| 444 | Μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ ἐπὶ ἓξ μῆνας | Δραχ. | 1800 | |
| 445 | Ἑνὸς συντάκτου καὶ τοῦ βοηθοῦ | » | 2400 | |
| 446 | Δύω βοηθῶν καὶ δύω γραφέων | » | 3600 | |
| 447 | Ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ τῶν στενογραφημένων πρα- | |||
| 448 | κτικῶν ἐπὶ πέντε μῆνας | » | 1500 |
1865.12.28
1,585 rows · 12,790 words · 1 table · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 96
Τῆς 28 Δεκεμβρίου 1865.
(Τρίτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἐμψυχώσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους Κ. Λαμπρυνίδης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1864 Β. Διατάγματος. Ὁ ναύαρχος Νικόδημος ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νομοσχέδιον διὰ τοὺς Ζάκαν, Φῶνον, καὶ Τζαμαδόν. Χθὲς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὡς κατεπεῖγον νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ προνομίου σιδηροδρόμων δι’ ἀτμοῦ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ διὰ δευτέραν φοράν;
§4ΤΙΝΕΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς Βουλῆς νὰ προηγηθῇ παντὸς ἄλλου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι...
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, φρονεῖτε, νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ ἀπολογισμός;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§8Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τυπωθῇ, ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ πρότασις τοῦ νὰ τυπωθῇ προηγουμένως ὁ ἀπολογισμός.
§10ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῖος τὴν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν; ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει κηδεμονίαν ἐπὶ τῆς Βουλῆς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι Βουλευτής.
§12ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν τυπωθῇ δὲν θὰ ᾖναι καιρὸς νὰ συζητηθῇ καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ τώρα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ τυπώσεως. Οἱ θέλοντες νὰ τυπωθῇ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ συζητήσεως. Οἱ θέλοντες νὰ συζητηθῇ ἀμέσως αὐτὴ ἡ πρότασις νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§14ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Παπαγεωργίου ἔκαμε μίαν νέαν πραγματείαν περὶ τῆς Κωπαΐδος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ πρὸ τῆς συζητήσεως νὰ τυπωθῇ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὸ Τυπογραφεῖον.
§16ΡΟΥΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ ἀρνεῖται νὰ τὴν τυπώσῃ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετάχθη καὶ θὰ τυπωθῇ. Ὁ κ. Ζουμπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§18ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅτε εἰσηγάγομεν, κύριοι, τὸν ἀπολογισμὸν παρεδέχθημεν καὶ ἀφῃρέθησαν πολλὰ ποσὰ δι’ ἐκείνους οἵτινες εἶχον μισθοδοτηθῆ εἴτε ὡς στρατιωτικοὶ εἴτε ὡς συνταξιοδοτούμενοι. Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐνῷ ὁ κ. Χριστόπουλος ἐξ Ὀλυμπίας λαμβάνει σύνταξιν 400 περίπου δραχμῶν ἔλαβεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Βουλῆς δραχμὰς 2,000. Φρονῶ, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι ἔχει σύνταξιν. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ὁ κ. Σπηλιωτάκης, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἐπίσης 1,416· ἐπίσης πρέπει καὶ αὐτὸ ν’ ἀφαιρεθῇ, διότι αὐτὸς λαμβάνει ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον, καθὼς ἠξεύρετε, πληρόνει τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὁ κ. Κανάρης ὡσαύτως 2,000· ἐπίσης ἔλαβον οἱ κύριοι Γρηγοριάδης καὶ Παξιμάδης, ἐνῷ αὐτοὶ λαμβάνουν σύνταξιν πλέον τῶν 400 δραχμῶν καὶ δὲν εἶχον ὑπολογισθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἔλαβον ἐπίσης 600 δραχμὰς ἀνὰ 300 ἕκαστος, τὰς ὁποίας ὀφείλουν νὰ ἐπιστρέψουν. Εἶναι λοιπὸν ἓν ποσὸν 6,000 περίπου. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἰδέαν ἔχει ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς ἓν ἄλλο ζήτημα. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ μὲ συγχωρήσουν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἐλθόντες ὡς τοιοῦτοι δὲν πρέπει νομίζω νὰ λάβουν καὶ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν· ἐπειδὴ δὲ τὰ ποσὰ αὐτὰ τὰ ἔλαβον, παρατηρῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἔκπτωσις.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τίνι τρόπῳ ὑπολογίζετε τὴν ἀποζημίωσίν των;
§20ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἰδού πως· διότι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία κατ’ ἐμὲ 6,000 δραχμῶν ὡς ἔγγιστα. Ἐπὶ ὑπουργείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ μῆνας 3½ ἀναλογοῦσιν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον 1,116 δραχμαί· εἰς τὸν κ. Λομβάρδον 1,116· εἰς τὸν κ. Κρεστενίτην 919. Ἐπὶ ὑπουργείας τοῦ κ. Δεληγεώργη 15 ἡμερῶν, ὁ κ. Δεληγεώργης 166, ὁ κ. Γρίβας 166, ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐπίσης 166. Ἐπὶ ὑπουργείας τοῦ κ. Ῥούφου, τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, ἀπὸ 28 Νοεμβρίου μέχρι 40 ἡμερῶν, διότι εἶναι μέχρις 8 Ἰαννουαρίου, ὅτε θὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος, ἀνὰ 416 οἱ κύριοι Ῥοῦφος, Σωτηρόπουλος, Σκαλτσᾶς, Δαρειώτης, Μπουντούρης καὶ Βαλασόπουλος. Αὐτὰ νομίζω εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστραφῶσι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὰ τὰ ποσὰ κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κυρίου Ταμία ἐλήφθησαν ὑπὸ τῶν κ. κ. ὑπουργῶν.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν τὰ ἐλάβαμεν.
§22Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (ταμίας Βουλῆς). Ὄχι· δὲν τὰ ἔλαβον ὅλοι.
§23ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τότε ὑπολογίζονται διὰ νὰ δοθῶσι.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὑπηρέτησεν ἕνας βουλευτὴς ὡς ὑπουργὸς δύο μῆνας, ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τοὺς ἄλλους μῆνας ὡς βουλευτής;
§25ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§26Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (ταμίας Βουλῆς). Τὰ πληρωθέντα θὰ κρατηθοῦν τώρα ἀπὸ τὰ δοθησόμενα πρὸς ἐξόφλησιν.
§27ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ζουμπουλάκη νὰ ἐννοώμεθα· ὅσοι εἶναι ὑπουργοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν μισθὸν ὡς βουλευταί.
§29ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα· αὐτὸ ἐννοεῖται.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παραδέχεται πρῶτον ἐκ τῶν λαμβανόντων σύνταξιν βουλευτῶν, ἡ σύνταξις ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν βουλευτικήν.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι σωστὸν αὐτό.
§32ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι, τὸ 76 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἰδοὺ τὶ λέγει. «Οἱ βουλευταὶ, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι, δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ῥηθείσης ἀποζημιώσεως.»
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅλας τὰς συντάξεις τὰς ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου προερχομένας τὰς ἐννοῶ· ἀλλ’ ἡ σύνταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι κτῆμά των. Ἐγὼ ὑποθέτω, σήμερον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει ἓν ταμεῖον ἰδιαίτερον τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ τὰ κεφάλαια τὰ εἰδικά, ἀπὸ τὰ ἰδικά μας χρήματα, πῶς ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλετε χεῖρα εἰς τὸ κτῆμά μου, εἰς τὸ χρῆμά μου; ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε αὐθαιρεσίαν· ἀλλὰ λογικῶς, ἐὰν ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα, πῶς θέλετε νὰ ὑποθέσετε ὅτι αὐτὴν τὴν σύνταξιν τὴν λαμβάνω ἀπὸ τὸ δημόσιον.
§34ΡΟΥΚΗΣ. Ἐὰν γίνῃ ὑπάλληλος ὁ συνταξιοῦχος θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξίν του;
§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ σύνταξις ἡ προερχομένη ἐξ ὑπηρεσίας του, τὸ ἐννοῶ, ν’ ἀφαιρεθῇ· ἀλλ’ ἡ σύνταξις ἡ προερχομένη ἀπὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, διότι εἶναι κτῆμά του. Λοιπὸν, κύριοι, σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἁπλούστατον διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχουν δύο ταμεῖα· ἓν ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δυνάμει τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ ἄτομον ἐκεῖνο, διαρκούσης τῆς 25ετίας, λαμβάνει μίαν σύνταξιν ἀπ’ ἐκεῖ· τουτέστι 100 δραχμάς· εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὸ ἴδιον ἄτομον αὐτὸ λαμβάνει ἄλλας 100 δραχμὰς ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τοῦ συγκροτουμένου ἐκ τῶν ἰδικῶν μας καταθέσεων· τοὐτέστιν ἀφίνομεν τόσα τοῖς ἑκατὸν· καὶ προσέτι ὁσάκις ὑπανδρευόμεθα κ. λ. π. καταβάλλομεν 500 καὶ 1000 δραχμάς. Δύνασθέ ποτε αὐτὸ νὰ τὸ συμπεριλάβητε; Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ καταλογίσωμεν αὐτὴν τὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία διὰ καταθέσεων 25 ἐτῶν ἀποκτᾶται;
§36ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι συνταξιοῦχός τις ἐξ αὐτῶν διορίζεται εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν καὶ λαμβάνει 500 δραχμάς, δὲν θὰ τοῦ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν σύνταξιν;
§37Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§38ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅσοι λαμβάνουν συντάξεις ἐκ τοῦ δημοσίου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἀλλ’ ἡ σύνταξις ἐκ τῶν καταθέσεων εἶναι κτῆμά μου. Λυποῦμαι διότι ἕνας κύριος καὶ νομικὸς θὰ λαλήσῃ ἐναντίον τῆς δικαιοσύνης, ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Λοιπὸν διὰ τοῦτο περαίνων λέγω, ὅτι ἡ σύνταξις ἡ προερχομένη ἐκ τῶν καταθέσεων δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ βουλευτοῦ.
§39Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη μακρᾶς συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· διότι τὸ Σύνταγμα καθαρώτατα λύει τὸ ζήτημα. «Οἱ βουλευταὶ οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι δὲν λαμβάνουν ἀποζημίωσιν» Αὐτὸ τὸ ἄλλως πως ἐξηγήσατέ το· φέρετέ μοι τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ θέλετε ἰδεῖ καθαρῶς, ὅτι ἐκεῖ ἐγένετο λόγος διὰ τοὺς συνταξιούχους· ἡ σύνταξις δὲν εἶναι μόνον κτῆμα τοῦ συνταξιούχου, τὸ δημόσιον δίδει 100 χιλιάδας δραχμῶν καὶ σήμερον ζητοῦν 150. Τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ ὁ περὶ συντάξεως νόμος λύουν τὸ ζήτημα. Θέτω δὲ τὸ ζήτημα οὕτω πως· ὅταν ἕνας συνταξιοῦχος διορισθῇ εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, δύναται νὰ λάβῃ καὶ τὴν σύνταξιν καὶ τὸν μισθόν; ὄχι· λοιπὸν βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι κτῆμά του ἡ σύνταξις, ἀλλὰ πάντοτε ὑποτίθεται ὅτι δὲν κάμνει ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, ἔχει πολλοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοὶ διὰ νὰ μὴ μᾶς συκοφαντοῦν οἱ ἐχθροί μας.
§40Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κανένα δὲν φοβεῖται ἡ Βουλή.
§41ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ κ. Χρηστοπούλου μὲ ἠνάγκασε ν’ ἀνατρέξω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἰδοὺ τὶ λέγουν. Ἀνεγνώσθη ἔπειτα τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος. «Οἱ Βουλευταὶ, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι, δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως.» Αὐτὸ τὸ μέτρον, κύριοι, ἐφηρμόσθη μεταξὺ 33 προσώπων συνταξιούχων εἰς τὴν Συνέλευσιν· πῶς θέλετε σήμερον νὰ περιπέσωμεν εἰς τοιαύτην ἀντίφασιν;
§42ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§43ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ συνέπειαν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§44ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι, διότι προκαλοῦσιν οἱ συνήγοροι τὰ πρακτικά. Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, ν’ ἀποφασίσετε ποτὲ σεῖς ἢ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη νὰ ἐπεμβῆκε εἰς ἰδιαιτέραν περιουσίαν;
§45ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἰδιαιτέρα περιουσία.
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδιαιτέρα περιουσία; Μὰ τὶ εἶναι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταθέτω ἐγώ; (θόρυβος). Λυποῦμαι, κύριοι, διότι οἱ πολλοὶ θὰ φάγουν τοὺς ὀλίγους· ἐὰν ἠθέλατε εἶσθαι συνταξιοῦχοι, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ εἴχατε αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§47ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ ψηφοφορήσωμεν, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνεισφέρουν, διότι πρὸ πέντε ἐτῶν μόνον ἤρχισαν νὰ συνεισφέρουν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν τὸ κάμνει δι’ ἐξόδων της.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν συνεισέφερον τίποτε, ὥστε ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι περιλαμβάνεται. Θὰ ἦτο πολὺ σκάνδαλον ὁ συνταξιοῦχος ἐρχόμενος εἰς μίαν ὑπηρεσίαν νὰ χάνῃ τὴν σύνταξιν, καὶ ἐρχόμενος βουλευτὴς νὰ μὴ τὴν χάνῃ. Τοιαύτην ἰδέαν δὲν εἴχομεν ἡμεῖς, ὅταν ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ ὅτι ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας σύνταξιν, ἡ σύνταξις πρέπει ν’ ἀφαιρῆται, ὅταν ᾖναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐξήγησιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἑπομένως θὰ δοθῇ σημείωσις εἰς τὸν ταμίαν διὰ νὰ κρατηθῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν, ἐπειδὴ τὰ ἔλαβον. Προσέτι διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διατελοῦν ὡς ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ λαμβάνουν τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ βουλευτοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐξήγησιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§50ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν συναδέλφων μας ὑπάρχουν τινὲς, οἵτινες ὄντες πληρεξούσιοι δὲν ἔλαβον τοὺς μισθούς των, ἀλλὰ καθυστεροῦνται εἰς αὐτοὺς, ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν δὲν εἶναι ἢ τρία πρόσωπα, ὁ Κ. Γιανουλίδης, Ν. Καΐρης καὶ Μ. Καΐρης δὲν εἶναι δίκαιον, νομίζω, νὰ τοῖς ἀρνηθῶσι τοῦτο οἱ Κ. βουλευταί. Ἐπειδὴ ἤδη φέρεται ὁ ἀπολογισμὸς δὲν εἴχομεν πῶς ἄλλως νὰ φέρωμεν τὴν περὶ τούτου πρότασιν.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ αἴτησις εἶναι δίκαιον νὰ παραδεχθῇ, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἔρχεται διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§52ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο τοιαύτη αἴτησις εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τοῦτο τὸ ὑπεβάλαμεν· ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§53ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν ἔχουν ἀπαιτήσεις ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπετάνθην καὶ ἐγώ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποτανθῶσιν οἱ βουλευταὶ οἱ ἔχοντες νὰ λαμβάνωσι μισθὸν καθυστεροῦντα ὡς ὄντες πληρεξούσιοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα αἴτησις ἑνὸς βιβλιοδέτου Πεντεφρῆ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς ἀποδείξεις τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἔδεσε διὰ τὴν Συνέλευσιν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι καί τοι παρέδωκε τὰ βιβλία εἰς τὴν Συνέλευσιν τῷ καθυστεροῦνται 1109 δραχ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῇ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται ν’ ἀποτανθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§59ΓΙΑΝΝΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἰδοὺ τὶ ἔτρεξε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν πληρεξουσίων· ὁ Κ. Πρόεδρος εἶχε ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων τῶν δικαιουμένων νὰ λάβωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε συντάξει κατάλογον, δι’ οὗ ἐξακρίβονεν ὅτι ὑπολείπονται ἔτι 10,000 δραχ. ἵνα δοθῶσιν εἰς ἐκείνους τοὺς πληρεξουσίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον μισθοδοσίαν. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὶ ἔπραξεν ὁ Κύριος Πρόεδρος ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πίστωσιν ὁλόκληρον, τὴν ἔδωκεν ὄχι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν, ἀλλ’ εἰς τὸν συνάδελφον Μιχαλόπουλον, καὶ ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ ἔλλειψις εἰς τοὺς ἄλλους. Τοῦτο φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ αὐτὴν ὅπως ἐγκρίνῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ σημειώνει ὁ προϋπολογισμὸς, ἵνα μὴ καταφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάνθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀπολογισμοῦ. «Ἀποζημίωσις τῶν Κυρίων Βουλευτῶν 447,918.»
