1865.12.09
2.622 στίχοι · 21.326 λέξεις · 278 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81
Τῆς 9 Δεκεμβρίου 1865.
(Πέμπτη).
Ὥρα 1/2. Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις· ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κυροῦνται. Ὑπάρχει ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλονται καταχρήσεις. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.—Διάφοροι ἀγωνισταὶ ἐξαιτοῦνται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Παπαμιχαλόπουλος καὶ Λεονταράκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἀκυρώσεως διατάξεών τινων τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ Κύριος Σέρβος ὑποβάλλει τροπολογίαν νομοσχεδίου περὶ διοργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑπτανήσῳ.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὑποβάλλουσι νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.—Πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ κύριος Κατσίνας ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.—Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἔχει ἕτοιμον τὸ ἔργον της.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐτελείωσεν ἤδη τὸ ἔργον της καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους πρὸς ἀντιγραφήν.
§9ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι βουλευταί, κατηγορῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ παραβάσει νόμου ἰσχύοντος, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ φέρῃ κἂν οὐδένα λόγον τῆς τοιαύτης παραβιάσεως. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω οὐδὲ στιγμὴν τὴν Βουλήν, ἐὰν ἤθελον δυνηθῆ ἰδιαιτέρως πως νὰ κατορθώσω, ὥστε νὰ πεισθῇ ὁ ὑπουργὸς περὶ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ ματαίῳ ἐξήντλησα ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τριῶν ἡμερῶν καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἀκουσθῶ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις περὶ τὰ τέλη τῶν ἐργασιῶν της κατὰ τὸ ἔτος 1864 ἠθέλησε νὰ κάμῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διαθέσῃ τὰς χειμερινὰς βοσκὰς καὶ λύσῃ τὸ πολύκροτον αὐτὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον γνωρίζετε πόσος καιρὸς ἐδαπανήθη ὅπως συνταχθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ὅστις καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπασχολεῖ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ἵνα συμπληρώσουν τὰς ἐλλείψεις του. Συνταχθεὶς ὁ νόμος αὐτὸς εἶπεν, αἱ ἐθνικαὶ βοσκαὶ παραδίδονται εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπιφυλαττομένης τῆς νομικῆς κατοχῆς τοῦ δημοσίου, ὅτι αἱ νομαὶ αὗται θέλουν ἀποδοθῆ εἰς τὰς κοινότητας τῶν δήμων, καὶ ἀφοῦ ἀποδειχθῇ, ὅτι πλεονάζουσιν ἐκ τῶν ἐνοικιασθεισῶν πρὸς διατροφὴν τῶν ποιμνίων τῆς ἐντοπίου κτηνοτροφίας, τὸ πλεόνασμα αὐτὸ θέλει διατίθεσθαι διὰ δημοπρασίας, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 20% θὰ δίδωνται εἰς τὸ ταμεῖον λόγῳ ἐπικαρπίας. Ὁ νόμος αὐτὸς, ἐν ᾧ ἐξετελέσθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, δυστυχῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Θηβῶν, τῆς ὁποίας ἤμην βουλευτὴς, δὲν ἐξετελέσθη, διότι λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας δῆθεν ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν τότε νὰ ἀναστείλῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἦτο πρωθυπουργὸς ἢ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐκθέσεως ἑνὸς διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς τότε Συνελεύσεως καὶ εἶπεν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ ἀναβάλω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, διότι ἔχω μίαν ἔκθεσιν ἀπὸ ἕνα διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ, δι’ ἧς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι ἂν ὁ νόμος αὐτὸς τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια διακινδυνεύει. Δὲν λέγω ποσῶς, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡρμήθη ἀπὸ κανένα πλάγιον σκοπόν· ἐπίστευσεν ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ, ὅστις ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ τάξις ἀπὸ πέντε ἀνθρώπους, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πάντοτε τὸ φυτώριον τῆς ληστείας, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν ἡ μάστιξ τοῦ Κράτους, καὶ μόλα ταῦτα σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τάξιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων λόγῳ δημοσίου ἀσφαλείας. — Ἡ Συνέλευσις τότε, κύριοι, ἐνδοῦσα εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινεν, ὥστε ἐπὶ δέκα ἡμέρας νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐνοικίασις τῶν νομῶν τῆς ἐπαρχίας τῶν Θηβῶν. Παρῆλθον αἱ δέκα αὐταὶ ἡμέραι· ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη, κανὲν ἄλλο ζήτημα δὲν παρουσιάσθη καὶ ὁ νόμος ἔμενεν ἄπρακτος, ἐκ δὲ τῆς ἀπραξίας αὐτῆς τοῦ νόμου ἐπῆλθε μία ζημία διὰ τοὺς δήμους τῶν Θηβῶν ὑπὲρ τὰς 30,000 δρ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξε λόγος δημοσίου ἀσφαλείας, ἔστω· ἂς ἐζημιώθη ἡ ἐπαρχία τῶν Θηβῶν 30,000 δραχμάς. Ἔρχεται τὸ 1865, τὸ ὁποῖον διανύομεν ἤδη, καὶ πολλοὶ πιστεύω νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἐνοικίασις αὐτῶν τῶν χειμερινῶν βοσκῶν, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἶπεν, ὅτι λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ὑπαγορεύουν, ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν νὰ μὴ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος συγκατένευσα τότε καὶ ὑπεστήριξα τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, ἡ δὲ Βουλὴ σιωπηλῶς πως παρεδέχθη, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς περιστάσεις ὅπως ἐνόμιζε καταλληλότερον δι’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν. Δὲν ἐγένετο λοιπὸν ἡ ἐνοικίασις τῶν χειμερινῶν βοσκῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον ἦλθεν ἕτερος, ὁ Κ. Δρόσος, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνασταλῇ ἕνας νόμος· ὁ Κ. Δρόσος λοιπὸν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Βούλγαρη διέταξε τὰς ἐκεῖσε ἀρχὰς νὰ ἐκθέσωσιν εἰς ἐνοικίασιν τὰς χειμερινὰς βοσκάς. Οὕτω λοιπὸν ὁ Κ. ἔφορος ἐξέδωκε τὴν προκήρυξιν τῆς ἐνοικιάσεως· ἡ ἐνοικίασις ἐνηργήθη καὶ αἱ νομαὶ ἐνοικιάσθησαν, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἐχάλασεν ἐξ αὐτοῦ. Τί ἐγένετο ὅμως; Κατὰ τὸν δῆμον τῶν Θηβαίων, ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς ἔμεινεν εἰς ἀπραξίαν, αἱ ἀρχαὶ δὲν συνεκάλεσαν τὰς ἐπιτροπὰς τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸν νόμον, ἔμειναν δὲ οὕτως ἀδιάθετοι αἱ νομαὶ τοῦ δήμου Θηβαίων. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ νόμος αὐτὸς καὶ κατὰ τὸ 1865 νὰ μείνῃ εἰς ἀργίαν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐλάχιστον παράπονον, διότι κατὰ τὸ εἰωθὸς ἕκαστος ἐκ τῶν κτηνοτρόφων ἤθελε μεταβῆ νὰ παραχειμάσῃ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου κατ’ ἔτος παρεχείμαζεν· ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ πλεῖσται τῶν νομῶν ἔμειναν ἀχώριστοι, ἠναγκάσθησαν βεβαίως οἱ εἰς τὰς ἐνοικιασθείσας βοσκὰς ἐντόπιοι κτηνοτρόφοι νὰ μένουν ἄνευ βοσκῶν, καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ μεταβῶσι καὶ νὰ παραχειμάσωσιν εἰς τὰς κοινοτικὰς τῶν περιφερειῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον αὗται· ἀλλὰ κοινοτικαὶ περιφέρειαι δὲν διεχωρίσθησαν διὰ τὰς νομὰς τῶν δήμων Θηβαίων. Ἐγένοντο αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις πρὸς τὰς ἐπιτοπίους ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι προσεκάλεσαν τὰς ἐπιτοπίους ἐπιτροπὰς νὰ προβῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἐνοικίασιν, νὰ διαχωρίσωσι διὰ πρωτοκόλλου τὰς κοινοτικὰς περιφερείας, καὶ ἂν παρουσιάζουν πλεόνασμα, νὰ διατεθῶσι διὰ δημοπρασίας· ἀλλ’ ἐνῷ συνῆλθον αἱ ἐπιτροπαὶ, αἴφνης ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάττει ἐκεῖ, ὥστε πᾶσα ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν νὰ μὴ προχωρήσῃ, ὅτι αἱ νομαὶ τοῦ δήμου Θηβῶν πρέπει νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι καὶ τὰ πράγματα νὰ μείνωσιν ὡς εἶχον. Καὶ ποῖον δικαιολόγημα παρουσιάζει; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντοτε παρουσίαζεν, ὅτι διακινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις· καὶ ἠξεύρετε διατί διακινδυνεύει; διότι τὸ λέγει ἕνας ἔπαρχος, ὅστις ἀπὸ τὴν Ὕδραν ἦλθεν εἰς τὴν στερεὰν νὰ διοικήσῃ, ὁ Κ. Τσαμαδός. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πλανώμενος ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν τοῦ ἐπάρχου, ἀφίνει ἀπραγματοποίητον ἕνα νόμον, καὶ ὅλοι οἱ κτηνοτρόφοι σήμερον, οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Θηβαίων ἀπὸ 6000 ψυχὰς, πρόκειται νὰ ἀποθάνωσι χάριν δύω βλαχοποιμένων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν ὅλας τὰς νομὰς τῶν Θηβῶν. Καὶ σήμερον μεταβὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀνταμώσας τὸν κύριον ὑπουργὸν παρετήρησα εἰς αὐτὸν ὅσα ἠδυνάμην, καὶ μὲ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποθάνωσιν οἱ 100 ἀπὸ τοὺς δύω.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπα αὐτό.
§11ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Σᾶς ἠρώτησα τί θὰ γίνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ μοῦ ἀπηντήσατε, δὲν ἠξεύρω· εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μοῦ ἐλέγετε νὰ ἀποθάνωσι.
§12ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἱ ἐνοικιάσεις ἐπεκυρώθησαν;
§13ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Μάλιστα, καὶ εἰς τοὺς κατοίκους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς αὐτὰς τὰς νομὰς, δὲν ἐπετρέπετο νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς κοινοτικάς των περιφερείας, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξεν αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ μὴ κάμωσι τὴν διαχώρισιν· ἦτον ὁ λόγος νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἀρχή.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας καὶ ἐν συντόμῳ, σᾶς παρακαλῶ.
§15ΚΑΤΣΙΝΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ὑποθέσεων, Κ. Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφαιρῶ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἔχομεν τόσα ἀντικείμενα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα κατεπείγουσι.
§17ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι οὐδέποτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, σπανιώτατα ὁμιλῶ, καὶ ὁσάκις ἔχω δίκαιον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§19ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, τί νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐρωτῶσι διὰ γραμμάτων ἀλλεπαλλήλων, διὰ νὰ μάθουν διατί ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἐκτελεῖ τὸν νόμον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς ἀμέσως;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφοῦ εἶναι ἐδῶ.
§22Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τότε ἀναβάλλονται, ὅταν ὁ ὑπουργὸς, καίτοι παρὼν, δὲν ᾖναι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἕτοιμος, δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε θέλετε νὰ ἀπαντήσητε, Κ. ὑπουργέ;
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὔριον ἀπαντῶ.
§25Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, νομίζω, σήμερον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται διάφοροι ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀντικείμεναι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ παρουσιάσῃ τὸ ὑπουργεῖον τὸν φάκελλον τῆς ἀλληλογραφίας ἐπὶ τῆς συνθήκης αὐτῆς, καὶ τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν μυστικότητα, διότι ἡ συνθήκη πλέον εἶναι περαιωμένη. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν θέλει ἐξαχθῆ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐτελείωσε τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἂν ἤθελε καταβάλει περισσοτέραν προσπάθειαν καὶ ἐπιμέλειαν, ἤθελεν ἐπιτύχει μεγάλας ὠφελείας διὰ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐπιπολαιότητος μὲ τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν συνθήκην τὰς ἐχάσαμεν· καὶ θέλω ἀποδείξει ἐν τῇ συζητήσει ποῖαι ἦσαν αἱ ὠφέλειαι αὗται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω ἤδη τὴν πρότασιν διὰ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς τὸ ὑπουργεῖον.
§28ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ αὔριον καὶ τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§29Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρὸ πολλοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ διαιρέσεως τῶν δήμων ἐκείνων, περὶ ὧν ἐζητήθη διαίρεσις. Τί ἔγινεν αὐτό; Ἐγγίζει ἡ λῆξις τῆς Συνόδου, καὶ μετ’ αὐτὴν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὰς δημαιρεσίας· ὅθεν αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀναγκαιότατος, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν σημειώσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς κατεπείγοντα.
§30ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ θεωρῶ περιττόν· τότε, ὅτε εἰσήχθη, ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνουν πρὶν συνέλθουν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια. Ἤδη ὅμως, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ δὲν ἐσυζήτησε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐκλήθησαν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου αὐτὰ θὰ προτείνουν τὰς διαιρέσεις. Συνῆλθον λοιπὸν, καὶ οὕτως ἐλύθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα· ὥστε νομίζω περιττὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§31ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἔγινεν ἡ δημοτικὴ διαίρεσις Τήνου; ἐπεραιώθη τὸ ἔργον;
§32ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν). Εἶναι τελειωμένον, ἀλλὰ μένει εἰς τὸ ἀρχεῖον, διότι ὁ νόμος πρέπει νὰ προηγηθῇ. Τελειώσατε πρῶτον τὸν νόμον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον, μοὶ φαίνεται, εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις αὐτοῦ.
§34Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Ὑπάρχουν, κ. Πρόεδρε, διάφορα νομοσχέδια ἀφορῶντα ἐπαρχιακὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τίποτε. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· μόνον ἁπλῆ ἀνάγνωσις καὶ παραδοχὴ χρειάζεται κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.
§36ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ κατατεθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν πίναξ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου τοῦ 1862, 1863, 1864 καὶ 1865, νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς πίνακος ἀκριβεστάτου, διαλαμβάνοντος ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν· τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, ὅταν συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ ᾖναι ὑπ’ ὄψιν ὁ πίναξ τῶν ὀφειλετῶν κατ’ ὄνομα. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ὑπαγορεύουν αὐτὸ, εἶναι σπουδαῖοι· 1) ἡ ἀνέχεια τοῦ ταμείου· 2) ἀφορᾷ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν ἡμῶν τῶν βουλευτῶν, διότι ᾄδεται πανταχόθεν, ὅτι οἱ ταμίαι φοβοῦνται νὰ καταδιώξουν πολλοὺς ὀφειλέτας ἐξ ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν φίλων μας καὶ τῶν κ. ὑπουργῶν. Λοιπὸν, διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἡ Βουλὴ ἀπ’ αὐτὴν τὴν μομφὴν, παρακαλεῖται νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὥστε νὰ πέμψῃ ἐντὸς 8, 10 ἡμερῶν πίνακα ἀκριβέστατον τῶν ὀνομάτων.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου δὲν κρατεῖται οὔτε εἰς τὸ Λογιστήριον οὔτε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἑπομένως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ, πρέπει νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τοὺς ταμίας. Ἕως οὗ λοιπὸν καταρτισθοῦν αὐτοὶ οἱ κατάλογοι, κρίνατε ἂν ἀρκοῦν 8 ἢ 10 ἡμέραι. Ἐγὼ ἐκδίδω μίαν τοιαύτην ἐγκύκλιον, καὶ ὅταν λάβω ἀπαντήσεις, θέλω τὰς παρουσιάσει.
§39ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ Λογιστηρίου συμφωνῶ μὲ τὸν κ. ὑπουργόν· ἀλλ’ ὅλοι οἱ ταμίαι ἔχουν ὀνομαστικοὺς καταλόγους. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τηλεγραφήσῃ σήμερον εἰς τοὺς ταμίας, θὰ ἔχῃ ἐντὸς 4 ἡμερῶν τὸν πίνακα.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε καὶ τῶν ὀφειλετῶν ἀπὸ φόρους καὶ ἐνοικιάσεις;
§41ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἀπὸ ἐκποιήσεις φθαρτῶν κτημάτων.
§42Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ ὀφειλέται· κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ἐδόθησαν πολλὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεστράφησαν.
§43ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Πρόεδρε, ὑπέβαλε σχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς πόλεως Γυθείου· εἶναι σπουδαῖον τοῦτο καὶ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσα εἶναι διὰ πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν θὰ τελειώσουν.
§45ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἔχω ἀνάγκην, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν αἴτησιν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον αὐτῆς θέλει ἀμέσως καὶ προθύμως τὴν παραδεχθῆ. Χθὲς παρεδέχθημεν τὰς τροπολογίας τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, καὶ συγχρόνως ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος, τόσον ὁ χθεσινός, ὅσον καὶ ὁ ὑφιστάμενος, θὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν· παρεδέχθημεν τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ οὐδεὶς γνωρίζει τὸν νόμον τῆς Ἑλλάδος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ α) τὴν τύπωσιν ὅλων τῶν νόμων τῶν ἀφορώντων τὸ χαρτόσημον καὶ τὰ Β. διατάγματα, καὶ συγχρόνως τὴν διάδοσιν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐν καιρῷ ἁρμοδίῳ, διὰ νὰ προετοιμασθοῦν καὶ ἀρχαὶ καὶ πολῖται.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἔλεγεν, θὰ ἐγίνετο τοῦτο.
§48ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀφομοιώσεως μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καθυποβάλῃ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δημοσίευσιν αὐτήν· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ κ. Παδοβᾶ θέλει ἐκτελεσθῆ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον κατὰ πρώτην συζήτησιν περὶ κατασκευῆς λιμένων.
§50ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ διακοπὲν χθές.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον προηγουμένως νὰ τελειώσουν ὅσα εἶναι διὰ πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὁ κ. Ζῶτος ἔχει τὸν λόγον. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος κ. Κεχαγιᾶς.
§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω διὰ νὰ κάμω ἐπερώτησίν τινα, ἥτις δὲν ἀφορᾷ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι συνέχεια τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν. Γνωρίζετε, ὅτι πρό τινος χρόνου ἐγένετο μία σπουδαία ἀνακάλυψις τῶν ἱερῶν μνημείων μας, τῶν ἀναγλύφων ἐκείνων τῶν σπουδαιοτάτων, καὶ τὴν ἀνακάλυψιν αὐτὴν τὴν ἔκαμεν εἷς ὑπαστυνόμος Ἀναγνωστόπουλος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω καθόλου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔμαθον, ὅτι κατόπιν τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης, ἴσως πρὸς τιμωρίαν διότι ἀντέστη ἀπέναντι ἰσχυρῶν τινων, ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ κυβερνήσεις πάντοτε καὶ παντοῦ τοὺς τοιούτους ὑπαλλήλους τοὺς βραβεύουν καὶ τοὺς τιμοῦν, καὶ δὲν τοὺς ἀπολύουν ποτὲ εἰς τοὺς δρόμους. Ἐὰν ἐπαύθη δι’ ἄλλους λόγους, τοῦτο δὲν θέλω ποτὲ διὰ νὰ τὸ ἐξετάσω· παρακαλῶ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ἐὰν ἐπαύθη διὰ παραπτώματα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τότε καλῶς καὶ δικαίως ἐπαύθη· ἐὰν ὅμως ἦναι κεκρυμμένοι οἱ λόγοι, ἐξηγεῖται δὲ ἐμμέσως ὅτι ἐπαύθη διότι ἔκαμε τὴν σπουδαίαν αὐτὴν ἀνακάλυψιν, τότε πρέπει νὰ ἐπαναφερθῇ. Ὡς ἔμαθον δὲ καὶ ὡς εἶναι βέβαιον, τὰ ἀνάγλυφα ἐκεῖνα τὰ ἀπέπεμπον Πρέσβεις τινὲς ἢ εἷς Πρέσβυς. Κύριοι, ὑπάρχει ἓν ἔθιμον καθιερωμένον εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν ἄλλο· ὅταν οἱ Πρέσβεις μετακομίζουν τὰ ἔπιπλά των, δὲν τοῖς γίνεται οὐδεμία ἐπιτήρησις· καὶ τί γίνεται; Οἱ ὑπηρέται τῶν Πρέσβεων αὐτῶν συμφωνοῦν μὲ τοὺς ξενοδόχους, συμφωνοῦν μὲ τοὺς ἀργυραμοιβοὺς, συμφωνοῦν μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ τοιουτοτρόπως πολλὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο διὰ νὰ παράγουν σπουδαίαν πρόσοδον, εἰσέρχονται χωρὶς δασμόν. Δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὸ νὰ εἰσέρχωνται τὰ ἔπιπλα καὶ λοιπὰ τῶν Κ. Πρέσβεων ἀτελώνιστα· ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ἀνοίγωνται τὰ κιβώτιά των, πρέπει νὰ γίνεται ἐπιτήρησις καὶ ἂν μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν τελωνήσιμα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δικαιολογημένα ἐὰν ἀνήκουν εἰς αὐτοὺς ἢ ἂν ἀνήκουν εἰς ἄλλους, τότε αὐτὰ νὰ τελωνίζωνται. Παρατηρήσατε, Κύριοι, πόσα καταστήματα ἔχομεν μ’ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἄλλα σκεύη· ἐξετάσατε εἰς τὰ τελωνεῖα διὰ νὰ ἰδῆτε ἐὰν ποτὲ ἐτελωνίσθησαν τοιαῦτα εἴδη· πῶς δὲ εἰσέρχονται τὰ τοιαῦτα; εἰσέρχονται λαθραίως καὶ τὸ ἔγκλημα, τὸ ἀδίκημα δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδώσω εἰς τοὺς Κ. Πρέσβεις πρὸς τιμὴν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ ἀποδίδω εἰς τοὺς κακῆς διαγωγῆς ὑπηρέτας αὐτῶν, οἵτινες συμφωνοῦν μὲ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς τοιούτους καὶ εἰσκομίζουν τὰ τελωνήσιμα πράγματα. Παρακαλῶ λοιπὸν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ αὔριον λόγον, ἂν εὐαρεστῆται, περὶ τῆς παύσεως τοῦ ὑπαστυνόμου ἐκείνου. Καὶ ἂν ἐπαύθη διὰ παραπτώματα ἢ ἐγκλήματα κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καλῶς ἐπαύθη, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὸν Βασιλέα.
§53ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Πότε ἐπαύθη;
§54ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ μὲ ἀκούσητε, κύριε Ὑπουργὲ· σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπαύθη πρὸ τῆς ὑπουργείας ὑμῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποδίδω εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι συνέχεια ὑπουργικῆς πράξεως· σώζονται τὰ ἀρχεῖα καὶ δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἂν ἐπαύθη διὰ παραπτώματα, καὶ τότε καλῶς καὶ δικαίως ἐπαύθη. Ἐὰν ὅμως ἐπαύθη διότι ἔκαμεν αὐτὴν τὴν σπουδαίαν ἀνακάλυψιν, πρέπει, νομίζω, νὰ βραβευθῇ καὶ νὰ διορισθῇ αὖθις.
§55Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συνθήκης;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· θὰ ἀναγνωσθοῦν διάφορα νομοσχέδια κατὰ πρώτην φορὰν, διὰ νὰ γίνωσιν ὥριμα. Κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἀνεγνώσθη, διότι δὲν εἶχε γίνει ἡ ἔκθεσις. Ἡ ἔκθεσις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἑπομένως γίνεται ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§57Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητήσατε ὅσον θέλετε.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δευτέρα συζήτησις εἶναι αὐτή;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε πολὺ λάθος· συγχωρήσατέ μοι διὰ νὰ βοηθήσω τὴν μνήμην σας. Τὸ περὶ Κωπαΐδος νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη πρὶν διακοπῇ ἡ Βουλὴ καὶ παρεδέχθη διὰ πρώτην φοράν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἐστάλη εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ περὶ Κωπαΐδος νομοσχεδίου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§63ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προχθὲς ἀνεγνώσθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ὁ διευθυντὴς τῆς Ἑταιρίας παρῃτήθη· λοιπὸν θέλω νὰ μάθω ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐὰν ᾖναι σύμφωνον τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§65ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσεκάλεσεν ἐνώπιόν της τὸν Κύριον Σαραζῖνον Μομφεῤῥιέρον, αὐτὸν τὸν συμβαλλόμενον μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τῷ ὑπέβαλε διάφορα μέρη τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν ἐρώτησεν, ἐὰν συναινῇ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος μέρους, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ὡς μὴ συμφέροντα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Αὐτὸς λοιπὸν ἀπεφάνθη, ὅτι δι’ αὐτὰ τὰ μέρη συναινεῖ, καὶ αὐτὰ τὰ μέρη διαλαμβάνει εἰδικῶς ἡ ἔκθεσις· ὥστε, ἐὰν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον ἀφ’ ἑνός, τὴν σύμβασιν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἰδῆτε κατὰ τὶ διαφέρουν.
