1865.12.21
2.199 στίχοι · 18.001 λέξεις · 258 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 91
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1865.
(Τρίτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως πρακτικά.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Λειβαδᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὴν μυστικὴν ἀνάκρισιν· ἑτέραν πρότασιν νόμου περὶ ἐγγυήσεως τῶν ὑποδίκων. Οἱ κύριοι Ῥωμαῖος, Ζερβὸς, Λοῦδρος καὶ Κωνσταντᾶς ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου καὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὁ κ. Ζέρβος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως τῆς Ἑπτανήσου. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς διατάσσει, ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νὰ τελειώσῃ εἰς τὴν ά. σύνοδον. Εἶδον μὲ λύπην μου τὰς δύω γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν εἶναι δίκαιον καὶ παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἠμπορέσῃ νὰ καταρτίσῃ ἓν νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς συνόδου, τὸ ὁποῖον νὰ συζητήσωμεν. Ἂν ᾖναι δὲ καὶ κατά τι ἐλλειπὲς, ἡ ἄλλη σύνοδος τὸ τελειοποιεῖ.
§5ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρῶ, ὅτι, κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καθῆκον νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην της· ὑπεβλήθησαν λοιπὸν δύω γνῶμαι. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ τὴν πρότασιν οὐχὶ τόσον εὔλογον, διότι πᾶς τις δύναται νὰ προτείνῃ οἱονδήποτε νόμον θέλει (θόρυβος).
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐπιτροπῆς τὸ καθῆκον εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας τροπολογίας. Ἐὰν δὲ ᾖναι ἐλλειπῆ, ὀφείλει νὰ συντάττῃ σχέδιον νόμου κτλ. Δὲν ἐννοῶ εἰς τὶ θὰ χρησιμεύσῃ μία ἁπλῆ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπεβλήθησαν δύω νομοσχέδια καὶ ἐστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της· ἐὰν τὰ εἶδεν ἐλλειπῆ, ὤφειλε νὰ συντάξῃ νέα νομοσχέδια.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρακαλεῖ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθουν διὰ νὰ σκεφθοῦν τὶ πρέπει νὰ πράξουν.
§8Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Κρεστενίτην, ὅστις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ πολλοῦ, ὡς καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ γίνεται, νομίζω, μνεία περὶ τούτου. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα προτάσεως νόμου, ἀλλὰ εἶναι τινὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν καὶ πεῖραν καὶ φῶτα καὶ μελέτην μεγάλην. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἀκόμη εἰς καιρὸν νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς αὐτῶν τῶν δέκα ἡμερῶν νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τέλειον. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκῃ καιρόν, ἡμεῖς ὀφείλομεν κατὰ προτίμησιν νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν ῥητὴν ἔκφρασιν τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ ἐντὸς δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν ἓν ἔργον τελειότερον, δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν κανονισμὸν νὰ ἐπιφορτίσωμεν αὐτὴν νὰ τὸ συντάξῃ· ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν, ἐπιμένω, ὥστε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα κατηρτίσθη, δηλαδὴ τὰ δύω νομοσχέδια τὰ προταθέντα καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξετασθέντα, νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ συζητηθῶσι κατὰ προτίμησιν· πάντοτε δὲ ἐννοῶ νὰ ἀφήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην, ὅτι παρέλειψεν ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προπαρασκευάσῃ καὶ εἰσαγάγῃ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§10Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τὶ φρονεῖ.
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζομεν, ὅτι ἕκαστον ὑπουργεῖον, ὅσον ἐφήμερον καὶ ἂν θεωρῆται, θεωρεῖ ἑαυτὸ ἰσόβιον· ὡς ἐκ τούτου δὲν θέλει ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸ εἰς τὸν δεσμὸν τῶν νόμων καὶ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ ποτὲ νόμον περὶ εὐθύνης αὐτοῦ. Ἔχομεν ἔργα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ παρατηρῶ, ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τὸν κανονισμὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκφέρῃ μίαν ἀπόφασιν ὡς ἐκείνας τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προπαρασκευάσῃ αὐτὸν τὸν νόμον· ἡ ἐπιτροπὴ φαίνεται ὅμως, ὅτι καί τινα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως τοὺς μυρίζει ὑπουργεῖον, καὶ θέλουν καὶ αὐτοὶ νὰ ᾖναι ἐλεύθεροι. Ἡμεῖς λοιπὸν ζητοῦμεν τὸν νόμον, κ. Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ εἰς τὴν πρώτην σύνοδον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον.
§13Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ νόμον· εἶναι παροῦσα· τί λέγει;
§14ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον.
§15ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὅταν ἐκλήθη εἰς μίαν ἐπερώτησιν, εἶναι ἀνάξιον νὰ ἐξέρχωνται βουλευταὶ καὶ νὰ τὸ ὑπερασπίζωνται.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε τὴν Κυβέρνησιν, τὶ φρονεῖ ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως· ὄχι νὰ τῆς εἴπητε, φέρε τὸ δεῖνα ἀντικείμενον· ποῦ τὸ εὑρίσκετε τοῦτο;
§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνταγματικώτατον εἶναι κανεὶς νόμος νὰ μὴ εἰσάγεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§19ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον δὲν ἔκαμε κακὰ, ἐξ ἐναντίας εὐκόλυνε τὴν ὡριμότητα τοῦ νομοσχεδίου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερεν οὐδεμίαν γνώμην.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ἔφερε γνώμην.
§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔφερε καὶ τὴν ἐκθέτει εἰς τὴν ἔκθεσίν της. Τώρα ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, πρέπει νὰ τὸ συζητήσῃ ἄνευ νέας ἐπιτροπῆς, ἢ χωρὶς νὰ παρακαλέσῃ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἰδίαν νὰ ἐπανανέλθῃ εἰς νέαν συζήτησιν. Ἐὰν θέλουν νὰ ἐπανέλθουν καὶ νὰ τροποποιήσουν τὰς ἰδέας των, ἠμποροῦν ἀξιόλογα νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἰδοὺ, ἡ πρότασις τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον ἔχει καλῶς. Ἄλλως ἡ Βουλὴ διορίζει μίαν ἄλλην ἐπιτροπήν. Τὸ νομοσχέδιον τῳόντι εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι πρωτοφανὲς, δὲν τὸ ἔχει κανὲν συνταγματικὸν ἔθνος. Τώρα ἡ Βουλὴ θὰ τὸ συζητήσῃ ὅποτε θέλει. Τί ἀνάγκην ἔχει τῆς γνώμης τοῦ ὑπουργείου; Τὸ ὑπουργεῖον εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν θὰ λάβῃ μέρος; θὰ συζητήσῃ; μᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ Βουλὴ, ὡς ἐκ τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἠναγκασμένη αὐτὸν τὸν νόμον νὰ τὸν τελειώσῃ. Λοιπὸν συμπεραίνων λέγω, ὅτι, ἐὰν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐξηγηθοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐπανέλθουν, δεχόμεθα· δὲν θέλουν; ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ ἐκλεχθῇ νέα ἐπιτροπή.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ χάσωμεν μίαν ἡμέραν νὰ κάμωμεν νέαν ἐκλογήν. Ἄλλως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως; καὶ προχωροῦμεν.
§23ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησα ὥστε ὁ φορολογικὸς νόμος νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Ἕως τώρα δὲν ἐγένετο τοῦτο. Εἶναι ἀναγκαῖον, κ. Πρόεδρε, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ νόμοι συζητοῦνται καὶ αὐτὸ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε τὸ προεδρεῖον, δὲν δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ φέρῃ τροπολογίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ νόμος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς φέρετε πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὁλοτελῶς δὲν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν; Εἰς τὸ μέλλον, εἶπε, νὰ μὴ σημειόνουν οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι ὁ νόμος ὁ περυσινὸς ἰσχύει καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλὰ νὰ μεταφέρουν ὅλας τὰς διατάξεις.
§25ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ποῦ θὰ τὸν εὕρωμεν αὐτὸν τὸν νόμον;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως.
§27ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Καὶ πρέπει αὐτὰς νὰ τὰς κουβαλοῦν οἱ βουλευταί;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί ὄχι; — Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 3 Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους δύω διαταγμάτων περὶ τῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτικοῦ νόμου, καὶ διαιρέσεως τῶν λιμένων τῆς Ἑπτανήσου. — Διάφοροι κάτοικοι τῆς πρωτευούσης ὑποβάλλουν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνουν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου περὶ οἰκοδομῶν. — Ζητεῖ 1500 δραχ. ἐκεῖνος ὅστις λέγει, ὅτι ἐφεῦρε τὴν μηχανὴν τὴν ἀεικίνητον καὶ ὑπόσχεται μὲ κεφαλικὴν ποινὴν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς του· λέγει δὲ ὅτι θὰ ἀποξηράνῃ καὶ τὴν Κωπαΐδα. — Διάφοροι βουλευταὶ προτείνουν ἵνα ὁ βοηθὸς καὶ ὁ κλητὴρ τῆς Βιβλιοθήκης ὦσι διαρκεῖς. — Ὁ βουλευτὴς Μαστραπᾶς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 10 ἄρθρου ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀφομοιώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας. — Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τουτέστιν εἰς τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἀφομοιώσεως.
§29ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Καλύβα, παρακαλῶ· αὐτὸς ἐξέφρασε μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ· νὰ σταλῇ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἀναφορά.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν διενεμήθη;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον τὸ πρωῒ μόλις. Ἀναγινώσκεται τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἀφομοιώσεως. «Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1866 καὶ πλὴν τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζομένων ἐξαιρέσεων, λαμβάνει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ κειμένη νομοθεσία καὶ παύει ἰσχύουσα ἡ νομοθεσία τοῦ πρώην ἡνωμένου κράτους τῶν Ἰονίων νήσων. Δύναται ὅμως νὰ ἐνεργηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νόμων καὶ πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας διὰ Β. Διαταγμάτων, ἅπερ θέλουσιν ἑκάστοτε ὁρίζει τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑποχρεωτικῆς αὐτῶν ἰσχύος. Ὁ χρόνος οὗτος δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχύτερος τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον μηνὸς ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ἀστικοῦ νόμου τοῦ Βασιλείου δημοσιεύσεως τῶν διαταγμάτων, μεθ’ ὧν θέλουσι δημοσιεύεσθαι καὶ οἱ εἰσαχθησόμενοι νόμοι.»
§33ΖΕΡΒΟΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσαχθῇ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι τὸ ἄρθρον περιέχει τὴν ἰδέαν καὶ ταχύτερα ἀκόμη.
§35ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς λεγομένης ἀφομοιώσεως εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ συνδέεται μὲ τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιστήσει ἐμβριθῶς τὴν προσοχήν της ἐπ’ αὐτοῦ, ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ πρόκειται διὰ μιᾶς νὰ ἀντικατασταθῇ μία ὅλως νέα Νομοθεσία εἰς μίαν Νομοθεσίαν ἤδη ὑπάρχουσαν, ὄχι πρὸ ἐτῶν, ἀλλὰ πρὸ ἑκατονταετηρίδων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ μὲ τὴν ὁποίαν συνεχωνεύθησαν, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, τὰ ἔθιμα, αἱ ἕξεις, αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ ὕπαρξις τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ. Γνωρίζω, διότι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδέποτε ἀπέκρουσα τὴν εἰλικρίνειαν, ὅτι ὑπὸ πλείστων ὑπολαμβάνομαι ὡς ἀνταφομοιωτικὸς, καὶ ἑπομένως, ὅτι οἱ λόγοι μου ἴσως δύνανται νὰ ἐκτιμηθῶσι μὲ πρόληψίν τινα· ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θέλω διασκεδάσει τὴν ἄδικον ταύτην πρόληψιν, ἀφοῦ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι φρονῶ, ὅτι εἷς νόμος ὀφείλει νὰ διέπῃ τὸ Κράτος, ἐν δικαιοσύνῃ ὅμως, ἐν ἰσότητι καὶ νομιμότητι· καὶ φρονῶ τοῦτο, ὄχι ἀποβλέπων εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κάθε λαὸς ἔχει καὶ δικαιοῦται νὰ ἐξασκήσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ ὥστε... (θόρυβος). Μὲ τοιοῦτον θόρυβον δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω. Ὁ Κ. Παδοβᾶς καταβαίνει ἐκ τοῦ βήματος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τις ὁμιλῇ, θέλει τάξιν βεβαίως, θέλει ἡσυχίαν, ἡσυχάσατε.
§37ΤΙΝΕΣ. Ὁρίσατε, Κ. Παδοβᾶ.
§38ΠΑΔΟΒΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου ἐν μέσῳ τοιαύτης ἀταξίας.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τάξις ἐπανῆλθεν. Ὁ Κ. Παδοβᾶς ἀναβαίνει ἐκ νέου τὸ βῆμα.
§40ΤΙΝΕΣ. Εἶπεν ὅτι παρῃτήθη.
§41ΠΑΔΟΒΑΣ. Πολὺ καλὰ, καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἐπιμείνω. Καταβαίνει πάλιν τοῦ βήματος.
§42ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ θεωρηθῇ ὡς μία πίεσις, καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνηται.
§43ΠΑΔΟΒΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀποποιεῖται νὰ μὲ ἀκούσῃ.
§44Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀνεὶς δὲν σᾶς ἐμπόδισε· τί πράγματα εἶναι αὐτά; Θὰ μᾶς ἀπειλήσητε;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Παδοβᾶ, δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται θόρυβος, ὅταν ὁμιλῇ κἀνείς. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε;
§46ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι, διότι, ὡς φαίνεται, οἱ λόγοι μου παρενοχλοῦσι τὴν Βουλήν.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ὁμιλήσατε.
§48ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος πειρᾶται πολλάκις νὰ φαίνηται ἀστεῖος· ἐννοεῖ ὅμως καὶ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας αἱ ὁμιλίαι του κάμνουν εἰς ἐμέ. Ἐξακολουθῶν, Κύριοι, τὸν μυριάκις διακοπέντα λόγον μου, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἀντιτείνω εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀποβῇ αἰτία παραπόνων καὶ δυσχερειῶν εἰς ἕνα λαὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δείξητε αἰσθήματα φιλίας καὶ ἀδελφοσύνης, διὰ νὰ μὴ εἴπω εὐγνωμοσύνης. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἐντιμοποιοῦμαι διὰ βραχέων, διότι δὲν ἔχω οὔτε ἀνάγκην, οὔτε διάθεσιν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς πρὸς παραδοχὴν αὐτῶν, εἴτε ὡς προτάσεων, εἴτε ὡς τροπολογιῶν. Κατὰ τὸ ά. ἄρθρον, «ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1866, καὶ πλὴν τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζομένων ἐξαιρέσεων, λαμβάνει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ κειμένη Νομοθεσία καὶ παύει ἰσχύουσα ἡ Νομοθεσία τοῦ πρώην Ἡνωμένου Κράτους τῶν Ἰονίων νήσων.» Βλέπετε, ὅτι δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου οὐσιωδῶς καταργεῖται σχεδὸν ἅπασα ἡ ἰόνιος Νομοθεσία, καὶ ἀντικαθίσταται ἡ τῆς βασιλευομένης Ἑλλάδος. Ἐκ τούτων φύονται δύω ζητήματα, ἀφορῶντα τὸν ὁρισθέντα χρόνον καὶ τὴν γενικότητα τῶν διατάξεων. Ὡς πρὸς τὸ ἀφῃρημένον τοῦ Νομοσχεδίου ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ὁ Νόμος περιορισθῇ εἰς ἁπλᾶς γενικότητας, ἀλλὰ νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τοὺς διαφόρους νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς προσδιορισθησομένης ἐποχῆς θέλουσιν ἔχει ἰσχὺν καὶ κῦρος ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἵνα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἀποφύγωμεν διενέξεις, περιπλοκὰς καὶ δυσκολίας, ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ διὰ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἄρθρου χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ δὲν εἶναι οὔτε φρόνιμον, οὔτε συνταγματικὸν νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἐπιφάνειαν ἡ ἐκτέλεσις, ἐν πράγματι ὅμως ἡ οὐσία καὶ τὸ νομοθετικὸν μέρος τοῦ Νόμου. Ἐπομένως φέρω μίαν πρώτην πρότασιν, δηλαδὴ νὰ προσδιορισθῶσιν ἀκριβῶς πάντες οἱ νόμοι τοῦ Βασιλείου, οἵτινες μέλλουσι νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακριβώσῃ πόσους καὶ ποίους νόμους τῆς Ἑπτανήσου καταργεῖ, διότι ἡ ἀθρόως καὶ συλλήβδην ἀκύρωσις ἁπάσης τῆς ἑπτανησιακῆς Νομοθεσίας θέλει φέρει δεινὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἀνυπολογίστους βλάβας εἰς τὴν Ἑπτανησιακὸν λαόν. Ἐκ τῆς συμπαραβολῆς τῶν ἑλληνικῶν καὶ ἑπτανησιακῶν Νόμων ἠδυνήθην νὰ καταπεισθῶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ νόμοι ἰσχύοντες ὁλονὲν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἡ ἀθρόως καὶ συλλήβδην ἀκύρωσις ἁπάσης τῆς ἑπτανησιακῆς Νομοθεσίας θέλει φέρει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μείνωσιν ἀκανόνιστα πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐκανονίζοντο παρὰ θετικῶν Νόμων ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Νόμου νὰ ὁρίσῃ καὶ ποῖοι νόμοι τῆς Ἑπτανήσου καταργοῦνται, πρὸς γνῶσιν καὶ ὁδηγίαν τοῦ ἑπτανησιακοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων νόμων μας ἐγεννήθησαν σχέσεις, προσεκτήθησαν δικαιώματα, ἐπεβλήθησαν καθήκοντα, ὥστε δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιεικὲς διὰ μιᾶς νὰ καταργηθῇ ἅπασα ἀδιακρίτως καὶ ἀνεξαρτήτως ἡ ἑπτανησιακὴ Νομοθεσία. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία παρ’ ἐμοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἀξιότιμον ταύτην Βουλὴν, ἔχεται νομιμότητος καὶ ἐπιεικείας, καὶ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν λογικήν. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ὅσων εἶπον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπενθυμίσω διαφόρους νόμους τῆς Ἑπτανήσου, οἵτινες νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἑλληνικὴν Νομοθεσίαν. Ἐν Ἑπτανήσῳ π. χ. ὑπάρχουσι νόμοι εἰδικοὶ κανονίζοντες τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὰ προσόντα καὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἀγρομετρῶν καὶ τῶν πραγματογνωμόνων—σπουδαῖα ἀντικείμενα· ὡσαύτως τὰ ποίμνια καὶ τὰς ἀγέλας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὅπλων, διότι αὐτὸ προνοεῖται καὶ παρὰ τῶν ἑλληνικῶν νόμων, οὔτε περὶ δικηγόρων, ὑποδικηγόρων καὶ ἐξοικονομικῶν τραπεζῶν, διότι τὰ τοιαῦτα συμπεριελήφθησαν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσι νόμοι κανονίζοντες τὰς φυλακὰς καὶ τὴν πειθαρχίαν τῶν φυλακισμένων, καὶ ἀγνοῶ ἂν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχῃ νόμος κανονίζων τὸ ἀντικείμενον αὐτό· ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὴν διατήρησιν τῶν δημοσίων ἐγγράφων· καὶ ἐνταῦθα τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διατροφῆς τῶν φυλακισμένων εἴτε ποινικῶς, εἴτε πολιτικῶς, διότι καὶ αὐτὸ προνοεῖται. Ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰς ἀπολαυὰς αὐτῆς, καὶ τοιοῦτος νόμος ἐδῶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει· ἡ ἀκύρωσις δὲ ἁπάσης τῆς ἑπτανησιακῆς Νομοθεσίας ἤθελεν ἐπιφέρει τὸ ἄδικον καὶ καταστρεπτικὸν ἀποτέλεσμα, ὥστε οἱ Λατῖνοι Κληρικοὶ νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσιν ἀπὸ τοῦδε οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν καὶ μισθοδοσίαν, ἐνῷ ἡ ἐγχώριος Κυβέρνησις κατέχει ἅπαντα τὰ κτήματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀδικία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν θέλει ἀνεχθῇ.
§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Λατινικὴ Ἐκκλησία δὲν ἔχει κτήματα ἐν Κερκύρᾳ.