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὶ ποσὸν εἶναι αὐτό; μίαν διασάφησιν παρακαλῶ.
§62ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τινὲς τῶν Κυρίων βουλευτῶν κατὰ τὴν διακοπὴν ἀπῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέπεσαν εἰς δαπάνας πολλάς· ἐσημειώθη λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ ὅπως ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δικαιοῦνται εἰς κἀμμίαν ἄλλην ἀποζημίωσιν παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἐκανόνισε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἂν συμφωνῇ πρὸς τὸ Σύνταγμα, τότε ἂς τὸ ἐγκρίνῃ, ἄλλως πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Κατὰ πᾶσαν σύνοδον ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται νὰ λάβῃ 2,000 δραχ. εἰς πᾶσαν δ’ ἔκτακτον σύνοδον λαμβάνει καὶ τὰ ὁδοιπορικά.
§64ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν προβλέπεται παρὰ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπαγορεύεται· διότι δὲν ἕπεται, διότι λαμβάνουν 2,000 δραχμὰς κατὰ πᾶσαν σύνοδον, ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν κηρυχθῆ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν καὶ δύνανται νὰ συμβοῦν καὶ δύω καὶ τρεῖς διακοπαὶ, οἱ βουλευταὶ νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ νὰ ἔρχωνται, νὰ ὑποφέρουν τόσα καὶ τόσα καὶ νὰ μὴ λαμβάνουν τίποτε. Ἐγὼ πρὶν τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλω ἐδυσκολεύθην πολὺ νὰ τὴν παραδεχθῶ, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὑπεχώρησα, ἐπειδὴ, Κύριοι, εἶναι μία ποσότης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν κατακραυγήν.
§65ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ὑπάρχει δίκαιον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου μοὶ φαίνεται ὅτι ἂν τὸ πράξωμεν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, προσβάλλομεν τὸ Σύνταγμα ἡμεῖς αὐτοί. Ἂς ἐφροντίζαμεν τότε ποῦ τὸ ἐφτιάναμεν νὰ τὸ ἐφτιάναμεν καλλίτερα, τώρα ὅ,τι ἔγινεν ἔγινε.
§66ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δύω χιλιάδες δραχμαὶ προσδιωρίσθησαν διὰ βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην σύνοδον· διὰ δὲ τὴν ἔκτακτον προσδιωρίσθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τὰ ὁδοιπορικά. Διὰ τὰς διακοπὰς ὅμως, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἴτε διὰ λόγους δημοσίας ἀνάγκης, εἴτε διὰ λόγους ἰδιοτροπίας κάμνει καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ βουλευταὶ ὑποβάλλονται εἰς δαπάνας, τὸ Σύνταγμα ἐσιώπησε. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος, μὴ τὸ κάμνετε· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω εἰς τοιαύτην περίστασιν ὄχι νὰ κρυφθῶσι τινὲς ὄπισθεν τῶν ἄλλων, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, καὶ ἂν θέλετε νὰ θέσωμεν καὶ τὸν ἑξῆς ὅρον· οἱ μέλλοντες νὰ καταψηφίσωσι νὰ μὴ λάβωσι τὰς 600 δραχμὰς, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ κρύπτωνταί τινες ὄπισθεν τῶν ἄλλων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι δὲν παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, ὅπως ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐξέθετε, λέγω μόνον νὰ σκεφθῶμεν καλῶς, καὶ ἂν ᾖναι ἐναντίον νὰ μὴ τὸ κάμωμεν κατ’ οὐδένα λόγον, ἂν δὲ δὲν ἀντίκηται, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ τὸ παραδεχθῶμεν, δὲν θέλω ὅμως οἱ ὀλίγοι νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τῶν ἄλλων.
§67ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δὲν προετιθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον, οὔτε εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐπὶ πολύ, ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ἐνδώσω εἰς τὰς παρατηρήσεις πολλῶν βουλευτῶν καὶ παρετήρησα, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ὡς διϊσχυρίσθησαν πολλοί. Ἡ ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει εἰς τὸ φρόνημα τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀπουσιάζουν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως, ἄλλοι δὲ ταξειδεύουν, ἡσυχάζουν εἰς τὰς οἰκογενείας των καὶ δὲν ἔρχονται ἐνταῦθα νὰ συζητοῦν. Ἀφ’ ἑτέρου ἀπαντῶν εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λέγω ὅτι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔκαμνε τὴν διακοπήν, ἡμεῖς δὲν θὰ συνεδριάζαμεν σήμερον, ἠθέλαμεν ταξειδεύει πρὸς τὰς οἰκογενείας μας· ἀφοῦ ὅμως τὸ ὑπουργεῖον μᾶς κρατεῖ ἐνταῦθα καὶ δαπανῶμεν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν; Ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι οὐδεὶς ὑπηρετεῖ ἀπληρωτεί· παρακαλῶ δὲ τοὺς Κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ κινοῦν τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι, ἂν ζητήσωμεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, δὲν ἀπαιτεῖται μόνον αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ μεγαλειτέρα.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε μίαν διασάφησιν. Αἱ 600 δραχμαὶ ζητοῦνται πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν οἱ βουλευταὶ ἀπελθόντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἐπανελθόντες ἢ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμαν ἐνταῦθα διαμένοντες; Ἂν ᾖναι τὸ πρῶτον πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπῆγον εἰς τὰς ἐπαρχίας των (γέλως), ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μένουν διαρκῶς εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἂν θεωρηθῇ δὲ ὡς ἀποζημίωσις, τότε πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῶν 600 δραχμῶν, διότι εἶναι ὑπέρογκον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχήν.
§70ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐν καιρῷ κατοχῆς, Κύριοι, ὁ Μαυροκορδάτος ὁ ἀείμνηστος, ὁ διδάσκαλος τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, διακόψας ἕνεκα ἀνάγκης τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀπεζημίωσε τοὺς βουλευτάς· πῶς σήμερον σεῖς τὸ νομίζετε ἀντισυνταγματικόν; Πῶς θέλει ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς ἐν τῇ πρωτευούσῃ διαμένοντας, ἐνῷ καὶ οὗτοι εἰργάζοντο παρακολουθοῦντες τὴν κυβερνητικὴν πορείαν;
§71Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φυσιογνωμία τῆς Βουλῆς, Κύριοι, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ λύσῃ, δὲν στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον.... καὶ δὲν προβαίνω περαιτέρω. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πολλῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες ὑπῆρξαν πληρεξούσιοι, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε οἱ διάφοροι ῥήτορες ἐξέθεσαν διὰ μακρῶν, ὅτι τὸ παρελθόν, διότι ἔκαμε τοιαύτας καταχρήσεις, διότι αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι ηὔξησαν τὴν ἀποζημίωσίν των ἐπὶ τοσοῦτον, ἐπῆλθεν ἡ μεταβολή. (θόρυβος ἀποδοκιμασιῶν). Μὴ φωνάζετε, Κύριοι, ποδοκροτεῖτε ὅσον θέλετε· ἡ πρότασις αὕτη παραδεχομένη θὰ ῥυπάνῃ τὸ μέτωπον τῆς Βουλῆς. Διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς καὶ ζητῶ ὀνομαστικὴν κλῆσιν. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§72ΡΟΥΚΗΣ. Πολλοὶ διατείνονται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προεκάλεσε τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου παρετάθη ἡ διάρκεια. Ἐγὼ λέγω ὄχι. Μεταξὺ τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι παρεκάλεσαν τὸν Κύριον πρωθυπουργὸν εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς. Ἕνεκα τοῦ μεγάλου καύσωνος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ μένωμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν· καὶ ἑπομένως παρεκαλέσαμεν τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ὀλίγας ἡμέρας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι δίκαιον οἱ βουλευταὶ νὰ λάβωσιν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικόν. Τότε μόνον δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ὅταν γίνῃ ἔκτακτος σύνοδος. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ζητῶμεν 600 δραχμὰς διὰ διακοπὴν 40 ἡμερῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιότερον ἤθελεν εἶσθαι οἱ ἀπουσιάζοντες βουλευταὶ νὰ μὴ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνουν τὴν ἀποζημίωσίν των.
§73Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀντισυνταγματικὸν δὲν εἶναι· ἡ οἰκονομικὴ ὅμως κατάστασις τοῦ ἔθνους δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἐφέτος δὲν διένειμεν οὔτε βοηθήματα εἰς τοὺς πτωχούς.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἔπειτα τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, τουτέστι νὰ μὴ λαμβάνωσι παρ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας των· μετὰ ταῦτα νὰ λάβουν ὀλιγώτερον ποσὸν τῶν πρώτων.
§75ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τίς ὑπέβαλε, Κύριε Πρόεδρε, τοιαύτην πρότασιν;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ μέλη τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς· ὁ Κύριος Ζουμπουλάκης, ὁ Κ. Ἀβέρωφ, ὁ Κ. Δουλίδης, ὁ Κ. Καναβὸς, ὁ Κ. Φαρμάκης καὶ ὁ Κ. Α. Ἀντωνόπουλος.
§77ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὡς βουλευταὶ κάμνουν τὴν πρότασιν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ.
§79ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν τοιαύτην πρότασιν.
§80ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὡς πρότασις, ἐπειδὴ ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ ἀπολογισμὸς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκριθῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Ἐγὼ ἐδυσκολεύθην, ὡς εἶπον, νὰ παραδεχθῶ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἀντέτεινα. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, ἄλλως τὸ προτεινόμενον δὲν εἶναι πρότασις.
§81ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶναι ἀδικαιολόγητον τὸ πρᾶγμα. Βλέπετε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι κἀνεὶς δὲν τὸ ὑποστηρίζει.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπὸν τὸ ἀπαράδεκτον.
§83ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, ὅπως διαλάμψῃ ὁ πατριωτισμός.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀπαράδεκτον.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε κἂν ὑπάρχει πρότασις. Τί ἀπαράδεκτον λέγετε.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ὑποστηρίζει κἀνείς.
§87ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κάμνω πρότασιν ν’ ἀπαλειφθῇ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ποσοῦ τῶν 108,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 40 ἡμερῶν τῆς διακοπῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Μένει τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 339,918, διὰ τὴν τακτικὴν ἀποζημίωσιν, καθ’ οὗ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. «Ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Προέδρου δι’ ἅμαξαν καὶ λοιπὰ 1,100.
§89ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς περιελάμβανε ποσὸν ἐκ δραχμῶν 2,000. Ἑπομένως ἐνταῦθα ἐμειώθη εἰς δρ. 1,100.
§90Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τί ἔγεινεν ἡ πρότασις περὶ ἀποζημιώσεως;
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη. (θόρυβος).
§92ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεῤῥίφθη. Τὸ ἀντίθετον νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διϊσχυρίζονται, ὅτι δὲν διεκρίθη ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἡ παραδοχὴ τῆς πρώτης προτάσεως. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἰδοὺ ἀπεῤῥίφθη καὶ πάλιν ἡ πρότασις.
§94ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις εἰσήχθη, εἶχον σημειωθῆ 2,000 δραχ. δι’ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Προέδρου, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ μὴ σημειωθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ προεδρεῖον. Τὸ δὲ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοδεύσῃ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς διὰ τὸ μέλλον, ἤδη δὲ, ὅτε ὑποβάλομεν τὸν ἀπολογισμὸν, ἐγείρεται φιλονεικία, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθοῦν ἀντὶ τῶν 2,000 δραχ. 800· καὶ νομίζω, ὅτι αὐταὶ εἶναι ἀρκοῦσαι. Προτείνω λοιπὸν νὰ παραδεχθῶσι δραχ. 800.
§95ΜΠΟΥΚΙΔΗΣ. Καὶ 500 ἀρκοῦν.
§96ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐξηγηθῆτε· εἶναι αὐτὰ τὰ ἔξοδα διὰ τὸ ἄτομον τοῦ Προέδρου ἢ καὶ διὰ τὰς ἐπιτροπάς;
§97ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τὸν Πρόεδρον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν αἱ 2,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας εἶχε καταχωρήσει ἡ ἐπιτροπὴ, νὰ ἀπαλειφθῶσι καὶ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ προεδρεῖον εἰς τὸ νὰ ἐξοδεύσῃ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Παρουσιάζονται ἤδη 1,100 δραχμαί.