§66ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφέρθησαν τόσαι τροπολογίαι, καὶ πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§67ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησίς σας δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει ἁπλῆν γνώμην, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὄχι. Ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἢ καὶ ἐπιβλαβεστέρους ἢ καὶ ὠφελιμωτέρους· βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
§68ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀπόφασις τοῦ ἰδίου διευθυντοῦ.
§69ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος καὶ αὐτὴν τὴν συναίνεσιν νὰ μὴ παραδεχθῇ.
§70ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ συναίνεσις εἶναι προφορικὴ ἢ ἔγγραφος;
§71ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προφορική.
§72ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἔχομεν ἐγγύησίν τινα;
§73ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε ἀπὸ ἐμέ. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἄλλως κανὲν νομοσχέδιον δὲν θὰ ἀποπερατωθῇ· ἐὰν θὰ κάμωμεν τώρα συζήτησιν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, θὰ ἀφήσωμεν καὶ τοῦτο ἡμιτελὲς καὶ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἡμιτελῆ, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μᾶς πληροφορήσητε, ἐὰν ὑπάρχῃ κᾀμμία ἀναφορὰ ἐκ μέρους πλουσίων τινῶν, τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν κατὰ νοῦν ν’ ἀναλάβουν τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι.
§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Τσιριμῶκος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀποξηράνσεως, φαίνεται ὅτι ἐβιάσθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. «Τὸ καλὸν οὐκ ἔστι καλὸν, εἰ μὴ καλῶς γένοιτο.» Παρετήρησα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, ὅτι ἐκάλεσαν τὸν ἐργολάβον καὶ τῷ ὑπέβαλον τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ ὁ Κ. ἐργολάβος ἐφάνη προθυμότατος τὴν μίαν ν’ ἀπαλείψῃ, τὴν ἄλλην νὰ παραδεχθῇ, καὶ τέλος πάντων εἰς πάντα νὰ συναινέσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, κύριοι· ἡμεῖς δὲν ἐδώκαμεν ἐξουσίαν ποτὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον καὶ νὰ συνδιαλεχθῇ μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ λάβῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της· ἐκεῖνα δὲ τὰ ὁποῖα εἶπον μεταξὺ ὁ ἐργολάβος καὶ ὁ Κ. Τσιριμῶκος δὲν δύνανται νὰ ἔχουν οὐδεμίαν κανονικὴν ἰσχὺν ἐνώπιον βουλευτηρίου. Νομίζω, ὅτι ἁρμοδιώτερος ὅλων εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον νὰ τῷ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, καὶ ἂν παραδέχεται ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ εἶπε, τότε νὰ τὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἄλλως εἶναι ἀναξιοπρεπὲς ἡμεῖς μὲ πτερόεντας λόγους ἑνὸς ἐργολάβου νὰ ἐρχώμεθα ἤδη εἰς συζήτησιν καὶ νὰ χρονοτριβῶμεν δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας.
§77ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀκόμη ἄλλα νομοσχέδια ὑπὸ συζήτησιν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ τὰ τῆς πρώτης συζητήσεως ν’ ἀναγνωσθοῦν.
§79ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ θὰ γίνῃ συζήτησις.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν πάλιν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἔφερε τὸ ζήτημα αὐτὸ, οὐδεὶς βεβαίως ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ ἔφερεν ὑπὸ τὴν γνῶσιν τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· τὸ ἔφερε βεβαίως, ἐγὼ τὸ παραδέχομαι, ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὅτι ὑπηρετεῖ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, διότι, ὡς γνωρίζομεν, ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἔθνους ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος ἦτο ἓν τῶν μεγαλειτέρων ζητημάτων· ὥστε ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, κατ’ ἐμὲ, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔφερε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ ἵνα λάβῃ πέρας· ἀλλὰ τί συμβαίνει; Δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ αἱ ἰδέαι αὗται ἅμα ἔγιναν γνωσταὶ εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας ὁπωσοῦν γνώσεις τῆς Κωπαΐδος, ἐθεωρήθησαν ἀσύμφοροι εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ὁρμηθὲν καὶ τὸ καταργηθὲν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μετεῤῥύθμισεν οὐσιωδῶς τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· κατόπιν αἱ ἰδέαι αὗται δὲν περιωρίσθησαν ἕως ἐδῶ, ἐπεξετάθησαν περαιτέρω, καὶ, χωρὶς νὰ χρονοτριβήσω περισσότερον, ἡ ἐπιτροπὴ, καθὼς εἴδατε, προσεκάλεσε τὸν Κύριον Σαραζῖνον Μομφεῤῥιέρον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔκαμε τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ Σαραζῖνος Μομφεῤῥιέρος, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ὡς ἕνα ἔντιμον ἄνθρωπον, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἔκαμε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ ἐκείνους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, αὐτὸς ὁ ἴδιος κατανοήσας ὅτι καὶ μὲ ὀλίγον ἐλαφροτέρους ὅρους συμφέρει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, ἔκαμε μεγάλας παραχωρήσεις. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ παραταθῇ ἐπὶ πλέον, ὁ Κ. Σαραζῖνος Μομφεῤῥιέρος ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν τῇ θελήσει του νὰ ἀπολαύσῃ δίκαια ὀφέλη, πιστεύω, ὅτι θὰ ὑποχωρήσῃ ἔτι περισσότερον, ὥστε ἀπαιτεῖται χρόνος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶμαι ἕτοιμος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν βουλευταὶ καὶ βουλευταὶ πολὺ νοημονέστεροι ἐμοῦ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οἱ ὁποῖοι ἴσως—καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ θετικῶς, δὲν ἔχουν ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ πράγματος εἰσέτι. Διὰ ταῦτα φρονῶ ἀναγκαιοτάτην τὴν ἀναβολὴν μέχρις ὅτου τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡριμάσῃ ἔτι ἐπὶ τῶν βουλευτῶν καὶ ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζωτικώτατον· εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν μέγιστα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκβάλωσι τὸ ἔθνος ἀπὸ μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι μεγάλα συμφέροντα καὶ μεγάλην ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν μέχρις ὅτου τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡριμάσῃ.
§82ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σήμερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἦτο ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξίν της, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἐπροτάθη, ἀκούω, ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν, ν’ ἀναγνωσθοῦν τινα νομοσχέδια, διὰ νὰ προπαρασκευασθοῦν καὶ νὰ μὴ χάνῃ τὸν καιρὸν ἡ Βουλή. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν τοῦ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, τότε δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ γίνῃ συζήτησις, δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐκκρεμῆ συζήτησιν καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλην. Μόνον παρεμπιπτόντως παρατηρῶ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν νὰ μὴ ἀπατώμεθα, νὰ μὴ πλανώμεθα· τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, ἀλλὰ σπουδαιότατον εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ σπεύσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὴν τύχην του καὶ νὰ μὴ κάθηται. Πρόκειται περὶ σπουδαίου ἀντικειμένου, πρόκειται νὰ ἔλθουν κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἂς ἐπιληφθῇ λοιπὸν ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον· ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι δύνανται νὰ γίνουν μεταῤῥυθμίσεις, ἂς γίνουν κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν· ὁ καιρὸς κατεπείγει. Ὑποθέτω, ὅτι δέκα ἢ ἐννέα συνεδριάσεις ἔχομεν ἀκόμη· ἐντὸς αὐτῶν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν προϋπολογισμόν, φορολογικὸν νόμον, τόσα ἄλλα σπουδαιότατα ἀντικείμενα τοῦ ἔθνους.
§83ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Μίαν μόνην παρατήρησιν κάμνω· ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ ἡ δευτέρα ἀκόμη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατήντησαν ἁπλοῦς τύπος· πρέπει ὅμως νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Τώρα, κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι ἀλήθεια τὸ νομοσχέδιον καθὼς εἶναι· ἐγὼ δὲν ἐναντιοῦμαι νὰ γίνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, καὶ μάλιστα εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἀναβολήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ οὕτω πως· ἡ Βουλὴ παραδέχεται κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετὰ τῆς τροπολογίας τῆς προτεινομένης παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς;
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀπαντῶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν ἐνόησα ποτέ, ὅτι διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος δὲν θὰ ἔλθουν κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνόησα ὅμως, ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτὰ πρόκειται νὰ ἔχουν πολὺ ὑπέρογκα κέρδη. Περὶ τῆς ἀναβολῆς λέγω, ὅτι ὑπάρχουν ἐκθέσεις εἰδικῶν τινων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰ τῆς Κωπαΐδος καλλίτερον παντός, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσωμεν.
§85ΛΑΠΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ὅταν ᾖναι πρώτη συζήτησις, πρὸς τί νὰ γίνηται αὐτὴ ἡ κουβέντα;
§86Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ποῖος σᾶς λέγει νὰ μὴ γίνῃ;
§88ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἂν ἦτο καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μεταξὺ ἐκείνων εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν. Ἤδη παρουσιάσθη ἀντίῤῥησις· θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§89ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ ποτὲ νὰ παραδεχθῶ τὸ ψεῦδος (ἀποδοκιμασίαι).
§90ΛΑΠΑΣ. Δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ σὲ ἀκούωμεν εἰς τὸ ἑξῆς· ἔγινες ἀνυπόφορος.
§91ΜΠΟΥΚΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν, ἵνα λάβῃ τις τὸν λόγον καὶ τρίτην φοράν, ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς.
§92ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι τρίτη φορά· ποῦ τὰ εὗρες αὐτὰ γραμμένα; Σήμερον δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νὰ προχωρήσῃ παραχρῆμα ἡ συζήτησις, τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἀλλὰ θέλω διὰ νὰ προχωρήσῃ κατὰ τύπους. Ὁ ἔντιμος Κ. Τσιριμῶκος εἶπεν, ὅτι καταστρέφομεν τὴν οὐσίαν διὰ τοὺς τύπους· οἱ τύποι εἶναι ἡ οὐσία· ἐπὶ ποίας βάσεως θὰ συζητήσωμεν; ἐπὶ τῶν προφορικῶν παρατηρήσεων καὶ ἀξιώσεων καὶ παραχωρήσεων τοῦ ἐργολάβου.
§93ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό· ἂν θέλωμεν, παραδεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον· ἂν θέλωμεν, παραδεχόμεθα τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ὅ,τι παραδεχθῶμεν εἶναι νόμος. Ἂν θέλῃ, ἂς τὸ δεχθῇ· ἂν δὲν θέλῃ, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν δουλειά του.
§94ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος Κ. Τσιριμῶκος ἀναβὰς τὸ βῆμα εἶπεν, ὅτι αὐτὰ μᾶς τὰ διαβεβαιοῖ ὁ ἴδιος καὶ μᾶς συνεγγυᾶται· ἡ ἐγγύησις τοῦ Κ. Τσιριμώκου δὲν εἶναι μία ὑποχρέωσις διὰ τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ διαβιβάσῃ αὐτὸ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ τότε ἠδύναντο νὰ γίνωσι δεκταὶ αἱ μεταβολαί· ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν συζήτησιν μὲ τὸν ἁπλοῦν προφορικὸν λόγον.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περιεπλέχθη, ὡς βλέπω, ἐνταῦθα τὸ ζήτημα· βεβαίως οὔτε ὁ Κ. ὑπουργὸς, οὔτε ἡ Βουλὴ ἐννοοῦσι νὰ παραβιάσουν τὸν κανονισμόν· εἰς κανενὸς τὸν νοῦν δὲν ἐπέρασεν ἡ ἰδέα αὕτη. Ἰδοὺ τί συνέβη· ἐνῷ ὁ Κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρετήρησέ τις, ὅτι ὑπάρχουν τινὰ ἔργα μὴ χρῄζοντα συζητήσεως, διότι πρόκειται περὶ τῆς πρώτης αὐτῶν συζητήσεως, καὶ ἑπομένως εἶπεν, ὅτι δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἵνα συντομεύσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· τότε πολλοὶ εἶπον, ἂς γίνῃ. Ὅταν ὅμως ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου προὐκάλεσε ζωηροτάτην συζήτησιν καὶ ἀμέσως ἐζήτησαν πολλοὶ τὸν λόγον, τὸ συμπέρασμα θὰ ᾖναι, ὅτι θὰ ἀναβληθῇ ἡ διακοπεῖσα συζήτησις καὶ θὰ ἀρχίσῃ νέα, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ παραταθῇ ἴσως τρεῖς ἢ καὶ τέσσαρας ἡμέρας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι πάντη περιττὸν νὰ θέσητε τὴν ψηφοφορίαν ἂν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἢ ὄχι.
§96ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄλλο· προτιμῶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τὴν χθεσινήν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς πρώτης συζητήσεως περὶ Κωπαΐδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§98Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὁσάκις διϊσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ 10 ἄλλοι βουλευταὶ, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Λοιπὸν ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς προσωρινῆς καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς. Τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συνθήκης, περὶ ἧς πρόκειται, νὰ παρουσιάσῃ τὸν φάκελλον, ἵνα ἴδωμεν ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, τὶ συνέβη κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω καὶ τοὺς λόγους. Διὰ τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπικυρώσητε, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, ὅλως ἀντικείμεναι εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ σκοπὸς τῆς συνθήκης εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν μεθορίων ἐκ μέρους τῶν δύω Κυβερνήσεων, καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὅταν φυλάττῃ ταῦτα τακτικὸς στρατός. Φαίνεται ὅτι πρὶν ἡ Ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια εὕρισκε δυσκολίας εἰς τοῦτο φοβουμένη τὰς λειποταξίας· διότι δὲ μεταξὺ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ὑπῆρχον καὶ χριστιανοί, ἀπεποιεῖτο νὰ φέρῃ τακτικὸν στρατὸν καὶ ἄφινεν εἰς τὰ μεθόρια τοὺς Βασιμπουζούκιδες· ἀπῄτει λοιπὸν, ὥστε πᾶς λειποτάκτης, ὅστις ἤθελε καταφύγει εἰς τὰ ἑλληνικὰ χώματα, νὰ παραδίδεται αὐτῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς συνθήκης· καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων, ὡς ἔχω θετικὰς πληροφορίας, ὁ τότε ὑπουργὸς, ὅστις ἤρξατο τῶν διαπραγματεύσεων, σκεπτόμενος ἐγγύτερον πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἀξιοπρεπέστερον, ὁ ἀξιότιμος κ. Θεόδωρος Δεληγιάννης, εἶχεν ἀρχίσει τὰς διαπραγματεύσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Πύλην, ὅτι δέχεται νὰ συνταχθῇ ἡ συνθήκη αὕτη, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους τινάς. Καὶ πρῶτος ἦτον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ παραδίδῃ τοὺς λειποτάκτας, ἀλλὰ μόνον τοὺς Μουσουλμάνους. Ἐννοεῖτε, κύριοι, καὶ ἐπιτρέψατε νὰ μὴ ἐκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ περισσότερον, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἰδέα αὕτη. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν στρατόν της δὲν ἔχει παρὰ Μουσουλμάνους, Ἕλληνας δὲ μόνον εἰσάγει εἰς τὸν στρατὸν ἀφοῦ μεταβάλῃ τὸ θρήσκευμά των. Ἐπρόκειτο λοιπὸν, ἂν ἕνας χριστιανὸς, βιασθεὶς νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐρχόμενος εἰς τὰ μεθόρια, ἂν καταφεύγων εἰς τοὺς ἀδελφούς του καὶ ζητῶν ἄσυλον, ἔπρεπε νὰ παραδίδεται ἢ νὰ προστατεύεται ἀπὸ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐπληροφορήθην, εἶχε παραδεχθῆ ἐν μέρει αὐτὴν τὴν πρότασιν. Δεύτερον· ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὡς γνωρίζετε, δὲν θέλει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἣν ἀποκτῶσιν οἱ Ἕλληνες κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1835 καὶ 1836. Ὅταν τις ἐκ τούτων πατήσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων, θεωρεῖται Ἕλλην, ἀπολαύων τῆς προστασίας τῶν ἑλληνικῶν νόμων. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Ὁσάκις παρουσιάζετο Ἕλλην ὑπήκοος μὲ ἑλληνικὸν διαβατήριον, ὑπεχρεοῦτο ἢ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἰθαγένειάν του ἢ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν. Ὁ τότε ὑπουργὸς ἐζήτησε ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Τρίτον· ἡ συνθήκη αὐτὴ βάσιν καὶ ἀρχὴν εἶχε τὴν ἐξασφάλισιν τῶν μεθορίων ἀπὸ τὴν ληστείαν. Διὰ τῆς παρούσης συνθήκης δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ μεθόρια καὶ νὰ καταστρέψωμεν τὴν ληστείαν· ἐννοεῖται ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ὀθωμανικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ὀφείλουσι νὰ καταβάλουν τὰς ἀναγκαίας προσπαθείας διὰ νὰ καταστείλωσι τὴν μάστιγα αὐτήν. Λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ ὁ τότε ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ ὑποχρεοῦται νὰ παραδίδῃ τοὺς λειποτάκτας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῶν μεθορίων, καὶ μόνον τοὺς μουσουλμάνους· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης, δὲν γίνεται ἡ διάκρισις αὐτή. Λοιπὸν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἡ ὑψηλὴ Πύλη διὰ τοῦ ἐντίμου ἀντιπροσώπου αὐτῆς εἶχε συγκατατεθῆ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμείνει, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει αὐτὰ τὰ τρία μεγάλα καὶ σπουδαῖα ζητήματα. Ἐπιμένω λοιπὸν (καὶ δὲν ἀντιτείνω εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ αὕτη ἡ συνθήκη σήμερον), ἐπιμένω ὥστε ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα τὰ περὶ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἐδῶ, ἵνα ἴδωμεν πῶς διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται· καὶ δὲν πιστεύω ν’ ἀρνηθῇ, διότι νομίζω, ὅτι, κατὰ τὴν συνθήκην αὐτὴν, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπροδόθησαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφαλίσωσι ταῦτα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν λοιπὸν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ διατάξῃ ὥστε νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐνταυτῷ δὲ ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§99ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν τὰ πάντα ἀναβάλλωνται, οὐδὲν κατορθόνεται, λέγει μία παροιμία. Λυποῦμαι ὅτι ἀπό τινος καιροῦ βλέπω τὴν ἀντιπολίτευσιν τείνουσαν νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ δεικνύουσαν ὅτι δὲν θέλει οὐδὲν νὰ συζητηθῇ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ προσαγάγω ὅλον τὸν φάκελλον αὐτὸν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ἀλλὰ, κύριοι, ὅλον τὸ ζήτημα καὶ ὅλη ἡ ὑπόθεσις τῆς συνθήκης συνίσταται εἰς τὸ 6 ἄρθρον περὶ παραδόσεως τῶν λειποτακτῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν διαπραγματεύσεων τὸ ἐξαγόμενον αὐτῶν εἶναι αὐτὴ ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Πρεσβεία τῆς Τουρκίας κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεώς της, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἀποκλειστικῶς θέλει ἔχει εἰς τὰ μεθόρια τακτικὸν στρατὸν ἐκ Μουσουλμάνων, ἀλλ’ ὁπόταν λειποτακτῶσιν οἱ στρατιῶται, νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἑλλὰς νὰ τοὺς παραδίδῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ καθαρὸν, δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἢ νὰ παραδίδωμεν μόνον τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι θὰ λειποτακτήσωσι, καὶ οὐδεμίαν ἑτέραν ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνομεν. Θέλετε τὴν συνθήκην; εἶσθε κύριοι νὰ εἰπῆτε ναὶ· δὲν τὴν θέλετε; εἰπέτε ὄχι. Ἂν καθ’ ἡμέραν ἀναβάλλωμεν, ποτὲ δὲν θὰ τελειώσωμεν. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, ὅτι μόνον Μουσουλμάνοι θὰ παραδίδωνται.
§100ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐννοεῖτε μόνον τοὺς λειποτάκτας τῶν μεθορίων;
§101ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Περὶ τῶν λειποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ πραγματεύονται αἱ ἐμπορικαὶ συνθῆκαι.
§102ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς μᾶς προτάττει πάλιν τὸ σύντομον τοῦ χρόνου, καὶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ φέρῃ παραλυσίαν, ἐνῷ μέχρι τινὸς αὐτὸς ὁ ἴδιος Κ. Ὑπουργὸς ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν (γέλως). Δὲν θέλω νὰ φέρω πρόσκομμα, θέλω νὰ συζητήσωμεν σήμερον· ἐπιμένω μόνον νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω, ὅτι ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας δὲν ἐμφαίνει παρὰ προδοσίαν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ ἡ συνθήκη αὕτη ὁμοιάζει τὴν ἀνταλκίδειον ἐκείνην συνθήκην διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ὅλον ἐξηγέρθη.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς τὸν σκοπὸν τῆς ματαιολογίας αὐτῆς· θέλουν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἴδωσι τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερεν ὁ Κ. Χρηστόπουλος· πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἀφοῦ ἡμεῖς παραδεχθῶμεν τὴν συνθήκην ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ ἐκτελεσθῇ εἰμὴ καθόσον ἀφορᾷ Ὀθωμανοὺς τακτικοὺς στρατιώτας, τοὺς ὄντας ἐν τοῖς ὁρίοις καὶ μόνον αὐτοὺς, αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ἡ Συνθήκη· ἐὰν δὲ δὲν παραδεχθῶμεν τὴν συνθήκην, θὰ ἔχωμεν ὄχι τακτικοὺς, ἀλλ’ ἀτάκτους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ καταδιώκουν, θέλουν ὑποθάλπει τὴν λῃστείαν. Ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωμένη διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἀντιτάττει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ κατάλληλα ὄργανα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, διότι συμβαίνουν λειποταξίαι. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἰδία διάταξις, ἥτις ἐμπεριείχετο καὶ εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 56. Ἡ συνθήκη, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ παραδεχθῶμεν σήμερον, εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδία, δι’ αὐτῆς δὲ δὲν προσβάλλονται συμφέροντα ἑλληνικά.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τελευταία πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι συνεφωνήθη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τοῦ Κ. Χρηστοπούλου. Γνωρίζετε, ὅτι αἱ συνθῆκαι εἰς τὴν Βουλὴν φερόμεναι δὲν τροπολογοῦνται, ἀλλ’ ἢ ψηφίζονται ἢ ἀποῤῥίπτονται, διότι δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ μίαν συνθήκην, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ συναίνεσις τῆς ἑτέρας Ἐπικρατείας, ἥτις δὲν ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν Βουλήν. Χρησιμεύει τῷ ὄντι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἰδῆ διὰ ποίους λόγους ἀνεγνωρίσαμεν σήμερον μέρη ἀπὸ μίαν συνθήκην προγενεστέραν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τῆς ὁποίας τὸ σχέδιον συζητεῖται, καὶ θέλει σκεφθῆ ἡ Βουλὴ ἂν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν παλαιάν. Ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων θέλει φανῆ ἂν οἱ λόγοι ἦναι ἰσχυροὶ, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν δύναται νὰ ἐνδώσῃ. Σήμερον παρουσιάζεται συνθήκη ἀποτόμως διαφέρουσα τῆς συνθήκης ἐκείνης, καὶ ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπροκάλεσαν. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις θέλει ἰδῆ πρὸς τούτοις τὸν βαθμὸν τοῦ συμφέροντος καὶ τὸν βαθμὸν τῆς ἐπιμονῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ὅλα ταῦτα θέλει ἐκτιμήσει. Ὥστε, ἂν ἐπὶ πάσης συμβάσεως ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἦναι ἀναγκαία, κατὰ μείζονα λόγον ἐπὶ συμβάσεως συνθήκης ἡ ὁποία δὲν ὑπόκειται εἰς τροποποίησιν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριε Πρόεδρε, διότι εἴχατε μέρος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1860, πόσον μεγάλη συζήτησις ἐγένετο περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, καὶ εἰς ταύτην ἐλάβετε μέρος, τῶν ἐγγράφων τῆς διαπραγματεύσεως τῆς ἀφορώσης τὴν τακτοποίησιν τοῦ δανείου. Νομίζω, ὅτι ἐπίσης μεγάλην σημασίαν ἔχει ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, προκειμένου περὶ μιᾶς τόσον μεγάλης συνθήκης, ἀφορώσης μίαν ὅμορον ἐπικράτειαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα· προκειμένου περὶ ἑνὸς ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔρχεται νὰ εἰσάξῃ μίαν ἐξαίρεσιν εἰς τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ μὴ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὤφειλε μὲ τὴν κατάθεσιν τῆς συνθήκης ταύτης νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὰ κυριώτερα ἔγγραφα τῆς διαπραγματεύσεως, ἐκτιμῶν τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος καὶ τὴν καινοτομίαν ἥτις γίνεται εἰς τὴν συνθήκην ταύτην.