§50ΠΑΔΟΒΑΣ. Εἶχε, καὶ τώρα τὰ ἔχομεν ἡμεῖς. Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, εἶμαι Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ ὑποστηρίζω τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀναιρέσω ἓν ἱστορικὸν γεγονὸς, ὅπερ ἄλλως τε εἶναι πασίγνωστον καὶ πασίδηλον. Ἅπαντα τὰ ὄχι ὀλίγα κτήματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐν Κερκύρᾳ ἐξελαϊκεύθησαν κατὰ τὸ 1797 παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀκολούθως παρὰ τῆς Ἑπτανησιακῆς πολιτείας πρὸς ὄφελος τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δήμου Κερκύρας. Δὲν ἐξετάζω εἰς ποῖον ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὰ τὰ κτήματα ἀνῆκον, καὶ ἂν πρὸ τῆς κυριαρχίας τῶν Ἀνδηγαυῶν ἀπετέλουν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου τῆς Νήσου, ὡς δωρηθέντα αὐτῷ παρὰ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας· δὲν ἐξετάζω ταῦτα, διότι ἠξεύρετε, ὅτι ἡ παραγραφὴ καὶ ἡ χρησιδεσποτεία εἶναι νόμιμα μέσα, δι’ ὧν προσκτᾶται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν, εἰς ἣν ἐδημεύθησαν, ἦσαν τῆς ἀπολύτου κυριότητος καὶ ἰδιοκτησίας τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τῆς ἀφομοιώσεως νὰ στερήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην ἀπὸ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα λόγῳ ἀντιμέτρου δυνάμει τῆς ἰσχυούσης Νομοθεσίας ἀπολαμβάνει ἐν τῷ πρώην Ἰονίῳ Κράτει. Ἔχομεν ἕτερον Νόμον ἀφορῶντα τὰς οἰκοδομὰς καὶ τοὺς ἀρχιτέκτονας· ὑπάρχει καὶ ἐν Ἑλλάδι παραπλήσιος νόμος, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἔκτασιν καὶ τὰς αὐτὰς λεπτομερείας, διότι δὲν βασίζεται εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, καὶ μάλιστα ἤκουσα σήμερον, ὅτι ἐφέρθη πρότασις περὶ ἀκυρώσεως τοῦ περὶ οἰκοδομῶν νόμου. Ὑπάρχει νόμος, ὅστις κατήργησε τὰ τιμάρια, τὰ καταπιστεύματα, τὰς ἀρχαίας προτιμήσεις, τὰς ἐξαγορᾶς, τὰς ἀντιχρήσεις κτλ. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ διὰ τῆς εἰσαχθησομένης ἀφομοιώσεως ἐννοεῖ νὰ καταργήσῃ αὐτοὺς τοὺς νόμους; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ οὔτε τὸν σκοπὸν, οὔτε τὸ δικαίωμα. Ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ νόμοι κανονίζοντες τὰ περὶ καμίνων καὶ περὶ ἐπεξεργασίας ὀπτῶν πλίνθων καὶ κεραμίδων· ἕτερος κανονίζων τὰ δημόσια ἔργα ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸν διέποντα τὰς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκτελοῦνται· ὑπάρχει νόμος κωλύων ἰδιαίτερά τινα παιγνίδια· ἄλλος κανονίζων τὰς ὑποθήκας καὶ τὰ προνόμια, ὅστις ἐξεδόθη μεταβατικῶς, κατὰ τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη μεταξὺ ἡμῶν ἡ νομοθεσία τοῦ ἔτους 1841. Ὑπάρχει λαοσωτήριος νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὰ κατ’ ἐπιφάνειαν ἐδαφονόμια· δὲν γνωρίζετε τί σημαίνει τοῦτο, ἀλλ’ ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους Κερκύρας, ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους, οἵτινες ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὴν προστασίαν πρὸς καταστολὴν τῆς αἰσχροκερδείας καὶ τῆς τοκογλυφίας, καὶ δὲν πρέπει διὰ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου, ἰδίως τῆς Κερκύρας, ὅπου ἰσχύει δυστυχῶς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος συμβόλαιον, νὰ καταργηθῇ· ὑπάρχει ἕτερος νόμος κανονίζων τὴν κυκλοφορίαν τῶν πολυτίμων μετάλλων πρὸς ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν τῶν ἀγοραστῶν, καὶ ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει καὶ ὁ σπουδαιότατος νόμος τῶν συμβολαιογράφων· αὐτὸς ὁ νόμος μεταξὺ ὑμῶν δὲν ὑπάρχει, καὶ βλέπω μετὰ λύπης, ὅτι ἐν μέρει τροποποιεῖται καὶ ἐν μέρει καταργεῖται, πρὸς βλάβην καὶ κλονισμὸν τῶν τιμαλφεστέρων συμφερόντων, ὧν ἡ ἀπόδειξις ἐρείδεται ἐπὶ διαθηκῶν καὶ συμβολαίων· ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὰς ἀρχαίας ἐγγραφὰς, καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν προνοεῖται παρὰ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας· ὑπάρχει νόμος προσδιορίζων τὰ δικαιώματα τῶν Παργίων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς προσεφέραμεν πολιτικὴν καὶ ἀστικὴν αὐθυπαρξίαν, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ· ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὴν πώλησιν καὶ τὴν παρακαταθήκην τῆς σταφίδος, καὶ περὶ αὐτοῦ, ἂν συμφέρῃ ἡ διατήρησις, ἂς προνοήσωσιν αἱ σταφιδοφόροι νῆσοι· ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὴν πενίαν καὶ ἁλιείαν· ὑπάρχει νόμος ἀφορῶν τὰς ἀρχαίας συντάξεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη διάκεινται ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς συνθήκης· ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ὅστις κανονίζει τὰς συντάξεις τῆς χωροφυλακῆς, πάντῃ διακεκριμμένος καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ μεταγενεστέρου, τοῦ κανονίζοντος τὰς συντάξεις τῶν λοιπῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὲν πρέπει οἱ χωροφύλακες νὰ στερηθῶσι τοῦ πλεονεκτήματος τούτου· ὑπάρχει νόμος περὶ δανείων ἐπ’ ὠφελήματι τῆς γεωργίας.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οὐδέποτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν.
§52ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἂς μείνῃ τοὐλάχιστον ὡς φάσμα, ἴσως τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Ὡσαύτως νόμος περὶ τῶν ἐγχωρίων κτημάτων καὶ προσόδων, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος μέχρις οὗ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τοῦ νέου δημοτικοῦ νόμου πρέπει νὰ τηρηθῇ ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὸ ἅλας καὶ τὰς ἁλικὰς, διότι περὶ τούτου γίνεται μνεία εἰς τὴν ἔκθεσιν· Νόμος ἰδιαίτερος Κερκυραϊκὸς κανονίζει τὰς οἰκοδομὰς ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ τὰς δουλείας, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ὑπηγορεύθη ἀπὸ λόγους καὶ αἰτίας ὑγιεινῆς καὶ δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ· νόμος κανονίζων τὴν ἀποσφράγισιν τῶν ἀρχαίων διαθηκῶν· νόμος κανονίζων (ἴσως ἐδῶ περιμένω ἀντιῤῥήσεις) τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐλαιοδένδρων, ὁ ὁποῖος νόμος ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὴν Κέρκυραν καὶ τοὺς Παξοὺς, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ· νόμος ἀποβλέπων τὰς δρῦς καὶ τὰ βαλανίδια, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεωροῦντο ὡς ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους, νῦν δὲ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας· νόμος ἀποβλέπων τὸ λεγόμενον βούφουρον, ὁ ὁποῖος νόμος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι δὲ οὐσιωδῶς κτηνομίσθωσις, δι’ ἧς ὁ ἰδιοκτήτης παραχωρεῖ τοὺς βόας του εἰς τοὺς γεωργοὺς ἀντὶ ὡρισμένης παροχῆς· αὐτὸς ὁ νόμος ὠφελεῖ τὴν γεωργίαν καὶ πρέπει νὰ σεβασθῇ. Ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὰ ἐξαγόμενα προστύχια, ἅτινα δύνανται νὰ ὦσι καὶ ἐπιβλαβῆ καὶ ὠφέλιμα, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπάρχει ἕτερος νόμος, ὅστις ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὴν Κέρκυραν, καὶ ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸν τρόπον, δι’ οὗ ὁ ἀγρολήπτης τῆς δημοτικῆς Κυβερνήσεως μεταλλάττει τὰ μερίδια καὶ ἐδαφονόμια, τὰ ὁποῖα συνεισφέρει ἐν εἴδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν· αὐτὸς ὁ νόμος ἐξεδόθη ἐπ’ ὠφελήματι τοῦ ἀγρολήπτου καὶ δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ. Βλέπετε ὅτι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ....
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν νὰ διατηρηθῇ αὐτὸς ὁ νόμος.
§54ΠΑΔΟΒΑΣ. Διὰ τὴν συλλήβδην καὶ ἀθρόαν κατάργησιν τῆς Ἰονικῆς Νομοθεσίας ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας, ἵνα μὴ ἀκυρώσωμεν καὶ ἐκείνους τοὺς Ἰονικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡ ἑλληνικὴ Νομοθεσία δὲν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ, ἀφίνουσα ἢ ἀκανόνιστα, ἢ μετέωρα καὶ ἐκκρεμῆ ἢ κλονιζόμενα πλεῖστα δικαιώματα καὶ καθήκοντα προϋπάρχοντα. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκτιμῶσα τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, θέλει εὐαρεστηθῇ νὰ τροπολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, προσδιορίζουσα ἰδιαιτέρως καὶ ἀκριβῶς τοὺς Ἑπτανησιακοὺς νόμους, οὓς ἐννοεῖ νὰ καταργήσῃ, καὶ κηρύττουσα ἀθίκτους καὶ ἀνεπάφους τοὺς λοιποὺς, εἰς οὓς ἡ ἑλληνικὴ Νομοθεσία δὲν παρέχει ἀντικατάστασιν, μετ’ ἐπιφυλάξεως νὰ τοὺς τροπολογήσῃ τακτικῶς, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀπαιτεῖται τοιοῦτον μέτρον.
§55Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύσκολον καὶ περιττὸν συνάμα νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα εἰς τὴν ποικιλίαν τῶν παρατηρήσεων καὶ εἰς τὰς διαφόρους λεπτομερείας ἃς ἔφερεν ἐνώπιόν σας. Θέλω ὅμως ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἐπιτροπῆς ἀπαντήσει ἐξ ὅλων τούτων εἰς τὰ κυριώτερα, ὅπως διασκεδάσω φόβους τινὰς αὐτοῦ καὶ σκιαγραφήσω τὰς σκέψεις, αἵτινες ἐπεκράτησαν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς σας. Ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς, ἢ κάλλιον τὸ παλαιὸν βασίλειον, οὐδέποτε ἐσυλλογίσθη νὰ ἀφήσῃ παράπονα εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους· οὐδέποτε ἡμεῖς ἐφαντάσθημεν, οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ καθιερώσωμεν ἐπὶ τῶν Ἑπτανησίων δικαιώματα ἐλάσσονα ἢ ὅσα ἡμεῖς ἔχομεν. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ἀφ’ ὅτου κατὰ τὸ 1821 ἀνύψωσε τὸ λάβαρον τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, λέγω, καθιέρωσε τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ κατήργησε πᾶν προνόμιον· δὲν ἐζήτησε δὲ οὐδεὶς πολίτης καμμίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν του, οὐδὲ καθιέρωσε, Κύριοι, κᾀμμίαν διάκρισιν μεταξὺ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ βεβαιώσω ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅτι τίποτε δὲν ἐζήτησε νὰ καθιερώσῃ ἡ Ἑλλὰς ἔλασσον εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀφ’ ὅ,τι αὕτη ἔχει. Τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, Κύριοι, συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει· ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανελήφθη πολλάκις, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν καὶ ἴσως ὀχληρὸν νὰ ἐπιμείνωμεν συζητοῦντες ὅ,τι εἶναι ἤδη ὁμολογούμενον. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου θέλω δώσει ἐπιτροχάδην καὶ μετὰ πολλῆς συντομίας τινὰς πληροφορίας περὶ τῶν νόμων, οὓς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ οἵτινες ὑποθέτει ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῆς πρώην Ἑλλάδος. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸν πληροφορήσω καὶ τὸν καθησυχάσω, ὅτι ἅπασα ἡ νομοθεσία, ἣν ἀνέφερεν, ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι· ὑπάρχουν οἱ περὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμοι, οἱ περὶ πωλήσεως τῶν πολυτίμων πραγμάτων, οἱ περὶ τῶν ἀγρῶν, τῶν ζώων, τῶν ποιμνίων νόμοι, κ. τ. λ. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης οἱ περὶ σχεδίων καὶ οἰκοδομῶν τῶν πόλεων κτλ. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, πιστεύω ὅτι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Κερκύρας θέλει καθησυχάσει τὴν συνείδησίν του, διότι τίποτε δὲν θέλει μείνει ἀκανόνιστον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀναχωρεῖ μία νομοθεσία, ἥτις δὲν συμβιβάζεται πλέον μὲ τὴν νέαν κατάστασιν, εἰς ἣν εἰσῆλθεν ἡ πρώην Ἑπτάνησος. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, νόμος εἰδικὸς, νόμος ἀφορῶν, ὡς εἶπεν, εἰδικά τινα ἀντικείμενα περὶ ὧν τυχὸν δὲν ἐκανονίσθη τι ἐν Ἑλλάδι, ἀνάγκη ᾖναι νὰ διατηρηθῇ, παντάπασι δὲν ἐνιστάμεθα, ἀλλ’ ἡ θέσις τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης δὲν εἶναι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, ἀλλ’ εἰς ἕτερα ἄρθρα, ἤτοι τὸ 17 καὶ 18, ὅπου καθιεροῦνται καὶ ἄλλαι ἐξαιρέσεις· τότε δύναται νὰ φέρῃ ὅσας ἔχει σημειώσεις περὶ τῶν νόμων ἐκείνων, περὶ ὧν ἡ νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος νομίζει, ὡς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπρόβλεψεν. Ἡ ἐπιτροπὴ οὐδέποτε ἐσυλλογίσθη, ὅτι, ἐφαρμοζομένης τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε καλὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Αἱ ἐξαιρέσεις τὰς ὁποίας καθιερώσαμεν μαρτυροῦσι τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅ,τι ἰδίως ἔχω ἀνάγκην νὰ διαδηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὅτι οἱ φόβοι τοῦ Κυρίου βουλευτοῦ Κερκύρας περὶ τοῦ ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καταργοῦνται πάνθ’ ὅσα εἰσὶ νενομισμένα ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ συμπολιτῶν ἡμῶν, καθολικῶν καὶ τοῦ κλήρου αὐτῶν, εἶναι ὅλως διόλου ἀβάσιμοι. Τὰ κεκτημένα δικαιώματα ἡ εἰσαγωγὴ τῆς νέας νομοθεσίας δὲν τὰ θίγει παντάπασιν, ἡ δὲ περὶ παραχωρήσεως τῆς Ἑπτανήσου συνθήκη ἐν ἄρθρῳ 4 τὰ ἐξησφάλισεν. Ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα νὰ ᾖναι ὅλως ἀμέριμνος. Ἐπὶ τέλους καθόσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἰδοὺ πόθεν ἡ ἐπιτροπή σας ὡρμήθη νὰ θέσῃ ὡς τέρμα τὴν 1 Ἰουλίου 1866. Ἐνόμισεν ὅτι εἶναι καλὸν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἄρχονται αἱ διακοπαὶ, νὰ γίνῃ γνωστὴ καὶ νὰ μελετηθῇ ἡ νομοθεσία· ἀλλὰ, ἐὰν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν ταύτην, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει νὰ κάμῃ καμμίαν πρὸς τοῦτο ἀντίῤῥησιν, καθόσον δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ κανὲν παράπονον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὐδεὶς γογγυσμός. Ἡ ἡμέρα τῆς ἀφομοιώσεως ἐπιθυμοῦμεν νὰ ᾖναι ἡμέρα χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, ἡμέρα, ἥτις πρέπει νὰ σημάνῃ εὐτυχέστερον μέλλον διὰ τὴν Ἑλλάδα, Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς.
§56ΣΕΡΒΟΣ. Ἅπαντες αἰσθανόμεθα καὶ συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον, καὶ ὅμως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἐκ προοιμίων, ὅτι ἡ σπουδὴ, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξεν ἡ Βουλὴ, ὑπάρχει μεγίστη, καὶ τοῦτο λέγων δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν ἐπιτροπήν· ἀπεναντίας μάλιστα αὕτη ἐφάνη ἀξιέπαινος, διότι εἰς ὀλίγον διάστημα καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ πρόσφορα μέσα εἰς τὰς σκέψεις της, δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς ἓν μέγα πρᾶγμα, ἔξοχον, καὶ ἔφθασεν εἰς ἓν, τὸ ὁποῖον ἦτον ἀπροσδόκητον, ὄχι τόσον διὰ τὸν χρόνον ὅσον διὰ τὰ μέσα, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐφρόντισε νὰ συλλέξῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν λογικὸν ἐξαγόμενον. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν θέλω νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν καὶ δὲν ἐκοπίασε. Τῳόντι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς σπουδῆς τῶν ἐνεργειῶν της, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν οὔτε χρόνον, οὔτε μέσα, ἔφθασεν εἰς ἓν ἔργον ἀτελές. Πολὺ πειστικῶς ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Κ. Παδοβᾶς, ὅτι, προκειμένου περὶ καταργήσεως μιᾶς νομοθεσίας ἥτις ὑπάρχει καὶ ὑπῆρξε πρὸ αἰώνων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσητε πολὺ τὴν προσοχήν σας ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσι, καθόσον δύναται μία ἐφαρμογὴ ἀκατάλληλος νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς κακὰ ἐξαγόμενα καταργοῦντες ἕνα νόμον καὶ καθιεροῦντες ἕτερον. Τὶ κάμνει ἡ Βουλή, ὅταν πρόκειται νὰ κυρώσῃ ἕνα νόμον καὶ ν’ ἀντικαταστήσῃ ἕνα ἕτερον; Μετὰ πολλῆς προσοχῆς σπουδάζει τὸν καταργηθησόμενον νόμον, ἑκάστην τῶν διατάξεων αὐτοῦ καὶ ἑκάστην τοῦ νόμου τοῦ εἰσαχθησομένου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐπιτροπὴ ἐστερεῖτο καὶ αὐτῶν τῶν μέσων τῆς ἐξετάσεως· εἶχε τοὺς Ἰονίους κώδηκας, εἶχεν ἴσως τινὰς πράξεις τοῦ Κοινοβουλίου, τῇ ἔλειπον ὅμως αἱ περισσότεραι τῶν πράξεων τοῦ Κοινοβουλίου, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν προχείρους. Ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι, ἐνῷ ὤφειλε νὰ καθιερώσῃ μίαν διάταξιν περὶ γενικῆς καταργήσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ καταργήσῃ καὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὁρίσωμεν, ἵνα ἔχῃ ἕνα βέβαιον καὶ ἀσφαλῆ ὑπογραμμὸν ὁ πολίτης εἰς τὰς πράξεις του, νὰ ἀναγινώσκῃ τίς ὁ νόμος ὁ καταργηθεὶς καὶ τίς ὁ νόμος ὁ μέλλων νὰ ἐνεργηθῇ. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξεπλήρωσε μονομερῶς, ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν εἰσάγει, ὅ ἐστὶν ὡς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ἥτις μέλλει νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα τῇ ἔλειπεν ὁ ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ἀπαριθμήσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν νόμων τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, τοὺς ὁποίους μέλλει νὰ καθιερώσῃ· ἀφῆκε δὲ τὸ τοιοῦτον καθῆκον, ὅπως γίνῃ διὰ Β. Διατάγματος, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν ὅτι συνάμα μετὰ τοῦ Β. Διατάγματος θέλουν δημοσιευθῆ καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἤθελεν ὅμως εἶσθαι εὐλογώτερον καὶ ἐλλογώτερον νὰ ἀναφερθῶσιν ἐνταῦθα οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ τεθοῦν εἰς ἐνέργειαν. Καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ, προκειμένου λόγου νὰ θέσωμεν νόμους ἐν ἐνεργείᾳ, εἶναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν ἐκ προοιμίων ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, ἐνῷ συμφωνῶ ἐκ προοιμίων εἴτε εἰς τοῦτο τὸ ἄρθρον, εἴτε εἰς ἓν ἕτερον καταλληλότερον, νὰ τεθῇ ὡρισμένως κατάλογος τῶν νόμων τῶν καταργουμένων καὶ κατάλογος τῶν ἑτέρων τῶν εἰσαγομένων, φρονῶ ὅτι ἐκλείπει τότε ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος πᾶσα ἀμφισβήτησις. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γίνῃ τελεσφορώτερον τὸ ἔργον καὶ μᾶλλον ἀδελφικῶς νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ἥτις δὲν ἠδύνατο ὡς ἐκ τοῦ κατεπείγοντος νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐν τῇ Ἑπτανησιακῇ νομοθεσίᾳ, ἥτις κατηρτίσθη ἐν τῷ διαστήματι αἰώνων, δὲν ὑπάρχουν διατάξεις, δὲν ὑπάρχουν θεσμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπέφερον πρακτικὰ ἀποτελέσματα, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσουν ἐπιφέροντες καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι δίκαιον, εἶναι εὔλογον νὰ τεθῶσι καὶ ἐνταῦθα, προκειμένου λόγου περὶ ἀφομοιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐννοῶ ὡς συγχώνευσιν καὶ ὄχι ὡς εἰσαγωγὴν τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, καθ’ ἃ ἄλλοτε ὑπεστήριζεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ὀλυμπίας Κ. Χριστόπουλος, συγχώνευσιν τῶν νόμων τῶν δύω ἐπικρατειῶν, ὅ ἐστὶ νὰ ληφθῇ ἀπὸ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἐπικρατείας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καλόν, ὥστε προηγουμένως μία ἐπιτροπὴ ἐργαζομένη οὐχὶ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἢ 4 ἡμέρας, ἀλλ’ ἐπὶ ἓν ἔτος, νὰ ἐπεξεργασθῇ ἅπασαν τὴν Ἑπτανησιακὴν νομοθεσίαν καὶ νὰ τὴν παραλληλίσῃ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν, ὅπως γνωρίσῃ ἐὰν ὑπάρχουν διατάξεις ἐν τῇ τελευταίᾳ, αἱ ὁποῖαι χρήζουν καταργήσεως, καὶ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι καὶ νὰ τεθῶσιν ἐν ἐνεργείᾳ διατάξεις καὶ θεσμοὶ ἀπὸ τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τὸ καλλίτερον, τὸ λυσιτελέστερον ἀποτέλεσμα· διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἤθελε στερηθῆ νόμων καὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ πρώην ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἤθελε προσλάβει διατάξεις λυσιτελεῖς καὶ ὠφελίμους. Ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω καὶ μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀρύομαι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου καθιεροῦται ἡ διάταξις, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν Ἑλληνικῶν νόμων λαμβάνει ἐφαρμογὴν ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου ἢ ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ προαγορεύσαντος Κ. Παδοβᾶ, ἐπιβάλλεται δὲ τὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ αὐτοὺς τοὺς νόμους. Ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων πληροῖ ἕν κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ διατάσσεται ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, ἵνα ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἰσχύος ἢ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ἐπιφέρει, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παραλείψῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, πᾶς νόμος τοιοῦτος θέλει εἶσθαι ἐνεργός. Καθὼς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἐπέρχεται αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ψηφίζεται καὶ ἐπικυροῦται, ὥστε ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων θὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑπτανήσῳ χωρὶς νὰ δημοσιευθῶσιν· ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν καλὸν νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων ἤθελεν ἐπέλθει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τῆς δημοσιεύσεως. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον καταλλήλως, ὅπως ἔχωμεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· ἡ δημοσίευσις νὰ προηγῆται ἀναγκαίως τοῦ ἐκτελεστοῦ τοῦ νόμου.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀμελήσῃ τὸ ὑπουργεῖον μέχρι πρώτης Ἰουλίου τὴν δημοσίευσιν, τότε φέρει τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἰσχύει.