§99ΜΠΟΥΚΙΔΗΣ. Ὅσαις φοραῖς ἐπῆγα πάντοτε μὲ τὴν ἅμαξαν ἐπλήρωσα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέτω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζουμπουλάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ μειώσεως πρότασιν καὶ μένει τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,100.
| Μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ ἐπὶ ἓξ μῆνας | Δραχ. | 1800 |
| Ἑνὸς συντάκτου καὶ τοῦ βοηθοῦ | » | 2400 |
| Δύω βοηθῶν καὶ δύω γραφέων | » | 3600 |
| Ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ τῶν στενογραφημένων πρα- | ||
| κτικῶν ἐπὶ πέντε μῆνας | » | 1500 |
§101ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν γνωρίζῃ στενογραφίαν ὁ κύριος Παράσχος.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτηρεῖ εἰς τὴν τύπωσιν.
§103ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Εἶμαι πληροφορημένος, ὅτι ὁ κύριος Παράσχος δὲν ἐργάζεται παντάπασι. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ποσοῦ τῆς μισθοδοσίας του.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λογιωτατίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες στενογράφοι 6,000 δραχ. ἐπὶ 6 μῆνας, ἀπὸ 15 Ἰουλίου· ἑνὸς διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων 1440· τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου καὶ ἑνὸς βοηθοῦ τῶν ἐντύπων 2,300· τοῦ εὐταξίου, ἀρχικλητῆρος καὶ 15 κλητήρων δραχ. 6,450· τοῦ προσωπικοῦ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου μέχρι τῆς συγκροτήσεως τοῦ προεδρείου δρ. 9,105. Διὰ προμήθειαν γραφικῆς ὕλης 500 δραχ. θετικὰ 500, χάρτης δι’ ἐκτύπωσιν 700 δραχ., φωτισμὸς καὶ θέρμανσις 438, τὸ ὅλον δραχ. 4,132· διὰ διαφόρους δαπάνας κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς 634.
§106ΤΙΝΕΣ. Τί ἔξοδα εἶναι αὐτὰ τὰ τελευταῖα;
§107ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἰδοὺ ποῖα εἶναι 290 δραχ. διὰ βιβλιοδετικὰ, 15 δραχ. διὰ μίαν σφραγίδα τῆς Βουλῆς, 100 δραχ. δι’ ἀποζημίωσιν τοῦ ἱερέως, ὅστις ὥρκισε τοὺς βουλευτὰς καὶ διάφορα ἄλλα ἔξοδα τοῦ γραφείου.
§108ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ· καλά.
§109ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δι’ ἐπισκευὴν καὶ τακτοποίησιν τῶν θερμαστρῶν.
§110Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτῶ· εἶναι αὐτὰ τὰ κονδύλια εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν;
§111ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ἔρχεται μὲ τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν παραδέχθη ἡ Βουλὴ· τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ προμήθειαν καυσοξύλων κλπ. Ὅλα τὰ κονδύλια τὰ ἐπεξεργάσθην μὲ τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὰ κονδύλια ὅπως ἔχουν;
§113ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μισθοδοσία τοῦ προσωπικοῦ τῆς βιβλιοθήκης 2,760 δραχ.
§115ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἤκουσα περὶ προσωπικοῦ τῆς βιβλιοθήκης, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα περὶ τοῦ ἐνοικίου αὐτῆς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληρόνεται ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§117ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ βιβλιοθήκη πρέπει νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ κατάστημα· δὲν ἠξεύρω ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν τὸν κύριον Πρόεδρον ὥστε νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ διὰ νὰ ἀκούσω αὐτοὺς, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἐπαρουσιάσθησαν δυσχέρειαι, φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ μὴ πληρόνηται αὐτὸ τὸ ἐνοίκιον καὶ πρέπει νὰ μεταφερθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν γρηγορώτερον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἔχει ἀποφασίσει νὰ παύσῃ ἡ ἐνοικίασις καὶ νὰ μεταφερθῶσι τὰ βιβλία εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς· πρὶν τούτου ἐζήτησα τὸ ἐνοικιαστήριον καὶ παρετήρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης πρὸ ἑνὸς μηνός, εἰδ’ ἄλλως ἀνενεοῦτο σιωπηρῶς ἐπὶ ἓν ἔτος εἰσέτι· ὑπῆρχεν ὅμως καὶ εἷς ὅρος εἰσέτι, ὅτι παύει ἡ ἐνοικίασις ἅμα ἀνεγερθῇ τὸ βουλευτήριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ὑπάρχῃ μέρος πρὸς τοποθέτησιν τῶν βιβλίων. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι στρεψοδικία τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ βουλευτήριον εἶναι τὸ προσωρινὸν οἰκοδόμημα εἰς τὸ ὁποῖον γίνονται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· διότι ἡ ἐνοικίασις ἔγινεν, ὅταν ἤρχισε νὰ κτίζηται τὸ παρακείμενον κτίριον καὶ ἐκεῖνον τὸν ὅρον ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ δημόσιον εἰς τὸ συμβόλαιον.
§119ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Βουλευτήριον λέγεται τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον βουλεύεται ἡ Βουλή.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ τοιαύτας στρεψοδικίας.
§121ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ βουλεύηται ἐντὸς αὐτοῦ καὶ ὅταν κτισθῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν βουλεύεται.....
§122ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἐκάμαμεν πολλά· πρέπει νὰ γίνῃ μία ἀπόφασις.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ὁ χρόνος καὶ χρεωστῶ νὰ εἰδοποιήσω τὸν ἐνοικιαστήν.
§124ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ τὸ πράξετε τώρα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ μέλλον μάλιστα θὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης.
§126ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πότε ἀρχίζει ἡ ἐνοικίασις;
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν Αὔγουστον.
§128ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν περιμένετε διὰ νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε· διότι δι’ ὅλα τὰ δημόσια καταστήματα πρέπει νὰ γίνεται εἰδοποίησις ἐγκαίρως.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν εἰδοποιῶ ἀπὸ τοῦδε.
§130ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ κατάστημα δὲν τὸ ἐνοικίασε τὸ δημόσιον οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· τὸ ἐνοικίασε μίαν φορὰν ὁ ἔφορος τῆς τότε Βουλῆς ὁ Κύριος Ταμπακόπουλος, ὥστε δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐγκαταληφθῇ.
§131ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ συμβολαίου δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύει κατὰ τὸν ἕνα τρόπον τὸ συμβόλαιον τοῦτο, εἶναι δεσμευμένα τὰ δικαστήρια νὰ μὴ τὸ ἑρμηνεύσωσι κατὰ τὸν ἄλλον; αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα θέλουν ἀποφασίσει συνεπεία τοῦ γράμματος τοῦ συμβολαίου (θόρυβος). Τί ἐννοεῖ ἡ Βουλή· θὰ διατηρηθῇ ὁ βιβλιοφύλαξ μετὰ τοῦ βοηθοῦ καὶ κλητῆρος ἐπὶ ὁλόκληρον τὸ ἔτος; ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθοῦν, διότι ἡ βιβλιοθήκη ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ὄχι εἰς τοὺς βουλευτάς. Ἐπομένως εἰς τὸν ἀπολογισμὸν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ ὅλη ἡ δαπάνη.
§132ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι σημειωμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅλη ἡ δαπάνη.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει νὰ ἰδῇ τὸ συμβόλαιον.....
§134ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ τὸ κατάστημα, ὅπως ἔχει, διότι ἐδῶ δὲν ἔχομεν τόπον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ δαπάνη διὰ νὰ κατασκευασθῇ τὸ μέρος ὅπου θὰ τεθῶσι τὰ βιβλία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ νὰ διαλυθῇ ἡ ἐνοικίασις καὶ τὰ βιβλία νὰ μεταφερθῶσιν ἐνταῦθα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ ἐνοικίασις.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς βιβλιοθήκης, ὅτι ἡ μισθοδοσία του εἶναι διαρκής.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ ἑξῆς παρατήρησις, ὅτι ἡ μισθοδοσία τοῦ βιβλιοφύλακος τοῦ βοηθοῦ καὶ τοῦ κλητῆρος πρέπει νὰ ᾖναι διαρκής· τοῦτο ἐννοεῖ ἡ Βουλή;
§138ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ βιβλιοφύλακος εἶναι διαρκής;
§140ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ αὐτοῦ· εἶναι σημειωμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
§141ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι διαρκής.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλευταί τινες ὑπέβαλον τροπολογίαν περὶ τῶν ἐφέδρων πλοιάρχων τοῦ ναυτικοῦ. «Οἱ ἄλλοτε πλοίαρχοι ἔφεδροι κτλ.» Εἶναι τροπολογία ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς ναυτικούς· μαζῆ μὲ τὴν συζήτησιν ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου θέλει συζητηθῆ καὶ ἡ τροπολογία.
§143ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀξιότιμά τινα λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, μεταξὺ τῶν ὁποίων συναριθμεῖται καὶ ὁ Ἡλίας Πανᾶς, καθὼς καὶ ἄλλοι, ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀλλ’ ἔμεινε τὸ ζήτημα ἀψηφιφόρητον, καὶ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὡς δεδικασμένην, ἥτις συζητήσασα αὐτὴν παρεδέχθη καὶ διεύθυνε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἔπραξε τίποτε. Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀναξιοπαθοῦν, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰ λείψανα αὐτὰ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καθόσον ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐπιζήσουν εἰσέτι καὶ εἶναι σκληρὸν νὰ πάσχωσι καὶ νὰ ἀποθάνωσιν ἐπὶ τῆς ψάθης. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ὑπάρχει ἐδῶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός· εἶναι σκληρὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες φέρουν τόσας πληγὰς, νὰ μένουν ἀπροστάτευτοι καὶ ἀδικημένοι.
§144ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι τῳόντι ἀγωνισταί, ἀλλ’ οἱ περισσότεροι αὐτῶν λαμβάνουν τὰς συντάξεις των δυνάμει ἑνὸς νόμου· τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε περὶ αὐτῶν· διὰ νὰ στείλῃ ἡ Βουλὴ τοιαύτην σύστασιν θὰ φανῇ, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί κάμνει.
§145ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε σεῖς τί λέγετε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν· ἀφήσατε αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ δευτέραν φορὰν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ προνόμιον τοῦ σιδηροδρόμου;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται.
§149ΤΙΝΕΣ. Ἐτυπώθη;
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ τυπωθῇ.
§151ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀναφέρει κἀμμίαν ὁδόν;
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, λέγει ἐντὸς τοῦ βασιλείου.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά· ἐὰν ᾖναι δι’ ὅλον τὸ βασίλειον, τότε ἐννοῶ τὸ προνόμιον· ἐὰν ὅμως ᾖναι ἐντὸς τοῦ βασιλείου, τότε εἶναι ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει πολὺ νὰ τὸ σκεφθῆτε.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι ἐπιστημονικόν· ἑπομένως πρέπει νὰ προηγηθῇ μαζὺ μὲ τὴν τύπωσιν καὶ μία ἔκθεσις μηχανικῶν.
§155ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ὑποβεβλημένη ἡ ἔκθεσις· εἶναι προεξεργασία μηχανικῶν κλπ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον διὰ δευτέραν φοράν — Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συνιστᾷ καὶ πάλιν τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἑνὸς κτιρίου ἐν Κεφαλληνίᾳ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγγλικὴν ὡς ἀνῆκον εἰς αὐτήν, ἐπειδὴ ἐγένετο διακοίνωσις καὶ τὸ θεωρεῖ λίαν ἀναγκαῖον. Εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν.
§157ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον. Εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ συγκατατεθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον.
§158ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅταν κατὰ δευτέραν φορὰν ἐζήτησα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤκουσα μίαν φωνὴν ἐγερθεῖσαν ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος καὶ νομίζω, ὅτι ἦτον ἡ τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ, ὅστις μὲ εἶπε, μὴ σπεύδετε, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ ἴδετε, ὅτι τὸ κτίριον δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἰόνιον πολιτείαν· ἔλαβον τῳόντι ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην παράδοσιν τῶν Ἰονίων νήσων τὸ κτίριον αὐτὸ δὲν συμπεριελήφθη, ἀλλὰ μόνον οἱ στρατῶνες καὶ τὰ φρούρια· καὶ μετέπειτα διετάχθη εἰδικὴ παράδοσις. Ἀφοῦ ἔμαθε ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτι παρεδόθη αὐτό, ἔκαμε διαμαρτύρησιν, καὶ λέγει ὅτι δὲν παραδέχομαι τὴν παράδοσιν αὐτὴν ὡς νόμιμον, διότι ὁ ἀντιπρόσωπος, ὅστις ἐνεδύθη τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶχε τοιαύτην πληρεξουσιότητα, ἀλλὰ τὸ κτίριον αὐτὸ εἶναι ἀγορασμένον δαπάνῃ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως· μολαταῦτα λέγει, ὅτι εἰς τὸ πρωτόκολλον δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ λέξις ἡ ἀγγλική, ἡ ὁποία σημαίνει στρατὸν καὶ ὄχι νοσοκομεῖον. Αὐτὴ ἡ εἴδησις ἐφέρθη εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅστις μοὶ εἶπεν, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεώς μου ὑπόσχομαι διὰ τίτλων νομίμων καὶ ἐπισήμων ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ κτίριον αὐτὸ ἠγοράσθη ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἐκτίσθη δι’ ἀγγλικῶν χρημάτων. Ἐγὼ εἶπα, ἐὰν εἶχε τοιοῦτόν τι, μάλιστα· τώρα λέγει, δὲν δύναμαι νὰ φέρω τοὺς ἐπισήμους τίτλους, ἀλλὰ κατόπιν· καὶ ἂν, ἤθελεν ὀψέποτε ἀποδειχθῆ τοὐναντίον, ὑπόσχομαι νὰ ἀποδώσω τὸ κτίριον αὐτό. Ἰδοὺ ἡ νότα, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσα ἐπισήμως. «Κύριε ὑπουργὲ, πληροφοροῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποδόσεως κλπ.» (ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα). Βλέπετε λοιπόν, ὅτι κἀνεὶς λόγος δὲν εἶναι νὰ μὴ ἀποδώσωμεν αὐτὸ τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτήν.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συναινεῖ νὰ παραχωρηθῇ αὐτὸ τὸ κτίριον εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, κτίριον, ὅπερ ἐπὶ τῆς προστασίας ἐχρησίμευσεν ὡς στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Ἠκούσατε δὲ ποῦ στηρίζει τὴν γνώμην της ταύτην ἡ Κυβέρνησις· εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν της τὸ κτίριον ἐκεῖνο κατὰ τὴν ἄρσιν τῆς προστασίας δὲν παρεδόθη εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς ἀγγλικῆς, διότι ἐξάγει ἐκ τούτου τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπειδὴ δὲν παρεδόθη, ἄρα ἀνήκει εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἐπομένως βλέπετε, ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον παραχωροῦντες εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον τῆς Κεφαλληνίας, θέλετε παραδεχθῆ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συνθήκην τῆς ἑνώσεως ἐσυγχωρήθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις, νὰ ἔχῃ στρατιωτικὰ καταστήματα ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Στεφανόπουλος.
