1865.12.23
2,811 rows · 23,684 words · 217 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 93
Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1865.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 12 τῆς Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Στρατηγόπουλος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν σκωριῶν. Ἑτέρα πρότασις περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν θεωρείων τοῦ Θεάτρου. Ὁ Βουλευτὴς Σπετσῶν Κ. Θεοχάρης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ δασῶν. Ὁ Ν. Λαμπρινόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ὅτι ἔμεινε τρία ἔτη ὡς ὑπόδικος καὶ μετὰ ταῦτα ἐκηρύχθη ἀθῶος· καὶ κατὰ συνέπειαν ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ περὶ ἀμνηστείας ζήτημα. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν. «Κεφ. 8. στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις. Ἄρθρον 1. στρατιωτικὴ σχολὴ, 122,000.» Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔρχομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταγγείλω ἐνώπιόν σας παραβιάσεις τοῦ νόμου προφανεῖς καὶ ἀφιλονεικήτους, ἔρχομαι νὰ φανερώσω εἰς ὑμᾶς τὰς μεγάλας ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ζημίας, τὰς ὁποίας συνεπιφέρουν αἱ παραβιάσεις τῶν νόμων. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονήσητε, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐλεύθερον πολίτευμα εἰς ἓν κράτος, πρέπει ὁ νόμος νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἰσχὺν, καὶ ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων εἶναι ἡ εὐνομία καὶ ἡ ἰσότης, καθὼς τῶν δεσποτικῶν ἡ ἀνισότης καὶ ἀδικία. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν θέλετε νὰ ἔχωμεν πολίτευμα, πρέπει νὰ δώσωμεν ὅλην τὴν ἰσχὺν εἰς τοὺς νόμους· καὶ ἂν θέλετε νὰ ἔχουν ἰσχὺν οἱ νόμοι, πρέπει οἱ ἄρχοντες νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰ παρανομίας των, ἄλλως, ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἑκάστοτε παραβαίνουν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν, πρὸς τὶ καθήμεθα ἐδῶ καὶ συζητοῦμεν; Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν βασιζόμενος καταγγέλλω ἐνώπιόν σας πράξεις φανερῶς παρανόμους. Ἡ στρατιωτικὴ σχολὴ, κύριοι, εἶναι ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ὡργανώθη δι’ ἑνὸς διατάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀφίξεως τῆς βασιλείας εἰς τὴν Ἑλλάδα· κατὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, ἐξηκολούθει νὰ διοικῆται ἡ στρατιωτικὴ σχολὴ μέχρις ἐσχάτων· ὁ νόμος ὥρισε τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ νέοι εἰσερχόμενοι κατατάσσονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν, ὁ δὲ τρόπος αὐτὸς ἐνομοθετήθη διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν Βουλῶν ὁ Κ. Βότσαρης. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οἱ μαθηταὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς δίδοντες τὰς ἀπολυτηρίους των ἐξετάσεις κατετάσσοντο εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀνθυπασπισταὶ, καὶ ἡ σειρὰ αὕτη ἐξηκολούθησε νὰ διέπῃ τὴν κατάταξιν τῶν μαθητῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολήν. Ἀπὸ χθὲς ὅμως τί ἔγεινε; Ἀντὶ οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξέρχωνται ὡς ἀνθυπασπισταὶ μετὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, θὰ ἐξέρχωνται ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ δι’ ἑνὸς μόνου καὶ ἁπλοῦ διατάγματος κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος ἀπὸ 16 8βρίου 1861 περὶ προβιβασμῶν· «οὐδεὶς προβιβάζεται ἢ διορίζεται ἀνθυπασπιστὴς, ἂν δὲν ὑπηρέτησεν ἐν ἐνεργείᾳ τοὐλάχιστον ἓν ἔτος ἐπιλοχίας ἢ δύω ἔτη λοχίας ἔν τινι σώματι τοῦ στρατοῦ.....» Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι, διὰ νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν ἀνθυπασπιστὴς εἷς μαθητὴς, ἀπαιτεῖται νὰ δώσῃ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις. Τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη ὁ βαθμὸς οὗτος εἰς τοὺς μαθητὰς, λέγει ὅτι οἱ μαθηταὶ λαμβάνουσι σειρὰν ἀρχαιότητος κατὰ τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων κτλ.» Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, σήμερον αὐτοὺς τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα τὰ παρέβησαν αἱ κυβερνήσεις ἢ ὄχι; Λέγω, ὅτι τὰ παρέβησαν. Τί ἔκαμαν, κύριοι, σήμερον; διότι διὰ νὰ γίνῃ μία παρανομία, ἐννοεῖται, πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ καὶ ἓν ψεῦδος· μετέβαλον αἰφνιδίως τὸν ὀργανισμὸν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς δι’ ἑνὸς διατάγματος καὶ μετέβαλον ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ διοργανισμοῦ· ὥρισαν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ εἰσέρχωνται οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν σχολήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, διότι ἠμποροῦσαν νὰ ζητήσουν τῳόντι περισσοτέρας ἐγγυήσεις ἀπὸ τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν σχολὴν, ἀλλὰ ηὔξησαν τὰ δίδακτρα, τὰ ὁποῖα ἐπεψήφιζον εἰς βάρος τοῦ δημοσίου αἱ Βουλαὶ· καὶ παρατηρήσατε ὅλους τοὺς προϋπολογισμούς, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὰ δίδακτρα φαίνονται σημειωμένα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐδῶ ὅμως δὲν φαίνονται διόλου δίδακτρα καὶ εἶναι μία δευτέρα ἀπάτη, διὰ νὰ μὴ φανῇ διόλου ἡ παρανομία.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὴν σελίδα 29 τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου σημειοῦνται αἱ λέξεις «ἀφαιρουμένων τῶν διδάκτρων.»
§6ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναί· ἀλλὰ ποίων διδάκτρων; (θόρυβος). Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ γίνεται καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀνατροφὴν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, διότι δὲν εἶναι ἀκίνδυνον νὰ λαμβάνῃς ἕνα ὑπαξιωματικὸν 2 ἢ 3 ἔτη ἀπὸ τὴν σχολὴν· ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἀξιόλογος καὶ ἐνάρετος, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ μὴ ᾖναι, καὶ τότε ποῦ στέκεται ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἠθικὴ τῶν μαθητῶν; ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι παραβιάσεις οὐχὶ τόσον οὐσιώδεις, διότι εἶναι διοικητικαὶ, ὅσον εἶναι ἡ παράβασις, τὴν ὁποίαν καθιέρωσαν εἰς τὸν προβιβασμὸν, καὶ ταύτην ἰδίως πολεμῶ καὶ καταγγέλλω ἐνώπιόν σας. Καὶ πῶς κατώρθωσαν, κύριοι, νὰ παραβιάσουν τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν; Ὑποδιῄρεσαν τοὺς μαθητὰς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς εἰς τάξεις, εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὰ μὴ τεχνικὰ ὅπλα καὶ εἰς τὰ τεχνικά, καὶ προσδιώρισαν, μέχρι μὲν τῆς τετάρτης τάξεως οἱ μαθηταὶ δίδοντες ἐξετάσεις νὰ ἐξέρχωνται ὡς ἀνθυπασπισταὶ, ἀπὸ δὲ τῆς τετάρτης μέχρι τῆς τελευταίας τάξεως θὰ μένουν ὡς ἀνθυπασπισταὶ καὶ θὰ ἐξέρχωνται ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ παιγνίδι. Τὴν παρανομίαν ταύτην, κύριοι, ἡ κυβέρνησις τὴν εἶχε παρατηρήσει, διότι σπουδαῖαι παραστάσεις ἔγειναν εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν Καρνάλην, τὸν ὑπογράψαντα ἀπερισκέπτως τὸ διάταγμα, διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τιμήν του· τῷ ὑπεδείξαμεν τὸν κίνδυνον ἐργαζόμενοι πλησίον του, καὶ τῷ εἴπομεν, προφυλάξου, διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃς τὰς συνεπείας καὶ ἴσως μίαν καταγγελίαν. Ὁ ὑπουργὸς ὑπέγραψεν ἐν τῇ ἀγνοίᾳ του, ἀλλὰ σύνοιδε μολοντοῦτο τὸ σφάλμα καὶ ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ δεύτερον συμπληρωτικὸν διάταγμα τὴν 14 Φεβρουαρίου 1864, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει· «πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἄρθρων 39 καὶ 76 περὶ στρατιωτικῆς σχολῆς κτλ.» Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ὀργανισμὸς ἠλλοιώθη καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ διατάγματος. Ἰδοὺ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σήμερον ζητεῖται πίστωσις διὰ 8 ἀνθυπασπιστὰς μαθητὰς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, οἱ ὁποῖοι μένουν ὡς ἀνθυπασπισταὶ, διὰ νὰ ἐξέλθουν μεθαύριον ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἐὰν πρόκειται νὰ κατατάσσωνται ὡς ἀξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατὸν· τοῦτο εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐλευθέρως νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ, ἀντὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ καὶ ὑπολοχαγοῦ· ἀλλὰ νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ νόμου ὄχι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Φέρετε νόμον λοιπὸν, διότι τότε θὰ ἀποφύγετε μίαν ἄλλην συνέπειαν σπουδαιοτάτην, τὴν ἀκόλουθον· θέλουν ἐξέλθει τοῦ χρόνου οἱ μαθηταὶ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· ἀλλ’ ἠξεύρετε τὶ θὰ γίνῃ τότε; θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ προβιβάσητε ἀνθυπολοχαγοὺς ὅλους τοὺς ἀνθυπασπιστὰς τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰ σώματα, καὶ ἂν δὲν τοὺς προβιβάσητε, δύνανται νὰ προβιβασθοῦν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως· καὶ τότε τί θὰ γίνῃ; θὰ καταστήσετε ὑπεραρίθμους τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, διότι χθὲς ἐψηφίσατε, ὅτι τόσοι θὰ ὑπάρχουν εἰς κάθε σῶμα· ἄλλως θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄκουσα νὰ ῥίψῃ αὐτοὺς εἰς τοὺς δρόμους, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι φρόνιμον. Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ περιπέσῃ ἡ ἰδία ἡ κυβέρνησις παρανομοῦσα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα· θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη θέλει καταστρέψει τὴν σχολὴν, διότι, ἂν ἴδητε τὸ πλούσιον καὶ πολυάριθμον τοῦ προσωπικοῦ τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ κανονισμὸς αὐτὸς, θέλετε σταματήσει· καὶ εἶδον, κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ μέγα τοῦ ἀριθμοῦ ἦτο ἄτοπον, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ σημειώσωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τόσον ποσὸν· καὶ δὲν χρειάζεται εἰς ταῦτα παρὰ παραβολὴ ἁπλῆ τοῦ ὀργανικοῦ διατάγματος μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὅσα διέταξαν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ δὲν ἐσημειώθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς. Μένει λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ παρανομία εἶναι ἐκτελεσμένη, ἀφοῦ σήμερον σᾶς ζητοῦν τὴν πίστωσιν, διὰ νὰ πληρώσητε τοὺς ἀνθυπασπιστὰς, τοὺς ὁποίους ἔκαμαν ἀπὸ μαθητάς; Ποῦ, κύριοι, ἡ εὐθύνη; ποῦ θὰ σταθῇ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην προβαίνει μὲ γιγαντιαῖα βήματα; Εἰς ἓν δεσποτικὸν κράτος ὁ ὑπουργὸς ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἡγεμόνος, αὐτὸς τὸν εἰσάγει εἰς δίκην· εἰς τὰ ἐλεύθερα ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχουν αἱ Βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι καταγγέλλουν καὶ δικάζουν τοὺς ὑπουργούς. Καὶ λοιπὸν, ἐὰν δὲν ἀρχίσητε νὰ ζητήσητε λόγον ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας καὶ δὲν τοὺς τιμωρήσητε, ποῦ θέλετε καταντήσει διὰ τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν εἰς ὑμᾶς μίαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν μεταχειρίζεσθε; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἴσως εἶναι τολμηρὸν, ἀλλὰ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω· διὰ νὰ ῥιζώσῃ τὸ πολίτευμα αὐτὸ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ φέρῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους εἶναι προωρισμένον νὰ φέρῃ, νομίζω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν Ὑπουργῶν πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς εἱρκτάς. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἕκαστος ἀναβαίνων εἰς τὸ ὑπουργεῖον λέγει, ὅτι αἰσθάνεται τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνην· ψεῦμα εἶναι, διότι τὸ βάρος εἶναι ἀποκάτω, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀποπάνω· νὰ σηκώσητε τὸ βάρος καὶ νὰ τὸ βάλετε ἐπάνω εἰς τὸν ὑπουργὸν, καὶ τότε θὰ αἰσθανθῇ πραγματικῶς αὐτὸ, καὶ τότε ἂς περιπατήσῃ μὲ τὸ βάρος. Ἐνόσῳ λοιπὸν αὐτὰ δὲν πράξετε, οὔτε σεῖς θὰ ἦσθε ἐλεύθεροι, οὔτε ἐλεύθερον πολίτευμα θὰ ἔχετε· καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπονῆσθε διὰ τίποτε, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, διότι τὴν δεῖνα παρανομίαν παραβλέπετε, τὴν ἄλλην ὑποστηρίζετε, καὶ τὰ πάντα οὕτω θὰ πέσωσιν εἰς παραλυσίαν. Καὶ συλλογισθῆτε ἀκόμη εἰς ποῖα μεγάλα ἄτοπα θὰ πέσητε· ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἔκαμε τὸν παράνομον κανονισμὸν, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι παρηνόμησε, καὶ ἐκδίδει διάταγμα καὶ λέγει νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ, ἐὰν δὲν γίνῃ νόμος. Ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κανονισμοῦ δὲν τὸ πολεμῶ, ἂν πρέπει οἱ μαθηταὶ νὰ ἐξέρχωνται ὡς ἀξιωματικοὶ ἢ ὄχι· ἐγὼ δὲν θέλω νὰ λάβω τὴν πρωτοβουλίαν, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ὅμως μὲ ἐρωτήσητε ἐν συνειδήσει, ἤθελα σᾶς εἰπῶ, δὲν πολεμῶ ἄλλο εἰμὴ τὴν παρανομίαν, διότι ἔπρεπε νὰ καταρτίσουν αὐτὴν τὴν διάταξιν νομοθετικῶς, νὰ τὴν καθιερώσουν καὶ τότε νὰ τὴν ἐφαρμόσουν. Ἀκούσατε πῶς καὶ διὰ τῶν λέξεων περιπλέκεται ὁ νόμος· οἱ ἄρχοντες ἤξευρον καλὰ ὅτι ὁ νόμος ἔχει «μετὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις.» Τί νὰ κάμουν λοιπὸν διὰ νὰ δώσουν μίαν μορφὴν καὶ εἰς τὴν λέξιν; Ἔκαμαν δύω ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, μίαν τὸ νὰ ἐξέρχεται ὁ μαθητὴς ὡς ἀνθυπασπιστὴς, καὶ δευτέραν ἀπὸ τὴν ἑβδόμην κλάσιν ὡς ἀνθυπολοχαγὸς· ἀλλὰ τότε νομίζω ὅτι ἓν ἄλλο ὑπουργεῖον ἤθελε κάμει 4, 6 ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, καὶ ἀπὸ κάθε τάξιν νὰ βγάλῃ ὅν τινα θέλει. Λοιπὸν, Κύριοι, τὴν παρανομίαν ταύτην τὴν καταγγέλλω ἐνώπιόν σας, καὶ εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ ὑποστηρίξητε τὴν παρανομίαν αὐτὴν ἢ νὰ τὴν πολεμήσητε· τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἐγὼ, Κύριοι, μὴ στοχάζεσθε ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις δὲν ἐννοῶ τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς παρανομίας· ἡμεῖς, θὰ εἴπουν, δὲν ἐξωδεύσαμεν παρανομήσαντες, ἰδοὺ τὸ ζητοῦμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μᾶς τὸ δώσητε. Ὄχι, Κύριοι, ἡ παρανομία δὲν συνίσταται ἂν θὰ πληρώσῃς ἢ ὄχι, διότι πάντοτε θὰ πληρώσῃς καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀρνηθῇς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τὴν μισθοδοσίαν, ἀλλ’ ἡ παρανομία ἔγκειται εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐδώκατε ἐναντίον τοῦ νόμου. Προτείνω λοιπὸν νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ἐκείνην, καὶ τρίτον νὰ μὴ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν, ἥτις ζητεῖται διὰ τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξιν.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ 8, οἱ ὁποῖοι ἐπροβιβάσθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἠμποροῦσαν νὰ μὴ προβιβασθοῦν;
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπρεπε νὰ μὴ προβιβασθοῦν, διότι ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν τελευταίαν τάξιν· ἐὰν δὲν ἦσαν μαθηταὶ, δὲν ἤθελε ζητεῖ ἡ σχολὴ τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἤθελε τοὺς κατατάξει εἰς τὸν στρατόν.
§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε θέσεις εἰς τὸν στρατὸν καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐκράτησε.
§10ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ τοὺς κρατήσῃ ὡς ἐκ τοῦ διατάγματος.
§11ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Ὑποθέτω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι, ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὰ μαθήματα τῆς ἑβδόμης τάξεως, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν ἀνθυπασπισταί. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ κανονισμοῦ κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅτι ἐσχηματίσθη αὐτὴ ἡ κλάσις. (Θόρυβος).
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Κονταράτε, ἐγὼ ἐννοῶ τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἴσως πολλὰ ὀλίγοι ἢ καὶ κανεὶς τῶν βουλευτῶν δὲν ἐμελέτησεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§13ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ....
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· δὲν γίνεται συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§15ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν κανονισμὸν, ἴσως εἶναι παράνομος, ἴσως ἔπρεπε νὰ προκαλέσουν νόμον· λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι αὐτοὶ οἱ μαθηταὶ ἐτελείωσαν τὰ μαθήματα τῆς ἑβδόμης τάξεως.
§16ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σοφίσματα· ἡ ἀλήθεια εἶναι καθαρά· οἱ μαθηταὶ ἔγειναν ἀνθυπασπισταὶ, τὸ διάταγμα τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, αὐτὸ λέγει, ὅτι εἶναι παρανομία, καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, διότι ἐγὼ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ καταγγείλω αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, σᾶς λέγω, σχηματίσατε μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παραδώσω κανένα, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἀφοῦ λοιπὸν καταγγέλλω μίαν παρανομίαν, νομίζω, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ δικαίου νὰ ζητήσω τοῦτο· ἐζήτησα νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ πίστωσις διὰ τοὺς ἀνθυπασπιστὰς· καὶ σᾶς λέγω ἀκόμη ἓν ἄλλο, μὴ τρομάζετε, ὅτι ἐξεδόθη ἓν διάταγμα, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ διατάγματα τὰ ἀκυροῖ καὶ ὁ νόμος, καὶ ἡ ἰδία Κυβέρνησις· καὶ ὁ βασιλεὺς ὑπογράφει εἰς τοῦτο· ἐγὼ ἔχω παραδείγματα πολλὰ, καὶ ἐγὼ μάλιστα ἐνήργησα ἓν τοιοῦτον διάταγμα διὰ τὸν κύριον Βότσαρην καὶ διὰ τὸν Κ. Σπυρομήλιον· ἐνήργησα τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ Κουμουνδούρου, ὅστις κατὰ τοῦτο καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἔδειξε τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύτητος καὶ δικαιοσύνης. Λοιπὸν μὴ σᾶς τρομάζῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ· τὸ ἀκυροῖ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος της, αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν της. Λοιπὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, προτείνω πρῶτον νὰ σχηματίσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν· πρέπει νὰ τρομάξητε τὴν παρανομίαν διὰ τῆς δυνάμεως τῆς ἀντιπροσωπικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Σχηματίσατε λοιπὸν μίαν ἐπιτροπὴν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐγὼ δὲ προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις τῶν ἀνθυπασπιστῶν, καὶ ἐξαιτοῦμαι ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀκυρώσῃ διὰ τὸ μέλλον τὸν ὀργανισμὸν, ὅστις ἔχει πολλὰ ἐλαττώματα καὶ καταντᾷ μὴ ἐφαρμοστέος, καὶ εἶναι καὶ παράνομος.