§58ΣΕΡΒΟΣ. Πολὺ καλά. Αὗται λοιπὸν εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον χρέος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μίαν λέξιν. Ἐὰν τῳόντι θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἦτο καλὸν νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους θεωρήσει ὅτι δύναται· τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἀναγκαῖον ἴσως καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸ κοινὸν ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἐὰν ὑπάρχουν λάθη τινὰ, ἐὰν ὑπάρχουν ἀντινομίαι, νὰ τὰς διορθώσῃ. Μία προθεσμία μεγαλειτέρα, νομίζω, ἀντὶ νὰ βλάψῃ θὰ ὠφελήσῃ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντιλογία· ὥστε ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή.
§60ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τῆς διαφωνίας.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνος.
§62ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Τρία σχέδια ἀφομοιώσεως παρουσιάζονται ἀπὸ τῆς χθὲς μέχρι σήμερον· τὰ δύω κατεψηφίσθησαν καὶ τὸ τρίτον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ σήμερον· Ἡμεῖς κατεψηφίσαμεν τὰ δύω ἐκεῖνα σχέδια, καταψηφίζομεν καὶ τὸ παρὸν, καὶ ὅσα εἴπομεν περὶ τῶν δύω πρώτων, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ σημερινοῦ. Ἐάν ὅμως ὤφειλον νὰ ἐκφράσω γνώμην ποῖον τῶν τριῶν ὑπ’ ἐμοῦ καταψηφιζομένων σχεδίων ἤθελον παραδεχθῆ, ὁμολογῶ, ὅτι ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ἀπόλυτον καὶ ἐξ ἐφόδου ἀφομοίωσιν, ἡ ὁποία προτείνεται.
§63Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπανέλθωμεν.
§64ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον ἄτοπον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι ἐννοοῦμεν κάλλιστα οἱ νομικοὶ μίαν ἐξ ἐφόδου ἀφομοίωσιν, ἀλλὰ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀφομοιώσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. Ὑπάρχουν δύω νομοθεσίαι, ἡ Ἰόνιος καὶ ἡ Ἑλληνική· οὐδὲν εὔκολον νὰ εἴπωμεν ἀντὶ ἐκείνης νὰ ὑπάρχῃ αὐτή. Καὶ τῳόντι ἀντὶ νὰ μεταφέρωμεν τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐὰν οἱ Ἰόνιοι μεταβαίνουν ἐδῶ κ’ εὐχαριστοῦνται νὰ δικάζωνται μὲ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, κανένα γογγυσμὸν δὲν διεγείρει ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία ἐφαρμοζομένη ἐδῶ εἰς τοὺς Ἑπτανησίους· περιορισμοὺς, δικαιώματα, ὑποχρεώσεις ἔχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ, περιορισμοὺς, δικαιώματα, ὑποχρεώσεις ἔχομεν καὶ ἐνταῦθα ἐν Πάτραις, καὶ ἡμεῖς ἐζῶμεν εὐχαριστημένοι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νομοθεσίας τῆς ἑλληνικῆς ἐν Πάτραις καὶ ζῶμεν εἰσέτι. Δὲν παραπονούμεθα οὔτε περὶ τοῦ καλοῦ ἢ κακοῦ τῆς νομοθεσίας, οὔτε περὶ τοῦ βαρέος τῆς φορολογίας, καὶ κάλλιστα ἐννοοῦμεν, ὅτι, εἰ δυνατὸν, καὶ ὅλη ἡ νομοθεσία ἡ ἑλληνικὴ νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἑπτάνησον, διότι οἱ ἄνθρωποι ἠξεύρουν ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά των καὶ ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις των. Ἐνεργοῦντες ὅμως τὸ σημερινὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ἐν Ἑπτανήσῳ, οὐδεὶς ἠξεύρει πλέον ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά του καὶ ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις του. Νόμοι ἀκυροῦνται, νόμοι τίθενται εἰς ἰσχύν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι ἐπὶ τέλους μένουσιν εἰς ἰσχύν. Δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου αὐτή· ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ περιώνυμος Δουπῖνος ὁ πρεσβύτερος εἶπεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δὲν γνωρίζει αὐτὸς ποῖον μέρος τοῦ νόμου ἰσχύει καὶ ποῖον δὲν ἰσχύει, ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὕλης ἐξεδόθησαν διάφοροι νόμοι ἀκυρωτικοὶ ὁ εἷς τοῦ ἄλλου. Εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἅμα κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἰσχὺν ἐν Ἑπτανήσῳ, νὰ γνωρίζωσιν οἱ Ἑπτανήσιοι ποῖος νόμος ἠκυρώθη καὶ ποῖος νόμος μένει ἐν ἰσχύϊ; Εἶναι ἀδύνατον. Ὅστις ἀντιλέγει ἀγνοεῖ τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων. Ὅταν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὸ σύστημα εἶναι ὁμοειδὲς, ὅπου οἱ νόμοι ἐκδίδονται ἀλληλοδιαδόχως καὶ οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν ἐνήμεροι εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ ἀκύρωσιν τῶν νόμων, ὅταν ἐν Γαλλίᾳ ὁμολογῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι βέβαιοι, ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ ποῖον εἶναι ἠκυρωμένον, φαντασθῆτε, τί μέλλει νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅταν ὁλόκληρος σωρεία νόμων ἤθελε τεθῆ εἰς ἰσχὺν ἐκεῖ, ἀκυρουμένων τῶν ὑπαρχόντων· καὶ ἐὰν εἰσήγοντο εἰς τὴν Ἑπτάνησον νόμοι ἑλληνικοὶ καθ’ ἑαυτὸ, αὐτὸ τὸ ἐνόουν. Τέλος πάντων ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀκυροῦνται, αὐτοὶ μένουν εἰς ἰσχύν. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου πείθεται ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ ἰσχύουν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐν Ἑπτανήσῳ, οἱ ὁποῖοι τίθενται εἰς ἰσχὺν, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκυρωμένα ἐδῶ. Καὶ πρέπει λοιπὸν νὰ ἴδωμεν ἐδῶ, τί ἀπομένει ἀπὸ ὅλην τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἅμα ἐξάξωμεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπικυροῦν, καὶ τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκυροῦν τοὺς ἄλλους· πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρουν εἰς σύγχυσιν καὶ κυκεῶνα τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου. Τὰ δικαστήρια εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζουν τοὺς νόμους αὐτούς· οἱ δικανικοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζουν, ποῖος νόμος ὑπάρχει εἰς ἰσχὺν καὶ ποῖος ἠκυρώθη, καὶ οἱ πολῖται θὰ μείνουν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ αὐθαιρέτου, διότι σᾶς ἐκθέτω, ὅτι μέχρι τῆς σήμερον ἡ Ἑπτάνησος διοικεῖται αὐθαιρέτως, ὁ τόπος δὲν γνωρίζει ὑπὸ τίνων νόμων διέπεται, καὶ ὑπάρχει εἷς κυκεὼν, εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως εἶχον σκοπὸν νὰ φθάσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποκεκρυμμένως ὑπεκίνησαν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τῆς ἀφομοιώσεως. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τώρα ἐννοῶ, διὰ ποῖον λόγον ἔμεινεν εἰς τὸ τέλος τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Μέχρι τοῦδε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ· τὸ ἐναντίον μάλιστα ἔπρεπε νὰ συμβῇ, ὅτι δηλαδὴ ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ σκεφθῇ, νὰ συζητήσῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ· ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ καθυποβάλωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ γίνῃ νομίμως τρόπον τινὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ παρελθὸν ἔτος ἔγινε παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς, δηλαδὴ ἡ ἀφομοίωσις νὰ ἐξακολουθῇ νὰ γίνεται διαδοχικῶς διὰ Β. Διαταγμάτων. Λέγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀ. Ἰουλίου εἰσάγεται ὅλη ἡ νομοθεσία, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων, εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀλλὰ συγχρόνως προσθέτει, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἕκαστος βλέπει, ὅτι τοῦτο εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου· εἶναι τρόπος ἀντισυνταγματικός· θέλει τὸ νομοσχέδιον ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς, δὲν θέλει ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ἀλλὰ ν’ ἀναθέσῃ τὸ πᾶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ κάμῃ παραίτησιν τῆς συνταγματικῆς δυνάμεώς της.
§65ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ εἶσθε σύμφωνος;
§66ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ θέλω· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδῶ ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον νὰ δοθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, αὐτὸ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ δικαίωμα τῆς Βουλῆς· καὶ καθὼς διὰ Β. Διαταγμάτων τίθενται εἰς ἰσχὺν νόμοι ἀκυροῦντες ἄλλους νόμους ὑπάρχοντας, οὕτω θέλω καὶ ἡ Βουλὴ διαδοχικῶς νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ὥστε εἰς τὸ διάστημα μιᾶς ἑξαμηνίας νὰ τελειώσῃ ἡ ἀφομοίωσις· καὶ ἤθελεν εἶσθαι τελειωμένη, ἂν ὑπῆρχε καλὴ διάθεσις, ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ παραιτηθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματός της καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον τὴν δύναμίν της, διότι διατείνομαι συνταγματικῶς, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐντολῆς, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς ἄλλον τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ καταργήσῃ αὐτὴ ἑαυτήν· ἀλλὰ συγχρόνως καταργεῖται καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἐλευθερία. Πρέπει λοιπὸν νὰ διαγραφῇ τοῦτο ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε νὰ μείνῃ μόνον τὸ πρῶτον, ὅτι ἀπὸ τῆς δεῖνα ἡμέρας νὰ τεθῇ εἰς ἰσχὺν ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία. Μετὰ τὴν ἀπάλειψιν αὐτὴν ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον μέρος. Τί ἐπρότεινα ἐγώ; νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀφομοιώσεως εἰς τὴν δευτέραν Σύνοδον, δηλαδὴ εἰς τὴν πρώτην Νοεμβρίου, καὶ δυστυχῶς ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασίς μου αὕτη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὴν σήμερον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συναινέσῃ, διότι τὸ προτεινόμενον σχέδιον καθιερώνει τὴν ἰδέαν μου. Διατί ἀπὸ τῆς ἀ. Ἰουλίου καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ἀ. Νοεμβρίου; Ἐὰν ἔλεγεν ἀπὸ τῆς ἀ. Ἰανουαρίου, ἐνόουν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ, ὅτι θὰ εὕρῃ κωλύματα καὶ περιπλοκὰς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων εἰς Ἑπτάνησον, ὅτι ἐμποδίζεται ἡ φορολογία, ὅτι τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνο· εἶχε νόημα· ἀλλ’ ἅμα ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δι’ ἓν ἔτος ἀκόμη, διατί θέλομεν νὰ προτιμήσωμεν ἓν σχέδιον ἐναντίον τῶν βάσεων καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης, καὶ νὰ μὴ χαρίσωμεν ἀκόμη 4 μῆνας, Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, καὶ τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ διαδοχικῶς ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια περὶ ἀφομοιώσεως, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, καθῆκον ἔχει νὰ προετοιμάσῃ, ὥστε ἐν διαστήματι 2 μηνῶν 3 ἢ 4 νὰ τελειώσῃ ὅλη ἡ ἀφομοίωσις; Δὲν βλέπω λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον νὰ γίνῃ εἰς τὴν πρώτην Βουλήν· τί ὄφελος ἔχομεν ἀπὸ τοὺς 4 μῆνας αὐτοὺς, διὰ νὰ καταργήσωμεν αὐτοὶ ἑαυτούς; τί ὄφελος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ὅλον τὸ ἔτος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ τίποτε, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, δὲν συγχωρεῖ ἡ Βουλὴ τὴν ἔκδοσιν πλέον Β. Διαταγμάτων, οὔτε θὰ δώσῃ πλέον τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς; Τέλος ἔρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κανονικότητά της νὰ ἐργάζηται νομοθετικῶς, νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους μετὰ τοῦ Βασιλέως, νὰ εἰσάγωνται οἱ νόμοι τακτικῶς, νὰ ἔχῃ συστολὴν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκδώσῃ Β. Διατάγματα, δύναται πλέον νὰ τὰ ἐξελέγξῃ; Θὰ εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἔλαβον ἐντολὴν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς τὴν ἐξεπλήρωσα, ἐνόμισα, ὅτι οὕτως ἔπρεπε, καὶ εἶμαι ἀνεύθυνον. Συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐξελέγχῃ Β. Διατάγματα; Λοιπὸν λέγω πάλιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνδιατρίψῃ οὔτε ἐπ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου, ὀφείλουσα δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ πρῶτον, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν προθεσμίαν τῆς πρώτης Ἰουλίου χωρὶς πάλιν νὰ ψηφίσῃ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ της.
§67ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν λέγει νὰ ἐκδίδῃ νόμους, λέγει νὰ εἰσάγῃ, νὰ δημοσιεύῃ.
§68ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὰ Β. Διατάγματα εἶναι νόμοι;
§69ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§70ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ ἀμφισβητῶ.
§71ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ γνωρίζει, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὸ πιστεύσῃ.
§72ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, εἶσθε εἰς ἀπάτην.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θέλουν νὰ σᾶς γελάσουν.
§74ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀληθῶς ἐναντιοῦμαι εἰς αὐτὸ, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραιτηθῇ τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματός της, διότι δὲν ἔχει καὶ δύναμιν νὰ παραιτηθῇ, ἑπομένως θεωρεῖται αὐτὸ ὡς ἀπαλειπτέον. Εἰς δὲ τὸ πρῶτον μέρος λέγω, ὅτι δὲν χάνει τίποτε οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ, ἐὰν περιμείνῃ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν τῶν 4 μηνῶν. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν εἶναι αὕτη· δὲν πρόκειται νὰ εἰσάξωμεν τὴν νομοθεσίαν ἢ ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως αὔριον, μεθαύριον, τὴν πρώτην τοῦ ἔτους, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν κυβέρνησιν εἰς τὰς ἐργασίας της· δὲν εἶναι οὐδεμία ζημία ἀπὸ τῆς ά. Ἰουλίου μέχρι τῆς ά. Νοεμβρίου· δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία, καὶ παρακαλῶ λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου ἀρχίζει καὶ ἐπεξεργάζεται αὐτὰ ἡ Βουλὴ συνταγματικῶς, ὡς καὶ ὅλα ἐκεῖνα τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραγγέλλει καὶ ἀναγκάζει τὴν κυβέρνησιν νὰ εἰσάξῃ· μεθοδικῶς ὅμως ὀφείλει ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν βάσιν νὰ ἐποικοδομῇ, διὰ νὰ θέσωμεν καὶ κορωνίδα· εἰ δὲ τοιουτοτρόπως εἶναι ἀδύνατον. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἀναφέρω τι ὡς λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἤθελα σᾶς ἀναφέρει καὶ τὸ περὶ ἐκκλησίας.
§75ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι παρακάτω.
§76ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἱκανοποιοῦνται πάντες μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνω, ὥστε ἡ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐντολὴ νὰ παύσῃ τοὺς τέσσαρας μῆνας, διότι τὸ ζήτημα ἐδῶ πλέον κατήντησε. Τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως εἶναι παραδεκτὸν ἀπὸ ὅλους, ἡ διαφορά μας εἶναι περὶ τῶν τεσσάρων μηνῶν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς τέσσαρας μῆνας μὲ τὴν θυσίαν τῆς συνταγματικῆς ἰσχύος τῆς Βουλῆς καὶ τόσων ὑλικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὁμολογεῖ ὅτι θὰ καταστραφῶσιν, ἐνῷ, ἂν τὰ συμφέροντα αὐτὰ καταστραφῶσιν ὑπὸ ἕνα νόμον τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται κανεὶς νὰ δυσαρεστηθῇ· ἀλλ’ ἐὰν καταστραφῇ ἓν μικρότατον συμφέρον ἀπὸ τὸ εἶδος καὶ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἀφομοιώσεως, νομίζω, ὅτι ὁ κόσμος ἔχει δίκαιον νὰ κατακρίνῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἐὰν διανύσωμεν ἀκόμη ἓν ἔτος, ἐχάλασεν ὁ κόσμος· αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως εἶναι μέγα, ἀλλὰ δὲν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔλθῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Πρὸς παρηγορίαν σας δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀναφέρω ἐν παρόδῳ καὶ ἐν συντόμῳ ὅ,τι συνέβη καὶ συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους τόπους, εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Δυσκολίαι παρουσιάσθησαν κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἀφομοιώσεως· τὸ ὁμολογοῦσιν οἱ ἱστορικοὶ καὶ οἱ νομομαθεῖς ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἀπηντήθησαν δυσκολίαι τινὲς, ἀλλ’ ὄχι ὅτι διὰ τοῦτο ἐκεῖνα τὰ κράτη ἐκινδύνευσαν· περιέμενον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἡ ἀφομοίωσις ἐγένετο. Εἶναι μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένετο ἔπειτα ἀπὸ 20 καὶ 200 ἔτη καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἐχάθησαν. Ῥητῶς ἐσυμφωνήθη, ὅτι οἱ ἰσχύοντες ἐν Ἰρλανδίᾳ νόμοι μετὰ τὴν ἕνωσιν νὰ διαρκέσωσι 20 ἔτη διὰ νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων, καὶ μετὰ ταῦτα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπῆλθεν ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν δύω νομοθεσιῶν. Ἡμεῖς δὲν σᾶς ζητοῦμεν οὔτε 20, οὔτε 5 ἔτη, οὔτε ἓν, διότι σᾶς τὸ ἐζητήσαμεν καὶ δὲν τὸ ἐχαρίσατε εἰς τοὺς ἀδελφούς σας Ἰονίους· ὥρα καλῇ· ἀλλὰ σήμερον χαρίσατέ το εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς· ἄλλως οὐκ ἔστι γενέσθαι. Ἀπὸ Ἰουλίου μέχρι Νοεμβρίου ἰδοὺ ἡ μόνη διαφορά. Ὅταν λοιπὸν οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες μῆνες ζητοῦνται πρὸς ἀσφάλειαν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς, τῶν ἐδῶ Ἑλλήνων καὶ τῶν ἐκεῖ, νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει ἀνακόλουθον πρᾶγμα, ἐναντίον εἰς ὅ,τι ὀφείλομεν καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν θέλωμεν νὰ παραβλέψωμεν αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ νὰ παραδεχθῶμεν πρὸ τεσσάρων μηνῶν.
