1866.01.04
2.344 στίχοι · 19.296 λέξεις · 241 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101
Τῆς 4 Ἰανουαρίου 1866.
(Τρίτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως λογίζονται ὡς ἔχοντες δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Τὰ ἔτη αὐτῶν λογίζονται ὡς ἔτη χορηγοῦντα δικαιώματα πρὸς σύνταξιν.
§3ΖΩΤΟΣ. Ὑπάρχει νόμος περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι περιττὴ πᾶσα νέα προσθήκη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος διεβίβασεν ἀπόσπασμα πρακτικῶν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου Λευκάδος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράζεται ἡ ἐπιθυμία νὰ διατηρηθῇ ἐκεῖ τὸ πρωτοδικεῖον.
§7ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Τί γίνεται ἡ πρότασίς μου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι νέον πρᾶγμα· κάμετε ἰδιαιτέραν πρότασιν, ὄχι ὅμως εἰς τὰ πρακτικά.
§9ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ ὑπάρχουν 15,000 φυγόδικοι, ἐνταλματίαι καὶ ὅμως διατηρεῖται εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἄκρα ἡσυχία, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον, θὰ λάβῃ πέρας ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀμνηστείας. Ἡ σύνοδος λήγει κατ’ αὐτὰς, καὶ ἂν δὲν λάβῃ ἓν μέτρον ἡ Βουλὴ, δὲν ἐγγυῶμαι ἂν θὰ ὑπάρχῃ ἡσυχία καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὥριμος· διαρκούσης τῆς Συνελεύσεως ὑπεβλήθη πρότασις τοιαύτη, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲ ἐπανελήφθη, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη καὶ εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατὰ προτίμησιν.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι· ἀλλὰ πρέπει κατὰ τάξιν χθὲς διεκόψαμεν τὸν περὶ συντάξεων νόμον, ὁ ὁποῖος ἔχει σχέσιν μὲ τὴν τύχην τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἀφομοιώσεως· εἴμεθα εἰς τὸ προτελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου, δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἡμισείας ὥρας συζήτησις ἵνα τελειώσωμεν.
§11Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος κ’ ἐγὼ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ χθὲς διακοπεῖσα· πρέπει ὅμως μετὰ ταῦτα νὰ προβῶμεν εἰς ἕτερον νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ συμβολαιογράφων, διότι τοῦτο ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τελειώσῃ τὸ περὶ συντάξεων καὶ τότε βλέπομεν τί θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ θέματος τοῦ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου περὶ συντάξεων, θέλω σᾶς ἐνθυμήσει ἕνα ἕτερον νόμον· παρακαλῶ οὔτε νὰ μὲ κρίνετε οὔτε νὰ μὲ κατακρίνετε πρὶν μὲ ἀκούσητε καὶ τελειώσω τὸν λόγον μου. Κατὰ δυστυχίαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠρχίσαμεν νὰ κατοικῶμεν καὶ κατοικούμεθα, ὅλοι ἐλέγαμεν καὶ ἔλεγον, ὅτι μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὅλοι θ’ ἀποζημιωθῶσιν ὅσοι συνέδραμον, κατὰ δυστυχίαν ὅλοι οἱ δαπανήσαντες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ εἶμαι εἷς, δὲν ἐπήραμεν τίποτε, ἀλλὰ μερικὰ μόνον, διότι ἐνήργησαν καὶ κατὰ τὴν παροιμίαν, ἂν δὲν κλαύσῃ τὸ παιδὶ δὲν τοῦ δίδει ἡ μάνα του βυζί· ἔκλαυσάν τινες καὶ ὠφελήθησαν· καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅστις ἐντρέπεται πάντα χάνει. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μὲ ὀλίγην ἀνοχήν. Ὑπηρέτησα γερουσιαστὴς ὀλίγον χρόνον, διότι εἰς τὸ τέλος εὐηρεστήθη ὁ Βασιλεὺς νὰ μὲ διορίσῃ. Ἐγένετο τότε νόμος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι ἕκαστος γερουσιαστὴς ὀφείλει νὰ καταβάλῃ μίαν προκαταβολήν. Ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ μεταβολὴ, ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ δικαιώματί της εὐηρεστήθη νὰ καταργήσῃ τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας καὶ ἔδωκε δικαίωμα συντάξεως εἰς τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Ἐγὼ δὲν εἶχον παρὰ 2 μόνον ἔτη· ἑπομένως τὰ χρήματα τῆς προκαταβολῆς μου μένουν, διότι ἐγὼ δὲν ὑπάγομαι εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τὰ 18 ἔτη, ὅπου ἤμην ἀγωνιστὴς ὑπηρετήσας πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς, δὲν κατεδέχθην νὰ ζητήσω στρατιωτικὸν βαθμόν· ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον ὠφεληθῆ ἀπὸ τὰ 18 ἔτη· ἡ Συνέλευσις ὅμως τὰ ηὔξησεν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν δι’ ἧς θεωρεῖ τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργοῦ, ὡς ἔτη χορηγοῦντα σύνταξιν. Διωρίσθην ὑπουργὸς, ἐχάρισα τὸν πρῶτον μῆνα κατὰ τὸν νόμον καὶ κατέθεσα καὶ τὸ 5%. Μία ὅμως ἀπόφασις χθὲς μ’ ἐστέρησε τοῦ δικαιώματός μου, τοῦ νὰ λογίζεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργοῦ ὡς χρόνος πρὸς σύνταξιν. Τώρα, κύριοι, ἀποτείνομαι πρὸς σᾶς τοὺς βουλευτὰς, ὅπως ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σας ἀποφασίσητε· εἶναι δίκαιον νὰ λάβω ὅσα κατέθεσα ὡς γερουσιαστὴς καὶ ὑπουργὸς ναὶ ἢ ὄχι; Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ ἀπόφασίς σας εἰς τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεων.
§15Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Λυκοῦργος εἶναι εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα, καὶ ἡ πατρὶς ὀφείλει πολλὰ εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας αὐτήν· ὅ,τι ὅμως ὑπεστήριξε σήμερον ὁ Κ. Λυκοῦργος εἶναι ἄδικον, ὁ Κ. Λυκοῦργος ὡς ὑπηρετήσας τὴν πατρίδα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ σύνταξιν· τὸ τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀπεκρούσθη δὲν εἶν ἀληθές· ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν τὸ νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένοι καὶ οὗτοι νὰ καταθέτουν ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Ἡ Βουλὴ τὸ ἀπέῤῥιψεν, ἀλλὰ δὲν ἐξῄρεσε τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργοῦ λογίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς συντάξεως· ὁ Κ. Λυκοῦργος καὶ πᾶς τις δύναται δικαστικῶς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύνταξίν του, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμά του.
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς· εἶναι ἑρμηνεία νόμου ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χθὲς ὁ κύριος Χρηστόπουλος ἔφερε πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπολεμήσαμεν· τότε ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν λαβὼν τὸν λόγον, εἶπεν, ὅτι κύριοι, ἐπειδὴ τὰ δικαστήρια ἤδη ἀπεφάνθησαν, καὶ ἔδωκαν τοιοῦτον δικαίωμα, εἶναι ἀντίφασις μὲ τὰ δεδικασμένα καὶ πρέπει νὰ κάμητε ῥητὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ «δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ καταλογίζωσι τὸν χρόνον τῆς ὑπουργείας των εἰς τὸν χρόνον τῆς συντάξεως.» Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶπε νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι.
§18ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἔχει οὕτω· ὅτι ἐπειδὴ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διερμηνεύσῃ τὴν ἀπόφασίν των.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπουργοὺς ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὅσοι κατέθεσαν δικαιοῦνται νὰ λάβουν ὀπίσω τὰ χρήματά των;
§20Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νόμον θὰ κάμωμεν; ἂν ἔχῃ ἀπαιτήσεις ὁ Κ. Κρεστενίτης, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§21ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἔχομεν νόμον περὶ συντάξεων καὶ τὸ ἄρθρον πρῶτον πραγματεύεται ποῖοι θεωροῦνται ὑπάλληλοι καὶ ποῖοι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ὅτι εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπουργοὶ, εἶναι τόσον φανερὸν, ὥστε δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ἂν ἐθεωρεῖτο ἀμφίβολον, τὰ δικαστήρια τὸ ἔλυσαν, διότι εἶπον, οἱ ὑπουργοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται· ἑπομένως ὀφείλουν νὰ καταθέτουν τὸ μέρισμα καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα εἰς σύνταξιν. Τώρα, κύριοι, ἂν ἤρχετο μία πρότασις ἐδῶ, ἡ ὁποία νὰ ἔλεγε καταργεῖται τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νόμου τοῦ 1861 ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἐγένετο δεκτὴ, τότε οἱ ὑπουργοὶ ἀπεκλείοντο, διότι ἕνας νόμος δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸν προγενέστερον· ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις δὲν ἦλθεν, ἦλθον διάφοροι ἄλλαι προτάσεις, ἀλλ’ ἀπεῤῥίφθησαν, ἑκάστου δὲ ἡ γνώμη δὲν ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα, ὃ παραδέχεται ἡ πλειοψηφία, ἀποτελεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐγὼ ἐψηφοφόρησα κατὰ τῆς προτάσεως ὡς περιττῆς, διότι προέβλεπε περὶ πράγματος προβλεπομένου ἀπὸ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισαν τὰ δικαστήρια καὶ ἡρμήνευσαν· ἕτεροι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν σύνταξιν, διότι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι. Ποῖον ὅμως εἶναι τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ὑπάγωνται καὶ οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων, ἂν ὅμως τὴν ἀπέῤῥιψε, δὲν εἶναι ὅλοι σύμφωνοι.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν, ὅτι ἀπεῤῥίφθη.
§23ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὰ πρακτικὰ λοιπὸν δὲν συνετάχθησαν καλῶς. Τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ διαλαμβάνουν, ὅτι ὁ κύριος Χρηστόπουλος ἔφερε τὴν δεῖνα πρότασιν· ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψε. Σήμερον διερμηνεύοντες τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψασα τὴν πρότασιν, ἐνόει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, καὶ τοῦτο χάριν τῆς ἀκριβείας.
§24ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἐκ νέου τὴν Βουλήν.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἐναντίαν πρότασιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δηλ. ἀποκλείονται καὶ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τοῦτο· λοιπὸν δὲν παρεδέχθη οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὅσοι κατέφυγον ἐκ τῶν ὑπουργῶν εἰς τὰ δικαστήρια ἐδικαιώθησαν καὶ ἔλαβον σύνταξιν καταλογίσαντες τὰ ἔτη καθ’ ἃ ὑπηρέτησαν ὡς ὑπουργοί. Μὴ παραδεχθεῖσα τὴν πρότασιν ἡ Βουλὴ τί ἄλλο ἐννοεῖ ἢ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν εὑρίσκονται κατάστασιν, διότι ἄλλως ἔπρεπεν ἐν τῷ νόμῳ νὰ θέσῃ μίαν ἑρμηνείαν. Ἂν θελήσῃ εἷς ὑπουργὸς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια τί θὰ τοῦ ἀντιτάξωσι.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πλανᾶται ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Τὰ δικαστήρια θέλουν ἀποφασίσει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα συντάξεως, διότι ἠγέρθη ἡ ἀμφισβήτησις, συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, οἱ ὑπουργοὶ περιλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον ναὶ ἢ ὄχι. Τινὲς εἶπον ναὶ, τινὲς εἶπον ὄχι. Ἐγένετο ψηφοφορία καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἂν τὸ ζητήσουν δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον τῶν συντάξεων.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐξηγήθη καλῶς. Ἐγὼ ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν διασάφησιν τί πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰ χρήματά τους.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἂν τὰ πρακτικὰ δὲν ἦσαν τόσον σύμφωνα ἔπρεπε νὰ τὰ καταστήσωμεν σαφέστατα πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν· διότι ἄλλως εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος ἂν οὐχὶ πρὸς τὸ γράμμα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι πλούσιαι τάξεις, κᾀμμία διάταξις δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὥστε νὰ κάμῃ τινὰ ἰσχυρῶς νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἐξουσίαν. Ὁ συνταγματικὸς ὑπουργὸς πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ κᾀνὲν ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον νὰ τὸν κρατῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρὰ τὴν συνείδησίν του, τὰς ἀρχάς του, τὰς πεποιθήσεις του. Ὅταν ὅμως καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς τοὺς νόμους, ὅταν ὁ ὑπουργὸς ὅσῳ περισσότερον καιρὸν μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν τόσῳ πλησιέστερον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπόλαυσιν ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ, θέλει προσπαθεῖ παντὶ σθένει νὰ μένῃ εἰς αὐτήν. Τοῦτο ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὰς ἀρχαίας παραδόσεις καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἂν τὰ πρακτικὰ δὲν ἦναι τόσον σαφῆ, πρέπει νὰ τὰ καταστήσωμεν σαφέστερα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ Κ. Κρεστενίτου συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Χρηστόπουλον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κ. Λαμπρυνίδης καὶ ἄλλαι τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παυθέντες προώρω, δὲν ἐσυμπλήρωσαν τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς σύνταξιν χρόνον· καὶ ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσουν τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ὅσα κατέβαλον, διότι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ δὲν δίδει δικαίωμα πρὸς σύνταξιν καὶ ἑπομένως τὸ καταβληθὲν θὰ ἐπιστραφῇ. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ Γερουσιαστοῦ, διότι σήμερον εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γερουσιαστοῦ δὲν χρησιμεύει διὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς συντάξεως, ἐκτὸς ἂν ὁ Γερουσιαστὴς ὑπερέβη ἕνα ὡρισμένον χρόνον· ἅμα ὅμως ἕνας ὑπερετήσῃ κατωτέρω τοῦ χρόνου τούτου, ἀποκλείεται τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς γερουσιαστὰς πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτό. Μολαταῦτα νομίζω, ὅτι ἀμφότερα τὰ ζητήματα εἶναι δικαστικά.
§30ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅπως ἐπεθύμουν νὰ τὸ λύσῃ, διὰ νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγώ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ἐὰν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἔγεινεν ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἀποφάσεως ἑνιαίας, ἐὰν τουτέστιν ἢ ἐπροτάθη ἡ κατάργησίς του ἐν μέρει ἢ ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία του· διότι ἐὰν τὸ πρῶτον ἐγένετο καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 καταργεῖται ὡς πρὸς τοὺς πολλοὺς, τότε εἴμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἐὰν δὲ ἐπροτάθη μία αὐθεντικὴ ἑρμηνεία, ἐὰν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου ἐκείνου περιλαμβάνῃ καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι δὲν τοὺς περιλαμβάνει, πάλιν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ δὲν θέλομεν παραβιάσει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἠθέλαμεν εἰπεῖ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ὅτι, ἐπειδὴ συνᾴδει μὲ τὰς ἄκρας συνταγματικὰς ἀρχὰς, σεῖς δὲν πρέπει νὰ ἔχητε προσδοκίαν καὶ ἀξίωσιν νὰ λάβετε σύνταξιν. Ἐρωτῶ· ἐὰν ἡ ἀπόῤῥιψις μιᾶς προτάσεως ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτου τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 1, ἐὰν ᾖναι ἕνας νόμος καὶ μία ἀπόφασις, ἥτις νὰ φέρῃ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἐννοῶ πολὺ καλὰ νὰ γίνωνται χίλιαι προτάσεις καὶ ν’ ἀποῤῥίπτωνται, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἐναντίας ἰδέας. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν τόσον δικαίωμα νὰ ἰσχυριζώμεθα τὸ τοιοῦτον ὅσον ἐπῆλθεν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ πρόκλησις περὶ παραδοχῆς τῆς ἐναντίας ἰδέας καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ παρεδέχθη. Ἐπιθυμῶ ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ μοὶ εἴπῃ ὁποία εἶναι ἡ γνώμη του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον μένει ἀκέραιον, ὅτι ἡ ἑρμηνεία μένει κατὰ γενικὸν μόνον κανόνα εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ μοὶ ἀποδείξῃ διὰ ποῖον λόγον ὁ ὑπουργὸς, ὅστις διορίζεται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκτελῶν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ λαμβάνων δημόσιον μισθὸν, διὰ τί νὰ μὴ θεωρῆται δημόσιος ὑπάλληλος. Λοιπὸν τὰ δικαστήρια εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τὸ τοιοῦτον. Τώρα ποῖον νομοθετικὸν Σῶμα ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ἐξαιρῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς συντάξεώς του, διότι δὲν συμφέρει νὰ προσκολλᾶται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ὑπουργοῦ ἡ ἰδέα μονίμου θέσεως, ἰσοβίου, ἀλλὰ μόνον ὅτι θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ τὸ ἄρθρον 1 ὑφίσταται καὶ δὲν ἑρμηνευθῇ διὰ μιᾶς προτάσεως, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσαμεν χθὲς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, καὶ ἑπομένως δὲν θεωρῶ δυνατὸν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ Κ. Λ. Κρεστενίτης. Διὰ τοῦτο προτείνω ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἀποῤῥίψασα χθὲς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χριστοπούλου, ἠννόησεν εἴτε νὰ καταργήσῃ τὸ ά. ἄρθρον τοῦ νόμου εἴτε νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ αὐθεντικῶς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται οἱ ὑπουργοὶ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων.
§31Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι οἱ ὑπουργοὶ συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως καὶ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν καταφατικῶς, σήμερον δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία διότι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ ἐσημειώθη ῥητῶς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως. Ἑπομένως δὲν ἔχει καμμίαν χώραν ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερε σήμερον ὁ Κ. Κυπριάδης καὶ οὐδεὶς κατ’ ἐμὲ δισταγμὸς ὑπάρχει, ὅπως ἀξιόλογα ἀνέπτυξεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, ὅτι καὶ τὰ δικαστήρια θὰ παραδεχθοῦν εἰς τὸ μέλλον ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα συντάξεως. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν τὴν τοῦ Κ. Κρεστενίτου· καὶ ἐνταῦθα μετὰ λύπης δὲν θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ Κ. Δεληγιώργη, θὰ παρακολουθήσω δικαστικούς τινας κανόνας ὄχι κοινοβουλευτικούς. Κατὰ νόμον ἀρχαιότερον οἱ Γερουσιασταὶ ἐτίθεντο ὑπὸ σύνταξιν· καὶ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐκρατήθη τὸ ἀνάλογον ποσοστὸν ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως· ἦλθε κατόπιν μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐτροποποίησεν ἐκεῖνον τὸν Νόμον καὶ ἀφῄρεσεν ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα Ἐπίσης δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν τὰ δικαστήρια ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως, ἔκαμον καταβολήν τινα οἱ τότε ὑπουργοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Κ. Κρεστενίτης· ἀλλ’ ἔρχεται ἤδη μία πρότασις περὶ ἀναγνωρίσεως αὐτῶν ὡς δικαιούχων διὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἀποῤῥίπτεται· ὅ,τι ἐπληρώθη, εἶναι πληρωμένον καὶ δὲν ὑπάρχει ἐδῶ ἡ περίπτωσις τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀχρεωστήτου (θόρυβος). Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὅτι εἶχον, ἐπειδὴ σήμερον καταργεῖται, πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ, καθὼς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν οἱ Γερουσιασταί. Ἴσως εἶναι σκληρὸν, ἀλλὰ τὸ σκληρὸν τοῦτο πῶς ὁ Κύριος Κρεστενίτης δὲν τὸ ἐμέτρησε μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν καὶ διὰ τοὺς ἀπειραρίθμους ὑπαλλήλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους καί τοι καταβαλόντας τὸ ἀνάλογον ποσοστὸν, τοὺς ἔπαυσεν ὡς ὑπουργὸς χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσιν αὐτὸ ὀπίσω; Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιστραφῶσι χρήματα προπληρωμένα. Τὸ δικαστήριον εἶναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀγωγὴ ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτου ναὶ ἢ ὄχι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ Κ. Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τροπολογίαν;
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ζητῶ τίποτε.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ Βουλὴ ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα· ἂς προχωρήσωμεν.
§35ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐμείναμεν νομίζω, εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον περὶ σιδηροδρόμου· νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μανθάνω μὲ λύπην μου, ὅτι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐγένετο ἱεροσυλία τις παρὰ τῆς συγκλήτου καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τούτου· ἡ δὲ ἱεροσυλία εἶναι αὕτη· ἐνῷ προχθὲς ἐψηφίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐπαύσαμεν ὑπερόγκους μισθοὺς διὰ τοὺς ἀξιοτίμους καθηγητὰς, οἱ Κ. καθηγηταὶ συνελθόντες προχθὲς ἐν τῷ συγκλήτῳ ἀπεφάσισαν νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἐμποιήσῃ φρίκην εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ οἱ καθηγηταὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι.