§17ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀκολουθήσω τὰς σκέψεις τοῦ ἐντίμου τελευταῖον προαγορεύσαντος, διότι εἶναι ἀντίθετοι κατ’ ἀρχὴν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφερεν. Ἀγαπῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀγορεύσαντος, ἡ εὐθύνη νὰ ᾖναι ἐπὶ τῶν κεφαλῶν καὶ ὄχι ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ὑπουργῶν· ἀγαπῶ καὶ ἐγὼ αἱ παρανομίαι καὶ αἱ ζημίαι νὰ ἐπιβαρύνουν καὶ ἠθικῶς καὶ προσωπικῶς τοὺς ὑπουργοὺς· καὶ εἰς ἓν ἔδαφος ἀληθέστερον τοῦ ὑπάρχοντος ἤθελον καταψηφίσει κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες στηρίζονται εἰς τὴν παρανομίαν· ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ κατ’ ἀρχὴν παρανομία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Θέλω, κύριοι, ἀκολουθήσει τὸν προαγορεύσαντα εἰς ὅλον τὸ στάδιον τῆς ἀγορεύσεώς του, ἀρχίζω δὲ ἀπὸ τὸν ὀργανισμόν. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1834· τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ σήμερον, εἰμὴ ἀτελείας, διότι πολλαὶ περιστάσεις ἐμεσολάβησαν, καὶ πολλαὶ ἀνάγκαι ἠφανίσθησαν· ὁ σκοπὸς καὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσυστήθη, ἀμφιβάλλω, ἂν σήμερον ὑπάρχωσι πλήρεις. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα ἐθεωρεῖτο ἀτιμωτικὸν, ὅτι πρὸ τῆς ἀφίξεως τῆς Βασιλείας ἐσυζητήθη ἀπὸ τὰς κατὰ καιροὺς προσωρινὰς κυβερνήσεις ἡ ἰδέα νὰ ἀποσταλῶσι πρὸς ἐκπαίδευσιν στρατιωτικὴν νέοι τινὲς, καὶ εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦτο οἱ Ἕλληνες ἐταράχθησαν, διότι ἐνόμισαν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ θὰ τοὺς κάμουν δούλους, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπαιδεύθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄνθρωποι ἔχοντες καλλιτέρας ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο τὴν σήμερον οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀνήκουν ὄχι εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εἰς τὴν δούλην. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1834 ἐπρόκειτο νὰ διευκρινήσῃ καὶ καταστρέψῃ τὰς ἰδέας ἐκείνας, καὶ νὰ εἰμπορέσῃ νὰ εἰσάξῃ ἐγκυκλοπαιδικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἀνατροφὴν στρατιωτικὴν εἰς τοὺς νέους, ἀλλὰ διὰ τῆς παρουσιάσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1834. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα θεωρεῖται ἐξ ἴσου ἔντιμον ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἐπαγγέλματα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1834 νὰ διέπῃ τὴν σχολὴν τοῦ 1865, διότι ἀνεξαρτήτως τῶν χρονικῶν διαστημάτων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν τὴν ἀλλοίωσιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ, Κύριοι, ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1834 εἶναι νόμος, καὶ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου ἔπρεπε νὰ διοργανισθῇ ἡ σχολή· δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι καὶ χθὲς ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς ὡμολόγησεν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν γίνεται πώποτε διὰ νόμου, καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, ὅπου ὁ ὀργανισμὸς τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων νὰ γίνηται διὰ νόμου, διότι δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς ἰδέας, ἀλλὰ διαφόρων ἰδεῶν, καὶ τῆς ὑλικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη, ὅταν θέλουν νὰ κάμουν ἐκστρατείας, διὰ διατάγματος ὀργανίζουν τὸν στρατὸν, καὶ ὅταν ἐπανέλθῃ, ἐπανέρχεται δι’ ἑνὸς διατάγματος. Οἱ ὀργανισμοὶ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων δὲν βασίζονται εἰς νόμους, βασίζονται εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν μιᾶς κυβερνήσεως· καὶ δὲν ἔπρεπε τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ νὰ ῥηθῇ, διότι ἂν τὸ διάταγμα τοῦ 1834 στηρίζεται, καὶ ἕπεται ὅτι τὰ διατάγματα αὐτὰ εἶναι νόμοι, πῶς ἐτόλμησε καὶ διατὶ δὲν ἦλθε μία Βουλὴ νὰ τὰ καταργήσῃ, τὰ ὁποῖα εἶναι νόμοι κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ; Κύριοι, ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ διατάγματα τοῦ 1843, ὑπάγονται εἰς τὴν ἰδιότητα τῶν ἐν γένει διαταγμάτων, ὥστε ἡ βάσις τῆς παρανομίας δὲν εἶναι ἀληθὴς· ἐὰν ὑπῆρχεν ἓν διάταγμα πρὸ τοῦ 1843, ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν, ὅταν ὅμως ᾖναι διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ὑπάρχει καμμία παρανομία, ὥστε ἡ βάσις τῆς παρανομίας δὲν ὑφίσταται, δὲν εἶναι ἀληθής. Ἀλλὰ, κύριοι, λέγουσιν ὅτι παρηνόμησεν ἡ Κυβέρνησις, διότι δι’ ἑνὸς διατάγματος, ἴσως ὀργανικοῦ, παρέβη τοὺς νόμους, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶναι νόμος, ἀλλὰ διάταγμα. Ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ποῖαι αἱ ζημίαι αἱ ἐπιβαρύνουσαι τὸ δημόσιον; Μεταξὺ τῶν στοιχείων τοῦ ὀργανισμοῦ παρετήρησεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι καὶ ἡ δαπάνη ἡ παροῦσα σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ζητοῦσα τὴν πίστωσιν 8 ἀνθυπασπιστῶν. Κατὰ τοῦτο μόνον, Κύριοι, δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν προαγορεύσαντα, καθ’ ὅσον, καὶ ῥητῶς ὁμολογεῖ ὁ τότε ὑπουργὸς, ὅτι ἦτον ἓν λάθος καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ἀνεκάλεσεν ἀμέσως. Σήμερον, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται πραγματικῶς, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νόμους· οἱ ἐξελθόντες κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐξῆλθον ἀνθυπολοχαγοί; ὄχι, Κύριοι, καὶ ὤφειλον νὰ ἐξέλθουν ἀνθυπασπισταί. Ἀλλὰ, μοὶ λέγουν, διὰ τὶ νὰ τοὺς ἔχητε εἰς τὴν σχολήν; καὶ Κύριοι, τὸ παράδειγμα τοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὸ 1850; δὲν ἔγεινε τότε, Κύριοι, ὅταν τὸ συμβούλιον τῆς σχολῆς συνιδὸν περισσοτέρας τὰς ἀνάγκας τοῦ καταστήματος, ἐζήτησε καὶ ἔφερε μίαν μικρὰν τροποποίησιν εἰς τὸ διδασκαλικὸν μέρος τοῦ καταστήματος; δὲν ἠνάγκασε τοὺς ἀνθυπασπιστὰς ἐκείνους νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ μαθήματα μιᾶς νέας τάξεως; Ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ ἄτομα· εἶναι ὁ Κύριος Βότσαρης, Μαυρομιχάλης καὶ Ῥούκης, οἵτινες δόσαντες τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις των κατὰ μίαν ἀπόφασιν τῆς κυβερνήσεως, ἠναγκάσθησαν νὰ διακούσωσι καὶ τὰ μαθήματα τῆς ἄλλης τάξεως, καίτοι ἀνθυπασπισταὶ ὄντες, καὶ ἐξηκολούθησαν τὰς σπουδάς των εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολήν· ὥστε Κύριοι, δὲν βλέπω, ποία ἡ ζημία ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν σπουδῶν τῶν ἀνθυπασπιστῶν· καὶ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ δὲν δέχονται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των, ἀφοῦ ἅπαξ εὐδοκίμησαν εἰς τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις· προτείνων, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀντὶ νὰ τοὺς φέρῃ πάλιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ἠδύνατο νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὰς καταστάσεις τῶν διαφόρων σωμάτων, θὰ ἐδικαιοῦτο ὁ προαγορεύσας, ἐὰν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἐπεβάρυναν τὸ δημόσιον διὰ τῆς τροφῆς, ἀλλὰ ἡ τροφή των δὲν συμπεριλαμβάνεται, διότι οἱ ἀνθυπασπισταὶ ἔχουσι τὸν κανονικὸν μισθόν των, ἑπομένως οὐδόλως ὑλικῶς ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ὁ σημερινὸς σχετικῶς πρὸς τὸν προγενέστερον εἶναι καλλίτερος. Λέγω, κύριοι, ὅτι σχετικῶς ὁ ὀργανισμὸς ὁ σημερινὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ παλαιοῦ· διότι ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες ζητοῦντες νὰ ἐκπαιδεύσωσι τὰ τέκνα των ἐγκυκλοπαιδικῶς, τὰ εἰσῆγον εἰς μίαν ἡλικίαν, ἥτις θεωρεῖται ἀκατάλληλος, καὶ ἔβλαπτεν, ὅτι εἰσήρχοντο ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ μειράκια 12 καὶ 13 ἐτῶν, καὶ τούτου ἕνεκα παρουσιάσθησαν βεβαίως ἐκεῖνα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἡ σημερινὴ ὅμως Κυβέρνησις σκεφθεῖσα καλῶς καὶ φροντίζουσα περὶ τῆς Σχολῆς εἶπεν, ὅτι οἱ εἰσερχόμενοι πρέπει νὰ φέρουν μίαν ἡλικίαν πλήρη, ὅπως καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τελειοτέρα καὶ εὐμεθοδεστέρα ὑπάρχῃ. Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ἔσφαλεν ὁ ὀργανισμός· ἄν ἔσφαλε καὶ σήμερον, τὸ σφάλμα του εἶναι μόνον τὸ πολυτελές· ἀλλά, κύριοι, τὸ πολυτελὲς τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀπέκρουσε· δὲν ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς παρὰ μόνον τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας θέσεις, καὶ ἂν παραβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δὲν θέλετε ἰδεῖ προσωπικὸν ἀνώτερον. Αὗται εἶναι ἐλλείψεις τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, τὰς ὁποίας παραδέχεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς· ἐγὼ δὲ βλέπω ἓν μέγα πλεονέκτημα εἰς αὐτὸν τὸν ὀργανισμόν, διότι δι’ αὐτοῦ μένει ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμὸς εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ ἐθεώρησε τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὡς ἐλαττωματικήν. Τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ ἐντὸς τῶν τάξεων τῆς πολιτείας καὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι σύστημα παραδεδεγμένον καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὸ Βέλγιον. Οἱ ὀργανισμοὶ παραχωροῦν τὰς θέσεις εἰς πάσας τὰς τάξεις καὶ μόνον τὰς ἀπονέμουν εἰς τὴν ἱκανότητα. Δὲν ἀναγνωρίζει ὁ ὀργανισμὸς οὗτος οὔτε προνόμια, δίδεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τοὺς πολίτας, τὸ προνόμιον τὸ ἔδωκεν εἰς τὴν ἱκανότητα. Ὁ διαγωνισμὸς δὲν ἀποκλείει καὶ τοὺς ἐντίμως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦντας, καὶ κύριοι, τὸ μέγα αὐτὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν τόπον μας εἶναι ἐπαισθητότερον παρ’ ὅ,τι εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, δὲν ἐλπίζω νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαῖον ἐλάττωμα, καὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, δὲν ὑφίστανται, διότι ἡ εἴσοδος τῶν νέων δὲν εἶναι, ὡς ἀπῄτει ὁ κανονισμὸς τοῦ 1834· διότι κατ’ αὐτὸν δὲν θὰ εἰσέρχωνται πλέον μειράκια 12 καὶ 13 ἐτῶν, ἀλλὰ νέοι. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ παρανομία, ποῖος εἶναι ὁ νόμος ὁ παραβιαζόμενος διὰ τοῦ Διατάγματος· καὶ ἂν τοῦτο τὸ διάταγμα πρότερον θεωρῇ ὡς νόμον, δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὰ στρατιωτικὰ σώματα δὲν διοργανίζονται εἰμὴ διὰ διατάγματος; καὶ ὅταν εἷς τῶν συναδέλφων εἶπε διὰ νόμου, δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζητε αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι παραλογισμός; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑφίσταται παρανομία. Τώρα, ἐὰν τὸ σύστημα τὸ ὀργανικὸν τὸ ὑπάρχον ᾖναι πλημμελὲς ἢ πλημμελέστερον, νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ εἰδικότης τῶν γνώσεων, οὔτε τὸ Σῶμα δύναται νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ ὑπάρχει Κυβέρνησις, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν ἡμεῖς ζητήματα ὀργανικὰ, ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα καὶ ποῖα τὰ προτερήματα κτλ. βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην μιᾶς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ αὐτοῦ ἐγένετο λόγος, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ σημερινὸς ὀργανισμὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ παλαιοῦ, διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας καὶ τὰ πράγματα τὸ ἀπαιτοῦν, ὥστε ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις νὰ μὴν ᾖναι ἄλλη, εἰμὴ ἐκπαίδευσις, ἥτις ἀφορᾷ τὸ Κράτος καὶ ὄχι τινὰς οἰκογενείας, καὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ᾖναι ἀρκετὰ προπαρασκευασμένοι, ὅταν πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν, ὡς τοῦτο ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Γαλλίας. Ἠδύνατο, λέγει, ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς νὰ διορίσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς σύμφωνα μὲ τὰς ἀνάγκας κλπ. Τώρα διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, ἐν ὅσῳ δὲν τροποποιηθῇ ὁ νόμος τῶν προβιβασμῶν, δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κύριος Πετιμεζᾶς· ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν; μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς κάμῃ ἀνθυπασπιστὰς, διότι ἤθελον γίνει ἄπειροι, ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν καὶ δι’ αὐτὸ ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀπεριόριστος καὶ διότι μία κλάσις δύναται νὰ φέρῃ 10 καὶ ἄλλη 3· καὶ μολοντοῦτο τοποθετοῦνται ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ θέσις τοποθετοῦνται εἰς τὸν γεωμετρικὸν κλάδον. Δὲν βλέπω, κύριοι, ποῦ ὑπάρχει ἡ παρανομία· ἐγὼ πρῶτος ὤφειλον νὰ καταδικάσω ἓν ὑπουργεῖον διὰ νὰ δοθῇ ἓν μάθημα καὶ νὰ παραδειγματισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις παρανομεῖ· κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ οὐδεὶς νόμος παρεβιάσθη, διότι τὰ διατάγματα τοῦ 1843 δὲν ἦσαν νόμοι· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυπασπιστὰς, αὐτοὶ διήνυσαν τὰς σπουδάς των καὶ ὤφειλον νὰ ἐξέλθωσιν· ἐὰν εἶχον θέσεις, ἠδύναντο νὰ τοὺς διανείμωσιν ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν δὲ ὄχι, μένουν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα, εἶναι ὠφέλεια. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι καὶ ἄλλοτε παρὰ τὴν θέλησίν των οἱ λαβόντες τὸ ἀπολυτήριον ἠναγκάσθησαν νὰ ἀκούσωσιν ἓν ἔτος ἀκόμη μαθήματα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε παρανομία, οὔτε ζημία, οὔτε ἄλλο τι.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Μαυρομιχάλης πλὴν τῶν ἄλλων σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀντιφάσκω πρὸς τὰ χθὲς λεχθέντα. Λυποῦμαι, διότι μὲ παρενόησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ χθὲς καὶ σήμερον καὶ ὅταν ἐπὶ τῶν μακρῶν ἐκείνων συζητήσεων ἀνέπτυξα πῶς ὀργανίζεται ὁ στρατὸς, σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ διαταγμάτων ὀργανίζεται, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ εἰς ἐκστρατείαν, διὰ νόμου ὅμως ζητοῦνται τὰ ἔξοδα· εἶπον ἐγὼ, ἡμεῖς θὰ παραβιάσωμεν τὸν κανόνα τοῦτον τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἐθίμων; Κύριοι, λέγω καὶ τώρα, καθὼς καὶ πάντοτε, ὅτι ὁ στρατὸς ὀργανίζεται διὰ διατάγματος, ἀφοῦ λάβῃ νόμιμον γνῶσιν καὶ θετικὴν τῶν πραγμάτων αὐτὸ τὸ ἔθνος· μετασχηματίζεται, διαλύεται διὰ διατάγματος· καὶ τῳόντι σήμερον ἐγὼ προτίθεμαι νὰ κάμω ἕνα πόλεμον μὲ ἓν ὅμορον κράτος· ἐὰν τὸ κράτος αὐτὸ ᾖναι ὀρεινὸν, τί θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ τὸ ἱππικὸν, ἢ τὸ βαρὺ πυροβολικὸν, τὸ βαρὺ πεζικόν; ἀρκεῖ νὰ σχηματίσω τὸν στρατὸν οὕτως, ἵνα δυνηθῶ νὰ κατορθώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω, πρέπει νὰ τὸν ἐκπαιδεύσω, ὅπως ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι συμφερότερον, καὶ νὰ τὸν μετασχηματίσω κατὰ τὴν ἰδέαν ἣν ἐγὼ συμμερίζομαι· ἐδῶ δὲ παραβαίνονται αἱ διατάξεις τῶν νόμων, διότι δὲν πρόκειται περὶ διοικήσεως, ἀλλὰ περὶ νόμων, καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἱ παραβιάσεις εἶναι μὲν διοικητικαὶ, ἀλλ’ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες καθιεροῦνται διὰ νόμου, δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβληθῶσι παρὰ διὰ νόμου· ὥστε δὲν εἶμαι ἀσυνεπὴς εἰς τὴν ἀρχὴν, εἶμαι συνεπὴς, ἐζήτησα δὲ νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ, διότι ἔφερον κατηγορίαν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ, ἂν παρεβιάσθησαν νόμοι κείμενοι. Πῶς, κύριοι, σᾶς λέγουν καὶ τολμοῦν νὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι ἐξῆλθον καὶ ἔδωκαν ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, ἀφοῦ διήνυσαν τὸ ἀπαιτούμενον ὑπὸ τοῦ διατάγματος χρονικὸν διάστημα, ἐνῷ τὸ διάταγμα αὐτὸ τὸ περιστέλλει; Ἔπρεπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουν, νὰ τοὺς κάμῃ νὰ ἐξαγάγουν συμπεράσματα, δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὰ ὀνομάσω, ἀξιότιμοι κ. Βουλευταί. «Ἄρθρον 17 τοῦ διατάγματος»: τί λέγει αὐτό; «οἱ ἀποτελέσοντες τὴν νέαν τάξιν μαθηταὶ θέλουν λάβει τὴν κτλ.» δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον; Κύριοι, ἡ τάξις, ἥτις ἐπιφέρει σπουδαίαν ὠφέλειαν καὶ οἰκονομίαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ οἰκονομικαὶ προτάσεις ἀποδεικνύουν τὴν ἱκανότητα ἢ μὴ τῆς Κυβερνήσεως· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ. Διὰ τοῦ αὐτοῦ μέσου καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας ὁ μὲν εἷς τῶν ὑπουργῶν πράττει καλῶς, ὁ δὲ ἄλλος ὄχι καλῶς· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ διοικητικὸν, ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὴ ἀπὸ τὸν νόμον· τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν πρέπει νὰ τὴν συγχωρήσετε εἰς κανένα νὰ τὴν παραβιάσῃ· δὲν εἶναι καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἑκάστην ἡμέραν ἀφαρπάζῃ ἕν δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς καὶ ἡ νομοθετικὴ ἁρπάζῃ ἕν ἄλλο τῆς ἐκτελεστικῆς, ποῦ θὰ καταντήσωμεν τότε, κύριοι; Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀντικρούσω τὸν Κ. Μαυρομιχάλην εἰς ὅσα ἄλλα πράγματα εἶπε, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸν ἐννόησα, διότι ἤθελον περιέλθει καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ποῦ· περιορίζομαι λοιπὸν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν διὰ πραγμάτων καταγγέλλω, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει· πρέπει ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δικαιώματος· νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μίαν πληροφορίαν θετικὴν, βεβαίαν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ γείνῃ συζήτησις. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, μὴ ἐκλαμβάνετε αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιεικείας ὡς ἐπωφελὲς· εἶναι ἐπιβλαβὲς, θὰ μετανοήσετε ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν δὲν ἐξασκήσητε τὴν ἐξουσίαν, μὲ τὴν ὁποίαν σᾶς περιβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου· θὰ μετανοήσετε πικρά. Τίς ἄλλος περιμένετε πλέον νὰ τρομάξῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ἀφοῦ ἄλλος ἐξουσίαν ἀπὸ σᾶς δὲν ἔχει; Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπαλλήλους, τὰς παρανομίας ὅμως σεῖς πρέπει νὰ καταδείξητε. Καθὼς ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ τρομάζῃ τοὺς παραβιάζοντας τοὺς νόμους, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον πρέπει σεῖς νὰ τρομάζετε τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τοῦ νόμου· καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔλθῃ ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ ὡραίου αὐτοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτύχῃ καὶ θὰ ᾖναι ἡ μόνη εὐδαιμονία τῆς πατρίδος. Κύριοι, ἐὰν δώσετε τὸ ὡραῖον παράδειγμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ νόμου, θὰ περιβάλλετε τὴν πατρίδα μὲ μεγάλην τιμήν. Ὁ κόσμος θὰ προσέξῃ εἰς σᾶς καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἐπιδεκτικοὶ προόδου, μεγάλης προόδου. Ἡ ἠθικὴ λοιπὸν δύναμις, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, εἶναι μεγάλη δι’ ἕν ἔθνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὄχι μόνον ἁπλῶς διὰ τὴν πρᾶξιν, ἡ πρᾶξις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορος, δηλ. τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πράξεως, ἀλλὰ διὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ ἐπιμένω ἐξαιτούμενος νὰ σχηματισθῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών της.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βότσαρης.
§20ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνοῦν μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι πᾶσα παρανομία πρέπει μετὰ μεγίστης αὐστηρότητος νὰ ἐξετάζηται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ δυστυχίαν πολλαὶ παρανομίαι ἐγένοντο, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ φραγμός τις, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν συνέλθωσι καὶ δὲν ἀκολουθήσωσι μετὰ πλειοτέρας προσοχῆς τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, καὶ τότε βεβαίως ὁλόκληρος ἡ ἀγανάκτησις, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται καὶ ἐξέφρασεν ὁ Βουλευτὴς Κ. Πετμεζᾶς, πρέπει νὰ ἐπιπέσῃ κατὰ τοῦ παρανομήσαντος. Ἰδοὺ πῶς θεωρῶ ἐγὼ τὸ ζήτημα τοῦτο· τὸ ὑποδιαιρῶ εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ διάταγμα τὸ ἀρχαῖον, ἐὰν αὐτὸ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν ἑπομένως εἷς νέος ὀργανισμὸς διαδεχθεὶς ἐκεῖνο, εἶναι μία παρανομία ναὶ ἢ ὄχι· δεύτερον ἐὰν οἱ ἐξελθόντες τῆς σχολῆς καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερόμενοι ἀνθυπασπισταὶ ἦναι παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως ἦναι ἀποῤῥιπτέα ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐν γένει, ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος, λέγω, ὅτι ὁ κανονισμὸς ἐκεῖνος καθαρῶς περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες τὸν θεωροῦν προσωρινόν. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον ὑπάρχουν προπαιδευτικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ τάξεις, τὰς ὁποίας ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς μεσοβασιλείας ἐσχημάτισε· διότι ἀκόμη τὰ σχολεῖα εἰς τὴν ἐπικράτειαν δὲν ἦσαν ὡργανισμένα καὶ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποδώσουν τοὺς καρποὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐπιτρέψει ἀργότερα εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς τάξεις. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου ἦτο προσωρινῶς νὰ διατηρηθοῦν 4 προπαιδευτικαὶ καὶ 4 ἐκπαιδευτικαὶ τάξεις, μεχρισοῦ τὰ Γυμνάσια δώσουν τὰ μέσα εἰς τοὺς πολίτας ν’ ἀναθρέψωσι τὰ τέκνα των, νὰ τὰ προετοιμάσωσιν, ὥστε νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς τάξεις. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοῦ τότε νομοθετήσαντος ἦτο νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό ἡ πρᾶξις ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι κατὰ δυστυχίαν οἱ καρποὶ αὐτοῦ δὲν ἐφάνησαν. Μόλις εἰς τὸ διάστημα 30 ἐτῶν ἠμπόρεσε νὰ καταργηθῇ μία ἐκ τῶν 4 προπαρασκευαστικῶν τάξεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς ὅτι ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα τῆς προσωρινότητος ἐκφραζόμενα καθαρῶς, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὀργανισμὸς καὶ τότε ἔλαβε διαφόρους μεταβολὰς, ἰδίως δὲ καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα· μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου ἐπῆλθε πλήρης διάλυσις τῆς Σχολῆς, καὶ συνεπεία τῆς διαλύσεως ἐπῆλθεν εἷς νέος ὀργανισμὸς, ὥστε δὲν ἰσχύει πλέον διὰ τὸν νέον αὐτὸν ὀργανισμὸν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, ἥτις περιέβαλε τὸν πρῶτον, τὸν παρὰ τῆς ἀντιβασιλείας ἐκδοθέντα, τὸν ὁποῖον προέβλεπεν ἡ Συνέλευσις, ὅταν εἶπεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ διατάγματα ἔχουν ἰσχὺν νόμου. Ὁ ὀργανισμὸς λοιπὸν, γενόμενος δεκτὸς μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου καὶ εἰσαχθεὶς, ὑπόκειται ὑπὸ τὴν ἰσχὺν ὅλων τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ ὅλων τῶν ὀργανικῶν Διαταγμάτων, δύναται ἑπομένως νὰ μεταβληθῇ, καθόσον ἀφορᾷ ὅλον τὸ διατακτικόν του μέρος, ἐκτὸς μόνον ὁσάκις πρόκειται νὰ καθιερωθῶσι θέσεις ἢ δι’ ἄρθρων τινῶν νὰ παραβιασθῇ νόμος τις. Εἰς τὸν παρόντα κανονισμὸν, ὅστις εἶναι ὁ τελευταῖος, ὑπάρχουν τῳόντι τινὲς διατάξεις, αἵτινες ἀντιβαίνουσιν εἰς ἄλλους νόμους, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Πετμεζᾶν, ὅτι εἶναι λίαν πλημμελής. Τὸ διάταγμα λοιπὸν αὐτὸ τὸ ὀργανικὸν κατ’ ἐμὲ δὲν τὸ θεωρῶ ὡς παραβίασιν νομοθετικήν. Ὡς πρὸς τὰς παρανομίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας ὑπέδειξε, σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἴδιος τὰς διατάξεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων τὰ μέρη αὐτὰ τὰ ὑπερβαίνοντα τὴν ἁρμοδιότητα τὴν διοικητικὴν περιστέλλονται καὶ ἐμποδίζονται μεχρισότου οἱ ὑπουργοὶ παρουσιάσουν νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐξῆλθεν ἀνθυπολοχαγὸς, ἐξῆλθον μόνον ἀνθυπασπισταὶ καὶ αὐτὸ ὁ Κ. Πετμεζᾶς θεωρεῖ ὡς μίαν παρανομίαν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ μὴ συμφωνήσω κατὰ τοῦτο μὲ αὐτόν. Οἱ ἐσχάτως ἐξελθόντες τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς 8 μαθηταὶ, περὶ ὧν προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι μαθηταὶ τελειοδίδακτοι τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, δώσαντες ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἀνθυπασπισταί. Ἡ τάξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν, εἶναι ἡ τελευταία τάξις τῆς σχολῆς μέχρι τῆς στιγμῆς καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Οἱ μαθηταὶ ἔδωκαν τὰς ἐξετάσεις, κατετάχθησαν ἑπομένως εἰς τὰ σώματα. Ποῦ λοιπὸν ἡ παρανομία; Τώρα εἶναι προσκολλημένοι προσωρινῶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ν’ ἀκούσουν μαθήματα. Τοῦτο εἶναι μέτρον διοικητικὸν, ἠδύνατο ἀξιόλογα νὰ τὸ πράξῃ ὁ ὑπουργός. Καὶ μάλιστα ἦτο καλὸν νὰ ἐστέλλοντο καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ νὰ ἀκούσουν μερικὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται ν’ ἀκούσουν. Εἶναι λοιπὸν μαθηταὶ τῆς τελευταίας τάξεως δώσαντες τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις καὶ καταταχθέντες εἰς τὰ σώματα· θεωροῦνται δὲ ὡς ἀποσπασμένοι προσωρινῶς εἰς τὴν σχολὴν διὰ ν’ ἀκούωσι τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν καὶ τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ ἀρχαίου κανονισμοῦ δὲν ἠκροάζοντο μέχρι τῆς ἑβδόμης τάξεως. Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ἓν πλεονέκτημα εἰς τοὺς νέους αὐτοὺς, διὰ νὰ μὴ μένουν ὑποδεέστεροι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐξέλθουν τῆς σχολῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὕτω θεωρουμένου τοῦ ζητήματος δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα ἑνὸς τοιούτου αὐστηροῦ μέτρου, οἷον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Πετμεζᾶς, ὅστις παραδεχόμενος μίαν παρανομίαν προτείνει νὰ σχηματίσωμεν μίαν ἐπιτροπήν. Οἱαδήποτε εἶναι ἡ πεποίθησις τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἐξετέθησαν, δύνανται νὰ πείσουν αὐτὴν, ἐὰν ὑπῆρξε παρανομία ἢ ἐὰν τὰ πράγματα δὲν ἔχουν οὕτω. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ πλημμελέστερον ἢ τὸ τελειότερον τοῦ ὀργανισμοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ πολλά· ὅμως δὲν πρέπει τις νὰ διαφιλονεικῇ, ὅτι ὁ σημερινὸς κανονισμὸς τῆς σχολῆς εἶναι προοδευτικώτερος τοῦ παρελθόντος· εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει, ἀρχῶν, ἰδεῶν· ἠμπορεῖ κατά τι μέρος νὰ ᾖναι πλημμελὴς καὶ αὐτός· βεβαίως ἡ ὑπηρεσία ὁδηγουμένη ἀπὸ τὴν πρᾶξιν εἴτε καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας διορθώσεις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθην τὸν ἄλλον ὀργανισμὸν ἐπὶ 3 ἔτη, ἀναγνωρίζω, καὶ ἤμην ἔκτοτε σύμφωνος μὲ τὰς κυριωτέρας βάσεις τοῦ νέου διοργανισμοῦ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ κυριώτεραι αὐτοῦ βάσεις; πρῶτον εἶναι ἡ ὑποδιαίρεσις τῆς σχολῆς εἰς δύο τμήματα· τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δίδει τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ τὰ μὴ τεχνικὰ ὅπλα, ἤτοι τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πεζικὸν, καὶ τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα. Εἰς τόπον, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ διάφορα σχολεῖα, ὡς συμβαίνει τοῦτο εἰς Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουν εἰδικὰ σχολεῖα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, τοῦ πυροβολικοῦ κτλ. ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἔλθῃ τις εἰς μίαν ὑποδιαίρεσιν τῆς σχολῆς, ὥστε νὰ ἐξέρχωνται μόνον ἀξιωματικοὶ εἰδικοὶ ἐκπαιδευθέντες ὅσον τὸ δυνατὸν κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ὅπλου των. Διὰ τοὺς ἰδίους λόγους ἔχει καὶ τὸ Βέλγιον, ἂν καὶ πολὺ πλουσιώτερον ἀπὸ ἡμᾶς, αὐτὴν τὴν ὑποδιαίρεσιν. Ἐξακολουθοῦν οἱ μαθηταὶ ὅλοι μέχρι τινὸς, μέχρι τῆς τετάρτης τάξεως, καὶ ἐκεῖ δίδουσιν ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις· καὶ ἐκεῖ χωρίζονται ποῖοι θὰ μεταβοῦν εἰς τὸ πεζικὸν καὶ ποῖοι εἶναι προωρισμένοι διὰ τὰ εἰδικὰ ὅπλα, καὶ αὐτοὶ μένουν ἐν τῇ σχολῇ ὡς ἀνθυπασπισταί. Ἐδῶ ἴσως διατείνεται ὁ Κ. Πετμεζᾶς, ὅτι ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ δώσουν καὶ ἄλλας ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις εἶναι παράνομον. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι παράνομον· διότι δώσας ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἀδικηθῇ ὁ μαθητὴς, ἐὰν ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτυχεν εἰς τὰς ἐξετάσεις, προεβιβάζετο ἀνθυπασπιστὴς καὶ αὐτὸς ἔμενεν ἀκόμη μαθητὴς, καὶ νὰ ἐξέλθῃ μετὰ 2 ἔτη ἀνθυπασπιστής. Δὲν ἠξεύρω ἂν μετὰ 4 ἔτη καὶ ὀλιγώτερον προβαίνοντες γίνονται ἀνθυπασπισταὶ, καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ φιλονεικήσῃ, διότι δίδουν ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις. Ἐὰν ἦτο δίκαιον οἱ ἄλλοι οἱ περισσότεροι προοδεύοντες καὶ μένοντες διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἐὰν αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ μένωσιν ὡς μαθηταί. Οἱ περισσότεροι ἐπιμελεῖς, μόλις μετὰ 4 ἔτη θὰ ἐγίνοντο ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ἄλλοι θὰ ἦσαν ἀνθυπολοχαγοί, καὶ τότε ὅλοι ἤθελον ἐξέλθει εἰς τὰ κοινὰ ὅπλα, καὶ τὰ τεχνικὰ ἤθελον μείνει ἄνευ προσώπων. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐξηγήθην καλῶς, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι μὲ ἐννοήσατε.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ διαίρεσις, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸν νέον διοργανισμὸν πολὺ τελειότερον ἀπὸ τὸν παρελθόντα, ὅπου φύρδην μίγδην ἐσπρώχνοντο ὅλοι νὰ βλέπουν τὴν τελευταίαν τάξιν καὶ νὰ ἐξέλθουν, οἱ δὲ ὀλιγώτερον νοήμονες, οἱ ἀμελεῖς, ἐδέσμευον τοὺς ἱκανοὺς καὶ ἐπιμελεῖς· δὲν ἦτο τρόπος νὰ τοὺς χωρισθοῦν, ἔπρεπε καλοὶ καὶ κακοὶ νὰ φθάσουν μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ νὰ ἐξέλθουν. Ἐδῶ βλέπετε εἶναι ἕνας προορισμὸς τῆς ἀγχινοίας, τῆς ἐπιμελείας καὶ τοῦ ἀντιθέτου. Κατ’ ἐμὲ, ἐπίσης σπουδαῖος εἶναι ὁ τρόπος τῆς διδασκαλίας· ὑπάρχουν σήμερον cour, ὡρισμένα μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου παραδίδονται καὶ τότε παύουν, καὶ ἑπομένως δίδει ὁ μαθητὴς πολὺ περισσοτέραν προσοχὴν, παρὰ ἐὰν τὰ ἠκροάζετο δι’ ὅλον τὸ ἔτος μαζὺ μὲ ὅλα τὰ μαθήματα. Εἰσήχθη τὸ σύστημα τῶν ὑφηγητῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι πολὺ καλὸν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖ τὴν νομοθετικὴν ἔγκρισιν, διότι τῳόντι καθιεροῦνται θέσεις· ἀλλ’ εἶναι καλὸν, διότι ὁ ὑφηγητὴς εἶναι ὁ ἀντικαταστάτης τοῦ καθηγητοῦ· οἱ καθηγηταὶ πολλάκις λείπουσιν ἀπὸ τὰ μαθήματα ἕνεκα ἀσθενείας ἢ ἄλλων λόγων καὶ ἀναλαμβάνουν οὗτοι τὰ μαθήματα· οὗτος εἶναι ὁ ὁδηγὸς τοῦ μαθητοῦ εἰς τὰς μελέτας, εἰς τὰς σχεδιάσεις, εἶναι ὁ προγυμναστὴς, οὕτως εἰπεῖν. Λοιπὸν ὁ μαθητὴς, ἀφοῦ ἀκροασθῇ τῶν μαθημάτων ὅλων ἀδιακόπως τῶν ὑφηγητῶν, ἐννοεῖτε πόσον ὠφελεῖται. Τοιαῦται εἶναι αἱ κυριώτεραι τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας παρεδέχθη ὁ νέος ὀργανισμὸς καὶ ἐν πεποιθήσει τὸν θεωρῶ πολὺ καλλίτερον. Λοιπὸν δὲν βλέπω ποῦ ὑπάρχει ἀφορμὴ ἑνὸς μέτρου αὐστηροῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ προκαταβολῆς ὑποθέτει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξηγέρθη ἐπὶ μεγάλη παρανομίᾳ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§24ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεβασθῆτε τοὺς νόμους, λέγει ὁ Κ. Πετμεζᾶς καὶ ὁ Κ. Βότσαρης, διότι διὰ τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων διατηροῦνται αἱ ἐλευθερίαι· σεβασθῆτε τοὺς νόμους, λέγομεν καὶ ἡμεῖς, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκλείπει ἡ παρανομία. Κύριοι, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶναι μία ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι ἕκαστος, ἐὰν ἐξετάσῃ τὴν συνείδησίν του, θέλει ἰδεῖ ὅτι ἀφίσταται πολὺ τῆς ἀληθείας ταύτης. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ὑπῆρξεν ὑπουργὸς ὁ Κ. Καρνάλης, εἷς τῶν ἐντιμοτέρων ἀξιωματικῶν, εἷς τῶν τακτικωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ταύτης ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἦτο τμηματάρχης· ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἐτιμᾶτο πάντοτε διὰ τὴν συμπάθειάν του ἐν τῷ στρατῷ καὶ τιμᾶται· ἠδύνατο κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπουργόν· κ. ὑπουργὲ, γίνεται ἀδικία, καὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ.