§77ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐννοεῖτε τὴν προθεσμίαν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν γένει ἡ ἀφομοίωσις ἢ νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν;
§78ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ ᾖναι ὅλα τὰ νομοσχέδια ἕτοιμα ἕως τότε. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἱστορικόν· ἐζήτησάν τινες, ὡς τὸν Κ. Ζερβὸν, ἐν Γαλλίᾳ νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ νομοθεσία τῆς Ἀλγερίας πρὸς τὴν τῆς Γαλλίας, καὶ ἔλεγον ὅτι δὲν εἶναι πολῖται οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλγερίας. Ὁ Δουπῖνος ἠναντιώθη — καὶ ὅλοι οἱ Γάλλοι τὸν παρηκολούθησαν — ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε πρέπει διὰ τὴν τιμὴν τῆς Γαλλίας καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῶν ἐν Ἀλγερίᾳ νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις· καὶ οἱ Ἄραβες ἐκεῖ εἶναι πολῖται Γάλλοι· ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶναι πολῖται Ἑβραῖοι ἢ προτεστάνται ἢ Τοῦρκοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπερασπισθῇ μόνη τὴν θέσιν της.
§79ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι, χθὲς, διότι ἐπίστευα τὴν Βουλὴν ὁμόφωνον, ἄλλως ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀποκρούσω διὰ τοῦ ἐντονωτέρου τρόπου καὶ τοὺς κλαυθμοὺς καὶ ὀδυρμοὺς, τοὺς ὁποίους ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τὰς πατριαρχικὰς ἐπιτιμήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κατ’ αὐτῆς τῆς μερίδος (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), καὶ τὰς ἐντόνους διαμαρτυρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, καὶ τοὺς ἐξορκισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Ἀλλὰ χάριν τῆς ὑπομονῆς σας, τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐπασχολήσω· ᾐσθάνθην ὅμως τύψιν συνειδήσεως, ὡς ἔχων καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λέγουσι, Κύριοι, οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλ’ ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ διαφορά; τὴν ἀφομοίωσιν τὴν θέλει ὁ καθεὶς ὅπως τὴν θέλει, καὶ ὄχι ὅπως πρέπει νὰ γίνῃ αὕτη. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε, κύριοι βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ σεῖς οἱ Ἰόνιοι βουλευταὶ, λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντάξητε σεῖς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ Βουλή. Ἰδοὺ μία ἀφομοίωσις πλήρης· δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ συντάξητε ἕνα νόμον ὁλόκληρον ἀπὸ 300,500, 2000 ἄρθρα, νὰ ἐξασφαλίσητε ὅλα τὰ συμφέροντα, νὰ μᾶς ἐκθέσητε ἀναλυτικώτατα τὴν δεῖνα διάταξιν ὡς καλὴν, τὴν ἄλλην ὡς κακὴν, καὶ νὰ τὸν παραδεχθῶμεν; Τὸ ἐπράξατε τοῦτο; οὐδεμία μερὶς τὸ ἔκαμε. Λοιπὸν τὴν ἀφομοίωσιν δὲν τὴν θέλετε, καὶ πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν ἡμεῖς οἱ λοιποὶ βουλευταὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι, κατά τι δημῶδες λόγιον, ὅπου δὲν ἰσχύει νόμος ἰσχύει ἡ ῥάβδος (γέλωτες) τοῦ λόγου βέβαια (θόρυβος).
§80ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐὰν ἦσαι σὺ μαθημένος μὲ τὴν ῥάβδον τὴν Τουρκικὴν, οἱ Ἑπτανήσιοί ποτε δὲν ἐγνώρισαν αὐτὴν, οὔτε ἄλλην. (θόρυβος).
§81ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἡ ῥάβδος τοῦ λόγου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν, κύριοι, μὴ θορυβῆτε.
§83ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ δύναμις τοῦ λόγου εἶναι ἀνωτέρα πάσης δυνάμεως.
§84ΠΑΤΕΛΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν εἶναι φωνὴ Ἕλληνος αὕτη. (θόρυβος)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, μὴ τὸ παρεξηγῆτε.
§86ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑβρίσατέ μας· ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσω εἰς τῶν ὕβρεων τὸ στάδιον, διότι δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ ὑβρίζω· εἶπον, κύριοι, κοινὴν παροιμίαν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ταραχθῇ κανεὶς, εἶπον δηλονότι, ὅτι, ὅταν δὲν ἰσχύῃ ἡ θέλησις τοῦ ἀτόμου, ἰσχύει ἡ θέλησις τοῦ νόμου. Μὴ λαμβάνετε ὡς ἐπιχείρημα μίαν κοινὴν καὶ δημόσιον παροιμίαν, ἥτις ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ ἀφομοίωσις, καὶ δὲν εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ δὲν ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις, ἀφοῦ ἐπὶ δύω ὁλόκληρα ἔτη εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἑλλάδος ἀναπόσπαστον. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἠνάγκασεν ἐμὲ καὶ τοὺς 57 ἄλλους κυρίους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐψήφισα, διότι ἔβλεπον τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ἀνεφύοντο εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ἀφομοιώσεως, διότι ἐγνώριζον ἐν πεποιθήσει, ὅτι δὲν ἀδικῶ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅτι δὲν μεταφέρω εἰς τὸν τόπον αὐτὸν νόμους βαρβάρων καὶ ἀγρίων, ἀλλὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ὑπὸ τῶν ὁποίων διοικούμεθα καὶ ἡμεῖς, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι νόμοι τῆς πεφωτισμένης Εὐρώπης.
§87Χ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τῆς Βαυαρίας.
§88ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Βαυαρία εἶναι πεφωτισμένον μέρος τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ ἐκεῖνο, ἐξέλιπον τόσα σκάνδαλα· ἄλλως ὅμως ἔδοξε τῇ πλειονοψηφίᾳ καὶ διὰ δύω ψήφων τὸ ζήτημα ἐλύθη ἐναντίον τῆς γνώμης μου. Ἤδη πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις, ναὶ ἢ ὄχι; βεβαίως ναὶ ἀπαντῶσιν ὅλοι, καὶ αὐτὴ ἡ μειονοψηφία εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις· διατείνεται ὅμως, καὶ τελευταῖον ὁ κύριος Ἰακωβάτος, τί; θέλετε νὰ σώσητε τέσσαρας μῆνας, διατὶ σπεύδετε; θέλομεν νὰ σώσωμεν τὴν ἀφομοίωσιν τῷ ἀπαντῶ, καὶ ὄχι τὸ χρονικὸν διάστημα 3 ἢ 4 μηνῶν.
§89ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ τὴν κάμῃ ἡ Βουλὴ τότε, τὸν Νοέμβριον τοῦ ἐρχομένου ἔτους.
§90ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ τὴν κάμῃ τώρα, διότι τότε θὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος καὶ ποτὲ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Θὰ κάμωμεν λοιπὸν τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ἐὰν αὔριον ἐμπεριέχῃ τι πλημμελὲς, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ διορθώσωμεν· οὕτω καὶ ἡμεῖς μέχρι τοῦδε διωρθόνομεν τοὺς νόμους μας· ἀνθρώπινον ἔργον ἀφοῦ εἶναι οἱ νόμοι, ἐνδέχεται νὰ ἔχωσιν ἀτελείας, ἀλλ’ αὗται διορθοῦνται.
§91ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ κάμῃ.
§93ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ τὰ διατάγματα.
§94ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπου ὑπάρχει θέλησις, οὐδεὶς ὑφίσταται κίνδυνος, δηλαδὴ ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ σώσωμεν, ὅπως εἶπον, τὴν ἀφομοίωσιν, οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον. Ἀλλ’ ὁ Κ. Ἰακωβάτος, νομίζων, καὶ κατ’ ἐμὲ ὄχι ὀρθῶς, ὅτι τοῦτο ἔχει σχέσιν τινὰ μὲ τὴν διοίκησιν τῶν διαταγμάτων, πλανᾶται, καθ’ ὅσον ὡς ἠξεύρετε τὰ διατάγματα τὰ ἐκδιδόμενα διὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, δηλαδὴ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων, εἶναι ἀναγκαιότατα, καὶ δὲν εἶναι μία κυβερνητικὴ πρᾶξις οὐσιαστικὴ, ἀλλὰ τυπική. Ἔκρινα ἀναγκαῖον διὰ τοὺς λόγους τούτους νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις σώζεται, ἐὰν ἡ Βουλὴ προχωρήσῃ, καὶ δὲν δώσῃ τὴν ἐλαχίστην ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, διὰ νὰ δώσω ἀκόμη καὶ μίαν ἐξήγησιν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπετίμησαν χθὲς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον γοερὰς φωνὰς καὶ παρουσίασαν τὴν πατρίδα ὡς μέλλουσαν νὰ ἀπολεσθῇ μετ’ ὀλίγον. Τίποτε δὲν παθαίνει ἡ πατρὶς, διότι οἱ νόμοι οἱ ἑλληνικοὶ δὲν εἶναι βάρβαροι καὶ ἄγριοι, ἀλλὰ πεπολιτισμένοι, καὶ ἀπαύγασμα πολλῶν αἰώνων, καὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων διοικοῦνται τὰ ⅘ τοῦ Ἔθνους, καὶ ὄχι ἡ μικρὰ Ἑπτάνησος· καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε πολλοὶ τῶν κυρίων τούτων βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου νὰ συντάξωσιν ἓν Νομοσχέδιον ἀφομοιώσεως καὶ νὰ μὴ μέμφωνται οὔτε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν· καὶ ἂν αὐτὸ ἦτο ὀρθὸν καὶ τέλειον, ἡμεῖς ἠθέλομεν τὸ εἰσαγάγει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ πρῶτος ἐγὼ ἤθελον δώσει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν μου. Προτείνω λοιπὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἐπρότεινε.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, νὰ ἀπαντήσω διόλου εἰς τοὺς λόγους τοῦ Κ. Τσιριμώκου. Ἐζήτησα ἀπὸ πρὶν τὸν λόγον νὰ κάμω αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν καὶ παρεδέχθη παμψηφεὶ, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις ὀφείλει νὰ τελεσθῇ, καὶ παρεδέχθη ὡς ἔσχατον ὅριον τῆς ἐφαρμογῆς τὴν πρώτην Ἰουλίου, διότι μετὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἔχομεν δύω ἢ τρεῖς μῆνας διακοπὴν, εἰς τὸ διάστημα τῶν ὁποίων ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἠμποροῦν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ σπουδάσωσι τοὺς νόμους ἐν ἀνέσει. Ἡ ἀφομοίωσις ὀφείλει νὰ γίνῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν προτροπὰς περὶ ἀφομοιώσεως, εἴτε παρὰ τοῦ Κυρίου Τσιριμώκου, εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου, διότι τὰς στιγμὰς, καθ’ ἃς ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀφομοιώσεως, ὁ Κύριος Τσιριμῶκος, ἴσως, ἴσως οὔτε μᾶς ἐγνώριζεν, οὔτε τὸν ἐγνωρίζομεν. Ἡ ἀφομοίωσις πρέπει νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ προσέξωμεν ἡμεῖς ἰδιαιτέρως οἱ Ἑπτανήσιοι εἰς αὐτὸ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἀφομοίωσις νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ πειράξῃ συμφέροντα ἢ νὰ διεγείρῃ παράπονα· ἡ προσοχή μας πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τοῦτο, ὦ φίλοι συνάδελφοι τῆς Ἑπτανήσου, νὰ κάμωμεν προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ παράπονα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ λάβωσι μορφὴν γενικὴν εἴτε ἀπὸ τὸν ἕνα, εἴτε ἀπὸ τὸν ἄλλον νόμον, καὶ ἠμποροῦν νὰ αἰσθανθοῦν προσβαλλόμενα τὰ συμφέροντά των· καὶ αὐτὴ ἡ ἕνωσις ἦτο μία γενικὴ ἔκφρασις, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κρύψωμεν, ὅτι ἦτο ἓν κόμμα, μία ὁμὰς ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶδον κατεστραμμένα τὰ συμφέροντά των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς συναδέλφους βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου νὰ προσέξωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνονται, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν διὰ νὰ κάμωμεν προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ διεγείρωσι γενικὰ παράπονα· αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις κάμνω.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐντὸς τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου, ἔγεινε πρότασις ἐκ μέρους τοῦ Κ. Ἰακωβάτου περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
§97ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἀντὶ τῆς ά. Ἰουλίου νὰ τεθῇ ἡ ά. Νοεμβρίου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω λοιπὸν προτάσεις ὑπάρχουν ὡς πρὸς τὸν χρόνον· κατὰ τὸν Κ. Παδοβᾶν ἀντὶ τῆς ἁ. Ἰουλίου νὰ τεθῇ ἁ. Σεπτεμβρίου· κατὰ δὲ τὸν Κ. Ἰακωβάτον νὰ τεθῇ ἁ. Νοεμβρίου. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Μένει λοιπὸν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. Δευτέρα πρότασις τοῦ Κ. Παδοβᾶ νὰ μνημονευθῶσιν ἐν τῷ ἁ. ἄρθρῳ οἱ καταργούμενοι Ἰόνιοι νόμοι καὶ οἱ εἰσαχθησόμενοι Ἑλληνικοί· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε· ἡ φράσις «ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία τῶν Ἰονίων νήσων» εἶναι συνέπεια τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νέας νομοθεσίας μὲ αὐτὸν τὸν ὅρον, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ κανεὶς νόμος, ὅστις οὐδαμῶς προβλέπεται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, αὐτὸς ἤθελε μείνει· καὶ τῷ ὄντι ὑπάρχουν τοιοῦτοι νόμοι.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τὸ στάδιον τῶν ἐξαιρέσεων κατόπιν. Εἶναι ἡ ἄλλη πρότασις τοῦ Κ. Παδοβᾶ καὶ Ἰακωβάτου νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ μέρος τοῦ § «δύναται ὅμως νὰ ἐνεργηθῇ κτλ.» μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι, ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ά. ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως ἔχει· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ἔχει, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ βʹ. ἄρθρον. «Τοῦ ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου 1835 Β. Διατάγματος περὶ πολιτικοῦ Νόμου δὲν θέλει ἐπεκταθῆ ἡ ἰσχὺς εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους, διατηροῦσι δὲ προσωρινῶς αὐτόθι τὸ κῦρος αἱ διατάξεις τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδηκος, αἱ κανονίζουσαι ἀντικείμενα, περὶ ὧν δὲν προνοοῦσιν οἱ λοιποὶ νόμοι τοῦ Βασιλείου.»