§37ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει γνῶσιν· θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς πληροφορήσω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Τσιριμώκου περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν χορηγηθεισῶν συντάξεων. Ὁ Κ. Τσιριμῶκος διετύπωσεν ἄλλως τὴν τροπολογίαν του καὶ θέλει νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§39ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς Κ. Βουλευτὰς νὰ μὲ ἀκούσουν μὲ ὀλίγην ἀνοχὴν, διότι πρόκειται περὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὁπωσοῦν σπουδαῖαι. Χθὲς, κύριοι, ἀνεγνώσθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα· μία φωνὴ ἀκούσθη ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλὴν παραδεκτὴ, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Κατόπιν ὅμως ἀπὸ τὰ ἀνώτερα βάθρα τοῦ περιβόλου τούτου ἠκούσθη μία φωνὴ λέγουσα, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη. Ἐλθὼν λοιπὸν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐξήγησα τὸν σκοπὸν τῆς προτάσεώς μου. Μετὰ δὲ τοῦτο ἠγέρθη συζήτησις, ἥτις προεμηνύετο σπουδαία καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔλαβε. Παρελθὼν δὲ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ Κ. Πετιμεζᾶς μὲ ἠχηρὰν φωνὴν, ἐνόμισεν ὅτι, ἂν ἀναμίξῃ τὴν πρότασιν αὕτην μὲ ὅσας καταχρήσεις ἔλαβον ἄλλοτε χώραν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος, ὅτι θὰ ἀφομοιωθῶσι τρόπον τινὰ αὗται. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἦτο τὸ συμπέρασμα τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, διότι παρέπεμψεν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος, δηλ. εἰς τὸν τάφον τῆς αἰωνιότητος, ποτὲ νὰ μὴ ἐξελεγχθῶσιν. Ἡ πρότασίς μου, Κύριοι, ὅπως χθὲς τὴν ὑπέβαλα, εἶναι συνεπτυγμένη, ἀλλὰ τὴν συνέταξα καὶ ἀναλελυμένην καὶ ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ τὴν παραδεχθῆτε ἢ ὄχι. Καθῆκον ἰδικόν μου εἶναι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα περιέχει καὶ πῶς νομίζω νὰ ἐπανορθώσωμεν αὐτά. Σᾶς ἀναγινώσκω λοιπὸν τὴν συνεπτυγμένην πρότασιν. «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δικαιώματος τῶν μέχρι τοῦδε ἀπολαυσάντων δικαίωμα συντάξεως κτλ.» ἀλλ’ ὅμως τινὲς τῶν Κ. Βουλευτῶν μὲ συνεβούλευσαν νὰ διατυπώσω αὐτὴν καθαρώτερον καὶ ἔφθασα εἰς ἓν τοιοῦτον συμπέρασμα καὶ θὰ μὲ συγχωρήσετε νὰ τὸ ἀναγνώσω. Τώρα, κύριοι, ἡ μόνη ἀντιλογία, ἥτις παρίσταται καὶ τὴν ὁποίαν ἤκουσα ἀπό τινας νομικοὺς εἶναι, ὅτι αὐτὰ ὅλα ἠμποροῦν νὰ γίνουν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων καὶ θεωροῦν τρόπον τινὰ περιττὴν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, χθὲς ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κύριος Κυπριάδης, ὅτι ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς διεῤῥάγη, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντινομία, δὲν εἶναι καλὸν καὶ ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κανονίσωμεν καὶ τὸ ἀπεφασίσατε, εἰπόντες ὅτι καίτοι ὑπάρχει δὲν βλάπτει νὰ γίνῃ καὶ ἄλλος, ἀφοῦ ἀντινομία δὲν ὑπάρχει. Λοιπόν, τούτου οὕτως ἔχοντος, τίνα φόβον ἔχομεν ψηφίζοντες τὸν παρόντα νόμον; Ἰδοὺ ἡ πρότασις. Ἄρθρον 9. «1) Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δικαιώματος τῶν μέχρι τοῦδε ἀπολαυσάντων σύνταξιν πολιτικὴν, καὶ ἡ στέρησις ἢ ἡ ἐλάττωσις αὐτῆς, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ψευδῶς ἢ εἰκονικῶς ἢ καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου παρέστησέ τις ὡς ὑπαρκτὸν τὸ δικαίωμά του τοῦτο. 2) Τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην θέλει ἐνεργήσει ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, προϊστάμενον αὐτῆς, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. 3) Ἕκαστος πολίτης Ἕλλην δύναται δι’ ἀναφορᾶς του ὑπογεγραμμένης καὶ ἁρμοδίως βεβαιωμένης τῆς ὑπογραφῆς του, ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅτι ὡρισμένος ἄνθρωπος λαμβάνει ἀδίκως σύνταξιν κατονομάζων τὰς εἰδικά, περιστάσεις καὶ ὑποδεικνύων τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα αὐτῶν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. 4) Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐντὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς περιέλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ ὡς εἴρηται ἀναφορὰ, ὀφείλει νὰ πέμψῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ μεθ’ ὅσων ἄλλων λάβει τυχὸν πληροφοριῶν. 5) Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐντὸς πέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν συγκαλεῖ εἰς Συνεδρίασιν οὐχὶ δημοσία τὰ λοιπὰ μέλη ἵνα διασκεφθῶσι καὶ ἀποφασίσωσι ἂν τὰ ὑποδειχθέντα ἀποδεικτικὰ μέσα ἦναι ἀρκοῦντα ἢ πρέπει νὰ λάβωσι καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Καὶ ἐν τῇ πρώτη καὶ ἐν τῇ δευτέρα περιπτώσει εἰδοποιεῖται ὁ συνταξιοδοτούμενος διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου περιληπτικῶς περὶ τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ πρὸς σύνταξιν δικαιώματός του εἴτε καθόλου ἢ ἐν μέρει, διὰ νὰ παρασταθῇ, ἂν θέλῃ, αὐτοπροσώπως ἢ διὰ πληρεξουσίου του νομίμως διωρισμένου, καὶ ὑποβάλλει ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, ἐντὸς δύο τὸ πολὺ μηνῶν, τὰς ἀντιῤῥήσεις του. 6) Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήψεως τῶν ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλει αὕτη νὰ ἐκδώσῃ τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν της, ἥτις πρέπει νὰ ᾖναι ὁριστική. Ἡ ἐκτίμησις τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ ὡς εἴρηται προθεσμίαι ἐπὶ ἀπόντων εἰς οἱονδήποτε τῆς ἀλλοδαπῆς μέρος διπλασιάζονται. 7) Τὴν ὡς εἴρηται ἀπόφασίν της ἡ ἐπιτροπὴ πέμπει ταχέως εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ὅπερ ὀφείλει νὰ δημοσιεύσῃ ἅπαξ διὰ μιᾶς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδων περιληπτικῶς τὰς διατάξεις αὐτῆς. 8) Ἀφ’ ἧς ἡμέρας φθάσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου ἡ καταγγελία τοῦ ἰδιώτου ἢ τὸ ὑπουργεῖον οἴκοθεν κατηγορήσῃ ὡς πλημμελῆ σύνταξίν τινα, ἀναστέλλεται ἡ πληρωμὴ αὐτῆς, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Μετ’ αὐτὴν δὲ ἢ διαγράφεται ὁ συνταξιοδοτούμενος ἐκ τοῦ καταλόγου ἢ τροποποιεῖται αὕτη ἢ ἐὰν θεωρηθῇ ἀστήρικτος ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως αἴτησις, ἐντὸς δέκα ἀνυπερθέτως ἡμερῶν, ἐκδίδεται τὸ κατὰ νόμον ἔνταλμα τῶν ὡς ἀνωτέρω καθυστερηθεισῶν συντάξεων. 9) Ὁ ἰδιώτης ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐν τῷ ἐδαφίῳ 3 ἀναφορὰν ὑπόκειται εἰς τὰς περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως ἢ συκοφαντίας διατάξεις τοῦ Ποιν. Νόμου. 10) Ἐξαιροῦνται τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου αἱ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀποκτηθεῖσαι συντάξεις» Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι μήπως χάσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν· ἐγὼ τῷ ἀπαντῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι ἱερὸς καὶ ἂν προφυλάξωμεν τοὺς πράγματι δικαιωμένους ἀπὸ τοὺς εἰσπηδῶντας εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἀφαιροῦντας τὸν ἱδρῶτα τῶν πτωχῶν αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τοιοῦτος ᾖναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς πρόκειται νὰ χάσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν ἢ νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν ἤδη ἀπολεσθεῖσαν πίστιν; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ φόβος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου εἶναι ὄχι μόνον ἀνυπόστατος, ἀλλὰ καὶ σοφιστικός, διότι συντρέχει κατ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ. Βλέπετε ὅτι τὸ μεγαλείτερον πλεονέκτημα τῆς προτάσεώς μου εἶναι, ἐὰν ψευδῶς τις ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα· ποῖον εἶναι τὸ ψεῦδος; τὸ ψεῦδος εἶναι, ἐάν τις μετέβη παρά τινι ὁπλαρχηγῷ καὶ οὗτος εἶπεν ὅτι ὑπηρέτησε κατὰ τὸν ἀγῶνα. Πρόκειται λοιπὸν νὰ στερήσωμεν τῆς συντάξεως τὸν ψευσθέντα. Ὑποθέσατε ὅτι ἀντεποιήθη ἓν ὄνομα ἄλλο καὶ εἰσῆλθον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς συντάξεως χωρὶς νὰ ἔχω δικαίωμα. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς παρούσης διατάξεως. Ἐφοβήθη ὁ Κ. Πετιμεζᾶς μὴ τυχὸν προσβληθῇ ἡ τιμὴ κανενὸς ἐξ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν πιστοποιητικά. Καὶ ἐγὼ σέβομαι τὴν τιμὴν ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ μήπως σκοπὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι; ὄχι, διότι σᾶς ἀνέφερα αὐτὴν τὴν μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν καὶ ἐκεῖνοι ἐνδέχεται νὰ εὑρίσκοντο εἰς πραγματικὴν πλάνην καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐγένοντο οὕτω παραίτιοι ἑνὸς ἀδικήματος. Δὲν βλέπω λοιπὸν πρὸς τινα λόγον νὰ ἀντιτάσσεται πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νόμου. Τὰ δὲ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ἡ διάταξις αὕτη σᾶς εἶναι ἤδη γνωστὰ καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω· ἓν μόνον θέλω σᾶς εἴπει ὅτι αἱ ἐξασφαλιστικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὸ δεύτερον σχέδιον τῆς προτάσεώς μου μὲ κάμνουσι νὰ πιστεύω, ὅτι ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐνδεχόμεναι νὰ ἀνακαλυφθῶσι καταχρήσεις, πρέπει ὅμως οὐδὲν ἧττον νὰ προφυλάξωμεν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται ἀδίκως νὰ πάθωσι· διὰ τοῦτο ἔδωκα τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως τοῦ συνταξιοδοτουμένου ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε αὐτοπροσώπως εἴτε διὰ πληρεξουσίου ἵνα μὴ τυχὸν ἀποκλεισθῇ τὸ μέσον τῆς ὑπερασπίσεως. Φρονῶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι δὲ εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποβάλῃ πρότασιν, ἥτις ὑπόσχεταί τι καλὸν, χωρὶς νὰ φέρῃ βλάβην· ἀπόκειται δ’ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ ὄχι. Ὅ,τι κυρίως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι οἱ πράγματι συναισθανόμενοι τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον πάσχουν συνταξιοῦχοι, αἰσθανθέντες τὰ ὠφελήματα τῆς τοιαύτης προτάσεως παρετήρησαν εἴς τινας Βουλευτὰς, εἰς ἐμὲ ὄχι, ὅτι μόνον διὰ τοιαύτης τινὸς διατάξεως σώζονται. Ἡ δὲ διάταξις αὕτη παρέχει καὶ τὸ ἄλλο καλὸν, ὅτι ἕκαστος θὰ συλλογισθῇ ὅτι μεριμνᾷ τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν ψευδῆ πιστοποιητικὰ, εἰς τὸ μέλλον θὰ συναισθανθοῦν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐκδίδουν, θὰ συλλογισθοῦν μίαν ἡμέραν ὅτι ὑπάρχει σῶμα ἐξελέγξεως, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου φέρονται αἱ πράξεις των καὶ κατακρίνονται ἠθικῶς τοὐλάχιστον· καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω ὅτι κατ’ οὐδὲν προσκόπτει ἡ πρότασίς μου αὐτὴ ἢ εἰς τὰς ἀγαθὰς προσθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει. Κύριοι, ἐζήτησα ἀκόμη τὴν δημοσίευσιν διὰ μιᾶς ἐφημερίδος, διότι φρονῶ ὅτι αἱ κατηγορήσεις· κατὰ μέρος ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις, εἰς τὰ ὦτα τῶν ΚΚ. ὑπουργῶν ἔφθασαν αἱ καταχρήσεις· ἀλλὰ θὰ μοῦ ἀπαντήσουν ἀμέσως, διότι συνταράσσονται ἐνοεῖται εἰς αὐτὸ, τί ἐδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; ἓν ὀργανικὸν διάταγμα καθιέρωσε μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὀφείλει νὰ τὰ ἐξελέγξῃ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡμεῖς τυφλοῖς ὄμμασιν ἔπρεπε νὰ ἐκδίδωμεν τὰ ἐντάλματα τῆς μισθοδοσίας. Ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ὅπως περὶ τῶν ἰδικῶν των, ἐδύναντο πληροφορούμενοι τοιαῦτα ἀτοπήματα νὰ σταματήσωσιν ἕνα ἢ δύο καὶ αὐτὰ τὰ δύο παραδείγματα ἤρκουν νὰ ἐμποδίσουν τὰς λοιπὰς καταχρήσεις. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἐγένετο. Ἀπῄτησα λοιπὸν διὰ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὸ φύλλον ἐφημερίδος τοῦ ἀποτελέσματος τῶν διενέξεων τῆς ἀποφάσεως διὰ νὰ περιέρχεται εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ τὸ τοιοῦτον, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἠθικὸς περιορισμὸς εἰς τὰς πράξεις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ψεύδους, τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἀπάτης θέλουν νὰ ἀποκτήσουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Προτείνω κατὰ συνέπειαν καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πρότασίν μου αὐτὴν, τὴν ὁποίαν καταθέτω, εἴτε τὴν μίαν εἴτε τὴν ἄλλην.
§40ΛΑΠΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§41ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω, τὰ ὁποῖα εἶναι δίκαιον νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως· ἂς τελειώσωμεν πρῶτον τοῦτο καὶ ἔπειτα τὸ θέτομεν.
§43ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Εἶναι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς, προηγεῖται εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Τσιριμώκου θέλω ἐξηγήσει μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπεπλάνησαν· πρῶτον δὲν ἔχω πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὰ ἔκτακτα δικαστήρια, διότι συγκροτοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν γνωρίζουσιν οὔτε τὰ πρόσωπα οὔτε τὰ πράγματα· δεύτερον ἐρωτῶ τὸν κύριον Τσιριμῶκον νὰ μὲ εἴπῃ, ἐὰν εἰσαχθῇ μία πρᾶξις εἰς τὸ δικαστήριον αὐτὸ, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ θέλει ἀποδειχθῇ ἂν ἦναι ψευδὴς ἢ ὄχι; βεβαίως ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον παραδέχεται ὁ νόμος πρὸς ἀπόδειξιν ἢ ἐξέλεγξιν πάσης πράξεως· ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ φρονῶ ὅτι, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην ἡ Βουλὴ, θέλει περιπλέξει τὰ περιστατικὰ αὐτά· τρίτον, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος, ἥτις ἐργάζεται μετὰ μεγίστης προθυμίας καὶ ἐντὸς ὀλίγου, ἐλπίζω, θέλει φέρει εἰς πέρας τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον τῇ ἀνετέθη, καὶ τῆς ὁποίας πιστεύω ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἁρμοδιώτερος· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος διὰ τῆς προτάσεως του ἀντὶ νὰ εὐκολύνῃ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τὸ περιπλέκει ἔτι μᾶλλον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ἐναντίος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§45ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§46ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν· διότι αὐτὸ ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ μία ἐλεγκτικὴ ἐπιτροπή.
§47ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔκτακτα δικαστήρια δὲν ἐπιτρέπονται· (Θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Τσιριμώκου.
§49Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία· εἶναι πρότασις νόμου, ἑπομένως θὰ διατρέξῃ τὸν δρόμον, ὃν διαγράφει ὁ κανονισμός.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὸ ἀπαράδεκτον;
§51Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· γίνεται πρότασις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἵνα τὴν ἐξετάσῃ καὶ φέρῃ πρότασιν νόμου.
§53ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὸν κόπον, διότι βλέπω ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὄρεξιν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παραδεχθῇ, ἐγὼ δὲν ἔκαμον ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἐνόμισα ὡς καλόν, ἀφοῦ δὲν ἔχετε τὴν διάθεσιν, τὴν ἀποσύρω.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀποσύρετε· τὴν υἱοθετῶ ἐγώ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ ὡς πρότασις νόμου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως θὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ὁ Κύριος Λαμπρυνίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ὑπάγονται καὶ οἱ στενογράφοι καὶ ὁ διορθωτὴς τῶν ἐντύπων.»
§56ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι, ὑπάρχει ἕνας νόμος, ὅς τις ἀπονέμει δικαίωμα συντάξεως εἴς τινας τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τότε, ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος, δὲν ὑπῆρχον οἱ στενογράφοι, πρέπει νὰ τοὺς συμπεριλάβωμεν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λαμπρυνίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§58ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 9 (6 τοῦ νομοσχεδίου.) Ἡ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ΧΝΒʹ. νόμου χορήγησις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὁρίζεται εἰς δραχμὰς ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας.» Ὁ Κύριος Σέρβος ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἔχουσα οὕτως· «Ἡ σύνταξις ὁρίζεται κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀνωτέρων μισθῶν καὶ τῶν ἐπιμισθίων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐπὶ 4 τοὐλάχιστον ἔτη διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας.»
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο ἀνοίγει τὸν δρόμον εἰς τὰς μεγαλειτέρας καταχρήσεις· διότι ἠμποροῦν διὰ μίαν ἡμέραν νὰ κάμουν τινὰ πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τότε οὗτος κατὰ τὸν μέσον ὅρον λαμβάνει καὶ ἀνωτέραν σύνταξιν.
§61ΣΕΡΒΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἑλληνικὸν ὁρίζεται ἡ σύνταξις κατὰ τὸν μέσον ὅρον πρὶν τῆς τελευταίας τετραετίας· διατί; διότι ὑποτίθεται, ὅτι βαθμηδὸν ὁ ὑπάλληλος προάγεται καὶ ἐπομένως τοῦ χορηγεῖ δικαίωμα καὶ σύνταξιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ὃν ἀπήλαυσεν ἐν τῇ τετραετίᾳ· ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ εὐεργετηθῇ ὁ ὑπάλληλος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ὁ ἑλληνικὸς ἔλαβε τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ ὑποτίθεται ὅτι ὁ ὑπάλληλος θὰ λαμβάνῃ τὸν ἀνώτερον μισθόν· ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι εἷς ὑπάλληλος ἔλαβε τὴν κακὴν τύχην ἔπειτα ἀπὸ 10 ἔτη τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ ὁποῖα ἐτέλεσεν ἀρκετὰς καταβολὰς νὰ ὑποβιβασθῇ καὶ νὰ διορισθῇ εἰς μικροτέραν θέσιν καὶ νὰ λαμβάνῃ 150 δραχμὰς ἀντὶ 300, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε πρότερον, θὰ λογαριάσουν τὴν σύνταξιν ἐπὶ τῶν 150 δραχμῶν· εἶναι τοῦτο δίκαιον; εἶναι τοῦτο λογικόν; τὸ λογικὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν μισθῶν τῶν 4 τελευταίων ἐτῶν, ἀλλ’ ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν, καθ’ ἃ ὁ ὑπάλληλος ἐλάμβανε τὸν ἀνώτερον μισθόν, ἀδιάφορον ἂν ἡ τετραετία ᾖναι ἡ τελευταία ἢ ἐν τῷ μέσῳ, φθάνει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν κανόνα, ὅτι θέλομεν νὰ εὐεργετήσωμεν τὸν ὑπάλληλον καὶ νὰ τοῦ χορηγήσωμεν τὴν σύνταξιν ἐκ τοῦ ἀνωτέρου μισθοῦ τῆς ὑπηρεσίας· ἂν ἡ τετραετία ᾖναι εἰς τὸ τέλος ἢ ἐν τῷ μέσῳ, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδιάφορον· ὁ κανὼν εἶναι ὅτι θὰ λάβωμεν μίαν τετραετίαν ὄχι περισσότερον ὄχι ὀλιγώτερον. Τοῦτο ὅμως συμβιβάζει πολὺ καὶ τὰς ἀδικίας αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωσι, διότι ἂν ὁ ὑπάλληλος προβιβασθῇ, καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ ἐὰν διὰ μίαν ἀδικίαν, ἥτις ἐγένετο εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὅστις ἔπειτα ἀπὸ 16 χρόνων ὑπηρεσίαν καταβιβάζεται, καὶ αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ σταθῇ διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν 16 ἐτῶν, ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, εἶναι δίκαιον τώρα νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του κατὰ τὰ 4 ἔτη καθ’ ἃ ὑπέστη καταβιβασμόν; δὲν φθάνει μόνον ὅτι ἠδικήθη, διότι ἐλαττώθη ὁ μισθός του, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ βλέπῃ τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν αὐτὴν τύχην, νὰ λαμβάνουν ἀνωτέραν σύνταξιν; Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τῆς τροπολογίας τῆς ἀδελφῆς μου εἶναι πολὺ ὀρθοτέρα καὶ λογικωτέρα ἀπὸ ἐκείνην τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου. Ἡ διάταξις ἔχει οὕτω· «ἡ σύνταξις ὁρίζεται κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀνωτέρων μισθῶν καὶ τῶν διαρκῶν ἐπιμισθίων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐπὶ 4 τοὐλάχιστον ἔτη διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας.» Ἀντὶ τοῦ «διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας» ὁ νόμος λέγει «κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.»
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ὁ ἑλληνικὸς νόμος εἰς τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λευκάδος εἶναι ἀσυγκρίτως εὐεργετικώτερος πρὸς τὸν ὑπάλληλον· διότι κατὰ τὸν Ἑπτανησιακὸν νόμον ὡς βάσις τοῦ ποσοῦ, ἐφ’ οὗ καταβάλλεται ἡ σύνταξις, λαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν μισθῶν τοὺς ὁποίους ἔλαβεν ὁ ὑπάλληλος ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁ μέσος ὅρος ὅλου τοῦ ποσοῦ εἶναι τὸ μέσον τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει ὅπως κανονισθῇ ἡ σύνταξις, ἐνῷ κατὰ τὸν ἑλληνικὸν νόμον δὲν λαμβάνονται ὅλοι οἱ μισθοί, ἀλλὰ μόνον τῆς τελευταίας τετραετίας, οἵτινες κατὰ γενικὸν κανόνα εἶναι οἱ μεγαλείτεροι, ὥστε ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ μὴ γίνουν ἀδικίαι πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑπτανήσου διότι κατὰ τοῦτο τοὺς ὠφελεῖ, ἀλλὰ θέλει νὰ ὠφελήσῃ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔτι πλέον· τώρα εἶναι τοῦτο σύμφωνον πρὸς ὁλόκληρον τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει διπλοῦν σκοπόν, πρῶτον τὴν συγχώνευσιν τῶν ταμείων καὶ δεύτερον νὰ σώσῃ τὸ ταμεῖον τὸ ἑλληνικὸν ἀπὸ τὸν ἐπαπειλοῦντα αὐτὸ κίνδυνον τῆς χρεωκοπίας. Ὅταν προσβάλλωμεν κεκτημένα δικαιώματα ὑπαλλήλων ὑποχρεοῦντες αὐτοὺς εἰς πληρωμὴν καὶ κράτησιν, ἀπέναντι ἑνὸς χρέους τὸ ὁποῖον πληρόνεται, πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως· εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος προαγορεύσας· τοῦτο λέγει ὅτι εἶναι δίκαιον, καὶ δίκαιον ὅμως ἂν ἦτο, δὲν εἶναι σήμερον ἡ περίστασις νὰ τὸ πράξωμεν διότι πρόκειται περὶ σωτηρίας τοῦ ταμείου. Ὁ νόμος τοῦ 1861 προσδιώρισεν ὡς βάσιν τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων ἓν ποσὸν τῶν ἀνωτέρων μισθῶν, ὥστε ὁ ἀποκτήσας δικαίωμα συντάξεως ὑπάλληλος κατ’ αὐτὸν τὸν κανόνα νὰ ῥυθμίζῃ τὴν σύνταξίν του· διότι ἠθέλησεν ὥστε ὁ ἀδικηθεὶς εἴτε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ὑπηρέτησε ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀφοῦ ἐξέλθῃ τῆς ὑπηρεσίας νὰ μὴ εὑρίσκεται ἄνευ τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως ἂν καὶ δυσαναλόγων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλως τε θὰ ἐλάμβανε κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σέρβου, ἂν ὁ ὑπάλληλος διετέλει κατ’ ἀρχὰς εἰς θέσιν μὲ μεγαλείτερον μισθὸν καὶ κατόπιν εἰς ἄλλην θέσιν μὲ μικρότερον μισθόν. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ ἑξῆς ὁ μισθὸς νὰ ᾖναι διάφορος, τουτέστι κατόπιν νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰς τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων· πῶς εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν μία μισθοδοσία, ἥτις δίδεται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁλόκληρον τὸ σύστημα εἶναι μεγαλείτερον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις; πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, διότι βεβαίως θέλουσι παρουσιασθῇ τοιαῦται περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸ σύστημα τῆς μισθοδοσίας ἐλαττοῦται, καθὼς καὶ ἠλαττώθη.