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὠπισθοδρόμησε.
§26ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι ἓν τῶν πολιτιμοτέρων πλεονεκτημάτων ἑνὸς κοινοβουλίου, διότι δι’ αὐτῆς εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ ὅταν εἰς μίαν συζήτησιν προσερχώμεθα διὰ κομματικὰς διαφορὰς, ὄχι διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποπλανῶμεν ἄλλους, τότε βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέποτε θὰ προέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν· καὶ τότε οὐδὲν ἄλλο πράττομεν καὶ οὐδὲν ἄλλο ὑφιστάμεθα παρ’ ὅ,τι ὑπέστημεν χθὲς τὸ ἑσπέρας ὅτε αἱ συζητήσεις μας δὲν ἐγένοντο διὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀταραξίας, διότι ἡ προσοχὴ δὲν ὑπῆρξεν ὁποία ἔπρεπε, καὶ τοιουτοτρόπως μυστήριόν τι, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο καὶ τὸ ὁποῖον χθὲς ἐξετέθη, τὸ ἀφήσαμεν νὰ μένῃ πάντοτε μυστήριον. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ βασανίσω ὑμᾶς, διότι δὲν ἔχω, παρὰ ὀλίγας λέξεις νὰ σᾶς εἴπω μετρημένας, καθόσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέτεινε καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, καθὼς καὶ οἱ κύριοι προαγορεύσαντες, ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις ν’ ἀναπτύξῃ αὐτὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐκτεταμένον. Ἡ σχολὴ ὠργανίσθη κατὰ τὰ 1834· κατὰ τὸ ὀργανικὸν αὐτῆς διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐπέχει τόπον νόμου, διάφοραι μεταβολαὶ ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῆς σχολῆς, ὧν ἡ κυριωτέρα ἦτο κατὰ τὰ 46, ὅτε συνέβη στάσις τις ἐν τῇ σχολῇ καὶ διελύθη διελύθη ὅμως προσωρινῶς· καὶ τότε ἦσαν 140 μαθηταὶ ἐν τῇ σχολῇ· καὶ κατὰ τὰ 47, ἀνοιχθείσης ἐκ νέου τῆς σχολῆς, ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς, ἀλλὰ τὸ ὀργανικὸν διάταγμα ἐπανῆλθεν ἐν ὅλῃ του τῇ ἰσχύϊ. Ἐὰν ἦμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, εἶμαι μόνον καὶ μόνον καθόσον ἀφορᾷ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὤφειλεν εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνήργησε τὴν μεταβολὴν, ἐν περιπτώσει μὲν, καθ’ ἣν ἐγένετο ὑπέρβασις δαπάνης ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ, νὰ φέρῃ ἀμέσως νόμον, διότι τότε ὑπῆρχεν ἡ Συνέλευσις· ἐν περιπτώσει ὅμως καθ’ ἣν δὲν ἐγένετο οὐδεμία ὑπέρβασις, τότε ν’ ἀφήσῃ τὸν καιρὸν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ σχηματισθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον μετὰ ταῦτα νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν. Ὑπέρβασις ἐξόδων εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν οὐδόλως ἐγένετο, ἐγένετο μόνον μία τροποποίησις καὶ ἡ τροποποίησις αὕτη εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Βότσαρης κατὰ τὰ 1861 ἔφερεν ἐπίσης ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν προπαιδευτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅ,τι τὰ ἔθνη τὰ μεγάλα μεταχειρίζονται βεβαίως ἐν τῇ πτωχῇ Ἑλλάδι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ μεταφέρωμεν. Τὰ φυτὰ, τὰ ὁποῖα μεταφέρουν ἐκ τῶν ἄλλων τόπων εἰς τὸν ἰδικόν μας, ἀπαιτοῦν πολλὰς ἰδιότητας, ἀπαιτοῦν πολλὰ μέσα διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπάρξωσι καὶ νὰ καρποφορήσωσιν· ἀπαιτεῖται καὶ προπαρασκευὴ καὶ μέσα. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη εἰς ὅλον τὸ διάστημα τῶν 40 ἐτῶν, ὅτι ὁσάκις ἠθέλαμεν νὰ μεταφέρωμεν κἄτι τι ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐβασίσθημεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἤθη καὶ τὰ μέσα τοῦ τόπου τούτου, πάντοτε αὐτὸ ἐναυάγησεν. Οὕτω πως δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ναυαγήσῃ ὁ διοργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πλησιάζει νὰ ναυαγήσῃ ἐντελῶς καὶ ἡ στρατιωτικὴ σχολὴ, διότι ἐξ ἀρχῆς ἐστηρίχθη ἐπὶ ξένων νόμων, καὶ τελευταῖον πάλιν ἐπίσης. Ἠδύνατο τῳόντι μία κυβέρνησις νὰ φέρῃ τροποποιήσεις τινὰς, ἀλλ’ αὗται ἔπρεπε νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἔχει. Κατηγορῶ λοιπὸν μόνον τὸν ὀργανισμὸν τῆς σχολῆς· δὲν τὸν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐν Ἑλλάδι, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ πολύτιμος, καθὼς ἐῤῥέθη, παρά τινος τῶν προαγορευσάντων, δὲν ἐσκέφθη ποῖα τὰ μέσα ἐν Ἑλλάδι, ποῖος ὁ στρατὸς, καὶ ἂν ἠδύνατο συμφώνως μὲ τὸν διοργανισμὸν αὐτοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος ὀργανισμός. Ἀντιτείνω δὲ περισσότερον, καθόσον μάλιστα ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι παρὰ ἓν κρᾶμα τῆς Βελγικῆς σχολῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς, καὶ πάντοτε τὰ κράματα δὲν ἀποβαίνουν τοσοῦτον εὐτυχῆ (ἱλαρότης). Καθόσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸν ὀργανισμὸν τῆς σχολῆς, ἐπειδὴ οὗτος μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθη, δὲν ἔπρεπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ μᾶς καταπλήξῃ ὅτι ἐγένετο μεγάλη ἀδικία, διότι εἰσέτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐφηρμόσθη. Παραδέχεται ὁ νέος ὀργανισμὸς ἀρκετὸν προσωπικόν, τὸ προσωπικὸν αὐτὸ ὅμως δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, παραδέχεται ἀξιωματικοὺς περισσοτέρους, ἀλλ’ ἔμειναν οἱ ἴδιοι· διὰ τοῦτο παραδέχομαι μόνον τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, καθόσον ἀφορᾷ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ κανονισμοῦ καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν κανονισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἔχει. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυπασπιστὰς εἶμαι ἐναντίος ὅλως εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι δὲν ἦτο παράνομος ἡ ἐξαγωγή των, καθόσον οἱ ἀνθυπασπισταὶ οὗτοι διετέλουν ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ τάξει, ὅτε ἐνεκρίθη ὁ κανονισμὸς οὗτος· ἐννοεῖται ὅτι οἱ μαθηταὶ οὗτοι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποβιβασθῶσι, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσιν ἓν ἔτος ἢ καὶ πλέον, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῆς τελευταίας αὐτῆς τάξεως τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διέγραψεν ὁ νέος κανονισμός. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅθεν ταύτῃ εἶναι νόμιμος ἡ ἐξαγωγὴ αὐτῶν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ ὁ νέος ὀργανισμὸς ἔθετε τινα μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πλέον ἔπρεπε ν’ ἀκροασθῶσιν, ἐνόμισε καθῆκον ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοὺς μαθητὰς αὐτοὺς ὄντας ἀνθυπασπιστὰς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των· ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω, ὅτι οἱ ἀνθυπασπισταὶ οὗτοι ἐξῆλθον νομίμως, καὶ ἑπομένως θεωρῶ ἄδικον τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, τὴν περὶ καταργήσεως τῆς πιστώσεως, διὰ τῆς ὁποίας θέλουν πληρόνεσθαι οἱ ἀνθυπασπισταὶ οὗτοι, τοσοῦτον δὲ περισσότερον παραδέχομαι ταύτην, καθόσον οἱ ἀνθυπασπισταὶ οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐκτὸς δύο, ἦσαν ὑπότροφοι, καὶ ὡς ὑπότροφοι ἐξώδευον 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολήν· ὥστε καὶ ἐν τῇ σχολῇ, ἐὰν μείνουν, θὰ ἐξοδεύῃ τὸ δημόσιον ὅ,τι ἐξοδεύει ἤδη ἐνῷ εἶναι ἀνθυπασπισταί. Περαίνων λέγω, ὅτι παραδέχομαι τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἀναθεωρητικῆς τοῦ κανονισμοῦ· δεύτερον παραδέχομαι τὴν ὕπαρξιν τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς ἀναφέρει, καθόσον αὐτὴ δὲν ἀντιβαίνει ὅλως διόλου εἰς τὰ καταστατικὰ, τὰ περὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε δίς.
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀγαπᾷ, νὰ εἴπω τρία μόνον λόγια.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ φοβερὰ ἔπεσεν ἐναντίον μου· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι αὐτὸ τὸ περιστατικὸν διέφυγε τὴν προσοχήν της (ἱλαρότης). Ἀντὶ νὰ προσέξῃ εἰς μίαν παράβασιν νόμου, εἰς μίαν πίστωσιν παράνομον, μᾶς ἔφερε προτάσεις ἑτέρας, τὰς ὁποίας εὐτυχῶς ὅλας ἀπεῤῥίψατε χθές· Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε δίκαιον νὰ ἐπιπέσῃ ἐναντίον μου, διότι ἐγὼ ἔφερον εἰς φῶς ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον διέφυγε τὴν προσοχήν της. Δὲν ταράσσομαι παντάπασιν ἀπὸ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν βάσιν· καὶ πρῶτον ἀποκρίνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον Κ. Βότσαρην, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Κ. Βότσαρης ἐλάλησε κατὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε καὶ ἐκύρωσε καὶ κατέστησε νόμον τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς τῆς σχολῆς εἰς δύο τμήματα ἦναι καλλίτερος ἢ χειρότερος ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα, τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ Κ. Βότσαρη νὰ τὸ νομίζῃ, καθὼς εἶναι ἐπίσης δικαίωμα ἰδικόν μου νὰ μὴ τὸ νομίζω· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ προκειμένου. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ καὶ τῆς νομικῆς παραβιάσεως. Θέλετε νὰ ἦναι εἰς δύο τμήματα ἡ σχολή, ἂς τὴν διαιρέσῃ ἡ κυβέρνησις καὶ ὄχι ἀνθυπασπισταὶ νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν δευτέραν τάξιν, ἀλλὰ συνταγματάρχαι, ἀλλὰ διὰ νόμου. Δὲν ἐννοῶ καμμίαν ἰδέαν ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὑπάρχει νόμος νὰ βαθμολογῶνται ἐντὸς τῆς σχολῆς καὶ πρὸ τῶν ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων; δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἀνάκλησις τοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Στράτος λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἀλλὰ κατὰ τοῦτο ἔχει ἄδικον. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὑπηρετήσας ὡς τμηματάρχης εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ γνωμοδοτήσω δι’ ὅλα τὰ τμήματα, καὶ νὰ δώσω συμβουλὰς εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλων τῶν τμημάτων; Τότε θὰ ἤμην ὑπουργὸς ἐγώ. Διὰ μόνον τὸ τμῆμα τὸ ἰδικόν μου ἐγνωμοδότουν καὶ ὁ κύριος Στράτος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἀνήκει εἰς τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ· ἐνῷ ἐγὼ ἤμην διευθυντὴς τοῦ τμήματος τῆς δικαιοσύνης. Ἐπιμένω λοιπὸν λέγων, ὅτι ἡ παραβίασις τοῦ νόμου εἶναι θετική, ὁμολογεῖται ἀπὸ τὸ 17 ἄρθρον. Δὲν θέλετε νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὴν παρανομίαν, τὴν ὁποίαν καταγγέλλω; εἶναι δικαίωμά σας. Ἐγὼ, ὄχι εἰς τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὠργανισμένα οὕτως ἢ ἄλλως, τὰ ὁποῖα ἂς διορθώσῃ ἡ κυβέρνησις, ἐπιθυμῶ ὅπου εὕρω παρανομίαν νὰ τὴν κτυπήσω, διότι τὸ βάρος τὸ θέλω ἐπάνω εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὄχι ὑποκάτω.
§32ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν ὁμιλήσῃ τις, καὶ ἂν δὲν ὁμιλήσῃ εἶναι μάταιον, εἶναι κατόπιν ἑορτῆς, διότι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς καὶ τὰ καθέκαστα προεμαγειρεύθησαν, ἢ προεπαρασκευάσθησαν προηγουμένως καὶ ἑπομένως νὰ τὰ ἐκτελέσωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ τὰ διορθώσωμεν ἀπαιτεῖται χρόνος καὶ χρόνος πολὺς, καὶ αὐτὸν τὸν χρόνον δὲν θέλομεν διὰ νὰ τὸν στερήσωμεν ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς. Ἀντὶ τῶν πολλῶν μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Καλὸν καὶ εὐγενὲς τὸ φυτὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καθόσον συμπίπτει καὶ, μὲ ἕνα ὄνομα εὐελπίδων, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς ὑπουργοὺς ὅτι τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ τοὺς ἐκζητῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ψυχὴ καὶ ἡ ζωὴ, καὶ ὄχι ὅπου ὑπάρχει ἡ θέλησις, ὅπου ὑπάρχουν τὰ μέσα τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ ὅπου παρὰ τὸν κανονισμὸν τρέφομεν στῖφος ὑποτρόφων εἰς τὴν σχολὴν, ἥτις ἔπρεπε διὰ νὰ ᾖναι ἡ ἐλπὶς καὶ τὸ στήριγμα τῆς πατρίδος. Οἱ ὑπότροφοι διορίζονται διὰ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν σχολὴν οὕτω δὲν γίνεται, ἀλλὰ διορίζεται π. χ. ὁ υἱὸς τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ μία ἱκανότης μένει παρηγκωνισμένη. Αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀραιοῦνται καὶ κατόπιν θέτετε εἰς αὐτὰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ σχολεῖον τῶν εὐελπίδων ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ οὕτω δυσαρεστεῖτε τὸν στρατὸν, τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὅστις ἐξέρχεται ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς πατρίδος ἵνα ὑπηρετήσῃ πατρίδα καὶ θρόνον. Ἀφοῦ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς ὑποτροφίας καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους καὶ ἂν ἤθελον καταμηνύσει τὰς πράξεις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἤθελε φρίξει ἡ Βουλή· εἰς ὅλους λοιπὸν τοὺς κλάδους ἐφρόντισε νὰ θέσῃ σμήνη τοιούτων ὑποτρόφων· ἀφοῦ λοιπὸν μετὰ τοσαύτης μεροληψίας φέρωνται εἰς τὴν σχολὴν αὐτὴν καὶ τοιαύτας καταχρήσεις παρουσιάζουσι, δὲν θὰ τὴν ἀφήσωμεν ἄμωμον καὶ ἀνεξέλεγκτον ἀπὸ τοιοῦτον στιγματισμόν. Εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες θὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὴν σχολὴν ταύτην, πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἄνθος τῆς πατρίδος ὅπως ὀφείλουσι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς καὶ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, καὶ πιστεύω ὅτι ὅλοι συμμερίζονται τὴν ἰδέαν μου, ὅλοι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην, νὰ λείψουν αἱ ὑποτροφίαι, νὰ λείψουν ἐντελῶς, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα οὔτε νὰ καταδείξω τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Μᾶς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, κύριοι, ὁ Καραΐσκος δὲν ἦτο υἱὸς εὐγενοῦς, δὲν ἦτο υἱὸς ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ὑπῆρξε τὸ καύχημα καὶ ἡ δόξα τῆς πατρίδος, ἐπίσης ἕτεροι ἥρωες. Ὥστε ὁ ἥρως δὲν γεννᾶται εἰς τὴν μεγάλην οἰκογένειαν τῶν προνομιούχων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλύβην τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ ποιμένος· ἂς ἀφήσωμεν τὸ στάδιον ἐλεύθερον, προκαλέσατε συναγωνισμὸν, καὶ ὅστις ἐπιτύχει ἐκεῖνος ἂς δρέψῃ τὴν δάφνην. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτάς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἐπρότεινε πρῶτον νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν, ὅστις ἔγεινε διὰ βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ σχολείου τῶν εὐελπίδων, καὶ δεύτερον ἂν οἱ 8 προβιβασθέντες ἀνθυπασπισταὶ προεβιβάσθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Προσέτι ἐπρότεινε τὴν ἀπάλειψιν 5000 δραχμῶν ὅση εἶναι ἡ πίστωσις, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ εἰς πληρωμὴν τῶν ἀνθυπασπιστῶν.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν πρότασιν, εἶναι πρότασις ἡ ὁποία φυσικῶς γίνεται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν πρότασιν, τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, ἡ πρότασις αὕτη, ἂν θὰ ψηφοφορηθῇ ἤδη, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ψηφοφορηθῇ ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Ὁ κανονισμὸς θέλει δι’ ἐπερωτήσεων νὰ φέρωνται τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὰς νομοθετικὰς συζητήσεις, δὲν βλέπω ποῖος ὁ λόγος νὰ διακόψωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ φέρωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν παραγνωρίζοντες τὸν νόμον. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην ταύτην ὡς τυπικὴν, ἡ ὁποία συμφωνεῖ μὲ τὸν κανονισμόν· ἤθελον δεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην ἂν ἔφερεν ὅμως αὐτὴν εἰς ἄλλην ὥραν· ἂν ὅμως ἐπιμένῃ, τότε γνωμοδοτῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡ πρότασις αὕτη, διότι δὲν πιστεύω κανεὶς ἕνα ζήτημα τόσον σπουδαῖον νὰ θελήσῃ νὰ τὸ λύσῃ ἐκ τοῦ προχείρου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν Κ. Δεληγιώργην, ὅτι ὁσάκις καταγγέλλει τις μίαν παράβασιν νόμου κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν γίνεται ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς καταγγελίας καὶ τῆς προτάσεως, καὶ ἡ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι ἁρμοδία.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπή.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἰδοῦμεν ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ, διότι ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ παραπεμφθῇ εἷς ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Σήμερον συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμόν· ἂν ἔχῃ τις νὰ προτείνῃ προσθήκας ἢ ἐλαττώσεις, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ τὸ νὰ προτείνουν κατηγορίαν κατά τινος ὑπουργοῦ καὶ νὰ ζητοῦν νὰ ἀποφασίσωμεν χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις, νὰ παραπεμφθῇ ἕνας ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνάκρισιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι διεστρέψατε τὸ ζήτημα.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ κατηγορήσετε τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον; κάμετε ἐπερώτησιν. Ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τότε διορίζετε μίαν ἐπιτροπὴν ἢ κάμετε ὅ,τι ἄλλο θέλετε· σήμερον βλέπετε, ὅτι κανεὶς δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ καὶ οὔτε κἂν εἶναι καιρός· ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησε μέχρι τοῦδε σιωπὴν, διότι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἐναντίον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως, περὶ τούτου θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐκάματε.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰς ἐνστάσεις ταύτας. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι δὲν ἔγεινε συζήτησις, δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ἦτον ἐδῶ καὶ δὲν ἔλαβε μέρος· τοῦτο μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· ἔρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λέγω ἰδοὺ μία παρανομία καὶ ζητῶ νὰ διορίσητε μίαν ἐπιτροπήν· ἀνακαλύπτω τὴν παρανομίαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχουν διατυπώσεις καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσωμεν τοιαύτας ἐπιτροπάς.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ ἀφήσωμεν ἕτερον ζήτημα.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τί; θὰ μᾶς δώσητε σεῖς νόμους; Ἐννοῶ πολὺ καλὰ τί θέλουν, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ ῥίψωμεν εἰς λήθην μίαν τοιαύτην πρότασιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὴν ῥίψετε τὴν πρότασιν ἢ νὰ τὴν παραδεχθῆτε· ἐγὼ τὸ ἰδικόν μου τὸ καθῆκον τὸ ἐξετέλεσα· ἐγὼ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεκάλυψα μίαν παρανομίαν καὶ ἔρχομαι καὶ ζητῶ λόγον, καὶ ἔγεινε συζήτησις, σᾶς ὑπέβαλον πρότασιν καὶ ἔπειτα μοὶ λέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ, ἀφοῦ ἔγεινε συζήτησις, ἐπὶ δύω ὥρας. Καὶ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε νὰ λάβητε τὸν λόγον καὶ νὰ λαλήσητε; Δύω ὡρῶν κατὰ συνέχειαν συζήτησις αἱ ἀγορεύσεις ὅλαι δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ σᾶς ἐξυπνήσωσι καὶ νὰ σᾶς ἐκβάλωσιν ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶσθε· ἀλλὰ τότε δὲν σᾶς πταίω ἐγώ. Λοιπὸν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐὰν θέλετε νὰ κάμητε πρότασιν ἀναβολῆς, τὸ ἐννοῶ πολὺ καλά. Εἰπέτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ μία τοιαύτη πρότασις, ἡ ὁποία διακόπτει τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τότε θὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν διὰ τὴν παρανομίαν, καὶ τὴν παρανομίαν πότε θὰ ἐξετάσωμεν;
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ἀρκετὰ μὲ ἀνεπλήρωσεν ὁ Κ. Βότσαρης καὶ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης λαλήσαντες κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, διότι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ ὅ,τι προτείνομεν ἡμεῖς εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου, διότι ὁ κανονισμὸς εἶναι νόμος. Δὲν ἀπαιτοῦμεν δὲ τὴν ἀναβολὴν, ἵνα ῥιφθῇ εἰς λήθην, τὸ ζήτημα· προκαλῶ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν νὰ φέρῃ πρότασιν σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν· τότε αὐτὴ νὰ διέλθῃ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ὁ κανονισμὸς διαγράφει καὶ ἔπειτα συζητεῖται, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ θὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι ἔχει ἄδικον, ὅτι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστάθη, εἶναι ψευδὲς, ὅτι ἔκαμεν ἕνα λαμπρὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἔχει βάσιν κατὰ τὸν κανονισμόν. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι σήμερον δὲν συζητοῦμεν παρὰ τὴν πίστωσιν· ὅ,τι ὅλως αὐτὸς ἔκαμεν εἶναι κατηγορία καθ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἡ κατηγορία εἶναι τί περισσότερον ἀπὸ ἐπερώτησιν, ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν κανονισμόν, ὁ δὲ κύριος Πετιμεζᾶς ἂς φέρῃ πρότασιν, ἡ ὁποία θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Ὅταν συζητῶμεν προϋπολογισμὸν, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ πιστώσεως, νὰ ἔρχηται κατηγορία καὶ ἀμέσως νὰ διατάττηται ἀνάκρισις, τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς συζητήσεις μας, καὶ ὁ Κ. Δεληγιώργης εἶχε δίκαιον ν’ ἀντιταχθῇ.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἔκαμε πολὺ καλὰ λαβὼν ἀφορμὴν νὰ κατακρίνῃ τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως, καὶ συγχρόνως ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὄχι μόνον ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ καὶ πρότασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅπως προχωρήσῃ εἰς ἀνακρίσεις. Τὸ προεδρεῖον θέλει ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ὁρίσει τὴν αὔριον ἢ τὴν μεθαύριον, ὅπως ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις ἑνὸς ὑπουργοῦ· δὲν νομίζω ὅμως ὀρθὸν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου ἢ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δύναται νὰ σταματᾷ ἡ Βουλὴ, ὅπως λύσῃ τὰς ἀπορίας της, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, πολεμῶ τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ συγχρόνως καταθέτω πρότασιν κατηγορίας ἐναντίον ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὅτι πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως πῶς δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας καὶ νὰ εἴπωμεν, νὰ παραπεμφθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.