§160ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλ’ ὅτι τὸ ἠγόρασε δι’ ἰδίων ἐξόδων.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀμέσως θὰ τὸ συμπληρώσω. Θὰ παραδεχθῆτε, λέγω τὴν ἀρχὴν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συνθήκην τῆς ἑνώσεως ἐξακολουθεῖ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐν Ἑλλάδι ἰδιοκτησίαν τοιαύτην. Ταῦτα προέταξα, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε πόσον σπουδαῖον εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι σπουδαῖον μόνον, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς κτιρίου ἀρκετὰ μεγαλοπρεποῦς καὶ πολυδαπάνου, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει μετὰ πολλὰς εὐκολίας νὰ τὴν παραδεχθῶμεν πρῶτον, διότι δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλας συνεπείας, καὶ δεύτερον, διότι δὲν εἶναι τόσον συμφέρουσαι μὲ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπρόσθεσεν, ὅτι δὲν ἐνδίδει εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως μόνον διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρέδωκε τὸ κτίριον τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξ ἰδίων αὕτη ἐδαπάνησε διὰ νὰ τὸ ἀνεγείρῃ. Τοῦτο τὸ παρέλειψα ἐν ἀρχῇ, διότι, ὡς θέλετε ἰδεῖ εὐθὺς ἀμέσως, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν συνθήκην τοῦ 1815, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἐκ τῆς συνθήκης ἐκείνης ἤθελεν ἐξαγάγει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν τῷ ὄντι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέκτα δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν κτιρίων δι’ ἃ ἤθελεν ἐξοδεύσει, ὅταν τὰ κτίρια ταῦτα εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευον εἰμὴ εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατοχὴν τῆς Ἑπτανήσου. Αἱ τελευταῖαι αὗται λέξεις ὑποθέτω, ὅτι ἐκαθάρισαν πλειότερον τὸ ζήτημα, διότι πιθανόν τινες νὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον ἀρνηθῆ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν κτῆσιν ἐν Ἑπτανήσῳ, τὴν ὁποίαν δι’ ἄλλους σκοποὺς ἡ Ἀγγλία ἤθελεν ἀπαιτήσει. Ἐφαρμόζων δὲ τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς τὸ προκείμενον νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ δικαίου, διότι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου. Ἀπὸ τοιαύτας σκέψεις νομίζω ἔπρεπε νὰ ὁρμηθῇ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὶν ἔλθῃ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ προκάτοχός του ὑπουργὸς Κ. Βράϊλας, ὅστις, ὅπως θέλετε παρατηρήσει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ἅμα ὁ Κ. Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις τῷ ἐζήτησε τὸ κτίριον, ἀμέσως ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει μεσολαβήσει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ παραχωρηθῇ, διότι εἰς τὴν πρώτην ἔγγραφον διακοίνωσιν τοῦ Κ. Ἔρσκιν ἀναγινώσκομεν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας τῷ λέγει· «σπεύσατε νὰ ἐκτελέσητε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδώσατε ἅμα σᾶς ἔκαμα λόγον περὶ αὐτῆς κλπ.»
§162Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον;
§163ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Κ. Δεληγιάννη ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν αὕτη ἡ ὑπόθεσις.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἀνερευνῶν τὰ ἔγγραφα). Δὲν τὸ εὑρίσκω τώρα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Κ. ὑπουργὸς ἤθελεν ἐξετάσει τὴν συνθήκην τοῦ 1815, ἤθελεν εὑρεῖ τὰ ἑξῆς. Εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἀνεδέχετο ἀπὸ τὴν Εὐρώπην νὰ προστατεύῃ τὰς Ἰονίους νήσους, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇ στρατιωτικὸν σῶμα, καὶ ὅτι περὶ τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου σώματος καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς συνθήκας μετὰ τοῦ Ἰονίου κοινοβουλίου, ἑπομένως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀνεγείρῃ κτίρια ἐντὸς τῶν Ἰονίων νήσων χρησιμεύσαντα διὰ τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Ἀλλὰ διὰ τῆς τελευταίας συνθήκης τοῦ 1863.....
§165ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως τὴν ἔχετε πρόχειρον;
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ μόνον μίαν φράσιν· «Ainsi qu’ à l’ entretien et au paiement des garnisons britanniques.» Ἀλλὰ διὰ τῆς τελευταίας συνθήκης, Κύριοι, ἡ ὁποία αἴρει τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ τῶν ἑπτὰ νήσων, τί ἀπεφασίσθη; ἀπεφασίσθη νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Ἀγγλία ὡς προστατεύουσα τὴν Ἑπτάνησον δύναμις, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπεγράφη ἡ συνθήκη ἐκείνη, ἔπαυσεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πλέον τοῦ νὰ δύναται νὰ διατηρήσῃ στρατὸν ἐν Ἑπτανήσῳ, στρατιωτικὰ καταστήματα, φρούρια, ἐπάλξεις, ὀχυρώματα, καὶ ἦτο ἀδιάφορον εἰς τὴν Εὐρώπην ἐὰν διὰ ταῦτα ἐξώδευσεν ἢ ὄχι τὸ ἀγγλικὸν ταμεῖον. Ὁ σκοπὸς τῆς Εὐρώπης καὶ ἡ ἀπόφασις ἦτο νὰ παύσῃ πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ ὡς Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλία δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἑπτὰ νήσων· καὶ καθὼς δὲν ἐδύνατο, διὰ τὸν λόγον ὅτι παρελείφθη ἀπὸ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, νὰ ἐπιστραφῇ τῇ Ἀγγλίᾳ μία τις ἔπαλξις ἢ κατάστημα στρατιωτικὸν ἢ ἕν τι ὀχύρωμα, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς προστασίας ὡς νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε πρὸς τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Διὰ τὴν Εὐρώπην ἦτο πολὺ ἀδιάφορον τὸ ζήτημα τὸ χρηματικόν, διότι ἡ συνθήκη τοῦ 1815 ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ Ἰονίου Κοινοβουλίου· ἔμενε λοιπὸν εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ κανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς της μετὰ τῆς Ἑπτανήσου· ἀλλ’ ὅ,τι ἀπεφάσισεν ἡ Εὐρώπη ἦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης τοῦ 1863, οὔτε μίαν σπιθαμὴν γῆς, ὡς κυβέρνησις, χρησιμεύουσαν τὸ πρὶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ἐξεταζομένης τῆς συνθήκης, νομίζω, ὅτι οὔτε κἂν δικαίωμα ἔχομεν νὰ παραβιάσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Εὐρώπη ἔθεσε. Βεβαίως ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς καταστήματος, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἕνας Ἁρμοστὴς ἤθελεν ἀγοράσει εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἢ καὶ αὐτὴ ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε τοῖς χρησιμεύσει ἁπλῶς διὰ κατοικίαν ἢ διὰ ξένους τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς σκοπούς, τὸ ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἐδύνατο νὰ γίνῃ λόγος· ἀλλὰ περὶ ἑνὸς στρατιωτικοῦ νοσοκομείου καὶ στρατῶνος, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐναντίον καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας συνθήκης, νὰ γίνεται λόγος ἀπὸ τὴν κυβέρνησίν μας. Μολοντοῦτο, κύριοι, καὶ ἂν ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα» ἤθελε θεωρηθῆ ἐσφαλμένη, πάλιν ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ πέσῃ, διότι ἀμφότεροι οἱ λόγοι ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει αὐτήν, ὁ λόγος, ὅτι ἐξώδευσεν ἡ Ἀγγλία διὰ τὴν ἀνέγερσιν, καὶ ὁ λόγος, ὅτι δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν. Ἐν πρώτοις, ἐὰν ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐξώδευσε διὰ ν’ ἀνεγείρῃ τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μόνον δικαίωμα προσωπικῆς ἀπαιτήσεως, χρηματικῆς· ἐδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατέβαλε διὰ τὴν ἀνέγερσιν. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἐγένετο τὸ ψήφισμα, ὅταν διεπραγματεύθη μεταξὺ τοῦ Ἁρμοστοῦ καὶ τοῦ Ἰονίου Κοινοβουλίου ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑνώσεως, τότε ὁ Ἁρμοστὴς, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παραιτεῖ πᾶσαν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ καθυστερούμενα τῆς στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐκ λιρῶν 90 χιλιάδων, ὅτι παραιτεῖ τὴν ἀπαίτησίν της ταύτην ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραιτήσῃ καὶ ἡ Ἑπτάνησος πᾶσαν ἀξίωσιν ἐναντίον τῆς Ἀγγλίας ἐξ οἱουδήποτε λόγου προερχομένην· καὶ τοιουτρόπως Ἀγγλία καὶ Ἑπτάνησος νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν ἀμοιβαίαν ἀπαίτησιν. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ τοῦ τελευταίου Κοινοβουλίου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐξώδευσεν ἡ Ἀγγλία διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου, δὲν εἶχε δικαίωμα σήμερον νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐπῆλθε συμψήφισμα διὰ πᾶσαν ἀμοιβαίαν ἀπαίτησιν καὶ ἐξέλιπε πλέον πᾶσα ἀπαίτησις διὰ προγενεστέρους λογαριασμούς. Ἰδοὺ Κ. Κουμουνδοῦρε, ἐζητήσατε τὰ ἄρθρα αὐτά· εὐτυχῶς τὰ εὗρον. Τὸ ἄρθρον 5. τῆς συνθήκης τῶν Παρισίων τοῦ 1815 διαλαμβάνει· «Pour assurer sans restrictions aux habitants des Etats-Unis des Iles Ioniennes les avantages résultants de la haute protection sous laquelle ils sont placés, ainsi que pour l'exercice des droits inherens, S. M. britannique aura celui d'occuper les forteresses et places de ces Etats, et d'y tenir garnison.» Ἄρθρον 6. «S. M. britannique consent à ce qu'une convention particulière avec le gouvernement des dits Etats-Unis regle, d'après les revenues de l'Etat, tous les objets relatifs au maintien des forteresses actuellement existantes ainsi qu'a l'entretien et au paiement des garnisons britanniques.» Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸν δεύτερον τῶν λόγων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις στηρίζει τὸ δικαίωμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν λόγον τὸν ἀφορῶντα τὴν μὴ παράδοσιν. Τὸ πρωτόκολλον, κύριοι, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, ὅταν ἀνεχώρησαν οἱ Ἄγγλοι ἀπὸ τὴν Κέρκυραν καὶ τὰς ἄλλας νήσους δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνας ἁπλοῦς τύπος· διότι καὶ ἂν ἐγένετο τὸ πρωτόκολλον καὶ ἂν δὲν ἐγένετο ἐλθούσης τῆς ἡμέρας, συμφώνως μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴν Συνθήκην, ἡ προστασία ἔφευγε, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐννοήσετε βέβαια, ὅτι ἐδύνατο νὰ συμβιβασθῇ ἡ παῦσις τῆς προστασίας μὲ τὴν διατήρησιν εἰς τὴν κατοχὴν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὅλων ἐκείνων τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, δηλονότι φρούρια, στρατιωτικὰ καταστήματα κτλ. Τὸ πρωτόκολλον λοιπὸν ἦτον ἁπλοῦς τύπος, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ συγχρόνως ὅτι, καὶ ἂν εἰς τὸ πρωτόκολλον παρελείφθη νὰ σημειωθῇ τι, δὲν ἕπεται ὅτι ἐγεννήθη ἐκ τούτου δικαίωμα εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ πλάσῃ ἐξαίρεσιν. Αἱ συνθῆκαι, κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων συνωμολογήθη ἡ παῦσις τῆς κατοχῆς, καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 9 αὐτῆς, δὲν εἶχον κανένα ὅρον, καὶ, καθὼς σᾶς προεῖπον, νομίζω διὰ τοῦτο ὅτι οὔτε εἶχεν ἡ Ἑλλὰς τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παραδόσεως νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, σοῦ ἀφίνω αὐτὸ τὸ μικρὸν φρούριον νὰ τὸ διατηρεῖς, ἢ σοῦ ἀφίνω, ἔστω καὶ 10 πήχεις γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε μία μικρὰ ἔπαλξις ἢ ἓν μικρὸν κανονοστάσιον, διότι ἐξώδευσες νὰ τὸ ἀνεγείρῃς. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, τὸ πρωτόκολλον τί διαλαμβάνει; «Ἐπειδὴ τὴν 17|29 Μαρτίου 1864 ὑπεγράφη ἐν Λονδίνῳ ....συνθήκη, ἀφορῶσα τὴν μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν τῶν Ἰονίων νήσων. Καὶ ἐπειδὴ ἡ μὲν Αὐτοῦ ἐξοχότης ὁ Μέγας Ἁρμοστὴς τῆς Α. Β. Μ. ἔλαβεν ὁδηγίας νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ 9 ἄρθρου τῆς εἰρημένης συνθήκης, ὁ δὲ Κ. Θ. Ζαΐμης....ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Α. Ἐξοχότητος τοῦ λόρδου Μ. Ἁρμοστοῦ ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τοὺς τύπους τῆς ἐκτελέσεως τῶν μνησθεισῶν διατάξεων, ἀπεφασίσθησαν ὑπ’ αὐτῶν διὰ τοῦ παρόντος τὰ ἑξῆς· Ἄρθρον 3. «Ἐπειδὴ ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ συνταχθῶσι κατάλογοι ἀπογραφῆς περὶ τῶν ἐκ μέρους τῆς Α. Ε. τοῦ λόρδου Μεγάλου Ἁρμοστοῦ παραδιδομένων εἰς τὸν ἔκτακτον ἀπεσταλμένον ὀχυρωμάτων, ἀρχείων καὶ λοιπῶν, περὶ ὧν διαλαμβάνει κατωτέρω τὸ πρωτόκολλον, διώρισεν ἕκαστος πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν.... ἵνα συντάξωσι τὰς ἀπογραφὰς καὶ ἐκθέσεις τῆς παραδόσεως τῶν φρουρίων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων τῆς Κερκύρας. Ἐπειδὴ δὲ ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ ληφθῶσιν ὅμοια μέτρα καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους....» Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἡ ἀπογραφὴ ἦτον ἁπλοῦς τύπος καὶ ὅτι ἔμελλον νὰ παραδοθῶσι φρούρια, ὀχυρώματα, στρατιωτικὰ καταστήματα, ἀρχεῖα καὶ λοιπά. Τὸ πρωτόκολλον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη μεταξὺ τοῦ Κ. Ζαΐμη ἀπεσταλμένου τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κ. Στὸρξ, δὲν διαλαμβάνει ἐξαίρεσίν τινα διὰ κανὲν στρατιωτικὸν κατάστημα τῆς Κεφαλληνίας. Ἐὰν λοιπὸν τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον ἦναι στρατιωτικὸν κατάστημα, θὰ εἴπῃ ὅτι περιλαμβάνεται εἰς τὴν σύμβασιν περὶ παραδόσεως.