§105ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μόνον ἂν ἡ Βουλὴ δυσπιστῇ πρὸς τὰς παρατηρήσεις τῆς κυβερνήσεως, δύναται, μοὶ φαίνεται, νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν λόγων της καὶ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ὑποσχέσεών της. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔρχεται χωρὶς νὰ μᾶς ἐκθέσῃ πόθεν ὡρμήθη διαπραγματευομένη τὴν σύνταξιν τῆς προκειμένης συμβάσεως, ποῖαι αἱ δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι ἀπηντήθησαν ἐπὶ τῆς πρώτης συμβάσεως, ποῖαι ἀντιῤῥήσεις ἐγεννήθησαν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς νέας συμβάσεως, καὶ πῶς ἐλύθησαν αὗται. Ἰδοὺ τί σᾶς λέγει ἡ κυβέρνησις· «Ἀλλὰ σπουδαία τις σκέψις ἐκώλυεν αὐτὴν τοῦ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης ἄνευ ὅρου, ἡ σκέψις τοῦ ὅτι ἤθελε φανῆ ἴσως σκληρὸν εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος τοῦ νὰ παραδίδωνται τοῖς Ὀθωμανοῖς χριστιανοὶ, οἵτινες ἀποτελοῦντες μέρος στρατιωτικοῦ τινος σώματος ἐν τῇ Τουρκίᾳ, ἤθελον προσφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα κτλ.» Τί λέγει ἡ κυβέρνησις; ὅτι αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σήμερον ἀναπτύσσει ἀξιεπαίνως μία μερὶς τῆς Βουλῆς μεριμνῶσα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Χριστιανῶν, δὲν τὰς παρέβλεψεν ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐσκέφθη, ὅτι θὰ ἦτο ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος, ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ παραδίδῃ Χριστιανοὺς πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς, ἐν τῇ περιπτώσει καθ’ ἣν οἱ Χριστιανοὶ ἀπετέλουν μέρος στρατιωτικοῦ σώματος, εὑρισκομένου εἰς τὰ μεθόρια πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Ἡ κυβέρνησις ἐδυσκολεύθη νὰ δεχθῇ ἀπολύτως τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν καθιέρωνε τὸ ἄρθρον 6, καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις λέγει, ὅτι ὑπόσχεται νὰ μὴ στείλῃ εἰς τὰ μεθόρια εἰμὴ στρατὸν τακτικὸν ἐκ Μουσουλμάνων μόνον, καὶ περὶ τούτου ἐδόθη ἔγγραφος ὑπόσχεσις ἐκ μέρους τῆς Ὑψηλῆς Πύλης. Διστάζει ἡ Βουλὴ, ὅτι τοῦτο ἐγένετο; Ἂν διστάζῃ, τότε βεβαίως ἂς διατάξῃ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς λόγους της ἡ Κυβέρνησις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ φαίνεται εὔλογον, μία Βουλὴ, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν κυβέρνησιν διὰ τῆς πλειοψηφίας, νὰ μὴ παραδέχεται τὰς παραστάσεις της, καὶ ὅταν λέγῃ ὅτι ἔχει ἔγγραφα, νὰ ἀπαιτῶμεν ὅπως φέρῃ τὸν φάκελλον διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν λέγῃ ἀλήθειαν. Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 6ον, ὅπως ἐκφράζεται γενικῶς, δύναται νὰ ἐγείρῃ ἀμφιβολίας καθ’ ἣν περίπτωσιν εὑρεθῇ λειποτάκτης τις μὴ Μουσουλμάνος ἀλλὰ Χριστιανός· ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἔκθεσις τῆς κυβερνήσεως, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ῥητῶς ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις ἐξηγοῦσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ τῆς συνθήκης, διαβεβαιοῖ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, διαβεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ποτὲ δὲν θέλει ζητήσει τὴν παράδοσιν Χριστιανοῦ, στρατιώτου τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους, ἀλλ’ ὅτι θέλει λάβει τὴν πρόνοιαν, ὥστε εἰς τὰ μεθόρια νὰ ἔχῃ στρατιώτας Μουσουλμάνους, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ τοὺς Μουσουλμάνους νὰ παραδίδῃ· καὶ ἄν ποτε ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις ζητήσῃ τὴν παράδοσιν χριστιανοῦ στρατιώτου, ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις θέλει ἀντιτάξει εἰς τὴν αἴτησιν τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρέσβεως· ὅταν ὅλα ταῦτα ὑπάρχουν, τότε νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις καὶ ἀποδείξεις ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συνθήκης, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς προσαγωγῆς ἑτέρων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουν χρησιμεύσει εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ Βουλὴ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ προσαχθῶσι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν· προσέξατε, Κύριε Χρηστόπουλε, ἂν θὰ διατυπώσω καλῶς τὴν πρότασίν σας. «Οἱ θεωροῦντες ἀναγκαίαν τὴν κατάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ φακέλλου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως νὰ ἐγερθῶσιν»· εἶσθε εὐχαριστημένος, κύριε Χρηστόπουλε, ἢ ὄχι;
§107ΠΑΔΟΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις ἐκθέτει τρόπον τινὰ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχει μία Κυβέρνησις συνταγματικὴ μυστικὰ ἀπέναντι μιᾶς Βουλῆς διὰ νὰ συζητήσωμεν; Μία Κυβέρνησις συνταγματικὴ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ μυστικὰ ἀπέναντι μιᾶς Βουλῆς (θόρυβος). Εἴμεθα συνταγματικὸν κράτος, Κύριοι, καὶ δὲν πρέπει, ἐὰν μία μερὶς τῆς Βουλῆς ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς ἰδίας αὐτῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει μία ἄλλη μερὶς νὰ ἀποποιηθῇ, ὅταν θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἵνα ἀποφανθῇ ἐμβριθῶς ἐπὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους.
§108ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κανεὶς δὲν ἠθέλησε νὰ κρύψῃ τὰ ἔγγραφα, οὔτε νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὴν Βουλήν· οὐδὲν μυστικὸν ἔχομεν, οὔτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Χθὲς ἀκόμη ἐσυζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ κανεὶς δὲν παρουσιάσθη νὰ ζητήσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα· μ’ ὅλον ὅτι ὅσοι τῶν βουλευτῶν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἰδοῦν ἐὰν ἡμεῖς παραμορφόνωμεν τὰ πράγματα, ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ εὕρουν· τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε νὰ τὴν φέρωμεν, τὴν ἐφέραμεν (θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα...
§110Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον προβλέπεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης· μεχρισοῦ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ ἔλθῃ ὁ φάκελλος.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τὴν συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον, διότι εἶναι συνθήκη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν. Ἀκούσατε τὸ θέμα: «Οἱ θεωροῦντες ἀναγκαίαν τὴν προσαγωγὴν τοῦ φακέλλου διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§112ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§113ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικόν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; εἶσθε 15;
§115ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§116ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θέλομεν νὰ ἡττηθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. (Ἱλαρότης).
§117ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ψηφίσωμεν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσητε; θέλετε νὰ ὑποκύψῃ ἡ πλειοψηφία εἰς τὴν μειοψηφίαν;
§119ΖΩΤΟΣ (ἀναβαίνων τὸ βῆμα). (Θόρυβος).
§120ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§121ΖΩΤΟΣ. Κύριοι, ἡ λῃστεία ἥτις κατῄσχυνε τὸν ἐνεστῶτα αἰῶνα καὶ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ λῃστεία ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει εἰς τὴν ἐξουσίαν μας ὅ,τι ἡ θεία πρόνοια, ἡ φύσις καὶ οἱ ἱδρῶτες τοῦ προσώπου μᾶς ἔδωκαν, δηλ. τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν μας, ἥτις δύναται κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ καὶ αὐθαιρέτως νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶν ὅ,τι ἔχομεν, ἡ λῃστεία αὐτὴ ἐπροκάλεσε τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐξαιρουμένου τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς συζήτησιν σήμερον. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἀλληλοδιαδόχως αἱ δύω γειτονικαὶ Κυβερνήσεις, ἐβιάσθησαν κατὰ τὸ 1855 νὰ προέλθουν εἰς τὴν διομολόγησιν τῆς συνθήκης ἐκείνης, ἥτις κατὰ τὸ 1856 ἐκυρώθη. Κύριοι, δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ προκειμένου θυμώσει, καθὼς ἐθύμωσεν ὁ ἔντιμος φίλος μου ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν, τὸ τόσον σπουδαῖον καὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν θέλω πειράξει τὴν Κυβέρνησιν· θὰ φυλαχθῶ μάλιστα νὰ μὴ τῆς εἴπω ψυχρόν τινα λόγον, διότι συζητεῖται τοιαύτη σύμβασις μεταξὺ γειτονικῆς ἐπικρατείας καὶ Κυβερνήσεως φιλικῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑπολήπτεταί τις, καὶ ὑπολήπτομαι, κύριοι, καὶ μάλιστα μοί εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὴν ὑπολήπτωμαι, διότι τὴν βλέπω ἐργαζομένην, φροντίζουσαν διὰ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου της καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῶν οἰκονομικῶν της. Λαλῶν περὶ αὐτῆς, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, νὰ συζητῶ ἄνευ ἁβροφροσύνης. Ἡ κυβέρνησις ἡ Ὀθωμανικὴ διεπραγματεύθη μετὰ τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου εἰς τὸ 1855 τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ τότε ἐπέμενε, νομίζω, ἢ μᾶλλον ἐπέμενε, χωρὶς νὰ προσθέσω τὸ νομίζω, εἰς τὸ νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἡ φράσις καὶ ἔννοια τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 6 ἄρθρου· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου πρωθυπουργοῦ ὑπερηφάνως ἠρνήθη τὴν παραδοχήν. — Ἀκολούθως πάλιν ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις, πάλιν ἐγένοντο σπουδαῖαι συζητήσεις καὶ κατὰ τὰ 1856, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κ. Βούλγαρη, ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ σύμβασις ἐκείνη. Ἡ σύμβασις ἐκείνη ἔφερε τῳόντι αἴσια ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τῆς παρούσης συμβάσεως. Διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, καθὼς βλέπετε, διετηροῦντο τακτικοὶ στρατοὶ εἰς τὰ μεθόρια καὶ ἀρχηγοὶ ὑποχρεωμένοι ὄντες τακτικῶς νὰ συνεννοῶνται. Ἔξεστιν εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη νὰ εἰσέρχωνται καταδιώκοντα τοὺς λῃστὰς καὶ ἐντὸς τῆς ἑτέρας ἐπικρατείας· καὶ τέλος ἔξεστιν οἱ ὑπάλληλοι τῶν δύω χωρῶν νὰ λάβωσι πᾶν μέτρον ἀναγκαῖον καὶ κατάλληλον διὰ τὴν καταστολὴν τῆς λῃστείας. Ἡ σύμβασις αὐτὴ, κύριοι, ἔφερε πραγματικῶς αἴσια ἀποτελέσματα, ἐφηρμόσθη δὲ εἰλικρινῶς καὶ δραστηρίως ἑκατέρωθεν· εἶμαι εἰς θέσιν καλὴν νὰ γνωρίζω τοῦτο. Ἡ σύμβασις αὐτὴ δὲν διαφέρει τῆς ὑπὸ συζήτησιν παρὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 6. Ἡ σύμβασις τοῦ 1856 ἔχει ὡς ἀκολούθως· «Ἄρθρ. 6. Οἱ λειποτάκται τοῦ στρατοῦ θατέρας τῶν δύω ἐπικρατειῶν, παρουσιαζόμενοι ἢ καταφεύγοντες εἰς τὴν ἄλλην ἐπικράτειαν, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θέλουσι γίνεσθαι δεκτοί. Ἐξ ἐναντίας θέλουσιν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν χώραν καὶ θέλουσιν εἰδοποιηθῆ, ὅτι, ἐάν ποτε ἀνακαλυφθῶσι κατοικοῦντες κρυφίως ἐν ἐκείνῃ τῶν δύω ἐπικρατειῶν, ἐξ ἧς ἤθελον ἀποπεμφθῆ, θέλουσι συλληφθῆ καὶ ἀποδοθῆ.» Ὅλοι ἠξεύρετε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ τὴν διαφορὰν ἥτις προέρχεται μεταξὺ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 6 λέγει οὕτως· «Οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, οἵτινες ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἑτέρας ἐπικρατείας, θέλουσι συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι κτλ.» Βλέπετε ὁποία τις ἐστὶν ἡ διαφορά· ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαιοτάτη· ἡ διαφορὰ αὕτη ἀποβλέπει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, ἀποβλέπει τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐγὼ, κύριοι, μὲ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως παραδέχομαι καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Πρέσβεως τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τὴν θεωρῶ ὡς κείμενον, ὅτι μόνον Μουσουλμάνοι θέλουν τεθῆ κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι ἄνθρωποι, καθὼς καὶ χθὲς εἶπον; δὲν θέλουν ἀποδοθῆ καὶ ἀποδιδόμενοι δὲν θέλουν τιμωρηθῆ νατὰ τοὺς νόμους ἐκείνου τοῦ κράτους; Βεβαίως ναί. Παρ’ ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἐγκλημάτησαν· ἐγκλημάτησαν εἰς ἄλλας ἐπικρατείας, γενόμενοι λειποτάκται. Εἶναι ἔγκλημα, καὶ κατ’ ἐμὲ ἔγκλημα μέγιστον, νὰ ἐγκαταλείψῃ τις τὴν σημαίαν του ὁ ἐγκαταλείπων τὴν σημαίαν του πρέπει νὰ περιφρονηθῇ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὑποστῇ τὴν ἀτίμωσιν. Ἀλλὰ, ἀποδίδοντες εἰς τὰς ὀθωμανικὰς ἀρχὰς τοὺς λειποτάκτας Ὀθωμανοὺς, δὲν ἀναγνωρίζομεν ἓν μέρος τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου των καὶ τῶν συνεπειῶν τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ, ὅταν τοὺς ἀποδίδωμεν; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν γνωρίζω τοὺς στρατιωτικοὺς ποινικοὺς νόμους τῆς Τουρκίας, τὰς στρατιωτικὰς αὐτὰς ποινὰς, καὶ ἑπομένως φοβοῦμαι μήπως λεληθότως πράξωμεν ἄτοπόν τι, ἀποδίδοντες τοὺς λειποτάκτας εἰς σκληρότητας καὶ βάσανα. Μήπως, κύριοι, ἡ στρατολογία εἰς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν γίνεται ὅπως καὶ ἐν Ἑλλάδι; καὶ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω. Καὶ ἐδῶ γίνονται πολλὰ καὶ ὁ νόμος δὲν εἶναι πλήρης, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι κατά τι ἐντελὴς ἢ περιφρουρημένος ἀπὸ συνταγματικὰς ἐγγυήσεις ἢ περιφρουρημένος ἀπὸ κυβερνήσεις συνταγματικὰς, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιφέρῃ τόσα ἀτοπήματα, ὅσα γίνονται εἰς μίαν ἀπόλυτον κυβέρνησιν. Ἐκεῖ ἴσως δύω ἢ τρεῖς ἀδελφοὶ συλλαμβανόμενοι συνάμα ἀποστέλλονται εἰς τὸν στρατόν, τὸ δὲ παράπονον αὐτῶν, δίκαιον ἢ ἄδικον, τοὺς βιάζει νὰ λειποτακτήσουν. Πρέπει ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ἀδικίαν νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν, νὰ τὴν τιμωρήσωμεν; πρέπει νὰ χρησιμεύσωμεν ὡς ὄργανα διὰ νὰ ἀποδώσωμεν λειποτάκτας ἔχοντας μέγιστα παράπονα, καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν κατ’ αὐτῶν σκληρὰς ποινάς; Ἔπειτα ἂς ἔλθωμεν εἰς ἕν ἄλλο, μήπως ἐν ἀγνοίᾳ περιπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκαλέσωσι διακοινώσεις διπλωματικὰς καὶ περιπλοκὰς δυσαρέστους. Θὰ ᾖναι, λέγει, στρατιῶται Ὀθωμανοὶ, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν τὸν τουρκικὸν εἶναι καὶ πολλοὶ Ἀλβανοὶ, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐδὲν διαφέρουν τῶν Ἀλβανῶν Ἑλλήνων· πολλοὶ Ἀλβανοὶ εἶναι ἐξάδελφοι μὲ χριστιανοὺς τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος. Ἐὰν, λέγω, λειποτακτήσουν στρατιῶται Μουσουλμάνοι, Ἀλβανοὶ ὅμως, ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἴπωσιν, ὅτι δὲν εἴμεθα Μουσουλμάνοι, εἴμεθα χριστιανοὶ, καὶ εἴπωσιν ὅτι ὁ ἕνας λέγεται Γεώργιος καὶ ὁ ἄλλος Ἰωάννης... τότε................
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει μέσον ἀποδείξεως.
§123ΖΩΤΟΣ. Τὸ μέσον τῆς ἀποδείξεως δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἢ κατ’ ἐλάχιστον. Τότε θὰ δοθῇ μία ἀφορμὴ σπουδαία, διαίρεσις μεταξὺ ἡμῶν καὶ μιᾶς γείτονος ἐπικρατείας καὶ ἀφορμὴ δυσχερειῶν. Ἐὰν λειποτακτήσουν στρατιῶται Μουσουλμάνοι τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, Ἀλβανοὶ ἢ ἄλλοι, καὶ ἀντὶ νὰ καταφύγωσιν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλάξαντες τὰ ἐνδύματά των τὰ στρατιωτικὰ τραπῶσιν εἰς ληστείαν, ἢ καταφύγωσιν εἰς τὰ βάθη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἄγνωστοι, δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ εὔλογος νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα αὐτοὺς τοὺς λειποτάκτας ἐπιμένοντες, ὅτι ἡμεῖς τοὺς ἀποκρύπτομεν; Ἔλθωμεν καὶ εἰς ἄλλο, καὶ ὅ,τι θὰ σᾶς εἴπω δὲν τὸ εὔχομαι ἐκ προκαταβολῆς, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐὰν ἐπαρχία τις ἢ ἐπαρχίαι ἐπαναστατήσουν καὶ λάβουν μέρος τὰ σώματα αὐτὰ ἢ σώματα Μουσουλμάνων εἰς τὴν ἐπανάστασιν, καὶ καταστραφῇ ἡ ἐπανάστασις, τὰ δὲ σώματα λειποτακτήσουν καὶ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰπέτε μοι παρακαλῶ...........
§124ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς.
§125ΖΩΤΟΣ. Εἰπέτέ μοι, τότε εἶναι δίκαιον, φιλελεύθερον, ἢ ἐθνικὸν νὰ ἀποδώσητε Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι συνενοήθησαν μὲ τοὺς ἀδελφούς σας καὶ ἐπανεστάτησαν, νὰ τοὺς ἀποδώσητε ὄχι πλέον ὡς λειποτάκτας ἀλλ’ ὡς στασιαστὰς εἰς τὸν θάνατον; Ἡ τιμή μας, ἡ τιμὴ παντὸς ἔθνους, ἡ φιλανθρωπία δὲν τὸ συγχωροῦσι, νομίζω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀποδώσωμεν τούτους ὡς λειποτάκτας. Ἀπ’ ἐναντίας ἤθελεν ἐξελεγχθῆ ὡς προδοτικὴ κυβέρνησις, ἐκείνη, ἥτις ἤθελε τολμήσει νὰ πράξῃ ἓν τοιοῦτον ἔγκλημα. Ἴσως θὰ μὲ εἴπετε, ὡς καὶ εἴπατε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι αὐτοὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς· ἐὰν ὅμως ἐπαναστατήσῃ μεθόριος ἐπαρχία καὶ μεθέξωσι καὶ τὰ ἐκεῖ ἐκ Μουσουλμάνων σώματα, τότε, κύριοι, τί μέλλει γενέσθαι; θέλομεν τοὺς παραδώσει; ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι προδοσία, εἶναι κατάπτωσις πλήρης τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Λαλῶν περὶ γείτονος καὶ φίλης δυνάμεως, δὲν τὸ εὔχομαι ἀπὸ τοῦδε, δὲν προκαλῶ τοιαύτας σκηνὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐκ τῶν ἀδυνάτων· εἰς χεῖρας τῆς Θείας προνοίας κεῖνται αἱ τύχαι τῶν ἐθνῶν. Κύριοι, τὸ κακὸν τῆς ληστείας ὅλοι τὸ γνωρίζομεν· ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν εἰς τὰ μεθόρια καὶ τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα εὑρίσκονται ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, γνωρίζομεν κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἐκ μέρους τῆς ληστείας. Οἱ λῃσταὶ μόνον διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς, ὅπως ἔχει, διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1856, παρὰ δι’ ἄλλων μέτρων δύναται νὰ καταστραφῇ. Ἡ συνθήκη αὕτη μέχρι τοῦ 1862 καὶ κατὰ τὸ 1862 ἔκαμεν ὥστε δὲν ὑπῆρχε παρὰ μία συμμορία λῃστῶν συγκειμένη ἀπὸ 20 λῃστὰς καὶ μία ἄλλη συγκειμένη ἐκ τριῶν· ἀλλὰ κατὰ τὰ 1855 καὶ 1856 ἡ ληστεία ὑπῆρχε καὶ κατέστη ἐπίφοβος. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπελόγιζον τοὺς λῃστὰς ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ τοὺς 500.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε;
§127ΖΩΤΟΣ. Εἰς τὰ 1855 καὶ 1856. Καὶ διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἐπικυρωθείσης κατὰ τὸ 1856 καὶ δι’ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀμοιβαίως ἔλαβον αἱ ἀρχαὶ τῶν μεθορίων τῆς τε Ἑλληνικῆς καὶ Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, διὰ μέτρων συνετῶν καὶ εἰλικρινῶν ἐξέλιπεν αὐτὸ τὸ κακόν· καὶ τότε οἱ πάντες ἐκύτταζαν τὸ ἔργον των ἐν ἡσυχίᾳ, διατρέχοντες ἀφόβως ὅλα τὰ μέρη καὶ καλλιεργοῦντες καὶ μετερχόμενοι τὸ ἐμπόριόν των ἢ τὴν βιομηχανίαν των. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, καταστραφεῖσα ἡ ληστεία δυνάμει τῆς συνθήκης ἐκείνης τοῦ 1856, δὲν καταστρέφεται διὰ μιᾶς διατάξεως τοιαύτης, ἥτις ὑπεισέρχεται εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην, ἀλλὰ διὰ τῆς συνθήκης καὶ τῶν ἄλλων μέτρων καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 6 αὐτῆς καὶ μόνης· οἱ λειποτάκται ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν συνελαμβάνοντο, δὲν ἀπεδίδοντο, ἀλλ’ ἐπροτρέποντο ν’ ἀναχωρήσωσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄλλην ἐπικράτειαν. Ἐὰν ὅμως ὑπεφαίνετο, ὅτι ἐκρύπτοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠπειλεῖτο κατ’ αὐτῶν παράδοσις. Μία τοιαύτη σύμβασις μὲ ἐκείνην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης τοῦ 1856, ἥτις εἶναι ἀρκούντως αὐστηρὰ, δὲν εἶναι ἀρκετὴ τώρα μὲ τόσα ἄλλα μέτρα, ἅτινα δύνανται νὰ λάβωσιν, αἱ κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν ἀρχαὶ, δὲν ἀρκοῦν ταῦτα νὰ καταστρέψωσιν αὐτὴν τὴν ληστείαν, ἥτις συγκριτικῶς εἶναι πολὺ κατωτέρα καὶ ἀριθμητικῶς καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων; Νομίζω, κύριοι, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν δύναται νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀπέναντι τῆς συνθήκης ἐκείνης. Ἴσως ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις πρὸς πλειοτέραν ἀσφάλειάν της, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἔστω καὶ μικραὶ λειποταξίαι κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἴσως ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἓν τοιοῦτον ἄρθρον μιᾶς τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιλέγω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον μέγας φόβος μήτε διὰ τὴν Ὀθωμανικὴν μήτε διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰς λειποταξίας. Μουσουλμάνοι στρατιῶται πολλὰ ὀλίγοι ἐλειποτάκτησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, περισσότεροι ἐλειποτάκτησαν Ἕλληνες καὶ ὁ λόγος προχειρότατος. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν πολλοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ ἑπομένως δὲν λειποτακτοῦσιν Ὀθωμανοὶ διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἰς τὴν Τουρκίαν ὅμως ὑπάρχουσιν ἄπειροι χριστιανοὶ, καὶ ἀναχωροῦντες ἀπ’ ἐδῶ εὑρίσκουσι καὶ ἄλλους τοῦ αὐτοῦ θρησκεύματος, τῶν αὐτῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων. Ἐλειποτάκτησαν μερικοὶ Κοζάκοι, οἵτινες ἦσαν θρησκεύματος ἄλλου, Πολλωνοὶ, Οὗγγροι καὶ χριστιανοὶ Βούλγαροι, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι τόσον μέγας, ὥστε ν’ ἀπαιτῇ αὐτὴν τὴν μεγάλην θυσίαν ἐκ μέρους μιᾶς φίλης δυνάμεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς· πρόκειται νὰ ἔλθουν στρατεύματα θρησκεύματος Μουσουλμανικοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι φόβος νὰ λειποτακτήσουν· ἐγὼ δὲ παρακαλῶ πολὺ τὸν Κύριον Τασούλαν Πλέσσαν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἐλειποτάκτησαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ θρησκεύματος πολλοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἑπομένως, ἐὰν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Κυρίου πρέσβεως, κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τίθενται στρατεύματα Μουσουλμανικὰ, ἐπιμένω λέγων, ὅτι δὲν θὰ λειποτακτήσουν ἢ πολλὰ ὀλίγοι. Λέγουν κύριοί τινες· Ἔ, λοιπὸν καλά! ἐπειδὴ ἴσα ἴσα θὰ γίνῃ αὐτὸ, δηλαδὴ δὲν θὰ λειποτακτήσωσι Μουσουλμάνοι στρατιῶται, τί μᾶς μέλει ἂν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν; Καὶ ἐγὼ λέγω δὲν θὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν λέγω ποτὲ, ὅτι εἶναι ἔντιμον νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, συνταγματικοῦ Κράτους, μίαν ἀτιμωτικὴν διάταξιν. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν μίαν τοιαύτην διάταξιν, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς περιπλέξῃ σπουδαίως, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας. Διὰ τοῦτο, Κύριε Πρόεδρε, ἀναγνωρίζω ὡς ἀναγκαίαν τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὅπως εἶχε κατὰ τὸ 1856, ὅτε συνεζητήθη σπουδαίως παρὰ δύω σπουδαίων ὑπουργείων, τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου καὶ τοῦ Κυρίου Βούλγαρη, μεγάλων πατριωτῶν· δὲν ἐπέρασε τυχαίως τότε, αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἔγιναν ἐπιπολαίως, ἀλλὰ διήρκεσαν δύω ἔτη· καὶ ἡ πρεσβεία ἔλαβε τὸ μέρος της καὶ αἱ κυβερνήσεις, καὶ δικηγορικὰ συμβούλια ἐγένοντο, καὶ ἄλλοι σπουδαῖοι ἄνθρωποι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σύμβασις, ἥτις ἔφερε τόσον καλὰ ἀποτελέσματα, νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον μεγάλων πατριωτῶν καὶ τέκνον ἀνδρῶν συνετῶν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν σύμβασιν ἐκείνην, οὐχὶ δὲ αὐτὴν, ἥτις ἀφ’ ἑνὸς ἐν ᾧ θὰ μᾶς φέρῃ μῶμον καὶ ἀτιμίαν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ φέρῃ καὶ μεγάλας περιπλοκὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διενέξεις ἀκαταλογίστους.