§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἐννοεῖ ἀπαράδεκτον, νὰ μὴ συζητηθῇ;
§49ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὅπως ἐννόησα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, οὗτος ἀνεκάλυψε μίαν κατάχρησιν κατὰ τὴν ἰδέαν μου. Ἔρχονται ἄλλοι τῶν ἐντίμων βουλευτῶν καὶ πολεμοῦν τὰς ἰδέας τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἤθελε μὲ τὴν πρότασίν του νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐ μόνον ἐδῶ παρηνόμησε τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔξοδον πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν. Ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καθὼς καὶ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων βουλευτῶν, τοὺς κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Δὲν ἔχει λοιπὸν σήμερον νὰ κάμῃ παρὰ νὰ σχηματίσῃ μίαν ἰδέαν περὶ τῆς πιστώσεως. Βλέπετε λοιπὸν ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· δὲν ἔχει τὴν σχέσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν οἱ προλαλήσαντες, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Κ. Δεληγιώργης. Τοῦτο ὁ Κ. Πετιμεζᾶς τὸ ἐπεφυλάχθη ὅταν φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ μίαν ἔκθεσιν καὶ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι παρανομία ἔλαβε χώραν καὶ ὑπέρβασις καὶ τότε ἡ Βουλὴ σκέπτεται καὶ ἀποφασίζει ὡριμώτερα. Δὲν εἶχε λοιπὸν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σκοπὸν νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς παρανομίας. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν στρατιωτικῶν.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγηθῆτε· θέλετε νὰ ἀναβάλητε τὴν πίστωσιν μέχρις οὗ ἡ ἐπιτροπὴ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν;
§51ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ πρότερον καὶ ὕστερον νὰ προβῇ ἡ Βουλή.
§52Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου Κ. Πετιμεζᾶ, περιέχει καταγγελίαν περὶ παραβιάσεως ἑνὸς νόμου. Ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτας περιστάσεις φρονῶ, ὅτι ὀφείλει νὰ προβασανίσῃ, ἂν παρεβιάσθη ὁ νόμος, καὶ ἵνα μάθῃ τὰ γεγονότα τὰ πραγματικὰ, πρέπει νὰ σχηματίσῃ μίαν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν· τώρα ἂν παρεβιάσθη ὁ νόμος ἢ ὄχι, αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ κατηγορία προκύπτῃ ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ τότε πρέπει νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν· ἡ πρόοδος ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι καλὸν νὰ σταματήσῃ. Ἐὰν δὲ ἡ παραβίασις δὲν εἶναι αὐταπόδεικτος, τότε πρέπει νὰ συστήσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἀληθείας.
§53Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν; Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ· εὗρε μίαν δαπάνην μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον καὶ διὰ τοῦτο ἀνέπτυξεν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου. Σήμερον λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταματήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν παρανομίαν αὐτὴν, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πίστωσιν ἢ ὄχι, ἡ δὲ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ νὰ συζητηθῇ εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν τὸ ἀπαράδεκτον.
§55ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ διὰ τί δὲν ζητεῖτε τὴν ἀναβολὴν τῆς προτάσεώς μου; θέλετε ν’ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου;
§56ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξῃ εἰς ὅσα ἀνέφερεν ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸ ἐθεώρησα καὶ διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι τὴν παρανομίαν, ἐθεώρησα, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ ἦσαν ὅλα ἐπιβοηθητικὰ εἰς μὲν τὸν Κ. Πετιμεζᾶν διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπάλειψιν, εἰς δὲ τὸν Κ. Βότσαρην νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ κονδύλιον. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος παντὸς ἄλλου ζητήματος καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ τοῦτο μόνον, ἐὰν τὸ κονδύλιον πρέπῃ ν’ ἀπαλειφθῇ ἢ ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν συναινεῖ νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν μετὰ τὸν προϋπολογισμόν;
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ νὰ εἰσαχθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν συνήθη δρόμον.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐθὺς μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρόντος ὑπουργείου νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ, Κ. Πρόεδρε, τί λέγει τὸ 34 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ. Ἄρθρ. 34. «Πᾶσα πρότασις βουλευτοῦ ἢ ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου, κατὰ τὸ 21 ἄρθρον, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς. Συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.»
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ ὅμως ἡ πρότασις αὕτη ἐσυζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν ἔχει διάταξιν περὶ κατηγορίας ὑπουργῶν, ἀλλὰ μόνον τὸ Σύνταγμα. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 81. «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.» Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συναινεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μετὰ τὸν προϋπολογισμόν;
§63ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον.
§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν κατὰ τὸν κανονισμόν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε συζητοῦμεν, ἐὰν κατὰ τὸν κανονισμὸν ἢ ὄχι. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν δευτέραν πρότασιν περὶ ἀπαλείψεως δρ. 5,481 διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀνθυπασπιστῶν τούτων.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ· ζητῶ τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἐὰν οἱ ἀνθυπασπισταὶ αὐτοὶ φέρωνται εἰς τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐὰν αἱ θέσεις αὐτῶν εἶναι κεναὶ ἢ πληρωμέναι παρ’ ἄλλων. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὰ τακτικὰ σώματα δὲν ἐξέρχονται μαθηταὶ τῶν εὐελπίδων, παρ’ εἰς ὅσας ὑπάρχουν θέσεις.
§68ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· διὰ τοὺς μαθητὰς πάντοτε ὑπάρχουν θέσεις.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πυροβολικὸν δὲν ἐξέρχονται, παρ’ ὅταν ὑπάρχουν θέσεις. Λοιπὸν ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις αὐτῶν τῶν ἀνθυπασπιστῶν;
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μαθηταὶ τῆς σχολῆς καὶ πρέπει ἀκόμη νὰ παραδοθῶσιν ἓξ μῆνας διὰ νὰ ἐξέλθουν ἀνθυπολοχαγοί. Εἶναι ἀνθυπασπισταὶ, χωρὶς ν’ ἀνήκουν εἰς σῶμα.
§71ΣΤΡΑΤΟΣ. Κ. Δεληγιώργη, οἱ μαθηταὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς κατὰ τὸ ὀργανικὸν διάταγμα τοῦ 1834, ἐξερχόμενοι ὡς ἀνθυπασπισταὶ πάντοτε ἔχουσι τὰς θέσεις των εἰς τὰ σώματα εἴτε εἶναι, εἴτε δὲν εἶναι θέσεις κεναί. Σήμερον κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ τοῦτο. Ἐγὼ παραδέχομαι καὶ θεωρῶ ὄχι ἐντελῆ τὸν ὀργανισμὸν τῆς σχολῆς· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς ἀνθυπασπιστὰς αὐτοὺς, τὸ δημόσιον θὰ ἐξοδεύῃ 100 δραχ. τὸν μῆνα. Πρόκειται λοιπὸν νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα οὕτω πως· «οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἐξέρχονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τοῦ 34 ἢ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ;» Κατ’ ἐμὲ νομίζω κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1834. Ἀνήκουν λοιπὸν εἰς τὰ σώματα.
§72ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Αὐτοὶ, Κ. Πρόεδρε, ἐξῆλθον νομίμως, διότι ἔδωκαν ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν πίστωσιν τῶν σωμάτων.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν στρατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τότε τὸ ὑπουργεῖον ἂς φροντίσῃ νὰ λάβῃ πίστωσιν εἰς τὰ σώματα· εἰς τὴν σχολὴν δὲν ἔχει θέσιν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ν’ ἀπαλειφθῇ δηλ. ἡ πίστωσις τῶν δρ. 5,480, ἥτις χρησιμεύει διὰ πληρωμὴν τῶν 8 ἀνθυπασπιστῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς σχολῆς, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ). Ἀμφιβολία. Ἐρωτῶ τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ πρότασις.
§76ΣΚΑΛΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ τεθῇ καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς εἰς τὸ φρουραρχεῖον· τοῦτο ἐγένετο καὶ ὅταν ἦτο φρούραρχος ὁ Κ. Πίσσας.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «Στρατιωτικὴ σχολὴ 122000» Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιφέρει αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις· «ά. ὁ διοικητὴς δύναται νὰ ᾖναι Συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης κλπ.»
§79ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῶν πλείστων τροπολογιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ά. κεφαλαίου 8 ά. § συνεπῶς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τροποποιεῖται ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ διοικητοῦ τῆς σχολῆς, νὰ ᾖναι συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης, διότι κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς πλημμελὴς, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ ὑπάρχῃ εἷς βαθμὸς καὶ ὄχι 2 καὶ 4· διότι τοῦτο παρέχει δικαιώματα εἰς τοὺς κατέχοντας τὰς θέσεις νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὸν ά § ὅτι ἡ θέσις πρέπει νὰ ᾖναι ἀντισυνταγματάρχης, καὶ νὰ διαγραφῇ τὸ εἶδος τοῦ ὅπλου κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὸ βʹ. νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «τεχνικὸν ὅπλον». Διὰ τὸ γʹ. τοὺς ἐπιθεωρητὰς, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ τὸ παραδεχθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων κάμνει μνείαν ῥητήν. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπιμισθίων δὲν φέρει καμμίαν ἐλάττωσιν· διὰ τοῦτο ζητῶ ὥστε οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι νὰ λαμβάνουν τὸ ἐπιμίσθιον. δʹ) Δὲν ἐννοῶ διὰ ποίους λόγους ἡ ἐπιτροπὴ μετεχειρίσθη ἀνθυπολοχαγόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀνθυποφαρμακοποιοῦ, δὲν τὴν παραδέχομαι διόλου· διότι ἡ στρατιωτικὴ σχολὴ ἔχει νοσοκομεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νοσηλεύονται μαθηταὶ, τῶν ὁποίων ὁπωσδήποτε ἡ ζωὴ σχετικῶς εἶναι πολύτιμος διὰ τὸ ἔθνος, καὶ κατὰ συνέπειαν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πλήρη τὰ μέσα τῆς νοσηλείας των. Ἐκτὸς τούτου ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ φαρμακοποιὸς εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι παρασκευάζει ὅλα τὰ πειράματα τῆς φυσικῆς, τοῦ καθηγητοῦ μὴ δυναμένου νὰ καταγίνεται εἰς τὴν προπαρασκευὴν ταύτην. Κατὰ συνέπειαν καθὼς εἶναι ἡ διάταξις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ § ά.—δʹ. νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν εἰς τὴν δήλωσιν· νὰ ἀπαλειφθῇ δὲ καὶ ἡ κατάργησις τοῦ φαρμακοποιοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δίδακτρα τῶν διδασκάλων, γνωρίζετε ὅτι καὶ τελευταῖον ἕνας νόμος γενικὸς περὶ διδασκάλων ἀντικατέστησε δικαιώματα ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας· ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὸ κατάστημα αὐτὸ οἱ διδάσκαλοι εἶναι ἀρχαῖοι, καὶ ἀνὰ 5 ἔτη αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία, διατί ὁ διδάσκαλος τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς νὰ στερῆται τῆς αὐξήσεως ταύτης; Διὰ τοῦτο λέγω νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἀπάλειψις τῶν διδάκτρων· ἐπίσης δὲν παραδέχομαι τὴν κατάργησιν τοῦ ἵππου, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς σχολῆς. Πιστεύω δὲ πῶς θὰ ᾖναι λάθος, διότι δὲν συμπεριλαμβάνει τὸν καθηγητὴν τῶν κατωτέρω μαθηματικῶν.
§80ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον νὰ ὑποβάλω τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· πρὸς δὲ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι τὸν ἰατρὸν δὲν πρέπει νὰ τὸν καταβιβάσῃ εἰς ὑπίατρον· νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ᾖναι πλέον πεπειραμένος ὁ ἰατρὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, καθ’ ὅσον ἡ ὑγεία αὐτῶν τῶν νέων ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας εἶναι πλέον ἐπισφαλής. Ὥστε προτείνω νὰ διορισθῇ ἰατρὸς ά. τάξεως.
§81ΛΑΠΑΣ. Ἂν κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ᾖναι διοικητὴς συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης, πρέπει καὶ ὁ ὑποδιοικητὴς νὰ ᾖναι ἀντισυνταγματάρχης ἢ ταγματάρχης·
§82ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω συγχρόνως, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ἰατρὸς καὶ ὄχι ὑπίατρος τὰ νοσοκομεῖα τὰ στρατιωτικὰ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον διευθύνονται ἀπὸ λοχαγούς· ἄλλως τε ὑπάρχουν νοσοκομεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί· τὸ νοσοκομεῖον τῆς σχολῆς εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ ἀφ’ οὗ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα παρεδέχθημεν τὴν ὕπαρξιν λοχαγοῦ, δὲν ἐννοῶ διὰ τί ἐδῶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸ αὐτό· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μείνῃ ἡ δήλωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἔχει. Δευτέραν ἀντίῤῥησιν ἔχω ὡς πρὸς τοὺς ὑποτρόφους· ἐπιθυμῶ ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ εἰς τὸ κατάστημα καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ πληρώνωσι τὰ δίδακτρα, διότι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὑπάρχουσι παράπονα σπουδαῖα ὅτι εἰς τὴν μεταβολὴν αὐτὴν παρεισέφρησαν καταχρήσεις· ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπερβάσεις, καὶ παρακαλῶ ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποτρόφων ὑπαγάγῃ εἰς τὰ δίδακτρα.
§83ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς σχολῆς ἐπὶ τοῦ συνταγματάρχου ἄφησε τὴν θέσιν ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν· τὸ πνεῦμα τοῦτο ἦτο τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἰατρὸν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐγὼ παρεδέχθην, ἐγὼ τοὐλάχιστον παρεδέχθην τὴν θέσιν τοῦ ὑπολοχαγοῦ· διὰ τὸν φαρμακοποιὸν δὲ ἐγένετο ἐπίσης ἓν λάθος· δὲν ὑπάρχει μόνον διὰ τὴν προμήθειαν, ἀλλὰ χρησιμεύει καὶ ὡς προπαρασκευαστὴς τῆς φυσικῆς κτλ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς παρεδέχθην καὶ τὴν θέσιν ταύτην καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἤδη τὴν ἀποκρούω· μόνον ἐπὶ ἑνὸς κονδυλίου, τὸ ὁποῖον εἶναι αὔξησις, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάμω τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸ 30 ἐτῶν ὑπάρχει μαθηματικός τις διὰ τὴν κατωτέραν μαθηματικὴν ἐκπαίδευσιν· ὅσοι ἐμαθήτευσαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν καὶ ἐξῆλθον ὡς ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται ἢ νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι παρ’ αὐτῷ ἔμαθον, τί εἶναι ἡ μαθηματικὴ ἐπιστήμη· διότι ἡ κατωτέρα μαθηματικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἡ βάσις τῆς μαθηματικῆς ἐπιστήμης, καὶ ἄνευ αὐτῆς οὐδὲν βῆμα δύναταί τις νὰ κάμῃ εἰς τὴν ἀνωτέραν. Μετὰ πολλῆς καὶ μεγάλης λύπης εἴδομεν, ὅτι ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος ἐῤῥίφθη ὅλως διόλου εἰς τὸν δρόμον καὶ τοῦτο χωρὶς οὔτε τὸ προγενέστερον ὑπουργεῖον οὔτε τὸ παρὸν νὰ δώσῃ μίαν συνδρομὴν εἰς αὐτόν. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀνωτέρα μαθηματικὴ εἶναι ἐκτεταμένη ὥστε εἰς τὴν Εὐρώπην ὀλίγοι φοιτηταὶ σπουδάζουν αὐτήν· πολὺ δὲ περισσότερον ἔχομεν ἀνάγκην τῶν τοιούτων· δὲν δύναται δὲ εἷς καθηγητὴς νὰ κάμῃ τὴν παράδοσιν καὶ τῆς ἀνωτέρας μαθηματικῆς καὶ τῆς κατωτέρας, ἥτις θεωρεῖται καὶ εἶναι ἡ ἀναγκαιοτέρα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν πρότασιν· δὲν θέλομεν κάμει εἰμὴ ἓν καλὸν καὶ εἰς τὸ σχολεῖον καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν καθηγητὴν, ὅστις ὑπηρέτησε ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ πολὺ ὠφέλησε. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑποτρόφους κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1847 ἦσαν 20, σήμερον ὅμως εἶναι 30· ὑπάρχει λοιπὸν ὑπέρβασις 10 μαθητῶν ὑποτρόφων· αὐτοὶ δὲ δὲν εἰσῆλθον μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς Βασιλείας, ἀλλὰ εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς ἀφίξεως τοῦ Βασιλέως. Σήμερον, κύριοι, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι πολὺ δύσκολος· νομίζω, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὁρίσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν· καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἕνα πίνακα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐμπεριέχωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν καθ’ ὑπέρβασιν, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀποπέμψῃ ἢ νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διδάκτρων.
§84ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη καθόσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη....
§85ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ ἀφοῦ εἶσθε σύμφωνος.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε, διατηροῦνται ὑπότροφοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν τὸν ἀριθμὸν 30, ἐνῷ πρέπει νὰ διατηρῶνται 12 μόνον, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦ 1847, μόνον 20 πρέπει νὰ ὦσι. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ ἡ πίστωσις, καὶ νὰ δοθῇ πίστωσις μόνον διὰ 20 μαθητάς.
§87ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Κ. Στράτος, ὡς εἰσηγητὴς, ἐπρότεινεν ἐδῶ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πίστωσις μόνον διὰ τοὺς 20 καὶ διὰ τοὺς ἄλλους νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ἡ κυβέρνησις. Λέγω δὲ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δίκαιον οὔτε φιλάνθρωπον· εἰσῆλθον τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως, διῆλθον πολλὰ ἔτη ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ, καὶ σήμερον πρόκειται διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς μας νὰ τοὺς πετάξωμεν εἰς τοὺς δρόμους. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ φεισθῶμεν 10,000 δραχμῶν ὅπως σώσωμεν 10 νέους· ἄλλως τε πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως ὑπαγάγῃ αὐτοὺς τοὺς νέους εἰς τὸ τελευταῖον προσὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν των· διότι εἶναι πολὺ δυσάρεστον διὰ μιᾶς νὰ ῥίψωμεν αὐτοὺς εἰς τοὺς δρόμους, καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν μετὰ ταῦτα νὰ ἀκολουθήσωσιν, ὅπερ εἶναι δύσκολον, ἓν οἱονδήποτε ἄλλο στάδιον.
§88ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ φαρμακοποιός· καὶ διὰ νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Προτείνω ὅπως ἀπαλειφθῇ ὁ διδάσκαλος τῆς καλλιγραφίας, διδάσκαλος τοιοῦτος εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι εἰς τὸ ἀλληλοδακτικὸν σχολεῖον, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ θέσις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς περιττή· καὶ διὰ τῆς οἰκονομίας αὐτῆς δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἰατροῦ καὶ φαρμακοποιοῦ. Εἶμαι δὲ σύμφωνος καὶ ὡς πρὸς τὸν καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν.
§89ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ λύπην μου παρατηρῶ ὅτι, ἐνῷ ἐγένετο μία ὑπέρβασις, μία σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι καὶ ἐξυβρίσθη, ἂν θέλετε, τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐλπὶς καὶ ἄγκυρα τῆς πατρίδος, ἔρχονταί τινες καὶ λέγουν, ὅτι ἡ ὑπέρβασις ὅλη εἶναι παραδεκτή. Καὶ τότε τί θὰ κάμωμεν, Κ. πρόεδρε, Κ. βουλευταί; αὔριον θὰ ἔλθῃ καὶ ἄλλος ὑπουργὸς, ὅστις θὰ παρανομήσῃ. Πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα οὕτως· οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ παραδέχονται καὶ τὴν πίστωσιν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Πρῶτον παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάκρισις τοῦ ὅπλου;— Κατόπιν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν μίαν πρὸς μίαν τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἔπειτα τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει· «ὁ διοικητὴς δύναται νὰ ᾖναι συνταγματάρχης....
§91Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ δήλωσις τῆς ἐπιτροπῆς· ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν δήλωσιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· οἱ παραδεχόμενοι ὥστε ὁ διοικητὴς νὰ ᾖναι συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§93ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§94ΕΤΕΡΟΙ. Ἀντιθέτως, κ. πρόεδρε.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§96ΛΑΠΑΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ ἰδική μου (θόρυβος.)
§97ΠΟΛΛΟΙ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§98ΛΑΠΑΣ. Ὁ ὑποδιοικητὴς τί γίνεται;
§99ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ διοικητὴς τῆς στρατ. σχολῆς πρέπει νὰ εἶναι συνταγματάρχης κατὰ τὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ ἐννοεῖται ὅτι δύναται νὰ θέσῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὑποδεέστερον (θόρυβος.)
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λάππα, ὅτι ὁ ὑποδιοικητὴς δύναται νὰ ᾖναι ἀντισυνταγματάρχης ἢ ταγματάρχης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§101ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀντίθετον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λάππα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ὑπασπισταὶ, ἀνθυπολοχαγοί.» Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς· οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς· «3 ἐπιθεωρηταὶ πρὸς δραχ. 40 (θόρυβος)». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ἐὰν πρὸς 40 δραχμὰς... (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§103ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴπομεν ὅτι παραδεχόμεθα μόνον τὴν ἕδραν τοῦ μαθηματικοῦ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς καταργήσεως τῆς δαπάνης ἐπὶ τῶν ἵππων. (ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν). Ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐλαττώσεις 240 δραχμῶν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Ἐπὶ τῆς νοσηλίας καὶ φαρμάκων· οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Διὰ βιβλία, ἐργαλεῖα κλπ. προτείνεται ἐλάττωσις 1000 δρ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Διὰ γραφικὴν ὕλην ἐπὶ ἔλαττον 1820. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Προστίθεται ἡ δαπάνη ἑνὸς καθηγητοῦ τῆς κατωτέρας μαθηματικῆς.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ...
§107ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν δύω προτάσεις ά. ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποτρόφων νὰ περιορισθῇ εἰς 20, εἶναι καὶ πρότασις διὰ 12 φρονῶ......
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ὄχι νέα συζήτησις, διότι εἶναι περαιωμένη· δὲν ἔχομεν μέτρον.
§109ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποστηρίζω ὁ ἀριθμὸς νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς δώδεκα· διότι τὸ καταστατικὸν τοῦ 1847, τὸ ὁποῖον προσδιώρισε νὰ εἶναι οἱ ὑπότροφοι εἴκοσιν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ μαθηταὶ πρέπει νὰ εἶναι 60. Ἤδη οἱ μαθηταὶ εἶναι 47, ὥστε ἡ ἀναλογία τῶν ὑποτρόφων μένει ἡ αὐτὴ, ἐὰν περιορισθῶσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 12 καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω αὐτὸν τὸν ἀριθμόν.
§110ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ 12 διαλαμβάνονται εἰς τὸν διοργανισμὸν τῆς σχολῆς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται ν’ ἀπαλείψωμεν πίστωσιν· δύω προτάσεις γίνονται, ἡ μὲν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις διὰ 18 ὑποτρόφους ὡς πλεονάζοντας....
§112ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν πλεονάζουν 18, δέκα πλεονάζουν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἔγεινε πρότασις· μὴ τὸ παραδέχεσθε. Ἡ ἑτέρα εἶναι ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις 10 ὑποτρόφων. Θέτω πρῶτον· ὅσοι παραδέχονται ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις 18 πλεοναζόντων ὑποτρόφων ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ἑπομένως μένουν 12. Ἀντὶ τοῦ ὑπιατροῦ προτείνεται ἰατρὸς· ἤτοι ἀντὶ 200 δραχμῶν προτείνονται 300. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὑπάρχῃ ἀντὶ τοῦ ὑπιατροῦ ἰατρὸς νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τῆς πιστώσεως δραχμῶν 120, ἥτις χρησιμεύει διὰ διδάσκαλον τῆς καλλιγραφίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοὶ.)