§167ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ ἀγγλικὸν λέγει «στρατῶνες» δὲν λέγει «στρατιωτικὰ καταστήματα.»
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρισθῆτε, Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὄπισθεν τοῦ στρατῶνος· τὸ πρωτόκολλον εἶναι συντεταγμένον καὶ ἀγγλιστὶ καὶ ἑλληνιστί.
§169ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι ἐννοεῖ στρατῶνες· καθ’ ἕνας ἐννοεῖ τὸ ἰδικόν του.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε· τὸ πρωτόκολλον, κύριοι, ἐγένετο εἰς δύο γλώσσας καὶ ἡ γλῶσσα ἡ ἑλληνικὴ ἀναφέρει στρατιωτικὰ καταστήματα, οὔτε ὑπῆρχε λόγος κανεὶς, ὥστε τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα νὰ ἐξαιρεθῶσιν, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλὰ στρατιωτικὰ καταστήματα εἰς τὰς ἑπτὰ νήσους, καὶ περὶ οὐδενὸς καταστήματος εἶχεν ἀξιώσεις ἡ Ἀγγλία. Ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ἐνόησε νὰ παραδώσῃ στρατιωτικὰ καταστήματα καὶ ἡ φράσις στρατιωτικὰ καταστήματα εἶναι κακὴ μετάφρασις τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ὅλα τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα.
§171ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μὰ εἶναι ἐντὸς τῶν φρουρίων τὰ ἄλλα.
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐκτὸς ὑπάρχουν. Τὸ δὲ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον δὲν θὰ εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι στρατιωτικὸν κατάστημα. Ἐὰν θέλετε, κύριοι, νὰ τὸ χαρίσωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Εἶναι εὐεργέτις δύναμις, ἡ ὁποία ἔκαμε μεγάλα ἀγαθὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἕνεκα τῆς ὑπεροχῆς της ἐν τῷ κόσμῳ δύναται πολλαχῶς καὶ πολλάκις νὰ εὐεργετήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἔνδειξις προόδου μόνον καὶ μόνον, διότι εἶναι εὐεργέτις καὶ μεγάλη ἡ Ἀγγλία, νὰ κλείωμεν τοὺς ὀφθαλμούς μας καὶ νὰ παραμορφόνωμεν τὰ δίκαιά μας, τὰς συνθήκας μας, τὰς συμφωνίας μας, διότι τότε ἀντὶ καλοῦ θὰ ἔχωμεν κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἀγγλία θὰ ἔχῃ πολὺ κακὴν ἰδέαν περὶ ἡμῶν. Ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος νὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις νόμον περὶ παραχωρήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀγγλίαν· δὲν εἶμαι ὅμως διόλου σύμφωνος νὰ καταστήσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συνθήκην ἐξακολουθεῖ ἡ Ἀγγλία, ὡς Κυβέρνησις, νὰ διατηρῇ δικαιώματα ἐπὶ τῶν καταστημάτων τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς, τὰ ὁποῖα νὰ ἐξασκῇ κατὰ διαλείμματα τὸ μὲν σήμερον, τὸ δὲ αὔριον, τὸ δὲ μεθαύριον. Ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως φέρεται, ἀλλὰ τὴν δωρεὰν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν δὲν θέλω τὴν ἀποκρούσει. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας εἶναι ἄδικος, καὶ ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραχωρήσεως στρατιωτικοῦ νοσοκομείου τῆς Κεφαλληνίας, ὡς μὴ περιληφθέντος εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, τὸ πρωτόκολλον ἦτο ἁπλοῦς τύπος· δεύτερον, διότι τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα τὰ ἀνήγειρεν ἡ Ἀγγλία ἢ τὰ καθεῖξεν ἡ Ἀγγλία μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς, καὶ ἑπομένως, παυσάσης τῆς κατοχῆς, οὐδὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ· τρίτον, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελεν ἔχει, ἐὰν ἀνήγειρεν, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις τὸ κτίριον τοῦτο, τὸ παρῄτησεν ὅταν μετὰ τοῦ ΙΓʹ. κοινοβουλίου τῆς Ἑπτανήσου ἐξώφλησε τὰς ἀμοιβαίας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἡ μία ἐπικράτεια πρὸς τὴν ἄλλην εἶχε· καὶ τέλος, διότι παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, ἠθέλαμεν κλονίσει τὰς διεθνεῖς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀπεφάσισαν, ὥτε ἡ προστασία, ἀφ’ ἧς παύσει, νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ ὡς Κυβέρνησις Ἀγγλικὴ οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐχρησίμευσαν ἄλλοτε εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς κατοχὴν, εἴτε κατάστημα, εἴτε κτίριον ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κυπριάδης.
§174ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον, Κύριοι, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φιλοτιμίας καὶ ἐπιδείξεως μᾶλλον ἢ ὡς ἀντικείμενον χρηματολογικὸν· ἑπομένως ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμωμεν, προώρισται νὰ διαδηλώσῃ, ἐὰν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ὁρμωμένη ἀπὸ ἓν αἴσθημα ἀδικίας ἢ ἀπὸ ἓν αἴσθημα ἀλόγου φιλοτιμίας ζητεῖ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ὡς πρὸς τὴν γενικὴν ἔποψιν καθίσταται μικροῦ λόγου ἄξιον, ἢ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ λησμονοῦσα τὸ τὶ χρεωστεῖ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὴν θέσιν της ἀπέναντι αὐτῆς τῆς Δυνάμεως, λόγῳ ψευδοῦς φιλοτιμίας ἢ λόγῳ ἐπιδείξεως θέλει νὰ διεκδικήσῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καθαρῶς καὶ δυνάμει τῶν συνθηκῶν δὲν ἔχει οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ. Ἐπαινῶ, Κύριοι, τὸν ζῆλον καὶ τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀνυψώσουν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς μίαν βαθμίδα ἴσην μὲ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ μεγάλαι δυνάμεις, καὶ οἵτινες φρονοῦν, ὅτι δύνανται βῆμα πρὸς βῆμα νὰ διαμφισβητήσουν πᾶσαν ἀπαίτησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα εἰς τὴν συγκεκριμμένην περίπτωσιν δὲν εἶναι οὔτε πολιτικὸν οὔτε συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐν γένει, καὶ κατὰ μέρος παρατηρῶ, ὅτι ἐὰν ἡ Ἀγγλία εἰς τὰς τελευταίας αὐτῆς κρίσεις, εἰς τὰς τελευταίας ἀποφάσεις της περὶ τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὁρμᾶται ἀπὸ ἓν αἴσθημα εἰλικρινείας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ ἓν αἴσθημα εὐεργετικὸν πρὸς τὸν νέον Βασιλέα, ἀπὸ ἓν αἴσθημα αὐταπαρνήσεως, ἀλλὰ κατηναγκάζετο εἴτε ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἄλλων δυνάμεων, εἴτε ἀπὸ τὰ ὑπερισχύσαντα δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, τότε ἠθέλαμεν ἰδεῖ καθ’ ὅλην τὴν πορείαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διαφόρους ἐνστάσεις παρεμβαλλομένας ὡς πρὸς ἄλλα ἔτι μεγαλείτερα ἀντικείμενα, αἵτινες ἐνστάσεις ἤθελον δυσχεράνει πολὺ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἀπεναντίας βλέπω καὶ πείθομαι, ὅτι ἡ Ἀγγλία κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἐποχὴν ἠθέλησε νὰ δειχθῇ εἰλικρινὴς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ μικρολογήσῃ διαμφισβητοῦσα δικαιώματα πηγάζοντα ἀπὸ χρηματικὰς ἀπαιτήσεις, εἴτε ἀπὸ περιουσίας κειμένας ἐντὸς τῆς Ἑπτανήσου· καὶ ὅταν βλέπω, ὅτι σήμερον πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ ψυχράνῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην δύναμιν, ὅταν βλέπω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρόκειται σήμερον νὰ φέρῃ εἰς μίαν χαλάρωσιν τὰς εἰλικρινεῖς σχέσεις τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἕνεκα ἑνὸς κτιρίου κειμένου εἰς τὸ Ἀργοστόλι τῆς Κεφαλληνίας, πιστεύσατε, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὸν ζῆλον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νὰ δειχθῶμεν, ὅτι εἴμεθα δυνατοί, ὅτι εἴμεθα μεγάλοι, ὅτι εἴμεθα γενναιότεροι ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν.
§175ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ δικαίου ἢ τοῦ ἀδίκου.
§176ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ εἰς σᾶς.
§177ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐταὶ εἶναι δημοκοπίαι.
§178ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ δήμου· τὴν δημοκοπίαν τὴν ἐξασκεῖς σύ. Δημοκοπία δὲ θὰ εἴπῃ, ἐὰν ἔλεγον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν παράδοσιν, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὰ εἶναι δημοκοπία, τὴν ὁποίαν θέλεις σὺ νὰ κάμῃς.
§179ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Λοιπὸν ὅστις εἴπει τὸ ἐναντίον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας γνώμην εἶναι δημοκόπος;
§180ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἂς δώσωμεν τὸν ὁρισμὸν τῆς δημοκοπίας. Δημοκόποι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κολακεύωσι καὶ νὰ ἐξεγείρωσι τὸ αἴσθημα τοῦ ὄχλου. Ἐγὼ ἀπεναντίας παριστῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας ὀφείλει νὰ ᾖναι εὐγνώμων.
§181ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι κανένας ἀγνώμων.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε ὁλονέν.
§183ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούῃ ἡσύχως, διότι καὶ ἄλλοι ἀπεφάσισαν καὶ ἐγὼ θὰ ἀναγκασθῶ, ἐὰν ὁσάκις λαμβάνομεν τὸν λόγον διακοπτώμεθα ἀπό τινας προνομιούχους διὰ κραυγῶν, νὰ παύσωμεν ἐξασκοῦντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ὡς τίθεται τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, αὕτη δὲν ἀξιοῖ ἄλλο τι εἰμὴ νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ἣν θέσιν ἦσαν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Ἀγγλία παρέδωκεν εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ὀχυρώματα· ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις σήμερον δὲν ἔρχεται νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψεν ὁ ἀπεσταλμένος της ἐν πρωτοκόλλῳ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐνταῦθα ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν, νομίζω, 3 Ἰουνίου 1864. Ἡ Ἀγγλία λέγει, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἠθέλησα, πᾶν ὅτι ὤφειλον, τὸ παρέδωκα διὰ τοῦ ἀπεσταλμένου μου εἰς τὸν νόμιμον ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἐπανέρχομαι· ἀπεναντίας συνεπεία αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου ἐξωφλήθησαν καὶ διελύθησαν ὅλαι αἱ χρηματικαὶ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας ἀπέναντι τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας. Τὶ λέγει ὅμως ἡ Ἀγγλία; Αὐτὸ τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον πιστεύσατε καὶ τὸ ὁμολογεῖ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, δὲν τὸ ἀπαιτεῖ διὰ νὰ ἔχῃ κατοχὴν, διὰ νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ τὸ ἀπαιτεῖ, διότι τῆς ἀνήκει καὶ διότι τὸ προσδιώρισε διὰ κατάστημα τοῦ Προξένου τοῦ Ἄγγλου· ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ δὲν τὸ παρέδωκε διὰ τοῦ πρωτοκόλου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρετήρησεν ὅτι ὑπάρχει ἓν ἄλλο πρωτόκολλον μεταγενέστερον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὸ τὸ κατάστημα παρεδόθη. Ἐξετάζεται τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ καὶ τὶ εὑρίσκεται ἐν αὐτῷ; Ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Ζαΐμης διέταξε τὸν Ἀστυνόμον, ὁ δὲ ἀστυνόμος παρέδωκε τὸ κατάστημα αὐτὸ εἰς τὸν μοίραρχον, καὶ κατεξανίσταται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις λέγουσα, σεῖς οἱ ἴδιοι ἐδῶ γίνεσθε δικασταὶ ἐπὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ, ἂν ἦτο ἰδιοκτησία σας, ὤφειλον νὰ τὸ παραδώσω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁ ἀπεσταλμένος μου δὲν παρέδωκε· σεῖς οἱ ἴδιοι τὸ παραδίδετε καὶ τὸ παραδίδετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας. Μᾶς ἐρωτᾷ λοιπὸν, ἐὰν αὐτὴ ἡ πρᾶξις δύναται νὰ μεταβιβάσῃ νομίμως τὴν κατοχήν! Νομίζω, ὅτι ὄχι ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ μεταξὺ καὶ τῆς ἐσχάτης τάξεως πολιτῶν, ἐὰν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἔρις, ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐὰν ὁ ἄλλος τὸ κατέλαβε χωρὶς νὰ τῷ παραδοθῇ, αὐτὴ ἡ κατάληψις δὲν εἶναι νόμιμος, πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν προτέραν θέσιν, καὶ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος μένει ἀκέραιον ζήτημα δικαστικόν. Συνεπείᾳ τούτων δὲν δυνάμεθα σήμερον ψευδόμενοι νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ κτίριον τὸ παρέδωκε, διότι ἡ Ἀγγλία μᾶς ἀπαντᾷ ὅτι δὲν τὸ παρέδωκε· διετήρησα τὴν κατοχὴν, καλῶς ἢ κακῶς, εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα· διετήρησα τὴν κατοχήν· καὶ τὴν θέλω τὴν κατοχήν. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι, προβαίνει περαιτέρω καὶ δὲν θέλει νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν νομικὴν ἰδέαν τῆς ἁπλῆς κατοχῆς, τῆς ὁποίας αἰτιολογία εἶναι τὸ κατέχω, διότι κατέχω· δὲν λέγει ἡ Ἀγγλία κατέχω, ἑπομένως δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω κανένα λόγον, ἡ Ἀγγλία προβαίνει καὶ περαιτέρω καὶ μᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸ τὸ κατάστημα τὸ ἀνήγειρα ἐπὶ γηπέδου, τὸ ὁποῖον ἠγόρασα ἀπὸ τὴν κοινότητα τῆς Κεφαλληνίας· τὸ ἀνήγειρον ἰδίᾳ μου δαπάνῃ· δὲν ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῶν φρουρίων καὶ τῶν ὀχυρωμάτων· εἶναι μακρὰν αὐτῶν· τὸ ἔκαμα αὐτὸ τὸ κατάστημα καὶ δύναμαι νὰ τὸ μεταχειρισθῶ ἢ ὡς ἐκκλησίαν ἢ ὡς κατάστημα προξενείου ἢ διὰ πᾶσαν ἄλλην χρῆσίν μου, προσωρινῶς δὲ τὸ μετεχειρίσθην ὡς νοσοκομεῖον. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ κατάστημα, μᾶς λέγει ἡ Ἀγγλία, εἶναι ἀναμφισβήτητος ἰδιοκτησία μου καὶ ἀναλαμβάνω νὰ παρουσιάσω τοὺς τίτλους μου, νὰ φέρω τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀγορᾶς τοῦ γηπέδου αὐτοῦ καὶ τοὺς τίτλους τῆς οἰκοδομῆς τῆς γενομένης ἐπ’ αὐτοῦ· σᾶς ἐρωτῶ τώρα, Κύριοι, ἐὰν ἀνεξαρτήτως τῶν συνθηκῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ θεωρητικῶς καὶ φαντασιοπλήκτως, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παρίσταται ὡς τόσον ἄδικος, ὡς τόσον ἀνυπόστατος, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ περιφρονήσῃ αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν καὶ νὰ εἴπῃ· τὸ κατέλαβον ἐγὼ καὶ ἀνατρέχω εἰς τὰς συνθήκας τοῦ 1863 καὶ τοῦ 1815, καὶ δὲν σᾶς τὸ δίδω. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι κρίσις τοῦ δυνατωτέρου, καὶ δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἰσχύν μας ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας. Δὲν πρέπει λοιπὸν αὐτὴν τὴν αἴτησιν νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ βαδίσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος, τὴν ὁδὸν τῆς εὐθείας συζητήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τώρα καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔκαμε περὶ τῆς ἐννοίας, περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν συνθηκῶν, εἰς αὐτὴν τὴν ἔρευναν δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω, διότι καὶ τὰς γνώσεις του δὲν ἔχω, καὶ τὰς μελέτας του δὲν ἔκαμον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλ’ ἀφ’ ὅσα ἤκουσα διὰ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἀνέγνωσε, τῆς συνθήκης τοῦ 1815 καὶ τοῦ 1863, ἐξάγεται, ὅτι εἰς τὰ 15 ἡ Ἀγγλία, λαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰς ἄλλας δυνάμεις τοῦ νὰ ἐγκαταστήσῃ στρατὸν ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, ὑπεχρεώθη, ὅτι καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ συνομολογήσῃ μὲ τὴν Ἑπτάνησον σύμβασιν, καθὼς καὶ τὸ ἔπραξε· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰ φρούρια τὰ ὑπάρχοντα, καὶ ὑπάρχει λέξις existautes, ἐπ’ αὐτῶν τῶν φρουρίων καὶ ἄλλων ὀχυρωμάτων, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ἑπτάνησος εἶχεν, ἐὰν ὄχι ὅλα, τὰ μεγαλείτερα μέρη τῶν φρουρίων, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον, ὡς πρὸς αὐτὰ ὑπεσχέθη νὰ μὴ ἀποκτήσῃ κανὲν δικαίωμα κυριότητος, ἀλλ’ ἐν καιρῷ τῆς παύσεως τῆς προστασίας νὰ τὰ παραδίδῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τώρα αὐτὴ ἡ συνθήκη, αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς συνθήκης δὲν ἀποκλείει τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, καὶ ὡς κυβέρνησιν καὶ ὡς ἰδιώτην πάντα Ἄγγλον δὲν τὴν ἀποκλείει τοῦ δικαιώματος τοῦ ν’ ἀγοράσῃ 10, 20,100 πήχεις τόπου εἰς μίαν ἐξ αὐτῶν τῶν νήσων καὶ νὰ ἀνεγείρῃ ἓν κατάστημα. Ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ τὸ πολὺ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ φρούριον, ἀλλὰ δὲν εἶναι φρούριον αὐτὸ, δὲν εἶναι ὀχύρωμα, εἶναι κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει στρατιωτικὴν ὄψιν, προώρισται νὰ γίνῃ κατάστημα νοσοκομείου, δηλ. ἐτέθησαν μερικαὶ κλίναι, μερικὰ τοιαῦτα παραρτήματα διὰ τοὺς ἀσθενεῖς· ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ πρᾶγμα αὐτὸ τὸ κατάστημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε ὡς στρατὼν, οὔτε ὡς ὀχύρωμα. Λοιπὸν ἡ Ἀγγλία παρεδέχθη ὅ,τι ὑπεσχέθη δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ 1815, νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα κυριότητος ἀμεταβλήτου ἐπὶ τῶν φρουρίων καὶ ἐπὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποτελεῖ μέρος τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ στρατιωτικὴν χρῆσιν, ἀλλ’ ὅτι τὸ εἶχε διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅτι εἶναι μακρὰν τῶν φρουρίων, τότε πολὺ καλὰ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ κατάστημα τὸ ἠγόρασα, θέλω νὰ τὸ ἔχω σήμερον ἵνα κατοικῇ ὁ πρόξενός μου, δὲν τὸ θέλω διὰ χρῆσιν ἰδιωτικήν· δὲν ὑπάρχει κανεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὰς κυβερνήσεις νὰ ἔχουν καταστήματα, ὡς καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἔχει κατάστημα εἰδικόν· δύναται ξένη δύναμις νὰ ἔχῃ ἐκκλησίαν· ὅστις κύριος ἀρνεῖται τοῦτο, ἀρνεῖται ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται ὁ σημερινὸς αἰὼν, καὶ ὑποστηρίζει σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Ἡ Ἀγγλία συνεπὴς πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ 15 καὶ πρὸς τὰ πρωτόκολλα τὰ συνταχθέντα καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑνώσεως παρέδωκε διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 15 δὲν ἠδύναντο νὰ μείνωσιν εἰς τὴν κατοχὴν, καὶ ὅταν ἐξῄρεσε τὸ προκείμενον κτίριον, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι σύμφορον οὔτε σύμφωνον μὲ τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν εὔλογον καὶ τόσον εὔσχημον πρότασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις διὰ τοῦ πρέσβεώς της. Κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν.
§184Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἀνεχώρησεν ἡ προστασία τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον τὸ κατεῖχεν ὁ πρόξενος καὶ ἐξῃρέθη;
§185ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τὶ καταλείπει λεπτομερῶς. Ὁ Κύριος Ζαΐμης τότε διέταξε τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως νὰ τὸ καταλάβωσι, καὶ συνέβη, ὥστε ὁ ἕνας ὑπάλληλος νὰ γίνῃ παραδίδων καὶ ὁ ἄλλος παραλήπτης.
§186Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι παρῄτησαν τὸ κατάστημα αὐτὸ ἄνευ ἐπιφυλάξεως· ἀφοῦ δὲν τὸ κατεῖχον βεβαίως τὸ παρῄτησαν.
§187ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Οὕτω δὲν ἀπόλλυται κατὰ νόμον οὔτε ἡ κυριότης οὔτε ἡ κατοχή. Ὅταν σᾶς παραδίδω μίαν οἰκίαν καὶ ἕνα ἀγρὸν, ἔχω ὅμως καὶ ἑτέραν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν κατοικῶ, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ταύτην σᾶς παραιτῶ· θεωροῦμαι πάντοτε κάτοχος διανοίᾳ κυρίου.
§188ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὴν λογικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Δεληγιώργης ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν ν’ ἀναλάβῃ ἄλλος τὸν λόγον, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ὁ ἔντιμος κύριος Κουμουνδοῦρος ἦτο διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ὅταν ἤκουσε τὴν ῥήτραν τῆς συνθήκης ἐσταμάτησε.
§189ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πλανᾶσθε (γέλως).
§190ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα.
§191ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Βλέπετε ποῦ ἦτο τὸ θέμα μου; Τὰ πρωτόκολλα, κύριοι, τῆς παραδόσεως δὲν γίνονται διὰ τῶν ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων, δὲν γίνονται διὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἀλλὰ γίνονται διὰ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν· καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν δύω διεθνεῖς καὶ μεγάλας συνθήκας εἰς βοήθειαν καὶ ἐπικουρίαν, ἔχομεν τὴν συνθήκην τοῦ 1815 καὶ τὴν συνθήκην τοῦ 1863· ἡ μὲν ἀντιγράφει τὴν δὲ, ἡ δὲ ὑποστηρίζει τὴν μέν. Ἡ τοῦ 1815 λέγει, ὅτι ἡ Ἀγγλία λαμβάνουσα τὴν κατοχὴν τῶν Ἰονίων νήσων ἢ τὴν προστασίαν, ὅσας δήποτε οἰκοδομὰς ἤθελεν ἀνεγείρει, θεωροῦνται ὡς ἰδιοκτησία τῶν Ἰονίων νήσων. Ἡ δὲ συνθήκη τοῦ 1863 ἐπίσης λέγει, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἀπερχομένη δὲν θέλει ἀφήσει ἴχνη κατόπιν τῆς λεγομένης κατοχῆς ἢ τῆς κυριότητος, ἀλλὰ τὰ πάντα περιέρχονται εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι παρελείφθη εἰς τὸν γενικὸν κατάλογον τῶν συνταξάντων τὸ πρωτόκολλον τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα, τοῦτο ποσῶς δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ Ἀγγλικὸν ἀνακτοβούλιον· τὶ λέγω; ἀνακτοβούλιον ἐνεργεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἐνεργεῖ εἷς πρόξενος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κερδοσκοπήσῃ τὸ κτῆμα τοῦτο, καὶ ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν καὶ ὁ ἔντιμος κύριος Πρέσβυς· ἀλλ’ ἂν ἐγίνετο ἀληθῶς ἱκανὴ ἐκπροσώπευσις ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ ὑπουργείου, ἐὰν ὁ τότε ὑπουργὸς δὲν κατεδολιεύετο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὑπέβαλε μίαν διακοίνωσιν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ μέγα ἐκεῖνο δικαστήριον ἤθελαν ἀστραπὰς καὶ ἐπιπλήξεις φέρει κατὰ τῶν ἐγειράντων τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀφῆκεν ὅλως διόλου ἀπροστάτευτον τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ ἀξίωσις. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, δὲν μᾶς λανθάνει, ὅτι αἱ σχέσεις, ἂν θέλετε, καὶ ἡ ὀλιγωρία τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ ἔβλαψαν. Αὐτὸς περὶ οὐδενὸς ἐφρόντισεν· ἐνόμισεν, ὅτι τὰ πάντα κεῖνται ὑπὸ μίαν ὅλως διόλου φρενότροπον φιλοσοφίαν· καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τότε πρωθυπουργὸς, ἂν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ διέλθῃ τὰ ἔγγραφα, ἂν δὲν ἤθελε δώσει τόσην μεγάλην πίστιν εἰς τὸν μέγαν ἐκεῖνον φιλόσοφον, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν συζήτησιν ταύτην σήμερον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἠμελήθη ἡ ὑπόθεσις. Εἶπέ τις τῶν ἐντίμων βουλευτῶν, νομίζω ὁ ἀξιότιμος κύριος Κυπριάδης, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ νομίζω πρώτην φορὰν ὁ ἀνὴρ οὗτος ἔλαβεν ἀφορμὴν διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὸ αἴσθημα τοῦτο, διότι καὶ πρώτην ἤδη φορὰν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, πρώτην ἤδη φορὰν εἶδε τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἂς μάθῃ, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων ἀγνωμονεῖ πρὸς τὴν μεγάλην αὐτὴν εὐεργέτιδα Δύναμιν, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ γνωρίζουν τὰ καθήκοντά των καὶ γνωρίζουν πῶς πρέπει νὰ φέρωνται ἀπέναντι μιᾶς κραταιᾶς καὶ εὐεργέτιδος δυνάμεως, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι ὑποχωροῦντας σήμερον εἰς τὸ δικαίωμά μας ἡ εὐεργέτις αὕτη Δύναμις θὰ μᾶς ἐκτιμήσῃ, ἀπεναντίας θὰ εἴπῃ ἰδοὺ πῶς ὑποκύπτουν, ἄφρονες εἶναι οἱ Ἕλληνες· μόλις ἐγένετο αἴτησίς τις καὶ παραχρῆμα κλίνουν τὸν αὐχένα καὶ παραχωροῦν τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν, τὴν ἰδιοκτησίαν, ἥτις διὰ τῶν πρωτοκόλλων θεωρεῖται ὡς κτῆμα ἀναπαλλοτρίωτον τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ὑποχωρῶν δὲν εἶναι εἰμὴ δοῦλος, καὶ ὁ ἐλεύθερος πρέπει παραχρῆμα ν’ ἀντιτάσσεται, καὶ ὁ ἐπίσης ἐλεύθερος θέλει ἐκτιμήσει τὸ φρόνημά του· ὅταν ὅμως ἐξανδραποδίζεται, τότε θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄξιος καταισχύνης, ἄξιος δουλείας καθὼς ἔλεγε καὶ ἀρχαῖός τις στρατηγὸς, ὅταν ἤκουε ν’ ἀποκαλοῦν τὸν Βασιλέα τῆς Περσίας μέγαν· πῶς δύναται, ἔλεγε, νὰ ᾖναι πραγματικῶς μέγας, ὅταν δὲν ᾖναι δίκαιος; «ἐν τῇ δικαιοσύνῃ γὰρ συλλήβδην πᾶσα ἀρετή ἐστὶν.» Ἀξιοῖ μεγάλη Δύναμις νὰ τῇ παραχωρήσωμεν ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ Ἕλληνες ἓν οἰκοδόμημα ὅπερ, διὰ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν ἔλαβον εἰς τὴν κατοχήν των καὶ κυριότητα. Νομίζετε, ὅτι κάμνοντες αὐτὴν τὴν παραχώρησιν φαινόμεθα εὐγνώμονες; τότε θέλομεν κριθῆ ὡς ἀγνοοῦντες τὸ δίκαιον. Σᾶς ἔφερε τὸ ἐπιχείρημα ὁ Κύριος Κυπριάδης, καὶ πῶς, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Ῥωσσία, νοσοκομεῖα εἰς πᾶν ἄλλο κράτος, ἑπομένως καὶ ἐν Ἑλλάδι; καὶ τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Ἐδῶ ἡ ὑπόθεσις διαφέρει· τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἀνεγερθῆ πρὸς χρῆσιν τῆς τότε κατοχῆς· ἡ κατοχὴ ἀπῆλθεν, ἐξέλιπε λοιπὸν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς τότε Δυνάμεως. Ἐδῶ ἐστὶν ἡ βάσις, τοῦτο λέγουν αἱ συνθῆκαι· καὶ ἐδῶ ὀφείλει ὁ ἔντιμος κύριος Κυπριάδης ν’ ἀπαντήσῃ. Ἀνέπτυξε μόνον δικανικά τινα ἀξιώματα, ὅτι δῆθεν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς, διότι τὸ ἀνήγειρεν, ἔχει τοῦτο καὶ ἐκεῖνο... Μὰ τὰ τοιαῦτα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος κύριος Κυπριάδης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐνώπιον τῶν διεθνῶν συνθηκῶν. Φρονῶ, κύριοι, ὡς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν συνθήκην, ὅτι δὲν ἐγένετο εὔλογος παράστασις ἐνώπιον τῆς μεγάλης Βρεττανίας, διότι εἶμαι ἄλλως πεπεισμένος, ὅτι ὄχι μόνον ἤθελεν ἐγείρει τοιαύτας ἀξιώσεις, ἀλλὰ μάλιστα ἤθελεν ἐλέγξει τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες ἤγειραν τὰς τοιαύτας ἀξιώσεις, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν καὶ σπουδαῖον, ἂν θέλετε εἶναι καὶ φιλοτιμίας ἀκόμη ἔργον, διότι ὅταν ἡμεῖς ἐγκαταλείψωμεν τὴν φιλοτιμίαν, τρόπον τινα ἐνδίδοντες εἰς μίαν εὐεργέτιδα Δύναμιν, οὐχὶ μόνον αὐτὴ ἡ Δύναμις, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ, καὶ ἂν θέλετε καὶ τὰ κύκλῳ ἡμῶν βάρβαρα ἔθνη, θέλουν μᾶς κατακρίνει. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἕως ἐδῶ καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ καὶ πάλιν τὰς ἐν λόγῳ παραστάσεις εἰς τὸ Ἀγγλικὸν ἀνακτοβούλιον. Ἐκ τῶν ἐγγράφων φαίνεται, ὅτι καμμίαν παράστασιν δὲν ἔκαμεν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν φθάσει τὸ ὑπουργεῖον εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα, δύναται νὰ κάμῃ μίαν παραχώρησιν δωρεὰν τοῦ εἰρημένου κτιρίου (Θόρυβος).