§128Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ἂν οἱ λειποτάκται στρατιῶται Ὀθωμανοὶ δεχθῶσι τὸ ὀρθόδοξον θρήσκευμα εἰσερχόμενοι ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρέπει νὰ παραδίδωνται;
§129ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Τοῦτο εἶναι εἰς ἄλλην συνθήκην λελυμένον μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Τουρκίας· ἐκεῖ δὲν παραδίδονται μήτε οἱ χριστιανοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν Τοῦρκοι, μήτε οἱ Τοῦρκοι, οἵτινες ἔγιναν χριστιανοί. Ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος διόλου, ἀλλ’ ἅμα ἔγινε χριστιανὸς, ἐννοεῖται πῶς δὲν θὰ παραδοθῇ.
§130ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν σᾶς ἐνόησα. Ἡ κυβέρνησις θὰ τοὺς παραδίδει;
§131ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§132ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ συμβαλλομένη δύναμις τὸ δέχεται;
§133ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν δὲν τὸ δεχθῇ, χαλᾷ ἡ συνθήκη. Δὲν ἤθελα ἀναβῆ τὸ βῆμα, Κύριοι, ἂν ἀπὸ χθὲς δὲν συνεζητεῖτο, ἂν συμφέρῃ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ λαοῦ μας τοῦ παρὰ τὰ μεθόρια ἢ ὄχι αὐτὴ ἡ συνθήκη. Ἐπειδὴ ὅμως παρεξηγεῖται τὸ πρᾶγμα ἀπό τινας, ἄλλοι λέγουν ὅτι ἀγαποῦν τὴν πατρίδα νὰ μὴ ἀτιμασθῇ δι’ αὐτῆς τῆς συνθήκης, ἄλλοι εἶπαν μόνον ἰδέας διαφόρους, αἱ ὁποῖαι ὅταν ἔλθουν εἰς τὴν πεῖραν, γίνονται μηδέν. Κύριοι, ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξε πολυχρονίως· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ληστεία. Αὐτὴν τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ἀπ’ ἐδῶ ὁ Κ. Ζῶτος, τὴν γνωρίζω. Ἔφερεν ἓν μέγα ἀποτέλεσμα ἔπειτα ἀπ’ ἐκείνην τὴν μεγάλην μεταβολὴν τοῦ 1854, καὶ ἐξήλειψε σχεδὸν τὴν ληστείαν· ἀλλὰ διὰ νὰ λειποτακτοῦν αὐτοὶ οἱ Κοζάκοι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ Τοῦρκοι ἐτράβηξαν τὰ στρατεύματά των καὶ μετέβησαν πολλοὶ εἰς τοὺς ἀτάκτους, οἱ ὁποῖοι ὡμοίαζον τοὺς ἰδικούς μας, οἱ ὁποῖοι ἐνασμενίζονται ὑποθάλποντες τὴν ληστείαν ἢ ὠφελοῦνται παρ’ αὐτῶν. Ἐὰν, Κύριοι, οἱ λαοὶ τοῦ Κυρίου Ζώτου ἦσαν ἐδῶ, ἤθελον τῷ εἴπει, ἀδελφὲ, δὲν μᾶς λυπεῖσαι ἡμᾶς παρὰ τοὺς Τούρκους; δὲν κατηγορεῖς τοὺς προγόνους μας, οἱ ὁποῖοι δι’ ἓν συμφέρον ἐθνικὸν παρέδωκαν μίαν Τρίπολιν, καὶ, ἀφοῦ συνέλαβον τοὺς τούρκους, ἐφόνευσαν τοὺς ἄνδρας; διότι μία πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ὅσοι διέφυγαν τὸν θάνατον, ἔγιναν θῦμα τοῦ Ἰμβραήμ. Κύριοι, τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν ἀπαιτῇ νὰ κόψωμεν ἓν ὀλίγον δακτυλάκι τοῦ παιδιοῦ μας, διὰ νὰ σώσωμεν τὸ παιδί. Δὲν ἀτιμαζόμεθα, ὅταν ἓν συμφέρον τὸ ἀπαιτῇ νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν θυσίαν ἀποβλέποντες εἰς μίαν μεγάλην ὠφέλειαν. Λέγομεν, κύριοι, κυβέρνησιν, ἀλλ’ αὐτὴ σοῦ φέρει τὸ ὅπλον καὶ σὺ τὸ πετᾷς, ἐνῷ σοὶ λέγει ὅτι δὲν ἔχει ἄλλο ὅπλον. Δὲν ἤλθομεν, κύριοι, εἰς ἀνάγκην κατὰ τὰ 1861, διότι ἐκαίοντο τὰ δάση, νὰ κάμωμεν αὐστηρότατον νόμον; Ἑκατὸν ποιμένες ἔβοσκαν εἰς τὰ δάση, ἀλλ’ ἕνας διαβολοποιμὴν ἔσωσε νὰ καύσῃ τὰ δάση καὶ σκληρὸς νόμος τοιοῦτος ἔγινε καὶ ὅλα τὰ ζῶα ἐψοφοῦσαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν δεχθῶμεν αὐτὸν τὸν νόμον, δὲν θὰ λειποτακτήσῃ κανεὶς, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία προκατάληψις. Τί θὰ εἴπητε, κύριοι, ἐὰν ἕνας τοῦρκος στρατιώτης τιμωρηθεὶς ἀπὸ τὸν ἀξιωματικόν του θυμώσῃ καὶ τὸν φονεύσῃ, ἔχοντα πέντε παιδιὰ καὶ μίαν χήραν, καὶ καταφύγῃ ἐδῶ; Ἄδικον εἶναι νὰ τὸν παραδώσωμεν; Ἐνθυμεῖσθε τὸν Καρβουνιάρην, τὸν ἰδικόν μας τὸν λοχίαν· ἐνώπιον τῶν στρατιωτῶν τὸν ἐπέπληξεν ὁ ἀξιωματικὸς καὶ αὐτὸς τὸν ἐφόνευσε καὶ ἐλειποτάκτησε. Κύριοι, διὰ νὰ προλάβωμεν ἓν κακόν, δυσκολεύεσθε νὰ δεχθῆτε ἕνα νόμον· καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ ἔμβῃ ποτὲ εἰς ἐνέργειαν; ὄχι, ἀλλὰ θὰ παύσῃ ἡ ληστεία, διότι ἀπεδείχθη εἰς τὰ 1856. Μὴ γενικεύσετε τὸ πρᾶγμα· ἐὰν ἔλθωσι 50 Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν Σμύρνην ἢ 2000 ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν, δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανείς· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν στρατιωτῶν τῶν φρουρούντων εἰς τὰ μεθόρια. Ἐντοσούτῳ, Κύριοι, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἐπέρασε μίαν φοράν· καὶ οἱ ἄνθρωποι, κύριοι, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, δὲν πρέπει νὰ παρατηρῶμεν, ὅτι θὰ μᾶς ἔλθῃ ἀτιμία, διότι τιμὴ εἶναι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ἡ σωτηρία τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅπου δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐργασθοῦν παρὰ ἕνας γεωργὸς πάει νὰ κάμῃ τὸ ζευγάρι καὶ πηγαίνουν πέντε γείτονες καὶ τὸν φυλάττουν. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος· τοὐλάχιστον βγαίνομεν καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὑποψίαν, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ μέσον τὸ μετεχειρίσθημεν.
§134ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τί λέγετε; προσβάλλεται ἢ ὄχι;
§135ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χαίρω διότι μοῦ ἐδόθη αἰτία· ἐνθυμήθην ἕνα βουλευτὴν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ μίαν λίαν σπουδαίαν ὑπόθεσιν, ὁποῦ εἶπε, τὸ Σάββατον ἔγινε διὰ τὸν ἄνθρωπον, καὶ οὐχὶ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον. Κύριοι, ὅταν ἔχωμεν λαόν, ἔχομεν καὶ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα δὲν προσβάλλεται. Κᾀμμία προσβολὴ δὲν εἶναι, παρὰ μία συνθήκη ἥτις ἔχει ἀμοιβαίαν ἰσότητα. Καὶ ἔπειτα χθὲς μᾶς ἐξήγησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα· πατήσας ἀργυρώνητος ἢ δοῦλος τὸ Ἑλλ. ἔδαφος εἶναι ἐλεύθερος. Αἴ, κύριοι, καὶ οἱ ναῦται τῶν ἐθνῶν ἅμα λειποτακτήσουν, καὶ οἱ Ἄγγλοι τοὺς δίδουν καὶ οἱ Ἀμερικανοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι δημοκράται, διότι εἶναι ἓν συμφέρον γενικόν. Σᾶς λέγω πάλιν, ὅτι ἅμα κάμωμεν αὐτὴν τὴν συνθήκην, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀνάγκην νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν, ἀλλ’ ἔχομεν μίαν βεβαιότητα, ὅτι οἱ λαοί μας θὰ ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴν ληστείαν. Λέγω λοιπόν, ὅτι ὁρμῶμαι ἀπὸ τὴν μεγάλην ἰδέαν τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος, ἥτις εἶναι ἀνωτέρα παντὸς νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ Σύνταγμα θὰ βλάψω, οὔτε τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος θὰ ἐξευτελίσω. Ἕκαστος ἂν ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα καὶ ᾖναι τίμιος καὶ σέβεται τοὺς νόμους, τὸ ἔδειξεν ἀπὸ τὰς πράξεις του καὶ τὸ δεικνύει· πίστις ἄνευ ἔργων νεκρὰ ἐστίν. Ἕκαστος ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ κατηγορήσῃ κἀνεὶς διὰ τὴν ψῆφόν μου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, καὶ οἱονδήποτε ὑπουργεῖον καὶ ἂν τὸ ἔφερε, θὰ τὸ ἐψήφιζον. Ἀναβαίνει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Στεφανόπουλος.
§136ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι εἰς πᾶν ζήτημα παρατείνονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν οὐδέποτε εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐνῷ, κύριοι, ἠγέρθη μία σφοδρὰ καὶ μεγάλη ἀντιπολίτευσις, ἥτις κατὰ τὴν 13 τοῦ προπαρελθόντος μηνὸς ἔστησε τὸ τρόπαιον τῆς νίκης, κατόπιν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη διεμελίσθη εἰς τεμάχια, καὶ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τότε αὐτήν, ἐπέφεραν ἐτυμηγορίαν κατ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος, ἤτοι ἐζήτησαν τὴν λῆξιν αὐτῆς.
§137ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§138ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠξεύρω καὶ ἠξεύρετε περί τινος πρόκειται, ἀλλὰ δὲν σᾶς συμφέρει ν’ ἀκούσητε τὴν ἀλήθειαν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ ζήτημα.
§140ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. — Καὶ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἀρχὰς γενναίας, ἐπέφεραν τὴν ἐτυμηγορίαν κατ’ αὐτῆς ζητήσαντες τὴν λῆξίν της. Δὲν ἤμην εἰς μίαν προγενεστέραν συνεδρίασιν καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ φέρω ἐν παρόδῳ τὸν λόγον. Ἐζήτησαν τὴν λῆξιν αὐτῆς λόγῳ νὰ προετοιμασθῶσι, μὴ καταλογίσαντες ποσῶς τὰς συνεπείας, ὅτι ἐνταῦθα παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ἐφ’ ᾧ καὶ δικαίως καὶ ἐμφρόνως ὁ ἀνώτατος ἄρχων δὲν παρεχώρησε τὸ ὅπλον αὐτό. Ἰδοὺ πόθεν προέρχονται αἱ κατὰ τῆς Βουλῆς κατηγορίαι· προέρχονται ἐκ τῶν ἀτόμων καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ συνόλου. Ἰδού, κύριοι, παρουσιαζόμενον αὐτὸ τὸ ἐθνικόν, τὸ ὑπερήφανον οὕτως εἰπεῖν ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα· τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον, περιστοιχούμενον ἀπὸ μίαν πλειονοψηφίαν, ἠξεύρω ποίαν καὶ πάντες ἠξεύρετε, ἐπρόκειτο νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Καὶ σχετικῶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἠξεύρετε ποῖον ἀντιζύγιον ἔχει; ἴσον μὲ τὴν ἐπερώτησιν ἑνὸς μόνου βουλευτοῦ. Εἷς μόνος βουλευτὴς ἂν ζητήσῃ ἵνα τὸ ὑπουργεῖον ἅπαν δώσῃ λόγον ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ὑποθέσεως, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἀπαντήσῃ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὄχι μόνον ἕνας βουλευτής, ἀλλὰ μερὶς ὁλόκληρος ζητεῖ νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ ἐν τούτοις μία πλειονοψηφία ἀρνεῖται.
§141ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθητε εἰς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη· ἄλλως παραβιάζετε τὸν κανονισμόν.
§143ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸν κανονισμὸν δὲν τὸν παραβιάζω, διότι καθιεροῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου (θόρυβος).
§144ΑΧΟΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἔρχεται νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, δὲν ἠξεύρει ὅτι ἡ λύσις ἦλθεν. Ἔρχεσαι 4 φοραῖς τὴν ἡμέραν καὶ ὁμιλεῖς. Σὲ μετεχειρίσθησαν ὄργανον.
§145ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν καταδέχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς ὕβρεις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, παρακαλῶ· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§147ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἔλθῃ εἰς τὸ ζήτημα.
§148ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν σεῖς δὲν ἡσυχάζετε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα, διότι ὀφείλω ν’ ἀπαντῶ εἰς ἕνα ἕκαστον. Καὶ ἄν τις ἀποδοκιμάζῃ εἴτε εἷς, εἴτε ὀλίγοι ἢ καὶ εἰς τὸ ἀκροατήριον, τοὺς περιφρονῶ (θόρυβος καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ἀκροαταί, ἡσυχάσατε, παρακαλῶ· ἀφήσατε ἐλεύθερον τὸν ὁμιλοῦντα.
§150ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τινων ἀκροατῶν μὲ ὑπομιμνήσκει ἓν μέγα ἀξίωμα, ὅπερ πρέπει νὰ εἴπω· «ὅστις γὰρ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται, ’κείνου ’στὶν δοῦλος κἂν ἐλεύθερος μόλει» ἀλλ’ εἰς τὸν ἐλεύθερον ἄνδρα εἶναι τὸ «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» (μπράβο, μπράβο). Δὲν ἐπτοήθην καὶ ποίους νὰ πτοηθῶ; Εἶμαι ἀνώτερος τῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας· διαφέρω κατὰ τοῦτο μόνον ὅτι συγχωρῶ τοὺς ἐχθρούς μου. Ἡ συνθήκη, κύριοι, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ δότε μοι τὴν ἄδειαν διὰ νὰ κάμω ἀνακεφαλαίωσίν τινα, ὑπεβλήθη καὶ ἄλλοτε, ὑπεβλήθη, λέγω, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ μακαρίτου Ζωγράφου, καὶ τότε τὸ ἔθνος ἅπαν συναισθανθὲν τὸ καθῆκόν του, ἀπέκρουσε καὶ ἀπέῤῥιψεν αὐτήν. Ὑπεβλήθη καὶ κατόπιν κατὰ τὸ 1856, ὡς προανέπτυξεν ὁ Κ. Ζῶτος, ἀλλὰ καὶ τότε, κύριοι, δὲν εὗρεν ἠχὼ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, διότι τότε ὑπῆρχον ὀλίγοι οἱ μεμολυσμένοι, ὀλίγοι οἱ τυχοδιῶκται, ὀλίγοι οἱ κακοῦργοι εἰς τὴν κοινωνίαν. Τί μᾶς λέγει ἡ συνθήκη αὕτη; ὅτε νὰ παραδίδωνται ἀμοιβαίως οἱ λειποτάκται στρατιῶται. Πρῶτον, κύριοι, τὸ τοιοῦτον τὸ ἀποκρούει τὸ πολίτευμα ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἐλεύθερον ὅν τινα ἤθελε πατήσει τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Θέλετε νὰ προσβάλετε τὸ πολίτευμα; κυρώσατε τὴν συνθήκην. Δεύτερον προσβάλλεται ὁ στρατός, ἡ μόνη ἀσπὶς καὶ ἡ ἄγκυρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅτι δῆθεν εἶναι κακοήθης, εἶναι λειποτάκτης, καὶ τοιουτοτρόπως καθιστῶμεν ἡμεῖς τοὺς στρατιώτας μας δορυφόρους καὶ φύλακας καὶ κλητῆρας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Βασιλείου. Ἕλλην στρατιώτης, κύριοι, οὐδέποτε θὰ λειποτακτήσῃ, ὡς οὐδέποτε ἐλειποτάκτησε· καὶ νὰ ὑπάγῃ ποῦ; εἰς τὸν τουρκικὸν στρατό! Ἡμεῖς λοιπὸν διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς κηρύττομεν σιωπηλῶς τρόπον τινά, ὅτι ὁ στρατός μας εἶναι λειποτάκτης, καὶ ἀποκρούω, κύριοι, τὴν τοιαύτην μομφὴν, τὴν τοιαύτην ἰδέαν.
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς θὰ τοὺς παραδίδωμεν.
§152ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀμοιβαίως, λέγει, νὰ παραδίδωνται οἱ λειποτάκται. Διαβάσατε τὴν συνθήκην νὰ ἰδῆτε. Τρίτον, κύριοι, ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν τρόπον τινὰ ἐκτελεστικὴν ἐντολὴν παρὰ τῆς ὀθωμανικῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ συλλαμβάνωμεν τοὺς λειποτάκτας αὐτῆς καὶ νὰ τοὺς παραδίδωμεν — ποῦ; εἰς τὸν θάνατον· διότι ὁ λειποτάκτης δὲν ἔχει ἄλλην ποινὴν παρὰ ὡς τελευταίαν τὸν θάνατον, κατὰ τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους. Καὶ βλέπετε, κύριοι, τὴν τελετὴν, ἥτις προητοιμάσθη, ἵνα ἐξαρπάσῃ αὐτὸ τὸ προβούλευμα. Μὴ νομίσετε ὅτι πέριξ ἡμῶν δὲν ὑπάρχουν κατάσκοποι, ὅτι δὲν ὑπάρχουν δολοφόνοι τῆς ἐθνικῆς ὑπολήψεως. Ἀναβαίνει ὁ ῥήτωρ διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα, καὶ βλέπετε ἀπὸ τὰς φωνὰς τί προκύπτει. Ἕλληνες εἶναι αὐτοὶ ἢ Τοῦρκοι; Τοῦρκοι ἀναντιῤῥήτως.
§153ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, Κ. Πρόεδρε.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν παρεκάλεσα χιλιάκις νὰ μὴ παρεκτρέπεται.
§155ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο δίλημμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλος τις ἔντιμος βουλευτὴς ὑπαινίττετο. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελε λειποτακτήσει ἕνας λόχος ἢ μία δεκὰς Ὀθωμανῶν, καὶ αὐτοὶ παρουσιαζόμενοι ἤθελον εἴπει, ὅτι ἡμεῖς ἀπεκδυόμεθα τὸ Ὀθωμανικὸν θρήσκευμα καὶ ἀποδεχόμεθα τὸ Χριστιανικὸν, τί θέλει συμβῆ; Θὰ σοὶ εἴπῃ τότε ἡ ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὅτι πρὶν ἢ οὗτοι λειποτακτήσουν ἦσαν ὀθωμανοὶ καὶ ὡς ὀθωμανοὺς σοὶ τοὺς ζητῶ, σὺ δὲ λέγεις ὅτι δὲν τοὺς παραδίδεις διότι ἔγιναν χριστιανοί; Ἰδοὺ ποῖαι διενέξεις ἀναφύονται, ποῖαι περιπλοκαὶ, ποῖα προσκόμματα ἀνυπέρβλητα. Δὲν εἶναι ὠφελιμώτερον ἀντὶ τῶν προσκομμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θέλουν ἀναφανῆ, ν’ ἀποφύγωμεν ὅλως διόλου τὸν ἐπαχθῆ αὐτὸν ὅρον, ὅστις καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη καὶ ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Δόξα καὶ τιμὴ — ἀναγκάζομαι ἤδη νὰ ὀθωμανίσω — δόξα καὶ τιμὴ εἰς τὸν Σουλτάνον, ὅστις κατὰ τὸ 1848, ὅτε οἱ πρόσφυγες Πολωνοὶ καὶ Οὗγγροι καὶ ἄλλοι κατέφυγον εἰς τὸ ὀθωμανικὸν βασίλειον, ἂν καὶ ὅλα τὰ Κράτη καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλία παρέδωκαν τοὺς πρόσφυγας καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐξεδιώξαμεν ἐντεῦθεν, ὁ Σουλτάνος ἐκράτησεν αὐτούς.
§156ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι· τοὺς ἐδώκαμεν μάλιστα καὶ σύνταξιν καὶ τοὺς δίδομεν ἀκόμη.
§157ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τοὺς ἐδιώξατε καὶ ἐντρέπεσθε τώρα.
§158ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι.
§159ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Σουλτάνος ὅμως ἐφάνη ἀκλόνητος καὶ δὲν παρέδωκε τοὺς πρόσφυγας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅ,τι δὲν ἔπραξεν ὁ Σουλτάνος κατὰ τὸ 1848 συμβουλευόμεθα διὰ νὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς, Ἕλληνες, καὶ ἐλεύθεροι κατὰ τὸ ἔτος 1865. Παραδίδομεν τοὺς πρόσφυγας ὀθωμανοὺς κατὰ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἔντιμος πρέσβυς τῆς Τουρκίας καὶ οὐχὶ τοὺς χριστιανούς. Ἀλλὰ ποία ἡ διάκρισις; Σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι οἱ περισσότεροι κατὰ τὴν Ἀλβανίαν πρεσβεύουν τὸ χριστιανικὸν δόγμα, ἂν καὶ φαινόμενοι Τοῦρκοι. Τοιοῦτοι καὶ ἐν Κρήτῃ, τοιοῦτοι καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Μακεδονίας, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς δώσω θετικὴν, θετικωτάτην βεβαίωσιν περὶ αὐτοῦ.
§160ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι χριστιανοὶ, διότι ὅστις μὲ ἀρνεῖται ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων κἀγὼ ἀρνήσομαι αὐτόν.