§63Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ Λευκάδος. Ὁ νόμος κανονίσας ὅτι λαμβάνονται τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, δὲν ὡρμήθη βεβαίως ἀπὸ τὴν ἰδέαν ἣν ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἀλλὰ διότι, ἐνόησεν ὁ νομοθέτης ὅτι τὸν ὑπάλληλον θέλει παρακολουθεῖ μία πρόοδος καὶ διὰ τοῦτο εἶπε τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, αὐτὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος καταβιβασθῇ, ὑποβιβασθῇ, τότε θὰ δώσητε εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου, ἐὰν ἕνεκα ἀνικανότητος ὑπεβιβάσθη; ὄχι βεβαίως· διότι πλειστάκις ὁ ὑπουργὸς εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ὑποβιβάσῃ ὑπαλλήλους τινὰς ἕνεκα ἀνικανότητος καὶ ἄλλων ἐξίσου δικαίων λόγων· ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὰ μεσαῖα ἔτη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σέρβου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἴσως ἐννοεῖ ἄλλο ὁ κύριος Σέρβος, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον οἱ μισθοὶ ἦσαν πολὺ μεγάλοι καὶ θέλουν αὐτοὶ νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν νὰ λάβουν τὴν σύνταξιν τῶν κατ’ ἐκείνους τοὺς μισθούς· ἂν σκοπεύουν τοῦτο, ἂς φέρουν μερικὴν πρότασιν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑπτανήσου.
§64ΣΕΡΒΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ Κ. προαγορεύσαντος δὲν εἶναι ὀρθαὶ, διότι ἡ σύνταξις κατὰ τὴν ἰδικήν μου πρότασιν ὁρίζεται ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ, ἑπομένως ἐὰν αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἐναντία πρότασις δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόστασιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σέρβου, ἔχουσαν οὕτως. «Ἡ σύνταξις ὁρίζεται κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀνωτέρων μισθῶν καὶ τῶν διαρκῶν ἐπιμισθίων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐπὶ 4 τοὐλάχιστον ἔτη διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀκτὼ βουλευταί). Ἀπεῤῥίφθη — Ἔννατον ἄρθρον (ἀναγινώσκεται).
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ· Κύριοι· ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι τὸ ταμεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ μεγαλειτέρας βοηθείας.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὑποβάλλεται εἰς πολλὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ, διότι εἶναι ὑποχρεωμένον ὄχι μόνον νὰ πληρόνῃ σύνταξιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετήσαντας μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν ἀγῶνα, ἑπομένως ποσὸν ὑπερτεροῦν τὰς 200,000 δραχμὰς δίδεται εἰς βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ δίδεται. Συνεπεία λοιπὸν τῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς ἣν ὑποβάλλεται, τοῦ νὰ ὑπόκηται εἰς βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ εἶναι δίκαιον νὰ συνεισφέρῃ τὸ δημόσιον ὅπως δυνηθῇ τὸ ταμεῖον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἢ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς αὐτὸ ἂς χρησιμεύσῃ διὰ τοὺς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρετήσαντας.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θεωρῶ ὅλως διόλου ἀνίσχυρον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, διότι αὐτὸ τρέφει πολλοὺς ἀγωνιστάς· τὸ πολὺ ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ, ἂν καὶ ὁ ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος, ἐὰν τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν καὶ δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ καὶ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, τότε συναινῶ καὶ ἐγὼ νὰ προστεθῶσιν αἱ 50,000 δραχμαί· ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀδυναμίαν καὶ οὐχὶ εἰς μίαν σύνταξιν ἢ βοήθειαν διαρκῆ.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν ἐγὼ τὸ ὑποστηρίζω μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ηὔξησαν οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 δὲν ἐσημειώθη παρὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαλείψῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, καὶ ἐὰν ἴδωμεν ὅτι δὲν δύναται τὸ ταμεῖον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας του, τότε φέρομεν μίαν νέαν πρότασιν.
§71ΣΕΡΒΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο ὅτι ὁ ὅρος τῶν 25 ἐτῶν περιωρίσθη εἰς 20.
§72ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τῶν μεταγενεστέρων διὰ νὰ κάμουν λόγον διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς ἐκείνους. Ἐκεῖνοι μᾶς ἤνοιξαν τὰ βουλευτήρια καὶ τὰ δικαστήρια, καὶ διότι ἡμεῖς πληρώνομεν ἓν ποσὸν μικρὸν δι’ αὐτοὺς, πρέπει νὰ τὸ κτυπῶμεν; ἰδοὺ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πληρώνει 100 χιλιάδας, ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς, Κ. Πρόεδρε, θὰ πλουτήσῃ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, καὶ δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ νέας πιστώσεις, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργός.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 9 ἢ κατὰ τὸ σχέδιον 6 ἔχον οὕτω· «Ἄρθρ. 6. Ἡ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ΧΝΒʹ. Νόμου χορήγησις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ὁρίζεται εἰς δρ. 150,000» Προτείνεται ἡ ἀπάλειψις ἐκ μέρους τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν· ἑπομένως ἀπαλείφεται. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον, ἔχον οὕτω. «Ἄρθρον 1. Τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1857 Γʹ. Νόμου τοῦ ΙΑʹ. Κοινοβουλίου συσταθὲν ἐν Ἑπτανήσῳ ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 3 Αὐγούστου 1861 ΧΝΒʹ. Νόμου συσταθὲν τοιοῦτον τῶν πολιτικῶν συντάξεων συγχωνεύονται. Αἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπηρεσίαι αἱ ἄχρι τοῦδε διεπόμεναι ὑπὸ τοῦ πρώτου Νόμου ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ΡΝΒʹ. Νόμου. Ἄρθρον 2. Οἱ μέχρι τοῦδε ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως κατὰ τὸν ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1857 Νόμον καὶ ἐκτὸς ὑπηρεσίας διατελοῦντες, κανονίζουσι κατ’ αὐτὸν τὰς συντάξεις των. Δύνανται ὡσαύτως νὰ κανονίσωσι κατ’ αὐτὸν τὰς συντάξεις των καὶ ὅσοι τῶν ὑπαλλήλων τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας διατελοῦσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ τοῦ Βασιλείου· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θέλουσι λογισθῆ εἰς προσδιορισμὸν τῶν συντάξεων των. Ἡ ἀναγνώρισις τῶν συντάξεων κατὰ τὰς περιπτώσεις τοῦ παρόντος ἄρθρου θέλει γίνεσθαι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧΝΒʹ. Νόμου καὶ τῶν ἑπομένων σχετικῶν. Ἄρθρον 3. Οἱ κατὰ τὸν ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1857 Νόμον ἀπολαμβάνοντες καὶ οἱ κατὰ τὸ ἐδάφιον 1 του ἄρθρου 2 τοῦ παρόντος Νόμου ἀπολαύσοντες σύνταξιν δὲν δικαιοῦνται νὰ αἰτήσωσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ΧΝΒʹ Νόμου, εἰμὴ μόνον ἐὰν διορισθῶσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ὑποβάλλουσαν αὐτοὺς εἰς κρατήσεις ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν συντάξεων καὶ διατελέσωσιν ἐν αὐτῇ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος. Ἄρθρον 4. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1857 Ἰονίου νόμου τασσομένη πενταετὴς προθεσμία καταργεῖται. Ἄρθρον 5 Οἱ μὴ ὑποβληθέντες εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ ΧΝΒʹ. νόμου ἐπιβαλλομένας κρατήσεις ὑπάλληλοι οἱ δυνάμει αὐτοῦ συνταξιοῦχοι καὶ οἱ ὑπαγόμενοι μὲν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1858 Ἰονίου νόμου, ἀλλὰ μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὸ ἄρθρον 5 αὐτοῦ περὶ καταβολῆς διὰ τὰς προηγουμένας ὑπηρεσίας των, ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων διὰ τὰς μὴ ὑπαχθείσας εἰς κράτησιν ὑπηρεσίας των ἁπάσας τὰς ἐπιβαλλομένας κρατήσεις, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτάς. Τὸ χρέος τοῦτο ἐξοφλεῖται δι’ ἐπιβαλλομένης κρατήσεως 5% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν ὑπηρεσία διατελούντων, 10% δὲ ἐπὶ τῶν κατωτέρων τῶν 100 δραχμῶν συντάξεων, καὶ 15% ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων τοῦ ποσοῦ τούτου· θεωρεῖται δὲ ὁλοσχερῶς ἐξωφλημένον, ἅμα ἐκλείψῃ τὸ πρόσωπον τὸ δικαιούμενον εἰς μισθὸν ἢ σύνταξιν. Ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τοῦ κατ’ ἀναλογίαν προσδιορισμοῦ τῶν μισθῶν (ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γενήσονται αἱ κρατήσεις) ἐφ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπῆρχον ὡρισμένοι διὰ νόμου τοιοῦτοι, κανονισθήσεται διὰ Β. διατάγματος. Ἄρθρον 6. Δικαίωμα εἰς σύνταξιν ἔχουσι καὶ οἱ μετὰ εἴκοσι ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι ἀπολυόμενοι, καίτοι μὴ συμπληρώσαντες τὸ 60 ἔτος τῆς ἡλικίας των· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ σύνταξις συνίσταται εἰς τὰ 20/50 τοῦ μέσου ὅρου· μετὰ εἴκοσι δ’ ἐτῶν ὑπηρεσίαν δι’ ἕκαστον ἔτος αὐξάνει ἡ σύνταξις καθ’ ἓν πεντηκοστόν. Αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐν ὑπηρεσίᾳ ἀποβιωσάντων, δεκαπενταετῆ δὲ ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Βασιλείας συμπληρωσάντων δημοσίων ὑπαλλήλων, δικαιοῦνται εἰς σύνταξιν ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τῶν συζύγων ἢ πατέρων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧΝΒʹ νόμου. Ἄρθρον 7. Ὁ ἐπὶ του ἀγῶνος ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἵτινες μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Βασιλείας διετέλεσαν ἢ διατελοῦν εἰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας, διωρίσθησαν δὲ συγχρόνως καὶ εἰς τὴν Β. Φάλαγγα, ἀλλὰ δὲν ἐπροικοδοτήθησαν, ἔχουσι δικαίωμα εἰς πολιτικὴν σύνταξιν, ἐὰν ἡ περὶ τοῦ ἀγῶνος στρατιωτικὴ ὑπηρεσία των, ἑνουμένη μετὰ τῆς πολιτικῆς, ἀποτελῇ τὸ παρὰ τοῦ Νόμου χρονικὸν ἀπαιτούμενον διάστημα· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβάλλονται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὰς κρατήσεις, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον τοῦ παρόντος Νόμου· λαμβάνουσι δὲ παρὰ μὲν τοῦ Δημοσίου ταμείου τὸν μισθόν των, παρὰ δὲ τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων μόνον τὸ ποσόν, καθ’ ὅ ἡ σύνταξις ὑπερβαίνει τυχὸν τὸν μισθόν. Ἄρθρον 8 Ἡ θέσις τοῦ Βιβλιοφύλακος τῆς Βουλῆς, ἰσόβαθμος πρὸς τὴν τοῦ Τμηματάρχου βʹ. τάξεως, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς Νόμου ΨΜΘʹ. τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1862, συνδυαζομένας μετὰ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος Νόμου.»
§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, χθὲς διακοπτόμενος ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Κ. Κονταράτον, ἀπηύθυνα λέξεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἤθελον νὰ προφερθῶσι, καθόσον ἐκτιμῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ ἀνακαλῶν τὸ μέρος αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γείνῃ μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§77ΑΧΟΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ κτημάτων.
§78ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, εἴπομεν νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ἀμνηστείας.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ νόμος περὶ ἐπιβολῆς φόρων διὰ προκυμαίας νὰ συζητηθῇ.
§80ΣΚΑΛΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις καὶ εἶναι τρίτη φορὰ, σᾶς παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ τὸ τοῦ ἡμιτάγματος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ποῖον θέλει νὰ προτιμήσῃ.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει εἷς ἄνθρωπος εἰς τὸ ἔσχατον πτωχὸς, καὶ ἡ πτωχεία του κάμνει τιμὴν καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν πατρίδα του· διὰ τοῦτο δημοσίως τὴν ἀνακηρύττω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τῷ κάμνει τιμήν· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὁ συνάδελφός μας Κ. Λειβαδᾶς, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τὴν περιουσίαν του ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἡ Βουλὴ ὅλη νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ ἓν νομοσχέδιον συντάξεως ὑπὲρ αὐτοῦ.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως παραδέχεται τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου;
§85ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ συζητήσῃ....
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεφάσισε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ περὶ κτημάτων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§89ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ τακτικὴ συζήτησις καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ποῖον ἀντικείμενον θέλει νὰ προτάξῃ.
§90Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ὅλοι ἔχουν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως Χθὲς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Θεοχάρη.
§92ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§93ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ διὰ τρίτην φορὰν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Θεοχάρη παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν ἐγείρονται πολλοί) Καθήσατε· θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως, διότι ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ σήμερον κατὰ προτίμησιν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν· ἑπομένως συζητεῖται. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον 1. Ἀναγνωρίζονται οἱ τίτλοι τῶν μέχρι τοῦδε κατόχων τῶν κατὰ τὸ 1826 ἐπὶ δημοπρασίας τῇ ἀποφάσει τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν κτημάτων πρὸς διάσωσιν τοῦ κινδυνεύοντος Μεσολογγίου κειμένων εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας καὶ Ἀργολίδος. Ἀθῆναι 20 Δεκεμβρίου 1865.
Ὁ Βουλευτὴς Σπετσῶν
Δ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§96ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρὶν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω ἐν ἐκτάσει πρὸς αὐτὴν ὅλα τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν διὰ νὰ γνωρίσῃ τί συνέβη, καὶ ἑπομένως ἐπιφέρῃ ἐν συνειδήσει καὶ ἐν πεποιθήσει τὴν ψῆφόν της. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικήθη συνταγματικῶς. Εἰς τὰ 1823 συνετάχθη τὸ πρῶτον πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο προσωρινὸν πολίτευμα, καὶ ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τὸ ὄνομα Νόμος τῆς Ἐπιδαύρου· αὐτὸ δὲ ἐπεκυρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ μεσοῦντος Ἀπριλίου 1823 ψηφίσματος τῆς ἐν Ἄστρει δευτέρας ἐθνικῆς συνελεύσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ νόμου τούτου, τὸ βουλευτικὸν σῶμα εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ περὶ δανείου καὶ περὶ ἐκποιήσεως μέρους ἐξ ἁπάντων τῶν ἐθνικῶν κτημάτων ἀναλόγως μὲ τὴν χρείαν. Ἡ διάταξις αὕτη, καθὼς βλέπετε, εἶναι γενικὴ καὶ ἀπόλυτος. Ἀρκεῖ εἰς τὸ βουλευτικὸν σῶμα νὰ ἐνεργῇ ἐκποιήσεις οἱουδήποτε μέρους τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, ὅταν ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπικυρώσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἡ ἰδία συνέλευσις ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1823 ἐπεξηγηματικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει ὅτι ἡ διοίκησις δὲν ἠδύνατο νὰ πωλῇ ἢ ἐπὶ οὐδεμιᾷ περιστάσει ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ κτήματα ἄλλα, εἰμὴ ἐργαστήρια, ὀσπήτια, οἰκόπεδα, μύλους, ἐλαιοτριβεῖα καὶ ἄλλα τινὰ φθαρτὰ κτήματα. Αὐτὸν τὸν περιορισμὸν ἔθεσεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκποιῇ τὰ φθαρτὰ κτήματα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1825, ὅτε τῳόντι ἐπολιορκεῖτο τὸ Μεσολόγγι, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος εὑρέθη στενοχωρημένη ἀπὸ χρήματα· τότε λοιπὸν ἀπεφάσισε νὰ πωλήσῃ ἐθνικὰ κτήματα καὶ ἐξέδωκεν ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισε νὰ πωλήσῃ διάφορα φθαρτὰ κτήματα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδεν, ὅτι ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ πάρῃ ὅσα τῆς ἐχρειάζοντο, ἐξέδωκε κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1826 νόμον διὰ τοῦ ὁποίου στηριζομένη εἰς τὸ πρῶτον ψήφισμα τῆς ἐν Ἄστρει Συνελεύσεως καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἐπεξηγηματικὸν, τοῦ ὁποίου δὲν ἔκαμε παντελῶς μνείαν, ἐπέτρεψε νὰ ἐκποιηθοῦν μερικαὶ γαῖαι, δηλ. ἀφύτευτα κτήματα, κατὰ παράβασιν τοῦ ἐπεξηγηματικοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρωθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ τιμήματος εἰς μετρητὰ καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως πληρωτέας ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον, καὶ ἀνέθεσε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ψηφίσματος τούτου εἰς ἑπταμελῆ ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας διωρίσθησαν μέλη οἱ κύριοι....
§98ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. ὑπουργὲ, νόμος εἶναι αὐτός;
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νόμος τοῦ βουλευτικοῦ, ὄχι τῆς συνελεύσεως.
§100ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν νόμους;
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἐνόσῳ συνεμορφοῦτο μὲ τὸν νόμον τῆς Ἐπιδαύρου. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἡ συστηθεῖσα ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν, ἐκτὸς πολλῶν φθαρτῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπώλησεν εἰς διαφόρους, ἐπώλησε καὶ διάφορα μικρὰ τεμάχια ἐθνικῆς γῆς ἀφυτεύτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπώλησε καὶ ὀκτὼ ἐθνικὰ χωρία μετὰ τῆς περιοχῆς καὶ τῶν οἰκιῶν, τὰ ὁποῖα χωρία ἀπὸ τουρκοκρατίας ἀπήρτιζον ἀκέραια ὑποστατικὰ ἢ τσιφλίκια. Τὰ χωρία ταῦτα ἦσαν τὰ Ἴρια ἢ Ἀπάθεια, τὸ Ἀβδήμπεη, τὸ Δαμαλᾶ, τὸ Κυβέριον, ἡ Κανδία, ἡ Κοκκινιὰ καὶ τὰ Μαζώματα. Αὐτὰ ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν καὶ κατακυρώθησαν εἰς διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅστις θέλει νὰ μάθῃ ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἴδῃ εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κρατῶ εἰς χεῖράς μου. Ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἀγοραστῶν αὐτῶν τὸ ὑπουργεῖον τῆς Οἰκονομίας ἐξέδωκεν, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τῆς τότε ἐπιτροπῆς, τακτικὰ πωλητήρια ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὐθημερὸν ἐπεκύρωσε τὸ ἐκτελεστικὸν σῶμα καὶ τοιουτοτρόπως περιῆλθον αὐτὰ τὰ κτήματα εἰς τὴν ἐξουσίαν των. Ὕστερον ὅμως ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας συνεκροτήθη ἐν Ἐπιδαύρῳ ἡ τρίτη ἐθνικὴ Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνεργηθέντα ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν σῶμα ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1826 ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου κατήργησε τὸν νόμον τοῦ βουλευτικοῦ, ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ἐπεξηγητικὸν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἠκύρωσεν ὅλας τὰς ἐκποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί διαλαμβάνει τὸ ψήφισμα τοῦτο· «Ἡ ἐθνικὴ δευτέρα τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις θεωρήσασα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 32 ψήφισμα τῆς ἐν Ἄστρει ἐθνικῆς συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν ἐκποίησιν τῆς ἐθνικῆς γῆς, θεωρήσασα τὸν ὑπ’ ἀριθ. 53 νόμον τῆς τρίτης Φεβρουαρίου ἀντικείμενον εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 32 ψήφισμα, ψηφίζει· πρῶτον ὁ νόμος αὐτὸς παύει εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνεργηθῇ· δεύτερον ἡ ὡς ἐδῶ ἐκποίησις τῶν ὅσα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 32 ψήφισμα τῆς ἐν Ἄστρει ἐθνικῆς δευτέρας Συνελεύσεως ἀπαγορεύει ἀκυροῦται καὶ τὰ ἐκποιηθέντα μένουν πάλιν ἐθνικά. Τρίτον ἡ διοίκησις χρεωστεῖ ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀγοραστὰς μὲ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς δοθείσης τιμῆς. Τέταρτον τὸ παρὸν ψήφισμα νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸν Κώδηκα καὶ νὰ δημοσιευθῇ.» Αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἐξέδωκεν ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσις συνελθοῦσα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἀκολούθως δὲ ἡ ἰδία Συνέλευσις μεταβᾶσα εἰς τὴν Τροιζῆνα ἐξέδωκεν ἕτερον ψήφισμα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 5 Μαΐου 1827 διὰ τοῦ ὁποίου καὶ αὕτη ἐπαναλαμβάνει νὰ κηρύξῃ ἐπίσης ἀκύρους ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκποιήσεις, ὡς γενομένας ἐναντίον τῶν ὅρων καὶ τῶν νομίμων διατυπώσεων, καὶ διατάττει ν’ ἀποδώσουν οἱ ἀγορασταὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἀπήλαυσαν, ἀφαιρουμένων τῶν νομίμων ἐξόδων. Αὗται εἶναι αἱ ἀποφάσεις..................