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἐρωτῶ τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τρεῖς.) Παρεδέχθη ἡ ἀπάλειψις. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. «Δαπάνη διδασκομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ 10,000.»
§115Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν γνώμην του. Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου ἔκλεισε συμβόλαιον ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως μὲ ἀξιωματικοὺς διατελοῦντας ἐνταῦθα. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ ἐννοεῖ, πῶς πρέπει αὗται αἱ 10,000 νὰ διατεθῶσι διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν 30 δίκας.
§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν νέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰ συμβόλαια.
§117Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐχορήγησε 10,000 δραχμῶν πίστωσιν διὰ τοὺς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλομένους ἀξιωματικοὺς, εἶναι καθαρὰ· χορηγεῖ πίστωσιν 10,000 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένου ἐντὸς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Τὶ γίνεται ὅμως σήμερον; ὄχι μόνον στέλλονται ἀξιωματικοὶ μ’ αὐτὰς τὰς 10,000, ἀλλὰ στέλλονται καὶ μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς χάριν διασκεδάσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις ὡς ἑξῆς. Ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ παραδεχθῇ τὴν δαπάνην αὐτὴν κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐξοδευθῇ δὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα πρὸ παντὸς εἶχεν ἡ Κυβέρνησις χρέος νὰ ἐκπληρώσῃ· ἐὰν δὲ δὲν περισσεύῃ, ἐννοεῖ νὰ μὴ ἀποσταλοῦν διὰ ποσὸν περισσότερον ἀπὸ τὰς 10,000 δραχμῶν.
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος. Κατὰ προτίμησιν πρέπει νὰ σταλοῦν ἐκεῖνοι.
§119ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συμπεριλαμβανομένου ὅμως τοῦ ποσοῦ, νὰ γίνῃ σημείωσις εἰς τὰ πρακτικά.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πίστωσιν αὐτήν;
§121ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§122ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἦσαν 40 ἢ 50 χιλιάδες δραχμαί, αἵτινες μετεχειρίζοντο πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐστέλλοντο ἢ μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς ἢ μὲ κανονικὰς ἀποδοχὰς ἢ ὡς ὑπότροφοι· ὅσοι εἶχον καὶ ἄλλα χρήματα, καὶ ἐννοεῖται, δὲν ἤθελον νὰ ὑποβληθῶσι πάντοτε εἰς ὅρους, ἐκεῖνοι ἐστέλλοντο ἢ μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς ἢ μὲ κανονικάς· ὅσοι ὅμως ἀνελάμβανον ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, καὶ τοιοῦτοι ἦσαν πολλοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς ἀπεστάλησαν εἰς Εὐρώπην διὰ νὰ σπουδάσουν, ἐκεῖνοι ἐστέλλοντο ὡς ὑπότροφοι καὶ ἐλάμβανον τότε ἄλλοτε μὲν 240 δρ. τελευταῖον δὲ ἀπὸ τὸ 1859 καὶ ἐντεῦθεν 300 δραχ. ἀφοῦ προηγουμένως ἐκλείετο συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἀποστελλομένου. Σήμερον, κύριοι, πῶς θέλομεν νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὰς τὰς δύω περιπτώσεις εἰς μίαν καὶ μόνην; διότι ἔτυχε νὰ εὑρεθῶσι δύω τρεῖς ἀξιωματικοὶ εἰς Εὐρώπην σπουδάζοντες, πρέπει ν’ ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δύνανται μίαν ἡμέραν νὰ προσφέρουν περισσοτέραν ὠφέλειαν σπουδάζοντες; Ἐν τούτοις τὸ κεφάλαιον τῶν 10,000 δραχμῶν δὲν ὡρίσθη δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν περίπτωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς στενογραφίας, προσδιωρίσθη ἵνα πληρόνηται τὸ περιπλέον τῆς μισθοδοσίας ἀντὶ τοῦ μισθοῦ τῆς ἀδείας εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπήγαινον ὡς ὑπότροφοι. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι συγχωρεῖται ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκπαίδευσιν δέκα χιλιάδων δραχ. καὶ ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ δὲν περιλαμβάνεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἐν ἀδείᾳ μισθοδοσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§123ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μ’ αὐτὸ τὸ σύστημα 10,000 δραχμαὶ θὰ χρησιμεύουν διὰ τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἀξιωματικοὺς συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ μισθοῦ των; δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὅταν συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ μισθὸς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν πλέον 10,000 δραχμαί. Ἐννοῶ λοιπὸν ὅτι δέκα χιλιάδες δρ. ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν. Διότι, ὅταν στέλλῃ ἡ Κυβέρνησις ἀξιωματικούς, δὲν προσθέτει ἀξιωματικούς, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα καὶ τὰ στέλλει νὰ σπουδάσουν διὰ νὰ ὠφελήσουν κατόπιν τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν ζημιοῦται κανεὶς ζημιοῦνται οἱ συνάδελφοι των, οἱ ὁποῖοι κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνόησε λοιπὸν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Συνέλευσις 10,000 δραχμὰς ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των. Καὶ πιστεύω ὅτι 10,000 δραχμαὶ δι’ ἕνα στρατὸν, διὰ νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ τελειοποιήσουν τὰς ἰδέας των οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ ὠφελήσουν ἔπειτα τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀνάξιαι λόγου. Ἐννοῶ λοιπὸν ὅτι αἱ 10,000 δραχμαὶ εἶναι ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ δίδονται, διότι ὁ μισθὸς δὲν ἐπαρκεῖ· δίδονται 100 ἢ 150 δραχμαὶ περισσότερον διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ζήσουν.
§124ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν στέλλωνται οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ πλήρη τὴν μισθοδοσίαν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λαμβάνουν περισσότερον, ἐκτὸς τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως.
§125ΛΑΠΑΣ. Κύριε Μακρυγιάννη, εἰς τὸ Παρίσι μὲ 150 δραχμὰς δὲν ζῇς.
§126ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἐδέχθησαν νὰ ὑπάγωσιν.
§127Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοοῦμεν ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ μισθοῦ· εἰς αὐτὸν τὸν συλλογισμόν, ἐὰν πρόκηται νὰ περιλάβωμεν καὶ τὸν μισθόν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ ἐδῶ.
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δυνάμεθα νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ἀνεξαρτήτως, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀποσπᾷ.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν δύναται.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τῆς ἀργίας μόνον καὶ ἡ θέσις πρέπει νὰ μείνῃ κενὴ, ἀλλὰ δὲν μένει κενὴ πάντοτε, στέλλεται εἰς τὴν Εὐρώπην ἕνας καὶ διορίζεται εἰς τὴν θέσιν του ἄλλος.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δὲν διορίζεται, μένει κενή.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν, δίδονται αἱ 10,000 δραχμαί;
§134ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «3. Σχολὴ στρατοῦ 5,130». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§136ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Κεφάλαιον 4 Χωροφυλακὴ 1,485,000.»
§138Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ συζητηθῇ καὶ τὸ διάταγμα περὶ τοῦ μισθοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἢ ὄχι;
§139ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§141ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησα νὰ ἐπιφέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρησα καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς πολυτελῆ καὶ τὴν μισθοδοσίαν της ἄδικον καὶ παράνομον. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πεισθεῖσα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ συζητηθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ἀνέβαλε, καὶ σήμερον πρόκειται νὰ συζητηθῇ. Τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ὑπεβλήθη εἰς διαφόρους πάντοτε αὐξήσεις, καὶ ἂν λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον συνεκρότησε τὸ σῶμα αὐτὸ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ ἀναλογία ἡ ὀφειλομένη νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, σήμερον εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένη. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Στεφανόπουλος. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων καὶ σπουδαίων αὐτῆς καθηκόντων, ὁ νομοθέτης ἀπῄτησε σπουδαῖα καὶ μεγάλα προσόντα· ἠθέλησε πραγματικῶς, ὥστε τὸ σῶμα τοῦτο ν’ ἀνταποκρίνεται πληρέστατα εἰς τὸν προορισμόν του, ὁ ὁποῖος εἶναι νὰ προφυλάξῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα, νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ καταδιώξῃ τοὺς κακούργους. Μέχρι μιᾶς ἐποχῆς τὸ σῶμα τοῦτο, δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν δικαίως, ἀνταπεκρίνετο πληρέστατα εἰς τὸν προορισμόν του, ὑπῆρξεν ὅμως μία ἐποχὴ, ἀπὸ τῆς ὁποίας χρονολογεῖται ἡ ἠθικὴ κατάπτωσις τοῦ σώματος, καὶ τὴν ἠθικὴν κατάπτωσιν αὐτοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἀνορθώσουν αἱ ἀπονομαὶ βαθμῶν καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ. Θέλετε ἰδεῖ, κύριοι, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς πλησιάζει ν’ ἀποῤῥοφᾷ τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ καθ’ ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξευγενισμένων κρατῶν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι πάντοτε τὸ 30στὸν τῆς δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν ἰδῆτε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Βελγίου, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὁ στρατὸς ἐξοδεύει 34 ἑκατομμύρια, ἡ δὲ χωροφυλακὴ ἐξοδεύει δύο· καὶ ἂν ἰδῆτε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ μὲν στρατὸς ὅλος ἐξοδεύει 4 ἡ δὲ χωροφυλακὴ δύο. Ἀλλ’ ἡ σημαντικὴ αὕτη αὔξησις τοῦ σώματος ἀνταπεκρίθη τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἰδέας τῶν εὐπίστων; εἴδατε, κύριοι, τὰς συνεπείας αὐτὰς τῆς αὐξήσεως καὶ τὰ μεγάλα κατορθώματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ ἔθνος ὑποβάλλεται εἰς αὐτὴν τὴν γιγαντιαίαν δαπάνην; ποία ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας πρὸ τοῦ 1859, ὅταν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ ἀφ’ ὅ,τι ὑπάρχει; ποία ἡ διαφορὰ τῶν κατορθωμάτων μετὰ τὴν αὔξησιν τὴν ἐπενεχθεῖσαν κατὰ τὸ 1859 καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τὴν ἐπενεχθεῖσαν πρὸ ἑνὸς ἔτους; Κύριοι, ἡ νῦν Κυβέρνησις καὶ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἔχουν ν’ ἀντιτάξουν τίποτε. Οὔτε ἡ αὔξησις τῆς χωροφυλακῆς ἡ ἐπενεχθεῖσα τελευταῖον παρουσίασέ τι νέον· παρουσίασε μόνον τὸ δυστυχὲς φαινόμενον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελεῖται κατὰ τὰ ⅔ ἀπὸ στρατὸν καὶ κατὰ τὸ ⅓ ἀπὸ τὴν χωροφυλακήν.
§142ΑΧΟΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§143Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι, μετὰ τὴν κακὴν χρῆσιν τοῦ σώματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν ὑπηρεσίαν ἀλλοτρίαν τοῦ προορισμοῦ του, νὰ παρουσιάσῃ καλὰς συνεπείας, δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον ὁ χωροφύλαξ νὰ ἐμπνέῃ ἐκεῖνον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἀτομικότης του, τὸν ὁποῖον τὰ καθήκοντά του ἐπιβάλλουν εἰς τὸν πολίτην. Διότι, κύριοι, ἐὰν στρέψητε σήμερον τὰ βλέμματα, θέλετε ἰδεῖ τὸ σῶμα αὐτὸ ἐκπροσωπευόμενον ἀπὸ ἀνθρώπους οὔτε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἀπολαμβάνοντας, οὔτε ἔχοντας τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν, οὔτε ἔχοντας τὸ ἐλάχιστον προσὸν, τὸ προβλεπόμενον ἀπὸ τοὺς νόμους. Κύριοι, ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως δύνασθε νὰ προσδοκᾶτε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σπουδαίων καθηκόντων τοῦ ὅπλου αὐτοῦ; Ὅταν εἰς τὴν χωροφυλακὴν σήμερον ὑπάρχουν νεανίσκοι 16 καὶ 18 ἐτῶν, δύνανται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ στερούμενοι ἀτομικῆς ὑπάρξεως, ἀτομικῆς παῤῥησίας, νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τοὺς πολίτας τὸ καθῆκον, ἐν ἄλλαις λέξεσι τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων; Διὰ τοῦτο, κύριοι, βλέπετε ὅτι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ αὔξησις τῆς χωροφυλακῆς, παρουσίασε, δὲν εἶναι ἄλλα παρὰ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ προκαλέσας τὴν τελευταίαν αὔξησιν τοῦ σώματος, ἴσως εἶχε λόγους, καὶ τοὺς ὁποίους μόνον αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ γνωρίζουν, αἵτινες ἐπροκάλεσαν τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μόνον ἐδικαιολογεῖτο ὅτι ἐκάλυπτε, ἀνταπεκρίνετο εἰς δαπάνας γενομένας, ἀλλ’ εἰς δαπάνας γενομένας εἰς προσωπικὸν ἐθνοφυλάκων, τοὺς ὁποίους ὤφειλε ν’ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἑνὸς ἄλλου σώματος. Καὶ ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὁ προορισμὸς ἦτο μόνος αὐτὸς, τότε τὸ ὑπουργεῖον εἶχε δίκαιον· διότι καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι σήμερον, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι πάντοτε προτιμοτέρα τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐμμίσθων ἐθνοφυλάκων. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦτο δὲν δύναται νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ φέρω τὰς κρίσεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι οἱ ἔμμισθοι ἐκεῖνοι δὲν ἐνήργησαν τίποτε εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, δὲν βλέπω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐκείνης καὶ τῆς χωροφυλακῆς τῆς σήμερον. Ἴσως, κύριοι, τελευταῖα γεγονότα, πρόσφατα, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ ἐγκλείσουν τὴν λυμαινομένην λῃστείαν τῶν πέριξ εἰς ἓν χωρίδιον, ἀποδείξουν τοῦτο. Διετάχθη αὐτὸ τὸ πολύτιμον σῶμα, ὅπως τὸ κατήρτισαν, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν σύλληψιν τῶν ἀνθρώπων· καὶ ἐνῷ οἱ κλέπται, ἐνῷ ὁ Κίτσος ἦτο εἰς τὸ χωρίον μέσα, ἐνῷ ἔτρωγε καὶ εὐθύμει, προσῆλθεν ἡ στρατιωτικὴ αὕτη δύναμις, προσῆλθε, κύριοι, καὶ τοὺς ηὗρεν εὐθυμοῦντας.
§144ΠΛΕΣΣΑΣ. Πότε ἦτον αὐτό;
§145ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ ἓξ ἡμερῶν. Τὸ ἠξεύρει καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...
§146ΣΚΑΛΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὴν Κυριακήν.
§147ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διετάχθη ἓν σπουδαῖον ἀπόσπασμα συγκείμενον ἀποκλειστικῶς ἀπὸ χωροφύλακας νὰ τοὺς συλλάβῃ· ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς οἱ ἁρμόδιοι βαθμολόγοι, ἐπλησίασαν τὴν θέσιν, οἱ ἄνθρωποι εὐθύμουν φανερὰ καὶ δημοσίᾳ· ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἦτον, ὅτι οἱ λῃσταὶ ἔφυγον ἀπ’ ἐμπρός των. Καὶ τὸ κατόρθωμα τοῦτο τοῦ νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς τὸ χωρίον δὲν ἦτο κατόρθωμα τῆς χωροφυλακῆς, ἦτο κατόρθωμα ξένων. Καὶ ὅταν κατωρθώθη ἐκεῖ ἡ συγκέντρωσις τῶν λῃστῶν, τότε προσεκλήθη ἡ χωροφυλακὴ νὰ τοὺς συλλάβῃ ἢ νὰ τοὺς φονεύσῃ, καὶ δὲν ἔγεινε τίποτε. Λοιπόν, κύριοι, ὅταν τὸ δημόσιον ἐπιβαρύνεται ἀπὸ τοιαύτην δαπάνην διὰ νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὴν λῃστείαν, καὶ σᾶς παρουσιάζῃ αὐτὰ τ’ ἀποτελέσματα, διλημματικὴ καὶ ἀμφίβολος ὑπάρχει ἡ χρησιμότης αὐτοῦ τοῦ σώματος ὅπως ἔχει σήμερον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ σῶμα αὐτὸ νὰ ἐπιδιώξῃ τὰ καθήκοντά του, διότι ἐντὸς αὐτοῦ εἰσῆλθον ἄνθρωποι ἀνίκανοι ὄχι μόνον διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον τάγμα τοῦ στρατοῦ νὰ ὑπηρετήσωσι, διότι δὲν ἔχουν τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ ἀτόμου, τὴν εὐεξίαν, οὔτε τὰ προσόντα τοῦ ὅπλου, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται. Δὲν βλέπω, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ περιορίσωμεν τὸ σῶμα αὐτὸ εἰς τὸ καταστατικὸν τοῦ 1859, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα καὶ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ τὸ δημόσιον νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς στοιχείων ξένων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὴν παραλυσίαν, παρουσιάζεται καὶ μία ἑτέρα μεγάλη παρανομία ἢ μᾶλλον ἀδικία, ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ καὶ ἐπιβαρύνει ὁλόκληρον τὸν στρατόν· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας. Ἡ χωροφυλακὴ ἀνέκαθεν εἶχε μεγαλητέραν μισθοδοσίαν τοῦ λοιποῦ στρατοῦ καὶ εὐλόγως. Ἀλλὰ, κύριοι, προσέξατε, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία καθόσον ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν τῶν ἑτέρων πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ὁ χωροφύλαξ τῆς Εὐρώπης δαπανᾷ πολλὰ, διότι ἐνεργεῖ ὑπηρεσίαν τακτικὴν, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ὅμως τὸν ἀναγκάζει πάντοτε καὶ τὸν ἱματισμόν του νὰ τηρῇ πλήρη, καὶ τὸν ὁπλισμόν του καθαρὸν καὶ τὸν στρατωνισμόν του καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς στρατωνικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ ἐδῶ ὁ χωροφύλαξ ζῇ μὲ ἄνεσιν· καὶ ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὰ ἤθη τοῦ τόπου, θὰ ἰδῆτε, κύριοι, ὅτι ὁ χωροφύλαξ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, τυγχάνει μεγίστης περιποιήσεως παρὰ τῶν κατοίκων, διότι ξενίζεται παρὰ τῶν χωρικῶν, τρώγει εἰς τὰς οἰκίας των καὶ κοιμᾶται ἀνέτως. Ὁ χωρικὸς εἶναι εὐγενὴς πρὸς πάσας τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των· ἑπομένως ὁ χωροφύλαξ, ὡς βλέπετε, ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τὸν ἀναγκάζει νὰ ᾖναι διηνεκῶς εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχει καὶ τὰς ὠφελείας, ἃς ἀπολαμβάνει πᾶς ξενιζόμενος εἰς τὰ διάφορα χωρία τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι οἱ χωροφύλακες οἱ καλῶς ἐκπληρώσαντες τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἔτη πολλὰ, ἠδυνήθησαν μετὰ ταῦτα ἀποσυρόμενοι νὰ ζήσωσιν, ἀναλαβόντες ἓν ἔντιμον ἐπάγγελμα, διότι ἠδύναντο πάντοτε καλῶς ὑπηρετοῦντες ἐν διαστήματι 15 ἐτῶν νὰ ἀποκτήσουν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ τοῖς δώσῃ τὴν εὐκολίαν εἰς μικρὰς ἐπιχειρήσεις. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἄλλοτε ὁ μισθὸς τῆς χωροφυλακῆς ἦτο πολὺ ἀνώτερος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀνεγνώρισε κατὰ τὰ 1859, ὅτι ἡ μισθοδοσία ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ ἐλήφθη μέτρον, ὅπως ἡ μισθοδοσία τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπαλλήλων αὐξήσῃ. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦ τελευταίου διατάγματος οὐδεμία καινοτομία ἔλαβε χώραν, οὔτε εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο, κύριοι, δι’ ἑνὸς διατάγματος νὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἔφερε καρπόν. Τὰ καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος, κύριοι, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀνέλαβε νὰ ἐκτελῇ ὁ μόνιμος στρατὸς, καὶ δὲν βλέπω οὐδεμίαν διάκρισιν καθηκόντων μεταξὺ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, ὅπως παρέξῃ συνδρομὴν μὲ ἔνοπλα στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως, μὲ μόνην τὴν ζημίαν τὴν μεγάλην τοῦ στρατοῦ, διότι ἐνῷ ὁ δυστυχὴς στρατιώτης διατασσόμενος ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ καταδίωξιν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, καταστρέφων οὕτω τὸν ἱματισμόν του, ἀνακαλεῖται εἰς τὴν ἕδραν του καὶ ὑπὸ τὸν σωματάρχην ἢ τὸν λοχαγὸν νὰ ἐνδυθῇ νέαν καὶ πλήρη ἐνδυμασίαν καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην 50 καὶ 80 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ χωροφύλαξ δὲν διατελεῖ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν· ὁ χωροφύλαξ μὲ ἕνα ἱματισμὸν, τὸν ὁποῖον δύναται, ἂν ᾖναι καλὸς χωροφύλαξ, νὰ φυλάττῃ, δύναται νὰ διέλθῃ δύω καὶ τρία ἔτη. Ἐνῷ ὁ δυστυχὴς στρατιώτης, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἔλθῃ ἀπὸ τὴν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, ἀναγκάζεται νὰ ἐνδυθῇ ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν καὶ ὑποχρεοῦται ν’ ἀφίνῃ καὶ τὸ ἥμισυ τῆς μισθοδοσίας του. Ἐννοεῖτε μέχρι τινὸς τὴν διαφορὰν τῶν σωμάτων ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μισθοδοσίας καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἔργων· ἀλλὰ ποία διαφορὰ ἐκπληρώσεως καθήκοντος δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ μονίμου στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς; μήπως ὁ στρατὸς δὲν καταδιώκει τὴν ληστείαν; μήπως δὲν εἰσπράττει φόρους; μήπως δὲν συνοδεύει χρήματα; μήπως δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τελευταῖον, ὅταν συνέβη μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ ἐγένετο συμπλοκὴ, ὁ στρατὸς ὑπῆγε νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, καὶ μὲ ὅλον τὸ μεγάλον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑπτάνησον τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἠδυνήθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος ν’ ἀποστείλῃ δύω ἄνδρας. Καὶ ὁ στρατὸς οὗτος ἀνέλαβε τὴν στρατιωτικὴν τάξιν καὶ ἐντὸς τῆς πρωτευούσης· ἡ ἀστυνομία ἐνισχύεται καθ’ ἑκάστην καὶ ἐνεργεῖται ἀποκλειστικῶς ἀπ’ αὐτὸν τὸν μόνιμον στρατόν· λοιπὸν ποία ἡ διαφορὰ, κύριοι; κατὰ συνέπειαν, κύριοι, δὲν ὑφίστανται οἱ λόγοι τῆς διακρίσεως τῶν σωμάτων αὐτῶν. Σήμερον, κύριοι, ὁ χωροφύλαξ δὲν εἶναι ὁ χωροφύλαξ τοῦ 1850, τοῦ ὁποίου ἡ ἀτομικότης ἦτο ἀρκετὰ μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ, ὥστε καὶ τὸν ἀτακτοῦντα πολίτην νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκόν του. Σήμερον ὁ χωροφύλαξ, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν τόσα καθήκοντα καὶ τόση εὐθύνη, εἶναι πρόσωπον, κύριοι, δυστυχῶς μὴ ὑποληπτόμενον εἰς τὴν κοινωνίαν· καὶ ὄχι μόνον τοιαύτην αὔξησιν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν μεταβάλλετε τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος εἰς στρατὸν χωροφυλακῆς, οὐδεμία διαφορὰ ἤθελεν ὑπάρχει. Ἄλλοτε, κύριοι, ἐβλέπετε χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐνέπνεον σέβας καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐδειλία καὶ ὁ κακοῦργος καὶ ὁ ταραξίας. Ἀλλὰ σήμερον τί ἔχετε; καὶ ἀπέναντι τῆς δεινῆς καταστάσεως τί ἀποῤῥοφᾷ ἡ χωροφυλακὴ; ἀποῤῥοφᾷ πλέον τῶν δύω ἑκατομμυρίων! Καὶ πῶς, κύριοι, ἀφοῦ δὲν ἔχετε ἀφορμὰς, καὶ δὲν ἔχετε ἀφορμὰς, διότι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὁ τακτικὸς στρατὸς ἀνέλαβε τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἔφερεν ἀποτελέσματα, καὶ ἂν δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα, δὲν συνῆπτε συναλλαγὰς μετὰ τῶν λῃστῶν. Κατωρθώθη, κύριοι, ὥστε αἱ Κυβερνήσεις ν’ ἀποφεύγουν πλέον τὸ εἰδεχθὲς σύστημα τῶν ἀμνηστειῶν, διότι παρετηρήθη, ὅτι τὰ στρατεύματα, τὰ ἀναλαβόντα τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, δὲν ἦσαν στρατεύματα, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ἐσυντηρεῖτο ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῶν λῃστῶν. Καί, κύριοι, ὅτε ἡ κατὰ τὰ 1854 καταδίωξις τῆς λῃστείας ἐκ μέρους τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ δὲν παρήγαγε τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν ὑπονοιῶν εἰς τὰς κατὰ διαφόρους καιροὺς Κυβερνήσεις ὡς πρὸς τὴν εἰλικρινῆ καὶ δραστηρίαν καταδίωξιν, πῶς ἔρχεσθε, κύριοι, νὰ θέσητε τὴν δᾷδα τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τοῦ στρατοῦ, φέροντες διακρίσεις καὶ προνόμια; Καὶ τὰ προνόμια δίδετε αὐξάνοντες τὴν μισθοδοσίαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ χρεωκοπία κρούει τὰς θύρας. Ποῖοι λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἠνάγκασαν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ἠδυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν χωροφύλακας· δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν ὁ λόγος αὐτὸς δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαῖος, ὅταν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τινὲς ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἄγονον τῶν ὁποίων δὲν παρέχει εἰς τοὺς κατοίκους ἀφορμὴν ἐπιχειρήσεων καὶ γεωργίας, ἐξ οὗ καὶ ἐπιδίδονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, δὲν γνωρίζω ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν ἡ Δωρὶς ἀπέκτησεν ἐπιχειρήσεις μεγάλας καὶ βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τοὺς κατοίκους· ἐὰν ἡ Λακωνία, ἡ ὁποία παρέχει ἄνδρας εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἀπέκτησε σιδηροδρόμους καὶ ἑπομένως δὲν εὑρίσκονται πλέον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νὰ συμπληρώσωσι τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς. Αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι διατελοῦν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν καὶ πάντοτε οἱ ἄνδρες ἔρχονται, ὅπως καταταχθῶσιν εἰς τὸ σῶμα· ὥστε ὁ λόγος, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ τάξεις, δὲν ὑφίσταται. Περὶ δὲ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας δὲν εἶναι σπουδαῖος, καὶ ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἐπροκλήθη ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὅπλων αὐτῶν· καὶ ἂν τὸ μέτρον ἦτον ἀναγκαῖον, ἔπρεπε τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς τὴν χωροφυλακὴν; καὶ τὰ λοιπὰ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰς αὐτὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τὰς αὐτὰς περιπετείας, δὲν ὤφειλον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν βλέπω, κύριοι, καὶ δὲν δύναμαι νὰ διΐδω τοὺς σπουδαίους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν εἶναι ἐπιζήμιον, διότι, κύριοι, ἡ χωροφυλακὴ ἀπὸ χρόνου πολλοῦ δυστυχῶς μολύνει τὸν τόπον μας καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον ν’ ἀπαρτίζουν τὸ σῶμα αὐτό. Μήπως, κύριοι, κατετάχθησαν ἄνδρες, ἂν οὐχὶ ἄλλο, φέροντες μίαν ἡλικίαν προσδιωρισμένην ἀπὸ τὸν νόμον; Ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατιώτας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἐξελθόντας ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ ἄφεσιν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἄνδρας, σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν χωροφύλακες, ἐκ τῆς στολῆς τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ὅτι ἀνήκουν εἰς σῶμα ἄλλο παρὰ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀπέναντι λοιπὸν μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι δίκαιον, εἶναι ὠφέλιμον καὶ χάριν τοῦ σώματος αὐτοῦ καὶ χάριν τοῦ δημοσίου πλούτου νὰ καταδαπανᾶται μία τοιαύτη ποσότης; Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν 23 ἐνωμοτιῶν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ διέλθῃ εἰς τὸ καταστατικὸν τοῦ 1859 μὲ μίαν προσθήκην. Τὸ καταστατικὸν τοῦ 1859 διορίζει, ὅτι 120 ἐνωμοτίαι εἰσὶν ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόπου, καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐποχὴ τοῦ 1859 ἦτο ἐποχὴ εὔπορος διὰ τὸν τόπον, ἦτον ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους δὲν ἦτο κενὸν, καὶ τὰ καταστατικὰ τότε τοῦ στρατοῦ συνετάχθησαν εἰς μίαν πολὺ εὐτυχῆ κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐθεωρήθη γλίσχρον, ἐθεωρήθη μάλιστα, ἂν θέλετε, ὀλίγον πολυτελές. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὀφείλει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἐλαττώσῃ 23 ἐνωμοτίας, προτείνω, αἱ ἐνωμοτίαι νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν 120, διότι ἀπὸ τοῦ 1860 αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ κράτους δὲν ηὐξήνθησαν, ὅτε ἤρκει μόνον αὐτὸς ὁ ἀριθμός· προσετέθη μόνον ἡ Ἑπτάνησος, διὰ τὴν ὁποίαν 30 ἐνωμοτίαι εἰσὶν ἀρκεταὶ, ὥστε τὸ ὅλον προτείνω 150 ἐνωμοτίας. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας, ἡ ἐπιτροπή σας ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀπαθὴς, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐθεώρησε καλὸν καὶ ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ τὴν μισθοδοσίαν, ἣν διαλαμβάνει ὁ νόμος, διότι ἡ παρὰ τὸν νόμον αὔξησις τῆς μισθοδοσίας παρουσιάζει ἓν σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκλείπῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν κατεδίωκε τὴν λῃστείαν μόνον ἡ χωροφυλακὴ ἀποκλειστικῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ λοιπὸς στρατός. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι ὁ μὲν ἀριθμὸς τῶν ἐνωμοτιῶν τῆς χωροφυλακῆς νὰ περιορισθῇ εἰς 150, ὁ δὲ μισθὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ποσόν.