§192ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι ἡ συζήτησις αὕτη προχωρεῖ μὲ τόσην ἡσυχίαν. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἡ συνθήκη τοῦ 1815, ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν μὲ τὴν αὐτὴν ἡσυχίαν καὶ ἀταραξίαν ἴσως, χωρὶς τοῦ ἴσως, βεβαίως καὶ θετικῶς, πολλὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐβλάφθησαν, δὲν ἤθελον βλαφθῆ· ὅ,τι δὲν ἔγεινε τότε, γίνεται τώρα. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ παρατήρησις, ἂν καὶ ὅλως παράκαιρος. Ἡ συνθήκη τοῦ 1815 δὲν ἔχει κατ’ ἐμὲ καμμίαν ἐφαρμογὴν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἰδιαιτέρως τὰ ἄρθρα τῆς συνθήκης, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν. Τὰ ἄρθρα τῆς συνθήκης ἐκείνης ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπροσκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰονίου λαοῦ, ἵνα ψηφίσωσι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος· τότε ἡμεῖς ἐφωνάζομεν μὴ μᾶς σπεύδετε νὰ ψηφίσωμεν γρήγορα τὴν ἕνωσιν, θὰ κατεδαφισθοῦν τὰ φρούριά μας, θὰ γίνῃ συνθήκη Ὁμοσπονδίας· ἀλλὰ μᾶς ἔλεγον ὅτι ὀνειροπολοῦμεν. Λέγω, ὅτι τὰ ἄρθρα τῆς συνθήκης τοῦ 1815 οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σήμερον ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα δὲν ὁμιλοῦσιν ἢ περὶ τῶν ὀχυρωμάτων καὶ τῶν φρουρίων, καὶ ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ διατηρήσῃ τὰ ὑπάρχοντα τότε ἐν Ἑπτανήσῳ φρούρια, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἁρμοστὴς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπρότεινε νὰ μᾶς ἀφήσῃ τὰς 90,000 λίρας, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν ἀπὸ πᾶσαν ἀπαίτησιν, διότι ἡ Ἀγγλία εἶχε κατεδαφίσει μέγα μέρος τῶν ὑπαρχόντων φρουρίων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπως ἐπισκευάσῃ αὐτὰ σύμφωνα πρὸς τοὺς κανόνας τῆς νέας ὀχυρωματικῆς. Τὰ φρούρια ἐκεῖνα εἶχον πολλὰς καὶ πολλὰς χιλιάδας λιρῶν στερλινῶν, ὅπως μὴ γεννηθῇ ἀπαίτησις τοιαύτη δυνάμει τῶν ἄρθρων τῆς συνθήκης ταύτης.... διὰ τοῦτο μᾶς ἐπρότεινε νὰ ψηφίσωμεν τὰς 90,000 λίρας στερλίνας (θόρυβος). Ἵνα μὴ χρονοτριβῶ, ἂς ἔλθω εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Τὸ κατάστημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι κτῆμα τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἔκτισεν ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ἀπὸ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον τῆς Κεφαλληνίας. Τὸ ἔκτισε δι’ ἐξόδων ἰδικῶν της καὶ ὄχι ἀπὸ τὰς 25,000 λίρας, τὰς ὁποίας ἐπλήροναν οἱ Ἑπτανήσιοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ ἔκτισε μὲ ἔξοδα ὅλως ἰδιαίτερα. Εἶναι ἓν κατάστημα ὅμοιον ἐκείνου, ὃ ἔχει ἐδῶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν πρεσβείαν της. Τὸ ζήτημα εἶναι τώρα ἂν ἔχῃ δικαίωμα κυριότητος ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ λέγω ναὶ, διότι αὐτὸ τὸ κτίριον τὸ ἔκτισεν οὐχὶ ὡς προστασία, ἀλλ’ ὡς Ἀγγλικὴ κυβέρνησις. Συνεπεία τῆς συνθήκης τοῦ 1863 ἔπρεπεν ἡ Ἀγγλία νὰ τὸ παραδώσῃ; ἐγὼ λέγω ὄχι· ἀλλὰ τὸ παρέδωκεν, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς τὸ παρέδωκε καὶ δὲν ἔκαμεν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν παράδοσιν τὴν γενικὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, αὐτοῦ τοῦ καταστήματος· καὶ ἡ προστάτις ἡ Ἀγγλία, τοὐτέστι καθ’ ὃ προστάτις, εἰς τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὸν ἀπεσταλμένον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπρόσεξε πολὺ, ὥστε κατέγραψεν ὅλα ὅσα τοῦ παρέδωκε μὲ μεγάλην λεπτομέρειαν καὶ μεγάλην προσοχήν· ἀλλ’ ἴσως τοῦτο ἔγεινεν ἀντικείμενον συζητήσεως ἄλλοτε (θόρυβος). Λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ λέγω, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία μᾶς ζητῇ ἓν σπῆτι διὰ νὰ κατοικῇ ὁ πρόξενός της, ἂς τὸ χαρίσωμεν· ἑπομένως διὰ νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἠμπορεῖ κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ μία προστάτις ζητεῖ ἓν σπῆτι, ἐγὼ τὸ χαρίζω, καὶ οὕτω νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα, κύριοι.
§193ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κανεὶς δὲν ἤθελεν ἀντιτείνει, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δωρεᾶς· ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις πολλάκις προσέφερεν οἰκόπεδα καὶ ἄλλα χρήσιμα πράγματα εἰς δωρεάν, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς· ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ζητεῖ ὡς δικαίωμα καὶ ἰδιοκτησίαν αὐτῆς τὸ κατάστημα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, νομίζω, εἶπεν, ὅτι ἡ παραχώρησις ἤθελεν εἶναι ἐναντία τῆς συνθήκης τοῦ 1815 καὶ τῆς συνθήκης τοῦ 1863, καὶ ὅτι αὕτη ἀνοίγει μίαν θύραν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν τοῦ νὰ ζητήσῃ σήμερον τὸ νοσοκομεῖον, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ λάβῃ κατοχὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ νὰ ἐξασκήσῃ ἄλλα δικαιώματα· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ἂς ᾖναι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν νῦν ὑπουργῶν, οὔτε ἐκ τῶν προκατόχων ἤθελεν εἰσαγάγει ἓν νομοσχέδιον, καὶ προτείνει σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε γίνει ἀφορμὴ ἀπαιτήσεων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ συνθήκη, καθὼς ὁ προαγορεύσας εἶπε, τοῦ 1815 δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ παρὸν ζήτημα, διότι ἡ συνθήκη αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 5 καὶ 6 οὐδένα ποιεῖ λόγον περὶ ἀνεγέρσεως καταστημάτων· λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ Ἀγγλία, ἔλαβε τὴν κατοχὴν, δὲν λέγει οὔτε περὶ αὐτοῦ, οὔτε περὶ ἄλλων κτιρίων. Μετὰ ταῦτα ἐγένετο συμφωνία μεταξὺ τοῦ Ἰονίου κοινοβουλίου καὶ τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, καὶ τότε αὕτη ἀνήγειρεν αὐτὰ τὰ φρούρια, τὰ ὁποῖα ἤδη κατεδαφίσθησαν· καὶ ἂν ἐχρησίμευσαν διὰ τὴν κατοχὴν, τὸ νοσοκομεῖον οὐδέποτε θέλει θεωρηθῆ ὡς κτίριον, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισε τὴν κατοχήν· ἡ ἀσφάλεια τῆς κατοχῆς συνίσταται εἰς στρατῶνας, φρούρια, καὶ τὰ τοιαῦτα, οὐδέποτε δὲ εἰς νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε μόνον εἰς τὸν ἰατρὸν διὰ νὰ θεραπεύῃ τοὺς ἀῤῥώστους. Πᾶν ὅ,τι ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν κατοχὴν, αὐτὸ τὸ ἐγκατέλειψε, τὸ ἐχάρισε, καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἐντὸς ἑνὸς φρουρίου νὰ κατέχῃ μίαν ἐκκλησίαν· καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν εἶχεν ἄλλα καταστήματα, καὶ αὐτὰ δὲν τὰ παρέδωκεν· ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ τὰ καταλάβωμεν; Λοιπὸν καὶ νομίμως καὶ κατὰ συνθήκην δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ τοῦ κτιρίου· ἀντιτείνω εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Λομβάρδου διὰ νὰ τὸ χαρίσωμεν, διότι ἡ Ἀγγλία δὲν ἀπαιτεῖ δωρεάν, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κυριότητα, εἰς τὴν κατοχὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δι’ ἰδίων χρημάτων ἀνήγειρε καὶ ὄχι δι’ ἰονίων. Πῶς δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε μίαν ἰδιοκτησίαν της; ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ὅλοι οἱ λογαριασμοὶ συμψηφίζονται, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸ παρὸν κτίριον, ἐφαρμόζονται εἰς τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται πρὸς ἀνέγερσιν τῶν φρουρίων, τῶν στρατώνων, συντήρησιν τῆς φρουρᾶς καὶ τοιούτων, ποτὲ δὲ εἰς τὸ κτίριον περὶ οὗ πρόκειται. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἤθελον κάμει ἔργον δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ἀντιτάξωσι λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν ὑπόστασιν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ κηρύξω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§195ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ἐξέθεσαν εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲν εἶχόν τι νέον νὰ καθυποβάλω, τελείως δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη προερχομένη ἐκ τοῦ ὑπουργείου διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ὅπως εἶναι συντεταγμένη ἡ πρότασις αὕτη, βεβαίως δὲν ἀναγνωρίζει τις εἰς αὐτὴν οὔτε νόμον, οὔτε πρότασιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ὅτι συγχέει τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἐξουσίαν τὴν δικαστικήν· ἐὰν παρατηρήσῃ τις πῶς εἶναι συνηρμολογημένη αὐτὴ ἡ πρότασις, θέλει καταλάβει ἀμέσως, ὅτι δὲν ἦτον εὐτυχὲς τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γίνεται μνεία περὶ κτιρίου, περὶ κατοχῆς, περὶ κυριότητος, καὶ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐνῷ εἷς ἔχει τὴν κατοχὴν τοῦ κτιρίου τούτου, εἷς ἕτερος ἀναγνωρίζεται ὡς ἰδιοκτήτης αὐτοῦ· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐὰν ᾖναι πρότασις νόμου. Νόμος τί δηλοῖ; πρότασις διὰ τῆς ὁποίας νὰ δικάζωνται τὰ εἴδη· ἀλλ’ ἐδῶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ εἰς τίνα ἀνήκει ἡ κυριότης ἑνὸς κτιρίου, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει σῶμα νομοθετικόν. Ἡ Βουλὴ τὴν σήμερον καθίσταται δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ σῶμα δικαστικόν· εἶναι δικαστήριον σήμερον· καὶ ἐὰν δὲν θέλετε νὰ τὸ θεωρήσητε ὡς δικαστήριον καὶ θέλετε νὰ τὸ θεωρήσετε ἀλλέως, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐκλάβω εἰμὴ ἓν εὐρωπαϊκὸν διπλωματικὸν σῶμα. Τὸ κτίριον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐκτίσθη εἰς τόπον εὐάερον, μακρὰν τῶν στρατώνων καὶ τέσσαρα στάδια μακρὰν τῆς πόλεως τοῦ Ἀργοστολίου· ἔρχεται τὴν σήμερον ἡ Ἀγγλία, ἡ εὐεργέτις Δύναμις, καὶ λέγει «εἶναι ἰδιοκτησία μου, κακῶς παρεδόθη, ἑπομένως τὸ ἀπαιτῶ», ὡς ἓν πρόσωπον ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του. Καλῶς ἔπραξεν ἡ εὐεργέτις αὕτη Δύναμις νὰ ἀπαιτῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ἰδικόν της· ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐπλάνησε τὴν Ἀγγλίαν· διότι, ἅμα μία τοιαύτη πρότασις ἔγεινεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἔπρεπεν αὐτὸ νὰ εἴπῃ, νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν της δικαστικῶς· μάλιστα, ἐὰν ἔχῃ δίκαιον, νὰ τὸ λάβῃ· «ἐγὼ ἔχω τὴν κατοχὴν, σὺ ἀπαιτεῖς τὴν κυριότητα, πρόσελθε εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια θὰ σὲ δικαιώσουν»· ἀλλὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπουργεῖον ἓν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ «ἀποφάσισον εἰς τίνα ἀνήκει τὸ δεῖνα κτίριον» νομίζω, ὅτι τοῦτο ὄχι μόνον δὲν εἶναι νομοθετικῆς φύσεως, ἀλλ’ αὐτόχρημα καὶ ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν, διότι εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων βουλευτῶν εἴδετε, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συνθήκης τοῦ 1815, περὶ τῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως, περὶ τόσων πραγμάτων καὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως διὰ νὰ παραδεχθῆτε ἢ ἀποῤῥίψητε αὐτὸ τὸ λεγόμενον νομοσχέδιον, πρέπει νὰ γνωρίζετε, καθὼς καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ὅπως δήποτε μέλλετε νὰ δικάσητε καὶ νὰ δικάσητε τὴν μεγάλην Βρεττανίαν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑτέρου· εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦτο; Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ ἑνὸς εἴδους καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἰδιοκτησίας ἂν ἀνήκῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ τὴν μεγάλην Βρεττανίαν καὶ καθεξῆς; Νομίζω, ὅτι διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς τοῦτο· θέλομεν συγχύσει τὴν Βουλευτικὴν μὲ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ἐὰν αὐτὸ ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι ἤθελε παραβιάσει καὶ τὸ σύνταγμα· τίποτε ὀλιγώτερον, εἰμὴ προφανὴς παραβίασις τοῦ συντάγματος πρόκειται σήμερον νὰ γίνῃ. Τὸ τριακοστὸν ἄρθρον τοῦ συντάγματος λέγει· «οὐδεμία παραχώρησις χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου». Παραχώρησις χώρας· εἶναι παραχώρησις τοῦτο; ἐὰν ᾖναι παραχώρησις, ὀφείλει τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὴν κάμῃ, ἐὰν δὲν ᾖναι παραχώρησις χώρας πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ δικαστήριον· ἄλλως τε εἶναι πλάγιος τρόπος παραχωρήσεως τὸ τοιοῦτον. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως χώρας, διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ τὸ νομοσχέδιον· ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου πρότασις τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, καὶ ἡμεῖς ἐκτὸς τοῦ θέματος δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν καὶ νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀντικείμενον τῆς προτάσεως. Ἡμεῖς δωροῦμεν αὐτὸ εἰς τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ βεβαίως θέλομεν ἀποφασίσει νὰ δωρήσωμεν τὸ ὀλίγον ἔδαφος, ἀλλὰ καὶ κάτι τι περισσότερον εἰς μίαν εὐεργέτιδα Δύναμιν, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐξεφράσθη ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν εἰς ἄλλην ἡμέραν ἐπὶ ἄλλης προτάσεως, ὄχι ποτὲ ἐπὶ τῆς σημερινῆς. Ἠκούσατε παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεττανία δὲν καταδέχεται νὰ λάβῃ δωρεὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς ἰδικόν της· ἄλλος λόγος οὗτος· ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος, διότι, ἐὰν σήμερον παραχωρήσωμεν τοῦτο, ἐνδέχεται καὶ ἄλλοι νὰ ζητήσουν νὰ παραχωρήσωμεν ἄλλα καὶ τότε ἤθελεν εἶναι ἀνεξάντλητοι αὗται αἱ ἀπαιτήσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὑπὸ μίαν ἔποψιν ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ δικάσῃ· ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἐὰν ἤθελεν ἐπιληφθῆ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἤθελε παραβῆ τὸ σύνταγμα· καὶ διὰ τοῦτο γνωμοδοτῶ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἀφεθῇ κατὰ μέρος καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς μεγάλης Βρεττανίας νὰ διευθυνθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι προκειμένου λόγου περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς, τὰ δικαστήρια τὰ ἑλληνικὰ, ἀφοῦ διέλθωσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἀποδείξεις, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε νὰ ἐννοήσωμεν, θέλουν δικαιώσει ἐκεῖνον ὅστις, ἔχει δίκαιον.