§101Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ὑποστηρίξει, κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2. ἄρθρου, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἐκθέσω. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον Κ. Ἰακωβάτον, τὸν νέον Δουπῖνον τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἐξομοιώσῃ τοὺς Ἑπτανησίους πρὸς τοὺς Ἀλγερίνους. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, λέγω, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι Ἕλληνες· ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἰς τὴν Ἀλγερίαν πραγματικῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθη νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας. Ἐπεκράτει μάλιστα ἡ ἰδέα καὶ συνεζητεῖτο ν’ ἀφήσωσιν οἱ Γάλλοι τὴν ἀποικίαν ἐκείνην, διότι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, ὑπερβαίνουν τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι Ἕλληνες, ἡ Ἑπτάνησος εἶναι Ἑλλάς, δὲν εἶναι δορυάλωτος, δὲν εἶναι Ἀλγερία. Οἱ Ἑπτανήσιοι ἔχουν πατριωτισμόν, αὐτοὶ πρῶτοι ἐζήτησαν τὴν μεθ’ ἡμῶν ἕνωσιν, καὶ ἕνωσιν πλήρη καὶ τελείαν· καὶ ἂν, κύριοι, σήμερον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς, ἤθελεν ἐν μιᾷ φωνῇ ἀπαντήσει, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἀφομοίωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ μείνῃ ἐν μειονοψηφίᾳ ὁ Κ. Ἰακωβάτος, διότι ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἑπτανήσου ἦτο πάντοτε ἡ ἕνωσις αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἄνευ ὅρων. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν ἐν πεποιθήσει τὴν ἰδέαν αὐτήν· ἔρχομαι σήμερον μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας τότε ὑπεστηρίξαμεν, ζητῶν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2 ἄρθρου, διότι ὁ Κώδηξ ὁ Ἑπτανησιακὸς δὲν συνᾴδει μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἐκείνου· καὶ ἂν λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε ὀλίγα τινὰ, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς εἰπῆ, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διατήρησιν τοῦ Κώδηκος εὑρίσκονται εἰς πλάνην χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὸ διατί. Σπουδαῖοι, κύριοι, ἄνδρες τῆς Ἑπτανήσου ὑπεστήριξαν, ὅτι ὁ Κώδηξ ὁ Ἑπτανησιακὸς εἶναι σαπρὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῇ, καὶ ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς Ἑπτανησίους τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1859. Ἡ τότε κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἀνδρῶν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς σύνταξιν νόμου περὶ κληρονομίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Κ. Κουρῆς· λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρών· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε μὲ ὑποστηρίξει. Πόθεν ὡρμήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Κώδηκος καὶ ἰδίως τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου; βεβαίως, διότι ὁ ὑπάρχων δὲν ἦτο καλός. Ἀκούσατε τί λέγει, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συσταθεῖσα πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καταδικάζουσα τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον ἐν Ἑπτανήσῳ σύστημα. «Ἡ ἐγκαθιδρυθεῖσα ἐν τῷ κληρονομικῷ συστήματι ἀνισότης καὶ ἀδικία εἶναι προφανὴς καὶ οὐδεμίαν πολιτικὴν ἰδέαν ὑπηρετοῦσα, ὑποθάλπει τὰς ὀλεθρίους προλήψεις, αἵτινες κλονίζουσι τὴν ἠθικὴν τοῦ λαοῦ καὶ ἐξασθενίζουσι τοὺς μεταξὺ τῆς οἰκογενείας φυσικοὺς δεσμοὺς ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ πρόοδος καὶ εὐδαιμονία τῆς κοινωνίας· «πάντοτε, λέγει, ἡ μέχρι τοῦδε νομοθεσία ἔφερε ζημίας εἰς τὸν Ἰόνιον λαόν.» Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, κύριοι, ἐν τῇ ἐκθέσει της ἐκ προοιμίων λέγει πόθεν προέρχονται τὰ κύρια ἐλαττώματα τοῦ παρόντος κληρονομικοῦ συστήματος τῶν Ἰονίων νήσων· «τὸ κακὸν, λέγει, ἔγκειται εἰς τὴν ῥίζαν καὶ ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῇ ὁμοφυὲς οἰκοδόμημα, ἂν πρότερον δὲν καταστραφῇ ἐκ βάθρων τὸ ὑπάρχον». Τὶ μᾶς φέρουν λοιπὸν, κύριοι, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διατήρησιν τοῦ Κώδηκος; θέλουν νὰ διατηρηθῇ τὸ Βούφουρον, ἡ ἐδαφονομὴ καὶ ἄλλα τοιαῦτα προνόμια, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς πρέπει νὰ μᾶς κινήσουν εἰς γέλωτα. Οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι πραγματικῶς ἐξαιρετικοί. Ὑπάρχει, κύριοι, μία διάταξις, ἡ ὁποία δίδει ἔνταλμα προνομιοῦχον τὸ mandato a lege. Ἠξεύρετε τὶ εἶναι αὐτό; Ἕκαστος δανειστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἓν ἔνταλμα καὶ νὰ τὸ ἔχῃ εἰς τὴν τσέπην του· περιφερόμενος τὴν ἀγορὰν, ἀπαντᾷ τὸν ὀφειλέτην του, τοῦ λέγει, στάσου, δὲν ἔχεις ἀνάγκην οὔτε κλητῆρος «ἔχω ἔνταλμα, χρεωστεῖς νὰ πληρώσῃς», «δὲν ἔχω, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ὀφειλέτης» «τὶ ἔχεις ἐπάνω σου, τῷ λέγει» ὅ,τι λοιπὸν τοῦ εὕρει, τὸ λαμβάνει. Ἠξεύρετε τὶ εἶναι ὁ νόμος περὶ κακογεωργησίας; δίδει τις τὸν ἀγρόν του εἰς καλλιέργειαν· ὁ καλλιεργητὴς ὑποχρεοῦται νὰ τὸν καλλιεργήσῃ, ἀποδίδων ὡρισμένον φόρον. Ἂν δὲ ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ τυχὸν μεταβαίνων εἰς τὸν ἀγρὸν ἴδῃ, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης μέλλει νὰ ὠφεληθῇ, τοῦ λέγει ἀμέσως, «δὲν ἐκαλλιέργησες καλὰ τὸν ἀγρόν μου, δὲν ἔφερες εὐρωπαϊκὰ ἐργαλεῖα· ἑπομένως νὰ μὲ ἀποζημιώσῃς». Οὕτω πως λοιπὸν ἀφαιρεῖ τὸ κυριώτερον ὄφελος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει ὁ καλλιεργητής. Λοιπὸν θέλετε νὰ διατηρηθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω ἢ ἐμπαίξω τοὺς Ἑπτανησίους διὰ τὴν νομοθεσίαν των ταύτην, διότι αὕτη εἶναι ξένη. Καὶ ἡμεῖς εἴχομεν τοὺς Κατῆδες, ἀλλὰ τοὺς ἐδιώξαμεν, καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἀποβάλλετε τὴν βάρβαρον αὐτὴν νομοθεσίαν, καὶ μὴ παρουσιάζετε δυσκολίας εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο καθ’ ἡμέραν φέρει σκάνδαλα, πρέπει νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία καὶ ἀδιαίρετος νομοθεσία εἰς ὅλον τὸ κράτος. Δὲν ἔχετε νόμους, μᾶς λέγουν, προβλέποντας δι’ ὅλας τὰς περιστάσεις ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Χριστόπουλος Βουλευτὴς Ὀλυμπίας, ἔχομεν νόμους προβλέποντας περὶ ὅλων, καὶ νόμους καθαροὺς καὶ σαφεῖς, τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι τοὺς ἐπεκαλέσθητε ἄλλοτε, καὶ ἢ τότε ἐλέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἠθέλατε ἴσως ν’ ἀντιπολιτευθῆτε τὴν προστασίαν καὶ μετεχειρίζεσθε τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα ἁπλῶς, ἢ τώρα δὲν ἔχετε δίκαιον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ ἕνα παράγραφον ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως· «Ὑπάρχει, λέγει, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου περὶ κληρονομίας νόμου ἐπιμελῶς ἐπεξειργασμένη ἡ ὕλη, ἐπικυρουμένη διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν σοφῶν καὶ τῆς πείρας τῶν τελευταίων γενεῶν ὑπαινιττόμεθα τὴν Νεαρὰν 118, ἥτις εἰσχωρήσασα ἤδη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ πολλῶν λαῶν ἀποτελεῖ τὸ πάτριον περὶ διαδοχῆς δίκαιον. Ἡ σύμφωνος καὶ ἐνδόμυχος πεποίθησις, τὸ ἠθικόν τε καὶ τὸ ὑλικὸν συμφέρον τῆς Ἰονίου κοινωνίας, πρὸς δὲ καὶ ἡ ὠφέλεια τῆς ποθεινῆς ἀφομοιώσεως τῆς πρὸς τοῦτο νομοθεσίας ἡμῶν πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὰς διαδοχὰς παρὰ τοῖς ἀδελφοῖς Ἕλλησι...... ταῦτα πάντα μᾶς παροτρύνουν νὰ προτείνωμεν νομοσχέδιον ἀντανακλῶν πρὸς τοὺς κυρίους χαρακτῆρας τοῦ κατὰ πάντα ἁπλουστάτου καὶ ὁμοιομόρφου συστήματος τοῦ Ἰουστινιανοῦ.» Λοιπὸν, κύριοι, ἰδοὺ, ὅτι ἔχομεν νομοθεσίαν, ὅτι ἔχομεν νόμους, τοὺς ὁποίους καὶ σεῖς θαυμάζετε. Ποῖα ἐπιχειρήματα φέρετε; ὅτι ὡς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νομοθεσίας θέλει ἐπέλθει βλάβη εἴς τινας δικηγόρους καὶ ὑποδικηγόρους· ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ γενικοῦ συμφέροντος πρέπει ταῦτα νὰ τὰ παραβλέψωμεν. Τί εἴπετε πάντοτε; ἐκάμομεν θυσίας, ἐκάμομεν ἀγῶνας, ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν θυσιάζοντες τὰ ἰδιαίτερα ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων. Ἰδοὺ λοιπόν· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἅπαντες ἴσα τὰ δικαιώματα, ἴσας τὰς ὑποχρεώσεις. Μὴ ζητεῖτε ἐξαιρέσεις καὶ ἀνισότητας, διότι τὰ συμφέροντα συγκρουόμενα ἐπιφέρουν καὶ τὴν σύγκρουσιν τῶν παθῶν. Ἀφήσατέ μας τὸν νόμον μας λέγετε, καὶ ὅταν κάμετε ἄλλον, τὸν δεχόμεθα· πότε τοῦτο; μετὰ 20 ἔτη — τότε, λέγουν, ὑποκύπτομεν. Ὄχι· νὰ ὑποκύψετε τώρα εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, τοὺς ὁποίους ἀνεγνωρίσατε, διότι, ὅταν ἀφήσωμεν εἰς σᾶς τοὺς νόμους σας, τότε δὲν ἔχετε πλέον συμφέρον νὰ ἐργασθῆτε μεθ’ ἡμῶν· τοῦτο μᾶς κάμνει νὰ ζητῶμεν ἤδη τὴν κατάργησιν τοῦ κώδηκός σας, καὶ ὅταν παρουσιασθῇ ἑτέρα ἀνάγκη, τότε ἀπὸ κοινοῦ ἐργαζόμεθα, ὅπως μεταῤῥυθμίσωμεν τὰ κακῶς κείμενα. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ δεύτερον ἄρθρον. Τελευταῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε εἰσήχθη τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, δὲν τὸ ἐθεωρήσαμεν ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἄλλοι τὸ ἐθεώρησαν ὡς τοιοῦτον, καὶ ἤθελον δι’ αὐτοῦ νὰ κρατῶσί τινας εἰς τὴν ἀμφιβολίαν. Ἡμεῖς ἠθέλαμεν ἁπλῶς νὰ ἐπέλθῃ ἰσότης δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, ὡς πληρεξούσιος τότε, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Κ. Βούλγαρης, ὑπεστήριξαν μεθ’ ἡμῶν πρότασιν ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου ἰσχύουν ἐν Ἑπτανήσῳ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι (θόρυβος). Σημειώσετε δὲ ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἤδη δὲν εἴχομεν ἕτερον σκοπὸν παρ’ αὐτὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς εἴπομεν, δηλ. τὴν ἀφομοίωσιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας. Πολλοὶ ὅμως καὶ τότε καὶ ἤδη φωνάζουν, θέλομεν τὴν ἀφομοίωσιν, ἀρκεῖ ὅμως νὰ μὴ γίνῃ ἀφομοίωσις. Ἡμεῖς ἐν τούτοις θέλομεν μίαν ὥραν ταχύτερον νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἠναγκάσθημεν ν’ ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἐξεθέσαμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἠνάγκασαν νὰ ἀποσυρθῶμεν. Ἰδοὺ τί ἐλέγομεν εἰς τὴν διαμαρτύρησιν, τὴν ὁποίαν τότε ἐκάμομεν· ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς τότε πλειονοψηφίας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀφομοιώσεως συμφώνως μὲ τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους, ἦτο τὸ κυριώτερον αἴτιον τῆς ἀποχωρήσεώς μας. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε εἰς φύλλον τι (θόρυβος) μᾶς ἔκραξαν καὶ ἀναρχικούς.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπίσημον.
§103Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ Ἀνατολή· (θόρυβος). Ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τότε δὲν ἀπεχώρησεν ὁρμηθεῖσα ἀπὸ πολιτικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν δύω λαῶν, ὅπερ παρεγνωρίζετο ἀπὸ τὸν φατριασμόν. Ἤδη ὑποστηρίζοντες τὴν ἀφομοίωσιν, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φέρωμεν βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Ἑπτανησίων, ἀλλὰ τὴν ἰσότητα, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ὁ ἑπτανησιακὸς λαὸς νὰ ἐρωτηθῇ, ἤθελεν εἰπῆ, εἴμεθα βέβαιοι «κάτω ὅλα τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε, καὶ ζήτω ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία.»
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χρηστόπουλος ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§105ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ τις, ἀποτέλεσμα δὲν θέλει φέρει, οὐχ ἧττον ὅμως χάριν τῆς ἀληθείας, καὶ ἁπλῶς τῆς ἀληθείας, ὀφείλω ν’ ἀντικρούσω τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Κ. Χρηστόπουλος. Ἐζήτησεν ὁ ἔντιμος οὗτος βουλευτὴς τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 2 καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ λόγου του ἔφερεν ὅτι ὁ Ἰόνιος κώδηξ εἶναι κακὸς, διότι τὸ mandato a lege, τὸ ἔνταλμα τοῦ νόμου, λεγόμενον, εἶναι καὶ αὐτὸ κακὸν, ὅτι ὁ περὶ κακογεωργησίας νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι κακός· ἑπομένως διαγράψατε τὸν πολιτικὸν κώδηκα τῆς Ἑπτανήσου, καὶ εἰσαγάγετε τὸν Ἀρμενόπουλον, τὰ ἔθιμα, τὸν ὀρθὸν λόγον, τὸ δίκαιον τῆς ἐπιεικείας καὶ ὅλα ταῦτα· τοῦτο ὅμως εἶναι ἄδικον. Ἂν θέλωσι νὰ τοὺς εἰσαγάγωσιν, ἂς τοὺς εἰσαγάγωσι, διότι τότε θέλουν αἰσθανθῇ οἱ Ἑπτανήσιοι, καὶ μάλιστα ὁ Κ. Λειβαδᾶς, τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων νόμων, διότι διαγραφομένου τοῦ Ἀστυκοῦ κώδηκος, θὰ μείνωμεν ἄνευ νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως· οἱ νέοι νόμοι εἶναι βαρύτεροι· τὸ λέγω δι’ ἀγάπην τῶν συμπατριωτῶν μας. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ λόγου, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ πολιτικὸς κώδηξ, εἶπε τέσσαρας λόγους, καὶ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις τοῦ ἀστυκοῦ κώδηκος τῆς Ἑπτανήσου. Διὰ τί πρέπει νὰ καταργηθῇ; διότι τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι κακὸν, διότι αἱ θυγατέρες δὲν κληρονομοῦσι τὸν πατέρα ὡς οἱ υἱοὶ, διότι ὁ δανειστὴς δύναται νὰ πληρόνεται ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας του χωρὶς δίκην, διότι ὁ νόμος τῆς κακογεωργησίας πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι πληρόνει ὁ γεωργὸς τὸ προϊὸν, τὸ ὁποῖον κάμνει ἐντὸς τοῦ ἀγροδοτικοῦ κτήματος· καὶ μὲ αὐτὰ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις. Εἴθε νὰ κατηργοῦντο οἱ νόμοι οὕτω πως μετὰ τοιαύτην προηγουμένην συζήτησιν, καὶ μὲ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας. Ἀλλὰ δὲν εἰμπορῶ παρὰ νὰ στιγματίσω τὸ εἶδος τῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν. Οὕτω καταργοῦνται οἱ νόμοι; μετὰ τοιαύτην συζήτησιν; ἔπρεπε νὰ ἦναι τέλειος ὁ κώδηξ ἵνα μὴ τὸν καταργήσητε; Καὶ τί τέλειον ὑπάρχει ἐν τῇ Τουρκοβαυαρικῇ νομοθεσίᾳ; καὶ ἠθελήσατε νὰ προτείνετε τὴν κατάργησιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων; Ὄχι, κύριοι βουλευταὶ, εἶσθε νομικοὶ, καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὅ,τι εἴπετε τὸ ἐξεφέρατε μετὰ προηγουμένην σκέψιν, ἀλλὰ σᾶς ἐξέφυγεν ὁ λόγος. Ἂν ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα νὰ σᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῆς νομοθεσίας, εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὀλυμπίας κύριος Χριστόπουλος, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Λέγουν, ὅτι τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ἐν Ἑπτανήσῳ κακῶς ἔχει· καὶ ποῖος ἔχει τὸ κληρονομικὸν αὐτὸ δίκαιον; Τὰ θήλεα δὲν κληρονομοῦσι τὸν πατέρα ὡς καὶ τὰ ἄῤῥενα· ὀρθόν· οὕτως ἔχει ἡ νομοθεσία, τὸ ὁμολογῶ· καὶ δὲν εἶναι δίκαιον; Ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ, δὲν εἶναι νόμος τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι νόμος ἐθνικὸς, σεβαστὸς, τοῦ πρώτου ἔθνους τοῦ κόσμου, τοῦ διαδιδόντος τὰ φῶτα εἰς τὴν οἰκουμένην καὶ ὑποστηρίζοντος τὰς καταπατουμένας ἐθνικότητας, εἶναι τοῦ θαλασσοκράτορος ἔθνους τῶν Ἄγγλων.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι καὶ τῶν Τούρκων.
§107ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον. Εἰς ὅλην λοιπὸν τὴν ὑφήλιον ὑπάρχει τὸ κληρονομικὸν αὐτὸ δίκαιον καὶ ἔθιμον, καὶ τέσσαρες ψωραλέοι Ἕλληνες ἤλθομεν νὰ τὸ κατακρίνωμεν.
§108ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ψωραλέοι.
§109ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ψωραλέος.
§110ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶσαι Ἑνετὸς καὶ ἔχεις ξυρισμένο καὶ τὸ μουστάκι.
§111ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ σὺ ἀπὸ ποῦ κατάγεσαι; ἀπὸ τὴν ὀσφὺν τοῦ Κόδρου; (γέλως). Καὶ ἂν ἔχω ξυρισμένο τὸ μουστάκι, τὸ εἶχε καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ Καῖσαρ, ὁ Ναπολέων, ὁ Νεύτων, ὁ Λεϊβνίτιος, καὶ θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ ξυρισθῆτε ὅλοι σας (γέλως). Καὶ ἂν ἦμαι τοιοῦτος χωρὶς μουστάκι, ἐννοήσατε τί θὰ ἤμην μὲ μουστάκι (γέλως παρατεταμένος). Αὐτὸ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ἰσχύει καθ’ ὅλην τὴν Πρωσσίαν ἐκτὸς τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ Ῥήνου, ὅπου ἰσχύει ἡ γαλλικὴ νομοθεσία. Τί παράδοξον λοιπόν, ἂν ἐδῶ εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν κληρονομοῦσι τὸν πατέρα ἄῤῥενα, καὶ θήλεα, εἰς τὴν ἄλλην δὲ μόνον ἄῤῥενα; Βλέπετε πόσον ἀπερισκέπτως ἐρχόμεθα καταδικάζοντες θεσμούς, τοὺς ὁποίους τιμᾷ ἡ Εὐρώπη. Ἡ Σαβοΐα, ὅλον τὸ Πεδεμόντιον, ἔχει τὸν νόμον αὐτὸν, ὡς καὶ ἄλλα διάφορα τῆς Εὐρώπης μέρη. Ἔρχομαι εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ διακηρύττω ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἑπτανησίων, ὅλων τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι δὲν εὑρέθη οὔτε πατὴρ, οὔτε ἀδελφὸς ν’ ἀδικήσῃ ἀδελφήν.
§112ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρέθησαν πολλοί.
§113ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐξ ἐναντίας οἱ ἀδελφοὶ θεωροῦσιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν ἀδελφὴν, καὶ τὴν σέβονται καὶ τὴν ὑπανδρεύουν.
§114ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶν’ ἀληθές.
§115ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον συνιστῶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις μέλλει νὰ συντάξῃ τὸν ἀστικὸν κώδηκα τοῦ Βασιλείου, νὰ προσέξῃ εἰς τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, καὶ νὰ λάβῃ τὸν μέσον ὅρον· καὶ τὸ λέγω ἀπὸ τοῦδε ἵνα τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀῤῥένων μὲ τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἀγάπην τῶν οἰκογενειῶν. Ἰδοὺ ἐγὼ τί ἤθελον εἰπῆ. Ἀποθανόντος τοῦ πατρὸς καὶ μενόντων τῶν θηλέων ἀγάμων, νὰ κληρονομῶσιν ὡς καὶ τὰ ἄῤῥενα, ἀλλ’ ἂν ὁ πατὴρ ζῶν ἔτι ὑπανδρεύσῃ τὴν θυγατέρα του, ὅ,τι τῆς ἔδωκεν, αὐτὸ καὶ μόνον νὰ ἔχῃ, ἵνα μὴ ἔρχεται ἡ ξένη οἰκογένεια καὶ ἐνοχλῇ τὴν πατρικὴν οἰκογένειαν· καὶ ὅσοι γάμοι, τόσαι καὶ δίκαι, ὅσαι δίκαι, τόσαι καταστροφαί. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος φίλος μου Κύριος Χρηστόπουλος μεγάλως ἔσφαλε καὶ κατὰ θεωρίαν καὶ κατὰ πρᾶξιν. Κατέκρινε τὸ ἔνταλμα τοῦ νόμου mandato a lege. Ἄδικον ἔχει, διότι κατακρίνας αὐτὸν τὸν νόμον, κατέκρινε τὸν ἑλληνικόν. Ὅ,τι ἔχομεν ἐδῶ πρὸ τῆς δίκης, ἐκεῖ ἔχουν μετὰ τὴν δίκην· καὶ ἐδῶ εἶναι ἀτοπώτερον ἐκείνου. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐδῶ ἓν ὁμόλογον συντεταγμένον κατὰ τύπους, ἐνώπιον συμβολαιογράφου, πῶς ἐκτελεῖται; Δίδεται παραγγελία εἰς τὸν κλητῆρα, ἄνευ ἀγωγῆς προηγουμένης, ἄνευ δίκης, ἄνευ ὑπερασπίσεως τοῦ ὀφειλέτου, νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ἐκτελεῖ. Ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου, καὶ αὐτὸ εἶναι πλέον ἐπικίνδυνον τοῦ ἐντάλματος mandato a lege. Ἐδῶ γίνεται ἀνακοπή. Ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα τί εἶναι; Ὁμόλογα ἀναγνωρίζομεν διὰ τοιαύτας προσόδους, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις· καὶ ὁ νόμος εἶπε, τὰ τοιαῦτα νὰ μὴ ἐκτελῶνται εἰς τὸ ἑξῆς, ἀλλ’ ὡς ἐξετελοῦντο τὰ συμβόλαια καὶ τὰ ἄλλα ὁμόλογα ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς δικαστηρίοις· ὥστε κατακρίνετε αὐτοὶ ἑαυτοὺς, διότι ἐδῶ πολλάκις τοιαῦτα ἐντάλματα ἐκτελοῦνται. Ἡ κακογεωργησία, λέγουσιν, εἶναι κακὸς νόμος· εἶναι κακὸς νόμος, ὄχι κατὰ τὴν ἰδέαν σου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου· καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγον νομοσχέδιον διὰ νὰ βελτιωθῇ· ἐγὼ τὸν κατεδίκασα πρῶτος, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἀνεγνώρισας εἰς τὸν βαθμὸν, ὃν ἔπρεπε, δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ τὸν κατακρίνῃς, διότι εἶναι ὑπὲρ τῆς γεωργίας· τί ὅμως εἰς τοῦτο πταίει ἡ προστασία; ὄχι πταίουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐσυμβούλευσαν τὴν προστασίαν, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον νὰ τὴν ὠθήσωσιν εἰς σφάλματα, καὶ νὰ κακοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις ἑδρεῦον μυστικὸν συμβούλιον.
