὶ λίαν ζωηρὰς παραγαγοῦσαι συζητήσεις, ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐμβριθῶν καὶ ἐκτεταμένων λόγων. Ἡ παροῦσα Βουλὴ, ἐρχομένη μετὰ μίαν μεγάλην πολιτικὴν μεταβολὴν εἶχεν ἀναντιῤῥήτως πολλὰ καὶ σοβαρὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, ἡ δὲ πορεία αὐτῆς σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος νὰ ἐξασκήσῃ. Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν πολιτικῶν μερίδων ὑπῆρξε πολλάκις ζωηρὸς, καὶ ἡ πάλη τῶν ἰδεῶν ἀνεπτύχθη μετὰ θερμουργοῦ πνεύματος· ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον, ὀφείλω νὰ τὸ κηρύξω μετὰ παῤῥησίας, ὁ κοινοβουλευτικὸς οὗτος ἀγὼν ἦν ἀναπόδραστος συνέπεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν βουλευτῶν καὶ ἰδίως τῆς κατὰ πρώτην τοῦ πολιτεύματός μας πραγματικὴν ἐφαρμογὴν παρουσιασθείσης διαφορᾶς τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πεποιθήσεων ἐπὶ τῶν ἀναφυέντων κοινοβουλευτικῶν ζητημάτων. Καὶ βεβαίως, αἱ σοβαραὶ καὶ μετὰ πάσης ἀνεξαρτησίας γενόμεναι συζητήσεις εἰσὶν ἡ ζωὴ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος· δι’ αὐτῶν τὸ εὐσκιόφυλλον τῆς ἐλευθερίας δένδρον θάλλει καὶ ἀναπτύσσεται, ἐνῷ διὰ τῆς σιγῆς μαραίνεται καὶ καταπίπτει. Ἡ σύμπνοια ὅμως καὶ ἡ ἑνότης εἰς πᾶν ὅ,τι ἀπέβλεπε τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος καὶ τοῦ θρόνου οὐδέποτε διεσπάσθη, τοῦθ’ ὅπερ ἀπεικονίζει τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ὑφ’ οὗ ἐμπνέονται πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων. Μ’ ὅλην δὲ τὴν ζωηρὰν πάλην τῶν ἀνταγωνισαμένων καὶ τὰς παρατεταμένας συζητήσεις, τὰ νομοθετήματα τῆς Βουλῆς ὑπῆρξαν πολλὰ καὶ σπουδαῖα. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν πέντε μηνῶν εἰσήχθησαν, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ μὲν τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδια 83, ὑπὸ δὲ τῶν βουλευτῶν προτάσεις νόμων 117. Καὶ ἐκ μὲν τῶν νομοσχεδίων τοῦ ὑπουργείου δὲν ἔτυχον τῆς λευκῆς ὑμῶν ψήφου τρία, ἐπεψηφίσθησαν δὲ καὶ παρεπέμφθησαν πρὸς κύρωσιν 46 κατὰ τὸν ἀνὰ χεῖρας πίνακα, ὑπολείπονται δ’ ἐκκρεμῆ 37. Ἐκ δὲ τῶν προτάσεων τῶν ΚΚ βουλευτῶν ἐψηφίσθησαν πέντε, καὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 112, ἐξ ὧν αἱ πλεῖσται διέτρεξαν τὰς διατυπώσεις τοῦ κανονισμοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ληγούσῃ συνόδῳ ἐξεπλήρωσεν ἓν μέγα καὶ σοβαρὸν καθῆκον. Ἐπιληφθεῖσα μεθ’ ὅλης τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ σπουδαιότητος τῆς ἐπιτραπείσης αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναθεωρήσεως τοῦ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θεσμοῦ, ἠκύρωσε τὰ ἄρθρα 83, 84, 85 καὶ 86 τοῦ Συντάγματος, καὶ κατήργησε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας· ἡ δὲ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ βαθείᾳ Αὑτοῦ συνέσει ἀπεδέξατο τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἔγκαιρος συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις δύο προϋπολογισμῶν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, συντείνουσα εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς τε ἀναγκαίας δαπάνης καὶ τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου, παρέχουσα δὲ τὴν δέουσαν εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως εὐκολίαν, ὑπῆρξεν ἀναντιῤῥήτως ἓν ἐκ τῶν ἐμφρόνων καὶ ἀξιεπαίνων βουλευμάτων τῆς Βουλῆς. Τὸ περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου ζήτημα, ὅπερ ἀπησχόλησεν ἱκανῶς καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις ἐγένετο ἀντικείμενον ζωηρᾶς πάλης, ἐλύθη κατ’ εὐχὴν κατὰ τὴν λήγουσαν Σύνοδον. Νομοσχέδια, ἅτινα μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ ὀρθοφροσύνης παρεσκεύασεν ἡ ἐκλεχθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπή, ἀφορῶντα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑπτανήσῳ, μετ’ οὐ πολὺ εἰς νόμους καταρτισθησόμενα, θέλουν παραγάγει τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς τῆς ποθητῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου. Οἱ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην διατελέσαντες ὑπουργοὶ εἰσήγαγον πολλὰ καὶ ἄξια λόγου νομοσχέδια, ἅτινα τυπωθέντα διενεμήθησαν ἡμῖν ἐγκαίρως, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ χρόνος δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ τὰ συζητήσωμεν. Αἱ δαπάναι τῆς Βουλῆς, ὡς ἴδετε ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, προϋπελογίσθησαν μετὰ τῆς δυνατῆς οἰκονομίας, καὶ διετέθησαν μετ’ ἀκριβείας καὶ προθυμίας τὸ ἀνατεθὲν αὐτοῖς καθῆκον. Ἡ Βουλὴ ὑπηρετήθη πιστῶς καὶ μετὰ ζήλου ἀπὸ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου κατὰ τὴν πολυάσχολον ταύτην Σύνοδον. Ἐπειδὴ εἶσθε αὐτόπται μάρτυρες τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω τι περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀκριβείας, μεθ’ ὧν ἐξεπλήρωσε τὰ χρέη του ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ Κ. Μ. Παρίσης. Ἡ ἐπίπονος ἐργασία τῶν στενογράφων δὲν προάγεται, ὡς ἠλπίζετο, ἐγκαίρως εἰς φῶς, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ σκοπὸς τῆς παρ’ ἡμῖν συστάσεως τῆς στενογραφίας δὲν ἀποβαίνει, ὡς ἔδει, χρήσιμος καὶ σκόπιμος. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως ὅτι τακτοποιουμένης εἰς τὸ μέλλον τῆς ἐκτυπώσεως, ἡ ὡραία τῆς στενογραφίας τέχνη θέλει καταστῆ χρησιμωτέρα εἰς τὴν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων τοῦ μεγάλου τούτου τῆς Ἐπικρατείας Σώματος. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὡς καὶ τὰ στενογραφημένα, ἐκτυπωθησόμενα προσεχῶς, θέλουν διανεμηθῆ ὑμῖν ἐν δέοντι, τῇ φροντίδι τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου. Ταῦτα εἶχον καθῆκον, κατ’ ἔθος κοινοβουλευτικὸν, νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ὁ καιρὸς μοὶ τὸ ἐπέτρεπε. Διὰ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν μοὶ ἐχορηγήσατε, διηυκολύνατε οὐσιωδῶς τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς διευθύνσεως τῶν συζητήσεων, πολλάκις κατασταθεισῶν ζωηροτάτων. Ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς συνδρομῆς σας προσεπάθησα νὰ διατηρήσω τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐκείνην, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος ἀπόλλυσι τὴν μεγάλην αὑτῆς ἀξίαν. Βοηθούμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ζήλου τῶν ἐντίμων μελῶν τοῦ προεδρείου κατέβαλον τὰς ἐνούσας μοι δυνάμεις, ὅπως δικαιώσω τὴν ἐκλογήν Σας. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων τοιούτου Σώματος ἦν μέγα καὶ δυσανάλογον πρὸς τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις· ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειάν Σας ἐπὶ τῶν ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς μου ἐλλείψεων. Ὡσαύτως ἐξαιτοῦμαι τὴν συγγνώμην ἐκείνων, οὓς τυχὸν χάριν τῆς τάξεως τῶν συζητήσεων καὶ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ, δυσηρέστησα. Ἀποθέμενος δὲ τὴν ἐντολὴν, ἣν μοὶ ἀνεθέσατε, ἐκφράζω ὑμῖν τὴν βαθεῖάν μου εὐγνωμοσύνην διὰ τὰς εὐγενεῖς πρὸς με διαθέσεις σας, καὶ ἀποχαιρετῶν ὑμᾶς, εὔχομαι νὰ σᾶς ἴδω προσεχῶς ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ περιβόλου, ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων φιλοπατρίας ἐμπνεομένους καὶ τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν ἀγρύπνους φρουρούς.» (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα πανταχόθεν).
§253ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὰς εὐχαριστίας της εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον.
§254ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα καὶ ἐν γένει εἰς τὸ προεδρεῖον
§255Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἀναγινώσκει τὸ ἑξῆς Β. Διάταγμα.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Αʹ. Συνόδου τῆς Αʹ. Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει προσυπογράψει καὶ ἀνακοινώσει τὸ παρὸν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Ἰανουαρίου 1866.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ,
Μ. ΡΟΥΦΟΣ.
§256ΠΟΛΛΟΙ. Ζήτω ὁ Βασιλεὺς, ζήτω τὸ Ἔθνος.