§161ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ λὲν στὰ μοναστήρια. Παραδίδομεν τοὺς λειποτάκτας· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθουν καταδιώξεις ἄλλαι; Ὅταν ἀναχωρῇ ἕνας ἔμπορος ἢ ἄλλος καταδιωκόμενος ἀπὸ τὸ ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ σᾶς εἴπῃ ἡ ὀθωμανικὴ Πύλη ἢ ὁ διοικητὴς ἢ ὁ Δερβέναγας, (διότι μήπως ὑπάρχει ἐγγύησις εἰς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας;) ὅτι ὁ ἔμπορος αὐτὸς ἦτο στρατιώτης, τότε ποῦ θὰ καταφύγωμεν; Μήπως ὑπάρχει διαδικασία τις τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάζεται, νὰ παρουσιάζεται εἰς μίαν ἀρχὴν ὁ πρόσφυξ, ὁ λειποτάκτης, καὶ ἐξεταζόμενος προηγουμένως νὰ ὑποβάλλεται ἡ κατάθεσίς του εἰς τὴν κρίσιν μιᾶς ἀρχῆς, καὶ τότε τοὐλάχιστον νὰ γίνεται ἡ παράδοσις; Ἅμα, λέγει, πατήσει τις τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀμέσως θὰ συλλαμβάνεται καὶ θὰ συνοδεύεται, τοὐτέστι θὰ γίνουν οἱ στρατιῶταί μας καὶ χωροφύλακες τῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνοδεύουν τοὺς λειποτάκτας εἰς τὸν πρῶτον σταθμὸν τοῦ ὀθωμανικοῦ Κράτους. Τοιοῦτος ὁ ὅρος τῆς συνθήκης. Τὸν ἀποδέχεσθε; Ἡ Υ. Πύλη, ἵνα κατακλύσῃ ποτὲ τὰ μεθόριά μας μὲ στρατὸν τακτικόν, σᾶς παρουσιάζει τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ νὰ παραδίδωνται οἱ πρόσφυγες, καὶ οὐχὶ πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας· διότι τακτικὸς στρατός, καὶ μάλιστα ὁ στρατὸς τῶν ἀπωτάτων μερῶν τῆς Ἀσίας, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ καταδιώξῃ ληστείαν εἰς τὰ μεθόρια. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς Πύλης εἶναι ἄλλος· εἶναι πολιτικός· τὸν ἐννοεῖτε, κύριοι, καὶ μὴ μ’ ἀναγκάζετε νὰ τὸν ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§162ΤΙΝΕΣ. Εἴπετέ τον.
§163ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, Κύριοι, θέλω σᾶς εἴπει. Ἠξεύρετε ὅτι πολλάκις συκοφάνται καὶ διάβολοι παρουσιάζονται εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Πύλην καὶ εἰς τοὺς διοικητὰς λέγοντες, ὅτι σήμερον ὑποκινεῖται ἐπανάστασις, ἕνωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου μετὰ τῆς δούλης Ἑλλάδος, κίνησις ἐδῶ, κίνησις ἐκεῖ. Ἡ Πύλη θέλει νὰ καταλάβῃ τὰ μεθόρια μὲ στρατόν, ἀλλὰ φοβεῖται τὴν λειποταξίαν. Ὡς ἐκ τούτου λοιπόν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴ τὸν σκοπόν της, θέλει διὰ νὰ ἐξαρπάσῃ τὴν συνθήκην. Καὶ τότε θέλετε ἰδῆ εἰς τὰ μεθόρια σμῆνος στρατοῦ Ἀσιατικοῦ. Γνωρίζουν μάλιστα οἱ ἐμπειρότεροι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Τουρκία νὰ φέρῃ εἰς τὰ μεθόρια, δὲν εἶναι πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, διότι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ καταδιώξῃ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος τὸν Ἀλβανόν.
§164ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ δὲν φέρει καὶ τώρα στρατὸν ὅσον θέλει;
§165ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα λέγω, Κ. Λομβάρδε, ὅτι εἶσθε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, καὶ ἐπηγαίνετε εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐκινήθητε ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ διὰ νὰ φέρετε τὸν Γαριβάλδην. Καὶ ἠξεύρω μάλιστα ὅτι ἡ Τουρκία ἤθελε νὰ στείλῃ στρατόν, ἀλλ’ ἐφοβεῖτο τὴν λειποταξίαν. Ἤμην τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἦτο καὶ ὁ Κ. Ζάνος καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἴδια.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§167ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Συνθήκη αὕτη προσβάλλει τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, διότι τὸ παραδίδειν πρόσφυγα εἶναι προδοσία, εἶναι ἀφαίρεσις τιμῆς, καὶ ὅστις παραδέχεται αὐτὸ ἀφαιρεῖ τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Δεύτερον, ὅτι ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς προσβολῆς προσβάλλεται συνάμα καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀπρόσβλητον καὶ ἀκαταδίωκτον πάντα ἄνθρωπον, ὅστις ἤθελε πατήσει τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Καὶ τρίτον, Κύριοι, σᾶς λέγω, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ, ὅπερ δὲν πιστεύω, ἤθελε παραδεχθῆ αὐτὴν τὴν συνθήκην, ἐλπίζω εἰς τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα ν’ ἀποῤῥίψῃ αὐτήν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Τσιριμῶκος.
§169ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι, μοὶ ἐκάμετε μέχρι τοῦδε τὴν τιμὴν ὀσάκις ὡμίλησα καὶ μὲ ἠνέχθητε· σᾶς παρακαλῶ μὲ τὴν αὐτὴν συγκατάβασιν νὰ μ’ ἀκούσητε καὶ ἤδη. Ἐννοῶ ὅτι τώρα ἐξηντλήθη κατὰ πολὺ τὸ θέμα κ’ ἑπομένως θέλει εἶσθαι ὀχληρὸν νὰ μὲ ἀκούσητε παραπολύ· θὰ φροντίσω ὅμως ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας καὶ ἑπομένως νὰ μὴ γίνω μισητὸς εἰς τὰς ἀκοάς σας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι καθῆκόν μου, καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἡ ἐπαρχία τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ἡ ἐπαρχία ἡ πάσχουσα κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τὴν ληστείαν, ἣν προτίθεται ἡ προκειμένη σύμβασις νὰ ἐξαλείψῃ. Ἐὰν λοιπὸν ὡς ἐκ τῆς πείρας, καὶ βεβαίως ὄχι ἐκ τῆς θεωρίας, ἔχω μερικὰς γνώσεις, ὀφείλω νὰ τὰς ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον θέμα. Οὐδένα λανθάνει, Κύριοι, ὅτι ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ προληφθῇ ἡ εἰσβολὴ τῶν ληστῶν ἀπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τ’ ἀνάπαλιν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Κατὰ συνέπειαν αἱ ἐπαρχίαι αἱ μεθόριοι ἔχουν τὸ ἀτύχημα νὰ πάσχωσι διπλῆν ληστείαν· τὴν μὲν ὑπὸ τῶν ληστῶν, τὴν δὲ ὑπὸ τῶν μεταβατικῶν σωμάτων. Ἕνεκα τούτου ἀδιακόπως ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω πάσχει διηνεκῆ, οὕτως εἰπεῖν, λῄστευσιν. Τοῦτο ὑποθέτω, ὄχι ὑποθέτω ἀλλὰ τὸ βεβαιῶ, ὅτι πάσχουν καὶ αἱ ἐπαρχίαι τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, αἱ παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, καθὼς τὰ Φέρσαλα, τ’ Ἄγραφα κτλ. Ἦτο ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη μεγίστη νὰ ἐπέλθῃ μία σύμβασις, ἡ ὁποία νὰ θεραπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ κακόν. Καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας συνεῖδον τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ προὐκάλεσαν τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀγαθὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τοσούτῳ μέγιστον καὶ τιμαλφὲς εἶναι τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν ἀπὸ τὸ μερικόν· δηλαδὴ δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποβλέποντες εἰς τὴν καθόλου ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν παροῦσαν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, διαῤῥηγνύουν τὰ ἱμάτιά των, καὶ λέγουν διαῤῥήδην τὰς ἰδέας των ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπικαλούμενοι μέγα τι καὶ ὑψηλὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ ἤδη μικρὸν Ἑλληνικὸν βασίλειον. Λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἐὰν παραβλάπτωνται κατά τι τοῦ ἔθνους οἱ μέλλοντες σκοποί, ἐὰν παραβλάπτεται κατά τι ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, ἐὰν παραβλάπτεται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἔθνους. Τότε, ἂν πεισθῶμεν ὅτι τοιοῦτόν τι συμβαίνει, ἐγὼ πρῶτος θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνῃ, πρέπει ἀμέσως νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν παροῦσαν συνθήκην, διότι τῳόντι, Κύριοι, θὰ ἔχῃ κάποια ἀποτελέσματα, ὄχι τὴν ἐντελῆ ἐξάλειψιν, ὅπως διατείνονται κατὰ δυστυχίαν. Ἡ παντελὴς ἐξάλειψις ἀλλοῦ κατ’ ἐμὲ κεῖται, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἔλευσιν Ὀθωμανικοῦ τακτικοῦ στρατοῦ εἰς τὰ μεθόρια. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι ἡ ἔλευσις τακτικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν εἶναι ἡ μόνη αἰτία, ἡ ὁποία θὰ ἐξαλείψῃ τὴν ληστείαν. Κατ’ ἐμέ, εἶναι εἶναι ἡ θέλησις, ἡ ἱκανότης τῶν διεπόντων. Καὶ τὸ εἶδον, Κύριοι, ἐμπράκτως εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν κατοικῶ, τὸ ᾐσθάνθη, τὸ ὁμολογεῖ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι, ὅταν ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον ἐκεῖνον συνετοὶ καὶ τίμιοι ὑπάλληλοι, ὅταν Κυβέρνησις σώφρων, Κυβέρνησις ἑδραία καὶ ὄχι σαθρά, Κυβέρνησις μὴ πίπτουσα κατὰ πενθημερίαν διετήρει στρατὸν εὐπειθῆ, ὅταν ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς συνεννόησις τῶν ἀρχῶν τῶν δύω ὁμόρων ἐπικρατειῶν, τότε μάλιστα ἡ ληστεία ἐξηλείφθη καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο ὁ πολίτης διήρχετο ἀκωλύτως καὶ ἄνευ τινὸς συνοδείας. Ἀφότου ἐξέλιπον αἱ ἱκανότητες, ἀφότου αἱ Κυβερνήσεις ἔλαβον ἄλλον χαρακτῆρα, ἀφότου δὲν ἦταν ἑδραῖαι, ἀφότου τέλος πάντων, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν καθεῖξαν τὴν Κυβέρνησιν οἱ κατάλληλοι, ἀπὸ τότε ἡ ληστεία ὕψωσε πάλιν τὴν κεφαλὴν καὶ μαστίζει τὸν ἀτυχῆ λαόν. Καὶ κατὰ δυστυχίαν ὁ λαὸς ὁ πλειότερον πάσχων εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Λοιπόν, ἐὰν πρόκειται νὰ μαράνωμεν τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ὁποία κατοικεῖ τὴν χώραν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ νὰ ἐκλείψῃ διὰ παντὸς ἡ ἐλπὶς τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῶν τῶν λαῶν, ἡ συνθήκη ἔστω ἐπικατάρατος καὶ παρ’ ἡμῶν ἀποῤῥιπτέα, διότι τὸ παρὸν δὲν μὲ ἐξιππάζει. Θέλω νὰ ὑποφέρω ἐγὼ πρῶτος, ἀλλὰ νὰ μὴ μαρανθῇ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετηρήθη ἐπὶ αἰῶνας τέσσαρας ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἑπομένως δύναται ἕκαστος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ τὰς ἰδέας του. Ἐὰν ὅμως τὸ αἴσθημα τοῦτο δὲν μαραίνεται, ἐὰν οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἀποθαῤῥύνωνται, νὰ προχωρήσωμεν. Μ’ ἐβεβαίωσεν εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν, ὅτι ἡ λεγομένη δήλωσις ἐκ μέρους τῆς ἑτέρας τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὴν διπλωματικὴν γλῶσσαν, τῆς ὁποίας σᾶς ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἄμοιρος, ἐπέχει τόπον ἄρθρου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ὁμολογοῦσα τὴν δήλωσιν Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰ δι’ αὐτῆς διομολογούμενα. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ἀκόμη, ὅτι ἐπεδόθη ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ ὁποία λέγει αὐτολεξεί, ὅτι ἐὰν λειποτακτήσουν στρατιῶται χριστιανοί, οὗτοι δὲν ἀποδίδονται, τότε, Κύριοι, ἡ σύμβασις εἶναι ἱερά. Κανεὶς δὲν μᾶς ἐκάλεσε νὰ προστατεύσωμεν τοὺς Τούρκους, κανεὶς δὲν μᾶς ἐκάλεσε νὰ προστατεύσωμεν τοὺς Γάλλους, κανεὶς δὲν μᾶς ἐκάλεσε νὰ προστατεύσωμεν τοὺς Ἄγγλους. Ἔχουν Κυβερνήσεις καὶ Κυβερνήσεις σοφάς· ἔχουν ἐθνισμὸν καθὼς ἔχετε σεῖς, ἔχουν πατριωτισμὸν καθὼς ἔχομεν ἡμεῖς. Ἐάν, Κύριοι, καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλῃ ὁ χριστιανισμός, ἐὰν καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλῃ τὸ ὁμόθρησκον, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσω μόνον τὸν χριστιανὸν ὀρθόδοξον, ὅπου καὶ ἂν τὸν ἀπαντήσω, καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα ἄκρα τῆς Ἀμερικῆς, καὶ εἰς τὴν γείτονα Θεσσαλίαν καὶ εἰς τὴν ὅμορον ἐπαρχίαν τῆς Ἠπείρου. Καὶ μεριμνῶν περὶ τῶν χριστιανῶν, μεριμνῶ περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ ἔθνους· καὶ ἐνῷ μεριμνῶ περὶ αὐτοῦ, συγχρόνως διορθόνω καὶ τὸ ἐνεστώς, συγχρόνως φέρω κατὰ τῆς ληστείας ἕνα πέλεκυν, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε θ’ ἀποκόψῃ, ἂν ὄχι τὰς ἑπτὰ κεφαλάς, τὰς ἓξ τοὐλάχιστον. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μ’ ἔφεραν εἰς τὸ βῆμα αὐτό. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν δὲν εὑρίσκω αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν διέγραψα, διότι τὸ τρίτον ἄρθρον τῆς Συνθήκης ἔχει ὡς ἑξῆς· «Τὰ δύω ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη συνομολογοῦσιν ἀμοιβαίως νὰ μεταχειρισθῇ ἑκάτερον τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ στράτευμα τακτικὸν πρὸς φύλαξιν τῶν μεθορίων των.» Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 6 λέγει· «Οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, οἵτινες ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἑτέρας Ἐπικρατείας, θέλουν συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι, ὑπὸ στρατιωτικὴν φρουρὰν, εἰς τὸν πλησιέστερον σταθμὸν τὸν κατεχόμενον ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τῆς δυνάμεως, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ παραδίδοσθαι εἰς τὸν τοῦ εἰρημένου σταθμοῦ διοικητὴν, ὅστις θέλει δίδει ἀπόδειξιν τῆς παραδόσεως ταύτης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ὁδηγήσαντα αὐτούς.» «Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀπόδοσις θέλει γίνεσθαι μετὰ τῶν ὅπλων, ἵππων, ἐφιππίων, ἐνδυμάτων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λοιπῶν πραγμάτων, ὅσα ἔφερον οἱ λειποτάκται, ἢ ὅσα εὑρέθησαν ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν σύλληψίν των.» Ἠξεύρετε τὴν διαφορὰν αὐτήν; Ἐὰν ὁ τακτικὸς στρατὸς ᾖναι τὰ 9/10 Μουσουλμάνοι, τὸ δὲ ἄτακτον στράτευμα ᾖναι τὰ 9/10 Χριστιανοί, ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἢ ὁ συντάξας ἢ ἓν μέλος τῆς τότε Κυβερνήσεως......
§170ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ παροῦσα.
§171ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἐκ τῶν ἀτάκτων στρατευμάτων λειποτακτήσωσι στρατιῶται, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τοὺς παραδώσωμεν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς συμβάσεως.
§172ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ «διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων» ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ πυροβολικὸν, ἱππικὸν, πεζικόν.
§173ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐμπεριέχεται, σᾶς ἐρωτῶ, καὶ τὸ ἄτακτον σῶμα;
§174ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§175ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λέγει «οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων.»
§176ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ κτλ.
§177ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λοιπὸν ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω, ὅτι τῶν ἀτάκτων σωμάτων οἱ στρατιῶται δὲν ἀποδίδονται. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει δὲν βλέπω τί ἔχει τὸ ἐπιλήψιμον ἡ συνθήκη. Καὶ τότε διατί νὰ λέγωμεν παραβιάζεται ὁ δεῖνα θεσμὸς, ταπεινοῦται ἡ πατρὶς, ἐξευτελίζεται τὸ ἔθνος κτλ; Δὲν βλέπω τὴν ταπείνωσιν, ὁσάκις εἶναι ἀμοιβαῖαι αἱ ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ταπεινοῦται ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ταπεινοῦται καὶ ἡ τουρκική. Ἐὰν ἐξευτελίζηται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐξευτελίζεται καὶ τὸ Τουρκικὸν, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ, οὔτε θέλω νὰ ἀκούσω τοιοῦτόν τι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τόσον ἐπιπολαίως, τόσον χυδαίως συναλλάσσονται, ὥστε νὰ ἐξευτελίζωνται καὶ νὰ γίνωνται τὸ παίγνιον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο καθιερώθη διὰ πραγματικοὺς λόγους. Ἐὰν δὲ οἱ λόγοι οἱ φερόμενοι, ἡ φαντασία ἡ ποιητικὴ, ἡ ὁποία ἀναβαίνει εἰς τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, συνδέεται μὲ τὰ πράγματα, εὐχαριστοῦμαι ν’ ἀκούω τοιαύτας λέξεις καὶ νὰ τὰς ἀσπάζωμαι. Ἐὰν ὅμως δὲν συνᾴδῃ, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀναισχυντία πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος νὰ καταπολεμῶνται ἐκεῖνα μάλιστα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σκοπὸν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὡς καὶ τῆς οἰκονομίας. Ὑπὸ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἔκαμα, νομίζω ὅτι ἡ συνθήκη εἶναι ἢ ἀποῤῥιπτέα ἢ παραδεκτή.
§178Π. ΖΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐξανέστησάν τινες, καὶ ἐξανέστησαν τῷ ὄντι δικαίως, διὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν· δὲν ἐξανέστησαν δὲ μόνον οἱ σήμερον ἀγορεύσαντες, ἀλλ’ ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1855 μέχρι σήμερον. Ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἀντέκρουσαν τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχεν ἡ Τουρκία, τοῦ νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῆς μίαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀποδίδωνται οὐ μόνον οἱ λειποτάκται τοῦ στρατοῦ ἀλλ’ ὅλοι οἱ κακοῦργοι ἐν γένει. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως ἀγνοοῦσι τὴν ἱστορίαν ταύτην, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ τὴν διεξέλθω. Κατὰ τὰ 1855, ὅτε ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ὑπὸ κατοχὴν, ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις, κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διακοπεῖσαι τότε σχέσεις, ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὰς ἐνταῦθα δύω πρεσβείας τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἐν ᾧ ἔλεγε ῥητῶς· «δέχομαι τὴν ἀνανέωσιν τῶν σχέσεων καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μιᾶς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ παραδεχθῇ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι ἡ Τουρκία πρὸ πολλοῦ ἐπεδίωκε, δηλαδὴ τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν καὶ τῶν κακούργων». Εὐτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα διηύθυνε τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῆς πράγματα τότε εἷς ἔνδοξος ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου μόνον ἡ σεβαστὴ μνήμη σώζεται σήμερον μεταξὺ ἡμῶν· ὁ ἀοίδιμος Μαυροκορδάτος, χωρὶς νὰ δυσκολεύσῃ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης, διὰ τῆς μεγάλης ἐπιτηδειότητός του ἐπροσπάθησε τότε ὥστε ν’ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἄλλους καιρούς. Γράφων δὲ τὰς ὁδηγίας του εἰς τὸν τότε πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος κ. Κουντουριώτην, ἔλεγεν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὡς ἔγγιστα τὰς λέξεις ταύτας· «Η Ἑλλὰς δὲν θέλει, ἔγραφεν ὁ ἀοίδημος ἀνὴρ, ἀνεχθῇ νὰ γίνῃ ἄσυλον τῶν κακούργων· τοῦτο προσβάλλει τὴν δημοσίαν ἠθικὴν, προσβάλλει τὴν τιμήν της, προσβάλλει τὴν δημοσίαν ἐσωτερικὴν τάξιν της. Εἰπὲ εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, λέγει πρὸς τὸν Κουντουριώτην, ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀρνῆται νὰ παραδεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ τοῖς ἐπιβάλλετε, δὲν εἶναι διότι θέλει νὰ γίνῃ ἄσυλον τῶν κακούργων, ἀλλὰ δι’ ἕτερον σπουδαῖον λόγον, διάφορον πολὺ εὔλογον, ὅτι ἂν ἡ κυβέρνησις ἤθελε παραδεχθῆ ποτὲ τοιοῦτον ὅρον, ἡ κοινὴ τοῦ ἔθνους συνείδησις ἤθελε τὸν ἀποκρούσει καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελε συντριβῆ». Ὁ κύριος Κουντουριώτης, ἂν ἦναι παρὼν, ἐνθυμεῖται βεβαίως τὰς λέξεις τῶν ὁδηγιῶν ἐκείνων κάλλιον ἐμοῦ, διότι τὰς ἐπανέλαβεν ἅπαξ καὶ πολλάκις εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην. Ἀνεβλήθη λοιπὸν ἡ περὶ τούτου συζήτησις, καὶ ἡ Τουρκία ἐπείσθη τότε νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτων ὅρων καὶ νὰ μὴ γίνῃ τὸ περὶ ἀποδόσεως ἄρθρον ἰδιαίτερον τῆς συνθήκης. Ἀνεβλήθη τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐπανελήφθη, ὅτε εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας συμβάσεως. Καὶ τότε πάλιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Σουλτάνου ἐπέμενον καὶ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἐννοοῦν νὰ παραδίδωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς λειποτάκτας καὶ τοὺς κακούργους. Ἡμεῖς ἀντέστημεν τότε καὶ ἀντέστημεν μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις, καὶ εἴπομεν ῥητῶς, ὅτι προτιμῶμεν νὰ λυμαίνωνται τὰς χώρας μας οἱ λησταὶ παρὰ νὰ δεχθῶμεν τοιοῦτον ὅρον. Ἀλλὰ ἵνα μὴ ἀπελπίσωμεν ὅλως διόλου τὴν Τουρκίαν, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα καθόσον ἀφορᾷ τὴν Σύμβασιν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, συνετάχθη οὕτω πως τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τῆς παλαιᾶς συνθήκης, ὥστε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐφαίνετο ὅτι ἀποδίδομεν τοὺς λειποτάκτας, δὲν ἀπεδίδαμεν τίποτε. Ἀνεγνώσθη ἀπὸ τὸν κ. Ζῶτον τὸ ἄρθρον τοῦτο· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀναγνώσω ἐκ νέου, ἵνα ἰδῆτε πόση φροντὶς κατεβάλλετο τότε καὶ μετὰ ταῦτα ἀκόμη ἐκ μέρους τῶν κυβερνήσεων διὰ νὰ ἀποκρούσωσι τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ. «Οἱ λειποτάκται τοῦ στρατοῦ θατέρας τῶν δύω ἐπικρατειῶν, παρουσιαζόμενοι ἢ καταφεύγοντες εἰς τὴν ἄλλην, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θέλουσι γίνεσθαι δεκτοί· ἐξ ἐναντίας θέλουσιν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν χώραν, καὶ θέλουσιν εἰδοποιηθῆ, ὅτι, ἄν ποτε ἀνακαλυφθῶσι κατοικοῦντες κρυφίως ἐν ἐκείνῃ τῶν δύω ἐπικρατειῶν, ἐξ ἧς ἤθελον ἀποπεμφθῆ, θέλουσι συλληφθῆ καὶ ἀποδοθῆ».
§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι παρόμοιον.
§180ΖΑΝΟΣ. Διαφέρει πολύ.
§181ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐβάλατε τὴν διάταξιν ἵνα μὴ ἐκτελεσθῇ;
§182ΖΑΝΟΣ. Λίαν εἰλικρινῶς ἐφερόμεθα τότε ὡς φερόμεθα καὶ τώρα.
§183ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ καὶ τοὺς Χριστιανούς.
§184ΖΑΝΟΣ. Δυστυχῶς ἦτο γενικόν. Θὰ ἰδῆτε, ὅτι συμφωνῶ μαζῆ σας. Ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις, εἴτε ἐνόησεν εἴτε δὲν ἐνόησε τὴν ὑπεκφυγὴν ταύτην τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἐσταμάτησε, ἕως ἐδῶ· δὲν μᾶς ἔκαμε καμμίαν παρατήρησιν, ἐξηκολούθει νὰ καταδιώκῃ τοὺς λῃστὰς εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἤθελε νὰ στείλῃ τακτικὸν στρατόν. Ἀπῃτήσαμεν πολλάκις τοῦτο ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴν Πύλην· τὸ ἀπῄτησεν ὁ Κ. Κουντουριώτης, τὸ ἀπῄτησεν ὁ Κ. Ῥενιέρης, τὸ ἀπῄτησα ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ τῆς πρεσβείας, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἰσηκούσθημεν. Τὸ αἰώνιον ἐπιχείρημα τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἦτο τὸ ἑξῆς— ἵνα στείλω στρατὸν τακτικὸν εἰς τὰ μεθόρια ἔχω ἀνάγκην ὥστε νὰ μοὶ ἀποδίδωνται οἱ λειποτάκται· ἐπειδὴ δὲ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἡρμήνευσεν ἄλλως τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, δὲν δύναμαι νὰ συγκατατεθῶ εἰς τὴν ἀποστολὴν στρατοῦ τακτικοῦ κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ μεθόρια.— Δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ ποίαν ἐποχὴν, ἀλλ’ ὁ Κ. Κουντουριώτης ἐνθυμεῖται ἴσως κάλλιον ἐμοῦ· νομίζω, κατὰ τὰ 1858 ἢ 1859.