§102ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πότε ἔγεινε τὸ ψήφισμα αὐτό;
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 5 Μαΐου 1827.
§104ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ Συνέλευσις.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη, ἔστω. — Ἰδοὺ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη. (Ἀναγινώσκει τὸ ψήφισμα). Ἀριθ. ΚΔʹ. Ἡ Ἐθνικὴ Γʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Θεωροῦσα ὅτι εἰς τὴν ἐπὶ δημοπρασίας ἐκποίησιν τῶν εἰς φθορὰν ὑποκειμένων ἐθνικῶν κτημάτων, ἠκολούθησαν καὶ καταχρήσεις πρὸς βλάβην οὐ τὴν τυχοῦσαν τοῦ ἐθνικοῦ ταμείου. Ψηφίζει ά.) Αἱ ἐκποιήσεις τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, οἷον ὀσπητίων, ἐργαστηρίων, μύλων, ἐρειπίων καὶ λοιπῶν, ὅσαι ἔγειναν ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῶν διατυπώσεων τῆς διοικήσεως, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς Αʹ. περιόδου ἄχρι τέλους τῆς Γʹ. ἀκυροῦνται καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν. βʹ.) Ὅσοι ἀγοράσαντες παρανόμως ἐθνικὰ κτήματα, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπροσπορίσθησαν ὁποιανδήποτε πρόσοδον ἀφ’ ὅτου τὰ ἔλαβον εἰς τὴν ἐξουσίαν των, ἀφαιρούμενοι τὰ κτήματα ταῦτα, ὀφείλουν ν’ ἀποδώσουν καὶ τὴν ἐκ τούτων πρόσοδον εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον, ἐξαιρουμένων τῶν νομίμων ἐξόδων των. γʹ.) Οἱ τοιοῦτοι θέλουν ἀποζημιωθῆ διὰ τοῦ ἀντιτίμου λαμβάνοντες, ὅ,τι ἔδωσαν εἰς πληρωμὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐὰν ἐπλήρωσαν δὲ καὶ χρήματα, νὰ λαμβάνωσι τὴν ἴσην ποσότητα ὁμοῦ καὶ τὸν νόμιμον αὐτῶν τόκον. δʹ.) Τὸ παρὸν ψήφισμα νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸν κώδικα τῶν ψηφισμάτων καὶ νὰ δημοσιευθῇ διὰ τοῦ τύπου. Ἐξεδόθη ἐν Τροιζῆνι τὴν 5 Μαΐου 1827.
Ὁ Πρόεδρος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ.
Ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνελεύσεως Ν. Σπηλιάδης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ Συνελεύσεις αἱ ὁποῖαι συνεκροτήθησαν μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὸ αὐτὸ καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἐκήρυξαν ἀκύρους αὐτὰς τὰς ἐκποιήσεις. Ἀλλὰ τὰ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων αὐτῶν ἔμειναν ἀνεκτέλεστα· κανεὶς δὲν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, καὶ οἱ ἀγορασταὶ ἐξηκολούθουν νὰ νέμωνται τὰ κτήματα αὐτά. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς βασιλείας ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως ὅλαι αἱ ἐκποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἐξετασθῶσιν ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ἐπικυρωθῶσιν, ἐὰν εὑρίσκοντο διεξαχθεῖσαι συμφώνως μὲ τὰς νομίμους διατυπώσεις.
§106ΚΟΡΙΖΗΣ. Τί ἔπραξεν ὁ Κυβερνήτης ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, δὲν εὗρον τίποτε περὶ Κυβερνήτου εἰς τὰ ἔγγραφα.
§108ΚΟΡΙΖΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τὰ ἔγγραφα καὶ πρέπει νὰ ἔλθουν ὅλα.
§109ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξέδωκε λοιπὸν τὸ ἀπὸ 30 Μαρτίου 1835 Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλοῦντο ὅλοι οἱ ἀγοράσαντες ἢ ὁπωσδήποτε ἀποκτήσαντες ἐθνικὰ κτήματα ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ βασιλέως, νὰ ὑποβάλωσι τοὺς τίτλους των εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ ἐξελέγξῃ τὰς γενομένας ἐκποιήσεις ἢ παραχωρήσεις καὶ νὰ ἐκδώσῃ παραχωρητήρια δι’ ὅσους ἐξ αὐτῶν ἤθελεν εὕρει νομίμους καὶ τακτικάς. Κατὰ συνέπειαν τοῦ Β. Διατάγματος τούτου ἔσπευσαν νὰ παρουσιάσουν εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τοὺς τίτλους των καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν, καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητός του. Σᾶς εἶπον, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ συνέπειαν αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν ἐπωλήθησαν μόνον τὰ 8 ἐκεῖνα χωρία, ἀλλ’ ἐπωλήθησαν καὶ πολλὰ μικρὰ τεμάχια ἐθνικῶν γαιῶν· τότε ἐξέδωκε διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ὁ βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι ὅσοι ἠγόρασαν μικρὰ τεμάχια ἐθνικῆς γῆς, εἰς αὐτοὺς ἐπιτρέπεται ν’ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ τίτλοι καί τοι γενομένων τῶν ἐκποιήσεων αὐτῶν κατὰ παράβασιν τοῦ ψηφίσματος τῆς συνελεύσεως. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ χωρία ἰδοὺ τὶ ἀπεφασίσθη· καὶ τὸ συνέδριον κατὰ τὴν 10 Φεβρουαρίου 1836 ἐξέτασε τὸν τίτλον τῆς ἀγορᾶς τοῦ χωρίου Ἤρια καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τίτλου διὰ τοὺς ἀκολούθους λόγους. Πρῶτον διότι δὲν διεξήχθη τακτικῶς ἡ δημοπρασία ἢ ἴσως δὲν ἔλαβε χώραν καθόλου δημοπρασία, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος κτήματος δύναται μᾶλλον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁπλῆ παραχώρησις ἐκ μέρους τοῦ ἐκτελεστικοῦ, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ἡ ἔλλειψις δὲ αὕτη λογίζεται τοσούτῳ μᾶλλον οὐσιώδης, καθόσον εἷς τῶν ἀγοραστῶν ὁ Γ. Μπότασης ἀντιπρόεδρος ὢν τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀνεπλήρου τότε τὸν πρόεδρον. Δεύτερον, διότι ἡ προσφερθεῖσα τιμὴ ἐκ γροσίων 120,500 δὲν ἔφθασε τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς ἐκτιμήσεως προσδιορισθέντα εἰς γρόσια 180,000. Τρίτον ἕνεκα ὑπερμέτρου βλάβης, διότι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ συνεδρίου αἱ μὲν 60,250 γρόσια τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν εἰς μετρητὰ, διότι ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὰ ἥμισυ νὰ πληρώνωνται εἰς μετρητὰ καὶ τὰ ἥμισυ εἰς ὁμόλογα ἰσοδυναμοῦσαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μὲ 5,020 Ἱσπανικὰ τάλληρα, ἡ δὲ πραγματικὴ ἀξία τῶν διαταγῶν τῆς κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἐπληρώθη τὸ ἄλλο ἥμισυ, δὲν ὑπερέβαινε τὰ 1205 τάλληρα, διότι αὐτὰ ἦσαν πολὺ ἐκπεσμένα πρὸς 24%· ὥστε διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑποστατικοῦ τούτου κατεβλήθησαν πράγματι 6225 τάλληρα ἢ δραχμαὶ 37,350. Ἐπειδὴ δὲ περιέχει 7600 στρέμματα χωραφίων ἀναλογεῖ ἕκαστον στρέμμα πρὸς ὀλιγώτερον τῶν 5 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τῶν οἰκοδομῶν, τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς αὐτὸ, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἄλλοι μικρᾶς ἐκτάσεως ἀγροὶ ἐπωλήθησαν πρὸς 10, 20 καὶ 30 τάλληρα τὸ στρέμμα, εἷς δὲ καὶ πρὸς 100.
§110ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχήν;
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἰδίαν. Ποῖος ἠξεύρει, θὰ ἦτο κανὲν καλὸ χωράφι. Αὐτὰ τὰ λέγει τὸ συνέδριον. Καὶ τέταρτος τέλος λόγος, διότι τὸ ὑποστατικὸν τοῦτο ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀκυρωθέντων διὰ τοῦ ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1826 ψηφίσματος τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Ἐθνοσυνελεύσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ τέταρτος καὶ τελευταῖος λόγος. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ὑπεβλήθη κατὰ τὰ νενομισμένα εἰς τὸν βασιλέα δι’ ἐκθέσεως τῆς τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν γραμματείας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ἐξεδόθη διάταγμα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 19 Μαΐου 1836 διαλαμβάνον· «Νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἀφθάρτων κτημάτων σχηματιζόντων ἀκέραια χωρία.» Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως ἀκυρόνει ὅλας τὰς ἐκποιήσεις τῶν ἀφθάρτων κτημάτων· ἀλλὰ τὸ διάταγμα περιώρισε τὴν ἀκύρωσιν αὐτὴν μόνον, ὅταν πρόκειται περὶ ὁλοκλήρων χωρίων καὶ οὐχὶ περὶ ἀγρῶν μικρᾶς ἐκτάσεως. Ἑπομένως τὸ διάταγμα αὐτὸ κηρύττει ἄκυρον τὴν πώλησιν τῶν Ἡρίων· διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι παράνομος, λέγει τὸ διάταγμα, ἡ δημοπρασία δὲν ἔγεινε τακτικὴ, ἡ προσφερθεῖσα τιμὴ οὐ μόνον δὲν ἔφθασε τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει εἶναι πολλὰ μηδαμινὴ, καὶ πρὸς τούτοις, διότι ὁ τότε προεδρεύων τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἔλαβε τὸ κυριώτερον μέρος εἰς τὴν ἀγορὰν ταύτην. Προτίθεται δὲ τὸ διάταγμα νὰ λάβῃ ὀπίσω ἡ ἐπικράτεια τὸ ῥηθὲν ὑποστατικὸν, καὶ νὰ ἐπιστραφοῦν εἰς τοὺς ἀγοραστὰς τὰ ἀντὶ μετρητῶν δοθέντα χαρτιὰ, τὰ δὲ μετρητὰ νὰ δοθῶσιν εἰς χρήματα, ἢ ἀντὶ χρημάτων νὰ τοῖς παραχωρηθῇ γῆ ἐθνικὴ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ αὐτοῦ χωρίου ἢ ὅπου ἀλλοῦ ἐπιθυμοῦσιν. Αὐτὰ διέτρεξαν ὡς πρὸς τὰ Ἤρια. Τοιαύτην ἔκθεσιν ἔκαμε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον καὶ τοιοῦτον διάταγμα ἐξεδόθη κατὰ συνέπειαν αὐτῆς. Ἀκολούθως τὸ συνέδριον προῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τίτλων τοῦ χωρίου Δαμαλᾶ. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τίτλων τούτων παρετήρησεν, ὡς λέγει, μικράς τινας παρατυπίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας· ἀλλ’ εὗρε καὶ μίαν ἄλλην οὐσιώδη ἔλλειψιν, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἰς τὸ πωλητήριον δὲν ἀναφέρονται τὰ ὅρια καὶ ἡ ἔκτασις. Ὑπεβλήθη καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ συνεδρίου εἰς τὸν βασιλέα· ἐξεδόθη διάταγμα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 14 Ἰουλίου 1836, καὶ διὰ τούτου παραγγέλλεται τὸ συνέδριον νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν πώλησιν καὶ ν’ ἀνανεώσῃ τὸν τίτλον τοῦ χωρίου Δαμαλᾶ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔγεινε γνωστὸν, ὅτι καὶ τὸ Δαμαλᾶ ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπαρτιζόντων ἀκέραια ὑποστατικά· ἑπομένως, ἐξεδόθη ἄλλο διάταγμα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3 Σεπτεμβρίου 1836 διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖται τὸ πρῶτον καὶ διατάττεται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ Δαμαλᾶ ὅ,τι ἀπεφασίσθη διὰ τὰ Ἤρια, τουτέστι νὰ μὴ ἀνανεωθῇ ὁ τίτλος καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ πάρῃ ὀπίσω τὸ Δαμαλᾶ, ἀποδίδουσα ὅ,τι ἔλαβε καὶ ἀποζημιοῦσα τοὺς κατόχους. Ἀκολούθως προέβη τὸ συνέδριον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τίτλων καὶ ἑτέρων χωρίων. Περὶ τοῦ χωρίου Ἀβδήμπεη, ἰδοὺ τί λέγει τὸ συνέδριον· «ά) ὅτι τὰ ὅρια καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ χωρίου δὲν περιγράφονται, οὔτε εἰς τὴν διακήρυξιν, οὔτε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, ἀλλὰ μετὰ τὴν κατακύρωσιν ἐσημειώθησαν εἰς τὸν τίτλον τῆς ἰδιοκτησίας.» Πρώτη ἔλλειψις· «βʹ) ὅτι οἱ ἀγορασταὶ δὲν ἐπλήρωσαν εἰς μετρητὰ εἰμὴ 2,317 γρόσια, τὰ λοιπὰ ἐξώφλησαν διὰ γραμματίων καὶ διαταγῶν.» Ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ὤφειλον νὰ καταθέσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ τιμήματος εἰς μετρητά, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ Ἀβδήμπεη ἐπωλήθη διὰ 74,000 γρόσια· κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ 37,000 εἰς μετρητά· τὸ συνέδριον ἐξετάζον τοὺς τίτλους εὗρεν ὅτι 2,317 ἐπληρώθησαν εἰς μετρητὰ ἀντὶ τῶν 37,000. Τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀγοραπωλησίας, διότι ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω παρατυπιῶν, ἦτο καὶ αὕτη, ὅτι εἷς τῶν ἀγοραστῶν ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ δὲ ἄλλοι ἦσαν μέλη τοῦ Βουλευτικοῦ, καὶ διότι ἡ τρέχουσα τιμὴ τῶν γραμματίων καὶ τῶν διαταγῶν τότε, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐπληρώθη τὸ τίμημα, δὲν ἦτο τότε ἀνωτέρα τῶν 30%. Κατὰ συνέπειαν τῆς προτάσεως αὐτῆς ἐξεδόθη καὶ ἐπὶ τοῦ χωρίου Ἀβδήμπεη τὸ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1836 διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀκυροῦται καὶ ἡ ἀγοροπωλησία τοῦ χωρίου αὐτοῦ.
§112ΖΩΤΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀγορασταί;
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν περίληψιν αὐτὴν δὲν ἔχω τὰ ὀνόματα, τὸ συνέδριον μόνον λέγει ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε μέρος τότε εἰς τὴν ἐκποίησιν.
§114ΚΟΡΙΖΗΣ. Νὰ εἰπῆτε ὅλα τὰ ὀνόματα· νὰ τυπωθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα νὰ τὰ μάθῃ ὁ κόσμος.
§115ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸ συνέδριον ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῶν τίτλων ἑτέρου χωρίου, τοῦ χωρίου Ἀπαθείας· καὶ περὶ αὐτοῦ λέγει, «ὅτι ἐκτὸς ἀσημάντων τινῶν τυπικῶν ἐλλείψεων παρετηρήθη, ὅτι ἀντὶ 58,250 γροσίων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρωθοῦν εἰς μετρητὰ, ἐπληρώθησαν μόνον 5,000· διὰ δὲ τὰ λοιπὰ 53,250 ἐξεδόθησαν συναλλαγματικαὶ, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου ἐδέχθη ἀντὶ μετρητῶν.» Ἀλλ’ ἔπειτα, γενομένης ἀκριβεστέρας ἐξετάσεως, ἐβεβαιώθη ὅτι αἱ συναλλαγματικαὶ ἐκεῖναι ἐπληρώθησαν εἰς χρήματα· ὥστε αὐτὴ ἡ παρατυπία, ἣν ἀνεῦρε τὸ συνέδριον, δὲν ὑπάρχει. Τὸ συνέδριον δὲ ἀνεγνώρισε τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος ὡς γενομένην σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν τίτλων, διότι παρετήρησεν ὅτι καὶ τὸ χωρίον τοῦτο ἀπαρτίζει ἀκέραιον ὑποστατικόν· κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τίτλων τοῦ χωρίου τὸ συνέδριον ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ αἰσθήματα ἐπιεικείας ὑπὲρ ὅλων τῶν ἀγοραστῶν καὶ ἀπεφάνθη ὡς ἐφεξῆς. «Ἀφοῦ ἐπεκυρώθη ἡ ἐκποίησις τῶν μικρᾶς ἐκτάσεως φθαρτῶν κτημάτων, καίτοι κατὰ παράβασιν τοῦ ψηφίσματος γενομένη τὸ συνέδριον εἰς οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκποιήσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὀκτὼ χωρίων, εἰμὴ εἰς τὴν μεγάλην αὐτῶν ἔκτασιν καὶ εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ μὴ συγκεντρωθῶσιν εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν μεγάλης ἐκτάσεως ἐθνικαὶ γαῖαι· ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος ἐκλείπει, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον ὑπάρχουν πολλοὶ κάτοχοι, καὶ ὅτι ἀποθανόντων τῶν πρώτων αἱ μερίδες ὑποδιῃρέθησαν μεταξὺ πολυαρίθμων κληρονόμων.» Αὐτὰ εἶπε τὸ συνέδριον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἐπειδὴ ἐκλείπει ὁ λόγος τῆς συγκεντρώσεως μεγάλης ἐκτάσεως εἰς χεῖρας ὀλίγων ἀτόμων, συνιστᾷ τοῦ νὰ λάβῃ τὸ μέτρον νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ τοὺς τίτλους αὐτούς· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ συνεδρίου· ἀπεναντίας φαίνεται, ὅτι τὴν ἀπέῤῥιψε μετὰ μεγάλης ἀγανακτήσεως.
§116ΚΟΡΙΖΗΣ. Τί λέγει τὸ διάταγμα;
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει. (Ἀναγινώσκεται τὸ διάταγμα.) ΟΘΩΝ κλπ. «Ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τῶν 25 Νοεμβρίου ὑπ’ ἀριθ. 32886, διὰ τῆς ὁποίας καθυπεβλήθη εἰς Ἡμᾶς τὸ ἀπόσπασμα τῆς συζητήσεως τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τῆς σημειουμένης ὑποθέσεως ἀποφασίζομεν τὰ ἑξῆς. Ὅτι νὰ μένωσιν ἀκίνητα τὰ διαταχθέντα παρ’ ἡμῶν κατὰ τὴν 19|31 Μαΐου καὶ 3|15 7βρίου π. ε. περὶ τῆς πωλήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων Ἵρια καὶ Δαμαλᾶ. Ἐπειδὴ ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον τοῦ δημοσίου καὶ τῆς δικαιοσύνης αὐτῆς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς τοὺς ὑπηκόους μας διὰ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὰς χεῖρας παρανόμων ἀγοραστῶν ταῦτα, τὰ μὴ ἐκποιούμενα κτήματα, τὰ σχηματίζοντα ὁλόκληρα χωρία, καὶ ἑπομένως ἀναγκαιοῦντα εἰς προικοδότησιν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, ἐνῷ ἀποφαίνονται διαῤῥήδην ὅλον τὸ ἐναντίον τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων τῆς Ἐπιδαύρου τῶν 16 Ἀπριλίου 1826 καὶ τῆς Τροιζῆνος τῶν 5 Μαΐου 1827, χωρὶς διὰ τούτου ν’ ἀπαρνηθῶμεν καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα τοῦ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτοὺς κατὰ νόμον προικοδότησιν, τὴν ἐντὸς τοῦ προσδιωρισμένου ὅρου. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Γραμματεία διατάττεται, τούτων οὕτως ἐχόντων, νὰ πράξῃ τὰ ἀνήκοντα περαιτέρω, παρατηροῦσι ὅμως εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι ἡ τελευταία του συζήτησις εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εὑρίσκεται πανταχοῦ εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς προτέρας του, καὶ ὅτι ἀφ’ οὗ ἅπαξ θέσαμεν ὁριστικῶς τὰς ἀρχὰς περὶ παντὸς πράγματος, δὲν ἀφήκαμεν ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα ἀνοικτὸν εἰς τὸ Συνέδριον ν’ ἀπομακρύνεται ἐξ αὐτοῦ.» Ἐν Ἀθήναις, 31 Ἰανουαρίου (12 Φεβρουαρίου) 1837 Αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖον διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκδεδομένον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Μετὰ τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον προσεκάλεσεν ἐγγράφως τοὺς ἀγοραστὰς τῶν ῥηθέντων χωρίων ὡς καὶ τοῦ Ἀβδήμπεη νὰ παρουσιάσουν ἐντὸς 14 ἡμερῶν τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐσόδων, ὅσα ἔλαβον ἀπὸ τὰ χωρία αὐτὰ, καθὼς καὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἔκαμον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς τὰ ἔλαβον εἰς τὴν κυριότητά των, ἵνα λογαριάσῃ ἡ κυβέρνησις ἐπ’ αὐτῶν καὶ λάβῃ τὰ ἀνήκοντα μέτρα διὰ νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τοῦ διατάγματος. Ἀλλ’ εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ συνεδρίου δύω μόνον ἐκ τῶν ἀγοραστῶν τοῦ Ἀβδήμπεη ὁ Κ. Μιχαὴλ Ἰατρὸς καὶ Γεώργιος Ἀντωνόπουλος φαίνεται, ὅτι ἀπήντησαν δι’ ἀναφορᾶς των ὑπὸ χρονολογίαν 22 Αὐγούστου 1836. Ἡ ἀναφορὰ των διαλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς κυβερνήσεως ἀντίκειται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ εἰς τὸ δίκαιον, ὅτι ἐπιφυλάττονται νὰ ἐκθέσουν τοὺς ἰσχυροὺς λόγους των καὶ τ’ ἀναντίῤῥητα δίκαιά των. Ὕστερον ἀπὸ μικράν τινα ἀλληλογραφίαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς μεταξὺ τοῦ γραμματέως τοῦ συνεδρίου καὶ τῶν διαφόρων ἀγοραστῶν, τὸ συνέδριον ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἀνανεώσῃ κανένα τίτλον τῶν διαλαμβανομένων ὑποστατικῶν, ἀλλὰ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν γραμματείαν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συμμορφωθῇ μὲ τὰ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων καὶ τοὺς ὅρους τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν νομίμως. Ἀλλὰ, καί τοι τούτων ὅλων γενομένων, ἐπέρασαν πολλὰ ἔτη καὶ κανεὶς ἐκ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ τίποτε ἢ δὲν ἐνόμισεν ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ οὕτω τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν. Ἄφησαν τὰ κτήματα, ἐπωλήθησαν καὶ περιῆλθον εἰς χεῖρας διαφόρων προσώπων. Κατὰ τὰ 1853 ἠγέρθησαν πολλὰ παράπονα ἀπὸ ποιμένας τινὰς κατοικοῦντας εἰς τὰ Ἵρια, ὅτι καταπιέζονται ἀπὸ τοὺς ἀγοραστὰς τοῦ χωρίου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπεμίμνησκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οἱ καταπιέζοντες αὐτοὺς κύριοι τοῦ χωρίου τούτου δὲν εἶναι οἱ νόμιμοι κύριοι, καὶ ἀπήτουν ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις, ἵνα τοὺς ἀπαλλάξῃ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν καταπίεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέφερον. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε λεπτομερῶς τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἐσχημάτισε μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἠρεύνησαν ὅλα τὰ προηγούμενα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθην ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέτω. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφαίνεται ἐν τέλει, ἀφοῦ ἐξιστόρησεν ὅλα, ὅτι μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην οἱ ὑποφαινόμενοι οὐδὲν ἄλλο ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰμὴ, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀκυρωτικῶν ψηφισμάτων καὶ διαταγμάτων, πρέπει νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα ἵνα μὴ ὑποπέσωσι τὰ κτήματα τοῦ δημοσίου εἰς παραγραφήν. Αὐτὰ ἐγράφοντο τὴν 28 Ἰουνίου 1853. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τὴν παρέπεμψεν εἰς τὸ ἀρχεῖον.