§148Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι στενὰ συνδεδεμένον μὲ τὸ διάταγμα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ· ἐννοῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ διατάγματος, διότι ἄλλως δὲν ἐννοῶ ἡ συζήτησις αὕτη ποῖον ἀποτέλεσμα θέλει ἔχει.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσωμεν τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τοῦ πρὸς κύρωσιν φερομένου Διατάγματος; Ἰδού. «Κυροῦται τὸ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1864 Β. Διάταγμα περὶ προσθήκης 40 ἐνωμοτιῶν χωροφυλάκων καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ χωροφυλάκων.»
§150ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διάταγμα δὲν ἔχει σχέσιν ἐνταῦθα· ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ ἑξῆς· εἰς τὰ 1866 ἡ Βουλὴ παραδέχεται αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῆς χωροφυλακῆς ναὶ ἢ ὄχι;
§151ΑΧΟΛΟΣ. Βέβαια, θέλει σᾶς φανῆ παράδοξον νὰ ἔλθω ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω περὶ στρατιωτικῶν καὶ περὶ χωροφυλακῆς, ἀλλὰ συνεπείᾳ ἀδικιῶν τινων, τὰς ὁποίας εἶδον, ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθω νὰ σᾶς εἴπω κάμποσα, καὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Οἰτύλου. Ποτὲ δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἔχουν ἐξευγενισμὸν, νὰ ἔλθωσι μὲ τόσην φανατικότητα καὶ νὰ θέλωσιν, ἀντὶ νὰ ἑνώσωμεν αὐτοὺς τοὺς 10, τοὺς 20 τοὺς ὁποίους ἔχομεν στρατιώτας, νὰ φέρωσι σκάνδαλον. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι κάτοικος ἐπαρχίας, γνωρίζω, ὁποῖα εἶναι τὰ ἔργα τοῦ χωροφύλακος, καὶ μὲ πόσην προθυμίαν καὶ πίστιν τὰ ἐκτελεῖ. Μᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα σύγκειται ἀπὸ Τούρκους, καὶ ἐπειδὴ ἔτυχον 5 ἢ 6 ἄνθρωποι, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πνίξωμεν ὅλον τὸ σῶμα! (εὖγε, εὖγε).
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι θέλω προσκρούσει εἰς προλήψεις. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετ’ ἀνοχῆς, διότι τὸ μέτρον, τὸ περὶ χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον προέτεινα καὶ ὑπεστήριξα, μοὶ ὑπηγόρευον λόγοι σπουδαῖοι καὶ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἤκουσα τὸν Κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλην. Ἐπίστευον, ὅτι συμπέρασμα τοῦ λόγου του θὰ ἦτο πρότασις περὶ καταργήσεως ὁλοκλήρου τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακὴ, εἶπεν, εἶναι σῶμα ἐπιβλαβὲς, κακόηθες, ἐπικίνδυνον, ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ὑπηρεσίαν! Ἑπομένως, ἀντὶ νὰ εἴπῃ πρέπει νὰ λείψῃ, εἶπε νὰ ἐλαττωθῇ μόνον. Τοῦτο δὲν εἶναι λογικὴ συνέπεια τῶν ὅσων ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ κατηγοριῶν. Διατί νὰ περιορισθῇ εἰς ἁπλῆν ἐλάττωσιν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης; Ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ὁλοκλήρους τὰς συνεπείας τῶν ἰσχυρισμῶν του. Ὀπισθοδρομῶν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι οἱ συλλογισμοί του δὲν εἶναι λογικοί. Ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου νὰ σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσητε περὶ σώματος, τοσαύτην σημασίαν ἔχοντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τοσαύτας προσενεγκόντος ὑπηρεσίας, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν παραπτωμάτων μελῶν τινων, ἢ τὴν κακὴν συγκρότησιν αὐτοῦ ἐσχάτως, ἢ ἐξ ἐλαττωμάτων μερικῶν, τὰ ὁποῖα τυχὸν κατὰ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ἢ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του εἰσεχώρησαν, καὶ διὰ τοῦτο νὰ τὸ καταδικάσητε καὶ ἀκυρώσητε ὁλόκληρον τὸν θεσμόν. Ἂν, διότι τινὲς ἄνθρωποι εὑρέθησαν ἐν αὐτῷ τῷ σώματι, ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ἐντυπώσεις τοῦ κάλλους, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας, μὴ ἀρεστοὶ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ καταδικάσῃ τὸ σῶμα. Καὶ διότι ὑπάρχουν χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι γνωρίζονται, ὡς εἶπεν, ἐκ μόνης τῆς στολῆς, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ χωροφυλακή; Δὲν ἐννοῶ, ὅτι καλὸς στρατιώτης εἶναι μόνος ἐκεῖνος, ὅστις ἀρέσκει εἰς τὴν ὅρασιν. Ἐὰν, ἄνθρωποι, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰσῆλθον ἐσχάτως εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἂν ἄνθρωποί τινες τῆς χωροφυλακῆς ἐξώκειλαν, διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν ὁλόκληρον τὸ σῶμα. Καὶ ποῖον οὕτω σῶμα ἤθελε σωθῆ ἐντὸς τῆς κοινωνίας; Ποῖον δὲν ἔχει ἐντὸς ἑαυτοῦ κακὰ τοιαῦτα, καὶ ἑπομένως τὰ στοιχεῖα τῆς καταστροφῆς του; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἂν ἐξετάσητε τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ σωματεῖα, δὲν θέλετε εὑρεῖ ποῦ νὰ σταθῆτε. Πολλὰς καταστροφὰς θέλετε εὑρεθῆ ἠναγκασμένοι νὰ κάμητε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσητε ἤδη, ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συμπλήρωσιν τοῦ σώματος αὐτοῦ παρεισέφρησάν τινα ἄτοπα. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ ἐξετάσητε ὑπὸ τὴν γενικὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀξίαν του, καὶ σχετικῶς ἂν τὸ σῶμα αὐτὸ, ὅπως ζητεῖται, δὲν εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου στρατοῦ. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλω ἐξετάσει ἐνώπιόν σας. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι κατὰ θεωρίαν ἴσως, καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαίως, ὁ στρατὸς εἶναι καὶ ἦτον ἐπιτήδειος πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Διότι ὁ στρατὸς, ὡς σῶμα διωργανισμένον, εἶναι ὁ καταλληλότερος πρὸς ἐπίθεσιν καὶ ἄμυναν· ἐνῷ ἡ χωροφυλακὴ, ὡς ἀτομικότης καὶ ἐπὶ ὀργανισμοῦ τοιούτου στηρίζουσα τὴν ἐνέργειάν της, εἶναι ἴσως ὑποδεεστέρα. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν χρησιμεύει εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας; Ἐσχάτως ἔτι ἔχομεν τρομερὰς συμμορίας λῃστῶν, καταστραφείσας κατὰ τὴν Φθιώτιδα καὶ ἄλλα μέρη. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σύμπραξιν τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὴν Πελοπόννησον, ὅτε ἄλλοτε κατὰ δυστυχίαν ὑπῆρχον λῃσταὶ, ἡ χωροφυλακὴ κατέστρεψεν αὐτούς. Χθὲς ἔτι ἐν Ἀκαρνανίᾳ εἷς ἀρχιλῃστὴς λίαν τρομερὸς ἐφονεύθη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς. Πρὸ μικροῦ ἐν Λυρκείᾳ τῆς Ἀργολίδος χωροφύλαξ ἐφόνευσε συντρόφους τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Λύγκου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Καὶ ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ προσθέσω ἔτι τινὰ, θέλω ἀναμνήσει τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἄλλοτε, ὅτε ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ μοιράρχου Τζάνου κατὰ τὸ παρελθὸν, σώματα στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς κατεδίωξαν ἐν Ἀκαρνανίᾳ τὴν ληστείαν καὶ ἠλευθέρωσαν αὐτὴν ἀπὸ 400 περίπου λῃστῶν, μαστιζόντων τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον τόπον. Δίδω, ὡς σῶμα καλῶς διωργανισμένον, τὰ πρωτεῖα εἰς τὸν στρατὸν, στρατὸν πειθαρχοῦντα, καὶ εἰς τὴν σημαίαν καὶ τὸ καθῆκόν του ἀφωσιωμένον. Καὶ ὅμως οὐδεὶς θὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐξετέλεσεν ἐν γένει καλῶς τὰ σπουδαῖα καθήκοντά της κατὰ τῆς ληστείας. Ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τούτου; καὶ εἶναι ἡ ληστεία τὸ μόνον κακὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, κατὰ τοῦ ὁποίου εἶναι χρήσιμος ἡ χωροφυλακή; Ἠκούσατε καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ὅτε συνελάβομεν τὴν ἰδέαν νὰ αὐξήσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὁ στρατὸς εἶχε λίαν ἐλαττωθῆ, διότι ἡ ἐπανάστασις ἐμπόδισε τὴν κατάταξιν νέων νεοσυλλέκτων πρὸς συμπλήρωσιν, ἡ δὲ λῆξις τῆς θητείας, καὶ αἱ λειποταξίαι ἠραίουν ὁσημέραι τὰς τάξεις αὐτοῦ. Ἡ ὑλικὴ δύναμις οὕτως ἔλειπε πανταχοῦ, καὶ τὴν ἔλλειψιν ἀνεπλήρονεν ἡ ἔμμισθος ἐθνοφυλακή. Ἦτο λίαν ἀναγκαῖον νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ἐθνοφυλακὴν διὰ τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ἄτακτον διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὰ ὄργανα τῶν ἀτόμων διὰ τῶν ὀργάνων τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον αὐτοὶ μόνον οἱ λόγοι. Θέλετε ἀκούσει. Ὅτε τὸ 1856 κατεδίωκεν ὁ τακτικὸς στρατὸς καὶ ἡ χωροφυλακὴ τὴν ληστείαν κατὰ τοὺς νομοὺς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Φθιώτιδος καὶ Λοκρίδος, ἠξεύρετε εἰς πόσον ἀριθμὸν συνεποσοῦτο; Ἰδοὺ ἡ σημείωσις· χωροφύλακες 620, στρατιῶται 3,850, καὶ ἐπικουρικοὶ χωροφυλακὴ 610, ἔμμισθοι δὲ ἐθνοφύλακες 454, τὸ ὅλον 5534. Τῷ 1861 δὲ χωροφύλακες 1351, τακτικοὶ στρατιῶται 2,032, ἔμμισθοι ἐθνοφύλακες 110, τὸ ὅλον 3,533, ἤτοι ἔλαττον 2001. Βλέπετε πάντες ποία ὑπῆρχε διαφορὰ τῶν δυνάμεων τῆς τελευταίας ἐποχῆς πρὸς ἐκείνην. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν διαφορὰν γνωρίζετε, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα οὐχὶ μὲν πλῆρες, διότι ποτὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταδιώξεως δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ἀλλὰ λίαν εὐάρεστον. Ἤδη πῶς λέγετε ὅτι εἶναι κακὴ ἡ χωροφυλακὴ καὶ ἄχρηστος, ὅθεν πρέπει νὰ καταστραφῇ, ὅταν μὲ ἔλλειψιν 2 χιλιάδων ἀνδρῶν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ἴδια σχεδὸν ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθαναν ἄλλοτε αἱ 5 χιλιάδες; Καὶ λέγετε ἔτι, ὅτι οἱ στρατιῶται αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθημεν, πρέπει σήμερον νὰ ἀποπεμφθῶσι, διότι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸν προορισμόν των; Αἴ, κύριοι, ποτὲ δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ σκιάσητε τὴν ἀλήθειαν καὶ ν’ ἀποφύγητε τὴν ἰσχὺν τῶν πραγμάτων. Τὰ πράγματα εἶναι ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς. Αὐτὰ καταστρέφουσι καὶ μίαν ἄλλην μομφὴν ὡς ψευδῆ, ἥτις πολλάκις ἐπανελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος καθ’ ἡμῶν· τὴν μομφὴν, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν, ὅτι δὲν ἐφάνημεν διόλου φειδωλοὶ, ὅτι ἐξωδεύσαμεν ὑπερβολικὰ διὰ τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν. Ἐπιφυλάττομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὅλης διαχειρίσεως τοῦ 1865 δι’ ἀριθμῶν· θέλω δὲ σᾶς πείσει δι’ αὐτῶν καὶ πάλιν, ὅτι ἡ διαχείρισις ἐκείνη δὲν ἦτον ἀξία τῶν συκοφαντιῶν ὅσας ἐξύφαναν καὶ ἐπανέλαβον. Ἤδη ὅμως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τινὰ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὴν διαφορὰν τοῦ στρατοῦ τῶν δύω ἐποχῶν. Καὶ ἐν τούτοις μὲ αὐτὴν τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε, τὰ ἔξοδα τοῦ 1865, διότι περὶ τούτου πρόκειται, καὶ τοῦ 1856, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο σοβαρὰ λῃστεία, καταμαστίζουσα τὸν τόπον, σπουδαίως κατεδιώκετο, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐκ 200,000 δραχμῶν. Κατὰ τὰ 1856 ἐξωδεύσαμεν 700,000, κατὰ δὲ τὰ 1865 900,000, ἐξ ὧν αἱ 300,000 ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν χωροφυλακὴν μόνον. Ἐπιθυμῶ νὰ σημειώσητε, ὅτι ἠσφαλίσαμεν τὰ ὅρια, κατεδιώξαμεν τὴν ληστείαν, ἐτηρήσαμεν τὴν τάξιν, καὶ μὲ 2000 ὀλιγωτέρους στρατιώτας. Τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἀνεπληρώσαμεν ἐξοδεύσαντες περιπλέον 200,000 δρ. εἰς μισθοδοσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Ἐξωδεύσαμεν 200,000 δρ. καὶ ᾠκονομήσαμεν 2000 ἄνδρας, οἵτινες ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀπῄτουν πρὸς συντήρησίν των περίπου ἓν ἑκατομμύριον. Ἐν τούτοις μᾶς κατηγοροῦσιν ἐπὶ σπατάλῃ καὶ ἀσωτίᾳ. Παράδοξοι ἄνθρωποι! Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἤθελεν ἐξοδευθῆ, ἐὰν μὴ προὔκειτο τὸ ἓν σῶμα νὰ διαδεχθῇ τὸ ἄλλο. Εἶναι τὰ συνήθη ἔξοδα τῶν μεταβατικῶν ἐποχῶν. Ἰδοὺ τίνι τρόπῳ ἐγένοντο τὰ ἔξοδα αὐτά. Ὑπῆρχον κατὰ τὴν Φθιώτιδα ἐθνοφύλακες πλέον τῶν 400, οἱ ὁποῖοι ἐβοήθουν καὶ ὑπεστήριζον τὴν δημοσίαν δύναμιν· πολλοὶ δὲ ἄλλοι ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις. Τοὺς ἐθνοφύλακας αὐτοὺς ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες δὲν κατετάχθησαν ἀμέσως, οὐδὲ ἠδύναντο νὰ συναθροισθῶσι διὰ μιᾶς εἰς ἓν σημεῖον· ἄλλως ἀπῃτεῖτο καιρός τις καὶ πρὸς ἐκγύμνασιν. Δὲν ἠδυνήθημεν λοιπὸν ν’ ἀπολύσωμεν ἀμέσως τὴν ἐθνοφυλακὴν, διότι δὲν ἠθέλομεν ν’ ἀφοπλίσωμεν τὴν ἐξουσίαν. Διετηρήσαμεν ἕνεκα τούτου πρὸς καιρὸν καὶ ἐθνοφύλακάς τινας, ἕως νὰ συγκροτηθῇ ἡ χωροφυλακή. Ἐκ τούτου ηὐξήθη τὸ ἔξοδον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἄλλως ἠθέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα πλέον οἰκονομικὰ παρὰ τὸ 1856. Ὅθεν βλέπετε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομίας ὁποῖον ἦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον καὶ δι’ ὃ κατηγοροῦμαι. Κύριοι, ἤκουσα παρὰ τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη μίαν ἰδέαν, ἥτις εἰς ἐμὲ, τὸν μὴ στρατιωτικὸν — καὶ ἂν ἕνεκα τούτου κάμω λάθος, οἱ στρατιωτικοὶ θέλουν μοὶ τὸ συγχωρήσει· — εἰς ἐμὲ, λέγω, τὸν μὴ στρατιωτικὸν ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν. Διατί ὁ στρατὸς νὰ μὴ κάμῃ, εἶπε, τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς; τί θέλομεν τοὺς χωροφύλακας; Ἡ ῥιζικὴ, ἡ κυρία ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ συντάξωμεν καὶ ὑπογράψωμεν τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπῆρξεν ἡ ἐναντία. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ στρατὸς, ἂν παρεξετράπη ἐσχάτως τῆς αὐστηρᾶς πειθαρχίας, τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος, τῆς κεντρικῆς ἐν γένει ἰδέας, τὴν ὁποίαν πᾶς καλῶς διωργανισμένος στρατὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ, ἐὰν ἔπαθε, δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Κ. Βότσαρης ἀνέπτυξεν ἐσχάτως, ἀλλὰ καὶ διότι ἀνεμίχθη εἰς τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τῆς κοινωνίας, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἐξ οὗ ἤρχισε νὰ ἐμπλέκηται εἰς τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐγείρει τὸ εἶδος τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας, ν’ ἀνθίσταται, νὰ ἐπιτίθηται, νὰ ἐνεργῇ τέλος πάντων ὅλην ἐκείνην τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις κάμνει τὸν στρατιώτην ν’ ἀπομακρύνηται τοῦ ἀληθοῦς προορισμοῦ του, ὅστις εἶναι πίστις καὶ ἀφοσίωσις εἰς μόνην τὴν σημαίαν, γενικότης αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, καὶ τὸν ἀναγκάζει νὰ ζῇ κατὰ μικρὰ ἀποσπάσματα ἢ καὶ ἄτομα, ἀποχωριζόμενος ἀπὸ τὰ σώματα, καὶ νὰ ἐνεργῇ πολιτικὴν ὑπηρεσίαν· τοῦτο εἶναι, νομίζω, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ κακόν. Καλῶς ὠργανισμένος στρατὸς εἶναι ἀληθῶς ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ ἔθνους, στρατὸς ἀφιερωμένος καὶ ἀφωσιωμένος εἰς μόνον τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον. Ἰδοὺ τί ζητοῦμεν καὶ εὐχόμεθα. Ἀλλὰ τοιοῦτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι στρατὸς ἐκπληρῶν καθήκοντα χωροφυλακῆς, ἢ ἀστυνομικῶν κλητήρων. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἰδέας, νομίζω, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, οὐδὲ νὰ φεισθῇ ἐξόδων, ἐὰν ἀπαιτηθῶσιν. Ἐὰν θέλετε ὁ στρατιώτης νὰ κάμῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, νὰ συνοδεύῃ εἰσπράκτορας, νὰ καταδιώκῃ ἐνταλματίας, νὰ συλλαμβάνῃ κληρούχους καὶ τὰ τοιαῦτα, καταργήσατε τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ δὲν θέλετε ἔχει στρατὸν, ὅπως τὸν ἐννοεῖτε· οὕτω θέλετε ἔχει ζημίαν ἀντὶ οἰκονομίας. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, δεχθῆτε τόσους χωροφύλακας, ὅσοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρῶσιν αὐτὰ τὰ ἔργα, καὶ ἀφήσατε τὸν στρατὸν εἰς τὰ κύρια ἔργα του. Ἀλλὰ, Κύριοι, δέχομαι πρὸς στιγμὴν καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη. Τὰ καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος ἂς ἐκτελῇ ὁ στρατός. Ἀλλ’ εἶναι, ἐρωτῶ, ἀρκετός; Εἰμποροῦμεν νὰ κάμωμεν σήμερον ἐλαττώσεις εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν διὰ τοῦ στρατοῦ; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, ἐξεταζόμενον ὄχι πλέον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἰδεῶν καὶ θεωριῶν, ἀλλὰ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης τοῦ τόπου. Ἠξεύρετε δὲ τί ἐννοῶ ἐγὼ οἰκονομίαν; Κατ’ ἐμὲ ἀληθὴς οἰκονομία εἶναι οὐχὶ ἡ οἰκονομία τῶν ἐξόδων μερικῶν δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἑδραίωσις τῆς τάξεως, τῆς ἀσφαλείας, ἡ ἔγκαιρος καὶ ἁρμονικὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἡ εἴσπραξις τῶν εἰσοδημάτων κλπ. Αὐτὴ εἶναι οἰκονομία. Οἰκονομία 200,000 δραχμῶν μὲ θυσίαν τῶν ἀνωτέρω εἶναι ζημία, βλάβη. Ὅτε ἐξ Ἠλείας μᾶς ἐζήτουν 10 χωροφύλακας, ἵνα καταδιώξωμεν τοὺς ζωοκλέπτας, καὶ ἐκ Λακωνίας μερικοὺς χωροφύλακας, ἵνα καταστήσωμεν σεβαστὸν τὸν νόμον· ὅτε ἐκ Καλαβρύτων ἔγραφον, «στείλατέ μας 5 ἢ 10 στρατιώτας, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διοικήσωμεν», ἠναγκαζόμεθα ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν. Διὰ τοῦτο παντοῦ εἴχομεν παράπονα, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν σεβαστὸν ὅπως ἔπρεπε τὸν νόμον. Ἐὰν ἐξέλιπε τώρα αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἐὰν αἱ δυνάμεις ἤδη ἦναι ἀρκεταὶ, δὲν ἠξεύρω. Ὅτε ὅλως ἐγὼ ἤμην ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴχομεν μεγίστην ἔλλειψιν, καὶ ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἤρκει. Θέλετε σήμερον νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν χωροφυλακήν; Ἀλλὰ πῶς θὰ διοικήσωμεν τὴν Ἑπτάνησον; Ἕως τώρα 500 χωροφύλακες διετήρουν τὴν τάξιν καὶ ἐνήργουν τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖ. Θὰ ἐμπιστευθῶμεν ἤδη εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ τοὺς κλητῆρας αὐτῆς; Ἠμπορεῖτε νὰ παραδεχθῆτε τοῦτο; Πιστεύω ὅμως ὅτι δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσητε. Σᾶς ὑποβάλλω σημείωσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τοῦ ὑπουργείου, ἵνα ἴδητε πῶς εἶναι τοποθετημένοι οἱ χωροφύλακες. Κατὰ τὸν Νομὸν Ἀττικῆς 397, Βοιωτίας 99, Φθιώτιδος 383, Ἀκαρνανίας 442, Εὐβοίας 90, Μεσσηνίας 182, Λακωνίας 220, Ἀχαΐας 157, Ἀργολίδος 152, Ἀρκαδίας 128, Κυκλάδων 76, Κερκύρας 84, Λευκάδος 33, Κεφαλληνίας 37, Ζακύνθου 34. Ἐνθυμεῖται ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πόσοι εἰσπράκτορες εἶναι εἰς ὅλον τὸ Κράτος;
§153ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). 300 περίπου.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε πόσους χωροφύλακας θέλουν αὐτοὶ οἱ εἰσπράκτορες πρὸς συνδρομήν; ἀνὰ 3 τοὐλάχιστον ἕκαστος· ἰδοὺ ἔχομεν ἀνάγκην ἀμέσως 900 χωροφυλάκων διὰ τοὺς εἰσπράκτορας. Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι 1000 τοὐλάχιστον χωροφύλακες ἀναγκαῖοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας ἐν γένει τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν; Περισσεύουσιν, ἐρωτῶ σᾶς τοὺς ἐπαρχιώτας, χωροφύλακες ἢ στρατιῶται, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐλαττώσωμεν; Ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἀποκλείει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ· διότι ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ· διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὰ ὄργανα αὐτῆς δὲν εἶναι εἰμὴ εἷς κλήτωρ ἢ δύω. Ἄνευ οὐδενὸς μέσου ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Τὴν ἀστυνομίαν λοιπὸν τὴν προληπτικὴν καὶ κατασταλτικὴν ἐνεργεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄργανα ἔχει τοὺς χωροφύλακας· αὐτοὶ εἶναι τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας. Θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε αὐτὰ τὰ ὄργανα καὶ νὰ γυμνώσητε τὴν κοινωνίαν; θέλετε νὰ ἐλαττώσητε καὶ ἀφαιρέσητε τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὰ μέσα τῆς συλλήψεως καὶ καταδιώξεως τῶν κακούργων; Διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν δέχομαι τὸ σύστημα, ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ἀναδεχθῇ ὁ τακτικὸς στρατός. Ἀλλά, καὶ ἂν ἐπὶ τέλους πράξητε τοῦτο κατ’ ἀνάγκην, καὶ αὐτοῦ θέλετε ἀναβιβάσει τὸν μισθὸν καὶ τὰς ἀποδοχάς· διότι ὡς ἄτομον χάριν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, διεσπαρμένος καὶ μεμονωμένος, ἐνεργεῖ καὶ ὁ τακτικὸς στρατὸς, ὅπως ἡ χωροφυλακή· ὅθεν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ μὲ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον λαμβάνει καὶ ζῇ ἐν συσσιτίῳ· πρέπει νὰ δώσητε καὶ εἰς αὐτὸν ὅσα καὶ εἰς τοὺς χωροφύλακας, ἂν δὲν θέλετε νὰ καταπιέζωσι, νὰ τρέφωνται τέλος πάντων ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Ἰδοὺ τί εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ἐναντίον τῆς προτάσεως περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Θέλω σᾶς εἴπει δὲ ἤδη ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς μισθοδοσίας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας καθιερώνει προνόμιον. Ἐὰν τῷ ὄντι αὐτὸ ᾖναι ἀληθές, τότε πρέπει νὰ ἰσοπεδώσωμεν τὰς μισθοδοσίας· ἄλλως ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας ὑπάρχει ἔκτοτε, καὶ διαφορὰ τοιαύτη ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μισθοδοσίας ὅλων τῶν σωμάτων. Δὲν καταλαμβάνω διατὶ ἡ προσθήκη 10 δραχμῶν εἰς τὴν ἀρχικὴν διαφορὰν ἀποκαθιστᾷ τὸ προνόμιον. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ ᾖναι κακὸν καὶ βλάπτῃ τὸν στρατὸν, ἂς ἐπέλθῃ ἰσότης, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς τὸ σκάνδαλον μεταξὺ στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς αἴρεται, ἀλλ’ ἡ ἰσότης πρέπει νὰ ἐπέλθῃ πλήρης· αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συνεπές. Καὶ ὅμως λέγουσιν, ὅτι τὸ σκάνδαλον ὑπάρχει, οὐχὶ διότι ὑπάρχει ἐν γένει ἡ διαφορά, ἀλλὰ διότι προσετέθησαν 5 δραχ. Δὲν λέγουσιν ὀρθῶς, οὐδὲ ἔχουσι δίκαιον. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἐλαττώσετε τὸν μισθὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τῆς ἀφήσετε ὅλα τὰ καθήκοντα, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιφορτισμένη, ἠξεύρετε τί θὰ πράξετε; Θὰ νομιμοποιήσητε ὅ,τι καταχρηστικῶς γίνεται· διότι θὰ εἴπητε, ὡς καὶ λέγουσιν, ἀρνοῦμαι τὸ μέσον τῆς ὑπάρξεώς σου, διότι τρέφεσαι ἀπὸ τοὺς κατοίκους· δὲν ἠμπορῶ νὰ σὲ μισθοδοτῶ ἐπὶ πλέον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ τρέφωμεν· εὑρέθησαν δὲ δήμαρχοι, καὶ ὁ Κ. Φλέσσας ἐνθυμεῖται.........