§185ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὰ 1858.
§186ΖΑΝΟΣ. Κατὰ τὰ 1858, λοιπὸν ὁ Σατὶκ Πασᾶς, εἷς Πολλωνὸς πρόσφυξ ἐν Τουρκίᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς σώματος συγκειμένου ἐξ Οὐγγροπολλωνῶν, σώματος τακτικοῦ, ἐστάλη τότε κατ’ ἐπίμονον αἴτησιν τῆς πρεσβείας, ἐστάλη πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν. Συνέβησαν τότε διάφοροι λειποταξίαι· οἱ λειποτάκται εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, ἐζητεῖτο ἡ ἀπόδοσίς των, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Κ. Ῥαγκαβῆ, διαῤῥήδην ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἀπόδοσιν. Ἐσυζητήθη ἔκτοτε πολλάκις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ πολλάκις μᾶς ἀπέδωκαν μίαν κακὴν πίστιν, μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ συνετάξαμεν οὕτω πως διὰ νὰ τοὺς ἀπατήσωμεν. Ὄχι! ἀπηντήσαμεν εὐτόλμως εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, δὲν εἴμεθα κακῆς πίστεως, ὑπεσχέθημεν ἀπειλὴν ἁπλῶς καὶ οὐχὶ ἀπόδοσιν. Τὸ συμφέρον ἡμῶν, ὡς ἐννοεῖτε, ἦτον νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν τὰς ἰδέας τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ αἱ ὁδηγίαι μας κατὰ τοῦτο ἦσαν ῥηταί. Μᾶς ἔλεγον ῥητῶς, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὅπως ἡ Τουρκία θέλει, διότι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς ἐννοεῖ ὅτι ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδίδῃ τοὺς λειποτάκτας. Καὶ εἴπομεν τότε λοιπὸν εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ὅτι τοὺς λειποτάκτας δυνάμεθα νὰ τοὺς διώξωμεν τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀπειλήσωμεν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ τοὺς συλλάβωμεν καὶ νὰ τοὺς φέρωμεν πέραν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων εἰς ἕνα τουρκικὸν σταθμόν. Ἡ Τουρκία ἐσιώπησεν· ἔκτοτε δὲ οὔτε ἕνα τακτικὸν στρατιώτην ἔθεσεν εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἀνετέθη ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς δερβεναγάδες. Ἠξεύρετε δὲ, κύριοι, τί εἶναι οἱ δερβεναγάδες; εἶναι χειρότεροι τῶν λῃστῶν, εἶναι οἱ κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐπίσημοι λῃσταποδόχοι, καὶ ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν πάντοτε μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις, μετεχειρίσθημεν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἴχαμεν παρὰ τοῖς ξένοις, ἵνα εἴπωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνει εἶναι ἐναντίον τῆς ἠθικῆς καὶ ἐναντίον τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων της, διότι ὑποθάλπει ἀκουσίως διὰ τῶν ἀτάκτων τὴν ληστείαν. Ἀποσύρατε, εἶπον μίαν ἡμέραν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἀποσύρατε εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ὀθωμανικῆς χώρας τοὺς δερβεναγάδες. Χωρὶς νὰ φοβηθῶ ὅτι ἀποκαλύπτω ἓν μυστήριον, ἠξεύρετε ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβον; Ἠθέλομεν τὸ κάμει, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, ἂν δὲν ἐφοβούμεθα, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄτακτοι στρατιῶται, ἀποσυρόμενοι ἀπὸ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν δὲν ἤθελον κάμει μίαν ἐπανάστασιν ἐντὸς τῆς Τουρκίας, καὶ δὲν ἤθελον ἀνάψει πυρκαϊὰν τὴν ὁποίαν ὁ τακτικὸς στρατὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κατασβέσῃ ποτέ. Ἀπέναντι τοιούτου ἐπιχειρήματος ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν εἴχαμεν τὴν δύναμιν νὰ ἀντιτάξωμεν τίποτε· διεμαρτυρόμεθα ὅμως πάντοτε, μέχρι τοῦ 1862, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξέπνευσεν ἡ σύμβασις, διότι ἦτον ἑξαετής. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡμεῖς διεμαρτυρόμεθα, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἐκπληροῖ τὸ 2 ἄρθρον τῆς Συμβάσεως, αὐτὴ ἐξ ἄλλου διεμαρτύρετο καθ’ ἡμῶν ὅτι παραβιάζομεν τὸ 6 ἄρθρον, καὶ ξένοι τινες κἄπως ὑπερασπίζοντο τὴν γνώμην της, ὅτι δῆθεν εἴμεθα κακῆς πίστεως! Ἠρνεῖτο λοιπὸν, καὶ ἠρνεῖτο ἐπιμόνως ὅτι δὲν θέλει οὐδέποτε στείλει εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τακτικὸν στρατὸν ἑωσοῦ ἡμεῖς δὲν συμφωνήσωμεν νὰ τῇ ἀποδίδωμεν τοὺς λειποτάκτας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν διατρεξάντων. Ἅμα ἔφθασεν ἡ 8 Ἀπριλίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἔληγε τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς Συμβάσεως, δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου της ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Πρεσβείαν, ὅτι καταγγέλλει τὴν σύμβασιν, τουτέστι τὴν θεωρεῖ ὡς χάρτην ἄγραφον καὶ ὡς οὐδόλως ὑπάρξασαν. Ἔκτοτε δὲ ἔπαυσαν αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Εἶναι διαπραγματεύσεις πατριωτικαὶ, εἰλικρινέσταται καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, τοὐλάχιστον ἐκ τῆς γνώσεως τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων καθ’ ὃν καιρὸν ἤμην ἐν Κωνσταντινοπόλει, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, οὐδεμιᾶς ἐξαιρουμένης, ἐπροσπάθησαν μὲν ὅπως ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις, δὲν ἄφησαν δὲ οὐδὲν μέσον ὅπως ἀποκρούσωσι τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον περιέχει ἡ σημερινὴ σύμβασις· ἐπροσπάθησαν, ὅπως ἐπροσπάθησε, δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, νὰ ἀποκρούσωσιν ἢ τροποποιήσωσι τὰς περὶ τούτου ἀξιώσεις τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Διεπραγματεύθην πολλάκις τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ δύω ἀνδρῶν τῆς Τουρκίας, ἀνδρῶν μεγάλης σημασίας, νοημοσύνης καὶ πολλῆς συνέσεως. Τοὺς ἔλεγον μίαν ἡμέραν· εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ διαπραγματευθῶμεν ἐκ νέου τὴν περὶ λῃστείας σύμβασιν μαζῆ σας, ἀλλὰ σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἂν ἔχητε σκοπὸν νὰ μᾶς στείλητε πάλιν τοὺς δερβεναγάδες εἰς τὰ μεθόρια, Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ εἰπῆτε καθαρὰ, διότι Σύμβασιν τοιαύτην ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει δεχθῆ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Φουὰτ Πασσᾶ καὶ τοῦ Ἀαλῆ–Πασσᾶ ἦτο καθαρὰ καὶ εἰλικρινής. Σᾶς ὑπεσχέθημεν, ἔλεγον, πολλάκις καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ στείλωμεν τακτικὸν στρατὸν πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, ζητοῦμεν ὅμως νὰ μᾶς δώσητε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι, ὅταν οὕτω πως ἐλάλουν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Σουλτάνου πρὸς ἐμὲ, δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ αὐτὴ ἡ περὶ θρησκεύματος δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔφερεν ἐνώπιόν σας, οὔτε ἡ διαστολὴ ἐκείνη ἡ ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν λειποτακτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἡ Τουρκία ἐζήτει τότε ἀκόμη ἀπολύτως τὴν ἀπόδοσιν παντὸς λειποτάκτου, καὶ τοῦτο δὲν ἐδίστασε νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσῃ σαφῶς ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς, φέρων ὡς παράδειγμα καὶ ὡς προηγούμενον τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ. Τί σᾶς πειράζει, ἔλεγε, νὰ ἀποδώσητε τοὺς λειποτάκτας τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἀποδίδετε τοὺς λειποτάκτας τοῦ ναυτικοῦ; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, καὶ τὸ ἀνέφερα εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου, ὅτι τοιαύτην σύμβασιν εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδεμία Κυβέρνησις θέλει παραδεχθῆ, διότι ὁ ὅρος οὗτος οὐδέποτε θέλει γίνει εἰς Ἀθήνας παραδεκτὸς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελε τολμήσει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Ἔθνους ἕνα τοιοῦτον ὅρον ἀπολύτου ἀποδόσεως παντὸς λειποτάκτου, ἤθελεν ἀποκρουσθῆ, ἤθελεν ἀποτύχει· καὶ τοῦτο ἐπίστευα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐν ὅλῃ τῇ συνειδήσει. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Τουρκία μοὶ ἔλεγε, ὅτι ἢ δὲν θὰ ἔχετε σύμβασιν, ἢ θὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν, νομίζω ὅτι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον νὰ προτρέψω τὴν Κυβέρνησίν μου νὰ μὴν ἀρνηθῇ ἀπολύτως τοῦτο. Εἶπον καὶ τὸ εἶπον ἐν πάσῃ πεποιθήσει, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν συμβάσεως τόσον ὠφελίμου ἡ ζημία δὲν θὰ ἦτο μεγάλη νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν, ἀλλὰ μόνον τῶν Μωαμεθανῶν λειποτακτῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῶν φρουρούντων τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐξηκολούθησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Ἀθήναις καὶ κατέληξαν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιόν σας. Τὸ δίλημμα δὲ τὸ ὁποῖον παρουσίασεν εἰς ἐμὲ ὁ Ἀαλῆ Πασσᾶς, τὸ αὐτὸ παρουσίασε, φαίνεται, καὶ ὁ κ. Φωτιάδης εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τῆς εἶπε δηλαδὴ, ἢ δὲν θὰ ἔχῃς σύμβασιν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἢ θὰ συγκατατεθῇς εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν λειποτακτῶν. Ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὸ δεύτερον, καὶ νομίζω, κατὰ συνείδησιν, ὅτι παρεδέχθη τὸ μὴ χεῖρον. Λέγω κατὰ συνείδησιν, διότι, μολονότι δὲν εἶναι καλῶς συντεταγμένον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον καὶ πρέπει ἐπὶ τὸ εὐκρινέστερον νὰ συνταχθῇ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, οὐδόλως παραβλάπτονται δι’ αὐτοῦ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐνῷ βλάπτονται τὰ μέγιστα ἂν ἀποτύχωμεν τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν παραβλάπτονται οὔτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ φιλοτιμία, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς καί τινες ἄλλοι παρετήρησαν, ὑπάρχει ἐν πρώτοις πλήρης ἀμοιβαιότης· δεύτερον ὑπάρχει ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς συμβάσεως, ἡ περὶ θρησκεύματος δήλωσις, ἡ ὁποία θέλει διασκεδάσει τὴν πρόληψιν, ὅτι δύναται δῆθεν μίαν ἡμέραν ἡ Τουρκία νὰ ζητήσῃ λειποτάκτας χριστιανοὺς, καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ παραδώσῃ ὁμογενεῖς εἰς αὐτήν. Τρίτον, ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καθαρῶς καὶ σαφῶς ἡ διαστολὴ, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν λειποτακτῶν τῶν σωμάτων τῶν φρουρούντων τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν· καὶ ἐπὶ τέλους ὑπάρχει ἓν προηγούμενον εἰς τὴν ἐν Κανλιτζᾷ συνθήκην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς παρεδέχθη τὴν ἀπόδοσιν λειποτακτῶν, ἀλλὰ λειποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ. Δι’ ὅλα ταῦτα δὲν βλέπω τῇ ἀληθείᾳ τὸν λόγον, διὰ τί πολλοὶ τόσον κατεξανέστησαν κατὰ τῆς Συμβάσεως· νομίζω ἀπεναντίας, ὅτι ἂν σκεφθῶμεν ὀρθότερον, ἀπαθέστερον, θὰ εὕρωμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως εἶναι συντεταγμένη καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐξηγήθη τὸ ἀφορῶν τὴν θρησκείαν τῶν λειποτακτῶν, ὅτι δὲν ἐκθέτει εἰς οὐδένα κίνδυνον οὔτε τὰ συμφέροντα, οὔτε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὑποστηρίζων τὴν Σύμβασιν, ἐπεθύμουν ὅμως τὸ ἄρθρον 6 νὰ ἦτο ἄλλως συντεταγμένον· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤθελον τὸ συντάξει ὅπως ἔχει, καὶ εἰς τοῦτο δὲν πταίει βέβαια ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Ἤθελον ζητήσει, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἄλλως νὰ συνταχθῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι τῶν Συνθηκῶν τὰ ἄρθρα δὲν τροποποιοῦνται εὐκόλως, ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσω οὕτως ἢ ἄλλως πῶς νὰ συνταχθῇ τὸ 6 ἄρθρον, προτείνω τὴν ἑξῆς γνώμην· ὅταν, δηλαδὴ, θ’ ἀνταλλαγῶσιν αἱ ἐπικυρώσεις τῆς συμβάσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, πρὶν ὑπογράψῃ τὴν ἀνταλλαγὴν, νὰ συντάξῃ ἓν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ αὐτὰς τὰς λέξεις· «εἶναι ἐννοούμενον, ὅτι ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 συμφωνηθεῖσα ἀπόδοσις τῶν λειποτακτῶν ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τοὺς λειποτάκτας, καθαρῶς Ὀθωμανοὺς, τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν.» Οὕτω πως ἀποφεύγομεν καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν παρεξήγησιν. Ὡς ἐπεξηγηματικὸν θέλω αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον.
§187ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ «καθαρῶς Ὀθωμανοὺς» φοβοῦμαι μήπως ἐννοηθῇ ἄλλως πως....
§188ΖΑΝΟΣ. Ἂν θέλετε, τὸ τροποποιῶ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν· ἰδού· «τακτικῶν στρατιωτικῶν σωμάτων Ὀθωμανῶν τὴν θρησκείαν, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.» διότι πιθανὸν νὰ ἔλθωσι καὶ ἕτερα στρατεύματα δι’ ἄλλους σκοποὺς εἰς τὰ μεθόρια (θόρυβος). Σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τὸ πρωτόκολλον· μὴ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον διότι δὲν συμφέρει. Προσθέτω δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι «οἱ λειποτάκται θέλουν συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι ὑπὸ στρατιωτικὴν φρουρὰν, ὁσάκις τοῦτο εἶναι δυνατὸν, καὶ παραδίδεσθαι εἰς τὸν πλησιέστερον στρατιωτικὸν σταθμόν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὰ περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν τοιούτων λειποτακτῶν θέλουν ἐνεργεῖσθαι ἀπαραλλάκτως συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ 21 ἄρθρου τῆς ἐν Κανλιτζᾷ ἐμπορικῆς συνθήκης τῆς ἀφορώσης τοὺς λειποτάκτας τοῦ ναυτικοῦ.» Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοῦτο ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 21 τῆς συνθήκης ἐκείνης. «Οἱ εἰρημένοι γενικοὶ πρόξενοι, πρόξενοι ὑποπρόξενοι, καὶ προξενικοὶ πράκτορες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν, τὴν σύλληψιν, τὴν κράτησιν καὶ τὴν φυλάκισιν τῶν λειποτακτῶν τῶν πολεμικῶν καὶ ἐμπορικῶν πλοίων τοῦ τόπου των». (Ἀναγινώσκει μέχρι τέλους τὸ ἄρθρον 21 τῆς εἰρημένης συνθήκης). Διὰ πρωτοκόλλου τοιούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ τὸ ἄρθρον, διότι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλας δυσχερείας ὅπως ἐφαρμόσῃ τὴν συνθήκην αὐτὴν, καὶ οὕτως ἡ σύμβασις θέλει ἀποτύχει· διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ συνταχθῇ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνυπογράψῃ ὁ πληρεξούσιος τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφιστῶ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς συνθήκης, καὶ ἡμεῖς νὰ μὴν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν θέλομεν, τοὐτέστι νὰ καταψηφίσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, ἡ μόνη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμνω, καὶ παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὴν δεχθῇ, διότι εἶναι πολὺ ἀναγκαία καὶ συμφέρουσα.
§189ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ βάλωμεν ἀντὶ Ὀθωμανοὺς Μωαμεθανοὺς· εἶναι καλλίτερον τὸ τοιοῦτον, διότι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι εἷς Ὀθωμανὸς καὶ νὰ μὴν ᾖναι Μωαμεθανός.
§190ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐπολέμησε, Κύριοι, ἡ Ἀμερικὴ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη καταστρεπτικά; δὲν ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς δούλους μαύρους; καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καὶ αὐτὴ ἔχει συνθήκην περὶ παραδόσεως τῶν λειποτακτῶν ναυτῶν· ὥστε ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένη εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα ἔθνη, ὥστε κατέστη χρήσιμος εἰς τὰ δύω αὐτὰ συναλλαττόμενα μέρη· ποτὲ ὅμως δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐννοήσωσιν εἰς τὴν σύμβασιν, ὥς τινες εἶπον, τοὺς στρατιώτας ὡς τοὺς ἀργυρωνήτους. Ἂν ἔχῃ τις τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, ἂς ἀναγνώσῃ τὰς περὶ παραδόσεως συνθήκας τῶν ἄλλων φιλελευθέρων κρατῶν· ἄρα ἡ ἀρχὴ τῆς παραδόσεως δὲν φιλονεικεῖται ἀπὸ κανένα· μάλιστα εἰς τὴν ἰδικήν μας νομοθεσίαν ὅλαι αἱ συνθῆκαι παραδέχονται αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Διϊσχυρίζονται, Κύριοι, ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ 1856 ἦτο καλλιτέρα ἀπὸ τὴν σημερινὴν, διότι δὲν εἶχεν ὅρους ῥητούς· ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τῆς παρούσης συνθήκης εἶναι πολὺ συμφερώτερον τοῦ 1856, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ τῆς δηλώσεως τοῦ Πρέσβεως λέγεται, ὅτι «τὰ στρατιωτικὰ αὐτὰ σώματα θὰ σύγκεινται ἐκ στρατιωτῶν τακτικῶν Μουσουλμάνων.» Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι σπουδαῖος ὁ λόγος ἐκεῖνος τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Κυρίου Ζώτου, ὁ ὁποῖος εἶπε, «πῶς θέλει γίνεσθαι ἡ διάκρισις τοῦ Ὀθωμανοῦ ἀπὸ τοῦ Χριστιανοῦ;» Ἐὰν Κύριοι, μελετήσῃ τις τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κἀμμία ἀντίῤῥησις, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν λειποτακτῶν τῶν σωμάτων τῶν τακτικῶν καὶ ὅτι περὶ Μουσουλμάνων Ὀθωμανῶν γίνεται ὁ λόγος, ὥστε δὲν γίνεται λόγος περὶ ἄλλων. Ἡ τελευταία ἔνστασις τοῦ Κ. Ζάνου ἔχει κάποιαν σπουδαιότητα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Ζάνος δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ νὰ γίνῃ ἓν σπουδαῖον πρωτόκολλον, διότι ὑπάρχει ἓν προηγούμενον ἄρθρον τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν διάκρισιν περὶ τῆς παραδόσεως· ὥστε δὲν ὑφίσταται ἄλλο τι σήμερον, παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν.
§191ΖΑΝΟΣ. Νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν, νὰ κάμητε ἓν πρωτόκολλον, διότι ἄλλως θὰ περιπέσωμεν εἰς μεγάλας δυσχερείας.
§192ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἄλλο, παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν.
§193ΖΑΝΟΣ. Νὰ συντάξητε ἀφεύκτως τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ζητῶ· ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶναι περιττὸν, ἐγὼ θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου δὲν δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ἡ σύμβασις οὔτε ἐδῶ οὔτε εἰς τὴν Τουρκίαν.
§194ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἓν πρᾶγμα ἀδύνατον (θόρυβος.)