§116Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ ποίαν ἐποχὴν εἰσήχθη αὐτὸς ὁ νόμος;
§117ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀπὸ τὸ 1841, καὶ ὅλοι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπεβάρυναν τὴν τύχην τοῦ Ἰονίου λαοῦ, δὲν ἤρχισαν μὲ τὴν προστασίαν· καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἐκτὸς τῆς προστασίας καὶ τῆς ἀστυνομικῆς κυβερνήσεως οἱ ἄλλοι νόμοι, μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας των, εἶναι προτιμώτεροι τῶν βαυαρικῶν. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ 1841 καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν αὕτη ἡ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου, τὸ κηρύττω δημοσία, καὶ τώρα μὲ πεῖσμα, διότι ὁ δαίμων ὁ φθοροποιὸς τῆς Ἑπτανήσου ὑπῆρχεν ἐδῶθεν· ἀλλὰ περὶ τούτου ἄλλοτε θέλω λαλήσει. Τότε πρὸ τοῦ 1841 εἴχομεν νόμους τὸ κοινὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν· ὅταν ἔδιδέ τις τὸ κτῆμά του εἰς τὸν γεωργὸν, ἔπρεπεν ὁ γεωργὸς νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας, καὶ ἐὰν ἕνεκα θεομηνίας καὶ ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων προέκυπτε ζημία, τότε δὲν ὑπέκειτο εἰς ἀποζημιώσεις· ὁ νόμος τῶν ἀποζημιώσεων ὑπῆρχε, τὸν εἴχομεν πρότερον καὶ δὲν παραπονούμεθα· ὁ κῶδηξ ὁ ἀστικὸς τὸν εἰσήγαγε καὶ ἔθεσεν ὅριον πέντε ἐτῶν ἵνα ἀρθῶσι τὰ αἴτια τῆς καταστροφῆς, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ φέρετε ἄλλο σεῖς· ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποίαν χροιὰν νὰ ἀποδώσω. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν 5 ἐτῶν ὁ δυστυχὴς ὁ γεωργὸς πρέπει νὰ δώσῃ λόγον δι’ ὅλα τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐξ ἀτμοσφαιρικῶν αἰτίων· καὶ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν κατακρίνωμεν χωρὶς νὰ προσβάλλωμεν τὴν γεωργίαν ἥτις ἔλαβεν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν μεγάλην ἐπίτασιν, διότι ὅλοι οἱ ἀγροὶ ἐκεῖ εἶναι περιβόλια καὶ εὐωδιάζουν.
§118ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔγειναν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐγχωρίου νομοθεσίας, ὄχι ἐκείνης, ἥτις τὰ ἐρήμωσε.
§119ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Συμφωνῶ καὶ διὰ τοῦτο θέλω νὰ τὴν διορθώσωμεν. — Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συζητήσητε ἐδῶ ἐν γένει, ἐὰν οἱ νόμοι ᾖναι καλοὶ ἢ κακοί. Δύνασθε λοιπὸν σεῖς ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ, ὅπου σᾶς εἶπον, δύνασθε νὰ καταδικάσητε διὰ μιᾶς 10 τόμους νομοθεσίας; δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, καὶ τὸ ἐπράξατε καὶ θέλετε τὸ ἐξακολουθήσει, ἀλλὰ θέλετε εἰσαγάγει τοὺς νόμους αὐτοὺς διὰ τῆς βίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον (θόρυβος).
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅπως ὑμεῖς λέγετε...
§121ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας, λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα εἰμὴ εὐεργετικοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν γένει νόμους.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χρηστόπουλος.
§123Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν, θέλω δὲ ἀποδείξει καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι καλλιτέρα.
§124ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἴδετε πῶς κρίνει καὶ κατακρίνει τοὺς Ἰονίους νόμους· ἐγὼ δὲν ἀναφέρω τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ὅ,τι λέγει δημόσιον φύλλον (ἀναγινώσκει μέρος τι ἐξ ἐφημερίδος τινὸς κατακρινούσης τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν).
§125ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀμαθὴς, βάναυσος.
§126ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει μέρος ἀγορεύσεώς τινος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου). Ἐνθυμηθῆτε τὸ 106 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἥτις κατηράσθη τὴν νομοθεσίαν, τὸν πολιτικὸν νόμον, τὸ φορολογικὸν σύστημα κτλ., καὶ ὅλα ταῦτα θέλετε νὰ τὰ εἰσάξετε εἰς τὴν Ἑπτάνησον διὰ μιᾶς; Ζήτωσαν οἱ θέλοντες τοῦτο.
§127ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. «Κατάθου τὸ κόρημα, μὴ...... λέγουσιν οἱ ἀθάνατοι ἡμῶν πρόγονοι· τοῦτο αὐτὸ τὸ ἀξίωμα μὲ ἔφερεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἵνα ὑπερασπισθῶ τὰς σκιὰς τῶν ὑπὲρ πατρίδος πεσόντων, τὸ ἔθνος τῶν γιγάντων, τὸ ὁποῖον ἐθαύμασε σύμπασα ἡ Εὐρώπη διὰ τὰ κατὰ πᾶσαν γῆν τε καὶ θάλασσαν πολυύμνητα τρόπαια· τὸ ἔθνος ἐκεῖνο τὸ ἀποκαλεῖ ψωραλέον ὁ ἔντιμος κύριος Ἰακωβάτος, ἀναμιμνησκόμενος τοὺς Τουρκικοὺς νόμους καὶ τὰ Τουρκικὰ ἔθιμα· καὶ καταφεύγων μέχρι τῆς Ἀγγλίας, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλη ἡ ὑφήλιος παραδέχεται τὴν ἀποκλήρωσιν τῶν θηλέων καὶ ἡμεῖς μόνοι οἱ ψωραλέοι Ἕλληνες θέλομεν νὰ ἔχωμεν διαφωνίαν. Ψωραλέος Ἕλλην ἦτον ὁ ἔνδοξος Μαυρομιχάλης, ὁ ἥρως τοῦ 1821, ὅστις ἔστειλεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐλευθερίας 30 αὐτοῦ συγγενῆ τέκνα; ψωραλέος ἦτον ὁ ἥρως Κολοκοτρώνης, ὁ ἥρως Μπότσαρης, ὁ ἥρως Καραϊσκάκης, ψωραλέος ὁ ἔνδοξος Κουντουριώτης, ὅστις ἐξεκένωσε καὶ θησαυροὺς καὶ περιουσίαν διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος, κύριε Ἰακωβάτε;
§128ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν τὰ εἶπον αὐτὰ ὅπου λέγετε.
§129ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὕτως ἀπεκάλεσαν τοὺς ἥρωας ἐκείνους 3, 4 ψωραλέοι Ἕλληνες.
§130ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σὺ εἶσαι.
§131ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὤφειλε καὶ ὀφείλει, κύριοι, ἀναβαίνων τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα νὰ μὴ παριστᾷ κωμῳδίας καὶ φαίνεται γελοῖος· διότι, ὅταν, κύριοι, ἐκλείψῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ σοβαρότης, ὅταν ἐκλείψῃ ὁ ὀρθὸς λόγος, τότε θέλει ἐκλείψει καὶ ὁ ὀρθὸς νοῦς, ὅστις πρέπει νὰ διέπῃ ἀείποτε τὴν Βουλήν. Ἀναβαίνων τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κύριος Ἰακωβάτος ἀνέφερεν ὅλας τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα κατ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, φαίνεται, ὅτι ἐξέρχονται ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλὰ δὲν πρέπει, κύριοι, ὁ εἷς μὲ ἀρὰς καὶ ὁ ἄλλος μὲ ἀπειλὰς νὰ ἔρχηται ἐδῶ, διότι τοιουτοτρόπως φέρετε πάντοτε τὴν σύγχυσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἠθέλατε χθὲς νὰ φέρητε σύγχυσιν, ἀλλὰ μάθετε, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδέποτε θέλει παγιωθῆ κυβέρνησις, καθὼς φερόμεθα, διότι τινὲς δὲν μένουν σταθεροὶ εἰς τὰς ἀρχάς των, καὶ ἄλλα ἐπρέσβευσαν προχθὲς καὶ ἄλλα τώρα· τοῦτο μόνον ἤθελα νὰ εἴπω, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Χρηστόπουλος· ἀλλὰ δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ διὰ νὰ μὴ παρατείνω τὴν συζήτησιν. Τοῦτο μόνον ἤθελα νὰ δείξω εἰς τὸν κύριον Ἰακωβάτον πῶς πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸ βῆμα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χρηστόπουλος προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2 ἄρθρου· θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χρηστοπούλου νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ 2 ἄρθρον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Προτείνεται δευτέρα τροπολογία ὑπὸ τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἔχουσα οὕτως. «Αἱ διατάξεις τοῦ 33ου νόμου τοῦ Γʹ. κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἄρθρου 1007 τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, δι’ ὅλας τὰς ἀγροληψίας, ἐδαφονομὰς, ἐμφυτεύσεις, ἀγρονομίας, μεταβάσεις.... κτλ.»
§133ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὰ αὐτὰ, διότι διατηρεῖται ὁ Κώδηξ.
§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος καταργεῖται, καὶ μένει μόνον ὁ Κώδηξ.
§135ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, δὲν θὰ ἠξεύρωμεν ποῖος θὰ ἰσχύῃ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τῆς τροπολογίας αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς· «αἱ περὶ ἐκτιμήσεως καὶ προσωπικῆς κρατήσεως τῆς ἑλληνικῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διατάξεις ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τοῦδε.»
§137ΠΑΔΟΒΑΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὸν κανονισμόν.
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ προτείναντες αὐτὴν δύνανται νὰ τὴν προτείνωσιν, ὡς ἄρθρον ἰδιαίτερον.
§139ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ εἰσαχθῇ τακτικῶς καὶ ὄχι ἐξ ἐφόδου εἰς συζήτησιν.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Ἔκλεισεν ἡ συνεδρίασις· εἶναι τροπολογία, ζήτησον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§141ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀπαιτεῖ σοβαρὰν συζήτησιν, διότι δι’ αὐτοῦ ἐν μέρει ἡ ἐπιτροπὴ σέβεται τὸν κώδηκα τῆς Ἑπτανήσου, ἐν μέρει δὲ τὸν ἀκυρόνει· διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου λέγεται, ὅτι διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ πολιτικοῦ κώδηκος ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀκυροῦνται παρὰ τῶν διαφόρων ἀστικῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος. Τώρα ἀνεξαρτήτως τῆς γενικότητος καὶ τοῦ ἀφηρημένου τῆς ἐκφράσεως, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸν ἀστικὸν κώδηκα τῆς Ἑπτανήσου, φαίνεταί μοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ λογικὸν συγχρόνως νὰ τὸν παραδεχθῶμεν καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ὄχι ἐν μέρει καὶ κατακερματισμένον. Ἠξεύρετε, ὅτι πᾶς κώδηξ εἶναι μία ἀλληλένδετος σειρὰ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἓν κέντρον καὶ μίαν ἀρχήν· τώρα, ἐὰν διακόψωμεν ἢ κατακερματίσωμεν τὴν ἀρχὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος θέλομεν καταντήσει εἰς κυκεῶνα, ὅστις θέλει μᾶς φέρει εἰς δυσάρεστον θέσιν. Προτείνω λοιπόν, ἑωσοῦ συνταχθῇ καὶ καταρτισθῇ ὁ ἀστικὸς κώδηξ τοῦ Βασιλείου, νὰ ἰσχύῃ ἐν Ἑπτανήσῳ καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ ἀστικὸς κώδηξ τῆς Ἑπτανήσου. Χθὲς παρεδέχθημεν πίστωσιν 20,000 δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἐπισπεύσει τὴν σύνταξιν τοῦ κώδηκος καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλομεν ἀντικαταστήσει τὸν ἀστικὸν κώδηκα τοῦ βασιλείου εἰς τὸν Ἑπτανησιακόν.
§142ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ θέλομεν αὐτό.
§143ΠΑΔΟΒΑΣ. Λοιπὸν εἶσθε διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῆτε καθολοκληρίαν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς;
§144ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§145ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῆτε προηγουμένως καὶ καθαρὰ διὰ νὰ μὴ χάνωμεν ἀναξιοπρεπῶς τοὺς λόγους μας καὶ τὸν καιρόν μας· νὰ σημειωθῇ λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν στενογράφον νὰ τὸ γράψῃ μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται οὔτε παρατηρήσεις, οὔτε συζητήσεις (θόρυβος), ἐπειδὴ ἡ Βουλή.......
§146ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§148ΠΑΔΟΒΑΣ. Εἶναι ἀληθέστατον· καὶ ἐξακολουθῶ «Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται οὔτε παρατηρήσεις, οὔτε συζητήσεις, οὔτε ἀναπτύξεις, ἀλλ’ εἶναι προδιατεθειμένη νὰ παραδεχθῇ καθολοκληρίαν τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἀπόλυτος καταστροφὴ τῆς Ἑπτανήσου, διὰ ταῦτα διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς Βουλῆς (ποδοκροτήματα καὶ θόρυβος εἰς τὴν Βουλήν). Ναί, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς Βουλῆς. (κάτω κάτω, καὶ φωναὶ βουλευτῶν «εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ τοιοῦτον»). Διαμαρτύρομαι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τῆς Βουλῆς· δὲν θέλω λάβει πλέον τὸν λόγον, καὶ αἱ συνέπειαι καὶ ἡ εὐθύνη ἂς ᾖναι εἰς βάρος τῆς Βουλῆς.
§149ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ Κ. Παδοβᾶς ἠμπορεῖ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, οὕτως· ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἀκούει τὴν γνώμην του, διὰ τοῦτο κάμνει αὐτό.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος δὲν ἀπαγορεύεται εἰς κανένα· εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπονεθῇ κανείς, ὅτι τῷ ἐμποδίσθη ὁ λόγος·
§151ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐμποδίζει κἀνένα· ἡ Βουλὴ μάλιστα μετ’ ἀνοχῆς παραδειγματικῆς τοὺς ἀκούει· ἐπειδὴ δὲ συγχρόνως δὲν συγχωρεῖται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, δὲν συγχωρεῖται ἀπὸ τὸν κανονισμὸν διαμαρτύρησις κατ’ ἀποφάσεως, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὰ πρακτικά.
§152ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. (θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σέρβος ἔχει τὸν λόγον.
§154ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ δεύτερον, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματευόμεθα, εἶναι λίαν σημαντικόν.
§155ΤΙΝΕΣ. Καλὰ, καλά.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ εἴπουν τὰς ἰδέας των.
§157ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Αὐτοὶ μᾶς βασανίζουν, ἕνα χρόνον αὐτὸ κοπανοῦν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ, Κ. Ζατουνίτη.
§159ΠΑΔΟΒΑΣ. Καταβιβάζεσθε, Κ. Σέρβε, ἀποσυρθῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα, ἡ ἀξιοπρέπειά σας αὐτὸ ἀπαιτεῖ.
§160ΣΕΡΒΟΣ. Δύναται νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν καλὴν προσπάθειαν ἡ καθιέρωσις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Καταλαμβάνω καλῶς, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν δι’ ἑπτὰ δυστυχισμένα νησιά.
§161ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶναι δυστυχισμένα. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν εἶναι δυστυχισμένη.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, Κύριε Παδοβᾶ.
§163ΣΕΡΒΟΣ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ματαιώσωμεν πᾶσαν προσπάθειαν καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος συντόμως. Ἐνταῦθα καθιεροῦται ἡ διάταξις, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἐν ἰσχύϊ δύω εἴδη ἀστυκῆς νομοθεσίας, πρῶτον ὁ κώδηξ, δεύτερον οἱ διάφοροι Ἑλληνικοὶ νόμοι. Ὁ κώδηξ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὴν πρώτην ἔκδοσιν, ἀπαρτίζεται προσέτι ἀπὸ διαφόρους νόμους μεταῤῥυθμιστικούς. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἐπίσης ἀπαρτίζεται ἀπὸ πρώτους νόμους καὶ ἀπὸ μεταῤῥυθμιστικούς. Βλέπετε, ἐὰν ᾖναι εὔκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία μὲ τὰς μεταῤῥυθμίσεις αὐτῆς, καθὼς καὶ ὁ Ἰόνιος κώδηξ μὲ τὰς μεταῤῥυθμίσεις αὐτοῦ. Θὰ ἔλθῃ χάος, θὰ ἔλθῃ κυκεὼν, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, ὅτι θὰ ἐφαρμόζωνται οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν Ἰόνιον ἀστυκὸν νόμον· ἐξηγοῦμαι. Πρέπει ἑκάστην διάταξιν τοῦ Ἰονικοῦ νόμου, νὰ τὴν ἀντιπαραβάλωμεν μὲ διατάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου νὰ ἴδωμεν ποῖαι εὑρίσκονται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ποῖαι ἀντιφάσκουσιν.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τί ἔκαμε;
§165ΣΕΡΒΟΣ. Καταλαμβάνω καλὰ, ὅτι γινόμεθα ὀχληροὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§166ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. «Γίνομαι» εἰπέτε· μὴ λέγετε δι’ ὅλους.
§167ΣΕΡΒΟΣ. Γίνομαι· καλά. Ἐν τούτοις ὑπάρχει θεσπισμένον, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐπιτροπὴ διορισθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς ἔχει νὰ συντάξῃ τὸν κώδηκα· σήμερον ἔχομεν μίαν νομοθεσίαν· ἔπειτα ἀπὸ ἓν ἔτος θὰ ἔχωμεν μίαν ἄλλην νομοθεσίαν. Τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸν ἀστυκὸν κώδηκα διατί πρὸς Θεοῦ νὰ δεχθῶμεν μίαν ἄλλην νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ παραδεχθῶμεν μετὰ ἓν ἔτος, διότι θὰ ᾖναι ἕτοιμος γενικὸς κώδηξ δι’ ἅπαν τὸ Βασίλειον; Δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὥριμον, δὲν ἤθελεν εἶσθαι εὔλογον, νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ὅλον τοῦ Ἰονίου κώδηκος τοῦ ἀστυκοῦ, ὡς ἔχει, χωρὶς νὰ ἐκθέσωμεν καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς πολίτας εἰς ἓν χάος συμφερόντων, νὰ διατηρηθῇ ὁ κώδηξ ὁ ἀστυκὸς, ἡ ἐξαίρεσις ἐν ἄλλοις λόγοις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ πρῶτον μέρος, «διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ὁ Ἰόνιος κώδηξ», τὸ δὲ δεύτερον μέρος «πλὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀντιφάσκουν πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους» νὰ ἐκλείψῃ; Τοιουτοτρόπως βλέπετε, ὅτι ἔχετε ἕνα σταθερὸν γνώμονα εἰς τὴν πορείαν τῶν δικαστῶν καὶ τῶν πολιτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν προτείνω.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Παδοβᾶ, ὑποστηριχθεῖσαν καὶ ἀπὸ τὸν Κύριον Σέρβον, τοὐτέστι ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «αἱ κανονίζουσαι ἀντικείμενα περὶ ὧν δὲν προνοοῦσιν οἱ λοιποὶ νόμοι τοῦ Βασιλείου,» μὲ ἄλλους λόγους θέλουν ὁ ἀστικὸς κώδηξ τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἰσχύῃ καθ’ ὁλοκληρίαν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Προτείνονται ὡς προσθῆκαι εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα, πρῶτον τῶν Κυρίων Ῥωμαίου, Λούβρου, Ζερβοῦ, Κωνσταντᾶ, Παγκράτη, «αἱ περὶ ἐκτιμήσεων καὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τοῦδε·» οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα τροπολογία «αἱ περὶ ἐπανελεύσεως τῶν κτημάτων διατάξεις τοῦ Ἰονικοῦ κώδηκος ἀναστέλλονται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ κώδηκος·» οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη τροπολογία, «οἱ παρὰ τὰς διατάξεις τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Ἑπτανήσου ἤδη κρατούμενοι ἀπολύονται μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ Κυρίου Κωνσταντᾶ· «αἱ διατάξεις τοῦ 33 νόμου τοῦ γʹ. Κοινοβουλίου συνδυαζόμεναι μετὰ τοῦ ἄρθρου 1080 τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ δι’ ὅλας τὰς ἀγροληψίας, ἐδαφονομὰς, ἐμφυτεύσεις, ἀγρονομίας, μεταβάσεις .........» (θόρυβος).
§169ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Τὸ τρίτον Κοινοβούλιον ἐπὶ τῆς ἁρμοστίας τοῦ λόρδου Ἄδαμ παρετήρησεν, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὰ λεγόμενα ἀντιχρηστικὰ συμβόλαια.......... (Δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων ἕνεκα τοῦ θορύβου). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ φαίνεται, ὅτι ἔχουν κακὴν πίστιν κάπως οἱ κύριοι εἰς αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, τὴν ἀποσύρω, διὰ νὰ μὴ ὑποθέτῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι θέλω νὰ τὴν δολιευθῶ, καὶ ῥίπτω τὴν εὐθύνην εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποθέτουν.
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη τροπολογία, ἡ ὁποία ἐψηφοφορήθη, μοὶ φαίνεται ὀλίγον σκοτεινή· νὰ ἐξηγηθῇ, ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις περὶ ἐκτιμήσεων· νὰ γίνῃ δὲ μία ἐξήγησις ἢ εἰς τὰ πρακτικὰ ἢ εἰς τὸ ἄρθρον.
§171Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ τὸ περὶ πραγματογνωμοσύνης.
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν ὑπάρχει εἰδικὸν ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ καὶ διὰ τοῦτο ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις αὕτη.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνοήσατε· τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔθεσε μίαν μακρυνὴν προθεσμίαν· κατὰ τὰς τροπολογίας θέλουν νὰ μὴ ὑπάρχῃ προθεσμία εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις.
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν, δὲν ἐννοῶ τίποτε.
§175ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἐννοεῖ τὸν νόμον περὶ ἐκτιμήσεων τοῦ ἐλαιοκάρπου.
§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτην διάταξιν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν· λοιπὸν βλέπετε πόσον δίκαιον ἔχω.