§155ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, σᾶς λέγω, ὅτι οἱ χωροφύλακες εἶναι οἱ τύραννοι τοῦ τόπου, τρώγουν κόταις, ἐμβαίνουν μέσα εἰς τὰ σπήτια κλπ.
§156Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρω, ὅτι ἄλλοτε ὁ δήμαρχος Ἄρεως Κ. Δανηλόπουλος ἔκλεισε τὰς θύρας εἰς τὴν χωροφυλακήν. Καὶ τί εἶπε πρὸς τὰς ἀρχάς; Θέλω νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅστις χορηγεῖ οἰκίαν καὶ φῶς μόνον· αὐτὰ θέλω δώσει εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ οὐδὲν ἄλλο· διότι αὐτὸ καὶ μόνον ὁ νόμος διατάττει. Ὅταν, Κύριοι, σεῖς εἴπητε ἤδη, ἐλαττοῦμεν τὸν μισθόν σας, διότι ζῆτε ἐκ τῶν κατοίκων, εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρήσωμεν τὴν κατάχρησιν; Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δήμαρχος ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς χωροφύλακας, καὶ τὰ δικαστήρια νὰ καταδικάσωσιν αὐτοὺς, ὅταν παρουσιασθῶσιν ἐνώπιόν των ὡς καταπιέζοντες, νὰ τοὺς καταδικάσῃ, νὰ τοὺς τιμωρήσῃ; Κάμνουν κατάχρησιν οἱ χωροφύλακες; Ἂς τιμωρήσωμεν τὴν κατάχρησιν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε εἰς τί προσκόπουσιν οὗτοι; Ἀκούσατε. Ἡ ὑπηρεσία των τοὺς καλεῖ πρὸς καταδίωξιν ὅλων τῶν κακῶν, ἀκολουθοῦσι τοὺς εἰσπράκτορας, ἐκτελοῦσιν ἐντάλματα, συλλαμβάνουσι κακούργους, καταδιώκουσι τοὺς ἀτάκτους. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εὑρίσκουσιν ἕνεκα τούτου καλὴν ὑποδοχὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ οἱ χωροφύλακες, θεωροῦνται μὲ κακὸν ὄμμα, διότι παντοῦ εἶναι διῶκται. Πράττουσιν ἐνίοτε ἀταξίας, καταχρήσεις καὶ ἄτοπα, καὶ πράττουσι πολλοί, τὸ ὁμολογῶ, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν τὸ σῶμα, ἀλλὰ νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς ἐνόχους. Ἐὰν κάμνουν καταχρήσεις οἱ χωροφύλακες καὶ μένωσιν ἀτιμώρητοι, εἶναι τὰ δικαστήρια ὑπεύθυνα, ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπιτρέπουσα νὰ ὑπάρχωσι κακοὶ δικασταί, καὶ τελευταῖον ἡ Βουλὴ, ἥτις δὲν τιμωρεῖ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν συγκροτεῖ καλὰ δικαστήρια καὶ δὲν φροντίζει νὰ τιμωρῶνται οἱ κακοί, καὶ νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι.
§157ΖΩΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, πταίει ἡ Βουλή.
§158ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ Κ. Ζῶτος δὲν θέλει νὰ ἐξάξῃ ἓν κακὸν συμπέρασμα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Βεβαίως ἔχω δίκαιον νὰ εἴπω πταίει ἡ Βουλή· διότι ὅλοι πρέπει νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνεξαιρέτως καὶ αὐστηρότατα. Ὅταν δὲ ἓν Σῶμα δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἡ κοινωνία πάσχει καὶ τὰ κακὰ ἐπιπολάζουσι. Καὶ δικαίως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡμεῖς πταίομεν, ἐὰν πάσχῃ ὁ τόπος, διότι ἔχομεν ὅλα τὰ μέσα νὰ περιστείλωμεν τὴν κατάχρησιν καὶ νὰ διορθώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§159Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλομεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα. Τῳόντι ἡμεῖς πταίομεν.
§160Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐπιφορτισμένον ὅλην σχεδὸν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν νόμων καὶ τὴν τάξιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν μισθὸν δὲν πρέπει, ἀλλ’ ἀπεναντίας νὰ δώσωμεν μισθὸν περισσότερον, ἵνα τοὺς ἐμποδίσωμεν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις. Τελειόνω μὲ μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ τελευταίου προσωπικοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ἐζητήσαμεν ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν χωροφύλακας· καὶ εἰς τὴν Λακωνίαν ἔγραψα περὶ τούτου ἐπανειλημμένως, καὶ ἀπέστειλα ἐπίτηδες ἄνθρωπον. Ὅσοι ἤθελον νὰ καταγραφῶσι, κατεγράφησαν. Ἐδοκιμάσαμεν μεγάλην δυσκολίαν, ὅπως σχηματίσωμεν αὐτὸ τὸ Σῶμα. Νομίζω, ὅτι μὴ παραδεχόμενοι ἢ τὸν ἀριθμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἢ τὴν μισθοδοσίαν, θέλετε βλάψει τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ θέλετε κολοβώσει τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ τέλος θέλετε ἀναγκάσει τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ προβένωσιν εἰς καταχρήσεις.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐστρατολόγησε τὴν χωροφυλακὴν, ἐὰν τὴν ἐστρατολόγησεν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἢ εἴς τινας μόνον, μὲ ἐνδιαφέρει μόνον νὰ μάθω παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσητε, πρῶτον, ἐὰν τῆς χωροφυλακῆς ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς καὶ δεύτερον ἐὰν τῆς χωροφυλακῆς ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθὸς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ κηρύξει, ὅτι τὰ μὲν τριάκοντα ἔτη ἠδυνήθησαν νὰ ζήσωσι μὲ τόσην χωροφυλακὴν, καὶ ἡ χωροφυλακὴ κατὰ 30 ἔτη ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ μὲ τόσον μισθόν, ἐπὶ δὲ τῆς ἐποχῆς τοῦ μικροῦ παρελθόντος, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1864 καὶ 1865, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκῆ· περιπλέον ἐπερίμενα κἄτι τι θλιβερώτερον ν’ ἀκούσω, πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ ἀνεπαρκὲς καὶ τῆς δυνάμεως αὐτῆς καὶ τῆς μισθοδοσίας, τὸ ὁποῖον ἐπήρκει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριακονταετίαν, ὄχι μόνον ἦτον ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ τέλη τοῦ 1861 καὶ κατὰ τὸ 1865, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ μάθω παρὰ τῆς ψήφου σας, ἐὰν σεῖς γνωμοδοτῆτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔφθασεν ἤδη εἰς χειροτέραν κατάστασιν, ἀφ’ ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ φυλαχθῶσι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διεχειρίζοντο αἱ κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Ἐννοῶ τὸν ζῆλον τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ τῆς Μεσσήνης, τὸν ἐνδιαφέρον ὄχι μόνον τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα οἱ συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην του προτίθενται νὰ λύσουν, ἀλλὰ τὸν ἐνδιαφέρον καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα προσέτι δι’ ἄλλον λόγον, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἐπήγασε τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὴν αὔξησιν αὐτήν. Δὲν δύναμαι ὅμως ἓν πρᾶγμα νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δικαιολογημένος ζητῶν ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀποδείξῃ τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικὴν πολλῷ κρείττονα τῆς διαχειρίσεως, ἥτις ἄλλοτε ἐγένετο.
§162ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, συνεζητήθη ἄλλοτε· οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Κ. Κουμουνδούρου εἶναι πρόθυμοι καὶ πάλιν νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν, φθάνει μόνον νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ ἔλθωσιν· ἀλλά, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος θέλων νὰ παραβάλῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1865 πρὸς ἄλλας ἐποχάς, ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ ἀναζητήσῃ εἰς τὸ παρελθὸν ἔτη μεμακρυσμένα, ἀλλὰ τὰ ἔτη τὰ πρὸ τοῦ 1865, τὰ ὁποῖα ἦταν ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν διαρκούσης τῆς ἀνησυχίας, διαρκούσης τῆς ληστείας, διαρκούσης τῆς ζωοκλοπῆς, ἔπρεπε νὰ παραβάλλῃ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1864, πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1863, καὶ ἂν ὑπῆρχε διαφορὰ, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ εἴπῃ αὐτά.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ὑπάρχει ἀπολογισμός.
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξηγηθῆτε, παρακαλῶ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§166ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπάρχει ἀπολογισμὸς, καὶ ἠθέλομεν νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὰ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§167ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρουσιάζουν περισσότερα ἔξοδα ἀφ’ ὅσα οἱ ἀπολογισμοὶ δίδουν, ὥστε ἐγὼ δίδω εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ λάβητε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν σᾶς ἀδικῶ μὲ τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς δίδω περισσότερα μέσα πρὸς ὑπεράσπισιν.
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καὶ αἱ πιστώσεις.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ πιστώσεις διαφωνοῦν ὀλίγον καὶ εἶναι διὰ μικρὰ ποσά. Κύριοι, οὐδεὶς ἔχει τὴν διάθεσιν, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, οὔτε εἰς κανὲν ἄλλο ζήτημα νὰ κατακρίνῃ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὁμολογουμένως προσέφερε μεγάλας ἐκδουλεύσεις, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατεδίωξεν ἀείποτε τὴν ληστείαν, ἐχρησίμευσε πάντοτε διὰ τὴν ἀσφάλειαν, πολλάκις ἐθαυματούργησε καὶ πολλάκις ἐπῃνέθη. Ἀλλ’ ἴσα, ἴσα, διότι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ παρελθὸν προσέφερε μεγάλας ἐκδουλεύσεις, διὰ τοῦτο, Κύριοι, οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, λυποῦνται, διότι ἔγεινε μία πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἥτις κατήργησε τὰ προσόντα τοῦ σώματος τούτου. Ἐὰν τὸ σῶμα τοῦτο τῆς χωροφυλακῆς εὐδοκίμησε, εἶναι λόγος, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ καταργηθῶσι τὰ προσόντα, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλει τὴν ἐπίδοσιν, ἣν ἔκαμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάξιον λόγου καὶ δὲν ἔχει διόλου ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πλάστιγγα αὐτῆς τῆς ἐπιτυχίας, τὸ ἐὰν ὁ χωροφύλαξ ᾖναι εἷς ἄνθρωπος τυχαῖος, εἷς ἄνθρωπος ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προκαλεῖ τὸ διάταγμα, ἢ εἷς στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ὑπηρετήσας τοὐλάχιστον ἐπὶ 4 ἔτη τὴν πατρίδα, μετὰ τὴν παραίτησίν του ἔλαβεν ἄφεσιν καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἄφεσις εἶναι ἄμεμπτος; Νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἐπιτυχίας δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ ἂν κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν τῆς χωροφυλακῆς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ἐπὶ πολλοὺς χρόνους, ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ εἶχον ἐκδουλεύσεις παλαιὰς, καὶ γνωρίζοντες ἔκτοτε τὴν τέχνην τοῦ πολέμου ἦλθον καὶ ὡδήγησαν τοὺς νεωτέρους, καὶ διὰ τοῦ χρόνου τοῦ μακροῦ ἔπλασαν ἓν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο λίαν ἐξησκημένον καὶ λίαν ἐπιτήδειον εἰς τὸ νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίας, ὁποῖαι τῷ ἀνετίθεντο; Ἀλλὰ περιπλέον, Κύριοι, ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἐθαυματούργησε κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐὰν προσέφερε μεγάλας ἐκδουλεύσεις εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τὶ λόγον θέλετε δώσει, ὅταν βέβαιον ᾖναι, ὅτι ὅλα ταῦτα τὰ ἔργα ἡ χωροφυλακὴ τὰ ἔπραξε ἐκ δισχιλίων μόνον ἀνδρῶν συγκροτουμένη; Ἐὰν ἓν λαμπρὸν παρελθὸν σᾶς ἔπεισεν, ὅτι χωροφυλακὴ ἐκ χιλίων μόνον ἀνδρῶν ἔπραξε τοιαῦτα ἔργα, ποῖοι λόγοι σᾶς ἔκαμαν νὰ τὴν αὐξήσητε μετὰ 20 ἔτη εἰς τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ηὐξήσατε; Δὲν περιμένει βεβαίως κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ, ἐὰν αἱ περιστάσεις τοῦ 1865 ὑπῆρξαν μοναδικαὶ, καὶ ἂν ποτὲ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς δὲν περιῆλθεν εἰς περιστάσεις τοιαύτας, ἐὰν ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ποτὲ δὲν ἐκινδύνευσεν ὅσον κατὰ τὸ 1865· νομίζω, ὅτι χρειάζεται παραπολὺ θάῤῥος, πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁμιλεῖ ἐνώπιον ξένων, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι τῳόντι αὐτὴ ἡ δικαιολόγησις εἶναι ἀποχρῶσα διὰ τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως καὶ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας. Τὸ 1865 παραβαλλόμενον πρὸς τὰ παρελθόντα ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ εἰρηνικώτατον καὶ ἀσφαλέστατον· καὶ ὅταν ληστεῖαι λαμβάνουσαι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνταρσιῶν δὲν ὑπηγόρευσαν εἰς τὰς κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος νὰ αὐξήσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δικαιολογημένοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ηὔξησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
§170ΤΙΝΕΣ. Ἦσαν οἱ ἔμμισθοι ἐθνοφύλακες.
§171ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τούτους, Κύριοι, τοὺς διετήρησαν μέχρι πρὸ μικροῦ· ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐφέρθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐθνοφυλάκων, καὶ τοὺς διετήρησαν μέχρις ἐσχάτων, τοὺς διετήρησαν μέχρι 10 Ἰουνίου μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐξέδοτε τὸ διάταγμα τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἴχετε στρατὸν νὰ διαθέσητε πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, εἴχετε ἐθνοφύλακας ἀναβαίνοντας εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 500 καὶ 600 ἀνδρῶν· ὁ στρατὸς ποτὲ δὲν σᾶς ἔλειψεν· ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται νὰ εὕρωμεν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν τὸ διάταγμα, ἐξετάζομεν μόνον ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος ἐκείνου πρέπει νὰ γίνωσι δεκταὶ καὶ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866. Λέγετε, ὅτι ηὐξήσατε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἦτον ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως κατὰ τὴν Ἑπτάνησον, διότι κατηργήθη ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, καὶ ὅτε ἐξέδοτε τὸ διάταγμα, εἴχετε εἰς πλήρη ἐνέργειαν διοικητικὴν ἀστυνομίαν τῆς Ἑπτανήσου, ἐξωδεύετε δὲ δι’ αὐτὴν 300,000 δραχμὰς, καὶ μολοντοῦτο ηὐξήσατε τὸν ἀριθμὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Καὶ τοῦτο δὲν χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ ἐλέγξῃ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι ἀνυπόστατον, ἀλλὰ νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι ἄλλο. Ἐνῷ ἔχετε, λέγω, τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν τῆς Ἑπτανήσου, ἐκάμετε τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ μετὰ δύω μῆνας ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἦτο ἡ μόνη ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου· δὲν ἐπράξατε μόνον ἐναντίον τῆς πείρας τῶν 30 τούτων ἐτῶν, δὲν ἐπράξατε μόνον ἐναντίον τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα διεχειρίζεσθε, ἀλλὰ προσέτι κατεφρονήσατε καὶ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἀνετέθη ἐν μέρει μόνον εἰς σᾶς καὶ ἐν μέρει ἀνετέθη ἀλλοῦ· καὶ διὰ νὰ δικαιολογηθῆτε, εἴχετε ἀνάγκην νὰ παρουσιάσητε οὐχὶ ἄφευκτον ἀνάγκην, οὐχὶ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ὅπως ἰσχυρίζεσθε ἄλλοτε, ἀλλὰ κάτι τι μεγαλήτερον, τὸ ὁποῖον ὅμως οὐδέποτε ἰσχυρίζεσθε, οὔτε σήμερον τὸ εἴπετε, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπῆτε. Ὁμιλῶν, Κύριοι, περὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῆς χωροφυλακῆς, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς μισθοδοσίας ταύτης, ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τὸ προκείμενον. Ὁ στρατιώτης τοῦ πεζικοῦ καὶ ὁ ὑποδεκανεὺς τοῦ πεζικοῦ λαμβάνουν 11, 40 κατὰ μῆνα. Πόσον λαμβάνει ἡ χωροφυλακή; Ὁ πεζὸς χωροφύλαξ ά τάξεως 40 δραχμὰς, οἱ πεζοὶ χωροφύλακες βʹ. τάξεως 37, 80. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, δὲν ἦτο ἀρκετὴ αὐτὴ ἡ διαφορά, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα περισσότερον παρὰ τὰ ἄλλα σώματα φέρει ἡ χωροφυλακή; Τὸ τριπλάσιον εἶναι καί τι πρόσω 11, 40 πρὸς 40 δρ.
§172ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροφὴν δὲν τὴν περιλαμβάνει.
§173ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ἡ τροφὴ γίνεται διὰ συσσιτίου.
§174ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ὁ ἄρτος μόνον ἐξαιρεῖται, αὐτὸς δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν μισθοδοσίαν, τὸ δὲ συσσίτιον γίνεται ἀπὸ τὸν μισθὸν αὐτῶν.
§175ΣΤΡΑΤΟΣ. Λογαριάσατε τὸν ἄνθρωπον, ὅπου ἔχει 20 λεπτὰ, 22 ἡ κατάθεσις.........
§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ μήπως δὲν ἔχει ὁ χωροφύλαξ κατάθεσιν;
§177ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ κατάθεσις τῆς χωροφυλακῆς περιλαμβάνεται.
§178Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχει ὁ πεζὸς 6 λεπτὰ παραπάνω διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλὰ, 38 λεπτὰ τὴν ἡμέραν ἔχει ὁ στρατιώτης ὁ πεζὸς καὶ 22 τὸν ἄρτον 60.
§180ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ 20 λεπτὰ ἡ κατάθεσις.
§181ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ κατάθεσιν ἔχει καὶ ἡ χωροφυλακή.
§182ΑΝΤΥΠΑΣ (Γραμματεύς). Κ. Πρόεδρε, ὅλοι θὰ ὁμιλοῦν ἐδῶ εἰς τὸ Προεδρεῖον;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅσοι θέλετε νὰ ἐνταμόνετε μὴ βουλευτὰς, παρακαλῶ νὰ πηγαίνετε εἰς τὰ δωμάτια, διότι ἐδῶ εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ προσέρχωνται ἄλλα πρόσωπα.
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τοὺς εἰδήμονας ὁ στρατιώτης ὁ πεζὸς λαμβάνει 24 δραχμὰς, ὁ δὲ χωροφύλαξ λαμβάνει ὁ τῆς δευτέρας μὲν τάξεως 37:80, ὁ δὲ τῆς πρώτης τάξεως 40 δραχμὰς, ὁ ἐνωμοτάρχης λαμβάνει 48 καὶ ὁ ὑπενωμοτάρχης 44. Τέλος πάντων, Κύριοι, τὸ μισθολόγιον τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ διατάγματος, ἐστηρίζετο πρῶτον μὲν εἰς τὸν ἀρχικὸν ὀργανικὸν νόμον, καὶ δεύτερον εἰς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἔκαμον τὰ βουλευτικὰ σώματα, καὶ ὁ ὀργανικὸς νόμος ἐτήρησε τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων σωμάτων. Εἰς τὴν μισθοδοσίαν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν οὐδέποτε ἀπεφασίσθη μία αὔξησις, χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνῃ συζήτησις σπουδαία, διὰ νὰ πεισθοῦν αἱ Βουλαὶ, ὅτι τῳόντι ὑπάρχει ἀναλογία καὶ διατηρεῖται. Ὁποῖον ἔκτακτον γεγονὸς, Κύριοι, παρουσιάσθη μετὰ τὰ τριάκοντα ἔτη, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τριακονταετίαν δὲν ὑπῆρχεν, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς αὔξησις εἰς τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ στρατιώτου τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατιώτου τοῦ πεζικοῦ, νὰ προστεθῇ νέα αὔξησις δραχ. 5 καὶ εἰς τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ χωροφύλακος καὶ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὅπλων, νὰ προστεθῇ διαφορὰ νέα 10 δραχμῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ μίαν αὔξησιν 266,000 δραχμῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐζῶμεν μόνον μὲ δάνεια; Κ. Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡσυχία......
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι! ὅσοι δὲν θέλουν νὰ κάθηνται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ δωμάτια.
§186ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, λέγω, ἐζῶμεν μὲ δάνεια, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν καὶ τὰ δάνεια αὐτὰ δὲν μᾶς ἦσαν εὔκολα; Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν τὸ διάταγμα τοῦτο ἐξεδίδετο πρὸ τοῦ 1854, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν πρὸ τοῦ 1854, τὸ ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ τῶν νέων αὐτῶν μέτρων μίαν σπουδαίαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ.
§187ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ κάμουν ἡσυχίαν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ὁμιλῆτε.
§189ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὅλοι μαζευμένοι εἰς τὴν θερμάστραν.
§190ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς τοῦ περιβόλου ὑπάρχουν πολλὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτὸν, καὶ αὐτὰ θορυβοῦν.
§191ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τὰ κάμνομεν.
§192ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ νὰ μὴ καπνίζουν.
§193ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπομεν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἤνοιξε δουλιὰ καὶ νὰ τὰ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηρήσατε ἡσυχίαν, καὶ νὰ ἐξέλθουν τοῦ περιβόλου οἱ μὴ βουλευταί.