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Ζάνος, ὅστις ἔλαβε τόσον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν μακρὰν διαπραγμάτευσιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πρώτης συνθήκης καὶ κατὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς δευτέρας, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ καθαρόν. Ἡ συνθήκη ἡ σημερινὴ φαίνεται καθαρῶς ὅτι εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς διαπραγματεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἡττήθη. Ἐνθυμεῖσθε τοὺς ὅρους ἐκείνους· σᾶς ἀναμιμνήσκω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ μακαρίτης Μαυροκορδάτος ἔγραψε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει ὅταν ἐκεῖνος διεβίβασεν εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν μετεβλήθησαν διὰ τῆς προκειμένης συνθήκης. Ὁ ἀοίδιμος τῳόντι ἐκεῖνος ἀνὴρ δὲν ἠγνόει οὐδεμίαν ἔποψιν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἐξ ὅσων εἴτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἴτε οἱ φίλοι αὐτῆς ἐπρότειναν εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ πεπειραμένος ἐκεῖνος ἀνὴρ ὁ παραλαβὼν τὴν διοίκησιν τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἀπολειφθεὶς τῆς διοικήσεως αὐτῆς εἴτε ὡς συμπολιτευόμενος, εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, εἶναι βλασφημία νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἤθελε λανθασθῆ, ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ παραδεχθῆ τοῦτο. Ἐκ τούτου λοιπὸν εἶπεν· εἶναι ἀδύνατον ἐγὼ ὡς Κυβέρνησις νὰ ὑπογράψω ὅρον τοιοῦτον. Ἀλλ’ ἐδῶ σφάλλει μεγάλως ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος σήμερον, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε πιστεύσει ὡς ὀρθὴν τὴν κρίσιν ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, διότι δὲν εἶχε νὰ τῷ εἴπῃ τοὺς λόγους. Συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ διπλωματικῶν ὑποθέσεων οἱ πλειότεροι καὶ οἱ σπουδαιότεροι τῶν λόγων δὲν λέγονται· διὰ τοῦτο οὔτε ἐνόμισεν ἐπίκαιρον τὴν περίστασιν νὰ ἐξηγηθῶσιν ὡς ἐξηγήθησαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον νὰ γίνωσι περαιτέρω ἐξηγήσεις περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, πολὺ μὲ προσκολλᾷ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρὸς εἶναι, ὅτι ἐξετάζων τὴν γνώμην ταύτην τῆς Τουρκίας δὲν εὑρίσκω κανένα λόγον πιθανότητος, ὅτι φροντίζει περὶ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἡ συνθήκη ἔθεσεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς· δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς μία ἐπικράτεια δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπέφυγε νὰ καταδιώξῃ τὴν ληστείαν καὶ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν εὐνομίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἡ ληστεία λυμαίνεται, διατί; διότι ἡ ἑλληνικὴ ἐπικράτεια δὲν θέλει νὰ κάμῃ πρὸς αὐτὴν καμμίαν παραχώρησιν! Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι τῆς Τουρκίας καταμαστίζονται ὅπως καὶ αἱ ἡμέτεραι, εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς δι’ αὐτὴν, ὁμιλῶ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας. Δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ θέσω τακτικὸν στρατὸν εἰς τὰ μεθόρια, διατί; διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει νὰ μοὶ παραδίδῃ τοὺς λειποτάκτας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Εἶναι χρέος τῆς Τουρκίας νὰ ἐξασκῇ τὸν πολιτισμὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἶναι χρέος της νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς εὐνομίας καὶ περὶ διανομῆς τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ παραιτηθῇ δὲ τοῦ μέτρου ἐκείνου καὶ νὰ ἐξασκῇ τὸ ὠφέλιμον. Δὲν πρόκειται νὰ διδάξω βεβαίως τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν περὶ τῶν συμφερόντων της, ἀλλὰ περὶ τοῦ συμφέροντος ἡμῶν, ἐὰν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν μᾶς προσφέρει ἡ σημερινὴ συνθήκη· διότι μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον βλέπετε, ὅτι τὸ 6 ἄρθρον εἰσήχθη, μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Κ. Ζάννος καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπον, ὅτι ἄνευ τούτου δὲν δέχεται ἡ Τουρκία νὰ φέρῃ τακτικὰ στρατεύματα· μόνον διὰ τοῦτο ἐπιμένουν. Ἡ Τουρκία ὀφείλει νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς ἔστειλε τακτικὰ στρατεύματα· ἡ Τουρκία ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον, οὔτε δύναται λογικῶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ φιλοτιμία, ἡ ἀξιοπρέπειά της δὲν τὸ ἐπιτρέπουν, ἢ ὅτι ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου οἱ τακτικοὶ στρατοὶ εἰς τὰ μεθόρια διαλύονται. Λέγω, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ διϊσχυρισθῇ, καὶ ἂν ἠθέλατε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν συνθήκην μετὰ περισσοτέρας ἐπιμονῆς, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀρνηθῆτε τὴν παράδοσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ὠφείλατε πρῶτοι σεῖς νὰ καταθέσητε. Ἠθέλομεν ἔχει τώρα μίαν πλειοτέραν πεποίθησιν· μὅλον ὅτι δὲ ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἦσαν ἀναγκαῖαι, ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ πράγματος τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μεγάλα συμφέροντα, ἤθελον ὑποχωρήσει ἴσως εἰς τὴν γνώμην ἐκείνων οἵτινες εἰς τὴν συνθήκην ταύτην οὐδὲν ἄλλο βλέπουσιν ἢ τὸ συμφέρον τῆς ἐξοντώσεως τῆς ληστείας· ἀλλὰ πρὶν περὶ τοῦ συμφέροντος τούτου κάμωμεν λόγον, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι, κατὰ τὴν ἐδικήν μου γνώμην τοὐλάχιστον, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, μετὰ τὴν μακρὰν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ λέγωμεν ὅτι τὸ 6 ἄρθρον τῆς συνθήκης θέλει φέρει τῆς ληστείας τὴν ἐξάλειψιν. Τὰ αἴτια τῆς ὑπάρξεως τῆς ληστείας συνέχονται τόσον στενῶς μὲ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καθὼς ἐπίσης καὶ μὲ ἄλλας δευτερευούσας καὶ ἐπίσης πολιτικὰς περιστάσεις, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ 6 ἄρθρου δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ μέχρι τοῦ ὕψους ἐκείνου, ὑπεράνω τοῦ ὁποίου ἄλλα συμφέροντα δὲν ὑπάρχουσι διὰ τὴν Ἑλλάδα. Οὕτω π. χ. τῆς Ἀττικῆς δὲν εἶναι ὅμορος ἡ ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια· ἐξηλείψατε τὸν Κίτζον, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία προσάπτει τὸν μεγαλείτερον μῶμον εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν; Καὶ ὅταν ἠθελήσατε νὰ καταστρέψητε τοὺς λῃστὰς ἐκείνους, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ἔλθουν μέχρι τῆς πρωτευούσης, τὸ κατωρθώσατε, ἴσως καὶ ἡ Πελοπόννησος μ’ ὅλον ὅτι περιστοιχίζεται ἀπὸ ὕδατα καὶ ἡ λῃστεία δὲν δύναται νὰ αὐξήσῃ, μὴ διὰ τοῦτο κατεστρέψατε τὸν Λύγκον; Ἀπ’ ἐναντίας ἡ Πελοπόννησος σήμερον καταμαστίζεται ἀπὸ 20 συμμορίας, καὶ δὲν κατωρθώσατε νὰ τὰς ἐξαλείψετε. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ μόνου αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος· ἂν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κανὲν ἄλλο συμφέρον δὲν ἔχῃ παρὰ τὸ συμφέρον τοῦτο, ὑπομονὴ· ἡ προσθήκη ἑνὸς περιπλέον μέσου πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας θὰ ᾖναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ὑπεσχέθην, κύριοι, νὰ παραλείψω πᾶσαν ἐξέτασιν πολιτικὴν καὶ ἐπιμένω σταθερῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην· ἐξετάζω ὅμως ἓν ἄλλο συμφέρον. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια, ἀφότου διὰ τῶν συνθηκῶν ἐσυστήθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ἀνεξάρτητος, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δίκαιον τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1856 διὰ τῆς τελευταίας ἐν Παρισίοις συνθήκης καὶ ἡ Τουρκία ἀπήλαυσεν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ δικαίου ὡς ἀνεξάρτητος ἐπικράτεια, ὡς μέρος τῆς οἰκογενείας τῆς εὐρωπαϊκῆς· διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην νὰ ἀρνηθῶσι τὸ δίκαιον τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς σχέσεις τῶν εὐρωπαίων, διότι μία ἐπικράτεια ὡς ἡ Ἑλλὰς, ἀποτελοῦσα μέρος ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἄλλων κρατῶν, ἀπολαμβάνει ἴσην ἀνεξαρτησίαν καὶ ἴσα δικαιώματα μὲ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα εὐρωπαϊκὰ κράτη· ἑπομένως πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικὴ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα παραπορεύονται τῷ μεγάλῳ τούτῳ δικαιώματι, διότι τὸ ἐθνικὸν δίκαιον ἐφαρμόζεται ἐκ τῶν συνθηκῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς μετὰ πολλῆς προσοχῆς πρέπει νὰ συνάπτῃ συνθήκας, καὶ κατὰ τὴν σύναψιν τῶν συνθηκῶν πρέπει νὰ φυλάττηται μήπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πράττουσα δὲν τείνῃ πρὸς τὴν πρόοδον ἀλλὰ πρὸς τὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ἀφίνω, κύριοι, ὅτι, καίτοι μικρὰ ἡ Ἑλλὰς, δύναται νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν καλῶν, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν τὰ μεγάλα κράτη πρὸς τὴν πρόοδον, ἀλλὰ πρὸς τὴν ὀπισθοδρόμησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἐν Εὐρώπῃ δὲν ὑπάρχει καμμία συνθήκη, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν παράδοσιν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι βεβαίως δὲν δύνασθε καμμίαν τοιαύτην συνθήκην νὰ μοὶ παρουσιάσητε· ἀλλὰ πιθανὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ παρεκτραπῇ καὶ κάμῃ τοιαύτην πρᾶξιν. Ἐξετάζω τὴν σημερινὴν συνθήκην· ἐξ αὐτῆς βλέπω, ὅτι δὲν εἶναι διόλου σύμφωνος μὲ τὰς συνθήκας τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν. Γνωρίζετε ὅτι ἐν γένει ὡς δίκαιον ἡ παράδοσις ἀπαγορεύεται, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἷς τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων ὑπουργῶν, ὁ Κ. Βαλασόπουλος, εἶπεν, ὅτι εἶναι δίκαιον ἀνεγνωρισμένον ἢ ἀρχὴ, οὔτε ἀρχὴ εἶναι, οὔτε δίκαιον εἶναι ἀνεγνωρισμένον· μόνον, κύριοι, συνθῆκαι ὑπάρχουν καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν συνθηκῶν δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀρχή. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι μεταξὺ πολλῶν ἐπικρατειῶν ὑπάρχουν συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν παράδοσιν· τὴν ἐπιτρέπουσι δὲ ὑπὸ ὅρους καὶ δι’ ὡρισμένα ἐγκλήματα. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν παράδοσιν διὰ τοὺς λειποτάκτας ναυτικοὺς, ἀλλὰ κανὲν τῶν παραδειγμάτων τούτων δὲν λύει τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ, διότι, διὰ νὰ ζητῇ τις νὰ εὕρῃ παραδείγματα τὰ ὁποῖα νὰ λύουν αὐτὸ τὸ ζήτημα, δὲν πρέπει νὰ ζητῇ τὰς συνθήκας τὰς μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Τουρκίας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Τουρκία εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς Εὐρώπης εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν. Καὶ διὰ νὰ μὴ πολυλογήσω, σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς αὐτοὶ οὐδὲν δικαίωμα δικαιοδοσίας δικαστικῆς παρ’ οὐδενὶ κράτει τῆς Εὐρώπης ἔχομεν, ἔχομεν ὅμως πολλὴν ἐν τῷ κράτει μας· καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἐπικράτειαι αἱ εὐρωπαϊκαί. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσητε ἐσφαλμένην τινὰ γνώμην; καὶ μέχρι τίνος σημείου δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ καθεξῆς ὁδὸν, ἀφ’ οὗ τὸ ζήτημα τῆς παραδόσεως ἐν τῇ ἀφροντιστία σας σᾶς ὠθεῖ πρὸς τοῦτο; Ἐξετάσατε τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκας. Χθὲς, κύριοι, ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπε, νομίζω, διότι δὲν ἤμην παρών· ὅτι αἱ μετὰ τῆς Τουρκίας συνθῆκαι, τῆς Αὐστρίας καὶ Ῥωσσίας κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῆς προκειμένης συνθήκης. Τὸ πρᾶγμα, κύριοι, δὲν ἔχει οὕτω· θέλω σᾶς ἀναγνώσει παρευθὺς τὰς συνθήκας αὐτῶν τῶν δύω ἐπικρατειῶν, καὶ θέλετε ἰδῆ ὅτι ὑπάρχει διαφορά. Ἐν πρώτοις ἡ συνθήκη ἡ ὑπάρχουσα μετὰ τῆς Ῥωσσίας δὲν ἐπιτρέπει ἀπολύτως τὴν παράδοσιν, ἀλλ’ ἔχει διαζευκτικὸν ὅρον ἢ παράδοσιν ἢ ἔξωσιν. Ἡ διαφορά, βλέπετε, συνίσταται εἰς δύω λέξεις, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι μέγιστον, διότι ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἥτις πρέπει νὰ παραδώσῃ τὸν προσφυγόντα, ἂν θέλῃ, νὰ τὸν ἀποδιώξῃ. Εἶναι μὲ ἄλλας λέξεις ἡ συνθήκη περίπου, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἡμεῖς, τοῦ 1855. Ἔχει δὲ περιπλέον ὅρον ἡ Ῥωσσικὴ συνθήκη, ὅστις ἴσως παρά τινι ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ δὲν θὰ ἔχῃ σημασίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ῥωσσίαν εἶναι τὸ πᾶν. Δὲν ὑποχρεοῦται δηλονότι, οὔτε νὰ παραδώσῃ, οὔτε νὰ ἐκδιώξῃ τὸν Μωαμεθανὸν ἐκεῖνον, ὅστις πατήσας τὸ ἔδαφος τῆς Ῥωσσίας ἀσπασθῇ τὸ ἀνατολικὸν δόγμα. Ἡ δὲ Αὐστρία οὐδαμῶς παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς ἀποδόσεως. Ἰδού, κύριοι, τὸ ἄρθρον 18 τῆς συνθήκης μεταξὺ τῆς Ῥωσσικῆς αὐτοκρατορίας καὶ τῆς ὑψηλῆς Πύλης.
§196ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπετε τὴν ἡμερομηνίαν;
§197ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τελευταία, δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ τελευταῖον δίκαιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει παρ’ αὐτοῖς. «Δὲν θέλει δίδεσθαι πλέον ἄσυλον καὶ καταφυγὴ εἰς τοὺς κακούργους, τοὺς ἀποστάτας, δυσαρεστημένους κτλ., ἀλλ’ ἑκάστη τῶν ἐπικρατειῶν θέλει εἶσθαι ὑποχρεωμένη νὰ τιμωρῇ αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων, καθὼς ἐπίσης καὶ πάντας τοὺς κλέπτας καὶ τοὺς λῃστάς, καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελον εἶσθαι ὑπήκοοι τῆς ἄλλης ἐπικρατείας. Δὲν θέλουν ἀνεχθῆ πλέον εἶδός τι λῃστῶν, ἀηδόνια καλουμένων, οἱ ὁποῖοι καταμαστίζουσι τὸν τόπον· θέλουσι πάντοτε τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ σύνορα, καὶ τοὺς παραπέμπει εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐπικρατείας.»
§198ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ λοιπὸν δὲν εἶναι περὶ λειποτακτῶν στρατιωτῶν.
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη.
§200ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, ἰδοὺ· «μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Αὐστρίας.»
§201ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ συνθήκης μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ῥωσσίας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι μεταξὺ Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν ὑπάρχουσι συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν παράδοσιν τῶν λειποτακτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μιμηθῆτε τὰ ἔθνη ἐκεῖνα τὰ μετὰ τῆς Τουρκίας συνάψαντα συνθήκας. Μόνη ἡ Γαλλία πρέπει νὰ ἔχῃ 15 συνθήκας μὲ τὰ διάφορα Εὐρωπαϊκὰ κράτη, ἀφορώσας τὴν παράδοσιν τῶν λειποτακτῶν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀκολουθήσετε ἀσφαλῶς τὸ παράδειγμα τῶν συνθηκῶν μεταξὺ εὐρωπαίων καὶ εὐρωπαίων· καὶ ἂν ὑπῆρχε καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν συνθηκῶν ἐκείνων καὶ τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας, ἡ Ῥωσσία καὶ Αὐστρία ἤθελον τὰς μιμηθῆ. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διότι εἰσήλθομεν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν χορείαν, διότι ἔχομεν ἴσα δικαιώματα τοῦ συνθηκολογεῖν, διότι μάλιστα αἱ συνθῆκαι ἐπηρεάζουσι τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοί. Δὲν ἔχω, κύριοι, εἰμὴ μίαν ἀκόμη παρατήρησιν νὰ ἀντιτάξω εἰς ἐκεῖνον τῶν συναδέλφων, ὅστις εἶπεν ὅτι ἡ συνθήκη αὐτὴ στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον τῆς ἀμοιβαιότητος. Πιστεύω ὅτι δίκαιον ἀμοιβαιότητος δὲν ὑπηγόρευσε τὴν συνθήκην τὴν προκειμένην, διότι κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν πιστεύω νὰ φρονῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς συνάπτει ἐμπορικὰς συνθήκας μόνον καὶ μόνον, διότι φοβεῖται ὅτι οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, πλησιάσαντες εἰς τὰ σύνορα τῆς Τουρκίας, θέλουσι λειποτακτήσει.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§203ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, αὔριον.
§204ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, τώρα νὰ τελειώσωμεν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λύω τὴν συνεδρίασιν.
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, μοὶ ἔγινεν ἡ παρατήρησις ὅτι δὲν ἔφθασα εἰς συμπέρασμα, καταβαίνων τὸ βῆμα. Τῷ ὄντι δὲν διετύπωσα τὸ συμπέρασμα, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὁ λόγος μου ἦτο πολὺ καθαρός. Ἐννοῶ νὰ προστατεύσωμεν τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, χωρὶς νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκία μετὰ τῶν μεγάλων δυνάμεων ἔχει. Ἑπομένως δέχομαι καὶ αὐτὸν ἀκόμη τῆς Ῥωσσίας τὸν ὅρον τῆς παραδόσεως ἢ τῆς ἐκδιώξεως, ἀλλὰ νὰ ᾖναι συντεταγμένη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συνθήκη· «ἢ τῆς παραδόσεως ἢ τῆς ἐξώσεως.»
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, Κ. Πετιμεζᾶ.
§208Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται σήμερον ἡ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει μόνον νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν, διότι εὔκολον εἶναι νὰ ζητῇ τινας διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα νὰ γίνῃ ὅ,τι γίνεται διὰ τὴν Γαλλίαν καὶ Ῥωσσίαν καὶ Αὐστρίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κάμῃ τὴν Ἑλλάδα ἄλλην Ῥωσσίαν, Γαλλίαν καὶ Αὐστρίαν· βεβαίως ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐδύνατο νὰ παρατάξῃ 800,000 στρατοῦ, ἐδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ ἀξιώσεις νὰ ὑπερβῇ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη. Κύριοι, σᾶς ἐξήγησεν ὁ Κύριος Ζάνος καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἐννοεῖ νὰ στείλῃ τακτικὸν στρατὸν εἰς τὰ μεθόρια πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας καὶ πρὸς φρούρησιν τῶν μεθορίων αὐτῆς, ἂν προηγουμένως δὲν παραδώσωμεν εἰς αὐτὴν τοὺς λειποτάκτας· ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπε καὶ διὰ τὶ ἐπιμένει ἡ Τουρκία εἰς αὐτὸν τὸν ὅρον· εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐὰν τακτικὸς Τουρκικὸς στρατὸς ἔλθῃ εἰς τὰ μεθόρια, θέλετε ἰδεῖ ὁλοκλήρους αὐτοῦ λόχους νὰ λειποτακτῶσι καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς τὰ ἐσωτερικὸν, ἂν εὕρουν ἐντὸς αὐτοῦ ἄσυλον· τοῦτο δὲ γίνεται, διότι οἱ διοργανισμοὶ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ εἶναι μὲ τρόπον τοιοῦτον, τοὺς μεταχειρίζονται τοιουτοτρόπως, ὥστε τοὺς ἀναγκάζουν ὁσάκις εὕρουν ἄσυλον, νὰ ἀπομακρύνωνται καὶ καταφεύγουν ἐκεῖ. Πραγματικὰ λοιπὸν τοιαῦτα γεγονότα ἠνάγκασαν τὰ ἔθνη νὰ καταφύγουν εἰς τοιαύτας διεθνεῖς συνθήκας, καὶ ὄχι θεωρητικὰ, ἀλλὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν. Τοιαῦται συνθῆκαι διεθνεῖς ἐγένοντο μεταξὺ Τουρκίας, Ῥωσσίας καὶ Γαλλίας καὶ Αὐστρίας. Βεβαίως, κύριοι, ὅταν τις τὸ ζήτημα τὸ ἐξετάσῃ ἁπλῶς ὑπὸ μίαν ἔποψιν, νομίζω ὅτι δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς οἱονδήποτε συμπέρασμα θέλῃ, ὅταν θέλῃ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας, τὴν τιμὴν ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων· ὅταν ὅμως ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἔποψιν καὶ τὴν ἀνάγκην, θέλετε εὑρεῖ ὅτι εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ τηρήσητε ὅ,τι ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη. Καὶ βεβαίως, ὅστις δὲν ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ τὰς σχέσεις, αἵτινες διατηροῦνται μεταξὺ τῶν σταθμῶν τῶν διαφόρων φρουρῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τοῦ Κράτους ἕως τὸ ἄλλο, ἐκεῖνος δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ μὴ λαμβάνετε μέτρα τοιαῦτα. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι μὲ τὴν θυσίαν τὴν ἐθνικὴν δὲν δύναμαι τίποτε νὰ παραδεχθῶ, ἀλλ’ ἆρά γε εἰς τὴν συνθήκην αὐτὴν προσβάλλεται ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Ζάνος ἔθηκεν, ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια, τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους; ὄχι, νομίζω, καὶ ἐπίστευσα τοῦτο μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν πρακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ζάνος, ὅστις διὰ μακροῦ χρόνου καὶ πολλοῦ κόπου κατώρθωσεν ἴσως νὰ μάθῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐνώπιόν σας εἶπε· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι γνωρίζει περισσότερα, ἀλλὰ δὲν ἦτο συγχωρημένον εἰς αὐτὸν ἴσως νὰ εἴπῃ περισσότερα ἀφ’ ὅσα σᾶς εἶπε, διότι τοῦτο ἀπῄτει ἡ θέσις του καὶ αἱ σχέσεις του καὶ μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται δημοσίαν συζήτησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Τουρκία πρὸς ἡμᾶς, δὲν τρέχομεν ἀκόμη τὸν ἄλλον κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Δεληγιώργης εἶπε, καὶ τὸν ὁποῖον ἐξήγησεν ἡ Ῥωσσία, ὅτι ἂν γίνῃ χριστιανὸς, δὲν τὸν παραδίδω. Λοιπὸν ἂν λειποτάκτης τις εἰσέλθῃ ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων καὶ γίνῃ χριστιανὸς, οὐδέποτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον· θέλομεν μεταχειρισθῇ καὶ ἡμεῖς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται καὶ ἡ Ῥωσσία. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ προσέλευσις Τουρκικοῦ στρατεύματος εἰς τὰ μεθόρια καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῃστείαν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ μεγάλης ἀξίας. Ἡ λῃστεία μαστίζει ὁλόκληρον τὴν στερεὰν Ἑλλάδα· ἂν ὑπάρχῃ στρατὸς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, θὰ καταδώσῃ τοὺς λῃστάς (θόρυβος). Λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Κ. Ζάνος, συμπεραίνων ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν αὐτοῦ.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
§210ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, τότε παραιτοῦμαι.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί λέγουν οἱ ὑπουργοί;
§213ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Πιστεύω, ὅτι ἡ καλὴ πίστις μεταξὺ τῶν δύω ἐπικρατειῶν εἶναι κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης ὥστε οἱ Ὀθωμανοὶ στρατιῶται νὰ παραδίδωνται. Ὅθεν τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ δεχόμεθα νὰ τὸ ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς Συνθήκης.
§214ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐννοοῦμεν ὅτι, μὴ παραδεχομένου τοῦ πρωτοκόλλου, ἡ συνθήκη θεωρεῖται ἄκυρος, καὶ ὅτι δὲν θὰ τὴν ὑπογράψῃ ὁ Κ. ὑπουργός.
§215Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δηλαδὴ ἐννοοῦμεν τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς παραδοχῆς τοῦ πρωτοκόλλου.
§216ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχετε μεγάλην δυσκολίαν· διότι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος μετὰ τοῦ Κ. Φωτιάδου εἰς τὴν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, γνωρίζω, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μὴ ἀποδίδωνται παρὰ οἱ τακτικοὶ στρατιῶται τοῦρκοι οἱ ὄντες εἰς τὰ μεθόρια κατὰ τῆς λῃστείας. Αἱ ἀπαιτήσεις ἦσαν εὐρύτεραι κατ’ ἀρχὰς, ἀλλὰ τώρα τὸ τελευταῖον εἶναι αὐτό.
§217ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κ. πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον (θόρυβος). Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι Συνθήκη ὑπὸ ὅρους εἶναι πρᾶγμα καινοφανὲς καὶ ἀντισυνταγματικόν· ἢ ναὶ ἢ ὄχι.
§218ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι Συνθήκη ὑπὸ ὅρους, εἶναι ἐπικύρωσις μόνον.
§219ΖΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐξηγοῦμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν σύμβασιν, ὡς ἔχει ὑπὸ τὸν ὅρον, κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων νὰ παραδεχθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρωτοκόλλου, ὅπως ἐγὼ τὸ διετύπωσα.
§220ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι παραπολὺ ἐγωϊστικὸν αὐτό.
§221ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ διατυπώσωμεν τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πιστεύω κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς συνθήκης νὰ γίνῃ παραδεκτόν.
§222ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συνθήκη, κύριοι, δὲν εἶναι πλήρης, ἡ συνθήκη φέρει σήμερον τὰς ὑπογραφὰς τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Σουλτάνου. Διὰ νὰ γίνῃ πλήρης πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ. Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐρωτᾷ, τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπικύρωσιν· ἡ Βουλὴ ἀπαντᾷ, ἐπιτρέπω τὴν ἐπικύρωσιν, ἐὰν πρὶν ἐπικυρώσῃς αὐτὴν, ὑπογράψῃς πρωτόκολλον σύμφωνον πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Ζάνος ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος· αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην ἐὰν δὲν ὑπογραφῇ τοιοῦτον πρωτόκολλον.
§223ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος. Εἶναι μέγιστος ἐγωϊσμὸς νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς ἐδῶ ἓν πρωτόκολλον καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν ... (θόρυβος) Μὴ βιάζεσθε, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ψηφοφορήσω ἕνα τοιοῦτον ὅρον, οὔτε πιστεύω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ μία δύναμις νὰ δεχθῇ τοιούτους ὅρους. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι ἡ συνθήκη πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ, ὅταν βεβαιωθῶ, ὅτι ἢ διὰ πρωτοκόλλου εἴτε μὴ, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς συνθήκης συμφωνεῖται νὰ παραδίδωνται τακτικοὶ στρατιῶται Τοῦρκοι ὄντες εἰς τὰ μεθόρια κατὰ τῆς λῃστείας.
§224ΖΩΤΟΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ κ’ ἐγώ.
§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγομεν, δὲν εἶναι πρωτοφανές· τὸ αὐτὸ ἀπεφασίσθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας· ἐξηγοῦσεν ἐκεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ πρακτικὰ πῶς ἐννοεῖ τὴν συνθήκην καὶ οὕτω παρεδέχθη αὐτήν.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζάνος εἶναι σύμφωνος;
§227ΖΑΝΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τοὺς ὑπουργούς.
§228Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, ὅπως ἐννοεῖ ὁ ἔντιμος Κ. Κουμουνδοῦρος, φοβοῦμαι μὴ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμεῖσθε ἄλλοτε, διότι εὑρέθητε εἰς πολλὰς βουλευτικὰς περιόδους, ὅτι μερικαὶ ἰδέαι ἢ μερικαὶ διασαφήσεις διαφόρων νόμων ἐσημειοῦντο εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ τὰς λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐφαρμόζοντες τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ τοιοῦτοι ἐφηρμόζοντο, ὅπως εἶχε τὸ γράμμα των· καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῶν βουλευτῶν, καί τοι σημειούμενοι εἰς τὰ πρακτικὰ, ἐματαιοῦντο. Φοβοῦμαι λοιπὸν, ὅτι ἐὰν περιορισθῶμεν καὶ εἴπωμεν, «κύριε ὑπουργὲ, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζάνου καὶ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν συντάξατε πρωτόκολλον πρόσθετον», ἡ συνθήκη θὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὸ Ἑλλ. Κράτος εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δι’ οἱονδήποτε πολιτικὸν ἢ διπλωματικὸν λόγον κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ δὲν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προσθέτου τούτου πρωτοκόλλου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν δὲν δέχωνται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ σημειωθῇ ῥητῶς ὁ ὅρος οὗτος εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, προτείνω τὴν ἀναβολήν (θόρυβος). Παρακαλῶ μὴ βιάζεσθε, συλλογισθῆτε, ὅτι συζητοῦμεν περὶ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος· προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν (θόρυβος).