§177ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνωμεν ὅλοι νομοθέται διὰ τροπολογιῶν.
§178Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει νόμος περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου· τώρα αὐτὸν τὸν νόμον τὸν καταργοῦμεν. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ πολιτικὴ δικονομία· τί εἶπον οἱ κύριοι ἐδῶ; ὅτι αἱ διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας περὶ πραγματογνωμοσύνης ἐφαρμόζονται... (Δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων ἕνεκα τῶν θορύβων).
§179ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐάν μοι ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, νὰ δώσω ὀλίγας ἐξηγήσεις.
§180ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§181ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὰ 1842 τὸ ὄγδοον Κοινοβούλιον...
§182ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὰ αὐτά· ἡ τροπολογία ἐψηφίσθη.
§183ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαιοκάρπου διὰ τὴν Κέρκυραν μόνον, διότι εἶναι τοπικὸς αὐτὸς ὁ νόμος.
§184ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς μίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν τώρα περὶ ἀφομοιώσεως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κέρκυρα ἔχει δικονομίαν εἰδικήν, τί πρᾶγμα εἶναι αὐτό; ἔπειτα ἐκτίμησιν ἡ δικονομία μας ἀφῃρημένην δὲν γνωρίζει, τὴν ἐκτίμησιν τὴν γνωρίζει ὡς μέσον ἀποδείξεως, καθὼς γνωρίζει μάρτυρας, συμβόλαια, ἔγγραφα. Λοιπὸν, ἂν δὲν ἔχῃς δικαίωμα νὰ εἰσάξῃς τὴν ἀγωγήν σου, παρὰ τότε κατὰ τὸν Ἰούλιον, πῶς θὰ ᾖναι εἰς ἰσχὺν αἱ διατάξεις τῆς δικονομίας; Αὐτὸ εἶναι τραγέλαφος. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν τὰς τροπολογίας, νὰ συνεννοῶνται μὲ νομομαθεῖς τῆς πατρίδος των ἢ μὲ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ γίνωμεν ὅλοι νομοθέται νὰ κάμνωμεν τραγελάφους.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ.
§186ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ μία διόρθωσις· προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ παραγράφου.
§187ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν ὡς τροπολογίαν, ὅτι παρεδέχθη διὰ πρώτην φοράν.
§188ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ Κύριος Μπαλάνος δὲν λέγει τίποτε, διότι λέγει τὸ τρίτον ἄρθρον, «ἡ ἰσχὺς τῶν περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων κλπ. τοῦ ἀστικοῦ νόμου»· ὅλα αὐτὰ λοιπὸν εἶναι νόμοι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ νὰ συζητῶνται τρίς.
§190ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ θεωρηθῇ ὡς κυρία πρότασις τοῦ νόμου διὰ νὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν βάσανον, διότι, ὅπως συνετάχθη, εἶναι διάταξις ἀνεφάρμοστος.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μερικοὶ προτείνουν, αἱ τροπολογίαι αὐταὶ ν’ ἀποτελέσουν ἴδιον νόμον, καὶ ἑπομένως νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ συζητηθοῦν τρίς· οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἀπεῤῥίφθη· ἑπομένως θεωρεῖται ὡς μέρος τοῦ νόμου ἡ τροπολογία.
§192ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ δεύτερον κῶλον τοῦ δευτέρου ἄρθρου νὰ γίνῃ μία διασάφησις, νὰ προτεθῇ ἡ λέξις «αὐτόθι» διὰ νὰ μὴ ἐννοῇ, ὅτι ἰσχύει καὶ διὰ τὸ λοιπὸν κράτος.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων δευτέρου τμήματος τοῦ πρώτου βιβλίου τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ τοῦ ἀπὸ 1 φεβρουαρίου 1830 ψηφίσματος περὶ διαθηκῶν δὲν θέλει ἐπεκταθῆ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους· διατηροῦσι δὲ προσωρινῶς τὸ κῦρος αἱ κείμεναι περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων καὶ περὶ διαθηκῶν διατάξεις.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§194ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ τρίτον ἄρθρον. Ἄρθρον 4. «Ἐπὶ ἀπαιτήσεων, προερχομένων ἐκ δανείων συναφθέντων πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πολιτικῆς δικονομίας δὲν θέλει ἰσχύει ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1836 περὶ κατασχέσεως καὶ πλειστηριάσεως τῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων πραγμάτων Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ τηροῦσι τὸ κῦρος αἱ ὑφιστάμεναι αὐτόθι ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν καὶ κατακύρωσιν διατάξεις.
§196ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἶμαι εἰς διαφωνίαν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ προτείνω νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὡς δικονομικὴ διάταξις.
§197ΣΕΡΒΟΣ. Κ. Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ἄρθρον δὲν θέλει φέρει εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§198ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλὰ ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 ἔχοντα ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρ. 4. Ἐπὶ ἀπαιτήσεων προερχομένων ἐκ δανείων συναφθέντων πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πολιτικῆς δικονομίας δὲν θέλει ἰσχύει ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1836 περὶ κατασχέσεως καὶ πλειστηριάσεως τῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων πραγμάτων Β. Διατάγματος, ἀλλὰ τηροῦσι τὸ κῦρος αἱ ὑφιστάμεναι αὐτόθι ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν καὶ κατακύρωσιν διατάξεις». «Ἄρθρ. 5. Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ περὶ τῶν δικῶν, αἵτινες ἤθελον εἶσθαι ἐκκρεμεῖς καθ’ ὃν χρόνον, κατὰ τὸν παρόντα νόμον, λάβωσιν ἰσχὺν αἱ εἰσαγόμεναι δικονομίαι». «Ἄρθρ. 6. Αἱ διαδικασίαι περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως, αἱ ἀρξάμεναι πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πολιτ. δικονομίας, διεκπεραιοῦνται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Ἰονίου δικονομίας». Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον. «Ἄρθρ. 7. Αἱ κείμεναι ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις διατάξεις περὶ ἐκλογῆς ἐπισκόπων διατηροῦσι προσωρινῶς τὸ κῦρος. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐπισκόπου ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τοῦ Βασιλέως, καὶ, εἰ μὲν ὁ Βασιλεὺς ἐγκρίνει, ἐνεργοῦνται τὰ τοῦ περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων νόμου, ἄλλως ἐνεργεῖται νέα ἐκλογή».
§200ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἕν νέον πρᾶγμα, κύριοι, ὀφείλω νὰ καθυποβάλω εἰς ὑμᾶς. Πολλὰ ἐπιχειρήματα σᾶς ἀνέφερον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι σήμερον, ἀφορῶντα τὴν ἐκκλησίαν, τὴν παραβίασιν τῆς συνθήκης καὶ παντὸς θείου καὶ ἀνθρωπίνου. Δὲν ἐπανέρχομαι σήμερον, μόνον σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ὅσα τοιαῦτα ὑπάρχουσι περὶ ἐκκλησίας ἐναντιοῦνται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος, καὶ σᾶς λέγω ἀδιστάκτως, ὅτι ὅστις φέρει ἐναντίαν γνώμην εἶναι ἄνθρωπος τοῦ μεσαιῶνος. Ἰδοὺ τί ἀκολουθεῖ· εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἡ ἐκκλησία λαμβάνει μέρος εἰς τοὺς κανονισμοὺς τοὺς ἀφορῶντας τὴν ἐκκλησίαν... Ἐν Σουηδίᾳ ὑπῆρχε νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ ἐκκλησία ἦτο μέλος τῆς πολιτείας καὶ ἐλάμβανε μέρος κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων εἰς τὴν Δίαιταν τοῦ Βασιλείου· ἐφέτος ἐνόμισαν ὀρθὸν νὰ ἀφαιρέσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, νὰ μὴ ἑδρεύῃ εἰς τὴν Δίαιταν, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς κατενόησε τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο εἰς αὐτὸ τὸ σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἔμενεν ἀνυπεράσπιστον, καὶ τί ἐπρότεινε; πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπῃνέθη ἀπὸ ὅλην τὴν Εὐρώπην, —ἐνομοθετήθη ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι τῆς Σουηδίας χειροκροτηθέντι ἐν Παρισίοις, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ veto, τοῦ ἐπικυρόνειν ἢ μὴ τοὺς νόμους τῶν Βουλῶν τοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ἡμεῖς δὲν φερόμεθα, ὅπως εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος, καὶ ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ ἐθνισμὸς καὶ ὁ πατριωτισμός;
§201ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πράττομεν κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος καὶ ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἀληθὴς θρησκεία καὶ ὁ ἀληθὴς πατριωτισμός. Σεβόμεθα τὸ 2 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἔχει τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα. Ἐγὼ θὰ ἤμην ἐναντίος τοῦ ἄρθρου τούτου, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ φρονίμως ποιοῦσα δὲν τὸ ἄφινεν ὑπὸ ὅρον. Κύριοι, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπεν «οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται». Κύριοι, ἡ χειραφέτησις ἡ πολιτικὴ ἔγεινε διὰ τὴν Ἑπτάνησον κατὰ χρέος, γράφει ὁ εὐλογημένος Ἀθανάσιος, Μητροπολίτης τῆς Κερκύρας, ἔπεται καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις. Ἡ πολιτεία, κύριοι, ἄρχει εἰς τὴν ἐκκλησίαν, μνημονεύω εἰς τὸν Κ. Ἰακωβάτον τὸν ἱστορικὸν, ὅτι οἱ χριστιανοὶ Βασιλεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐρχόμενοι εἰς τὸ βῆμα, ἐλάμβανον εἰς χεῖρας τὸ ἅγιον ποτήριον, καὶ μετελάμβαναν, καὶ ὅταν ἠσπάζοντο τὸ Εὐαγγέλιον, ὁ Πατριάρχης τοὺς ἐφίλει τὸ χέρι. Μὲ τὸ πνεῦμα, ὅπου ὁμιλεῖτε, θέλετε νὰ μᾶς θέσετε ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μιᾶς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι δούλη μιᾶς ἄλλης ἐχθρικῆς ἐξουσίας. Πολλοὶ τὸ εἶπον εἰς τὰς ἐθνοσυνελεύσεις τὰς ἀξιομνημονεύτους ἐκείνας τῶν πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι ἐνεπνέοντο ἀπὸ αἴσθημα ὅλως ἑλληνικὸν καὶ χριστιανικὸν, καὶ πολλοὶ ἤθελον νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὴ ἦτο δούλη, ἐβιάσθη καὶ εἰς τὰ 1827 καὶ ἔστειλε κατὰ διαταγὴν τοῦ Σουλτάνου τρεῖς ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον τὴν Πελοπόννησον διὰ νὰ μᾶς πείσουν νὰ προσκυνήσωμεν, ἀλλὰ μυστικὰ μᾶς ἔλεγον, παιδιὰ μου, δὲν τολμῶμεν, διότι εἴμεθα δοῦλοι. Ἡ ἐκκλησία λοιπὸν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνεξάρτητος, ἔχουσα κεφαλὴν τὸν Χριστὸν, καὶ οὐχὶ, καθὼς μᾶς εἴπετε τῆς Σουηδίας καὶ Ἱσπανίας καὶ Ἰταλίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν κεφαλὴν τὸν Πάπαν· ἡμεῖς δὲν ὑποτασσόμεθα εἰς κᾀμμίαν ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλὰ μόνον κεφαλὴν ἀναγνωρίζομεν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διοικεῖται ἀπὸ ἱερὰν Σύνοδον ἀρχιερέων. Ἔχετε μίαν ἰδέαν, κύριοι Ἑπτανήσιοι, ὅτι πλησιάζετε περισσότερον μὲ τὴν παλαιὰν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων, δὲν εἶναι ἔτσι· ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων ἐξελέγοντο οἱ ἀρχιερεῖς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, μετὰ ταῦτα δὲ ἀπὸ ὅλον τὸν λαὸν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ μόνον τὸν κλῆρον· καὶ ἐδῶ τοὺς Ἀρχιερεῖς τοὺς ἐκλέγει ὁ λαὸς, καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω· ὁ λαὸς ἀπὸ ἐλευθέρας ἐκλογὰς ἐκλέγει τοὺς βουλευτάς του, οἱ ὁποῖοι τοὺς συνιστοῦν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ γίνονται.
§202ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σιμωνιακῶς.
§203ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θρησκευτικῶς. Τὸ ἔθνος, κύριοι, διευθύνει· ἐπεκαλέσθητε τὸν μεσαιῶνα καὶ ἐπεστρέψατε εἰς αὐτὸν. Ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὸν ἀληθῆ αἰῶνα, καὶ σκεπτόμεθα φιλελευθέρως καὶ χριστιανικῶς, καὶ θέλομεν νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ οἱ ἀρχιερεῖς μας νὰ παράγωνται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν λαῶν, καὶ οὐχὶ τοῦ Πατριάρχου, ὅστις κατὰ δυστυχίαν ἔτυχε νὰ ἦναι δοῦλος ἑνὸς ἀλλοθρήσκου, ὅστις ἀνεξετάστως τὸν ἀποκεφαλίζει. Εἶμαι λοιπὸν, κύριοι, σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, μόνον καὶ μόνον, διότι θέτει ὅρον· ἄλλως πῶς γίνεται ἡ Ἑπτάνησος νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἦναι ἄλλη ἐκκλησία ἐκεῖ καὶ ἄλλη ἐδῶ; Τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ συνθήκη, δὲν εἶναι ἀληθές· ὁ Κ. Τρικούπης σᾶς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ, ὅτι εἴμεθα κύριοι νὰ νομοθετήσωμεν, ὅπως θέλομεν· διὰ τοῦτο καὶ ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐνομοθέτησε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐκκλησίας, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὑπογράψαντας προστάτας φίλους τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶπεν, ὅτι ἔκαμε κακόν. Ἡ συνθήκη λοιπὸν ἐννοεῖ, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἐλεύθερον νὰ νομοθετήσῃ ὅπως θέλει, ὥστε καὶ ἡ ἐκκλησία κατὰ τὸν εὐλογημένον Ἀθανάσιον πρέπει νὰ ὑπόκειται.
§204ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὴν εὐχήν του νὰ ἔχῃς.
§205ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ σὺ τὴν κατάραν του. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι πρέπει νὰ γίνωνται, καθὼς καὶ οἱ ἡμέτεροι, διὰ τῆς Συνόδου, καὶ νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις· καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπεκαλέσθητε τῶν μεσαιῶνα, εἶσθε ἄνθρωποι τοῦ μεσαιῶνος, μεσαιωνικῶς σκέπτεσθε, καὶ μεσαιωνικῶς διάγετε.
§206Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἰδέας ἤθελεν ἔχει ἓν κοινὸν καλὸν ἢ κακόν, ἐπωφελὲς ἢ ἐπιβλαβὲς περιορίζομαι εἰς ἓν καὶ μόνον σημεῖον τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ πρᾶξις. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποβαίνει σκανδαλώδης πρὸς ὅλον τὸ Κράτος, τὸ Ἑλληνικὸν καὶ πρὸς ὅλην τὴν Τουρκίαν. Πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅταν εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ὑπάρχῃ πλέον ἡ δύναμις ἐκείνη τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐξ ἀνάγκης ἔκαμνε τὸν λαὸν νὰ συνέρχηται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα; Ἐνόσῳ ὑπῆρχε μία ἐξουσία πολιτικὴ ἀλλόθρησκος, ἴσως σεβομένη τὰ ἱερὰ τοῦ τόπου δικαιώματα παρῄτησεν ἓν δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπισκόπων· ὅταν ὅμως ἐξέλιπεν αὐτὴ ἡ ἐξουσία, ὅταν εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ὑπάρχῃ πλέον ἡ δύναμις ἐκείνη· ὅταν τὸ Κράτος ᾖναι τῆς αὐτῆς θρησκείας, πρέπει τὸ αὐτὸ δίκαιον νὰ διέπῃ. Κύριοι, εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὁμοῦ μὲ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς μας θὰ εἰσέλθουν τὰ πολιτικὰ πάθη, διότι εἶναι ἀδύνατον πᾶν πολίτευμα νὰ μὴ σύρῃ κατόπιν του πάθη πολιτικά· πῶς θέλετε τὸν συναγωνισμόν, ὅστις θέλει γίνει εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς τῆς Ἑπτανήσου, νὰ τὸν καταστήσητε ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὰ πάθη τὰ πολιτικά; ὅταν ὁ συναγωνισμὸς οὗτος μεταβαίνῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν θρησκείαν, πῶς θέλετε οἱ ἱερεῖς ἐκείνου τοῦ τόπου νὰ μὴ λάβωσι τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας πρὸς τὰ πολιτικὰ πάθη; Ἑπομένως θέλετε τὰ αὐτὰ πάθη νὰ ἐξασκοῦν καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν Ἐπισκόπων; Θέλετε λοιπὸν τὸ ἥμισυ τῶν ἱερέων νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν Ἐπισκόπων, καὶ πιστεύετε πλέον νὰ ὑπάρξῃ ἑνότης θρησκευτική, πνευματική; πιστεύετε ποτέ, ὅτι θὰ δυνηθῇ ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος νὰ βλέπῃ μὲ πατρικὸν ὄμμα τὸν ἱερέα, ὅστις κατεψήφισε τὴν ἐκλογήν του; (εὖγε, εὖγε). Θέλω ἀπαντήσει, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν δι’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Πιστεύετε, κύριοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ψηφοφοροῦντες μυστικῶς, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θέσωσι τὴν χεῖρά των εἰς τὸν σωλῆνα, εἶναι ἀγάλματα; ὅτι δὲν ἔχουν τὸ φρόνημά των ἐκπεφρασμένον; Πιστεύετε λοιπὸν σεῖς, ὅταν ἐκάμετε τὰς ἐκλογάς σας, ὅτι οἱ φίλοι σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἠγάπων, δὲν εἶχον προηγουμένως ἐνεργήσει, δὲν ἐπολέμουν ὑπὲρ ὑμῶν; Λέγω λοιπόν, ὅτι καὶ οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται εἰς μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἐκλέξωσι τὸν Ἐπίσκοπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμμετάσχουν τῶν πολιτικῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα διέπουν τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Συλλογισθῆτε λοιπὸν μὲ ποῖον ὄμμα καὶ ἀγάπην πατρικὴν θέλει βλέπει ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος τὸν ἱερέα, ὅστις τὸν κατεψήφισεν. Ἐκ πεποιθήσεως λοιπὸν καὶ ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας καὶ πρὸς τὴν θρησκευτικὴν καὶ πολιτικὴν ἑνότητα, ἥτις πρέπει νὰ μᾶς συνδέῃ μὲ τοὺς Ἑπτανησίους, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου.
§207ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§208Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν μελετήσητε τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων μας ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ θρησκεία τοῦ κόσμου, καὶ ὅτι τὰ σχίσματα καὶ αἱ καταστροφαὶ καὶ οἱ θρησκευτικοὶ πόλεμοι προῆλθον ἀπὸ τοιαύτας ἀπροσέκτους διατάξεις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἄλλους, τοὺς ὁποίους δὲν τολμῶ νὰ ἀναφέρω, ἀλλ’ ἀφίνω εἰς τὸν πατριωτισμόν σας νὰ μαντεύσητε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§209ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§210ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπὴν ὄχι ὀλίγον. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς προλήψεις, ἂν θέλητε· καὶ αὐταὶ αἱ προλήψεις αἱ θρησκευτικαὶ δὲν πρέπει νὰ θίγωνται τόσον εὐκόλως. Παρεδέχθημεν τὴν ἀφομοίωσιν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, καὶ δὲν εἶναι ὀλίγον τοῦτο, οὔτε μικρὸν, καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἠμποροῦν θεσμοὶ ὁλόκληροι Ἑπτανησιακοὶ νὰ καταργηθῶσι διὰ τὴν ἀφομοίωσιν αὐτήν· περὶ γάμου π. χ. περὶ διαλύσεως δηλ. ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων, τὸ παραδέχομαι· τὸ περὶ ἐπισκόπων, δηλ. περὶ τρόπου ἐκλογῆς ἐπισκόπων, ἔπρεπε νὰ τὸ διατηρήσωμεν, διότι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς δὲν ἔχομεν κανὲν διδόμενον· εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸ πολλοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ τόπος τὸ ἀσπάζεται· τὰ πολιτικὰ πάθη, τὰ ὁποῖα φοβοῦνται, ὅτι θὰ ἀναπτυχθῶσιν, ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα. Μείνατε βέβαιοι, κύριοι, διότι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων ἐνδιαφέρονται πολὺ περισσότερον, παρ’ ὅσον εἰς τὸν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν· ἡ σύγκρουσις εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικόν τὸ τότε, καὶ τῶν ὑπηρετούντων ἄλλας ἰδέας, ἦτο ὄχι μικρὰ καὶ τότε οἱ ἱερεῖς προσεκαλοῦντο νὰ ψηφοφορήσωσιν ὁ εἷς ἀπὸ μίαν καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ ἄλλην πεποίθησιν καὶ δὲν ἔγεινε τίποτε· ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐδῶ, τότε μάλιστα, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τὰ πράγματα δεικνύουν, ὅτι δὲν λαμβάνουν χώραν τοιαῦτα, ὅπου ὁ κλῆρος εἶναι οὐχὶ ἐντελῶς, ἀλλ’ ὁπωσοῦν ἀνεπτυγμένος. Φοβοῦμαι μάλιστα, κύριοι, νὰ διαγραφῇ αὐτὸ ἀπὸ τώρα, πρὶν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ καταστατικὸς νόμος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις, καὶ ὑμεῖς νομίζω, ὅτι ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Κρεστενίτης, ὅτι πρῶτον ὅλος ὁ λαὸς ἐξέλεγε τοὺς ἐπισκόπους, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ κλῆρος, δὲν ἠξεύρω ποῖος τρόπος συνᾴδει μᾶλλον μὲ τὰς ἀποστολικὰς παραδόσεις· ἀλλ’ ἔστω. Ἤθελα λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ σεβασθῶμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, ἥτις εἶναι μηδαμινὴ, καὶ, ἐπαναλέγω, δὲν ἀντίκειται εἰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις.