§118ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ὑπουργός;
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτον ὁ Κ. Χρηστίδης ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὴν παραπομπὴν ἔκαμεν ὁ Κύριος Προβελέγγιος, ὁ ὁποῖος ἦλθε μετά τινας μῆνας. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἦτον ὁ Κύριος Βάρβογλης τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Κύριος Γιαννόπουλος μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἤμην ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ τρεῖς ἡμεῖς ἐγράψαμεν τὴν ἔκθεσιν. Τὴν ἐπιτροπὴν ἐσχημάτισεν ὁ Κ. Χρηστίδης καὶ εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἐδώκαμεν τὴν ἔκθεσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ πρωτόκολλον εἶναι καταχωρημένη τὴν 9 Νοεμβρίου 1853, ὅτε δὲν ἦτο πλέον, νομίζω, ὑπουργὸς ὁ Κ. Χρηστίδης, ἀλλ’ ὁ Προβελέγγιος. Ὁ Κ. Χρηστίδης δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὅταν ἦλθεν ὁ διάδοχος, τὴν ἔδωκε νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ πρωτόκολλον· τότε βεβαίως ἔλαβε γνῶσιν ὁ Κ. Προβελέγγιος, Γενικὸς Γραμματεὺς ἦτο ὁ Κ. Δρόσος. Μετὰ ταῦτα ὅμως ἡ ἔκθεσις αὕτη εὑρέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ εὑρίσκεται μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῆς διεκπεραιώσεως ὑπαλλήλου, ὃ δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ τακτικόν· διότι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ἀρχεῖον τὰ οὐσιώδη παραπέμπονται μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ, τὰ δ’ ἐπουσιώδη μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως. Πρᾶξις τοῦ Συνεδρίου περὶ τῶν χωρίων δὲν εὑρίσκεται παρὰ μόνον διὰ τὰ τέσσαρα χωρία περὶ ὧν σᾶς ἔκαμα λόγον· διὰ δὲ τὰ ἄλλα εἴτε δὲν ὑπεβλήθησαν τίτλοι, εἴτε τὸ συνέδριον ἔκρινε περιττὸν ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐξετάσῃ.
§120Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦ Δαμαλᾶ ποῖοι ἦσαν ἀγορασταί;
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ὁ Κυριάκος Σκούρτης καὶ ὁ Λάζαρος Μπροῦσκος διὰ γρόσια 25,200. Κατὰ τὰ 1861 εὑρισκόμενος πάλιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καί τοι διευθύνων ἄλλο τμῆμα, μὴ ἔχον σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κτημάτων, ἔμαθον, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κύριος Σῖμος, δὲν ἠξεύρω πόθεν λαβὼν ἀφορμὴν, ἤθελε κάτι τι νὰ ἐνεργήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ ἔστειλεν ἐπιτροπὴν, ἵνα λάβῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς καταστάσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅστις ἐπανελθὼν ἔκαμεν ἐκτεταμένην ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὴν ὑπέβαλεν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτε μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ἡ ἀνωμαλία ἀμέσως καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον οὐ μόνον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐκδώσῃ κἀμμίαν πρᾶξιν καὶ ἀπόφασιν, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ ἔκθεσις καὶ αἱ ἀναφοραὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐκείνου δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Τουλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ τ’ ἀνεύρω· δὲν εἶναι δὲ καὶ πράγματα οὐσιώδη, διότι δὲν περιέχουν παρὰ στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν κτημάτων, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐπαναλάβωμεν. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἔμεινεν ἡ ὑπόθεσις μέχρι πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν του ὑπόχρεων νὰ διατάξῃ νὰ κινηθῇ δίκη κατὰ τῶν κατόχων αὐτῶν τῶν κτημάτων, καθόσον παρῆλθον σχεδὸν 40 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν, καὶ συνεπληροῦτο ἡ προθεσμία αὕτη, τὰ δὲ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἤθελον ὑποπέσει εἰς παραγραφήν. Ἵνα προληφθῇ λοιπὸν ὁ κίνδυνος τῆς παραγραφῆς διέταξε τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τῶν διαφόρων κατόχων· ἡ διαταγὴ αὕτη, ὡς γνωρίζετε, ἐξετελέσθη· ἐλήφθησαν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, καὶ μέχρι τῆς σήμερον ὑπάρχουσιν ἐπιδεδομέναι εἰς τοὺς πλείστους τῶν ἀγοραστῶν αἱ ἀγωγαί· ὅλαι δὲν εἶναι ἐπιδεδομέναι, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ περιγραφῶσι τὰ ὅρια καὶ ἡ ἔκτασις αὐτῶν.
§122ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὅλαι ἐπεδόθησαν.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ στάσις εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται. Βλέπετε, ὅτι καὶ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων καὶ διατάγματα τοῦ πρῴην Βασιλέως πολλὰ καὶ διάφορα ἐξεδόθησαν, διὰ τῶν ὁποίων ἀκυροῦται ἡ ἐκποίησις αὕτη. Τὰ ψηφίσματα καὶ τὰ διατάγματα δὲν ἐξετελέσθησαν ἕως τώρα. Ἐπειδὴ πλέον δὲν μένει καιρὸς, διότι ἂν παρέλθουν ὀλίγοι μῆνες, συμπληροῦται ὁ χρόνος τῆς τεσσαρακονταετοῦς παραγραφῆς, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ μὴ ἀδιαφορήσῃ πλέον ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ διέταξε νὰ κινηθῶσιν αἱ ἀγωγαὶ κατὰ τῶν ἀγοραστῶν καὶ κατὰ τῶν κατόχων. Εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης αὐτῆς θέλουν ἀπαντηθῆ πολλαὶ δυσκολίαι, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κινήσῃ ἀγωγὰς ἐναντίον τῶν σημερινῶν κατόχων, οἵτινες σήμερον εἶναι πάρα πολλοὶ, διότι τὰ κτήματα ταῦτα οὐ μόνον διῃρέθησαν καὶ ὑποδιῃρέθησαν εἰς τοὺς κληρονόμους τῶν πρώτων ἀγοραστῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν ὀλίγοι, διότι κάθε χωρίον τὸ εἶχον ἀγοράσει ἕως 12 πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα κτήματα ἐξ αὐτῶν ἠγοράσθησαν ἀπὸ ἕτερα διάφορα πρόσωπα. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι πρέπει νὰ κινηθῶσι περὶ τὰς 500 ἀγωγάς. Αὕτη εἶναι ἡ στάσις τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§124Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς ποῖον νόμον στηρίζετε τὴν τεσσαρακονταετῆ παραγραφὴν καὶ ὄχι τὴν τριακονταετῆ;
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις περὶ τούτου τῶν νομικῶν τοῦ Βερολίνου, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθη ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐτυπώθη καὶ δύνασθε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§126ΚΟΡΙΖΗΣ. Νὰ τυπωθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ὁ Κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ἀγορεύσῃ.
§127ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν οὐσίαν; Καὶ πῶς, Κύριε Πετιμεζᾶ, ἀντελήφθητε ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα; Πρέπει πρῶτον νὰ τυπωθοῦν τὰ ἔγγραφα.
§128ΚΟΡΙΖΗΣ. Βέβαια διὰ νὰ γνωρίζωμεν καλὰ τί τρέχει.
§129Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς θὰ κλείσῃ μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου; Ἀφήσατε λοιπὸν καὶ θ’ ἀκούσητε. Κύριοι, προχθὲς χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ἔχων ὡς γνωρίζετε πληροφορίας περὶ τῆς ἀνάγκης, ἥτις ὤθησεν, ἐβίασε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐκποιήσῃ τὰ κτήματα ταῦτα, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅσα μόνον ἱστορικῶς ἡ μνήμη μου εἶχε διατηρήσει. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἰς τὴν τότε ὁμιλίαν μου τὸ ἐξήτασα ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὴν πατρίδα νὰ χορηγήσῃ τὰ κτήματα ταῦτα πρὸς σωτηρίαν ἑαυτῆς. Σήμερον ὅμως τὸ ζήτημα ἔρχεται καὶ ὑπὸ τοὺς τύπους τοὺς δικανικούς. Ἠκούσατε ὅσα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως σᾶς ὑπέβαλεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης θέλετε ἀκούσει τὰ μεγαλείτερα ἐπιχειρήματα, ὅπως παρακινήσω ὑμᾶς ἵνα ἐπικυρώσητε τοὺς τίτλους αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας. Κύριοι, θέλω ὑπομνήσει εἰς ὑμᾶς ἀκόμη μίαν φορὰν τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης.
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὰς ἠξεύρομεν.
§131Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς πανσόφους, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰ γνωρίζουν. Λοιπὸν, Κύριοι, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ βάρος, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν ἀνάγκην, τὴν ἱερὰν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δὲν πρέπει νὰ ἔχετε τὸν νοῦν ἥσυχον καὶ ἀναφερόμενον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι σᾶς χορηγοῦν τὰ μέσα νὰ κάθησθε ἀναπαυόμενοι καὶ μὴ συλλογιζόμενοι τοὺς κινδύνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρετε εἰς τὸν νοῦν σας τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι περιέσφιγγον τὸν λαιμὸν τῆς πατρίδος, καὶ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀπεμάκρυναν τὸν κίνδυνον αὐτόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τοιοῦτος κίνδυνος παρίστατο τὴν σήμερον, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑψώνουν τὴν φωνήν των ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, τί ἤθελον πράξει ἔχοντες ἐνώπιον αὐτῶν τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου! Πρέπει ν’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἡ Πελοπόννησος τότε διετέλει ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ Ἰμπραὴμ Πασᾶ, ὅτι 30,000 καὶ ἐπέκεινα στρατευμάτων τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, κατεπλημμύρησαν τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου. Πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ λεγομένη Κυβέρνησις, ἡ κεκλεισμένη ἐντὸς τοῦ Ναυπλίου, ἦτο περιδεὴς, ὅτι ἕτερος μέγας Βεζύρης τοῦ Σουλτάνου μὲ 40,000 στρατευμάτων ἐπολιόρκει τὸ Μεσολόγγιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐκλείετο μία μεγάλη ἐλπὶς, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχον τὰ ἐκλεκτότερα τέκνα ὅλης τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ Πελοποννήσου. Πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἀπὸ τὴν πτῶσιν ἢ μὴ τοῦ Μεσολογγίου ἐξηρτᾶτο ἡ ὕπαρξις τῆς πατρίδος. Πρέπει ἀκόμη νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι Βεζύραι ἠννόησαν τοῦτο καὶ περιέσφιγξαν τὸ Μεσολόγγιον διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ φρουρὰ τοῦ Μεσολογγίου εὑρίσκετο εἰς ἐκεῖνον τὸν κίνδυνον, ἐξαπέστειλεν εἰς τὸ Ναύπλιον τὸν Σπυρομήλιον, διότι ἐπρόκειτο ἡ φρουρὰ ἐκείνη νὰ παραδοθῇ ὄχι δι’ ἔλλειψιν ἀνδρείας, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν ζωοτροφιῶν καὶ πολεμεφοδίων. Δὲν εὗρον παρὰ μίαν Κυβέρνησιν κλεισμένην ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ, μὴ ἔχουσαν οὔτε ἓν λεπτὸν καὶ ὅμως τὸ Μεσολόγγιον ἐκινδύνευε καὶ οἱ δικονομικοὶ τύποι δὲν ἐδύναντο νὰ προσφέρωσι καμμίαν βοήθειαν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῶσι χρήματα. Τί λοιπὸν ἔπρεπε νὰ κάμουν οἱ πολιτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; ἔπρεπε νὰ δέσωσι τὰς χεῖράς των ἀπέναντι τῶν δικονομικῶν τύπων καὶ νὰ ἀφήσωσι τὴν φρουρὰν τοῦ Μεσολογγίου νὰ καταστραφῇ; καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶχον ἕνα νόμον τακτικὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ φροντίσουν περὶ τῆς ἐκποιήσεως ὀλίγων; καὶ ποίων γαιῶν; γαιῶν ἐθνικῶν; ἀλλὰ πότε ἦσαν ἐθνικαὶ αὐταὶ αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι κατείχοντο ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν τούρκων; ἦτο δημόσιος θησαυρός; καὶ ὑπῆρχε βεβαιότης περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ τοῦ τόπου; Δὲν εἶναι μόνον ἔργον ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης ἡ παραχώρησις αὕτη, ἀλλ’ ἔργον τιμῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὴν μνήμην τῶν μεγαλοπραγμόνων ἐκείνων ἀνδρῶν. Θέλετε λοιπὸν νὰ τοὺς ὑβρίσετε καὶ νὰ τοὺς εἴπητε, παρανόμως ἡρπάσατε τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν; Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἓν πρᾶγμα συντελεστικὸν καὶ ὠφέλιμον διὰ τὴν πατρίδα; ἢ νομίζετε, ὅτι οἱ κίνδυνοι διεγράφησαν ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ κόσμου; καὶ ἄν ποτε ἀναγκασθῶμεν νὰ ζητήσωμεν δάνεια ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μας διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, τὶ θέλουν σᾶς εἴπει ἐκεῖνοι; δὲν σᾶς τὰ δίδομεν, διότι ἀκολούθως θὰ μᾶς ὑβρίσητε ὡς κλέπτας! Εἰς τοιοῦτόν τι σᾶς προσκαλοῦσι νὰ προβῆτε, εἰς τοιαύτην τινα ἀπόφασιν· συλλογισθῆτε, ποτὲ νὰ μὴ ἐκφέρετε ἀπόφασιν τοιαύτην, διότι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ εἰς στόμα ἔθνους. Ἠρώτησα, Κύριοι, προχθὲς τὸν στρατηγὸν Κολοκοτρώνην, καὶ εὐτυχῶς ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα Κρεστενίτην, ὅτι ἡ φρουρὰ τοῦ Ναυπλίου ἠγέρθη διὰ τῶν ὅπλων καὶ ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὰ τὰ κτήματα. Καὶ διατί νομίζετε τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο ὑψώθη εἰς τὴν φρουρὰν τοῦ Ναυπλίου; διότι ὁ κίνδυνος, ὅστις εἶναι μικρὸς δι’ ἡμᾶς τώρα, ἵστατο τότε ἐμπρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ τῆς Πατρίδος καὶ ἠπείλει νὰ τὴν καταστρέψῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχετε πραγματικὸν αἴσθημα δικαιοσύνης, νὰ ἀναφερθῆτε εἰς τὰς τότε περιστάσεις, πρὶν ἀποφασίσητε περὶ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος. Τὸ Μεσολόγγιον ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἔπρεπε νὰ ἐκπλεύσῃ, ὁ ἀείμνηστος Μιαούλης, μὴ δυνηθεὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὸ, ἐπέστρεψε μελανοφορῶν. Καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Μεσολόγγιον δὲν ἐσώθη, ἔπταισαν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπώλησαν τὰ κτήματα, καὶ ἔκαμον τὸν Ἑλληνικὸν στόλον νὰ ἐκπλεύσῃ καὶ νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν τοῦ Μεσολογγίου; Ἀλλὰ κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν περιστατικῶν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὄχι πλέον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἠκυρώθησαν αἱ πωλήσεις ἐκεῖναι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ὁ ὑπουργὸς σᾶς ἀνέγνωσε τὰ ψηφίσματα, δὲν ἠμπορεῖτε πλέον νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν· τὶ σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; ὅτι ἓν μέρος ἐπεκυρώθησαν καὶ ἓν μέρος ὄχι. Νομίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ τέμνηται εἰς τεμάχια καὶ νὰ ἀποδίδεται εἰς τὸ ὀλίγον, καὶ εἰς τὸ πολὺ ὄχι; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης· ἂν αἱ πωλήσεις ᾖναι δίκαιαι, τὸ δίκαιον ἔπρεπε νὰ ᾖναι δι’ ὅλας, ἢ τὸ ἄδικον. Ἐγὼ ὅμως διστάζω νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου πόθεν προῆλθεν αὐτὴ ἡ ἀδικία. Εἶχε βάσιν πάλιν τὴν πολιτικὴν, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις· εἴδετε τὶ ἠγέρθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν αὐτὸ καὶ τὰς τότε Κυβερνήσεις νὰ ἀποῤῥίψωσι τὴν ἀναγνώρισιν τῶν τίτλων ὡς πρὸς τὰ δύω ἐκεῖνα χωρία; ἵνα μὴ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὰς χεῖρας ἀνθρώπων πολλαὶ ἐθνικαὶ γαῖαι καὶ οὕτως ἐνδυναμωθωσί τινες καὶ καταστρέψωσι τὴν τότε κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Πολιτικοὶ λοιπὸν λόγοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φερθῇ ἀδίκως πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· ἄλλως τὶ θέλει νὰ εἰπῇ δὲν ἔχεις δίκαιον σὺ ὅστις ἠγόρασας πολλὰ στρέμματα, καὶ ἔχει ἐκεῖνος ὅστις ἠγόρασεν ὀλίγα; εἶναι δικαιοσύνη τοῦτο; Λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν καὶ τὴν τῆς δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ φανῇ συνεπὴς μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς τίτλους. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν· συμφέρει οἰκονομικῶς εἰς τὸ ἔθνος νὰ κινήσῃ τὰς 1,000 ταύτας δίκας; νομίζουν τινές, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ, ἀφοῦ ἠγοράσθησαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, εἶναι εὔκολον νὰ κινήσητε δίκας κατ’ αὐτῶν· πλὴν δὲν ἔχει οὕτω· ὅλοι ἐκεῖνοι, ὡς καὶ τὰ τέκνα πολλῶν ἐξ αὐτῶν προσῆλθον εἰς τὰ κληρονομικὰ δικαιώματα, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τὰ ἐπώλησαν εἰς τρίτους· ἂν λοιπὸν κινήσωμεν 1,000 ἢ 2,000 δίκας, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ σταματήσωμεν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος; ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ἀκόμη βαθύτερον, καὶ ἂν πεισθῶμεν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ συμφέροντι νὰ παραβλέψωμεν ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ἐθνικῆς τιμῆς· ἀλλὰ, λέγω, ὅτι οὔτε συμφέρον δὲν ὑπάρχει· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐπλήρωσαν τότε κατὰ τὰς ἀγοραίας τιμὰς τὰς τότε τρεχούσας· ἰδοὺ μία ἀγωγὴ ἐνώπιόν σας διὰ τὸν Σκούρτην καὶ τὸν Μπροῦσκον, ὅπου λέγουν ὅτι ἠγόρασαν αὐτὸ πρὸς 7 δίστηλα, τοῦ ταλλήρου λογιζομένου πρὸς 12 γρόσια. Πῶς θὰ ἐξελέγξετε; ἀφίνω τοὺς τόκους ὅπου θὰ πληρώτητε, ἀλλὰ πῶς θέλετε καθαρίσει τὸ κέρδος καὶ τὴν ζημίαν διὰ τὴν βελτίωσιν αὐτῶν τῶν κτημάτων; Ἐγὼ ἂν ἤμην κύριος ἑνὸς τοιούτου χωρίου, ἤθελον εἰπεῖ, μάλιστα, ἐπλήρωσα μόνον 40,000 γρόσια, ἀλλ’ ἐξώδευσα 200,000 διὰ νὰ τὸ βελτιώσω. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὸ δημόσιον νὰ φθάσῃ εἰς πραγματικοὺς ὅρους καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀποφύγῃ τὸν μέγαν κίνδυνον, ὅστις ἐπαπειλεῖ τὰ συμφέροντα οἰκονομικῶς περισσότερον, ἂν παραιτηθῇ, παρὰ ἐὰν ζητήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ γίνῃ κύριος αὐτῶν τῶν κτημάτων. Καὶ πιστεύετε ὅτι 40 ἔτη κατὰ συνέχειαν δὲν εὑρέθησαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ταύτας καὶ νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ δὲν εἶχον πατριωτισμὸν καὶ ἦσαν τέκνα ἀπόβλητα τῆς δικαιοσύνης; Ἡ φρόνησις ὅμως καὶ ἡ μελέτη ἠνάγκασαν τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας νὰ παραιτηθῶσι σιωπηλῶς ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑφ’ ὅλας τὰς ὑπόψεις ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸν τόπον. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν περιστατικῶν ἔρχονται σήμερον νὰ ἀνασκάψωσιν ἀπὸ τοὺς τάφους τῆς ἐπαναστάσεως μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν· καὶ πόθεν λαμβάνουσιν ἀφορμήν; ἀπό τινας ποιμένας, οἱ ὁποῖοι καταπιέζονται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὥστε καὶ ἡ ἀφορμὴ ἀκόμη εἶναι γελοία· ἴσως, ἴσως ἐπιθυμοῦν ἐκεῖνοι νὰ ἀφήσουν οἱ ἄλλοι τὴν περιουσίαν των εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων αὐτῶν, καὶ νὰ ἀνέλθωμεν τώρα εἰς ἥμισυν αἰῶνα ὀπίσω. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι κανὲν δικαστήριον δὲν θέλει ἔλθει εἰς ἀπόφασιν ἄδικον διὰ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον γενναίως προσεφέρθησαν. Λοιπὸν οὔτε πολιτικῶς κατ’ ἐμὴν κρίσιν, οὔτε δικαίως, οὔτε οἰκονομικῶς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους θέλετε πράξει, ἂν προέλθητε εἰς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνουν, διὰ τοὺς λόγους ἀκόμη ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν διαιρεῖται καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τοῦ Βασιλέως τότε, ὅστις ἀνεγνώρισε τοὺς τίτλους εἰς τὰ μικρά. Ἂν λοιπὸν ὑπάρχῃ δίκαιον εἰς τὸ ὀλίγον, ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ πολύ· ἡ δικαιοσύνη δὲν διαιρεῖται. Δι’ ὅλους ἑπομένως τοὺς λόγους τούτους ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Θεοχάρη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ.