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τὰ 1854, ὅτε κατηργήθησαν τὰ σώματα τῆς ὁροφυλακῆς, μὲ τὰ ὁποῖα συνεμερίζετο ἡ χωροφυλακὴ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ πεζικὸν εἰσῆλθεν εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν· καὶ εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ σᾶς ἀναμνήσω· ὑμεῖς ἀναμφιβόλως γνωρίζετε πόσας ἀνδραγαθίας, πόσας ἐπιτυχεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας ἐνήργησε τὸ πεζικόν. Τί ἀπῄτει λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη; τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἐὰν πνεῦμα δικαιοσύνης τῳόντι μᾶς ὡδήγει εἰς τὰς πράξεις μας; ἐὰν δὲν προσηλούμεθα μὲ πολὺν φανατισμὸν εἰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μᾶς παρουσιάζονται ἢ αἵτινες διέρχονται ἀπὸ τὴν κεφαλήν μας; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προβλέπωμεν καὶ μακρύτερον. Δὲν παραβλέπομεν μίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερεν ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῆτε καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερε τὸ πεζικόν· ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἤμεθα ἀμερόληπτοι μεταξὺ ἴσων ἐκδουλεύσεων καὶ ἴσων δικαιωμάτων, ἔπρεπεν, ἐὰν ὁ μισθὸς ἦτον ἀνεπαρκὴς, ἐὰν δὲν ἦτον ἀνάλογος....
§196ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶναι κατάστασις συζητήσεως, ἐκεῖ εἶναι μία σπεῖρα, ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει ν’ ἀκούωμεν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, παρακαλῶ νὰ καταλάβητε τὴν θέσιν σας.
§198ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ κλείσουν τὴν θύραν ἐκείνου τοῦ δωματίου, τὸ ὁποῖον κατέστη καφφενεῖον καὶ νὰ σβύσουν τὰ φῶτα διὰ νὰ ἡσυχάσουν....
§199ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν δὲν παύσῃ αὐτὸς ὁ θόρυβος, θὰ φύγωμεν.
§200ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔπρεπε, λέγω, ἐὰν ὁ μισθὸς ἐθεωρεῖτο δυσανάλογος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, πρὸς τοὺς κινδύνους καὶ πρὸς τοὺς καρποὺς, ν’ αὐξήσῃ ἐπίσης καὶ διὰ τὸ πεζικὸν, καθὼς ἔμελλε ν’ αὐξήσῃ καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συμμερίζονται τὰ αὐτὰ δεινὰ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ αὔξησις καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ, φυλαττομένης μιᾶς διακρίσεως ἀναλόγου μ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία φυλάττεται καὶ εἰς τοὺς παλαιοὺς κανονισμούς. Ἀλλ’ ἔπρεπε πάντοτε νὰ αὐξήσῃ. Ἐὰν ὅμως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἀπῄτει οὐδεμίαν αὔξησιν, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, εἰς τὴν μισθοδοσίαν τοῦ στρατοῦ, αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἀπέκλειε τὴν διάκρισιν ἀπὸ τ’ ἄλλα σώματα, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἐκδώσαντας τὸ διάταγμα ἐκεῖνο νὰ φανῶσι μεροληπτικοὶ ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς; Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φέρωμεν διάκρισιν, ὄχι· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι παραπολὺ μωρὸς ἤθελεν εἶσθαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζητήματα τοιαῦτα ἤθελε νομίσει ὅτι, διότι δὲν ζητεῖ τὴν διόρθωσίν των, δὲν ἤθελον μολοντοῦτο φέρει καὶ ἓν κακὸν ἀποτέλεσμα. Ὑποθέτω ὅτι ἓν ἀπόσπασμα στρατοῦ ἀπαντᾷ μίαν λῃστρικὴν συμμορίαν καὶ ὅτι εἰς τὸ πλάγι ἑνὸς χωροφύλακος εὑρίσκεται πεζὸς στρατιώτης πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν πολεμῶν· ἠξεύρετε, πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας τί δύναται νὰ συμβῇ, ἐὰν διατηρηθῇ αὐτὴ ἡ ἀνισότης, ἀνισότης, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἡ ὁποία ἐπλάσθη διὰ μιᾶς καὶ ἐπλάσθη ἀπὸ ἀμέθοδον χεῖρα; διὰ τοῦτο, κύριοι, πολεμοῦντες αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ προυπολογισμοῦ, δὲν ἐννοοῦμεν διόλου ν’ ἀρνηθῶμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὴν παρελθοῦσαν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία ἡ χωροφυλακὴ νὰ λαμβάνῃ μεγάλον μισθὸν, δὲν ἐννοοῦμεν διόλου νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε προσέφερεν· ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν πῶς συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἄνευ λόγου ἐπλάσθη· ἀδικίαν, ἡ ὁποία γεννηθεῖσα μετὰ τὰ 1854 δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τοῦτο ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἀποκλειστικῶς διατηρεῖ τὴν τάξιν, ἀποκλειστικῶς καταδιώκει τὴν λῃστείαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὅταν, κύριοι, ἦσθε μάρτυρες, ἦσθε οἱ ἐκτελεσταὶ μάλιστα τῶν πρώτων καὶ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐφέρατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὅταν ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ στερήσητε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἀποκόπτοντες τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ ἐκτελῇ δημόσια ἔργα, τὸ νὰ κατασκευάζῃ ὁδοὺς, ὅταν καταργῆτε τοὺς βαθμολόγους, ὅταν προτείνετε τόσα καὶ τόσα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους συζητεῖτε, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν δὲν ἤμεθα δικαιολογημένοι, νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ἐξογκώσεως τοῦ προυπολογισμοῦ ἐκ 200 χιλιάδων δραχμῶν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ καὶ ἐκ 240 χιλιάδων, νομίζω, καθόσον ἀφορᾷ τήν αὔξησιν τῆς δυνάμεως. Εἴμεθα ἐναντίοι προσέτι, καὶ σᾶς ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν, διότι ὅσον μεγαλειτέραν ἰδέαν ἔχετε ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς, τόσον χειροτέραν ἐντύπωσιν πρέπει νὰ σᾶς κάμῃ ὅτι κατηργήθησαν τὰ προσόντα της. Καὶ τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ παρελθὸν, μὴ ἐλπίζετε ὅτι θέλετε τ’ ἀπολαύσει καὶ εἰς τὸ μέλλον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶμαι σύμφωνος μὲ τοὺς προτείναντας τὴν ἀπάλειψιν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ Κ. Πλέσσας, καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς.
§202ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ψηφοφορία.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖται ὁ Κύριος Πλέσσας;
§204ΠΛΕΣΣΑΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ψηφοφορίας, παραιτοῦμαι.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς παραιτεῖται;
§206ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω πολὺ, ἐὰν μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω λέξεις, ἐκτὸς, ἐὰν θέλετε αὔριον.
§207ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§208ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, εἴμεθα εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἀγαπᾶτε νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς παρατηρεῖ, ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§210Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιστεύω, ὅτι κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν ἐλησμόνησε τὴν φοβερὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ διατάγματος τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, διότι δὲν εἶχεν ἕτερον σκοπὸν, ἢ νὰ ἐντυπώσῃ, ὅτι ἦτον ἐκτὸς τοῦ νόμου. Δύω ζητήματα παρουσιάζονται ὑπ’ ὄψιν σας, τὸ νομικὸν ζήτημα καὶ τὸ οὐσιαστικόν. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λαλήσω ὡς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ἐπ’ ὀλίγον. Κύριοι, διὰ τρεῖς λόγους ἐπολέμησα τὸ διάταγμα περὶ χωροφυλακῆς, καὶ τοὺς λόγους ἐκείνους τοὺς ἐθεώρησα σπουδαίους καὶ τοὺς θεωρῶ καὶ νῦν ἔτι. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ μισθοδοσίαν ἄνευ νόμου, ὁ δεύτερος λόγος ἦτο ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἄνευ νόμου, ὁ τρίτος λόγος, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ καταστρέψῃ τὸν κανονισμὸν καὶ δι’ ἑνὸς διατάγματος νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς· τὰ δύω πρῶτα τὰ ἐπολέμησα διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐγένοντο νομίμως, τὸ δεύτερον κατὰ πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐνοήσω πῶς δύω ἀρχαὶ νὰ σύρουν τὸ σῶμα χωρὶς νὰ τὸ ἀφίνουν νὰ ἐνεργῇ ἐλευθέρως· τότε ἡ πεῖρα ἐδικαίωσε τὸν φόβον μου, καὶ σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν μὴ δυνάμενον νὰ βαδίσῃ διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ 6 ἄρθρου περὶ καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς. Εἶχον δίκαιον τότε καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο ὑποστηρίζει σήμερον ἡ κυβέρνησις. Ἡ Βουλὴ τότε τὸ εἶπε παραδεχομένη, ὄχι τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκάμομεν, ἀλλὰ τὴν δικαιολόγησιν τῆς κυβερνήσεως, τὴν ἀνάγκην. Κατὰ συνέπειαν τὸ νομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν, κατέπεσεν ἐνώπιον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Κύριοι, εἶπον τότε, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ αὐξήσητε τὴν μισθοδοσίαν ἄνευ νόμου· δὲν εἶπον, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ αὐξήσητε τὴν μισθοδοσίαν ἀπολύτως, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον παραλογισμός. Εἶπον δὲν δύνασθε ν’ αὐξήσητε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς ἄνευ νόμου, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπολύτως, διότι τοῦτο ἦτο παράλογον, ἤθελον ὅμως ν’ αὐξήσῃ διὰ νόμου καὶ αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα μου. Ἀλλ’ ἡ νομικὴ αὕτη παράβασις ἠθωώθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Μένει τὸ δεύτερον ζήτημα, θέλει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸν μισθὸν ναὶ ἢ ὄχι; Εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον δὲν δύναταί τις ἢ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ δώσῃ τὸν μισθὸν καὶ μή. Πολὺ ἐλυπήθην, Κύριοι, διότι ἡ συζήτησις ἐξελθοῦσα τῶν νομικῶν βάσεων, εἰς τὰς ὁποίας στηριχθεὶς ἄλλοτε ἐπολέμησα τὴν κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Κυρίου Κουμουνδούρου, ἔπεσεν εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ τί ἠκούσατε ἐντεῦθεν; κρίσεις, ἐπικρίσεις καὶ κατακρίσεις κατὰ τῆς χωροφυλακῆς, ἢ κατὰ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν καθηκόντων τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ, καὶ τέλος πάντων μίαν σύγχυσιν, ἡ ὁποία εἰς κανὲν σημεῖον δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Ἕκαστον σῶμα στρατιωτικὸν ἔχει, κύριοι, καθήκοντα, τὰ ὁποῖα διέγραψεν ὄχι ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ ἀλλ’ ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων. Πιστεύετε, ὅτι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς τὰ μετέφερεν εἰς τὸν τόπον μας ἡ κεφαλὴ τοῦ Ῥόσνερ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἡ τοῦ Μάουερ; τὸ μετέφρασεν ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἔπρεπε νὰ ἰδῆτε ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὸν σχηματισμὸν, ποῖον λόγον ἔχει εἰς τὰς μάχας τὸ σῶμα τοῦτο, εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν νόμων καὶ τόσα ἕτερα καθήκοντα ἄπειρα. Καὶ ἕνα ἕκαστον τῶν καθηκόντων, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν διάταξιν, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πεῖρα, ἀποκτηθεῖσα ἐν διαστήματι πολλῶν αἰώνων καὶ διὰ τῆς χύσεως πολλῶν αἱμάτων. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ μετρηθῇ μὲ τὸν διαβήτην τῆς ἐπινοίας ἢ τῆς φαντασιοσκοπίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου; Ὅ,τι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι κεκλημένη νὰ ἐκτελέσῃ, κανὲν σῶμα δὲν δύναται νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, διότι ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, εἶναι ὑπὸ μορφὴν στρατιωτικὴν καὶ ἐνεργεῖ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν νόμων τοῦ κράτους· ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ὅλων τῶν ὑπουργείων. Ὑπάγεται ὁ στρατὸς ὅμως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ὅλων τῶν ὑπουργείων; ὄχι· ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλως εἶναι τὸ ὑπουργεῖον τῆς κυβερνήσεως· ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κράτους δὲν δύνανται ν’ ἀποτανθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἔχουν ὅμως ἁρμοδιότητα ν’ ἀποτανθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἕτερον σῶμα, διότι ὁ νόμος διαῤῥήδην ἀντίκειται εἰς τοῦτο· τὸ ἔργον, ὃ κάμνει τὸ πεζικὸν, δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἡ χωροφυλακὴ, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον κάμνει τὸ ἱππικὸν, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὸ πεζικόν. Ὅλα ταῦτα ἀντίκεινται εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν. Δὲν ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ κατακρίνωμεν τὸ σῶμα τοῦτο, διότι τὸ σῶμα τοῦτο ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Σᾶς λέγω, Κύριοι, τώρα ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα τοῦ μισθοῦ, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος ἐντελῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Αἱ μισθοδοσίαι διαφέρουν εἰς ὅλα τὰ σώματα καὶ εἰς ὅλα τὰ ὅπλα καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε ἐμέ· ἀνοίξατε τὰ φύλλα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλον μισθὸν ἔχει τὸ πεζικὸν, ἄλλον τὸ ἱππικὸν, ἄλλον τὸ πυροβολικὸν, ἄλλον οἱ πυροσβέσται, ἄλλον ἡ χωροφυλακὴ, ὥστε ἡ ἰσότης τῆς μισθοδοσίας δὲν εἶναι καθαρὰ εἰς κανὲν σημεῖον. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις διατὶ ἐπολέμησες τὸ διάταγμα; τὸ ἐπολέμησα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸ πολεμῶ, διότι ἀντὶ τὸ ἔθνος νὰ δώσῃ τὴν ἐπιχορήγησιν, ἂν ἦτο ἀνάγκη, τὴν ἔδωσεν ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ δώσῃ, διότι ἡ κυβέρνησις τότε ἀντιποιεῖται τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ προαγορεύσας φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁ ἴδιος ἦλθεν εἰς βοήθειάν μου πρὸ ὀλίγου· τί εἶπε; σεῖς ἔχετε τὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπὸ σᾶς πρέπει νὰ κατέρχεται πᾶσα δύναμις, ὅπως ἀποτρέπῃ τὰς καταχρήσεις, σεῖς εἶσθε τὸ Ἔθνος. Ναὶ ἡμεῖς εἴμεθα τὸ ἔθνος, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου δὲν ἦτο σύμφωνος εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι οἱ τύποι ἦτο ἐμπόδιον εἰς τὴν οὐσίαν (γέλως). Κύριοι, κανεὶς δὲν σᾶς λέγει ἀλήθειαν, ἂν σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὴν χωροφυλακὴν, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμά της, ἀλλὰ πῶς; διὰ νόμου. Ἂν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς καὶ ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐπήρκει, ἤθελον ἔλθει νὰ σᾶς εἴπω· ἵνα διοικηθῇ τὸ Κράτος, ἔχομεν ἔτι χρείαν 100 χωροφυλάκων καὶ τῆς ἀναγκαίας αὐτῶν δαπάνης· ἂν σεῖς ἐλέγετε ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη, ἤθελον παραιτηθῆ, ὅπως ἔλθῃ ἕτερος. Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὴν χωροφυλακὴν διὰ νόμου, καθὼς καὶ τὸν μισθὸν αὐτῆς ἐπίσης διὰ νόμου. Δὲν ἐπαρκεῖ ὁ μισθὸς τῆς χωροφυλακῆς, δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά της; ἀνήκει εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν διὰ νόμου. Μήπως ὁ μισθὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ηὔξησε, διότι κατὰ τὰ 59 ἐγένετο γενικὸς νόμος περὶ μισθοδοσίας τοῦ στρατοῦ καὶ τότε ἔλειψαν τὰ παράπονα. Βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐγένετο αὔξησις καὶ ἦτο ἔντιμος, νόμιμος, δικαία, διότι ἔγεινε διὰ νόμου. Τώρα, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν αὐτὴ ἡ αὔξησις ἐγένετο νομίμως ἢ ὄχι, διότι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶπεν ἄλλοτε ὅτι λόγῳ ἀνάγκης ἐγένετο, ἂς γίνῃ ἤδη νόμος, ὅτε πλέον ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσητε οὕτως ἢ ἄλλως. Ἐπιτρέπουν οἱ πόροι τοῦ κράτους νὰ δώσητε χρήματα; δώσατε· δὲν ἐπιτρέπουν; μὴ δώσητε· εἶσθε ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ δικαιώματός σας, εἶσθε ἀνεξάρτητοι νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε, καὶ ἡ κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματί της νὰ προτείνῃ ὅ,τι θέλει εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα μένει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ἴδια καθήκοντα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῶμεν τὸν στρατόν. Ἂν θέλετε νὰ κάμετε τὸν στρατὸν χωροφυλακὴν, θὰ τὸν καταστρέψετε, ἀλλ’ εἶναι τινὲς ὑπηρεσίαι, καθ’ ἃς δύνασθε νὰ προσκολλήσητε τὸν στρατὸν χωρὶς νὰ τὸν καταστρέψητε, π. χ. εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἕκαστος χωροφύλαξ κοστίζει εἰς τὸ ἔθνος ἐπέκεινα τῶν 700 δραχμῶν, ἕκαστος στρατιώτης κοστίζει 400 δραχμάς, βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ κοστίζει περισσότερον, 700 ὡς ἔγγιστα δραχμὰς θέλετε δι’ ἕκαστον ἄνδρα καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀποφύγετε, καὶ ὁ λογαριασμὸς ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐξήσεως. Νομίζετε, ὅτι εἶναι πολὺ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; νὰ τὸ ἐλαττώσωμεν· νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀλίγον; νὰ τὸ αὐξήσωμεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι συνεπὴς μὲ ὅσα καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον καὶ ἐννοῶ πάντοτε, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο πρέπει νὰ καταστραφῇ ὡς πρὸς τινὰς διατάξεις του καὶ ἐννοῶ πάντοτε, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν χωροφυλακὴν ν’ αὐξήσῃ καὶ τὸν στρατὸν αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ νόμου. Τώρα ἡ χωροφυλακὴ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐσχηματίσθη εἶχε χιλίους ἄνδρας μέχρι τοῦ 47, ὅτε ὁ μακαρίτης Τζαβέλας ἔκαμε τὴν πρώτην αὔξησιν· τὸ σῶμα δὲ τῆς χωροφυλακῆς ὡσαύτως κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ηὔξησε κατὰ 30 ἐνωμοτίας· τὴν τελευταίαν δὲ αὔξησιν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ὅτε διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ηὔξησε κατὰ 40 ἐνωμοτίας. Βεβαίως, κύριοι, οἱ ἁρμοδιώτεροι διὰ νὰ ἐπιφέρουν γνώμην, ἂν ἡ χωροφυλακὴ εἶναι ἀρκοῦσα ἢ μὴ, ἂν χρῄζῃ ὀλιγωτέρων χωροφυλάκων ἢ μὴ, ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, διότι ὅστις νομίζει ὅτι καθήμενος εἰς τὸ σπῆτί του καὶ μὴ ἐνεργῶν καμμίαν ὑπηρεσίαν, ἢ μὴ ἔχων σχέσιν πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δύναται ν’ ἀποφανθῇ ὡς ἐκ τρίποδος, ὅτι τοῦτο νομίζει πολὺ καὶ ἐκεῖνο ὀλίγον, εἶναι εὔκολον νὰ τὸ πράττῃ, ἀλλὰ δὲν πράττει τὶ ἀληθές· τοῦτο τὸ γνωρίζει κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, διότι εὑρίσκεται εἰς ὅλας τὰς σχέσεις τῆς ὑπηρεσίας, καθότι τῷ ὄντι ἡ προσθήκη τῆς Ἑπτανήσου, ἡ κατάργησις τῆς διοικητικῆς αὐτῆς ἀστυνομίας, καὶ ἄλλα τοιαῦτα δύνανται νὰ φέρουν τὴν αὔξησιν. Ταῦτα λοιπὸν τὰ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ὠθεῖ καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Συμπεραίνων λοιπὸν λέγω, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅσα κατὰ τῆς χωροφυλακῆς εἶπον οὐσιαστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, οὐδόλως εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοὺς λόγους, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τότε πρᾶξίν του, διότι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τότε ὑπῆρχον, πάντοτε ὑφίστανται, διότι ἦσαν νομικοί. Ἐννοῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ ἢ νὰ παραχωρήσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει· τώρα ἂν θέλετε νὰ κάμετε οἰκονομίαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ βλάψῃ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ τὴν κάμωμεν· ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὴν οἰκονομίαν καὶ σεῖς τὴν ἐγκρίνετε, τότε ἡ Κυβέρνησις ἂς ἀποφασίσῃ, διότι ἠξεύρετε καὶ τί ἄλλο συμβαίνει, ἔχομεν καὶ ἕτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίσωμεν, διότι εἶναι καὶ ὁ ἐξ ὑποκειμένου φόβος· ποῦ ἠξεύρω ἐγὼ πῶς σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ποίους φόβους ἔχουν· πιθανὸν νὰ γνωρίζουν ὅτι ὁ κόσμος θὰ χαλάσῃ, ἂν δὲν αὐξήσῃ ἡ χωροφυλακή. Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν ἐξ ὑποκειμένου φόβον.
§211ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (μέλος τῆς ἐπιτροπῆς). Καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα διὰ νὰ διευκρινήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην. Τὸ ζήτημα τὸ σημερινὸν τὸ τῆς χωροφυλακῆς, συνοδεύεται καθὼς βλέπετε ὅλοι, μὲ ἕν προηγούμενον, μὲ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς διατάγματος, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος καὶ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη· καὶ ἡ μερίς, μετὰ τῆς ὁποίας ἐψηφοφόρησα, ἦτον ἐναντία τοῦ ὑπουργείου. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐν ὀλίγοις ν’ ἀναφέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τότε κατεψηφίσαμεν τὸ διάταγμα. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο, διότι ἦτο καθαρῶς ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν μία Κυβέρνησις δύναται νὰ παραβιάζῃ ὅρους τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐνεργῇ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι τὸ διάταγμα κατεπάτει κατάντικρυς νόμους ὑπάρχοντας περὶ μισθοδοσίας καὶ περὶ δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς· δὲν ἀναφέρω τὰ διατάγματα, διότι δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλήν. Τρίτον, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον αὐτό, τὴν ἔκτακτον περίστασιν, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον αὐτό. Τέταρτον, διότι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου αὐτοῦ, κατ’ ἐμὲ, ἦτο ἐσφαλμένη, λανθασμένη. Πέμπτον, διότι ἔγινεν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὅτι κρίσις ἐπέκειτο οἰκονομικὴ, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξογκώσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε ν’ ἀναφέρουν, εἶχον καὶ ἕτερον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον κατέκρινα τὸ διάταγμα· λόγον, ὁ ὁποῖος ἔχει σχέσιν μετὰ τοῦ σημερινοῦ ζητήματος καὶ μετὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θέλομεν δόσει σήμερον. Εἶναι ὁ ἀκόλουθος λόγος, ὅτι ἓν τοιοῦτον διάταγμα, τὸ ὁποῖον τοιαύτας καὶ τηλικαύτας συνεπείας εἶχεν. Ὅταν ἔγινεν αὔξησις ἑνὸς σώματος καὶ σώματος συγκειμένου ἐξ ἐθελοντῶν, οἵτινες δὲν ἔχουν ἑτέρας ὑποχρεώσεις ἢ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν κανονισμῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ὑπηρετεῖν, ὡς εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, ὑπάρχει ὁμολογουμένως ἓν συνάλλαγμα μεταξὺ τοῦ δεχομένου τὴν ὑποχρέωσιν στρατιώτου καὶ τῆς ἐξουσίας. Τὸν τοιοῦτον ἐθελοντὴν δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ τὸν ἀποπέμψητε τοῦ στρατοῦ, ἄνευ σκανδάλων, τοιαύτη ἀρχὴ εἰς τὸν στρατὸν δὲν γίνεται δεκτὴ ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ ἀποστολῆς εἰς ἄδειαν στρατιωτῶν, ἡ ἄδεια αὕτη δὲν ἐθεωρεῖτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς ἐθελοντάς, διότι ἔρχονται ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑπηρετήσουν καὶ οὐχὶ νὰ καθήσουν εἰς ἀργίαν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ν’ ἀποπεμφθῶσιν· τουλάχιστον ἂν δὲν εἶναι νομικὴ ὑποχρέωσις, εἶναι ἠθικὴ ἡ ὁποία εἶναι σεβαστή. Τὸ δεύτερον, ὅταν δίδεται μία μισθοδοσία εἰς τὸν στρατὸν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, εἶναι αἰσχρὸν νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέσῃ ἡ Βουλή. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην διὰ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ μὲν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον παρηνόμησε, τὸ ἀπαλλάττω, ἀφαιρῶ δὲ τὸν ἄρτον ἀπὸ σὲ τὸν χωροφύλακα· τοῦτο δὲν εἶναι ὀλιγώτερον παρὰ αἰσχρόν. Ἐγὼ λοιπὸν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας δὲν θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου, ὥστε νὰ ἐλαττωθῇ ἡ μισθοδοσία τοῦ στρατοῦ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δύναμιν λέγω, ὅτι, καί τοι ὑπαρχούσης τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δύναμιν ἡ ἐξουσία, ἂν τὴν θεωρῇ ὑπερβολικὴν χωρὶς νὰ προβῇ εἰς σκανδαλώδη μέτρα.
§212ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ δώσω νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι οὔτε τότε οὔτε τώρα μετενόησα, ἔχω πάντοτε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον πάντοτε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως καὶ τῆς μισθοδοσίας δὲν ἦλθε νομίμως, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου...... (θόρυβος).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης διετύπωσε τὴν πρότασίν του ὡς ἑξῆς «νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 150 ἐνωματίας καὶ ὁ μισθὸς νὰ ἐπανέλθῃ ὡς ἦτο πρότερον.» Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§214ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ διαιρέσετε τὸ ζήτημα· δηλ. πρῶτον νὰ ἐρωτήσητε περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς δυνάμεως, καὶ μετὰ ταῦτα περὶ τῆς μισθοδοσίας.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη· πρῶτον νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 150 ἐνωματίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ δεύτερον ζήτημα τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ μισθοδοσία ὡς ἦτο πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κεφάλαιον περὶ χωροφυλακῆς ὡς εἶχε.
§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6½.