§196ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὲ τὸ δικαστήριον ἡμεῖς τὸ ἐπήραμεν;
§197ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀδιαφορῶ· ἔχομεν τὴν κατοχήν; πῶς δύναται ἡ Βουλὴ...;
§198ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχομεν τὴν κατοχήν. — Τὸ νομοσχέδιον φέρεται πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ σφάλματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς συνθήκης συνέβη.
§199ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐπανορθώσωσι σφάλματα τοιαῦτα, καὶ ἡ περίστασις αὕτη διαφέρει πολὺ ἀπὸ ἄλλας, καθ’ ἃς ἐζητήθησαν ἀποζημιώσεις καὶ εἰσήχθησαν νομοσχέδια εἰς τὰς Βουλὰς καὶ ἐπεψηφίσθησαν.
§200Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἴσα ἴσα, διότι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τὴν ἀναγνώρισιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον αὐτὴ φρονεῖ ὅτι ἔχει, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διπλωματικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς τοῦτο, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία. Εἶναι ἀληθῶς παράδοξον νὰ ἐκφράσωμεν μίαν γνώμην, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἄρθρου τῆς συνθήκης ἐκείνης εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἐγένετο σύμβασις, καὶ συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως παράδοσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διαφόρων ἀντικειμένων, φρουρίων καὶ λοιπῶν· οἱ ἐλεγκταί, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κυβερνήσεων ἴσως ἐπλανήθησαν εἰς τοῦτο, καὶ ἐθεώρησαν ὅτι καὶ τὸ προκείμενον κτίριον ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἑπομένως ἔκαμαν μίαν παράδοσιν αὐτογνώμονα. Ἄλλη εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τῶν δικαστηρίων καὶ ἄλλη τοῦ διεθνοῦς δικαίου· εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὑπάγονται ὅλα ὅσα ἀφορῶσι τὰς συμβάσεις καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως μιᾶς συμβάσεως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναρμοδιότητος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ὑπόστασιν, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ κατ’ οὐσίαν ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖται εἰς δύω φάσεις, δύω ἐπόψεις, τὴν καθαρῶς διπλωματικὴν καὶ τὴν καθαρῶς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ὅταν κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχῃ ἡ κατοχὴ τῆς χώρας, αἱ συμβάσεις αἱ ἀποβλέπουσαι αὐτὴν ἑρμηνεύονται πάντοτε στενῶς, δηλαδὴ εἰς τὴν κατάληψιν ταύτην ὑπάγονται ἐκεῖνα μόνον ὅσα αὐστηρῶς καὶ στενῶς χρησιμεύουν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐνέργειαν· ὅ,τι ὅπως δήποτε εἴτε κατὰ τὴν στρατιωτικὴν κατάληψιν, εἴτε μετὰ ταῦτα, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὡρισμένον πρὸς τοιαύτην χρῆσιν, τὸ τοιοῦτον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατάληψιν. Τοῦτο δὲν εἶναι γνώμη ἐμὴ μόνον, τοιαύτην γνώμην ἐκφράζουν ὅσοι ἐπραγματεύθησαν εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ὁ Μαρτὲν, Μὶλ καὶ πολλοὶ ἄλλοι δημοσιογράφοι. Ἓν νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον κεῖται, ὡς ἐλέχθη, μακρὰν στρατιωτικῶν ἔργων, μακρὰν πόλεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλῆ οἰκία καὶ δύναται δι’ ἁπλῆς ἐπισκευῆς νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄλλο κατάστημα, τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔργον στρατιωτικῆς κατοχῆς· ἔργα στρατιωτικῆς κατοχῆς εἶναι τὰ φρούρια, αἱ ἐπάλξεις, τὰ πυροβόλα, καὶ τὰ νοσοκομεῖα, καθόσον ταῦτα κεῖνται ἐντὸς τῶν φρουρίων. Ὅταν, καθὼς σᾶς εἶπον, οἰκοδόμημά τι ᾖναι ἐκτὸς στρατιωτικῶν ἔργων καὶ τὴν χρῆσιν δύναται νὰ μεταβάλῃ ἄνευ κινδύνου τῆς χώρας, τότε τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο παρεκβαίνει ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς φύσεως, γίνεται κτίριον καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Νομίζω ὅτι τὰ ἄρθρ. 4 καὶ 5 τῆς συνθήκης, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη, δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴν ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πρόκειται νὰ γίνῃ συννενόησις μὲ τὴν Ἰόνιον Κυβέρνησιν pour entretien. Ἂν εἰς τὴν λέξιν entretien ἐμπεριέχεται καὶ ἡ οἰκοδομὴ κτιρίων ἐν γένει, τοῦτο ἂς τὸ εἴπῃ ἡ βουλή· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο μόνον μία κατάλυσις στρατιωτικὴ δύναται νὰ συμπεριληφθῇ· ὅταν μάλιστα μία Κυβέρνησις δι’ ἰδιωτικῆς δαπάνης ἀγοράζῃ γήπεδον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομῇ, καὶ ἡ οἰκοδομὴ ᾖναι ἀπολύτου στρατιωτικῆς χρήσεως, δὲν φέρῃ δὲ οὐδένα κίνδυνον εἰς τὴν ἐπικράτειαν, λέγω ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη νομίμως γίνεται ἰδιοκτῆτις. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκ τῶν συμβάσεων δὲν βλέπω λόγον, ὥστε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπήγετο εἰς τὴν γενικὴν κοινὴν σημασίαν, τότε βεβαίως θὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς κανόνας τῆς κυριότητος καὶ πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν κατοχὴν ἀπὸ τὴν κυριότητα. Εἶναι ἀναμφίλεκτον, ὡς τουλάχιστον τὰ ἔγγραφα δεικνύουσιν, ὅτι ὅτε ἐγένετο ἡ λεπτομερὴς παράδοσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι δὲν περιελήφθη καὶ τὸ κτίριον τοῦτο· ἑπομένως ὑποθέτω νομικῶς, ὅτι παράδοσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγένετο, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε τὴν κατοχὴν τοῦ κτιρίου τούτου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν παρὰ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν θέσιν πρὸ τοῦ νὰ συνταχθῇ κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοὺς λόγους τούτους πρέπει νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν προκειμένην σύμβασιν καὶ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ λέγωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ δωρῶμεν πρὸς ἑτέραν ἐπικράτειαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν· καλλίτερον νὰ περιοριζώμεθα νὰ ἐξετάζωμεν συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἂν ἡ ἀπαίτησις αὕτη ᾖναι δικαία ἢ ὄχι· ἂν τὴν εὕρωμεν δικαίαν ἐν τῇ πεποιθήσει μας, νὰ τὴν ἐγκρίνωμεν, ἄλλως νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν.
§201ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἀνεπτύχθη καὶ ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη· ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, καὶ ἑπομένως ὀφείλω νὰ εἴπω δύω λέξεις, διότι εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις φέρει ἀντικείμενα δικαστικὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ἄλλαις λέξεσι παρεγνώρισε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ὅρια. Τὰ ὅρια, Κύριοι, τῆς Βουλῆς τὰ εὑρίσκω πολὺ ἐκτεταμένα· δὲν εὑρίσκω κανὲν ὅριον νὰ ἐμποδίζῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τοιαῦτα ζητήματα. Εἶναι τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου τὸ προκείμενον ζήτημα ἢ τοῦ ἐθνικοῦ; νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τοῦ ἰδιωτικοῦ, ὅτι ἰδιώτης Ἄγγλος ζητεῖ ἀπὸ ἰδιώτην Ἕλληνα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια. Ἡ Κυβέρνησις συνεμορφώθη μὲ τοὺς νόμους καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν· τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς Πολ. Δικονομίας λέγει ὅτι αἱ ἰδιωτικαὶ ἀπαιτήσεις ὑπάγονται εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ δὲ παροῦσα εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἰδιωτική. Νομίζω, ὅτι, ἂν εἴπῃ τις πολλὰ περὶ τούτου, ἀδικεῖ τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐπροτάχθησαν δισταγμοί τινες ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν τάχιστα· ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις· «ἐπανέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τῆς Μ. Βρεττανίας». Τὸ πρᾶγμα, νομίζω, δὲν δίδει ἀφορμὴν μείζονος συζητήσεως, δὲν πρέπει νὰ δωρήσωμεν· μία δύναμις κατὰ λάθος λέγει ὅτι συμπεριελήφθη ἓν κτίριον εἰς τὸ πρωτόκολλον.
§202ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν θέλετε, γράψατε αὐτὴν τὴν φράσιν «παραχωρεῖται ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Βρεττανίαν».
§203ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τότε ἐννοεῖτε δωρεάν.
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἴπομεν ἐξ ἀρχῆς· καὶ ὁμιλήσας ἐγὼ τὸ ὑπέβαλον ὡς γνώμην ἰδικήν μου. Ἡ Ἀγγλία δὲν λέγει, ὅτι ἔχω ἀνάγκην τοῦ κτιρίου, ἀλλὰ τὸ διεκδικεῖ· καὶ τὴν διεκδίκησιν αὐτὴν νομίζω, ὅτι οὕτω πως πρέπει νὰ τὴν ἐκφράσωμεν.
§205ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀντὶ τοῦ ἐπανέρχεται νομίζω, ὅτι ἐθνικώτερον εἶναι ἀναγνωρίζεται.
§206ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κ. Πρόεδρε.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται ἡ συζήτησις περαιωμένη· μόνον ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, ὅτι «ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν τὸν νόμον.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγιώργη, ὅστις τροποποιεῖ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὐτῶν τῶν λέξεων «παραχωρεῖται ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Μ. Βρεττανίαν». Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται πολλοὶ) ὑπάρχει δισταγμός· θὰ θέσω τὸ ἐναντίον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγιώργη νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται πάλιν πολλοὶ)· καὶ πάλιν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὥστε θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγιώργη λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 56 κατὰ 38 ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Δεληγιώργη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη ἔχον οὕτω. «Τὸ περιελθὸν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κεφαλληνίᾳ κτίριον, συνεπείᾳ πρωτοκόλλου ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1864 μεταξὺ τοῦ ἐπάρχου καὶ φρουράρχου Κεφαλληνίας ἐπανέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τῆς Μεγάλης Βρεττανίας».
§209Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ συζητήσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον.
§210ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 καὶ 25′. Μ. Μ.)