§132ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἦτο, νομίζω, Κύριοι, οὔτε ἡ ἐποχὴ, οὔτε ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἀνοιχθῇ ἡ συζήτησις τοιούτου σπουδαίου ἀντικειμένου, καθ’ ὅσον μάλιστα ἄλλα σπουδαιότερα καὶ ἔτι κατεπείγοντα μᾶς ἀναγκάζουν νὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα· οὐχ ἧττον ὑπερίσχυσε μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν. Ὁ προλαλήσας Κ. Πετιμεζᾶς ἀντὶ νὰ διεξέλθῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν νομικὴν καὶ πολιτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, τὸ ἐξήτασεν ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν, καὶ ἐγὼ ὑπὸ αὐτὴν ταύτην θέλω τὸ ἐξετάσει. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὕψωσε μέχρι νεφελῶν τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω τὴν ἀφήσει νὰ κυλίεται εἰς τὸν ᾅδην. Αὐτὴ ἡ τότε ἐξάκουστος Κυβέρνησις, αὑταὶ αἱ ἀγοροπωλησίαι, ἔφερον μέχρι τοῦ χείλους τοῦ τάφου τὴν φίλην πατρίδα θόρυβος καὶ διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ Δημητρακοπούλου καὶ Τσώκρη). Τὸ δάνειον, ὅπερ πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἐλθεῖ εἰς τὰς χεῖρας τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος, τὸ μετεχειρίσθη πρὸς ὄλεθρον αὐτῆς. Διὰ τοῦ δανείου τούτου ἤναψε τὸν ἐμφύλιον πόλεμον καὶ οἱ ἥρωες τῆς τότε ἐπαναστάσεως καθείρχθησαν εἰς τὸν ἅγιον Ἠλίαν τῆς Ὕδρας. Καὶ ποῖοι ἐσφετερίσθησαν τὸ δάνειον; ποῖοι ἠγόραζον τὰ κτήματα; ἐκεῖνοι πρὸς οὓς ἐπετράπη ἡ φρούρησις καὶ ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων· ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπεκράτησεν ἐκεῖνο τὸ ἀπόφθεγμα, βουλευταὶ καὶ ἐκτελεσταὶ, πωληταὶ καὶ ἀγορασταί. Ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν χρῄζει κατὰ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν στεφάνων καὶ ἐγκωμίων, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο, δυνατὸν νὰ ἐγκαλέσωμεν αὐτὴν, δὲν ἤθελε τὴν καταδικάσωμεν μόνον διὰ τὴν ἀγοροπωλησίαν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐράνους, καὶ διὰ τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη τὰ ὁποῖα συνελέχθησαν ἐξ ὅλης τῆς Πελοποννήσου καὶ ἐδόθησαν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, καὶ αὐτὴ τὰ κατελυμάνθη. Ἐάν, εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ἤθελον εἴμεθα πλησίον τοῦ κινδύνου, τὰ πάθη ἤθελον σιγοῦν· ἀλλ’ ἂν ἠθέλομεν ζῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠθέλομεν συμμερισθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὴν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ λοιπὸν ἔθνος· τῳόντι, Κύριε Πετιμεζᾶ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν τὴν φωνὴν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἔθνους κατὰ τῆς ἐγκωμιαζομένης Κυβερνήσεως, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν ἦτο δύσκολον νὰ σταθῶμεν ὅπου ἱστάμεθα ἤδη· διότι ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐτρόπωσε τὴν Πατρίδα καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς λέγει, αὐτὴ ἐσκόπει νὰ σώσῃ τὸ Μεσολόγγιον· ἐξ ἐναντίας αὐτὴ ἐστάθη ἡ αἰτία τῆς πτώσεως τοῦ Μεσολογγίου, διότι δὲν κατέγεινε πῶς νὰ τὸ σώσῃ, ἀλλὰ πῶς νὰ κατασταθῶσι μεγαλοκτηματίαι τὰ μέλη αὐτῆς ὡς καὶ ἔγειναν· οἱ ἀγνοοῦντες ἂς διέλθωσι τὴν ἱστορίαν· ἕκαστος, ὅστις ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ προπαρεσκευασμένος, διότι δὲν θέλω ἐπιτρέψει εἰς κανένα νὰ διαφθείρῃ τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μου. Ἄλλα, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἑτέραν τινὰ ἔποψιν. Ἂν τὸ ἔθνος ἐσωφρόνει, ἔπρεπε νὰ τὴν δικάσῃ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ πῶς; νομίζετε ὅτι οἱ ἐμφύλιοι σπαραγμοί, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἐπὶ τοῦ ἀτυχοῦς Καποδιστρίου, δὲν εἶχον ὡς αἰτίαν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόθεσιν. Διότι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐζήτει νὰ ἀποσπάσῃ τὴν περιουσίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν τῶν παρανόμων ἀγοραστῶν; Ποῖοι ἠγόρασαν; οἱ ἴδιοι οἱ πωλοῦντες. Δύναται πρὸς Θεοῦ νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος μία τοιαύτη πώλησις; αἱ Συνελεύσεις ἠκύρωσαν τὴν πρᾶξιν ταύτην· καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα τώρα εἰς ἐπικουρίαν τῆς τότε αὐθαιρέτου Κυβερνήσεως· καὶ τίς μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, ὅτε μάλιστα αὐτοὶ ὑπῆγαν εἰς τὰ δικαστήρια; Δὲν θέλετε, Κύριοι, νὰ σεβασθῆτε τὰς ἀποφάσεις δύω Συνελεύσεων; καὶ ὅταν καταφρονῆτε τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων τούτων, δὲν ἐννοεῖτε τὴν ὕπαρξίν σας· ἔπειτα ἔλθετε πρὸς τὰ πρόσω· εἴδετε ὅτι καὶ ἡ ἐν Ἄργει Συνέλευσις τοῦ 29 ἀπεφάνθη ἐπίσης ὡς αἱ προηγούμεναι. Ὁ Καποδίστριας πολὺ ἐπροσπάθησε διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Κατόπιν, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ καὶ μάλιστα οἱ ἐπαναστάται πῶς θὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅταν βλέπωμεν ἕνα Βασιλέα, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐξωβελίσαμεν, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ὑπερασπίζεται καὶ μὲ πατριωτισμὸν Ἑλληνικὸν τὰ ἑλληνικὰ δικαιώματα, ἡμεῖς δὲ σήμερον ἐρχόμεθα νὰ τὰ καταπατήσωμεν· τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ εἰπῇ, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι τῆς μεταβολῆς αὐτῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, θεωρῶ τὴν συζήτησιν παράκαιρον, προσέτι δὲ καὶ παράτυπον· παράκαιρον μὲν, διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ ἐξαρπάσωμεν ἐξ ἐφόδου τὸ ζήτημα, ἀπαιτεῖται καὶ σκέψις καὶ συζήτησις εὐρεῖα, ἐκτεταμένη, πέντε ἡμερῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος ἐνταῦθα· παράτυπον δὲ, διότι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, νὰ συζητηθῶσιν ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ νὰ γίνωσι γνωστὰ εἰς τὸ κοινὸν· καὶ οὕτως ἔχοντες πάντες γνῶσιν τούτων νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συζήτησιν τοσοῦτον σπουδαίαν. Δὲν ἔρχομαι δὲ νὰ καθιερώσω νέον σύστημα, διότι τὸ σύστημα τοῦτο καθιερώθη εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς συζητήσεις, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κωπαΐδος· πρέπει νὰ ἐκτεθῶσιν ὅλα αὐτὰ, νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ, νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ὁ τύπος, νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἡ κοινωνία καὶ οὐχὶ νὰ θέλωμεν ἐξ ἐφόδου νὰ ἁρπάσωμεν τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν συζήτησιν ὡς παράκαιρον καὶ παράτυπον, καὶ προτείνω νὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§134ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
§135ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι· τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν Κ. Πρόεδρε.
§136ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἀντίθετον Κ. Πρόεδρε.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιθέτως.
§138ΣΤΡΑΤΟΣ. Περισσότεροι τῶν 15 ζητοῦν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἴδωμεν πόσοι ζητοῦν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· (ἠγέρθησαν ὀλιγώτεροι τῶν 15). Ἀντιθέτως· οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν ἐκεῖνοι νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Λοιπὸν θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν θὰ λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. (Ἐγένετο ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ΚΚ. Στράτου καὶ Σπυροπούλου). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν διὰ ψήφων 63 κατὰ 35, ἠρνήθησαν δὲ 4
§140ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τώρα ἔχομεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας. — Κύριοι, μία προφανὴς διαρπαγὴ τοῦ δημοσίου πλούτου, μία αὐθαίρετος καταπάτησις τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας, μία ἀσέβεια πρὸς τὰς θελήσεις τοῦ ἔθνους καὶ ῥητὰς ἀποφάσεις τῶν συνελεύσεων, δὲν πιστεύω, ὅτι σήμερον θέλει εὕρει τὴν κύρωσίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ, κύριοι, διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου ἐκφερθείσης ἀποφάσεώς της ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ὡς περιέχον προσωπικὰ συμφέροντα, ἴσως συνταράξῃ τὴν κοινωνίαν, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ἐπροδίκασε τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θέλει σκεφθῆ μετὰ μεγάλης φρονήσεως καὶ ἀνεξαρτησίας, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἡ κοινωνία νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ναυαγεῖ ὁσάκις πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Ἐνταῦθα καταλιμπάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Στεφανόπουλος.
§141ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις κακῶς διεξήχθη καὶ κατὰ τοῦ δημοσίου πλούτου· διότι ὑπάρχει ῥητὴ καὶ σαφὴς ἡ πρώτη ἀπόφασις τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τῆς ἐν Ἄστρει νομίζω, ἥτις ἀπηγόρευσε τὴν ἐκποίησιν τῆς ἐθνικῆς γῆς. Μᾶς προτείνουσι δὲ ὅτι κατὰ τὴν προκειμένην ἐποχὴν τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς ἀνάγκας, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς ἀνάγκης αὐτῆς πρέπει νὰ καλύψωμεν μὲ τὸν πέπλον τῆς ἀμνηστείας τὰς παρανομίας καὶ αὐθαιρεσίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς χώρας. Φρονῶ, ὅτι οἱ πατριῶται δὲν πρέπει νὰ σκέπτωνται οὕτω· καὶ ὄχι οἱ πατριῶται ἀπέναντι τῆς πατρίδος, ἀλλὰ οὔτε ὁ πολίτης πρὸς τὸν πολίτην δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὅπλον τὴν ἀνάγκην διὰ νὰ τοῦ καταπατήσῃ τὴν περιουσίαν του· ἀπεναντίας καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ οἱ νόμοι προστατεύουν ἐκεῖνον, ὅστις, εὑρισκόμενος εἰς ἀνάγκην, ἀπηλλοτρίωσεν εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν τὴν περιουσίαν του, καὶ τοῦ τὴν δίδουν ὀπίσω στηριζόμενοι εἰς τὸ ὑπέρογκον τῆς βλάβης. Ἐὰν δὲ τοιαῦτα ἦναι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει εἰς τὸν πολίτην ἀπέναντι τοῦ συμπολίτου του, ἐννοεῖται ὅτι τοῦ πολίτου πρὸς τὴν πατρίδα, ὅταν αὕτη εὑρίσκετο εἰς ἀνάγκην, ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς ἀνώτερον βαθμὸν καὶ ἑπομένως ὤφειλον νὰ συνεισφέρωσι πρὸς συντήρησιν τοῦ ἔθνους (θόρυβος).
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, κάμνω τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης· ἢ πρέπει νὰ ἔλθουν οἱ βουλευταί......
§143ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τότε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, χρεωστεῖτε νὰ τὸ δοκιμάσητε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθοῦμεν καὶ ὅταν γίνῃ ἡ ψηφοφορία, τότε ἠμπορεῖτε νὰ τὸ δοκιμάσητε.
§145Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν φύγητε ἀπὸ τὰς θύρας, τότε ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης.
§146ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ ἐφόδου θέλετε νὰ πάρετε τὸ ζήτημα· σᾶς ζητοῦν νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα· θέλετε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν.
§147ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Περὶ τοιούτων ζητημάτων τοιαύτη σπουδή!
§148ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε πρόεδρε· νὰ φέρετε τὴν διακοπὴν ἐπὶ 10 λεπτὰ, ἵνα ξεκουρασθῶσιν οἱ βουλευταί, οἵτινες κάθηνται εἰς τὰ δωμάτια.
§149ΑΧΟΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι πρωτοφανής.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον.
§151ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα πλήρεις.
§152Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης· τί πειράζει ἂν ἦναι εἰς τὰ δωμάτια τινὲς βουλευταί.
§153ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ κανονισμός, ἐγένετο παρατήρησις, ἐὰν οἱ ἀπόντες εἰς τὰ δωμάτια θεωρῶνται παρόντες καὶ εἴπομεν ὄχι.
§154ΑΧΟΛΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης. (Θόρυβος).
§155ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα θέλει ἀποφασισθῆ διὰ ψηφοφορίας, καὶ ἂν ὑπάρχουν ψῆφοι ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, θὰ περάσῃ· ἀλλὰ ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν· ἄλλως εἶναι μία συναρπαγὴ τὸ τοιοῦτον. Τὸ ἐπιχείρημα λοιπόν, κύριοι, τῆς ἀνάγκης τῆς πατρίδος, ὑπὸ τὸ ὁποῖόν τινες ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσουν τὸ πνεῦμα τῆς προκειμένης ἐκποιήσεως, τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, λέγω, δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογήν· διότι, ἐὰν ἡ πατρὶς εὑρίσκετο τότε εἰς ἀνάγκην, καὶ ὅτε εὑρίσκετο εἰς ἀνάγκην, τότε οἱ Ἕλληνες ὤφειλον νὰ συνεισφέρωσι καὶ συνεισέφεραν τὰς ἰδίας των περιουσίας, δὲν ἐφρόντισαν ὅμως νὰ δώσωσι 5 καὶ νὰ ἁρπάσωσιν 100 ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς πατρίδος· (θόρυβος). Ἀλλά, κύριοι, οὔτε ἐκεῖνο εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πατρὶς εὑρίσκετο εἰς ἀνάγκην τότε, διότι ἐξ ὅσων γινώσκω ἐκ τῆς ἱστορίας, τῆς ὁποίας βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος νὰ ἐξελέγξω τὴν ἀλήθειαν, βλέπω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος δὲν ὑπηγόρευσε τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ αἱ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις τῆς Ἑλλάδος ἀπεφάνθησαν, ὅτι πᾶν ἄλλο ὑπῆρχεν εἰς τὴν προκειμένην πρᾶξιν, παρὰ ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος· διότι ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἡ πρᾶξις αὕτη χαρακτηρίζεται ὡς παράνομος. Πῶς λοιπὸν, Κύριοι, δύνασθε νὰ μοὶ ἀποδείξητε τὴν ἀνάγκην τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος σήμερον, ὕστερα ἀπὸ 40 ἔτη, ἐνῷ αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι, αἵτινες συνίσταντο ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐγίνωσκον τὰ πράγματα καλλίτερον, δὲν παρεδέχθησαν τοῦτο, καὶ δὲν ἐκύρωσαν τὴν πώλησιν διὰ μιᾶς πράξεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχει παρανομία, ὅτι κακῶς ἐπωλήθησαν τὰ κτήματα καὶ διὰ τοῦτο ἠκύρωσαν τὴν πώλησιν; Ἐγὼ ὅστις δὲν ἔχω συμφέρον εἰς τὴν νομιμοποίησιν τῆς πωλήσεως, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πάθη, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ἐξ ὅλων βλέπω, ὅτι τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδος τὴν μετεχειρίσθησαν ὡς ἓν ὅπλον πρὸ το συμφέρον των, ἥτις εἶναι παρανομία χειροτέρα. Ἀλλὰ, Κύριοι, πῶς δυνάμεθα σήμερον ἡμεῖς νὰ καταῤῥίψωμεν ἢ νὰ καταστρέψωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων; ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ μία Βουλὴ· ἡ ἀκύρωσις ἔχει τὴν γένεσιν εἰς μίαν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, τῆς ὁποίας χρεωστοῦμεν νὰ σεβώμεθα τὰς ἐντολὰς καὶ ἐν γένει τὰς πράξεις τῶν Συνελεύσεων. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λελυμένον, τὸ ἔχει λύσει τὸ ἔθνος εἰς τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις· δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ καταστρέψωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του ἀπεφάσισε· καὶ ἐὰν παραβιάσωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐθνικῶν συνελεύσεων, τὸ δεῖνα ψήφισμα τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως κλπ. καὶ σήμερον τὰ θεωρήσωμεν ὡς μὴ ὑπάρχοντα, καὶ κάμωμεν μίαν ἐναντίαν ἀπόφασιν, τότε ποῦ μένει ἡ ὕπαρξίς μας, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν νόμον, καὶ τί θέλει εἴπει δι’ ἡμᾶς ὅλος ὁ εὐρωπαϊκὸς κόσμος; καὶ ἠκούσατε, κύριοι, πῶς ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις αὕτη· οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος τότε· καὶ μολονότι ῥητῶς τοῖς εἶχεν ἀπαγορευθῆ νὰ πωλήσωσι τὰ ἐθνικὰ φθαρτὰ κτήματα, ἐκεῖνοι παρηνόμησαν καὶ ἐξεποίησαν δι’ ὀλίγων γροσίων τὰ καλλίτερα ἐθνικὰ κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν σήμερον τιμᾶται, καθὼς λέγουν, 500,000 δραχμῶν. Καὶ ποῦ τὰ ἐπώλησαν; ἐσεβάσθησαν τὰ καθεστῶτα νὰ ἐκθέσωσιν εἰς κοινὸν πλειστηριασμὸν ὅπως παρουσιασθῶσιν ὁ μὲν καὶ ὁ δέ; ὄχι· διότι δὲν ὑπάρχουν πρακτικὰ δημοπρασίας· καὶ ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε, ὅταν βλέπετε βεβαιωμένον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνήργησαν τὴν πώλησιν ἐκείνην, ἐγένοντο καὶ ἀγορασταί; τί δύνασθε νὰ ἀντιτάξητε εἰς αὐτὸ τὸ βεβαιωμένον γεγονός; Ποῖος ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀπαλλοτριώσωσι τὴν ἐθνικὴν γῆν, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες μας ἐπότισαν μὲ τὰ αἵματά των, καὶ ἐκτὸς τούτου ἐκεῖνοι νὰ τὴν πωλήσωσι καὶ ἐκεῖνοι νὰ τὴν ἀγοράσωσιν εἰς τιμὴν εὐτελεστάτην; καὶ σήμερον θέλετε νὰ καλύψωμεν μὲ τὸν πέπλον τὴν ἀσχημίαν τῶν πράξεων τούτων καὶ νὰ καταδικάσωμεν δύω Συνελεύσεις; Ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τοῦτο τὸ ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ καὶ δὲν τὰ ἔλυσαν προηγούμεναι συνελεύσεις· τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο ἐγὼ τὸ θεωρῶ λελυμένον καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ Κυβερνήτου, ἐπὶ τῆς βασιλείας ... (Θόρυβος). Βλέπετε, ὅτι ἐνδιαφέρεσθε; μετ’ ὀλίγον θὰ ζητήσωμεν μυστικὴν ψηφοφορίαν. — Ὁ Κ. Δημητρακόπουλος θέλει νὰ τοῦ δείξω πρᾶξιν ἐπὶ Κυβερνήτου· εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως τοῦ 1829· αὐτὴ λέγει, ἡ ἐκποίησις εἶναι παράνομος.
§156ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διάβασε νὰ ἴδωμεν τί λέγει, ποῦ τὴν εὑρίσκεις αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν.
§157ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Τί φοβεῖσθε τὰ δικαστήρια; ἔχομεν δικαιοσύνην.
§158ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις κλπ.