§211Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις παρακαλῶ, Κ. πρόεδρε. Παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. Λομβάρδον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέφερα· εἰς τὴν ἐρχομένην ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς συνόδου, θέλουν ἔλθει καὶ ἑπτανήσιοι· ἂν ἐκλέγωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ κύριοι οὗτοι, θὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐκλέγουν τοὺς ἰδικούς μας, χωρὶς ἡμεῖς τοὺς ἰδικούς των; Ἐννοεῖτε, ὅτι τοῦτο εἶναι σκανδαλῶδες. Καὶ ἀκόμη, κύριοι, χθὲς ὅταν ὡμίλουν περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, μὲ πόνον καρδίας τὸ ἔκαμα, σᾶς τὸ λέγω τώρα. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει μία πλειοψηφία κακῶς σκεπτομένη ἐπὶ ἑνὸς φορολογικοῦ νόμου· οἱ μὲν λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ἐνδιαφέρονται, ἀδιαφοροῦν διὰ τοὺς ἄλλους καὶ τ’ ἀνάπαλιν· ὥστε καὶ σεῖς οἱ ἑπτανήσιοι δύνασθε νὰ σφάλετε πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς πρὸς σᾶς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχουν οἱ αὐτοὶ νόμοι, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ αὐτὸς πόνος, ἡ αὐτὴ προσοχὴ, ὁ αὐτὸς ἐνθουσιασμός. Σήμερον ἔρχεται ἕτερον ζήτημα σκανδαλωδέστατον, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας φοβοῦνται ὅσοι θέλουν νὰ μᾶς τρομάξωσι μὲ τὰς προλήψεις. Δὲν φοβοῦμαι ἐγὼ τὰς προλήψεις· αἱ προλήψεις εἶναι μηδέν· σημαίνουν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ σκέπτωνται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ πνευματικὸν ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας ἂς προΐδῃ ἕκαστος.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ 7ου ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν. «Ἄρθρον 8. Οἱ περὶ ἐπιβολῆς φόρων νόμοι τοῦ Βασιλείου, ὅσοι δὲν εἰσήχθησαν ἢ δὲν εἰσαχθῶσιν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους δι’ εἰδικῶν νόμων, δὲν θέλουσιν ἰσχύει αὐτόθι. Ἀντ’ αὐτῶν δὲ θέλουσιν ἰσχύει προσωρινῶς οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοῦ πρώην ἡνωμένου κράτους τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν δὲν ἠκυρώθησαν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τῶν εἰδικῶν νόμων.»
§213ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα.
§215ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον ἐναντίαν γνώμην, διότι ὑπεστήριζον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ. Δὲν θέλω ἤδη νὰ εἴπω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκίνουν. Ὅταν ἔλθῃ ὁ φορολογικὸς νόμος, ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις. Ἐγὼ προτείνω διὰ τοῦτο τὴν ἀπάλειψιν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. «Ἄρθρον 9. Οἱ περὶ δημοτικῆς φορολογίας νόμοι τοῦ Βασιλείου λαμβάνουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις μετὰ παρέλευσιν δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμοὺς ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης.»
§217ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 10. Τὰ περὶ ἅλατος νῦν κείμενα ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις θέλουσι διατηρηθῆ, ὡς ἔχουσιν, ἕως οὗ ληφθῇ εἰδικὴ περὶ αὐτῶν νομοθετικὴ πρόνοια.» Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου τούτου.
§219ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἅλας εἶναι φόρος καὶ ἑπομένως ἀπεφασίσαμεν, ὅτι τὰ περὶ φόρων νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουν.
§220ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δύναται τὸ ἅλας τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πωλῆται;
§221ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐμποδίζει ὁ νόμος περὶ ἁλάτων τῆς Ἑλλάδος. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τελωνιακὴν γραμμὴν, εἶπεν, ὅτι καὶ τὸ ἅλας τῆς Ἑπτανήσου θεωρεῖται ἔξωθεν ἐρχόμενον.
§222ΖΩΤΟΣ. Αἱ ἁλικαὶ ἐν γένει εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ κράτους· ἑπομένως τὸ ἔξοδον πρὸς καλλιέργειαν, προστιθέμενον εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, δὲν δύναται νὰ λογισθῇ ὡς φόρος.
§223ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φόρος εἶναι.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φόρος εἶναι, μάλιστα.
§225ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ ἅλας ἔχῃ ἀξίαν 8 λεπτὰ καὶ πωλῆται 10, τὸ περιπλέον εἶναι φόρος, ἡ κυβέρνησις ὑποχρεοῖ τοὺς κατοίκους νὰ πληρόνωσι τὸ περιπλέον.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μαστραπᾶ.
§227ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Περιττόν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· τὸ ἄρθρον λοιπὸν παραδέχεται ὡς ἔχει. «Ἄρθρον 11. Μέχρι τῆς παρελεύσεως τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 τεταγμένης προθεσμίας διατηροῦσι προσωρινῶς τὸ κῦρος ἐν ταῖς ἰονίοις νήσοις αἱ νῦν κείμεναι αὐτόθι περὶ ἐπιχωρίων προσόδων διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς πρὸς ἀφομοίωσιν τῆς νομοθεσίας τῶν ἰονίων νήσων ἐκδοθέντας καὶ ἐκδοθησομένους νόμους.»
§229ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 12. Ἀφ’ οὗ χρόνου λάβωσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν οἱ περὶ δημοτικῆς φορολογίας νόμοι τοῦ Βασιλείου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ τῆς κατὰ δήμους διανομῆς τῆς ἐπιχωρίου περιουσίας τῶν νήσων, ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας ἑκάστης νήσου ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τόσων μελῶν, ὅσοι εἰσὶν οἱ συνιστῶντες ἑκάστην νῆσον δῆμοι.»
§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων; Τότε εἶναι περιττὸν τὸ ἄρθρον· διότι τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον φροντίζει περὶ τῶν ἐγχωρίων προσόδων καὶ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Τὸ νὰ διαχειρίζεται ὅμως ἡ περιουσία αὕτη ἀπὸ πρωτοφανῆ ἐξουσίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν.
§232Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς διατάξεις αὐτὰς ἐλάβομεν ἀπὸ πρότασιν γενομένην ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ ἔχουν τὸν λόγον των, καθόσον τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια βραδύνουν πολλάκις, συνάμα δὲ τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια διαχειρίζονται τὴν ἐπαρχιακὴν περιουσίαν καὶ ἐξελέγχουσι τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δημοτικῶν περιουσιῶν. Ἡ περιουσία, περὶ ἧς λόγος, δὲν εἶναι ἐπαρχιακὴ, οὔτε δημοτικὴ διακεκριμένη, οὔτε τῆς ἐπικρατείας, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἑκάστη νῆσος ἀπετέλει σχεδὸν ἐπικράτειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπή σας ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ τὴν προσωρινὴν ἐπιτροπὴν, μεχρισοῦ κανονισθῶσι διὰ τοῦ νόμου τὰ περὶ διαιρέσεως τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ἥτις θέλει κανονισθῆ, ἀφοῦ τὰ δημοτικὰ συμβούλια συνέλθωσι καὶ σκεφθῶσι περὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι περιττή.
§233ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὀλίγον καιρὸν νὰ συντάξῃ τόσα νομοσχέδια καὶ νὰ διευκρινήσῃ ἓν ζήτημα τόσον μέγα, ὡς εἶναι τὸ περὶ ἀφομοιώσεως, καὶ οὐδὲν τῶν μελῶν θέλει δυσαρεστηθῆ, ἂν γίνῃ παρατήρησις ἀφορῶσα παραλείψεις. Ἐδῶ παρατηρῶ, ὅτι τὸ 11 ἄρθρον διατηρεῖ τὰς ἐγχωρίους προσόδους· τὸ δὲ 12 ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἐγχωρίων προσόδων, μὲ ἄλλας λέξεις διατηρεῖται ὅλη ἡ περιουσία, ἡ ὁποία τὴν σήμερον διαχειρίζεται ἀπὸ τὴν ἐγχώριον διοίκησιν, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς ὑπηρεσία εἶναι πολλὰ πολύπλοκος εἰς τὴν Κέρκυραν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς μικροῦ ὑπουργείου. Τώρα ἐπὶ τῶν ἐπιχωρίων προσόδων νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας οὔτε τὰ δικαιώματα, οὔτε τὰ καθήκοντα εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῶσιν εἰς 3 ἢ 4 ἄρθρα καὶ νὰ μὴ κανονισθῇ οὔτε ἡ εὐθύνη, οὔτε ἡ ἐπιτήρησις, οὔτε πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προηγῶνται, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ σωματεῖον τοῦτο θέλει εἶσθαι ἐπικίνδυνον, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, ὅτι εἶναι προτιμώτερον ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν τινὲς διατάξεις κανονίζουσαι ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πάντα. Ἐκτὸς τούτου φρονῶ, ὅτι ἡ σύστασις τῶν δήμων θέλει προκαλέσει κατὰ μέγα μέρος τὴν κατακερμάτισιν τῆς περιουσίας, διότι οἱ δῆμοι τῆς Ἑπτανήσου δὲν θὰ ἔχουν ἑτέραν περιουσίαν παρ’ αὐτὴν, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐγχώριος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμώτερον ν’ ἀνατεθῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον.
§234ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Δεληγιώργης εἰς τὰς παρατηρήσεις του ὑπέπεσεν εἰς μίαν πλάνην. Εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συστηθησομένη κατὰ τὸ ἄρθρον 12 θὰ ἔχῃ διαχείρισιν ὄχι μόνον τῆς περιουσίας τῶν νήσων, ἀλλὰ καὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν ἄρθρῳ 11· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως. Ἐν ἄρθρῳ 11 γίνεται λόγος περὶ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, καὶ ἕως ὅτου ἐφαρμοσθῇ ὁ περὶ δήμων ἑλληνικὸς νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὸ δὲ ἄρθρον 12 πραγματεύεται περὶ ἑτέρας ἐποχῆς, περὶ τῆς ἐποχῆς, ἀφοῦ ἐφαρμοσθῇ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, ἕως ὅτου ἐκδοθῇ ἕτερος νόμος περὶ τῆς διανομῆς τῆς περιουσίας τῶν νήσων· ὥστε ὅλαι αἱ παρατηρήσεις περὶ τοῦ πολυπλόκου τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καταπίπτουν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύστησε τὸν σχηματισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐν Ἑπτανήσῳ πᾶσα νῆσος ἀπετέλει ἕνα δῆμον, ἤδη δὲ ἐφαρμοζομένου τοῦ Ἑλληνικοῦ συστήματος, θὰ διαιρεθῇ ἑκάστη νῆσος εἰς πολλοὺς δήμους. Ἐγείρεται λοιπὸν τὸ ζήτημα· οἱ νεοσυστηθησόμενοι δῆμοι ποίαν περιουσίαν θὰ ἔχουν; πῶς θέλει διανεμηθῆ αὕτη μεταξὺ αὐτῶν; Τοῦτο θὰ λυθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, διότι πρέπει νὰ ληφθῶσι πληροφορίαι. Ἄλλοτε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε τινὲς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ διανεμηθῇ ἡ περιουσία χορηγουμένων εἰς ἕκαστον δῆμον τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ ἐγχωρίων κτημάτων, ἄλλοι εἶπον νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἄλλοι ἄλλως. Περὶ τούτου θέλει διαλαμβάνει ὁ ψηφισθησόμενος νόμος. Ἀλλ’ ἕως ὅτου ψηφισθῇ, ἡ περιουσία τί θὰ γίνῃ; Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνταῦθα προτείνει τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπως φροντίζῃ περὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς, καὶ ὄχι τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, διότι τοῦτο ἔχει εἰδικὴν ἀποστολὴν, καὶ δὲν μένει πάντοτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, συνέρχεται ἅπαξ τοῦ ἔτους.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
§236ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰ ἄρθρα 13, 14, 15, 16, 17, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον 13. Ἕκαστον δημοτικὸν συμβούλιον ἐκλέγει, εἴτε ἐντὸς τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελῶν, εἴτε ἐκτὸς, ἐπίτροπον τοῦ δήμου ὡς μέλος τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐπιτροπῆς. Ὁ προϊστάμενος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἶναι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς.» «Ἄρθρον 14. Τὰ ἐκ τῆς περιουσίας ἑκάστης νήσου εἰσοδήματα διανέμονται εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστου, ἀφοῦ προηγουμένως ἀφαιρεθῶσι. 1) Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως. 2) Τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν νοσοκομείων, πλὴν τοῦ ἐν Κερκύρᾳ φρενοκομείου, ἔξοδα. 3) Αἱ ἀπαιτούμεναι δαπάναι πρὸς κατασκευὴν, συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν, δι’ ὧν γίνεται ἡ μεταξὺ τῆς πρωτευούσης τῆς νήσου καὶ τῶν διαφόρων αὐτῆς χωρίων συγκοινωνία, ἐξαιρουμένων τῶν πλαγίων ὁδῶν, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων καὶ χωρίων, ὧν τὰ ἔξοδα ἐπιβαρύνουσι τοὺς οἰκείους δήμους.» «Ἄρθρον 15. Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἑκάστου δήμου ὀφείλουσι τῇ αἰτήσει τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐπιτροπῆς νὰ ἐκτελῶσι πάσας τὰς ἀπαιτουμένας πράξεις εἰς τὴν διοίκησιν καὶ ἐπιμέλειαν τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτοῦ κειμένων ἐγχωρίων κτημάτων.» «Ἄρθρον 16. Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιτρέπεται εἰς τὸ οἰκεῖον δημοτικὸν συμβούλιον ἔφεσις, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸ κοινοποιήσεως, ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀποφασίζει ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.» «Ἄρθρον 17. Οἱ νόμοι τοῦ πρώην Ἡνωμένου Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς ἑταιρίας εἰδικὰ δικαιώματα, διατηροῦσι τὸ κῦρος ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις.» «Ἄρθρον 10. Οἱ περὶ ὁδοποιίας, σωφρονιστικῶν φυλακῶν, περὶ φρενοκομείου, περὶ πτωχοκομείου, περὶ ἐνεχυροδανειστηρίου, περὶ ἐξοικονομικῶν Τραπεζῶν καὶ ἄλλων τοιούτων ἱδρυμάτων ὑφιστάμενοι ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις Νόμοι καὶ κανονισμοὶ δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ παρόντος Νόμου.»
§237ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως σωφρονιστικῶν φυλακῶν, διότι ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς Νόμος ἔχει καλλιτέρας διατάξεις.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται τὸ ἄρθρον ἡ Βουλή;
§239ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 19. Οἱ παρὰ ταῖς Ἰονίοις δικαστηρίοις δικηγόροι διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των.» «Οἱ Πρόεδροι τῶν δικαστηρίων θέλουσιν ὑποβάλει πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργεῖον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου κατάλογον τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς δικαιοδοσίας των κεκτημένων τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν, ὅπως ἐκδοθῶσι τὰ περὶ τοῦ διορισμοῦ των Β. Διατάγματα.»
§241ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 20. Οἱ μέχρι τοῦδε ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδικηγόρου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ὡς συνήγοροι ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικείων καὶ πταισματοδικείων εἰς πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἂν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις τούτοις ὑπάρχωσι διωρισμένοι πλείονες τῶν τεσσάρων δικηγόροι.» «Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου οἱ πρόεδροι τῶν δικαστηρίων θέλουσιν ὑποβάλει κατάλογον τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς δικαιοδοσίας των ὑποδικηγόρων πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργεῖον, ὅπερ θέλει ἀναγνωρίσει αὐτούς.»
§243ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι· μᾶς ἐτυράννησαν 400 χρόνους· δὲν θέλω νὰ μᾶς στείλετε ὑποδικηγόρους εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα, διότι καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα δὲν τὸ ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ δίδῃ προνόμια, ἂν δὲν πάρουν αὐτοὶ δίπλωμα ἀπὸ τὸν ἐξεταστικὸν σύλλογον, διὰ νὰ δείξουν, ὅτι ἔκαμον νομικὰς σπουδάς. Λοιπὸν προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 20 ἄρθρου.
§244ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω τὴν κατάργησιν τῶν δικηγόρων, ὅπως ἕκαστος πολίτης ᾖναι ἁρμόδιος νὰ ἐξασκῇ τὰ δικαιώματά του.
§245Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μας νομοθεσίαν, ὅπου ὑπάρχουσι τέσσαρες τακτικοὶ δικηγόροι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ τοιοῦτοι ὑποδικηγόροι ἢ δικολάβοι νὰ παρίστανται εἰς τὰ δικαστήρια· αὐτὸ μόνον παραχωρεῖ ὁ νόμος, αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι μέχρι τοῦδε παρίσταντο, ἑπομένως ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ χάσωσι.
§246ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν.
§247ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, ἕκαστος διάδικος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ἐν τοῖς δικαστηρίοις· ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις δὲν δύνανται ἄλλοι πολῖται νὰ παρίστανται παρὰ οἱ δικηγόροι· κατ’ ἐξαίρεσιν εἴπομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐπειδὴ ὑπάρχει μία τάξις ὑποδικηγόρων, νὰ δύνανται νὰ παρίστανται ὡς νομικοὶ (θόρυβος).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ 20 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε.
§249ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἐναντίον ἐνόησαν.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατέλης ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ 20 ἄρθρον· «οἱ πρὸ ἐτῶν ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδικηγόρου ἐν Ἑπτανήσῳ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωνται κατὰ τὰ νενομισμένα καὶ νὰ λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν».
§251ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, πρέπει νὰ ἔχῃ σπουδάσει. Τὸ τοιοῦτον ...
§252ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιβαίνει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται καὶ πάλιν «Οἱ πρὸ ἐτῶν ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδικηγόρου ἐν Ἑπτανήσῳ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωνται κατὰ τὰ κανονισμένα καὶ λαμβάνωσιν ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. «Ἄρθρον 20. Οἱ μέχρι τοῦδε ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδικηγόρου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ὡς συνήγοροι ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων εἰς πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἂν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις ὑπάρχωσι πλείονες τῶν τεσσάρων δικηγόροι.» «Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, οἱ Πρόεδροι τῶν δικαστηρίων θέλουσιν ὑποβάλει κατάλογον τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς δικαιοδοσίας των ὑποδικηγόρων πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργεῖον, ὅπερ θέλει ἀναγνωρίσει αὐτούς.» Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 21. Οἱ ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις ἰατροί, φαρμακοποιοί, καὶ αἱ μαῖαι διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των.» «Οἱ Προϊστάμενοι τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν θέλουσιν ὑποβάλει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου κατάλογον τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς δικαιοδοσίας των κεκτημένων τὸ δικαίωμα τοῦ μετέρχεσθαι τὰ ἐπαγγέλματα ταῦτα, ὅπως ἁρμοδίως ἀναγνωρισθῶσιν.» Ὑπάρχουσι τροπολογίαι «οἱ ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις ἰατροί, φέροντες δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἑλλάδος, δύνανται μόνον νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ.»
§254ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Μετὰ τὸ καὶ «αἱ μαῖαι» νὰ προστεθῇ καὶ «οἱ συμβολαιογράφοι».
§255ΙΩΑΝΝΟΥ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ ἐμπειρικοὶ ἰατροί, δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως θέλω μόνον οἱ ἰατροὶ οἱ φέροντες δίπλωμα νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμά των.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἰωάννου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰωάννου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§257ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν ἠκούσαμεν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντολέων προτείνει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ συμβολαιογράφοι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοντολέοντος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21 ὅπως ἔχει. Ἐρωτῶ διὰ τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 30|60.