§229ΖΑΝΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου κύριοι. «Η Βουλὴ παραδέχεται τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑπογραφῇ κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων πρωτόκολλον περιέχον τὴν δοθεῖσαν παρὰ τοῦ Κ. Ζάνου ἑρμηνείαν;»
§230ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ψηφοφορία ὑπὸ ὅρον δὲν γίνεται.
§231ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε ἐζήτησα τὸν λόγον.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§233ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κ. Ζάνος τόσον λογικῶς, τόσον ἱστορικῶς ὑπεστήριξεν ἐν τέλει τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης, ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι δὶς καὶ τρὶς ἐπανέλαβεν, ὅτι συνιστᾷ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν παρακαλεῖ μάλιστα, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ κάμῃ τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς προκειμένης συνθήκης μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ νὰ κάμῃ ἓν πρωτόκολλον ἐπεξηγηματικόν. Καὶ ὅταν ἠγόρευε τοιουτοτρόπως ἦτο ἐντὸς τῆς λογικῆς, ἐντὸς τῆς πραγματικότητος. Ἀλλὰ τώρα ἔφθασεν εἰς ἓν ὅριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παράστασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου εἶναι παράλογον. Τί πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν; Κυροῦται ἢ δὲν κυροῦται ἡ συνθήκη. Ὅποιος θέλει τὴν συνθήκην θὰ εἴπῃ ναὶ, ὅποιος δὲν τὴν θέλει θὰ εἴπῃ ὄχι. Τί μᾶς λέγει ὅμως ὁ Κ. Ζάνος; νὰ κάμωμεν μίαν κύρωσιν ὑπὸ ὅρον. Ἐὰν εἴμεθα μεγάλη δύναμις ἐννοῶ, ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν τοιούτους ὅρους προσβλητικοὺς καὶ ἀπαιτητικοὺς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Ὅταν ὅμως ἡ Τουρκία εἶπε δεκάκις εἰς τὸν Κ. Ζάνον ὅτι δὲν κάμνει συνθήκην, παρὰ ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, καὶ ὅταν ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ μετριάσῃ τοὺς αὐστηροὺς ἐκείνους ὅρους, τοὺς ὁποίους οἱ ὑπουργοὶ τῆς Τουρκίας ὑπέβαλον εἰς τὸν Κ. Ζάνον καὶ ἔγεινεν αὐτὴ ἡ συνθήκη, τότε δὲν ἠμπορεῖ τίποτε ἄλλο νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην, ἐὰν τὴν θέλῃ, ἢ ἐὰν δὲν τὴν θέλῃ, νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, ἡ δὲ ψηφοφορία ὑπὸ ὅρους εἶναι ὅλως ἄλογος καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τί ὅμως δύναται νὰ συμβῇ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Ζάνος καὶ τὸ ὁποῖον παραδέχομαι καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται; Ἡ ἐπικύρωσις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ δὲν χορηγεῖ δικαιώματα κεκτημένα εἰς τὴν Ὑ. Πύλην, οὔτε ὑποχρεώσεις ἀμετακλήτους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀπαιτεῖται κατὰ τὰς διπλωματικὰς διατυπώσεις ἡ ἀνταλλαγὴ τῆς συνθήκης. Λοιπὸν συνιστῶμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ τῷ λέγομεν, φρόντισε νὰ κάμῃς αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον· τὸ ὑπουργεῖον μᾶς ἀπαντᾷ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία δυσκολία περὶ αὐτοῦ, διότι ἡ ἀλληλογραφία καὶ ἡ συνεννόησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας, αὐτὰ τὰ ἴδια πράγματα παραδέχεται. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συνιστᾷ καὶ τὸ ὑπουργεῖον συναινεῖ καὶ ὑπόσχεται νὰ τὸ πράξῃ· ἐνδέχεται ὅμως νὰ ὑπάρξῃ ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ παραβῇ τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δυνάμεθα αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὸ ἐξελέγξωμεν καὶ νὰ τὸ κατηγορήσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ψηφοφορίαν ὑπὸ ὅρους.
§234ΖΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε παρακαλῶ ἄνευ ὅρου; ἂς ἐξηγηθῶμεν. Διότι δὲν εἴμεθα τόσον δύστροποι ὅσον μᾶς νομίζετε.
§235ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τί ἐννοῶ. Ἐγὼ ἐννοῶ ἐπικύρωσις τῆς συνθήκης, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος Κ. ὑπουργὸς ἐξήγησε, θέλει γείνει, τὸ δὲ 6 ἄρθρον ἀφορᾷ Τούρκους στρατιώτας τακτικούς, ὄντας εἰς τὰ μεθόρια καὶ λειποτακτοῦντας. Αὐτὸ λοιπὸν θεωρῶ παραδεκτόν.
§236ΖΑΝΟΣ. Καθὼς διετύπωσα τὴν ἰδέαν μου δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ πρῶτον μέρος, δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς Μουσουλμάνους, ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν, τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν· καὶ αἱ δυσκολίαι αὗται αἴρονται, κατ’ ἐμέ, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ πρωτόκολλον αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα· εἶπον ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατόν, καθὼς γίνεται ἐπὶ τῶν συνήθων νομοσχεδίων, τὸ 6 ἄρθρον τῆς συμβάσεως νὰ λάβῃ ἄλλην σύνταξιν, ἤθελον ζητήσει νὰ τὴν λάβῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ εἰς τὰς συνθήκας καὶ τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ γείνουν τροποποιήσεις ἐπὶ ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἤδη ὑπεγράφησαν, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ὅτι εἶναι καλόν, εἶναι ἀναγκαῖον, εἶναι ἀναπόφευκτον μάλιστα κατ’ ἐμέ, νὰ ὑπογραφῇ κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων ἓν τοιοῦτον πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον νὰ ἄρῃ πᾶσαν δυσχέρειαν καὶ πᾶσαν παρεννόησιν.
§237ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μὰ σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν θὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποδεικνύει ἡ Βουλή.
§238ΖΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Σουλτάνου δὲν συγκατατεθῇ νὰ ὑπογράψῃ τοιοῦτον πρωτόκολλον, τί θέλετε κάμει;
§239ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τοῦτο ἤθελεν εἰπεῖ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Σουλτάνου δίδει ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὴν συνθήκην παρὰ τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ δὲν δίδει ἄλλην.
§240ΖΑΝΟΣ. Μὰ νὰ τὸ μάθῃ καὶ τὸ Ἔθνος.
§241Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι διαφεύγομεν ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας, ἐὰν ψηφίσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἡ Βουλὴ ἐννοοῦσα, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ τῆς συνθήκης θὰ γείνῃ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ Κ. Ζάνος, ἐπικυροῖ τὴν συνθήκην (θόρυβος).
§242ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ διατυπωθῇ οὕτω· «ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν συνθήκην, ἐννοοῦσα ὅτι τὸ 6 ἄρθρον ἐννοεῖ Τούρκους,»
§243ΖΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ γείνουν δύο ψηφοφορίαι· πρῶτον, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζάνου ναὶ ἢ ὄχι. Ἐπιμένει ὁ Κ. Ζάνος;
§245ΖΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἠμποροῦσα μόνον νὰ τὴν τροπολογήσω ὡς ἑξῆς· «ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἡ Βουλὴ ἐπικυρόνει τὴν συνθήκην.»
§246ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Τουρκικῆς πρεσβείας καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι περιττὸν νὰ διατυπώσωμεν οὕτω τὴν πρότασιν. Διότι δὲν πρέπει νὰ δεικνύῃ ἓν σῶμα ἑνὸς ἔθνους, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται τὴν ἀξιοπρέπειάν του καὶ τὴν ἰσχὺν τὴν ἐθνικήν του, δυσπιστίαν μετὰ τοιαύτας δηλώσεις ἐπισήμους καὶ τῆς Τουρκικῆς πρεσβείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ μόνον νὰ ψηφοφορήσῃ, ἐὰν δέχεται τὴν συνθήκην ἢ ὄχι, ἐννοεῖ δὲ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν.
§247ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τῆς ψηφοφορίας διαφέρομεν κατὰ τοῦτο. Οἱ μὲν λέγουν νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς συντάξεως ἑνὸς πρωτοκόλλου, ἡ Βουλὴ δηλαδὴ παραδέχεται τὴν συνθήκην πειθομένη εἰς τὸν λόγον τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ συντάξῃ πρωτόκολλον μετὰ τῆς Τουρκικῆς πρεσβείας, περιέχον τὰς ἰδέας τοῦ Κ. Ζάνου· οἱ δὲ νομίζουσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ἁπλῶς τὴν συνθήκην χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην πρωτοκόλλου. Ἐγὼ Κύριοι, σᾶς προτείνω, ἂν θέλετε, ν’ ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα μεχρισότου ὁ Κ. ὑπουργὸς μᾶς φέρῃ τὸ πρωτόκολλον ὑπογεγραμμένον (θόρυβος).
§248ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζάνος διετύπωσε τὴν πρότασίν του οὕτω πως· «Μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων πρὸς ἐξήγησιν τοῦ 6 ἄρθρου τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη, ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν σύμβασιν».
§250ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖ ὅλα τὰ μέρη ὁ Κ. Ζάνος, δηλ. καὶ ποίους στρατιώτας ἐννοεῖ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως;
§251ΖΑΝΟΣ. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ ἀδιαίρετον.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥηγόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας περὶ ληστείας σύμβασιν, ἐννοοῦσα ὅτι τὸ ἄρθρον 6 σημαίνει τακτικὸν στρατὸν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, συγκείμενον ἀπὸ στρατιώτας Μωαμεθανικοῦ θρησκεύματος, κατὰ τὴν μεθόριον γραμμήν.»
§253ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τοιαύτην ἔννοιαν ἐδώκαμεν εἰς τὴν συνθήκην· οὕτως ἐννοοῦμεν νὰ τὴν ἐκτελέσωμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διαφορετικὰ παρὰ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Τί ἄλλο θέλετε;
§254Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν πέσῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ συνθήκη; ...... (θόρυβος).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§256ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν ἐγειρόμενοι ὑπὲρ τοὺς 15). Μάλιστα, μάλιστα.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζάνου, μετὰ ταῦτα τοῦ Κ. Ῥηγοπούλου ...... (θόρυβος).
§258ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ὥστε νὰ ψηφισθῶσιν ὅλαι αἱ προτάσεις, δὲν θὰ τελειώσωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου· ἐγὼ προτείνω τὴν ἑξῆς· «Κατέναντι τῶν ἐπανειλημμένων δηλώσεων τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Βουλὴ θεωροῦσα περιττὴν πᾶσαν ἑτέραν προσθήκην ἄλλης προτάσεως, προβαίνει εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς συνθήκης.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπωτέρα, (θόρυβος).
§259Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπωτέρα· (θόρυβος· συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας, Κύριε Λομβάρδε; (θόρυβος).
§261ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἀνακαλῶ.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζάνου· τὴν γνωρίζετε. Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν διὰ ψήφων 93 κατὰ 31. Ἔρχεται ἡ ἑτέρα.
§264ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§265ΠΟΛΛΟΙ. Κάθησε κάτω. (θόρυβος).
§266ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἴδετε τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ὑπουργῶν· (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς Βουλῆς) ἡ ὑπόσχεσίς των, ὅτι θὰ ἐκτελέσουν τὴν συνθήκην εἶναι ἡ ψηφοφορία των ...... (θόρυβος).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ κείμενον τῆς συνθήκης, ἐννοεῖται μὲ τὴν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία ἔγεινεν. Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνομολογηθεῖσα εἰς Ἀθήνας τὴν 29 Σεπτεμβρίου 1865 Σύμβασις περὶ καταστολῆς τῆς ληστείας ἐξ ἄρθρων 8 καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται θέλει ἔχει
πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.»
ΣΥΝΘΗΚΗ.
Ἄρθρον 1. Τὰ δύω ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἀφίνωσι νὰ σχηματίζωνται, μήτε νὰ διαμένωσιν ἐντὸς τῶν σχετικῶν ἐπικρατειῶν των, συμμορίαι ἔνοπλοι, αἵτινες σκοπὸν ἤθελον ἔχει τὴν ἐξάσκησιν τῆς ληστείας, εἴτε ἐν τῇ μιᾷ, εἴτε ἐν τῇ ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ, καὶ νὰ καταβάλλωσι πᾶσαν προσπάθειαν, ἕκαστον ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας Αὑτοῦ, πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν λῃστῶν, οἵτινες ἤθελον διαβῆ τὰ μεθόρια, ἐρχόμενοι ἐκ τοῦ ἄλλου Κράτους. Ἄρθρον 2. Τὰ ἄτομα, ἅτινα ἤθελον κρατηθῆ ἢ συλληφθῆ ἐπὶ τῆς χώρας τῆς μιᾶς τῶν δύω ἐπικρατειῶν, καὶ ἅτινα, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς παρούσης συμβάσεως, ἤθελον ἀποτελεῖ μέρος συμμορίας τινός, σκοπὸν ἐχούσης τὴν ἐξάσκησιν τῆς ληστείας ἐν τῇ ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ, ἢ ἅτινα ἤθελον ἀποπειραθῆ ἢ διαπράξει ληστείας ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ταύτῃ, θέλουσι καταδιώκεσθαι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς τὰς αὐτὰς ποινικὰς διατάξεις, ὡς ἐὰν αἱ πράξεις, ὧν κατέστησαν ἔνοχα, ἀπηυθύνοντο κατὰ τῆς ἐπικρατείας, ἐν ᾗ ἡ σύλληψις λαμβάνει χώραν. Κατὰ τὰς εἰρημένας περιπτώσεις, ἐὰν οἱ κατηγορούμενοι ὦσιν ὑπήκοοι τῆς ἄλλης ἐπικρατείας, ἡ διεξαγωγὴ καὶ ἡ περαίωσις τῆς δίκης των γενήσεται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 24 τῆς ἐν Κανλιτζᾷ συναφθείσης συνθήκης τῇ 27 Μαΐου 1855 (24 τῆς Σελήνης τοῦ Ῥαμαζὰν 1271) μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ εἰς πολιτικὴν δίκην, συνεπείᾳ λῃστρικῶν πράξεων, γενομένων ἐν θατέρᾳ τῶν δύω ἐπικρατειῶν, δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ὅπου ἡ σύλληψις ἔλαβε χώραν. Ἄρθρον 3. Τὰ δύω ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη συνομολογοῦσιν ἀμοιβαίως νὰ μεταχειρισθῶσιν ἑκάτερον τὰ ἐφ’ ἑαυτῷ στρατεύματα τακτικὰ πρὸς φύλαξιν τῶν μεθορίων των καὶ καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἐν ταῖς ὁμόροις ἐπαρχίαις αὐτῶν. Τὰ στρατεύματα ἑκατέρας ἐπικρατείας πρέπει νὰ ὦσι δυνάμεως ἀποχρώσης, καὶ θέλουσι τεθῆ ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἑνὸς ἀνωτέρου ἀρχηγοῦ, ὅστις θέλει ἔχει χρέος νὰ καταδιώκῃ δραστηρίως τὴν λῃστείαν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας του. Ἄρθρον 4. Οἱ δύω ἀρχηγοὶ θέλουσι συνέρχεσθαι πάντοτε ὁσάκις κριθῇ ἀναγκαῖον ἐφ’ ἑνὸς ὡρισμένου σημείου τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ὅπως κοινοποιῶσιν ἀλλήλοις τὰς ἐγγράφους διαταγὰς καὶ τὰς ὁδηγίας μεθ’ ὧν ἤθελον εἶσθαι ἐφωδιασμένοι ὑπὸ τῶν σχετικῶν αὐτῶν Κυβερνήσεων, καὶ συνεννοῶνται περὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀνατεθησομένου αὐτοῖς οὐσιώδους ἔργου, ἤτοι περὶ τῆς συστάσεως τῶν διαφόρων σταθμῶν κατὰ μῆκος τῶν μεθορίων, περὶ τῆς ἀναγκαιούσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου τῶν σταθμῶν τούτων δυνάμεως, περὶ τῆς καταλληλοτέρας τοποθετήσεως τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, περὶ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς κινήσεως τῶν περιπόλων, ἐν ἑνὶ λόγῳ, περὶ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἀναφερομένου εἰς τὴν ἀνατεθησομένην αὐτοῖς ὑπηρεσίαν. Ἐπίσης οἱ ἀξιωματικοὶ θατέρας τῶν δύω ἐπικρατειῶν, οἱ διοικοῦντες σταθμόν, φυλακεῖον ἢ ἀπόσπασμα καταδιώξεως, θέλουσιν ἀνταποκρίνεσθαι, ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ ἀναβολῆς, μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἄλλης ἐπικρατείας, ὅπως διακοινώνωσιν ἀλλήλοις τὰς εἰδήσεις ἢ πληροφορίας, ὅσας ἤθελον ἔχει περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λῃστῶν, περὶ τοῦ μέρους ἔνθα εὑρίσκονται, περὶ τῆς διευθύνσεως ἣν ἔλαβον, ἐν ἑνὶ λόγῳ θέλουσι συνεννοεῖσθαι περὶ ὅλων τῶν συντεινουσῶν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν λεπτομερειῶν. Πρὸς τοῦτο σύστημα ἀνταποκρίσεως θέλει συμφωνηθῆ εἴτε διὰ σημείων, εἴτε διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου. Ἄρθρον 5. Ἐὰν ἀπόσπασμά τι καταδιώξεως φθάσῃ εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῶν λῃστῶν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν καταδίωξιν αὐτῶν, μέχρις οὗ ἀπαντήσῃ ἀπόσπασμα τῆς ἄλλης ἐπικρατείας. Τούτου γενομένου, θέλει παύσει τὴν καταδίωξιν, ἀφοῦ καταδείξῃ εἰς τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο τὴν διεύθυνσιν τῶν λῃστῶν, ἐκτὸς ἂν ζητηθῇ ἡ συνδρομὴ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ διοικοῦντος τὸ ἕτερον τοῦτο ἀπόσπασμα· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ παράσχῃ πᾶσαν τὴν συνδρομήν του. Ὁ μὴ ζητήσας τὴν βοήθειαν ταύτην ἀξιωματικὸς ὀφείλει νὰ πληροφορήσῃ τὸν διοικοῦντα τὸ ἀπόσπασμα τοῦ ἄλλου Κράτους ἀξιωματικὸν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς παρ’ αὐτοῦ γενομένης ἀκολούθως καταδιώξεως. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐν τούτοις καὶ ὑπ’ οὐδεμίαν πρόφασιν τὰ στρατεύματα ἢ ἀποσπάσματα τῆς μιᾶς τῶν δύω ἐπικρατειῶν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς πόλεις, κώμας ἢ χωρία τῆς ἄλλης. Ἄρθρον 6. Οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, οἵτινες ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἑτέρας ἐπικρατείας, θέλουσι συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι ὑπὸ στρατιωτικὴν φρουρὰν εἰς τὸν πλησιέστερον σταθμὸν τὸν κατεχόμενον ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τῆς δυνάμεως, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ παραδίδεσθαι εἰς τὸν τοῦ εἰρημένου σταθμοῦ διοικητὴν, ὅστις θέλει δίδει ἀπόδειξιν τῆς παραδόσεως ταύτης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ὁδηγήσαντα αὐτούς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀπόδοσις θέλει γίνεσθαι μετὰ τῶν ὅπλων, ἵππων, ἐφιππίων, ἐνδυμάτων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λοιπῶν πραγμάτων, ὅσα ἔφεραν οἱ λειποτάκται, ἢ ὅσα εὑρέθησαν ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν σύλληψίν των. Ἄρθρον 7. Ἡ παροῦσα σύμβασις θέλει ἰσχύει ἐπὶ ἓξ ἔτη ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων. Καὶ ἐὰν ἔτος ἢ ἓξ μῆνας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας ταύτης ἑκάτερον τῶν ὑψηλῶν συμβαλλομένων μερῶν δὲν γνωστοποιήσῃ εἰς τὸ ἄλλο δι’ ἐπισήμου κοινοποιήσεως τὴν περὶ παύσεως αὐτῆς πρόθεσίν του, ἡ σύμβασις αὕτη θέλει εἶσθαι ὑποχρεωτικὴ ἐπὶ ἓν ἔτος ἔτι, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς μέχρι τῆς παρελεύσεως τῶν δώδεκα μηνῶν ἀπὸ τῆς τοιαύτης κοινοποιήσεως, εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν ἂν αὕτη λάβῃ χώραν. Ἄρθρον 8. Ἡ παροῦσα σύμβασις θέλει ἐπικυρωθῆ, αἱ δὲ ἐπικυρώσεις αὐτῆς θέλουσιν ἀνταλλαχθῆ ἐν Ἀθήναις ἐντὸς ἓξ ἑβδομάδων ἢ καὶ ταχύτερον, εἰ δυνατόν. Εἰς πίστωσιν τούτων οἱ σχετικοὶ πληρεξούσιοι ὑπέγραψαν αὐτὴν καὶ ἐπέθεσαν τὰς σφραγίδας των. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις τὴν εἰκοστὴν ἐννάτην Σεπτεμβρίου, (ἑνδεκάτην Ὀκτωβρίου) χίλια ὀκτακόσια ἑξήκοντα πέντε. (Τ. Σ. Π. Βράϊλας Ἀρμένης. (Τ. Σ.) (Ι. Φωτιάδης).
§268ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται δὲ μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου· οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§270Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Ῥηγοπούλου (θόρυβος).
§271ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Τὴν συνθήκην ἤδη βεβαίως θὰ ψηφοφορήσωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἢ ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συνθήκης, διὰ τοῦτο τίθεται ἡ ἐπεξήγησις, ὅτι ὁμολογοῦμεν ὅλοι, ὅτι αὐτὸ ἐννοοῦμεν.
§272ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ προτάσεις, καὶ διὰ τοῦτο παρεξενεύθην, ὅταν ἤκουσα τὸν Κ. Λομβάρδον νὰ κάμῃ μίαν πρότασιν ἀποκλειστικὴν τῶν ἄλλων προτάσεων· ποτὲ ὅμως δὲν δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἑρμηνείαν μιᾶς συνθήκης.
§273ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἦτο ἑρμηνεία ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζάνου;
§274ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κύριος Ζάνος ἐζήτησε νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον, ἑπομένως ἔφερε πρότασιν αὐτοτελῆ, ὑποχρεοῦσαν τὴν κυβέρνησιν νὰ μὴ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι ἐπεκυρώθη, ὅπως ἔχει, ἡ συνθήκη, ἀλλὰ νὰ τὴν εἰδοποιήσῃ, ὅτι πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως θέλει γίνει ἓν πρωτόκολον καὶ μόνον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ· ἡ πρότασις ὅμως τοῦ Κυρίου Ῥηγοπούλου εἶναι ἑρμηνεία. Εἶπεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ψηφίζοντες τὴν συνθήκην λέγομεν τί ἐννοοῦμεν, ὅτι αὐτὸ διαλαμβάνει, ὅτι τοῦτο θὰ γίνεται, ἐπίσης ὅμως ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω νὰ ψηφοφορηθῇ, καὶ εἶναι δίκαιον, ὅτι ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ποτὲ ὅμως δὲν δύνασθε νὰ τὸ συνδέσητε μὲ τὴν συνθήκην. Δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥηγοπούλου ἢ τοῦ Κυρίου Σωτηροπούλου χωριστὰ, ποτὲ ὅμως δὲν δύνασθε νὰ δεσμεύσητε τοὺς ψηφοφοροῦντας νὰ παραδεχθῶσι τὴν συνθήκην ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ἢ τὴν ἐξήγησιν, ἣν δίδει εἷς βουλευτὴς, καὶ ἂν ὁ κανονισμὸς τοῦτο τὸ ἀπαγορεύῃ εἰς μικρότερα πράγματα, κατὰ μείζονα λόγον ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸ τοιοῦτον. Δὲν ἀποτείνομαι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐξετάζω τὴν γνώμην αὐτῆς, ἀποτείνομαι πρός ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε, ὅστις εἶσθε ὁ φύλαξ τοῦ κανονισμοῦ, λέγων, ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπει ὁ κανονισμὸς νὰ θέσητε πρότασιν τοιαύτην σύνθετον· τὸ ἀπαγορεύει ῥητῶς. Πρέπει ἡ Βουλὴ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα νὰ ψηφοφορήσῃ χωριστά.
§275ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη, νομίζω, δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά· ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον ψηφίζουσα τὴν συνθήκην ἐννοεῖ, ὅτι θὰ παραδίδωνται μόνον Μουσουλμάνοι στρατιῶται τοῦ τακτικοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ μεθόρια· ὥστε ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης θέλει ὁδηγηθῆ ἡ κυβέρνησις, ὅταν θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην, τί πρέπει νὰ πράξῃ, ὄχι ὅμως νὰ προσδιορίσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην. Ἡ κυβέρνησις θέλει φροντίσει κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης ν’ ἀσφαλίσῃ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ διετύπωσε.
§276ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν συνθήκην λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς συνθήκης διὰ ψήφων 84 κατὰ 33, ἐχούσης ὡς ἀνωτέρω. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λύεται ἡ Συνεδρίασις, ὥρα 6 καὶ 30|60.