§159ΑΧΟΛΟΣ. Ἐτελείωσε;
§160ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ τελειώσω, Κ. Ἄχολε, μὴ φοβεῖσαι· τόσον ταχέως 2½ ἑκατομμύρια δὲν ἁρπάζουν. Ἀνεξαρτήτως, κύριε, τῶν ὅσα ἀπεφάσισαν αἱ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, παρατηρῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς βασιλείας εἰσήχθησαν νόμοι, εἰσήχθησαν ἁρμοδιότητες, εἰσήχθησαν δικαστήρια, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶχε καὶ τὸν δικαστήν του, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ τὸ δικάσῃ· εἶχε καὶ ἕνα, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ τὸ ἀκυρώσῃ. Τοὺς νόμους αὐτοὺς εἰσαχθέντας δὲν δυνάμεθα, δὲν πρέπει νὰ τοὺς καταστρέψωμεν, διότι ἐὰν καταστρέψωμεν τοὺς νόμους ἐκείνους διὰ τὰ κτήματα τὰ προκείμενα, τότε πρέπει νὰ τοὺς καταστρέψωμεν καὶ δι’ ὅλα τὰ ἐθνικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐπωλήθησαν ὑπὸ τὸ κῦρος αὐτοῦ τοῦ νόμου. Κατὰ τοὺς νόμους αὐτοὺς συνῆλθε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ν’ ἀναθεωρήσῃ τοὺς τίτλους τῶν πωλήσεων τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ ἐὰν τοὺς εὕρῃ τακτικούς, νὰ γνωμοδοτῇ περὶ τῆς ἐπικυρώσεώς των, καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ τοὺς ἐπικυρώσῃ· εἰδὲ μὴ νὰ ἀκυρωθῶσιν· ὑπάρχει ἅπασα αὐτὴ ἡ διαδικασία διεξηγμένη εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὄχι ὅπως ἡμεῖς, φωνὰς καὶ λόγια καὶ ἐπιχειρήματα, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλης τῆς ὑποθέσεως τὰ ἔγγραφα· εἶδεν, ὅτι ποῦ μὲν δὲν ἐνηργήθη δημοπρασία, ποῦ δὲ δὲν ἐνηργήθη κατὰ τοὺς τύπους· εἰς ἄλλο μέρος τὸ τίμημα ἦτο εὐτελές, εἰς ἄλλο δὲν ἔφθασεν οὔτε τὸν ἐλάχιστον ὅρον· εἰς ἄλλο δὲν ἐπληρώθη εἰς μετρητά, ἀλλ’ εἰς χαρτιά, καὶ εὗρεν, ὅτι αἱ πωλήσεις αὗται ἦσαν ἄκυροι, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, τὴν ὁποίαν εἶχε κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ἐπεκύρωσε τὰς πράξεις τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, καὶ αὗται εἶναι ἐπίσης ἀποφασιστικαὶ καὶ τελεσίδικοι. Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον, γινόμενοι καὶ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, παραγνωρίζοντες καὶ τὰ βασιλικὰ διατάγματα καὶ τοὺς ὑφεστῶτας τότε νόμους, νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ ἐν Ἄστρει δὲν ἤξευρε τὶ ἔλεγε, καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ ἐν Ἄργει δὲν ἐγνώριζε τὶ ἔπραττε, καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον παρηνόμησε, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ τὰ βασιλικὰ διατάγματα εἶναι παράνομα· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ νόμιμοι καὶ λέγομεν αὐτὰ τὰ κτήματα νὰ τὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; διατί; διότι τὰ κατέχουν ἤδη 40 ἔτη. Αὐτὸ δὲ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι τὸ ἀσθενέστερον, διότι, ἐὰν τὰ κατέχουν 40 ἔτη, θὰ εἴπῃ, ὅτι ὄχι μόνον τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν, ἀπήλαυσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματά των τριπλασίως καὶ τετραπλασίως τὰ ἔλαβον.
§161ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει παραγραφή;
§162ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παραγραφὴ δὲν εἶναι ἰδική μας δουλιά. Νομοθετικῶς εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν αὐτὰ τὰ κτήματα, ὄχι μόνον τὰ ἠγόρασαν παρανόμως, ἀλλὰ καὶ αὐθαιρέτως, δὲν ἠθέλησαν νὰ τὰ ἐγκαταλείψουν ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, τὸ δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποβολὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τῆς κατοχῆς αὐτῶν τῶν κτημάτων. Καὶ τὸ δημόσιον, κύριοι, δὲν τοῦ ἐπιτρέπομεν ν’ ἀδικῇ ἢ αὐτοὺς τοὺς συμπολίτας μας, δὲν λέγομεν νὰ πάρῃ τὰ κτήματά του καὶ νὰ μὴ δώσῃ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον κατέβαλον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ τὰ διατάγματα τοῦ Ὄθωνος καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων λέγουν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀγορασταὶ πρέπει ν’ ἀποζημιωθοῦν, νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν πρὶν πωληθοῦν τὰ κτήματα. Τί ἔχουν λοιπὸν σήμερον νὰ παραπονῶνται, ἐὰν εὑρεθεῖσα εἰς ἀνάγκην ἡ πατρὶς ἐπώλησε κτήματα, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ἑκατομμύρια, δὲν ἔλαβον τίποτε, εἷς αὐτοὺς δὲ λέγομεν νὰ λάβουν τὰ χρήματά των ὀπίσω, διατί; διότι παρανόμως οἱ αὐτοὶ ἐπωλήσατε, οἱ αὐτοὶ ἠγοράσατε· φέρετε τὰ κτήματα, λάβετε τὰ χρήματα. Ἄλλοι μᾶς λέγουν, ὅτι θέλουν κινήσει κατὰ τὸν ὑπουργὸν 500, κατὰ δὲ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν 700 δίκας. Ὁ λόγος αὐτὸς, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι ἠναγκασμένον νὰ κινήσῃ πολλὰς δίκας ἐναντίον τῶν σημερινῶν κατόχων διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, δὲν εἶναι λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δημόσιον πρέπει νὰ χάσῃ τὰ δικαιώματά του· ἐπειδὴ ὀφείλει νὰ διεξαγάγῃ δίκας, ἄρα πρέπει νὰ χάσῃ τὰ δικαιώματά του; εἶναι τοῦτο λόγος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μᾶς παρακινήσῃ νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ δημοσίου νὰ μὴ εἰσάξουν τὰς ἀγωγὰς διὰ ν’ ἀνακτήσουν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου; πρέπει νὰ συγχωρήσωμεν εἰς πάντα, ὅστις ἀθεμίτως κατέχει κτήματα τοῦ δημοσίου, νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ τὰ κατέχῃ, διότι δὲν πρέπει τὸ δημόσιον νὰ κινήσῃ δίκας. Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι ὅλως παράλογος, διότι οἱ ἀγορασταὶ δὲν ἦσαν καλῆς πίστεως, διότι ὅλα τὰ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων ἦσαν γνωστὰ, καὶ ὅταν εἷς λέγῃ, ὅτι τὸ δεῖνα κτῆμα τὸ ἠγόρασέ τις παρανόμως, ὅποιος τὸ ἠγόρασε κατόπιν εἶναι κακῆς πίστεως κάτοχος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν παραγραφήν. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ κάτοχοι δὲν ἦσαν κάτοχοι καλῆς πίστεως· ὅσοι ἠγόρασαν ἀπ’ αὐτοὺς, ἂς ζητήσουν τὰ χρήματά των ἀπὸ ἐκείνους· ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ ἀφήσῃ τὸ δημόσιον αὐτὰ τὰ κτήματα. Ἡ δαπάνη δὲ τοῦ δημοσίου δὲν εἶναι ὑπέρογκος, διότι ὅταν ἕνα δικηγόρον πληρώσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀνὰ 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, αὐτὸς θὰ τὰς διεξάξῃ, καὶ ἅμα ἀποφασισθῇ μία δίκη, δύω, τρεῖς, ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ εἴπουν, παρὰ νὰ πληρώσωμεν δικηγόρους, χαρτόσημον καὶ νὰ τρέχωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἂς παραδεχθῶμεν μίαν ἀποζημίωσιν. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν παραγραφὴν, ἡ ὁποία προτείνεται, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν πότε ὑπάρχει παραγραφὴ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, καὶ ἂν ἡ παραγραφὴ αὕτη δύναται νὰ ὠφελήσῃ τοὺς σήμερον κατόχους. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ἐφρόντισε νὰ συμβουλευθῇ νομομαθεῖς, νὰ συμβουλευθῇ ὁλοκλήρους σχολὰς Εὐρωπαϊκὰς, καὶ νὰ ἔχῃ μίαν λύσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ δίκαι τοῦ δημοσίου δὲν παραγράφονται παρὰ μετὰ 40 ἔτη εἰς τρόπον, ὥστε.....
§163Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε ν’ ἀναγνώσητε τί λέγουν οἱ Γερμανοί;
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθησαν καὶ θὰ δημοσιευθοῦν αὐτά.
§165ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τρόπον ὥστε, λέγω, ὅτι, ἀφοῦ αἱ δίκαι εἰσήχθησαν ἤδη ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου κατὰ τῶν παρανόμων κατόχων τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἡμεῖς οὔτε ἁρμόδιοι πλέον εἴμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων, οὔτε, ἐὰν ἤμεθα ἁρμόδιοι, ὑπάρχουν λόγοι, οἵτινες νὰ δικαιολογήσουν τὸν σφετερισμὸν αὐτὸν τῆς δημοσίας περιουσίας — περιουσίας, κύριοι, ἡ ὁποία κατὰ τὰς ἀ. παραστάσεις τῶν γνωριζόντων αὐτὴν ἀναβαίνει εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σεβασθῇ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων, καὶ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, καὶ ν’ ἀπέχῃ τοῦ νὰ δώσῃ λύσιν ἀπότομον καὶ λύσιν ἐναντίαν τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καραμάνος.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Κ. Καραμάνος εἶναι σύμφωνος· ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Ῥηγόπουλος.
§168ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, ἀλλὰ, νομίζω, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§169ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, διότι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις δὲν ἀποβλέπει μόνον σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀποβλέπει καὶ τὴν τύχην τῶν κατοίκων ὁλοκλήρου ἐπαρχίας. Ἴσως τινὲς νομίσουν, ὅτι, ἐὰν ζημιωθῇ τὸ δημόσιον κατά τινα ἑκατομμύρια, δὲν πειράζει, ἀλλ’ ἂς προσέξουν, ὅτι ἕνεκα τῆς ζημίας τοῦ δημοσίου θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ὑποδούλωσις ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας. Κύριοι! Ἡ λυπηρὰ εἴδησις, ὅτι εἷς τῶν βουλευτῶν ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωρισθῶσιν οἱ τίτλοι τῶν κατόχων τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, δηλαδὴ ν’ ἀναγνωρισθῶσιν τίτλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν, ἅμα διεδόθη προχθὲς εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ λύπη καὶ φρικίασις κατέλαβε τοὺς κατοίκους αὐτῆς. Αὐθημερὸν συνῆλθον οἱ δυστυχισμένοι αὐτοὶ καὶ συνέταξαν αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω, καὶ εἰς τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον παρακαλῶ νὰ προσέξητε. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν.)
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ὑπογραφαὶ εἶναι ἐπικυρωμέναι;
§171ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Εἶναι ἐπικυρωμέναι, καὶ ἐὰν ὁ τόπος σου περιστοιχῆται ἀπὸ ἐθνικὰς γαίας, μάθετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπαρχία δὲν ἔχει οὔτε σπιθαμὴν γῆς. Κύριοι, ὡς προεῖπον, τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀποβλέπει μόνον τὴν περιουσίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὴν τύχην ὁλοκλήρου ἐπαρχίας· διότι εἰς τὸν δῆμόν μας ὅλας τὰς ἐθνικὰς γαίας τὰς ἠγόρασαν κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τοῦ 1826. Ἐπειδὴ ἴσως πολλοὶ δὲν γνωρίζουσι τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ ἴσως νομίσουν, ὅτι μικρόν τι πρᾶγμα εἶναι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν μικρὰν καὶ σύντομον περιγραφὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Κύριοι, εἶναι ἐν Τροιζῆνι τέσσαρα τοιαῦτα κτήματα, ἐν Ἀργολίδι δὲ ἄλλα τέσσαρα Πρῶτον τὸ κτῆμα «Ἀπάθεια», τὸ χωρίον «Ἀπάθεια», Κύριοι, περιέχει 12,000 στρεμμάτων γῆς πεδινῆς καὶ 16000 στρεμμάτων ὀρεινῆς, καὶ ποῖον ἦτο τὸ τίμημα; Τὸ κτῆμα αὐτὸ κατοικούμενον ἄλλοτε ὑπὸ 20, 25 οἰκογενειῶν χωρικῶν, σήμερον δὲν κατοικεῖται ὑπ’ οὐδεμιᾶς. Ὅλη αὐτὴ ἡ πεδιὰς κεῖται σήμερον ἔρημος καὶ χρησιμεύει μόνον διὰ τὰ ζῶα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τοὺς ἀγοραστὰς ν’ ἀγοράσουν τὸ κτῆμα αὐτὸ, εἶναι τρία σημαντικὰ περιβόλια. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι τὸ περιβόλι, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ὑπὸ τοῦ Κ. Πεῤῥωτοῦ ἐκεῖ πλησίον πέρυσιν ἀντὶ 95,000 δραχ. εἶναι πολὺ ὑποδεέστερον ἑνὸς αὐτῶν· ἓν ἕκαστον αὐτῶν θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 150000 δραχ. Λοιπὸν τὸ κτῆμα αὐτὸ παρετηρήθη, ὅτι ἔχει τρία τοιαῦτα προσοδοφόρα περιβόλια· παρετηρήθη, ὅτι εἶχεν ὑδρομύλους, ὅτι εἶχεν ἀμπέλια, ὅτι εἶχεν ἐλαιόδενδρα.
§172ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἔγειναν αὐτά;
§173ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ὄχι ἦσαν. Παρετηρήθη, ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἦτο παραθαλάσσιον, εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἀπέχει 2/4 τῆς πόλεως τοῦ Πόρου. Λοιπὸν τὸ κτῆμα αὐτὸ τὸ τόσον σπουδαῖον, τὸ τόσον προσοδοφόρον καὶ τόσον σημαντικὸν, ἠγοράσθη ἀντὶ 116000 γροσίων· ἀλλ’ ἐδόθησαν τὰ χρήματα αὐτά; ὄχι· μόνον 5000 γρόσια ἐδόθησαν· μολονότι δὲ τὸ κτῆμα τοῦτο εἶναι παρημελημένον καὶ δὲν περιποιοῦνται οἱ κάτοχοι εἰμὴ μόνον τὰ περιβόλια, κερδίζουν ἐκ τοῦ κτήματος αὐτοῦ οἱ τρεῖς αὐτοῦ κάτοχοι 60,000 δρ. κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰ περιβόλια, τοὺς ὑδρομύλους, τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ τὰ ἀμπέλια. Εἶναι δίκαιον τοῦτο, κύριοι, εἶναι θεμιτὸν 5,000 γροσίων νὰ κερδίζουν κατ’ ἔτος 60,000 δραχμάς; Μετὰ τὸ κτῆμα τοῦτο εἶναι τὸ κτῆμα «Δαμαλᾶ.» Τὸ κτῆμα αὐτὸ περιέχει 15,000 στρεμμάτων πεδινῆς γῆς, ἐκ τῆς ὁποίας αἱ 3000 στρεμμάτων εἶναι ποτιστικὴ γῆ, καὶ 2,000 στρεμμάτων εἶναι πρὸς τὴν θάλασσαν, τὴν ὁποίαν ὀνομάζουν «Βενετιὰν» δηλ. παράγει τὰ προϊόντα ἐν τοιαύτῃ ἀφθονίᾳ, ὥστε ὠνομάσθη «Βενετιά.» Τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐπίσης ἔχει τρία τοιαῦτα περιβόλια παλαιά, ἔχει ὑδρομύλους, ἔχει ἀμπέλια. Ἐκ τῶν κτημάτων αὐτῶν κερδίζουν ἐπίσης οἱ κάτοχοι πλέον τῶν 40,000 δρ. κατ’ ἔτος· πόσον δὲ ἔδωκαν; Ἔδωκαν 80,000 γροσίων. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως..........
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἄλλοτε. Κατὰ τὸν κανονισμὸν νομίζω, ὅτι ἀγορεύει ἄλλος, ὅταν πρόκηται ν’ ἀντιλέξῃ κατὰ τοῦ προαγορεύσαντος. Ὁ Κύριος ὅμως Καραμάνος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα κύριον Κυπριάδην.
§175ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τουρκοκρατείας τὸ χωρίον Δαμαλᾶ εἶχε 120 οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ὅμως σήμερον καταπιεζόμεναι καὶ βασανιζόμεναι ἠλαττώθησαν εἰς 60.
§176ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;
§177ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ὡς ἀγωγιᾶται, ὡς κηπουροί· τινὲς ζῶσι βίον ἀλήτου· τοῖς ἀπαγορεύεται ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐπὶ τουρκοκρατείας εἶχον 150 στρέμματα ἀμπέλων· κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστάσεως ἐνεφύτευσαν καὶ 400 ἄλλα στρέμματα, ἅμα ὅμως ἐγκατεστάθησαν αὐτοὶ οἱ παράνομοι ἀγορασταὶ, τοὺς ὑπεχρέωσαν νὰ πληρόνουν αὐτοὶ οἱ δυστυχισμένοι ἓν τάλληρον δι’ ἕκαστον στρέμμα· διὰ τὰ 400 λοιπὸν στρέμματα τῆς ἀμπέλου πληρόνουν 400 δίστηλα.
§178ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν πληρώνουν τίποτε.
§179ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Λοιπὸν τότε ἂν ἀμφιβάλλετε, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ ἐπιτόπιος ἀρχὴ ἢ νὰ ἔλθουν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς νὰ τοὺς ἐρωτήσητε. Αὐτὴ ἡ ἐκτεταμένη γῆ τοῦ Δαμαλᾶ ἡ συγκειμένη ἐκ 15,000 στρεμμάτων καὶ ποτιζομένη ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ Κρεμαστοῦ ποταμοῦ, αὐτὴ ἡ εὐτυχὴς πεδιὰς μένει ἀκαλλιέργητος, ἐν ᾧ ἐπὶ τουρκοκρατείας ὅλη ἐκαλλιεργεῖτο· ἐν τούτοις σήμερον μένει νεκρὰ καὶ χέρσος καὶ δὲν βλαστάνει εἰμὴ φλῶμον καὶ λυγαριαῖς. Θὰ εἰπῆτε, διατὶ δὲν καλλιεργεῖται; δὲν καλλιεργεῖται, διότι δὲν ἐπιτρέπουν οἱ κάτοχοι τῶν κτημάτων εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς νὰ τὴν καλλιεργήσωσι. Διὰ τοῦτο ἵνα τοὺς φέρωσιν εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπελπισίαν καὶ ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς των, ὅπως μὴ ἔχωσιν αὐτοὺς ἐνώπιόν των καὶ ἐξελέγχωσι τὰς ἀσυνειδήτους πράξεις των, ἔλαβον χώραν τόσαι καταπιέσεις ὥστε πολλοὶ φόνοι ἐγένοντο. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των προέβησαν εἰς τὸ ἑξῆς κακούργημα· ἔκοψαν πολλὰ δένδρα τῶν κατόχων, καὶ ἕνεκα τούτου πολλοὶ ἀπήχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς κακοῦργοι. Φαντασθῆτε τὴν θέσιν τοιούτων ἀνθρώπων δυστυχῶν, οἵτινες ἕνεκα τῆς δυστυχίας καὶ τῶν καταπιέσεων ἀναγκάζονται νὰ γίνουν κακοῦργοι· οὕτω θέλει ἡ Βουλή; χάριν λοιπὸν προσώπων τινῶν νὰ δυστυχῇ ὁ λαός; Εἶναι τὸ χωρίον Κοκινιὰ, πλούσιον καὶ ἐκτεταμένον, ἔχει γαίας περιῤῥύτους, καὶ εὐφορωτάτας, καὶ αὐτοῦ ὅμως ἡ γῆ μένει νεκρά. Εἶναι τὸ χωρίον Μαζώματα, ἔχον καὶ τοῦτο γαίας ἐκτεταμένας· ἔλαβε ὅμως τὴν δυστυχίαν νὰ καταστραφῇ. Ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ 30 οἰκογένειαι γεωργικαὶ, τὰς ὁποίας εἶχον ἐγκαταστήσει οἱ Τοῦρκοι καὶ εἰς τὰς ὁποίας εἶχον παραχωρήσει εἰς ἑκάστην 3 στρέμματα ἀμπέλου· οἱ ἰδικοί μας ὅμως κάτοχοι τοὺς ἀπεδίωξαν, τοὺς κατέστρεψαν καὶ τοὺς ἐπώλησαν καὶ τ’ ἀμπέλια, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἐπρόσφεραν. Ἀλλὰ ἵνα δύνανται οἱ κάτοχοι νὰ διαπράττωσιν ἀκωλύτως καὶ ἀτιμωρητὶ τὰ τοιαῦτα, τὶ ἔπραξαν; ἐνήργησαν, ὥστε ὅλαι αἱ ἀρχαὶ αἱ διοικητικαὶ ἀπὸ τὸν Πόρον νὰ ἐκλείψουν. Ὑπῆρχε διοικητὴς εἰς τὸν Πόρον ἐπὶ Καποδιστρίου· ἅμα τῇ ἐλεύσει τοῦ Ὄθωνος ἦτο ἔπαρχος.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε ἐντὸς τῆς προτάσεως.
§181ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ ζητήματος· ἵνα μὴ ὑπάρχωσι λοιπὸν ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα νὰ παρατηρῶσι τὰ δεινὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τῶν καταπιεζομένων, τὰ ἐξήλειψαν λέγοντες χάριν οἰκονομίας· ἔλειψε λοιπὸν ὁ ταμίας, ἐνῷ οἱ πρόσοδοι εἶναι εἰς τὴν Τροιζηνίαν, ὁ ὑπομοίραρχος, ὅλαι αἱ ἀρχαί, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἐκεῖ τὸ ὄμμα τῆς ἐξουσίας, ὅπως βλέπῃ τὰς καταδυναστεύσεις τῶν χωρικῶν.
§182ΚΟΡΙΖΗΣ. Εἰς τὰ 1862 εἶχον 50 χωρικοὺς εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἦλθεν ἡ μεταπολίτευσις καὶ τοὺς ἔβγαλε.
§183ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ ᾖναι ἔπαρχος εἰς τὸν Πόρον καὶ διοικητὴς, ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ὑπάγεται εἰς τὴν Ὕδραν· ἐφρόντισαν ὅμως οἱ κάτοχοι καὶ δημάρχους νὰ κάμουν ἰδικούς των καὶ βουλευτάς.
§184ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§185ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἂν σεῖς διάκεισθε καλῶς, ἡμεῖς πάσχομεν. Διὰ τοῦτο ποτὲ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας δὲν ἀνέφερον εἰς τὴν κεντρικὴν ἀρχὴν τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπαρχία αὕτη πάσχει, οὔτε οἱ βουλευταί, διότι ἦσαν ὄργανα αὐτῶν τῶν κατόχων. Ἐκ τῶν λόγων τούτων βλέπετε, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μικρὰ ὡς ὑπερβαίνουσα τὰ 20 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν κατοίκων ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, οἵτινες κατεστάθησαν δοῦλοι τῶν παρανόμων αὐτῶν κατόχων τῆς κακῆς πίστεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ πράγματος προαπεφασισμένου; Τὶ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ; ὅτι οἱ τίτλοι τῶν κατόχων αὐτῶν εἶναι ἔγκυροι; ἔχουσι τίτλους αὐτοί; ἐζήτησαν καὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα τίτλους, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἔλαβον· τίτλους δὲν ἔχουσι· πῶς δύνασθε σεῖς νὰ τοὺς εἴπητε ἔχετε τίτλους ἢ νὰ τοὺς δώσητε τίτλους ἰδιοκτησίας; Ἂν ἐννοῆτε τὰ χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν, εἶναι ἄκυρα.
§186ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης. (θόρυβος)
§187ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀνατρέψῃ τὰς ἀποφάσεις, τὰ θεσπίσματα τῶν Συνελεύσεων τῆς γενεᾶς ἐκείνης, ἡ ὁποία μᾶς ἔδωκε τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰς γαίας ταύτας; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμέν τι ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνελεύσεων; Ἀφοῦ αἱ Συνελεύσεις τῆς ἱερᾶς ἡμῶν ἐπαναστάσεως ἀπεφάσισαν τὰ κτήματα νὰ ᾖναι ἐθνικά, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν νὰ γίνωσιν ἰδιοκτησία; τοῦτο εἶναι μία ἀσέβεια πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων. Καὶ ὄχι μόνον αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων ἀπεφάσισαν περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἑπόμενοι νόμοι γενικοὶ ἐκδοθέντες, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ διασωθῇ καὶ διατηρηθῇ ἡ ἐθνικὴ περιουσία καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1835. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων· δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀντιβαίνουσαν εἰς προγενεστέρους νόμους· δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνευλαβὴς πρὸς τὴν ἱερὰν ἡμῶν ἐπανάστασιν. Ἄλλως τε διατὶ νὰ σπεύδωμεν; ἡ δικαιοσύνη ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὑτῆς, ἤδη ἐκινήθησαν αἱ ἀγωγαὶ κατὰ τῶν παρανόμων ἀγοραστῶν καὶ κατὰ τὰς 27 τοῦ μηνὸς δικάζονται. Φιλονεικοῦν τινες, ὅτι παρεγράφη τὸ δικαίωμα· ἂν τοιοῦτον ὑπάρχῃ καὶ δικαιωθῶσιν ἀπέναντι τοῦ δικαστηρίου ἂς τὰ ἔχωσιν· ἄλλως τε διατὶ ἡ Βουλὴ νὰ δωρήσῃ τὰ ἐθνικὰ κτήματα πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ὑποδουλώσῃ ὁλόκληρον ἐπαρχίαν; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως αὑτῆς, θεωρῶν ἀναγκαῖον ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα τὰ δικαστήρια ἐπιληφθῶσι ταχέως καὶ ἐπισπεύσωσι τὴν λύσιν, ὅπως ἡ τύχη ἑνὸς ἑκάστου ἀποφασισθῇ.
§188ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, οὔτε περὶ τῆς ἐποποιΐας τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, οὔτε περὶ τῆς θρηνῳδίας τῶν συμφορῶν αὐτοῦ. Ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ Μεσολόγγιον τῆς γιγαντιαίας ἐκείνης ἐποχῆς ἐγείρονται ἐπὶ τῶν παθῶν καὶ τῶν ῥητορειῶν ἡμῶν τῶν σημερινῶν, καθὼς αἱ θεῖαι στῆλαι τοῦ Παρθενῶνος ἐγείρονται ἐπάνω ἀπὸ τὰ κύματα τῶν αἰώνων. Τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω προσπαθήσει συντόμως καὶ καθαρῶς νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὅσον τὸ δυνατόν. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἂν ἐπωλήθησαν καλῶς ἢ κακῶς αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ἂν παρεγράφη τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαιτήσεως ἀπὸ μέρους τοῦ δημοσίου· πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ὡς Βουλὴ ἀντιπροσωπεύουσα τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πολιτικήν του ἔποψιν. Κύριοι, ὅταν ἓν ἔθνος εὑρίσκεται εἰς μίαν ὑπερτάτην ἀνάγκην, εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἱερωτέρων ἀγώνων, εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν τῆς προσωπικότητός του, αὐτῆς τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τῆς ἐλευθερίας του, καὶ ἀναγκασθῇ, χάριν τῆς σωτηρίας του, νὰ προστρέξῃ εἰς μέσα τινὰ παρόμοια, ἡ ἀνάγκη αὕτη διὰ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ἀποτελεῖ δίκαιον, ὡς εἶναι καὶ τὸ φυσικὸν δίκαιον. Ἡ ἀνάγκη ἡ ἐθνικὴ εἶναι ὑπεράνω πάντων τῶν ἄλλων συμφερόντων, ἑπομένως μία ἀνάγκη ὑπερτέρα ἀποτελεῖ δίκαιον, droit· καὶ ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη· καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει δικαίωμα κατὰ τοῦ δικαίου: il n'y a pas de droit contre le droit. Ἀλλὰ δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ δικαστικῶς τὸ ζήτημα; κατ’ ἐμὲ ὄχι. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκφράσῃ ὁποιανδήποτε γνώμην θέλει, ἀλλὰ δικαστικῶς δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ. Δὲν ἐξετάζω, ἂν δύω ἢ τρεῖς ἢ μία Συνέλευσις ἠκύρωσε τὰς πράξεις ἐκείνας τοῦ τότε βουλευτικοῦ καὶ τῆς τότε κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ δίκαιον ἐθνικὸν, προελθὸν ἀπὸ ὑπερτάτην ἀνάγκην ἐθνικῆς σωτηρίας, κατ’ αὐτοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιστρατευθῇ. Ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὴν ἐκφράσω, εἶναι αὕτη, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἵσταται ὡς εἷς νόμος, ἀποῤῥέει ἀπὸ μίαν μεγάλην ἐθνικὴν ἀνάγκην, εἶναι ὡς νόμος ἄγραφος, ὡς νόμος κατὰ τοῦ ὁποίου ἕτεροι νόμοι γραπτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσουν· καὶ ἐπειδὴ πρὸς τούτοις οἱ κάτοχοι τῶν πωληθέντων αὐτῶν κτημάτων, κατέχουν αὐτὰ 39 ὅλα ἔτη, καὶ πολλὰ ἐξώδευσαν διὰ νὰ τελειοποιήσουν αὐτὰς τὰς γαίας, ὁποιονδήποτε δικαστήριον ὄχι μόνον Ἑλληνικὸν, ἀλλ’ ὁποιονδήποτε, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμος, καὶ τὴν κατοχὴν τῶν 39 ἐτῶν, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς τελειοποιήσεως τῶν γαιῶν, δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ δικαίωμα κατὰ τοῦ δικαίου, δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀγοράσαντας αὐτάς. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἀδιαφορῶ τί ἔκαμε, τί ἀπεφάνθη ἓν δικανικὸν συμβούλιον τοῦ Βερολίνου, ὅτι δὲν παρεγράφη τὸ δικαίωμα. Τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον παρεγράφη, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑνὸς δικαίου, ἀποῤῥέοντος ἀπὸ ἐθνικὴν ἀνάγκην καὶ ὄντος ὡς νόμος ἄγραφος. Φρονῶ λοιπὸν καὶ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ δικαστικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ὑπὸ δὲ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν ἐξετάζουσα αὐτὸ, ὀφείλει νὰ θεωρήσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, ὡς δίκαιον, καθ’ οὗ οὐδὲν δικαίωμα δύναται νὰ ἰσχύσῃ.
§189ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ τὴν ἐμβριθῆ ὁμιλίαν τοῦ Κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε λάβει τὴν τόλμην τις νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν ἐπὶ ζητημάτων τόσον καθαρῶν. Παρ’ ἐλπίδα εἶδον τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ὁ ὁποῖος ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἠδυνήθη διὰ τῆς νευρώδους ὁμιλίας του καὶ τῆς καταπληκτικῆς φωνῆς του νὰ σαλεύσῃ πεποιθήσεις τινάς. Ἀλλ’ ἂν ἤθελέ τις μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς προσέξει, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὑπερησπίζετο τὸ ἄδικον· διὰ τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἡ ὁμιλία του εἰς οὐδὲν ἄλλο περιστρέφετο παρ’ ὅτι ἡ ἀρχὴ ἦτο ἡ ἐπανάστασις καὶ τὸ τέλος ἡ ἐπανάστασις. Τόσῳ δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ συνάδελφος Πετιμεζᾶς δὲν παρεδέχετο κατ’ οὐσίαν ὅ,τι ἔλεγε, διότι ἀπέδωκε τὸ πᾶν εἰς τὴν ἀνάγκην· παρεδέχετο τὸ παράνομον, τὸ ὁποῖον αἱ Συνελεύσεις κατέδειξαν, ἀλλ’ ἀπέδιδε τὸ πᾶν εἰς μίαν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία Βουλή, ἡ ὁποία νὰ συγχωρήσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὥστε οἱ λόγοι του ἦσαν, πιστεύω, ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς του. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τόσῳ σπουδαῖον, ὥστε βεβαίως εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου, καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ ἐνταῦθα, ἵνα σᾶς παρουσιάσω τὰς ἀποδείξεις τοῦ νομίμου, καθόσον παραδέχομαι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπαιτεῖ δικαστικὰς γνώσεις, τῶν ὁποίων στεροῦμαι. Ἠπόρησα ἀληθῶς πῶς αἴφνης ἦλθε σήμερον ἓν τοιοῦτον ζήτημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο ἡ σειρὰ σήμερον νὰ ἔλθῃ, διότι ἡ ἰδία Βουλὴ ἀπεφάσισε μετὰ τὸ τέλος τοῦ φορολογικοῦ νόμου νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος. Ὑπάρχουν ὡσαύτως ἕτερα ζητήματα ἐκκρεμῆ περὶ ἀφομοιώσεως, ἐφ’ ὧν εἴχομεν μελετήσει καὶ σκεφθῆ· αἴφνης ὅμως ἔρχεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελεν ἔλθει, καὶ ζητοῦν τινες ἐξ ἐφόδου νὰ τὸ λύσουν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ 8 χωρία καὶ πολλὰς ἑκατοντάδας δραχμῶν. (Θόρυβος). Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦσαν ἐῤῥιμμένα μέχρι τῆς σήμερον εἰς γωνίαν τινά, ἐνῷ ὠφείλετο ἀπὸ τὸ προεδρεῖον νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§190ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς τὰ ἔφερε.
§191ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὤφειλεν ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ τὰ δώσῃ εἰς τύπωσιν καὶ νὰ ἔλθῃ κατόπιν εἰς συζήτησιν, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ μόνον καὶ μόνον τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀλλὰ μυρία ὅσα κτήματα, τὰ ὁποῖα κατεπλακώθησαν ἀπὸ πολλοὺς, ἐνῷ ἄλλαι οἰκογένειαι ἔδωκαν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν καὶ κατεστράφησαν, καὶ δὲν ἔχουν σήμερον μήτε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Ἀναγινώσκω, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόῤῥοια σπουδαίας ἐπεξεργασίας τριῶν ὑπαλλήλων τότε, τοὺς ὁποίους προηγουμένως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὠνόμασε, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν νόμων καὶ τῶν διαταγμάτων ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν κατηρτίσθη. Παρετήρησα ὅτι κατὰ τὸ 1825 ἐγένοντο δύω ἐκποιήσεις, ἡ μὲν πρώτη συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους αἱ ἐν Ἄργει καὶ Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεις ἀπεφάσισαν· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐγένετο καὶ ἐκποίησις φθαρτῶν κτημάτων ἐναντίον τοῦ νόμου, χωρὶς συνάμα ἡ διοίκησις τότε νὰ περιλάβῃ τοὐλάχιστον, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τῶν Συνελεύσεων τούτων, νὰ μὴ πωλῶνται μήτε ἐργαστήρια καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἡ διοίκησις εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἔκαμε τὴν πώλησιν, συνέστησε μίαν ἑπταμελῆ ἐπιτροπὴν ἀπὸ διάφορα ἄτομα, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν τὰ ἀνέφερεν· ἐγὼ σᾶς τὰ ἀναφέρω ὅλα. Στ. Στάϊκος, Ἀντωνόπουλος....
§192ΤΙΝΕΣ. Τὰ εἶπε (Θόρυβος).
§193ΣΤΡΑΤΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἦσαν 3, 4 ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐὰν παρακάτω θελήσω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς διαφόρους ἀγορὰς, συμπεριελήφθησαν ὅλα εἰς τοὺς ἀγοραστὰς, δηλ. ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἀγορὰς ὁ Ἀντωνόπουλος καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι· ἂν δὲ διεξέλθετε ἐπισταμένως τὰς ἀγορὰς ταύτας ἑκάστου κτήματος, θὰ ἴδετε ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων ἔχουν μέρος εἰς τὰς ἀγοράς, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ὁ Κ. Θεοχάρης ὁ γαμβρὸς τοῦ μακαρίτου Μπόταση, ὅστις ἔφερε τὴν πρότασιν, ὄχι, ἀλλ’ εἶναι πολὺ σπουδαῖα πρόσωπα, π. χ. ὁ Κ. Βούλγαρης, ὁ Κεχαγιᾶς, γαμβρὸς τοῦ Κ. Ἀντωνοπούλου, ὁ Κ. Τρικούπης....
§194ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἀναφέρετε ὀνόματα, πρέπει νὰ γίνωνται καὶ ἐξηγήσεις· θὰ εἴπω μόνον δύω λέξεις....
§195ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ ταῦτα.
§196ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνεφέρετε ἐμὲ καὶ ἔχετε λάθος.
§197ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πατήρ μου τότε εἶχε συνεισφέρει πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, εἶχε δηλ. πάρει ἓν μέρος, τὸ ὁποῖον ἐγκατέλιπε κατόπιν.
§198ΣΤΡΑΤΟΣ. Τέλος πάντων βλέπετε, ὅτι εἶναι κάμποσα πρόσωπα.
§199ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὁ Κ. Βούλγαρης ἔχει κληρονομίαν ἀπὸ τὸν πενθερὸν του τοιαῦτα κτήματα.
§200Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, Κ. πρόεδρε;
§201ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ Κ. Κοριζῆς ἔχει ἀντίθετον συμφέρον.
§202ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἔχω κἀνὲν συμφέρον· ὁ Κ. Βούλγαρης, Μιαούλης καὶ Κουντουριώτης ἔχουν πατρικὰ κληρονομικὰ συμφέροντα καὶ ὁ Κ. Ῥοῦφος ἐπίσης.
§203ΣΤΡΑΤΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, ἀνέφερα τὰ ὀνόματα ταῦτα, ὄχι διότι ἐγκαλάπτω εἰς αὐτοὺς τι ἄδικον, ἀλλὰ διότι ηὗραν τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἠγόρασαν· τὰ ἀνέφερα μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι σπουδαία, καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν ἐτυπώθησαν, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰσήχθη ἐν τοῖς δικαστηρίοις, καὶ πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων, καὶ διότι πολλὰ πρόσωπα ἐκ τῶν βουλευτῶν συνδέονται μὲ τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, διότι τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς μίαν μὴ ἀπαιτουμένην στιγμὴν, καὶ διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω καὶ ἐπιμένω, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἀναβληθῇ καὶ τὰ ἔγγραφα τυπωθῶσι, καὶ τότε νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§205ΣΤΡΑΤΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς αὐτὰ, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων.
§206ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἐῤῥέθη, κύριοι, ὅτι διετάχθη καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Μεσολογγίου ἠναγκάσθη ἡ προσωρινὴ διοίκησις τότε νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὰ τὰ κτήματα· αὐτὴ ἡ αἰτιολογία δὲν εἶναι βάσιμος· διότι ἂν οἱ τότε ἀποτελοῦντες τὴν προσωρινὴν διοίκησιν ἐνεπνέοντο ὑπὸ τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ διασώσωσι τὸ Μεσολόγγιον, δὲν θὰ ἦσαν καὶ οἱ ἴδιοι ἀγορασταί. Ἔπειτα, κύριοι, γνωρίζετε μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας καὶ βεβαιότητος, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐνηργεῖτο ἡ ἐκποίησις αὐτῶν τῶν κτημάτων, ἦτο ἐμποδισμένη ἡ ἐλευθέρα προσαγωγὴ καὶ ὁ συναγωνισμός· πολλοὶ τῶν συμπατριωτῶν μου μετέβησαν εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ δὲν ἐγένοντο παραδεκτοί· ὥστε ἐκ προθέσεως ἐξεποιήθησαν αὐτὰ τὰ κτήματα· τὴν πρόθεσιν δ’ αὐτὴν ἐννοήσασα καὶ κατιδοῦσα ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσις ἠκύρωσε τὴν πώλησιν αὐτήν. Θέλω λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ κτήματα ἐξεποιήθησαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ σφετερισθῶσι, καὶ τὸν σφετερισμὸν αὐτὸν θέλουσαι αἱ Συνελεύσεις νὰ στηλιτεύσωσιν, ἐθέσπισαν, ὥστε τὰ κτήματα αὐτὰ νὰ μένωσιν ἐθνικά. Ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἤθελον ἀναμείνει τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων· μὲ λύπην μου ὅμως βλέπω νὰ παρακάθηνται καὶ νὰ σπεύδουν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἀφαρπάσωσιν αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφίσῃ τὴν δικαιοσύνην νὰ ἀποφασίσῃ· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐπειδὴ πολλὰ πρόσωπα ἐνδιαφέρονται......
§207Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται πρόσωπα ἐν τῷ μέσῳ.
§208ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Καμμία διαφορὰ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ῥαγκαβῆ, νὰ μᾶς ἐξυβρίζητε.
§209ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Τοιαύτην ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὸν τότε ἀγοραζόμενον λαὸν ἡ λέξις ἐκποίησις, ὥστε, ὅταν ἔμαθον ὅτι συνέβησαν πωλήσεις, ἔγραψαν αὐτὴν τὴν λέξιν ἐπὶ μιᾶς ἐλαίας, καὶ ἐπυροβόλησαν τοσοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἐλαία ἐξηράνθη.
§210ΚΟΡΙΖΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, Κ. πρόεδρε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν ἀπὸ τὸν κατάλογον.
§212ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρὶν κλείσετε τὴν συζήτησιν, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔγεινεν ἡ ἔνστασις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης.
§214ΤΙΝΕΣ. Κηρύξατε περαιωμένην τὴν συζήτησιν, Κ. πρόεδρε.
§215Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κηρύξετε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, Κ. πρόεδρε.
§216ΑΧΟΛΟΣ. Εἶναι πλήρης ἡ Βουλὴ, εἶναι 120, ὅστις θέλει ἂς ἀγορεύσῃ.
§217ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἂς διαβασθῇ ὁ κατάλογος.
§218ΑΧΟΛΟΣ. Θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, καὶ εἰς τὴν ψηφοφορίαν θὰ δειχθῇ.
§219Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμὸν, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ· ὅσοι εἶναι εἰς τὰ δωμάτια θεωροῦνται παρόντες.
§220ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν λυθῇ τὸ ζήτημα δι’ ἀναστάσεως, ἐννοῶ τὸν ἰσχυρισμόν σας· ἀλλὰ θὰ λυθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§221Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ· τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ λυθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἂν δὲν ὑπάρχουν παρόντες ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ νόμιμον ἀπαρτίαν, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ᾖναι μηδέν· δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§222Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἐγὼ τί παρατηρῶ· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ βουλευταὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ δωμάτια θεωροῦνται ὡς παρόντες, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν μὲ αὐτοὺς γίνεται ἀπαρτία, θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης, καὶ θὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται ἔνστασις, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις καὶ μὲ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προβῆτε, οὔτε ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, ἂν δὲν ἴδωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης· ἐγὼ θέλω νὰ τελειώσῃ ἀπόψε τὸ ζήτημα καὶ πρέπει νὰ τελειώσῃ.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα γίνεται ἡ ἔνστασις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης καὶ μὲ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§224ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν κηρύξετε, Κ. πρόεδρε, περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀποδειχθῇ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, ἐννοεῖται ὅτι ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν. Εἰς μάτην λοιπὸν θὰ χάσωμεν τὸν καιρὸν, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν διὰ μιᾶς ψηφοφορίας συγχρόνως ἂν ἤμεθα καὶ πλήρεις.
§225Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μὲ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, μὲ τὸ σύστημά του.
§226ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε θέλετε πλαγίως νὰ ματαιώσετε τὸ ζήτημα.
§227Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, δὲν εἶναι λογικόν. Τί σᾶς λέγει; νὰ κηρύξετε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, καὶ ἂν δὲν ᾖναι πλήρης ἡ Βουλὴ, τότε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω τώρα.
§228ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁμίλησε.
§229Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω εἰς μὴ πλήρη Βουλήν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης.
§231Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δότε τὸν λόγον, Κ. πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσουν.
§232Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσῃ τις, ὅταν γίνεται ἔνστασις, καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς παραβιάσεως τοῦ κανονισμοῦ· πρέπει πρῶτον νὰ βεβαιωθῇ ἂν ᾖναι πλήρης ἡ Βουλή· ἄλλως εἶναι παράβασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§233Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε ποῦ παραβιάζεται ὁ κανονισμός.
§234Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Σύνταγμα· «διὰ νὰ ἔχῃ νόμιμον ἀπόφασιν, ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.» Σᾶς λέγω λοιπὸν καὶ ἐγώ, ὅτι οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν κηρύξετε, εἶναι παράνομος, ἂν δὲν ᾖναι πλήρης ἡ Βουλή. Σᾶς εἶπον ἀδιαφορῶ, καὶ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει ἡ Βουλή· ἀλλ’ εἴμεθα 15 βουλευταὶ ἐδῶ, καὶ ὑμεῖς ἀπαγγέλλετε μίαν ἀπόφασιν· εἶναι ἔγκυρος;
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται συζήτησις, ἠμποροῦν διάφοροι βουλευταὶ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ δωμάτια, ἀλλ’ ἡ συζήτησις δὲν διακόπτεται· ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ὁ πρόεδρος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ καμμίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ μόνον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι κηρύττεται ἡ συζήτησις περαιωμένη.
§236Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε κάθησθε αὐτοῦ, ὅταν ἡ Βουλὴ ᾖναι πλήρης· λοιπὸν κάμνω τὴν ἔνστασιν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§237ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἡ Βουλή, Κ. πρόεδρε, δὲν εἶναι πλήρης.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἀφίνουν νὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§239Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§240ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ λοιπόν. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρέθησαν παρόντες 82, ὥστε, ἀπαρτίας μὴ οὔσης, λύομεν τὴν συνεδρίασιν· ὥρᾳ 7 Μ. Μ.